Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Φιλολογικός καβγάς για μια γαλοπούλα

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2013


Την προηγούμενη Κυριακή παρουσίασα ένα αφήγημα του Μιλτιάδη Μαλακάση, δημοσιευμένο στο Μπουκέτο τα Χριστούγεννα του 1930, με αναμνήσεις από την παρέα της Δεξαμενής, στο γύρισμα του 20ού αιώνα, στο οποίο πρωταγωνιστεί ένας λόγιος, ο φοβερός Ευρυσθένης Τσανάκας, και μια γαλοπούλα, την οποία ο Τσανάκας βρήκε ξεκομμένη από το κοπάδι της και την μετέτρεψε σε χριστουγεννιάτικο έδεσμα, έναν πειρασμό στον οποίο ακόμα και ο άγιος των γραμμάτων μας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, δεν μπόρεσε ν΄ αντισταθεί, ίσως επειδή το κρασί του κυρ-Γιάννη, του καφετζή της Δεξαμενής, ήταν αγνό και γλυκόπιοτο, «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός», όχι σαν το πετρέλαιο των άλλων καφενείων!

Όμως η ιστορία δεν τελείωσε εδώ. Ένας σημαντικός λόγιος αναγνώρισε τον εαυτό του στο πρόσωπο του Ευρυσθένη Τσανάκα και αντέδρασε με ένα βίαιο κείμενο που θα δούμε στη συνέχεια, στο οποίο όχι μόνο καταγγέλλει τον Μαλακάση ότι διαστρέβλωσε την αλήθεια σχετικά με το περιστατικό της γαλοπούλας, αλλά και περνάει σε αντεπίθεση διατυπώνοντας βαρύτατες κατηγορίες για το ποιόν και την ηθική συγκρότηση του «Θανάση», όπως παρονομάζει τον Μαλακάση, αφού τον κατηγορεί ότι συνδεόταν με πλούσιες γυναίκες για να τους απομυζά την περιουσία. Ο λόγιος αυτός ήταν ο Γιάννης Βλαχογιάννης, στον οποίο χρωστάμε, ανάμεσα στ’ άλλα, το ότι ανέδειξε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.

Όπως ήταν φυσικό, ο Μαλακάσης αντέδρασε, και σε μια σύντομη επιστολή του έκανε λόγο για μήνυση -που δεν ξέρω αν έγινε, και τι απέγινε. Στο περιοδικό δημοσιεύτηκε και μια άλλη σύντομη επιστολή, του Κώστα Πασαγιάνη, ο οποίος αναφέρθηκε από τον Μαλακάση ως μάρτυρας του περιστατικού, αλλά διέψευσε ότι συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο. Κι έτσι τελείωσε αυτός ο φιλολογικός καβγάς πριν από 83 χρόνια, ένας καβγάς που θα παρακολουθήσετε τώρα εσείς στα επόμενα.

Τα κείμενα έχουν εκσυγχρονιστεί ορθογραφικά. Ευχαριστώ πολύ τον Σκύλο της Βάλιας Κάλντας και τον Αλέξη για την πληκτρολόγηση.

ΑΜΟΛΑ!
[Δημοσιεύτηκε στο Μπουκέτο, 15.1.1931, με το εξής εισαγωγικό κείμενο του περιοδικού: Στο φύλλο των χριστουγέννων δημοσιεύτηκε μια φιλολογική σελίς, με τον τίτλο «Ένα γεύμα την παραμονή των Χριστουγέννων». Στη σελίδα αυτή απαντά σήμερα δια των κατωτέρω ο γνωστός λογογράφος, ιστορικός και Διευθυντής των Αρχείων του Κράτους κ Γιάννης Βλαχογιάννης]

(Κριτική όχι φιλολογική, μα κριτική αληθινή, σωφρονιστική και επανορθωτική του συγγραφέα του αριστουργηματικού και μόνου πεζογραφήματος περί Γαλοπούλας, γραμμένου από τον περίφημο στα Ελλ. Γράμματα Καζανόβα, εσχάτως επονομασθέντα και Θανάση, άρχοντα ξεπεσμένο, ποιητή χρεωμένο και πνευματικώς χρεοκοπημένο από τα Μποχωρογάλατα, κριτική συρραφείσα και εις βούρδουλα ματαβληθήσα από τον πεθαμένο κριτικό Τσανάκα, αργήσασα εξ αγνοίας του, αλλά τέλος φθάσασα από τα ύψη της Δεξαμενής).

Ο Καζανόβας ο νεότερος τρέμει τους ζωντανούς, ας είναι και «θρασύδειλοι». Γι΄αυτό παρασταίνει στο διήγημά του των ήρωα Τσανάκα πεθαμένο, και αφίνει ζωντανό τον άλλο ήρωα το Θανάση, δηλ. τον εαυτό του, να μιλεί ακράτητα. Αυτοί είναι οι δύο ήρωές του οι αριστουργηματικοί· ο ένας, σαν πεθαμένος, δε μιλεί, κι΄ο Θανάσης γενναία τα παραλέει, γιατί φαντάζεται πως δεν φοβάται τίποτα απ΄ τον πεθαμένο. Ο Δον Κισώτος έπλαθε φανταστικούς εχθρούς κι ύστερα τους πολεμούσε αλλά ο Καζανόβας ή Θανάσης, τους πεθαίνει πρώτα με το νου του, κι ύστερα τους πολεμάει. Μ΄αυτό τον τρόπο έχει την πλάνη πως είναι σίγουρος απ΄το κακό, σαν κάτι ζούδια που κρύβουν το κεφάλι τους στην τρύπα και λουφάζουν, ήσυχα πια για τη μικρή τους ύπαρξη.

Όμως κάνει ο Καζανώβας λάθος. Ο Τσανάκας ζει ακόμα και θυμάται. Θυμάται τ΄αξέχαστα του Καζανόβα, όσο κι αν θέλει αυτός και καλά να τα βγάλει από το νου του. Ανέβηκα εχθές στη Δεξαμενή κι ηύρα το  φίλο μου τον παλιό, και να τι μου είπε για το φάγωμα της γαλοπούλας:

–Ο κυρ Γιάννης Πάνου, ο παλιός ιδιοχτήτης αυτού του ταπεινού καφενέ, που βλέπεις, τώρα μεγαλονοικοκύρης, κάθεται οδός Πινδάρου 36 και μπορείς να πας να μάθεις την αλήθεια. Μα τί έπαθε τώρα τελευταία ο Καζανόβας να θέλει να κάνει τον κριτή της αρετής; Διάβασα μια τέτοια τίμια κρίση του στον Ψυχάρη, όχι το συγγραφέα, μα τον άνθρωπο, και μάλιστα τον πεθαμένο.

–Δεν τον φοβάται πια.

–Τώρα, για τη γαλοπούλα, να σου πω. Όταν η γαλοπούλα αριβάρισε στον καφενέ, ο καφετζής τηνπήρε και τη φύλαξε, μπροστά στον κόσμο, κι ύστερα ειδοποίησε την αστυνομία· αφού τη βάσταξε δεκαπέντε μέρες, ειδοποίησε πάλι την αστυνομία. Τότε ο αστυνόμος κ. Διοσκουρίδης του είπε να την κρατήσει ακόμα πέντε μέρες, κι αν δεν βρεθεί ο νοικοκύρης να πληρώσει τα έξοδα της διατροφής, τότε να τη φάει. Έτσι φαγώθηκε η γαλοπούλα δημόσια, με γλέντι και μεγάλο θόρυβο στη γειτονιά.

Αυτό το ιστορικό περιστατικό συνέβηκε δέκα χρόνια πριν εγώ σηκώσω το μακαρίτη Παπαδιαμάντη από του Ψυρρή και τον κουβαλήσω σπίτι μου στη Δεξαμενή. Όμως ο Καζανόβας, τρέμοντας τους ζωντανούς, πρόσθεσε ως βοηθητικά του πρόσωπα στο διήγημά του άλλους δυό πεθαμένους, τον Παπαδιαμάντη και τον Καρκαβίτσα, κι έβαλε στο στόμα τους κοψίδια από τη γαλοπούλα, ο ασεβής, και λόγια τέτοια που τα πιστεύει χρήσιμα στο γενναίο σκοπό του. Είκοσι χρόνια είχε ο Καρκαβίτσας να χαρίσει χαιρετισμό του στον Καζανόβα ή Θανάση, κι αν ζούσε θα τον έκανε να καταπιεί τα λόγια του και τα κοψίδια της γενναίας καρδιάς του. Όσο για τον Αλέκο, τα λόγια τα φανταστικά, που βάνει ο Καζανόβας στο στόμα ενός νεκρού, θυμίζουν τα τσακάλια που ξεθάφτουν και σπαράζουν τις σάρκες απ΄ τους τάφους.

Είναι σόλοικο κι αντιαισθητικό να βάνεις στα Απομνημονεύματά σου λόγια που δεν ειπωθήκανε ποτέ, Καζανόβα και Θανάση. Γι΄αυτό αποφάσισα εγώ να γράψω τα δικά σου Απομνημονεύματα, και τότε μονάχα θα καταλάβεις την αλήθεια, που από ηθική αλησμονησιά θέλεις να αγνοήσεις. Απ΄ όσους σε γνωρίσανε καλά, ο Κώστας ο Χατζόπουλος, θυμάσαι στην «Τέχνη», σ΄έβρισε και σ΄έδιωξε σαν το τελευταίο μπαίγνιο. Ήτανε κι΄αυτός θρασύδειλος, μα και σύ όλα τα κατάπιες. Όταν μου πήρες δανεικά τα Τραγούδια του Λεγκράν και μου τα καταχράστηκες, μια μέρα ο Χατζόπουλος τα βρήκε στα βιβλία σου, τα πήρε και μου τα ‘δωσε, χωρίς να σε ρωτήσει. Θυμάσαι Καζανόβα σ΄έκαμα ενός παρά άνθρωπο στην πλατεία, μα ήσουν ατράνταχτος. Ήσουνα γενναίος. Τέτοιος ήσουνε πάντοτε στα χρέη σου… Δανεικά κι΄αγύριστα. Δώσε πίσω τα ψιλά Καζανόβα, χίλιες φωνές σε κράζουνε δεξιά κι αριστερά. Δώσε τα φαγωμένα από τις γριές Κυρίες, τις ξηντάρες και τις βδομηντάρες, που τις ξεπουπούλιασες σα γάλισσες και μάσησες τα κόκαλά τους.

Θυμήσου, ήτανε Πρωτομαγιά που η περίφημη γαλοπούλα φαγώθηκε ανάμεσα στα γέλια όλης της γειτονιάς. Σ΄άλλο τραπέζι της πλατείας εσύ, Καζανόβα, με τη γριά Ιουλιέτα σου, καταβρόχθιζες το σπίτι της οδού Πατησίων, τα διαμαντικά της, τα τελευταία της πράματα κι ύστερα τη βοήθησες, μισόγυμνη γυναίκα, με μεγάλο ιστορικό όνομα, κι αφού την έκαμες δούλα την παλιά νοικοκυρά και την έστελνες να σου αγοράζει ψωμοτύρι, τη βοήθησες να πάρει τον παραλή από τη Μ.Ασία και να λαβαίνεις τα λεφτά του παραλή κρυφά και συστημένα από την Ευρώπη.

Γιατί, Καζανόβα, ήσουνα πάντα ζιγκολό στα νειάτα σου. Ας μαρτυρήσει κι η γριά Κυρία, η μπαμπόγρια, η Αγάμπεη απ΄το Κάϊρο, που είναι κάτι απίστευτο η ζωή της μαζί σου. Ας μαρτυρήσει, Καζανόβα και Θανάση, η γριά Κυρία της γωνίας της οδού Σόλωνος – Θεμιστοκλέους. Όμως θυμήσου και το σπίτι του Φυσιοδίφη στήν οδό Μεσολογγίου… Τη γυναίκα, πάντα σου, την ξεπουπούλιζες, την ταπείνωνες και την πετούσες σαν κουρέλι. Κρατάει η ράτσα σου από το χωριό, όπου μικρό σε χαιρετούσαν οι ψαράδες με το «Βασιλιά μου!» και καμάρωνες.

Αυτά, Καζανόβα και Θανάση. Κάποτε από τη Δεξαμενή κατρακύλησες στην Πλάκα και σταμάτησες στην οκέλα του Ιωνίδη. Ένας διάκος εκεί γίνηκε φίλος σου και σε έλεγε Γιώργο. Γιατί; μυστήριο. Είχε αυτός ο διάκος μια γριά κασέλα κάποιου τρίτου, που την φύλαγε στην κάμαρή του, κι ήτανε κάπως βαριά, ψιλά γεμάτη. Της βγάλατε της άμοιρης κι αυτηνής τον πάτο, μα τα ψιλά δε φτάνανε για το νοίκι. Και κατέβασες από το παραθύρι τα μπαγάγια σου, κι ο διάκος από κάτου φώναζε: «Αμόλα, Γιώργο!». Όμως έφτασε η σπιτονοικοκυρά και μάζεψε την αμόλα σου, που δε είχε μαζεμό.

Φαγάς; Είναι περίφημο το γνωμικό σου: «Είμαι περίεργος να δοκιμάσω» – και το γιουβέτσι άδειαζε. Σπάταλος;  Δανειζόσουν κι έτρωγες. Άμα σου τα γυρεύανε, μια πεντάρα δεν έδινες. Με τα δανεικά σου πήγαινες αμαξάδα και κορόιδευες τον πεζό το δανειστή. Πονηρός; Σφραγισμένο γράμμα διάβαζες, φτάνει να ‘χε μέσα χρήματα. Με τα παράξενα χέρια σου έσφιγγες των φίλων σου τα χέρια και τους έφτυνες στην πλάτη. Όμως το φτύσιμο δεν πιάνει παρά στο μέτωπο. Και νά το. Δειλός; Νά το ξύλο, Καζανόβα. Αμόλα!

Γιάννης Βλαχογιάννης

Έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον ο λίβελλος του Βλαχογιάννη. Ας πούμε, οκέλα είναι παλιά λέξη για τις πρώτες πολυκατοικίες -που συνήθως ήταν επώνυμες, όπως εδώ η οκέλα του Ιωνίδη. Προσέξτε επίσης ότι τον Δον Κιχώτη τον αποκαλεί Κισώτο, αλά γαλλικά -ήταν συνηθισμένο την εποχή εκείνη. Γάλισσες είναι βέβαια οι γαλοπούλες, ενώ η «Τέχνη» είναι το ιστορικό, πρωτοποριακό περιοδικό του Κ. Χατζόπουλου που βγήκε το 1898-99 (δείτε εδώ μιαν ανθολογία ποιημάτων από το περιοδικό).

Φυσικά, ο Μαλακάσης δεν μπορούσε να αφήσει αναπάντητες τις κατηγορίες, και πράγματι στο φύλλο της 29.1.1931 του Μπουκέτου δημοσιεύτηκε η εξής επιστολή του, με προοίμιο του περιοδικού στο οποίο γινόταν έκκληση για συμφιλίωση και λήθη.

Ο ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΥΓΑΣ

ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Στο «Μπουκέτο» των Χριστουγέννων εδημοσιεύθη, ως γνωστόν, μια φιλολογική σελίς, «Ένα Γεύμα την Παραμονήν των Χριστουγέννων», στην οποία υπήρχαν διάφορα υπονοούμενα θίγοντα γνωστόν λογογράφον και ιστορικόν, όστις αναφερότανε στο κομμάτι αυτό με ένα τυχαίο όνομα. Έτσι εδημοσιεύσαμε εντελώς ανύποπτοι την εν λόγω σελίδα, στην οποία απάντησε στο προπερασμένο φύλλο ο θιγόμενος λογογράφος, δια του «Αμόλα». Στην απάντησι αυτή ανταπαντά σήμερα δια της παρακάτω επιστολής του ο συγγραφεύς του κομματιού «Ένα Γεύμα την Παραμονήν των Χριστουγέννων».

Το «Μπουκέτο» δημοσιεύει και την ανταπάντηση αυτή κατόπιν της επιμονής του επιστολογράφου, αν και η επιθυμία του, επιθυμία ειλικρινής αλλά και λογική, είναι να δοθεί ένα τέλος εις την φιλολογικήν αυτήν διένεξιν των δύο εκλεκτών συνεργατών του και να καλύψει η σιωπή και η λήθη όσα και από τα δύο μέρη εγράφησαν. Πάντως ιδού η απάντησις:

«Κύριε Συντάκτα,

Εις τον εναντίον μου τυπωθέντα εις το περιοδικόν σας λίβελλον του απολογητού του Τσανάκα, ολιγότερον πονηρού εκείνου, ο οποίος μόνον προφορικώς με κατασυκοφαντούσε επί έτη, δεν έχω να απαντήσω τίποτε λεπτομερώς, ως ανασκευήν των εναντίον μου συκοφαντιών του, πριν αποδείξει ούτος εκείνο το οποίον διισχυρίζεται ψευδώς, ότι είχα δηλαδή σχέσιν με κυρίαν ιδιοκτήτριαν οικίας, την οποίαν επώλησε προς χάριν μου.

Και για να βοηθήσω ακόμα περισσότερον τον διάδοχον του Τσανάκα και εις την συκοφαντίαν, [***] ότι είχα οποιανδήποτε ακόμα παρεξηγήσιμον σχέσιν κατά τα έτη εκείνα, με οποιανδήποτε κυρίαν, όχι μόνον πλουσίαν, αλλά και -κατά ευτυχή σύμπτωσι- εύπορον ακόμη.

Ο κατήγορός μου έως την ώραν εκείνην είναι loyal υπό αίρεσιν, επομένως ανάξιος άλλης από αυτήν απαντήσεως.

Υ.Γ. Εναντίον του συκοφάντου μου ανέθεσα και εις τον δικηγόρον μου την υποβολήν μυνήσεως προς τον Εισαγγελέα».

Στο σημείο που σημειώνω με [***] δεν αποκλείεται να λείπουν μία ή περισσότερες λέξεις, π.χ. ένα ρήμα όπως ‘διαψεύδω’. 

Ίσως υπακούοντας στην έκκληση του περιοδικού, οι δυο πρωταγωνιστές δεν έδωσαν συνέχεια στο θέμα από τις στήλες του -ούτε, απ’ όσο ξέρω, από άλλα έντυπα. Στο επόμενο όμως τεύχος του Μπουκέτου (5.2.1931) δημοσιεύτηκε, σαν επιστέγασμα του καβγά, μια επιστολή του Κώστα Πασαγιάννη, ποιητή που ήταν μέλος της παρέας της Δεξαμενής εκείνης της εποχής, και ο οποίος κατά τον Μαλακάση είχε πάρει μέρος στο γεύμα με τη γαλοπούλα. Ο Πασαγιάννης, ευγενικά αλλά κατηγορηματικά, διέψευσε την ιστορία του Μαλακάση. Κατά σύμπτωση ίσως, το τεύχος εκείνο του Μπουκέτου άνοιγε με ένα διήγημα του Βλαχογιάννη («Τ’ ακριβά και τα τιμημένα»).

Ο ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΒΓΑΣ

 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΑΛΟΠΟΥΛΑΣ

 Η φιλολογική σελίς του εκλεκτού συνεργάτου μας, ποιητού κ. Μιλτ. Μαλακάση, η δημοσιευθείσα στο Χριστουγεννιάτικο φύλλο με τον τίτλο «Ένα γεύμα την παραμονήν των Χριστουγέννων», η προκαλέσασα την υπό τον τίτλον «Αμόλα» απάντησιν του διαπρεπούς λογοτέχνου και ιστορικού κ. Γιάννη Βλαχογιάννη, και γενομένη αιτία τόσου φιλολογικού θορύβου, εξακολουθεί, παρά την επιθυμίαν μας δυστυχώς, να προκαλή σχόλια και απαντήσεις. Εις τα γραφέντα εις την σελίδα αυτήν του κ. Μαλακάση, απαντά σήμερον δια της κατωτέρω επιστολή του, ο γνωστός λογογράφος, κ. Κώστας Πασαγιάνης:

Κύριε Διευθυντά του «Μπουκέτου».

Μόλις σήμερα εδιάβασα εις το Χριστουγεννιάτικο τεύχος του «Μπουκέτου» σας ένα πεζογράφημα του κ, Μ. Μαλακάση με τον τίτλο «Ένα γεύμα κλπ.», όπου αναφέρεται και τ’ όνομά μου ότι δήθεν συνέφαγα μια κλεμένη γαλοπούλα μαζί με τους διηγηματογράφους Παπαδιαμάντη, Καρκαβίτσα κλπ.

Λυπούμαι πολύ ότι ο κ. Μαλακάσης, παρασυρμένος από την αχαλίνωτη ποιητική του φαντασία, λησμόνησε ότι ξέμεινα πίσω από τους αλησμόνητους μεγάλους μας λογοτέχνες Παπαδιαμάντη και Καρκαβίτσα – στη ζωή και βρίσκομαι τώρα στη δυσάρεστη θέση να βεβαιώσω ότι ποτέ δεν συνέβη  πραγματικά το παραμύθι της κλεμμένης γαλοπούλας.

Είναι από την αρχή ως στο τέλος μια ανακρίβεια και μια διαστροφή.

Αν ήταν στη ζωή ο Καρκαβίτσας και ο Παπαδιαμάντης τα ίδια θα εβεβαίωναν.

Με φιλία

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΣΑΓΙΑΝΗΣ

Η επιστολή του Πασαγιάνη φαίνεται να δίνει ένα καίριο πλήγμα στην αξιοπιστία της αφήγησης του Μαλακάση, αλλά βέβαια ποτέ δεν πρόκειται να μάθουμε τι ακριβώς συνέβη πριν από εκατόν τόσα χρόνια στη Δεξαμενή με εκείνο το γαλόπουλο -και δεν έχει και καμιά σημασία. Η ιστορία του Μαλακάση μπορεί να μην είναι αληθινή, αλλά δεν παύει να είναι συμπαθέστατη, αρετή που δεν την έχει ο λίβελλος του Βλαχογιάννη.

Για ποιο λόγο αντέδρασε τόσο βίαια ο Βλαχογιάννης; Ίσως τον έθιξε ο χαρακτηρισμός «άνθρωπος κολασίμων παθών» του Μαλακάση για τον ανύπαρκτο, όπως όλα δείχνουν, Τσανάκα (υποθέτω πως το «Τσανάκας» θα ήταν παλιό παρατσούκλι του Βλαχογιάννη, που ο Μαλακάσης το αναβάθμισε σε επώνυμο του φανταστικού ήρωά του).

Αυτά δεν μας ενδιαφέρουν και πολύ, αλλά υπάρχει κι άλλη μία περίπτωση στα μικροφιλολογικά χρονικά, αρκετά γνωστή άλλωστε, όπου ο Βλαχογιάννης εξοργίστηκε και αντέδρασε βίαια. Γύρω στο 1919-20, ο Βλαχογιάννης συμμετείχε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Οι νέοι», και στον Νουμά δημοσιεύτηκε, μάλλον από τον Νιρβάνα, ένα πειραχτικό επίγραμμα, που άρχιζε «Μέσα στα Αρχεία σκονίζεις και σκονίζεσαι» (όχι έτσι ακριβώς, αλλά δεν το θυμάμαι απέξω και είμαι μακριά από τα κιτάπια μου), και συνέχιζε: «μπαίνεις στων Νέων τις revues / δροσίζεις και δροσίζεσαι», με υπογραφή «Απόκαυκος».

Έξαλλος ο Βλαχογιάννης πήγε στα γραφεία του περιοδικού φωνάζοντας «τον καύκο της αδερφής σου, και τον απόκαυκο της μάνας σου, θεομπαίχτη!» και απειλώντας να δείρει τον συντάκτη που σκάρωσε το επίγραμμα -έγινε φασαρία που παραλίγο να του κοστίσει τη θέση του ως Διευθυντή των Αρχείων του Κράτους. Φαίνεται ότι αυτό που τον εξόργισε ήταν το «δροσίζεις και δροσίζεσαι». Όπως έχω ακούσει, ο Βλαχογιάννης ήταν ομοφυλόφιλος αλλά όχι ομολογημένα, και το θεώρησε για υπαινιγμό εναντίον του.

Για τον ένα ή τον άλλο λόγο, δυο σημαντικότατες μορφές των γραμμάτων μας αντάλλαξαν βαριά λόγια, και μάλιστα δημοσιευμένα σε περιοδικό. Κι άλλες φορές έχουν συμβεί παρόμοια περιστατικά -έχουμε γράψει για καβγάδες του Καραγάτση (ένας από αυτούς, εδώ). Στις μέρες μας, πολλές φορές βλέπουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γνωστούς συγγραφείς να βρίζουν και να βρίζονται και κουνάμε το κεφάλι επιτιμητικά. Όμως, όπως έχω ξαναγράψει, αν κανείς αναδιφήσει παλιά έντυπα βλέπει πως ανάλογοι καβγάδες, κάποτε με βαριές εκφράσεις και με απειλές χειροδικίας, συνηθίζονταν και τότε -και μάλιστα, σε σύγκριση με τους παλιούς καβγάδες, που γίνονταν γραπτώς -άρα υπήρχε το περιθώριο να το ξανασκεφτεί κανείς, καθώς και ο έλεγχος από μεριάς εκδότη- οι σημερινοί συγγραφικοί καβγάδες, που διευκολύνονται από την αχαλίνωτην αμεσότητα του Διαδικτύου, έχουν αρκετά ελαφρυντικά.
Υστερόγραφο: Βλαχογιάννης και Παπαδιαμάντης, στη Δεξαμενή το 1908:

blaxopapadia

Advertisements

62 Σχόλια to “Φιλολογικός καβγάς για μια γαλοπούλα”

  1. Νεο Kid said

    Πω,πω,ξεκατινιασμα! Πολυ ξυλο ειχε φαει αποτι φαινεται ο Θαναης.
    Ωραιο το Αλεκος για το Σκιαθιτη. (Συγγνωμη για το ατονικο, παρταλοταμπλετας
    Αχαππαρος γαρ!)

  2. Γς said

    Καλημέρα
    Πάρα πολύ ωραίο

  3. Νέο Kid Στο Block said

    Τα Μποχωρογάλατα είναι το Μεσολόγγι;

  4. Γς said

    3:
    Ευηνοχώρι στο Μεσολογγι

  5. Ξεκατίνιασμα από τα λίγα. Ώστε ο Μαλακάσης είχε φεσώσει (ή φασώσει, που λένε και τα παιδιά) τη μισή Αθήνα;

  6. 3: Ευηνοχώρι και Γαλατάς

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4-6: Ναι, απ’ όσο ξέρω το Ευηνοχώρι σκέτο είναι Μποχώρι, αλλά μαζί με τον Γαλατά (και τα άλλα χωριά) το λέγαν, συλλογικά, Μποχωρογάλατα.

  8. Γς said

    Οκέλα, χαμοκέλα, κελάρι . Από το cella όπως διαβάζω΄;
    Κι αυτό το «ο» στο Οκέλα;

  9. Αν δεν κάνω λάθος χτες το βράδυ η Έφη Έφη μάντεψε ποιος ήτο ο Τσανάκας!

    πριν αποδείξει ούτος εκείνο το οποίον διισχυρίζεται ψευδώς, ότι είχα δηλαδή σχέσιν με κυρίαν ιδιοκτήτριαν οικίας, την οποίαν επώλησε προς χάριν μου.

    Και για να βοηθήσω ακόμα περισσότερον τον διάδοχον του Τσανάκα και εις την συκοφαντίαν, [***] ότι είχα οποιανδήποτε ακόμα παρεξηγήσιμον σχέσιν κατά τα έτη εκείνα, με οποιανδήποτε κυρίαν, όχι μόνον πλουσίαν, αλλά και -κατά ευτυχή σύμπτωσι- εύπορον ακόμη.

    ———————————————-
    Μπορεί και να μη λείπει τίποτα στο [***]. Να εννοείται δηλαδή «πριν αποδείξει ούτος [και] ότι είχα οποιανδήποτε ακόμα παρεξηγήσιμον σχέσιν» κλπ.

  10. Νέο Kid Στο Block said

    Ωραίο και το «ζούδια» (για τα μικρά ζωάκια,υποθέτω..;)

  11. 9 όχι μόνο η Έφη Έφη: https://sarantakos.wordpress.com/2013/12/28/meze-97/#comment-198079

  12. Νέο Kid Στο Block said

    O Βλαχογιάννης από πού ήταν;

  13. από τη Ναύπακτο, νομίζω.

  14. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    12: Ο Βλαχογιάννης ήταν Επαχτίτης (μ’ αυτό το ψευδώνυμο υπόγραφε), δηλ. από τη Ναύπακτο, όχι και τόσο μακριά από το Μεσολόγγι.

    9: Μπορεί και να μη λείπει, όντως.

    8: Η οκέλα δεν έχει σχέση με το κελί και τη χαμοκέλα, είναι λέξη αραβικής ετυμολογίας -λέω κάμποσα στις Λέξεις που χάνονται, αλλά ίσως είναι ευκαιρία να βάλω ένα αρθράκι κάποια μέρα.

  15. Νέο Kid Στο Block said

    13.A, κοντοχωργιανοί ήντουσαν λοιπόν. Έτσι εξηγείται τόση «αγάπη». Tόχουμε αυτό εμείς οι παλιολλαδίτες και παναυλακιώτες. 🙂

  16. Γς said

    9:
    Εγώ νόμισα ότι είχε κατα νου τον Αθανασιάδη Νόβα (τον «γαργάλατα») Κακώς βέβαια, χρονολογίες κλπ

  17. «Ας μαρτυρήσει, Καζανόβα και Θανάση, η γριά Κυρία της γωνίας της οδού Σόλωνος – Θεμιστοκλέους».

    Πάγωσε το αίμα μου. Το γεγονός πως Σόλωνος-Θεμιστοκλέους ήταν τέσσερις γωνίες και μάλιστα το σπίτι όπου έμενε η γιαγιά μου είχε είσοδο από την Θεμιστοκλέους άρα θα δικαιολογούσε την ανάποδη σειρά αναφοράς των οδών μου έδωσε κουράγιο, με τις πιθανότητες ατο 25%
    Μετά θυμήθηκα πως ήταν τριώροφο, όπως μάλλον και οι άλλες γωνίες άρα οι πιθανότητες (εγώ τις θυμάμαι το 53) πέφτανε στο περίπου 8 % και ηρέμησα κάπως.
    Τέλος θυμήθηκα πως η χήρα γιαγιά μου εκείνη την εποχή ήταν 40άρα οπότε δύσκολα θα χαρακτηριζόταν γριά κι από την άλλη είχε έφεση στους καλλιτεχνικούς και όχι τους λογοτεχνικούς κύκλους, άρα μάλλον δεν είχα να αποδείξω τίποτε.

  18. Γς said

    Κρειττον το σιγαν

  19. Γιάννης Κουβάτσος said

    Αχ! Κύριε, κύριε Μαλακάση!
    Μ’ αυτά όλα τα κωμικοτραγικά ξεκατινιάσματα δικαιώνεται αυτό που είχα διαβάσει κάπου, κάποτε: Τους ανθρώπους που πέτυχαν σημαντικό έργο στον τομέα τους μην επιχειρείτε να τους γνωρίσετε από κοντά, γιατί μάλλον θα απογοητευτείτε. Περιοριστείτε στο έργο τους. Βέβαια, προφανώς και υπάρχουν εξαιρέσεις.

  20. Στο γλωσσικό ενδιαφέρον και τα μπαγάγια, υποθέτω πως είναι αυτά που σήμερα τα λέμε μπαγάζια.

  21. Κασσάνδρα said

    Φοβερό ξεκατίνιασμα,….περί γαλοπούλας φαγώματος ( πέτυχα τον εκτζογλανισμό της γλώσσας;)

  22. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    20: Ναι, μπαγάζια, με μια μικρή πιθανότητα να είναι τυπογραφικό λάθος του περιοδικού.

    17: Η σαραντάρα ασφαλώς θα θεωριόταν γριά το 1900.

  23. Γς said

    22b:
    Σωστό είναι. Λέγεται ακόμα

  24. Καλημέρα Νίκο και καλή εβδομάδα

    Μια και που κατά τη διάρκεια της μπαίνει ο νέος χρόνος

    Καλό μήνα και καλή χρονιά

    Ωραία και τα δυο αφηγήματα και μ’ενα …συμπέρασμα

    «Οσο μεγάλος ή διάσημος κι αν είναι κάποιος/α δεν παυει να
    συμμετέχει στ’ανθρώπινα και στις αδυναμίες .

    «… Αφεση αμαρτιών ολων των άλλων …κοινών θνητών»

  25. gmallos said

    Κάτι περίεργο. Σε μαγαζί που βρέθηκα χτες βράδυ, είχε ένα εξώφυλλο απ’ το Μπουκέτο για να δείχνει πως εδώ είναι για γυναίκες κι ένα απ’ τον Μικρό Σερίφη για τους άνδρες. Υπήρξε κι άλλο Μπουκέτο εκτός απ’ το φιλολογικό που απευθυνόταν κυρίως σε γυναίκες;

  26. # 18, 22

    Πιθανόν (αν είχανε κριτήρια…Χόλλυγουντ) αλλά με σόκαρε η διεύθυνση και ξέχασα πως ήταν εντελώς άπορη, την οικογένεια συντηρούσε ο μεγαλύτερος από τ’ αδέρφια του πατέρας μου άρα δεν κολλάει με το στόρυ.

  27. Αρκεσινεύς said

    Νομίζω πως ήταν αδικαιολόγητη τέτοια αντίδραση.

    https://sarantakos.wordpress.com/2013/01/20/karyotmalakasis-2/

    Το 1940, ο Μαλακάσης, σε γράμμα του προς τον Γιώργο Κοτζιούλα, αναρωτιέται: “Γιατί να μου αποδίδουν ιδιότητες που όχι μονάχα δεν τις έχω, αλλά και τις αποτροπιάζομαι; Παραδ. χάρη να κάνω τον κάμποσο, το γαλαζοαίματο, τον ακατάδεχτο, τον αριστοκράτη, και δεν ξέρω τι άλλο ακόμα. Δε βρίσκω άλλη εξήγηση σ’ αυτές τις ανοησίες παρα πως το ύφος μου θα ξινίζει τους αγαθούς ανθρώπους. Αλλά πώς να το αλλάξω; Τέλος πάντων. Τουλάχιστον ο καημένος ο Καργωτάκης [sic] μου έγραψε, μετά το ποίημα το υβριστικό που μου αφιέρωσε, ένα γράμμα δικαιολογητικό. Μου λέγει σ’ αυτό, πως τους στίχους εκείνους τους έγραψε για να δοκιμάσει τη δυνατότητα της ρίμας!!!
    Ας είναι συχωρεμένος. Ήτανε ποιητής, κι αυτό μ’ ενδιέφερε πάντα και μ’ ενδιαφέρει“.

  28. Γς said

    26 @ Τζι

    Αύριο! Oλα στην Espresso

  29. # 29

    Κι εγώ θα δείξω στη γυναίκα σου το σχόλιο που λες τις 40άρες γριές !!

  30. sarant said

    25: Όχι, δεν υπήρξε άλλο Μπουκέτο, αλλά ίσως το διάλεξαν για το εξώφυλλο που, πάω στοίχημα, θα έδειχνε γυναίκα.

  31. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂
    Αμάν ξεκατίνιασμα! 😮
    Πολύ καλό και μπράβο στα παιδιά που μας το προσφέρανε!

  32. Εμένα πάντως μου φάνηκε από την αρχή άτοπο να γράφεις, όχι roman à clé προσιτό μόνο στους μυημένους, παρά διήγημα με υπαρκτούς και επώνυμους ήρωες, πεθαμένους μεν (ώστε να μην μπορούν να σε διαψεύσουν) αλλά με πάμπολλους φίλους και γνωστούς εν ζωή, και να τους αποδίδεις πράξεις που μάλλον δεν συνάδουν με το χαρακτήρα τους και για τις οποίες θα ντρέπονταν!

  33. Ορεσίβιος said

    Εξαιρετική παρουσίαση Νικοκύρη. Πολύ εύστοχη η επισήμανση για την αχαλίνωτη αμεσότητα του διαδυκτίου.

    10. Ζούδι είναι το μικρό ζωάκι αλλά χρησιμοποιείται και απαξιωτικά για άνθρωπο τιποτένιο. (Τι λες ρε ζούδι;). Σε πολλά μέρη της Πελοποννήσου ζούδια λένε τα αγρίμια του δάσους και συνεκδοχικά τον ακοινώνητο άνθρωπο. (Ούτε στο καφενείο δε βγαίνει. Αυτός είναι ζούδι). Στη λαογραφία ζούδια είναι τα κακά πνεύματα. Ζούδιαρης, όπως αναφέρει στα «Ηλειακά» ο Ντίνος Ψυχογιός, είναι αυτός που ξορκίζει τα κακά πνεύματα. Ο αρχιμάγος. (Αντίστοιχα το θηλυκό: πρωτομάισσα).

  34. Νέο Kid Στο Block said

    33. Mερσί ,ορέ βουνίσιε! 🙂

  35. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Ως προς την τότε αντίληψη για την ηλικία της γυναίκας:
    Στον Αμερικάνο,ο Παπαδιαμάντης ,λέει για την 35άρα Μελαχρώ:
    >>πέρασαν τα χρόνια κι έγινε κι αυτή γεροντοκόριτσο. …μα ως τόσο, όταν η γυναίκα έχει καλό σκαρί, δύσκολα γεράζει. Ακόμα το λέει, βρε παιδιά, θα είναι παραπάν’ από τριανταπέντε, και φαίνεται να είναι ως εικοσιπέντε··

    Για το Βλαχογιάννη
    Με τον μοναδικό ομότεχνο που συνδέθηκε διά βίου ήταν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Μονάχα στον άκακο Παπαδιαμάντη είχε δείξει συμπάθεια· τον έβανε να του μεταφράζει από τα εγγλέζικα ιστορικές σελίδες πληρώνοντάς τον από την τσέπη του, και εκείνος γεμάτος ευγνωμοσύνη τον προσφωνεί στα γράμματά του «αδελφό». Εχουμε μάλιστα και φωτογραφία τους μαζί», καταθέτει ο νεότερός του Γιώργος Κοτζιούλας.
    ……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
    Πάντοτε παρέμεινε, πάλι κατά τον Κοτζιούλα, «αποκλειστικός, αδιάλλαχτος, φιλόνεικος, ατομιστής, ήταν φυσικό να μη συμβιβάζεται με τους άλλους και να δίνει αφορμές για τσακώματα».

  36. Vouts said

    @Ορεσίβιε συντοπίτη,
    στη Βαρβάσαινα Ηλείας το ζούδι να το χρησιμοποιούνε και με τη σημασια του σκανταλιάρικου για τα μικρά παιδιά.(τα οποία κάνουν σκανταλιές σαν τα κακά πνεύματα )

  37. Vouts said

    To 36 ήταν για το 33

  38. gmallos said

    #30 Ε, ναι!

  39. Vouts said

    Eίναι ενδιαφέρον οτι ο Μαλακάσης απαντά με λόγια γλώσσα και όχι δημοτική που ήταν το χρονογράφημα με τη γαλοπούλα.

  40. Νέο Kid Στο Block said

    Περίμενα κάποιος να ρώταγε ή να σχολίαζε το :»Ο κατήγορός μου έως την ώραν εκείνην είναι loyal υπό αίρεσιν..» αλλά μάλλον έχω την χειροτέραν νομική γνώση 🙂 οπότε ερωτώ εγώ: τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Το nach Treu und Glauben, που λένε και οι τευτομβούργιοι να πούμε; in good faith που λέμε και στα ελληνικά; Eυχαριστώ το νομικoγλωσσικό Abteilung του ιστολογίου εκ των προτέρων! 🙂

  41. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Πολύ δηλητήριο οι διαπρεπείς μας λόγιοι! Και χτυπήματα κάτω από τη μέση κι αδέσποτες κοφτερές πελεκιές σ όλα τα επίπεδα, Στάζει φαρμάκι η πένα.
    Αλλά ο Μαλακάσης γιατί να το γράψει αυτό έτσι, με τους μισούς επώνυμα, τον άλλο με ψευδώνυμο και σχεδόν όλους «πεθαμένους» ενώ τη μαρτυρία του ζωντανού που επικαλείται, θα την έχει ως διάψευση τελικά! Περίεργο όλο αυτό. Πρέπει ίσως να συσχετισθεί με αξίωμα, θέση,βράβευση που μπορεί να πήρε ή να είχε ο Βλαχογιάννης εκείνο τον καιρό και αν ο Μαλακάσης «έπαιζε» γι αυτό και να ήθελε να τον πλήξει κάπως.
    Αφού ήταν σίγουρο από προηγούμενες ιστορίες του ότι ο Βλαχογιάννης θα αντιδρούσε, τί πυροδότησε τη γραφίδα του Μαλακάση να ξεπουλιάσει και ξεπουπουλιάσει τη γαλοπούλα εκείνη- και στο τέλος να αλληλοξεπουπουλιαστούνε οι δυο;
    Ίσως βέβαια να ήταν η ακτράτητη συγγραφική έμπνευσή του που αφού συνέλαβε έτσι το χριστουγεννιάτικο θέμα του, το δημοσίεψε με κάθε ρίσκο αντίδρασης (κι ευτυχώς γιατί,νά,έφτασε ως εμάς και το απολαύσαμε).Και τα μετέπειτα φαρμακερά βέλη που «πήγαν Μπουκέτο» είναι χάρμα,Δηλωτικά εποχής και γλώσσας.
    Εγώ βρίσκω ενδιαφέρον και σήμερα στις κόντρες λογοτεχνών,γραφιάδων, καλλιτεχνών. Κουτσομπόλα; 😉 (των πολιτικών όχι, είναι τόσο προβλεπόμενες!)

  42. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    41. >>η ακράτητη συγγραφική έμπνευσή του.

  43. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    41: Κι εγώ βρίσκω ενδιαφέροντες τους καβγάδες των γραφιάδων, να πω την αμαρτία μου.

  44. Y. Georgiadou said

    1. Οι τελευταιες ωρες της γαλοπουλας – Εκδοχη πρωτη

    «Όπως παραφύλαγε, ανασηκωμένος σε μια στιγμή, συνέλαβε με το μάτι το ξεκομμένο γαλόπουλο που κατέβαινε από το Λυκαβητό σαστισμένο και παραπατώντας.
    Το γαλί ως τόσο κατέβαινε• έφτανε τώρα στο διάμεσο των δύο καφενείων, ήσαν τότε δύο τα καφενεία της Δεξαμενής, κι εκεί που κοντοστάθηκε αναποφάσιστο ακόμα, ο Ευρυσθένης Τσανάκας ευρέθηκε στο πλάι του. Είχε πάρει από κάτω ένα ξεροκάλαμο και διαγράφοντας ημικύκλιο, από τη μια μεριά του έκοψε με το σώμα του το δρόμο, ενώ από την άλλη, τάπα, τάπα, με τη βέργα, το ‘φερνε προς το καφενείο. Συγχρόνως με λίγη ψίχα ψωμιού που έτριβε με το άλλο του χέρι, καθησύχαζε το πουλερικό, που αναθαρρεμένο έτσι, παρασύρονταν προς την κατεύθυνση που του έδινε ο Τσανάκας. Ήτανε δε αυτή, μια παράγκα κολλημένη στο καφενείο, και που εφυλάγονταν τα καθίσματα του καλοκαιριού. Εκεί όταν το έφτασε, άνοιξε την πόρτα και αφού έσπρωξε το γαλί με το ξεροκάλαμο μέσα, την έσυρε πάλι προς αυτόν και την έκλεισε.»

    2. Οι τελευταιες ωρες της γαλοπουλας – Εκδοχη δευτερη

    «Τώρα, για τη γαλοπούλα, να σου πω. Όταν η γαλοπούλα αριβάρισε στον καφενέ, ο καφετζής τηνπήρε και τη φύλαξε, μπροστά στον κόσμο, κι ύστερα ειδοποίησε την αστυνομία· αφού τη βάσταξε δεκαπέντε μέρες, ειδοποίησε πάλι την αστυνομία. Τότε ο αστυνόμος κ. Διοσκουρίδης του είπε να την κρατήσει ακόμα πέντε μέρες, κι αν δεν βρεθεί ο νοικοκύρης να πληρώσει τα έξοδα της διατροφής, τότε να τη φάει. Έτσι φαγώθηκε η γαλοπούλα δημόσια, με γλέντι και μεγάλο θόρυβο στη γειτονιά.»

    Γιατι δεν ειναι κρεντιμπλ η δευτευρη εκδοχη:
    – η γαλοπούλα αριβάρισε στον καφενέ =Ηρθε με ταξι και κτυπησε το κουδουνι του καφενε.
    – ο καφετζής τηνπήρε και τη φύλαξε, μπροστά στον κόσμο = δηλαδη με μαρτυρες τον κοσμο
    – κι ύστερα ειδοποίησε την αστυνομία = εδω μας δουλευει μπιγκ ταϊμ
    – αφού τη βάσταξε δεκαπέντε μέρες, ειδοποίησε πάλι την αστυνομία = ditto
    – Τότε ο αστυνόμος κ. Διοσκουρίδης του είπε να την κρατήσει ακόμα πέντε μέρες = και αυτος σαν νομοταγης πολιτης την κρατησε ακομα πεντε μερες
    – φαγώθηκε η γαλοπούλα δημόσια = φαγωθηκε στην παθητικη φωνη. Απο ποιον / ποιους ακριβως;
    – στη γειτονιά = φαγωθηκε στη γειτονια ;!;!

    ΟΕΔ 🙂

  45. Αρκεσινεύς said

    Η Ελενίτσα κόρη μιας του σπιτονοικοκυράς -μου διηγείτο ο ίδιος άλλοτε-παρουσίασε πιστοποιητικό επιδόσεως εις τα μαθήματά της προς την μητέρα της, το πιστοποιητικό μιας άλλης μαθήτριας. Ο Παπαδιαμάντης παρεκλήθη να διαβάσει τους βαθμούς.
    -Και είναι καλοί, κύριε Αλέξανδρε; ερώτησεν η μητέρα.
    -ΟΙ καλύτεροι που υπάρχουν, και επρόσθεσε μέσα του, μόνο που δεν είναι δικοί της.
    -Και πώς δεν το είπες; τον ερώτησα, ενώ μου διηγείτο την πονηρίαν αυτήν της παιδίσκης.
    -Μα δεν μ’ ερώτησε, Μιλτιάδη,καταλαβαίνεις; Τι να βάλω εγώ σκάνδαλα; Δεν ξέρεις; Ουαί όθεν κλπ, επρόσθεσε χαμογελώντας.
    Μ. Μαλακάσης Ελεύθερον Βήμα, 26 Απριλ. 1940

    Η υπογράμμιση δική μου.

    Οι λογοτεχνικοί καβγάδες είναι κατά τη γνώμη μου ενδιαφέροντες όταν πράγματι επιβεβαιώνουν την ονομασία τους και δεν είναι κουτσομπολιά της γειτονιάς.

  46. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Από την περασμένη Κυριακή με το μαργιόλικο νήμα για τη γαλοπούλα και τα συναφή,θυμήθηκα το παρακάτω μα όλο το ανέβαλα να το γράψω. Είναι λίγο, ας τολμήσω να το πω και συμπαθάτε με, «Παπαδιαμαντικό» ως περιεχόμενο και θαρρώ αξίζει.
    Από γυναίκα που το έζησε ως παιδάκι μέσα στην Κατοχή, άκουσα να αφηγείται το εξής περιστατικό:
    Είχε βρέξει πολύ. πάρα πολύ και το σοκάκι φούλαρε νερά.Κάπου Γαλάτσι ή Φιλαδέλφεια έλεγε πως ζούσαν.Στην πόρτα του σπιτιού τους έκανε ένα γύρισμα η νεροσυρμή και μπουκάρανε κετεβασιές νερών μέσα στην αυλή μαζί με ό,τι κουβάλαγαν στην ορμή τους. Ξεμπούκαρε και μια κότα!Μια μισοπνιγένη κότα μες το χαλασμό από το πουθενά, παραμονές Χριστουγέννων και Κατοχή. Η μάνα λοιπόν αρπάει το πουλερικό και αφού έπραξε τα περαιτέρω ,το μαγέρεψε.
    -Στρώσε Ρόζα μου το τραπεζομάνδηλο απάνω στο κρεβάτι,Κανονικά.Βάλε πιάτα και πιρούνια.Φώναξε και τ άλλα, να φάμε.
    -Μα μάνα, απάνω στο κρεβάτι;
    -Ναίσκε κοκώνα μου γιατί αυτή που την έχασε θα λέει «στο κεβάτι να τη φάνε», Ε, να τη φάμε στο κρεβάτι να βγει ο λόγος της

  47. Αρκεσινεύς said

    45. οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ δι’ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται.
    Ματθαίος ΙΗ΄,7

    Δε το θυμόταν καλά ο Μαλακάσης.

  48. # 44

    Στο καταπληκτικό έργο Pat Garett and billy the Kid έχει μια σκηνή με κυνήγι άγριας γαλοπούλας με τους ήχους του turkey chase.βέβαια στηνίδια ταινία ακούστηκε το Knogking on Heaven’s door που τα σβήνει όλα…

  49. Yannis said

    47:Μήπως ο Μαλακάσης είχε «φθίση» 🙂 μνήμης;
    Ετσι εξηγείται πώς ήξερε να ταιριάζει τις ιστορίες.

  50. Y. Georgiadou said

    #46
    υπεροχη βινιετα και εμινεντλυ κρεντιμπλ

  51. […] sarantakos.wordpress.com […]

  52. Ορεσίβιος said

    36. ζούδι λοιπόν το σκανταλιάρικο! Βαρβάσαινα, λοιπόν. Επομένως θα ξέρεις και το δημοτικό «Βγήκα ψηλά στα Διάσελλα κι αγνάντια στη Μπαρμπάσαινα»

  53. leonicos said

    Γεια ξανά!

    Λέμε συχνά για κάποιον πολύ σπουδαίο μουσικό από το Βελουχιστάν (σικ) ότι όταν ανοίξει το στόμα του να μιλήσει, καλύτερα να κλείσουν όλα τα μικρόφωνα. Κι αν πάρει μολύβι να γράψει… γράψε αλλοίμονο. Μπορεί να προλογήσει και τη βιογραφία κανενός πανάθλιου πολιτικού. Κι αν πολιτευτεί κι ο ίδιος.. μπορείς να τον βρεις σε όλο το φάσμα των ιδεολογιών εκτός της άκρας-άκρας-άκρας δεξιάς και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς… Αλλά ποτέ του δεν έφτασε σε τέτοια αρλούμπα σαν αυτή των Μαλακάση και Βλαχογιάννη.

    Κατ’ αρχή το ‘αφήγημα’ είναι κατώτερο και από ‘έκθεση’ μέτριου μαθητή. Βέβαια όταν παρελεύνουν ονόματα, δημοσιεύονται ασυζητητί. Απορώ πώς το υπέγραψε ένας Μαλακάσης. Ούτε για ανέκδοτο δεν δικαιολογείται. Το να κλέψεις μια γαλοπούλα και να τη φας ρεφενε, δεν είναι και βόδι στο κάτω κάτω, έχει απλώς πλάκα. Το να φας ρεφενέ μια αγορασμένη γαλοπούλα, έχει λιγότερη πλάκα ή καθόλου πλάκα, αν την τρως με πληκτικούς ανθρώπους. Η κλοπή της γαλοπούλας είναι σκέρτσο η ίδια. Εκτός αν όλη αυτή η φανφάρα έγινε μόνο και μόνο για ν’ αποκαλέσει τον Βλαχογιάννη θρασύδειλο και φαγά, οπότε είναι άλλο το ζητούμενο, και δεν θίγεται στο άρθρο. Αν δηλαδή η γλοπούλα ήταν κάλυμμα για να τον βρίσει ευθέως.

    Δεύτερον ή πέρα από κάθε λογική αντίδραση του Βλαχογιάννη. Ό,τι και να συνέβαινε ξεμπροστιάστηκε, αναγνώρισε πως αυτός είναι εκείνος που αποκάλεσαν έτσι κ.ο.κ. Αλλά και πάλι δεν μαλώνεις σα χαμάλης (που λέγανε παλιά πριν βγουν τα οδοντοφόρα και οι παλέτες). Αποκαλύψεις προσωπικές τόσο αισχρές, αδιάφορο αν ήταν αλήθεια ή όχι. Ήταν τοσο ξετσίπωτοι όλοι τους;

    Και ΟΤΑΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΕΤΟΠΙΟΥΣ ΕΛΕΗΝΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥΣ ΤΑΓΟΥΣ… ΠΩς ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΙΣΧΡΟΤΕΡΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ;

    Αν μη τι άλλο, το άρθρο μού έλυσε αυτή την απορία

  54. leonicos said

    ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΕΛΕEIΝΟΥΣ

  55. Αρκεσινεύς said

    53. Α, γεια σου, που λέμε και στο χωριό μου.

  56. sarant said

    Γεια σου Λεώνικε, καλή χρονιά. Νομίζω πως είσαι αυστηρός, άνθρωποι είναι οι πνευματικοί μας άνθρωποι.

  57. Αρκεσινεύς said

    Συνήθως όμως τους λιβανίζουμε! για το έργο τους ναι, για τον παλιοχαρακτήρα τους (ήπια διατύπωση) καμιά δικαιολογία δεν επιτρέπεται.

  58. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    57. >>για τον παλιοχαρακτήρα τους

    «Μείνε στο ποίημα, από κάτω παραμονεύει ο ποιητής» , δε θυμούμαι πού το διάβασα, ποιος το έγραψε

  59. marulaki said

    Ωραία κουβέντα, Έφη.

  60. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    59.
    Τη βίωσα την αντίφαση μ΄έναν τρόπο. Διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας (επαγγελματικά) μ΄ έναν πολύ καλό γραφιά στο είδος του,του οποίου γραφτά,ως αποκόμματα,είχα φυλαγμένα-φυλαχτά, από φοιτήτρια.Ήμουν πανευτυχής όταν προέκυψε η εργασιακή επαφή κι όμως αποδείχθηκε πιο εμπαθής και μικρόψυχος από το μέσο όρο των κακών,που λέμε,ανθρώπων.Αν ένιωθε ότι κάποιος άγγιζε,έστω,τη μικροεπικράτειά του,τσίμπαγε σαν αστρίτης.Σε μια μιζεροκρίση του,δε βάσταξα και του το είπα κιόλας πως κρίμα μου κι ατυχία μου που τον γνώρισα από κοντά κι ότι θα΄θελα να έχω μείνει στα εξαιρετικά πράγματι γραπτά του.Απόσταση μεγάλη χώριζε την ψυχή από το μυαλό του,αν γίνεται τέτοιος διαχωρισμός,γιατί εγώ τα νόμιζα ένα.Ένας σοφότερος της συντεχνίας τους,απέδιδε σε σύνδρομο (κόμπλεξ) το φαρμάκι του χαρακτήρα του.»Είναι μια κάποια λύσις αυτό το κόμπλεξ» 🙂

  61. Yannis said

    Εφη, Λεώνικε και οι λοιποί, ας είμαστε ευτυχείς που υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που, αν και μίζεροι, μικροπρεπείς, ατελείς, κατορθώνουν να μας κάνουν να ευφραινόμαστε με τα γραπτά τους.

  62. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    43.>>Κι εγώ βρίσκω ενδιαφέροντες τους καβγάδες των γραφιάδων, να πω την αμαρτία μου.
    Δεν ξέρω αν θα ξεσπάσει καυγάς αλλά το«γατοξεράσματα και ήξεις αφήξεις» φαντάζομαι θα φέρει μια ταραχή ή μπα ! ;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: