Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Καμιά ψυχή δεν έβλαψα, μονάχα τα ταμεία: η παρωδία του Καρχαρία Παπαφαταούλα

Posted by sarant στο 28 Απριλίου, 2014


Tο άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής σε μια έκτακτη συνεργασία μου. Επειδή έχει θέμα φιλολογικό θα μπορούσα να το αφήσω για την επόμενη Κυριακή, αλλά τελικά αποφάσισα να το δημοσιεύσω σήμερα. Με την ευκαιρία της εδώ δημοσίευσης προσθέτω μερικά πράγματα που δεν χώρεσαν στο έντυπο άρθρο (που έχει, αναπόφευκτα, περιορισμό λέξεων, ενώ στο Διαδίκτυο μπορούμε να φλυαρούμε όσο τραβάει η καρδιά μας αφού τα ηλεδάση του Καναδά εξαντλούνται πολύ δυσκολότερα). Tο πορτρέτο του Παπαντωνίου, έργο του Γ. Μαυροΐδη, το πήρα από το ιστολόγιο των Ενθεμάτων.

papantoniouΜια ειδική κατηγορία της σατιρικής ποίησης είναι η παρωδία, η σατιρική μίμηση του ύφους ενός ποιητή ή ενός συγκεκριμένου ποιήματός του, είτε για να επικριθεί ο ποιητής είτε, συχνότερα, για να σχολιαστεί σατιρικά η επικαιρότητα. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, που η (έμμετρη) ποίηση είχε μεγαλύτερη θέση στη ζωή μας, η Αυγή φιλοξενούσε καθημερινά ένα στιχούργημα στην πρώτη σελίδα της, το οποίο κάποτε παρωδούσε κάποιο γνωστό ποίημα, του Καβάφη, ας πούμε, ή του Βάρναλη, για να σατιρίσει γεγονότα της επικαιρότητας, π.χ. την αναχώρηση του Καραμανλή από την Ελλάδα το 1963 ή την αποστασία του 1965.

Φυσικά, η αξία της παρωδίας εξαρτάται και από το ποιητικό μέγεθος όχι μόνο του παρωδού αλλά και του παρωδούμενου. Όταν και οι δυο είναι μάστορες, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι απολαυστικό και να αντέξει στο χρόνο, σε αντίθεση με τις παρωδίες της σειράς, που προορίζονται να ξεχαστούν. Μια τέτοια παρωδία θα παρουσιάσω σήμερα — θα δούμε πώς παρώδησε ο Κώστας Βάρναλης την «Προσευχή του ταπεινού» του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Το παρωδούμενο ποίημα παραμένει και σήμερα γνωστό, αλλά στην εποχή του είχε κάνει πάταγο. Πράγματι, το εκδοτικό γεγονός των Χριστουγέννων του 1931 ήταν η κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής Θεία δώρα του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Το βιβλίο δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές από τον Τύπο, επαινέθηκε δημόσια από πολιτικούς αρχηγούς όπως ο Αλέξ. Παπαναστασίου ή ο Γ. Καφαντάρης, αλλά είχε και εμπορική επιτυχία (όχι πάντοτε αυθόρμητη: γράφτηκε ότι η Εθνική Τράπεζα αγόρασε 2.000 αντίτυπα!) Αμέσως ξεχώρισε ένα ποίημα, «Η προσευχή του ταπεινού». Όχι άδικα:

 

Η προσευχή του ταπεινού

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου.
Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ’ τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάσταξα. Μου δίνεις και την ξένη.

Μ’ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν’ αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Είν’ ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.
Άκουσα τη γλυκιά βροχή. Τη δύση έχω κοιτάξει.
Έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.

Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω ή να κρατήσω.
Δεν περιμένω ανταμοιβή. Πολύ ’ναι τέτοια ελπίδα.
Ευδόκησε ν’ αφανιστώ χωρίς να ξαναζήσω…
Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

Ωστόσο, αν και άξιος λογοτέχνης, ο Παπαντωνίου είχε ταυτιστεί απόλυτα με τα βενιζελικά κόμματα που νέμονταν την εξουσία τις δύο προηγούμενες δεκαετίες και είχε ωφεληθεί πολλαπλά από αυτό, έχοντας διοριστεί κατ’ επανάληψη νομάρχης, από το 1919 διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης (όχι εντελώς αταίριαστα: είχε σπουδάσει ζωγραφική και έγραφε τεχνοκριτικά άρθρα) και αργότερα καλλιτεχνικός σύμβουλος της Εκδοτικής Τράπεζας (που αργότερα εξελίχθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος) με παχυλούς μισθούς.

Σε συνδυασμό με την κάθε άλλο παρά ταπεινή υποδοχή του ποιήματος, οι στίχοι της «Προσευχής» ηχούσαν σχεδόν σαν πρόκληση — ή τουλάχιστον σαν πρόσκληση για παρωδία, στην οποία ανταποκρίθηκε με τον καλύτερο τρόπο ο Κώστας Βάρναλης, ο οποίος είχε απολυθεί από καθηγητής εξαιτίας της συμμετοχής του στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, στο λεγόμενο σκάνδαλο των Μαρασλειακών. Ο Βάρναλης λοιπόν, δημοσίευσε την εξής αριστοτεχνική (και δηλητηριώδη) παρωδία:

 Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ

Κύριε, σαν ήρθε η βραδιά και μάτι δε μας βλέπει
βρέχε σωρό διορισμούς στην ταπεινή μου τσέπη.
Την προσευχή μου, Κύριε, σου λέω με προθυμία
καμιά ψυχή δεν έβλαψα, εξόν απ’ τα ταμεία.

 Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Που να μη την εβούτηξα θέση σπουδαία δε μένει.
Ήσυχα εγώ κι αθόρυβα τα έργα μου έχω πράξει
κι από Γραικύλους και Γκρεκούς το σύμπαν έχω εισπράξει

Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αγέρα
όλες εγώ τις χτύπησα (δουλειά μου κάθε μέρα).
Ήμουνα των μικρών παιδιών και των σκυλιών ο φίλος
κι όλων εγώ των Αρχηγών πιστός χαδιάρης σκύλος.

Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.
(Αφού το Κράτος πλήρωνε, ζήτω η γλυκιά πατρίδα).
Σ’ ευχαριστώ, που μου’ δωκες χωρίς να μου ανήκει
τη θέση της Εκδοτικής και την Πινακοθήκη.

Για την καπατσοσύνη μου οι εχθροί θα με μισήσουν.
Ευδόκησε ν’ αφανιστούν χωρίς να ξαναζήσουν.
(Σιγά στ’ αφτί του θεού)

Με τρόπο της ποιήσεως δώσε μου, Κύριε, τώρα
τα πενήντα χιλιάρικα, τ’ αληθινά «θεία δώρα».

                                                            Καρχαρίας Παπαφαταούλας

(Από τα «Ηλίθια δώρα»)

Κάποιες επεξηγήσεις χρειάζονται. Η αναφορά σε «Γκρεκούς» είναι λογοπαίγνιο με τον Γκρέκο· ως διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, ο Παπαντωνίου είχε πρόσφατα ταξιδέψει στη Γερμανία για να αγοράσει σε πλειστηριασμό τον πίνακα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου «Η συναυλία των αγγέλων» για λογαριασμό της Πινακοθήκης. Τα «πενήντα χιλιάρικα» είναι το έπαθλο που είχε προκηρύξει η Ακαδημία Αθηνών για το καλύτερο ποιητικό έργο της χρονιάς, που σύμφωνα με τις φήμες προοριζόταν για τον Παπαντωνίου.

Η παρωδία δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι, το ανεπίσημο λογοτεχνικό όργανο του ΚΚΕ, στο τεύχος του Φεβρουαρίου 1932. Σαν δείγμα παρωδίας, το βρίσκω έξοχο: επαναλαμβάνει ελαφρά παραλλαγμένους αρκετούς στίχους του υποδείγματός του, αντιστρέφοντας μαστόρικα το νόημα για να το αντιστοιχίσει στον βίο και την πολιτεία του ποιητή του. Η υπογραφή στάζει βιτριόλι: τα «Θεία» δώρα παραφράζονται σε «Ηλίθια», ο γλυκός Ζαχαρίας σε αδηφάγο Καρχαρία και ο Παπαντωνίου σε Παπαφαταούλα. Όχι τυχαία, στο ίδιο τεύχος του περιοδικού υπήρχε κι ένα τσουχτερό σχόλιο για την υπερπροβολή του βιβλίου του Παπαντωνίου, τη μαζική αγορά αντιτύπων από την Εθνική Τράπεζα κτλ.

Οι περισσότεροι παροικούντες τη λογοτεχνική πιάτσα της προπολεμικής Αθήνας σίγουρα θα ήξεραν ή θα μάντεψαν τον δημιουργό της παρωδίας, η οποία απέκτησε ευρύτερο ακροατήριο λίγο αργότερα, αφού αναδημοσιεύτηκε στην καθημερινή εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος, του Δημ. Πουρνάρα, που έκανε δριμεία κριτική στην κυβέρνηση Βενιζέλου από αριστερές θέσεις, χωρίς όμως να ταυτίζεται με το ΚΚΕ, με το οποίο βρισκόταν επίσης σε αντιπαράθεση.

Ο Βάρναλης ήταν φίλος με τον Πουρνάρα και αργότερα συνεργάστηκε με τα έντυπά του, πρώτα τον Ελεύθερο Άνθρωπο το 1934 (όπου δημοσίευσε τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από την ΕΣΣΔ, τις οποίες σκοπεύω να εκδώσω στο τέλος του χρόνου) και μετά στον Ανεξάρτητο. Μόνο όταν, στις αρχές του 1936, το ΚΚΕ ήρθε σε οξύτατη σύγκρουση με την εφημερίδα Ανεξάρτητος και με τον Πουρνάρα προσωπικά, έπαψε κι ο Βάρναλης τη συνεργασία του.

Στο φύλλο του Ελεύθερου Ανθρώπου της 13.3.1932, με τον τίτλο «Η μεταμφίεσις ενός ποιητού» και τον επίτιτλο «Αποκριάτικη σάτιρα», δημοσιεύτηκε η ίδια παρωδία, με εκτενή εισαγωγή στην οποία δικαιολογείται η επίθεση εξαιτίας του «μοχθηρού χαρακτήρα» του Παπαντωνίου και της πολυθεσίας του, ενώ για τον παρωδό αναφέρεται υπαινικτικά ότι είναι «έτερος διακεκριμένος ποιητής — αποφεύγομεν ημείς τα ονόματα». Το κείμενο είναι πανομοιότυπο με τη δημοσίευση στους Νέους Πρωτοπόρους, με μόνη διαφορά ότι τώρα το υπογράφει ο Καρχαρίας Φαγαντωνίου.

Απ’ όσο ξέρω, ο πρώτος που απέδωσε ρητά την πατρότητα της παρωδίας στον Βάρναλη ήταν ο ο Μ.Μ. Παπαϊωάννου, που τη δημοσίευσε στο τεύχος αρ. 2 του περιοδικού Πολιτιστική (1984), στο άρθρο του «Θέματα από το έργο του Βάρναλη», το οποίο περιλήφθηκε αργότερα στο βιβλίο του Κώστας Βάρναλης – Μελέτες. Ο Παπαϊωάννου δεν θυμόταν το περιοδικό της πρώτης δημοσίευσης, ούτε το ψευδώνυμο (την ανεύρεση την οφείλουμε στον ιστορικό Γιώργο Πετρόπουλο), αλλά ίσως είχε πρόσβαση σε μεταγενέστερο χειρόγραφό της αφού το κείμενο που δίνει έχει μικρές αλλαγές σε σχέση με την πρώτη δημοσίευση.

Συγκεκριμένα, στον στίχο 4, ο Παπαϊωάννου δίνει «μονάχα τα ταμεία», ενώ στον στίχο 6 δίνει «θέση καμιά δε μένει». Επίσης, στον στίχο 8 «έχω αρπάξει», ενώ από την εκδοχή του Παπαϊωάννου λείπει η «σκηνική οδηγία» μετά τον στίχο 18. Υπάρχουν και μικροδιαφορές στη στίξη ή με παράλληλους τύπους λέξεων. Οι αλλαγές που σημείωσα μάλλον βελτιώνουν το κείμενο και δεν αποκλείω ο Παπαϊωάννου να είχε χειρόγραφο του Βάρναλη -που πάντως δεν το βρήκα στο αρχείο του στο ΕΛΙΑ (που δεν είναι πλήρες) μια φορά που είχα κοιτάξει.

Παρόλο που σήμερα έχουν ξεχαστεί οι λεπτομέρειες από τις αντιπαραθέσεις της εποχής, και οι δυο ποιητές έχουν πάρει ο καθένας τη θέση του στην ιστορία της λογοτεχνίας μας, νομίζω ότι η παρωδία του Βάρναλη διατηρεί την αξία της σαν σάτιρα όχι ειδικά του Παπαντωνίου, αλλά του κάθε κρατικοδίαιτου διανοούμενου — αν και οι περισσότεροι σημερινοί ως λογοτεχνικά μεγέθη μάλλον ωχριούν μπροστά στον Παπαντωνίου.

Υστερόγραφο:

Η Προσευχή του ταπεινού παρωδήθηκε κι άλλες φορές. Τις ίδιες μέρες με την παρωδία του Βάρναλη, δημοσιεύτηκε στον «Φανό των Συντακτών», την εφημερίδα που έβγαινε μία φορά το χρόνο με την ευκαιρία του αποκριάτικου χορού των δημοσιογράφων, μια παρωδία με τίτλο «Η προσευχή της ταπεινής» -η οποία δεν ήταν άλλη από την «κακούργα πεθερά» της πολύκροτης δολοφονίας Αθανασόπουλου, την Κάστρου.
«Κύριε σαν ήλθεν η βραδιά θα κάνω το σταυρό μου
άλλον γαμπρό δεν έσφαξα, μονάχα τον δικό μου».
(όπως το βλέπω, κάποτε θα γράψουμε και για την υπόθεση αυτή).

Όμως, για το ίδιο θέμα έχει γράψει ποίημα και ο παππούς μου, ο Άχθος Αρούρης, σε ένα ποίημα που δεν μπορώ να το πω παρωδία (ο όρος ‘παρωδία’ έχει πάντα τη διάσταση της σάτιρας, αν όχι και του χλευασμού), αλλά ούτε και παράφραση, αφού κρατάει μόνο τον τίτλο από το ποίημα του Παπαντωνίου και το κοινό θέμα, αλλά δεν παραφράζει στίχους. Δεν έχει μεγάλη σημασία πώς θα το πούμε, και επειδή νομίζω ότι έχει αυτοτελή αξία, το παραθέτω πάλι, παρόλο που το έχω ήδη παρουσιάσει εδώ, τότε που το ιστολόγιο είχε μόλις κλείσει τον πρώτο μήνα της ζωής του.

Η προσευχή του ταπεινού
Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα ελεός σου
έτσι που εύσπλαχνα ελεείς κάθε πιστό σου.
Δεν είμαι τάχατες κι εγώ εικόνα και ομοίωση
του πάνσεπτου προσώπου σου με την κατάσπρη γενειάδα
και με το δίκιο μου, υποθέτω, σου ζητώ
μια κάποια λογικήν αποζημίωση
έτσι που στάθηκα πιστός μες στων δακρύων την κοιλάδα.

Ουράνιες δε ζητώ χαρές, αλλά στον κόσμο τον απτό
ζητώ να βρουν οι κόποι μου δικαίωση.
Τι να την κάνω τη διαβεβαίωση
μιανής ανέφελης ζωής στου Παραδείσου τη χλιδή,
αφού τη σήμερον πεινώ και χαραμίζω τη ζωή μου
σε μιας ανέκφραστης μιζέριας το μαράζι;

Θεούλη μου σε βεβαιώ δεν με πειράζει
την κουρασμένη αν πάρει ο διάβολος ψυχή μου
αρκεί το μαύρο μάτι μου χαρούμενο να δει
δυο τρεις αυγούλες ροδαλές, ήλιο και φως αληθινό
και τη χαρά να τη χαρεί κάτω απ’ τον γήινο ουρανό.
Τα περισσά εκ του πονηρού εστίν, καθώς το λες.

53 Σχόλια to “Καμιά ψυχή δεν έβλαψα, μονάχα τα ταμεία: η παρωδία του Καρχαρία Παπαφαταούλα”

  1. spiral architect said

    Καλημέρα και καλή βδομάδα. 🙂
    Eνδιαφέρουσα ανάρτηση και η σημερινή.
    Κρατικοδίαιτος και φιλοβενιζελικός ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ακόμα όμως αναρωτιέμαι, γιατί κυνηγήθηκε το αναγνωστικό του, (τα Ψηλά Βουνά) με την προτροπή » …να εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και καώσι ως έργα ψεύδους αθεΐας και κακόβουλου προθέσεως».

  2. Alexis said

    Καλημέρα.
    Εκτός από την «προσευχή του ταπεινού» υπάρχει και «η προσευχή του μάγκα»:

    …και συγγνώμη για την …ιεροσυλία 🙂

  3. Γς said

    Θεία «παρωδία»:

  4. Αγγελος said

    Το 1966(;), εξ αφορμής μιας απεργίας των σκουπιδιάρηδων, η τότε Μεσημβρινή είχε δημοσιεύσει μια άλλη παρωδία του ίδιου ποιήματος, όπου μιλούσε μια… γάτα κι έλεγε μεταξύ άλλων «Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά των σκουπιδιών που είδα»..

  5. Γς said

    Και το πλήθος των αισχρών παρωδιών της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.

    Αλλά και κάτι:

    «Στης Ακρόπολης τα μέρη
    Ο Μιμίκος και η Μαίρη
    πήγανε να βάλουν χέρι»

  6. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1: Δεν αρνήθηκα την αξία του Παπαντωνίου, και τα Ψηλά Βουνά ήταν εξαιρετικό αναγνωστικό. Η έκθεση αυτή της «επιτροπείας» είναι μνημείο, όπως και η αναφορά του Χατζιδάκι. Το αναγνωστικό του Π. ανήκε στα διδακτικά βιβλία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, κι όταν με την ήττα του Βενιζέλου άρχισε η αντιμεταρρύθμιση, έκαψαν τα βιβλία.

  7. Γς said

    5:
    >εξ αφορμής μιας απεργίας των σκουπιδιάρηδων

    Αχ, αυτοί οι σκουπιδιάρηδες. Μου τη δίνουνε

  8. spiral architect said

    @6: Μα είναι δυνατόν; 😮 Έχω το βιβλίο απ’ την πρόσφατη επανέκδοση του Βήματος (από κει και τα italic του #1 σχολίου μου) και θαρρώ ότι, ήταν ένα υπέροχο σχολικό βιβλίο, βουκολικό απευθυνόμενο στα επαρχιωτόπουλα αλλά και τα παιδιά της πόλης έπαιρναν απ’ αυτό τις αξίες της συνεργατικότητας, της ειλικρινούς φιλίας και του αλληλοσεβασμού.
    Τι σκατά ήθελαν τότενες οι αντιμεταρρυθμιστές; Παπάδες, άμφια και Λεωνίδες;
    Αχ Ελλάδα … 😛

  9. sarant said

    8: Κατηγορήθηκε ότι διαδίδει τη σοβιετική προπαγάνδα, επειδή διδάσκει συλλογικότητα -πρέπει να γράψω άρθρο.

  10. spiral architect said

    @9: Ο Λάμπρος το μικρό τσοπανόπουλο που διψούσε να μάθει γράμματα και τελικά εξαιτίας της μικρής καλοκαιρινής παιδικής παρέας των Ψηλών Βουνών της Ευρυτανίας, που τον πήρε μαζί της στην πόλη για να μορφωθεί, έγινε τελικά δάσκαλος.
    Τι υπέροχα συναισθήματα, 🙂 τι ελεεινοί άνθρωποι. 😛

    Γράψε άρθρο!

  11. Αληθώς ο Κύριος !

    Θα έπρεπε οι ποιητές εκείνης της εποχής να διοργάνωναν ( κάθε Μ. Πέμπτη ή Μ. Παρασκευή) έναν ποιητικόν διαγωνισμόν χωρισμένοι σε δύο ομάδες : καρατικοδίαιτοι από τη μια μεριά και κομματοθρεμένοι από την άλλη.
    Ο αγώνας παλαιμάχων Βραδυποριακού-Ταλαιπωριακού δεν διεξήχθηκε φέτος, οι παλαίμαχοι του ΟΣΦΠ ψάχνουν άλλον αντίπαλο, Δεν θα μπορούσε άραγε ο εμπνευστής της φανέλλας με το νούμερο 9 να εισηγηθεί την δημιουργία ομάδας παλαιμάχων λογοτεχνών ;

    (να διευκρινήσω φιλολογικούς αγώνες θα κάνανε όχι ποδοσφαιρικούς, οι παλαίμαχοι του ΟΣΦΠ έχουν τι το ποιητικόν)

  12. Αριστείδης Καρατζόγλου said

    Ώστε είχε πιάσει το νήμα της ζωής ο Ζαχαρίας… Αν ζούσε σήμερα θα ηγούνταν του ευρωψηφοδελτίου της Ελιάς ή της ΔΗΜΑΡ άραγε;

  13. Αριστείδης Καρατζόγλου said

    *νόημα

  14. Σπάιραλ, εγώ πάλι θυμάμαι κυρίως την τρομακτική ιστορία με τον ξυλοκόπο («Γιάννο γιατί έκοψες τον πεύκο; Γιατί; Γιατί;»), τον Φουντούλη που όλο έτρωγε και τον Φάνη που ξέμεινε στο δάσος.

  15. Φρίξος ο Ελληνόγατος said

    Η ταραχή του πετεινού

    Από άντρο τιμημένο στη λεβεντομάνα Μάνη,
    που απ’ τη νιρβάνα μοναχά ο πετεινός μας βγάνει,
    παρέα φίλων τα γραπτά σου, Νίκο, απολαμβάνει.
    Χωρίς να διανοείται, βέβαια, κριτική να κάνει
    σ’ ογκόλιθους του πνεύματος, κάποιο θρασύ τσογλάνι
    στην παρωδία του «ταπεινού» εντόπισε μια … πλάνη.
    Ο Βάρναλης, ενώ άψογα στιχοπλοκές σκαρώνει,
    στον στίχο του τον ύστατο σα να τα θαλασσώνει
    και τον ρυθμό του ποιήματος αναίτια να πληγώνει –
    ή μήπως κάποιου αντιγραφέως τα σφάλματα πληρώνει;
    – Με τρόπο της ποιήσεως δώσε μου, κύριε, τώρα
    πεντήκοντα χιλιάρικα, τ’ αληθινά «θεία δώρα» –
    πιο ταιριαστό μας φαίνεται. Τι λέτε, συμφωνείτε;

    Υ.Γ.: … για την ιεροσυλία, αδελφοί, μας συγχωρείτε

    Φρίξος ο Ελληνόγατος

  16. marulaki said

    Αυτή η ιστορία που λές, Δύτη, μου έχει μείνει τόσο πολύ, που ακόμα την αναφέρω για αστείο, αλλά λίγοι με πιάνουν… Ακόμη η ιστορία με μια πηγή που την φτιάχνουν με μια ξερολιθιά για να πίνουν νερό άνθρωποι και ζώα. Ναι, ένα άρθρο για τα Ψηλά Βουνά αξίζει!

  17. spiral architect said

    Ας είναι καλά τα δάση του Καναδά για να τυπώνουμε βιβλία.
    Όλοι οι Ιανοί χωράνε και το αύριο αργεί πολύ, πανάθεμά το!

  18. sarant said

    14: Τι φοβερή ιστορία όντως!

    15: Ευχαριστώ!

  19. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Η παρωδία ταιριάζει γάντι και στον σημερινό Παπαντωνίου, αλλα και στους λοιπούς «ανιδιοτελείς» εθνοσωτήρες. Ό,τι φάμε ό,τι πιούμε, κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας,η μόνη διαχρονική αξία σ΄αυτή τη χώρα.

  20. Πέπε said

    Δεν τα ήξερα όλα αυτά τα εξωλογοτεχνικά για τον Παπαντωνίου.

    Η παρωδία του Βάρναλη είναι έξοχη. Κρίνοντας δε με όσα δεδομένα μόλις έμαθα εδωμέσα, φαίνεται να είναι και δίκαιη – δηλαδή, ντάξει να ‘σαι πολυθεσίτης και ημέτερος, αλλά να γράφεις από πάνω και την προσευχή του ταπεινού είναι πρόκληση!

    Από την άλλη, κρίμα κιόλας. Αμαυρώνεται η εικόνα ενός ανθρώπου που ο χρόνος τού την είχε ξεπλύνει και του είχε μείνει πλέον, όπως λέει κι ο Νίκος, η θέση που του αξίζει στη λογοτεχνία. (Κατά τη γνώμη μου ο Παπαντωνίου δεν είναι μεν και Όμηρος, αλλά το Γιάννη γιατί έκοψες το πεύκο κι εμένα με είχε στοιχειώσει μικρόν – και, σημειωτέον, τα Ψηλά Βουνά τα είχα διαβάσει ως εξωσχολικό, όχι ως αναγνωστικό.)

    Τέλος, ένα μπράβο και στον Πετεινό του #15.

    (Πετεινό;;; μα σεις δεν είσθε γάτος;)

  21. Ο στίχος

    Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.
    (Αφού το Κράτος πλήρωνε, ζήτω η γλυκιά πατρίδα).

    μου θυμίζει τον αντίστοιχο αντίστιχο

    …όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληρώνει…

  22. Ιάκωβος said

    Πολύ καλό. Μια άγνωστη παρωδία που, δυστυχώς ,θα μπορούσε να γραφτεί και στην εποχή μας για πολλούς. Μόνο που οι μίζες θα ήταν πολύ μεγαλύτερες.(Άραγε, τι να σήμαινε τότε 50000;) Και το αντικείμενο της συναλλαγής βέβαια. Τουλάχιστον ο Παπαντωνίου έφερε στην Ελλάδα έναν ωραιότατο Γκρέκο, τώρα φέρνουν υποβρύχια που γέρνουν.

    Υπάρχει κι ένα τυπογραφικό λάθος. Ο ζωγράφος του πορτραίτου δεν είναι Μαυροϊδής, είναι Μαυροΐδης. (-:

  23. Ιάκωβος said

    Και το αντικείμενο της συναλλαγής βέβαια. Διόρθωση:

    …είναι διαφορετικό, βέβαια. Το τοτινό άξιζε, τα σημερινά είναι άχρηστα

  24. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα και για τη διόρθωση.

    22: Η εφημερίδα πάντως έκανε 1 δραχμή.

  25. NM said

    Για τον πίνακα του Γκρέκο, οι κακιές γλώσσες επιμένουν ότι δεν είναι και τόσο… «Γκρέκο» και ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν έχει και μεγάλη ζήτηση στις διεθνείς εκθέσεις που οργανώνονται κατά καιρούς. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι το αντίτιμο αγοράς ήταν πολύ τσιμπημένο, γιατί οι πωλητές -όταν έμαθαν ότι το ελληνικό Δημόσιο ήθελε να αποκτήσει έναν Γκρέκο, πάση θυσία- ανέβασαν την τιμή με μαϊμού χτυπήματα στη δημοπρασία .

  26. leonicos said

    Οι παρωδίες είναι πολύ δύσκολο εγχείρημα και χρειάζονται ιδιαίτερο nack που δεν αποκτάται. Ή το έχεις ή δεν το έχεις. Εγώ είμαι στη δεύτερη κατηγορία. Ενώ θαυμάζω χιλιάδες πράγματα (μιλάω πάντα για την Τέχνη όλων των μέσων και ειδών) δεν ξέρω ούτε να μιμηθώ ούτε να παρωδήσω. Λέω ψέματα. Το έχω κάνει μια φορά, μίμηση, όχι παρωδία, αλλά το έκανα με σοβαρή πρόθεση. Συγκεκριμένα έγραφα τραγουδώντας κάποιο πολύ γνωστό τραγούδι (κομμάτι από μεγαλύτερο έργο). Και για πλάκα… θα το παραθέσω, να δω αν θα βρείτε τι μιμούμαι.

    Αν ο Νίκος νομ’ίζει ότι παραβιάζω κάτι, ας χειριστεί το σχόλιο αυτό όπως πρέπει.

    Τώρα που το είδα καλύτερα, έχω κάνει πολύ μεγαλύτερη μίμηση απ’ ό,τι νόμιζα.

    τρίτο γράμμα

    Χαίρε γυναίκα φορτωμένη υποσχέσεις
    με την κοριτσίστικη ποδιά γιομάτη μήλα,
    με την παρθένα καρδιά γιομάτη φιλιά•
    χαίρε γυναίκα που ανοίγεις ανθός
    καλωσόρισμα του άντρα που φτάνει,
    ότι, εγώ αν δεν έρθω,
    ό,τι κι αν ξεφύγει, ό,τι κι αν σωθεί,
    δε θα σου μεστώσει τ’ όνειρο,
    δε θα σε παρηγορήσει.

    Γυναίκα γλυκιά που με προσμένεις
    χωρίς προϋποθέσεις, και τέτοια,
    για παράσημα και ηρωισμούς,
    για νίκες και ποταπότητες,
    μα μόνο στοχάζεσαι και καρτερείς
    με το στόμα ανοιχτό και το κουτάλι στα χείλια
    έτοιμη για το μέλι,
    έτοιμη και για τη χολή.

    Γυναίκα μου χαίρε!
    της πίκρας της μεγάλης, γυναίκα
    και της πίκρας μου της τελευταίας.
    ότι χάρη σε σένα
    θα τραγουδήσουν στη γη τα παιδιά το όνομά μου
    και θα το γράψουν με λουλούδια στους κάμπους,
    έτσι που να το βλέπει η άνοιξη και να κατέχει
    ότι ο τόπος δικός της.

    Και τις νύχτες που θα λες παραμύθια
    γι’ άντρες που δεν κιότεψαν
    που πήγαν πέρα απ’ τη φωτιά και δε γυρίσαν πίσω,
    θα με νιώθεις σα σκιά να παραστέκει
    και θα νιώθεις πως τάχα σ’ ακούω•
    μα δε θά ’ναι παρά η απόφαση και η αψηφισιά
    απ’ τα ίδια τα παιδιά
    που γουρμάσανε απ’ τις διηγήσεις του αύριο
    που μέστωσαν μέσα στ’ όνειρο του χτες,
    κι ετοιμάζονται.

    

    Ωραία που φαίνεσαι
    τα χέρια σου γιομάτα με καρπούς
    που σμίλεψ’ η άνοιξη
    στο λυγερό σου το κορμί
    κι ένα τραγούδι μυστικό για τον λεβέντη
    που σκίζει βουνά
    (που σκίζει βουνά)
    στην πελώρια αγκαλιά του να σε βάλει.

    Αρμέγω το αύριο
    απ’ το πικρόγαλό σου το βυζί,
    και τρέφω τον Δία
    στη μυστική σου τη σπηλιά
    τον γιγάντιο τον Κρόνο να λυγήσει
    σαν έρθει ο καιρός
    (σαν έρθει ο καιρός)
    κι οι δρακόσπαρτοι θεοί μας ξεφυτρώσουν.

    Γυναίκα μ’ ολάνθιστη
    με κρινευώδιαστα σφυρά
    στις φτέρνες σου διάβασα
    τ’ άλικο χνάρι της οργής
    και τη μέρα τη μεγάλη που χαράζει
    να ζώσω τη γης
    (να ζώσω τη γης)
    με τραγούδι λεβεντιάς κι αιμάτου φόρο.

    τέταρτο γράμμα

    Με το στάχυ στο στόμα
    βγήκα να σεργιανίσω
    και τ’ αχνάρι σου στο χώμα
    το κεραύνειο να ζητήσω•
    ώ ανθέ της ζωής μου
    και σκληρή μου αγάπη!

    Με τα μάτια στον ήλιο
    θωρώ τ’ ανάστημά σου
    με το χέρι στην καρδιά
    διαβάζω τ’ όνομά σου•
    της ελπίδας μου άστρο
    και του νου μου αλήθεια!

    Μελετάω τον κόσμο
    στ’ άρματού σου το νύχι
    και το πάθος ζυγιάζω
    στης αξάς σου τον πήχυ•
    των συντρόφων μου πένα,
    των παιδιών μνημοσύνη!

    Το δοξάρι στον ώμο
    για πολέμους και γλέντια
    και στο δίκιο χορδίζω
    των λαών σου τα χέρια•
    γλυκοβύζαχτη κόχη
    κι αφορμάρα ιδέα!

    Ο βωμός σου θα γίνει
    στο κιβούρι μου πάνω
    στο τετράπετρο αλώνι
    και την κόκκινη άμμο•
    Λεφτεριά στο ναό σου
    λειτουργώ κι ας πεθάνω!

    Της αιτίας μου είσαι
    το τετράκαρπο δέντρο
    η μηλιά του θανάτου
    και της σφήκας το κέντρο•
    ώ ακοίμητη φλόγα
    στην καρδιά και το νου μου!

    Σε κοχύλι θα γράψω
    των παιδιών την ορμήνεια
    κι αγιοκέρι θ’ ανάψω
    στους νεκρούς του καιρού μου•
    μάνα, συ, της θυσίας
    κι Αμαλθεία του νού μου!

    Της τετράβυζης γίδας
    θα στερέψει το γάλα,
    κι ο λαός σου θα στέρξει
    νέα έργα μεγάλα•
    συ πικρότατο φύλλο
    και γλυκύτατη γέψη!

    Θα μπολιάσω στο αίμα
    των παιδιών μου τη σκέψη,
    να ζευτούνε τον ήλιο
    που με πόνο θα φέξει.
    Να, λοιπόν, ήρθε η ώρα,
    και η μέρα μάς βιάζει.

    Θα μοιράσουν στον κλήρο
    τη λαμπρή φορεσιά σου
    και θα πλύνουν με μύρο
    το θερμό φίλημά σου•
    Λεφτεριά φίλησέ με
    στο σταυρό σου επάνω!

    Φτερουγάς στην ψυχή μου
    και στο νου μου γεννιέσαι,
    στο κορμί μου ριζώνεις
    και στο χώμα που πιάνω•
    Λεφτεριά μου, μυστήριο
    και στη φλόγα πειστήριο.

    Κι αλλού

    Με της αύρας το πνεύμα
    θα σε ξεπροβοδίσω,
    και την άκρη των φτερών σου
    θα σκύψω να φιλήσω!
    Δυνατή μου αγάπη
    και πικρή μου αιτία!

    Με του κέδρου το δάκρυ
    στου αδύτου τη βρύση,
    θα σταθώ κήρυκάς σου
    στων Καβείρων την κρίση!
    Δυνατή μου αγάπη
    και πικρή μου αιτία!

    Στων Καβείρων το αίμα
    τη σημαία θα βάψω,
    και στεφάνια μαρτύρων
    με φωτιά θα χαράξω!
    Δυνατή μου αγάπη
    και πικρή μου αιτία!

    Το πυρό το ατσάλι
    με σφυρί το δουλεύω,
    με τους τύπους του νου μου
    τις μορφές σου σμιλεύω!
    Δυνατή μου αγάπη
    και πικρή μου αιτία!

    Την πανίερη σάρκα
    όταν θα μεταλάβω,
    τη γροθιά θα σηκώσω
    στον αέρα τον μπλάβο!
    Δυνατή μου αγάπη
    και πικρή μου αιτία!

    Των μανάδων το γάλα
    στο βυζί θα κρατήσω,
    και τα βρέφη μ’ ελπίδα
    και φωτιά θα ταΐσω!
    Δυνατή μου αγάπη
    και πικρή μου αιτία.

    Είναι μιμήσεις διαφόρων μετρικών μοτίβων από το ίδιο έργο

    Βέβαια, δεν βαυκαλίζομαι ότι θα δυσκολευτείτε!

  27. leonicos said

    Είναι από ένα στιχούργημα με τον τίτλο ‘Γράμματα από το Μέτωπο’

    τώρα που το ξαναδιάβασα το ξαναγάπησα και ίσως το εκδώσω.

    Όποιος στείλει η-μέιλ το παίρνει ηλεκτρονικά για να μοπυ πει τηξ γνώμη του

  28. Ευκολάκι, Λεώνικε! 🙂

  29. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλησπέρα και καλή εβδομάδα!
    »Αν και οι περισσότεροι σημερινοί ως λογοτεχνικά μεγέθη μάλλον ωχριούν μπροστά στον Παπαντωνίου.»: Αυτό ήθελα να γράψω σαν σχόλιο, με πρόλαβες, Νικοκύρη. 🙂 Ε, όπως και να το κάνουμε, άλλο Παπαντωνίου, που ήταν και σπουδαίος διηγηματογράφος, και άλλο τα ανέμπνευστα οργανικά καλόπαιδα της σήμερον!

  30. andam said

    Βενιζελικός ο Παπαντωνίου; για πολύ-πολύ συντηρητικό τον είχα. Όλο προσευχούλες και βρυσούλες. Θυμάμαι στο γυμνάσιο όλο από Παπαντωνίου ξεκινούσαμε…»από Θεού άρξασται» μας έλεγε η φιλόλογος που λάτρευε τον Παπαντωνίου και τις προσευχές του. Εμένα δεν μου άρεσε ο Παπαντωνίου απο την Δευτέρα δημοτικού γιατί είχα στενοχωρηθεί πολύ και για πολλά χρόνια(!!!) με το ποίημα του «ο γάιδαρος ο καημένος» (κάπως έτσι) …αν είναι δυνατόν; τώρα μου φαίνεται λίγο γελοίο αλλά έτσι είναι….τότε μου είχε μαυρίσει την ψυχή. Όλοι στο σπίτι μου είχαν αποφανθεί ότι δεν είναι σωστό να βάζουν στα μικρά παιδάκια να μαθαίνουν απέξω τέτοια λυπητερα ποιήματα και μετά να κλαίνε.

    Υπέροχος, εξαιρετικός ο Βάρναλης! μου άρεσε πολύ η διακωμώδηση και του ποιήματος και του Παπαντωνίου ..δεν το είχα ξαναδιαβάσει. Αισθάνθηκα μια δικαίωση απέναντι στα παιδικά μου αισθήματα και την αντιπάθεια που του είχα!

  31. Γς said

    25:
    «Η συναυλία των αγγέλων»
    Τι είδους μουσική σας αρέσει;
    Είναι κι αυτή η όπερα του Χατζηνάσιου, στους ίδιους δρόμους με τον Σπανουδάκη

  32. Γς said

    26:
    Ουπς,
    κι αυτή η όπερα του Χατζηνάσιου, στους ίδιους δρόμους με τον Σπανουδάκη

  33. sarant said

    30: Είδες; Πάντως και ο Παπαντωνίου έχει μερικά πολύ ωραία διηγήματα.

  34. Spiridione said

    Θυμίζει το ποίημα ένα επίγραμμα του Καλλίμαχου:

    Εἶχον ἀπὸ σμικρῶν ὀλίγον βίον οὔτε τι δεινόν
    ῥέζων οὔτ᾽ ἀδικέων οὐδένα. Γαῖα φίλη,
    Μικύλος εἴ τι πονηρὸν ἐπήινεσα, μήτε σὺ κούφη
    γίνεο μήθ᾽ ἵλεω δαίμονες οἵ μ᾽ ἔχετε.
    (Παλατινή Ανθολογία, VII 460)

    Πάντα η ζωή μου ταπεινή• δέν έβλαψα κανένα.
    Άν παίνεσα, εγώ ο Μικύλος, ποτέ πράξη κακή,
    τότε τών χθόνιων θεών τήν εύνοια νά μήν έχω
    κι εσύ βαριά από πάνω μου νά είσαι, μάνα Γή.

  35. Δεν καταλαβαίνω σε ποιές «κακές γλώσσες» βασίζεται ο σχολιαστής στο 25 αλλά σίγουρα η πατρότητα της Συμφωνίας των Αγγέλων είναι λυμένη υπόθεση. Για την ακρίβεια πρόκειται για την τελευταία σύνθεση που ζωγράφισε ο Γκρέκο από συνεταιρισμό με το γιό του Γεώργιο Εμμανουήλ αλλά δεν είχε εντελώς ολοκληρωθεί αφού τον πρόλαβε ο θάνατος. Πάντως, ο πίνακας αποκόπηκε βίαια από μια μεγαλύτερη σύνθεση, την Ενσάρκωση. Παρατηρήστε το τελείωμα του πίνακα που
    που δίνει ο Γς με το πάνω μέρος της Ενσάρκωσης. Για τη Συμφωνία, γράφει σχετικά το λεύκωμα του Δήμου Ηρακλείου στη μεγάλη έκθεση του 1990, μεταξύ πολλών απόψεων για το πόσο ολοκληρωμένος θεωρείται ο πίνακας: Πρόσφατα ο Pita υπαινίχτηκε, προσεκτικά, και απ’ όσο είμαστε σε θέση να κρίνουμε, ορθά, ότι ο γιός του Γκρέκο παρέλαβε τον πίνακα κάτι παραπάνω από «σχεδιασμένο» και ότι η παρέμβασή του περιορίστηκε στην ολοκλήρωση κάποιων τμημάτων. Κανείς δεν αμφισβητεί την πατρότητα του έργου ως Γκρέκο.

  36. Λένα Μερίκα, ψευδώνυμο Φρίξος ο Ελληνόγατος said

    Γάτος είμαι, αγαπητέ Πέπε, αλλά μιλάω ξένες γλώσσες, γαβ γαβ …

  37. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    >>δυο τρεις αυγούλες ροδαλές….
    Τα περισσά εκ του πονηρού εστίν, καθώς το λες.

    Χρόνια πολλά πατέρα.
    Μπα παιδί μου,λίγα και καλά. Μια διακοσαρά… 🙂

    Και μια μαντινάδα ανάμεσός τους:
    Ζήσε μαζί μου μιαν αυγή
    τόση ζωή σε φτάνει
    ρόδο π΄ανθεί πολύ καιρό
    τη μυρωδιά του χάνει.

  38. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    35: Και τότε πάντως που αποκτήθηκε ο πίνακας, κάτι είχε γραφτεί στις εφημερίδες. Αλλά αφού μετά ξεκαθάρισε το θέμα, καλά κάνεις και το αναφέρεις.

  39. Αγγελος said

    Andam, γιατί λυπητερό το ποίημα και γιατί σε στενοχώρησε τοσο βαθιά; Ο καημένος ο γάιδαρος «τίποτ’ άλλο δε ζητούσε… κι ήταν τρισευτυχισμένος»! Εκτός αν είχες ήδη αρκετό μυαλό για να σκεφτείς ότι αφού ήταν «εκεί δεμένος», άμα τέλειωνε το χορτάρι θα ψοφούσε της πείνας…

  40. BLOG_OTI_NANAI said

    Άμα θέλει κανείς να το δει, υπάρχει στη Βουλή το πρωτότυπο της παρωδίας από το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» του του Φεβρουαρίου 1932.

    Επίσης υπάρχει και η αναδημοσίευση μαζί με την εισαγωγή, από την εφ. «Ελεύθερος Άνθρωπος», 13.3.1932.

    Αν είδα καλά, την είδηση ότι η παρωδία ήταν του Βάρναλη, πρώτη φορά την έγραψε ο Νίκος στο διαδίκτυο.
    Και ως πληροφορία είναι σπάνια. Προσωπικά προσπάθησα να την ψάξω αλλά τίποτα. Νομίζω πως ούτε στο αφιέρωμα στον Βάρναλη της «Νέας Εστίας» αναφέρεται (τχ. 1163, 1975).
    Μόνο στο Google Books υπάρχει μια αναφορά.

  41. Λ said

    Μια άλλη παρωδία του Βάρναλη, που δεν την ήξερα.

    http://www.greek-language.gr/Resources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=4&text_id=476

  42. Λ said

    Και της παρωδίας το άκουσμα.

  43. spiral architect said

    @40 τέλος: Αναφορά από «καλό» παιδί. 😉

  44. sarant said

    40-43: Ο Θεοφύλακτος ήταν τροτσκιστής στα νιάτα του -ενδιαφέρον εύρημα το βιβλίο αυτό.

  45. BLOG_OTI_NANAI said

    43: Για τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου λες ε; Μεγάλη φάτσα…

  46. Πάντως να ειπώ πως παλιότερα έκανα συχνά εξάσκηση σε σάτιρες/παρωδίες. Κάποια δείγματα της γραφής μου – ας μου συγχωρέσετε το γούστο μου.

    1. Στροφές στροφάλων

    2. Ο Αδωνιός

    ΓΕΝΕΣΗ

  47. Λ said

    Και κάτι εντελώς άσχετο:

    Δεν έκανα καν έρευνα, αλλά διαπίστωσα ότι εκτός από το Νικοκύρη, έχουμε και άλλα Νικοπρόσωπα:

    τον Άι Γιώργη τον Νικοξυλίτη

    http://www.impaphou.org/Nikoxilitis.aspx

    την Αγαθή Νικοκάβουρα, καθηγήτρια στο Αρσάκειο και πολυγραφότατη:

    Νικοκάβουρα Ἀγαθή, «Ἔρευνα ἔργων καὶ χειρογράφων τοῦ Ἀνδρέα Μουστοξύδη», σσ. 89-108
    – ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑ ΑΓΑΘΗ, Κορφολογήματα. Κέρκυρα, 1976, σελ. 130
    Νικοκάβουρα Ἀγαθή, «Ἐπιστολὲς Ἀνδρέα Μουστοξύδη», σσ. 118-142
    ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑ ΑΓΑΘΗ, Ο στρατηγός Dufour
    ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑ ΑΓΑΘΗ, Η βοτανική στα Εφτάνησα και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στο Φλαγγίνειο Ανεμομύλου
    ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑ ΑΓΑΘΗ, Μάριος Πιέρης, ο Κερκυραίος
    ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑ ΑΓΑΘΗ, Τα Κερκυραϊκά – Delle Cose Corciresi του Ανδρέα Μουστοξύδη (Η πολύπλαγκτη ιστορία ενός συγγράμματος)
    ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑ ΑΓΑΘΗ, Η ελληνική κοινότης της Μπαρλέττας και η «Κυρία των Αγγέλων»
    ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑ ΑΓΑΘΗ, Η ελευθεροτυπία στα Εφτάνησα και η Αναγνωστική Εταιρία
    ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑ ΑΓΑΘΗ, Ισαβέλλας Θεοτόκη Αλμπρίτζη
    ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑ ΑΓΑΘΗ, Οικογένεια Καλογερά

    και το συντοπίτη του Νικοκύρη, Νικορέτζο Δημήτρη

    http://www.skroutz.gr/books/152410.%CE%A3%CE%BC%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%AD%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%8D%CE%B8%CE%B9%CE%B1.html

  48. Λίνα said

    Καλημέρα.
    Σχετικά με την Εκδοτική του ποιήματος και την Τράπεζα της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε αυτή την ονομασία από τη στιγμή της ίδρυσής της (1927). Πριν από τη δημιουργία της κεντρικής τράπεζας, η Εθνική Τράπεζα ήταν αυτή που κατείχε το εκδοτικό προνόμιο.

  49. sarant said

    47: Και τον κερκυραίο σοσιαλιστή ποιητή Σπύρο Νικοκάβουρα

    48: Ευχαριστούμε για τη διευκρίνιση!

  50. Ορεσίβιος said

    Εξαιρετικό άρθρο και σχόλια.

  51. έχει κάνει και άλλη μία σάτιρα ο Βάρναλης – στο «If» του Kipling :

    http://www.greek-language.gr/Resources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=4&text_id=379

  52. sarant said

    51: Σωστά, και όχι μόνο αυτός -αξίζει να μαζευτούν οι παραφράσεις του «Αν».

  53. Λ said

    49. Βρήκα και άλλα Νικοπρόσωπα αλλά ήμουν αμελής δεν τα σημείωσα. Μόλις σήμερα όμως θυμήθηκα τον Νικοκρέoντα, τον τελευταίο βασιλιά της Σαλαμίνας της Κύπρου, ο οποίος είχε πάρε δώσε με τον Αλέξανδρο το Μακεδόνα.

    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AD%CF%89%CE%BD
    http://books.google.com.cy/books?id=D8pSAAAAcAAJ&pg=PA262&lpg=PA262&dq=%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AD%CF%89%CE%BD&source=bl&ots=1Ri70A0jmP&sig=80IH35OQDXkab1Np2E79wwwcCTI&hl=en&sa=X&ei=r9V3U4jfBcm1PLengKAB&ved=0CEQQ6AEwBDgK#v=onepage&q=%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AD%CF%89%CE%BD&f=false

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: