Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η γιαγιά ψωνίζει ψτιου

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2014


Η περίεργη λέξη του τίτλου δεν γκουγκλίζεται -ή μάλλον: δεν γκουγκλιζόταν· σε λίγη ώρα από τώρα θα γκουγκλίζεται, αφού θα την έχει καταγράψει το αδηφάγο και παντεποπτικό μάτι του γκουγκλ. Ίσως έπρεπε να τη γράψω ψ’τιου, για να δείξω ότι είναι παραλλαγή μιας επίσης περίεργης και σπάνιας λέξης, που όμως βγάζει εκατοντάδες γκουγκλιές.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ένας φίλος του Φέισμπουκ, που έχει μίνι μάρκετ στη Λευκάδα, δημοσίευσε προχτές στον τοίχο του το εξής γουστόζικο:

Γιαγιά ογδονταφεύγα μπαίνει στο μαγαζί χτυπώντας το μπαστούνι της με τη δύναμη που ο Τουλιάτος χτυπάει τα κρουστά του:

-Εδώ είμαι, μη χτυπάς!
-Α, εδώ είσαι, δε σ’ είδα!…. Δίνεις ψτιου;
-Τι να δίνω;
-Ψτιου!
-Χμ… Ναι, δίνω! Πόσα θέλεις;
-Τι;
-Ψτιου!
-Τι λες μωρέ; Αν δίνεις χωρίς λεφτά λέω!
-Αααα! Αυτό είναι το ψτιου; Καλά, δίνω και χωρίς λεφτά.
-Φέρε μου ένα γαριδάκι κι ένα πατατάκι. Αν δεν έχουνε τάπες να μη μ’ τα δώσεις!
-Τάπες; Δε θες με τρίποντα;
-Όχι. Με τάπες! Αλλιώς θα μ’ τα φέρει στο κεφάλι ο εγγονός μου!

Η γιαγιά λοιπόν ρώτησε τον φίλο μας αν δίνει «ψτιου», όπου όμως το ψτιου δεν είναι όνομα προϊόντος αλλά επίρρημα και σημαίνει, όπως η ίδια εξήγησε, «χωρίς λεφτά», εννοώντας «με πίστωση». Όπως είπα πιο πάνω, αυτό το μυστηριώδες ψτιου είναι παραλλαγή μιας άλλης, κάπως λιγότερο μυστηριώδους, λέξης. Οι επτανήσιοι θα την έχουν μαντέψει, αλλά και στο ιστολόγιο την έχουμε αναφέρει μερικές φορές.

Πρόκειται για τη λέξη «μπιστιού», για την οποία έχω γράψει και στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται» (το οποίο ανατυπώθηκε). Μπιστιού σημαίνει με πίστωση, βερεσέ. Είναι λέξη καθαρά της επτανησιακής διαλέκτου – δεν νομίζω ότι ακούγεται αλλού, αλλά αν πέφτω έξω να με διορθώσετε. Όταν έγραφα το βιβλίο δεν είχα βρει πουθενά την ετυμολογία της, και είχα υποθέσει ότι προέρχεται από το «εν πίστει», το οποίο πράγματι έχει δώσει μεσαιωνικούς λαϊκούς τύπους, π.χ. εμπίστεις (= με πίστωση, στις Ασίζες). Μετά είδα ότι και ο Χυτήρης στο Κερκυραϊκό γλωσσάρι του δίνει την ίδια ετυμολογία.

Η πιο διάσημη ανεύρεση της λέξης είναι στο αριστουργηματικό σατιρικό ποίημα Γιατί τα τάλαρα τα λένε τάλαρα του Λασκαράτου, όπου η Εύα ικετεύει τον Αδάμ να της αγοράσει τα υφάσματα και τα κοσμήματα που πουλούσε ο Εξαποδώ:

«Πάρε τα, Αδάμ μου. Πάρε τα μπιστιού!… / Τον Άγουστο πλερώνεις, μιού, μιού, μιού!»|
(Τον Άγουστο, όπως λέγαν τον Αύγουστο, οι σταφιδοπαραγωγοί πουλούσαν τη σταφίδα και τότε ξοφλούσαν όλα τους τα χρέη. Ο Λασκαράτος ποιητική αδεία το μεταφέρει στον Παράδεισο).

Ο Λασκαράτος πάντα, εξηγεί στα Μυστήρια της Κεφαλονιάς πώς με το σύστημα του «μπιστιού» πέρασε ο πλούτος από τους αγρότες στους εμπόρους («οι οποίοι εκερδοσκοπήσανε να τους δώσουνε στάρι μπιστιού, δια να λάβουν το καλοκαίρι τη σταφίδα τους»). Και ο Αδάμ δεν καλοπέρασε με το μπιστιού στο ποίημα:

Το μπιστιού έγινε κιόλες, κι εμετρήθηκε
και τούτο μεταξύ στα εφτά μυστήρια,
γιατί από την ημέρα που το εντύθηκε,
άκουε πίσωθ᾽ ο Αδάμ κλαμπανιστήρια,
σαν του σκύλου, όντις τώχουν τα παιδιά
λάτινο αγγειό δεμένο στην ορά.

[ορά, η ουρά· λάτινο, το τενεκεδένιο]

Και πάλι Λασκαράτος, από τα Μυστήρια της Κεφαλονιάς: Στην αρχή οι χωριάτες και οι φτωχοί της χώρας επροστρέξανε στους σταροπούλους οι οποίοι κερδοσκοπήσανε να τους δώσουνε στάρι μπιστιού, δια να λάβουν το καλοκαίρι τη σταφίδα τους (έτσι κιόλες ίδαμε τους σταροπούλους ιδιοχτήτας εκατοντάδων χιλιάδων σταφίδας) μα γλήγορα καθένας ανανοήθηκε πως εκείνο το στάρι το επλήρωνε δεκαπλάσιο απ’ ό,τι άξιζε.

Η λέξη χρησιμοποιείται ακόμα, κάποτε φολκλορικά· μου λέγαν κάτι φίλοι ότι σε διαφήμιση καταστήματος κινητής τηλεφωνίας που ακούστηκε πρόπερσι από κερκυραϊκούς σταθμούς, ο άντρας μάλωνε τη γυναίκα του που αγόρασε κινητό χωρίς να τον συμβουλευτεί: «θα το ’παιρνα φτηνό και μπιστιού ορή γυναίκα και θα το πλέρωνα σε τριανταέξι δόσεις από…» –ε, ας μην κάνουμε ρεκλάμα. Αλλά και πάλι στην Κέρκυρα, το καλοκαίρι που μας πέρασε, όταν ο πρόεδρος του Α.Ο. Κασσιόπης ήθελε μετρητά για να πουλήσει την ομάδα (ή το ΑΦΜ της), σε έναν τοπικό ιστότοπο μπήκε ο τίτλος «Ε όχι και μπιστιού!»

metritois Στην υπόλοιπη βέβαια Ελλάδα λέμε «βερεσέ» που είναι δάνειο από τα τούρκικα και που έχει κι αυτό ενδιαφέρουσες γλωσσικές εκδηλώσεις, όπως στη φράση «τζάμπα και βερεσέ» που σημαίνει «μάταια, άδικα». Κλασική είναι και η εικόνα με τον έμπορο που πουλάει τοις μετρητοίς και ευημερεί και τον άλλο που κάνει πίστωση και έχει χρεοκοπήσει.

Μέχρι πριν από μερικά χρόνια, ήταν λίγα τα μαγαζιά που έδιναν βερεσέ (ή μπιστιού). Τώρα με την κρίση και την ανέχεια, έχουν πληθύνει τα μικρά και μεγάλα μαγαζιά που πουλάνε ‘μπιστιού’, οπότε η λέξη γνωρίζει μιαν αναβίωση. Οπότε η γιαγιά της Λευκάδας θα συνεχίσει να ψωνίζει ψτιου!

107 Σχόλια to “Η γιαγιά ψωνίζει ψτιου”

  1. TAK said

    Από το ψτιου καλύτερο το μούχτι!

  2. Ζηλιάρη ΤΑΚ, το ψτιου είναι πιο σέξι 🙂

  3. γιώργος said

    Νικοκύρη καλημέρα,να αναφέρουμε και τα τεμπεσίρια που γράφανε τα χρέη οι παλιοί έμποροι.γράφτα και κλάφτα που λέμε!

  4. leonicos said

    Επέστρεψα

  5. leonicos said

    Εδώ θα με δείτε ξανά, μόλις διαβάσω αυτά που έχασα

  6. Stavroula said

    «Μπιστιού σημαίνει με πίστωση, βερεσέ.»

    Καλημέρα,

    Μια μικρή διευκρίνιση, αν έχετε την καλοσύνη :
    – «με πίστωση», δεν σημαίνει με δόσεις; και
    – «βερεσέ», δεν σημαίνει δωρεάν;
    Εγώ τουλάχιστον αυτή την εντύπωση είχα και τώρα ομολογώ πως έχω κάπως μπερδευτεί.

    Ευχαριστώ πολύ και καλή σας μέρα.

  7. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ για τα πρώτα σχόλια!

    1: Ναι, αλλά το μούχτι γκουγκλιζόταν και πρωτύτερα.

    3: Και… εκεί που δεν πιάνει τεμπεσίρι, που λέγαμε.

    4: Καλώστον 🙂

  8. sarant said

    6: Με πίστωση σημαίνει ότι δεν δίνεις όλα τα λεφτά την ώρα που κάνεις την αγορά. Αν τα υπόλοιπα θα τα πληρώσεις με μηνιαίες δόσεις ή όλα στο τέλος του μηνός (όπως κάναμε παλιά στους μπακάληδες), δεν έχει σημασία: πάντοτε είναι με πίστωση.

    Βερεσέ σημαίνει «με πίστωση». Η εντύπωση ότι σημαίνει «δωρεάν» ίσως σας δημιουργήθηκε από την έκφραση «τζάμπα και βερεσέ» = μάταια, άδικα (π.χ. χάθηκε τζάμπα και βερεσέ κοτζάμ παλικάρι).

  9. atheofobos said

    Στην Κρήτη είχα δει την εικόνα με τους εμπόρους σε ένα παλιό κατάστημα και ο καταστηματάρχης δείχνοντας μου τον ευτυχή έμπορο μου είπε :Σύντεκνε εγώ πουλάω σαν κι΄αυτόν,άμπα!

  10. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Καλημέρα! Απίστευτοι, πραγματικά, οι επτανήσιοι (ενίοτε)!

    Οφείλω, όμως, να πω ότι γέλασα με τις εικαστικές παρεμβάσεις των γραφείων του πωλούντος τοις μετρητοίς και του πωλούντος επί πιστώσει: στην περίπτωση του ενός, τα εμπορικά (προφανώς) αρμενίζουν, στου δε άλλου βουλιάζουν! Ακόμα και η κορνίζα του καθενός είναι ευθέως ανάλογη του μηνύματος! Μου κάνει τόση εντύπωση, γιατί, μικρός, το έβλεπα καθημερινά σ’ ένα παντοπωλείο στην πλατεία της μικρής μου πόλης, όπου μπαίναμε για να πάρουμε σάντουιτς με σαλάμι, πριν πάμε στο σχολείο -αλλά ποτέ δεν είχα προσέξει τη λεπτομέρεια του ναυαγίου!

  11. Πίστωση στις συναλλαγές και πίστη στη θρησκεία,
    χρέος απ’ τις συναλλαγές, «το χρέος» στη θρησκεία
    σου κυβερνάνε τη ζωή εμπόροι και παπάδες
    άλλοι με τη πραμάτεια τους κι άλλοι με τις λαμπάδες

  12. Γς said

    Η γιαγιά ψωνίζει ψτιου.
    &
    Ο Γς ψωνίζει ΕΠΗΚ

    Δεν θυμάμαι πως λεγόταν ακριβώς. Ας πούμε ΕΠΗΚ (εξηγώ πιο κάτω).

    Μπαίνω λοιπόν στο ταχυδρομείο να πληρώσω κάποιο λογαριασμό και βλέπω δίπλα στο ταμείο να λέει:

    “Διατίθενται ΕΠΗΚ ”

    Αμάν, τι είναι αυτό και δεν το ξέρω.
    Και δεν εξηγούσαν τι είναι γμτ.

    Πληρώνω τον λογαριασμό, παίρνω τα ρέστα μου και ρωτάω την ταμία:

    -Εχετε ΕΠΗΚ;
    -Ναι, βέβαια.
    -Καλό;
    -Τι καλό; …καλό!
    -Θα πάρω;
    -Πόσα θέλετε;
    -Βάλτε μου μισό κιλό.

    Ετσι έμαθα τι ήταν ΕΠΗΚ (ή κάπως έτσι)

    Ηταν Επιστολές Πρώτης Ημέρας Κυκλοφορίας για τους φιλοτελιστές

  13. sarant said

    ΕΠΗΚ τα λένε τώρα; Όταν μάζευα λέγονταν Φάκελοι ΠΗΚ. Τα έχω στο σπίτι, ασφράγιστες σειρές και ΠΗΚ από το 1971. Δεν πιάνουν και πολλά πράγματα.

  14. Πάνος με πεζά said

    Καλημέρες, και «Βερεσέ από αύριο», που λένε. Ωραία η λεξούλα, δεν την ήξερα.

    Kαι το σχετικό ανέκδοτο :
    – Μπορείς, σε παρακαλώ, να τα γράψεις;
    – Όχι, γιατί νοιάζομαι για την υγεία σου. Δε θέλω να πάθεις αμνησία…

    Άλλη σχετική ιδιωματική έκφραση από το γίγαντα Γ. Γεωργίου : «Τα χρέη του Άρη αν πάει τρίτη Εθνική, Χαρίλαος Φλωράκης» (παίρνοντας το «χαρί- από το «χαρίζονται»).

    PS : Άσχετο, αλλά μεζεδάκι σε τίτλο βιβλίου δε βρίσκεις και κάθε μέρα. Διαφημιζόταν λοιπόν στην τηλεόραση το βιβλίο του σεφ κ. Λαγού, με τον τίτλο «Οι γεύσεις που μεγαλώσαμε». Εντάξει, πολύ δύσκολο να το κάνεις «Οι γεύσεις με τις οποίες μεγαλώσαμε». Aν ήταν «Το σπίτι που μεγάλωσα», του κόλλαγες ένα «ό» και γινόταν η δουλειά. Αλλά αν δεν κολλάει, λίγος σεβασμός, ρε παιδιά ! Εκτός αν αυτάρεσκα ο συγγραφέας, βάζοντας και τον εαυτό του στον πληθυντικό, εννοεί ότι πήρε απλές γεύσεις και τις απογείωσε…

  15. marulaki said

    Βερεσές, οι πολλοί…. τα βερεσέδια.
    Μεγάλη λέξη το ‘άμπα’. «Αν δε βροντά η τσέπη να ψωνίσω άμπα, δεν ψωνίζω», λέει η μάνα μου.

  16. Νέο Κid said

    Το μούχτι όμως δε σημαίνει τζάμπα; άλλο πράμα το βερεσέ (που σημαίνει «με πίστωση, άτοκη») και το μπιστιού-ψτιου. Αν καταλαβαίνω καλά, η αρχική επτανησ. σημασία κατέληξε να σημαίνει τελικά «τοκογλυφία» ; (αχ, αυτές οι τάπες! Μάζευε και η μικρή μου, αλλά τις βαρέθηκε και το γύρισε στα τζαμπο-«σκουπιδάκια»..όπου ο Μούχτης πέθανε, πριν γεννηθεί.)

  17. Πέπε said

    @10:
    Χα χα! Κι εγώ έβλεπα την εικόνα από μικρός, και ποτέ ως σήμερα δεν είχα προσέξει τα καδράκια με τα πλοία!

    @ανάρτηση:
    Κοίτα να δεις οι Λευκαδίτες! Επειδή ανήκουν στα Επτάνησα, χρησιμοποιούν 7νησιακούς ιδιωματισμούς όπως το μπιστιού. Απ’ την άλλη, επειδή γλωσσογεωγραφικά ανήκουν μάλλον στην απέναντι στεριά, το προφέρουν ψτιου. Δε νομίζω ότι θα γινόταν αυτό σε οποιοδήποτε άλλο νησί.

  18. Πάνος με πεζά said

    Πάντως ο προεδράρας της Κασσιόπης μάλλον χρησιμοποίησε την έκφραση υπό το πρίσμα «Για ένα κομμάτι ψωμί». Είναι το προτελευταίο στάδιο από το «τζάμπα»,αυτό που με άλλες εκφράσεις λέμε «για ένα ξεροκόμματο», «για ψίχουλα», «κοψοχρονιά», «μπιρ παρά», «σκοτωμένο» κλπ.

    Σε αντιδιαστολή, το «τζάμπα» έχει ως αντίτιμο συνήθως «την ψυχή της μάνας μου».

  19. Πάνος με πεζά said

    @ 10 : εγώ θυμάμαι μια άλλη γελοιογραφία : «Ο εγχειριζόμενος τοις μετρητοίς», και δείχνει ένα τύπο σε λιβάδι, με ένα λουλουδάκι στο στόμα και τα παιδιά του δίπλα να παίζουν, και «Ο εγχειριζόμενος επί πιστώσει», όπου ο τύπος φέρει φωτοστέφανο και φτερά…

  20. Ορεσίβιος said

    Με τη δύναμη που ο Τουλιάτος χτυπάει τα κρουστά του:

  21. Τσούρης Βασίλειος said

    Καλημέρα!
    8. Όχι δεν πλήρωναν πάντα στο τέλος του μήνα (αυτό πρέπει να γίνονταν από μισθωτους) γιατί σε μας πλήρωναν όταν είχαν, πχ. πουλούσαν το μοσχάρι, τ΄αρνιά ή τα κατσίκια
    ή όταν ο ιδιοκτήτης του μπατζιαριού πουλούσε τα τυριά, κεφαλοτύρια κλπ και τους ξοφλούσε
    αφού αφαιρούσε τον καπάρο. Υπήρχαν και τραγικές περιπτώσεις που η οικογένεια που χρώσταγε έχανε το μοσχάρι από αρρώστια!
    Θυμάμαι σαν τώρα τη βάβω Μάνθα (που χήρεψε νωρίς) να μιλά με τα καλύτερα λόγια για τον Δ.Γ. που ενώ δεν είχε να τον ξεχρεώσει της έδωσε αλεύρι, λάδι κλπ για να δώσει στα μικρά παιδιά της!

  22. Νέο Κid said

    Τώρα επί Αδόνιδος, δεν υπάρχουν τέτοιες διακρίσεις Πεζοπάνο. Όλοι στα Ηλύθια πεδία θα καταλήγουν! Σε λίγο ,γιατρών μη όντων, ο καλύτερος χειρούργός θα είναι απόφοιτος του Αλπίνε σκουλ οφ μέντισιν.

  23. Αναρωτιέμαι αν ξέρει κανείς την προέλευση και χρονολόγηση αυτού του περίφημου κάδρου του μπακάλη. Με τα φτωχά μου εργαλεία βρήκα μόνον ελληνικές παραλλαγές (μία αλβανική είναι φωτοσοπιά της ελληνικής, πιστεύω).

  24. Βιάστηκα. Η τούρκικη παραλλαγή.

  25. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂
    @10: Τώρα τα καταστήματα γρήγορου φαγητού και καφέ στο χέρι αντί για τη γνωστή έγχρωμη γκραβούρα με τους εμπόρους βάζουν αγγελίες που χρήζουν περαιτέρω διευκρίνησης.
    Πιθανολογείται ότι ο ιδιοκτήτης του καφέ είναι ο Χάνιμπαλ Λέκτορ. 😆

  26. 23, 24: Και πάλι βιάστηκα: αγγλική (1870) παραλλαγή (ίσως το πρωτότυπο δηλαδή),μεξικάνικη (1913), και γερμανική (λέει).

  27. Πάνος με πεζά said

    Κάνω μια μερική αποκατάσταση για τον τίτλο του βιβλίου που ανέφερα πιο πάνω. Το «που εγαλώσαμε» έχει μπει σε εισαγωγικά, προς αποκατάσταση της γλωσσικής αναταραχής. Εκείνη την ώρα δεν κοίταζα το δέκτη και δεν πρόσεξα το κοντινό στο εξώφυλλο, αλλά μόνο τα της παρουσίασης.
    http://www.ellinoekdotiki.gr/displayITM2.asp?ITMID=1423&LANG=GR

    Μπορεί όμως κάλλιστα το επόμενο βιβλίο να είναι : Νόστιμες συνταγές με «ξηρούς καρποί». 🙂

  28. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    23-24: Άρα, πρέπει νάναι ελληνική έμπνευση.

    16: Σωστά, μούχτι σημαίνει τζάμπα. Αλλά γιατί λες ότι το μπιστιού δηλώνει τοκογλυφία -από τον Λασκαράτο μάλλον. Αλλά νομίζω ότι επικρίνει γενικά το σύστημα, όχι την τοκογλυφική πτυχή του.

    14: Ναι, αλλά δεν πάει το «με τις οποίες» στον τίτλο. Εγώ θα έβαζα: Οι γεύσεις που μαζί τους μεγαλώσαμε. Έχει και ρυθμό.

    9-15: Δηλαδή άμπα = τοις μετρητοίς;

  29. Ανδρέας «Κουπονιώτης» said

    Που είπαμε έχει το μινι μάρκετ ο φίλος;

    Στο καιρό μου άκουγες: Τρέχα στο μπακάλη, ψώνισε αυτά και πές του να τα γράψει.

  30. Πάνος με πεζά said

    @ Ή και η δραχμοποίηση : «Πες του να σου βάλει 20 δραχμές μουρταδέλα».

  31. Γς said

    Είναι που η Ραφήνα είναι πιο κοντά στη Μαλακάσα παρά στη Μαλαισία.
    Διαφορετικά θα μπορούσε ο Γς να τους τρελάνει με το εξαφανισμένο Boeing της Malaysia Airlines

  32. 28α Όχι, βιάστηκα είπαμε! δες το 26. Αγγλική, θα συμπέραινα.

  33. Δέσποινα said

    «…θα την έχει καταγράψει το αδηφάγο και παντεποπτικό μάτι του γκουγκλ»

    Καλημέρα από το Λονδίνο.
    Μια απορία για το γένος ξένων λέξεων στα Ελληνικά, όπως η λέξη γκουγκλ. Αυτή η απορία μου είχε πρωτοδημιουργηθεί όταν πρόσεξα ότι οι αγγλικές εφημερίδες στον ελληνικό τύπο συνήθως γίνονται αρσενικά (ο Γκάρντιαν, ο Ομπζέρβερ) αλλα καμια φορα και θηλυκά (η Γκάρντιαν).
    Εγώ και τις τρεις αυτές λέξεις τις κάνω θηλυκού γένους γιατί το ουσιαστικό του οποιου είναι ονόματα είναι θηλυκού γένους στα Ελληνικά:
    – η γκουγκλ (εταιρεία/μηχανή αναζήτησης)
    – η Γκάρντιαν/Ομπζέρβερ (εφημερίδα)
    Υπάρχει κάποιος κανόνας εδώ ή μπορώ να ακολουθήσω χωρίς τύψεις το γλωσσικό μου αισθητήριο?
    Ευχαριστώ,
    Δέσποινα

  34. Πέπε said

    @23: Παρατηρώ ότι οι Αλβανοί, αντί «ο πωλών επί πιστώσει» και λοιπά σοφολογιωτατίστικα, γράφουν απλά και ξεκάθαρα «verese»!

  35. Πάνος με πεζά said

    @31 : Το τελευταίο ανεκδοτάκι που κυκλοφορεί :
    Τι διαφορά έχει ο Άρης Θεσσαλονίκης από το Μαλαισιανό Boeing; Τουλάχιστον ο Άρης ξέρουμε ήδη πού έχει πέσει…

  36. Πάνος με πεζά said

    Αν και δεν το ξέρουμε, μπορεί να προτιμήσει Γ’Εθνική, λόγω «Χαρίλαου Φλωράκη»…

  37. NM said

    Χρόνια τώρα σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ το όνομα του ζωγράφου του εμπνευσμένου διπλοπίνακα. Σήμερα, από εδώ, έμαθα ότι έχει κάνει και διεθνή καριέρα. Πρέπει να είναι έλληνας. Αχνά θυμάμαι τον πατέρα μου, σε παρέα ζωγράφων – στο παλιό BRAZIL, να σχολιάζουν επαινετικά την έμπνευσή του. Υποθέτω ότι πρέπει να είναι της εποχής 1870-1910. Κρίμα που τ’όνομά του δεν μνημονεύεται πουθενά.

  38. sarant said

    32: Μα, πολύ βιαστικός είσαι κιεσύ!

    33: Ωραίο θέμα είναι αυτό, σηκώνει άρθρο. Τις εφημερίδες εγώ τις βάζω (αν το προσέξω) με θηλυκό άρθρο, αφού είναι «η» εφημερίδα, και τα περιοδικά με «το». Έτσι, η Μοντ, η Νιου Γιορκ Τάιμς, το Εκόνομιστ.

    Τις εταιρείες, κατ’ αναλογία, με «η», Η Ζίμενς, η Μάικροσοφτ.

    Όμως, όταν λέμε «γκουγκλ» δεν αναφερόμαστε στην εταιρεία, κι επειδή το «η μηχανή» δεν είναι τόσο καθιερωμένο (άλλος θα έλεγε «το ψαχτήρι» ή «το πρόγραμμα») σε παρασέρνει να χρησιμοποιήσεις ουδέτερο, όπως και για τόσα άλλα του ιντερνέτ (το ιντερνέτ, το φέισμπουκ, το τουίτερ). Αν λέγαμε π.χ. ότι η μετοχή της Γκουγκλ ανέβηκε ή ότι ο ιδιοκτήτης της Γκουγκλ είναι δισεκατομμυριούχος, θα βάλουμε θηλυκό άρθρο.

  39. Νέο Kid Στο Block said

    Νίκο,ναι. Λόγω των παραθεμάτων του Λασκαράτου έκανα αυτή τη σκέψη περί τοκογλυφίας.
    Ας πει και κανας επτανήσιος. (νομίζω πως έχουμε εδώ τουλάχιστον έναν που έζησε εκείνη την εποχή… 😆 )

  40. # 11, 15
    Εύστοχα και ευκολομνημόνευτα .

  41. spiral architect said

    @26: Είδες τελικά Δύτη; Όπως είχα σχολιάσει εδώ, oι επιρροές με την υιοθέτηση φόρμας, θεματολογίας ή περιεχομένου είναι αναπόφευκτες στην τέχνη.
    Μάλλον, αυτές που έβαλες στο σχόλιό σου είναι παλιότερες απ’ τη γνωστή δικιά μας. 😉

  42. Αριστείδης Καρατζόγλου said

    Μήπως η γιαγιά ψώνιζε μπστιου αντί ψτιου; Πέρα από την ετυμολόγηση από το μπιστιού, αυτό το «ψτ…» δεν πολυκάθεται στα λευκαδίτικα, που μάλλον ρουμελιώτικα είναι παρά επτανησιακά.

  43. sarant said

    42: Τι να σας πω, έτσι το βρήκα γραμμένο. Αλλά το bs δεν μεταγράφεται ψ; Ίψεν, Αψβούργοι κτλ.

  44. Αριστείδης Καρατζόγλου said

    Ψύλλους στ’ άχυρα γυρεύω, καλώς το γράφετε με «ψ», τα τρία σύμφωνα στη σειρά βγάζουν μάτι. Ως νέιτιβ σπίκερ όμως μου βγαίνει μόνο σαν «μπστ».

  45. -«Αυτά που λες εγώ τ’ ακούω βερεσέ» αρχίζει ο «Πασατέμπος» https://www.youtube.com/watch?v=OJSLV1n1Htk

    -«Ο βερεσές απέθανε» έγραφε πρόχειρη πινακίδα σε παλιές ταβέρνες.

    -«Χωρίς λεφτά; Βεβαίως χωρίς λεφτά. Κωτσόβολος» έλεγε η παλιά ραδιοφωνική διαφήμιση.

  46. # 35, 36

    Ξέρουμε πως έχει΄ήδη πέσει αλλά δεν ξέρουμε (ακόμα) που.

    Πάντως στον Αρη ξέρουν περί Χαρ’ιλαου Φλωράκη αφούυ μέχρι τώρα έπαιζαν … Χαριλάου !!

    Βρούμμμ, βρούμμμ !!

  47. Δέσποινα said

    38:

    Ευχαριστώ πολύ για την απάντηση, συμφωνώ με όλα τα παραδείγματα.

    Για το “γκουγκλ”, λόγω μακρόχρονης παραμονής στο Λονδίνο είμαι πιο εξοικειωμένη με την αγγλική καθομιλουμένη, επομένως σκεφτόμουν search engine = μηχανή αναζήτησης = θηλυκό γένος.

    Παράλειψη στο προηγούμενο σχόλιο: απολαυστική η γιαγιά που ψωνίζει ψτιου (το οποιο έγραψα «psari ti karou» στο innoetics για να μου βγάλει εύκολα, γρήγορα, στη σειρά και χωρίς τόνο τα γράμματα που χρειαζόμουν!).

    Δέσποινα

  48. Πάνος με πεζά said

    @ 45 : η Άννα θα πέσει πολύ πιο χαμηλά, αφού «μην κλαίγοντας, θα ζητήσει βερεσέ απ’ το μπακάλη»…

  49. @ 23 και 32. Για την χρονολόγηση το τηλέφωνο είναι της δεκαετίας του 1930 αλλά νομίζω ότι στην Ελλάδα ήλθαν το 1950. Το ατμόπλοιο στο κάδρο του αυτού που πουλάει τοις μετρητοίς είναι χαρακτηριστικό προπολεμικό ατμόπλοιο. Οι λίρες Αγγλίας στα τσουβάλια στο χρηματοκιβώτιο ίσως δείχνουν την προέλευση (Αγγλία) ή τη χρονολογία στη δεκαετία του 1950 που ήταν το αξιόπιστο νόμισμα.

  50. marulaki said

    #28 Άμπα = τοις μετρητοίς. πχ του έδωσα προκαταβολή 100.000 για το σπίτι άμπα. Δεν σημαίνει όμως απαραίτητα εφάπαξ εξόφληση του ποσού. Έτσι τουλάχιστον το έχω ακούσει να χρησιμοποιείται.

  51. Σε μας (Μυτιλήνη) ο βερεσές συνοδευόταν από τη δήλωση πως θα πληρωθούνε «στου μαξούλ» όταν δηλαδή θα έχει ελιές και θα μαζέψουνε. Κι επειδή ελιές κάνει συνήθως παρά χρονιά, μαζευόντουσαν τόσα πολλά για ξεχρέωμα στο μαξούλι που δεν ξεχρέωνες με τίποτα (χώρια που δεν έβρισκες και άκρη αν τα χρέη ήταν σωστά). Έτσι η έκφρασή τελικά πήρε και ειρωνική χροιά, δηλ. κάτι σαν το «δανικά κι αγύριστα». Το χειρότερο ήταν όταν μια χρονιά που θα έπρεπε να είναι μαξουλοχρονιά, για κάποιο λόγο δεν ήτανε. Τότε να δεις κλάμα.

    Πάντως, θυμάμαι τη δεκαετία του 60 που πηγαίναμε στο μπακάλικο με ένα σημειωματάριο στο οποίο γραφότανε το δούναι και λαβείν. Ο μπακάλης είχε αντίστοιχα ένα μεγάλο βιβλίο γι’ αυτή τη δουλειά που ο κάθε πελάτης του είχε τη δική του μερίδα. Και οι καταχωρίσεις γίνονταν διπλογραφικά 🙂 Δηλ. έπρεπε να είναι τα ίδια τόσο στο μπλοκάκι όσο και στο κιτάπι του μπακάλη. Το ίδιο και στο φούρνο, ενώ υπήρχαν παρόμοια συστήματα και με τους δανειστές. Το ρόλο της τράπεζας τον έπαιζαν τότε αυτοί που είχαν αρκετά κεφάλαια. Οι τράπεζες στο ζήτημα της πίστωσης για μικροποσά (που μπορούσαν να αβγατίσουν με πολλούς τρόπους βέβαια) μπήκαν αργά στο παιχνίδι (και σάρωσαν – γιατί τι άλλο από βερεσέ είναι το σύστημα με τις πιστωτικές; Όπερ σημαίνει και πως ο βερεσές ποτέ δεν πέθανε, απλά άλλαξε μορφή και τώρα που οι τράπεζες ζόρισαν τα πράγματα, ξαναγύρισε σε παλιές δοκιμασμένες συνταγές).

    Και μιας και έπιασα και τις τράπεζες, όταν πληρώνεις την τράπεζα (είτε δόση, είτε κατάθεση κλπ) η τράπεζα σε πιστώνει ενώ όταν παίρνεις απ’ την τράπεζα σε χρεώνει. Πάντα δυσκολευόμουνα μ’ αυτό, γιατί αφού δίνω χρήματα εγώ, η τράπεζα με πιστώνει; Αλλά είναι το πώς αντιμετωπίζεται το ποσό για την ίδια την τράπεζα.

  52. sarant said

    51: Σωστά όλα αυτά, και για τις τράπεζες και για τις μαξουλοχρονιές!

    50: Μερσί!

    47: Μάθαμε και το innoetics, ευχαριστώ!

  53. spiral architect said

    Δύστυχον επαμφοτερίζον πεντάστροφον

    Η γιαγιά ψωνίζει ψτιού
    κάνοντας μαζί «αψού»
    μα της φεύγει η μασέλα
    και την έπιασε μια τρέλα.

    Την καθίζει ο χασάπης,
    κατσ’ μωρ’ γριά να γιάνεις
    θα σου δώσω βερεσέ
    για να κάνουμε σεφτέ.

    Χρωστώ εδώ, χρωστώ εκεί,
    πληρώνω τζερεμέδες
    χρωστώ και στη γειτόνισσα,
    μα μου μύρισαν κεφτέδες.

    Πως θα φας μωρή γριά,
    που μου θέλεις κεφτεδιά,
    είπαμε γριά να κλάνεις,
    αλλά μην το παρακάνεις.

    Πήρα τουίτ του Θεοχάρη
    έλα, κάνε μου τη χάρη,
    χρωστώ και γω στην εφορία,
    τρώει πολύ και η Μαρία.

  54. skol said

    Δεν θα την έλεγα φολκλορική. Βέβαια έχουν περάσει και κάποιες δεκαετίες απ’ όταν την πρωτοάκουσα…
    Μέχρι πριν κάποια χρόνια δεν ήξερα καν ότι είναι επτανησιακή. Τη νόμιζα απλώς για λαϊκότροπη, κάπως σαν το σκιάομαι αντί του φοβάμαι.

  55. Μαρία said

    Αφού δε το έβαλε ο δύτης …. Veresiye vere vere sermaya kalmadι (απ’ το βερεσέ δεν έμεινε σιρμαγιά) αλλά ο θεός την ψυχή δεν την πήρε 🙂

    Νικοκύρη, δεν έχω ξανακούσει κάνω βερεσέ αλλά δίνω βερεσέ. Έτσι το λέτε εκεικάτω;

  56. sarant said

    53: Ωραίος!

    54: Δεν χαρακτήρισα φολκλορική τη λέξη, αλλά ίσως τη χρήση της. Μπορεί βέβαια να πέφτω έξω.

    55: Καλά λες, δίνω βερεσέ.

  57. Φανατικός said

    Στο χωριό μου στην Αγόριανη είχαμε το εξής περιστατικό:
    Τουρίστες στον ταξιτζή: Θα μας πας Δελφούς;
    Ταξιτζής στους τουρίστες: Για άφμα;
    Τουρίστες: Για τί πράγμα;
    Ταζιτζής: Για άφμα;
    Τουρίστες: Δεν καταλαβαίνουμε.
    Ταξιτζής: Εγώ μόνο για άφμα πάω, δεν θα σας επιστρέψω πίσω.

    Τελικά το άφμα μεταφράζεται σε άφημα ή «για να σας αφήσω».

    Την καλησπέρα μου σε όλους

  58. Μπουκανιέρος said

    39 Καμία σχέση με τοκογλυφία – θα έλεγα μάλιστα ότι ένα βασικό γνώρισμα του μπιστιού ή βερεσέ (όπως και των φιλικών δανεικών) είναι ότι είναι άτοκα.
    (Τώρα, στην περίπτωση του Λασκαράτου, δεν ξέρω, αλλά μάλλον πρέπει να εννοεί ότι τους έριχναν στην ισοτιμία σταριού-σταφίδας.)

    54-56 Διόλου φολκλορική, συμφωνώ με το skol: η λέξη είναι πολύ ζωντανή.

  59. spyroszer said

    26. Είναι και στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου.
    http://www.loc.gov/rr/print/list/picamer/paFinance.html

  60. 55. 56.
    Στην Κύπρο και «διώ βερεσιέ» αλλά και «κάμνω βερεσιέ» (και δίνω και κάνω βερεσέ)

  61. Πέπε said

    @55-56:
    «Δίνω βερεσέ» νομίζω ότι το λέμε με την έννοια «δίνω κάτι βερεσέ», δηλ. «δίνω κάτι επί πιστώσει»: το «βερεσέ» ουσιαστικά σε επιρρηματική χρήση, εννοώντας αυτό που πιο αναλυτικά θα το λέγαμε «δίνω κάτι ΜΕ βερεσέ» (που όμως δεν το έχω ακούσει ποτέ έτσι).
    «Κάνω βερεσέ», πάλι, δεν παίρνω όρκο αν το ‘χω ακούσει, αλλά μου ακούγεται πολύ ομαλό, με την έννοια «κάνω πίστωση»: ο μπακάλης δε μας κάνει άλλο βερεσέ (ό,τι κι αν πάμε να ψωνίσουμε) / ο μπακάλης δε μας το δίνει (το Χ εμπόρευμα) βερεσέ.
    Τον ίδιο το βερεσέ, το δικαίωμα να πληρώσεις άλλη φορά, δε νομίζω ότι τον δίνουμε.

  62. spiral architect said

    Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
    Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης
    Τραγούδι: Παιδική Xορωδία του Δημήτρη Τυπάλδου, από το CD «Τρελοβάπορο»

    Επίσης δείτε κι αυτό:
    Χρώμα στην Πατρίδα των καιρών

  63. Μπουκανιέρος said

    42-44 Νομίζω ότι η γραφή είναι παραπλανητική (ή τουλάχιστον εγώ παραπλανήθηκα και το φαντάστηκα αλλιώς).
    Τα Ίψεν και Αψβούργοι είναι συμβατικές αποδόσεις.
    Νομίζω (μετά και τις διευκρινίσεις του native speaker) ότι θα έπρεπε να γραφτεί μπ’στιού.
    (Τώρα, Νίκο, σκάρωσες μια γκουγκλίσιμη λέξη με προφορά pstyu, που απότι φαίνεται δεν υπάρχει. 🙂 )

  64. sarant said

    55-56-61: Κι εσύ δίκιο έχεις, διότι το λέει και ο Μητσάκης:

    Κι αν δεν μας φτάσουνε τα τάλιρά μας
    μας κάνει βερεσέ το μαγαζί
    (στη δεύτερη στροφή του άζματος)

  65. 52γ https://sarantakos.wordpress.com/2009/11/10/lernaiaksanthaki/#comment-15989

  66. sarant said

    63: Απόστροφο γιατί; Όταν γράφεις «έρμος» βάζεις απόστροφο; Εδώ οι πιο πολλοί δεν βάζετε απόστροφο στο «στο είπα» που είναι δύο λέξεις, θα βάλουμε μέσα σε μια λέξη; Κι έπειτα, έτσι το βρήκα γραμμένο λέμε. Δεν γκουγκλίζεται, διότι ήταν στο Φέισμπουκ, αλλά έτσι ήταν γραμμένο.

  67. spyroszer said

    Μου χρωστάς ένα φιλί, να μου το δώσεις,
    δώσ’ μου το, μικρό, πριν ξεχαστεί,
    μην αποφεύγεις, θα στο πάρω με το ζόρι
    γιατί δεν κάνω βερεσέ, σου το ‘χω πει.

  68. sarant said

    64-67: Η Μπέλλου τελικά δεν δίνει βερεσέ, μόνο κάνει 🙂 [Βέβαια, δεν είναι δικοί της οι στίχοι, αλλά…]

  69. Μπουκανιέρος said

    66
    – Απόστροφο για να είναι σαφέστερη η προφορά. Λόγω των αναπηριών της ελληνικής ορθογραφίας, αν γράψεις «μπσ», υπάρχει και η πιθανή ανάγνωση «μψ» (mps αντί του ορθού bs).
    – Στο έρμος όχι, για προφανείς λεξικογραφικούς λόγους – όμως είναι νομίζω καθιερωμένο να βάζουν απόστροφο μέσα σε λέξεις που αποδίδουν την προφορά των βόρειων ιδιωμάτων, π.χ. «να κοιμ’θής» (θρακιώτικο παράδειγμα από Τριανταφυλλίδη).
    – Το ξαναείπες ότι το βρήκες έτσι αλλά αυτό δεν το κάνει λιγότερο λάθος – κι εδώ όταν λέμε «λάθος» κυριολεχτούμε, ανακρίβεια, αυτό-που-δεν-είναι…

  70. 12, 13: Ναι, ΦΠΗΚ τα αγόραζα κι εγώ! (αλλά θα μπορούσε να είναι σαν τα ΟΠΥ/ΕΠΥ).

    19: Γιατρέ, πριν την εγχείριση δεν είχατε μακριά άσπρη γενειάδα. :-S

  71. Μικρή μπέρδευα κι εγώ το τζάμπα με το βερεσέ. Ο μπακάλης της γειτονιάς με διόρθωνε κάθε φορά και μ’ έβαζε να λέω Όχι τζάμπα, βερεσέ. Μετά μου έδινε τα γαριδάκια μου 🙂

  72. Δημήτρης Μ. said

    Μα είναι φτψχό το καπηλειό
    και βερεσέ δε δίνει…

  73. Πέπε said

    @ διάφορα μηνύματα: ψτιου / ψ’τιου / π’στιού / μπ’στιου:

    α) Η απόστροφος νομίζω ότι σωστό είναι να μπει. Όταν κόβουμε ένα φωνήεν, είτε από έκθλιψη ή αφαίρεση (απ’ όλα / σου ‘πα) είτε για να αποδώσουμε ιδιωματική προφορά (σπίτ’), γενικά τη βάζουμε. Το «έρμος» δεν είναι παράδειγμα: η λέξη λέγεται έτσι, δεν είναι απλώς τοπική προφορά του «έρημος». Είναι όπως το στάρι. Ούτε το «στο λέω» είναι παράδειγμα, γιατί αυτό, όσο κι αν είναι διαδεδομένο, είναι απλώς λάθος.

    β) Δεν είμαι Λευκαδίτης να ξέρω την αυθεντική προφορά, και άρα είμαι υποχρεωμένος να δεχτώ τη μαρτυρία του Λευκαδίτη που ξέρει καλύτερα απ’ όλους μας. Ωστόσο, θα επιμείνω λιγάκι ακόμη: σίγουρα προφέρεται [bstju], ή μήπως προφέρεται [pstju] και απλώς οι ντόπιοι ξέρετε ότι αυτό το π αντιστοιχεί σε μπ; Ρωτάω γιατί, ανεξαρτήρως διαλέκτου, συνήθως δεν έχουμε μαζί ηχηρά και άηχα σύμφωνα. Κάποια θα αφομοιωθούν προς τα άλλα. Ακόμη και στην κοινή, εκτός διαλέκτων, ελληνική το σμ γίνεται ζμ (δικός μου > προφ. δικόζμου), δηλαδή το σ προ ηχηρού γίνεται ηχηρό. Στα ιδιώματα που, όπως εσείς, κόβουν τα άτονα -ι-, το «δικός» γίνεται «δ’κός» αλλά προφέρεται «θ’κός», το δ προ αήχου χάνει την ηχηρότητά του. Και έχω ακούσει τον κουμπάρο να γίνεται κ’μπάρος αλλά να προφέρεται γκ’μπάρος (ή μάλλον γκ’μπάρους), δηλ. πάλι ηχηροποιείται το άηχο κ προ ηχηρού. Οπότε, αν εσείς διατηρείτε το ηχηρό [b] πριν από το άηχο σύμπλεγμα [st], θα είναι μια εξαίρεση από τη γενική τάση.

  74. sarant said

    69-73: Δεν έχουμε εδώ κανέναν Λευκαδίτη, να μας πει πώς το λένε και πώς το ακούει, αλλά αφού πιο συχνά γράφουμε θκός παρά δκός (αν θες, με απόστροφες: θ’κός πιο συχνά παρά δ’κός, γκούγκλισέ το, ακόμα και στο ΙΛΝΕ:
    http://www.xanthi.ilsp.gr/mnemeia/deltiafileslist.aspx?deltioname=dikos)
    στο ίδιο πνεύμα θα γράψουμε ψτιού (έστω με απόστροφο). Πρβλ. και ζγκατάψυξ 🙂

  75. sarant said

    71: Μπράβο του μπακάλη! 🙂 Εγώ του έλεγα να τα γράψει, απλώς.

  76. spiral architect said

    To σφάλτσο, το αράουτ και η απέκρουση.
    (όχι κι τόσο άσχετο) 🙄

  77. Μπουκανιέρος said

    73-74 Εννοείτε ότι ο 42+44 δεν ξέρει τι λέει;
    Τα πράγματα είναι απλά: αν τυχόν οι Λευκαδίτες λένε pstyu ή pstju, τότε η γραφή «ψτιου» δικιολογείται. Αν όμως λένε bstyu ή bstju (ή κάτι παρόμοιο, π.χ. bzdju με αφομοίωση ηχηρότητας), τότε η γραφή «ψτιου» είναι λάθος.

  78. ...!? said

    η εφημερίδα ο φρουρός και ο παρατηρητής όπως το έθνος η τα νέα. Δεν ζητάμε ποτέ την βήμα.

  79. Πέπε said

    @77:
    Όχι. Είδα ότι ο 42+44 είναι Λευκαδίτης, και τόνισα ότι ξέρει καλύτερα απ’ όλους μας. Άλλο ρώτησα, ξαναδείτε το 73β και αν δεν είναι σαφές επανέρχομαι.

  80. Πέπε said

    Εεεεε… Μια στιγμούλα. Διορθώνω το 79:

    Είδα το 42+44 και υπέθεσα ότι ο συντάκτης είναι Λευκαδίτης. Και τόνισα… -από εδώ και πέρα ισχύει το 79.

    (Μα γιατί μού κόλλησε ότι είναι; Δεν τα ξαναδιαβάζω τώρα από την αρχή να δω αν το δήλωσε κάπου παραπάνω…)

  81. Πέπε said

    Τελικό:

    Άκυρο το 80, παραμένει το 79 (συνεπώς και το 73β). Λέει ο άνθρωπος «ως νέιτιβ σπίκερ που είμαι» (44).

    Με συγχωρείτε για το μπέρδεμα.

  82. sarant said

    78: Υποτίθεται ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ξέρουμε τι σημαίνει κάθε ξένος τίτλος. Αφήστε που οι μεταφράσεις δεν είναι πάντοτε μονοσήμαντες.

  83. Μπουκανιέρος said

    79 Σαφέστατο είναι. Και είναι ένα εύλογο (εκ των υστέρων) επιχείρημα για την πιθανότητα ύπαρξης ενός «ψτιου». (Δεν θα συζητήσω, εδώ, τη γενικότητα του κανόνα, για να μη χαοτικέψουμε: ας τον θεωρήσουμε δεδομένο.) Όμως, όπως υπονόησα σαφέστατα κι εγώ, όσο πιθανό είναι να έχουμε αφομοίωση ηχηρού προς άηχο (bs→ps), τόσο πιθανό είναι να έχουμε αφομοίωση άηχου προς ηχηρό (bs→bz και «αλυσιδωτά» bst→bzd). Όσο δίκιο έχει ο «θκος», άλλο τόσο δίκιο έχει ο «γκμπάρους»!
    Σημείωσε όμως ότι ο Νίκος, έως το σχόλιο 74, δεχόταν ότι υπήρχε b – κι αυτό που λες εσύ είναι διαφορετικό πράγμα.

    Έχουμε λοιπόν κάποια πρόοδο, Νίκο!
    Αφού απέσυρες σιωπηρά τα προηγούμενα επιχειρήματά σου (συμβατική γραφή τύπου Αψβούργων, πρωτάκουστη απόστροφο, κλπ), έχεις καταφύγει στο επιχείρημα 73β του Πέπε (σε αντίφαση με τα προηγούμενα δικά σου), το οποίο όμως το δέχεσαι κατά 50%, σε μονή κατεύθυνση, με ολίγη από αγνωστικισμό (όμως ξαναβλέπε 42+44).

    Περιμένω με ενδιαφέρον τη συνέχεια. 🙂

  84. sarant said

    H συνέχεια είναι ότι ο πληροφορητής μας το έγραψε ψτιού 🙂

  85. Προς τους φίλους οπαδούς του θρύλου θα θυμίσω πως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός

    Του χρόνου ο Φαν Πέρσι θα λέγεται Φαν Πρόπερσι !!

  86. Νέο Kid Στο Block said

    Three-los (geht’s!) for ever!
    Nικοκύρη, στο σημερινό της πρωτοσέλιδο η αθλητική εφημερίδα: «ΓΑΥΡΟΣ-Η προκήρυξη» γράφει:
    ENA ΚΑΘΙΚΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΛΛΑΝΔΙΑ ΕΚΛΕΨΕ…από το θρύλο αυτό που του αξίζει.
    (έχεις γράψει τίποτε για τα καθίκια ; δεν θυμάμαι.)

  87. Alexis said

    #86: Νόμισα ότι κάνεις πλάκα αλλά μόλις τώρα είδα ότι είναι αληθινό πρωτοσέλιδο.

    Δε βαριέσαι… θα μπορούσε να ‘ταν και χειρότερο: «ΣΕ ΠΛΗΡΩΜΕΝΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ Ο ΝΤΕ ΧΕΑ…δεν άφηνε με τίποτα τη μπάλα να πει μέσα!»

  88. sarant said

    86: Συμφωνώ με τον τίτλο στην ορθογραφία. Εδώ:
    https://sarantakos.wordpress.com/2012/11/29/kathiki/

  89. Triant said

    Μα να μη δώσει ένα μπενάλτι ρε παιδί μου. Δεν μπορεί να μην έπεσε κανένα σταβοκοίταγμα μέσα στην περιοχή.
    Πλάκα πλάκα ο γαύρος μάλλον αδικείται από το σκορ αλλά ομολογώ οτι δεν με χαλάει καθόλου.

  90. Μπουκανιέρος said

    84 Αυτό δεν είναι συνέχεια αλλά επιστροφή στα προηγούμενα!
    (43 και 66 τέλος: «καθιερωμένη γραφή στο fb»)

  91. sarant said

    90: Δεν έγραψα για «καθιερωμένη γραφή στο fb». Έγραψα ότι έτσι το έγραψε ο φίλος απ’ όπου το πήρα.

  92. Πάνος με πεζά said

    O Φαν Πέρσι, φατσικώς δεν είναι μακρινός ξάδερφος του Θάνου Πλεύρη;

  93. Νέο Kid Στο Block said

    92. Ρε μπαγάσα! κι έλεγα «σε ποιον φέρνει μωρέ,σε ποιον φέρνει;». Καρμπόν όντως! 🙂

  94. spiral architect said

    @92, 93: Τον κάψατε τον άνθρωπο βρεεε!

  95. Μανούσος said

    Πάντως μπορεί να επεκταθεί η χρησιμότητα της λέξης, με αναγραμματισμό ως [μπιτσιού] και να περιγράψει τις συναλλαγές με BTC δηλ. bitcoins :-Ρ, κατά το euro> γιούργια

  96. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    To (όποιο) περί γλώσσας αίσθημα τρέφω (ουάου εισαγωγή!) μου έδωσε με τη μία,πίσω από το ψτιου, το μπιστιού και στο βάθος πιστιού.
    Η εικόνα της γιαγιάς να ζητά ψτιου είναι ζυμωμένη με παλιές μνήμες.Ιλαρή και οικεία. Αλλά η γιαγιά με την(υποχρεωτική) κάρτα της τράπεζας στα χέρια για τη φτωχική της σύνταξη,είναι βάρβαρη.Και μετά τους χρυσαυγήτικους σχετικούς εθελοντισμούς ,(να συνοδεύουν τους γέροντες στα ΑΤΜ), θα πω εξαγριωτική.
    Σχετικά με βερεσέ και χρωστούμενα,λέμε μεις : «τονε πνίξανε τα βερεσίδια» ή «τα χρωστημάρια» .
    «Έχεις να πλερώσεις πάνγκουε; είσαι ο καλύτερος!» .Τοις μετρητοίς εννοώντας.Αυτό το πάν γκουέ, με δυο τονισμούς αλλά μια λέξη , συνοδευόταν με κίνηση όπως χτυπάς πάνω στο τραπέζι τη χούφτα,(τον κλειστό δείχτη κυρίως) κρατώντας είτε χρήματα που επιδεικνύεις ή το καλό χαρτί σου σε χαρτοπαιξία. ‘Ετσι ,νόμιζα ότι σήμαινε κάτι σαν χρήματα «πάνω στον πάγκο». Αργότερα σκέφτηκα ότι ίσως σημαίνει στην πάγκα (τράπεζα).
    Αχνά, σα να έχω ακούσει και το άμπα προς τα μέρη μας. Το πάνγκουε λέγεται ακόμη (αν και φοβάμαι ότι ήδη θα λέγεται με αρνητική συνδήλωση: αλλίμονο μας ποιος έχει έχει μπλιο να πλερώνει πάνγκουε, όλοι στο βερεσέ τση τράπεζας απού δε δίνει κιόλας άλλα)

  97. sarant said

    96: Θέλει μελέτη η προέλευση του πάνγκουε.

  98. Μαρία said

    96, 97
    Και μπανγκουί για το ντούκου τον παρά.
    https://sarantakos.wordpress.com/2011/03/07/tzampa2/#comment-61032

  99. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    98.!! Όλα γραμμένα στο Σαραντακ-τεφτέρ 🙂 και το μπανγκουί και το μπιστιού.
    Επιτρέψτε μου εδώ αυθόρμητα να ξαναπώ :
    Νικοκύρη και εκλεκτή παρέα, Μαρία του ιστολογίου, χαίρομαι για την ηλεγνωριμιά.
    (Ο κοινωνικός ρόλος του ιστολογίου,ακόμη κι αν μπορεί να μην ήταν στους ιδρυτικούς σκοπούς, δεν είναι αμελητέος)

  100. leonicos said

    στο 66 ν 69 ψηφίζω 69. Στο στό ‘πα, σού ‘κανα, στό ‘κανα (όχι βέβαια σ’τό ‘κανα) φυσικά και μπαίνει απόστροφος (έκθλιψη εν προκειμένω)

  101. Χρήστος Βουδούρης said

    @45.”Ο βερεσές απέθανε” έγραφε πρόχειρη πινακίδα σε παλιές ταβέρνες.
    Έχει συνέχεια:Ο βερεσές απέθανε/και θάψαν το δεφτέρι/και για διαθήκη άφησε/ τον παρά στο χέρι.
    Πινακίδα σε χρωματοπωλείο.
    ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ

  102. Elias said

    Οι Δύο Έμποροι στην Ινδία, στην Ταϊλάνδη, τώρα και στη Νότια Αφρική

    Αν θυμάμαι καλά, υπήρχε και μια άλλη επιγραφή που έλεγε κάτι σαν: «Αύριο πίστωση, σήμερα δεν έχει» (αύριο όμως συνέχιζε να λέει το ίδιο)

  103. Λοιπόν, μετά και την προσθήκη του Ηλία μπορούμε να πούμε τεκμηριωμένα ότι μόνο η ελληνική εκδοχή έχει τα κάδρα με τα καραβάκια. Επιρροή της έκφρασης «πέσανε τα καράβια σου έξω»;

  104. sarant said

    Είμεθα ναυτικός λαός, είπαμε! (Αξίζει άρθρο τελικά…)

  105. Μπουκανιέρος said

    Στις παραδοσιακές εκφράσεις για την πίστωση, δηλ. για την άρνηση πίστωσης, ας προσθέσουμε και το «Ο χαριστής απέθανε», συμπληρωμένο μερικές φορές σε 15σύλλαβο: «κι ο γιος του δε χαρίζει». Το θυμάμαι κορνιζαρισμένο σε κάποιο μαγειριό – αλλά υπάρχει κι έκφραση που, νομίζω, λέγεται όταν π.χ. αρνιόμαστε να δώσουμε δανικά, ή κάτι άλλο, να κάνουμε κάποια χάρη κοκ.

    102 Παρατηρώ ότι ο ταϋλανδέζος Χοντρός είναι μάλλον ντόπιος, ενώ ο Λιανός κόπια από ευρωπαϊκό. Ο νοτιαφρικανός Χοντρός πάλι, μπορεί να μην έχει καράβια, αλλά διαθέτει στερεοτυπική ξανθιά γραμματέα με γραφομηχανή (σύμβολο επιτυχίας, φαντάζομαι), ενώ ο αντίστοιχος Λιανός μόνο παιδιά-σκυλιά.

  106. sarant said

    105α: Εγώ αυτό το ξέρω με δεύτερο σκέλος: … κι ο γιος του πάει στην Πόλη.

  107. Theo said

    Ρώτησα ένα φίλο Λευκαδίτη πώς λένε τον βερεσέ, και μου απάντησε: πιστιού. Όταν του παρατήρησα πως το είδα χωρίς το ι, μου απάντησε πως συνήθως το συγκόπτουν. Άρα, π’στιού θα έπρεπε να γραφεί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: