Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Γράμματα δε μαθαίνουν στη στάνη του Μπασιά (διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 21 Σεπτεμβρίου, 2014


Τον Λεώνικο Καλαχώρα τον γνώρισα το 1982 ή 1983, σε μια παρέα νεαρών λογοτεχνιζόντων. Μου χάρισε το βιβλίο του «Μέρες του φίλου μου Πέτρου Π.» κι εγώ δεν του αντιχάρισα τίποτα γιατί δεν είχα ακόμα βγάλει βιβλίο (έβαλα όμως τη μητέρα μου να του δώσει τα ποιήματά της, αν θυμάμαι καλά). Μετά τον ξαναβρήκα πριν από μερικά χρόνια, χάρη στο ιστολόγιο. Την άνοιξη του ζήτησα να μου στείλει κάτι δικό του να το ανεβάσω κάποια στιγμή. Μου έστειλε μερικά κομμάτια, διάλεξα τούτο εδώ αν και είναι κάπως μεγάλο -στο μεταξύ όμως καλοκαίριασε, οπότε τώρα που επανήλθαμε στον κανονικό ρυθμό του ιστολογίου ανεβάζω επιτέλους το διήγημα του Λεώνικου. Δεν του το έχω πει, είναι έκπληξη.

Γράμματα δε μαθαίνουν στη στάνη του Μπασιά

Τον λέ­γα­νε Μπα­σι­ά· Γε­ώρ­γι­ος Μπα­σι­άς του Δη­μη­τρί­ου. Βέ­βαι­α, Γκέρ­κι τον λέ­γα­νε στη στά­νη, ή Γι­ωρ­γή, και τον πα­τέ­ρα του Μή­τσο, αλ­λά γι­α το στρα­τό και την α­στυ­νο­μί­α ή­ταν ο Γε­ώρ­γι­ος Μπα­σι­άς του Δη­μη­τρί­ου. Το ί­δι­ο κι ο πα­πούς του, Γκέρ­κι ή Γι­ωρ­γή τον λέ­γα­νε, Γε­ώρ­γι­ος τον γρά­φα­νε· τον προ­πάπ­πο του ε­πί­σης Μή­τσο τον λέ­γα­νε στη στά­νη, Δη­μή­τρι­ο τον γρά­φα­νε, ό­πως βά­φτι­σε το γι­ό του χά­ρη στον πα­τέ­ρα του, ό­πως έ­κα­ναν ό­λοι οι Μπα­σι­ά­δες α­πό πάπ­που προς πάπ­πο και ό­πως θα κά­νουν και στο μέλ­λον, ‘μέ­χρι ο θε­ός να φέ­ρει το έ­λε­ός του’ κα­τά την προ­σφι­λή έκ­φρα­ση ε­νός γέ­ρο­ντα της οι­κο­γέ­νει­ας, που ή­ταν πα­ρα­κα­τα­θή­κη πλη­ρο­φο­ρι­ών και ι­δε­ών, ό­λων α­πό μνή­μης. Τον λέ­γα­νε, λοι­πόν, Μπα­σι­ά· μό­νο που πρό­φε­ρε το σί­γμα πα­χύ, αρ­βα­νί­τι­κο, χω­ρίς ν’ α­κού­γε­ται το ‘γιώ­τα’. Ό­ταν ήρ­θε στο στρα­τό και ά­κου­σε να τον λέ­νε α­πλώς ‘Μπα­σι­ά’, με λε­πτό ελ­λη­νι­κό σί­γμα και ‘ι­ω­τα­κι­σμέ­νο­’, αν και δεν ή­ξε­ρε τον ό­ρο, προ­σαρ­μό­στη­κε α­μέ­σως· ού­τε που το ξα­να­σκέ­φτη­κε. Με φτά­νει που ξέ­ρω ποι­ος εί­μαι ε­γώ και ά­σ’ τους αυ­τούς να νο­μί­ζουν ό­τι ξέ­ρουν κα­λύ­τε­ρα! εί­πε με το νού του· Μπο­ρεί να εί­ναι α­ξι­ω­μα­τι­κοί, αλ­λά δε θα με μά­θουν και τ’ ό­νο­μά μου τώ­ρα!

Γεν­νή­θη­κε στη Στά­νη του Μπα­σι­ά ό­πως ο πα­τέ­ρας, ο πα­ππούς, ο προ­πάπ­πος του κι ε­κεί φυ­σι­κά θα γεν­νι­ό­ταν ο γι­ός του. Πώς ή­ξε­ρε ό­τι θα κά­νει γι­ο; Η στά­νη είναι γε­μά­τη τσού­πρες. Ε… Ό­σες τσού­πρες και να ’ρθουν, έ­να γιο θα μου τον στεί­λει ο θε­ός, ν’ α­κού­σει ο πα­τέ­ρας τ’ ό­νο­μά του! έ­λε­γε μέ­σα του ό­λο αυ­το­πε­ποί­θη­ση γι­α το κορ­μί του· Κι αν δεν τον δώ­σει; Α­δύ­να­το! Ό­λοι οι Μπα­σι­ά­δες κά­νουν γι­ο! Αλλιώς τι Μπασιάδες είναι;

Η μά­να του δού­λευ­ε πο­λύ ό­πως ό­λοι, και ι­δι­αί­τε­ρα οι γυ­ναί­κες, στη στά­νη αλ­λ’ αυ­τός δεν γεν­νή­θη­κε μεσοκαμπίς κά­τω α­πό δέ­ντρο· γεν­νή­θη­κε σε ο­ντά. Οι γυ­ναί­κες των Μπα­σι­ά­δων ή­ταν δουλευταρούδες αλλά και αρ­χό­ντισ­σες· με το που σπά­γα­νε τα νε­ρά πλά­γι­α­ζαν και γεν­νού­σαν με δέ­κα μα­μές και είκοσι παρατρεχάμενες γύ­ρω γύ­ρω. Αλ­λ’ α­πό τα ψη­λά βου­νά που ή­ταν η Στά­νη του Μπα­σι­ά και μέ­χρι τα δε­κα­ο­κτώ του που έ­πρε­πε να πά­ει στο στρα­τό, δεν εί­χε πά­ει πα­ρα­πέ­ρα· πό­λη, σχο­λεί­ο ή χω­ρι­ό. Αλ­λά ο κό­σμος του δεν ή­ταν διό­λου πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος· εί­χε έ­ναν ο­λο­στρόγ­γυ­λο ο­ρί­ζο­ντα γε­μά­τον ο­μορ­φι­ές, λί­μνες, βου­νά και δά­ση, ρυάκια και πηγές κι έ­ναν πα­νύ­ψη­λο ου­ρα­νό γε­μά­το φως, μυ­στή­ρι­ο και α­στέ­ρι­α, ό­που απλώνεται ο Θε­ός για να μας βλέ­πει. Και τις νύχτες του χειμώνα είχε γλέντια και ιστορίες. Τα γλέ­ντι­α τα στή­να­νε οι νέ­οι ό­ταν οι γέ­ροι ‘α­πό­κα­μα­ν’ να δι­η­γού­νται, και τις ι­στο­ρί­ες τις λέ­γα­νε οι γέ­ροι ό­ταν οι νέ­οι α­πό­κα­μαν να χο­ρεύ­ουν και να ξε­φα­ντώ­νουν. Ξέ­νους δεν α­ντί­κρι­σε πο­τέ ε­κτός α­πό τους ε­μπό­ρους που έρ­χο­νταν γι­α βού­τυ­ρα, δέρ­μα­τα, ζω­ντα­νά και τυ­ρι­ά, δυ­ο τρεις φο­ρές το χρό­νο, κανα πα­πά σε ξόδια, γάμους και βαφτίσια ή στη γύρα να πιτσιλάει με την αγιαστούρα και να γιομίζει τον ντορβά, ή τους προ­ξε­νη­τά­δες που γύ­ρι­ζαν α­πό στά­νη σε στά­νη.

Ό,τι φο­ρού­σε το εί­χαν υ­φά­νει η μά­να, η γι­α­γιά και τα κο­ρί­τσι­α ή το εί­χε φτι­ά­ξει ο ί­δι­ος α­πό δέρ­μα ή προ­βι­ά· δη­λα­δή αυ­τός, ο Γεώργιος Μπα­σι­άς του Δη­μη­τρί­ου, ε­κτός αν το βρή­κε α­πό τον πα­ππού του τον Μή­τσο ή τον προ­πάπ­πο του τον Γι­ώρ­γη, γι­α­τί στη Στά­νη του Μπα­σι­ά τί­πο­τα δεν πά­ει χα­μέ­νο. “Γεώργιος και Δημήτριος ή­ταν μό­νο στην ταυ­τό­τη­τα και το στρα­τό!” του εί­χαν πει. Δεν εί­χε δεύ­τε­ρη αλ­λα­ξι­ά μέ­χρι που πα­ντρεύ­τη­κε, αλ­λά πο­τέ δεν έ­νι­ω­σε στε­ρη­μέ­νος ή γυ­μνός. Κι έ­πει­τα, στο γι­ού­κο πά­ντα τον πε­ρί­με­ναν τα πα­λαϊ­κά σκου­τι­ά του παπ­πού και του προ­πάπ­που του, αν και σε ό­λα προ­η­γού­νταν ο κύ­ρης· ο πα­τέ­ρας. Ό,τι έ­τρω­γε το καλ­λι­ερ­γού­σε ή το φρό­ντι­ζε αυ­τός, ε­κτός α­πό κο­κό­ρι­α και κου­νέ­λι­α που μα­σχα­νά­θρε­φαν και μα­γεί­ρευ­αν τα κο­ρί­τσι­α. Ό­λα τα κο­ρί­τσι­α, ε­κτός α­πό έ­να, ε­κεί­νο που δώ­σα­νε νύ­φη στη δί­πλα στά­νη… και το αποξεχάσανε. Τη θυμόταν καμιά φορά γιατί τραγούδαγε πολύ ωραία, ήταν και πολύ όμορφη όταν την είδε νύφη, αλλά ποιος παίρνει γυναίκα από τη στάνη του; Την αδερφή του θα πάρει; Τα κο­ρί­τσια θα φεύ­γα­νε έ­να έ­να, μα θα έ­με­νε αυ­τός, οι νύ­φες, τα κο­ρί­τσι­α τους και αρ­γό­τε­ρα η γυ­ναί­κα του, φερ­μέ­νη α­πό αλ­λού, που θα γι­νό­ταν κι αυ­τή γι­α­γι­ά και, φυ­σι­κά, τα κο­ρί­τσι­α του· χρειάζονται κι αυτά.

Οι μέ­ρες του, ε­κτός α­πό φως και δου­λει­ά, σκλη­ρή δου­λει­ά ό­πως ά­κου­σε να λέ­νε γι­α­τί ώς τό­τε δεν το εί­χε φα­ντα­στεί ό­τι δού­λευ­ε σκλη­ρά, εί­χαν μου­σι­κή και στο­χα­σμό. Δού­λευ­ε ό­σο ά­ντε­χε· κι ε­πει­δή ά­ντε­χε, δού­λευ­ε ό­σο εί­χε δου­λει­ά· κι ε­πει­δή η δου­λει­ά δεν τε­λει­ώ­νει, δού­λευ­ε α­στα­μά­τη­τα· σκλη­ρή δου­λει­ά σε κα­λο­και­ριά και σε κα­κο­και­ριά, σκλη­ρή δου­λει­ά κά­τω α­πό τον ή­λι­ο και τη βρο­χή, σκλη­ρή δου­λει­ά πά­νω στο χόρ­το και στο χιό­νι. Αλλά τη μου­σι­κή του την έ­κα­νε αυ­τός μ’ έ­να σου­ραύ­λι· έ­να κα­λά­μι που του εί­χε α­νοί­ξει τρύ­πες μ’ έ­να πυ­ρω­μέ­νο καρ­φί, ό­πως α­κρι­βώς ο πα­τέ­ρας κι ο πα­ππούς του. Έ­παι­ζε τους ί­δι­ους σκο­πούς, τις ί­δι­ες με­λω­δί­ες κι έ­κα­νε τις ί­δι­ες δα­χτυ­λι­ές, κά­ποι­ος ξένος τις εί­πε ‘ποι­κίλ­μα­τα­’, ό­πως έ­κα­ναν κι ε­κεί­νοι, ί­δι­α κι α­πα­ράλ­λα­χτα, ό­πως ό­λοι οι πα­ππού­δες κι οι προ­πάπ­ποι στη σει­ρά, που δεν εί­χαν α­φή­σει πί­σω τους άλ­λη μνή­μη ε­κτός α­πό αυ­τούς τους σκο­πούς και τις δα­χτυ­λι­ές και το ό­τι εί­χαν ό­λοι τους πα­τέ­ρα έ­να Μή­τσο ή έ­να Γι­ώρ­γη και πα­ππού έ­να Γι­ώρ­γη ή έ­να Μή­τσο. Οι γυ­ναί­κες, α­νώ­νυ­μες ε­ντε­λώς, ά­φη­ναν άλ­λη κλη­ρο­νο­μι­ά στα κο­ρί­τσι­α· τα σχέ­δι­α στο υ­φα­ντό και το ‘καρ­τε­ρί­α, α­πα­ντο­χή, σιω­πή… ό,τι κι αν γί­νει!’ “Μό­νο μι­α φο­ρά πρέ­πει ν’ α­κου­στεί η φω­νή της γυ­ναί­κας στο σπί­τι· ό­ταν φο­ρέ­σει μαύ­ρα!” δί­δα­σκαν στο­χα­στι­κά.

Ο στο­χα­σμός του ή­ταν πά­νω στην Ελ­λά­δα. Δεν ή­ξε­ρε που ή­ταν α­κρι­βώς πά­νω στη γη ή αν εί­ναι μι­κρή χώ­ρα ή με­γά­λη· ή­ξε­ρε μό­νο ό­τι εί­χε γύ­ρω της πο­λύ νε­ρό, δη­λα­δή τη θά­λασ­σα, ε­κτός α­πό κά­που προς τα πά­νω που κόλ­λα­γε με την υ­πό­λοι­πη στε­ρι­ά. Δεν ή­ξε­ρε πως η γη εί­ναι στρογ­γυ­λή· κι όταν το ά­κου­σε κά­πο­τε α­πό κά­ποι­ον πε­ρα­στι­κό, το πέ­ρα­σε για χω­ρα­τό. Αυ­τός την ‘Ελ­λάδα του’ την έ­βλε­πε ί­σι­α και με­γά­λη! Ή­ξε­ρε πως ζει πά­νω της ε­λεύ­θε­ρος χά­ρη στους α­γώ­νες των πα­λλη­κα­ρι­ών της, ό­πως ο ί­δι­ος που, αν και δεν εί­χε μέ­χρι τό­τε τύ­χει ν’ α­γω­νι­στεί γι­’ αυ­τήν, έ­νι­ω­θε τό­σο έ­τοι­μος, πε­ρή­φα­νος και δυ­να­τός ό­σο έ­νας Η­ρα­κλής, έ­νας Κο­λο­κο­τρώ­νης κι έ­νας Α­κρί­τας Δι­γε­νής. “Υ­πέρ βω­μών και ε­στι­ών” ή­ταν το α­πόφ­χι του ό­ταν έ­πε­φτε να κοι­μη­θεί και με την ί­δι­α σκέ­ψη ση­κω­νό­ταν α­πό το στρώ­μα. Ή­ξε­ρε ό­τι ση­μαί­νει ‘θα πο­λε­μή­σου­με γι­α τα σπί­τι­α και τα ι­ε­ρά μας,’ αλ­λά δεν ή­ξε­ρε τι α­κρι­βώς ή­ταν οι βω­μοί και τι οι ε­στί­ες. Α­πό τό­τε που θυ­μό­ταν τον ε­αυ­τό του, ό­λες τις νύ­χτες του χει­μώ­να, κα­μι­ά φο­ρά και του κα­λο­και­ρι­ού, ό­ταν τα έ­φερ­νε η τύ­χη βο­λι­κά, ά­κου­γε α­κού­ρα­στα, αν και τα εί­χε μά­θει α­π’ έ­ξω ό­πως τα μι­κρά παι­δι­ά που α­πο­στη­θί­ζουν τα πα­ρα­μύ­θι­α αλ­λά δεν χορ­ταί­νουν να τ’ α­κούν και αναστατώνονται μά­λι­στα με την πα­ρα­μι­κρή φρα­στι­κή αλ­λα­γή, γι­α τα με­γά­λα πα­λλη­κά­ρι­α του πα­λι­ού και­ρού, αρ­χί­ζο­ντας α­πό τον Λυ­κούρ­γο και τον Κό­δρο, τον Μιλ­τι­ά­δη, το Θε­μι­στο­κλή και τον Λε­ω­νί­δα, τον Κί­μω­να που έ­παιρ­νε και νε­κρός τις ναυ­μα­χί­ες, τον Ε­πα­μει­νών­δα και τον Με­γα­λέ­ξα­ντρο, γι­α τον με­γά­λο ελ­λη­νι­σμό της Α­να­το­λής που ζει α­κό­μα κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο κι έ­φτα­σε μέ­χρι την Ιν­δί­α, χώ­ρα πο­λύ μα­κρι­νή ε­φό­σον ή­ταν το ό­ρι­ο του ελ­λη­νι­σμού του, τους βυ­ζα­ντι­νούς μέ­χρι τον Πα­λαι­ο­λό­γο και τους με­γάλους ή­ρω­ες της ε­λευ­θε­ρί­ας πα­λι­ό­τε­ρους και χτε­σι­νούς· που γι­α κά­ποι­ον α­π’ ό­λους μά­λι­στα έ­δει­χναν α­κό­μα τον τό­πο που κοι­μή­θη­κε μέ­σα στη στά­νη. Και με τα ί­δι­α λό­γι­α θα τις περ­νού­σε, στην ώ­ρα του κι αυ­τός, τις νύ­χτες του χει­μώ­να και του κα­λο­και­ρι­ού, ό­πο­τε ή­ταν βο­λι­κό, στα παι­δι­ά του, μα­ζί με το ‘υ­πέρ βω­μών και ε­στι­ών’ γι’ α­πόφ­χι. Ά­κου­γε α­κό­μα γι­α τους άλ­λους ή­ρω­ες που έ­κα­ναν ό­χι μό­νο με­γά­λη την Ελ­λά­δα αλ­λ’ ε­ξί­σου λα­μπρό τον ελ­λη­νι­σμό: Ό­μη­ρος και Η­σί­ο­δος, Σω­κρά­της, Πλά­τω­νας και Α­ρι­στο­τέ­λης, Αι­σχύ­λος, Σο­φο­κλής και Ευ­ρι­πί­δης, Ξε­νο­φώντας και Θου­κυ­δί­δης. Κα­τό­πιν έ­σβη­ναν τα ο­νό­μα­τα κι εμ­φα­νι­ζό­ταν ο ί­δι­ος ο έλ­λη­νας με τα τρα­γού­δι­α και τις πα­ρα­δό­σεις του που συ­μπλήρω­να­ν τα κε­νά, ώς το ‘Ό­χι!’ του τε­λευ­ταί­ου πο­λέ­μου και τα με­τα­γε­νέ­στε­ρα έν­θεν και έν­θεν κα­λά και κα­κά! Λέ­με ‘έν­θεν και έν­θε­ν’ γι­α­τί γι­α τους Μπα­σι­ά­δες δεν υ­πήρ­χε ‘κα­κεί­θε­ν’· δεν α­νή­καν που­θε­νά. Αυ­τά ή­ταν τα μό­να κα­κά που εί­χε μά­θει. Μά­χες εί­χαν γί­νει α­κό­μα και μέ­σα στη στά­νη.

 

Και με τα ε­φό­δι­α αυ­τά, μι­α μέ­ρα που ό­σο και να την πε­ρί­με­νε έ­φτα­σε ξα­φνι­κά, τον έ­βα­λε έ­νας έ­μπο­ρος πί­σω στο φορ­τη­γό, μα­ζί με τον πα­τέ­ρα του και την υ­πό­λοι­πη πραμ­ά­τεια, γι­α να τον πά­νε να βά­λει το χα­κί. Οι γυ­ναί­κες ί­σα που στα­θή­κα­νε στην πόρ­τα· κού­νη­σαν και το χέ­ρι τους. Μό­νο με­ρι­κά παι­δι­ά έ­τρε­ξαν στο κα­τό­πι του γι­α­ λί­γο· αλ­λά γρή­γο­ρα χά­θη­καν α­πό τα μά­τι­α του, ό­πως χά­θη­καν τα δά­ση και τα γνω­στά βου­νά. Τώ­ρα α­ντί­κρι­ζε άλ­λα το­πί­α, ά­γνω­στα αλ­λά ελ­λη­νι­κά. Κι έ­τσι δεν τον έ­νοι­α­ξε. «Πα­ντού γύ­ρω μας Ελ­λά­δα!» Πε­ρη­φά­νει­α του να υ­πη­ρε­τή­σει την Ελ­λά­δα. Κρα­τού­σε και στο χέ­ρι του έ­να χαρ­τί. Δεν ή­ξε­ρε να το δι­α­βά­σει αλ­λ’ ή­ξε­ρε ό­τι ε­κτός α­πό το ό­νο­μά του και κά­τι α­ρι­θμούς, έ­λε­γε ό­τι εί­χε ε­πι­λε­γεί νο­σο­κό­μος. “Νοσοκόμος; Δηλαδή;” ρώτησε όταν του το είπαν. “Θα δίνεις φάρμακα και θα δένεις πληγές… σα γιατρός!” “Εγώ;” απόρησε και τον έ­πι­α­σαν τα γέ­λι­α. Πληγές ήξερε να δένει και σπασμένα κόκκαλα ήξερε να στερεώνει· αλλ’ από φάρμακα; βότανα μόνο… κι αυτά οι γριές!

Με­τά α­πό τη βα­σι­κή εκ­παί­δευ­ση, του πή­ρα­νε το ό­πλο, που το εί­χε μά­θει κα­λά αλ­λά δεν το εί­χε α­γα­πή­σει, και τον έ­στει­λαν σε μι­α μο­νά­δα μα­κρι­ά. Εκεί του εί­παν πως η δου­λει­ά του ή­ταν στο Α­ναρ­ρω­τή­ρι­ο. Του έ­δει­ξαν έ­να με­γά­λο στρα­τι­ω­τι­κό πα­ρά­πη­γμα, και πή­γε.

Τον υ­πο­δέ­χτη­καν οι άλ­λοι νο­σο­κό­μοι φι­λι­κά και με χα­ρά. «Δεν έ­χει και πολ­λή δου­λει­ά, μη φο­βά­σαι! Φρο­ντί­ζεις γι­α τα ξύ­λα και τα κάρ­βου­να της σό­μπας του α­ναρ­ρω­τη­ρί­ου, του ι­α­τρεί­ου και του κοι­τώ­να του γι­α­τρού, του στρώ­νεις κα­μι­ά φο­ρά το κρε­βά­τι, του φέρ­νεις φαΐ α­πό τα μα­γει­ρεί­α το μεσημέρι, αν δε φά­ει έ­ξω, και τον φω­νά­ζεις ό­ταν δεν εί­ναι κα­νέ­νας άλ­λος ε­δώ και χρει­ά­ζο­νται οι φα­ντά­ροι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μι­α α­σπι­ρί­νη.»

«Τί­πο­τε άλ­λο;» α­πό­ρη­σε.

«Τί­πο­τε άλ­λο!» του α­πά­ντη­σαν με ό­λη τους την ει­λι­κρί­νει­α τα παι­δι­ά, ι­δί­ως έ­νας υ­πέ­ρο­χος πό­ντι­ος, που τον κα­τά­λα­βε ‘ζε­μα­τι­σμέ­νο και α­πο­ξε­νω­μέ­νο­’ και προ­σπά­θη­σε να τον ε­λα­φρώσει.

Ό­λα κα­λά ώς ό­του ήρ­θε ο γι­α­τρός, ο αρχηγός των γιατρών, γιατί τρεις ήταν κι από δαύτους. «Και­νούρ­γι­ος νο­σο­κό­μος; Κα­λώ­στο­νε!» εί­πε κα­λό­καρ­δα και τον κοίταξε με την αφ’ υψηλού τρυφερότητα που νιώθουμε βλέποντας ένα σκουληκάκι να διασχίζει την απεραντοσύνη μιας φέτας μήλου.

«Μά­λι­στα κύριγιε!»

«Μά­λι­στα… κύριε υπίατρε!» τον διόρθωσε δείχνοντάς του τα δυο ασημένια άστρα.

«Μά­λι­στα κυ­ρ­γιεπί­α­τρε!» ψι­θύ­ρι­σε ο Μπα­σιάς με το βλέμ­μα χα­μέ­νο στα ά­στρα.

Κοιτάχτηκαν! Ένα εβδομήντα και κάτι ο γιατρός, ένα εννενήντα και κάτι ο Μπασιάς· αλλά η διαφορά στο ‘άλλο ύψος’ έβγαινε στο ύ­φος.

«Τι γράμ­μα­τα ξέ­ρεις, ρε;» τον ρώτησε κορ­δα­κί­ζο­ντας. Ο Μπασιάς δεν είχε πτυχίο. Και… κακά τα ψέματα, το πτυχίο κάνει τον πτυχιούχο.

«Δεν ξέ­ρω γράμ­μα­τα!»

Ε­δώ… ‘τα χα­λά­σα­με’ που λέ­νε. Βέβαια η απάντηση του Μπασιά προκάλεσε αίσθηση σε όλους, και τους μη πτυχιούχους. Μόλις συνήλθε από την έκπληξη ο γι­α­τρός, ξε­ρό­βη­ξε, συ­νο­φρυ­ώ­θη­κε και με μι­σά­νοι­χτο στό­μα χα­μο­γέ­λα­σε ει­ρω­νι­κά, τον κοί­τα­ξε με­τά με πε­ρι­φρό­νη­ση μι­σο­κλεί­νο­ντας το βλέ­φα­ρο κι έ­βα­λε τα γέ­λι­α τε­λι­κά. «Δεν ξέ­ρεις γράμ­μα­τα; Γιατί; Α­πό πού εί­σαι, ρε;»

«Α­πό ’­σα πά­νω! Καϊμα­κτσα­λάν! Βου­νά!»

«Τι θα πει βου­νά και Καϊ­μα­κτσα­λάν και πράσιν’ άλογα! Χω­ρι­ό δεν έ­χεις;»

«Α­π’ του Μπα­σι­ά τη Στά­νη!»

«Έ­τσι το λέ­νε το χω­ρι­ό;»

«Όχι χω­ρι­ό… στά­νη! Δε μα­θαί­νουν γράμ­μα­τα ε­κεί! Ε­κεί έχει μό­νο δου­λειά!»

Τε­λι­κά ο γι­α­τρός γύ­ρι­σε την πλά­τη στον Μπα­σι­ά και τα έ­βα­λε με τους α­ξι­ω­μα­τι­κούς της ε­πι­λο­γής. «Τους α­πί­θα­νους, τους α­κα­τα­νό­η­τους, τους … το ‘τρισύλλαβο’ με­τα­φρα­σμέ­νο στα ‘νέ­α ελ­λη­νι­κά­’, τους ά­χρη­στους, τους α­νί­κα­νους! Πού ξα­να­κού­στη­κε α­ναλ­φά­βη­τος νο­σο­κό­μος; Χά­θη­κε να τον κά­νουν τυ­φε­κι­ο­φό­ρο… να βό­σκει γου­ρού­νι­α; Α­φού η ει­δι­κό­τη­τά του εί­ναι αυ­τή!»

Ο Μπα­σι­άς δεν συμ­φώ­νη­σε με τις κρί­σεις του γι­α­τρού γι­α τους α­ξι­ω­μα­τι­κούς της υ­πη­ρε­σί­ας ε­πι­λο­γής, που δεν τους εί­δε βέ­βαι­α πα­ρά μι­α στι­γμή αλ­λά τον ε­ντυ­πω­σί­α­σαν με τις ω­ραι­ό­τα­τες στο­λές τους, κι ένιωσε περηφάνεια σα να τις φορούσε αυτός, μα δεν το εί­πε σε κα­νέ­να. Συμ­φώ­νη­σε ό­μως με την ε­πι­λο­γή που πρό­τει­νε ο γι­α­τρός και το εί­πε σε ό­λους: «Α­φού η δου­λει­ά μου εί­ναι αυ­τή! Μ’ α­ρέ­σουν τα γου­ρού­νι­α… έχουν μυαλό και καρδιά σαν αθρώποι!» εί­πε στον πό­ντι­ο νο­σο­κό­μο, που ή­ταν και παλι­ο­σει­ρά και δεν ίδρωνε το αφτί του για τίποτα, τον και­νούρ­γι­ο του, και μο­να­δι­κό ώς τό­τε, φί­λο.

Ο γι­α­τρός, μι­α και δυ­ο, πή­γε στον Δι­οι­κη­τή. «Εί­ναι α­δύ­να­το να μεί­νει έ­στω και μια ώ­ρα στο Ι­α­τρεί­ο! Εί­ναι πι­ο ζώ­ο κι α­πό ζώ­ο!»

Αλ­λά δεν γι­νό­ταν τί­πο­τα. Έ­πρε­πε να έ­χουν πο­λύ βά­σι­μους λό­γους γι­α ν’ α­να­τρέ­ψουν τη ε­πι­λο­γή. «Μην κά­νεις κι έ­τσι, Υ­πί­α­τρε! Σ’ ε­νά­μι­ση χρό­νο που έ­χει α­κό­μα μπρο­στά του… κά­τι θα μά­θει! Έ­χεις τό­σους άλ­λω­στε που ρεμπελεύουν και κοπροσκυλιάζουν εκεί μέσα από το πρωί ώς το βράδυ! Βάλ’ τους να του δεί­ξουν!»

«Δεν μπο­ρεί ν’ α­πο­μα­κρυν­θεί σι­ω­πη­ρώς;»

«Και αν πάθει κάτι, πώς θα το δι­και­ο­λο­γή­σω; Στο στρατό πρέπει να φυλάγεσαι από παντού για να έχεις την ησυχία σου. Κά­νε υ­πο­μο­νή! Δεν εί­ναι και θη­ρί­ο!»

«Εί­ναι κά­τι χει­ρό­τε­ρο! Εί­ναι και άν­θρω­πος και θη­ρί­ο μαζί στο μυαλό και στο σώμα!»

«Ά­σε τις υ­περ­βο­λές! Μη γίνεσαι άδικος και συμ­βι­βά­σου! Αυ­τό θα πει στρα­τός!»

 

Την ε­πο­μέ­νη το πρω­ί ήρ­θε α­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος ο γι­α­τρός μουρ­μου­ρί­ζο­ντας ακόμα μέ­σα α­πό τα δό­ντι­α του: “Οι ά­χρη­στοι! Ού­τε να με ή­ξε­ραν και να με μι­σού­σαν δεν θα μου τον φόρ­τω­ναν!” Έ­κα­νε τις­ πρώ­τες ρο­δι­ές πά­νω στο λι­γο­στό χι­ό­νι που έπεφτε από τα χαράματα προς το Α­ναρ­ρω­τή­ρι­ο, έ­με­νε ‘κι έ­ξω και μέ­σα­’, ό­που τον βό­λευ­ε. Ήρ­θαν και οι άλ­λοι νο­σο­κό­μοι α­πό την α­να­φο­ρά μα­ζί με τον Μπα­σι­ά… και λύθηκε το είναι τους από τη ζέ­στη! Ό­λες οι σό­μπες α­ναμ­μέ­νες, πρώ­τη φο­ρά!

«Πώς κι έ­γι­νε αυ­τό το θαύ­μα;» α­πό­ρη­σε ό­λο γέ­λι­α ο για­τρός.

Κοι­τά­χτη­καν με­τα­ξύ τους· κοί­τα­ξαν και τον Μπα­σι­ά. «Ήρ­θες πριν α­πό την αναφο­ρά;»

«Ξυ­πνά­με νω­ρίς στη στάνη!» α­πά­ντη­σε αυ­τός χω­ρίς να ξέ­ρει αν έ­κα­νε κα­λά ή ό­χι.

«Μπρά­βο Μπα­σι­ά! Να και κά­τι κα­λό που έ­μα­θες στη στά­νη!»

«Και πού βρή­κες, ρε, το κάρ­βου­νο; Αυ­τοί οι α­λή­τες πλη­ρώ­νο­νται γι­α κάρ­βου­νο και φέρ­νουν τύρ­φη. Την έ­σπα­σες με τα χέ­ρι­α;»

«Την εί­χα βά­λει σε καρ­βου­νο­θη­μω­νι­ά, λί­γο πι­ο κά­τω και την α­πο­καρ­βού­νι­α­σα. Έ­δω­σα και στον όρχο, που φρουράνε τ’ αμάξια γι­α­τί θα ξύλιαζαν τα παι­δι­ά ό­λη τη νύ­χτα χτες!»

«Τι έ­κα­νες;»

«Καρ­βου­νο­θη­μω­νι­ά! Το έμαθα στη στά­νη!»

Το με­ση­μέ­ρι εί­χε φα­σο­λά­δα ελ­λη­νι­κή με ρέγ­γα, ε­λι­ές, φέ­τα, ψω­μί και καυ­τε­ρή πιπεριά.

«Σύρε, ρε Μπασιά, να φέρεις του γιατρού φαΐ, σαν πιο καινούργιος!»

Φό­ρε­σε ένα τ­ζά­κετ ο Μπα­σι­άς, χω­ρίς δεύ­τε­ρη κου­βέ­ντα, κι έ­γι­νε κα­πνός.

«Αν δεις ε­σύ φαΐ… να μου τρυ­πή­σεις τη μύ­τη!» εί­πε σι­γά, μην α­κου­στεί, ο δεύ­τε­ρος για­τρός, ο δό­κι­μος.

«Άσε να δούμε, κυρ-δόκιμε… κι έ­πει­τα λέμε!» τον αντίσκοψε ο πόντιος.

Ο δόκιμος, ο δεύ­τε­ρος για­τρός, εξαιρετικό αλλ’ αδύναμο και φο­βι­σμέ­νο παιδί, έ­φε­δρος και συ­νή­θως πι­ο ευ­γε­νι­κός και πιο κα­λο­προ­αί­ρε­τος, συ­στρα­τεύ­ο­νταν ό­χι τό­σο εξ α­νά­γκης αλλ’ εκ των πρα­γμά­των, με τον υ­πί­α­τρο. Πρό­σε­χε όμως να κρα­τά­ει τις δέ­ου­σες α­πο­στά­σεις, χω­ρίς να κα­ταρ­γεί τη συ­να­δελ­φι­κό­τη­τα, και α­πό τον τρί­το γι­α­τρό, τον ο­πλί­τη, που μπο­ρεί να ή­ταν πο­λύ δι­α­βα­στε­ρός και κουλ­του­ρι­ά­ρης, ποι­η­τής, θεατρόφιλος και με πολ­λά εν­δι­α­φέ­ρο­ντα, αλ­λ’ ή­ταν μουτ­ζου­ρω­μέ­νος στο Άλ­φα-δύ­ο· κά­τι α­σα­φές αλ­λά… υ­παρ­κτό. Κι ε­κεί­νη την πε­ρί­ο­δο ή­ταν ιδιαιτέρως πρα­γμα­τι­κό πρό­βλη­μα.

Γι­’ αυ­τό ό­ταν έ­βγαι­ναν στην πό­λη οι δυ­ό τους ως α­ξι­ω­μα­τι­κοί, μό­νι­μος ο έ­νας κι έ­φε­δρος ο άλ­λος, τον ά­φη­ναν πά­ντα πί­σω μην τους κολ­λή­σει ά­θε­λά του ‘ρε­τσι­νι­ά’. Κι αυ­τός, μυ­α­λό α­νοι­χτό, τα­κί­μι­α­σε με τον πό­ντι­ο, που δεν φο­βό­ταν το Αλ­φα-δύ­ο, ού­τε τον Δι­οι­κη­τή, ού­τε κα­νέ­να κε­ρα­τά α­κό­μα και τον πρω­θυ­πουρ­γό… αλ­λά μό­νο το Θε­ό, και κά­να­νε πα­ρέ­α. Και θη­σαυ­ρός α­νε­ξά­ντλη­τος ο πό­ντι­ος γι­α τον γι­α­τρό· τον έμπασε σ’ έ­ναν κό­σμο που δεν εί­χε φα­ντα­στεί ό­τι υ­πήρ­χε μέ­σα στη ‘δι­κή του­’ Ελ­λά­δα. Τον μά­θαι­νε να μι­λά­ει πο­ντι­α­κά και να χο­ρεύ­ει τικ και κο­τσα­ρί… και α­πό ελ­λη­νι­κούς ζεϊ­μπέ­κι­κο. “Τί θα μου μά­θαι­ναν αυ­τοί; Να παί­ζω χαρ­τι­ά στη Λέ­σχη;” έ­λε­γε στον πό­ντι­ο, και γε­λού­σαν μα­ζί· ή­ταν άλ­λω­στε ε­ντε­λώς α­κα­τάλ­λη­λος γι­’ α­ξι­ω­μα­τι­κός, α­φού δεν ή­ξε­ρε ού­τε να κόβει την τράπουλα.

Αλλά η φασολάδα… φασολάδα! Την έ­φε­ρε ο Μπα­σι­άς α­πό το μα­γει­ρεί­ο στη στι­γμή, α­πό έ­να το μο­νο­πά­τι δι­α­κό­σι­α πε­νή­ντα μέ­τρα που περ­νού­σε μέ­σα α­πό δυ­ο χα­ντά­κι­α, και ά­χνι­ζε α­κό­μα. Έ­να πι­ά­το φί­σκα και δεν εί­χε στά­ξει ού­τε δά­κρυ. Φυσικά έ­φε­ρε μα­ζί του και τη ρέγ­γα, τις ε­λι­ές, τη φέ­τα, το ψω­μί, την πι­πε­ρι­ά την καυ­τε­ρή και το κου­τά­λι στε­γνό.

«Πε­τώ­ντας πή­γες κι ήρ­θες;»

«Μπα! Δε φό­ρα­γα το σκού­φο μου κι έ­κα­νε κρύ­ο ε­κεί ψη­λά· ήρ­θα με τα πό­δι­α!» α­ντα­πέ­δω­σε ο Μπα­σι­άς το χω­ρα­τό.

«Μπρά­βο Μπα­σι­ά! Νευ­ρο­λο­γι­κά του­λά­χι­στο εί­σαι ε­ντά­ξει κι α­πό μυ­α­λό… ξου­ρά­φι! Εύ­στο­χος κι ε­τοι­μό­λο­γος! Πού νά ’­ξε­ρες γράμ­μα­τα, ρε!»

“Μυ­α­λό ξου­ρά­φι!” Δεν χρει­α­ζό­ταν να του το πουν. Σε μι­α ε­βδο­μά­δα ο Μπα­σι­άς πα­ρα­κο­λου­θού­σε τον ψάλ­τη δί­πλα στο α­να­λό­γιο, α­φού ο εκ­κ­λη­σι­α­σμός ή­ταν υ­πο­χρε­ω­τι­κός, κι έπειτα από δυο βδομάδες δι­ά­βα­ζε ε­φη­με­ρί­δα, και εί­χε δια­βά­σει ό­λες τις τα­μπέ­λες, τις ε­πι­γρα­φές και τις α­να­κοι­νώ­σεις του στρα­το­πέ­δου που δεν του­ς έ­δι­νε ση­μα­σί­α ­κα­νείς.

 

Το βρά­δυ ό­λοι εί­χαν έ­ξο­δο. Ά­φη­σαν υ­πη­ρε­σί­α τον Μπα­σιά, τον νέο, που το είδε με ανακούφιση καθώς η άσημη κωμόπολη τού είχε φανεί πολιτεία. «Αν χρει­α­στείς κά­τι, πά­ρε το δε­κα­ε­πτά, την πύ­λη! Οι αλ­φα­μί­τες θα μας βρουν!» του εί­παν.

Δεν χρει­ά­στη­κε τί­πο­τα. Αρ­γά ήρ­θαν με­ρι­κοί παραπατώντας, πα­γω­μέ­νοι και με­θυ­σμέ­νοι. Τους έ­ψη­σε φλι­σκού­νι, που εί­χε α­πό τη μά­να του, στη σό­μπα, τους έ­βα­λε να πλα­γι­ά­σουν μέ­χρι να ξε­με­θύ­σουν, σκού­πι­σε, σφουγ­γά­ρι­σε, έ­πλυ­νε, ξα­νά­στρω­σε, τους πή­γε έ­ναν έ­ναν στο λό­χο, να βρε­θούν ε­κεί το πρω­ί μην αρ­πά­ξουν κα­μι­ά φυ­λα­κή, και γύ­ρι­σε στο Ι­α­τρεί­ο. Κοι­μή­θη­κε κι αυ­τός κομ­μά­τι α­νά­με­σα στην κα­ρέ­κλα και το τρα­πέ­ζι. Κα­νο­νι­κή ε­φη­με­ρί­α.

Στην πρω­ι­νή α­να­φο­ρά α­πό­ρη­σε ο Δι­οι­κη­τής. «Τι έ­γι­νε, ρε; Ό­λοι ή­πι­α­τε χτες και δε μέ­θυ­σε κα­νέ­νας; Πά­ει η Ελ­λά­δα!» εί­πε γε­λώ­ντας. Έ­μει­νε με την α­πο­ρί­α. Κα­λό αν­θρω­πά­κι, στρω­μέ­νο· μο­νι­μάς, σκα­λί σκα­λί την ι­ε­ραρ­χί­α α­πό δε­κα­νέ­ας… ποι­ος να του πει γι­α τον Μπα­σι­ά. Και τι τον έ­νοια­ζε έ­νας φα­ντά­ρος;

Και το επόμενο βράδυ πάλι ο Μπασιάς υπηρεσία… τη μια που ήταν η σειρά του, την άλλη που ήταν ο καινούργιος. «Στο κάτω κάτω, τα κατάφερες πιο καλά απ’ όλους μας!»

Και το με­θε­πό­με­νο, και το τρις και τε­τράκις με­θε­πό­με­νο βράδυ… και μέρα τη μέρα πέρασε η εβδομάδα… υ­πη­ρε­σί­α ο Μπα­σι­άς. «Κά­τσε, ρε Μπα­σι­ά, να βγού­με ’­μεις, μέ­ρες πού ’­ναι! Α­φού δεν ξέ­ρεις κα­νέ­ναν ε­δώ!»

Και κα­θό­ταν ο Μπα­σι­άς, γι­α­τί εί­χε μά­θει πι­α το Ι­α­τρεί­ο ό­σο και τη Στά­νη, και το έ­ξω δεν το ή­ξε­ρε. Ού­τε ή­ξε­ρε ‘σει­ρά και βάρ­δι­α’ στη δου­λει­ά. Α­πό τό­τε που περ­πά­τη­σε, ή­ταν πά­ντα σε υ­πη­ρε­σί­α· μι­κρός να ταΐ­ζει τα που­λε­ρι­κά κο­ντά, αρ­γό­τε­ρα τα σκυ­λι­ά που ή­ταν μα­κρι­ά και, ό­ταν με­γά­λω­σε, να σκα­ρί­ζει τα πρό­βα­τα και τα γί­δι­α. Και να τα βά­ζει κα­μι­ά φο­ρά και με το λύ­κο, την α­λε­πού και το α­κό­μα πι­ο πο­νη­ρό κου­νά­βι. Κι έ­πει­τα ό­λες οι άλ­λες δου­λειές… Να μα­ζεύ­ει το γά­λα, να το χω­ρί­ζει, να το δέρ­νει, να κό­βει το βού­τυ­ρο, να γε­μί­ζει τις τσα­ντί­λες, να πή­ζει το τυ­ρί, να το α­λα­τί­ζει, να το βά­ζει στο βα­ρέ­λι με την άρ­μη, να το φορ­τώ­νει και στου έ­μπο­ρου το φορ­τη­γό. Μ’ έ­ναν α­πό δαύ­τους κα­τέ­βη­κε γι­α να πά­ει στο στρα­τό. Και ό­ταν φτά­σα­νε στην πύ­λη του στρα­τό­πε­δου, τον α­γκά­λι­α­σε ο πα­τέ­ρας και του εί­πε: “Ά­ει, πα­δί μου, στο κα­λό! Για την πα­τρί­δα! Να ξέ­ρεις… θα μας λεί­ψεις! Και με το κα­λό να μας ξα­να­γυ­ρί­σεις… και να διεις τι γλιέντ’ θα σι κάμ’ ιγώ!” Το ‘γλέντι’ ήταν ο γάμος… άμεση μπασιάδικη υποχρέωση κι αυτό μετά από τη θητεία στο στρατό. Κι έ­τσι χώ­ρι­σαν πατέ­ρας και γι­ος.

Και τώ­ρα ο Μπα­σι­άς, πάλι υ­πη­ρε­σί­α στο στρα­τό. ‘Υ­πη­ρε­σί­α’, λέ­νε τη δου­λει­ά ε­δώ! έ­λε­γε με το νού του· Δεν έ­χει ση­μα­σί­α. Η λέ­ξη δεν κά­νει τη δι­α­φο­ρά. Φτάνει νά ’σαι καλός για την Ελλάδα!

Αλ­λά πού η υ­πη­ρε­σί­α-κα­θη­σι­ό ε­δώ… που το τρέ­χα πά­νω κά­τω και σκοτώσου στο χαμαλίκι στη στά­νη. Ε­δώ κά­θε­σαι, περ­νά­ει η ώ­ρα, φεύ­γει μα­ζί της κι η δου­λει­ά! Ε­κεί τρέ­χεις… και δεν προ­κά­νεις! Στη στά­νη δε σώ­νει η δου­λει­ά! Το εί­πε κά­πο­τε στον πό­ντι­ο, και ο πό­ντι­ος γέ­λα­σε κου­νώ­ντας το κε­φά­λι. Το ά­κου­σε και ο γι­α­τρός. Κού­νη­σε ε­πί­σης το κε­φά­λι δί­χως να γε­λά­σει. Ο ένας ήταν ο αυθόρμητος, ο άλλος στοχαστικός και είχανε ταιριάσει. Αλ­λά στην πρα­γμα­τι­κό­τη­τα, αυ­τοί οι δυο, οι πι­ο στε­νοί φί­λοι του Μπα­σι­ά, γι­α­τί τον α­γα­πού­σαν ό­λοι, ε­πει­δή τον κα­τα­λά­βαι­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους άλ­λους, τον ζή­λευ­αν και λί­γο. “Ο κα­θέ­νας μπο­ρεί να γί­νει αυ­θόρ­μη­τος ή στο­χα­στι­κός· αλ­λά Μπα­σι­άς δεν γί­νε­σαι· γεννιέσαι!” παραδέχονταν με­τα­ξύ τους.

 

Κα­θό­ταν η Μπα­σι­άς α­πο­γευ­μα­τι­νή υ­πη­ρε­σί­α να βγουν οι άλ­λοι, έ­κλει­νε τα μά­τι­α και α­γνά­ντευ­ε… και νά σου μπρος στα μάτια του η στά­νη. Το δρό­μο δεν τον ή­ξε­ρε να πά­ει, γι­α­τί μό­λις κα­τέ­βη­καν α­πό το βου­νό μπερ­δεύ­τη­κε. Αλ­λά με τη φα­ντα­σί­α, σαν που­λί, βρι­σκό­ταν κά­θε τό­σο ε­κεί! Το για­τά­κι του, ο σκύ­λος του, το μα­νά­ρι του… θα τό ’σφα­ξαν τό­σο και­ρό… η μά­να και ο πα­τέ­ρας του, τ’ α­δέρ­φι­α, οι α­δερ­φές του… Α­δέρ­φι­α και α­δερ­φές ξε­χω­ρι­στά! Σε όλων το μυαλό στη στάνη, τ’ αρσενικά από τα θηλυκά ήταν απολύτως ξέχωρα· και της στάνης το μυαλό είχε πάντα ο Μπασιάς· δεν μπορούσε να ξεφύγει. “Ά ρε στά­νη! Στά­νη! Στά­νη! Δεν ξέ­ρω αν σου λεί­πω ε­γώ, μα νά ’βλε­πες πώς μου λεί­πεις εσύ… θα μ’ έκλαιγες!” έ­λε­γε πό­τε με τη σκέ­ψη του, πό­τε και φω­να­χτά γι­α­τί δεν τον ά­κου­γε κα­νέ­νας. Ερ­χό­ταν ο χει­μώ­νας και τον ‘τρώ­γα­νε­’ τα χέ­ρι­α του. Δου­λειές με φούντες! Να σβή­σουν ασβέστη, να φέρουν άμμο από το ρέμα, να φτιάξουν κερέτσι, να στρώ­σουν πά­λι τις ξε­ρο­λι­θι­ές και να ρί­ξουν τις κα­λα­μω­τές μην ξε­πα­γι­ά­σουν τα μανάρια! Να σκά­ψουν χα­ντά­κι­α, μην πλα­κώ­σουν τα νε­ρά και τα πά­ρουν στο γκρε­μό πέ­τρες μα­ζί και ζω­ντα­νά. Να σφά­ξουν, να γδά­ρουν, να τε­ντώ­σουν τα το­μά­ρι­α να στε­γνώ­σουν. Να λειώσουν α­κρά­νυ­χα και ο­πλές στη χύ­τρα να κά­νουν πίσ­σα. Να ματίσουν φούρ­νους και αποθήκες. Να κρα­τά­νε τις φω­τι­ές α­ναμ­μέ­νες ο­λο­νυ­χτίς, μην πλη­σι­ά­σει το ζα­γά­ρι που πει­νά­ει και δε λο­γα­ρι­ά­ζει ού­τε άν­θρω­πο ού­τε θε­ό! Να στή­σουνε τους αρ­γα­λει­ούς να έ­χουν δου­λει­ά οι γυ­ναί­κες· να φτι­ά­ξουν κα­λά­θι­α α­πό κα­λά­μι και λυ­γα­ρι­ά· και… το πι­ο δι­α­σκε­δα­στι­κό, να πά­ρουν χάλ­κω­μα α­πό τον έ­μπο­ρο να φτι­ά­ξουν και­νούρ­γι­α κου­δού­νι­α.

Τά ’­λε­γε ο Μπα­σι­άς με το νού του, τά ’­λε­γε και φω­να­χτά… ά­κου­γε ο πό­ντι­ος, ά­κου­γε και ο γι­α­τρός, ο τρί­τος, ο ο­πλί­της, ο μουτ­ζου­ρω­μέ­νος α­πό το Αλ­φα-δύ­ο· αν κι ε­κτός α­πό το ‘γα­λό­νι­’ που έχασε, δεν έ­πα­θε και τί­πο­τα εί­ναι η α­λή­θει­α! Απολύθηκε μια χαρά, μαζί με τους άλλους. Αρ­γό­τε­ρα, γύ­ρω στα ε­ξή­ντα του, έ­μα­θε τυ­χαί­α ό­τι ή­ταν πια αν­θυ­πο­λο­χα­γό­ς· και θα παρουσιαζόταν, σε περίπτωση επιστράτευσης, στο ΚΙΧΝΕ της Κω. «Αν­θυ­πο­λο­χα­γός! Αν­θυ­πο­λο­χα­γός! Α­πο­κα­τα­στά­θη­κα σχε­δόν! Εί­δα­τε, κύ­ρι­οι… η Πα­τρί­δα;» φώ­να­ξε ξε­καρ­δι­σμέ­νος στα γέ­λι­α και έ­δει­ξε στους συ­να­δέλ­φους γύ­ρω του το χαρ­τί με αυ­τή τη σπου­δαί­α εί­δη­ση. Αλ­λά ποι­ος να το δι­α­βά­σει; Ήξεραν πολλά γράμ­μα­τα αλλά από ελ­λη­νι­κά όσα και ο Μπασιάς όταν πρωτοπήγε στο στρατό. Ήσαν άγγλοι και αμερικανοί· ό­λοι τους κα­θη­γη­τές πα­νε­πι­στη­μί­ου. Αυ­τά μό­νο γι­α την ι­στο­ρί­α του ο­πλί­του-ι­α­τρού… του ποι­η­τή, του κουλ­του­ρι­ά­ρη.

«Άι, Γιωρί­κα μ’… άι, γι­α­τρέ! Δεν ξέ­ρε­τε τι γλέ­ντι εί­ναι να φτι­ά­χνεις κ’­δού­νι­α! Στο έ­να χέ­ρι το σφυ­ρί, στο άλ­λο η τσι­μπί­δα, μέ­σα στα γό­να­τα το α­μό­νι και… γκλάν­γκα-γκλάν­γκα… γκλάν­γκα-γκλαν­γκ! Στην αρ­χή μου­ντό… έ­να φρι­χτό ντά­γκα-ντού­γκα ό­σο να κου­φώ­σει, να γί­νει κού­πα… με­τά πι­ο ψι­λό, πι­ο γλυ­κό… α­κό­μα μι­α με το σφυ­ρί… και το ντιν! Πή­ρε να γί­νε­ται η κου­δού­να! Μι­α με­σι­α­νή, μι­α α­κρι­α­νή… μι­α με­σι­α­νή, μι­α α­κρι­α­νή… Ν’ α­κούς δί­πλα σου τον κάλ­φα, να του κλέ­βεις. Ν’ α­κού­ει ο μά­στο­ρας να κου­νά­ει το κε­φά­λι… “Θέ­λει α­κό­μα! Θέ­λει α­κό­μα! Πρό­σε­χε μην το χα­λά­σεις! Ό­χι ε­κεί! Με το πλα­τύ, ό­χι με τη γω­νι­ά! Ί­σι­ο το χέ­ρι κι ε­λα­φρύ! Ό­χι βα­ρι­ά! Μη βι­ά­ζε­σαι! Λου­λού­δι, κου­δού­νι και γκα­στρι­ά… δεν τα βι­ά­ζουν· θέ­λουν τον και­ρό τους! Παί­ζε το σφυ­ρί σου με τα δά­χτυ­λα κι ά­σ’ το να πέ­σει μό­νο του! Μην τυ­ραν­νάς το χάλ­κω­μα! Σε φτύ­νει!” Και χά­λα­σα χαλ­κώ­μα­τα ό­σο να μά­θω! Αλ­λά κι ο κάλ­φας χά­λα­γε! Και ο μά­στο­ρας εί­χε χα­λά­σει! Πώς αλ­λι­ώς να γί­νει μά­στο­ρας; Τώ­ρα κάλ­φας κι ε­γώ! Και χα­λά­ει το και­νούρ­γι­ο μας στρα­βά­δι… μη σου πω! Ευ­τυ­χώς ο έ­μπο­ρος δί­νει άλ­λα με δι­ά­φο­ρο μι­κρό, ί­σα ί­σα για το χυ­τή­ρι­ο!»

 

Και­ μι­α μέ­ρα με­ρα­κλώ­θη­κε ο Μπα­σι­άς. Α­πό το πο­λύ να στο­χά­ζε­ται τη στά­νη, με­ρα­κλώ­θη­κε. Δεν λυ­πή­θη­κε, δεν νο­στάλ­γη­σε, δεν χά­ρη­κε, δεν πό­νε­σε… απλώς με­ρα­κλώ­θη­κε. Έ­γει­ρε πί­σω το κε­φά­λι, μό­νος ή­ταν στο κά­τω κά­τω· α­νοί­γει στό­μα και καρ­δι­ά και… βγά­ζει έ­να τρα­γού­δι! Μα τι τρα­γού­δι! Πό­νος μα­ζί και λε­βε­ντι­ά! Μα­νά­δες και πα­τεράδες, α­δέρ­φι­α με­γά­λα και μι­κρά, στρούγ­κες και κο­νά­κι­α, σά­ρες και μο­νο­πά­τι­α, λα­γκά­δια και βου­νά, βελούχια και πηγές, βρά­χια και νε­ρο­συρ­μές, θύ­ελ­λες και κα­λο­και­ριές, μα­νά­ρι­α και ζα­γά­ρι­α, χορ­τά­ρι­α και δέ­ντρα, που­λι­ά και σκυ­λι­ά… μέ­χρι τον τρι­κυ­μι­σμέ­νο πό­ντο έ­φτα­σε, που δεν τον εί­χε δει, ό­λα α­δελ­φω­μέ­να σ’ έ­να τρα­γού­δι! Και πέρ­να­γε η ώ­ρα… και ξα­νά μα­νά το τρα­γού­δι α­πό την αρ­χή! Μα­νά­δες, πα­τεράδες, α­δέρ­φι­α με­γά­λα και μι­κρά, στρούγ­κες και κο­νά­κι­α, σά­ρες και μο­νο­πά­τι­α, λα­γκά­δι­α, βου­νά, βρά­χι­α και νε­ρο­συρ­μές, βελούχια και πηγές, θύ­ελ­λες και κα­λο­και­ριές, μα­νά­ρι­α και ζα­γά­ρι­α, χορ­τά­ρι­α, δέ­ντρα, που­λι­ά και σκυ­λι­ά! Πό­νος μα­ζί και λε­βε­ντι­ά!

Γύ­ρι­σαν ο πό­ντι­ος με το γι­α­τρό… μπή­καν σι­γά σι­γά και ά­κου­γαν. Άκουγαν κι έτρεμαν· άκουγαν κι έλειωναν· άκουγαν κι έκλαιγαν. Ού­τε που τους πή­ρε χα­μπά­ρι ο Μπασιάς! Ά­κου­σαν α­π’ έ­ξω οι φα­ντά­ροι… μα­ζεύ­τη­καν κι αυ­τοί και ά­κου­γαν. Δεν ά­κου­γαν· κρυ­φά­κου­γαν! Γι­α­τί ο Μπα­σι­άς τούς έ­βλε­πε, τους χα­μο­γέ­λα­γε, τους χαι­ρε­τού­σε με το κε­φά­λι, τους έ­δει­χνε πού να κα­θί­σουν… αλ­λά δεν τους εί­χε πά­ρει χα­μπά­ρι!

«Πώς έ­κρυ­βες τό­ση γνώ­ση και ο­μορ­φι­ά στην καρ­δι­ά σου, ρε Μπα­σι­ά;» του φώ­να­ξαν ό­λοι μα­ζί ό­ταν α­νέ­νι­ψε και ‘ήρθε πίσω’ α­πό τη ‘φευ­γά­λα­’. Τους κοί­τα­ξε σα χα­μέ­νος μέ­χρι πού συ­νει­δη­το­ποί­η­σε τι του γι­νό­ταν. Θυ­μή­θη­κε πού ή­ταν, τι έ­κα­νε και πως τους εί­δε έ­ναν έ­να να μπαί­νουν στο Ι­α­τρεί­ο και να κά­θο­νται κα­τά­χα­μα σταυ­ρο­πό­δι ή να στέ­κο­νται γύ­ρω του δα­κρυ­σμέ­νοι, κρε­μα­σμέ­νοι α­πό τα χεί­λη του.

«Ε, ρε μά­να Ελ­λά­δα… που κά­νεις τέ­τοι­α παι­δι­ά!» φώ­να­ξε κά­ποι­ος και ό­λοι χει­ρο­κρό­τη­σαν· και α­πό την η­μέ­ρα ε­κεί­νη το “ρε μά­να Ελ­λά­δα” έ­γι­νε κά­τι σα σύν­θη­μα ή σαν παρατσούκλι ό­ταν μι­λού­σαν γι­α τον Μπα­σι­ά. “Πού το βρήκες αυτό;” “Ο Ρεμα­νελ­λά­δας μού τό ’φτιασε!”

Την ε­πο­μέ­νη ο υ­πί­α­τρος και ο δό­κι­μος έ­μα­θαν τι εί­χε συμ­βεί α­πο­βρα­δίς με τον Μπα­σι­ά και α­πό­ρη­σαν. Βέ­βαι­α τους πε­ρι­γρά­ψα­νε μό­νο το γε­γο­νός και τους με­τα­φέ­ρα­νε κά­πως την ε­ντύ­πω­ση· ό­χι το πε­ρι­ε­χό­με­νο ού­τε την ι­δέ­α, το πνεύ­μα και την αί­σθη­ση· γι­’ αυ­τά δεν αρ­κεί να εί­σαι πα­ρών· πρέ­πει να εί­σαι ά­ξι­ος να το ζή­σεις.

«Λες να τον υ­πο­τι­μή­σα­με γι­α τα γράμ­μα­τα;»

«Ή­ξε­ρε ο Πλά­τω­νας· μα δεν ά­κου­σα πο­τέ να ή­ξε­ρε ο Σω­κρά­της!»

«Κα­λά… ας μην το πά­με και ώς ε­κεί!» τον α­ντί­σκο­ψε γε­λώ­ντας ο υ­πί­α­τρος· «Δεν τον κα­λού­με στον τα­χυ­δρο­μι­κό έ­να βρα­δά­κι; Λί­γο να τον τσι­γκλί­σεις, λέ­ω πως θ’ αρ­χί­σει! Δεν μπο­ρεί τό­σοι να κά­νουν λά­θος! Κι αυ­τοί οι δυ­ο στο κά­τω κά­τω ξέ­ρουν τι λέ­νε!»

‘Αυ­τοί οι δυ­ο’ ή­ταν ο πό­ντι­ος και ο τρί­τος για­τρός. «Και θα κα­λέ­σου­με κι αυ­τόν εν­νο­εί­ται! Δεν μπο­ρείς να πά­ρεις τον Μπα­σι­ά και να τον α­φή­σεις πίσω… πού τον πας;»

«Και ο πό­ντι­ος; Εί­ναι στην πα­ρέ­α!»

«Τους μα­θαί­νει πο­ντι­α­κούς χο­ρούς και ζεϊ­μπέ­κι­κο! Πάρ­τι κά­νουν κά­θε μέ­ρα! Βά­λ’ τον υ­πη­ρε­σί­α! Έ­να μή­να έ­χει να κα­θί­σει. Ό­λα τα φορ­τώ­σα­νε στις πλά­τες του Μπα­σι­ά!»

 

Ο τα­χυ­δρο­μι­κός ή­ταν έ­νας πο­λύ α­ξι­ό­λο­γος άν­θρω­πος πε­τα­μέ­νος σε μι­α πνι­γη­ρή ε­παρ­χί­α για κά­τι α­νά­λο­γο με το ‘μουτ­ζού­ρω­μα α­πό το Άλ­φα-δύ­ο’. Εί­χε φρο­ντί­σει να καλ­λι­ερ­γή­σει τον ε­αυ­τό του με μο­να­δι­κό στό­χο ‘ν’ α­πο­κτή­σει προ­σω­πι­κή α­ξί­α’ ό­πως έ­λε­γε, πρω­το­βου­λι­α­κά με δι­ά­βα­σμα κι ε­πι­μο­νή στις ‘κα­λές μου­σι­κές και ει­κα­στι­κές ε­πι­λο­γέ­ς’. Αυ­τό τον πε­ρι­ό­ρι­ζε κα­μι­ά φο­ρά ως προς τα κρι­τή­ρι­α· χα­μέ­νος στο ευ­ρω­παϊ­κό ό­ρα­μα… την φενάκη δηλαδή της εποχής του, περιφρονούσε το ρε­μπέ­τι­κο και το βυ­ζα­ντι­νό μέ­λος, γι­α πα­ρά­δει­γμα, αλ­λά μπρο­στά στο τι εί­χε πε­τύ­χει δί­χως κα­θο­δή­γη­ση, το σφάλ­μα του ή­ταν α­πο­λύ­τως συ­γγνω­στό. Εί­χε μι­α κα­τα­πλη­κτι­κή συλ­λο­γή κλα­σι­κής μου­σι­κής α­πό ό­λες τις με­γά­λες ε­ται­ρεί­ες α­κό­μα και της πα­λι­άς κα­λής Archiv, της α­νε­ξάρ­τη­της α­πό την κερ­δο­φο­ρί­α και κερδοσκοπία ε­πο­χής της. Ά­κου­γε σι­τάρ και με­θου­έ­λα ό­ταν οι ή­χοι αυ­τοί δεν εί­χαν φτά­σει στην Α­θή­να. Εί­χε γυ­ναί­κα, γι­ο και μι­α νό­στι­μη ορφανή α­νη­ψι­ά που της εί­χε βρει γα­μπρό κι ε­τοι­μα­ζό­ταν να την πα­ντρέ­ψει.

«Και αν μας κολ­λή­σει;»

«Ο Μπα­σι­άς; Α­πο­κλεί­ε­ται!»

«Γι­α τον άλ­λο μι­λά­ω! Μην ε­κτε­θού­με τε­λι­κά! Μου το έ­χουν ε­πι­ση­μά­νει!»

«Δεν είναι κι εγκληματίας!»

«Αυ­τός ό­χι! Οι άλ­λοι ό­μως;»

Το πρό­τει­ναν στον τα­χυ­δρο­μι­κό και δέ­χτη­κε. Πή­ρε ο ίδιος τη­λέ­φω­νο, να μη φα­νεί υποβολιμαίο, και τους κά­λε­σε. Δέ­χτη­καν την πρό­σκλη­ση και ας α­να­γκά­στη­κε ο πό­ντι­ος να μπει υ­πη­ρε­σί­α. Σι­γά που θα τα έ­χα­νε αυ­τός. Έ­φε­ρε το κο­ρί­τσι μέ­σα α­πό το συρ­μα­τό­πλε­γμα· ό­λο τρύ­πες ή­ταν!

Πή­γε ο Μπα­σι­άς μα δεν τρα­γού­δη­σε ε­κεί­νο το τρα­γού­δι γι­α­τί δεν μπο­ρού­σε να κλεί­σει τα μά­τι­α και να δει τη στά­νη με το στα­νι­ό. Τρα­γού­δη­σε ό­μως άλ­λα τρα­γού­δι­α, πέν­θι­μα και η­ρω­ι­κά, κα­μπί­σι­α και βου­νί­σι­α. της τά­βλας και του χο­ρού, του γά­μου και του ξο­δι­ού, της νύ­φης παι­νέ­μα­τα και του γα­μπρού α­ντρο­κα­λέ­σμα­τα. Πή­ρε κι έ­να χάλ­κι­νο σω­λή­να και μ’ έ­ξι τρύ­πες τον έ­κα­νε και κα­λα­η­δού­σε. Στο τέ­λος έ­μει­ναν έκ­θαμ­βοι και πά­λι α­πό τον πλού­το και τη μα­ε­στρί­α του. Και εί­παν “δεν πει­ρά­ζει! Θα τον ξα­να­κα­λέ­σου­με! Κά­πο­τε θα τρα­γου­δή­σει!”

Τον ξα­να­κά­λε­σαν· και πή­γε με μι­α πα­ρά­ξε­νη σπου­δή, ξέ­νη στο μέ­χρι τό­τε φέρ­σι­μό του. Τον κά­λε­σαν πά­λι… και πά­λι… και πή­γαι­νε όλο φούρια και προθυμία… μα μι­λού­σε ό­λο και πι­ο λί­γο, τρα­γου­δού­σε όλο και πι­ο λί­γο, μέχρι που σι­γά σι­γά σί­γη­σε· α­να­στέ­να­ζε μό­νο. Λες κι ή­ταν άλ­λος!

Αλλά σαν Μπα­σι­άς που ήταν δεν ή­ξε­ρε πώς κρα­τά­νε μέ­σα τους μυστικό· κι αν είναι μάλιστα σεβ­ντάς… ακόμα χειρότερα· έτσι ξέ­σπα­σε το κα­κό. Εί­χε ε­ρω­τευ­τεί τη μελ­λό­νυ­φη α­νη­ψι­ά· την έ­βα­λε στο μά­τι και με την πρώ­τη ευ­και­ρί­α τής το εί­πε καθαρά και ξάστερα: “Θες να σε πού­νε Μπα­σι­ά; Σε ζητάω και σε παίρνω!” Γι­α­τί ο Μπα­σι­άς δεν ή­ξε­ρε άλ­λον έ­ρω­τα ε­κτός α­πό αυ­τόν που ο ά­ντρας δί­νει στη γυ­ναί­κα το ό­νο­μά του, και τα υ­πό­λοι­πα έ­πο­νται.

Το κο­ρί­τσι… ούτε που ξαφνιάστηκε ούτε που το ξανασκέφτηκε· λι­γώ­θη­κε α­πό τη χα­ρά! Ό­χι πως δεν το εί­χε κα­τα­λά­βει α­πό την πρώ­τη του μα­τι­ά, ό­χι πως δεν εί­χε δώ­σει θάρ­ρη­τα κι ε­κεί­νη με χα­μό­γε­λα, αλ­λά άλ­λο να το ψυ­χα­νε­μί­ζε­σαι και άλ­λο να το α­κούς και να το βλέ­πεις! Η κου­βέ­ντα του καρ­φώ­θη­κε στην καρ­δι­ά της πι­ο βα­θι­ά α­πό τα μά­τι­α του Μπα­σι­ά ό­ταν πέ­φτα­νε πά­νω της.

Τους βρή­καν σε μι­α λί­γο ά­γαρ­μπη αν και ό­χι ι­δι­αί­τε­ρα προ­ω­θη­μέ­νη στι­γμή… Έ­γι­νε σκη­νή, έ­πε­σε κλά­μα α­πό το κο­ρί­τσι… “Ε­με­να αυ­τός μ’ α­ρέ­σει και ό­χι ο χαφιές κι ο παρλαπίπας που μου δί­νε­τε!” Έ­φα­γε ό­μως τα χα­στού­κι­α της και παντρεύτηκε πανευτυχής κατά τα ειωθότα. Αλλ’ ο Μπα­σιάς… πήρε κόκκινη κάρτα· δεν τον ξα­να­κά­λε­σαν. ‘Άσε μη γίνει κανα κακό… άσε το ρεζιλίκι που θά ’ναι και παντρεμένη!’ είπαν. Και πή­ρε η μπά­λα την πα­ρέ­α του ό­λη· το γι­α­τρό, μι­λά­με πά­ντα γι­α τον ο­πλί­τη, και τον πό­ντι­ο.

Έ­πει­τα α­πό με­ρι­κούς μή­νες, ί­σως κι έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν έ­φευ­γε ο­ρι­στι­κά, με το α­πο­λυ­τή­ρι­ο στο χέ­ρι, βρή­κε ο γι­α­τρός τον τα­χυ­δρο­μι­κό γι­α να τον α­πο­χαι­ρε­τί­σει.

«Γι­α­τί τα κα­τα­φέ­ρα­με έ­τσι… ρε γι­α­τρέ; Κρί­μα! Ε­μείς εί­χα­με τό­σα κοι­νά οι δυ­ό μας!»

«Εί­χα­με αλ­λά τα χά­σα­με! Ή­ξε­ρες να τ’ α­πο­κτάς… μα δεν κα­τά­λα­βες με ποιους τα χά­νεις!» α­πά­ντη­σε ο γι­α­τρός και κάνοντας με­τα­βο­λή ε­ξα­φα­νί­στη­κε. Λυ­πή­θη­κε πο­λύ γι­α­τί δεν ή­ταν στις προ­θέ­σεις του, αν και στο χα­ρα­κτή­ρα του ή­ταν, να δώ­σει μι­α τό­σο σκλη­ρή, σχε­δόν σκαι­ή, α­πά­ντη­ση αποχαιρετώντας τον. Ο άλ­λος κέ­ρω­σε· έ­χα­σε τα λό­γι­α του και τον ά­φη­σε να φύ­γει. Έ­τσι κι αλ­λι­ώς λό­γι­α θα έ­λε­γαν πά­λι· ο χρό­νος εί­ναι ά­τε­γκτος· δεν υ­πήρ­χε πε­ρι­θώ­ρι­ο ε­πα­νόρ­θω­σης.

 

Οι μέ­ρες κυ­λού­σαν ό­πως πριν. Δεν εί­χε α­κό­μα γί­νει η τρί­τη, ί­σως ούτε η δεύ­τε­ρη πρό­σκλη­ση στο σπί­τι του τα­χυ­δρο­μι­κού, δεν εί­χε α­κό­μα αντιληφθεί κανείς ότι το κο­ρί­τσι είχε ε­ρω­τευ­τεί τον Μπα­σι­ά και ο Μπασιάς το κορίτσι, και πέρα από τα τραγούδια και τα περιστατικά της στάνης, ού­τε εί­χε πει ούτε είχε κά­νει κά­τι κα­κό.

Κι έ­να πρω­ί, στην α­να­φο­ρά, ο Δι­οι­κη­τής τα έ­βα­λε με τους λι­γο­στούς τυ­φε­κι­ο­φό­ρους ‘ο­θω­μα­νού­ς’, τουρκόφωνους και πο­μά­κους, που φρό­ντι­ζαν τα γου­ρού­νια. Α­να­ξι­ό­πρε­πη, χυ­δαί­α, αι­σχρή, τα­πει­νή, γε­λοί­α, α­κα­τα­νό­η­τη, α­νό­η­τη, μι­σό­καρ­δη εκ­δί­κη­ση γι­α το ό­τι ή­σαν μου­σουλ­μά­νοι. Ό­λη τη χρο­νι­ά τούς εί­χαν με τα γου­ρού­νι­α· αλ­λά τα Χρι­στού­γεν­να, στο γιορτινό τρα­πέ­ζι, τους έ­σφα­ζαν κο­τό­που­λο α­γο­ρα­στό. “Να μη μείνουν νηστικοί χρονιάρα μέρα οι μουφτήδες!”

Γου­ρου­νά­κι­α μι­κρά, ζω­η­ρά, χα­ρι­τω­μέ­να, παι­χνι­δι­ά­ρι­κα… που τα ε­τοί­μα­ζαν γι­α τα ε­πό­με­να Χρι­στού­γεν­να. Τα περ­σι­νά εί­χαν σφα­χτεί. Αλλ’ εί­χε μπει η ά­νοι­ξη, και τα ζα­ντί­κι­α τους μύ­ρι­ζαν φο­βε­ρά κι έ­παιρ­νε ο α­έ­ρας τη μπό­χα σε ό­λο το στρα­τό­πε­δο. Δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­καν πολ­λοί, πα­ρα­σύ­ρα­νε και τον Δι­οι­κη­τή που έ­πρε­πε να εί­ναι πο­λύ προ­σε­κτι­κός με τους ο­θω­μα­νούς, ό­πως ή­ταν κι ε­κεί­νοι. Έλ­λη­νες πο­λί­τες… ναι! Έλ­λη­νες στρα­τι­ώ­τες… ναι! δη­λα­δή ‘υ­πε­ρα­σπι­στές της ελ­λη­νι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας.’ Αλ­λά στη πρά­ξη, η Ελ­λά­δα, και δεν έφταιγε καμιά ‘δικτατορία’ ως προς αυτό, η ε­λεύ­θε­ρη δημοκρατική Ελ­λά­δα, που δή­λω­νε ό­τι του­ς θε­ω­ρεί, με κά­θε άλ­λον πο­λί­τη ε­ξί­σου, παιδιά της, μό­λις και με­τά βί­ας α­νε­χό­ταν το γε­γο­νός ό­τι ή­ταν μου­σουλ­μά­νοι· και δεν τους ε­μπι­στεύ­ο­νταν ού­τε φύ­λα­κες στην α­πο­θή­κη· μό­νο στα γου­ρού­νι­α. Κι ας εί­ναι πα­σί­γνω­στο ό­τι εί­ναι βδέ­λυ­γμα γι­’ αυ­τούς ακόμα και να τ’ αγγίξουν. Τους α­πο­κα­λού­σε ‘τυ­φε­κι­ο­φό­ρου­ς’ αλλά δεν τους έ­δι­νε ό­πλο. Ά­δι­κο εί­χε που εί­χε το μά­τι του α­νοι­χτό ο ‘με­γά­λος α­δελ­φό­ς’ λί­γο πι­ο πέ­ρα;

«Κύ­ρι­οι, ή ό­πως και να σας πω, εί­στε α­πα­ρά­δε­κτοι! Βρω­μά­ει πα­ντού γου­ρου­νί­λα! Και α­πά­νω σας… α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο! Τι κα­τά­στα­ση εί­ναι, ε­πι­τέ­λους αυ­τή; Κα­θα­ρί­στε! Κα­θα­ρί­στε! Χα­θεί­τε α­μέ­σως α­πο τα μά­τι­α μου αλλά κα­θα­ρί­στε!» εί­πε και τους έ­διω­ξε. Φυ­λα­κή εί­χε πά­γι­α ε­ντο­λή να μην τους δώ­σει. Εδώ δε βλέπουμε την ώρα να ξεκουμπιστούν με το καλό… θα τους κρατήσουμε και παραπάνω;

«Πώς να κα­θα­ρί­σου­με, ρε Μπα­σι­ά; Έ­χεις κα­μι­ά σκού­πα; Φεύ­γει με τα χέ­ρι­α η σβου­νι­ά;»

«Τρα­βά­τε κι έρ­χο­μαι κοντά, καρ­ντά­σι­α!» εί­πε ο Μπα­σι­άς, με την και­νούρ­γι­α λέ­ξη που εί­χε μά­θει α­πό τον πό­ντι­ο. Κι ε­κεί­νος έ­τσι τους α­πο­κα­λού­σε τους ο­θω­μα­νούς: καρ­ντά­σια.

Πά­ει ο Μπα­σι­άς και παίρ­νει δυ­ο σακ­κι­ά α­λά­τι χο­ντρό α­πό τα μα­γει­ρεί­α. Φί­λοι κι ε­κεί ό­λοι· τους κου­βά­λα­γε τα τσουβάλια, τους έ­κο­βε με­ρί­δες τα κο­τό­που­λα, τους έ­δι­νε κάρ­βου­νο να κα­λο­πι­ά­νουν τους λο­χα­γούς με ψη­τά να παίρ­νουν ά­δει­ες, έ­στη­νε κα­λα­μω­τές στο πο­τά­μι γι­α πέ­στρο­φες, τους έ­δει­χνε τις λα­γο­φω­λι­ές και στή­να­νε πα­γί­δες. «Αν θες, έ­λα πάρε άλ­λα δυ­ο!» του εί­παν.

«Παίρ­νω δυ­ο και θα δω! Και τους τρί­φτες! Με κα­να λα­γό στο χω­ρι­ό να πά­ρου­με άλ­λους!»

«Ό,τι θέ­λει ο Μπα­σι­άς!»

Πά­ει ο Μπα­σι­άς στα ζα­ντί­κι­α, πα­ρα­τη­ρεί την κλί­ση του ε­δά­φους, σκά­βουν έ­να λάκ­κο αρ­κε­τά βα­θύ στο πιο χα­μη­λό ση­μεί­ο, κα­τό­πιν βά­ζει στο χέ­ρι του ε­νός το λά­στι­χο, στου άλ­λου το χέρι ένα σακ­κί με α­λά­τι… «Ρί­χνε συ νε­ρό, ρί­χνε κι ε­σύ α­λά­τι κι ε­γώ θα τρί­βω!» Μέ­χρι το με­ση­μέ­ρι εί­χε λάμ­ψει ο τό­πος. Και α­πό τό­τε έ­ρι­χνε σχεδόν καθημερινά τη μα­τιά του ο Μπα­σι­άς και στα ζα­ντί­κι­α, να έ­χουν το κε­φά­λι τους ή­συ­χο τα παι­δι­ά και να μην έ­χουν και τη βρώ­μα στο κά­τω κα­τω. “Οι άν­θρω­ποι μα­λώ­νουν ό­χι ε­πει­δή ο έ­νας έ­χει δί­κι­ο και ο άλ­λος ά­δι­κο, αλ­λά γι­α­τί έ­χουν δί­κι­ο και οι δυ­ο!” εί­χε μά­θει. Και ο Μπα­σι­άς δεν ζη­τού­σε κα­νέ­να δί­κι­ο. Ή­ταν τό­σο πε­ρή­φα­νος που φε­ρό­ταν τα­πει­νά χω­ρίς κα­νείς να του το έ­χει δι­δά­ξει και χω­ρίς να συ­νει­δη­το­ποι­εί την προ­σωπι­κή του α­ξί­α. Γι­’ αυ­τό, σε α­ντί­θε­ση με τον τα­χυ­δρο­μι­κό, δεν ε­πι­ζη­τού­σε να την αυ­ξή­σει· αυ­τό γι­νό­ταν α­πό μό­νο του. Ή μάλ­λον… αν κά­ποι­ος τον εί­χε δι­δά­ξει, ή­ταν που στις α­τέ­λει­ω­τες νύ­χτες του χει­μώ­να οι πα­ππού­δες και οι γι­α­γι­ά­δες μι­λού­σαν γι­α την Ελ­λά­δα, την πα­λι­ά τη θαυ­μα­στή και τη νε­ό­τε­ρη, την πο­νε­μέ­νη. Κι ε­πει­δή τους έ­βλε­πε συ­χνά κι έ­νι­ω­θε πως τον α­γα­πού­σαν, ό­πο­τε πή­γαι­νε στα ζα­ντί­κι­α μι­λού­σε κι αυ­τός στους ο­θω­μα­νούς γι­α την Ελ­λά­δα. Οι άλ­λοι τα ξέρουν… σκε­πτό­ταν· έλ­λη­νες εί­ναι γέν­νη­μα θρέμ­μα· ας τα μάθουν κι αυ­τοί!

Και ξα­φνι­κά μα­θεύ­τη­κε! Ο και­νούρ­γι­ος λο­χα­γός, α­πό τους ‘στυλοβάτες του κα­θε­στώτο­­ς’, γε­λοί­ος και προ­κλη­τι­κός α­κό­μα και προς τους α­νω­τέ­ρους του, μό­λις εί­δε μου­σουλ­μά­νους, άρ­χι­σε τις ε­ρω­τή­σεις. Αλλά… πή­ρε α­πα­ντή­σεις που τον άφησαν άλαλο. Ό­σα ή­ξε­ραν οι ο­θω­μα­νοί, τουρ­κό­φω­νοι και πο­μά­κοι, γι­α την Ελ­λά­δα δεν τα ή­ξε­ρε κα­νείς α­πό τους άλ­λους.

«Ποι­ος σας τα έ­μα­θε αυ­τά, ρε ζα­γά­ρι­α;»

«Ο Μπα­σι­άς!»

«Ποι­ος εί­ναι ο Μπα­σι­άς;»

«Έ­νας φα­ντά­ρος σαν κι ε­μάς!»

Μπο­ρεί, βέ­βαι­α, να συ­να­ντι­ού­νταν κά­που κά­που ο Ξέρ­ξης με τον Κο­λο­κο­τρώ­νη και ο Με­γα­λέ­ξα­ντρος με τον Κα­ραϊ­σκά­κη, αλ­λά δεν συ­νέ­βαι­νε συ­χνά, ού­τε ή­ταν αυ­τό το με­μπτό της ι­στο­ρί­ας. Φταί­ει που οι Θερ­μο­πύ­λες εί­ναι σκάρτα δυο τσιγάρα δρόμος από την Α­λα­μά­να και στο Χά­νι της Γρα­βι­άς; Με τη γεωγραφία θα τα βάλουμε τώρα; Αλ­λά τους περ­σι­κούς πο­λέμους τους έπαιζε στα δάχτυλα. Το στρα­τή­γη­μα του Μιλ­τι­ά­δη, τη ζή­λει­α του Θε­μι­στο­κλή, που τον ξε­πέ­ρα­σε κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο με τη Σα­λα­μί­να, την αυ­το­θυ­σί­α των τρι­α­κο­σί­ων, την προ­δο­σί­α του Ε­φι­άλ­τη… α­κό­μα κι αυ­τόν τον α­νό­η­το Μαρ­δό­νι­ο που έ­μει­νε γι­α να πε­τύ­χει τά­χα ε­κεί που α­πο­τύ­χα­νε τό­σοι βα­σι­λι­ά­δες, μό­νο και μό­νο γι­α να πε­θά­νει στις Πλαταιές, ή­ξε­ραν. Η Ελ­λά­δα που μάθαιναν ν’ αγαπούν ‘τα καρ­ντά­σι­α’ α­πό τον Μπα­σι­ά, δεν ή­ταν η Ελ­λά­δα που βι­ώ­ναν κα­θη­με­ρι­νά, της μί­ζε­ρης και κα­τ’ ε­πί­φα­ση ε­λευ­θε­ρί­ας και του αι­ω­νί­ως α­να­βι­ού­ντος με μορ­φή σω­τή­ρα Ε­φι­άλ­τη, αλ­λ’ η Ελ­λά­δα που εί­χε στην καρ­δι­ά του εκείνος· μι­α Ελ­λά­δα που χαί­ρε­ται, προ­βάλ­λει και δι­α­λα­λεί την ε­λευ­θε­ρί­α της ως ευ­τυ­χί­α, ιδέες, δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα, πρω­το­τυ­πί­α και χα­ρά της ζω­ής και την προ­α­σπί­ζε­ται ό­χι α­πέ­να­ντι στα ί­δι­α τα παι­δι­ά της, δη­λα­δή ό­­σους ζουν ει­ρη­νι­κά σ’ αυ­τόν τον τό­πο, αλλ’ α­πέ­να­ντι στους πρα­γμα­τι­κούς της ε­χθρούς, που τους α­να­γνω­ρί­ζει σω­στά και θαρ­ρα­λέ­α. Αυ­τοί, οι ο­θω­μα­νοί, τουρ­κό­φω­νοι και πο­μά­κοι, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό υ­πο­κει­με­νι­σμούς, σω­στές ή λαν­θα­σμέ­νες ε­πι­λο­γές, α­νί­στο­ρες τυ­φλό­τη­τες και α­νό­η­τες ε­πιρ­ρο­ές, ή­σαν α­γα­θοί και α­θώ­οι, κι ί­σως γι­’ αυ­τό ευ­ά­γω­γοι· ό­χι ό­μως εξ ο­ρι­σμού ύ­πο­πτοι ή α­πορ­ρι­πτέ­οι! Γι­’ αυ­τό α­πο­τε­λού­ν, θέ­λο­ντας και μη, το μέ­τρο της ε­λευ­θε­ρί­ας της που έ­βρι­σκε α­ντί­κρυ­σμα στην καρ­δι­ά του Μπα­σιά· και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση στου τρο­μα­γμέ­νου ο­πλί­τη-ι­α­τρού και του σχε­τι­κά α­δι­ά­φο­ρου αλ­λά βα­σι­κά κρυ­ψί­νου και πο­νη­ρού πό­ντι­ου, που επέπλεε σε όλα τα πελάγη.

Ξα­φνι­κά ήρ­θε και ο Οσμάν, έ­νας ‘ο­θω­μα­νό­ς’ δι­α­φο­ρε­τι­κός α­πό τους άλ­λους. Το ί­δι­ο τρο­μα­γμέ­νος αλ­λά πι­ο ‘ψη­μέ­νο­ς’, πιο συ­νει­δη­τός, πι­ο ‘α­δι­κη­μέ­νος και α­γρι­ε­μέ­νο­ς’ και… πι­θα­νώς δι­κτυ­ω­μέ­νος, ο ο­ποί­ος δεν εί­δε με κα­λό μά­τι τον Μπα­σι­ά να μι­λά­ει και να με­τα­δί­δει στους ο­μο­θρή­σκους του τον εν­θου­σι­α­σμό του γι­α την Ελ­λά­δα. Άρ­χι­σε, λοι­πόν, να ‘ψωνίζει’ συμ­με­τέ­χοντας στην πα­ρέ­α και πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας κά­πως χα­λα­ρά. Ά­κου­γε ό­λο “Ελ­λά­δα! Ελ­λά­δα!” αλ­λά δεν του φαι­νό­ταν τό­σο ε­νο­χλη­τι­κό. Ε­ντού­τοις, πα­ρα­συρ­μέ­νος α­πό τις προ­κα­τα­λή­ψεις και τον πα­τρι­ω­τι­σμό του, α­πο­φά­σι­σε τε­λι­κά ‘να δρά­σει’· κι έβαλε στόχο να ξε­σκε­πά­σει, ή να διαβάλει έστω, τον Μπα­σι­ά στους δι­κούς του.

Έ­πρε­πε να το κά­νει δι­α­κρι­τι­κά· στον ελ­λη­νι­κό στρα­τό υ­πη­ρε­τού­σε στο κά­τω κά­τω, ως έλ­λη­νας υ­πή­κο­ος με πολ­λά χω­ρά­φι­α και στην πό­λη μα­γα­ζι­ά. «Ω­ραί­α και κα­λά ό­λ’ αυ­τά, ρε Μπα­σιά! Κα­λή η Ελ­λά­δα! Ε­δώ γεν­νη­θή­κα­με… δε λέ­ω! Μα δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τα κα­λό και στην Τουρ­κι­ά; Και δε σου μι­λά­ω γι­α την Τουρ­κί­α… Η Τουρ­κί­α δεν εί­ναι πα­ρά έ­να μι­κρό κομ­μά­τι της Τουρ­κι­άς! Ξέ­ρεις μέ­χρι πού φτά­νει η Τουρ­κι­ά; Μέ­χρι την Κί­να! Η μι­σή Κί­να και η μι­σή Σι­βη­ρί­α τούρ­κι­κα μι­λά­νε. Τουρ­κι­ά εί­ναι ο μι­σός κό­σμος σχε­δόν!»

“Αν εί­ναι πο­νη­ρός ο βλά­χος, ο αρ­βα­νί­της εί­ναι πο­νη­ρό­τε­ρος!” λέ­ει η πα­ροι­μί­α. «Αυ­τό μ’ αρέσει!» α­πά­ντη­σε α­μέ­σως ο Μπα­σιάς· «Γι­α­τί αν πο­τέ πάρω το δρόμο για την Κί­να, θα βρω το δρό­μο μου πι­ο εύ­κο­λα α­νά­με­σα σε καρ­ντά­σι­α και α­δελ­φούς πα­ρά σε βάρ­βα­ρους και ξέ­νους! Ε­σύ δε θα προ­τι­μού­σες, αν πας στην Αγ­γ­λί­α, να έ­χεις πα­ρέ­α έλ­λη­νες ή άγ­γ­λους; Και ά­μα παί­ζει Ελ­λά­δα Αγ­γλί­α… ποι­ον υ­πο­στη­ρί­ζεις; Την Αγ­γλί­α;»

«Ε! Τι δου­λει­ά έ­χου­με ’­μεις με την Αγ­γ­λί­α;»

«Βλέ­πεις, λοι­πόν, ό­τι ως τούρ­κος, γι­α­τί τούρ­κος εί­σαι και ά­σε τα άλ­λα στην μπά­ντα, και σαν σε τούρ­κο σού μι­λά­ω, αλ­λά και ως Ο­σμάν προ­σω­πι­κά, έ­χεις στην καρ­δι­ά σου αρ­κε­τή Ελ­λά­δα χω­ρίς να στη βά­λω ε­γώ! Και εί­ναι κα­λό! Αλ­λ’ ε­γώ, ο Μπα­σι­άς, σου λέ­ω ό­τι ό­σο και να εί­ναι κα­λό, δεν εί­ναι αρ­κε­τό! Χρει­ά­ζε­ται πα­ρα­πά­νω!»

«Α­φού μι­λά­με α­νοι­χτά, θα σου το πω ξε­κά­θα­ρα… και κάρφωσέ με να με κρεμάσουν! Αν έ­χω μέ­σα μου Ελ­λά­δα, που δεν το νο­μί­ζω γι­α­τί ό­λη μου την καρ­δι­ά την έ­χει πι­ά­σει η Τουρ­κι­ά, θα τη βγά­λω! Ό­χι και να την αβγα­τί­σω! Αυ­τά τα μι­σό έ­τσι και μι­σό αλ­λι­ώς τα βρί­σκεις μό­νο στους ‘διαβασμένους’ της Πό­λης. Αλ­λ’ ε­γώ ζω σ’ έ­ναν τό­πο που ή­ταν κά­πο­τε Τουρ­κι­ά, αυ­τοί που με δι­α­φε­ντεύ­ουν ή­ταν σκλά­βοι, και τώ­ρα εί­μαι ε­γώ ο σκλά­βος! Και μη μου πεις πως έ­χω ε­λευ­θε­ρί­α, ε­κτός γι­α να κα­του­ρή­σω!»

«Και βέ­βαι­α εί­σαι σκλά­βος! Φαί­νε­ται α­πό τον τρό­πο που μι­λάς! Μό­νο έ­νας σκλά­βος λα­χτα­ρά­ει τό­σο πο­λύ την ε­λευ­θε­ρί­α. Μα ποιος τη βρή­κε; Ποι­ος εί­ναι ο ε­λεύ­θε­ρος; Μου λες;»

«Ε­σύ! Αυ­τοί… όλοι οι μπά­σταρ­δοι τρι­γύ­ρω!»

«Μη βά­ζεις ε­μέ­να με τους άλ­λους!»

«Γι­α­τί να μη σε βά­λω; Έλ­λη­νας εί­σαι, α­φού δεν εί­σαι τούρ­κος!»

«Ό­χι! Ε­γώ εί­μαι ε­λεύ­θε­ρος, γι­α­τί δε μ’ εν­δι­α­φέ­ρει να εί­μαι ού­τε έλ­λη­νας ού­τε τούρ­κος! Και ό­ταν σου εί­πα πριν ό­τι έ­χεις στην καρ­δι­ά σου αρ­κε­τή Ελ­λά­δα ε­κτός α­πό την Τουρ­κι­ά, αλ­λά χρει­ά­ζε­σαι πε­ρισ­σό­τε­ρο… δεν εν­νο­ού­σα πε­ρισ­σό­τε­ρη Ελ­λά­δα! Εν­νο­ού­σα πε­ρισ­σό­τε­ρη Ελ­λά­δα και πε­ρισ­σό­τε­ρη Τουρ­κι­ά… μαζί!»

«Τουρ­κι­ά… δεν υ­πάρ­χει άλ­λο! Εί­μαι τούρ­κος μέ­χρι τα μπού­νι­α!»

«Έ­τσι νο­μί­ζεις! Έ­τσι νο­μί­ζεις κι ε­σύ… έ­τσι νο­μί­ζουν κι αυ­τοί! Γι­’ αυ­τό εί­σα­στε ό­λοι σκλά­βοι αναμεταξύ σας… καρφώνεστε και κρεμιέστε στα σχοινιά που αγοράζετε από τον ίδιο έμπορο. Πέ­τα­ξε α­πό πά­νω σου ό­λα αυ­τά τα βά­ρη, ό­πως πε­τά­ει το κο­ρί­τσι σου τα ρού­χα του, και μεί­νε γυ­μνός ό­πως σε γέν­νη­σε η μά­να σου. Ο θε­ός σ’ έ­πλα­σε άν­θρω­πο! Η μά­να σου σε γέν­νη­σε άν­θρω­πο! Ο κό­σμος σε θέ­λει άν­θρω­πο! Μπρο­στά στο Θε­ό ο άν­θρω­πος εί­ναι πά­νω α­πό τον έλ­λη­να και τον τούρ­κο· και η αν­θρω­πι­ά πά­νω α­πό την Ελ­λά­δα και την Τουρ­κιά! Και τό­τε θα δεις να χω­ρά­νε στην καρ­δι­ά σου ό­χι μό­νο η Ελ­λά­δα και η Τουρ­κι­ά, η Αλ­βα­νί­α και η Περ­σί­α, αλ­λά ο κό­σμος ό­λος. Εί­σαι σκλάβος ό­χι ε­πει­δή ζεις στην Ελ­λά­δα αλ­λ’ ε­πει­δή δεν μπο­ρείς να ­λεφτε­ρώ­σεις τον ε­αυ­τό σου! Λέ­φτε­ρος δεν εί­ναι αυ­τός που δεν εί­ναι σκλά­βος, αλλά ε­κεί­νος που δεν έ­χει σκλά­βο! Κι αν βρει, βά­ζει και το στή­θος του μπρο­στά και τον ε­λευ­θε­ρώ­νει! Και αυ­τό έ­κα­να ε­γώ ό­ταν τα έ­βα­λε ο κιρ-Δι­κι­τίς με τα καρ­ντά­σι­α! Γι­’ αυ­τό ε­γώ εί­μαι ο μό­νος λέφτερος μέ­σα σ’ αυ­τό το στρα­τό­πε­δο!»

«Μη χάνεις τα λόγια σου, Μπασιά! Δεν είναι μόνο η Τουρκιά· είναι και το Ισλάμ! Είμαστε μουσουλμάνοι και είσαστε χριστιανοί! Μωάμεθ και Χριστός… δεν κολληγιάζουν!»

«Αυτό περίμενα να πεις για να γελάσω ακόμα πιο δυνατά! Ξέρεις τι μου είπε μια φορά ο θεός, που κατέβηκε στη στάνη; Οι ανόητοι άνθρωποι έχουν διαφορές μεταξύ τους· εγώ δεν έχω καμιά διαφορά με τον εαυτό μου και γελάω με τα δόγματά τους! Αλλά σύντομα θα έρθει ο και­ρός που θα με λα­τρεύ­ουν ό­λοι το ί­δι­ο!»

 

Τε­λι­κά άρ­χι­σε να γί­νε­ται πο­λύς λό­γος γι­α τις σχέ­σεις του Μπα­σι­ά με τους ο­θω­μα­νούς. Και πα­ρά το ό­τι η ‘ελ­λη­νι­κό­τη­τα­’ του Μπα­σι­ά, α­δρή, προ­κλη­τι­κή και ά­γαρ­μπη κα­μι­ά φο­ρά, ή­ταν πά­νω α­πό κά­θε αμ­φι­σβή­τη­ση, εμ­φα­νί­στη­καν οι αι­ώ­νι­οι κα­χύ­πο­πτοι που α­να­κά­λυ­ψαν ό­τι εί­ναι αρ­βα­νί­της. “Στη Στά­νη του Μπα­σι­ά ό­λοι μι­λά­νε αρ­βα­νί­τι­κα! ‘Μπα­σι­ά’ εί­ναι αρ­βα­νί­τι­κο επώνυμο!” σφύριξαν κά­ποιοι κα­λο­θε­λη­τά­δες α­φρί­ζο­ντας α­π’ το κα­κό τους· το επανέλαβαν οι ηλίθιοι αθώοι… και ή­ταν α­λή­θει­α. “Ό­μως, στη Στά­νη του Μπα­σι­ά μι­λά­νε ό­λοι κι ελ­λη­νι­κά! Και ο μι­σός Στρα­τός, η μι­σή Κυ­βέρ­νη­ση και η Δι­οί­κη­ση, η μι­σή Βου­λή, το μι­σό Πα­νε­πι­στή­μι­ο, το μι­σό Δι­κα­στι­κό Σώ­μα, έ­χουν αρ­βα­νί­τι­κα ε­πί­θε­τα!” α­ντεί­παν οι εθνικώς επιλήψιμοι· και ή­ταν ε­πί­σης α­λή­θει­α.

Τε­λι­κά τον κά­λε­σαν μι­α μέ­ρα στο Δι­οι­κη­τή­ρι­ο, λί­γο για να δουν τι γί­νε­ται, λί­γο και γι­α να κά­νουν πλά­κα· κυ­ρί­ως ό­μως γι­α να κλεί­σουν μερικά στό­μα­τα, ε­πει­δή ε­κεί­νη την ε­πο­χή ό­λοι φο­βού­νταν ό­λους. “Τώ­ρα α­πα­γο­ρεύ­ο­νται ό­λα!” ό­πως έ­λε­γε ε­κεί­νη η ευ­ρη­μα­τι­κό­τα­τη α­τά­κα α­πό τους “Όρ­νι­θες” του Α­ρι­στο­φά­νη.

Το λό­γο πή­ρε ο Δι­οι­κη­τής. «Τι γί­νε­ται με τους ο­θω­μα­νούς, ω­ρέ Μπα­σι­ά! Πο­λύ τους χαϊδεύεις! Σ’ α­ρέ­σουν τόσο τα γου­ρού­νι­α που τους βγά­ζεις την πι­ο βρώ­μι­κη δου­λειά; Ά­σ’ τους να σκά­σουν μέ­σα στη σβου­νι­ά! Τι α­να­κα­τεύ­ε­σαι;»

«Δεν κατάλαβες, κιρ-Δικιτά, με το συμπάθειο!» απάντησε ο Μπασιάς· «Κανένας δεν υ­πο­στη­ρί­ζει κά­ποι­ον αν δεν υ­πο­στη­ρί­ζε­ται κι αυ­τός! Αν θες να σε υ­πο­στη­ρί­ξουν πρέ­πει να τους υ­πο­στη­ρί­ξεις! Αν τους α­φή­νεις να σκά­νε στη σβου­νιά… με τι πρό­σω­πο ζη­τάς να σε πα­ρα­δε­χτού­ν ως έλ­λη­να; Μα­θαί­νο­ντας αυ­τοί τι εί­ναι ‘έλ­λη­να­ς’ αμ­φι­σβη­τούν την ελ­λη­νι­κό­τη­τά σου!»

«Δη­λα­δή… γι­α μας δου­λεύ­εις;» εί­πε ο Δι­οι­κη­τής αμήχανα αλλά και ει­ρω­νι­κά για να καλύψει το ότι δεν είχε όντως καταλάβει.

«Αν δού­λευ­α μό­νο γι­α μας… θα εί­χα κά­νει το ί­δι­ο λά­θος! Δου­λεύ­ω και γι­α κεί­νους και γι­α μας! Και γι­’ αυ­τό εί­ναι μα­ζί μου! Για να πάρεις μαζί σου ανθρώπους, πρέπει να σε δούνε πλάι τους!»

«Τι θα πει ‘εί­ναι μα­ζί σου;’ Θα σηκώσεις και δικό σου μπαϊράκι τώρα; Ό­λα τα έ­κα­νες α­πό τό­τε που πά­τη­σες το πό­δι σου ε­δώ!» τον α­ντί­σκο­ψε γε­λώ­ντας μ’ αυ­τά που έ­λε­γε ο ί­δι­ος, ο Δι­οι­κη­τής· «Θα φτιά­ξεις τώ­ρα και στρα­τό;»

Γέ­λα­σε και ο Μπα­σι­άς. «Τους εί­πα μι­α μέ­ρα, έ­τσι γι­α χω­ρα­τό: “Τι λέ­τε, ρε παι­δι­ά; Τι κα­θό­μα­στε έ­τσι ά­πρα­γοι; Δεν πά­με να πά­ρου­με την Πό­λη; Να τη λε­φτε­ρώ­σου­με α­πό τον τούρ­κο;” Και ξέ­ρεις τι μου εί­παν “Πά­με! Μα­ζί σου και στην Ά­γκυ­ρα, Μπα­σι­ά! Και γιατί ν’ αφήσουμε στην Κίνα το Πεκίνο;” και βά­λα­με τα γέ­λι­α. Κα­τά­λα­βες τί­πο­τα α­πό αυ­τό;»

«Ό­χι!» α­πά­ντη­σε με το κεφάλι να πέφτει α­νά­με­σα στους ώ­μους του ο Δι­οι­κη­τής, σα να φο­βή­θη­κε μη φά­ει ξύ­λο· «Θα τους μί­λη­σες με τό­σον εν­θου­σι­α­σμό γι­α την Ελ­λά­δα… που τους συ­γκί­νη­σες! Αλλά μην παρασύρεσαι! Ενθουσιασμός της στιγμής ήταν! Αυτοί δεν αλλάζουν! Τούρκοι γεννήθηκαν και τούρκοι θα πεθάνουν! Και δεν θα πι­στέ­ψω πο­τέ ό­τι ή­ταν πρό­θυ­μοι να προ­δώ­σουν την Τουρ­κί­α! Εί­ναι κι αυ­τοί, με τον δι­κό τους τρό­πο, πα­τρι­ώ­τες! Κι ε­δώ εί­ναι το πρό­βλη­μα! Αυ­τό μας ε­μπο­δί­ζει, ό­σο και να το θέ­λου­με, να τους ε­μπι­στευ­τού­με!»

«Κύ­ρι­ε των δυ­νά­με­ων!» α­να­φώ­νη­σε ο Μπα­σιάς· «Τι ζη­τάς, κιρ-Δικιτά; Να γεν­νη­θού­νε τούρ­κοι και να πε­θά­νουν τι;»

«Βλέ­πεις που έρ­χε­σαι στα λό­γι­α μου;»

«Πά­λι δεν κα­τά­λα­βες, κυρ-Δι­κι­τά! Δεν εί­παν “πά­με να πά­ρου­με την Πό­λη και την Ά­γκυ­ρα με την Ελ­λά­δα!” Εί­παν “πά­με να πά­ρου­με την Πό­λη και την Ά­γκυ­ρα με τον Μπα­σι­ά!” Αυ­τό εί­παν!»

Ο Δι­οι­κη­τής, α­κού­γο­ντας αυ­τά τα λό­γι­α, ξε­ρό­βη­ξε, κοκ­κί­νι­σε, μι­σό­κλει­σε τα μά­τι­α και σφύ­ρι­ξε σαν τρο­μα­γμέ­νο φί­δι: «Πρό­σε­χε, Μπα­σι­ά! Θαρ­ρώ πώς το πα­ρά­κα­νες! Άλ­λη γνώ­μη εί­χα σχη­μα­τί­σει γι­α σέ­να! Βά­ζεις τον ε­αυ­τό σου πά­νω α­πό την Ελ­λά­δα; Και α­πό την Τουρ­κί­α; Ποι­ος νο­μί­ζεις ό­τι εί­σαι… τέ­λος πά­ντων;» ούρλιαξε.

«Όχι! Όχι! Μη μου σκά­σεις τώ­ρα, κυρ-Δι­κι­τά! Να προ­λά­βω ο δό­λι­ος να­ σου ε­ξη­γή­σω!» εί­πε ο Μπα­σι­άς κρυ­φο­γε­λώ­ντας με τις α­ντι­δρά­σεις του· «Δεν κιν­δυ­νεύ­ουν α­πό τον Μπα­σι­ά ού­τε η Ελ­λά­δα ού­τε η Τουρ­κί­α, ού­τε κα­μι­ά άλ­λη χώ­ρα! Ό­λοι οι άν­θρω­ποι πά­νω στη γη α­γα­πούν την πα­τρί­δα τους στο κά­τω κά­τω! Δι­καί­ω­μα και υποχρέωσή τους εί­ναι! Αλ­λά πριν α­πό αυ­τό… ξέ­ρουν πως εί­ναι άν­θρω­ποι! Ο θεός δεν έφτιαξε βασιλιάδες και σουλτάνοι· αθρώποι έφτιαξε. Και αν πα­ρα­τα­χτούν, ο έ­νας α­πέ­να­ντι στον άλ­λο, και να δι­α­λέ­ξουν τ’ ό­πλο τους, μα­χαί­ρι ή καρ­διά… ε­σύ τι θα δι­ά­λε­γες, κιρ-Δι­κι­τά;»

«Τι θα δι­ά­λε­γα; Ε­γώ; Καρ­διά, Μπα­σι­ά! Καρ­διά! Εν­νο­εί­ται! Καρ­διά!» α­πά­ντη­σε ο Δι­οι­κη­τής αι­φνι­δι­α­σμέ­νος ίσως, προσπαθώντας όμως να δείξει και κάποια ‘προσωπική’ ανωτερότητα.

«Ε­πί τέ­λους… κα­τά­λα­βες, κιρ-Δι­κι­τά!» α­να­φώ­νη­σε θρι­αμ­βευ­τι­κά ο Μπα­σι­άς· «Θα έρ­χο­νταν να λε­φτε­ρώ­σουν την Πό­λη και την Ά­γκυ­ρα ό­χι α­πό τον τούρ­κο, αλ­λ’ α­πό τον στραβό και α­με­τα­νό­η­το, έλ­λη­να και τούρ­κο μαζί, που ε­πι­μέ­νει στο μα­χαί­ρι και δε θέ­λει την καρ­δι­ά! Αυ­τό ση­μαί­νει “μα­ζί σου Μπα­σι­ά!” Με το συ­μπά­θει­ο δη­λα­δή, ε­σύ ’­σαι δω ο Δι­κι­τής, αλ­λ’ ό­ταν φώ­να­ξες “Καρ­διά, Μπα­σι­ά! Καρ­δι­ά!” ήρ­θες κι ε­σύ μα­ζί μου! Λί­γο α­κό­μα και θα σου πω “Στρα­τι­ώ­τη της καρ­δι­άς… α­να­φέρ­σου!”»

«Σκά­σε, ρε Μπα­σι­ά… που θ’ α­να­φε­ρθώ πο­τέ ε­γώ σ’ ε­σέ­να! Γι­ά σκέ­ψου πλά­κα που θα εί­χε!» α­να­φώ­νη­σε ο Δι­οι­κη­τής γε­λώ­ντας δυ­να­τά μα­ζί με τον υ­πί­α­τρο και τους άλ­λους α­ξι­ω­μα­τι­κούς που ή­σαν πα­ρό­ντες. Αλ­λά κου­νή­θη­κε και λί­γο α­πό τη θέ­ση του, μην έρ­θει η ώ­ρα ξα­φνι­κά και του τύ­χει κανα τέ­τοι­ο χου­νέ­ρι. Ό­λα μπο­ρούν αν συμ­βούν μ’ αυ­τό το τέ­ρας που έ­χω μπρο­στά μου! σκέ­φτη­κε.

«Στη Στά­νη του Μπα­σι­ά…» συ­νέ­χι­σε α­πτό­η­τος ο άλ­λος, «μι­λά­με αρ­βα­νί­τι­κα κι ελ­λη­νι­κά, ό,τι μας έρ­θει! Αλ­λά δε μι­λά­με ού­τε γι­α Ελ­λά­δα, ού­τε γι­α Τουρ­κί­α, ού­τε γι­’ Αρ­βα­νι­τι­ά… αν υ­πήρ­χε τέ­τοι­α χώ­ρα! Μι­λά­με γι­α την αν­θρω­πι­ά! Πρέ­πει κά­πο­τε κι αυ­τή… η αν­θρω­πι­ά, ν’ α­πο­κτή­σει τη δι­κή της γη… με την Πό­λη της, την Α­θή­να της και την Ά­γκυ­ρά της· και, ας μην ξε­χνά­με, και τη δική της Στά­νη του Μπα­σι­ά! Μη λείψουμε κι εμείς, τόσοι νομάτοι! Κρίμα δεν είναι… κιρ-Δι­κι­τά; Στη Στά­νη του Μπα­σι­ά…»

Στην τελευταία ερώτηση κανένας δεν απάντησε. Έγινε βαθιά σιωπή, και άρχισαν οι αξιωματικοί να κοιτάζονται μεταξύ τους, προσπαθώντας να μαντέψουν τι είχε ‘ακούσει’ ο διπλανός του… Και όταν είδαν ότι όλοι βρίσκονταν στην ίδια αμηχανία, χαμογέλασαν δειλά, μετά πιο θαρρετά… έγνεψαν ο ένας στον άλλο συνωμοτικά… κούνησαν το κεφάλι με σημασία… κάποιοι ψιθύρισαν “στη Στά­νη του Μπα­σι­ά! στη Στά­νη του Μπα­σι­ά!” και αν τους ρώ­τα­γες τι εν­νο­ούν ί­σως δεν ή­ξε­ραν. Ό­λοι υ­πο­κρί­νο­νταν! Σ’ ε­κεί­νο το στρα­τό­πε­δο του­λά­χι­στο, ε­κτός α­πό τον γε­λοί­ο και προ­κλη­τι­κό λοχαγό που ήρ­θε τε­λευ­ταί­α, και που δεν εί­χε τεχνηέντως προ­σκλη­θεί, κα­νέ­νας δεν ‘α­νή­κε­’. Και το πι­ο α­στεί­ο α­π’ ό­λα, υ­πήρ­χε κι έ­νας κύ­πρι­ος α­ξι­ω­μα­τι­κός, εκ­παι­δευ­ό­με­νος βά­σει δι­α­κρα­τι­κών συμ­βά­σε­ω­ν, μι­σο­ε­κτο­πι­σμέ­νος επειδή ή­ταν του Α­ΚΕΛ. Τι να κά­νουν; Εί­χαν ‘την κομ­μού­να­’, την τάι­ζαν και την εκπαιδεύανε.

«Πο­λύ κα­λά, Μπα­σι­ά! Πήγαινε, παι­δί μου!» εί­πε στο τέ­λος ο Δι­οι­κη­τής σπά­ζο­ντας τη σι­ω­πή· «Μας τα ε­ξή­γη­σες πο­λύ κα­λά· σ’ ευ­χα­ρι­στού­με!»

Κραπ-κρουπ… προ­σο­χή ο Μπα­σι­άς, δί­νει τα πα­ραγ­γέλ­μα­τα νο­ε­ρά στον ε­αυ­τό του, χαι­ρε­τού­ρα, τυ­πι­κό­τα­τη στρα­τι­ω­τι­κή με­τα­βο­λή και μ’ έ­να “κα­λη­νύ­χτα σας!” ε­ξα­φα­νί­ζε­ται. Κα­νείς να μην του βρει ψε­γά­δι! Αυ­τό ή­ταν το πε­ρι­ε­χό­με­νο της υπε­ρη­φά­νει­ας του.

 

Πλη­σί­α­ζε το Πά­σχα κι έ­πε­σε ο κε­ραυ­νός. Θα τους ε­πι­σκέ­πτο­νταν κλι­μά­κι­ο υ­πουρ­γών μ’ ε­πι­κε­φα­λής τον ‘αρ­χη­γό, πρω­θυ­πουρ­γό, πρώ­ην αυ­το­δι­ο­ρι­σμέ­νο α­ντι­βα­σι­λέ­α και τώ­ρα ε­πί­σης αυ­το­δι­ο­ρι­σμέ­νο πρό­ε­δρο της δη­μο­κρα­τί­ας ταυ­τό­χρο­να­’· τον κύ­ρι­ο “τρί­α σ’ έ­να” που έ­λε­γε ο ο­πλί­της ι­α­τρός και κα­λά έ­κα­ναν και τον μουτ­ζού­ρω­σαν στο Άλ­φα-δύ­ο· αν τον ήξεραν καλύτερα… ίσως και να τον είχαν εκτοπίσει σε κανένα νησί.

«Ες-Ο-Ές, δι­α­χει­ρι­στή!» εί­πε σκα­σμέ­νος ο Δι­οι­κη­τής· «Χάνομαι! Θα με χτυπήσουν κάτω σα χταπόδι! Κά­τι πρέ­πει να γί­νει!»

«Σαν τι δη­λα­δή; Θα φέ­ρει ο Μπα­σι­άς κα­να­δυ­ό λα­γούς, πέ­στρο­φες α­πό το πο­τά­μι… θα έ­χου­με ό,τι προ­σφέ­ρει η υ­πη­ρε­σί­α, θα βά­λου­με και κα­μιά κα­σέ­τα τσά­μι­κα… μέ­ρα εί­ναι θα πε­ρά­σει!»

«Δή­λω­σα με υ­πη­ρε­σι­α­κό ό­τι φτι­ά­χνω και κα­λα­μω­τή! Δι­α­κό­σι­α πε­νή­ντα μέ­τρα!»

«Ε! Φτι­ά­χ’ τη! Γι­ατί δεν τη φτι­ά­χνεις;»

«Πού ’­ν’ τα λε­φτά;»

«Πού ’­ν’ τα λε­φτά; Α! Ε­κεί­να που έ­χα­νες στη Λέ­σχη… και λέ­γα­με πού τα βρή­κες;»

«Ε­κεί­να που έ­χα­να στη Λέ­σχη… και λέ­γα­με πού τα βρή­κα! Θα με δα­νεί­σεις;»

«Πο­λύ θα τό ’­θε­λα, μα ξέ­ρεις τι μου τρα­βά­ει το παι­δί; Σπου­δά­ζει! Κι ε­σύ, α­δερ­φά­κι μου, πο­λύ ξα­νοί­γε­σαι με το χαρ­τί! Πρέ­πει να προ­σέ­χεις!»

«Κα­λά… πή­γαι­νε! Σ’ ευ­χα­ρι­στώ! Μό­νο, αν τον δεις, στεί­λε μου τον υ­πί­α­τρο.»

Σε λί­γο εμ­φα­νί­στη­κε ο υ­πί­α­τρος. «Στις δι­α­τα­γές σας!» ψιθύρισε τυπικά αλλά χαλαρά.

«Φτι­ά­χνει κα­λα­μω­τές ο Μπα­σι­άς;»

«Δεν ξέ­ρω… αλ­λά μου φαί­νε­ται α­πί­θα­νο να μη φτι­ά­χνει!»

«Στεί­λ’ τον μου!»

Σε λί­γο εί­χε έρ­θει και ο Μπα­σι­άς. «Λαμ­βά­νω την τι­μήν να σας α­να­φέ­ρω στρατ…»

«Κά­τσε κά­τω, ρε! Την ξέ­ρω τη μούρη σου! Σήμερα θα σε μάθω; Φτι­ά­χνεις κα­λα­μω­τές;»

«Και με κα­λά­μι και με λυ­γα­ρι­ά… και υφαντή και πλεχτή! Φτάνει να μου πεις τι τη θες!»

«Τι θα πει και υφαντή και πλεχτή;»

«Η κα­λα­μω­τή με κα­λά­μι μπο­ρεί να γί­νει πλε­χτή, που εί­ναι πι­ο χο­ντρή ε­κτός αν σκί­σεις το κα­λά­μι, αλ­λά και υ­φα­ντή, με στη­μό­νι­α α­πό σύρ­μα ή κλω­στή, σε όρ­θι­ο τε­λά­ρο σαν τους αρ­γα­λει­ούς που εί­χαν οι αρ­χαί­οι… και εί­ναι πι­ο λε­πτή!»

«Δι­α­κό­σι­α πε­νή­ντα μέ­τρα;»

«Και τε­τρα­κό­σι­α!»

«Δι­α­κό­σι­α πε­νή­ντα εί­πα! Τό­σα τα με­τρή­σα­με! Α­μο­λύ­σου… βρες κα­λά­μι, ρώ­τα πό­σο κά­νει κι έ­λα να μου πεις!»

«Με το συ­μπά­θει­ο, κιρ-Δι­κι­τά! Θα βά­λου­με κα­λα­μω­τές στα στυ­λι­ά­ρι­α που στή­σα­με γι­α το Πά­σχα;»

«Α­κρι­βώς!»

«Γι­α­τί θες κα­λά­μι που α­νά­βει και δεν μπο­ρείς να στα­θείς από κά­τω, κι έτσι και βρέ­ξει, στά­ζει; Βά­λε λυ­γα­ρι­ά! Πιο αν­θε­κτι­κή, πιο δρο­σε­ρή και εί­ναι γε­μά­τος ο τό­πος!»

«Και τι ζη­τάς γι­α ό­λ’ αυ­τά;»

«Φαλ­τσε­τά­κι­α, πρι­ό­νι­α, τσε­κού­ρι… το ρέ­ο ή την κα­να­δέ­ζα να κου­βα­λή­σου­με τις κλά­ρες και κα­μι­ά δε­κα­ρι­ά φα­ντά­ρους αλλά δουλευταράδες· να το λέει η ζαχαρένια τους!»

«Πά­λι τα φαλ­τσε­τά­κι­α;» εί­πε χα­μο­γε­λώ­ντας ο Δι­οι­κη­τής.

«Πά­λι!» α­πά­ντη­σε α­να­γε­λώ­ντας ο Μπα­σι­άς, γι­α­τί με τα φαλ­τσε­τά­κι­α ό,τι ξύ­λο έ­βρι­σκε το έ­κα­νε, εν ρι­πή ο­φθαλ­μού, δί­σκο, κα­νά­τι, πι­ά­το, κου­τά­λι, κού­κλα, κα­ρο­τσά­κι παι­δι­κό, μπι­σί­κι, γα­βά­θα και ό,τι άλ­λο φα­ντα­στείς. Στο στρα­τό κα­τα­πι­ά­στη­κε και με τον πη­λό, α­φού βε­βαι­ώ­θη­κε ό­τι μπο­ρού­σε να φτι­ά­ξει φούρ­νο στη στά­νη.

«Κι α­πό λε­φτά;»

«Δε­κά­ρα! Αλ­λ’ α­πό μέ­ρες… δέ­κα!»

«Έ­γι­νε! Κά­νε μου τη δου­λει­ά, ό­πως την εί­πες… κι ε­γώ εί­μαι ε­δώ!»

Κι έ­γι­νε η κα­λα­μω­τή σε μέ­ρες δέ­κα, ό­πως εί­πε ο Μπα­σι­άς. Και εί­κο­σι χρό­νι­α αρ­γό­τε­ρα, ό­σοι περ­νά­νε έ­ξω α­πό το στρα­τό­πε­δο, σε μι­α πό­λη που έ­γι­νε α­γνώ­ρι­στη στο με­τα­ξύ, ό­που ό­λα άλ­λα­ξαν ε­κτός α­πό τον έρημο πια σι­δη­ρο­δρο­μι­κό στα­θμό και την εκ­κ­λη­σί­α, η κα­λα­μω­τή υ­πάρ­χει α­κό­μα. Ί­σως να πέ­ρα­σε κά­πο­τε ο Μπα­σι­άς και να την εί­δε, ε­κτός κι αν ό­ποι­ος ε­πι­στρέ­φει στη Στά­νη του Μπα­σι­ά δεν βρί­σκει κα­νέ­να εν­δι­α­φέ­ρον να ε­πι­στρέ­ψει σ’ αυ­τόν τον κό­σμο.

«Πώς σου φαί­νε­ται, κιρ-Δι­κι­τά; Σ’ α­ρέ­σει;» ρω­τά­ει ο Μπα­σι­άς περ­πα­τώ­ντας κά­τω α­πό την κα­λα­μω­τή δί­πλα στον Δι­οι­κη­τή.

«Τέ­λει­α εί­ναι! Τέ­λει­α, παι­δί μου! Δεν βρί­σκω λό­γι­α να σ’ ευ­χα­ρι­στή­σω!»

Ήρ­θε το Πά­σχα. Ήρ­θαν οι α­νώ­τε­ροι, και οι α­νώ­τα­τοι, και οι υ­πουρ­γοί, και ο κύ­ρι­ος ‘τρί­α σ’ έ­να’ που οι κα­κές γλώσ­σες λέ­γα­νε πως θα γι­νό­ταν και αρ­χι­ε­πί­σκο­πος αλ­λά τον έπινε φαγούρα με τα γέ­νια… και τα βρήκαν όλα στην εντέλεια. Φά­γα­νε και φρά­θη­καν και ή­πι­αν και τρα­γού­δη­σαν και χό­ρε­ψαν και εί­παν “τό­σα χρό­νι­α στα στρα­τό­πε­δα… πο­τέ μας δεν πε­ρά­σα­με τό­σο κα­λά!”

Κά­ποι­α στι­γμή ο Δι­οι­κη­τής, με­θυ­σμέ­νος α­πό την ε­πι­τυ­χί­α του, θέ­λη­σε να πα­ρου­σι­ά­σει και τον Μπα­σι­ά στον πρό­ε­δρο, σαν κά­τι το α­ξι­ο­πε­ρί­ερ­γο, γι­α να ποι­κί­λει τη δι­α­σκέ­δα­σή του. Ί­σως του φά­νη­κε και δί­και­ο να τον τι­μή­σει κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο. Εί­χε ε­τοι­μά­σει και λο­γύ­δρι­ο: “Σας πα­ρου­σι­ά­ζω έ­ναν αρ­χαί­ο έλ­λη­να! Α­ναλ­φά­βη­τος αλ­λά ξέ­ρει τα πά­ντα! Α­σπού­δα­χτος και κά­νει τα πά­ντα!” αλ­λ’ ο Μπα­σι­άς ή­ταν ά­φα­ντος. Τον ψά­ξα­νε πα­ντού… αλ­λά μά­ται­α.

«Ευ­τυ­χώς που δεν του έ­κα­να κου­βέ­ντα πριν! Θα γι­νό­μουν ρε­ζί­λι! Μπο­ρεί να ζη­τού­σε να κά­νου­με ά­σκη­ση δο­κι­μα­στι­κή, να δει αν θα εμ­φα­νι­στεί. Με­γά­λη προ­σβο­λή! Το έ­σκα­σε την ώ­ρα που έ­χου­με τον αρ­χη­γό της χώ­ρας ε­δώ, ε­νώ δεν λεί­πει κα­νέ­νας· ού­τε ο­θω­μα­νός! Θα τον σκο­τώ­σω μό­λις τον δω!» εί­πε α­γα­να­κτι­σμέ­νος στον υ­πί­α­τρο.

Ε­κεί­νος κα­τά­πι­ε τη γλώσ­σα του· μό­λις εί­χε πα­ρα­τη­ρή­σει ό­τι έ­λει­παν ε­πί­σης ο πό­ντι­ος νο­σο­κό­μος του και ο ο­πλί­της ι­α­τρός. «Η­ρε­μή­στε! Εί­ναι πα­ρά­ξε­νος και πο­λύ συ­νε­σταλ­μέ­νος! Ντρο­πα­λός! Μπο­ρεί να έ­φυ­γε α­κρι­βώς γι­’ αυ­τό… γι­α να μην πεί­τε κά­τι γι­α την κα­λα­μω­τή του!»

Ο Δι­οι­κη­τής έ­δω­σε τό­πο στην ορ­γή και συ­νέ­χι­σε το γλέ­ντι του. Κατά τα μεσάνυχτα, δηλαδή εντελώς εκτός υπηρεσίας, ήρ­θε στο στρα­τό­πε­δο επιτούτου και α­να­ζή­τη­σε τον Μπα­σι­ά.

«Στις δι­α­τα­γές σας, κιρ-Δι­κι­τά!»

Τον αρ­πα­ξε α­πό το γι­α­κά τον τα­ρα­κού­νη­σε πο­λύ και τον έ­σπρω­ξε τό­σο δυνατά που, α­φή­νο­ντάς­ τον, κό­ντε­ψε ο πελώριος Μπα­σι­άς να πέ­σει. «Πού ή­σουν ό­λο το με­ση­μέ­ρι, βρε πα­λιο­ζα­γά­ρι;»

«Στη λί­μνη… ε­κεί που θα θέ­λα­τε να ή­σα­σταν κι ε­σείς! Εί­πα­με καρ­δι­ά και ό­χι μα­χαί­ρι. Και οι άν­θρω­ποι αυ­τοί είναι του μαχαιριού!»

«Μπα­σι­ά! Αν μου ξα­να­κά­νεις τέ­τοι­ο χουνέρι… θα σε πα­τή­σω κά­τω!» ούρ­λι­α­ξε γι­α να μη βά­λει τα γέ­λια. Όλες αυτές τις ώρες τον έβριζε και τον καλοτύχιζε από μέσα του ενώ σιχαινόταν και τον εαυτό του συνάμα. Όχι πως είχε καμιά αντιστασιακή διάθεση ή ιδεολογία περί ελευθερίας και κολοκύθια τούμπανα, αλλά “δεν πίστευε κι αυτά τα τσογλάνια”.

«Αν κρα­τάς πά­ντα καρ­δι­ά, ό­πως εί­πες και δεν ξε­λές σαν τί­μι­ος ά­ντρας… δε με νοι­ά­ζει! Πά­τα με! Αλ­λ’ αν κρα­τάς μα­χαί­ρι δε θέ­λω ού­τε τη χαι­ρε­τού­ρα σου!»

«Είσαι μεγάλο… Ουφ! Άσ’ το, ρε, Μπασιά! Πήγαινε κοιμήσου!»

 

Αλ­λά δεν κόλ­λα­γε ύ­πνος στον Μπα­σι­ά. Ο πό­ντι­ος α­πο­λυ­ό­ταν σε δέ­κα μέ­ρες. Ξα­γρυ­πνού­σε ο Μπα­σι­άς και προ­σευ­χό­ταν να μην πε­ρά­σουν πο­τέ· αλ­λά, πα­ρά τις προ­σευ­χές του, οι μέ­ρες πέ­ρα­σαν και οι δυ­ο φί­λοι χώ­ρι­σαν. Και χώ­ρι­σαν ο­ρι­στι­κά και α­με­τά­κλη­τα· ο έ­νας θα χα­νό­τα­ν γι­α πά­ντα στην τό­τε α­κμά­ζου­σα και α­πορ­ρο­φώ­σα ερ­γά­τες Γερ­μα­νί­α, και ο άλ­λος θα κλει­νό­ταν πί­σω α­πό τη δι­πλα­νή πόρ­τα του Πα­ρα­δεί­σου, δη­λα­δή στη Στά­νη του Μπα­σι­ά. Ευ­τυ­χώς τότε δεν τα ή­ξε­ραν ό­λα αυ­τά· το γιόρτασαν… ήπιαν και τά ’σπασαν, ελπίζοντας πως σύντομα θα ξα­να­ντα­μώ­σουν.

Μή­νες αρ­γό­τε­ρα α­πο­λύ­ε­ται και ο ο­πλί­της ι­α­τρός, που θα τον κα­τά­πι­νε η Α­θή­να και άλλα πιο βουερά μέρη. Και ο Μπα­σι­άς έ­μει­νε μό­νος αν και γύ­ρω του ή­ταν πολ­λοί.

Αλ­λά ήρ­θε κά­πο­τε και γι­α κεί­νον η με­γά­λη στι­γμή που α­γό­ρα­σε την πε­ρί­φη­μη τσα­τσά­ρα, με τα εν­ε­νή­ντα εν­νέ­α δό­ντι­α. Κά­θε βρά­δυ έ­σπα­γε έ­να και φώ­να­ζε “ενε­νή­ντα ο­κτώ έ­μει­ναν! εν­ε­νή­ντα ε­πτά έ­μει­ναν! εν­ε­νή­ντα έ­ξι έ­μει­ναν! εν­ε­νή­ντα πέ­ντε έ­μει­ναν! εν­ε­νή­ντα τέσ­σε­ρις έ­μει­ναν! ενε­νή­ντα τρεις έ­μει­ναν! ενε­νή­ντα δύ­ο έ­μει­ναν…” και ό­λο και κα­τέ­βαι­ναν οι μέ­ρες μία μία, μέ­χρι το “πέ­ντε και μί­α! τέσ­σε­ρις και μί­α! τρεις και μί­α! δύ­ο και μί­α! μί­α και μί­α… και η καταληκτική ενθουσιαστική ιαχή: Στραβάδια α­πο­λύ­ο­μαι!

Πη­γαι­νο­ερ­χό­ταν ο έ­μπο­ρος για να τον πά­ρει. Αλλά πολύ πιο συχνά ερ­χό­ταν έ­ξω α­πό το στρα­τό­πε­δο γι­α να τον δει κι έ­να κο­ρί­τσι.

Γι­α­τί στο με­τα­ξύ ο Μπα­σι­άς, και α­φού εί­χε α­γο­ρά­σει την τσα­τσά­ρα, κά­που με­τα­ξύ του ε­βδο­μή­ντα και του ε­ξή­ντα, την εί­δε στο δι­πλα­νό χω­ριό, δί­πλα στη λί­μνη ό­που πή­γαι­ναν σκα­στοί, κα­βα­λώ­ντας στη ζού­λα το τρέ­νο, τζάμπα ήταν όταν φόραγες στολή. Σου­λα­τσά­ρι­ζαν δυ­ο τρεις ώ­ρες, τρώγανε κανα σουβλάκι, πίνανε και καμιά μπύρα, παραμυθιάζανε και παραμυθιάζονταν μεταξύ τους και… προπάντων πεί­ρα­ζαν τα κο­ρί­τσι­α.

Αλ­λά του γυ­ά­λι­σε η Γι­ώ­τα· μόνο αυ­τή! «Γι­ώ­τα… α­πό το Πα­να­γι­ώ­τα!» του ε­ξή­γη­σε.

Κά­τι του έ­λε­γε το ό­νο­μα… «Κύ­ρι­ε των Δυ­νά­με­ων! Κό­ντευ­α να το ξε­χά­σω! Γι­ώ­τα λέ­νε και τη μά­να μου… αν θες να ξέ­ρεις!» της λέ­ει ξα­φνι­κά, και α­φού την εί­χε συ­να­ντή­σει περ­πα­τώ­ντας πά­νω κά­τω στ’ α­κρο­λί­μνι κά­μπο­σες φο­ρές, και εί­χαν α­νταλ­λά­ξει με­ρι­κές κου­βέ­ντες στα πε­τα­χτά.

«Γι­α­τί μου το εί­πες σή­με­ρα; Το πως με λέ­νε Γιώ­τα… το ή­ξε­ρες α­πό προ­χτές! Και τι δουλειά έχω εγώ να μάθω πώς λεν τη μάνα σου;»

«Δε σου εί­πα ό­τι τη μά­να μου τη λέ­νε Γι­ώ­τα! Άλ­λω­στε δεν έ­χει ση­μα­σί­α ό­πως και να τη λέ­νε, γι­α­τί οι γυ­ναίκες στη Στά­νη του Μπα­σι­ά δεν έ­χουν ό­νο­μα! Του Γι­ώρ­γου η γυ­ναί­κα εί­ναι Γι­ώρ­γαι­να και του Μή­τρου Μή­τραι­να!»

«Γι­ά στά­σου, βρε παι­δί!» τον α­ντί­σκο­ψε έ­ντο­να η Γι­ώ­τα με ύ­φος ρή­το­ρα που θα έ­λε­γε κά­τι σπου­δαί­ο· αλ­λά δεν εί­πε τί­πο­τα. Α­πό­μει­νε να τον κοι­τά­ζει, πε­ρι­μέ­νο­ντας να μι­λή­σει αυ­τός ξα­νά.

«Στά­θη­κα!» εί­πε ο Μπα­σι­άς, δεί­χνο­ντας με τα μά­τι­α ό­τι κά­τι εί­χε να πει, αλ­λά δεν το έ­βρι­σκε ε­κεί­νη τη στι­γμή στο μυ­α­λό του.

«Λοι­πόν;» τον εν­θάρ­ρυ­νε, ό­σο της ή­ταν δυ­να­τό, η Γι­ώ­τα κοντεύοντας η ίδια να σωριαστεί λιπόθυμη από το χτυποκάρδι.

«Γι­α­τί να κά­τσω να σου πω ό­τι τη μά­να μου τη λέ­νε Γι­ώ­τα;»

«Ξέρω κι εγώ; Ε­γώ αυ­τό ά­κου­σα!»

«Λες να χάζεψα;»

«Δε γίνεται έτσι ξαφνικά…»

«Νά ’­ναι α­πό το Πα­να­γι­ώ­τα κι αυ­τη­νής;»

«Αυ­τό ή­θε­λες να με ρω­τή­σεις;»

«Τι άλ­λο;»

«Μάλ­λον! Ό­λες οι Γι­ώ­τες που ξέ­ρω ε­γώ… α­πό το Πα­να­γι­ώ­τα εί­ναι!» α­πά­ντη­σε η Γιώ­τα και κά­θισε, βυθίστηκε μάλ­λον σ’ έ­να σκα­λά­κι τρέμοντας σαν κουνέλι που το χτύπησαν στο σβέρκο. Πρώ­τη φο­ρά στη ζω­ή της, ό­λα αυ­τά τα χρό­νι­α, τα δε­κά­ξι και δυ­ο μή­νες δη­λα­δή α­πό τό­τε που γεν­νή­θη­κε, μι­λού­σε τό­σο πο­λύ με ά­ντρα.

«Άλ­λο εί­πα!»

«Ε­γώ πά­ντως… δεν το ά­κου­σα! Ί­σως να το εί­πες α­πό μέ­σα σου κι ε­γώ δεν μπο­ρώ να το μα­ντέ­ψω. Ξα­να­πέ­σ’ το!»

«Εί­πα: Έχετε το ίδιο όνομα. Γι­ώ­τα λέ­νε και τη μά­να μου… αν θες να ξέ­ρεις.»

«Α! Τώ­ρα που το λες… σα να το θυ­μά­μαι! Το εί­πες κι αυ­τό! Αλ­λ’ ε­γώ κόλ­λη­σα στο Γι­ώ­τα και ξέ­χα­σα τα υπόλοιπα! Τι με νοιάζει;»

«Έ­πρε­πε να κολ­λή­σεις στο αν θες να ξέ­ρεις;»

«Γι­α­τί; Κάθε δεύτερο σπίτι έχει μια Γιώτα!»

«Μή­πως τύ­χει και τη γνω­ρί­σεις! Εγώ δε μιλάω για τις Γιώτες που μένουνε αλλού! Μιλάω μόνο για τη Γιώτα που μένει στο δικό σου!»

«Και τι δουλειά έχει η μάνα σου στο σπίτι μου;» τσίριξε το κοριτσάκι και άσπρισε εντελώς.

«Μη τη δεις ξαφνικά να σου κάνει επίσκεψη, να ξέρεις πώς θα την πεις. Εκτός αν σού ’ρθει και την φωνάξεις αλλιώς!»

«Και… πώς να την πω, αφού τη λένε Γιώτα;»

«Ξέ­ρω κι ε­γώ; Μπο­ρεί να μπερδευτείς α­πό μέ­να και να τη φω­νά­ξεις ό­πως ε­γώ!» εί­πε ο Μπα­σιάς κοι­τά­ζο­ντας τις σκο­νι­σμέ­νες του αρ­βύ­λες α­πό το πο­λύ σού­ρ’ ­τα φέ­ρ’ ­τα στην α­κρο­λι­μνι­ά.

«Κι ε­σύ… πώς λες τη μά­να σου;»

«Ε… Να… Ε­γώ τη φω­νά­ζω μά­να!»

«Ε­γώ; Α­πό πού κι ώς που να τη φω­νά­ξω μά­να; Α­φού δεν κα­τε­βαί­νει α­πό τη στά­νη!»

«Κι αν πας ε­σύ;»

«Σου σάλεψε; Τι δουλειά έχω με τη μάνα σου εγώ;» στρίγ­κ­λι­σε α­πό τη λα­χτά­ρα το κο­ρί­τσι· «Δε με α­φή­νουν να κου­νή­σω ρού­πι α­πό δω, οι δι­κοί μου! Ά­σε που φο­βά­μαι να τα­ξι­δεύ­ω μό­νη!»

«Θα σε πά­ω ε­γώ!» κα­τά­φε­ρε ν’ αρ­θρώ­σει, μόλο που μισοπνίγηκε, ο Μπα­σι­άς.

«Ε­σύ; Τι; Πρέ­πει να το πω στα γο­νι­κά μου!»

«Και δεν τους το λές;»

«Ντρέπομαι, ρε!» απάντησε η Γιώτα δίνοντάς του αυθόρμητα μια μικρή σκουντιά σα να είχε να κάνει με φιλενάδα… γιατί από φίλους δεν ήξερε.

«Αν ντρέ­πε­σαι, πάω και τους το λέ­ω ε­γώ!»

«Πέ­σ’ το… αν σου βα­στά­ει! Θα γί­νει ο πα­τέ­ρας μου θε­ρι­ό! Κουμπούρα κρατάει!»

«Εγώ… δεν κάνω πίσω σε ό,τι πω! Θα σε πάρω είτε μ’ ευκή είτε με το στανιό!»

«Ούτ’ εγώ! Σφύρα μου και βγήκα! Μη με βλέπεις με φουστάνια… έχω τσαγανό!» είπε με τα χειλάκια της σφιγμένα από θηλυκό πείσμα.

«Τό­τε… να βά­λου­με τον πα­τέ­ρα μου να του το πει! Του μή­νυ­σα να κα­τέ­βει!»

«Τι;» τσίριξε το κοριτσάκι κοκκινίζοντας ολόκληρο ενώ τα ματάκια του τρέξανε νερά.

«Αύ­ρι­ο θα εί­ναι ε­δώ!»

«Πά­νε στον πα­τέ­ρα μου να του πεις να τον πε­ρι­μέ­νει! Μην του τύ­χει δα κα­μιά δου­λει­ά και φύ­γει… κι έρ­θει ο πα­τέ­ρας σου και πει “ε­γώ έ­χω το α­γό­ρι και δε με πε­ρι­μέ­να­τε…” και πά­θου­με κα­να χου­νέ­ρι! Σύ­ρε! Σύ­ρε! Βι­ά­σου!»

«Δε σ’ έ­χει υ­πο­σχε­θεί αλ­λού… και δεν μου το λες για να φάω τα μούτρα μου και να γελάς! Ο λό­γος εί­ναι ι­ε­ρός! Δεν παίρ­νε­ται πί­σω!»

«Α, έ­τσι! Κά­τσε στ’ αβ­γά σου, ρε Μπα­σι­ά! Τι τη θες τη φασαρία; Μην κάνεις κα­θό­λου τον κόπο! Και στον πα­τέ­ρα μου… τι να του πεις; Καλά στέφανα;» λέει η Γιώτα τρέμοντας από θυμό.

«Ο λό­γος δεν παίρ­νε­ται πί­σω… αλ­λά δεν τον έ­δω­σα ε­γώ! Ε­γώ σε κλέ­βω! Κα­νό­νι­σα και τον πα­πά! Κλεμ­μέ­νη θα σε πά­ρω, στε­φα­νω­μέ­νη και με τιμή θα σε φέ­ρω πί­σω!»

«Ά­ντε! Σύ­ρε, ρε Μπα­σι­ά! Τι κά­θε­σαι; Να προ­λά­βεις τον κύ­ρη μου στο κα­φε­νεί­ο!» σκού­ζει η Γι­ώ­τα και τον σπρώ­χνει με χέρια και με πόδια για να κλά­ψει και να γε­λά­σει δί­χως να τη δει.

«Ό­χι α­κό­μα!» λέει ο Μπασιάς ψυχρά και με το βλέμμα ελαφρά σκοτεινιασμένο.

«Γι­α­τί; Σε λί­γο θα πά­ει σπί­τι και πρέ­πει να με βρει ε­κεί, αλ­λι­ώς θα με σκο­τώ­σει!»

«Έ­χω κάτι α­κό­μα!»

«Να το α­κού­σω!»

«Εί­ναι δύ­σκο­λη ερώτηση!»

«Με­τα­ξύ μας δεν υ­πάρ­χουν δύ­σκο­λα πια! Να την α­κού­σω! Μη με ρω­τή­σεις αν σε α­γα­πώ… Δε θ’ α­πα­ντή­σω! Ντρέ­πο­μαι!»

«Μη θυ­μώ­σεις… του­λά­χι­στο πο­λύ! Να θυ­μώ­σεις τό­σο μό­νο, που να με συ­χω­ρέ­σεις!»

«Συ­χω­ρε­μέ­νος ό,τι και να πεις! Ε­ντά­ξει! Ε­γώ δε σου θυ­μώ­νω! Με τον απατό μου να τα βάλω;»

«Εί­σαι π…;»

«Τιιιιιι;» αγρίεψε όσο δεν έπαιρνε άλλο η μι­κρή. Θα λιποθυμούσε αν δεν είχε κοκκινίσει.

Ο Μπα­σι­άς, α­πό τα ψη­λά βου­νά, δεν μπο­ρού­σε να φα­ντα­στεί ή να υποψιαστεί την εν δυ­νά­μει πα­ρε­ξή­γη­ση. «Εί­σαι… π… αρ­θέ­να;»

«Σκά­σε, βρε! Τι λόγια είναι αυτά; Δεν ντρέ­πε­σαι;» γρυ­λί­ζει η Γι­ώ­τα με κλει­σμέ­νο το λα­ρύγ­γι α­πό χα­ρά· αυτό ήταν το πιο σίγουρο απ’ όλα.

«Ρω­τά­ω, μω­ρή! Εί­σαι παρ­θέ­να;» α­γρί­ε­ψε με τη σει­ρά του και ο Μπα­σι­άς, ε­νώ έ­νι­ω­θε την καρ­δι­ά του να του χτυ­πά­ει μέ­σα στ’ αφ­τι­ά.

«Ζή­τα με πρώ­τα αν με θες… και κό­πι­α­σε μό­νος σου με­τά να τό ’­βρεις! Σιγά μη σου πω!» α­πά­ντη­σε το κο­ρι­τσά­κι κα­τα­κόκ­κι­νο α­πό ντρο­πή.

«Ρώ­τη­σα… Δεν έ­χεις α­κου­στεί! Και εί­σαι και πε­ρή­φα­νη· δεν κοι­τάς ά­ντρες!»

«Το μά­θα­με! Μας το πρόλαβε ο πα­πάς!»

«Α… το χαφιέ! Κι εμένα μου είπε… κάμε το κι εγώ σου το βλογάω!»

«Κυρ-Κώ­τσο, εί­πε του κύ­ρη μου, σου φέρ­νω ή βαρύ μαντάτο ή συ­χα­ρί­κι­α! Ή δί­νεις την κό­ρη σου ή κρύ­φ’ την! Θα στην κλέ­ψουν! Και ο κύ­ρης μου α­πά­ντη­σε: Έ­χε την έ­γνοι­α σου, πα­πά, και ά­σε τη δι­κή μου! Κα­λώς τους, να κο­πι­ά­σουν! Και το πι­στό­λι μου γε­μά­το εί­ναι… και το μαυ­ρο­μά­νι­κο α­κο­νι­σμέ­νο! Μια κό­ρη έ­χω, μήνυ­σέ τους… κι έ­χω το κού­τε­λό μου α­συν­νέ­φι­α­στο ου­ρα­νό! Γέ­λα­σε ο πα­πάς και εί­πε: Αυ­τά τα εί­πα κι ό­λας! Ε­σέ­να θα πε­ρί­με­να; Α­φού τα ξέ­ρω κι ε­γώ κι ο κό­σμος ό­λος! Άλ­λο αν έ­χεις να μου πεις! Κοιτάχτηκαν… Αυ­τά κι εί­ναι και πολ­λά! εί­πε ο πα­τέ­ρας μου και σή­κω­σε πο­τή­ρι. Τσού­γκρι­­σαν και ή­πι­αν μι­α ρα­κή, και σκύ­ψα­νε ο έ­νας στου αλ­λου­νού τ’ αφ­τί και ψού­ψου-μού­ψου λέ­γα­νε! Φω­νά­ξαν και τη μά­να μου… Άλ­λο ψού­ψου-μού­ψου κι αυ­τή! Αλ­λά τι λέ­γα­νε δεν ξέ­ρω! Ε­μέ­να λέ­γα­νε μό­νο: Ά­ντε, μω­ρή! Κού­να τα χέ­ρι­α σου! Μη χά­βεις μύ­γες! Φέ­ρε ρα­κή! Κι ε­γώ έ­φερ­να ό­λο τη ρα­κή! Τι άλ­λο να έ­κα­να; Μου λες;»

«Κα­λά το έ­κα­νες! Α­φού ρα­κή σού ζή­τα­γαν… ρα­κή τούς πή­γες! Να πά­ω στον πα­τέ­ρα σου, λοι­πόν… να πω γι­α τον δι­κό μου;»

«Και βέ­βαι­α να πας! Βι­ά­σου! Εί­ναι κι άλ­λος που με ζητάει μα δεν τον θέ­λω ε­γώ!»

Η νέα πληροφορία έκανε να φτάσουν οι φτέρνες του Μπα­σι­ά στην πλάτη. Δρό­μο παίρ­νει δρό­μο α­φή­νει… βρί­σκει τον άν­θρω­πο στο κα­φε­νεί­ο, με βλέμμα βλοσυρό και ύφος ασήκωτο.

«Κα­λη­σπέ­ρα σας!»

 

Ο άλ­λος εί­χε μά­θει τα καθέκαστα και μό­λις εί­δε τον Μπα­σι­ά α­γρί­ε­ψε ακόμα περισσότερο ό­πως ε­πέ­βα­λε το ά­γρα­φο πρω­τό­κολ­λο ‘οι­κο­γε­νει­α­κής ευ­πρέ­πει­α­ς’. «Αντικαλησπέρα! Τι κά­νεις α­κό­μα δω; Έ­φυ­γε το τε­λευ­ταί­ο τρέ­νο! Έ­μει­νες α­μα­νά­τι!» εί­πε μα­λώ­νο­ντάς τον δή­θεν γι­α κά­τι ά­σχε­το ώστε να μη χα­λά­σει και η δου­λει­ά.

«Έχε την έγνοια σου… και άσε τη δική μου! Αμανάτι δε μένει ο Μπασιάς! Θα πά­ω με τα πό­δια! Σι­γά! Σκάρ­τη μι­σή ώ­ρα δρό­μος!»

«Δυ­ο εί­ναι… μα τέ­λος πά­ντων! Τι με γυ­ρεύ­εις; Λέ­γε! Έ­χου­με τί­πο­τα ε­μείς οι δυ­ο;»

«Αύ­ρι­ο έρχεται ο πα­τέ­ρας μου… και θέ­λει να σε δει! Μη λείψεις!»

«Ο πα­τέ­ρας σου να δει ε­μέ­να; Καλώς να ορίσει… Αλλά με ξέ­ρει; Τι να με κά­νει;»

«Ε­γώ πάντως… του μή­νυ­σα να έρ­θει!»

«Α­σ’ το, ρε! Σ’ ευ­χα­ρι­στώ! Γι­α το κο­ρί­τσι… μό­λις το έ­δω­σα! Άργησες… τι να σου κάνω;»

«Μην το πεις στον πα­τέ­ρα μου… θα γίνει κακό, λό­γω τι­μής! Καλά που μου το είπες, να κανονίσω και να ξεκα­θα­ρί­σω την κατάσταση! Ε­μείς εί­μα­στε αρ­βα­νί­τες! Δε λέ­με τ’ ά­σπρα μαύ­ρα μα και δεν αλ­λά­ζου­με τη γνώ­μη! Ί­σι­α… στρα­βή, η γνώ­μη του αρ­βα­νί­τη δεν γύ­ρι­σε πο­τέ! Εί­ναι σαν τον ου­ρα­νό· της γης κα­πά­κι!»

«Κα­λά ντε! Μην κά­νεις έ­τσι! Μι­α κου­βέ­ντα στον α­έ­ρα εί­πα­με με τον άν­θρω­πο… δε δώ­σα­με τα χέ­ρι­α να στε­ρι­ώ­σει! Εί­χα, βλέ­πεις, α­κού­σει κά­τι και γι­α σέ­να… Κι αν εί­ναι ό­πως τα λες… πές του να κο­πι­ά­σει! Πό­τε α­πο­λύ­ε­σαι με το καλό;»

«Σε δέ­κα μέ­ρες!» του πέ­τα­ξε με μι­σό στό­μα ο Μπα­σι­άς γι­α­τί με το άλ­λο μι­σό πά­σχι­ζε να πά­ρει α­νά­σα. Μπερ­δεύ­τη­κε και ξέ­χα­σε πως ό­ταν μι­λάς δεν α­να­σαί­νεις. Και α­φού εί­πε αυ­τή την τρο­με­ρά δύ­σκο­λη φρά­ση ‘σε δέ­κα μέ­ρες!’ και την τέ­λει­ω­σε σχε­τι­κά α­ξι­ο­πρε­πώς, έ­κα­νε με­τα­βο­λή κι ε­ξα­φα­νί­στη­κε δί­χως να πει κα­λη­νύ­χτα. Η Γι­ώ­τα εί­χε πά­ει σπί­τι της α­πό ώ­ρα. Ο πα­τέ­ρας ξέ­μει­νε στο κα­φε­νεί­ο και τους κέ­ρα­σε ό­λους. Δε­χό­ταν συ­χα­ρί­κια. Ό­λοι τον ξέ­ραν τον Μπα­σι­ά. “Κα­λό κο­ρί­τσι! Το σω­στό να λέ­γε­ται! Δί­νεις, βέ­βαι­α, αλ­λά παίρ­νεις κι ό­λας!” του εί­παν μ’ έ­να στό­μα.

Την ε­πο­μέ­νη, ο­κτώ και μί­α, ήρ­θε ο πα­τέ­ρας του φορ­τω­μέ­νος μυ­ζή­θρες, τυ­ρι­ά κι έ­να κα­λό ζυ­γού­ρι. Πή­γα­νε μα­ζί στο σπί­τι, αλ­λά δε μί­λη­σε ο γι­ος. Πα­τέ­ρας με πα­τέ­ρα… Ού­τε αυ­τοί μί­λη­σαν· κοι­τά­χτη­καν, γε­λά­σα­νε και δώ­σα­νε τα χέ­ρι­α. Η Γι­ώ­τα κρυ­φο­κοί­τα­γε και άρ­χι­σε να χο­ρο­πη­δά­ει τρε­λά μα­ζί με την καρ­δι­ά της, ε­νώ η μά­να της έ­κλαι­γε. Φώ­να­ξαν και τον πα­πά. Άρ­γη­σε γι­α­τί δεν έ­βρι­σκε το ρά­σο του και ήρ­θε με το α­ντε­ρί· έ­χα­σε και το σπί­τι· σα να εί­χε με­γα­λώ­σει η πόρ­τα. Και ό­ταν έ­φτα­σε με το κα­λό και σή­κω­σε πο­τή­ρι, ή­πι­ε δά­κρυ­α με ρα­κή και μέ­θυ­σε. “Τέ­τοι­α χα­ρά! Ά­μα πέ­σει δά­κρυ στη ρα­κή, με­θάς! Δεν το ξέ­ρεις;” Μπο­ρεί να δά­κρυ­σαν και οι άλ­λοι δυ­ο, αλλ’ ή­σαν ά­ντρες· γύ­ρι­σαν το βλέμ­μα αλ­λού και τέρμα… Έ­τσι δε μα­θεύ­τη­κε πο­τέ η α­λή­θει­α. Τί­πο­τα δεν εί­ναι σί­γου­ρο σ’ αυ­τόν τον κό­σμο. Αλ­λά δά­κρυ­σε πο­λύς κό­σμος στο χω­ρι­ό· ευχές με δάκρυα και δάκρυα χωρίς ευχές! Πολ­λές θέ­λα­νε τον Μπα­σι­ά· πολ­λοί θέ­λα­νε και τη Γι­ώ­τα.

Πέ­ντε και μί­α! Έ­γι­νε το πρω­τά­κου­στο! Κα­τέ­βη­κε η μά­να του με ό­λα τ’ α­γό­ρι­α και τα κο­ρί­τσια, α­κό­μα και το τρί­χρο­νο μω­ρό, α­πό τη στά­νη.

Δύ­ο και μί­α! Μεσημέρι. Ό­λοι ή­ταν κά­τω κι έ­τρω­γαν… όταν ο Μπα­σι­άς βε­βαι­ω­νό­ταν γι­α κά­τι που το εί­χε ρω­τή­σει αλ­λά δεν εί­χε πά­ρει σα­φή α­πά­ντη­ση. Η Γι­ώ­τα γύ­ρι­σε προς τον τοί­χο· έ­κλαι­γε και γέ­λα­γε μα­ζί με το πρό­σω­πο μέ­σα στην πο­δι­ά της. Ή­ταν ντυ­μέ­νη εν­νο­εί­ται· δεν εί­χαν α­κό­μα πα­ντρευ­τεί! Ο Μπα­σι­άς, ντυ­μέ­νος κι αυ­τός, γε­λού­σε και τη φι­λού­σε. Οι άλ­λοι κά­τω πε­ρί­με­ναν σι­ω­πη­λά αλ­λά με α­γω­νί­α. Ό­χι πρα­γμα­τι­κή, αλ­λ’ ό­πως και να το κά­νεις η α­γω­νί­α εί­ναι α­γω­νί­α· έχει κι αυτή τη χάρη της. Αν δεν ά­κου­γαν ‘κά­τι­’ θα ή­ταν κα­κό. Ά­κου­σαν! Ά­κου­σαν και βρο­ντή­ξαν τα πη­ρού­νι­α γελώντας και σφυρίζοντας, μην ακουστεί τίποτα παραέξω, ή μάλλον ‘για ν’ ακουστεί αυτό που πρέπει’ επειδή, όπως είναι γνωστό, και οι τοίχοι έχουν αφτιά· και όλοι ήξεραν, χωριό τριακοσίων κατοίκων ήταν, τι γίνεται στο σπίτι. Αλ­λά δεν ρώ­τη­σαν πο­τέ γι­’ αυ­τή τη λε­πτο­μέ­ρει­α. Ού­τε η μά­να της! “Αυ­τά δεν τα ρω­τά­νε. Εί­ναι μυ­στι­κά του ζευ­γα­ρι­ού!” είπε σκουπίζοντας τα δάκρυά της από υπερηφάνεια.

Μί­α και μί­α! Την εί­δε με το νυ­φι­κό. «Όμορφη! Ωραία! Όμορφη! Ωραία!» Έδειχνε να μην κρατιέται. Δεν κρατιόταν… μα τι να κάνει! Και το μούσμουλο βιάζεται, μα περιμένει τον Μάρτη.

«Σκά­σε! Συμ­μα­ζέ­ψου! Δυ­ο μέ­ρες μεί­να­νε! Α­μάν!» του λέ­γα­νε ό­λοι μα­ζί ε­κτός α­πό τη Γι­ώ­τα φυ­σι­κά. Αυ­τή, σαν κο­ρί­τσι, έ­δει­χνε ότι ‘κρα­τι­έ­ται­’. Αλλά… η ψυχούλα της το ήξερε.

Την ε­πο­μέ­νη, με το α­πο­λυ­τή­ρι­ο στο χέ­ρι, πή­γε να τη δει.

Τεί­χος! «Α­πα­γο­ρεύ­ε­ται!»

«Λί­γο! Μι­α στι­γμή! Δε θα της μι­λή­σω!»

«Τί­πο­τα! Πά­ρε δρό­μο!» Ό­λοι ξέ­ρα­νε το γι­α­τί μα δεν θα έ­λε­γαν τη λέ­ξη γρου­σου­ζι­ά.

Της δεί­ξα­νε ό­μως το α­πο­λυ­τή­ρι­ο, που εί­χε μια μι­κρή α­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α με τον μπε­ρέ για να χα­ρεί, κι ε­κεί­νη το α­κού­μπη­σε μι­α στι­γμή στην καρ­δι­ά της και κού­νη­σε τρυ­φε­ρά το στή­θος της σα να κα­νά­κευ­ε μω­ρό.

«Συμ­μα­ζέ­ψου!» της εί­παν και της το πή­ραν. Το έ­δω­σε, σα να της το ξερ­ρί­ζω­σαν, και άρ­χι­σε να κλαί­ει α­πό χα­ρά. Αυ­τό δεν μπο­ρού­σαν να της το α­πα­γο­ρεύ­σουν.

Ο Μπα­σι­άς, σαν ά­ντρας, δεν θα έ­κλαι­γε. Το ξε­πέ­ρα­σε μπε­κρου­λι­ά­ζο­ντας με την πα­ρέ­α του και χο­ρεύ­ο­ντας μέ­χρι το πρω­ί τα πι­ο ω­ραί­α ζεϊ­μπέ­κι­κα της ζω­ής του. «Πού ’­σαι, πό­ντι­ε! Πού ’σι, Γι­ου­ρί­κα μ’, να μι δεις! Α­πό­ψι σκί­ζου!» και… με κά­θε ‘σκί­ζου­’, ‘τσα­φ’ έ­φευ­γε κι έ­να πο­τή­ρι· «Γρά­φε! Γρά­φ’ τα ού­λα! Να τα δει ο κύ­ρης μου και να χα­ρεί! Τί­πο­τις χά­ρι­σμα! Μπα­σι­άς πα­ντρεύ­ε­ται! Ό­λα στο λο­γα­ρι­α­σμό!»

Ξη­με­ρώ­ματα πή­γε κι αυ­τός γι­α ύ­πνο σε μι­α θει­ά της, ό­που εί­χε κα­τα­λύ­σει ό­λο το υ­πό­λοι­πο α­σκέ­ρι. Δεν την ξα­νά­δε πα­ρά το α­πό­γευ­μα, ντυ­μέ­νος τη λα­μπρή φο­ρε­σι­ά του γά­μου των Μπα­σι­ά­δων, στα σκα­λι­ά της εκ­κ­λη­σι­άς. Ε­κεί του την πα­ρα­δώ­σα­νε λί­γο πριν α­πό το γά­μο αλ­λά τη φί­λη­σε με­τά. Ο παπάς έψελνε… γελούσε κι έκλαιγε. Πά­λι με­θυ­σμέ­νος ή­ταν, αλλά το μυστήριο το έβγαλε πέρα μια χαρά. Βοήθησε κι ο ψάλτης ευτυχώς… “Όταν ψέλνεις το γέ­λι­ο από χαρά δεν πει­ρά­ζει! Μα ό­ταν κλαις, πάλι μεθάς… αλ­λά το κλά­μα δεν το πα­ρε­ξη­γεί ο Θε­ός!” δο­γμά­τι­ζε. Κα­μι­ά φο­ρά τα δό­γμα­τα πε­ρι­έ­χουν τό­ση α­γά­πη που ο Θε­ός τα πα­ρα­δέ­χε­ται και τα επικυρώνει ευλογώντας τα.

Το βρά­δυ κοι­μή­θη­καν στο σπί­τι της, μα­ζί και μό­νοι, στη με­γά­λη στο­λι­σμέ­νη κρε­βά­τα, ε­νώ ό­λοι οι άλ­λοι βο­λεύ­τη­καν πρό­χει­ρα αλ­λού. Ξε­σπί­τω­μα… αλ­λ’ αυ­τά έ­χει η ζω­ή!

Πρω­ί πρω­ί ξε­κί­νη­σαν ό­λοι μα­ζί με α­μά­ξι στο­λι­σμέ­νο, έ­να α­πό τ’ α­γω­γι­ά­τι­κα μι­σό λε­ω­φο­ρεί­α μι­σό φορ­τη­γά της πε­ρι­ο­χής, που σφύ­ρι­ζε α­δι­ά­κο­πα μέ­χρι να βγουν α­πό τον κά­μπο. Ά­γνω­στοι και γνω­στοί τούς κα­τευ­ό­δω­ναν.

Άρ­χι­σε να σφυ­ρί­ζει πά­λι ό­ταν πλη­σία­σαν στη Στά­νη του Μπα­σι­ά, ν’ αρ­χί­σουν τα όρ­γα­να και τ’ άλ­λο πα­νη­γύ­ρι. Αλλά κα­νείς δεν ή­ταν ε­κεί· εί­χαν βγει ό­λοι στ’ α­γνά­ντι και πε­ρί­με­ναν. Χύ­θη­καν γύ­ρω α­πό το αμάξι και το α­κο­λού­θη­σαν γε­λώ­ντας, κλαί­γο­ντας, φω­νά­ζο­ντας, τραγουδώντας…

Έτσι άρχισε το γλέντι που του είχαν υποσχεθεί. Μα τι γλέντι… πα­νη­γύ­ρι! Άρχισε αλλά δεν ακούστηκε ποτέ να τέ­λει­ω­σε. Με δε­δο­μέ­νον τον Μπα­σι­ά μπο­ρεί να κρα­τά­ει α­κό­μα. Αυ­τός γλε­ντού­σε την ου­σί­α της ζω­ής, τη δου­λειά, την προ­κο­πή και την ευ­θύ­νη, ό­χι το πε­ρι­θώ­ρι­ο και την α­νο­η­σί­α, πριν α­κό­μα πα­ντρευ­τεί. Δεν θα το κά­νει α­κό­μα; Αν πας “σα πά­νω… στα βου­νά!” και α­κού­σεις λα­ού­τα και βιο­λι­ά μέ­ρα με­ση­μέ­ρι, να ξέ­ρεις: Εί­σαι στη Στά­νη του Μπα­σι­ά. Ε­κεί η ζω­ή εί­ναι αι­ώ­νι­ο γλέ­ντι.

Δεν υ­πο­φέ­ρουν; Υ­πο­φέ­ρουν! Δεν αρ­ρω­σταί­νουν; Αρ­ρω­σταί­νουν! Δεν πε­θαί­νουν; Και βέ­βαι­α πε­θαί­νουν! Ό­που τα μεγάλα τ­ζά­κι­α ε­κεί και οι πολλοί τά­φοι! Αλ­λά γι­’ αυ­τό η λέ­ξη ‘ζου­ν’ στη Στά­νη του Μπα­σι­ά ση­μαί­νει ‘γλε­ντού­ν’ είτε το πεις στ’ αρβανίτικα είτε στα ελληνικά.

102 Σχόλια to “Γράμματα δε μαθαίνουν στη στάνη του Μπασιά (διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)”

  1. Γς said

    Καλημέρα
    !!!

  2. Ορεσίβιος said

    Καλημέρα σε όλους. Χαίρομαι που δημοσιεύεις σύγχρονο διήγημα.
    Θα το διαβάσω όμως το βράδυ στην Αθήνα. Σε λίγο φεύγω από τη Δράμα όπου πέρασα εξαιρετικά μια βδομάδα, στο Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους. Ήταν η καλύτερη διοργάνωση στην ιστορία του θεσμού και το χάρηκα πολύ. Παρά την κρίση οι νέοι κινηματογραφιστές αγωνίζονται και δημιουργούν. Έχουν εξαιρετικό ήθος και αλληλεγγύη μεταξύ τους.

  3. Κουνελόγατος said

    Τι να πω. Εξαιρετικό. Συγχαρητήρια και στους δυο σας. Πω πω τι έπαθα πρωινιάτικα… Ναστε καλά.

  4. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂
    Μπράβο σου ρε Λεώνικε, μπράβο, μάς έφτιαξες την Κυριακή μας! Αντίς να τυπώσω το ακατανόμαστο, τύπωσα το Μπασιά σου για να τόνε διαβάσει και η κόρη μου.
    Να’ στε καλά. 🙂

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια. Οι έπαινοι όμως ανήκουν στον Λεώνικο.

    4: Ακατονόμαστο;

    2: Εγώ στη Δράμα θα πάω τέλη-τέλη Οκτωβρίου πάντως.

  6. spiral architect said

    @5β: Τι τυπώνει ο κόσμος αυτές τις μέρες; 😈

  7. Όταν ήμουν μικρός, άκουγα τη γιαγιά μου να αναφέρεται ή να προσφωνεί έναν συγκεκριμένο θείο μου πάντοτε με το όνομα Μπασιάς (basjas). Το λογικοφανές συμπέρασμά μου, ότι επρόκειτο για όνομα, μάλιστα μικρό όνομα κι όχι επώνυμο, καταρρίφθηκε χρόνια μετά όταν διαπίστωσα ότι το θείο Γιάννη, τον έλεγε η γιαγιά μου μπασιά, δηλαδή γαμπρό, επειδή ήταν παντρεμένος με την αδερφή της. Κάπου, όμως, θυμάμαι να τα έχω ξαναπεί αυτά…

    Α, όλοι τους με καταγωγή από Ανατολική Θράκη.

  8. Σωτήρς said

    Καλημέρα, ωραίο διήγημα Λεώνικε.

    7: Ξενομπασάρη λένε στην Κρήτη τον σώγαμπρο.

  9. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Όμορφο διήγημα, το διάβασα μονορούφι, συγχαρητήρια Λεώνικε, τι κρίμα να μη είναι γεμάτος Μπασιάδες ο κόσμος.

    7 – Το ίδιο άκουγα (κι ακούω ακόμα καμια φορά) κι εγώ απο την μάνα μου, για τον θείο μου στον Έβρο, μόνο που μου είχε πεί σε πολύ μικρή ηλικία που την είχα ρωτήσει, οτι έτσι λένε στο χωριό (Νέο Σοφικό πάνω απο το Διδυμότειχο) τον γαμπρό οι κουνιάδες.

  10. sarant said

    7: Για μπασιούρη είχαμε συζητήσει παλιότερα.

    6: Ωχ… δεν είναι και το καλύτερο ανάγνωσμα!

  11. #9: το ίδιο, δηλαδή, αλλά περιορισμένο μόνο σε κουνιάδες. Δηλαδή, ο αδερφός της γιαγιάς μου δεν θα αποκαλούσε τον ίδιο θείο μπασιά.

  12. Διαπιστώνω κάποιες διαφορές με αυτή τη δημοσίευση:
    http://www.scriptamanent.gr/neoi_logotexnes/kalaxwras_lewnikos/sti_stani_toy_mpasia.html

    Αναρωτιέμαι αν είναι από το συγγραφέα.

  13. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    11 – Έτσι νομίζω οτι πρέπει να είναι, οι κουνιάδοι λένε γαμπρέ, θα ρωτήσω την μάνα μου για σιγουριά, και θα σου πώ.

  14. 13: Αν έχει σχέση με τον πασά, φαίνεται λογικό…

  15. Σας ευχαριστώ όλους και προπάντων τον Σερ Σαρ που είχε την πρωτοβουλία, και με ξάφνιασε.

    Ούτε θυμάμαι πότε του το είχα στείλει και γιατί.

    Ίσως επειδή μου αρέσει κι εμένα πολύ.

    Ετοιμάζομαι να το τυπώσω σε μια συλλογή που θα δει, συν Θεώ, το φως τον άλλο μήνα. Θα κάνω και παρουσίαση, θα πω λεπτομέρειες εν καιρώ φυσικά.

    Εννοείται ότι έχω κάξει μερικές μικροδιορθώσεις, όπως στο σημείο που ο υπίατρος δείχνει τ’ αστέρια της επωμίδας του, ο Μασιά αναρωτιέται σιωπηλά ‘τι γυρεύουν εκεί.’

    Αλλά έκανα και μια διόρθωση έχοντας στον νού μου τον Τεό

    “Όταν ψέλνεις, το γέλιο από χαρά δεν πειράζει! Μα όταν κλαις, πάλι μεθάς… αλλά το κλάμα δεν το παρεξηγεί ο Θεός!” δογμάτιζε. Μόνο τα δόγματα που περιέχουν αγάπη παραδέχεται κι επικυρώνει ο Θεός ευλογώντας τα, άσχετα από τα υπόλοιπα ‘πιστεύω’ ή τις ‘εμμονές’ του καθενός.

    [δεν παραθέτω και πάλι το σημείο αδιόρθωτο]

    Και αυτό είναι και το δικό μου βασικό δόγμα.

    Σας ευχαριστώ πολύ. ‘Ηταν μεγάλη τιμήκαι χαρά για μένα. Δεύτερη φορά με τιμάς με ολόκληρο κείμενο.

  16. Γς said

    Βέβαια είναι κι ο Λεώ στο διήγημα.
    Της εποχής που υπηρετούσε ως γιατρός εν τω στρατεύματι.
    Που υπηρετούσαμε, την ίδια εποχή, τον καιρό της Χούντας.

    7:
    >τον έλεγε η γιαγιά μου μπασιά, δηλαδή γαμπρό

    Μάλλον από το μπαίνω, ο μπασιάς. Που μπήκε (σώ)γαμπρος

  17. ευχαριστώ επίσης και για ταλεξιλιγικάτου Μπασιά. Δεν ήξερα ότι σημαίνει ‘γαμπρός’

  18. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    16τέλος: Μπορεί

    15: Εμείς ευχαριστούμε Λεώνικε!

    12: Δεν άλλαξα τίποτε, ούτε ορθογραφία.

  19. Γς said

    16:
    Ο Benetton, o son-in-law ρε παιδί μου…
    😉

  20. spiral architect said

    Εμβασία και λαϊκότρ. μπασιά, απ’όπου και ο μπασιάς-εισβολέας-γαμπρός.
    Ε; 🙄

  21. Γς said

    16, 20:

    Καλά, ποιος είμαι. Το υπέθεσα

  22. georgeilio said

    Μπράβο Λεώνικε. Δίνεις, κατά τη γνώμη μου, και μια νέα αντίληψη του χάπι εντ.

  23. μπασιάς

  24. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα
    σας ευχαριστούμε για την ομορφιά που μας χαρίσατε (που μας χαρίζετε),

    Λεώνικε ευχαριστούμε για την όμορφη αυταπάτη που μας γλύκανε τη μέρα,

    αν και ούτε τότε, ούτε τώρα οι γυναίκες αφού τρώγαν τα χαστούκια τους παντρεύοταν πανευτυχείς κατά τα ειωθότα, δεν εμπνέουν οι καρικατούρες γυναικών, “ανώνυμες εντελώς, άφηναν άλλη κληρονομιά στα κορίτσια• τα σχέδια στο υφαντό και το ‘καρτερία, απαντοχή, σιωπή… ό,τι κι αν γίνει!’ “Μόνο μια φορά πρέπει ν’ ακουστεί η φωνή της γυναίκας στο σπίτι• όταν φορέσει μαύρα!” δίδασκαν στοχαστικά.”

    Παρ’ ότι λησμονάτε την πάλη των τάξεων, “Οι άν­θρω­ποι μα­λώ­νουν ό­χι ε­πει­δή ο έ­νας έ­χει δί­κι­ο και ο άλ­λος ά­δι­κο, αλ­λά γι­α­τί έ­χουν δί­κι­ο και οι δυ­ο!”

    “ουδεὶς οἰκέτης δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει”,

    είναι σαγηνευτικό το “Γράμματα δε μαθαίνουν στη στάνη του Μπασιά”

    οι μουσικοί συνειρμοί

    ΑΠ’ ΤΑ ΚΟΚΑΛΑ ΒΓΑΛΜΕΝΑ-BURGER PROJECT

    Γενοβέφα

    Μπι παέσκο (Αλέξανδρος & Κώστας Χατζής)

    Μπι παέσκο ιλέν σι σουκί,
    μπι λουλουγιάκο οκοπάτσι σι σούκο.
    Ρακί μπι τσονουτέσκο σεμ λεν μπι πάσκο.
    Ρακί μπι τσονουτέσκο σεμ λεν μπι πάσκο.
    Κοπάτσι μπι λουλουγιάκο σεμ λεν μπι πάσκο.
    Κοπάτσι μπι λουλουγιάκο σεμ λεν μπι πάσκο.
    Ακανά νάισεμ τούσα, ακανά νάισεμ τούσα,
    ακανά νάισεμ τούσα, καμάβ τουτ, καμάβ τουτ.

    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

    Χωρίς νερό το ποτάμι είναι ξερό.
    Χωρίς λουλούδι το δέντρο είναι ξερόκλαδο.
    Νύχτα χωρίς φεγγάρι είναι σκοταδιασμένη.
    Είμαι ποτάμι χωρίς νερό, δέντρο χωρίς λουλούδι
    όταν δεν είμαι μαζί σου, αγάπη μου, αγάπη μου.

  25. spiral architect said

    @23: Και με τικ στο σώμα των λημμάτων βγάζει κι άλλα παράγωγα και περιεχόμενα. 😉

  26. 25 Ώ, ναι. Βγάζει το ομογράμματο ο μπασιάς, με τη γενική της μπασιάς. Ε, και; Δεν διαβάζονται έτσι τα λεξικά…

  27. Δημήτρης Μ. said

    Πολύ ωραίο. Μπράβο, Λεώνικε!

  28. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    11 – Φρέσκια πληροφόρηση, τελικά όλοι, κουνιάδες κουνιάδοι, μπασιά τον φώναζαν τον γαμπρο, οι κουνιάδοι αν ο γαμπρός ήταν κοντά στην ηλικία, τον φώναζαν και με το όνομά του, τα μικρότερα αδέρφια τον μεγάλο αδερφό μπάτη, και την μεγάλη αδερφή μπούλα..

  29. spiral architect said

    Του γνωστού και μη εξαιρεταίου Μπασιάκου
    Μπασιάκου από που κρατεί η σκούφια του;

  30. Γς said

    24:
    Μπι παέσκο

    Τι γλώσσα είναι αυτή;
    Ρωμά;

  31. Emphyrio said

    Εξαιρετικο. Δεν ηθελα να τελειωσει.

  32. Ιάκωβος said

    Μα είναι πάρα πολύ καλό. Καλογραμμένο,λιτό και διαβάζοντάς το, ρέει.

    Μου άρεσε πολύ το φινάλε.
    «Μα τι γλέντι… πα­νη­γύ­ρι! Άρχισε αλλά δεν ακούστηκε ποτέ να τέ­λει­ω­σε. … μπο­ρεί να κρα­τά­ει α­κό­μα.

    Έχει κάτι από το Απολείπειν ο Θεος Αντώνιον αλλά και το συναισθηματικό βάθος του φινάλε της Λωξάντρας: Κι ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, ξαφνικά κι ανώδυνα, το Χτες έγινε Πάντα. Πάντα το τραπέζι της Λωξάντρας θα στρώνεται κλπ,κλπ.

    Είναι το είδος του φινάλε, στο οποίο η διήγηση βγαίνει από το φανταστικό πεδίο και περνάει κρυφά σε ένα άλλο επίπεδο, ανώτερο, σ’ αυτό μέσα στο οποίο ζουν ο συγγραφέας και εμείς οι αναγνώστες. Δεν μιλάει δηλαδή πια για τον Μπασιά της ιστορίας, αλλά για το Μπασιά, το διήγημα του Καλαχώρα.

    Ο Μπασιάς, δηλαδή, θα ζει για πάντα και θα γλεντάει, όσο θα μπορούμε να διαβάζουμε το διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα «Γράμματα δε μαθαίνουν στη στάνη του Μπασιά». Που φυσικά, του ευχόμαστε να εκδοθεί και όντως,να διαβάζεται για πάντα.
    ________________________________

    Και συγγνώμη για το θάρρος (θράσος;), αλλά θα προτιμούσα η τελευταία παράγραφος του διηγήματος «Δεν υ­πο­φέ­ρουν; Υ­πο­φέ­ρουν! κλπ» να πήγαινε λίγες γραμμές πιο πάνω και το διήγημα να τελείωνε με τη συναισθηματικά φορτισμένη παράγραφο αυτή:

    Άρχισε αλλά δεν ακούστηκε ποτέ να τέ­λει­ω­σε. Μπο­ρεί να κρα­τά­ει α­κό­μα.
    Αν πας “σα πά­νω… στα βου­νά!” και α­κού­σεις λα­ού­τα και βιο­λι­ά μέ­ρα με­ση­μέ­ρι, να ξέ­ρεις: Εί­σαι στη Στά­νη του Μπα­σι­ά. Ε­κεί η ζω­ή εί­ναι αι­ώ­νι­ο γλέ­ντι.

    (Ταπεινή μου γνώμη, εκείνο το «με δεδομένον τον Μπασιά», δεν χρειάζεται)
    __________________

    Δεν ήξερα ότι είχε Αρβανίτες το Καιμακτσαλάν. Φανταζόμουν ότι οι τσοπαναραίοι θα ήταν Κουτσόβλαχοι.

  33. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Νικοδέσποτα και κεραστή Λεώνικε, ευχαριστούμε.
    Ωραίο πρωινό Κυριακής μας τρατάρατε και με βρήκε και σε εποχή που όλο σκέφτομαι να πάρω τα βουνά, τα νησιά, τα διάπαντα που λέγαμε.
    Συγχαρητήρια Λεώνικε.Το υπέροχο απόφχι, η τελευταία ευχή, το καταστάλαμα, καταλαβαίνω, το βάνω στο λόγο μου αντί γι «αμήν». Βιάζομαι για μεσημεριανό τραπέζι, μα θα ξαναμιλήσω γιατί μ ‘αρεσε πολύ.

  34. Μαρία said

    28
    Στο Σουφλί ο κουνιάδος προσφωνεί το γαμπρό, τον πατέρα του συγγραφέα, μπασιάκο.
    Εδώ σ. 41. Σε αγκύλες δίνεται το ερμήνευμα: μπασιάκος είναι ο γαμπρός, ο μεγαλύτερος σε ηλικία.
    http://www.biblionet.gr/book/192360/%CE%A3%CF%84%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%85,_%CE%88%CE%BD%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CF%80%27_%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%91%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%82_1941-1971

  35. Alexis said

    Έξοχο διήγημα!
    Μπράβο Λεώνικε!

    Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου βγάζει μια ατμόσφαιρα «Ευδοκίας» όλο το διήγημα, κι ο Μπασιάς, έτσι όπως σκιαγραφείται, ντόμπρος, άφοβος, ευθύς, δουλευταράς αλλά και μερακλής, μου θυμίζει πολύ τον «λοχία» της ταινίας.

    [Νομίζω ότι στην αρχή της τέταρτης παραγράφου υπάρχει ένα μικρό μπέρδεμα. Γράφει:

    δη­λα­δή αυ­τός, ο Γεώργιος Μπα­σι­άς του Δη­μη­τρί­ου, ε­κτός αν το βρή­κε α­πό τον πα­ππού του τον Μή­τσο ή τον προ­πάπ­πο του τον Γι­ώρ­γη

    Θαρρώ πως Γιώργης ήταν ο παππούς και Μήτσος ο προπάππος, έτσι τουλάχιστον λέει παραπάνω…]

    Λεώνικε ποια εποχή το έγραψες;

  36. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια και χαίρομαι που το διήγημα (αν και δεν είναι μικρό σε έκταση) διαβάστηκε από τόσο πολλούς.

    Βρήκαμε και τι σημαίνει Μπασιάς, Μπασιάκος -και κρίμα που δεν έχω πρόχειρα τα Οικογενειακά ονόματα του Τριανταφυλλίδη να δω μήπως έχει κάποια αναφορά.

  37. Μαρία said

    36
    σ. 63
    Μπασιάς· μπασιάς. Έτσι ονομάζει ο γυναικάδερφος τον άντρα της μεγαλύτερης αδερφής στη Θράκη. Ίσως όμως και απο το πασάς, πασιάς.

  38. Gpoint said

    Πολύ ωραία δημιουργία, συγχαρητήρια στους συντελεστές.
    Λεώνικε αν κάνεις διορθώσεις, μήπως να ξανακοίταγες εκείνο με το ζαγάρι που πεινασμένο δεν λογαριάζει ανθρώπους γιατί προσωπικά ξέρω πως ζαγάρι λένε το πιο πιστό σκυλί του τσέλιγκα. που είναι σχεδόν π΄ντοτε μαζί του, λίγο δύσκολο ν’ ανάβουν φωτιές για να μην πλησιάσει την στάνη

  39. andam said

    Μπράβο Λεώνικε ωραίος ο Μπασιάς σου
    Μας έκανες κοινωνούς μιας παλιάς Ελλάδας που χάθηκε για πάντα αλλά κάποιες λέξεις και φράσεις έμειναν στο μυαλό μας σαν ξεχασμένες μελωδίες από γιαγιάδες και παππούδες και μας τις ξαναεφερες στο μυαλό.
    Μου θύμισε το χωριό της μάνας μου με τις σάρες και το Βελούχι
    Το διάβασα μονορούφι γιατί είχε ωραία ροή και σου κρατούσε το ενδιαφέρον, παρότι μόλις γύρισα από ταξίδι…

  40. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    34 – Eγώ ρώτησα την μάνα μου (στα 81 πλέον) δεν έχω ζήσει καθόλου στον Έβρο, (τους πρώτους πέντε μήνες της ζωής μου) τον θείο μου τον άντρα της αδελφής της, που ζεί ακόμα (92) μπασσιά (γρήγορη και κοφτή προφορά, π.χ τί κάντς μπασσιά, όχι μπασ.ι.ά) τον αποκαλεί όταν μιλάνε στο τηλέφωνο, αυτά μου είπε αυτά καταθέτω.

  41. takis#13 said

    Πολύ ωραίο ! ήρθα στο γραφείο για δουλειά , ξεκίνησα να το διαβάζω και … το τελείωσα! Νάσαι καλά κ.Λεώνικε.

  42. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    39 – Ευτυχώς που χάθηκε αυτή η αναχρονιστική και καταπιεστική Ελλάδα, δεν νομίζω οτι ήταν και ό,τι καλύτερο, ειδικά για τις γυναίκες, το αντίθετο. Και φυσικά, πέρα απο το όμορφο ανάγνωσμα, το διήγημα κινείται στην σφαίρα της ουτοπίας. Μπορεί να υπάρχουν κάποιοι Μπασιάδες, (πολύ χλωμό) αλλα ως επι το πλείστον, όσοι μεγαλώνουν σε στάνη χωρίς πολυάνθρωπη συναναστροφή, αγράμματοι και αμόρφωτοι, είναι αστοιχείωτοι και μονόχνωτοι, (έχοντας ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα, έχω συναντήσει πολλούς τέτοιους, Μπασιά πολυπράγμωνα, που να γνωρίζει τον Σωκράτη τον Πλάτωνα, τον Ισίοδο, και να έχει άποψη για την Ελλάδα και τον κόσμο κανένα) και εντελώς συντηρητικοί, καμία σχέση με την ουμανιστική οικουμενικότητα, που αποδίδει στον Μπασιά του ο Λεώνικος (συγγραφική αδεία προφανώς) θέλωντας ίσως περάσει την δικό του όραμα για την ελληνική κοινωνία και τον κόσμο γενικώτερα. Αυτό που με ενόχλησε στο διήγημα, είναι η έλειψη του φυσικού σεξουαλικού έρωτα, και το γενικό πουριτανικό κλίμα, έφαγε τα χαστούκια της και παντρεύτηκε ευτυχισμένη κάποιον που δεν ήθελε, και το ανήλικο δεκαεξάχρονο, δόθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, αφού τα βρήκαν οι πατεράδες μεταξύ τους, ο εφηβικός έρωτας ανύπαρκτος, την είδα μου άρεσε την παίρνω αφού την ξεπαρθενιάσω πρώτα, για να είναι σίγουροι για την τιμιότητά της και οι απο κάτω που περίμεναν με τα ποτήρια στα χέρια να το γιρτάσουν. Όπως έγραψα και στο πρώτο μου σχόλιο όμως, διαβάζεται ευχάριστα και απνευστί, απλώς θα ήθελα κάποιες διορθώσεις, ειδικά στην σεξουαλική αντιμετώπιση των γυναικών. Γιατι μη ξεχνάμε, το διήγημα έχει χαρούμενο τέλος, δεν είναι μια σκιαγράφηση της τότε κοινωνίας, όμως ποιά γυναίκα θα αισθάνονταν αυτυχισμένη με τέτοια αντιμετώπιση;

  43. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Τον βάφτισα Ισίοδο τον Ησίοδο.

  44. Γς said

    38:
    Αλλα της ο Τζι, ο πσαράς Τζι και με επάρκεια γνώσεων κυνηγού.
    «Ζαγάρι» το πήραμε απ τους Τούρκους [που το πήραν απ τους άραβες].

    Το δικό μας είναι «Λαγωνικό»

    Το εγγλέζικο είναι Beagle,

    Beagle λεγόταν και το πλοίο του Δαρβίνου.
    HMS Beagle [Πλοίο της Αυτής Μεγαλειότητας]
    Κλικ στο Start Journey για να δείτε όλο το ταξείδι του.

    Α, κάποιο λεξικό μας το έλεγε Λακωνικό.

  45. Παναγιώτης Κ. said

    Λεώνικε,

    Διαβάζοντας τα σχόλιά σου εδώ και μερικούς μήνες, ένα τέτοιο διήγημα περίμενα να γράψεις!
    Το απόλαυσα και δεν κρύβω ότι συγκινήθηκα.Αν τώρα δημιουργείται απορία γιατί η συγκίνηση, την απάντηση να την αναζητήσουμε στην πολύπλοκη λειτουργία των συναισθημάτων.

  46. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #36-37
    «Σαράντα χρόνια Μπότσιαρης και τώρα Μπασιά-Γιώργος» είπε ο Γιώργο Μπότσαρης σε άλλο Σουλιώτη ο οποίος έκλεψε εκεί που συνήθως έκλεβε εκείνος και ο οποίος τον προσφώνησε έτσι. Με αυτή την μεγάλη προσβολή ως αφορμή, η γενιά των Μποτσαράτων αποχώρησε οριστικά από την περιοχή του Σουλίου για τα Τζουμέρκα κατά το 1800. Θέλω να πω ότι σε άλλους αλβανόφωνους το «μπασιάς» μάλλον είχε αρνητική έννοια, προφανώς από την σημασία «γαμπρός».

  47. ...!? said

    Συγχαρητήρια! Πολύ καλό.

  48. cronopiusa said

    ΣΚΑΡΟΣ

    ΚΑΤΩ ΣΤΑ ΔΑΣΙΑ ΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

  49. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια!

    46: Μήπως το υποτιμητικό του μπασια-Γιώργου είναι από την έννοια του σώγαμπρου;

  50. Υπέροχο. Κι ένα ψιλοάσχετο, αλλά έχει μπασιά 🙂
    Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας (Μ’ αφορμή στίχο του Ρίτσου).

  51. 35 στην πρωτότυπη έκδοση (στο σάιτ δηλ. που έχει και το λίκνο στο 12) η σειρά φαίνεται κανονική. Ίσως στην αντιγραφή έγινε μπέρδεμα ή έγινε διόρθωση.

  52. Γς said

    48:
    Cronopiusa με έστειλες με τον ΣΚΑΡΟ!

    Τον έβαζε τακτικά ο πατέρας μου [από τη Λάκκα Σούλι].

    Το ακούω κι ανατριχιάζω.

    Στο ίδιο πικάπ μας έβαζε Ντόιτσε Γκράμοφον, Γιόχαν Στράους, Μπετόβεν και τέτοια.

    Αργότερα, σαν μεγαλώσαμε και φύγαμε, έχοντας κάνει το καθήκον του, έγινε γιεγιές!

    Μάτσο τα δισκάκια με Beatles, Bob Dylan και Elvis Presley. 😉

  53. @12 Στάζιμπο, δικές μου είναι οι αλλαγές. Και στην οριστική έκδοση υπάρχουν επίσης. Αλλά είναι επουσιώδεις. Ίσως στο S.manent κόψαμε κάποιο επεισόδιο. Δεν θυμάμαι και δεν αντέχω να το ξαναδιαβάσω.

    @24 Κρονοπιούσα, σ’ ευχαριστώ για το τόσο ενθουσιώδες σχόλιό σου. [Μίλα μου στον ενικό!]
    Επίσης σ’ ευχαριστώ για τα μουσικά σου σχόλια.

    Βέβαια, και ακόμα στο 24 είμαι, όλοι σας είσαστε υπέροχοι.

    (Άσχετο…) Και πού να βλέπατε σήμερα τον Νίκο στην Αθήνα με λευκό κοστούμι!

    @32 Ιάκωβε σ’ ευχαριστώ. Το Καϊμακτσαλάν είναι ‘ενδεικτικό’ επειδή σα λέξη χτυπάει. Είναι από τις ελευθεριότητες του συγγραφέα. Κι ένας φίλος ήθελε να πάει να βρει τη Στάνη του Μπασιά στον Βόρα… και με το ζόρι τον κράτησα. Κατόπιν το γκούγκλιζε πιστεύοντας ότι σήμερα, μετά από 40 χρόνια, οι Μπασιάδες θα έχουν η-μέιλ. Ευτυχώς είναι τόσοι πολλοί που δεν βρήκε άκρη. Αλλά, όσον αφορά τον χαρακτήρα του, τις ικανότητές του και το γάμο του, δεν υπάρχουν πλασματικά στοιχεία.

  54. Υπέροχο διήγημα! Ρέει αβίαστα και διαβάζεται απνευστί! Συγχαρητήρια 🙂

  55. Theo said

    Πολυ ωραίο, Λεώνικε!
    Μοσχοβολά ντομπροσύνη και αγνότητα, κι ο Μπασιάς ήταν Αρβανίτης, όπως ο πατέρας μου και ζούσε στα μέρη μας (μόνο που εκεί οι Αρβανίτες είναι μαστόροι) κι αυτό μου δίνει περισσότερη χαρά.

    Ευχαριστώ και που με σκέφτηκες. (Είχα διαβάσει το διήγημα πριν από κάποιους μήνες αλλά δεν θυμάμαι πως είχες γράψει το επίμαχο απόσπασμα.)

    Να ‘σαι καλά.

  56. sarant said

    53: Ε όχι και εντελώς λευκό! 🙂
    (Θα ακολουθήσει, αλλά όχι αύριο, πληρέστερο ρεπορτάζ!)

  57. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Το διάβαζα μονορούφι κι όπως είχα γοητευτεί, εκεί προς τη μέση της ανάγνωσης, μου ήρθε να διακόψω και να γράψω «δεν πιστεύω να τον σκοτώνεις αυτόν τον ήρωα Λεώνικε!».
    Είχα ξαφνιαστεί ευχάριστα με την ομορφιά(και αγάπη) της περιγραφής της ζωής στα βουνά γιατί σα να θυμάμαι πως ο Κοτζιούλας δεν πολυαρέσει στο Λεώνικο.
    Μπορεί θαρρώ να το «χωρίσουνε» σε τρία μέρη:ο Μπασιάς στη στάνη, ο Μπασιάς στο στρατό, ο Μπασιάς κι ο ‘ερωτας (Α, περίμενα λίγο καημό στον ήρωα όταν χάνει τη λογοδοσμένη(και σκαμπιλισμένη) ορφανή! 🙂
    Η διαδικασία κατασκευής κουδουνιών είναι εξαιρετικά αφηγημένη,Στέκει μόνη της σαν μικρού μήκους ντοκιμαντέρ.Επίσης,κάθε «επεισόδιο» στο στρατό αποτελεί κι ένα μικρό διήγημα.Έχουν πολλή δύναμη και γλύκα τα γραφόμενα που «απορροφούν» τις όποιες υπερβάσεις και δίνεται αβίαστα συγγραφική ‘αδεια για τα ουτοπικά άλματα(ο φιλόσοφος Μπασιάς είναι ο βοσκός που θα ερωτευτώ,τη δεύτερη φορά που θάρθω για να ζήσω.)
    Σπουδαίο το υπόβαθρο της ιστορίας. Αξίες και προτάγματα για όλες τις εποχές.Με την καρδιά ορμάει ο άνθρωπος μπροστά.Ο νους ακολουθεί, η γνώση κυρώνει την πορεία.
    Χαίρε Λεώνικε.

    «Να είσαι την πρώτη βραδιά στο στρατόπεδο, στο ίδιο δωμάτιο μόνος με τρεις φαντάρους που μιλάνε μεταξύ τους μια γλώσσα που δεν ξανάκουσες και χάλια ελληνικά,ε είναι λίγο ζόρικο.Αλλά μετά,αποδείχτηκαν πολύ καλά παιδιά.Ήταν Πομάκοι»,μας είχε πει ο γιος μου όταν πήγε φαντάρος στην παραμεθόριο στη Ξάνθη.

    σ.σ. Αναγνωρίζουνε το συγγραφέα στο πρόσωπο του τρίτου γιατρού κι ακόμη, νομίζω ότι ο ταχυδρομικός ‘ηταν υπαρκτό πρόσωπο που τον γνώρισε και ήθελε να τον απαθανατίσει περιγράφοντας τις αντιφάσεις του.

  58. Γς said

    16:
    >Βέβαια είναι κι ο Λεώ στο διήγημα.

    57:
    >Αναγνωρίζουνε το συγγραφέα στο πρόσωπο του τρίτου γιατρού

  59. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    58.διορθώσεις: (αμώ το αχνό, γαλλικό μου πληκτρολόγιο)
    «στην παραμεθόριο στη ν Ξάνθη» , σ.σ.» Αναγνωρίζουμε το συγγραφέα»

    Κοκαλί, (ιβουάρ) ήταν το άσπρο ; 🙂

  60. cronopiusa said

    52
    Pnoetica_Ξενιτεμένο μου πουλί_Ksenitemeno mou pouli

    53
    Γρηγόρης Μπιθικώτσης – «στα περβόλια» Μ. Θεοδωράκης

  61. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #49
    Αυτό εννοώ κι εγώ.

  62. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Tη στάνη,στρούγκα,μάντρα, μαντρί, ο Κόντογλου τη λέει και αγίλι.

  63. Για όλους ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ. Μολονότι άλλος έγραψε περισσότερα και άλλο ήταν πιο συνοπτικός, δεν υπάρχει τρόπος να σας ξεχωρίσω, και γι’ αυτό δεν απαντώ σε όλους χωριστά.

    Μερικές ακόμα παρατηρήσεις μόνο:

    @35 Αλέξη, αναφέρεται στο 1972-1973, γράφτηκε πολύ αργότερα.

    @38 Τζι, ζαγάρι στην Αρτοτίνα λέγανε τον λύγκα ή το τσακάλι, γενικά μικρόσωμο σαρκοβόρο αγρίμι. Επίσης ξέρω να λένε ‘βρε, ζαγάρι’ σε μικρά παιδιά υπερβολικά άτακτα και απρόβλεπτα. Τη σημασία που λες δεν την ήξερα. Αλλ’ επειδή ο Μπαμπινιώτης λέει κυνηγόσκυλο, θα το κάνω τσακάλι῍ Σ’ευχαριστώ.

    @42 Λάμπρο. Περιέγραψα τον Μπασιά, το ονοματεπώνυμο πραγματικό, που γνώρισα στον στρατό. Και τις συμπεριφορές που γνώρισα στο χώρο τους (Αμύνταιο, Φλώρινα). Και οι αξιωματικοί είναι αληθινοί, ακόμα και ο κύπριος, όπως και οι ένοικοι του ιατρείου, και οι πολίτες. Το παράκανα λίγο με τους οθωμανούς, το μήκος του στεγάστρου και το επεισόδιο με τον ‘αρχηγό της κυβέρνησης’ που είναι ‘φτιαχτό’.
    Επίσης του έδωσα περισσότερη αρχαιογνωσία απ’ όση είχε.
    Επίσης προσπάθησα να δώσω ένα γλυκό ρόλο στον παπά, επειδή συμπαθώ και σέβομαι ορισμένους ιερείς (παρά τις διαφορές μας).

    Το «έφαγε τα χαστούκια της και παντρεύτηκε ευτυχισμένη» καθώς και ο ταχυδρομικός είναι πραγματικά πρόσωπα. Όντως, πήγα στο γάμο κι έδειχνε πανευτυχής. Δεν ξανάκουσα γι’ αυτήν. Εγκαταστάθηκε στην Κοζάνη.

    «το ανήλικο δεκαεξάχρονο, δόθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, αφού τα βρήκαν οι πατεράδες μεταξύ τους, ο εφηβικός έρωτας ανύπαρκτος, την είδα μου άρεσε την παίρνω αφού την ξεπαρθενιάσω πρώτα, για να είναι σίγουροι για την τιμιότητά της και οι απο κάτω που περίμεναν με τα ποτήρια στα χέρια να το γιορτάσουν.»
    Φαίνεται ότι δεν ξέρεις από Μακεδονία της εποχής. Σήμερα δεν ξέρω τι γίνεται. Αυτή ήταν ‘κανονική’ διαδικασία, ενώ οι περισσότερες ‘αρραβωνιάζονταν’ κι εγκαταλείπονταν. Στο Αμύνταιο τότε υπήρχε, κοντά στο σταθμό, μια περιοχή που έχει ερημώσει τώρα, οι περίφημες ‘Ομελέτες’. Άκουσα με τα ίδια μου τ’ αφτιά κάποιαν να λέει «είχε αρραβωνιαστεί το κορίτσι πέρσι. Μη μας ζητάνε… ξέρω γω!»

    Πάντως, όχι και ότι λείπει ο εφηβικός έρωτας. Όντως λείπει το σεξ, αλλά το ενδιαφέρον μου δεν ήταν το σεξ· σεξ κάνουν όλοι. Το ενδιαφέρον μου στράφηκε περί το πώς το αντιμετωπίζουν. Έπρεπε συνεπώς να ξεχωρίσεις και τη φράση «αυτά είναι μυστικά του ζευγαριού» είπε η μάνα της με περηφάνια. Το ‘με περηφάνια’.

    όμως ποιά γυναίκα θα αισθάνονταν ευτυχισμένη με τέτοια αντιμετώπιση;
    Για ποιαν από τις δυο μιλάς; Και οι δυο μια χαρά παίξανε το ρόλο τους. Άλλωστε αγνοούνταν μεταξύ τους· αποτελούν διαφορετικά επεισόδια της ζωής του Μπασιά.

    @51 Γμάλλε, θα το δω. Δεν αποκλείεται με όλες τις γενεές να μπερδεύτηκα.

    @57 Έφη που φης, εννοείται. Ο τρίτος είναι ο συμπαθέστερος!!!!!!!

  64. 63 Μα, στο http://www.scriptamanent.gr/neoi_logotexnes/kalaxwras_lewnikos/sti_stani_toy_mpasia.html τα πράγματα πάνε κανονικά 🙂

  65. Γς said

    62:

    Αγίλι.
    Ο Λιθοξόου το δίνει μαζί με

    αγέιλι, αγίζι, αγίλ, αγίλα, αγίλιν, ναγκέλα ως

    τούρκικο: ağıl | μάντρα για πρόβατα.

    Δεν τις βρήκα κάπου εκτός από το “αγίζι” στα “Χριστουγεννιάτικα Παραμύθια” του Κόντογλου που λέει και για το αγίλι [μαντρί]:

    “τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι”

    [Λίγο χλωμό να είναι μαντρί, το ομογάλακτο του γιαουρτιού].

  66. Γς said

    64:
    Δείγματα γραφής:
    http://www.scriptamanent.gr/neoi_logotexnes/kalaxwras_lewnikos.html

    Βλέπω είμαστε και συνομήλικοι.
    Το ίδιο νέοι.
    Αλλά εγώ πιο ωραίος!

  67. Gpoint said

    Καλημέρα

    Λεώνικε μια ψιλοαπορία έχω…

    Το διήγημα μου δίνει την εντύπωση πως είναι γραμμένο πριν από χρόνια ή έχεις ακόμα τα κουράγια να γράφεις ηθικοπλαστικά λόγω ιδιοσυγκρασίας ; ;

  68. Gpoint said

    το λέω γιατί για μένα περισσότερη σημασία έχουν οι αμαρτίες της ζωής και η αθωότητα που βγάζουν χρόνια μετά

  69. nestanaios said

    Πήρα δρόμο να διαβώ και διαπίστωσα χωματόδρομο με πολλές λακκούβες.
    Στη στροφή, βλέπω μακριά πολλές άλλες στροφές και μιά φωνή μέσα μου να λέει,
    « Νικόλα, σταμάτα, δεν θα αντέξεις». Πείστηκα και σταμάτησα.

  70. Alexis said

    #62: Πάντως η στρούγκα δεν είναι ακριβώς το ίδιο με τα υπόλοιπα. Στην κυριολεξία είναι (ή μάλλον ήταν) ένας στρογγυλός περιφραγμένος χώρος έξω από το μαντρί, όπου μάζευαν τα πρόβατα για να τα αρμέξουν. Στη μία άκρη υπήρχε διάδρομος από τον οποίο πέρναγαν τα πρόβατα ένα-ένα, τα έπιανε ο τσοπάνος, που καθοταν σ΄ένα σκαμνί συνήθως, και τα άρμεγε.
    #52: Λέγεται ότι στα παραδοσιακά πανυγήρια, εκεί προς τα χαράματα, όταν πλέον οι μουσικοί έχουν αποκάνει από την κούραση, παίζουν το σκάρο για να δώσουν το σύνθημα ότι το γλέντι πρέπει να τελειώσει. Σα να λένε στους θαμώνες «άιντε, είν’ η ώρα να πα να σκαρίσετε τα πρόβατα…»

  71. Alexis said

    Κι εγώ το ζαγάρι για τσακάλι το ήξερα, δεν είχα ακούσει ότι λέγεται και για σκυλί.
    #32, τέλος: Αρβανίτες έχει σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, στην ηπειρωτική από την Πελοπόννησο μέχρι τον Έβρο (!) και σε όλα τα νησιά, πλην Επτανήσων, ίσως.
    Για την Κρήτη δεν ξέρω, ας μας πει η ΕΦΗ 🙂

  72. sarant said

    Καλημέρα κι από εδώ, ευχαριστώ για τα νεότερα και τον Λεώνικο για τις εξηγήσεις!

  73. Λ said

    Καλημέρα. πράγματι ωραία έκπληξη. θα επανέλθω αργότερα.

  74. cronopiusa said

  75. Ειχαμε έναν επτανήσιο μαθηματικό στο σχολείο γύρω στο 1966 που μας αποκαλούσε συχνά ‘ζαγάρια’, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς τι θα πειαυτο (μαντεύαμε πάντως οτι κάποιο ζώο θα είναι). Αργότερα, σ’ένα διήγημα του Χρηστοβασιλη που υπήρχε στο αναγνωστικό είδαμε να γίνεται λογος για ενα παιδί «έξυπνο σα ζαγαρι», και μάλλον κολακευτηκαμε. Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω το συνέβαινε…

  76. sarant said

    Πάντως και ο Μπαρμπαγιώργος αποκαλούσε ζαγάρι τον Καραγκιόζη, μειωτικά.

  77. Aγάπη said

    Άργησα μια μέρα… και έπαθα πλάκα. Γοητεύτηκα 🙂

  78. Ευχαριστώ και πάλι.

    Ο Μπαμπ. λέει τσοπανόσκυλο, κι έτσι το ξέρουν οι πιο πολλοί από δω. Κι εγώ, από το ‘α! το ζαγάρι’ και άσντε, βρε ζαγάρι… δεν μπορώ να βγάλω άκρη. Υπέθεσα αυτό που είπα. Επομένως μάλλον θέλει διόρθωμα.

    Ευχαριστώ που σας άρεσε.

    Δεν το θεωρώ ηθογραφία. Απομνημονεύματα μιας συγκεκριμένης περιόδου είναι. Τα ήθη που είδα όπως και τα ποντιακά, όσα ξέρω, στοστρατό τα έμαθα. Δεν είχα ξανακούθσει για ποντίους και δάκες (όχι αυτούς που ξέρετε αλλά τους μη-ποντίους των περιοχών που επικρατούν οι πόντιοι). Άκουσα κάποιον να λέει ‘δεν είμαστε πόντιοι αλλά δάκες’ Στην αρχή νό0μισα ότι εννοούσε βλάχοι / ρουμάνοι αλλά δεν ήξερε τίποτα για την Δακία. Εννοούσε ‘όχι πόντιοι’.

    Φυσικά με αυτό τιμώ δυο τρεις φίλους μουσουλμάνους που έκανα στο στρατό.

    Τεό, βλέπεις η επικοινωνία των χριστιανών δεν γίνεται με το δόγμα αλλά με τον Χριστιανισμό.

    Κι άσε τοπυς άθεους εδώ μέσα να γελάνε. Μ’ αρέσει να βλέπω άθεους να γελάνε με την πίστη μου. Είναι καλύτερο από το να θυμώνουν.

  79. Emphyrio said

    Στην Κεφαλονια εχουμε και Ξενοπουλο και Μαρκοπουλο (οπου και τα περιφημα φιδακια). Απ’οσο ξερω ηρθαν Αρβανιτες τον 18ο αιωνα, κυνηγημενοι απο απεναντι. Χωρις να το εχω ψαξει, λογικα θα εχουν παει και στην Λευκαδα (που δεν ηταν νησι, και δεν ηταν και Επτανησα) και στην Ζακυνθο – απ’οπου ευκολα θα βλεπαν και την παλια τους χωρα.

  80. ARMADILLO said

    Ωραία τα γράφεις κύριε «Λεώνικε», αλλά η ηλικία στράτευσης τότε δεν ήτανε τα 18. Ήτανε τα 21: η στρατολογική κλάση, άλλωστε, ήταν το έτος γέννησης + 21. Άρα ο ήρωάς σου ήτανε 21 χρόνων σαν πήγε φαντάρος. Λεπτομέρειες, βέβαια, που δεν μειώνουν καθόλου την αξία αυτού του διηγήματος. Είσαι ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ. Συγχαρητήρια!

  81. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    71. Ωχ! 🙂 ζαγάρι στην Ανατ,Κρήτη λέμε ένα είδος «κοντόχοντρης» ,πολύ μυτερής, πρόκας, Μαύρο σκληρό καρφάκι με δυσανάλογα πλατύ κεφάλι,απαραίτητο στο σόλιασμα των φτιαχτών παπουτσιών και των «υποδημάτων»(των παραδοσιακών κρητικών στιβανιών).
    π,χ, «¨ενα κακοκαρφωμένο ζαγάρι εξεβάτζαρε και μου ΄φαε την πατούχα» ,
    Έγώ το πρωτοσυνάντησα με ‘αλλη έννοια (άγριο κακό ζώο,σαν το λύκο ή το τσακάλι νόμιζα) στο δημώδες «Φύγετε ωρέ κλεφτότουρκοι κι εσείς παλιοζαγάρια,εγώ μαι η Λένω η Μπότσαρη η αδελφή του Γιάννου»κάπως έτσι.
    Έκτοτε το βρίσκω σε διάφορες(πολλές) αναφορές και το εννοώ πότε ως αγρίμι και πότε ως σκυλί,κυνηγόσκυλο ή τσοπανόσκυλο αλλά και (θυμωμένα) σε διαολιάρικο παιδί.Θα το χρησιμοποιούσα γι όλες αυτές τις περιπτώσεις εξ ίσου σωστό χωρίς να το σκεφτόνουνα καθόλου.

  82. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    63 – Λεώνικε έχω την εντύπωση οτι ενοχλήθηκες απο το σχόλιό μου, μια και αφιέρωσες ολόκληρο κατεβατό για να μου απαντήσεις, αν και απευθύνθηκα σε άλλον, αλλα μάλλον με παρεξήγησες. Κατ΄αρχήν δεν αμφισβητώ την φυσκή ύπαρξη των ηρώων του διηγήματος, είναι φανερό οτι γράφεις βιωματικά, και να επαναλάβω οτι το διάβασα απνευστί, και πρέπει να ήμουν ο πρώτος, γιατι σχόλια είδα μετά απο μισή ώρα (δεν ήθελα να πάρω την πρωτιά απο τους γνωστούς πρωϊνάκηδες). Απο κεί και πέρα, ξεκίνησε πάρα πολύ όμορφα, αλλα απο τον στρατό και μετά, νομίζω έχασε την αρχική του μαγεία, άρχισε να μου θυμίζει την διαθήκη ενος γύφτου (Παπαποστόλου) απο τα μισά του στρατού όμως, φορτώθηκε πάρα πολύ ο Μπασιάς με υπερβολικές ιδιότητες λές και ήταν ο Μίλων Φιρίκης του Τσιφόρου. Για ένα νέο που δεν ήξερε ανάγνωση και γραφή, και αν η Γή είναι επίπεδη ή στρογγυλή, είναι πολύ περίεργο να μιλάει με τόση άνεση για την Κίνα και την Αγγλία, ενω δεν γνώριζε την έκταση της Ελλάδας. Πάμε και στο επίμαχο θέμα που ενόχλησε και τους δυό μας (απο διαφορετική σκοπιά τον καθένα). Δεν έγραψα πουθενά για σέξ, για φυσικό σεξουαλικό έρωτα μίλησα, η σεξουαλικότητα δεν είναι σέξ, είναι ο δρόμος που οδηγεί σ΄αυτό, που είναι το αποκορύφομα της σεξουαλικότητας. Επειδή είχα την τύχη να ερωτευτώ και να με ερωτευτούν στην εφηβεία μου, ενοχλήθηκα απο τον σχεδόν βάρβαρο τρόπο που περιέγραψες τον εφηβικό ¨»έρωτα» και επιπλέον οτι απο μιά τέτοια σχέση, είναι φυσικό επακόλουθο να προέλθει ευτυχία, ε δεν το νομίζω, ειδικά η χαστουκισμένη, όσο κι αν την είδες χαρούμενη στον γάμο της, ευτυχισμένη δεν έζησε ποτέ της. Θα μου άρεσε να είχε μεγαλύτερη ποιητικότητα η σχέση πρίν τον γάμο, μια και κατέληξε σε ένα ατελείωτο (συνεχές) γλέντι, αλλα αυτή είναι δική μου ενόχληση, σε άλλους μπορεί να τους άρεσε έτσι, κι εγώ δεν έχω και το μεγάλο υπόβαθρο για να σε κρίνω λογοτεχνικά, υπάρχουν εδώ μέσα πραγματικά καλοί κριτές.
    Με το καλό να εκδώσεις τα όποια έργα σου, έτσι κι αλλιώς θα χαρώ πολύ, και σου εύχομαι καλή επιτυχία.

  83. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    65. αγίζι το πρωτόγαλα και αγίλι το μαντρί .Τα έχει και τα δυο μ΄αυτές τις σημασίες ο Κόντογλου στο διήγημά του «Χριστούγεννα στη σπηλιά»

  84. Ιάκωβος said

    Αυτό που επίσης μου άρεσε, είναι η φάση με τη φλογέρα. Έχω την ίδια εμεπιρία από το στρατό, αλλά με πόντιους και κρητικούς, ήδη τότε οι τσοπάνηδες και μάλιστα με φλογέρα , ήταν σπάνιο είδος. Έχω ακούσει όμως στο βουνό.

    Ο σκάρος που έβαλε η cronopiusa εκπληκτικός, είναι παιγμένος από επαγγελματίες στο κλαρίνο. Το οποίο κλαρίνο είναι δυτική εφεύρεση ενός Γερμανού, πάνω στο Γαλλικό όργανο σαλιμό, που το όνομά του προέρχεται από το ελληνικό κάλαμος. Ιδού λοιπόν ο σκάρος από κει που ξεκινήσανε όλα, από το καλάμι του τσοπάνη.

    Στα χρόνια μας έχει συμβεί κάτι μοναδικό,και οι ιστορικοί μετά από αιώνες θα καταναλώνουν μελάνι κι ηλεμέλανο για να κατανοήσουν πως μας βρήκε τέτοιο κακό. Πως, δηλαδή, ενώ όταν είμαστε μικροί ο τσοπάνης ήξερε να παίζει μουσική στα ζαγάρια του σαν φτασμένος συνθέτης , ώσπου να μεγαλώσουμε, ο φτασμένος συνθέτης ήξερε να συνθέτει μόνο γαυγίσματα.
    Πως και γιατί πετάξαμε στα σκουπίδια τη χιλιάδων χρόνων φλογέρα του τσοπάνη και αγοράσαμε πανάκριβα την ανύπαρκτη Γυροβύζιον. Σκάρος σε σουραύλι:

    Όσοι βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο θα πούνε έλα μωρέ, σε κάθε εποχή συμβαίνουν αυτά.Δεν ξέρω τι θα πουν οι μισοάδειοι, αλλά εγώ που βλέπω ότι το ποτήρι είναι πάντα γεμάτο, μισό νερό και μισό αέρα κοπανιστό, νομίζω ότι είναι η μοναδική φορά στην ιστορία που ο άνθρωπος αποξενώνεται από το πιο ζωτικό μέρος της πνευματικής ύπαρξής του, τη μουσική.

  85. Πέπε said

    κ. Λεώνικε, με την απάντησή σας (#63) στον Λάμπρο (#42) καλύπτεται, λίγο πολύ, και μια δικιά μου απορία/ένσταση: ότι αν ποτέ υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, που αμφιβάλλω, πάντως αποκλείεται να υπάρχουν τώρα. Στην Ελλάδα τουλάχιστον.

    Δύο μικρά γλωσσικά σχόλια:

    α) > > Τα γλέ­ντι­α τα στή­να­νε οι νέ­οι ό­ταν οι γέ­ροι ‘α­πό­κα­μα­ν’ να δι­η­γού­νται, και τις ι­στο­ρί­ες τις λέ­γα­νε οι γέ­ροι ό­ταν οι νέ­οι α­πό­κα­μαν να χο­ρεύ­ουν και να ξε­φα­ντώ­νουν:

    απόκαμναν (απόκαμαν είναι αόριστος)

    β) Ο ποντιακός χορός είναι κότσαρι, όχι κοτσαρί

  86. Πέπε said

    @71: Αρβανίτες έχει σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, στην ηπειρωτική από την Πελοπόννησο μέχρι τον Έβρο (!) και σε όλα τα νησιά, πλην Επτανήσων, ίσως.

    Όχι σε όλα τα νησιά. Από Κυκλάδες, ενεργούς Αρβανίτες έχει η Άνδρος. Έχει επίσης στη Ν. Εύβοια, στον Αργοσαρωνικό βέβαια, και κάτι μεμονωμένα γλωσσικά ίχνη στην Τζια. Σ’ όλο το υπόλοιπο Αιγαίο νομίζω τίποτε. Στη Σάμο τα χωριά Αρβανίτες και Λέκκα τα ίδρυσαν Αρβανίτες, των οποίων όμως οι απόγονοι είναι απόλυτα αφομοιωμένοι πλέον. Αγνοώ πλήρως για τις Σποράδες. Στις υπόλοιπες Κυκλάδες, τα 12νησα, την Κρήτη και το Β.Α. Αιγαίο δεν αποκλείω να υπάρχουν κάτοικοι με απώτατη και ξεχασμένη αρβανίτικη καταγωγή, αλλά μαρτυρία για αρβανιτόφωνες κοινότητες δεν έχω συναντήσει ποτέ.

    (Ανθρώπους που δε μιλούν αρβανίτικα αλλά που γνωρίζουν σαφώς ότι είναι Αρβανίτες, και που μίλαγε η μάνα τους ή η γιαγιά τους, τους συγκαταλέγω στους «ενεργούς»).

  87. gbaloglou said

    Αφιερωμένο στον συγγραφέα

  88. gbaloglou said

    και γαρ εις κοπροζάγαρος χίλιας [προβατίνας] να διώκη — Διήγηση Τετραπόδων 415

  89. sarant said

    Όλα στην Παιδιόφραστο ανάγονται! 🙂

  90. elkas said

    Το επώνυμο Μπασιάς υπάρχει στη Μονή Σελίνου Χανίων. Η σημαντική αυτή οικογένεια (με οπλαρχηγούς κλπ.) κατάγεται από το κοντινό Επανωχώρι Σελίνου. Μερικοί (λίγοι) της οικογενείας χρησιμοποιούν το υποκοριστικό επώνυμο Μπασιαδάκης.
    Υπάρχει και ο Άγιος Παναγής ο Μπασιάς στην Κεφαλλονιά.

    Περισσότερα για την οικογένεια Μπασιά: https://sites.google.com/site/bassiafam/home

    Το επώνυμο το συσχετίζω με το τουρκικό baş=αρχηγός, επί κεφαλής.

  91. sarant said

    90: Ευχαριστούμε. Δεν αποκλείεται ένα επώνυμο να είναι στην πραγματικότητα δυο ομόηχα, από διαφορετικές ετυμολογήσεις, που να συμπίπτουν.

  92. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    90 Τέλος. – Ίσως γι΄αυτό η προφορά να είναι με παχύ σ και με το ιώτα να ακούγεται ελάχιστα και κολλημένο μέσα στην λέξη, τουλάχιστον έτσι το άκουγα απο την μάνα μου.

  93. gbaloglou said

    89 Όχι πάντως το ζαντίκι, που υποθέτω σημαίνει «χοιροστάσιο», και που δεν το βρίσκω πουθενά! (Νόμιζα πως το επώνυμο «Ζαντίκ» ήταν Αραβικό, τελικά μάλλον Εβραϊκό προκύπτει, δεν νομίζω να σχετίζεται, απλώς το αναφέρω…)

  94. sarant said

    Κι εγώ πρώτη φορά το βλέπω το ζαντίκι. Δάνειο ασφαλώς.

  95. Μαρία said

    93, 94
    Υπάρχει στο ιδίωμα (γουγλίστε) ενός χωριού της Νιγρίτας, της Βέργης, και σημαίνει όμως κοντός, ζουμπάς.

  96. gbaloglou said

    93 Εβραϊκότατο

  97. Λ said

    Ψες αργά τέλειωσα το διήγημα με δάκρια στα μάτια, νομίζω από την αγωνία μου, μην πάθει τίποτα το παιδί πριν απολυθεί. Είναι πράγματι ένα πολύ ωραίο και καλογραμμένο διήγημα. Συγχαρητήρια Λεώνικε.
    Επειδή ήμουν εκτός έδρας και μου πήρε τρεις μέρες να το διαβάσω, έχοντας, έτσι χρόνο να σκεφτώ διάφορα, θυμήθηκα ένα αντίστοιχο ήρωα του Καζαντζάκη στο Χριστός Ξανασταυρώνεται, που δεν είχε καθόλου την ευχέρεια λόγου σε αντίθεση με τον Μπασιά. Θυμήθηκα επίσης κάποιους βοσκούς σε ένα διήγημα του Λουντέμη (δεν θυμάμαι τον τίτλο ούτε και το έχω), όπως και τον φτωχό άγιο του Παπαδιαμάντη. Όπως το Λεώνικο θαυμάζω τους βοσκούς και τις βόσιενες, που ξέρουν τη μια μεγάλη αλήθεια . Όσον αφορά τα στερεότυπα περί κοριτσιών και της παρθενίας κλπ, νομίζω θα ήταν και λίγο αφύσικο να περιμένουμε τον Μπασιά να είναι φιλελεύθερος σε αυτά τα ζητήματα, αν και τον Τολστόι ακόμη τον κακίζω που στο τέλος του βιβλίου του Πόλεμος και Ειρήνη, η Νατάσα το μόνο που κάνει είναι να γεννοβολά και να θηλάζει τα παιδιά του Πιερ.

  98. gbaloglou said

    88/89 Λαγό έβγαλε ο κοπροζάγαρος: γκουγκλίζοντας τον — μια και στην Ελληνική γραμματεία είναι πιθανότατα άπαξ λεγόμενον — βρίσκω μία και μόνη χρήση (μαζί με κάτι που μάλλον σημαίνει «χοντροκέφαλος» στην γλώσσα κάποιων βορείων γειτόνων, που φαίνεται να κατέχει ο Ελληναράς ‘συζητητής’, υποδεικνύοντας πιθανή όσο και απρόσμενη επιβίωση της λέξης ‘εκεί’):

    l get the idea,it is spontaneous-believe me, that you make your living on the autobahn going to Germany prostituting. Am l wrong???? maybe that’s why you are informed about Mykonos,baby!!!! Use condoms, malaka, humanity cannot stand your lose!!! and do not caugh, you will empty all your bowels behind you!!! Koprozagari, magareglavata.

  99. sarant said

    98: Πάλι διδάξαμε πολιτισμό!

  100. gbaloglou said

    98 magareglavata = γαϊδουροκέφαλος 🙂 🙂

  101. 93 Σε αγγελτήριο κηδείας Αρμένιου συμπολίτη είδα το «Ζαντίκ» ως μικρό όνομα, οπότε … ρωτώντας χθες βράδυ έναν Αρμένιο μετανάστη έμαθα ότι στα Αρμενικά «ζαντίκ» σημαίνει … «Πάσχα» (άρα ο παραπάνω Ζαντίκ είναι … Πασχάλης).

  102. sarant said

    Ωραία, μάθαμε κάτι!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: