Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Βασίλης Τσιτσάνης, 30 χρόνια από τον θάνατό του

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2014


… και 99 από τη γέννησή του, μια και ο Τσιτσάνης (1915-1984) ανήκει στην αρκετά σπάνια ομάδα ατόμων που πέθαναν την ίδια μέρα με τη γέννησή τους (ένας άλλος είναι ο Καβάφης), αν και η αλλαγή του ημερολογίου το 1923 περιπλέκει κάπως τα πράγματα. Βέβαια, η επέτειος είναι αύριο, αλλά επειδή το Σάββατο είναι αφιερωμένο στα μεζεδάκια σκέφτηκα να επισπεύσω το αναμνηστικό άρθρο κατά μία ημέρα. Με την ευκαιρία λοιπόν της διπλής επετείου, ανεβάζω εδώ ένα άρθρο που είχα γράψει τότε, επιστρέφοντας από την κηδεία του Τσιτσάνη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΗΧΟΣ & HI-FI (στο τεύχος Φεβρουαρίου 1984), με το οποίο συνεργάστηκα σχεδόν για ένα χρόνο το 1984 γράφοντας κριτικές ελληνικών δίσκων (μετά πήγα φαντάρος). Δεν έχω αλλάξει τίποτα από το αρχικό άρθρο, μόνο έχω βάλει λίκνους σε γιουτουμπάκια μερικών τραγουδιών γιατί θα ήταν χαζομάρα να μην εκμεταλλευτώ τις δυνατότητες που δίνει το νέο μέσο. Αν έγραφα σήμερα δεν θα το έγραφα έτσι, φυσικά, κι αν σε μερικά σημεία ακούγομαι απόλυτος ή στομφώδης επικαλούμαι το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας.

TSITSANIS8Το Σάββατο εκείνο, 21 του Γενάρη, μόνο συννεφιασμένο δεν ήτανε. Αμέτρητος ο κόσμος ανάμεσα στα μνήματα, να ’χει από νωρίς πιάσει τις θέσεις τις επίκαιρες, έτσι πού οι επόμενοι, για να μπορέσουν να πάρουν έστω μυρωδιά την τελετή, να ανεβαίνουν ομάδες-ομάδες σε υπερυψωμένους τάφους, οικογενειακούς συνήθως, και οι πιο νέοι σε δέντρα, σέ ψηλώματα, σε αγάλματα που πολλά εκεί υπάρχουν, να κάθονται στην αγκαλιά τού μαρμάρινου ευεργέτη ή στα φτερά τού αγγέλου ν’ ακροβατούν, χωρίς κάνεις από τους γύρω να διανοηθεί να διατυπώσει ένσταση για κάποια δήθεν βεβήλωση της ιερότητας τού χώρου. Και τα όργανα της τάξης ματαίως προσπαθούσαν να διευθετήσουν το κύμα του πλήθους που διαρκώς συνέρρεε. Γέροι με τραγιάσκες και χοντρά γυαλιά πρεσβυωπίας, νοικοκυρές στα μαύρα, φάτσες εργατικές, νέα ζευγάρια με νήπια, μαθητές -αυτοί αποχαιρέτησαν τον Τσιτσάνη κι όπως από νωρίς είχανε συναχτεί, άρχισε πάλι, σέ χιλιάδες πηγαδάκια, εκείνη η ατέλειωτη συζήτηση για τα παρελθόντα και τα μέλλοντα του έθνους, πού ήμασταν και πού πηγαίνουμε, μνήμες ανασύρθηκαν και διασταυρώθηκαν, χρονολογίες, απόψεις, αντιρρήσεις, εφ’ όλης της ύλης η κουβέντα και απ’ του δέντρου τα κλαριά σκαρφαλωμένος κάποιος να αναμεταδίδει τις αφίξεις των επωνύμων … ήρθε ο τάδε, νάτος, τώρα μπαίνει, ο ψηλός… ο Πάγκαλος ήταν ή ο Κονδύλης πού έκοψε τα πενηντάρικα στη μέση;… όχι, αυτό έγινε το ’26, το ’30 είχαμε Βενιζέλο… εμείς ήρθαμε στην Αθήνα μετά τον εμφύλιο… από τη Σάμο κρατούμε… το έκλεισα το παντοφλάδικο, δεν τράβαγε… όχι, δεν είχε φλεγμονή, τον ξορκισμένο είχε… μην ανεβαίνετε κι εσείς κυρία μου, θα σπάσει το μάρμαρο και θα βρεθούμε όλοι μες τον τάφο… ρε φίλε μη βάζεις εκεί τα στέφανα και δεν βλέπουμε… ποιος είν’ αυτός; όχι, αυτός ο χοντρός… είναι που έχει το γραφείο κηδειών, πολλά λεφτά… μου φαίνεται πως τονε φέρνουνε…

Γιατί βεβαίως η κηδεία του Τσιτσάνη πένθιμη δεν ήταν ακριβώς, κι αυτό δεν οφειλόταν μονάχα στον ανοιξιάτικο, χαρούμενο καιρό· όχι πως ο κόσμος είχε πάει για να περάσει την ώρα του, να καλαμπουρίσει, να «δει». Ο κόσμος είχε, ήδη απ’ την Τετάρτη, πολλές φορές πέσει σέ βαθιά συλλογή μαθαίνοντας – κι υστέρα συνειδητοποιώντας – το χαμό· αλλά, ήταν τόσο διαρκής και ζωντανή η παρουσία του, δεκάδες χρόνια τώρα, με τις μουσικές του αδιόρατα να διαχέονται και να ’χουν διαποτί­σει όλη την Ελλάδα, που δεν σου πήγαινε να θρηνήσεις· ποια απουσία άλλωστε, που ο Τσιτσάνης νίκησε το θάνατο κι είναι μαζί μας, τις πρώτες μέρες στα βιαστικά αφιερώματα των μέσων ενημέρωσης και τού τύπου -ούτε την ηλικία του δε βρήκανε σωστή – αλλά και ύστερα, για πάντα, σταθερά και μόνιμα, κοντά μας θα ’ναι.

Κοντά μας και γνωστός στον καθένα, έτσι που αρκεί να πεις τ’ όνομά του για να συγκατανεύ­σει ο άλλος μ’ ένα χαμόγελο σαν κλείσιμο ματιού, έτσι οικείος ήταν σ’ όλους, κι αυτός και τα τραγούδια του, πανταχού παρών κι ας μη θυμόμασταν την ημερομηνία γέννησής του, κι ας αγαπούσαμε πολλά τραγούδια του χωρίς να ξέρουμε πως αυτός ήταν ο συνθέτης – γιατί με τον Τσιτσάνη αυτό γινόταν, και στα ραδιοφωνι­κά αφιερώματα, οι πενιές από κάποιο αγαπη­μένο σουξέ συνοδεύονται από τα θαυμαστικά «βρε, κι αυτό δικό του είναι!» του κόσμου. Αόριστα, κι όμως τόσο πολύ γνωστός. Αλλά η δεοντολογία επιτάσσει να δώσουμε και πιο συγκεκριμένα στοιχεία για  το φαινόμενο που λέγεται Βασίλης Τσιτσάνης. Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Γενάρη του 1915 – πέθανε τη μέρα των γενεθλίων του -, από το ’37 στη ρεμπέτικη την πιάτσα, έγραψε αμέτρητα τρα­γούδια, άλλοι λένε χίλια, άλλοι χίλια τετρακό­σια -έχουνε μείνει κάπου 300 ανέκδοτα, σύμφωνα με μαρτυρία τής κόρης του – αρι­θμός που από μόνος του προκαλεί κατάπληξη, ισοδυναμώντας, ούτε λίγο ούτε πολύ με πάνω-κάτω εκατό μεγάλους δίσκους και η κατάπλη­ξη γίνεται δέος αν σκεφτούμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία απ’ τα τραγούδια αυτά είναι καταπληκτικά· ξεπερνούν τις εκατό οι πολύ μεγάλες του επιτυχίες, αυτές πού είναι τόσα χρόνια στην πρώτη γραμμή και τραγουδιούνται οπουδήποτε, από τις συναυλίες του καλοκαι­ριού μέχρι τις παρέες που ψιλομουρμουρίζουν σε κάποια ταβέρνα. Τέτοιο πάντρεμα της ποσότητας με την ποιότητα ουδέποτε άλλοτε έχει δείξει το ελληνικό τραγούδι, κι όχι μονάχα το ρεμπέτικο.

Ο Τσιτσάνης ήρθε στην Αθήνα το 1937, τελειώνοντας γυμνάσιο, για  να γραφτεί στη Νομική Σχολή· είχε ήδη από τότε μια συλλογή από 35-40 τραγούδια, γιατί μπουζούκι έπαιζε από μικρός, αλλά και σέ ωδείο είχε πάει, φτάνοντας «μέχρι το τρίτο βιβλίο τού βιολιού». Φτάνει σε μια Αθήνα όπου το πειραιώτικο ρεμπέτικο έχει επικρατήσει και μεσουρανεί ο Μάρκος, όπου ο Παπαϊωάννου έχει βγάλει τις πρώτες του επιτυχίες και η λογοκρισία κόβει την «πονηρή» Βαρβάρα τού Τούντα. Τα πρώτα του τραγούδια, ως το ’40, τραγουδισμένα απ’ το Στράτο και τον ίδιο, το Στελλάκη ή το Μάρκο, τη Νταίζη Σταυροπούλου (το «θηλυκό Στράτο»), είναι μέσα στο πνεύμα του ρεμπέτι­κου της εποχής, δείχνουν όμως πως «αυτός ο βλάχος» έφερε μαζί του απ’ τα Τρίκαλα κάτι καινούριο και μεγάλο. Άλλωστε ο Τσιτσάνης έχει πει πώς απ’ τα «μονότονα» Σμυρνέικα ελάχιστα τού άρεσαν – κυρίως τού Παπάζογλου – και πώς τα ρεμπέτικα τού Μάρκου δεν τού ταίριαζαν αλλά και τα δημοτικά, όπως έχει πει, τ’ αγνόησε -είχε δικό του μουσικό κόσμο, φλέβα δικιά του που ρυάκι στην αρχή, ύστερα ποτάμι, ξεχείλισε και τα παρέσυρε όλα- άλλα­ξε τα δεδομένα τού ρεμπέτικου και αποτέλε­σε τον υποκειμενικό παράγοντα μέσω τού οποίου πέρασε το (εν πολλοίς αντικειμενικό) άπλωμα τού ρεμπέτικου σ’ ευρύτερα στρώμα­τα λαού, ευρύτερα τόσο από γεωγραφική, όσο και – κυρίως δε – από ταξική άποψη. Και όταν ύστερα απ’ την κατοχή ξανάνοιξαν τα εργο­στάσια των φωνογραφικών εταιριών, ο Τσιτσάνης άρχισε να ηχογραφεί μ’ έναν αφάνταστο ρυθμό, καθώς έγραφε όχι μόνο τα καινούρια του αλλά κι αυτά που ’χε συνθέσει μέσα στην κατοχή και είχαν μείνει στο συρτάρι· και δεν σταμάτησε να γράφει μέχρι την τελευταία στιγμή όπως και δεν κατέβηκε ποτέ απ’ το πάλκο, και από τότε που ήρθε στήν Αθήνα, το ‘ 47 στου «Μάριου» μέχρι τα τελευταία χρόνια στο «Χάραμα» τής Καισαριανής, έμεινε εκεί πάνω ορθός να τραγουδά και ν’ αντιστέκεται, να αποτελεί μια παρουσία ζωντανή αλλά χαμη­λόφωνη, παραφωνία λες – τη στιγμή που οι άλλοι ρεμπέτες μόνο σέ ειδικές εκδηλώσεις εμφανίζονταν και τα τραγούδια τους τα λέγαν άλλοι.

Λένε πώς ο Τσιτσάνης σαν συνθέτης κυρίως ήταν που μεγαλούργησε γιατί στους στίχους συνεργάστηκε και μ’ άλλους, μπουζουξήδες υπήρξαν και πιο μάστορες, και τραγουδιστές θρυλικοί – άλλωστε πολλούς αυτός τούς ανά­δειξε, την Μπέλλου, τον Τσαουσάκη, τη Μαρί­κα Νίνου κ.ά. Αλλά νομίζω πως δεν έχει νόημα αυτός ο διαχωρισμός- ο Τσιτσάνης ήταν όλος ένα με τα τραγούδια του, και τα τραγούδια του είναι αυτός πίκρα και χαρά χαρμάνι, – στίχος δικός του -, όλος μα  υπέροχη αντίφαση· ο Τσιτσάνης, που όλους τούς παλιούς ρυθμούς τους «αγνοούσε» κι όμως όλους τους ήξερε· που είχε προδιαγραφές μικροαστού (επαρχιώ­της φοιτητής Νομικής γαρ) κι όμως έγινε ο πιο αυθεντικός εκφραστής τού ανθρώπου του λαού· που ρεμπέτης ξεκίνησε και απογείωσε το ρεμπέτικο, το πήρε στους ώμους του και το ’βγαλε στον κόσμο, το απελευθέρωσε από τούς «δρόμους», το ξεπέρασε, κράτησε τη μαγκιά στο στίχο, αλλά τον ανανέωσε. Κι ενώ ήξερε πως ήταν αδιαφιλονίκητα ο πρώτος, ήταν πάντοτε σεμνός και μετρημένος. Γιατί ο Τσιτσανης είναι πέρα απ’ όλα· αγαπάμε και θαυμάζουμε όλους τούς άλλους κορυφαίους τού ρεμπέτικου, αλλά συγκρίσεις δεν μπο­ρούν να γίνουν· συχνά, απονέμουν «τίτλους» στους παλιούς ρεμπέτες, λένε πώς ο τάδε ήταν «ο  πιο …», πώς ο Χιώτης ήταν ο πιο  επιδέξιος στο μπουζούκι, ο Χατζηχρήστος ο πιο παραπονιάρης, ο Μάρκος ο πρωτοπόρος (και ο  πιο  καλός στιχουργός κατά την άποψή μου), ο Παπαϊωάννου το πιο μάλαμα παιδί, ο Παπάζογλου ο πιο πρωτότυπος, ο Γιοβάν Τσαούς ο πιο μπασμένος στα μυστικά τού οργάνου ή ο Τούντας ο πιο μορφωμένος μουσικά (για να μείνουμε στους μακαρί­τες)· αλλά ο Τσιτσάνης ήταν – είναι όλ’ αυτά μαζί και άλλα τόσα παραπάνω· είναι, απλά, ο πρώτος.

Αλλά και οι αναλύσεις για τον Τσιτσάνη κάπου κολλάνε και δύσκολα μετατρέπονται σέ αρι­θμούς τα στοιχεία· πρώτα-πρώτα λείπουν δε­δομένα· το πρώτο τραγούδι που ‘γραψε ήταν άραγε η «Σκοτούρα» ή η «Αραπιά»; δεν ξέρουμε. Για  το πρώτο που γραμμοφώνησε, έχει ειπωθεί πως ήτανε το «Να γιατί γυρνώ» με το Μάρκο και τη Σοφία Καρίβαλη, αλλά και το «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» με τη Γεωργία Μηττάκη. Και το τελευταίο; Ποιο ήτανε αλή­θεια το στέρνο τραγούδι του Τσιτσάνη: Τι να πεις για ένα έργο χωρίς αρχή και τέλος; Ή μήπως έχει νόημα να πούμε, λόγου χάρη, ότι από ένα δείγμα των μεγάλων επιτυχιών του το 55 στα εκατό είναι ζεϊμπέκικο, και πως απ’ τα υπόλοιπα τα δύο τρίτα είναι χασάπικα και τ’ άλλα χασαποσέρβικα κι ανατολίτικα κυρίως; Έχει νόημα ο ξερός χαρακτηρισμός «ζεϊμπέκικο» για  τραγούδια όπως το «Αντιλα­λούνε τα βουνά» – κατά την άποψη μου το  πιο  «ατμοσφαιρικό» τραγούδι του ρεμπέτικου, ό­που η μουσική και η (αξεπέραστη) ερμηνεία από το Τζουανάκο, τη Νίνου και το συνθέτη σε πείθουν απόλυτα ότι τα βουνά όχι μόνο αντιλα­λούνε, αλλά σείονται κιόλας; Τί να πεις για  τραγούδια όπως η «Αμαρτωλή» – ποιος έδωσε ποτέ καλύτερα αυτή την ακριβή και ευαίσθητη ισορροπία τής περιφρόνησης και του καημού για την «παραστρατημένη»; Ή πάλι. για  το «Κάτσε ν’ ακούσεις μια πενιά», που παντρεύει το κέφι με την αυστηρότητα των στεκιών τής περιοχής, για το «Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ» -τέτοιες καντάδες γράφονται κάθε εκατό χρό­νια, είπε ο Στελλάκης -, για  το «Αργοσβήνεις μόνη», αυτό το φοβερά πολύπλοκο ανατολίτι­κο πού ρεζίλεψε τις περισσότερες καινούριες κομπανίες που επιχείρησαν να το τραγουδή­σουν; Τα τραγούδια τού Τσιτσάνη δεν είναι απλώς τραγούδια, είναι σκηνές από μια ταινία όπου παρελαύνουν τα μεγάλα γεγονότα τής ιστορίας μας και συνεγείρονται μνήμες κι αισθήσεις· ο πόλεμος κι η κατοχή («Συννεφια­σμένη Κυριακή», «Τραυματίας»), ο εμφύλιος κι οι φυλακές («Κάποια μάνα αναστενάζει», «Κάνε λιγάκι υπομονή»), αλλά και οι μικρές στιγμές, οι εικόνες, οι ταβέρνες τού ’50, η Ομόνοια τότε, η Σαλονίκη, όλα – πίκρες και χαρές χαρμάνι. Και μέσα σ’ όλα αυτά οι λατρεμένες ανατολίτισσες ξελογιάστρες του, να σε πλανεύουν, να σε προσκαλούν να τις κλέψεις απ’ το χαρέμι τού μαχαραγιά ή τού πασά. να πας για χάρη τους στο Μισίρι, στο Τούνεζι και την Μπαρμπαριά, στη Βαγδάτη, αλλά και μέχρι την Παραγουάη – σ’ ένα φίνο ακρογιάλι της, κι ας λέει ο γεωγραφικός χάρτης πως είν’ μεσόγεια χώρα.

Τα τραγούδια τού Τσιτσάνη λοιπόν, που θα μείνουν για πάρα πολύ καιρό μαζί μας· και βέβαια είναι καλό και άγιο να γίνει αυτό πού ανάγγειλε η υπουργός στην κηδεία του, να φτιαχτεί δηλαδή μουσείο Τσιτσάνη στό σπίτι του το πατρικό στα Τρίκαλα που θα περιέχει κοντά στ’ άλλα όλο το υλικό, όλα τα τραγούδια πού έγραψε (τότε ίσως μάθουμε πόσα περί­που είναι). Όμως θα ’ταν εξίσου σωστό, εκτός απ’ τα ρεμπέτικα τραγούδια να ενδια­φερθεί λιγάκι κάποιος και μ’ αυτούς τούς ίδιους τούς ρεμπέτες πού πεθαίνουν ένας-ένας, άλλοι φτωχοί και άλλοι όχι, αλλά όλοι τους κάπως αδικαίωτοι, μην έχοντας πει όλα όσα θα ’θελαν να παραδώσουν (ζήτημα είναι αν υπάρχουν στη ζωή τρεις ρεμπέτες παλιότεροι απ’ τον Τσιτσάνη). Γιατί, τα τραγούδια παραμένουν, υπάρχουν στις μήτρες, και αν και επί Γερμανών πολλές καταστράφηκαν (λέει η φήμη πως τις έλιωσαν γιατί περιείχαν κάποιο πολύτιμο συστατικό), ας υποθέσουμε πως έτσι ή αλλιώς τα τραγούδια βρίσκονται. Πίσω όμως απ’ τα τραγούδια υπάρχουν οι άνθρωποι, αυτοί οι άνθρωποι πού φεύγουν ένας-ένας, χωρίς δυνατότητα αναπλήρωσης. Υπάρχει πρώτα και κύρια το ήθος. το ήθος τού Τσιτσάνη, που στην εποχή μας πολύς κόσμος το έχει ανάγκη και το αναζητά σαν δύναμη αντίστασης. Τα τραγού­δια τού Τσιτσάνη μείναν και θα μείνουν για  πάντα· αυτό που χάθηκε είναι ο άνθρωπος και μαζί του το ήθος, και, όσο ζούσε, ίσως δεν πήραμε ό,τι έπρεπε και όσο μπορούσαμε απ’ αυτό…

117 Σχόλια to “Βασίλης Τσιτσάνης, 30 χρόνια από τον θάνατό του”

  1. Γς said

    Καλημέρα
    Ξεχωριστή επέτειος
    Μεγάλος!

    [Πολύ καλύτερος πριν 30 χρόνια ο Νικοκύρης] 😉

  2. ΠΑΝΟΣ said

    Τσιτσάνης…Καρδιά,μυαλό και σώμα,την ίδια στιγμή, ακουμπιώνται καίρια από τα μεγαλουργήματά του.Δυστυχώς,αποφεύγω,όσον μπορώ,να τον ακούω…δεν αντέχω πια τόση συγκίνηση….Και οι νεότεροι σχεδόν τον αγνοούν.Φυσικά,δεν ευθύνονται.Μην λέμε όμως ότι «όλα καλά πάνε»…»τα πάντα εξελίσσονται θετικά»…Αισιοδοξία,το όπιο τού λαού.

  3. emma said

    και 96 από τη γέννησή του, μια και ο Τσιτσάνης (1918-1984)

    μήπως είναι 99?

    Καλημέρα

  4. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Καλημέρα, Νίκο!

    Δεν ήξερα τα μουσικοκριτικά σου, κι αυτό αποτελεί την πρώτη έκπληξη της ημέρας!
    Το δεύτερο είναι που επαναφέρεις την μετεφηβική -όπως λες- ηλικία, έστω και με αφορμή την επέτειο ενός θανάτου. Παραφράζοντας λίγο τον ντε Σαιντ-Εξυπερύ, όλοι κάποτε την περάσαμε, πόσοι όμως άραγε την θυμούνται;

    Εγώ απ’ την κηδεία του Τσιτσάνη (είμουν φοιτητής τότε), θυμάμαι την απόλυτη παρουσία της Μελίνας. Τόσο δραματική πάντα, τόσο θεατρική δηλαδή (με τη θετική σημασία του όρου), κρατώντας το φέρετρο του εκλιπόντος, επισκιάζοντας με το έμφυτο φως της αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός του θανάτου.
    Δεν ξέρω για ποιο λόγο η μετεφηβική σου ηλικία απέφυγε μια μεγαλύτερη αναφορά στην παρουσία της, αλλά περιορίστηκε στην εξαγγελία της ίδρυσης μουσείου, που δεν ξέρω τι συνέχεια είχε.

  5. Νέο Kid Στο Block said

    Έψαξα (όχι επι μακρόν ομολογουμένως) στο νέτι για καμιά φωτό του τάφου του Τσιτσάνη ,αλλά δε βρήκα.
    Τι υπάρχει χαραγμένο πάνω του (υποθέτω πως κάτι πρέπει να υπάρχει); Πάντως, νομίζω πως το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας πρέπει να είναι από τα ποιητικότερα και καλλιτεχνικότερα κοιμητήρια του κόσμου.

  6. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2: Πάνο, εγώ ξέρω παιδιά (κάτω των 30) που ξέρουν πολύ περισσότερα τραγούδια του Τσιτσάνη από μένα (και ξέρουν και να τα παίζουν). Αλλά θα υπάρχουν κι αυτοί που λες.

    3: Καλημέρα -φτάσαμε στο 2017 και δεν το κατάλαβα;

    4: Γιώργο, δεν θυμάμαι τι είχα σκεφτεί τότε, αλλά σε μια νεκρολογία για τον Τσιτσάνη θα ήταν νομίζω αταίριαστο να πει κανείς πολλά για την παρουσία άλλων προσώπων.

  7. Γς said

    >είναι καλό και άγιο να γίνει αυτό πού ανάγγειλε η υπουργός στην κηδεία του, να φτιαχτεί δηλαδή μουσείο Τσιτσάνη στό σπίτι του

    Η Μελίνα ήταν. (Στο Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών).

    Διαβάζω κάπου κάτι σχόλια (2008):

    Το “Μουσείο Τσιτσάνη” ήταν μιά πρόταση του Κώστα Χατζηδουλή και της οικογένειας Τσιτσάνη στη Μελίνα, γιά να διατηρηθεί το σπίτι και το ουζερί “Τσιτσάνης” όπου σερβίριζε ο Κίτσος ως το θάνατό του. Η Μελίνα την έκανε αποδεκτή, αλλά οι οικογένεια δεν ήθελε να κηρυχτεί διατηρητέο το σπίτι, πριν αποζημιωθούν. Έτσι με τα χρόνια ξεχάστηκε το ζήτημα, τελικά το σπίτι γκρεμίστηκε κι έγινε πολυκατοικία, και μόνο πρόσφατα καταδέχτηκε ο Δήμαρχος να βαφτίσει την Οδό Βασίλη Τσιτσάνη

    Τελικά υπάρχει αυτό που δεν θα το έλεγα Μουσείο Τσιτσάνη

  8. LandS said

    #5 Τα δυο πρώτα που μου ήρθαν στο μυαλό, τα οποία μάλλον έχουν περισσότερα μνημεία μεγάλων καλλιτεχνών και άλλων σημαντικών, δηλ. Το Αβαείο του Γουεστμίνστερ και το Πάνθεον στο Παρίσι, δεν είναι νεκροταφεία.

  9. Νέο Kid Στο Block said

    Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν επίσης πέθανε ανήμερα τα γενέθλιά της 29 Αυγούστου 1982. Κι αυτή (όπως κι ο Τσιτσάνης) στο Λονδίνο.

  10. emma said

    Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Γενάρη του 1915 –

  11. spiral architect said

    Δεν βλέπω πουθενά στόμφο στο κείμενό σου.
    …..
    …..
    Εικοσάρης κοντά, φοιτητής περνώντας απ’ την Αθήνα είχα την τύχη να βρεθώ στο -τίγκα απ’ το φοιτηταριό- Χάραμα στο Σκοπευτήριο. Κοινώνησα των αχράντων, εγώ ο ροκάς, καταρρίπτοντας μέσα μου τις φτιαχτές οριοθετήσεις των στυλ, των μουσικών ρευμάτων και των γλωσσών.
    Ήμουν τυχερός που τον άκουσα από κοντά τότε …

    Απ’ όσο έψαξα το μουσείο Τσιτσάνη μετά από 30 χρόνια έγινε πραγματικότητα. Η Μελίνα μπορεί να κοιμάται ήσυχη.

    Καλημέρα.

  12. ΠΑΝΟΣ said

    # 6
    Ν.,πραγματικά,υπάρχουν αυτά τα παιδιά,είναι αλήθεια.Είναι όμως «αισχρά μειοψηφία».Έχουν κάνει απίστευτο κακό τα ΜΜΕ με τις βισσοβανδηδες και τούς σχετικούς άρρενες συναδέλφους τους…Ο πασοκισμός-κι εγώ ψήφισα κάποτε ΠΑΣΟΚ-και ο λαϊκισμός που κουβάλαγε και κουβαλάει,όπου κι αν είναι κι όπου και να κινείται σήμερα,έκανε τεράστιο πολιστικό-πολιτισμικό κακό.Απαιτούνται χρόνια για να γίνουν θετικές αλλαγές.Κι απ’ ό,τι βλέπω,αργεί…Κρίνουν φωνές σε κάποιαν εκπομπή η Βανδή και ο Ρέμος!!Ως τι,άραγε;
    Και κάτι τελευταίο:αν σήμερα ακούς Τσιτσάνη,από κάποιους θεωρείσαι «κουλτουριάρης»!Τρελαίνεσαι ή όχι;

  13. Νέο Kid Στο Block said

    Γεια σου LandSy boy! Εννοούσα βασικά τα χαρακτικά ,τα στιχάκια και τα γλυπτά (ο πολύς κόσμος ξέρει ίσως μόνο την κοιμωμένη του Χαλεπά,αλλά είναι πολλά ακόμη) πάνω στους τάφους κι όχι τόσο την «διασημότητα» των ενοίκων του Α’νεκροταφείου. Μ’αρέσει πάρα πολύ να διαβάζω και να βλέπω τέτοια ,αλλά δεν το πολυμολογάω γιατί ο κόσμος παρεξηγεί . Κάποιος παλιότερα ,σε μια ομαδική εκδρομή στο Παρίσι, ενώ μέχρι τότε τα πηγαίναμε καλά , με απεύφευγε όταν έμαθε πως είχα πάει στο Μοντπαρνάς για να δω τον τάφο του Αλιέχιν με τη λάθος σκακιέρα. 🙂

  14. munich said

    Πράγματι τους έλιωσαν γιατί περιείχαν ένα πολύτιμο συστατικό: ψυχή.

    Η μάνα μου πολύ συχνά μου λέει ότι τελικά με έστειλε να σπουδάσω… ρεμπετολόγος, πειράζωντας με για τις ατελείωτες ώρες που πέρασα σε ρεμπετάδικα στη νεότητά μου. Παρόλαυτά ακόμα θύμάμαι την έκπληξή μου όταν διάβασα σε ιστορικό βιβλίο (Του Μαζόβερ νόμίζω) ότι το «Συνεφιασμένη Κυριακή», αυτήν την κομματάρα την αξεπέρατη, την έγραψε ο Βασίλης για την ομάδα του τα Τρίκαλα που έχασε το ματς της Κυριακής. Αν και από τις μεγάλες ήταν Πανάθας, αυτό είναι γνωστό νομίζω.

    τα νέα παιδιά γνωρίζουν τον Τσιτσάνη και το Μάρκο και το ρεμπέτικο πολύ καλύτερα από, τι θέλουμε να πιστεύουμε. Βλέπετε το αυθεντικό ό,τι και να κάνουμε βρίσκει τρόπους να ελκύει…
    Μέχρι και Κνίτες ξέφυγαν από τη γραμμή και σιγοτραγούδησαν Τσιτσάνη!

  15. Πάνος με πεζά said

    (Πάνος στη δουλειά = Πάνος με πεζά, ένα και το αυτό)

  16. Πάνος με πεζά said

    Και ξαναγράφω : Πώς να μην ξεφύγουν από τη γραμμή οι Κνίτες, όταν έγραψε το «σφυρίζει η φάμπρικα»; Κάλαντα θα έπρεπε να το είχαν κάνει 🙂

  17. munich said

    υπάρχουν μέχρι και χιπ χοπ κομμάτια, και λόου μπάπ, που χρησιμοποιούν σάμπλς από ρεμπέτικα ή αναφέρνονται ονομαστικά στο μάρκο και τον Τσιτσάνη (δυστυχώς δεν μπορώ να σας παραπέμψω). Κι ασ μην ξεχνάμε τις πολύ επιτυχημένες διασκευές πχ από τους locomondo που κάνανε και ευρωπαική επιτυχία.
    επίσης δείκτης δημοφιλίας είναι τα κλικ που έχουν τα ρεμπέτικα στο τιουμπ, εκτός κι αν νομίζετε ότι τα επιλέγουν μόνο μεσήλικες.

  18. LandS said

    #13 Σκέψου τι μεταχείριση επιφυλάσσει σε όσους έχουν επισκεφτεί (και φωτογραφήθηκαν κιόλας – που την έχω βάλει άραγε; ) το Νεκροταφείο στο Κάμντεν.

    #14 Λίγο πριν πεθάνει ο Τσιτσάνης είχε βάλει συνέντευξή του «ο Οδηγητής». Επίσης, ποτέ κανένας Κνίτης δεν ντράπηκε να τραγουδήσει στίχους του Βίρβου.

  19. spiral architect said

    @18β: Αχ, αυτοί οι αστικοί μύθοι! 😛

  20. munich said

    @18 φαντάζομαι ανακούφιση στα μέλη τα γεμάτα από ρεμπέτικες ενοχές. Και πως το δικαιολόγησαν μετά από τόσα χρόνια φανατικής καταδίκης του ρεμπέτικου αλλά και το ίδιου του μπουζουκιού ως όργανο;

  21. Χρόνια τώρα το γούστο μου πηγαινοέρχεται σαν εκκρεμές: τη μια είμαι λάτρης του Μάρκου, την άλλη του Τσιτσάνη.

    Εδώ ας πω μόνο κάτι άσχετο: η περιγραφή των διαλόγων στην κηδεία ( … ήρθε ο τάδε, νάτος, τώρα μπαίνει, ο ψηλός… ο Πάγκαλος ήταν ή ο Κονδύλης πού έκοψε τα πενηντάρικα στη μέση;… όχι, αυτό έγινε το ’26, το ’30 είχαμε Βενιζέλο… εμείς ήρθαμε στην Αθήνα μετά τον εμφύλιο… από τη Σάμο κρατούμε… το έκλεισα το παντοφλάδικο, δεν τράβαγε… όχι, δεν είχε φλεγμονή, τον ξορκισμένο είχε… μην ανεβαίνετε κι εσείς κυρία μου, θα σπάσει το μάρμαρο και θα βρεθούμε όλοι μες τον τάφο… ρε φίλε μη βάζεις εκεί τα στέφανα και δεν βλέπουμε… ποιος είν’ αυτός; όχι, αυτός ο χοντρός… είναι που έχει το γραφείο κηδειών, πολλά λεφτά… μου φαίνεται πως τονε φέρνουνε…) δεν θυμίζει λίγο τα νήματα εδώ πέρα; Ιδίως τώρα που μιλούσαμε πρόσφατα για τις τρύπιες δεκάρες. 🙂

  22. Munich, αυτό που λες δεν νομίζω ότι ισχύει για τη μεταπολίτευση, τουλάχιστον. Ας μας πει κάποιος άλλος όμως, εγώ είμαι μικρός.

  23. Ποντικαρέος said

    Τώρα πια ο Τσιτσάνης είναι σχεδόν επιβεβλημένος σε κάθε πανηγύρι της ΚΝΕ. Ειδικά το «Απόψε στις ακρογιαλιές»

  24. sarant said

    10: Ωχ, έχετε απόλυτο δίκιο, το άρθρο μέσα το γράφει σωστά αλλά στον πρόλογο μπερδεύτηκα από το 18.

    14-16: Δεν ξέρω για ποια εποχή και ποιο μέρος μιλάτε, αλλά στην εποχή που ξέρω και στα μέρη που σύχναζα ως υποψήφιος και ως φοιτητής ή μεταφοιτητής, 1976-1984 χοντρικά, οι Κνίτες ήταν φανατικοί ρεμπετόβιοι. Το 1947, πράγματι, δεν ήταν έτσι.

    14: Ο Τάσος Σχορέλης, αυτός που έγραψε την τετράτομη Ρεμπέτικη Ανθολογία, που ήταν σφόδρα αντιτσιτσανικός (και ήταν και κουκουές), λέει ότι η Συνν.Κυριακή γράφτηκε (οι στίχοι) από τον Αλ. Γκούβερη για την ήττα της ομάδας του (Λάρισα από Ολυμπιακό Βόλου ή το αντίστροφο). Ο Γκούβερης πράγματι έπαιρνε ποσοστά από την ΑΕΠΙ για το τραγούδι.

  25. Γς said

    7:
    >μόνο πρόσφατα καταδέχτηκε ο ΔήμαρχοςΤρικάλων [ Τρικκαίων ] να βαφτίσει την Οδό Βασίλη Τσιτσάνη.

    Είχε προηγηθεί ο Δήμος Ραφήνας με την δική του Οδό Τσιτσάνη
    Τα βοτσαλάκια βλέπετε κι η καβουρίνα στη Ραφήνα

  26. sarant said

    15: Τώρα είδα ότι σε είχε πιάσει η σπαμοπαγίδα (η οποία λειτουργεί αυτόματα).

  27. Γς said

    Η συνεφιασμένη Κυριακή ήταν και είναι κάτι σαν τον Εθνικό μας ύμνο, ιδίως στην ξενιτιά και μάλιστα τότε που δεν υπήρχε επαφή με την Ελλάδα.

    Από την άλλη, το Τη Υπερμάχω θα μπορούσε να είναι ο εθνικός μας ύμνος, άν είχαμε πάρει τη Πόλη π.χ.

    Πόσοι όμως ξέρουν ότι η Συνεφιασμένη είναι ξεπατικοτούρα της Υπερμάχου;

  28. Πάνος με πεζά said

    Σαφώς, το κατάλαβα κι εγώ το δόκανο…

  29. Ο Τσιτσάνης εμφανίζεται σε μια πολύ ωραία τοιχογραφία στα «Μανάβικα» των Τρικάλων, φτιαγμένη από γάλλους ζωγράφους. Κλικ στην πρώτη φωτό για μεγέθυνση.

  30. Τι τα θέλω τα κόλπα; Ιδού… http://valiacaldadog.blogspot.gr/2012/02/blog-post_17.html

  31. 27 Εγώ! εγώ το ήξερα (βασικά, το είχα διαβάσει στον Πετρόπουλο). Ισχύει όμως μόνο για τον πρώτο δεκαπεντασύλλαβο, όχι;

  32. Νέο Kid Στο Block said

    http://left.gr/news/i-ollandeza-poy-apogeiose-ton-tsitsani
    Kαι Ραβέλ και Τσιτσάνη η μικρή Ολλανδέζα!

  33. sarant said

    30: Τι ωραίο!

  34. Πάνος με πεζά said

    @31, 27 : Μουσικά το ένα θυμίζει το άλλο, αλλά «κάπως», όχι πολύ (έχουμε δει πολύ χειρότερα). Ας θυμίσουμε όμως, με την ευκαιρία της μουσικής, ότι η πρώτη πενιά του ταξιμιού της Συννεφιασμένης (με το τρέμολο στο ρε) απετέλεσε σήμα της πάλαι ποτέ ραδιοφωνικής εκπομπής «Η Columbia παρουσιάζει», τις Κυριακές τα μεσημέρια, πριν από το ποδόσφαιρο. Άλλο αντίστοιχα τραγούδια που χρεώθηκε τον ίδιο ρόλο του «κράχτη» για εκπομπές άλλων δισκογραφικών, ήταν και «Οι γλάροι» (του Γαβαλά) και «Το ρολόι» (του Γιώργου Ρωμανού).

  35. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Μέγας ο Τσιτσάνης και μέγιστη η μουσική του. Είχα δει όμως τελευταία (=όταν υπήρχε ερτ) μια συνέντευξή του (έγχρωμη, άρα κοντά στο θάνατο) όπου μιλούσε για τον εαυτό του με μεγάλη έπαρση, στα όρια της μεγαλομανίας. Ίσως και να το άξιζε δικαιωματικά, αλλά μου είχε κάνει άσχημη εντύπωση. Τελοσπάντων, Θεός σχωρέστον που λένε.

  36. Dimitrios Raptakis said

    Νίκο, μου κάνει εντύπωση που εντάσσεις ευχερώς τον Τσιτσάνη στο ρεμπέτικο – όχι ότι δεν το συνέχισε, με το δικό του ύφος, βεβαίως. Σήμερα μάλλον τον θεωρούμε πυλώνα του λαϊκού.

    Αλλ’ ας μην εντομολογούμε με τις διακρίσεις.

  37. sarant said

    36: Δημήτρη, με τους ορισμούς και τις ταξινομήσεις όλων των μελετητών της εποχής που έγραφα το άρθρο, ο Τσιτσάνης ανήκει στο ρεμπέτικο. Από την άλλη, δεν είναι και πολύ εύκολο να διαχωρίσεις το ρεμπέτικο από το λαϊκό, το λαϊκό είναι η μετεξέλιξη του ρεμπέτικου.

  38. 35 Γρηγόρη, και του Μάρκου την αυτοβιογραφία αν διαβάσεις πάλι έπαρση δείχνει (και ήταν και στα τελευταία του, ξεχασμένος και παρατημένος).

  39. Triant said

    Εδώ είναι μεσ’ στην έπαρση ο Σαββόπουλος… Ιδίως αφότου σταμάτησε να γράφει (να του δίνουν; ) ωραία τραγούδια.

  40. Γς said

    31, 34:
    Δεν μπορώ να αποδείξω μετά βεβαιότητος ότι ο Ρομανός ο Μελωδός αντέγραψε τον Τσιτσάνη, αλλά υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις περί του αντιθέτου.

    Μπορείτε να το διαπιστώσετε και σεις ιδίοις ώμμασι, ουπς, ιδίοις ωσί.

    Πιάστε ένα όργανο (μουσικό). Ένα κλειδοκύμβαλον, ας πούμε.
    Καθίστε στο πιάνο (με ουρά κατά προτίμηση). Αν δεν σας βρίσκεται ούτε με ουρά, πιάστε ένα βέρτσιουλ στην οθόνη σας και προσπαθήστε να πετύχετε, τσάτρα πάτρα, τη μελωδία των δύο κομματιών.

    Θα εκπλαγείτε από την ομοιότητα. Οι νότες του ενός είναι σιφτ οι ίδιες νότες από την κλίμακα του άλλου.
    Το είχα παρατηρήσει μικρός και πολύ χάρηκα όταν μεγάλωσα και είδα ότι ήταν γνωστό.

    Μην το δοκιμάσετε με τρομπέτα. Τουλάχιστον όχι μετά τα μεσάνυχτα!

  41. Yannis said

    35, 38, 39: Ας τα θεωρήσουμε γεροντικές παραξενιές (που ίσως τις αποκτήσουμε κι εμείς).
    Ας αρκεστούμε στο έργο τους.

    Νικοκύρη, από μικρός φαινόσουν ότι πρόσφερες εξαιρετικές σημειώσεις!

  42. ΠΑΝΟΣ said

    Ο Τσιτσάνης ανήκει στο ρεμπέτικο,αλλά γύρω στο ΄60 έγραψε αυτό που λέμε λαϊκά τραγούδια,όπως την νοσταλγία,την πολιορκία κ.ά.Αν και το ρεμπέτικο λαϊκό είναι,αφού ο λαός το άκουγε,Διαφέρουν βέβαια σε ύφος και στίχο μεταξύ τους.Ο Κερομύτης δεν δεχόταν τον όρο ρεμπέτικο,προτιμούσε το λαϊκό.Νομίζω το ίδιο κι άλλοι από τούς λεγόμενους ρεμπέτες.
    Δεν μού ξινοκάθεται η «έπαρση» των Μάρκου-Τσιτσάνη.Αν αρχίσουμε να μιλάμε για έπαρση θα πάει πολύ μακριά η βαλίτσα.Μακριά των καλλιτεχνικών.

  43. Γς said

    41 β:
    Το επεσήμανα με το καλημέρα στους σχολιασμούς.
    Οχι βέβαια τόσο κομψά:
    Οτι τώρα είναι χειρότερος,
    ούπς,
    οτι τότε ήταν καλύτερος

  44. Νέο Kid Στο Block said

    Ποιος Σαββόπουλος; Ο γλωσσολόγος /κοινωνιολοόγος; Γράφει και τραγούδια;; :mrgreen:
    (τρολιά για μια ένοικο του Ππωνς Ελυζέ. Μην ασχολείστε οι υπόλοιποι..)

  45. atheofobos said

    Έχοντας γνωρίσει και αγαπήσει τον Τσιτσάνη και την Μπέλλου από τους δίσκους τους ήταν μεγάλη η απογοήτευση μου όταν τους άκουσα και τους δύο να τραγουδούν στο πάλκο που δούλευαν κάπου στα μέσα της 10ετιας του 70.
    Η Μπέλλου τραγουδούσε τότε σε ένα κέντρο στις Τζιτζιφιές και η και η φωνή της δεν έιχε καμία σχέση με την θεία φωνή που ακούμε στις ηχογραφήσεις της.
    Ο Τσιτσάνης στο Χάραμα επίσης δεν κατάφερνε να προκαλέσει καμία αίσθηση στο κοινό σε αντίθεση με την Αλεξάνδρα που τον διαδέχτηκε στο πάλκο και η οποία οδήγησε όλο το κέντρο στην πίστα να χορεύει.
    Δεν ξέρω αν έφταιγε η ηλικία τους ή έφταιγαν και οι ηχητικές τους εγκαταστάσεις γιατί αντίστοιχα σε συναυλίες του Σαββόπουλου την ίδια εποχή η Μπέλλου ήταν εξαιρετική στο Ζεϊμπέκικο ( Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια )

  46. Νεοκίντ, εγώ θα έπρεπε να ασχοληθώ αλλά το αφήνω να πέσει 🙂

    Να διευκρινίσω ότι ναι μεν ανέφερα την έπαρση του Μάρκου, ξέχασα δε να σημειώσω ότι δεν με ενοχλεί καθόλου.

  47. Yannis said

    43. Επιτρέψτε μου να διαφωνώ 🙂

    14. Την ιστορία για την έμπνευση του τραγουδιού την ήξερα διαφορετικά (να προέρχεται από τα χρόνια της Κατοχής).
    Στο παρακάτω βρήκα μια συγκριτική παρουσίαση των απόψεων:
    http://dinothesaurus.blogspot.gr/2011/12/blog-post_19.html

  48. Πάνος με πεζά said

    @40 : Kαλά, δυο τραγούδια μπορούν να έχουν τις ίδιες νότες (ή να παίζονται με τις ίδιες νότες),αλλά μέχρι το τελικό αποτέλεσμα μεσολαβούν διάρκειες (αξίες), συζεύξεις, εναρμονίσεις κλπ. που τα διαφοροποιούν. Σίγουρα η μουσική έχει κάτι το πεπερασμένο, και μια επαναληπτικότητα, αλλά, αν ς πούμε ζούσε ο Μότσαρτ, θα του έφτανε μόνο η αναφορά του «σαράντα» στο χασάπικο του Χατζιδάκι «Ήλιε μου ήλιε μου βασιλιά μου»; Και σαν να μην έφτανε αυτό («μάθανε πως γ…, πλακώσανε κι οι γύφτοι»), να σου τον κι ο Σπανουδάκης, στην απόληξη του «Πάμε γι άλλες πολιτείες», με την ίδια μουσική φράση…
    Ο καθένας έχει επιρροές από κάπου : τραγούδια της γιαγιάς του, ψαλμωδίες, άλλους συνθέτες κλπ. Η τέχνη είναι να «μετουσιώνεις» δυσδιάκριτα, αυτό που είπε ο μέγας Κηλαηδόνης «…όλο κάτι να θυμίζει, και να μην ξέρουμε τι»…

  49. munich said

    Έχετε δίκιο για τον αγώνα ποδοσφαίρου, δεν τα θυμόμουνα καλά.
    όσο αφορά τη ΚΝΕ νομίζω ότι πολλά από τα τραγούδια που ακούγατε φανατικά το ’76 ήταν από τα «καταδικασμένα» του ’47, έτσι δεν είναι; Ένας ακόμα παραλογισμός από το κόμμα
    Οι γονείς μου που ήταν στο τότε στο ΚΚΕ , αλλά ποτέ δεν υπήρξαν φοιτητές, δεν ενέκριναν ούτε το ρεμπέτικο ούτε το λαίκο τραγούδι, αντεγκράουντ υποκουλτούρα, εκτός από κάποιους γνωστούς,σοβαρούς, βαρετούς σε μένα, συνθέτες που σχετίζονταν επίσημα με το κόμμα και μελοποιούσαν κουμμουνιστές ποιητές.

  50. 48 Δεν ξέρω ποια είναι η γνώμη του Γς, αλλά ο Πετρόπουλος που παραθέτει τις παρτιτούρες το έχει σαν παράδειγμα της κοινής μουσικής παράδοσης ας πούμε, με την έννοια ότι η μελωδία ήταν οικεία στον Τσιτσάνη κλπ.

  51. Ανδρέας Καλογερόπουλος said

    http://discoveringparaguay.com/home/beaches-playas/

    Κι όμως ο Τσιτσάνης τώρα δικαιώνεται για την Παραγουάη.

    Έχει παραλίες με τα όλα τους στον ποταμό Παραγουάη.

    Τσάμπα έμεινε ο δάσκαλος μετεξεταστέος στη Γεωγραφία.

  52. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    51: Σωστά, έχει ακρογιάλια στον ποταμό!

    49: Μα φυσικά τα ίδια τραγούδια ήταν (σε πολύ μεγάλο ποσοστό).

  53. Yannis said

    40. Και όμμασι, άμα βρείτε τις παρτιτούρες. Δε μπόρεσα να τις βρώ πλήρεις αλλά, σε αποσπάσματα, η ομοιότητα είναι προφανής.
    48. Συμφωνώ.

    49. Εχω την εντύπωση ότι καταδικασμένο ήταν ένα υποσύνολο του ρεμπέτικου (τα χασικλίδικα), για προφανείς λόγους (εξύμνηση της φυγής αντί για την πάλη).
    Θυμάμαι μια ραδιοφωνική συνέντευξη του Τσιτσάνη (δεκαετία του ’70, στο Φλέσσα) όπου δήλωνε ότι δεν του άρεσε ο χαρακτηρισμός ρεμπέτικο και προτιμούσε τον όρο λαϊκό τραγούδι, αυτό στο οποίο πάτησαν πολλοί που, επίσης, μελωποίησαν (κομμουνιστές ή μη) ποιητές.

  54. Ορεσίβιος said

    Δεν σημαίνει απολύτως τίποτα το γεγονός ότι η Συννεφιασμένη Κυριακή είναι εμπνευσμένη από τη μελωδία του Ρωμανού του Μελωδού. Στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση.
    Και ο Λιστ αγαπούσε πολύ τη μουσική των τσιγγάνων της Ουγγαρίας, τη θεωρούσε συνδεδεμένη με τις αναμνήσεις κάθε Ούγγρου και τις ένδοξες μνήμες της πατρίδας του και βάσισε πολλά έργα του σε μελωδίες από λαϊκά τραγούδια και χορούς. Τα πιο διάσημα απ’ αυτά είναι οι 19 Ουγγρικές Ραψωδίες για πιάνο, 6 από τις οποίες μεταγράφηκαν αργότερα για ορχήστρα. Άλλα έργα στα οποία επεξεργάζεται υλικό από λαϊκά τραγούδια είναι τα :Ιστορικά Ουγγρικά Πορτραίτα, 5 Ουγγρικά Λαϊκά Τραγούδια για πιάνο και το Ουγγρικό εμβατήριο επίθεσης.
    Επίσης ο Μπετόβεν από λαϊκά μουσικά μοτίβα κλπ.

    Διαχωρισμός λαϊκού και ρεμπέτικου ακατανόητος.
    Μέγας ο Τσιτσάνης.
    [Με ένα «γιάλα» του πρόγκηξε πολλούς…]

  55. Πέπε said

    @27, 31, 34 κλπ (Συννεφιασμένη – Τη Υπερμάχω):

    Δεν ισχύει τίποτε τέτοιο. Άλλος ένας διαδεδομένος αστικός μύθος, που τον συντηρούν όσοι βαριούνται να κάνουν μόνοι τους την επαλήθευση (δε χρειάζεται να είναι μουσικός, ούτε μουσικολόγος). Οι ομοιότητες ανάμεσα στα δύο κομμάτια είναι εντελώς συμπτωματικές, είναι ελάχιστες, και εξηγούνται απλούστατα με το ότι είναι γραμμένα στον ίδιο «τρόπο» (λέγεται Ραστ στα ρεμέτικα και Ήχος πλάγιος του τετάρτου στα βυζαντινά), ο οποίος συμβαίνει να είναι από τους πιο διαδεδομένους στην ελληνική μουσική. Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη ύλη για τα δύο κομμάτια είναι οι ίδιες εφτά νότες, που τις μοιράζονται όμως και πολλές χιλιάδες κομμάτια ακόμα.

    Πέραν αυτού, συγκεκριμένη ομοιότητα υπάρχει λίγο μόνο στην αρχή-αρχή: το «Συννεφιασμένη-η κυ-υ-ρια-κή» και το «τη υπερμάχω στρα-α-τη-γώ», αν τα τραγουδήσουμε χωρίς ρυθμό, δίνοντας σε όλες τις νότες την ίδια διάρκεια, πράγματι είναι ίδια. Αλλά μέχρις εκεί. Για να τονίσω ακόμη περισσότερο πόσο συμπτωματικό είναι αυτό, υπενθυμίζω ότι η πρώτη μελωδική φράση του Τη Υπερμάχω δε σταματάει εκεί: λέει «στρα-α-τη-γώ-ω-τα [μικρή ανάσα] νι-κη-τή-η-ρι-ι-ι-α», αλλά η ομοιότητα με τη Συννεφιασμένη φτάνει μέχρι το πρώτο από τα δύο -ω- της λέξης στρα-α-τη-γώ-ω, δηλαδή δε φτάνει καν σε τέλος λέξης. Με άλλα λόγια, φτάνει μέχρι ένα εντελώς τυχαίο σημείο. Και πάλι, μόνο αν αγνοήσουμε το ρυθμό. Ακούγοντας τις μελωδίες στον κανονικό τους ρυθμό βλέπουμε ότι οι τονισμοί, οι σχέσεις μικρότερου-μεγαλύτερου χρόνου κλπ. είναι τελείως διαφορετικοί, άρα τελικά οι μελωδίες είναι διαφορετικές, εκτός από ένα ακόμη μικρότερο τμήμα: «συν-νε-φια-σμέ-νη» = «τη υ-περ-μά-χω», που πράγματι σχεδόν ταυτίζονται (και πάλι με μια μικρή δυθμική διαφορά αλλά εδώ όχι τόσο σημαντική).

    Μετά από αυτές τις πρώτες λέξεις / νότες, δεν υπάρχει κανένα σημείο του ενός που να μοιάζει με κανένα του άλλου.

    Όποιος ξέρει να διαβάζει νότες μπορεί αν θέλει να ξανακοιτάξει τις παρτιτούρες και θα δει ότι η ομοιότητα είναι ελάχιστα εντυπωσιακή, γιατί είναι ελάχιστη η ίδια. Αλλά επιμένω ότι δεν είναι καθόλου απαραίτητο να ξέρει κανείς νότες. Αρκεί να μουρμουρίσει τις δύο μελωδίες κομματάκι-κομματάκι, και θα δει ότι τα κοινά σημεία σταματάνε εκεί στην αρχή.

  56. emma said

    Ασχετο με τον Τσιτσάνη που αναμφίβολα ήταν μεγάλος

    13: Υπάρχει σε μια πόλη της Ρουμανίας στην περιοχή maramures το cimitirul vesel ή το χαρούμενο κοιμητήριο. Πάνω σε κάθε πολύχρωμο τάφο, γράφει ένα απόφθεγμα ή ανέκδοτο απο τη ζωή του ενοίκου. Φαντάζομαι στην ελλάδα αν υπήρχε κάτι αντίστοιχο για τους πολιτικούς τι μαργαριτάρια θα μαζεύαμε…

  57. Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου said

    Πολὺ ὡραῖο ἄρθρο, δὲ βλέπω κανένα στόμφο, μας μετέφερε στὴν ἀτμόσφαιρα ἐκείνων τῶν ἡμερῶν καὶ στὸν ἰδιαίτερο κόσμο τοῦ Τσιτσάνη. Θυμᾶμαι κι ἐγὼ ἐκεῖνες τὶς μέρες, ἂν καὶ ζοῦσα στὴν ἐποχὴ τῆς ντίσκο, ἐγὼ σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς συμμαθητές μου ἄκουγα ρεμπέτικα. Θυμᾶμαι ἕναν βλάκα στὸ φοῦρνο ὅπου εἶχα πάει νὰ πάρω ψωμί, νὰ λέη «κηδεία δημοσίᾳ δαπάνη, ἒ βέβαια, προσωπικὸς φίλος τοῦ Παπανδρέου, ἀλλοι δὲν ἔχουνε νὰ φᾶνε κι ἄλλοι…». Θυμᾶμαι κανὰ μήνα μετὰ τὸ θάνατό του τὸν παππού μου νὰ διαβάζη φωναχτὰ τὴν ἐφημερίδα ποὺ ἔγραφε ὅτι ὁ Τσιτσάνης διώκεται μετὰ θάνατον γιὰ τὸ τραγούδι «τὸ παπόρι ἀπ’τὴν Περσία» γιατὶ ἐξυμνεῖ λέει τὰ ναρκωτικά. Ἡ γιαγιά μου συμφώνησε «ἔ, δὲ θὰ τὸν κάνουμε καὶ ἥρωα, ἂν ἔγραφε τέτοια τραγούδια σωστὰ ἔπραξε τὸ δικαστήριο…» Σᾶς τὸ ἀφιερώνω

  58. Ένα θέμα το οποίο δεν συζητιέται είναι το παίξιμο του μπουζουκιού και δεν εννοώ την επιδεξιότητα(σαν αυτή του Χιώτη) αλλά την καθαρότητα στο χτύπημα των χορφών και το συναίσθημα που εκπέμπει η κάθε νότα. Τα πρώτα τρία λεπτά της «Στέλλας» του Κακογιάννη είναι ένα χαρακρηριστικό δείγμα της καθαρότητας και του συναισθήματος. http://www.youtube.com/watch?v=Qqmkvk8egD0

  59. Elias said

    #14
    «Μέχρι και Κνίτες ξέφυγαν από τη γραμμή και σιγοτραγούδησαν Τσιτσάνη!»

    Υπάρχει πράγματι αυτή η πεποίθηση ότι το ΚΚΕ ήταν καταδικαστικό προς τη λαϊκή μουσική, τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά. Κάποτε το πίστευα κι εγώ. Δεν είμαι σίγουρος όμως ότι είναι 100% αλήθεια. Ο Φοίβος Ανωγιανάκης έγραφε επαινετικά άρθρα για τα ρεμπέτικα στον Ριζοσπάστη από το 1946-1947 ακόμα (πριν κι από τη θρυλική διάλεξη του Χατζιδάκι στο Θέατρο Τέχνης).

    Νομίζω, μια πιο αληθινή περιγραφή θα ήταν η εξής: ίσως να υπήρχε μια πεισματικά εχθρική στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ (ή μέρους της ηγεσίας) προς τη λαϊκή μουσική, δεν αμφιβάλλω, όμως το πράγμα ξέφυγε από την αρχή, δεν μπορούσε να συμμαζευτεί. Και ήταν φυσιολογικό, η λαϊκή μουσική άρεσε σε ΟΛΟΥΣ.

    Κάτι αντίστοιχο επίσης ίσχυε και για την άλλη, την κατεστημένη πλευρά.

    ΥΓ: Επιτέλους, μια σοβαρή ανάρτηση σ’ αυτό το μπλογκ! Όλο λέξεις, λέξεις, λέξεις… Θέλει και καμιά πενιά, ε;

  60. Elias said

    Μήπως ξέρει κανένας πότε και πώς βγήκαν οι όροι «σκυλάδικο», «σκυλάς» κ.λπ.;

  61. Νέο Kid Στο Block said

    Emma, ναι! 🙂 Το έχω υπόψι μου το ρουμάνικο κοιμητήριο. Πολλές φορές μαθαίνουμε ενδιαφέροντα πράγματα από τις επιγραφές και γενικά τον «διάκοσμο» των τάφων τόσο για τους νεκρούς όσο και για τον περίγυρό τους και την εποχή!
    Από την αρχαιότητα ακόμα. Ο Ημιθρύλος λέει πως ο Κικέρωνας έψαξε και αναγνώρισε τον τάφο του Αρχιμήδη (που ήταν παρατημένος ,χορταριασμένος και άγνωστος) από την εγγεγραμμένη σε κύλινδρο χαραγμένη πάνω του σφαίρα , ένα από τα σημαντικά σήματα καταταθέντα της επιστήμης του. Καμιά φορά δε, οι τελευταίες επιθυμίες στα «σήμα κατατεθέν» παραποιούνται ή/και λογοκρίνονται! To έχω ξαναγράψει παλιότερα σε κάποιο μηνολόγιο, αλλά το επαναλαμβάνω.
    Από τη γνωστή οικογένεια μαθηματικών των Μπερνουλαίων , με πολλές και σημαντικότατες εισφορές στα μαθηματικά ο Γιάκομπ ,μεταξύ των οποίων η μελέτη της λογαριθμικής σπείρας, η ανακάλυψη του υπερβατικού αριθμού e, το Χρυσό Θεώρημα των πιθανοτήτων και άλλα πολλά. Ο Γιάκομπ Μπερνούλι κατέχει ένα μοναδικό ίσως ρεκόρ μετά θάνατον. Υπέστη λογοκρισία και βεβήλωση η επιτύμβια στήλη του που είναι αυτή: http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/8/8a/Basler_Muenster_Bernoulli.jpg/450px-Basler_Muenster_Bernoulli.jpg
    και μάλιστα διπλής φύσεως !
    Η πρώτη βεβήλωση είναι ότι δεν απεικονίζεται μια λογαριθμική ή ισογώνια σπείρα που ανακάλυψε ο Μπερνούλι, αλλά μια «σπείρα του Αρχιμήδη».
    Και το δεύτερο και πιο εντυπωσιακό. Η επιτύμβια φράση που αναφέρεται στη λογαριθμική σπείρα είναι «Eadem Mutata Resurgo» και η καλύτερη απόδοσή της θα ήταν ίσως «Καίτοι μετασχηματιζόμενη ,ανασταίνομαι!» Η αρχική πρόθεση του Μπερνούλι ήταν να καταλήγει η φράση με τη λέξη Seperdem (Εσαεί) «Eadem Mutata Resurgo Seperdem» πράγμα λογικό και πιο κοντινό στον αέναο μετασχηματισμό της λογαριθμικής(γεωμετρικής) έλικας.
    Υπήρξε όμως αντίδραση από τις εκκλησιαστικές αρχές της Βασιλείας και τελικά το Seperdem δεν μπήκε! Η αντίδραση βέβαια ήταν γιατί στη Χριστιανική θρησκεία δεν ανασταίνεται κανείς (έστω κι ένα νοητικό μαθηματικό κατασκεύασμα) εσαεί, αλλά άπαξ!

  62. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    59: Και η πενιά μπορεί να συνδυαστεί με τις λέξεις 🙂

    Τώρα, στο πιο σοβαρό, η εντύπωσή μου είναι ότι τα χρόνια 1945-47 το ΚΚΕ είχε έντονη απορριπτική στάση στα χασικλήδικα διότι (καλώς ή κακώς δεν το εξετάζω τώρα) ήταν κατηγορηματικά αντίθετο στα ναρκωτικά, που τα έβλεπε σαν σχέδιο των άγγλων και της κυβέρνησης να αποχαυνώσουν τον λαό. Έτσι η μπάλα πήρε και το ρεμπέτικο γενικά. Σε αυτό το κλίμα πρέπει να προστεθεί η εντονότατα απορριπτική στάση πολλών μουσικών/κριτικών της ακαδημαϊκής μουσικής, είτε αριστερών είτε δεξιών. Το τι έχει γράψει η Σοφία Σπανούδη για το ρεμπέτικο δεν περιγράφεται (αν και αργότερα μεταστράφηκε).

    56: Δεν το ήξερα!

  63. Μαρία said

    31, 50
    Μήπως στη θέση του Πετρόπουλου πρέπει να βάλεις το Μίκη (Μουσική για τις μάζες, 1972) ;

  64. Elias said

    Έχει αναφέρει κανείς ότι ο ίδιος ο Χατζιδάκις ομολόγησε ότι το «Τώρα Νυφούλα Μου Χρυσή» είναι συνειδητή διασκευή από το «Μπαξέ Τσιφλίκι»;

  65. Θα ήθελα να προσθέσω μια μικρή ιστορία για το τραγούδι του Τσιτσάνη «Κάποια μάνα αναστενάζει». Είχα σκοπό να ανεβάσω κάποια στιγμή αυτό το περιστατικό σε δική μου ανάρτηση στο μπλογκ μας, αλλά ένεκα που έχω χάσει το αρχείο ήχου mp3 (θα εξηγήσω στη συνέχεια) που αποδεικνύει του λόγου μου το αληθές, την ανέβαλα συνεχώς την ξεχωριστή ανάρτηση μέχρι να ξαναβρώ το ηχητικό εμπιθρίο, που λογικά θα έχει παραπέσει σε κάποιον πολύ παλιό σκληρό δίσκο (ελπίζω κάποτε στο κοντινό μέλλον να ψάξω και να το βρω, για να υπάρχει η απόδειξη διαδιχτυακά).

    Ξέρουν όλοι ότι το τραγούδι αυτό είχε μεγάλη επιτυχία, και στους αριστερούς, και στους δεξιούς, και στους κεντρώους και στους ουδέτερους. Ουρές γίνονταν στα δισκοπωλεία, μεταξύ Δεκεμβρίου του 1947 που κυκλοφόρησε και Αυγούστου του 1950, που απαγορεύτηκε από την επίσημη Αστυνομία, αν θυμάμαι καλά.
    Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι παράφραζαν τους στίχους και συγκεκριμένα το από που «περιμένει να γυρίσει» το παιδί:

    – «απ’ τη μαύρη Ικαριά», έλεγαν όσοι είχαν συγγενείς εξόριστους

    – «απ’ του πολέμου την [… ίσως] σκλαβιά» ή κάτι παρόμοιο έλεγαν όσοι είχαν συγγενείς στον Εθνικό Στρατό ή ίσως και στον ΔΣΕ, όσοι έβλεπαν τον εμφύλιο ώς έναν πόλεμο όπως όλους τους άλλους,

    – «απ’ το τάγμα του Κρανιά», είχα ακούσει επίσης, όπου Κρανιάς ήταν οπλαρχηγός/μέραρχος (ή κάτι τέτοιο) του Ναπολέοντα Ζέρβα την εποχή του ΕΔΕΣ, και ίσως αργότερα παραστρατιωτικός -δεν πολυθυμάμαι αυτή τη στιγμή, μπορεί και να κάνω λάθος για το τελευταίο,

    – «απ’ τη μαύρη ξενητειά», έλεγε ο ίδιος ο Τσιτσάνης και οι τραγουδιστές του, όταν το τραγούδι δισκογραφήθηκε (ωραία λέξη -έτσι το έλεγαν τότε).

    Ξέρουμε επίσης ότι ο ίδιος ο Τσιτσάνης δεν θέλησε ποτέ να εκφραστεί επίσημα πολιτικά για κάποιον πολιτικό χώρο. Ηθελε να είναι και να «ανήκει» σε ολόκληρο το λαό, χωρίς διαχωρισμούς. Λέγεται ότι όταν τον επισκέφτηκαν από το ΠΑΣΟΚ, -νομίζω και ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου αυτοπροσώπως είχε πάει-, για να του προτείνουν θέση σε ψηφοδέλτιο, αυτός αρνήθηκε με το παραπάνω επιχείρημα, ήθελα «ν’ ανήκει σε όλους».

    Υπήρξε, όμως, μια στιγμή που αυτή του η στάση φάνηκε να αλλάζει. Πρέπει να ήταν μια συναυλία στις αρχές της δεκαετίας του 1980, λίγο πριν πεθάνει, ίσως στο Ηράκλειο (αυτό με επιφύλαξη, δεν το θυμάμαι καλά -αλλά αν ήταν η ίδια συναυλία αυτή στην Κρήτη, και αν την ξαναδείξει ποτέ η δημόσια τηλεόραση, προσέξτε εκεί που λέει ότι «είναι η πρώτη μου φορά που πατάω το πόδι μου σε νησί», είχε πει).

    Τέλος πάντων, αυτή η συναυλία ή κάποια άλλη, δεν έχει και τόσο σημασία, όσο το εξής:
    Στο πάλκο βρισκόταν και ο Μίκης Θεοδωράκης. Οταν τραγούδησαν το τραγούδι αυτό, ο Μίκης έλεγε «απ’ τη μαύρη Ικαριά», ενώ ο Τσιτσάνης έλεγε «απ’ τη μαύρη ξενητειά». Η φράση επαναλαμβάνεται αρκετούτσικες φορές, και ο καθένας (επ)έμενε στη δική του εκδοχή του στίχου. Στο τέλος, όμως, με το αργόσυρτο κλείσιμο του τραγουδιού, εκεί που τα όργανα τονίζουν κάθε μέτρο διακριτά και έντονα, και εκεί που οι ερμηνευτές τονίζουν την κάθε συλλαβή -φυσικά δεν έχω εικόνα στη μνήμη μου για να θυμάμαι τις κινήσεις του Μίκη και του Τσιτσάνη-, ο Μίκης σχεδόν βροντοφώναζε την «μαύρη Ικαριά», και στο τέλος-τέλος, στις τελευταίες νότες, ακούγεται και ο ίδιος ο Τσιτσάνης, σαν να ελευθερώνεται από κάτι, δεν ξέρω, σαν να συγκατανεύει, δεν μπορώ να πω, αλλά μοιάζει να «ενδίδει» τρόπον τινά, και να συγχρονίζεται με τον Μίκη, και να επαναλαμβάνει κι αυτός «απ’ τη μαύρη Ικαριά»!!!!

    Ειλικρινά, ήταν σαν αποκάλυψη όλο αυτό το ακουστικό σκηνικό για μένα. Γι’ αυτό και φρόντισα τότε να κρατήσω το αρχείο ήχου, που λέμε. Τώρα, να πω πληροφοριακά, ότι δεν θυμάμαι που ακριβώς είχα βρει την ηχογράφηση. Πρέπει να ήταν είτε σε κάτι CD με λίγες (3-5 το πολύ) ανέκδοτες ηχογραφήσεις που είχαν δώσει επετειακά δώρο κάποιες εφημερίδες, ίσως το πιθανότερο τα Νέα και η Ελευθεροτυπία (αν τα έχει κανείς, ας ρίξει μια ματιά), είτε το είχα βρει από ένα φόρουμ με ρεμπέτικα τραγούδια, sealab.rembetiko, κάπως έτσι, που είχε μεγάλη επισκεψιμότητα πριν καμιά 8-10 χρόνια.
    Θυμάμαι πάντως, ότι για να απομονώσω το τραγούδι, έπρεπε να αγγαρέψω κάποιους φίλους να «κόψουν» αυτά τα 3-4 λεπτά με την συνερμηνεία Μίκη-Τσιτσάνη, καθώς το αρχικό αρχείο ήχου είχε μεγαλύτερη διάρκεια. Αυτά τα λέω πληροφοριακά, μην τυχόν κάποιος/α μπορεί να έχει στην κατοχή του το ίδιο ηχητικό ντοκουμέντο.

    Λοιπόν, αυτό ήθελα να καταθέσω στην κουβέντα:
    Οτι υπήρξε μια στιγμή που ο Τσιτσάνης, ας πούμε, «πήρε θέση», καλλιτεχνική βεβαίως, επάνω στην πολιτική πτυχή του ανεπανάληπτου αυτού τραγουδιού!!!

    🙂

  66. spyroszer said

    Για τη στάση της Αριστεράς απέναντι στο ρεμπέτικο έχει ειδικό κεφάλαιο ο Βλησίδης στο βιβλίο του Όψεις του Ρεμπέτικου, με πολλά κείμενα αριστερών της μεταπολεμικής περιόδου. Απ’ ό,τι θυμάμαι πράγματι τις δεκαετίες ’40, ’50 και ’60 το γενικο κλίμα στην Αριστερά ήταν εναντίον του ρεμπέτικου, υπήρχαν βέβαια εξαιρέσεις, όπως απ’ τη δεκαετία του ’40 ήταν ο Ανωγειανάκης που αναφέρθηκε παραπάνω, και άλλοι. Μπορεί να υπήρχαν και επικριτικά κείμενα της Αριστεράς και στην μεταπολίτευση, δεν θυμάμαι καλά, θα το δω το βράδυ.
    Η Σπανούδη δεν ήταν κυρίως την προπολεμική εποχή που έγραφε άρθρα εναντίον του ρεμπέτικου;

  67. 48 προς το τέλος,

    «Οι καλοί καλλιτέχνες μιμούνται, οι σπουδαίοι κλέβουν», ή κάπως έτσι, τέλος πάντων.

  68. Μαρία said

    62
    Χαρακτηριστική περίπτωση, ο συνθέτης της αντίστασης Αλέκος Ξένος, που το συνέδεε με τον υπόκοσμο και το αντιπαρέθετε στο δημοτικό.

  69. 14. Αρειανός ήταν ο Τσιτσάνης….

    Την Συννεφιασμένη Κυριακή την έγραψε ο Τσιτσάνης στην διάρκεια της κατοχής στη Θεσσαλονίκη…
    Ο Αλέκος Γκούβερης ισχυρίζεται πως την έγραψε αυτός όταν έχασε η ΑΕΛ στο ποδόσφαιρο….

  70. antpap56 said

    Νικοκύρη, ας είμαι εκτός θέματος, αλλά θέλω να προσθέσω τον μεζέ που είδα στο σημερινό πρωτοσέλιδο της Ελεύθερης Ώρας (πιθανώς δεν σου διέφυγε): ΣΕ 48 ΩΡΕΣ ΚΑΤΑΣΤΩ ΥΠΕΡΔΥΝΑΜΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Νομίζω ότι ακόμη και για «κύριο γεύμα» φτάνει…

  71. 14,
    “Συνεφιασμένη Κυριακή»… την έγραψε ο Βασίλης για την ομάδα του τα Τρίκαλα που έχασε το ματς της Κυριακής.

    Αναρωτιέμαι αν οι φιλόμουσοι φίλαθλοι αναγνωρίζουν πως ο Τσιτσάνης, με την μελωδία του στο ρεφραίν

    Κι όλο κλένε τα καβουράκια
    Στου γιαλού τα βοτσαλάκια

    έφτιαξε το μοτίβο για τον ύμνο του 2004

    Σήκωσέ το το γ@@@μένο
    Δεν μπορώ να περιμένω.

  72. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    69: Ο Γκούβερης πάντως έπαιρνε ποσοστά από την ΑΕΠΙ, άρα κάποια βάση είχε ο ισχυρισμός του.

    68: Ακριβώς αυτόν είχα στο νου μου.

    66: Ναι, κυρίως προπολεμικά έγραψε η Σπανούδη -αλλά και το 1945 κάτι έχει γράψει.

  73. Γς said

    55:
    Αγαπητέ Πέπε,
    Δεν είναι κακή αυτή η σύμπτωση. Απεναντίας.
    Αλλά φοβάμαι ότι δεν καταλάβατε γιατί ακριβώς πρόκειται.
    Όταν λένε ότι υπάρχει σχέση μεταξύ Συννεφιασμένης και Υπερμάχου δεν εννοούν αντιγραφή τύπου Συμφ. Νο 40 του Μότσαρτ και του “Ηλιε, ήλιε μου βασιλιά μου”, αλλά μεταφορά της δομής των διαστημάτων από την μια κλίμακα στην άλλη.

    Τέσπα, ο πιτσιρικάς Γς χάρηκε που και πολλοί μεγάλοι είχαν επισημάνει κάτι τέτοιο.

    Θρησκευτική και κοσμική μουσική:
    Κι ήμασταν με τη θεούσα κυρά μου σε ένα μοναστήρι που μια νεαρή μοναχή μας έστειλε με τη φωνή της στον εσπερινό!

    -Τι ωραία που τραγουδήσατε. Απόλαυση.
    -Δεν ντρέπεσαι; Τι είπες στην αδελφή;
    -Τι έπρεπε να πω;
    -“Ψάλατε” αντί “τραγουδήσατε” και “μυσταγωγία” αντί “απόλαυση”. Kαι να μην την κοίταγες κι έτσι!

  74. Δημήτρης Μ. said

    65. Ίσως να εννοείς αυτό: http://www.youtube.com/watch?v=B11n6uctHD4, αλλά είναι από τη Νίκαια. Γενικά στην Αριστερά υπήρχε η φήμη ότι ο Τσιτσάνης, και περισσότερο ο αδελφός του Χρήστος, ήταν αριστεροί.

  75. Δημήτρης said

    Μέγιστος! Πολύ ωραίο κέιμενο.

  76. Γς said

    66, 72:
    Hταν και η Aθηνά Σπανούδη, κόρη της μεγάλης μουσικολόγου Σοφίας Σπανούδη, που με την εκπομπή της Μουσικά Θέματα μας έμαθε να αγαπάμε την κλασική μουσική.

  77. Γς said

    74:
    Ωχ και την ανθίζουμαι τη δουλειά.
    Θα πάμε και στον κουμπάρο του τον Αστυνομικό Διευθυντή Μουσχουντή (μΠαοκτζής Τζι, αλλά ο Τσιτσάνης με τον Αρη) στον Στακτόπουλο, μπορεί και στον Πολκ κλπ

  78. Δημήτρης Μ. said

    77. Ενήμερο σε βρίσκω Γς!

  79. Πάνος με πεζά said

    …με εκείνη την intellectuel φωνή της : «…ο α-ν-γκ-ελικός Μόοοζαρτ και ο βαθύς Μπετ-χ-όοοοβεν…»
    @ 14 : ποιός αναρρωτιέται αν ήταν Πανάθας; http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=13566

    Κι ένα ίσως σπάνιο ηχητικό ντοκουμέντο, για όσους δε φέραν στο μυαλό τους τον εκ-πλη-κτι-κό αυτό δίσκο, είναι ο ηχογραφημένος προλογισμός (ισχύει η λέξη, νυκοκύρη;) του Β.Τ. στο δίσκο του Γιάννη Μαρκόπουλου (ή,όπως αναφέρει ο συνθέτης στην Τρικαλινή αιτιατική, «…το Γιάννη Μαρκόπολο…»)»Θεσσαλικός Κύκλος».
    Ε, κι εκεί, εδώ που τα λέμε, αφού πρώτη του φράση είναι ένα δικό του τραγούδι, θα διέκρινε κανείς και κάποια αυταρέσκεια…

    Ακολουθεί (στο δίσκο) ο Παύλος Σιδηρόπουλος με τον «Τελάλη». Συμπερασματικά, ίσως (και) στο «άγγιγμα» του Τσιτσάνη να οφείλεται η τεράστια επιτυχία του συγκεκριμένου δίσκου…

  80. Γς said

    77:
    >…με εκείνη την intellectuel φωνή της : “…ο α-ν-γκ-ελικός Μόοοζαρτ και ο βαθύς Μπετ-χ-όοοοβεν…”

    Ναι, ναι!

    Κάπου πρέπει να υπάρχει ηχητικό της Αθηνάς Σπανούδη [να ξεχαρμανιάσουμε].
    Για να ψάξουμε…

  81. gryphon said

    Aπο οτι ειδα αυτο λειπει απο το πολυ καλο αφιερωμα στο Βασιλη Τσιτσανη .Το εχουν πει πολλοι και πολλες αλλα κατα την γνωμη μου μερικα τραγουδια λες και ειναι φτιαγμενα για μια συγκεριμενη φωνη και ετσι κι αυτο επισης κατα την γνωμη μου ποτε κανεις ανθρωπος δεν προκειται ναυ υπαρξει που να μπορεισει να αποδωσει αυτο το τραγουδι σαν την Μπελλου νεα (γιατι μετα η φωνη της αλλαξε και δεν ητσαν πια το ιδιο).

  82. Μαρία said

    Νικοκύρη, σκέφτηκα να λινκάρω κι εδώ τη Δροσούλα του Καζαντζή αλλά υπάρχει πρόβλημα στον ιστότοπό σου. Γιά κοίτα το.

  83. Αρκεσινεύς said

    Αύριο το βράδυ η ΔΤ θα έχει 3ωρο αφιέρωμα στον Τσιτσάνη από τις 9 το βράδυ.

  84. sarant said

    82: Αν υπήρχε πρόβλημα πριν, τώρα δεν υπάρχει
    http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/kazantzhs_drosoula.html

  85. Προσωπικά το Τσιτσάνης-Βαμβακάρης, το παίζω 2 ημίχρονο, 2 τελικό

    Μεγάλος ο Τσιτσάνης ανεξάρτητα τιυ γούστου μου, ίσως η προτίμηση να οφείλεται στο ήθος που έχουν οι στίχοι του Μάρκου που δεν το βρίσκω πάντα στον Τσιτσάνη.

    Είτε μοιάζει στις νότες είτε όχι η συννεφιασμένη κυριακή με τον ακάθιστο ύμνο ήταν μια μεγαλοφυής έμπνευση

    Οσους ρεμπετόβιους ήξερα πάντως απέφευγαν να πηγαίνουν στου Τσιτσάνη, τραβάγανε κατά τα Μεσόγεια όπου τραγούδαγαν χωρίς μικρόφωνο

    Για μένο san το καλύτερο ρεμπέτικο παραμένουν τα καραβοτσακίσματα

  86. Τζι, στα περισσότερα συμφωνούμε και χαίρομαι που βρίσκω και άλλο λάτρη των καραβοτσακισμάτων 🙂

  87. # 86

    κι εγώ χαίρομαι για την σύμπτωση

    # 71

    Καθυστερημένα πληροφορημένος είσαι…

    Το εν λόγω σύνθημα δονούσε την ατμόσφαιρα του ΟΑΚΑ πριν από τα 4 γκολ με τα οποία φιλοδώρησε ο Μ(έγας)ΠΑΟΚ το θρήνο τον Μάη του 2001 στον τελικό κυπέλλου
    Μετά το ματς κυκλοφόρησε το…
    Ναι, ρε, ΠΑΟΚ !

    Μετά τα μάθαν κι’ άλλοι…

  88. Γς said

    Αμάν πιά. Ακόμα να … συνέλθετε;

  89. Νέο Kid Στο Block said

    87. A ρε Τζι…γέρασες κι απόκαμες μνημονι(α)κώς! 😆
    Στη(α) Φιλαδέλφεια ήτανε (πριν τα γκρεμίσει ο «αητός» Γρανίτσας..) τα γαβροξεβρακώματα από τη Μπαοκάρα αμπαλαέο να ούμε! Kαι όντως εκεί -και κυρίως μετά το ματς- πρωτακούστηκε το τιμημένο . To είχε σηκώσει ο Μπάτμαν-Μπατατούδης:-) (ζει αυτός ο συνάδελφος αλήθεια..;)

  90. spyroszer said

    Από το βιβλίο του Βλησίδη: Μέσα στο εμφυλιακό κλίμα ο αριστερός λόγος για το ρεμπέτικο είναι από τις απαρχές του αρνητικός και απαξιωτικός. Διαμορφώνονται δύο τάσεις, η πλειοψηφούσα τάση (παράδειγμα Β. Παπαδημητρίου – Ξένου) όπου συνολικά το ρεμπέτικο χαρακτηρίζεται από χασικλιδισμό, υποκοσμική/περιθωριακή καταγωγή, ανήθικο/πορνογραφικό περιεχόμενο, μουσική έκφραση της αντίδρασης του μαυραγορίτη και του ταγματασφαλίτη, πεσιμισμό, αντίθεση με το «αληθινό λαικό τραγούδι». Η μειοψούσα τάση (Ανωγειανάκης – Ν. Πολίτης) θεωρεί ότι το ρεμπέτικο συνιστά αυθεντικό λαικό πολιτιστικό μόρφωμα αλλά εκφράζονται επιφυλάξεις για τα χασικλίδικα: ή απαξιώνονται ή θεωρούνται ελάχιστα ή αξιολογείται θετικά μόνο η μορφολογία τους. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 ακούγονται περισσότερες φωνές από την μειοψηφούσα τάση, ενώ την περίοδο της δικτατορίας επιχειρείται να ερμηνευθούν και τα χασικλίδικα στο κοινωνικό τους πλαίσιο. Στη μεταπολίτευση δεν λείπουν τα απορριπτικά άρθρα για το ρεμπέτικο αλλά έχουν αντιστραφεί τα πράγματα, πχ. αρχές του 1977 ο «Ρήγας Φεραίος» οργανώνει εκδήλωση για το ρεμπέτικο στο Σπόρτιγκ, και στην Αυγή γράφεται ότι «η ρεμπέτικη ιστορία και η αντάρτικη ιστορία είναι παραπληρωματικές γωνίες της ίδιας εξίσωσης». Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν (δεκαετία 80) είναι χρόνια γενικής αποδοχής, εμπορευματικής κυρίως αναβίωσης και μαζικής κατανάλωσης του ρεμπέτικου. Η σκληροπυρηνική στερεοτυποποίηση του είδους στους αριστερούς κύκλους υποχωρεί σημαντικά, χωρίς και να εκλείπει, ενώ παράλληλα αναζητείται στο Τσιτσανικό παράδειγμα η εικονογράφηση του ιδανικού στερεοτύπου του λαικού τραγουδιού: με αυτόν τον τρόπο η αριστερή ρητορική παρακάμπτει το ακανθώδες πρόβλημα της χασισικής εκδοχής/εποχής του ρεμπέτικου, θεωρώντας ότι το πραγματικό λαικό τραγούδι είναι το μετα-χασικλίδικο.
    Αυτά είναι κάποια από τα συμπεράσματα του Βλησίδη μέσα από κείμενα, άρθρα και βιβλία αριστερών διανοητών.
    -Ο ίδιος ο Τσιτσάνης σε συνεντεύξεις του στο Βήμα 1978 και στον Ριζοσπάστη το 1983 οριοθετεί το ρεμπέτικο μέχρι και την εποχή του 1936 και από ‘κει και μετά είναι που γεννιέται το λαικό τραγούδι.
    -Τέλος να πω ότι ο Βλησίδης αναφέρεται και στο άρθρο του Νικοκύρη για τον Τσιτσάνη, που λέει ότι δημοσιεύτηκε στην Πολιτιστική τον Φεβρουάριο του 1984. Είναι το ίδιο άρθρο ή άλλο;

  91. # 89

    έχεις απόλυτο δίκιο, είδες για να μην υπάρχει πια το γήπεδο το διέγραψα από την μνήμη μου !!
    Πάντως ακουγότανε έντονα πριν από το ματς, το θυμάμαι που το άκουγα σε ραδιοφωνική εκπομπή ενώ το σατίριζε ο (γάβρος) γιός μου που το έβλεπε στην Τιβι και δεν μπορούσα να το πολυπανηγυρίσω, τον λυπόμουνα ήτανε ακόμα πιτσιρίκος. Οσο για μένα είχα μπλέξει άσχημα με δουλειές που απαιτούσαν την παρουσία μου ώστε να μη μπορέσο να το δώ, μόνο στα γκολ πεταγόμουνα να τα δω στο ριπλέϋ

    Τώρα μια πικρή αλήθεια είναι πως μεγάλοι ο Βαμβακάρης κι ο Τσιτσάνης αλλά κέφι στα γλέντια γίνεται μόνο με Πάνο Γαβαλά

  92. Γς said

    Από τους μεγάλους είσαι Βέρντι, έ;

  93. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Πραγματικά μεγάλος, θυμάμαι κι εγώ την κηδεία, ο ορισμός του λαϊκού προσκυνήματος. Αλήθεια τί θα άλλαζες αν το έγραφες σήμερα Νίκο; είμαι περίεργος να δώ αν είναι αυτά που έχω επισημάνει, στο πολύ ωραίο κατα τ΄άλλα άρθρο, που μου θύμισε και ένα τυφλοσούρτη που είχαν στην κριτική τους τα τότε μουσικά περιοδικά.

    91 – Κέφι με τον Γαβαλά; Είχα την μεγάλη τύχη να βρεθώ στα 15 μου, σε μαγαζί που τραγουδούσε ο Χρηστάκης, μία λέξη ΑΠΙΘΑΝΟΣ, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο τύπο, και έχω δεί πολλούς, σχεδόν σε όλες τις μουσικές. Φυσικά γούστα είναι αυτά, δεν είμαι οπαδός του καλύτερου και του χειρότερου, δεν υπάρχει αντικειμενικό κριτήριο, καλό είναι αυτό που σου αρέσει.

  94. sarant said

    90: Όχι, στην Πολιτιστική ήταν άλλο άρθρο, βέβαια γραμμένο την ίδια εποχή -αλλά χωρίς πολλά κοινά στοιχεία. Δεν το έχω πρόχειρο δυστυχώς.

  95. Μαρία said

    90
    Ρε τι μαθαίνουμε! Οι κομμουνιστές που με πήγαν το ’72 στην περίφημη Σπηλιά όπου έπαιζε το δίδυμο Καμπουρέλος-Σωκράτης ανήκαν στη μειοψοφία.

  96. # 93

    Λάμπρο δεν μιλάω για μαγαζιά αλλά στα φαγοπότια, όταν πιάνουμε τα τραγουδάκια, έχω προσέξει πως το γλέντι ανάβει με τα τραγούδια του Γαβαλά περισσότερο

  97. Ο Χρόνης Μίσσιος στο»Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς…» λέει κάπου ότι η καθοδήγηση τους απαγόρευε να τραγουδάνε ρεμπέτικα. Αν θυμάμαι καλά σχολίαζε οτι δεν καταλάβαινε πως γίνεται να είναι επαναστάτες και να θέλουν να κάνουν καλύτερο τον κόσμο αν δεν ζητάνε τη χαρά της ζωής ακόμα και στις φυλακές και στις εξορίες έστω και μέσα από τα τραγούδια.

    Δεν ξέρω αν η καθοδήγηση του ΚΚΕ απαγόρευε στους φυλακισμένους το ρεμπέτικο επειδή το κόμμα το θεωρούσε παρακμιακό όπως αναφέρθηκε ή γιατί ήθελαν να ξεχωρίζουν από τους ποινικούς κρατούμενους. Όποια και να ήταν η αιτία συμφωνώ με τον Χρόνη Μίσσιο ότι ήταν λάθος απόφαση.

  98. gmich said

    Ήσουν καταπληκτικός. Ούτε στομφώδης ούτε .απόλυτος . Απλά ενθουσιώδης Και έτσι ενθουσιάζεται όποιος .ακούει Τσιτσάνη .Και εγώ ενθουσιάζομαι αλλά φυσικά δεν θα μπορούσα να γράψω ούτε αράδα. Τον ενθουσιασμό μου κάθε φορά που ακούω Τσιτσάνη τον εκφράζω με την φράση «Μεγάλε είσαι πολύ Μεγάλος»

  99. Τσούρης Βασίλειος said

    Ωραίο άρθρο, ωραίος ο Τσιτσάνης και χθες (ξανα)διάβασα ότι στο χέρι του φορούσε ένα ωραίο και ξεχωριστό ρολόι! Μαντέψτε τι ήταν…

  100. Γς said

    «Αντιλαλούνε τα βουνά,
    σαν κλαίω εγώ τα δειλινά
    περνούν οι ώρες θλιβερές
    σ’ ένα παλιό ρολόι
    κι εγώ τους αναστεναγμούς
    τους παίζω κομπολόι»

    Ηταν κι ηπειρώτης κι αυτός Βασίλη.

  101. sarant said

    99: Ποιο ρολόι;

  102. tamistas said

    Το 1984 ήμουν φαν του Ζήλου στον Ήχο. Όμως ο Τσιτσάνης δεν έπαψε να με συγκινεί από μικρό παιδί, όταν πήρα τη βασική εκπαίδευση (σε Τσιτσάνη και Ερωτόκριτο του Σηφογιωργάκη) μέσα στο αυτοκίνητο του πατέρα μου τη δεκαετία του 70, με κείνες τις τεράστιες κασέτες για κασετόφωνα αυτοκινήτων. Στις αρχες των ογδόνταζ, μαθητής λυκείου, έλιωνα τους δίσκους του Χατζηδουλή (εκεί δεν είχε το σημείωμα πως μάτωνε τα δάχτυλά του στο μπουζούκι;), ώσπου απέκτησα το δίσκο «Χάραμα» που ηχογράφησε στην κουζίνα του μαγαζιού ένας απεσταλμένος της Unesco (μου τον έφαγε το δίσκο μετά από λίγο καιρό ένα μαγκάκι, χαλάλι του). Ο Τσιτσάνης πείστηκε δύσκολα να τραγουδήσει χωρίς ηλεκτρισμό και «τζαζ», όπως έλεγαν πολλοί εκείνη την εποχή τη ντραμς. Πείστηκε, πάντως, και το αποτέλεσμα ήταν ανεπανάληπτο. Ήταν τότε που, από το 70, το λαϊκό τραγούδι είχε υποστεί αυτή τη γλυκερή μόλυνση, που κάποτε δεν ήταν και τόσο αφόρητη, όπως στις εκτελέσεις του Μπιθικώτση στα τραγούδια του Μάρκου μ’ εκείνα τα χαρακτηριστικά γυρίσματα με ντραμς στις μουσικές φράσεις. Στο γιουτιούμπ, από το «Χάραμα» του 82, βρήκα μόνον αυτό: http://www.youtube.com/watch?v=kWUZNlXlYkM. Ίσως υπάρχουν κι άλλα, με καλύτερο ψάξιμο.

    Για το ήθος του Τσιτσάνη, δεν ξέρω. Μάλλον έχει να κάνει περισσότερο με την προσωπική ζωή του καθένα. Δεν ξέρω τι γινότανε στη σχέση του με τον αστυνομικό διευθυντή Θεσσαλονίκης το 40, το Μουσχουντή, ούτε στη σχέση του με τη Νίνου. Μπορώ μόνο να υποθέσω από πού πηγάζει τόσος πόνος, έστω και ψηφιακά επεξεργασμένος, στην αξεπέραστη ερμηνεία της στο «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα». Ξέρω, πάντως, ότι ο Τσιτσάνης χαρακτηριζόταν από σεμνότητα. Κι αυτό δεν είναι λίγο για τόσο πολύ μεγάλους δημιουργούς.

    Καλημέρα.

  103. Τσούρης Βασίλειος said

    Νίκο στο περιοδικό ΩΡΕΣ Status 2001 (ειδική έκδοση) σελίδα 30 γράφει:
    Σε μια ξεχωριστή αίθουσα εκτέθηκαν τα ρολόγια 10 ανθρώπων οι οποίοι αποτελούν σημαντικές προσωπικότητες για την εξέλιξη της νεότερης Ελλάδας. Κατράκη, Τσαρούχη, Τσάτσου , Χατζιδάκι, Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα κλπ…
    Ένα πολύ όμορφο Vasheron Constantin του Βασίλη Τσιτσάνη από κίτρινο χρυσό με μπλε πλάκα μας αποκάλυψε την αγάπη του Τσιτσάνη για τα ρολόγια….

    100. Ναι αγαπητέ Γς ο Τσιτσάνης πρέπει να έτρωγε νόστιμες ζμαρόπτες γιατί η μάνα του ήταν Ζαγορίσια 🙂

  104. Γς said

    Διαβάζω:

    «Ηπειρώτικης καταγωγής, αφού και οι δύο του γονείς κατάγονται από την Ήπειρο.

    Ο πατέρας του, Κώστας Τσατσάνης ή Τσιτσάνης, καταγότανε από τα Ιωάννινα, η δε μητέρα του Βικτωρία – Βίτω Λάζου ήταν Ζαγορίτισσα, από το Τσεπέλοβο.»

  105. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    96 – Ναι είναι διαφορετικό κριτήριο, αλλα για να πώ την αμαρτία μου, δεν με ενθουσίασε ποτέ ο Γαβαλάς, δυο τρία τραγούδια του μου αρέσουν, κι αυτά δεν τα λές χαρούμενα, αλλα είπαμε γούστα είναι αυτά.

    97 – Οι σωστές αποφάσεις του ΚΚΕ στην ιστορία του, είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Είναι τόσες πολλές οι λάθος αποφάσεις, (αρκετές εξοργιστικά λάθος)
    που σε κάνει να αναρωτιέσαι, τελικά ποιόν αντιπροσωπεύει. Εγώ βέβαια έχω την άποψή μου γι΄αυτό το θέμα απο τα 18 μου το 1979, και απο το 1990 τεκμηριωμένα, ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ.

  106. […] το ιστολόγιο του Νίκου […]

  107. daeman said

    Δυστυχώς, το πατρικό του Τσιτσάνη στα Τρίκαλα (στην οδό Λαρίσης), αρκετά χρόνια τώρα έχει γίνει πολυκατοικία (μας λείπονταν οι πολυκατοικίες στον κάμπο, βλέπετε).

    Το μόνο που απόμεινε πια είναι στην είσοδό της μια πλακέτα που μνημονεύει ότι εκεί ήταν κάποτε το σπίτι που γεννήθηκε ο Τσιτσάνης. Περνάω σχεδόν καθημερινά από κει, αλλά μέχρι τώρα δεν σκέφτηκα ποτέ να τη φωτογραφίσω. Θα το κάνω κι αυτό, όταν θυμηθώ. Προς το παρόν, μια φωτογραφία του Βλάχου έξω από το μισογκρεμισμένο πατρικό του, το 1980:

    http://nstatic.tanea.gr/13376001_tsitsanis42.limghandler.jpg?i=aT1maWxlcyUyZm9sZHRhbmVhJTJmZmlsZXMlMmYxJTJmbWVkaWElMmYyMDEyJTJmMTIlMmYxMCUyZjEzMzc2MDAxX3RzaXRzYW5pczQyLmpwZyZ3PTY2MCZoPTM3NiZzdD1mYWxzZSZiZz0wJmNyPWZhbHNlJmF0PTQ%3d

    Αρχόντισσα

    Κουράστηκα για να σε αποκτήσω
    αρχόντισσά μου, μάγισσα τρελή
    σαν θαλασσοδαρμένος μες στο κύμα
    παρηγοριά ζητούσα ο δόλιος στη ζωή

    Πόσες καρδούλες έχουν μαραζώσει
    και ξέχασαν για πάντα τη ζωή
    μπροστά στ’ αρχοντικά σου τα στολίδια
    σκλαβώθηκαν για σένα ξένοι και ρωμιοί

    Αρχόντισσα, τα μαγικά σου μάτια
    τα ζήλεψα, τα έκλαψα πολύ
    φαντάστηκα, σκεφτόμουνα παλάτια
    μα συ με γέμισες μαρτύριο στη ζωή

  108. sarant said

    107: Ωραία, Δαεμάνε, φωτογράφισέ το όποτε περάσεις!

  109. Γς said

    Αφιέρωμα στον Β. Τσιτσάνη στη Δημόσια Τηλεόραση.

    Τώρα

  110. Elias said

    Το σκεφτόμουν λίγο αυτό με το ΚΚΕ και τα χασικλήδικα. Οι Μιλάνοι στον Βόλο, οικογένεια που ήταν μια ζωή ΕΔΑ και ΚΚΕ, δεν θυμάμαι να έπαιξαν ποτέ τραγούδια περιθωρίου (χασικλήδικα, μαχαιροβγαλτικά κ.λπ.) στην ταβέρνα τους. Το κοίταξα λίγο. Λέει εδώ ο Στάθης σε μια συνέντευξή του (2005) στον Άρη:
    Υπήρχε μια τάση θυμάμαι και στην ταβέρνα αλλά και στη σχολή να αποστρέφεις, κι εσύ αλλά και τ’ αδέρφια σου, τον κόσμο και τους μαθητές της σχολής από τραγούδια χασικλήδικα. Όταν κάποιος ζητούσε να μάθει την «Προύσα» ή το «Βαπόρι απ’ τη Περσία» με κάποια δικαιολογία πάντα το απέφευγες.
    — Αυτό είναι γεγονός και στην αρχή έκανα λάθος και πέρασαν 2-3 χρόνια για να το συνειδητοποιήσω. Και σκέφτηκα για ποιο λόγο το παιδί να μάθει αυτό το τραγούδι; Για να αρχίσει να ψάχνεται; Δεν υπήρχε κανένας λόγος. Ένας ενήλικας ξέρει τι του γίνεται, αλλά το παιδί έχει περιέργεια και προβληματίζεται. Και κάτι μπορεί να πάει στραβά.

    Κι εδώ λέει ο Κάρολος κι ο Νϊκος σε μια άλλη συνέντευξη (2005):
    Είναι ευκαιρία να ξεκαθαρίσουμε κάτι: άλλο το λαϊκό, άλλο το ρεμπέτικο;
    — Ναι, βέβαια. Ρεμπέτικα είναι λίγα τραγούδια.

    Πες μου ένα παράδειγμα.
    — Άστο, δεν παίζουμε εμείς τέτοια. Χασικλήδικα και τέτοια. Νάναι κανα βράδυ, να μην έχει πολύ κόσμο, να κλείσω τις πόρτες, μπορεί να πω ένα-δυο. Την «Καπνουλού» τα «Πέριξ», που το ‘χω αλλάξει και λέω «πίνουν οι φλώροι το φραπέ». Ρεμπέτικο είναι οι «Καναβουριές». Τέτοια.

    Δηλαδή αν σε ρωτήσει κανείς τι παίζετε, τι θα του πεις;
    — Λαϊκά τραγούδια. Εδώ μέσα είναι η ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Όποιος έρχεται εδώ, ακούει και ζει την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού.

    Δεν ξέρω, ίσως πράγματι να υπήρχε στο παλιό ΚΚΕ, τόσο στην ηγεσία όσο και σε απλά μέλη, μια αποστροφή για τα τραγούδια παρακμής («ρεμπέτικα», στην ορολογία των Μιλάνων). Ή ίσως να τα απολάμβαναν ως ένοχο μυστικό («νάναι κανα βράδυ, να μην έχει πολύ κόσμο, να κλείσω τις πόρτες, μπορεί να πω ένα-δυο»). Μπορεί. Όμως παρόμοια ήταν κι η στάση της κατεστημένης πλευράς.

    Διαβάστε τις συνεντεύξεις, έχουν ενδιαφέρον.

  111. sarant said

    110: Ευχαριστούμε!

  112. spiral architect said

    […] μια και ο Τσιτσάνης (1915-1984) ανήκει στην αρκετά σπάνια ομάδα ατόμων που πέθαναν την ίδια μέρα με τη γέννησή τους (ένας άλλος είναι ο Καβάφης), […]

    Μια (διπλή) σύμπτωση.
    Λέει η βίκη:
    O Χρήστος Τσαγανέας υπήρξε δεύτερος σύζυγος της επίσης ηθοποιού Νίτσας Τσαγανέα και πεθερός του Γ. Οικονομίδη. Πέθανε την ημέρα των γενεθλίων του. Κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Την επομένη της εκταφής ετάφη στο ίδιο μέρος ο Βασίλης Τσιτσάνης.

  113. Πιτ φαν ντερ Χράιπ said

    Συγγνώμη για το άσχετο της παρέμβασης, αλλά είναι στο ίδιο μήκος κύματος με τη Συννεφιασμένη Κυριακή της Υπερμάχου Στρατηγού (ας πούμε). Προσφάτως «ανακάλυψα» πως το «διότι δε συνεμορφώθην» (κυρίως το μη τραγουδιστικό του μέρος) είναι ψιλοαντιγραφή της γνωστής μελωδίας της Παθητικής του Μπετόβεν (κάπου στα μισά, το πιο αναγνωρίσιμο μέρος ουσιαστικά).

    Ως νέος (κάτω των τριάντα), οφείλω να πω πως ο Τσιτσάνης εκτιμάται από πολλούς και υπάρχουν πολλοί φαν εκεί έξω και άνθρωποι νέοι που έχουν επηρεαστεί βαθιά, άνθρωποι της σύγχρονης λαϊκής μουσικής, συμπεριλαμβανομένου φυσικά του χιπ-χοπ που αποτελεί μέρος της.

  114. sarant said

    Ευχαριστώ -συμφωνώ για το χιπ-χοπ.

  115. Γς said

    Αφιέρωμα στον Βασίλη Τσιτσάνη τώρα.
    Στο Ε TV

  116. spatholouro said

    Ένα μοναδικό αυτόγραφο ντοκουμέντο του Τσιτσάνη από το μακρινό 1951:

    Βασίλης Τσιτσάνης: Πώς συνθέτω τα τραγούδια μου
    (Αθηναϊκή, 23 Ιουλίου 1951)

    Θα σας πω, αγαπητοί μου, πώς συνθέτω τα τραγούδια μου. Αν και -εδώ που τα λέμε- σεις είσαστε οι πραγματικοί συνθέτες των τραγουδιών αυτών. Όταν καταπιάνωμαι με τη σύνθεσι, νοιώθω τη δική σας υποβλητική δύναμι να ταράζη τον ψυχικό μου κόσμο. Το δράμα το δικό σας, την ερωτική σας απογοήτευσι, την οικογενειακή σα ςτραγωδία, τον πόνο και τον καημό σας μετουσιώνω σ’ ένα-δυό μέτρα νότες και ζωντανεύω στο μπουζούκι μου.
    Είσαστε, φίλοι μου, το ανώνυμο και καταφρονεμένο πλήθος με τις μεγάλες ιστορίες. Πάντα ένας απλός, άσημος, κατατρεγμένος άνθρωπος έχει μεγάλες ιστορίες. Αυτόν τον άνθρωπο ψάχνω ν’ ανακαλύψω. Αυτουνού μ’ έταξε η μοίρα να γίνω τροβαδούρος. Τότε πια δεν είμαι ο Τσιτσάνης. Είμαι ο «Τραυματίας», ο «Μπατίρης», ο «Ζητιάνος της αγάπης», «Το θύμα». Ζω την καταθλιπτική ατμόσφαιρα της «συννεφιασμένης Κυριακής» που την έζησε κάποιος από σας. Ζω μέσα «στο ρημαγμένο σπίτι» και σιγοκλαίω τον καημό σας. Γνωρίζω ανάμεσά σας τη γυναίκα που πήρε τον τίτλο της «ντερμπεντέρισσας». Ψάχνω-ψάχνω μέσα στο πλήθος και βρίσκω τον αγαθούλη εκείνο που «πάλιωσε το σακάκι του κι’ άρχισε το μεράκι του». Περνάω από μια φάμπρικα και σας βλέπω να σχολάτε και να πηγαίνετε χαρούμενοι στο σπίτι σας. Γράφω το «Γειά σου περήφανη κι’ αθάνατη εργατιά». Τρέχω στο χωριό, στη βρύση. Βρίσκω την δροσερή κοπέλλα που κινάει για νερό. Την τραγουδάω κι’ αυτή. Είνε η «Γερακίνα». Γυρίζω πίσω με το περήφανο καΐκι και τους αντρειωμένους ναυτικούς. Το χαιρετάω κι’ εκείνο: «Γειά σου, καικι μου, Άη- Νικόλα!».
    Σας το εξομολογούμαι: Χωρίς εσάς δεν μπορώ να υπάρξω ούτε εγώ, ούτε το μπουζούκι μου. Είσαστε το οξυγόνο μου. Είμαι ο Ανταίος κι’ είσαστε η Γή!
    *
    Πολλοί στο παρελθόν είπαν κι’ έγραψαν ότι όταν συνθέτω βρίσκομαι υπό την επήρεια κάποιας μέθης είτε ποτού, είτε ακόμη και ναρκωτικών. Πράγματι μεθυσμένος είμαι εκείνες τις στιγμές. Όχι μόνο από κρασί, ούτε από ναρκωτικά. Εμείς είμαστε λαϊκοί τύποι και ξαίρουμε καλύτερα απ’ τον καθένα ποιος το ρίχνει στα ναρκωτικά. Ποτέ ένας άνθρωπος που δουλεύει ολημερίς και κερδίζει το ψωμί του κάνοντας κάλους στα δάχτυλα. Το όπιο πάει και χώνεται εκεί που κρύβεται η τεμπελιά. Πάει παρέα με τον ακαμάτη, τον αρχγόσχολο, το «ρεμάλι».
    Οι συκοφάντες μου πήγαν να με κάνουν να χάσω το θάρρος μου. Έχω στη ζωή μου μια φιλοδοξία: Να πιάσω στα χέρια μου το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι και να το ανεβάσω όσο πιο ψηλά μπορέσω. Ίσαμε κεί που άλλοτε είχε φτάσει το δημοτικό. Να το στείλω συντροφιά στον εργάτη, που ιδροκοπάει ανάμεσα στις μηχανές του. Συντροφιά στον αγρότη, που σκάφτει τη γης. Στο ναύτη, που παλεύει με τα κύματα. Στο φανταράκι, που περιμένει άδεια, στον «τραυματία», στη «νοσοκόμα», στη «Μάνα», σ’ όλο το φτωχό λαό.

    *
    Το θάρρος μου λοιπόν δεν τόχασα: Γιατί χαμένα λεφτά –μικρή ζημιά. Χαμένη τιμή –μεγάλη ζημιά. Χαμένο θάρρος –όλα χαμένα!

    *
    Σε σας, μεγάλη μου φίλη κυρία Σπανούδη, οφείλω την πρώτη αναγνώρισι της προσπαθείας μου για το λαϊκό τραγούδι. Από κει άνοιξε ο δρόμος σ’ ένα σωρό επιφανείς καλλιτέχνες, όπως ο Κάτσιεν, η Μόιρερ Σήρερ, η Ροζίτα Σεράνο, η Νινόν ντε Βαλουά, που ήρθαν να με ακούσουν. Όλοι τους αναρωτήθηκαν από πού αντλεί τη δύναμί του το τραγούδι μου. Την αντλεί από το ανώνυμο πλήθος που υποφέρει, αγωνίζεται, κλαίει πού και πού, ερωτεύεται, χορεύει χορούς αγωνίας ή ξεσπάσματος χαράς. Αν μιλώντας ή τραγουδώντας στο λαό τύχη ν’ αγγίξης με τον ήχο και το λόγο σου το κοινό για όλους μυστικό, το βαθειά χωμένο στην ψυχή του καθενός, το αληθινά ανθρώπινο, τότε από τα μάτια των ανθρώπων ξεφεύγει μια δύναμι υποβλητική που σε ποτίζει ολόκληρο και σε σηκώνει ολοένα και πιο ψηλά.

    Έτσι νοιώθω, φίλοι μου, το δεσμό που συνδέει εσάς μ’ εμε΄να. Κι’ αυτός ακριβώς ο δεσμός είνε η δύναμι που με σπρώχνει να συνθέτω. Αν τώρα το τραγούδι μου -το τραγούδι μας- δεν πήρε ακόμη την επίσημη αναγνώρισί του άλλο ζήτημα. Μη ξεχνάτε ποτέ την παροιμία:
    «Το αραποσίτι χρειάζεται εκατό ημερών ζέστα»!

  117. sarant said

    116 Τι βρίσκεις βρε άνθρωπε!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: