Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Μια διαμαρτυρία λογίων και δυο δυσεύρετα σονέτα

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2014


Ο τίτλος του σημερινού άρθρου είναι συντομευμένος, επειδή ο πλήρης τίτλος βγήκε κάπως ανοικονόμητος. Πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο «Λεσβιακό ημερολόγιο 2014», μια ετήσια έκδοση που βγαίνει κάθε Δεκέμβριο με συνεργασίες από και για τη Λέσβο, στην οποία συνεργάστηκα κι εγώ αφού λογαριάζομαι για Μυτιληνιός από τη μεριά του πατέρα μου. Εδώ το αναδημοσιεύω προσθέτοντας μερικά πράγματα.

Μια διαμαρτυρία των λογίων της Λέσβου για τον Βάρναλη – και δυο δυσεύρετα σονέτα του Βάρναλη για τη Λέσβο

Το φθινόπωρο του 1924 ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, που υπηρετούσε ως εκπαιδευτικός στη μέση εκπαίδευση και βρισκόταν με υποτροφία στο Παρίσι, διέκοψε την υποτροφία του για να έρθει στην Αθήνα και να στελεχώσει την Παιδαγωγική Ακαδημία, το εκπαιδευτικό ίδρυμα που μόλις είχε ιδρυθεί, περίπου ως αντίπαλο δέος της συντηρητικής φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, με σκοπό να επιμορφώνει εκπαιδευτικούς της μέσης εκπαίδευσης και να αποτελέσει, μαζί με το Μαράσλειο Διδασκαλείο, την αιχμή του δόρατος της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1923.

Ωστόσο, σχεδόν αμέσως μόλις ανέλαβε καθήκοντα, διδάσκοντας νεοελληνική λογοτεχνία στην Ακαδημία, ο Βάρναλης έγινε στόχος επιθέσεων. Βλέπετε, καθώς η ορμή της επανάστασης του Πλαστήρα είχε αρχίσει να ξεθυμαίνει και ο ρυθμός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είχε ανακοπεί μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον συντηρητικότερο Μιχαλακόπουλο (Οκτώβρης 1924), μια μερίδα των Φιλελευθέρων αρχίζει να επικρίνει τη μεταρρύθμιση. Σημείο καμπής είναι η μεταστροφή της (βενιζελικής) Εστίας, η οποία από τις 10 Νοεμβρίου 1924 αρχίζει να επιτίθεται στην Παιδαγωγική Ακαδημία με κύριο στόχο τον Βάρναλη, και τις «αντιπατριωτικές» απόψεις που είχε εκφράσει στο «Φως που καίει», που το είχε δημοσιεύσει το 1921 στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας.

Παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το «Φως που καίει», μεταξύ των οποίων και οι στίχοι

Είμαι η ιερή Πατρίδα, που διδάχνω,
το μίσος, την κλοπή, το φόνο
σειώντας ένα πανί χρωματιστό
μπροστά στα μάτια που τυφλώνω τα με χίλιους τρόπους

η Εστία αναρωτιέται γιατί η «κλίκα» του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου δεν στρέφεται εναντίον του συγκεκριμένου εκπαιδευτικού, που πάντως δεν τον κατονομάζει.

Ο Αλέξ. Δελμούζος απάντησε θαρραλέα στην Εστία ότι οι προσωπικές πεποιθήσεις των δασκάλων δεν ενδιαφέρουν («Ο καθένας μας μπορεί ατομικά να έχει οποιαδήποτε πολιτική πίστη θέλει, ακόμα και αναρχικός να είναι και σε σύλλογο αναρχικό να ανήκει και θεωρητικά στην εξωσχολική του δράση να γράφει ακόμα υπέρ του αναρχισμού. Πώς μπορεί να συμβιβάσει σε τέτοια περίπτωση τη δική του πίστη με το έργο του διδασκαλείου, αυτό είναι ζήτημα δικής του συνειδήσεως») .

Ο ίδιος ο Βάρναλης δεν πήρε θέση· άλλωστε, ήξερε, και το εξέφρασε και αργότερα στα Φιλολογικά του Απομνημονεύματα, ότι δεν ήταν αυτός ο κύριος στόχος αλλά ο Γληνός και ο Δελμούζος: («Μα τουτουνούς [Δελμούζο και Γληνό] ίσα-ίσα θέλανε να φάνε … εμένα με χτυπήσανε για λογαριασμό δικό τους κι ο Δελμούζος νόμιζε πως εγώ τον πήρα στο λαιμό μου!»). Η επίθεση στον Βάρναλη, και αργότερα στην Ιμβριώτη, δεν ήταν αυτοσκοπός, ήταν μέσο για να χτυπηθούν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, αφενός η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και αφετέρου η διείσδυση των ιδεών του κομμουνισμού στην εκπαίδευση.

Ταυτόχρονα, κάποιος καλοθελητής φρόντισε να φτάσει στον πρωθυπουργό Ανδρ. Μιχαλακόπουλο ένα αντίτυπο από το Φως που καίει έχοντας σημειώσει επάνω στο εξώφυλλο (το πειστήριο του εγκλήματος εδώ):

Βάρναλης, καθηγητής εις την Παιδαγωγικήν Ακαδημίαν, δηλαδή την αυθαίρετον Σχολήν του Γληνού.

Εάν επιθυμείτε και έχετε καιρόν αναγνώσατέ το όλον, αλλά πάντως αναγνώσατε τας σελίδας 40 (τελευταίον στίχον) 53 όπου υβρίζει την Παναγίαν, τέλος δε από της σελίδος 61 μέχρι τέλους.

Το κτήνος αυτό είναι Βουλγαρικόν. Είναι και κωφόν. Εν τούτοις, επειδή είναι μαλλιαρόν, εν γνώσει των πίστεών του, το απέστειλαν δις ή τρις υπότροφον!

Ο Βάρναλης ήταν πράγματι βαρήκοος, ενώ ο χαρακτηρισμός Βουλγαρικόν κτήνος εννοεί το ότι ο Βάρναλης είχε γεννηθεί στην Ανατολική Ρωμυλία (και όχι ότι ήταν αριστερός, μια και το 1925 δεν αποκαλούσαν ακόμη Βούλγαρους τους κομμουνιστές). Παρόλο που η εθνικοφροσύνη έσκιζε τα ρούχα της, υποτίθεται, για τον εκτός συνόρων ελληνισμό, δεν έπαυε να αποκαλεί Βούλγαρους τους ομογενείς από τη Ρωμυλία.

Τα διαβήματα έφεραν αποτέλεσμα, και πράγματι στις αρχές του 1925 συνεδρίασε το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο και τιμώρησε τον Βάρναλη με εξάμηνη παύση, ποινή που ανακοινώθηκε στα τέλη Μαρτίου 1925. Τις επόμενες μέρες δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες δυο διαμαρτυρίες λογίων. Μία από λογίους της Αθήνας (με τα πρώτα ονόματα, Παλαμάς, Ξενόπουλος, Βουτυράς κτλ. αλλά και με υπογραφές από πολιτικούς όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου) και μία από λογίους της Αλεξάνδρειας, μεταξύ των οποίων, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, ο Κ.Π.Καβάφης.

Υπήρξε όμως και μια τρίτη διαμαρτυρία, ελάχιστα γνωστή, που δεν την έχω βρει πουθενά δημοσιευμένη, αλλά που το πρωτότυπό της απόκειται στο Αρχείο Βάρναλη στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη.  Απ’ όσο έψαξα, δεν έχει κάπου δημοσιευτεί, οπότε την παρουσιάζω εδώ ελπίζοντας να μην κομίζω γλαύκα -αν όχι εις Αθήνας πάντως στη Λέσβο. Πρόκειται για μια διαμαρτυρία λογίων της Μυτιλήνης:

mytil1 DSCF6091

Διαμαρτυρία

Απ’ τ’ Αθηνέικα φύλλα μάθαμε το διώξιμο του ευσυνήδειτου (sic) λογοτέχνη κ. Βάρναλη από τη θέση του, για ένα λογοτεχνικό του έργο που δημοσιεύτηκε εδώ και δυο χρόνια, και με ψευδώνυμο στην Αλεξάντρεια. Διαμαρτυρούμαστε γι’ αυτό το βάρβαρο στραγγαλισμό της ελευθερίας των πνευματικών ανθρώπων του τόπου μας απάνου σε ζητήματα της σκέψεως και της τέχνης, που πάει να επιβάλη η Κυβέρνηση και εκφράζουμε πικρά όλη τη ντροπή που αισθανόμαστε για λογαριασμό της.

Μυτιλήνη, 18 Απρίλη 1925

Υπόγραψαν

Στρατής Μυριβήλης

Θ. Λεφκίας                              Ν. Σωτηράκης

Π. Εράτης                                Ηλίας Βενέζης

Στρατής Δούκας                      Π. Κεφάλας

Ηλ. Ηλιάδης

Τέρπ. Αναστασιάδης

Φ. Ανατολέας

Στρατής Παπανικόλας

Σ. Παπαλουκάς

Ν. Πασαλής

Εφημερίδες

«Ελεύθερος Λόγος»
«Σάλπιγξ»
«Ταχυδρόμος»
«Κήρυξ»
«Καμπάνα»
«Βούρδουλας»

Σωματεία

Ένωσις Εφέδρων Λέσβου
Σύλλογος Ελληνικών Μουσικών Τεχνών

Περιοδικό
Λεσβιακές Σελίδες

Τα ονόματα της δεξιάς στήλης (Σωτηράκης κτλ.) έχουν προστεθεί εκ των υστέρων. Σημειώνουμε ότι Παύλος Εράτης είναι το ψευδώνυμο του Ασημάκη Πανσέληνου.

mytil2 DSCF6093

Η διαμαρτυρία δεν φαίνεται να δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα της Μυτιλήνης (ευχαριστώ τον φίλο Αριστείδη Καλάργαλη για τη βοήθειά του στη σχετική έρευνα) όπου μόνο στη Σάλπιγγα δημοσιεύεται, στις 30.4.1925, αναφορά στη διαμαρτυρία των Αθηναίων και Αλεξανδρινών λογίων για την «άδικο εξάμηνο παύσι του ποιητού κ. Βάρναλη». Πιο περίεργο είναι ότι δεν (βρήκα να) δημοσιεύτηκε ούτε σε αθηναϊκή εφημερίδα. Αν όντως έτσι είναι και δεν οφείλεται σε δική μου αβλεψία, τότε το κείμενο της διαμαρτυρίας βλέπει το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά έπειτα από 89 χρόνια!

Ο Βάρναλης δεν έμελλε να συνεχίσει στη δημόσια εκπαίδευση· μετά την εξάμηνη παύση τού ήρθε μια εκδικητική μετάθεση στα Χανιά, επί δικτατορίας Πάγκαλου, και ύστερα η οριστική απόλυση χωρίς σύνταξη. Ο ποιητής στράφηκε στη δημοσιογραφία για βιοπορισμό. Η πρώτη τακτική συνεργασία του Βάρναλη με εφημερίδα ήρθε το καλοκαίρι του 1926 όταν περιόδευσε τη Γαλλία ως απεσταλμένος της εφημερίδας Πρόοδος -τα χρονογραφήματα αυτής της περιόδου κυκλοφορούν σε βιβλίο, με δική μου επιμέλεια, από τις εκδόσεις Αρχείο, με τίτλο «Γράμματα από το Παρίσι».

Όταν τον Οκτώβριο του 1935, με το κίνημα του Κονδύλη, ο Βάρναλης εξορίστηκε μαζί με δεκάδες άλλους δημοκρατικούς πολίτες στον Άγιο Ευστράτιο, πέρασε 5-6 μέρες στη Μυτιλήνη σε αναμονή του βαποριού της άγονης γραμμής και είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με Μυτιληνιούς λογίους (και να… βγάλει ένα δόντι που τον πονούσε). Τα γράμματα που έστειλε ο Βάρναλης από την εξορία, μαζί και εκείνα της Μυτιλήνης, πρόκειται να εκδοθούν σε βιβλίο από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε επιμέλεια του φίλου Ηρακλή Κακαβάνη, τον οποίο και ευχαριστώ για τη βοήθειά του σε αυτό το άρθρο.

Ωστόσο, ο Βάρναλης είχε ήδη γράψει δυο «δίδυμα» σονέτα αφιερωμένα στη Λέσβο, που είναι μάλλον δυσεύρετα σήμερα αφού δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Γράμματα της Αλεξάνδρειας το 1913, αλλά δεν συμπεριλήφθηκαν σε καμιά ως τώρα συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Βάρναλη σε βιβλίο (ξέρουμε ότι ο ποιητής φάνηκε πολύ φειδωλός στην ανθολόγηση ποιημάτων της νιότης του) παρά μόνο στο περιοδικό Ηριδανός το 1975, οπότε ίσως να μην είναι γνωστά στον σημερινό αναγνώστη.

Κλείνω λοιπόν με τα δίδυμα αυτά σονέτα, που παρουσιάζουν τη στιχουργικήν αρτιότητα και το διονυσιακό κλίμα που ήταν χαρακτηριστικό της πρώτης περιόδου του Βάρναλη:

ΛΕΣΒΟΣ

I

Ω που βυθάς πάντα θερμά τα αιθέρια
στα σμαραγδά σου ανάγυρτα, σαν κρίνοι
χιονάτα περιστέρια προς την κρήνη
της ηδονής, εσένα, την Κυθέρεια

σου φέρνουνε! Ζευγάρια περιστέρια
με καημό που τα ογρά τους μάτια κλείνει,
φιλιούνται απάνω στην παρθένα κλίνη,
που κλήμα με τσαμπιά ισκιώνει τη στέρια!

Κι ω κόρη εσύ γλυκιά της Μυτιλήνης,
την ακριβή σιωπή σου μην τη λύνεις,
θεία ζώνη κεντημένη απ’ των Ιμέρων

τα ματωμένα δάχτυλα· να βάνει
γύρω νέφη ονείρου το λιβάνι
των κινημάτων σου όλων των ημέρων!

II

Μυρωδικά της Αραβίας θα καίω
πάνω στη ροδοστέφανη θυμέλη
κι αλειμμένα τα χείλια μας με μέλι
θα διαβάζουν τον ερωτάρη Αλκαίο

ή τον ισόθεο κύκνο το Διρκαίο
από χρυσή περγαμηνή! (Τα μέλη
τ’ άπλερα πρώτα ν’ απλωθούνε μέλει
σε κόκκινα χαλιά). Και με το νέο

στόμα θε να σου δίνω σύκα, όσο έχει
ο λύχνος απ’ το λάδι φως να πίνει·
κι η φαντασιά στα σκοτεινά σαν τρέχει,

θα βάφεται στο ευωδιακό ψιμμύθι,
όπου μ’ αυτό ψες βράδυ το ρουμπίνι
το φλογάτον η ρώγα σου εμιμήθη!

 

57 Σχόλια προς “Μια διαμαρτυρία λογίων και δυο δυσεύρετα σονέτα”

  1. leonicos said

    1

  2. leonicos said

    Σ’ έφαγα Γς

  3. spiral architect said

    … μη χάσεις εσύ!

  4. christos k said

    «στόμα θε να σου δίνω σύκα, όσο έχει
    ο λύχνος απ’ το λάδι φως να πίνει·
    κι η φαντασιά στα σκοτεινά σαν τρέχει,

    θα βάφεται στο ευωδιακό ψιμμύθι,
    όπου μ’ αυτό ψες βράδυ το ρουμπίνι
    το φλογάτον η ρώγα σου εμιμήθη!»

    ….έχω πάθει πλάκα! Το καλύτερο ξύπνημα, να ‘σαι καλά Νίκο.

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

  6. leonicos said

    Φυσικά το πρώτο μου σχόλιο ήταν παντελώς αδιάβαστο

    Δεν ξέρω αν έχει υπάρξει ωραιότερη, ουσιαστικότερη και πιο γεμάτη νόημα ανάρτηση εδώ μέσα, και παρντόν αν κάνω λάθος.

    Αν κάνω λάθος, είναι από τις καλύτερες, με μεγάλη διαφορά από τις άλλες.

    Κατ’ αρχήν μας έδωσε έναν Βάρναλη που δεν ξέραμε πολύ καλά, και θα φροντίσω να προμηθευτώ και το μελλοντικό βιβλίο περί αυτό. Τα Γράμματα από το Παρίσι τα έχω. Τα συστήνω επίσης. (Δεν είναι διαφήμιση, μεταξύ μας είμαστε)

    Από τον Βάρναλη είχα μείνει με την εντύπωση του δύστροπου κακοποιημένου αριστερού που δεν έχει τίποτα να χάσει και γι’ αυτό τα φτύνει όλα και ξεμπερδεύει αδιαφορώντας αν γίνεται αντιπαθητικός σε δικούς και ξένους. Προφανώς ΔΕΝ ήταν έτσι

    Ανέβηκε η εκτίμησή μου για τον Λαπαθιώτη από την αντίδρασή του προς τον Κουλουμβάκη. Τον φαντάστικα με το γνωστό τράβηγμα του βλεφάρου και το ὁμοφί ὕφος (τα πνεύματα μπήκαν επί τούτου) να λέει: ‘Πού βρέθηκε αυτό ανάμεσά μας’ και να δείχνει την αποστροφή του

  7. …Το κτήνος αυτό είναι Βουλγαρικόν…

    Μήπως ήταν ΠΑΟΚτσής ο Βάρναλης ;
    Γιατί ακόμα και σήμερα, γάβροι, βαζέλες και χανούμια αποκαλούν «Βούλγαρους » τους ΠΑΟΚτσήδες, αντεθνικώς συμπεριφερόμενοι !

  8. leonicos said

    Δεν ξέρω αν η διαμαρτυρία των λογίων της Μυτηλήνης έχει φιλολογικό νόημα πια, εκτός του να μας πει πόσο ζωντανός πνευματικά ήταν αυτός ο τόπος, που μόνο με την Κρήτη μπορεί να συγκριθεί ως επαρχία, αλλά η παρουσία των σονέτων είναιο πραγματικό εύρημα

    Μπράβο Νικ Νοικ. Δεν είοναι τυχαίο αυτό που σου έγραψα κατ’ ιδίαν.

  9. leonicos said

    @7 Τζι, Όντως όλο το έθνος προσκυνάει σώβρακα και φανέλες

  10. Ανδρέας said

    Αυτό το «Φως που καίει» μου θύμισε τον Ντίνο Ηλιόπουλο στην ταινία οι κυρίες της αυλής του ’66.
    Ο Πίπης ζωγραφίζει στη ταβέρνα την Ελευθερία και του γκρινιάζει ο ταβερνιάρης ότι δεν είναι η αμερικάνικη (το άγαλμα δηλαδή) που του ζήτησε κι ο Πίπης απαντά:
    «A, αυτή την Ελευθερία θέλεις! Την Αμερικάνικη που είναι κούφια από μέσα και με ένα δαυλό στο χέρι βάζει φωτιά στην κόσμο!»

  11. Ανώνυμος said

    Καλημέρα. 🙂
    Συγχαρητήρια στους εμπλεκόμενους ερευνητές, πολύ καλή η σημερινή δουλειά σας!
    (αν και σου αφήνει μια πίκρα, όσο και να τη γλυκαίνουν τα ερωτικά σονέτα του Βάρναλη)

  12. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    Ο αποπάνω ανώνυμος μάλλον κατά λάθος το έκανε 🙂

    Λεώνικε, ήταν και αυτό το νόημα της δημοσίευσης, να δείξει τη ζωντάνια της πνευματικής ζωής της Μυτιλήνης στο μεσοπόλεμο.

  13. Ανδρέας said

    συνέχεια του #10 σχολίου
    Απ’ την Αλεξάνδρεια ο Ηλιόπουλος κάτι θα είχε κατά νου.

    «κι αλειμμένα τα χείλια μας με μέλι
    θα διαβάζουν τον ερωτάρη Αλκαίο

    ή τον ισόθεο κύκνο το Διρκαίο
    από χρυσή περγαμηνή!»

    Εδώ κάνει αναφορά στο Αιολικό ιδίωμα. Ο κύκνος ο Διρκαίος είναι ο Πίνδαρος.

  14. Πολύτιμο άρθρο, ως είθισται.

    Και αριστουργηματικός, θαρρώ, ο ρυθμός, η προσωδία και η γλωσσική ροή του πρώτου σονέτου. Πρωινιάτικο και τα μάτια σου να πέφτουν σε τόσο εκλεκτικό συνδυασμό φωνηέντων, συμφώνων, συλλαβών, λέξεων, φράσεων, παύσεων και ροής: ανεκτίμητο. Τολμώ να ισχυριστώ πως έχει τέτοια αυτάρκεια κι αισθητική ο ήχος αυτού του σονέτου, που ακόμα και σε αλλόγλωσσο να το απαγγείλεις ίσως μαγευτεί και μόνο στο άκουσμα, δίχως καν να να καταλαβαίνει τι ακούει.

  15. αυτή η στέρια που την ισκιώνει κλήμα με τσαμπιά, τι ακριβώς είναι ;

  16. Γς said

    >αλλά και με υπογραφές από πολιτικούς όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου) και μία από λογίους της Αλεξάνδρειας, μεταξύ των οποίων, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, ο Κ.Π.Καβάφης.

    Οχι και τελευταία!
    Κι ο Καργάκος; Μπακάλικο είναι;
    Εχεις «γράψει» επ αυτού Νικοκύρη.
    Είναι όμως απολαυστικός επ αυτού ο δάσκαλος!…

  17. sarant said

    14: Για να εμπνεύσει τέτοια λυρική περιγραφή, θα πρέπει να αξίζει το ποίημα!

    15: Στέρια εγώ το διαβάζω σαν επίρρημα. Ισκιώνει τη στέρια = Την ισκιώνει στέρια (την κλίνη του προηγούμενου στίχου)

  18. # 17 β

    Πιθανότατα, Νίκο. Πάντως σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως δεν τρώγεται το τελικό νι για να ξεχωρίζει η αντωνυμία από το άρθρο δλδ ισκώνει την στέρια, όπως γράφτηκε το βρίσκω πολύ μαλλιαρό.

  19. spiral architect said

    @12: Nίκο, εγώ ήμουν ο #11, γιατί συνδέθηκα μέσω του εφεδρικού μου μέηλ του google-gmail, οπότε ισχύουν τα αναγραφέντα εκεί. 🙂

  20. sarant said

    18: Μα, έτσι κι αλλιώς δεν ξεχωρίζει από το άρθρο. «ισκιώνει την ανάρια», μπορεί να είναι είτε αντωνυμία είτε άρθρο.

  21. Theo said

    Συγγνώμη, αλλά δεν θα συμμεριστώ τον θαυμασμό και τους ύμνους σας για τα στιχουργήματα του Βάρναλη.

    Μου δίνουν την εντύπωση πως ο ποιητής δεν είχε τι να κάνει και είπε: «ας γράψουμε και κανα στίχο, να κολακεύσουμε τους Λέσβιους». Όλος αυτός ο τάχαμου «λυρισμός», «ρομαντισμός», κλπ., με τις βεβιασμένες ομοιοκαταληξίες, με λιγώνει. Μου δίνει την αίσθηση πως είναι ένας απλός βερμπαλισμός.

    Ενώ ποίηση είναι το απόσταγμα της καρδιάς, των βαθύτερων αισθημάτων, όχι κάποιοι επιπόλαιοι συναισθηματισμοί. Κι ο αληθινός ποιητής κατ’ εμέ, μετρά τα λόγια του. Ο αληθινός ποιητής είναι ο καθαρός, που λέει κι ο Σεφέρης.

    Αν συγκρίνει κανείς αυτούς τους στίχους με τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Λειβαδίτη, τον Καββαδία, τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, Γκανά, ο Βάρναλης φαίνεται απλός στιχοπλόκος.

  22. # 20

    Εξ ιδίων κρίνω τα αλλότρια, προσωπικά λέω κλείσε τη πόρτα αλλά να την κλείσεις, Βέβαια όταν το ουσιαστικό αρχίζει από φωνήεν υπάρχει ταύτιση.
    Ισως πρέπει να ακολουθώ το ιδίωμα μερικών που τις ομόηχες με τα άρθρα αντωνυμίες ντις προφέρουν ντο, ντη, ντα κ.λ.π.

  23. stratosbg said

    Reblogged this on a hairless ape.

  24. Παγανιστής said

    Κύριε Σαραντάκο,

    διατί, άραγε, ουδείς από τους 23 σχολιογράφους σας δεν ετόλμησε να σχολιάσει την σημερινή ανήκουστη επίσκεψη του (δεδηλωμένου Άθεου) Δημάρχου Αθηναίων Γιώργου Καμίνη στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Αρχοντώνη;

    http://fanarion.blogspot.gr/2014/02/blog-post_9.html

    Πού ακούστηκε ο «Αρχηγός του Γένους» να ευλογεί δεδηλωμένους Αθέους; Μήπως επειδή είναι κομμουνιστής ο Καμίνης, τον θεωρεί ξαδερφάκι του ο Αρχοντώνης, αφού Κομμουνισμός και Χριστιανισμός είναι Εβραϊκά κατασκευάσματα;

    Όποιος ισχυριστεί ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης οφείλει να δέχεται όλους όσους του ζητούν ακρόαση, μπορεί να δώσει ιδέες στον ναζιστή Κασιδιάρη: Αν ο υποψήφιος των Χρυσαύγουλων για τον Δήμο της Αθήνας ζητήσει μεθαύριο να δεί τον Βαρθολομαίο, θα γίνει το «έλα να δείς»: Αν μέν τον δεχθεί ο γιός του κουρέα της Ίμβρου, θα γίνει παγκόσμιος σάλος ότι ο Αρχηγός της Ορθοδοξίας ευλογεί τους Ναζιστές. Αν του αρνηθεί την ακρόαση, ακόμη και ο πιό αποβλακωμένος Ρωμηός θα καταλάβει ότι η περίφημη «Χριστιανική Αγάπη» δεν ισχύει για τους Ναζιστές.

  25. Νέο Kid Στο Block said

    24. Αλέκουμσαλάμ!

  26. 21:

    «βεβιασμένες ομοιοκαταληξίες»;
    – Πού ακριβώς;

    «απλός βερμπαλισμός.»
    – Πιθανόν· κατονομάστε μου έναν ποιητή, και δη στην πρώιμή του περίοδο που να μην βερμπάλιζε, να μην κολάκευε, να μην επιθυμούσε να εντυπωσιάσει· ειδικά της προπολεμικής και μεσοπολεμικής γενιάς. Πάραυτα, κι όμως δύναται ακόμη και ο βερμπαλισμός να προσφέρει ζωηρόχρωμο ήχο και ζωογόνα πολυρρυθμία σ’ ένα ποίημα (και όχι μόνο), ακόμη και όταν ένα δεδομένο ποίημα δεν είναι εύληπτο αναγνωστικά· να προσφέρει δηλαδή πίσω από τις γραμμές του άλλο ένα ποίημα, ένα ποίημα γραμματικής, ας το ονομάσουμε, με ισχυρή άρρητη μαστοριά και ζωντάνια, ένα σημαίνον ας πούμε αντί για ένα σημαινόμενο. Φανταστείτε σαν παράδειγμα ένα υφαντό με υπερβολικά λαμπερά, ενοχλητικά χρώματα, το οποίο όμως να παρουσιάζει τεράστια μαστοριά στη ραφή του, στα σχέδια και την υφή του· θέλω να ρωτήσω λοιπόν, γιατί θα πρέπει ο βερμπαλισμός να διωκεται a priori και εσαεί ως μεμπτός και ως βδέλυγμα;

    «ποίηση είναι το απόσταγμα της καρδιάς, των βαθύτερων αισθημάτων, όχι κάποιοι επιπόλαιοι συναισθηματισμοί.»
    – Πόσο είστε σε θέση να γνωρίζετε την ψυχική και διανοητική κατάσταση του Βάρναλη όταν τό ‘γραφε;
    Δεύτερον, στερήσατε τελείως από τον γενικολογικό (και υπερσυνηθισμένο – συμπαθάτε με) ορισμό σας όλο το διανοητικό κομμάτι του ανθρώπου και του δημιουργού. Ας με συγχωρέσει ο Νικοκύρης για την παραπομπή, και ας εξηγηθώ στο δικό μου ισχυρισμό περί ποίησης:

    http://arismanouras.wordpress.com/2013/04/05/koihsi/

    «Ο αληθινός ποιητής είναι ο καθαρός, που λέει κι ο Σεφέρης.»
    – Γενικολογικός ορισμός και πάλι, εάν απομονωθεί από τα συμφραζόμενά του, τα οποία και δεν παραθέτετε. Εξίσσου γενικολογικό θ’ ακουστεί και ένα «Ο αληθινός Έλληνας είναι ο καθαρός, που λέει κι ο Μιχαλολιάκος.» Ομοίως και ένα «Το αληθινό ρούχο είναι το καθαρό, που λεν κι οι τριάντα κατασκευαστές πλυντηρίων.». Και τί εννοείτε «καθαρός» εσείς και ο Σεφέρης;

    «Αν συγκρίνει κανείς αυτούς τους στίχους με τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Λειβαδίτη, τον Καββαδία, τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, Γκανά, ο Βάρναλης φαίνεται απλός στιχοπλόκος.»
    – Με ποιές ακριβώς περιόδους των εν λόγω ποιητών συγκρίνετε εν προκειμένω το Βάρναλη; Αν θα θέλατε νά ‘στε ακριβοδίκαιος (πλην όμως άστοχος, θεωρώ, – συμπαθάτε με και πάλι) θά ‘πρεπε να προσθέσετε στον ισχυρισμό σας τουλάχιστον ένα «της πρώτης περιόδου τους». Διότι επικαλείστε μια ολόκληρη στρατιά κορυφαίων ποιητών ενάντια σε έναν άλλο κορυφαίο, και μάλιστα της πρώτης του περιόδου, της παρνασσικής. Πέραν τούτου, τοποθετείτε στην ίδια πρόταση Σεφέρη και Καββαδία, τη στιγμή που ο πρώτος απαξιούσε προσωπικά και καλλιτεχνικά το δεύτερο. Ετούτο δημιουργεί μικρή ασυνέπεια στον ισχυρισμό σας, η οποία όμως, πράγματι, αίρεται από το γεγονός ότι η ποίηση δεν είναι ένα μόνο πράμα αλλά χίλια δέκα. Όπως και νά ‘χει πάντως, φαίνεται να γνωρίζετε για το Βάρναλη περισσότερα από τον Παλαμά που ενθάρρυνε το έργο του Βάρναλη ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, για να το αγκαλιάσει άνευ όρων ήδη απ’ τις αρχές του ’30. Στιχοπλόκος ο Βάρναλης; Βεβαίως· ουδέποτε αρνήθηκε την ιδιότητά του αυτή, και ειδικά στην αυγή της δημιουργικής του πορείας. Αλλ’ από την αυτοπαραδοχή του Βάρναλη έως και τον δικό σας χαρακτηρισμό έναν αιώνα μετά, η απόσταση ειναι μιας βδελυγμίας δρόμος.

  27. Ηλεφούφουτος said

    Καλά το δεύτερο σονέτο, αλλά το πρώτο;

    «Ω που βυθάς πάντα θερμά τα αιθέρια
    στα σμαραγδά σου ανάγυρτα, σαν κρίνοι
    χιονάτα περιστέρια προς την κρήνη
    της ηδονής, εσένα, την Κυθέρεια

    σου φέρνουνε!»

    Μόνο εγώ θέλω σύνταξη και μετάφραση για να καταλάβω τι λέει;

    Κατά τ άλλα, έμαθα πολλά κι ενδιαφέροντα σήμερα.

  28. 27:

    Ω [Λέσβο], εσύ που βυθίζεσαι [ή βυθίζεις] πάντα με θέρμη στα [ή τα] αιθέρια
    μέσα στα σμαραγδιά σου [χαρακτηριστικά],

    αναγερτά [που ξαναγυρίζουν ή περιστρέφονται] χιονάτα περιστέρια σαν κρίνοι,
    σού φέρνουν την Κυθέρεια εσένα [Λέσβο] που εισαι η κρήνη της ηδονής.

    Πράγματι, η σύνταξη, η στίξη, και η γλώσσα κινούνται τολμηρά όμως επικίνδυνα προς τα άκρα της αντίληψης, και οφείλει κάποιος να διαβάζει τον κάθε στίχο -ακόμα και φράση- με συνεχείς αναδρομές και μετακινήσεις, παράλληλα προσπαθώντας να μεταφράσει ιδιωματισμούς, παρατονισμούς κτλ. Δεν είναι καθόλου εύκολο ως ανάγνωσμα. Δίχως να σημαίνει πως δεν γίνεται να έχει ομορφιά, έστω και σε μη καθαυτο γλωσσικό επίπεδο.

  29. Μαρία said

    27
    τα χιονάτα περιστέρια φέρνουνε σε σένα που είσαι κρήνη της ηδονής την Αφροδίτη

  30. Theo said

    @26:
    Καλά, φίλε μου, γιατί εξάπτεσαι; Και γιατί ο πληθυντικός;

    Όσα γράφω είναι υποκειμενικά, η αντίδρασή μου, ως ομότεχνου, καθώς διάβαζα αυτά τα σονέτα. (Θα περιαυτολογήσω, γράφοντας πως έχω δημοσιεύσει κάποια ποιήματα, μιαν πλακέτα, που, όπως μου είπε ο εκδότης, ήταν το βιβλίο του που εξαντλήθηκε γρηγορότερα. Γι’ αυτήν την πλακέτα μου έγραψαν πολλά επαινετικά γνωστοί μου ποιητές αλλά κρατώ ως φυλαχτό το γραμματάκι του Μίλτου Σαχτούρη -που τον θεωρώ τον μέγιστο ποιητή μας του 20ου αιώνα και που δεν είχαμε καμιά γνωριμία μέχρι τότε- όπου υποκλινόταν μπροστά στήν εν λόγω πλακέτα, με ονόμαζε «ποιητή» -και φαίνεται από τα ποιήματά του τι σημαίνει «ποιητής» για τον Σαχτούρη- και με παρότρυνε να συνεχίσω αλλά δεν το έκανα, γιατί δεν βρέθηκα στο ίδιο mood μ’ εκείνο που είχα όταν έγραψα αυτά τα ποιήματα και γιατί υπακούω στον Ρίλκε που συμβουλεύει ένα νέο ποιητή να γράφει μόνο όταν θα πέθαινε αν δεν έγραφε. Νομίζω πως τα παραπάνω αιτιολογούν το γιατί βδελύσσομαι τον βερμπαλισμό.)

    Νομίζω, λοιπόν, πως είναι σφαλερό ο ποιητής να βασίζεται πάνω στο «διανοητικό κομμάτι του ανθρώπου». Διαφωνώ και με τον «ισχυρισμό» σου πως «Εργαλεία και ζύμη της ποίησης είναι οι λέξεις, τα στίγματα, η σύνταξη και η φόρμα». Η ποίηση γράφεται με την καρδιά και την (ελληνική, εν προκειμένω) γλώσσα. Αυτό νιώθω, κι αυτά περίπου γράφουν οι ποιητές που αγαπώ. Δεν είναι θέμα τεχνικής, ούτε νιώθεται εγκεφαλικά, ούτε εξετάζεται με τα εργαλεία των αποδομητών. Κι έναν αληθινό ποιητή τον νιώθει καλύτερα ένας άλλος ποιητής, όχι ο οιοσδήποτε βιβλιοπόντικας φιλόλογος και κριτικός.

    Τα σονέτα του Βάρναλη έχουν μια φτιαχτή γλώσσα, που φαίνεται πως δεν είναι πηγαία (αυτό διαισθάνομαι, μη με ρωτάς πώς το αποδεικνύω) και βεβιασμένες ομοιοκαταληξίες.

    -Πού ακριβώς;
    Βλ. τα «περιστέρια – στέρια» και «ψιμμύθι – εμιμήθη» (Ο Βάρναλης δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ αυτόν τον καθαρευουσιάνικο τύπο, γι’ αυτό και κραυγάζει ως παράταιρος στο ποίημα).

    – Πόσο είστε σε θέση να γνωρίζετε την ψυχική και διανοητική κατάσταση του Βάρναλη όταν τό ‘γραφε;
    Το διαισθάνομαι, ως ομότεχνος, όπως έγραψα.

    Ο Σεφέρης γράφει στα ημερολόγιά του: «Οποιος είναι καθαρός, είναι ποιητής» (Μέρες Β΄, 54). Το αντέγραψα πριν από τριάντα περίπου χρόνια. Δεν έχω τώρα το βιβλίο, για να δω τη συνάφειά του.
    Δεν με ενδιαφέρει τι συνειρμούς με τον Μιχαλολιάκο ή τους τριάντα κατασκευαστές πλυντηρίων μπορεί να κάνει κανείς. Εγώ το συνδυάζω με την εσωτερική καθαρότητα, με αυτό που γράφεται στο τροπάριο του μεγάλου ποιητή, του αγίου Γρηγορίου του θεολόγου: «Ὡς γὰρ τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι καὶ τὰ κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι» και με τα λόγια του μεγάλου Αγίου της εποχής μας, του Πορφύριου του Καυσοκαλυβίτη: «Η ψυχή του Χριστιανού πρέπει να είναι λεπτή, να είναι ευαίσθητη, να είναι αισθηματική, να πετάει, όλο να πετάει, να ζει μες στα όνειρα … Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι! Πρέπει να πονάεις. Ν’ αγαπάεις και να πονάεις. Να πονάεις γι’ αυτόν που αγαπάεις».

    -Με ποιές ακριβώς περιόδους των εν λόγω ποιητών συγκρίνετε εν προκειμένω το Βάρναλη;
    Με όλες όλων· και με τις πρώτες περιόδους του Σεφέρη, του Καββαδία, του Σαχτούρη, του Λειβαδίτη, του Χαραλαμπίδη… Για μένα ο Βάρναλης ως ποιητής έχει υπερκτιμηθεί. Ίσως, και λόγω της ιδεολογικής στράτευσής του.

    Το τι έγραφε ο Παλαμάς για τον Βάρναλη μπορεί να είναι βαρύνον για σας, όχι για μένα. Έγραφε κι ο Π. ένα σωρό περιττούς στίχους.

    Τα διάφορα ανεκδοτολογικά που κυκλοφορούν για τις προσωπικές σχέσεις Σεφέρη και Καββαδία και η πικρία που είχε ο δεύτερος για τη στάση του πρώτου δε νομίζω ότι μου απαγορεύουν να τους τοποθετώ στην ίδια πρόταση. (Τι λογική είναι αυτή;) Και τις χειρότερες σχέσεις να είχαν, δε σημαίνει πως δεν ήσαν μεγάλοι ποιητές και οι δύο.
    Άλλωστε, θυμάμαι τον Σεφέρη στα ημερολόγιά του να αναφέρεται με ενδιαφέρον και αγάπη στον «Κόλια» ή «Μαραμπού», κάτι που σημαίνει πως τον εκτιμούσε ως ποιητή. (Φυσικά ο Καββαδίας δεν έζησε, να τα δει δημοσιευμένα, να μετριαστεί η πικρία του.)

  31. # 28

    Ρε φίλε τι εννοεί ο ποιητής οφείλει να ψάξει ο αναγνώστης όχι ό,τι γράφει σε ασυνταξίες και με ασυνήθιστες λέξεις για λόγους εντυπωσιασμού όπως λες. Απλά τα σονέτα δεν είναι από τα έργα που θα τα αποζητήσεις, παιδεύεσαι να τα διαβάσεις και τα ξεχνάς σαν αδιάφορα

  32. # 30

    Α, ρε μεγάλε Ηλία Πετρόπυλε, τόσα χρόνια εξόριστος στο Παρίσι και ποτέ δεν είπες «πως το λένε αυτό στα ελληνικά ; »

  33. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    Τα σονέτα; είναι αριστοτεχνικά και σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής. Σήμερα τα γούστα έχουν αλλάξει.

  34. BLOG_OTI_NANAI said

    6: Νομίζω ότι σωστά υπονοείς ότι ο Βάρναλης ήταν το αντίστοιχο του Εμμανουήλ Ροΐδη. Βεβαίως, ο Ροΐδης ουδέποτε θέλησε να μιλήσει ως άνθρωπος του λαού, και παρέμεινε αστός ακόμα και όταν έχασε την περιουσία του, εν μέρη από τις μετοχές του Λαυρίου, κυρίως όμως από τις ακραίες σπατάλες του, τις οποίες τίμια καταγράφει και ο βιογράφος του Ανδρεάδης.

    Ο Βάρναλης έγραψε με τόση ένταση μετά το 1921-1922 που μοιάζει σαν να μετάνιωνε μια ολόκληρη ζωή που έγραψε τον εκτενέστατο «Προσκυνητή» όπου ύμνησε κι αυτός την αιώνια Ελλάδα της «εθνικοφροσύνης», ζαλισμένος ίσως από τις σημαντικές εθνικές επιτυχίες, οι οποίες μάλιστα ήλθαν μετά την στρατιωτική ήττα του 1897.

    Ξέρω ότι ο οικοδεσπότης έχει γενικά άλλη ιδεολογική τοποθέτηση αλλά και οι διαφωνίες έχουν και αυτές την αξία τους. Βεβαίως η προσωπική μου ιδεολογική θέση δεν ανήκει ασφαλώς στον υποκριτικά θρησκευτικό και θριαμβολογικό πατριωτισμό. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν συμβαδίζει και με τη θέση του Βάρναλη από το «Φως που καίει» και μετά.

    Με αφορμή μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις αντικληρικών κοινωνικών αναμορφωτών-λογοτεχνών θέλω να πω ότι αντιμετώπισαν κάποια πράγματα με ισοπέδωση που μοιάζει ίσως με λογοτεχνική υποκρισία:

    – Ο Θέμος Κορνάρος είχε πολλά υβριστικά να γράψει για το Άγιο Όρος, δεν έγραψε όμως λέξη για το φρενοκομείο και σφαγείο που δημιούργησαν οι αθεϊστικές δικτατορίες. Οι ύμνοι του για τον Μάο είναι απίστευτοι.

    – Όσο έχω διαβάσει, ο Εμμανουήλ Ροΐδης δεν έγραψε κανένα κείμενο για το άθλιο εργατικό κολαστήριο του Λαυρίου από το οποίο μάλιστα θέλησε να βγάλει πολλά λεφτά. Το Λαύριο το χρησιμοποιούσε μόνο ως συνώνυμο της χρηματιστηριακής απάτης.

    – Ο Ανδρέας Λασκαράτος έβριζε τον φτωχό λαό, τους ριζοσπάστες και τους κληρικούς, όμως κολάκευε τους Άγγλους κατακτητές και έδειχνε κατανόηση μόνο για τα «προβλήματα» των γαιοκτημόνων.

    – Ο Βάρναλης μιλούσε για την πάλη των τάξεων και διακωμώδησε τον Χριστό ωσάν να πρόσφερε το όπιο του λαού, δεν έγραψε όμως για τα απίστευτα που γίνονταν στη Ρωσία: χιλιάδες εκτελέσεις, εσωκομματικός απολυταρχισμός, δικτατορία όχι του προλεταριάτου αλλά του κόμματος, φυλακίσεις και φυσική εξόντωση όσων ασκούσαν εσωτερική κριτική.

    Και ενώ ο Βάρναλης γράφει τις κριτικές του στον «Μονόλογο του Μώμου» για το χαμένο ψωμάκι του λαού, γνώριζε (ή όφειλε να γνωρίζει) πως από καιρό ο Λένιν υποχρέωνε τον λαό να προσφέρει ημέρες άμισθης εργασίας, οι οποίες φυσικά, καθιερώθηκαν με βία και καταναγκασμό. Το καθεστώς έφτιαξε δικές του σημαίες, δικές του αργίες, δικές του παρελάσεις, δικούς του ήρωες και αυτά τα ήξερε ο Βάρναλης διότι είχαν γίνει πριν τη μεταστροφή του. Άρα, μόνο οι σημαίες της μίας πλευράς τον ενοχλούν. Επίσης απ’ όσο ξέρω, κριτική για τις παθογένειες του ΛενινοΣταλινοΤροτσκισμού δεν έγραψε και ξέρουμε ότι ο Στάλιν άφησε αμέτρητα θύματα ανάμεσα στην ουκρανική αγροτιά.

    Φυσικά οι διώξεις είναι κατάπτυστες, αλλά όπως το εδώ καθεστώς έφερνε εμπόδια στον Βάρναλη, το ίδιο ακριβώς έκαναν και τα καθεστώτα που τύγχαναν της επιδοκιμασίας του Βάρναλη σε εκατοντάδες άλλους ποιητές, ζωγράφους, τραγουδιστές κ.λπ.

  35. Παγανιστής said

    Εκπληκτικό σκετσάκι από Αγγλία: Οι Έλληνες Θεοί σατιρίζουν την τεμπελιά και την λαμογιά των Ρωμηών που οδήγησε το Ρωμέηκο στην Χρεοκοπία

  36. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    ΄Ελειπα κι έχασα!
    Στην άκρη της μέρας λοιπόν και «λαχανιαστά», για να προκάμω να σας διαβάσω.
    Μένω στα σονέτα και συμβατικά ξεχνώ πως τα έγραψε ο Βάρναλης για να πω πως δε θα μου ήταν απαραίτητο σ αυτό: Γέμισε ομορφιά ο νους μου .Καταγοητεύτηκα. Και
    εάν ισχύει
    30.>>Κι έναν αληθινό ποιητή τον νιώθει καλύτερα ένας άλλος ποιητής, όχι ο οιοσδήποτε βιβλιοπόντικας φιλόλογος και κριτικός

    χαλάλι που δεν είμαι ποιητής (ποιήτρια) ούτε βιβλιοπόντικας φιλόλογος και κριτικός, όσο ένοιωσα, μου φτάνει.
    Ευχαριστίες Νικοδέσποτα. Το σημερινό, αναστάτωσε υπέροχα το θολάμι της φτωχικής ατομικής μούσας.

  37. aerosol said

    #34:
    Είναι λίγο παράξενη η ύστερη ματιά στα γεγονότα. Δέχεται μια μόνο μια συγκεκριμένη οπτική παρόλο που όταν τα γεγονότα συμβαίνουν τα πράγματα κάθε άλλο παρά ξεκάθαρα είναι (εφόσον ο Θ.Κορνάρος, ας πούμε, δεν είχε την πολυτέλεια να παίρνει τις πληροφορίες του από το ίντερνετ και μάλιστα μετά από ιστορική γνώση και ανάλυση 30 ετών).
    Θα σταθώ μόνο σε αυτό:
    «- Ο Ανδρέας Λασκαράτος έβριζε τον φτωχό λαό, τους ριζοσπάστες και τους κληρικούς, όμως κολάκευε τους Άγγλους κατακτητές και έδειχνε κατανόηση μόνο για τα “προβλήματα” των γαιοκτημόνων.»
    Ε, χμ… Νομίζω πως δεν έχεις επαρκή πληροφόρηση για τον κύριο -όπως θα όφειλες, πριν λιβελογραφήσεις- ή αποδίδεις πολύ περίεργες έννοιες στις λέξεις.

  38. BLOG_OTI_NANAI said

    37: Φίλε «aerosol» ίσως να είσαι επηρεασμένος στην ιδεολογικοποιημένη περιγραφή του Ανδρέα Λασκαράτου. Αυτά που λέω, τα γράφει ο ίδιος, απλά υπάρχει μια ιδιαιτέρως ωραιοποιημένη εικόνα του που ταλαιπωρεί την σχετική αρθρογραφία και έτσι δύσκολα μαθαίνει κανείς για τον Λασκαράτο αν δεν διαβάσει τα έργα του.

    Για παράδειγμα:

    Ο Λασκαράτος λυπάται που πρέπει να πληρώνει για υπηρέτες τα «χτηνώδη όντα» του λαού, όπως πληρώνουν στην Ευρώπη τους «εξευγενισμένους δούλους» (σελ. 40). Αυτά τα χτηνώδη όντα άλλωστε επανδρώνουν τις τάξεις των Ριζοσπαστών επαναστατών (σελ. 41):

    http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/c/b/a/metadata-5039e50bf87136b43ac283eaa29ebc7b_1246000225.tkl&do=85961_w.pdf&pageno=22&width=683&height=497&maxpage=131&lang=en

    Υποκριτικά ο Λασκαράτος μιλάει συχνά για την φιλελευθερία σαν να είναι οπαδός της, όμως στην πραγματικότητα, η Φιλελευθερία, δηλ. η πολιτική ιδεολογία που διαπερνά τις τάξεις των Ριζοσπαστών, κατά τον Λασκαράτο είναι μια πόρνη που δεν κάνει ούτε για φτύσιμο:
    http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?filename=%2Fvar%2Fwww%2Fanemi-portal%2Fmetadata%2F7%2F9%2F1%2Fattached-metadata-5039e50bf87136b43ac283eaa29ebc7b_1245998228%2F75634_w.pdf&rec=%2Fmetadata%2F7%2F9%2F1%2Fmetadata-5039e50bf87136b43ac283eaa29ebc7b_1245998228.tkl&do=75634_w.pdf&width=779&height=561&pagestart=1&maxpage=118&lang=en&pageno=39&pagenotop=39&pagenobottom=1

    Οι Χριστιανοί κατακρίνονται ως «χτήνη» επειδή δεν επιθυμούν να έχουν ως αφεντικά τους Άγγλους, τους «αφεντάδες του τόπου»:
    http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/c/b/a/metadata-5039e50bf87136b43ac283eaa29ebc7b_1246000225.tkl&do=85961_w.pdf&pageno=71&pagestart=1&width=683&height=497&maxpage=131&lang=en

    Δεν τίθεται καν συζήτηση για την έξωση των Άγγλων και την Ένωση της επτανήσου με την Ελλάδα. Δεν φταίνε οι Άγγλοι σε τίποτα, οι Έλληνες φταίνε που είναι διεφθαρμένοι (σαν τον ΓΑΠ, αλλά τον 19ο αιώνα):
    http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/c/b/a/metadata-5039e50bf87136b43ac283eaa29ebc7b_1246000225.tkl&do=85961_w.pdf&pageno=104&width=683&height=497&maxpage=131&lang=en

    Οι φτωχοί που τους έχουν για «δούλους» οι γαιοκτήμονες είναι άχρηστοι, τίποτε άλλο δεν γνωρίζουν από τη συντροφιά με τα γουρούνια και τα γαϊδούρια, ενώ δεν αξίζουν για τίποτε άλλο, παρά για να σκοντάφτει κάποιος επάνω τους (σελ. 30). Οι γαιοκτήμονες έχουν ανάγκη από δούλους για να έχουν χρόνο για την περιουσία τους. Ο Λασκαράτος απορεί για ποιον λόγο υπάρχουν τα ορφανοτροφεία, και δεν δίνονται τα ορφανά για δούλοι (δηλ. υπηρέτες) στους γαιοκτήμονες (σελ. 31):
    http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/c/b/a/metadata-5039e50bf87136b43ac283eaa29ebc7b_1246000225.tkl&do=85961_w.pdf&pageno=17&pagestart=1&width=683&height=497&maxpage=131&lang=en

    Ελευθερία ψήφου και τύπου, είναι παροχές που δεν έπρεπε να δοθούν στους Κεφαλονίτες:
    http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/c/b/a/metadata-5039e50bf87136b43ac283eaa29ebc7b_1246000225.tkl&do=85961_w.pdf&pageno=108&pagestart=1&width=683&height=497&maxpage=131&lang=en

    Και βεβαίως, άσχετα αν πικραμένος από την πολιτική τους συμπεριφορά, αργότερα τους βρίζει, ο Λασκαράτος ομολογεί ότι ανήκει στους καταχθόνιους, δηλ. στους γαιοκτήμονες συνεργάτες των κατακτητών και ο λαός τους βρίζει «περούκες» (σελ. 190):
    http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/c/b/a/metadata-5039e50bf87136b43ac283eaa29ebc7b_1246000225.tkl&do=85961_w.pdf&pageno=97&pagestart=1&width=683&height=497&maxpage=131&lang=en

    Αυτά που λες για τον Κορνάρο θα ίσχυαν ίσως σε άλλη περίπτωση, όμως:

    α) Ο ίδιος ομολογεί ότι γνωρίζει πως το καθεστώς του Μάο έχει φυλακισμένους, όμως υποβαθμίζει και γελοιοποιεπί σχεδόν το γεγονός (Κορνάρος Θέμος, ‘Η γη της ανάστασης (Κίνα), εκδ. Φαιστός, Αθήνα 1959, σελ. 93 και εξής).

    β) Ο Κορνάρος πέθανε το 1970. Τότε, γνώριζε πλέον όλος ο πλανήτης τι είχε γίνει στα καθεστώτα αυτά, άρα και ο Κορνάρος.

  39. 30:

    «Καλά, φίλε μου, γιατί εξάπτεσαι;»
    – Δεν εξάφθηκα· όμως αν διαισθάνθηκες ότι εξάφθηκα, ξαναδιάβασε το πρώτο σχόλιό σου και θα διαισθανθείς γιατί θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει ελιτισμό.

    «Και γιατί ο πληθυντικός;»
    – Γιατί δε μού ‘χες δώσει (και πώς άλλωστε;) το δικαίωμα του ενικού πριν απ’ το δεύτερο σχόλιό σου. Και μιλάει ένας που αποφεύγει τον πληθυντικό όσο μπορεί.

    «Όσα γράφω είναι υποκειμενικά»
    – Άφερίμ. Και ελιτιστικά· συμπάθα με.

    «η αντίδρασή μου, ως ομότεχνου, καθώς διάβαζα αυτά τα σονέτα»
    – Είμαι κι εγώ ομότεχνος, ξέρεις. Στο λινκ που παρέθεσα έχει τα περισσότερα ποιήματά μου· στην καρτέλα Άρθροψη ξεκαθαρίζω επίσης ότι δεν είμαι φιλόλογος ή κριτικός ή ένα σωρό άλλα· ούτε και βιβλιοπόντικας, ελπίζω. Εσύ θα το κρίνεις (θα το διαισθανθείς). Πάραυτα, δεν έχω ακομη δημοσιεύσει κάτι, ούτε και είχα ποτέ γράμμα απ’ τον Σταχτούρη ή οποιονδήποτε άλλο. Ελπίζω ετούτο να μη με κάνει λιγότερο ποιητή και περσότερο βιβλιοπόντικα.

    «υπακούω στον Ρίλκε που συμβουλεύει ένα νέο ποιητή να γράφει μόνο όταν θα πέθαινε αν δεν έγραφε. Νομίζω πως τα παραπάνω αιτιολογούν το γιατί βδελύσσομαι τον βερμπαλισμό.)»
    – Εγώ πάλι που δεν είμαι Ρίλκε συμβουλεύω τον οποιονδήποτε θέλει να γράψει, να γράψει όσο πιο πολύ μπορεί και να μάθει όσο μπορεί τους παράδεισους και τις κολάσεις της γραφής· Και πώς θα μάθει να γράφει αν δε γράφει; (κι αν δε διαβάσει για τη γραφή;). Η προτροπή του Ρίλκε δεν αιτολογεί τον ελιτισμό σου. «Όλοι μας πέφτουμε. Το χέρι αυτό που γράφει», σου θυμίζω.

    «Νομίζω, λοιπόν, πως είναι σφαλερό ο ποιητής να βασίζεται πάνω στο “διανοητικό κομμάτι του ανθρώπου”»
    – Κανείς δεν είπε «να βασίζεται»· εγώ απλώς είπα ότι στον ορισμό σου δεν το συμπεριέλαβες καθόλου.

    «Η ποίηση γράφεται με την καρδιά και την (ελληνική, εν προκειμένω) γλώσσα.»
    – Μια καρδιά χωρίς μυαλό γράφει πράγματα με καρδιά χωρίς μυαλό. Ή νομίζεις πως οι ποιητές που αγαπάς (και αγαπώ) γράφανε μόνο με την καρδιά τους και δεν παιδευότανε ώρες άπειρες με λέξεις, με έννοιες, μ’ ιστορικά γεγονότα, με στίγματα και φόρμες, με ύφη κτλ; Αν θέλεις γραφή με καρδιά χωρίς μυαλό διάβασε ρεμπέτικα ή δημοτικά, ή ερωτικές εξομολογήσεις ή απλώς παιδικά σκαριφήματα.

    «ούτε εξετάζεται με τα εργαλεία των αποδομητών.»
    – Η ποίηση οφείλεται να εξεταζεται από τον οποιονδήποτε, και με τα βέλτιστα δυνατόν εργαλεία. Το τι θα δείξει η εξέταση είναι άλλου παπά ευαγγέλιο· όμως οφείλεται πάντα η ποίηση (καί) να εξετάζεται.

    «Κι έναν αληθινό ποιητή τον νιώθει καλύτερα ένας άλλος ποιητής»
    – Ε τότε ο Κατσιμπάλης πρέπει να ήταν και γαμώ τους ποιητές, κι ας μην έγραψε σ’ όλη του τη ζωή (κατά το μύθο) ούτε μονόστιχο. Από την άλλη, ο ισχυρισμός σου διενέχεται με τις κατά καιρούς διαμάχες αρκετών ποιητών μεταξύ τους. Δηλαδή όταν ένας ποιητής απαξιώσει έναν άλλο, ποιός είναι ο ποιητής τελικά; κι εκείνος που απαξίωσε δεν είν’ αληθινός ποιητής; ή εκείνος που απαξιώθη; ή κανείς απ’ τους δύο; ή και οι δυο τους;

    «Τα σονέτα του Βάρναλη έχουν μια φτιαχτή γλώσσα, που φαίνεται πως δεν είναι πηγαία… και βεβιασμένες ομοιοκαταληξίες.»
    – Φτιαχτή ή εν πάσει περιπτώσει τεχνικοθηρική κι εντυπωσιοθηρική γλώσσα έχουνε όλοι οι ποιητές στην αρχή της πορείας τους. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να γράψουν ποιήματα άξια λόγου; Αν ετούτο δεν είναι φιλολογική, κριτική και βιβλιοποντικίστικη άποψη, τότε τί είναι; Και την (κάθε) γνώμη του απλού αναγνώστη την ρωτάς ή μήπως αυτουνού δεν μετράει;

    «(αυτό διαισθάνομαι, μη με ρωτάς πώς το αποδεικνύω) »
    – Έτσι όμως δε γίνεται συζήτηση: άμα ένας τρελός μου πει πως είν’ ο Ναπολέων επειδή έτσι διαισθάνεται, δεν θα πειστώ πως είν’ ο Ναπολέωντας· άμα ο Χόκινς μου πει ότι οι μαύρες τρύπες δεν υπάρχουν τελικά επειδή έτσι διασθάνεται, πάλι δε θα πειστώ πως δεν υπάρχουν μαύρες τρύπες.

    » τα “περιστέρια – στέρια”, “ψιμμύθι – εμιμήθη”»
    – ΟΚ, κι εγώ ισχυρίζομαι πως η Άρνηση του Σεφέρη είναι γεμάτη ρίμες που θα τις έγραφε στην τουαλέτα κι ο κουμπούρας του σχολείου: «περιστέρι-μεσημέρι», «πάθος-λάθος», «πνοή-ζωή»· οποτε και θα παρέβλεπα όλες τις υπόλοιπες όμορφες κι έξυπνες ρίμες, όλο τον όμορφο ήχο, την εσωτερική πολυρρυθμία και τη σταυρωτή ομοιοκαταληξία. Δεν θα ήμουν βιαστικός και άδικος; Βεβαίως θα ήμουν.

    «(Ο Βάρναλης δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ αυτόν τον καθαρευουσιάνικο τύπο»
    – Γιατί να μην τον χρησιμοποιήσει άμα του γεννάει ρίμα, έξυπνη κι εύηχη μάλιστα; Επειδή είναι καθαρευουσιάνικος τύπος; Ν’ αλλάξει το μέτρο του ή τον ήχο του για έναν τέτοιο λόγο; Δε φορούσε δα και γάντια πριν πιάσει μια λέξη, όσο κι αν καλά τις ξεδιάλεγε· για το Θεό.

    «Το διαισθάνομαι, ως ομότεχνος, όπως έγραψα.»
    – Κι εγώ πάλι ως ομότεχνος διαισθάνομαι ότι ήθελε να πειραματιστεί αρκετά με τον εξωτερικό και εσωτερικό ρυθμό, με τη μορφολογία, με τον ήχο των λέξεων (ασχέτως νοήματος ή ευκρίνειάς αυτού), και γενικώς με το καθαυτό αίσθημα που μπορεί να γεννήσει ένα ποίημα έστω και δύσληπτο και δυσερμήνευτο (και λες να μην τό ξερε πρώτος-πρώτος ο ίδιος που τό γραφε ότι ήταν δύσληπτο και δυσερμήνευτο;)

    «Ο Σεφέρης γράφει στα ημερολόγιά του: “Οποιος είναι καθαρός, είναι ποιητής” (Μέρες Β΄, 54). Το αντέγραψα πριν από τριάντα περίπου χρόνια. Δεν έχω τώρα το βιβλίο, για να δω τη συνάφειά του… […] …Εγώ το συνδυάζω με την εσωτερική καθαρότητα, με αυτό που γράφεται στο τροπάριο του μεγάλου ποιητή, του αγίου Γρηγορίου του θεολόγου: «Ὡς γὰρ τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι καὶ τὰ κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι» και με τα λόγια του μεγάλου Αγίου της εποχής μας, του Πορφύριου του Καυσοκαλυβίτη: «Η ψυχή του Χριστιανού πρέπει να είναι λεπτή, να είναι ευαίσθητη, να είναι αισθηματική, να πετάει, όλο να πετάει, να ζει μες στα όνειρα … Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι! Πρέπει να πονάεις. Ν’ αγαπάεις και να πονάεις. Να πονάεις γι’ αυτόν που αγαπάεις».»
    – Όχι, δεν το συνδυάζεις εσύ αλλά ο μοναχός Θεολόγος Ιβηρίτης, το πρώτο-πρώτο λινκ που βγάζει ο Google στο «Οποιος είναι καθαρός, είναι ποιητής». Για το Θεό τον ένα… Ελπίζω το Σεφερικό πράγματι να το αντέγραψες από το βιβλίο πριν τριάντα χρόνια και όχι απ’ τον Google πριν από μια μέρα. Όσον αφορά στο τι ήθελε να πει ο ποιητής, βλέπε και Λιαντίνη: http://www.liantinis.org/content.php?id=49

    Για μένα ο Βάρναλης ως ποιητής έχει υπερκτιμηθεί. Ίσως, και λόγω της ιδεολογικής στράτευσής του.»
    – Και ίσως λόγω αυτής της στράτευσης του να έχει υποεκτιμηθεί από σένα, ποιός ξέρει…

    «Το τι έγραφε ο Παλαμάς για τον Βάρναλη μπορεί να είναι βαρύνον για σας, όχι για μένα. Έγραφε κι ο Π. ένα σωρό περιττούς στίχους.»
    – Πράγματι έγραψε και τέτοιους. Ετούτο δεν αλαφρύνει τη γνώμη του για το Βάρναλη. Ούτε και δικαιολογεί τ’ ότι δεν είναι βαρύνουσα για σένα. Αν πχ είσαι θαυμαστής του Σεφέρη κι αυτός εκθειάσει τον Έλιοτ, πα να πει ότι ο Έλιοτ ή ο Σεφέρης δε μετράνε επειδή ο Σεφέρης έχει γράψει (και έχει πράγματι γράψει) και ένα σωρό περριτούς στίχους;

    «Και τις χειρότερες σχέσεις να είχαν, δε σημαίνει πως δεν ήσαν μεγάλοι ποιητές και οι δύο.»
    – Ισχύει, γι’ αυτό και έγραψα πριν καν το θίξεις ότι «πράγματι, αίρεται από το γεγονός ότι η ποίηση δεν είναι ένα μόνο πράμα αλλά χίλια δέκα».

  40. 31:

    «Ρε φίλε τι εννοεί ο ποιητής οφείλει να ψάξει ο αναγνώστης όχι ό,τι γράφει σε ασυνταξίες και με ασυνήθιστες λέξεις για λόγους εντυπωσιασμού όπως λες.»
    – Ναι, γι’ αυτο είπα πως «δεν είναι καθόλου εύκολο ως ανάγνωσμα». Το σχόλιό μου απαντούσε στον 27. Τί δεν κατάλαβες;

    » Απλά τα σονέτα δεν είναι από τα έργα που θα τα αποζητήσεις, παιδεύεσαι να τα διαβάσεις και τα ξεχνάς σαν αδιάφορα»
    – Απάντησε ήδη ο Sarant. Μα σε ρωτάω κι εγώ: επειδή παιδεύσαι να τα διαβάσεις τα ξεχνάς και σαν αδιάφορα; Επειδή παιδεύσαι να κατακτήσεις πχ μια γυναίκα ή έναν μαθηματικό τύπο, τους ξεχνάς σαν αδιάφορους; Τί είδους αιτότητα κι αξιλόγηση είναι αυτή;

  41. # 41

    Φίλε τα πράγματα είναι απλά :

    λόγω της τότε μόδας, όπως γράφει ο Σάραντ, τα σονέτα δεν διαβάζονται εύκολα και επειδή διαβάζονται σήμερα από μένα και με σημερινά κριτήρια δεν μου λένε τίποτε ούτε νοητικώς ούτε αισθητικώς. Συνεπώς μου είναι αδιάφορα και μετανοιώνω για τον χρόνο που διέθεσα.
    Δεν είμαι διαβαστερό παιδί και δεν ψάχνω σαράντα πράγματα για να βρω ένα καλό και τριανταενέα σκάρτα, προτιμώ το ψάρεμα, την κηπουρική και το γράψιμο για νάχω ήσυχο κι ελαφροφορτωμένο το μυαλουδάκι μου.
    Λογική συνέπεια το ότι τα έχω ήδη ξεχάσει.

  42. 41:

    «επειδή διαβάζονται σήμερα από μένα και με σημερινά κριτήρια δεν μου λένε τίποτε ούτε νοητικώς ούτε αισθητικώς.»
    – Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχουν αξία· απλώς σημαίνει ότι δεν σου λένε τίποτε ούτε νοητικώς ούτε αισθητικώς. Και άραγε ποιά είναι τα σημερινά κριτήρια με τα οποία διαβάζεις; Δηλαδή εάν τα σημερινά αλλάξουνε, θα διαβάζεις αλλιώς από δω και πέρα; Και αν ναι, πού είναι η νοητική και η αισθητική σε όλο αυτό;

    «μετανοιώνω για τον χρόνο που διέθεσα.»
    – Αν γράφεις, όπως λες, τότε αντιθέτως: ίσως θα έπρεπε ν’ αφιερώσεις παραπάνω χρόνο στην τεχνική του Σονέτου, ενδεχομένως και των παρόντων. Συνήθως όσο περισσότερα γνωρίζουμε, τόσο περισσότερα κάνουμε.

    «δεν ψάχνω σαράντα πράγματα για να βρω ένα καλό και τριανταενέα σκάρτα,»
    – Ούτε κι εγώ. Μάλλον πως δε διάβασες το πρώτο-πρώτο σχόλιό μου (14).

  43. aerosol said

    #38:
    Ο Θ.Κορνάρος πέθανε το ΄70, ζώντας τα τελευταία του χρόνια σε απομόνωση και απελπιστική κατάσταση: εξαθλιωμένος. Στο μεταξύ, και ως το ’70 τουλάχιστον, η μισή πολιτικοποιημένη, καλοθρεμμένη και επαναστατημένη (λόγο ’60s) νεολαία της Δύσης δήλωνε Μαοϊκή, και δεν ήταν καθόλου δεδομένο και γενικά αποδεκτό το τι συνέβαινε πραγματικά στην Κίνα. Ο Κορνάρος μας μάρανε; Δεν γνωρίζεις το κλίμα της εποχής; Πραγματικά μας «οφείλει» τίποτα άλλο κάθε τσακισμένος άνθρωπος αυτής της περιόδου; Ίσως επειδή δεν καλύπτει τα απόλυτα κριτήρια που θέτουμε εύκολα εμείς μεταξύ τυρού και αχλαδίου;

    Όσο για Λασκαράτο, με επηρρεάζει μάλλον το ότι έχει διαβάσει 2-3 φορές τα Άπαντα και όχι ότι δεν γνωρίζω το έργο του… Δεν τον θεωρώ άγιο, ούτε έμεινε στην Ιστορία σαν μάστορας της πολιτικής ανάλυσης, οπότε εξαρχής δεν ξέρω γιατί κρίνεται ως τέτοιος. Ακόμα κι έτσι κάμποσα από αυτά που αναφέρεις τα βρίσκω απίστευτα τραβηγμένα.
    «Οι Χριστιανοί κατακρίνονται ως “χτήνη” επειδή δεν επιθυμούν να έχουν ως αφεντικά τους Άγγλους, τους “αφεντάδες του τόπου” :
    Δεν ξέρω αν έχω δει πιο τραβηγμένη παρανάγνωση μιας και μόνο πρότασης, σε κείμενο που καυτηριάζει το πόσο επιπόλαιο μπορεί να είναι το «χριστιανικό» συναίσθημα. Οι Χριστιανοί δεν κατακρίνονται ως χτήνη επειδή δεν επιθυμούν να έχουν ως αφεντικά τους Άγγλους. Κατακρίνονται σε όλο το μήκος του έργου για πολλαπλά υποκριτική στάση. Παίρνεις μια φρόση, κόβεις-ράβεις και προσφέρεις το αποτέλεσμα ως αυταπόδεικτη αλήθεια.

    «ο Λασκαράτος ομολογεί ότι ανήκει στους καταχθόνιους, δηλ. στους γαιοκτήμονες συνεργάτες των κατακτητών και ο λαός τους βρίζει “περούκες”:
    Ε, και; Αλήθεια είναι, ήταν γόνος οικογένειας γαιοκτημόνων. Μιλάμε με θρησκευτικούς όρους, λες και αυτό το γεγονός είναι απόδειξη καταδίκης; Μια χαρά καυτηρίαζε και την τάξη του -και ασχολήθηκε και κάμποσο να βελτιώσει την ζωή των χαμηλότερων τάξεων.

    «Η Φιλελευθερία, η πολιτική ιδεολογία που διαπερνά τις τάξεις των Ριζοσπαστών, κατά τον Λασκαράτο είναι μια πόρνη που δεν κάνει ούτε για φτύσιμο»
    Στα πλαίσια της κρίσης του και των συνθηκών της εποχής του, θεώρησε τους Ριζοσπάστες των Ιονίων (και όχι γενικά τους «ριζοσπάστες») υποκριτές που κορόϊδεψαν τον λαό. Αλλού δηλώνει ο ίδιος φιλελεύθερος με τρόπο που θεωρεί πραγματικό και ειλικρινή. Το αν είναι υποκριτικό ή όχι, αν είχε άδικο ή όχι, έχει να κάνει με προσωπικά σου κριτήρια για την πολιτική της εποχής που οφείλεις να ξεκαθαρίσεις -ή τουλάχιστον να παραδεχτείς.
    Με σημερινή ματιά θα μπορούσε ίσως να καυτηριαστεί ως «φιλελευθερος». Μεταφέροντας τα ιδεώδη του διαφωτισμού μιλά με όρους προσωπικής ευθύνης και προκοπής, αναζητά ηθικό έρισμα στις κοινωνικές σχέσεις και δεν αγγίζει τόσο τους οικονομικούς μηχανισμούς -αν και επιτίθεται στην εκκλησία ως σκοταδιστική κοινωνική δύναμη που σκλαβώνει τις χαμηλές, κυρίως, τάξεις.
    Για άνθρωπος της προ-Μαρξιστικής εποχής (πριν αναλυθούν οι σχέσεις των τάξεων με τα εργαλεία που έδωσε ο Μαρξ) μια χαρά είναι! Δεν είναι καθόλου περίεργο που ο «φτωχός λαός’ και οι «ριζοσπάστες» κάθε περιόδου του τρέφουν αγάπη και σεβασμό και τον βρίσκουν πολύ προχωρημένο.

    Δεν θα πάω παρακάτω, αλλά νομίζω πως η αποφθεγματική ηθικολογία δεν περιγράφει πραγματικά τους ανθρώπους που αναφέρεις.Τους κρίνεις εκτός της εποχής τους, ιεροεξεταστικά και μονόπλευρα.

  44. BLOG_OTI_NANAI said

    43: Αγαπητέ «aerosol»

    Αμφισβήτησες αυτό που αρχικά έγραψα για τον Λασκαράτο και τον Κορνάρο. Εγώ σου έδειξα αποσπάσματα ή παραπομπές που αποδεικνύουν με τα λόγια των ιδίων αυτό που έγραψα. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το γεγονός ότι δεν τα αμφισβητείς, αλλά προσπαθείς απλώς να τα δικαιολογήσεις. Όμως, λέξη προς λέξη ο Λασκαράτος είναι αυτός που σου μίλησε για τις ιδέες του και όχι εγώ. Εσύ απλώς δεν θα ήθελες να είχε αυτά τα πιστεύω ο Λασκαράτος, όμως αυτό πλέον δεν αλλάζει.

    Θεωρώ λοιπόν ότι έγραψες το μήνυμα 43 επειδή βιάστηκες να πεις ότι λιβελλογραφώ, παγιδεύτηκες σε αυτό που έγραψες και τώρα έρχεσαι να δικαιολογήσεις πράγματα που δεν δικαιολογούνται. Έτσι, δεν έχουμε πλέον κάποια συζήτηση που μπορεί να οδηγήσει σε πρόοδο διότι ήδη ταμπουρώθηκες. Έτσι, ενώ σου μιλάει ο Λασκαράτος και ο Κορνάρος, εσύ προτιμάς να μην τους ακούς, και κρατάς την ιδεολογική σου τοποθέτηση διότι σου χαλά την εικόνα που έχεις σχηματίσει ως προς τις απόψεις τους.

    Ο Κορνάρος, γνώριζε ότι είχαν ανθρώπους στη φυλακή, το έγραψε στο βιβλίο του, αλλά ελαχιστοποίησε σε βαθμό χυδαίο το πρόβλημα. Οι Κινέζοι μάλιστα ονόμαζαν μπροστά του τις διαφορετικές απόψεις από τον Μάο, ως «κοπριά» ανθρώπων που οφείλουν να «θεραπευτούν» από το Καθεστώς. Και ο Κορνάρος συνεχίζει να μην τους κατακρίνει, ξεφεύγει με μια χαριτολογία, και συνεχίζει απτόητος την υμνογραφία του για τον Μάο μέχρι το τέλος του βιβλίου του.

    Όσο για τον Λασκαράτο, πιστεύω πως εάν υπάρχουν «φτωχός λαός» και «ριζοσπάστες» που τρέφουν «αγάπη» και «σεβασμό» για αυτόν, το κάνουν είτε επειδή τον κρίνουν αποκλειστικά ως λογοτέχνη, είτε επειδή κυριαρχεί μέσα τους η αντικληρική ιδεολογία. Για παράδειγμα γράφεις για την «εκκλησία ως σκοταδιστική κοινωνική δύναμη που σκλαβώνει τις χαμηλές, κυρίως, τάξεις«. Προφανώς όμως δεν γνωρίζεις η ότι αγαπημένη βρισιά του Λασκαράτου για τους κληρικούς, είναι ότι προέρχονται και αυτοί από την πλέμπα όπως και οι ριζοσπάστες. Ουδεμία σκασίλα έχει ο Λασκαράτος για τους φτωχούς, τους οποίους άλλωστε διαρκώς καθυβρίζει. Ποιος φυσιολογικός άνθρωπος άλλωστε, θα έβλεπε τα παιδάκια του ορφανοτροφείου με βάση το δικό του συμφέρον, ότι θα πρέπει όχι να δωθούν χρήματα και υποτροφίες για τη μόρφωση τους, αλλά να μετατραπούν σε δεξαμένη «δούλων», υποτιμιτική έκφραση που διαρκώς χρησιμοποιεί ο Λασκαράτος για το υπηρετικό προσωπικό; Τα ίδια και χειρότερα λέει και για τα φτωχά παιδιά που ζητιάνευαν.

    Και πράγματι, φάνηκε πως είναι δύσκολη η προσπάθεια να δικαιολογήσεις κάποιον σαν τον Λασκαράτο που βλαστημά τον φτωχό, τον επαναστάτη και τους συντοπίτες του, θεωρώντας ότι το πρόβλημα δεν είναι η υποδούλωση αλλά μόνο η ανηθικότητά τους ενώ δεν είναι άξιοι για ελευθερία ψήφου και τύπου. Και ας φανταστούμε πόσο τραγικό είναι για έναν άνθρωπο σαν τον Λασκαράτο, να νομίζει ότι όλοι είναι διεφθαρμένοι, εκτός από τον ίδιο…

    Να λες ότι τιμούν «ριζοσπάστες» κάποιον σαν τον Λασκαράτο είναι σχήμα οξύμωρο, και αν τυχόν έχει συμβεί κάτι τέτοιο, σημαίνει ο εν λόγω ριζοσπάστης δεν έχει ιδέα για τις θέσεις του Λασκαράτου και απλά «διαβάζει διαδίκτυο» απ’ όπου αναπαράγει τις αόριστες υμνογραφίες που διηγούνται ότι ήταν «προοδευτικός» ενώ ήταν αντιδραστικός μέχρι εκεί που δεν παίρνει.

    Δεν ξέρω αν η εφημ. «Ριζοσπάστης» αντιπροσωπεύει τους ριζοσπάστες, αλλά ακόμα και εκεί γράφει (http://www2.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=883143):

    «ο Λασκαράτος, παρά τη σύγκρουσή του με την Εκκλησία και τη συμβολή του στο φωτισμό του λαού με την καταγγελία της εκμετάλλευσης της θρησκοληψίας και των προλήψεων, υπήρξε κοινωνικά και πολιτικά αντιδραστικός, έχοντας τοποθετηθεί σταθερά κατά του ριζοσπαστισμού, κατά της Ενωσης, κατά του εκλογικού δικαιώματος και της ελευθεροτυπίας. Γνώμη του γράφοντος είναι πως ο Λασκαράτος ήταν «ξένος» από την εποχή του, πίσω και όχι μπροστά από την εποχή του. Ο ρόλος του υπήρξε ανασταλτικός.»

    Μιλάμε για τα προφανή φίλε «aerosol». Στα προφανή σε παρέπεμψα.

  45. aerosol said

    #44:
    «Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το γεγονός ότι δεν τα αμφισβητείς, αλλά προσπαθείς απλώς να τα δικαιολογήσεις.»
    Μμμ… όχι. Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός πως τέτοιες δηλώσεις είναι δικολαβικές και όχι αντικειμενικά περιγραφικές. Και κάπου εκεί θα τελειώσουμε διότι με έχασες, εφόσον δεν εκτιμώ αυτό το ρητορικό τέχνασμα.
    Ούτε τα «προφανή» σου βρίσκω προφανή (τα οποία αν ήταν τόσο προφανή δεν θα χρειάζονταν να το διαλαλείς…), ούτε επιθυμώ να πάρω ντε και καλά θέση άμυνας επειδή κάποιος στο ίντερνετ θεωρεί πως μου αρμόζει.
    Οπότε: διαφωνώ κάθετα, θεωρώ πως στρεψοδικείς ενάντια στους ανθρώπους που κριτίκαρες, ήθελα να υπάρχει αυτό στα σχόλια, αλλά απέχω από τα περαιτέρω, νά’σαι καλά.
    [Με τον «Ριζοσπάστη» πάντως γέλασα! Δεν ξέρω γιατί μου προτείνεται ως επιχείρημα ακριβώς η προσέγγιση που ανάφερα ως άτοπη αλλά… κάποιο λόγο θα είχες.]

  46. # 40, 41

    Ας μην αφήσω τίποτε να πέσει αναπάντητο…

    «Επειδή παιδεύσαι να κατακτήσεις πχ μια γυναίκα ή έναν μαθηματικό τύπο, τους ξεχνάς σαν αδιάφορους;»

    Επειδή σπούδασα μαθηματικά (όπου το μεγάλο πλεονέκτημα είναι πως αρχίζεις να ψυλλιάζεσαι τα όρια του μυαλού σου, π.χ. αν μπορείς να συγκρατήσεις στο μυαλό σου τα δεδομένα που καλύπτουν 3-4 σελίδες τότε βλέπεις πόσο απλή είναι η ολίγων γραμμών λύση) όποτε είχα ένα δύσκολο «τύπο» δεν σταμάταγα εκεί, τον απομνημόνευα και πήγαινα παρακάτω. Οι επόμενες γνώσεις με έκαναν ικανό να τον κατανοήσω σε λίγο καιρό.
    Οσον αφορά τις γυναίκες δεν παιδεύτηκα ποτέ για να τις κατακτήσω, δεν ήταν στον χαρακτήρα μου να τις θεωρώ θηράματα. Τη μια φορά στη ζωή μου που με κτύπησε κεραυνός -άρα δεν υπήρχε περίπτωση αποτυχίας αλλά και δεν υπήρχε περιθώριο επιλογής ούτε μπορεί να θεωρηθεί παίδεμα γιατί δεν γίνεται συνειδητά- το καρπούζι αποδείχθηκε μάπα γιατί ο άνθρωπος γενικά, όχι μόνο η γυναίκα είναι λιγάκι σαν το μύγδαλο, πριν δοκιμάσεις δεν ξέρεις αν είναι ή όχι πικρό.

  47. Γς said

    >ο άνθρωπος γενικά, όχι μόνο η γυναίκα

    Kala krasia

  48. # 47

    Ακυρο το σχόλιό σου, το υπόλοιπο κρασί μου ξύδιασε, αυτά συμβαίνουν όταν δεν βάζεις ούτε μεταμπισουλφίτ

  49. Γς said

    και ερασιτέχνης οινοποιός να υποθέσω;

  50. BLOG_OTI_NANAI said

    45: «απέχω από τα περαιτέρω, νά’σαι καλά.»

    Όπως θες. Και εσύ νά’σαι καλά.

  51. # 49

    Ναι, φιάχνω κάθε χρόνο από 5 μέχρι 20 κιλά από τα κλήματα της κρεβατίνας (κυρίως κοκκινάρα, αετονύχι μαύρο και κάρντιναλ) και…έχω ωραιότατο ξύδι μετά από λίγο διάστημα

  52. spyroszer said

    Τώρα κατάλαβα πώς προέκυψε η σύνδεση Λασκαράτου – Κορνάρου.
    http://www.oodegr.com/oode/sygrafeis/laskaratos_1.htm

    Φαντάζομαι ότι δεν ενοχλεί τους συντάκτες αυτού του άρθρου να λέμε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο δοσιλογικό, αφού τους αρέσουν τόσο πολύ οι εύκολοι χαρακτηρισμοί και οι απλουστευτικές κρίσεις.

    Παρεμπ. υπάρχει και αυτό το βιβλίο για τη δίκη του Λασκαράτου για εξύβριση της θρησκείας – και με ειδικότερο νομικό ενδιαφέρον.
    http://www.politeianet.gr/books/9789603336921-konidaris-m-ioannis-grigori-andreas-laskaratos-149387

  53. Γς said

    51:
    5 με 20 κιλά;
    Μόνο;
    Που να δεις εγώ…

  54. BLOG_OTI_NANAI said

    52: Αγαπητέ «spyroszer», εγώ ανέφερα τέσσερα πρόσωπα, και όχι δύο. Και η σύνδεση των τεσσάρων που ανάφερα, υπήρχε πολύ πριν από οποιοδήποτε παρόμοιο άρθρο, διότι πηγάζει μέσα από τα έργα τους.

    Από αυτό που γράφεις για το άρθρο της ΟΟΔΕ, έχω την εντύπωση ότι ήθελες να με ειρωνευτείς, διότι αρκετές φορές έχω γράψει τη φράση «διαβάζω διαδίκτυο«, ενάντια σε αυτούς που διαβάζουν άκριτα ό,τι τους σερβίρουν. Η διαφορά όμως είναι ότι αυτό θα είχε ισχύ ενταντίον μου, αν παρέπεμπα γενικά στο κείμενο της ΟΟΔΕ και οι παραπομπές τους ήταν λάθος. Όμως, παρέπεμψα στο έργο του Λασκαράτου διότι κάθισα να ελέγξω τις παραπομπές, και επίσης, αγόρασα το βιβλίο του Κορνάρου για να το διαβάσω ο ίδιος, ακριβώς επειδή δεν «διαβάζω διαδίκτυο» αλλά προσπαθώ να προσέχω την εγκυρότητα της πηγής. Η ΟΟΔΕ από μόνη της -ή άλλη παρόμοια εστία άντλησης πληροφοριών- δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη πηγή, παρά μόνο αν προσφέρει παραπομπές οι οποίες θα πρέπει φυσικά να ελεγχθούν έστω και δειγματοληπτικά.

    Έτσι, δεν νομίζω ότι θα πρέπει να με προσβάλει αυτό που γράφεις. Ένας ιστότοπος όπως η ΟΟΔΕ σαφώς έχει ιδεολογική τοποθέτηση, και άλλωστε τι άλλο να περιμένει κανείς από έναν ιστότοπο που τον διαχειρίζεται μια Ομάδα που αυτοχαρακτηρίζεται ως Ορθόδοξη. Όταν όμως κάποιος γράφει κάτι και αυτό μπορεί να ελεγχθεί και ελέγχεται, τότε το πράγμα αλλάζει και η ευθύνη περνάει στον γράφοντα.

    Σχετικά με αυτό που γράφεις για το πατριαρχείο δεν ξέρω τι σκέφτονται οι συντάκτες του άρθρου για τον Λασκαράτο, προσωπικά όμως έχω αντιρρήσεις. Αν θέλεις να συζητήσουμε κάτι τόσο εκτενές και πολύ πέρα από τα τετριμμένα για τον αφορισμό της επανάστασης ή την «Πατρική Διδασκαλία», εμένα χαρά μου θα είναι. Μάλιστα, επειδή υπάρχει ήδη αναρτημένο στην ΟΟΔΕ, σου παραθέτω ως ένα σχόλιο σε αυτό που είπες, ένα απόσπασμα από τον Πασχάλη Κιτρομηλίδη, ο οποίος κάθε άλλο παρά υποστηρικτής της Εκκλησίας και του ρόλου της είναι:
    http://www.oodegr.com/oode/istoria/epanastasi/eikones/my8oi_1821/04A_1821_PATRIARXEIO.jpg (http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/4142, σελ. 37)

    Προσωπικά, από την αρχή τοποθετήθηκα ιδεολογικά, από την συζήτηση για το Κρυφό Σχολειό. Και τιμώ τον Σαραντάκο που ασφαλώς δεν προσεγγίζει στις δικές μου απόψεις, όμως αφήνει ελεύθερες τις συζητήσεις.

    Και χαριτολογώντας, για να δείξω ότι δεν «διαβάζω διαδίκτυο» παραπέμπω σε μια λάθος εφεύρεση λέξης και νοήματος από αρχιμανδρίτη, που αναρτήθηκε πρόσφατα για την παροιμία «ασθενής και οδοιπόρος»:
    http://agios-dimitrios.blogspot.gr/2014/02/blog-post_2698.html

    Στην πραγματικότητα η βιβλιογραφία επιβεβαιώνει ότι η φράση είναι όντως όπως την ξέρουμε, «ασθενής και οδοιπόρος» και πηγάζει από το Κοράνι, από το κεφάλαιο Η Αγελάδα (ελ-Μπάκαρα), περικοπή 184. Δική μου σκέψη ότι πιθανότατα πέρασε σε εμάς επί Τουρκοκρατίας εξαιτίας της άμεσης επαφής. Άλλωστε ποια λαϊκή παροιμία θα μπορούσε να έχει μια τόσο ιδιαίτερη λέξη όπως «ωδιπόρος» που δεν υπάρχει πουθενά όσο κοίταξα. Η TLG εμφανίζει π.χ. τη λέξη «ωδίπως» που νομίζω σημαίνει «έτσι», «με αυτό τον τρόπο».

  55. sarant said

    Μου θυμίσατε να ξαναπαρουσιάσω το παλιό μου άρθρο, ευχαριστώ!

  56. spyroszer said

    54. Εντάξει, σε πιστεύω ότι δεν διαβάζεις διαδίκτυο 🙂
    Το – προφανώς – ειρωνικό σχόλιο ήταν για τον συντάκτη του άρθρου, που φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίζει δωσίλογο τον Λασκαράτο.

  57. BLOG_OTI_NANAI said

    55: «το παλιό μου άρθρο»

    Ώστε υφίσταται από το 2006 το ζήτημα περί «ωδιπόρου«;! Το έψαξα: http://www.sarantakos.com/language/odoiporos.html.
    Είδα στο blog ημερομηνία Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014 και νόμισα ήταν καινούρια εφεύρεση και όπως και να’ χει, δεν υπάρχει λόγος να πιέσουμε μια λαϊκή παροιμία να συμβαδίζει με τους Κανόνες της Εκκλησίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: