Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Περίπατοι εις τας Αθήνας: Η οδός Βουλής (Εμμ. Ροΐδης)

Posted by sarant στο 27 Απριλίου, 2014


Μια και στο προχτεσινό μας άρθρο είχαμε θέμα αθηναιογραφικό, και αφού σήμερα το απόγευμα θα γίνει ο περίπατος στα Εξάρχεια (εκτός αν βρέχει, οπότε θα πάμε σε κλειστό χώρο) όπου θα μιλήσω κι εγώ έξω από το σπίτι του Λαπαθιώτη, και αφού τις Κυριακές έχουμε θέμα λογοτεχνικό, ταιριάζει να ανεβάσω έναν «Περίπατο στην Αθήνα», γραμμένον το 1896 από τον Εμμανουήλ Ροΐδη και δημοσιευμένον στην Εστία στις 2.6.1896, δηλαδή λίγο μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες. Το 1896, ο Ροΐδης έγραψε τρεις τέτοιους Περίπατους. Τον πρώτο τον είχα δημοσιεύσει στον παλιό μου ιστότοπο, τον δεύτερο τον παρουσιάζω σήμερα και τον τρίτο θα τον ανεβάσω κάποιαν άλλη φορά.

Το 1896 η Αθήνα ήταν μικρή πόλη και οι ξένοι έβρισκαν ότι δεν είχε προάστια, όπως οι μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες -και έτσι ήταν πράγματι, αφού π.χ. τα Πατήσια ήταν εξοχή για πικνίκ, το Παγκράτι μακρινός αραιοκατοικημένος οικισμός και στα Σεπόλια υπήρχαν περβόλια που έβγαζαν τα καλύτερα μανταρίνια. Ο Ροΐδης περιγράφει δηκτικά, αλλά με κάπως ευρωπαϊκό σήκωμα της μύτης, τη βρομιά που επικρατούσε όχι στις μακρινές λαϊκές συνοικίες αλλά 147 βήματα από την πλατεία Συντάγματος, όπου και τα Ανάκτορα: στην οδό Βουλής!

Διατηρώ την ορθογραφία όπως τη βρίσκω στα Άπαντα του Ροΐδη (τόμος 5, σελ. 147) -που έχει ήδη εκσυγχρονιστεί σε κάποιο βαθμό σε σχέση με την αρχική δημοσίευση- αλλά μονοτονίζω. Βάζω και σχόλια, με αριθμούς μέσα σε αγκύλες [x].

ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΕΙΣ ΤΑΣ ΑΘΗΝΑΣ Β’

Ο διευθυντής των «Καιρών»[1] του Λονδίνου, όταν ήτο πρό τινων ετών εδώ, εμακάριζε πρό πάντων τους Αθηναίους ότι το άστυ τους δεν έχει προάστια και δύνανται δι’ ενός πηδήματος να μεταβώσιν από την πόλιν εις την εξοχήν, από την πλατείαν του Συντάγματος, όπου είναι τα Ανάκτορα και τα μεγάλα ξενοδοχεία, εις τα πεύκα του Λυκαβητού ή τους υπό την Ακρόπολιν αγρούς. Ο ευγενής Άγγλος, είτε εξ απροσεξίας είτε εκ φιλελληνισμού, ελησμόνησεν ευτυχώς να προσθέση ότι ακόμη συντομωτέρα είναι η από την αριστοκρατικήν ταύτην πλατείαν μετάβασις, όχι εις αγρούς, αλλ’ εις είδος τι τζιφουτοχωρίου ενθυμίζοντος τα της ρωσικής Πολωνίας[2]. Εκ φόβου μη κατηγορηθώ ως υπερβολικός δεν θεωρώ περιττόν να λεπτολογήσω, ορίζων ότι εκατόν σαράντα επτά μόνον βήματα, όχι μάλιστα μεγάλα, αλλ’ αναλογώτερα προς τα σκέλη του καθηγητού κ. Μαργαρίτου Ευαγγελίδου παρά τα του κ. Φιλιποίμενος Παρασκευαΐδου, [3] χωρίζουν την πλατεία του Συντάγματος από την «οδόν Βουλής». Ο δρόμος ούτος έκαμεν εις ολίγον καιρόν μεγάλας προοδους. Πολλάς δηλ. καλύβας, μάνδρας και μπαράκας [4] αντικατέστησαν νεόκτιστοι οικίαι, περιορίζουσαι καθ’ ημέραν την έκτασιν του χωρίου. Η πρόοδος όμως αύτη απόμεινε αποκλειστικώς οικοδομητική, υπό δε την έποψιν της απολυμάνσεως και της ευπρεπείας δεν έγινε απολύτως καμμία. Κατά την διασταύρωσιν της οδού Μητροπόλεως εξακολουθεί να χαίνει λάκκος πλήρης ακαθάρτου υγρού, το οποίον ουδέποτε κατώρθωσαν αι ηλιακαί ακτίνες ν’ απορροφήσουν εντελώς. Η βροχή τον μεταβάλλει εις κίτρινον ποταμόν και εις πράσινον έλος η ανομβρία. Προς αποξήρανσιν του έλους τούτου θα ήρκει εν κάρρον σκίρρων [5], ώστε πιθανώτατον φαίνεται ότι απέχει αυτής η αστυνομία, ουχί εκ φειδωλίας, αλλά διά να μη στερήση τα παιδία των παροικούντων της διασκεδάσεως ν’ απολύωσιν επί του μικροσκοπικού τούτου πελάγους στολίσκους πλοιαρίων, ναυπηγουμένων εκ κελύφους καρυδίου ή κοίλου κολοκυθίου.

Ευθύς μετά την υπέρβασιν τού τέλματος αναγκάζεται ο διαβάτης, όχι μόνον να καταβή του πεζοδρομίου, αλλά και να προχωρήση προς ανεύρεσιν στενής διόδου εις το μέσον ακριβώς τού δρόμου, δια τον λόγον ότι ο λαχανοπώλης, υπό την πρόφασιν ότι είναι το πεζοδρόμιον στενόν, έκρινε πρέπον να καταλάβη και ικανόν μέρος τού πλάτους της οδού με στάμνας, κοφίνια απορριμμάτων, σταμνία και πρό πάντων με τραπέζιον, επί τού οποίου έχει τα κατάστιχά του και συντάσσει την ανταπόκρισιν και τους λογαριασμούς του. Την κατοχήν συνεχίζει ο κρεοπώλης, του οποίου τα υπαίθρια άγκιστρα απειλούσι τους οφθαλμούς τού διαβάτου, όταν δεν κρέμανται εξ αυτών νεόσφακτα πρόβατα με την κεφαλήν προς τα κάτω, σκεπασμένην υπό της αναστρόφου και συρομένης επί του εδάφους αιμοσταγούς προβειάς. Άλλα πρόβατα εκδέρονται εντός τού σφαγείου ή αναμένουν οικτρώς βελάζοντα να έλθη η σειρά των. Κατά γης έντερα και κοιλίαι και περί αυτάς ημερωμένοι κόρακες και τρία βδελυρά χασαπόσκυλα του είδους των βουλδόγων [6], βάφοντα εις τενάγη αίματος την μαύρην των μύτην. Τα έντερα και τας κοιλίας διαδέχονται τα καζάνια και οι τεντζερέδες ανωνύμου γανωματή, φωλιάζοντος εις μαύρον άντρον ενθυμίζον την κουφάλαν όπου εμόναζεν ο γύφτος τού μακαρίτου Βαλαωρίτου [7]. Παρέκει υπαίθριος ράπτης, μετά τούτον υπαίθριος υποδηματάς και ευθύς έπειτα περιάγουσι τον διαβάτην εις το απροχώρητον αι επί τού πεζοδρομίου διαρκώς βιοτεχνικαί εκθέσεις λουτρών, πυραύνων [8], υδραντλιών, σωλήνων και άλλων ειδών των αξιότιμων τενεκετζήδων, κ.κ. Κοτούρου και Παπασπύρου.

Τα δε αντικρυνά παραπήγματα είναι προ πάντων αξιοσημείωτα διά το άδηλον και μυστηριώδες τής εντός αυτών ασκούμενης βιομηχανίας. Δύο εκ τούτων δεν έχουν παράθυρα και η θύρα των είναι σχεδόν πάντοτε κλειστή, ώστε εκ μόνης της αναδιδομένης οσμής δύναταί τις να εικάση τίνος είδους εμπορεύματα αποθηκεύονται εκεί. Πρό τινων μηνών, ενώ διέβαινα έμπροσθεν αυτών μ’ εφάνη ότι η αποφορά, την οποίαν καθίστανεν έτι πνιγηροτέραν ο μουσκευμένος νότος υγράς φθινοπωρινής εσπέρας, πολύ ωμοίαζε την τού αμερικανικού λιπάσματος τού γνωστού υπό το όνομα Γκουάνο [9]. Παρατηρήσας αμυδράν ακτίνα φωτός διερχομένην διά ρωγμής τής σαθράς θύρας, προσήρμοσα εις αυτήν εκ περιέργειας τον οφθαλμόν. Ουδέν όμως κατώρθωσα να διακρίνω παρά μαύρους τοίχους και αμόρφους τινάς ουχί εντελώς ακινήτους σωρούς εις τας σκοτεινάς γωνίας, μέχρι των οποίων δεν έφθανε το ελλιπές φως τού μικρού κατά γης φαναρίου. Το μόνον εις τον ζόφον εκείνον λευκάζον και ευδιάκριτον αντικείμενον ήτο το γυμνό στήθος χονδρής μεσόκοπου γυναικός, ήτις καθημένη επί χαμηλού σκαμνίου εθήλαζε το μωρό της. Ο όγκος τού στήθους εκείνου ήτο αληθώς αξιοθέατος. Τούτον έπρεπε να ίδωσιν οι αυτοσχέδιοι τεχνοκρίται, οι κατά τα αποκαλυπτήρια τού αδριάντος τού Βύρωνος επικρίναντες τους μαστούς τής συμβολικής Ελλάδος ως παρά φύσιν μεγάλους [10]. Οπωσδήποτε όσα έβλεπα διά τής οπής τής θύρας δεν ήρκουν να εξηγήσωσιν όσα ωσφραινόμην. Δύσκολον τω όντι ήτο να υποθέσω ότι η καλή εκείνη βυζάστρα, όσον και αν ήτο χονδρή και άνιπτος, ήρκει μόνη προς διάχυσιν τοιούτου ποσού αρώματος. Η απορία μου ελύθη την επιούσαν, ότε ηδυνήθην διά τής ανοικτής θύρας να θαυμάσω σμήνη περιστερών, όρνιθας, γάλους, χήνας και κουνέλια, των οποίων η κόπρος συλλεγομένη διά ξύστρου και πτύου εστοιβάζετο εντός κοφίνων. Ολίγας ημέρας μετά το Πάσχα, την οσμήν ορνιθώνος διεδέχθη άλλου είδους αποφορά, βαρεία, λοιμώδης, αυτόχρημα πτωματική, προερχομένη εκ τής αποθηκεύσεως εις το χάρβαλον εκείνον ολοκλήρου φορτίου δερμάτων κακογδαρμένων, ως φαίνεται, αρνίων. Το μόνον και κάπως αμφίβολον τής νέας ταύτης οσμής πλεονέκτημα ήτο ότι απέπνιξε επί τινα καιρόν πάσας τάς άλλας, και αυτάς ακόμη τού γειτονικού μαγείρου τα τσιγαριστά και τα τηγανίσματα συκοτίων.

Περιττόν νομίζω μετά τα ανωτέρω περιγραφέντα να προσθέσω το οίκοθεν υπονοούμενον, ότι καθ’ όλην την διάρκειαν τού θέρους μεταβάλλεται η οδός Βουλής εις καλοκαιρινόν υπνωτήριον. Εις τον κ. Λύτραν, τον απαράμιλλον τούτον εικονιστήν λαϊκών σκηνών, συνιστώμεν να μεταβή εκεί πρωΐαν τινά, κατά προτίμησιν Κυριακής, περί τα χαράγματα προς αντιγραφήν εκ του φυσικού ζωντανής εικόνος πρωτοτυπωτέρας ίσως και των «Καλάνδων» και τού «Ξεπουλήματος» [11]. Ταύτην θα ηδύνατο να ονομάση το «Ξύπνημα», και πρωταγωνισταί αυτής θα ήσαν Πλακιώται υπεγειρόμενοι επί της ρακοστρωμνής των, αποσείοντες τον ύπνον εκ των βλεφάρων και παρδαλά μαντήλια εκ της κεφαλής των, τανύοντες τους βραχίονας και χαιρετώντες ως Μέμνονες τον ανατέλλοντα ήλιον [12] δια βαρυήχων χασμημάτων, ενώ άλλοι πρωϊνώτεροι νίπτουν ανά τρεις και τέσσερες τας χείρας και το πρόσωπον εις το αυτό μαστέλλον[13], λαδώνουν τας αφέλιάς των ή καμαρώνουν τα «νιώτα των» [14] εντός μικρού δεκαλέπτου κατόπτρου.

Τοιαύτας σκηνάς έτυχε να θαυμάσω και εις άλλους τόπους, εις την Νεάπολιν, την Σικελίαν και την Ενετίαν, εις προάστεια όμως και αποκέντρους λαϊκάς συνοικίας. Το διακρίνον την ημετέραν από πάσαν άλλην πολιτισμένου έθνους πρωτεύουσαν, το πρωτοφανές και ανήκουστον είναι ότι, δια να ίδη τις και να μυρισθή όσα ανωτέρω επεριγράψαμεν, δεν έχει ανάγκην να μεταβή ούτε εις τα Πιθαράδικα, ούτε εις το Γκάζ, ούτε εις το Βαθρακονήσι [15], αλλά τα ευρίσκει όλα συνηνωμένα, σφαγεία, γύφτικα, κοτέτσια, ζωοστάσια και υπαίθρια υπνωτήρια εις εκατόν σαρανταεπτά βημάτων απόστασιν από την κεντρικωτέραν των Αθηνών πλατείαν.

Αλλ’ ήρχισα να φοβούμαι μη κατηγορηθώ ως κακής πίστεως εκλέξας προς περιγραφήν την «οδόν Βουλής», όπου φυσικόν και επόμενον είναι να επικρατή πολύ περισσότερον παρά εις πάσαν άλλην η βουλευτική επιρροή, η κατάλυσις δηλαδή πάσης αστυνομικής διατάξεως, η ρυπαρότης, το ρουσφέτι, η δυσωδία και ακοσμία. Η μομφή όμως θα ήτο άδικος. Ήρχισα από την «οδόν Βουλής», όχι εκ κακοβουλίας, αλλά μόνον διότι με κατεδίκασεν η κακή μου τύχη να κατοικώ εκεί πλησίον. Αλλ’ άν μίαν έχωμεν Βουλήν, οδούς «Βουλής» έχομεν κατά δυστυχίαν πολλάς, ως ελπίζω να πεισθώσιν οι αναγνώσται των επομένων περιπάτων.

Θεοτούμπης [το συχνότερο και πασίγνωστο ψευδώνυμο του Ροΐδη]

 

Σχόλια

[1] Φυσικά, η Τάιμς (Times).

[2] Καθόλου πολιτικά ορθό, εννοεί τα εβραϊκά χωριά, τα στετλ της Ανατολικής Ευρώπης. Κατά τη σύμβαση της εποχής, το τζ μπορεί να αποδίδει και το τσ.

[3] Ο Μαργαρίτης Ευαγγελίδης (1850-1932) ήταν καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, και βραχύσωμος, ενώ ο Φιλοπ. Παρασκευαΐδης ήταν φίλαθλος, ψηλός και αθλητικός. Ο Ροϊδης θέλει να πει τα 147 βήματα δεν είναι υπερβολική εκτίμηση, αφού είναι βήματα βραχύσωμου ανθρώπου.

[4] Μπαράκα, η παράγκα. Αυτός ήταν ο παλαιότερος τύπος της λέξης (δάνειο από τα βενετικά).

[5] Σκίρρα, τα χαλίκια. Σήμερα θα γράφαμε «σκύρα».

[6] Τα μπουλντόγκ!

[7] Εννοεί τον Γύφτο που τόσο υποβλητικά περιγράφει ο Βαλαωρίτης στο τέταρτο άσμα του Αθανάση Διάκου:
Στην μαύρη την κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος,
γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος,
ανάθρεμμα της ευλογιάς, της λώβας στερνοπαίδι.

[8] πύραυνο, το μαγκάλι.

[9] Γκουάνο, σήμερα συχνότερα γκουανό, λίπασμα από αποσυνθεμένα περιττώματα πουλιών, ιδίως σε νησιά του ωκεανού.

[10] Το άγαλμα του Βύρωνα που τον στέφει η Ελλάδα, ύστερα από αρκετές περιπέτειες (βλ. εδώ μερικά στοιχεία) είχε στηθεί λίγους μήνες νωρίτερα στη θέση που βρίσκεται και σήμερα. Είχαν εκφραστεί πράγματι επικρίσεις ότι οι μαστοί της γυναικείας μορφής ήταν πολύ μεγάλοι ή κρεμασμένοι.

[11] Δυο γνωστοί πίνακες του Νικηφόρου Λύτρα. Το «Ξεπούλημα» είναι γνωστότερο ως «Ο γαλατάς».

[12] Νομίζω ότι ο Ροΐδης έχει κατά νου αυτό το χαρακτικό.

[13] μαστέλο, μεγάλος κουβάς

[14] Τα νιάτα τους.

[15] Πιθαράδικα: η γειτονιά μεταξύ Στρέφη και Αλεξάνδρας, περί την οδό Ασημ. Φωτήλα και Σπ. Τρικούπη. Γκαζ, το Γκάζι. Βαθρακονήσι ή Βατραχονήσι, η γειτονιά αμέσως μετά το Στάδιο, όπου στο σημείο εκείνο ο ακάλυπτος τότε Ιλισσός διχαζόταν και έφτιαχνε ένα χαμηλό νησί. Λαϊκές γειτονιές στις παρυφές της τότε Αθήνας.

53 Σχόλια to “Περίπατοι εις τας Αθήνας: Η οδός Βουλής (Εμμ. Ροΐδης)”

  1. Γς said

    Καλημέρα
    >[4] Μπαράκα, η παράγκα. Αυτός ήταν ο παλαιότερος τύπος της λέξης (δάνειο από τα βενετικά).

  2. Νέο Kid Στο Block said

    Κατανοητή η δυσανεξία του ευγενούς Ροϊδου ;Aμα έχεις συνηθίσει στους κόντηδες και στους εγγλέζους τοποτηρητές της royal order ,το είδος των βουλδόγων …σού φαίνεται κάπως.

  3. atheofobos said

    Κατά την διασταύρωσιν της οδού Μητροπόλεως εξακολουθεί να χαίνει λάκκος πλήρης ακαθάρτου υγρού, το οποίον ουδέποτε κατώρθωσαν αι ηλιακαί ακτίνες ν’ απορροφήσουν εντελώς. Η βροχή τον μεταβάλλει εις κίτρινον ποταμόν και εις πράσινον έλος η ανομβρία. Προς αποξήρανσιν του έλους……

    Το σημείο που περιγράφει είναι στην πορεία του Ηριδανού που από τον Λυκαβηττό έφταναν στο Σύνταγμα.
    Στην γωνία Όθωνος και Αμαλίας ήταν η κρήνη του Ηριδανού,η Μπουμπουνίστρα όπως λεγόταν στην Τουρκοκρατία(λόγω του θορύβου που έκαναν τα νερά της)
    Τα νερά του ποταμού συνέχιζαν την πορεία τους προς την Μητροπόλεως, λίμναζαν δε και δημιουργούσαν ένα έλος μπροστά από τις Πύλες του Διοχάρους, στο ύψος της οδού Βουλής και της Απόλλωνος,το λεγόμενο Τέλμα της Αθηνάς.
    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82_(%CE%91%CF%84%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82)

  4. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3: Ιστορικό το έλος!

  5. Andreas Tsapis said

    Μην σας ξενίζει που ο Ροΐδης βλέπει αφ’υψηλού την Αθήνα και τις λάσπες της. Μην ξεχνάτε ότι εκτός από τη παραμονή του στην Ευρώπη ο Ροΐδης προέρχεται από εύπορη οικογένεια που ζούσε στη Σύρο. Και η Σύρος την ίδια εποχή, διέθετε πλακόστρωτους καθαρότατους δρόμους και μιά «αστική» οργάνωση της πόλης που είναι δύσκολο να βρούμε ακόμη και τώρα στην Ελλάδα. Ένα ταξίδι στη Σύρο θα σας πείσει για «το αληθές του λόγου» μου.

  6. atheofobos said

    Θυμάμαι πάντως πως η γιαγιά μου έλεγε μαστέλο ένα στενόμακρο σιδερένιο δοχείο νερού ύψους περίπου 80εκ με άνοιγμα επάνω γύρω στα 20 εκ και φαρδύτερη βάση γύρω στα 40 εκ και ένα χερούλι στο πλάι.

  7. Λ said

    Τα λίκνα εμπλουτίζουν την εμπειρία της ανάγνωσης και υπερδιπλασιάζουν την απόλαυση. Ένα μεγάλο ευχαριστώ.

    «…το γυμνό στήθος χονδρής μεσόκοπου γυναικός, ήτις καθημένη επί χαμηλού σκαμνίου εθήλαζε το μωρό της»

    Πόσων χρονών λέτε να ήταν η τροφός;
    29; 32; 26;

  8. andam said

    «…..επικρατή πολύ περισσότερον παρά εις πάσαν άλλην η βουλευτική επιρροή, η κατάλυσις δηλαδή πάσης αστυνομικής διατάξεως, η ρυπαρότης, το ρουσφέτι, η δυσωδία και ακοσμία.»

    Αντί η βουλευτική επιρροή να προάγει το περιβάλλον και να το κάνει καλύτερο ήταν απ΄οτι φαίνεται πάντα στην Ελλάδα ο τρόπος για να παρακάμπτονται οι νόμοι, να βρίσκουν παραθυράκια παρανομίας, να μην τιμωρούνται οι υπεύθυνοι για υγιεινομικές, πολεοδομικές και άλλες παραβάσεις….
    Όπως πάντα …ανάμεσα στα δεινά του ελληνικού πολιτικού βίου η ψηφοθηρία και το πολιτικό κόστος.

  9. Γς said

    7: Τροφός.

    Σίγουρα μας αντιμετώπιζαν διαφορετικά αυτοί που ήξεραν. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Ο Γιάννης ήταν κάτι ξεχωριστό για μένα. Όπως κι εγώ γι αυτόν. Χαθήκαμε μετά το νηπιαγωγείο. Που είναι και τι έγινε είναι πολύπλοκη ιστορία. Χωρίς μητέρα και αλλοδαπό πατέρα της κατοχής, που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε γι αυτόν. Όπως ο άλλος πατέρας του άλλου φίλου μου.[που κάτι είχα γράψει γι αυτόν].

    Αργότερα , πολύ αργότερα έμαθα ότι επέζησε και χάρη στη μάνα μου μας θήλαζε σαν αδέλφια.

  10. sarant said

    5: Σωστά!

    7: Περασμένα τα τριάντα 🙂

  11. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂
    Το [9] γκουάνο – γκουανό – γουανό προφανώς μόνο ο Ροΐδης θα το γνώριζε καθότι ήταν -για την εποχή του- πεπαιδευμένος.

  12. Theo said

    Καλημέρα!

    Μήπως στην 3η παράγραφο του άρθρου του Ροΐδη ο τόνος είναι στην παραλήγουσα;
    αμόρφους τινάς ουχί εντελώς ακινήτους

  13. sarant said

    12: Ε βέβαια! Ας όψεται το οσιάρ!

  14. spiral architect said

    (ψιλοάσχετο)
    @13: Ποιο οσιάρ χρησιμοποιείς;

  15. Γς said

    Απ το πρωί έριχνε παπάδες εδώ. Μιλάμε για κατακλυσμό.
    Ούτε σκέψη να κατέβω κάτω την Αθήνα.
    Πήρα έναν υπνάκο και τώρα που ξύπνησα βλέπω ότι είναι χαρά θεού.
    Πείτε μου ότι είναι έτσι και κάτω στην Αθήνα για να με στείλετε …

  16. Λ said

    Πύραυνο εμείς λέγαμε αυτό που ο πωλητής ονομάζει παλιό γκαζάκι. Μάλλον άναβε με κηροζίνη και όχι με γκάζι. Εσείς πάνω πως το λέτε;

    http://pazaraki.com/antiques-art/page/4

    Με αφορμή τον πύραυνο και το μαγκάλι θυμήθηκα την νισκιά ή νιστιά που δεν ήταν άλλο από τρεις πέτρες στην άκρη της αυλής μεταξύ των οποίων άναβαν φωτιά. Υποψιάζομαι ότι είναι παραφθορά της εστίας.

  17. sarant said

    15: Έλα τότε στις 7 στο σπίτι Λαπαθιώτη (εκτός αν βρέχει, οπότε θα γίνει σε κλειστό θέατρο, πάρε με τηλέφωνο).

    14: Τον Ρώσο ΑΒΒΥΥ

  18. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Ποιος σβέλτος,ψυχωμένος,ψιλοφραγκάτος ανοιχτόμυαλος χορηγός να έδινε τσακ χίλιες κόκκινες ομπρέλες στο Γαβριήλ για τον περίπατό μας.
    Σκεφτείτε χίλιες κόκκινες ομπρέλες να κατεβαίνουν στα Εξάρχεια!
    Δεν κωλώνουμε ωρέ με μια ψιλή βροχούλα της άνοιξης, δεν είμαστε από αλεύρι!Εξάλλου δε βρέχει στο κέντρο!!Το σύννεφο είναι προς την Αλεξάνδρας και πάνω,να ξέρετε.
    Υ.Γ. Λίγη προσοχή στις σπασμένες πλάκες των πεζοδρομίων. Κλαπ-τραμπάλα μπαίνει μες το παπούτσι η πιτσιλιά, μα είναι στεγνά τώρα.

  19. Για όποιον θέλει να διαβάσει από το πρωτότυπο:
    https://app.box.com/s/23kkucy8jcjlmtgm3jje

  20. spiral architect said

    @17β: Αν έχεις χρόνο, δες κι αυτό:
    PDF Studio – PDF Software for Mac, Windows and Linux
    (το δοκίμασα σε trial για Linux)

  21. Συνήθης μουσαφιρέος που σκάει μύτη κάθε εξάμηνο said

    Κύριε Σαραντάκο, εις τον περίπατον μετά του κ. Σακελλαρίδη εις τα Εξάρχεια, δια ποίον αριστερό κι επαναστατικό ζήτημα θα κάμετε λόγο; Δια το Μπριτζ ή δια τας Βρυξέλλας;
    Δεν ήξερα ότι σχετίζεσθε με κομμουνισταί. Αλλά μιλάμε για πολύ κομμουνισταί όμως. «Κομμουνισταί» μετά του μΠΑΤΣΟΚου (και κολλητού του Τζέφρυ) κυρίου Κρίτωνος Αρσένη και με βαρύ νταλκά για την ΕΕ του SSόιμπλε, του Μάαστριχτ και του νεοναζιστικού εκτρώματος που λέγεται «ευρώ».
    Μα τί σούπερ επαναστάται που είσθε εσείς, κύριε Σαραντάκο.
    Και τί ακροδεξιοί βέβαια που είμεθα εμείς με τα φοβικά μας τα συνδρόματα απέναντι στην «καλή μας την ΕΟΚ» και τας αγαπημένας σας τας Βρυξέλλας.
    Τα οποία θα «αλώσει» και θα μετασχηματίσει από τα μέσα, προς το «επαναστατικότερο» βεβαίως-βεβαίως, ο «κομμουνιστής» της πισινής, ο αμέρικαν Alexis.

  22. sarant said

    21: Τι να κάνουμε, αγαπητέ, ο καθένας όσο μπορεί. Εγώ ακροδεξιούς δεν θυμάμαι να σας έχω χαρακτηρίσει, αλλά αν κρίνω από το ύφος εκεί θα έπρεπε να ανήκετε.

    20: Κάνει και για πολυτονικό;

  23. Αγγελος said

    Λ, αυτό που δείχνει η εικόνα του παλιατζή λειτουργεί κατά πάσαν πιθανότητα με φωτιστικό (μετουσιωμένο, «μπλε») οινόπνευμα και στην Αθήνα τουλάχιστον λέγεται καμινέτο και χρησιμεύει κυρίως για το ψήσιμο καφέ σε μπρίκι. Μεγαλύτερη ώστε να σηκώνει κατσαρόλα και με μπεκ στον καυστήρα ήταν η γκαζιέρα, που έκαιγε (νομίζω) φωτιστικό πετρέλαιο. Γνωστότερος κατασκευαστής γκαζιερών ήταν ο μετέπειτα μεγάλος και τρανός Πίτσος.

  24. Συνήθης μουσαφιρέος που σκάει μύτη κάθε εξάμηνο said

    Επειδή δεν θέλω να καταχρώμαι της φιλοξενίας και της ευγενείας, και της Λουξεμβουργιανής αβροφροσύνης, θα κάμω μια πιο ορθολογιστική χρήσις εις τους χρακατηρισμούς. Δεν είναι κομμουνισταί οι νομάτοι του αμέρικαν $yriza, αλοίμονο.
    Βέβαια, το πάλαι ποτέ, το έπαιζον ευρω»κομμουνισταί», τώρα χορεύουν όπως φυσάει ο άνεμος, επάνω σε πλατφόρμες.

    Είναι όμως «αντιεθνικισταί». Δεν είναι και λίγο αυτό.
    «Αντιεθνικισταί» αλλά πάντα υπέρ του ΝΑΤΟ, υπέρ των «ανθρωπιστικών» βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ στο «σφαγέα Μιλόσεβιτς» και τα «καθάρματα του σέρβους», υπέρ του UCK, του Bondsteel (γκούγκλ it, κύριε Σαραντάκο), των γκρίζων λύκων και του τουρκικού προξενείου.
    Και φυσικά είναι και ευρωπαϊσταί. Αυτό που το πάς;;
    Ευτυχώς όμως είναι «αντιφασίστες». Είναι φυσικά κατά της ρετρό και μΠΑΤΣΟΚοΕΥΠατζίδικης Χ_υσής Αυγής αλλά υπέρ της «Δημοκρατίας» του SSόιμπλε.
    Ωραία πράματα.

    Όχι στην εθνικίστρια Σαμπιχά Σουλεϊμαν, ναί στον υπερασπιστή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» (των «Μ»ΚΟ) καθηγηταρά κύριον Δημήτρη Χριστόπουλο, αλληλεγγύη στη διωκόμενη κρατικοδίαιτη συνασπσιμένη σύζυγο κυρία Μαριλένα Κατσίμη, ναί στον Κρίτωνα Αρσένη του μΠΑΤΣΟΚ, το οικολογικό αγόρι με την αγωνιστική κοτσίδα και ζήτω σε όλα -εν γένει- αρκεί να μην χρειαστεί να τα χαλάσουμε με τα συνεταιράκια μας της Εσπερίας και πέραν του Ατλαντικού.

    Αυτή η «αριστερά», της πισινής, με εμπνέει και μένα.
    Με γιομίζει φιλοδοξίες.
    Και αισιοδοξίες.

  25. BLOG_OTI_NANAI said

    Ένα παράθεμα που μου άρεσε, σχετικά με τη γραφή του Ροΐδη, από τον Μπέζα Δονάτο:

    «Μολονότι στάθηκε υπέρμαχος της δημοτικής, τα κείμενά του είναι όλα γραμμένα στην καθαρεύουσα […] Ωστόσο, το λογοτεχνικό ύφος που φιλοτέχνησε ο Ροΐδης με την Πάπισσα Ιωάννα και τα άλλα του κείμενα ίσως να μην έβρισκε τον κατάλληλο σύμμαχο του στη δημοτική —ένα ύφος που δίνει την εντύπωση πως δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει κάτω από οποιαδήποτε άλλη γλωσσική επένδυση. Ο Παράσχος σημειώνει πως ‘αν έγραφε ο Ροΐδης στη δημοτική, θα κέρδιζε η πεζογραφία της δημοτικής μερικές μέτριες σελίδες, θα έχανε όμως μερικές από τις ωραιότερές της η πεζογραφία μας».

    (Δονάτος Μπέζας, «Ροΐδης Εμμανουήλ», στο συλλογικό έργο, «Η παλαιότερη πεζογραφία μας (1830-1880)», τ. Ε΄, Σοκόλης 1996, σ. 20-21)

    Πράγματι, αυτό το αυστηρό ύφος που μοιάζει σαν με επίσημη έκθεση γραφειοκράτη, μεγαλώνει ακόμα περισσότερο την εντύπωση που προκαλούν στον αναγνώστη οι περίφημες απροσδόκητες συσχετίσεις που κάνει ο Ροΐδης και βγάζουν τόσο γέλιο!

    Ωραίες ατάκες του Ροΐδη:

    Αι γυναίκες ανέβησαν πάλιν επί της σκηνής […] και εκ τούτου οι άρρενες οξύφωνοι, οι πριν τοσούτον περιζήτητοι, κατήντησαν μετ’ ολίγον ευθηνότεροι μετοχής του Λαυρίου«! (ο Ροΐδης έχασε μεγάλο μέρος της περιουσίας του στη χρηματιστηριακή «φούσκα» των μεταλλείων του Λαυρίου και έκτοτε αναφέρει συχνά λογοπαίγνια με το Λαύριο)

    -(Για τον Σωκράτη Τζιβανόπουλο, ιστορικό, καθηγητή Πανεπιστημίου, έχει γράψει μεγάλη ατάκα:) «… εξέδοκε μετάφρασιν του άγγλου Βρουμ μετά προλόγου, εν ω η μάλλον ψηλαφητή και αναμφισβήτητος αγραμματοσύνη φεγγοβολεί και λάμπει ως ήλιος μεσουρανών εν ανεφέλω στερεώματι

    -(Επίσης για τον Τζιβανόπουλο:) «Αποστρεφόμενοι την ταυτολογίαν, όσον οι Εβραίοι τους χοίρους και ο κ. Σ. Τζιβανόπουλος την γραμματικήν«.

    Εις πάσαν αίτησιν ή και απαίτησιν βουλευτικήν απεκρινόμην στερεοτύπως επί δώδεκα έτη ότι ‘’η κυβέρνησις διώρισεν Έφορον κωφόν, διά να έχη το δικαίωμα να μη ακούη κανένα’’» (ο Ροΐδης είχε προβλήματα ακοής από την εφηβεία του)

  26. Λ said

    Σήμερα είναι η επέτειος της αυτοχειρίας της Πηνελόπης Δέλτα.

  27. Λ said

    23.Σας ευχαριστώ και πάλι. Αυτό του παλιαντζή σηκώνει κατσαρόλα.

  28. Κατά σύμπτωση, η ιστορία με το γουανό (άγνωστο σήμερα) συνεχίζεται ραγδαία, λίγο μόλις αφότου έγραψε το κείμενο ο Ροΐδης – με ενδιαφέρον «δίδαγμα και ρητό» για σύγχρονα διλήμματα:

    Αφού τροφοδότησε την γεωργία με αζωτούχα λιπάσματα για λίγες δεκαετίες του 19ου αιώνα – και βοήθησε να αποτραπούν οι ζοφερές προβλέψεις του Μάλθους για παγκόσμια έλλειψη τροφίμων στον εκθετικά αυξανόμενο πληθυσμό – η εξόρυξη του γουανό άρχισε να στερεύει (πόσες κουτσουλιές να μαζέψει κανείς…). Η λύση στην επερχόμενη καταστροφή ήταν η μέθοδος συνθετικής παρασκευής αμμωνίας (και των παραγώγων της – από λιπάσματα μέχρι εκρηκτικά, ιδέ Γερμανία συν, Α’ (και Β’) ΠΠ) με την μέθοδο Χάμπερ-Μπος (Haber-Bosch, χημικού και μηχανικού, αντίστοιχα). Η τεράστια σημασία της αναγνωρίστηκε με Νόμπελ χημείας στον Φριτς Χάμπερ (1918) και παρασημοφόρησή του στην Γερμανία (πριν γίνει θέμα η εβραϊκή καταγωγή του) και Νόμπελ στον Καρλ Μπος αργότερα (1931).

    Η ανακάλυψη της μεθόδου (όπως και πολλές άλλες) τελικά μετατοπίζει το πρόβλημα επάρκειας υλικών σε πρόβλημα επάρκειας «εμφιαλωμένης» ενέργειας, διαπίστωση που είναι στο προσκήνιο τελευταία, όπως είχε επισημάνει στα τελευταία του και ο Ρικ Σμόλι (Νόμπελ χημείας 1996).

  29. spiral architect said

    @22β: Δείχνει πως ναι. Δουλεύτηκε σε 2-3 φωτοτυπημένες και σκαναρισμένες (png) σελίδες και έδειξε ότι δούλεψε.
    Τίποτα βέβαια δεν αφήνουμε στον αυτόματο. 😉

    @28γ: Ωραία επισήμανση Μιχάλη, που πρέπει να διαβαστεί, γιατί ανατρέπει το νεολογισμό της αειφορείας.

  30. Λ said

    29β. Τώρα έχουμε τα γενετικά τροποποιημένα. Μια φούχτα εταιρείες σύντομα θα ελέχουν την παραγωγή όλης της γης. Η αειφορεία έχει πάει περίπατο εδώ και καιρό 😦

  31. Λ said

    29, 30: Ο Κλάιβ Πόντινγκ ήταν υψηλόβαθμος βρετανός δημόσιος υπάλληλος, που τόλμησε να αποκαλύψει έγγραφα για τα έργα και τις ημέρες της Θάτσιερ, αναφορικά με τον πόλεμο στα νησιά Φόλκλαντ. Το δικαστήριο τον δικαίωσε γιατί ενήργησε για το δημόσιο συμφέρον. Από τότε γράφει βιβλία, ένα από τα οποία είναι η πράσινη ιστορία…

    https://populationmatters.org/wp-content/uploads/green_history.pdf?phpMyAdmin=e11b8b687c20198d9ad050fbb1aa7f2f

  32. Γς said

    23:
    Ηταν και το “σύρμα” που ξεβουλώναμε το μπεκ της γκαζιέρας. Ένα μικρό κομματάκι ατασαλόσυρμα (1 cm) στην άκρη μιας τενεκεδένιας λαβής.

    Σε χάρτινη συσκευασία, που έγραφε απ έξω:
    “ POIOTIS EXAIRETIKH ” !

  33. spiral architect said

    @30: Αειφορεία με την ενεργειακή έννοια. 😉 Για τα άλλα … άστα! 😦

  34. NM said

    Γς (#15): Μόλις επέστρεψα από την περιήγηση. Όχι μόνο είχε ήλιο, αλλά να φανταστείς ότι έξω απ’ το σπίτι του Λαπαθιώτη αναγκαστήκαμε να πάμε στο παραδίπλα στενάκι -που είχε δέντρα- για να προφυλαχτούμε απ’ το λιοπύρι.
    Οποιος δεν ήρθε έχασε Γς.
    Εξαιρετικός και ο λόγος του Σαραντάκου. Τόσο στο περιεχόμενο (αν και προσωπικά είχα φτιαχτεί και περίμενα περισσότερα περι λέξεων και λιγότερα αρχιτεκτονικοιστορικά) όσο και με το υφος που μίλησε. Εντυπωσιάστηκα και από τον μεγάλο αριθμό των ακροατών.

  35. sarant said

    Μόλις επέστρεψα κι εγώ (από την περιήγηση και το άφτερ). Χάρηκα που είχε κόσμο, ελπίζω να το χάρηκαν κι εκείνοι. Αυτά που είπα θα τα διαβάσετε εδώ, προσεχώς.

  36. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    34.Ναι! ωραία ήταν.Απίθανο απόγευμα , με μια δύση γκριζοκόκκινη να τη χαιρόμαστε από τη χαρουπιά του Λαπαθιώτη! Πέρναγαν χαρούμενες ηλιαχτίνες ανάμεσα στα παχουλά πράσινα ακόμη χαρούπια και «τύφλωναν», καλοδεχούμενες, τους διοπτροφόρους της συντροφιάς.
    Μα πώς κατάφερε κι έκανε βόλτα με τα στοιχεία του όλο το Δήμο Αθηναίων και παραπέρα ακόμη,τσάκα τσάκα ο Νικοκύρης.Για όλα τα σημεία είπε,διανθίζοντάς τα με τρόπο που όλοι το απολαύσαμε και θα θέλαμε κι άλλο.Και στην ‘αλλη με καλό.

  37. Γς said

    34:
    >Οποιος δεν ήρθε έχασε Γς.
    36:
    >Και στην ‘αλλη με καλό.

    Το πόσο χαίρομαι δεν λέγεται.
    Ηταν σαν να ήρθα!

    Μπράβο. Μπράβο του, μπράβο σας, μπράβο μας.
    Ο Νικος, ο δικός μας ο Νίκος.
    Ο Νίκος που διαβάζουμε. Που μας φτιάχνει την ημέρα.
    Κάθε μέρα!

  38. sarant said

    36-37: 🙂

  39. Συνήθης μουσαφιρέος που σκάει μύτη κάθε εξάμηνο said

    Κύριε Σαραντάκο, δεν θέλω να το ρουφιανέψω αλλά οι «ακροδεξιοί, ελληναράδες, συνωμοσιολόγοι» του «Ρεσάλτου» στάζουν δηλητήριο!
    Δείτε και μόνος σας:

    http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=8779

    Λέτε να ζηλεύουν;;

  40. sarant said

    A, εσείς το γράψατε αυτό; Ε, όχι και «ασχολούμαι τακτικά» με το Ρεσάλτο. Έχω να γράψω από το 2010, ούτε καν υποψιαζόμουν ότι ακόμα υπάρχει. Διορθώστε το αυτό, σας παρακαλώ.

  41. Συνήθης μουσαφιρέος που σκάει μύτη κάθε εξάμηνο said

    Σπεύδω να το διορθώσω αλλά κοτζαμάν πέντε (και βάλε) χρόνια γνωριμίας δεν είναι και λίγα!

  42. munich said

    εγώ ξέρω ένα άλλο ρεσάλτο και προς στιγμή συγχύστηκα ή/και συγχίστηκα
    εμ πάσει περιπτώσει καληνύχτα σας

  43. Γς said

    34:
    >Όχι μόνο είχε ήλιο, αλλά να φανταστείς ότι έξω απ’ το σπίτι του Λαπαθιώτη αναγκαστήκαμε να πάμε στο παραδίπλα στενάκι -που είχε δέντρα- για να προφυλαχτούμε απ’ το λιοπύρι.

    Κι όμως πολύ ομπρέλα βλέπω στις φωτό

  44. sarant said

    Έβρεξε στην αρχή, βγήκαν οι ομπρέλες. Στο τέλος, στην ομιλία δηλαδή, είχε προ πολλού σταματήσει.

  45. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Οι νέοι ιδιοκτήτες θα περηφανεύονται με τα ονόματα των δρόμων. Πονάει η ψυχή μου.

    ΠΩΛΕΙΤΑΙ</a

  46. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ</a

  47. Triant said

    @21,39
    Όλα καλά ρε καλόπαιδα αλλά το μπριτζ τι σας φταίει; Το λαϊκότερο παιχνίδι είναι. Ξέρετε πολλά αθλήματα-παιχνίδια που να μετράνε λιγότερο τα φράγκα; Μπάλα στην αλάνα να παίξεις, τα παπούτσια μετράνε. Ακόμα και η σκακιέρα πιό ακριβή από μια τράπουλα είναι.
    Άσε που είναι λιγότερο τυχερό και πιό τίμιο από την μπάλα. Παίζουν όλοι με τα ίδια φύλλα και δεν υπάρχουν λακούβες, αέρας και κοράκια.
    Όσο για το άν είναι παιχνίδι των λόρδων, ελάτε στο καφενείο που το έμαθα να δείτε.

  48. # 47

    Που είναι αυτό το καφενείο-μνημείο-μαυσωλείο όπου παίζουν μπριτζ κι όχι θανάση, μπιρίμπα και τάβλι πλακωτό ;

  49. Συνήθης μουσαφιρέος που σκάει μύτη κάθε εξάμηνο said

    προς κυρίους/ες 47, 48:

    Το μπριτζ δεν μου φταίει σε τίποτις, απολύτως. Κακά τα ψέμματα.

    Όμως δεν γίνεται ο κύριος Σαραντάκος, μόνιμος κάτοικος Λουξεμβούργου (όπως μάς πλεροφορεί και το σχετικό λήμμα στην αμερικανοκιπήντια, που πιθανόν να το έχει γράψει κι ο ίδιος, μια εικασία κάμω) και μόνιμος εργαζόμενος στας Βρυξέλλας, δηλαδής σε γυάλα, σε αποστείρωση, εκτός κενωνικιάς πραγματικότητος και μάλιστα εσκεμμένα, εννοώ από προσήλωση στην επιδίωξη της προσωπικιάς επιτυχίας (διότι υπάρχουν και οι ζώντες στα σύννεφα ακουσίως, ανεξαρτήτως -δηλαδής- του πού κατοικοεδρεύουν) να έχει γνώμη (αν και δεν είναι κατακριτέο να έχει κανείς γνώμη, κατακριτέο είναι το αντίθετο, η μή γνώμη κι η αδιαφορία) και να είναι απαξιωτικός και κάθετα αντίθετος με τη «φοβική πλεμπάγια» του Αγ. Ντοπιελεήμονα (sic) η οποία περνάει το λούκι και τραβάει κουπί σε καθημερινή στην Αχαρνών και στην Πλ. Αττικής τη στιγμή που παράλληλα φροντίζει, μέσω βαρβάτης φορολογίας προς τον «αντιρατσιστή» (κι εσχάτως και «αντιφασίστα») Αντωνάκη (και πρότερα στο Τζέφρη και στον κάθε Τζέφρη) να εξασφαλίζει το μισθό του «ανεκτικού στη Διαφορετικότης» κ. Σαραντάκου.
    Νομίζω;;

    Εκεί λεπόν είναι που κολλάει το μπριτζ.

    Αφενός (για να ανακεφαλαιώνουμε) ζει στο Εξωτερικό (και τί Εξωτερικό!! ΛΟΥΞεμβούργο! αυτά είναι μεγαλεία αδερφάκι μου…) κι αφετέρου το ενδιαφέρον του, ως ευαισθητοποιημένος περί τα κενωνικά ζητήματα, δεν είναι (έστω και εκ του μακρόθεν) το λούκι που περνά ο κυρ-Αποστόλης στην Αλκαμένους αλλά το …μπριτζ!!

    Σεβαστό.

    Αλλά πιο σεβαστός είναι «το ρατσιστοειδές», ο κυρ-Αποστόλης. Γιατί δίχως ξεζούμισμα στο «ρατσίσταρο» τον κυρ-Αποστόλη, ούτε νεοναζιστικές υπερ-εθνικές δομές μπορούν να υπάρξουν (όπως η ΕΕ στην οποία δουλεύει ο κ. Σαραντάκος), ούτε ευρωπαϊκοί μισθοί υπαλλήλου στην ΕΕ.
    Νομίζω;;

    Εκεί είναι λεπόν το ειρωνικό και συνάμα το τραγικό της υπόθας.
    Όθεν κι η ένστασις.
    Νομίζω;

  50. Μαρία said

    Μια ιδιαίτερη περιήγηση-ξενάγηση από τον συνδυασμό της «Ανοιχτής Πόλης» στους δρόμους και στα ιστορικά κτίρια της περιοχής.
    http://www.efsyn.gr/?p=193566

  51. spiral architect said

    Άσχετο(;)
    Μικρός, όταν χωνόμουνα σε μια κουβέντα που δε με αφορούσε, που ρωτούσα με περιέργεια πράγματα που δεν ήθελαν οι μεγάλοι να μου πουν, η σχωρεμένη η γιαγιά μου έλεγε : «Πίτα μπρος και πίτα πίσω…» κι όταν τη ρωτούσα τι σήμαινε αυτό, μου’ λεγε την παρακάτω ιστορία :

    Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια καλή πεθερά που είχε για νύφη μια μεγάλη κουτσομπόλα και περίεργη γυναίκα! Όλες οι δουλειές έμεναν στη μέση, γιατί η νύφη όπου άκουγε καυγά και σαματά, έτρεχε να μάθει τι γίνεται και ξεχνιόταν εκεί με τις ώρες. Τα παιδιά χωρίς φαΐ, ο άντρας άπλυτος κι ασυμμάζευτος, παραπονέθηκε κάποτε στη μάνα του κι εκείνη ανέλαβε να στρώσει τη νύφη. Κάθε πρωί πήγαινε σπίτι τους κι όταν η νύφη ξεστράτιζε πήγαινε και τη συμμάζευε.
    Μια μέρα, ξεκίνησαν να κάνουν πίτα. Η πεθερά τη γέμιση κι η νύφη -που παρά τα ελαττώματά της ήταν χρυσοχέρα- τo φύλλo! Άρχισε η νύφη να ζυμώνει και πριν τελειώσει ακούστηκε απ’ έξω σαματάς. Οι κεραίες της τεντώθηκαν και το πάθος της την έσπρωχνε να παρατήσει τα πάντα και να βγει να δει τι γίνεται! «Δε θα πας πουθενά!» της λέει η πεθερά και για να την εμποδίζει τη βάζει και ξεντύνεται και της κρύβει τα ρούχα.
    Όσο η γυμνή νύφη άνοιγε φύλλo, τόσο ο καβγάς έξω μεγάλωνε κι άλλο τόσο η περιέργειά της. Έκανε να δει απ΄το παράθυρο .. τίποτε.. μισάνοιξε την πόρτα κι έβγαλε το κεφάλι… δεν έβλεπε…οπότε αρπάζει κι εκείνη δυο φίλα, τα τυλίγεται και τρέχοντας έξω απ΄το σπίτι φωνάζει: «Πίτα μπρος και πίτα πίσω, εγώ θα βγω να πω το ίσο!»

  52. sarant said

    51: Εγώ το ξέρω: …. νάβγω θέλω να μιλήσω, της γειτόνισας το δίκιο.

    50: Δεν το είχα δει!

    49: Την ξεπεράσατε την ποσόστωση -ραντεβού σε πεντέξι εξάμηνα.

  53. Μαρία said

    Συλλογικός περίπατος στη μνήμη και το μέλλον της Νίκαιας
    http://stokokkino.gr/article/7938/Sullogikos-peripatos-sti-mnimi-kai-to-mellon-tis-Nikaias-tin-Kuriaki-4-Mai
    Σχετικό και με τις μετονομασίες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: