Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τι κάνει αυτός που διαφεντεύει;

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2014


Χτες έγινε η παρουσίαση του βιβλίου μου στον Ιανό, ευχαριστώ από καρδιάς όσους ήρθαν και κάποια στιγμή θα ανεβάσω υλικό από την εκδήλωση. Θυμίζω όμως ότι σήμερα στις 8.30 μ.μ. γίνεται στον ίδιο χώρο, στον Ιανό (Σταδίου 24), η παρουσίαση του βιβλίου της Άννας Ιορδανίδου «Είναι λάθος ή δεν είναι; Ιδού η απορία», στην οποία παίρνω μέρος και εγώ.

Στις αρχές του μήνα δημοσιεύτηκε στο protagon.gr ένα ενδιαφέρον άρθρο του Γιάννη Βαρουφάκη, σχετικά με την τριπλή απειλή που μπορεί ή πρέπει να διατυπώσει η Ελλάδα προς τους εταίρους της -άλλωστε ο τίτλος είναι «Η τριπλή απειλή μας». Ωστόσο, επειδή εδώ δεν οικονομολογούμε αλλά λεξιλογούμε, εγώ τουλάχιστον δεν θα σταθώ στο περιεχόμενο του άρθρου (ευχαρίστως όμως θα ακούσω σχόλιά σας), αλλά μόνο στην εναρκτήρια πρότασή του: Είναι, πλέον, εμφανές ότι η χώρα μας έχει απολέσει πλήρως τη δυνατότητα να διαφεντεύει το μέλλον της. Και, ακριβέστερα, θα σταθώ σε μία μόνο λέξη αυτής της πρότασης, που θα τη μαντέψατε από τον τίτλο του άρθρου: στο ρήμα «διαφεντεύω».

Κατά το ΛΚΝ, το «διαφεντεύω» χαρακτηρίζεται ρήμα «λαϊκότροπο», ενώ και το λεξικό Μπαμπινιώτη το χαρακτηρίζει «λαϊκό», άσχετο αν στο άρθρο του Βαρουφάκη το βλέπουμε να συνταιριάζεται με έναν καθαρά λόγιο τύπο όπως τον «έχει απολέσει». Σύμφωνα με τα λεξικά, το ρήμα «διαφεντεύω» έχει δύο σημασίες, α. εξουσιάζω, κυβερνώ και β. υπερασπίζομαι, προστατεύω. Στο απόσπασμα του Βαρουφάκη το «διαφεντεύω» χρησιμοποιείται με τη δεύτερη σημασία, αν και μπορεί να ερμηνευτεί και με τις δυο σημασίες, επειδή βρίσκεται στο σημείο τομής τους: όποιος εξουσιάζει κάτι, το υπερασπίζεται κιόλας απέναντι σε αυτούς που το επιβουλεύονται, κι από την άλλη για να υπερασπιστεί κάποιος κάτι πρέπει να το εξουσιάζει.

Ωστόσο, από τα σώματα κειμένων βλέπουμε και χρήσεις όπου το ρήμα χρησιμοποιείται σαφώς και αποκλειστικά με την πρώτη σημασία (εξουσιάζω, κυβερνώ), χωρίς ίχνος της δεύτερης. Για παράδειγμα, «Οι κοσμικές εξουσίες θα προσπαθούν πάντοτε να διαφεντεύουν την πίστη και την ελευθερία των ανθρώπων» (αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος) ή «την πατρίδα μας την διαφεντεύουν τα ξένα κέντρα» ή «δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να διαφεντεύει τον τόπο μας». Ακόμα, «Διεθνή καρτέλ διαφεντεύουν. την πολυδιασπασμένη εσωτερική αγορά» ή «Μας διαφεντεύουν τσογλανοπαρέες της αστακομακαρονάδας».

Σε όλα τα παραπάνω αποσπάσματα, η λέξη «διαφεντεύω» χρησιμοποιείται με την πρώτη σημασία των λεξικών (εξουσιάζω, κυβερνώ) και  μάλιστα υπονοείται μια επαχθής ή ανάξια εξουσία. Το λέει άλλωστε και η ετυμολογία της λέξης, ότι διαφεντεύω σημαίνει ότι φέρομαι σαν αφέντης σε ένα μέρος· ή μήπως δεν το λέει;

Για να απαντήσουμε στην ερώτηση αυτή, πρέπει να βρούμε την ετυμολογία της λέξης. Κι αν ανοίξετε τα λεξικά, θα δείτε πως το διαφεντεύω αρχικά δεν έχει καμιά σχέση με τη λέξη αφέντης ή αυθέντης. Όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, το διαφεντεύω έχει λατινογενή προέλευση, προέρχεται από το λατινικό defendo, που βέβαια σημαίνει «αμύνομαι, υπερασπίζω» και από το οποίο προέρχονται τα defend, defendre των αγγλικών και των γαλλικών.

Η λατινική λέξη περνάει στα μεσαιωνικά ελληνικά ως δηφενδεύω τον 7ο αιώνα, π.χ. στο Στρατηγικόν του ψευδοΜαυρικίου: «μηδενός όντος του δηφενδεύοντος αυτήν ή επιβοηθείν δυναμένου» και διφενδεύω και δεφενδεύω, δεφεντεύω. Αργότερα όμως η λέξη παρετυμολογήθηκε, ότι τάχα προέρχεται από την πρόθεση διά και τη λέξη αυθέντης, γι’ αυτό και παρουσιάστηκαν τύποι όπως «διαυθεντεύω», και μετά «διαφεντεύω» με τον τύπο «αφέντης».

Όπως είπαμε, αρχικά το «διαφεντεύω» είχε τη σημασία «υπερασπίζομαι», π.χ. στο Χρονικό του Μορέως: κι εκείνος γαρ ενέμεινεν εκείσε εις την χώραν
με όσοι εβαστούσαν άρματα δια να την διαφεντέψει.

Όμως, φαίνεται πως η παρετυμολογία επίδρασε στη σημασία, αρχικά σε χρήσεις που βρίσκονταν στο σημείο τομής ανάμεσα στο «υπερασπίζομαι» και στο «κυβερνώ», κι έτσι αναπτύχθηκε η σημασία «εξουσιάζω, κυβερνώ», ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια,. η οποία αυτονομήθηκε (εξουσιάζω χωρίς να υπερασπίζομαι) και σήμερα είναι εκείνη που κυριαρχεί. Βλέπουμε δηλαδή πως δεν είναι η ετυμολογία που επηρέασε τη σημασία, αλλά η παρετυμολογία. Να προσεχτεί επίσης ότι η παρετυμολογία εδώ έδρασε και ενσωματωτικά, δηλαδή απάλειψε την ξενική προέλευση της λέξης (δεφενδεύω από το defendo) και την έκανε να μοιάζει αυτοχθόνως ελληνική (διά + αυθέντης).

Υπάρχει κι άλλο ένα ρήμα που έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με το «διαφεντεύω» δηλαδή δάνεια προέλευση που λόγω της παρετυμολογίας συσκοτίζεται, και στη συνέχεια επίδραση της παρετυμολογίας στη σημασία. Αυτό είναι το ρήμα «βαριεστίζω/βαριεστώ», που πιο πολύ το συναντάμε με τη μετοχή «βαριεστημένος».

Το βαριεστίζω/βαριεστώ είναι κι αυτό δάνειο, αλλά από τα τουρκικά, και συγκεκριμένα από το vazgeçt(im) που είναι ο αόριστος τουτου vazgeçmek, που σημαίνει «αφήνω, παρατώ». Αρχικά, στα ελληνικά το ρήμα εμφανίζεται ως «βαζγεστίζω, βαζγεστώ», με σημασία «απαυδώ, αποκάμνω, μπουχτίζω». Όμως, επειδή όποιος μπουχτίζει με κάτι το βαριέται κιόλας, και όποιος βαριέται με κάτι φτάνει και να απαυδήσει, το «βαριέμαι» επέδρασε παρετυμολογικά πάνω στο «βαζγεστώ» και γεννήθηκε το ρήμα «βαργεστώ/βαριεστώ», το οποίο στη συνέχεια ανάπτυξε τη σημασία «βαριέμαι», κι έτσι, όταν σήμερα λέμε «βαριεστημένος» εννοούμε σχεδόν αποκλειστικά αυτόν που αισθάνεται πλήξη και ανία, όχι όποιον έχει απαυδήσει με κάτι· όσο συγγενικές κι αν είναι οι δυο έννοιες, δεν ταυτίζονται. Να πούμε εδώ ότι το λεξικό Μπαμπινιώτη προτιμάει να γράφει «βαργεστημένος» μάλλον επειδή δεν θέλει να δώσει δικαιώματα στην παρετυμολογία -πάλι καλά που δεν γράφει βαζγεστημένος.

 

70 Σχόλια to “Τι κάνει αυτός που διαφεντεύει;”

  1. Καλημέρα!
    Είναι ενδιαφέρον, όσον αφορά τα ρηματικά δάνεια από τα τούρκικα, ότι βασίζονται συνήθως όχι στο απαρέμφατο ή τον ενεστώτα αλλά στο γ’ ενικό του αορίστου: Vazgeçti βαζγεζτίζω, kazandı καζαντίζω, dayandı νταγιαντώ/νταγιαντίζω, eğlendi γλεντώ (θέματα vazgeç-, kazan-, dayan-, eğlen- αντίστοιχα).

  2. Πάνος με πεζά said

    Πολύ ενδιαφέρον το άρθρο. Η αλήθεια είναι ότι εγώ είχα αποτάξει το «εξουσιαστικό» φίλτρο, και χρησιμοποιούσα τη λέξη με την πολύ πιο «στρογγυλή» έννοια «καθορίζω» (η οποία, παρεμπιπτόντως, «κολλάει» στα περισσότερα !).

    Και τέλος πάντων η «υπεράσπιση» ουδέποτε μου έβγαινε από αυτή τη λέξη, όταν μάλιστα έχουμε και το γνωστό ζευγάρι (γιατί άραγε;) των σχετικών ρημάτων, υπερασπίζω-υπερασπίζομαι.

  3. Αγγελος said

    «Η διαφέντευσις και η σιγουρότης» (= la défense et la sécurité), που ΄έλεγε κι ο Ρήγας στη Νέα Πολιτική Διοίκησί του…

  4. Γς said

    Από το defendo!

    Και ίσως να είχαμε:

    -Η επόμενη στάση [μετά από την Κατεχάκη] Εθνικής Διαφέντευσης.

  5. Νοτιος Κωλος said

    #1
    Ο βασικος γραμματικος τυπος των ρηματων στα αραβικα ειναι το γ’ ενικο του αοριστου. Η βαση (ή ριζα), δηλαδη, του δικου μας «μελετω» ειναι στα αραβικα ντα-ρα-σα, παναπει «μελετησε». Υποθετω οτι αυτο συνδεεται κατα καποιο τροπο με την γραμματικη της τουρκικης και, ετσι, με το φαινομενο που παρατηρησες.

  6. tolmima said

    Reblogged this on tolmima.

  7. #5 Το ξέρω αυτό που λες, αλλά δε νομίζω ότι συνδέεται. Πρώτον, τουρκικά και αραβικά δεν έχουν καμία γραμματική σχέση· δεύτερον, αν μπορούμε να μιλήσουμε για τουρκική ρηματική ρίζα (που δεν έχει τις λειτουργίες της αραβικής) αυτή δεν παράγεται από τον αόριστο αλλά από το απαρέμφατο. Ο αόριστος προσθέτει ένα επίθημα (το -di-) που δεν χρησιμοποιείται σχεδόν πουθενά αλλού –εκτός από τα δάνεια στην ελληνική!

  8. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1-6: Δεν ξέρω την αιτία, αλλά πράγματι τα περισσότερα τουρκικά ρηματικά δάνεια είναι από τον αόριστο.

  9. Μα νομίζω ότι και οι βαλκανικές γλώσσες τα ρήματα που δανείζονται από τα ελληνικά (μιλώ για τα λαϊκά δάνεια) με το αοριστικό θέμα τα δανείζονται — ίσως απλώς γιατί είναι πιο συχνό.

  10. physicist said

    Εχμ, εμένα η φράση μου φαίνεται να έχει τάσεις προς το πομπώδες ως προς το «απολέσει»* και ταυτόχρονα προς τη λαϊκότητα ως προς το «διαφεντεύει» και το δεύτερο δεν μου κάθεται καλά με αντικείμενο το μέλλον (της χώρας)**. «Έχει χάσει τη δυνατότητα ν’ αποφασίζει για το μέλλον της/να καθορίζει το μέλλον της» ακούγεται στα δικά μου αυτιά στρωτό και σαφές.

    * Μου θυμίζει αυτό το γελοίο «απεβίωσε» για κάποιον που πέθανε.

    ** Το διαφεντεύω το έχω στο νου μου να έχει για αντικείμενο ανθρώπους και όχι αφηρημένες έννοιες. Διαφεντεύω κάποιον ή διαφεντεύω σε μια περιοχή αλλά όχι διαφεντεύω την πίστη, το μέλλον κλπ. Μπορεί όμως και να το βλέπω πολύ στενά.

    Καλημέρα!

  11. IN said

    Μπράβο, πολύ ενδιαφέρον άρθρο το σημερινό, όταν ξεκίνησα να το διαβάζω δεν μπορούσα να φανταστώ ότι έχει τόσο παράξενη ετυμολογία το «διαφεντεύω» και (να εξομολογηθώ και την αμαρτία μου) είπα και μέσα μου «μα, αξίζει τόσο πολύ να το σκαλίζει το πράγμα;». Τελικά άξιζε!

  12. Triant said

    Πολύ ενδιαφέρουσα η παρουσίαση και πολύ ωραίο το βιβλίο καίτοι θα στενοχωρήσει όσους βρίσκουν τον Νατσούλη γοητευτικό. Έχω διαβάσει το μισό και συνεχίζω ακάθεκτος. Βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες τις παρερμηνείες των θρησκευτικών κειμένων (βρόμα και δυσωδία, ζωή χαρισάμενη, άρον-άρον κλπ).
    Πρόταση για την επόμενη έκδοση, στη λέξη καρδιά: δεν μου πάει η/κάνει καρδιά να –

    Άσχετο (εντελώς):

    Douglas Adams: The Hitchhiker’s Guide to the Galaxy

    (παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου, το τσίπουρο πράγματι δεν μου έφερε πονοκέφαλο).

  13. Triant said

    Άκυρον το ‘δεν μου κάνει καρδιά’, απορώ πως δεν το είδα! (τον πονοκέφαλο μπορεί να τον γλίτωσα, αλλά φαίνεται ότι πίσω έχει το τσίπουρο την ουρά).

  14. Triant said

    @12
    Τελικά μάλλον το είχα δεί αλλά είχα στο μυαλό μου το ‘δεν μου πάει η καρδιά’ με την έννοια της συμπάθειας ή του οίκτου: «δεν μου πάει η καρδιά να τον διώξω, έχει γυναίκα και παιδιά». Το αναφέρεις βέβαια ως ‘δεν βρίσκω το ψυχικό σθένος να το κάνω’ αλλά επειδή δεν είδα παράδειγμα, δεν το κατέγραψα.

  15. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα και για τα καλά λόγια!

  16. Βαγγέλης από τη Χίο said

    Το ρήμα βαζγιεστίζω στο παραδοσιακό τραγούδι της Κωνσταντινούπολης «Μ’ έχεις μπερδεμένο»:

    Μ’έχεις μπερντεμένο μ’έχεις, ωσάν τη μέλισσα.
    Σκλάβος κι αγοραστής σου μικρό μου, εγώ εβαζγιέστησα

  17. Ανδρέας Καλογερόπουλος said

    @16

    … και μάλιστα «μπερΝΤεμένο»

  18. Ας ξεκινήσω αφιερώνοντας στην (ασταθή) καρδιά του Τριάντ το άσμα

    και συνεχίζω επικυρώνοντας τα σχόλιά του για το τσίπουρο και επαυξάνοντας για την παρουσίαση του Νικοκύρη.

    Οσον αφορά το διαφεντεύω είχ την εντύπωση πως σήμαινε επιβλέπω την καλή λειτουργεία χωρίς να λαμβάνω πρακτικά μέρος ή κάτι συναφές

  19. # 12

    και ευχαριστώ για την υπενθύμιση-όντως είχα ξεχάσει (πάλι) τον τίτλο

  20. Πέπε said

    > > το «βαριέμαι» επέδρασε παρετυμολογικά πάνω στο «βαζγεστώ» και γεννήθηκε το ρήμα «βαργεστώ/βαριεστώ», το οποίο στη συνέχεια ανάπτυξε τη σημασία «βαριέμαι», κι έτσι, όταν σήμερα λέμε «βαριεστημένος» εννοούμε σχεδόν αποκλειστικά αυτόν που αισθάνεται πλήξη και ανία…

    Ειδικά για τη μετοχή βαριεστημένος υπάρχει κι ένας πρόσθετος λόγος που συνέβη αυτό: το βαριέμαι δεν έχει μετοχή (το βαρεμένος ποτέ δεν το λέμε μ’ αυτή την έννοια: παλιότερα μπορεί να σήμαινε «λαβωμένος», παλιότερα αλλά και σήμερα σε λαϊκά ιδιώματα βαρεμένη = γκαστρωμένη, σήμερα σε αργκοειδή λαϊκό λόγο βαρεμένος = λιγάκι τρελός, αλλά ποτέ όσο ξέρω βαρεμένος δεν ήταν αυτός που βαριέται ή που έχει βαρεθεί).

    @16:

    > > Σκλάβος κι αγοραστής σου μικρό μου, εγώ εβαζγιέστησα

    Δεδομένου ότι ο σκλάβος (που τον πουλάνε και τον αγοράζουν) είναι ακριβώς το αντίθετο από τον αγοραστή, έχω την εντύπωση ότι το τραγούδι λέει «σκλάβος κι αγοραστείς σου». Δεν ξέρω αν στο πολίτικο ή κανένα άλλο ιδίωμα η αρχαία μετοχή παθ. αορ. «αγορασθείς» επιβίωσε με την έννοια του ανθρώπου που αποτελεί εμπόρευμα, αλλά με το κανονικό «αγοραστής» δε βγαίνει νόημα.

    (Την πιθανότητα αυτή την εμπνεύστηκα από τον Άη Γιάννη τον αποκεφαλιστή.)

  21. Πέπε said

    Την όντως απροσδόκητη ετυμολογία του «διαφεντεύω» δεν την ήξερα και εξεπλάγην. Για τη σημασία του όμως, όχι απλώς δεν είχα αμφιβολίες, αλλά ίσα ίσα εγώ την ήξερα μόνο ως «υπερασπίζομαι». Σε περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται με την έννοια «εξουσιάζω» χωρίς περιθώριο παρανόησης, θεωρούσα ότι προκειται για λάθος. Σε περιπτώσεις, τέλος, όπως «Οι κοσμικές εξουσίες θα προσπαθούν πάντοτε να διαφεντεύουν την πίστη και την ελευθερία των ανθρώπων», τουλάχιστον σε μια πρώτη γρήγορη ανάγνωση θα καταλάβαινα και πάλι ότι την υπερασπίζονται.

    Πάντως νομίζω ότι η κύρια σημασία είναι, σήμερα ακόμη, η αρχική, υπερασπίζομαι. Όταν λέω «σήμερα ακόμη» δεν εννοώ μόνο με ποια έννοια λέγεται συχνότερα σήμερα. Στη σημερινή πραγματικότητα εντάσσονται και τα παλιότερα κείμενα που σήμερα παραμένουν κατανοητά χωρίς εμπόδια.

    Έτσι, θεωρώ λάθος να έχουν τα λεξικά ως πρώτη σημασία το «εξουσιάζω». Η λέξη σημαίνει αυτό που σημαίνει, και αν την πω λάθος κάνω λάθος. Έχουμε βέβαια συμφωνήσει ότι αν πολλοί αρχίσουν να κάνουν το ίδιο λάθος τότε γίνεται σωστό. Οπότε καλώς καταγράφουν και την άλλη σημασία (εξουσιάζω). Κακώς όμως την έχουν πρώτη. Κάποιος που ανοίγει το λεξικό γιατί δεν ξέρει καμία σημασία της λέξης, θα δει: πρώτον, εξουσιάζω (α ναι,προφανώς, αφέντης, διαφεντεύω, εύκολο). Δεύτερον, υπερασπίζομαι (ε; από πού κι ως πού; καλά, άσ’ το). Ο λόγος που εγώ ξέρω τη σημασία «υπερασπίζομαι» είναι επειδή κάποιος (τώρα λεξικό ήτανε; κάνας δάσκαλος; δε θυμάμαι) μου επεσήμανε «πρόσεξε, δε σημαίνει αυτό που θα μάντευες από μόνος σου!». Αν λείψει αυτή η επισήμανση, θα λείψει και η σημασία και θα παραμείνει μόνο η άλλη. Οπότε έτσι τα λεξικά δεν καταγράφουν απλώς αλλά κατευθύνουν την εξέλιξη, κάτι που είναι πέρα από το ρόλο τους.

  22. Γς said

    20 :
    Αγορασθείς, σίγουρα

  23. Νεο Kid Στο Block said

    Βαρεμενη στα κυπριακα ειναι η γκαστρωμενη. Αλλα δεν ξερω την ετυμολογια του. Μπορει να εχει σχεση με το επιθετο βαρετος, που σημαινει βαρυς (κι οχι μονοτονος).

  24. spyroszer said

    23. Ε λογικά πρέπει να είναι λίγο πιο πικάντικη η εξήγηση 🙂

  25. Νεο Kid Στο Block said

    Σπυρο, το σκεφτηκα και γω το πικαντικο(αλοιμονο! 🙂 ) αλλα δεν μου κολλαει, επειδη δεν εχω ακουσει το βαραω να χρησιμοποιειται με αυτη τη σημασια. Ουτε καν στο κυνηγι.:-) παιζω λενε , σαν τους κρητικους. Αλλα μπορει να λεω και βλακειες.

  26. Απίστευτο. Ποιος θα φανταζόταν ότι είναι άσχετο με το αφέντης.
    Θυμίζει τα, πως θα τα πούμε, ψευδο-ομόρριζα;
    http://en.wikipedia.org/wiki/False_cognate
    Ποιος θα αμφέβαλλε οτι ο Σερίφης του Σέργουντ και ο Σερίφ της Μέκκας είχαν κοινή ρίζα;

    20, Πέπε και 22,Γς
    στο ωραίο αυτό Οθωμανικό σαρκί (που πρωτοκυκλοφόρησε με τη φωνή του ίδιου του Σίμωνα Καρρά), το αγοραστής μπορεί, αλλά δεν είναι και απαραίτητο να προέρχεται από το αγορασθείς.
    Και έτσι στέκει μια χαρά. Είναι αγοραστής(οι άντρες είχαν τα λεφτά τότε ) και τη θέλει σαν αποκλειστικό αντικείμενο του πόθου του, αλλά η αγάπη του τον κάνει να θέλει να είναι κι αυτός σκλάβος της. Ή όχι;

  27. Η Κύπρια βαρεμένη μήπως είναι από τα Αγγλικά; Knocked Up, η έγγυος;

  28. Λάμπρος said

    Σε όλες τις προτάσεις που παρατέθηκαν («Είναι, πλέον, εμφανές ότι η χώρα μας έχει απολέσει πλήρως τη δυνατότητα να διαφεντεύει το μέλλον της», «Οι κοσμικές εξουσίες θα προσπαθούν πάντοτε να διαφεντεύουν την πίστη και την ελευθερία των ανθρώπων», «την πατρίδα μας την διαφεντεύουν τα ξένα κέντρα», «δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να διαφεντεύει τον τόπο μας», «Διεθνή καρτέλ διαφεντεύουν. την πολυδιασπασμένη εσωτερική αγορά», «Μας διαφεντεύουν τσογλανοπαρέες της αστακομακαρονάδας») αντιλαμβάνομαι ότι στέκει νοηματική ερμηνεία του «διαφεντεύω» το «ορίζω»… Δεν θα μπορούσε να είναι αυτή η μοναδική σημασία του ρήματος ως η χρυσή τομή;

  29. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    20α: Εύστοχο αυτό με τη μετοχή!

  30. ΠΑΝΟΣ said

    Το διαφεντεύω το είχα ότι προέρχεται από το αφέντης! Ήτοι,εξουσιάζω,φέρομαι σαν αφέντης σε κάτι.Κι έτσι το έλεγα.Τώρα το έμαθα.
    Σε ό,τι αφορά τον κ. Βαρουφάκη-κι όχι Μπα- που λένε κάποιοι κακοί-πολύ θα ήθελα την άποψή του,αν η Βενεζουέλα διαφεντεύει το μέλλον της.Και με τις δύο έννοιες.(Μην τρελαθούμε κιόλας!)

  31. sarant said

    23-27: Η βαρεμένη = γκαστρωμένη δεν είναι μόνο κυπριακή λέξη αλλά και κρητική και μικρασιατική, πιθανώς δε και πανελλήνια. Ο Κοραής την εξηγεί «διά το βαρύνεσθαι την γαστέρα» και βρίσκει ένα ανάλογο σε αρχαίους
    http://books.google.gr/books?id=22YUAAAAQAAJ&pg=PA411&dq=%22%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7%22&hl=fr&sa=X&ei=6U4PU__fCMrJ0QXdzYDIBg&ved=0CGIQ6AEwCA#v=onepage&q=%22%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7%22&f=false

  32. Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου said

    Πράγματι τὸ διαφεντεύω εἶναι ἕνα πολὺ ἐνδιαφέρον ρῆμα. Ἐνδιαφέρον κι ἀπολαυστικὸ τὸ ἄρθρο. Νὰ πῶ ὅτι πρώτη φορὰ ἔμαθα γιὰ τὴν ἐνδιαφέρουσα ἐτυμολογία τοῦ «διαφεντεύω» στὸ «ὁμιλεῖτε ἑλληνικά;» τότε ποὺ τὸ παρουσίαζε ἡ Κανέλλη καὶ θέση τῆς «Αὐθεντίας» τότε ἦταν μόνο ἡ ἔννοια «ὑπερασπίζομαι». Ἀναθεώρησε ὅπως φαίνεται. Ἦταν στὸ πρῶτο μέρος τοῦ τηλεπαιχνιδιοῦ ποὺ ἔλεγαν οἱ ἠθοποιοὶ ἀπὸ μία φράση καὶ ἔπρεπε νὰ μαντέψης ποιὰ περιεῖχε τὴ σωστὴ ἔννοια καὶ ἡ ἔννοια «ἐξουσιάζω» θεωρήθηκε λάθος. Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶχε ἐπιλέξει ὁ παίκτης.Ἂν δὲ θυμᾶμαι καλὰ συγχωρέστε με, ἔχουν περάσει 30 χρόνια.

    Αὐτὸ τὸ «ἐπίδρασε» θέλω νὰ πιστεύω ὅτι εἶναι ἐκ παραδρομῆς. Ἂν τὸ «ἔδρασε» εἶναι δηματική, δὲν καταλαβαίνω γιατὶ τὸ «ἐπέδρασε» δὲν εἶναι. Ἄσε ποὺ καὶ ἀφύσικο καὶ κακόηχο εἶναι

  33. Νέο Kid Στο Block said

    31. Παράφραση/εξέλιξη του βεβαρυμένη δηλαδή, ε,Νίκο;

  34. sarant said

    32: Πώς τα θυμάσαι βρε θηρίο από τόσο παλιά;

    Το «επίδρασε» είναι γλωσσικός ακτιβισμός.
    Αν είναι κακόηχο, πώς το δέχεσαι στην προστακτική; (Mάλιστα, το συναφές ρήμα «Αντίδρασε» στην προστακτική βέβαια αποτελεί μέρος του διαφημιστικού συνθήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις φετινές εκλογές).

    33: Κατευθείαν λαϊκή μετοχή του βαραίνω, υποθέτω.

  35. Παγανιστής said

    Κύριε Σαραντάκο,

    διατί τόσον εσείς, όσον και οι Ρωμηοί σχολιογράφοι σας αποκρύπτουν ότι μέγας λάτρης της λέξεως διαφεντεύω ήτο ο Κύπριος χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς

    http://en.wikipedia.org/wiki/Leontios_Machairas

    όστις εις το έργον του «Χρονικόν του Μαχαιρά»

    http://users.uoa.gr/~nektar/history/2romanity/makhairas_chronicle.htm

    (Ιστορία της Κύπρου από το 309 μέχρι το 1458) αναφέρει 44 φοράς το ρήμα «διαφεντεύω», κυρίως με την σημασίαν του «απαγορεύω» και «εναντιώνομαι»; Αφού υπάγετε εις το Χρονικόν του Μαχαιρά, πατήσατε CTRL F και εις το κουτάκι του search βάλατε την ρίζαν «διαφεντ» να δείτε πού αναφέρει ο Μαχαιράς το ρήμα.

    Επίσης, διατί αποκρύπτετε ότι την λέξιν αναφέρουν τόσον ο Ρόδιος κληρικός Εμμανουήλ Γεωργηλάς (1600), όσον και η Ιστορία Πατριαρχική, αλλά και το Πένθος θανάτου;

    Ιδού αι σημασίαι του ρήματος διαφεντεύω εν συντομία, άς δύνασθε να εύρητε εδώ:

    http://greek_greek.enacademic.com/37730/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%89

    «διαφεντεύω
    και διαυθεντεύω και δηφενδεύω, δεφενδεύω, δεφεντεύω, διαφεδεύγω, διαφενδεύω, διαφεντεύω, διαφεντεύγω)
    1. προστατεύω, υπερασπίζω, υποστηρίζω
    2. κυβερνώ, εξουσιάζω, διαχειρίζομαι («ὁποῑον [φησὶ] ἐδιαυθέντευεν ὁ ρὴξ τῆς Ἐγγλιτέρρας», Γεωργηλάς)
    μσν.
    1. ορίζω («κρατοῡμεν αὐτοὺς τοὺς θείους νόμους] και διαφενδεύομεν νὰ εἶναι ἀσάλευτοι», Ιστ. πατριαρχική)
    2. εναντιώνομαι, απαγορεύω («μὲ βλέπουν καὶ διαφεντεύγουν με νὰ μὲν ἐβγω ἀππῶδε», Λεόντιος Μαχαιράς)
    3. μέσ. υπερασπίζω τον εαυτό μου, τις απόψεις μου («τί ἅρματα νὰ βρίσκαμεν γιὰ νὰ διαφεντευθοῡμεν;» Πένθος θανάτου)»

    ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ συνταξιούχου ΕΜΠΟΡΟΠΛΟΙΑΡΧΟΥ 62 ετών: Η ετυμολογία του «διαφεντεύω» εκ του λατινικού defendo μού φαίνεται κάργα ανθελληνική και απορώ ποίος την πρωτο-ελάνσαρε. Μού προξενεί δε κατάπληξιν ότι την εκ του defendo προέλευσιν βεβαιώνει και το ελληνόψυχον Λεξικόν Δημητράκου. Εγώ νομίζω πως έχει δίκιο ο Ρόδιος κληρικός Εμμανουήλ Γεωργηλάς (15ος – 16ος αιών)

    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AE%CE%BB_%CE%93%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CF%82

    που ετυμολογεί την λέξιν από το δι-αυθεντεύω: «…ἐδιαυθέντευεν ὁ ρὴξ τῆς Ἐγγλιτέρρας»

  36. Δημήτρης Μ. said

    Η εντύπωση, που μου αφήνει η λέξη διαφεντεύω, δεν ξεχωρίζει τις δύο σημασίες. Διαφεντεύει κάποιος μια περιοχή, ένα κάστρο, ανθρώπους, την οικογενειά του, την περιουσία, το βιος κλπ για να τα υπερασπιστεί και όχι για να καταπιέση, να επιβάλει φόρους κλπ. Αφορά, δηλαδή, το καθήκον της εξουσίας για την υπεράσπιση της κοινωνίας και όχι το δικαιωμά της να ζητά από την κοινωνία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να διαφεντέψει και κάποιος που δεν είναι αρχηγός.

    Με τις εκφράσεις δεν μου πάει η καρδιά / δε μου κάνει καρδιά, πάλι, έχω την εντύπωση πως «δε μας πάει η καρδιά» να κάνουμε κάτι δυσάρεστο, ενώ «δε μας κάνει καρδιά» να σταματήσουμε κάτι ευχάριστω. Π.χ. Δε μου πάει η καρδιά να του πω την (πικρή) αλήθεια, αλλά Δε μου κάνει καρδιά να φύγω απ΄ την παρέα σας.

  37. Δημήτρης Μ. said

    για να καταπιέσει, προφανώς.

  38. Δημήτρης Μ. said

    ευχάριστο, προφανώς και όχι ευχάριστω.

    Μάλλον νύσταξα…

  39. 23-27,
    Το knock up πέρασε κι εμένα απ’ το μυαλό μου, δεδομένου επίσης ότι έχει εντελώς διαφορετική έννοια στα αμερικάνικα αγγλικά απ´ ότι στα βρετανικά.
    Υπόσχεση σε βρετανό σύνεδρο «Ι’ll knock you up in the morning» με την έννοια «μην στεναχωριέσαι αν δεν ξυπνήσεις στην ώρα σου, θα σου χτυπήσω την πόρτα καθώς πηγαίνω για πρωινό» παραλίγο να καταλήξει σε διπλωματικό επεισόδιο (να χάσω το δίπλωμά μου)!

  40. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ/ Αισχύλος
    Γιάννης Γρυπάρης
    Εκδ. Φέξη 1911
    …………………..
    ΕΤΕΟΚΛΗΣ
    …………………..
    ένας ο Ετεοκλής πολλά στην πόλη απ’ όλους
    μυριόστομα θα ‘χη ν’ ακούη μοιρολόγια
    και θρήνους, π’ άμποτε ο διαφεντευτής ο Δίας
    την Καδμεία ‘π ‘ αυτά στ’ αλήθεια ας διαφεντεύη.
    ………………………..
    ΧΟΡΟΣ:πατέρα Δία παντέλειε, μα βόηθα με
    κι απ’ των εχθρών διαγούμισμα διαφέντευε με.

    -Αυτός που υπομένει,το λύκο διαφεντεύει (με υπομονή μερώνεις και το λύκο). Παροιμία

    -Αυτός που βαριέται στην Κρήτη είναι βαρεσάρης. Η γυναίκα βαρεσάρα,ειδικά άμα είναι βαρεμένη και δη κατέβαρη-ετοιμόγεννη παναπεί 🙂 . Από βαρεσάρηδες γονέους βγαίνει κοπέλι βαρεσάρικο (τεμπέλικο).

  41. leonicos said

    Σύμφωνα με τα λεξικά, το ρήμα «διαφεντεύω» έχει δύο σημασίες, α. εξουσιάζω, κυβερνώ και β. υπερασπίζομαι, προστατεύω.

    Δεν ξέρω ποιοι τα γράφουν τα λεξικά, ιδίως της τρέχουσας γλώσσας, και γιατί έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από το δικό μου γλωσσικό αισθητήριο.

    Αν στις σημασίες «εξουσιάζω, κυβερνώ και β. υπερασπίζομαι, προστατεύω» βάζατε και το ‘καθορίζω’ θα βρίσκατε την σημασία ποα αναζητάτε..

    Φυσικά η ισοπέδωση του Δημήτρη Μ στο @36 δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι προφανές ότι δεν ξέρει καλά τη λέξη, επομένως κάποια αξία έχουν και τα λεξικά. Άλλωστε προχτές έλεγα για τα εγχειρίδια και τα δύφρακτα της αθηναϊκής βουλής και αναφερόμουν σε ‘καλή’ ή τουλάχιστο συνειδητήμαθήτρια α΄Λυκείου.
    Αντίθετα με τις καρδιές τα πήγε πολύ καλύτερα. Δεν ξέρω αν οι εκφράσεις χρησιμοποιούνται αυστηρά όπως το καθορίζει, αλλά είναιο πολύ ωραία.

    Επαν’ερχομαι. Με φώναξε η Φωτεινή για έξοδο

  42. Παγανιστής said

    Κύριε Σαραντάκο,

    διατί απαξάπαντες οι Ρωμηοί σχολιογράφοι σας τηρούν σιωπήν παλαιάς Αρσακειάδος δια το κατούρημα που έρριξε μέσα στο στούντιο του «Σκάϊ» ο καλεσμένος του Κώστα Μπογδάνου, γνωστός YouTuber Αλέξανδρος Κοντοπίδης – «Ponzi»;

    http://www.fimes.gr/2014/02/aleksandros-kontopidis-ponzi-mpogdanos/

    http://www.iefimerida.gr/news/145056/%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%8A-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%B1-%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CF%83%CE%B5-%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE-%E2%80%93-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%B2%CE%B7-%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B2%CF%8E%CF%82

    …Με αποτέλεσμα ο πρόεδρος του Παναθηναϊκού, Γιάννης Αλαφούζος, που διαφεντεύει τον «Σκάϊ» να σκέπτεται να απολύσει τον καραφλόν ποιητήν Μπογδάνον Κωνσταντίνον;

  43. Βασίλης Ορφανός said

    Για την προσαρμογή τουρκικών ρημάτων στα ελληνικά:
    Γεώργιος Χατζιδάκις, “Περί του σχηματισμού των ενεστωτικών θεμάτων εν τη νεωτέρα Ελληνική”, Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 1ος τόμος, Αθήνα 1905, σ. 303: «εν τοις εκ της Τουρκ. γλώσσης παραληφθείσι ρήμασιν, ων λαμβάνομεν συνήθως το θέμα του αορίστου εις -dı, και εκ τούτου σχηματίζομεν δια της καταλήξεως -ίζω τα ημέτερα, π.χ. beklemek – bekledim – μπεκλεντίζω». Από το θέμα του απαρεμφάτου (π.χ. κονεύω < kon-mak) έγινε ο δανεισμός «κατά κανόναν ανεξαίρετον εις την Ποντιακήν διάλεκτον» (Α. Α. Παπαδόπουλος, “Κρίσις ετυμολογικού λεξικού” {= Ανδριώτη}, Λεξικογραφικόν Δελτίον, 5 (1950) 137. Περισσότερα για την προσαρμογή των δάνειων ρημάτων στα ιδιώματα: Dimitra Melissaropoulou, “Loan verb adaptation in Greek dialectal variation: A first approach”, στο: Angela Ralli, Brian D. Joseph, Mark Janse, Athanasios Karasimos (επιμ.), Proceedings of 4th Modern Greek Dialects and Linguistic Theory (Χίος 11-14 Ιουνίου 2009), Πάτρα 2010, σελ. 243-258 (http://lmgd.philology.upatras.gr/el/research/downloads/MGDLT4_Proceedings.pdf).

  44. physicist said

    Άσχετο: Το Βόρειο σέλας οφείλεται στην αλληλεπίδραση ιδιαίτερα φορτισμένων ηλεκτρόνιων από τον ηλιακό άνεμο με στοιχεία στην ατμόσφαιρα της γης.

    Φορτίζομαι ιδιαίτερα με κάτι τέτοια.

  45. sarant said

    39: Εξαιρετικό!

    44: 🙂

    43: Γεια σου Βασίλη, ευχαριστώ!

  46. physicist said

    Καθώς τα ηλεκτρόνια εισέρχονται στα υψηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας, συναντούν άτομα οξυγόνου και αζώτου σε ύψος από 30 μέχρι 320 χιλιόμετρα από την επιφάνεια της γης. Το χρώμα του Σέλας εξαρτάται από το ποιο άτομο πλήττεται και το ύψος της συνάντησης.

    Ωχ, αυτοί το τερματίσανε. Καλά, Νίκο, δε γράφω άλλα άσχετα, πάρτο για μεζεδάκι. 😉

  47. Το ρήμα »διαφεντεύω» πρέπει να το άκουσα για πρώτη φορά στα 13 μου από το »Δοξάστε με» του Χάρρυ Κλυνν (»όταν οι ξένοι διαφεντεύουν τα κοπάδιά μας», 10:10)

  48. Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου said

    34. Μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση γιατὶ ἂν ἔπαιζα ἐγὼ θὰ εἶχα ἀπαντήσει λάθος. Ἀλλὰ καὶ ἡ σύγχιση ποὺ προκαλεῖ ἡ λέξη λόγω τῆς ἠχητικῆς ὁμοιότητας μὲ τὸν ἀφέντη.

    Καὶ τὴν προστακτικὴ μὲ αὔξηση κι αὐτὴ τὴ βρίσκω κακόηχη.

  49. sarant said

    46: Καλά λες!

  50. Ενδιαφέρον είναι ότι και στα γαλλικά défendre, εκτός από «υπερασπίζω» ή «υποστηρίζω», σημαίνει και «απαγορεύω» (défense nationale = εθνική άμυνα, αλλά défense de fumer = απαγορεύεται το κάπνισμα!) Παρά το προπετές του ύφος («διατί τόσον εσείς, όσον και οι Ρωμηοί σχολιογράφοι σας αποκρύπτουν ότι…»), ευχαριστώ τον Παγανιστή που μας πληροφορεί τεκμηριωμένα ότι και στα μεσαιωνικά ελληνικά το ‘διαφεντεύω’ είχε επίσης αυτή τη σημασία. Δεν βλέπω όμως πώς αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα ΚΑΤΑ της ετυμολογησής του από το λατ. defendere…

  51. δὲν θυμᾶμαι ἀπὸ πότε συνειδητοποίησα τὴν ἐτυμολογία τοῦ διαφεντεύω, πάντως ὡς γυμνασιόπαις θεωροῦσα ὅτι βγαίνει ἀπὸ τὸν ἀφέντη καὶ ὅτι σημαίνει περίπου «κυβερνῶ». γιατὶ στὴν μετάφρασι τῆς Ἰλιάδος ποὺ διδασκόμασταν στὴν Β’Γυμνασίου τὸ «νὰ διαφαντεύῃς τὴν πατρίδα σου τὸ πιὸ καλὸ σημάδι» μοῦ εἶχε φανῆ κακὴ μετάφρασι τοῦ «εἷς οιωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης».

  52. 46, στα υψηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας, συναντούν άτομα οξυγόνου

    Είναι αυτό που λέμε «πολύ ανεβασμένα άτομα»!

  53. physicist said

    #52. — 😀

    (Εξαρτάται από το ύψος της συνάντησης)

  54. Nestanaios said

    Έμομεν το ρήμα τευω της έκτης συζυγίας των βαρυτόνων. Ο μέλλων είναι τεύσω και ο αόριστος έτευσα. Η σημασία δεν αναφέρεται στα λεξικά και θα πρέπει εμείς να την προσδιορίσουμε.

    Αν προσθέσουμε το αριθμητικό δασυνόμενο ἕν έχομεν ἑντεύω. Αν προσθέσουμε την πρόθεση από στην δασυνομένη λέξη ἑντεύω, έχομεν αφεντεύω. ( το π τρέπεται σε φ προ δασείας ). Και ἄν προσθέσουμε την πρόθεση δια, έχομεν διαφεντεύω.

    Και όλο αυτό λέγεται ευτμολογία και κατόπιν μεταθέσεως του υ από την δεύτερη θέση στην τρίτη, έχομεν την ετυμολογία και η ετυμολογία δεν ψάχνει στο παρελθόν. Η ετυμολογία ασχολείται με το παρόν.

  55. Δημήτρης Μ. said

    41. Αν κατάλαβα καλά πρέπει να επαναλάβω την Α΄ Λυκείου, γιατί δεν ήμουν «καλός» ή, τουλάχιστον, συνειδητός μαθητής.

    Καλώς. Θα συμμορφωθώ.

  56. spiral architect said

    @46: Το χρώμα του Σέλας 😮 –> Το χρώμα του σέλαος
    (μάλλον νόμισαν ότι είναι ξένη και άκλιτη λέξη)

  57. alexisphoto said

    Η τρέλα που μας διαφεντεύει από την «παράκληση» του Αλκ. Ιωαννίδη:

    καλημέρες

  58. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    52,53, άτομα πολύ προχώ 🙂
    55. Μόνο εμπλουτίζουμε όσα μάθαμε 🙂 .
    Καλημέρα με πυκνά σύννεφα ολούθε

  59. Νέο Kid Στο Block said

    Είχα κάποτε έναν γνωστό στα Εξάρχεια που όλοι τον φωνάζαν «Ηλεκτρόνιο» . Ο τάδε (=μικρό όνομα) ο Ηλεκτρόνιος. Πρέπει να είχε μια μακρινή σχέση με ηλεκτρολόγους/ηλεκτρονικούς του πολυτεχνείου…κάτι τέτοιο.
    Το άτομο ήταν φευγάτο. Ήταν γειά σου! Επιτέλους,μετά από τόσα χρόνια, βρίσκει την θεωρητική του θεμελίωση στου Σαραντάκου. 🙂

  60. spiral architect said

    @59: Αν φας μια-δυο εκκενώσεις και τη γλυτώσεις, βλέπεις τη ζωή με άλλο μάτι. 😉

  61. physicist said

    #59, #60. — 😀 Τι λέτε ωρέ, μεσημεριάτικα;

  62. Νέο Kid Στο Block said

    61.Μάστορα, εγώ 9 και πέ κι ο Σπιράλ 9 και τέ τα είπαμε. Τώρα ,άμα εσύ σηκώνεσαι απ’τ’άγριο χάραμα και σου φαίνεται μεσημέρι 9 η ώρα…tut mir leid! 😆

  63. physicist said

    #62. — Εγώ μεσημέρι τα διάβασα. 😉

  64. Ηλεφούφουτος said

    Όντως άξιζε άρθρο το εν λόγω ρήμα. Κατά τ άλλα με πρόλαβε ο Κορνήλιος.

    Ήθελα κι εγώ να πω ότι η πρώτη μου επαφή με το περίεργο αυτό ρήμα ήταν από τις μεταφράσεις εκείνες του Ομήρου στο σχολείο και ιδιαίτερα το μικρό σοκ από το «να διαφαντεύεις την πατρίδα σου το πιο καλό σημάδι», κι αυτό γιατί το «είς οιωνός άριστος…» ήταν το μόνο που ήξερα πώς ήταν στο αρχαίο πρωτότυπο και όταν φτάσαμε στο επίμαχο σημείο είχα την περιέργεια να δω πώς αποδόθηκε από τους Καζ-Κακρ. Η αντίδρασή μου ήταν κάτι σαν «μα τι δουλειά έχει ο αφέντης εδώ πέρα;!».

    «Το “επίδρασε” είναι γλωσσικός ακτιβισμός.»
    Έτσι τονε λένε το νεοψυχαρισμό χωρίς αιτία; :mrgreen:

    Όσο για το σύνθημα των ευρωεκλογών, έχει κατακριθεί πολλαπλώς και εκ των έσω για αυτή την επιλογή, αντί π.χ. της πιο στρωτής απόδοσης με ονοματικές φράσεις.

  65. 59 Εμείς είχαμε τον Καταχθόνιο απ’ το Νιου Κάρβαλ Σίτι -άσχετο…

  66. smerdaleos said

    Ωραίο το διαφεντεύω Νίκο … θυμήθηκα τους ορισμούς των «τακτικών» του Λέοντος του Σοφού:

    κεφ.4

    17. Δηποτάτοι δὲ προσηγορεύοντο πάλαι οϊ νῦν λεγόμενοι σκριβῶνες. (deputati)
    18. Μανδάτωρες δὲ εἰσιν οϊ τὰ μανδάτα διακομίζοντες
    20. Σεκοῦνδος δὲ λέγεται ὁ δεύτερος τῆς ἀκίας …
    22. Κούρσωρες δὲ λέγονται ἤγουν πρόμαχοι οἱ προτρέχοντες τῆς παρατάξεως …
    23. Διφένσωρες δέ οἱ μὲν ἐπακολουθοῦντες, μὴ εκτρέχοντες δὲ καὶ λύοντες τὴν τάξιν, ἀλλά συντεταγμένως περιπατοῦντες πρὸς ἐκδίκησιν τῶν κουρσώρων …
    24. Μίνσωρες δὲ λέγονται οἱ τὰ ἄπλικτα ἤτοι τὰ φοσσάτα μετροῦντες καὶ καθιστῶντες οὕς μινσωράτορας νῦν καλοῦσιν.
    25. Ἀντικένσωρας δὲ ἄλλους τινὰς ἔλεγον οἱ παλαιοὶ Ρωμαῖοι οὕς, ὡς οἶμαι, νῦν τοῖς μινσοράτωρσι συντάσσοντες ἰδίως οὐκ ὀνομάζουσιν.
    26. Σκουλκάτωρες δὲ οἱ κατάσκοποι λέγονται … (auscultator =ακουστής)

    http://en.wiktionary.org/wiki/auscultator

    Και παρακάτω (εδώ γελάμε):

    58. Οἱ μὲν γὰρ ἀρχαῖοι πολυπληθίας εὐποροῦντες ἴσως στρατευμάτων τῶν ποτε λεγομένων ὁπλιτῶν, νῦν δὲ σκουτάτων καλουμένων, μᾶλλον δὲ καὶ αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος διὰ τὴν ἄγαν τῆς τακτικῆς μελέτης καὶ πράξεως ἀμελείας παρὰ μικρὸν παρὰ πάντων ἀγνοουμένου.

    Δηλαδή, ο όρος οπλίτης των αρχαίων ξεχάστηκε εντελώς και τη θέση του πήρε ο σκουτάτος (ασπιδοφόρος λατινιστί) εξαιτίας της μεγάλης αμέλειας προς την μελέτη και πράξη της Τακτικής.

  67. Μπουκανιέρος said

    @Alexpolistigers
    Dydd Gŵyl Dewi Sant hapus!

  68. Μπουκανιέρος said

    64γ Ε, όχι και νεοψυχαρισμός το να γράψουμε μια λέξη που τη λέμε κάθε μέρα, βρε Ηλεφού!

    (Βασικά, έψαχνα ένα μέρος που να μην έχει αμέσως από πάνω πολλά ξερατά, κι έτσι έτυχε το είδα.)

  69. @ Μπουκανιέρος: Diolch yn fawr! (ευχαριστώ πολύ!)

  70. Ανδρέας said

    «Όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, το διαφεντεύω έχει λατινογενή προέλευση, προέρχεται από το λατινικό defendo, που βέβαια σημαίνει «αμύνομαι, υπερασπίζω» και από το οποίο προέρχονται τα defend, defendre των αγγλικών και των γαλλικών.»

    Κ. Σαραντάκο σήμαινε περισσότερα από το αμύνομαι και υπερασπίζομαι.

    defendo
    Latin
    Etymology
    From dē + *fendō, from Proto-Indo-European *gʷʰen- (“to strike, to kill”).

    *gʷʰen-
    to strike, slay, kill

    Derived terms
    *gʷʰéntis (“striking, beating”)
    *gʷʰn̥tós (“slain, killed”)

    Hellenic:
    Ancient Greek: φατός (phatós)

    Ετυμολογία
    φατός < φημί

    Επίθετο
    φατός, φατή, φατόν
    αυτός για τον οποίο γίνεται λόγος, για αυτόν που μιλάμε

    Συγγενικές λέξεις
    φημί
    άφατος (ο περίφημος,ο ονομαστός, ο ανεκλάλητος)

    Ετυμολογία
    φατός < φένω

    φένω
    1 Αρχαία ελληνικά (grc)
    Ετυμολογία
    φένω < αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως κοινής με τα θείνω, φόνος, φατός και με το λατινικό fendo που ανευρίσκεται μόνο σύνθετο και που απλό εικάζεται ότι σήμαινε "χτυπώ με δύναμη"
    Ρήμα
    φένω
    φονεύω, σκοτώνω
    Συγγενικές λέξεις

    ἀρείφατος*φένω
    I.slain by Ares, i. e. slain in war, Il., Eur.
    II.= Ἄρειος, Aesch.
    Liddell and Scott. An Intermediate Greek-English Lexicon. Oxford. Clarendon Press. 1889.

    μυλήφατος 1 πέφαμαι, perf. pass. of *φένω
    bruised in a mill, Od.
    1 μυ^λή-φα^τος, ον
    Liddell and Scott. An Intermediate Greek-English Lexicon. Oxford. Clarendon Press. 1889.

    ὀδυνήφατος
    πεθαίνω[1]
    φοινήεις
    φοῖνιξ
    φοίνιος
    φοινίσσω
    φοινός
    φόνος
    funus (la), deffendo (la), offendo (la), infendo (la)
    [1] αν δεχτούμε ότι προέρχεται ετυμολογικά από το γ' ενικό (πέφαται=έχει σκοτωθεί, πέθανε) του παρακειμένου του φένω

    Ετυμολογία
    θείνω (θέν-j-ω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷʰen- (συγγενές με λατινικά offendō, σανσκριτικά (hánti) κ.ά.)
    Ρήμα
    θείνω, παθητικό: θείνομαι
    (ποιητικό) χτυπώ, πλήττω
    Συνώνυμα
    τύπτω
    πλήσσω
    φόνος

    φόνος

    Ετυμολογία
    φόνος < αρχαία ελληνική ὁ φόνος< φένω
    Ουσιαστικό
    φόνος αρσενικό

    Αρχαία ελληνικά (grc)
    Ουσιαστικό
    ὁ φόνος και ἡ φονή (το θηλυκό κυρίως στον πληθυντικό για τη σφαγή στη μάχη)
    σφαγή, φονικό, ανθρωποκτονία, δολοφονία, σκοτωμός
    φόνου ὑπόδικος
    θανατική ποινή
    φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον (θα εκτεθεί στην ποινή του θανάτου δια λιθοβολισμού)
    ο νεκρός, το πτώμα, το θύμα της σφαγής
    πρὶν ἴδω τὸν Ἑλένας φόνον ἐν δόμοις κείμενον

    Συγγενικές λέξεις
    φένω
    φονή
    φονεύω
    φονεύς
    φονικός
    φόνιος, φονία, φόνιον και ὁ, ἡ φόνιος (ο αιμοχαρής)
    φονάω

    Μεταφράσεις
    φόνος

    αγγλικά : murder (en)
    γαλλικά : meurtre (fr)

    From earlier *μροτός (*mrotos), from Proto-Indo-European *mr̥twós, *mr̥tós (“dead, mortal”), *mr̥tó-, ultimately from the root *mer- (“to die”). Cognates include Sanskrit मृत (mṛtá), Old Armenian մարդ (mard), Latin mortuus, Old Church Slavonic мрътвъ (mrŭtvŭ) and Old English morþ.

    Στα γαλλικά επίσης έχουμε το fondre κάνω ξαφνική επίθεση, επιτίθεμαι αρπακτικά, εφορμώ, διαλύω.

    Ας επιστρέψουμε στα του λίκνου.
    Στην έκδοση του Δουκαγγίου (Du Cange) Γλωσσάριον των συγγραφέων του μέσου και όψιμου Eλληνισμού-Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis Lyon 1688 έχουμε:

    ΔΕΦΕΝΔΕΎΕΙΝ
    Defendere, Tueri, Glossae Basilic. Δεφευνδεύεται, εξκουσσεύεται, εκδικείται.

    Nicetas de Urbis excidio, num. 2. ex Cod. Barbarogr.
    Είχον τινα συνήθη γνώριμον, εν τω οίκω μου ερχόμενον πάντοτε μετά της γυναικός αυτού και των παίδων, και λαμβάνοντα τα χρειώδη, και δεφενδευόμενον υπ’ εμού.

    Pachymeres lib. 8. cap. 23.
    αλλ’ είδη μάλλον οι νυκτός εξελευσομένου την οδόν δεφενδεύσοντες απεστέλλοντο.

    Utitur Praetera lib. 9 cap. 19. extr. Ducas Hist.
    cap. 21. εξήλθε και εξ αυτής εταίρα τριήρης, δεφενδεύσαι θέλων αυτό.
    cap. 34. και δη πέμψας αποκρισιαρίους εζήτει τινας δεφένσορας του δεφενδεύειν τους εις τας κώμας της πόλεως Ρωμαίους.

    Utitur Praetera Alexander IV. Pap. in Constit. pro Cypriis. Sguropulus in Hist. Concilij Florentini sect. 7. cap. 8. sect. 8 capt. 14. pag. 757. Harmenopul. lib. 1. tit.9. {.21. &c.

    Δεφένδευσις, Defencio, apud eundem Cantacuzenum lib.4. cap.14. pag.757. Sguropulum sect.11. cap.6. sect.12. capt.11 in Synodo contra Barlaamun & Acyndinum initio, apud Alad. de Conses. utr. Eccl. lib.2. cap. 17.num.2 in Diplomate Andronici jun. pro Monemvasiotis, pag. 304. 305. 306. &c.

    Αδεφένδευτος, Indefensus, Ανεκδίκητος, in Gloss. Basilic. & in Nov. 155. Justiniani.

    Δεφενδάριος χίου, seu Defensor, quidam Sacerdos inscribitur apud Crusium, p.284.

    Δεφένσωρ, Defensor.
    Lexicon Cyrilli MS. Δεφενσίων, και Δεφένσωρ, ο έκδικος χάρτης.
    Glossae Basilic. Δεφένσωρ, ο εκδικητής, Έκδικος.
    Hesychius: Διφένσωρ, βασανιστής, κριτής.

    Michael Psellus in Synopsi Legum v.382.

    Δεφένσωρ επιτήδειος ουδείς χωρίς εγγύης

    Simeon Thessalonic. Dial. de Haeresib.
    ο βασιλεύς των τα συνόδου υπηρετεί, ως Χριστός Κυρίου και δεφένσωρ.

    Utuntur praeterea Balsamon de Privileg. Patr. pag. 145. idem Symeon Thessalonic. de sacris Ordinat.cap.9. pag.174. Sguropul. in Hist. Concilij Florentini sect.3. cap.4. sect.5.cap.3. sect. 6.capt.15. Condin. de Offic. cap.5.num17.cap.6 num.5&c.
    Δεφένσωρ, Ecclesiarum scilicet, apud Zachariam lib.1. Dialog. Gregorij M. cap. 4. 10. lib. 4. capite 13.

    Δεφένσωρες, Διφένσωρες, Δηφένσωρες, in re militari, qui dicantur, docent Glossae Basilic.
    Δηφένσωρες, οι μετά τους Κούρσωρας, ήτοι προμάχους επακουλουθούντες προς εκδίκησην αυτών. Praeterea Leo in Tacticis,cap.4.{.21. & Mauricius lib. 1. Strateg. cap.3.

    Δεφενσόρες των , οι τούτοις ( Cursoribus ) μετά επακολουθούντες, μη εκτρέχοντες των και λύωντες την τάξην, αλλά συντεταγμένως περιπατούντες προς εκδίκησην των κουρσόρων, όπερ αυτούς, ως εικός, τραπήναι συμβεί, ούσπερ δικαίως αν τις καλέσειεν εκδίκους. Ejusmodi Defensorum meminit praetera idem Leo, c.7.nuin. 36. 37. 40. 43. 44. 45. cap.12{27. 38. 78. 79. 81. cap.18. {. 145. & Mauricius lib. 1. cap. 2. lib.7. cap. 16.

    Δηφενδεύειν, idem quod Δεφενδεύειν, Glossae Basilic.
    Δηφενδεύεται, εξκουσεύεται, εκδικείται.
    Mauricius lib.2.c.1 και μηδενός όντως του δηφεντεύοντος αυτώ βοηθείν δυναμένου.
    Nicetas Graecobarb. de Reb. Gest. post excid. Urb.
    και λαμβάνωντα τα χρειώδη, και δηφενδευόμενον, υπ’ εμού.
    Occurit praetera in Nov. 2. Constantini Porfyr. & c.

    Διφένσωρ, Defensor, ο έκδικος χαρτών, και Δεφένσωρ, ο έκδικος,
    in Glossis Reg. & in aliis legitur ο έκδικος χάρτης.
    Ex quibus emendandus Suidas:
    Δηφενσίων, ο έκδικος χάρτης.
    Legendum enim δηφένσωρ.

    Δηφενσίων, Defendio.
    Mauricius lib. 2 Strateg. cap.14. κάν ιέ. ή κ.
    άνδρας αφορίσαι επί της εκάστου αυτού φυλακή και διφενσιώνι.

    Διαφενδεύειν, Διαφεντεύειν, idem quod Δεφενδεύειν. Διαφέντεψις, Διαφέντευσις, Defendio, αντίληψις. Διαφενευτής, Defendor, patronus, υπερασπιστής, συνήγορος &c.

    Malaxus in Hist. Patr. pag. 149.
    έπεσεν εις απόγνωσιν, κι ενδιαφένδευεν εις τον εαυτόν του ότι καλώς έκαμε.

    Anonymus de Nuptiis Thesei & Aemiliae lib.5.
    το δίκαιοσου διαφέντευσον με τ’ άρματα ως χρίζεις.

    Idem lib.8.
    Κακά τον ελαβώσασι, πολλά διαφέντεβέ τον.

    Georgius Contares lib.1. Hist. Athenarum:
    και μη εντός τινός εκδικούντος και διαφεντεύοντος, &c.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: