Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Μένης Κουμανταρέας (1931-2014)

Posted by sarant στο 7 Δεκεμβρίου, 2014


menis-koumandareas-1Βρέθηκε χτες το πρωί νεκρός στο σπίτι του, δολοφονημένος όπως φαίνεται, ο συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας, ένας από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους της γενιάς του.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1931, ο Κουμανταρέας εμφανίστηκε στα γράμματα με τη συλλογή διηγημάτων «Τα μηχανάκια» το 1962. (Δεν ήταν μηχανόβιος: τα μηχανάκια του τίτλου είναι τα φλιπεράκια) Ακολούθησαν πολλά σημαντικά πεζά, κυρίως μυθιστορήματα. Από το 1982 ασχολήθηκε αποκλειστικά με το γράψιμο και τις μεταφράσεις. Το 1986 εξέδωσε τη «Φανέλα με  το εννιά», που έγινε ταινία από τον Παντελή Βούλγαρη και τον έκανε ακόμα περισσότερο γνωστό. Μέχρι το τραγικό τέλος παρέμενε συγγραφικά ακμαίος -το τελευταίο του μυθιστόρημα, «Ο θησαυρός του χρόνου» εκδόθηκε φέτος, ενώ το περσινό, «Θάνατος στο Βαλπαραΐζο», που το έχω διαβάσει, είχε θέμα τις συνομιλίες του ετοιμοθάνατου Έριχ Χόνεκερ με έναν Έλληνα γιατρό.

Για να τιμήσουμε τη μνήμη του, διάλεξα να παρουσιάσω τις πρώτες σελίδες από ένα από τα καλύτερα βιβλία του, το μυθιστόρημα «Βιοτεχνία υαλικών», που εκδόθηκε το 1975 από τις εκδ. Κέδρος και τιμήθηκε την επόμενη χρονιά με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. (Το κείμενο το έχω πάρει από επανέκδοση για μια σειρά του Βήματος, σε επιμέλεια Ελένης Κεχαγιόγλου, που είναι μονοτονισμένη και με διακριτικά εκσυγχρονισμένη την ορθογραφία, σελ. 11-24).

Το μυθιστόρημα, θυμίζω, εκδόθηκε το 1975, όταν το Γκάζι δεν ήταν τόπος νυχτερινής διασκέδασης αλλά εργοστάσιο φωταερίου. Ο Κουμανταρέας δεν είναι συγγραφέας με περίεργο λεξιλόγιο, αλλά δεν ξέρω τι είναι οι ντισές που αναφέρει σε κάποιο σημείο. Όποια ή όποιος μπορεί, ας μας διαφωτίσει. (Τελικά, όπως προκύπτει από τα σχόλια, το ντισές είναι εκλεκτό σατέν ύφασμα, ενώ υπήρχαν και πολυθρόνες τύπου ντισές μπριζέ).

Πριν προχωρήσω στο απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κουμανταρέα, παρεμβάλλω (σαν διαφημιστικό διάλειμμα) μια λογοτεχνική είδηση: αύριο Δευτέρα 8.12, στις 5.50 μμ, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (Ακαδημίας 50), η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων διοργανώνει εκδήλωση μνήμης για τον αγαπημένο μου Γιώργο Κοτζιούλα. Το ενδιαφέρον πρόγραμμα, εδώ.

ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΥΑΛΙΚΩΝ, απόσπασμα

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ, Η ΜΠΕΜΠΑ ΤΑΝΤΗ κατηφόριζε την Πειραιώς φορτωμένη τιμολόγια και αποδείξεις. Ένιωθε άκεφη και κουρασμένη· θα προτιμούσε να τριγύριζε με τα χέρια ελεύθερα σαν άντρας. Από τότε που κληρονόμησε το μαγαζί του πατέρα της κι αποφάσισε να πάρει σύζυγο και συνεταίρο, έχασε το βάδισμα του νέου κοριτσιού, το στήθος της είχε μεγαλώσει, τα μαλλιά της θαμπώσει.

Το μαγαζί, η μικρή βιοτεχνία υαλικών, στεγαζόταν στο ισόγειο ενός δίπατου σπιτιού, στη συμβολή Πει­ραιώς και Ιεράς Οδού, εκεί όπου παλιότερα ήταν η λαχαναγορά και τώρα ο δήμος είχε φυτέψει ένα παρκάκι. Ακριβώς απέναντι, κάπου τριάντα στρέμματα τοιχισμένα, βρισκόταν το Γκάζι. Μέσα από τους λέ­βητες και τις καμινάδες οι ατμοί ανέβαιναν τυλίγο­ντας το τετράγωνο σε ομίχλη, και το συρματόπλεγμα, γύρω, θύμιζε Κατοχή. Από τότε μάλιστα που στην πύλη φύλαγε βάρδια με τους πολίτες κι ένας φαντάρος, της φαινόταν πως από ώρα σε ώρα ένα κύμα βίας θα ξεσπούσε στην πόλη. Τάχυνε το βήμα της και χωνό­ταν στο μαγαζί.

Τα ρολά μισόκλειστα, αναγκαζόταν να σκύψει, για να περάσει. Κάτω από τη σύναξη των πολυελαίων η Μπέμπα Ταντή αντίκριζε τον άντρα της καθισμένο σ’ ένα γραφείο από φορμάικα, το πρόσωπο σκυμμένο στους λογαριασμούς, τα πόδια μαζεμένα κάτω από την καρέκλα. Τους κροτάφους φώτιζαν ασημένιες τούφες κι ανάμεσα τρεμόπαιζαν κάτι άρρωστες φλεβίτσες. Άφηνε την τσάντα της παράμερα και καθόταν κοντά του. Μιλούσαν για τις τελευταίες παραγγελίες, τοποθετούσαν κατά ημερομηνία τα γραμμάτια, έκλει­ναν ταμείο. Έπειτα κατέβαζαν τα ρολά και με βήμα αργό ξεκινούσαν για το σπίτι. Κατοικούσαν λίγα τε­τράγωνα παρακάτω. Τραβούσαν μέσ’ από τα στενά του Ρουφ, σταματώντας η Μπέμπα να ισιώσει την κάλτσα της, ο Βλάσης ν’ αγοράσει τσιγάρα.

Φτασμένοι σπίτι, ο Βλάσης βούλιαζε στην πολυ­θρόνα, η Μπέμπα ξυπολιόταν και, μ’ ένα άνοιγμα του φερμουάρ, άφηνε τη φούστα της να κυλήσει μπρος στον καθρέφτη. Η πρώτη γνωριμία στους διαδρόμους της Σχολής, ο Βλάσης τρέχοντας στη γραμμα­τεία να διεκπεραιώσει κάποιες διατυπώσεις του πτυ­χίου, η Μπέμπα δευτεροετής με τις μικρές φροντίδες των υπογραφών. Έσμιγαν στα ζαχαροπλαστεία της οδού Σίνα, παρέα με συμφοιτητές της που συνδικαλί­ζονταν, οργάνωναν απεργίες και προβαίναν σε διαβήματα. Οι λέξεις φασίστας, δολοφόνος, χαφιές έπεφταν σαν πιστολιές. Αργότερα, Κυριακές στην Κόρινθο, του έφερνε αλλαξιές εσώρουχα, γλυκά, βιβλία κοινωνιολογίας τυλιγμένα σ’ εφημερίδες της δεξιάς. Περνούσε τα δέματα μπροστά απ’ τους σκοπούς προκλητικά, κι εκείνοι την έγδυναν με το μάτι. Φορούσε φορέματα ανοιχτά στο στήθος, την ίδια πάντα άσπρη κορδέλα στα μαλλιά, χτενισμένα πίσω, να φανερώνουν ένα μέ­τωπο λευκό κι ανάλαφρα προτεταμένο. Έπειτα ήρθε ο καιρός της απόσπασης· τα σαββατόβραδα κλεισμένα σε κάμαρες επαρχιακών ξενοδοχείων, τα τζάμια φραγ­μένα μ εφημερίδες, το ίδιο πάντα φόρεμα παρατημένο στην άκρη του δωματίου δίπλα σ’ ένα ζευγάρι άρβυλα ξεχαρβαλωμένα.

Όση ώρα η Μπέμπα άλλαζε φόρεμα, αφήνοντας τα μαύρα της μαλλιά ξέπλεκα μες στον καθρέφτη, ο Βλάσης άλλαζε κανάλι στην τηλεόραση, σταθ­μεύοντας στις ειδήσεις. Ήταν αυτές, κάθε βράδυ, κομμένες και ραμμένες στα ίδια μέτρα, και μόνο αραιά και πού το βλέμμα του ζωήρευε όταν άκουγε για κάποιο πραξικόπημα, μολονότι κι αυτά, τον τελευταίο καιρό, είχαν καταντήσει κοινός τόπος. Με κινήσεις αργές φορούσε τα βραδινά της, φώ­ναζε τον Βλάση να της κλείσει το φερμουάρ, εκείνος έπαιρνε τα κλειδιά του σπιτιού, εκείνη του αυτοκινή­του, έμπαιναν στη μικρή Σκόντα κι η Μπέμπα καθό­ταν στο τιμόνι.

Ακολουθούσαν το ίδιο δρομολόγιο, Αγίου Κων­σταντίνου, Σταδίου, Φιλελλήνων, Συγγρού, για να καταλήξουν στο ίδιο πάντα κεντράκι με τις μαρίδες. Κάθονταν στ’ ορισμένο τραπέζι, έπαιρναν στην αρχή μεζέ, εμφιαλωμένο κρασί Δεμέστιχα, κι άρχιζαν τις ατέρμονες συζητήσεις. Ποτέ απευθείας οι δυο τους, μα πάντα διασταυρωμένοι μέσ’ από τις κουβέντες της παρέας.

Τα μέλη της παρέας ήσαν ο Βάσος Ραχούτης κι ο Σπύρος Μαλακατές, που τους περίμεναν φτασμένοι πρώτοι στο ραντεβού. Ήσαν κι οι δυο σαρανταπεντά­ρηδες, κατά τι μεγαλύτεροι από τον Βλάση. Ο Βά­σος παχύς, ασθματικός, με μάτια τριγυρισμένα από σκάμματα και χείλη γραμμένα σαν κοριτσιού. Είχε τελειώσει μια σχολή τεχνικών επαγγελμάτων και είχε καταλήξει ιατρικός επισκέπτης σε φαρμακευτική εταιρεία. Μιλούσε αδιάκοπα για φάρμακα και ήταν σωστή αυθεντία στα χάπια για τα νεύρα. Ο Σπύρος ψηλός, στεγνός, με άσαρκα χείλη, είχε μια τάση να κουτσαίνει από τ’ αριστερό πόδι. Είχε ταξιδέψει στην Αμερική, ανακατευτεί με αλογοτροφεία, κάνει κι ένα διάστημα στην Κορέα με το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, για να καταλήξει στην Ελλάδα ανέστιος και πένης. Ία μπάλωνε τώρα με δουλειές του ποδαριού.

Βάσος και Σπύρος ήσαν και οι δυο εργένηδες, κα­τοικούσαν στη Νέα Σμύρνη, στον ίδιο όροφο πολυκα­τοικίας, σε διαμερίσματα του ενός δωματίου, αντικριστά. Τους δυο φίλους συντηρούσε το ζεύγος Ταντή, αναθέτοντάς τους δουλειές πλασιέ σ’ επαρχιακές πό­λεις. Περιόδευαν για λογαριασμό της βιοτεχνίας στην Πάτρα, στο Βόλο και στη Θεσσαλονίκη, σέρνοντας τις ξεπατωμένες βαλίτσες τους δεμένες με σπάγκο. Ταξίδευαν πάντα με νυχτερινό τρένο, καθισμένοι σε κουπέ, ο ένας απέναντι στον άλλο, ο Σπύρος καπνίζο­ντας σέρτικα, ο Βάσος Σαντέ.

Η γνωριμία των δύο φίλων με τους Ταντήδες χρονολογείται από τότε που βρέθηκαν όλοι μαζί να παραθερίζουν στη Νέα Μάκρη – πάνε με­ρικά χρόνια. Τις πολύ ζεστές μέρες, τις ώρες της μεσημβρινής ανάπαυσης, μπορούσες να τους δεις να τριγυρνάνε στην παραλία· ο Βάσος μ’ ένα μαύρο μαγιό λαστέξ ξεχειλωμένο, ο Σπύρος ν’ ακολουθεί ελάχιστα βήματα πιο πίσω, σκυφτός, μέσα σε άσπρο μπουρνούζι. Προχωρούσαν μέσα στην άχνη της με­σημεριανής ησυχίας, μετρώντας τα βήματα αμίλητοι, βουτώντας πότε πότε, δειλά σαν κοπέλες, τα πόδια τους στο νερό. Τα βράδια, στις βεράντες του ξενοδο­χείου, κάπνιζαν κάτι φτηνά πουράκια των περιπτέρων, ντυμένοι μέσα σε άσπρα κουκουλάρικα που πλέανε στα σώματά τους. Έμεναν με τα μάτια καρφωμένα στους Ταντήδες, καραδοκώντας για ένα βλέμμα τους, αρπάζοντας την καλησπέρα τους όπως οι πεινασμένοι την μπουκιά. Τις μέρες εκείνες η Μπέμπα φορούσε ένα κίτρινο φόρεμα με νταντελένιο γιακά, κρατούσε και μια βεντάλια από ξύλο αρωματικό, δώρο κάποιου μακρινού συγγενή της που ταξίδευε με τα καράβια. Τα μάτια της χάνονταν και ξαναφαίνονταν πίσω απ’ αυτήν, μεγάλα και θολά, σαν φώτα στην ομίχλη. Με τις ψάθινες πολυθρόνες τους ν’ αγγίζονται, οι δυο φίλοι κρατούσαν ώς και την αναπνοή τους.

Έκτοτε, η παρέα των τεσσάρων δέθηκε στενά. Στην αρχή με τη σφοδρότητα που ταιριάζει στις νέες φιλίες. Υστερότερα, κατοχυρώθηκε με εβδομαδιαίες εξόδους. Σαββάτο βράδυ, η μικρή Σκόντα κατηφόριζε στις Μαρίδες, όπου, φτασμένοι πρώτοι, περίμεναν ο Ραχούτης με τον Μαλακατέ. Έπιναν, έτρωγαν, ανέ­λυαν τα τρεχούμενα, πάσχιζαν να βρουν μιαν άκρη, μόλο που κάθε συζήτηση για τις τύχες του τόπου, έπειτα από στιγμιαίες αναλαμπές, είχε την τάση να πέφτει σε τέλμα. Στην επιστροφή, η Σκόντα λοξοδρο­μούσε στη Νέα Σμύρνη για ν’ αφήσει τους δυο φίλους. Οι Ταντήδες καταντούσαν να φτάνουν σπίτι τους ξη­μέρωμα, αφού πρώτα έκοβαν μια βόλτα από το μα­γαζί, να βεβαιωθούν ότι τα φώτα ήταν κλειστά, το λουκέτο ασφαλισμένο. Σπάνια ν’ αγρυπνήσουνε μαζί· η αϋπνία τούς παίδευε με βάρδιες, κι ήσαν τότε ανα­γκασμένοι να μένουν με τα μάτια ανοιχτά στο σκο­τάδι, ακίνητοι, από φόβο μην ταράξει ο ένας την ησυ­χία του άλλου.

Κάποτε οι δουλειές κινδύνεψαν. Το γυαλί αντί να λιώνει μες στο καμίνι, έτοιμο να περάσει στα καλούπια, έμενε στοιβαγμένο στις αποθήκες, κι όταν κά­ποτε κυκλοφορούσε, οι γυαλάδες πλήρωναν τόκους υπερημερίας και φύλακτρα τελωνείου. Το χρήμα στην αγορά στένευε, οι πιστωτές περίμεναν με τα γραμ­μάτια στο χέρι, ενώ οι χρεώστες φρόντιζαν ν’ ανα­βάλλουν. Σιγά σιγά, τ’ αποθέματα -λάμπες, πολύ­φωτα, απλίκες – σώνονταν στο μαγαζί. Μέσ’ απ’ τους πολυέλαιους που κρέμονταν σκονισμένοι, οι Ταντήδες παρακολουθούσαν το φως της μέρας από γαλάζιο να γίνεται μαβί, έπειτα μαύρο. Τότε, κατέβαζαν τα ρολά, που φαίνονταν ασήκωτα, και τραβούσαν για το σπίτι. Η Μπέμπα έμενε μέσα, ο Βλάσης έπαιρνε τους δρόμους.

Τραβούσε μέσα από τα στενά του Ρουφ, πηγ­μένα από συνεργεία αυτοκινήτων, μηχανουργεία, οικοδομικά μηχανήματα, κι έψαχνε ν’ ανοίξει δρόμο μέσ’ απ’ τα βυτιοφόρα και τις νταλίκες που μάστιζαν την περιοχή. Στην απόπνοια της βενζίνης έρχονταν να προστεθούν οι αναθυμιάσεις από το Γκάζι. Ανηφόριζε την Πειραιώς, τραβούσε Τρίτης Σεπτεμ­βρίου, σταματούσε στη Βικτώρια να πάρει ανάσα, να πιει καμιά γκαζόζα με παρέες φίλων. Ήσαν αυτοί παλιοί συμμαθητές του απ’ τη Σχολή, οι περισσότε­ροι είχαν κάνει φαλάκρα και κοιλιές. Μιλούσαν αδιά­κοπα για μάρκες αυτοκινήτων, για το χρηματιστήριο, για οικοδομικά τετράγωνα, για γκαρσονιέρες και τις καλές ταβέρνες. Έφευγε πτοημένος. Αναζητώντας άλλον αέρα, κολλούσε με τους εργάτες στα καφενεία της Αιόλου και της Αθηνάς. Εκείνοι όλο και κάποιον γύρευαν να ξομολογηθούν, να πουν για τα μιστά και την ακρίβεια της ζωής. Εξάλλου, η ιδιότητά του σαν εμπορευόμενου τον έκανε στα μάτια τους πρόσωπο σεβαστό. Γρήγορα τους παράτησε κι αυτούς. Ρίχτηκε με τα μούτρα στα χαρτιά. Έπαιζε με αργόσχολους πρέφα και κοντσίνα στα καφενεία της γειτονιάς του, χωρίς να είναι αναγκασμένος να μιλά, παρά ξόδευε τις ώρες του, άλλα παίζοντας κι άλλα μελετώντας. Σε λίγο άρχισε να χάνει. Όπως αργά κατάλαβε, όλοι αυ­τοί ήταν σαΐνια της πιάτσας, μπασμένοι στα μυστικά της τράπουλας, στον ιππόδρομο και στα στοιχήματα. Του θύμιζαν μαυραγορίτες της Κατοχής, τους φαντα­ζόταν να εκμεταλλεύονται γυναίκες της επαρχίας, να κάνουν τα χειρότερα. Νιώθοντας αφύλαχτος από πα­ντού, γρήγορα πάλι κλείστηκε σπίτι.

Βουλιαγμένος στην πολυθρόνα του, έβλεπε μέσ’ απ’ τον καθρέφτη τη γυναίκα του να βάφεται και να χτενίζεται. Υστερότερα, την έβρισκε βυθισμένη σε περιοδικά μόδας και σε σινερομάντσα. Στα ράφια της βιβλιοθήκης άραζαν σκονισμένα βιβλία του Μαρξ, του Ένγκελς, ιστορίες οικονομιών, ο Δεύτερος Παγκό­σμιος πόλεμος, λίγη λογοτεχνία. Τον πρώτο καιρό, η Μπέμπα διάβαζε οτιδήποτε της έπεφτε στο χέρι. Προμηθευόταν τα βιβλία από πλασιέ με δόσεις, μι­σοτιμής από τα καροτσάκια, τεύχη εγκυκλοπαιδειών από τα περίπτερα, ενώ παράλληλα παθιαζόταν με την πολιτική, κατάστρωνε σχέδια για οικονομικά συστή­ματα, που είχε κατά νου να εφαρμόσει. Τώρα, έμεναν ξαπλωμένοι ο ένας απέναντι στον άλλο, κι άφηναν την τηλεόραση ανοιχτή.

Τα βράδια στο διπλό κρεβάτι τους, το χέρι του Βλάση πήγαινε ψάχνοντας για το δικό της χέρι· μια διαβεβαίωση πως τίποτα δεν άλλαξε, και πως, αν οι δουλειές δεν πήγαιναν σαν πρώτα κι η ζωή κυλούσε μονότονα, το λάθος ήταν της ζωής. Η Μπέμπα αφη­νόταν ήρεμα, έμεναν σαν άλλοτε, με τα μάτια γυρι­σμένα ο ένας στον άλλο, έπειτα αποτράβαγε το χέρι της, έκλεινε πρώτη το φως.

Στην απραξία της αγοράς, κάποτε η Μπέμπα απο­φάσισε να δώσει λύση. Όσο το μυαλό της σταματούσε μπροστά σε σχήματα αφηρημένα, τόσο προκειμένου για ζητήματα πρακτικά γεννοβολούσε αδιάκοπα ιδέες. Ξετρύπωσε παλιά σεντόνια, μαξιλαροθήκες και φο­ρέματα, προίκα της μάνας της και της γιαγιάς της, και ξεσήκωσε τα σχέδια: γιρλάντες με κισσούς, σχη­ματισμούς από τριαντάφυλλα, τρίγωνα, εξάγωνα και πυραμίδες. Κοπιάριζε τα σχέδια σε διαφανή χαρτιά και τα διοχέτευε στους καλουπατζήδες. Από κει τα πατρόν έπαιρναν δρόμο για τα γυαλάδικα και τις βιο­τεχνίες, γινόντουσαν χαλκομανίες που ψήνονταν μαζί με το γυαλί ή ζωγραφιστά στο χέρι με τη μέθοδο της αμμοβολής. Άλλα σχέδια προορίζονταν για λάμπες κι επιτραπέζια φωτιστικά και αποτυπώνονταν σε φαρφούρι, σε φαγιάνς ή σε κοινό γυαλί, κι άλλα χρησί­μευαν για μοτίβα που θα στόλιζαν τα αμπαζούρ. Έβλεπες πάνω στο σατέν και στις ντισές κρινάκια και πασχαλίτσες, και στους τσεβρέδες μαίανδρους, και στις περγαμηνές ζιγκ ζαγκ και μισοφέγγαρα. Είχε εξάλλου μπουχτίσει με τα κλασικά κρύσταλλα των πολυελαίων, τους «ημικαταρράκτες», τη «χάντρα», το «σαγρέ». Έπιανε τώρα και σχεδίαζε νέα, το «καμπα­νάκι», τη «φλογέρα», το «σπαθάκι», που σκόρπιζαν στην αγορά έναν εφηβικό αέρα.

Κι ολοένα χωμένη στις αποθήκες του σπιτιού, τα μαλλιά της μέσα σε ιστούς αράχνης, η Μπέμπα όλο και κάποιο σερβίτσιο του τσαγιού, στιλ Μαρκησίας, θα ’βρίσκε ν’ αντιγράψει, παλιά κάδρα με τις χρωμολιθο­γραφίες του Κωνσταντίνου και της Σοφίας, καθώς και εργόχειρα του ’20 και του ’30 με μοτίβα της Πόλης, της Μικράς Ασίας και της Αλεξάνδρειας. Στο μαγαζί καθόταν με το ένα χέρι στο τηλέφωνο να δίνει τις πα­ραγγελίες, το άλλο αποτελειώνοντας κάποιο σκίτσο. Κι όταν ο Βλάσης, καθισμένος δίπλα της, σταματούσε τους λογαριασμούς για να βουτήξει κανένα παξιμαδάκι στον καφέ του, η Μπέμπα τού πετούσε ματιές που έκαναν το χέρι του Βλάση να τρέμει.

Τα σαββατόβραδα, η Μπέμπα άρχισε να παίρνει μαζί της το βιβλίο με τα πατρόν, όπως άλλες θα ’παιρναν τα κεντήματά τους. Τα έδειχνε στον Λαχούτη και στον Μαλακατέ, που με τη σειρά τους τα κοιτούσαν προσεχτικά· ο Βάσος τοποθετώντας τα σε απόσταση σπιθαμής από το οπτικό του πεδίο, σα να ’θελε να περιπλανηθεί στο τοπίο τους, να χαθεί ο ίδιος μέσα. Αντίθετα, ο Σπύρος τα κρατούσε σε κάποια από­σταση, θα ’λεγες ότι αναζητούσε την προοπτική, τη γενική ιδέα.

Με αφορμή τα σχέδια, αρχινούσαν οι δυο τους με πάθος ατέρμονες συζητήσεις, αναθυμούμενοι σκόρπια οικογενειακά περιστατικά, φίλους παλιούς, γυναίκες χαμένες, τόπους που είχαν ή ήθελαν κάποτε να επισκεφτούν. Στο μεταξύ, ο Βλάσης δεν έλεγε να ξεκολλήσει τα μάτια από τη γυναίκα του. Τα μαύρα της μαλλιά ξεσπούσαν πλαισιώνοντας το άσπρο της δέρμα, η σάρκα των χειλιών της χώριζε σαν πληγή, κι ολοένα μέσα από το μισάνοιχτο μπούστο της ονειρευό­ταν την κρυφή ελιά ανάμεσα στα στήθη, αυτήν που άλλοτε λάτρευε με τις ώρες.

Με τον καιρό, κόπασε η δίψα της αγοράς γι’ ανα­νέωση, η μανία της Μπέμπας καταλάγιασε κι αυτή. Είχε, είναι αλήθεια, στο μεταξύ κάνει το κομπόδεμά της, επενδύοντας τα κέρδη σε μετοχές. Τις είχε κλει­σμένες σ’ ένα μικρό χρηματοκιβώτιο στο μαγαζί, πα­ρέα μ’ ένα κολιέ μαργαριτάρια και μια καρφίτσα από ρουμπίνια, κειμήλια οικογενειακά που κρατούσαν από πάππου προς πάππον, και φύλαγε εκείνη τα κλειδιά. Τ’ απογεύματα, η Μπέμπα έπαιρνε τώρα πάλι τα περιοδικά της και στηνόταν μπροστά στην τηλεό­ραση. Τα μάτια της ακουμπούσαν στην οθόνη χωρίς να βλέπουν συχνά πίεζε τον Βλάση να βγει και να ξεσκά­σει. Κι όσο ο Βλάσης δειχνόταν απρόθυμος, έπαιρνε την τσάντα της, ένα μαύρο τσαντάκι από χάντρες, και ξεπόρτιζε η ίδια.

Στην αρχή πήγαινε στο περίπτερο για τσιγάρα, στο φούρνο για παξιμαδάκια του Βλάση. Έξω από τα μηχανουργεία άραζαν νεαροί με φόρμες, τα χέρια βου­τηγμένα στο γράσο. Στο πέρασμά της όλο και κάποια κουβέντα θα τους ξέφευγε και γέλαγαν, αφήνοντας να φανούν τα δόντια τους μέσ’ απ’ τη μουντζούρα. Για να βρει ένα μέρος ν’ ανασάνει, η Μπέμπα αναγκαζόταν να περάσει τις γραμμές του τρένου, διέσχιζε την Κων­σταντινουπόλεως, κι έφτανε σε μια μικρή πλατεία με το άγαλμα του ευεργέτη Φλέμινγκ. Καθόταν στο ζαχαροπλαστείο, κάτω από τις πιπεριές, κι άφηνε έναν μεστό μελαχρινό, Θεσσαλονικιό στην καταγωγή, να τη σερβίρει.

Τον έλεγαν Δημήτρη, είχε τελειώσει τη θητεία του και δούλευε, προσωρινά, γκαρσόνι. Μαζεύοντας τα ποτήρια και σκουπίζοντας τα τραπέζια με την πο­διά του, έβρισκε την ευκαιρία να τη ρωτήσει αν της είχε αρέσει η πάστα ή το παγωτό. Πότε πότε, κλεφτά, της έφερνε τυλιγμένο σε πετσετάκι κανέναν μπεζέ ή κανένα αμυγδαλωτό κι έφευγε γρήγορα, προτού η Μπέμπα αρχίσει τις διαμαρτυρίες. Σιγά σιγά, πήρε τη συνήθεια να της κουβεντιάζει· ξάνοιγε την καρ­διά του, της ξομολογιόταν. Όνειρό του ήταν, λέει, να μπαρκάρει, κι από το καράβι να ξεγλιστρήσει σκα­στός σε κάποιο λιμάνι. Μακριά από γονιούς κι αδερ­φές -είχε μια παντρεμένη και δυο λεύτερες στη Θεσ­σαλονίκη- θ’ άρχιζε μια καινούργια ζωή. Η δυσκολία ήταν το φυλλάδιο, μήπως είχε εκείνη κανένα γνωστό πράκτορα να τον ναυτολογήσει; Κι όπως της μίλαγε χαμηλόφωνα, χαδιάρικα, σκύβοντας ανεπαίσθητα στο μέρος της, άφηνε το γόνατό του, τυχαία, ν’ αγγίξει το δικό της γόνατο. Η Μπέμπα άλλαζε στάση απότομα, κατέβαζε τη φούστα κι ένωνε τα πόδια. Μέσα από τις χαμηλωμένες βλεφαρίδες της, τα μάτια της έκοβαν σαν φαλτσέτες. Αποτέλειωνε βιαστικά την πάστα κι έφευγε, πετώντας το αντίτιμο πάνω στο τραπέζι. Πε­ρίσσευε πάντα και για πουρμπουάρ.

Τα βράδια, στο κρεβάτι τους, η Μπέμπα τύχαινε να μιλήσει του Βλάση για τον Θεσσαλονικιό. Παίνευε το χαρακτήρα του -τέτοιους άδολους στην ψυχή και καλοφτιαγμένους ανθρώπους ήταν δύσκολο να βρει κανείς-, μήπως είχε εκείνος τίποτα γνωριμίες να τον συστήσουν; Ο Βλάσης την άκουγε αμίλητος. Στο φως της λάμπας, το πρόσωπό του έδειχνε ένα πρόσωπο σαραντάρη, ασπρισμένο απ’ την κλεισούρα, με πεταγμένες τις φλέβες στους κροτάφους, μια μύτη λε­πτή, που το κόκαλό της ανάμεσα στα μάτια χόντραινε ξαφνικά, κι ένα στόμα σαρκώδες, σφιγμένο μέσα σε παρενθέσεις από ρυτίδες. Τούτες οι ρυτίδες, περισ­σότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, φανέρωναν την ηλικία του. Τις εξουδετέρωνε, σπάνια, ένα γέλιο παιδικό. Όπως κρατούσε κλειστά τα μάτια του, η Μπέμπα δεν μπορούσε να θυμηθεί το χρώμα τους. Της φαινό­ταν πως ήσαν καστανά προς το λαδί, το μόνο που της έμενε έντονο στη μνήμη ήταν κάτι το δακρυσμένο, σα να ’χε πεταχτεί μέσα τους μια στάξη από λεμόνι ή ζουμί μανταρινιού. Και όλο το διάστημα δεν σταμα­τούσε να μιλά για τον Θεσσαλονικιό, αναλύοντας τις πλευρές του χαρακτήρα του και τονίζοντας τ’ αδρά χαρακτηριστικά του. Όταν κάποτε η έξαψη της Μπέμπας έπεφτε, ο Βλάσης άπλωνε το χέρι του και πή­γαινε ψάχνοντας για το δικό της χέρι. Όμοια με κάτι χειρονομίες τυφλών που ελπίζουν να ξανάβρουν το φως τους. Και, όταν η Μπέμπα αποκοιμιόταν, εκείνος έμενε ώρα πολλή με τα μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι. Τώρα δα ήσαν μάτια μαύρα, κατάμαυρα, σαν τρύπες σε ορυχεία από λιγνίτη.

82 Σχόλια to “Μένης Κουμανταρέας (1931-2014)”

  1. […] […]

  2. gregan said

    http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=73&t=246384&start=75
    Φαίνεται πως είναι ύφασμα, Νίκο (duchesses), όπως λέμε κρετόν, σατέν κ.λπ.

  3. gregan said

    Κι εδώ http://ischool.e-steki.gr/showthread.php?t=56367&page=2

  4. gregan said

    Υπάρχουν και πατάτες ντισές, αλλά εδώ πρόκειται για ύφασμα, «της δούκισσας» που λέμε.

  5. Νέο Kid Στο Block said

    Η δούκισσα (όχι το γλυκό ή οι πατάτες) αλλά το εκλεκτό σατέν.
    http://www.wisegeek.org/what-is-duchesse-satin.htm#didyouknowout

  6. Πέπε said

    Καλημέρα!

    Στην παράγραφο «Τα μέλη της παρέας…», αρχή τελευταίας περιόδου: Ία = Τα.
    Και στο εισαγωγικό, Βαλπαραίζο = Βαλπαραΐζο (shift + W).

  7. Νέο Kid Στο Block said

    Ουπς! Παρντόν μεσιέ Gregan! Mα πότε πρόλαβες ; (σ’αυτό το σάιτ ,αν αργήσεις σε τρώει ο συναγωνισμός… 🙂 )

  8. spiral architect said

    Kαλημέρα. 🙂
    Ντισές. Μήπως εννοεί τις ντιζέζ;

  9. gregan said

    ΝΤΙΣΕΣ ΜΠΡΙΖΕ = · Είναι μια ιδιαίτερα μακριά chaise longue που ονομάζεται brisee(=σπασμένη, γαλλικά),όταν αποτελείται απο δυό ή τρία κομμάτια που συνενώνονται. · Ο 18ος αι. υπήρξε στη Γαλλία εποχή λατρείας της άνεσης και της πολυτέλειας. Η πλούσια παραγωγή περίφημων επιπλοποιών, όπως ο Εμπέν, δημιούργησε νέα, μετασχηματιζόμενα ή διαιρούμενα έπιπλα, για εξειδικευμένες χρήσεις.Οι πολυθρόνες χωρίζονταν σε δυο κατηγορίες:τις fauteuils meublants,που ήταν πιο επίσημες και μάλλον άβολες, τοποθετημένες κατά μήκος των τοίχων ενός χώρου, συμπληρώνοντας την εσωτερική αρχιτεκτονική του και τις fauteuils courants,που βρiσκόντουσαν κοντά στο τζάκι ή συνέθεταν μικρά σαλονάκια.Στις τελευταίες ανήκουν και οι duchesses brisees. · Σήμερα,οι πολυθρόνες τύπου duchesse brisee είναι συνήθως αντίγραφα εκείνων του 18ου αι. Ωστόσο, υπάρχουν θαυμάσια πρωτότυπα δείγματα μεταγενέστερων εποχών,όπως εκείνα του μεσοπολέμου.Η σύγρονη παραγωγή επίπλων,αναζητώντας συνεχώς νέες και συχνά εξεζητημένες μορφές και χρήσεις,δημιουργεί κατα καιρούς κάπιοα καθίσματα που βασίζονται στην αρχική ιδέα της duchesse brisee.
    Από το http://homedesignbyelkal.blogspot.gr/2010/07/3.html

  10. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστω πολύ για τα πρώτα σχόλια και για τις διορθώσεις!

    Gregan, με εντυπωσίασες. Βέβαια, ενώ η αναφορά μαζί με το σατέν παραπέμπει σε ύφασμα, το θηλυκό γένος παραπέμπει σε πολυθρόνες.

  11. Στα Δεκεμβριανά, τον είχαν πάρει όμηρο, ήταν 12-13 ετών, μαζί με τη μητέρα του, και αφού μπήκαν και απαλλοτρίωσαν στο σπίτι, και τον κράτησαν μια βδομάδα στο Περιστέρι.

    Παρ’ όλα αυτά, έλεγε, δεν τους μίσησε. Καταλάβαινε ότι ήταν απλοί άνθρωποι που αγωνίζονταν για κάποιο σκοπό.

    Οσο για το ότι απ’ το 1982 αφιερώθηκε στο γράψιμο (από 52 ετών),
    αυτό συνέβη διότι τότε, μεταξύ άλλων, τότε ήταν που παντρεύτηκε και σταμάτησε να δουλεύει.
    Δούλευε 19 χρόνια σαν ασφαλιστής, αν και θα μπορούσε να μην δουλεύει καθόλου, λόγω της περιουσίας που είχαν.
    Δούλευε, όμως, επειδή -ο ίδιος τα ‘χει πει σε συνεντεύξεις- ζούσε ο πατέρας του και δεν μπορούσε να φαίνεται σε αυτόν ανεπάγγελτος.
    Μόλις πέθανε, το 1981, σταμάτησε τη δουλειά και -ευτυχώς- αφοσιώθηκε στο γράψιμο.

  12. Παναγιώτης Κ. said

    «Είχε αυτοπεποίθηση χωρίς να είναι αλαζονικός».
    Δημοσθένης Κούρτοβικ σήμερα το πρωί στον Αναγνωστάκη και τον Χασαπόπουλο.

  13. βεβαια δεν ειναι 1 αλλα αναγνώσιμο και το 13

    Οι περισσότεροι είχατε την ευγένεια να το αντιπαρέλθετε. Ευτυχώς όμως μερικοί δεν την είχατε, και το σχολίασατε ώστε ν’ αποκατασταθεί η τάξη.

    Αναφέρομαι στα Εορταστικά Μεζεδάκια της 6/12/14
    Στο @13 έκανα μια ‘επίθεση’ στον Νοικοκύρη, σχετικά με κάποιο ‘μεζεδάκι’ που είχε εντοπίσει, και το οποίο αμφισβήτησα με τρόπο ακατανόητα οξύ.
    Πιο συγκεκριμένα κάποιος είπε για κάτι ‘όπως αν τα παρήγαγε’ (αόριστο) ενώ ο ΣΣ ήθελε παρατατικό (παρήγε).
    Εγώ επέμενα στον αόριστο με το σκεπτικό ότι μετά από το ‘αν’ έπρεπε να μπει υποτακτική, παραβλέποντας ότι το ‘παρήγαγε’ ΔΕΝ είναι υποτακτική.
    (Δεν αντιγράφω επακριβώς την επιχειρηματολογία μου γιατί είναι απιθάνως λανθασμένη και ανοήτως επιθετική) Είναι αυτό που λένε «κάτι έπαθε αυτός.»

    Βέβαια στο @18 προσπαθώ να διορθώσω κάπως τα πράγματα τουλάχιστο ως προς τη συμπεριφορά μου γράφοντας ‘έχω λίγες τύψεις για το @13. Τύψεις είπα, όχι ότι μετάνοιωσα’. Για την ουσία του ζητήματος παρέμενα αμετανόητος.

    Ο Πέπε στο @21 προσπαθεί να με διορθώσει, αλλά ομιλεί εις ώτα μη ακουόντων. Του απαντώ στο @70 εμμένοντας στη θέση μου.

    Στο @34 ο Γς δεν παίρνει χαμπάρι, ψάχνει να βρει τη γιορτή του Αγίου Φλώρου.

    Στο @42 ο ΣΣ με διορθώνει, με παραπομπή και στον Πέπε, αλλά «στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.» Στο @74 μού αγριεύει λίγο… αλλά δεν παίρνω χαμπάρι. Αμετακίνητος! Βράχος! Απαντώ στο @75 και το @77 προσθέτοντας και άλλες ανοησίες. Ούτε τρολ κατά του εαυτού μου να ήμουν.

    Στο @82 ο Νεοκίδιος ρίχνει μια ψήφο υπέρ του ΣΣ χωρίς επεξηγήσεις.

    Στο @84 ο Άγγελος μού γράφει (το μεταφέρω).
    Λεώνικε, errare humanum est, perseverare diabolicum. Έχεις πέρα για πέρα άδικο σ’ αυτά που έγραψες στο 13. Όχι γιατί υπάρχει ή δεν υπάρχει πια υποτακτική, ζήτημα αμφιλεγόμενο και πάντως (σ’ αυτό συμφωνώ) άσχετο με την όποια ορθογραφική επιλογή, αλλά διότι από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, στους υποθετικούς λόγους τους αντίθετους του πραγματικού η υπόθεση εκφέρεται με παρατατικό: «ει μη αυταί εβούλοντο, ουκ αν ἡρπάζοντο» [Ηρόδοτος], «αν είχα λεφτά [αλλά δεν έχω], θα αγόραζα αυτοκίνητο», και ομοίως «αν ο οργανισμός παρήγε (=σχημάτιζε, έφτιαχνε) φυσιολογικά ορμόνες, οι τιμές τους στο αίμα θα ήταν …»

    Του απαντώ αμέσως μετά, στο @85 αφού έχω αντιληφθεί το λάθος μου:

    Παρά την υπόσχεσή της ότι μετά από το φαγητό θα πηγαίναμε (παρατατικός) βόλτα, η γυναίκα μου αποφάσισε (αόριστος) να πάει στο κομμωτήριο.
    Έτσι κι εγώ για να την πειράξω (αόριστος) της είπα (αόριστος) ένα τραγουδάκι:
    Αν μ’ αγαπούσες όσο σ” αγαπώ, αν μ’ αγαπούσες (παρατατικός)
    θά ’ταν (παρατατικός) ο κόσμος όνειρο γλυκό, αν μ’ αγαούσες (παρατατικός)
    και προφανώς θα της μιλούσε, θα την κοιτούσε, θα την πρόσεχε, θα την περιποιόταν κ.ο.κ. (όλα παρατατικός)
    Συνεπώς στα @13 και τα υπόλοιπα είχα πάθει μια κρίση ΠΑΤ (=πεισματικής ανυποχώρητης τύφλωσης).
    Το συντακτικό της ΝΕ τα λέει όπως τα λέτε (αλλά κρατάει τη χρήση της υποτακτικής)
    Συνεπώς ζητώ συγνώμη για την ξεροκεφαλιά μου.
    Κι ένα μπούμερανγκ. “αν δημιουργούσε” είναι επίσης παρατατικός.
    Είπαμε… ΠΑΤ
    Φυσικά θα το βάλω και σε θέση μείζονος αναγνωσιμότητος.

    Διορθώνω: ΟΠΑΤ = οξεία πεισματική ανυποχώρητη τύφλωση

    Ακολουθούν τα @85, 86 και 87 μεταξύ του Άγγελου και εμού, που διευκρινίζουμε κάποια λεπτομέρεια…

    Στο @102 ο Αλέξηςμε κατσαδιάζει και με το δίκιο του:

    #85: Mea culpa λοιπόν Λεώνικε! 🙂
    Φυσικά και δεν είναι υποτακτική αορίστου.
    Να (αν) παραγάγει ή παράξει είναι η υποτακτική, το «παρήγε» που θα ήταν το σωστό στην προκειμένη περίπτωση είναι παρατατικός.

    Στο @125 ο Μιχάλης Νικολάου κάνει την εξής παρέμβαση:
    84,
    …και «Φως ει μη είχομεν, όμοιοι τοις τυφλοίς αν ήμεν» (Από τα αρχαία του γυμνασίου.)

    ΑΥΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΛΑΘΟΣ ΜΟΥ

  14. Παναγιώτης Κ. said

    Ξεχώρισα δύο τουλάχιστον φράσεις από το κείμενο.

    «Θα προτιμούσε να τριγύριζε με τα χέρια ελεύθερα σαν άντρας»

    «…ειδήσεις. Ήταν αυτές, κάθε βράδυ, κομμένες και ραμμένες στα ίδια μέτρα»

  15. Alexis said

    Μεγάλη απώλεια για τα ελληνικά γράμματα ο θάνατος του Κουμανταρέα…
    Ευχαριστούμε για το αφιέρωμα Νίκο.

    #13: Δεν σε κατσάδιασα βρε Λεώνικε, το αντίθετο μάλιστα (άλλωστε έβαλα και φατσούλα που χαμογελά).
    Έτσι κι αλλιώς μου είσαι εξαιρετικά συμπαθής και το να παραδέχεται κάποιος δημόσια το λάθος του δεν είναι ό,τι πιο συνηθισμένο στη χώρα που ζούμε…

  16. Νομίζω, πως η σημαντικότερη δουλειά μου είναι η Βιοτεχνία Υαλικών, που βρήκε να βγει ακριβώς στη μεταπολίτευση και μάλιστα η Πολιτεία μου έδωσε το πρώτο βραβείο, που δεν ήθελα να το δεχτώ στην αρχή, και δεν ήθελα γιατί ήμουν τόσο εναντιωμένος με την πολιτεία 7 χρόνια, που ξαφνικά δεν πίστευα, ότι μια αλλαγή 15 ημερών ή ενός μηνός θα μπορούσε ν’ αποκαταστήσει τα πράγματα και εν μέρει δεν το πιστεύω ακόμα. Πάντως η Βιοτεχνία Υαλικών είναι ένα βιβλίο που με απασχόλησε 56 χρόνια. Δεν ξέρω, αν είναι μυθιστόρημα και δε μ’ ενδιαφέρει, γιατί εγώ δε βάζω ταμπέλες στα βιβλία μου, πάντως φαντάζομαι, ότι είναι ένα πορτραίτο του Έλληνα με την αγωνία του να επιβιώσει και επαγγελματικά, να στήσει μια βιοτεχνία, αλλά και συναισθηματικά, πώς περνάμε από τα γρανάζια μιας πολιτικοποίησης, φτάνεις στην ουδετεροποίηση μιας σύγχρονης ζωής, που δεν έχει καμιά σχέση με τους αγώνες που έχουν προηγηθεί.

    Συνέντευξη Μένη Κουμανταρέα στο 1ο τεύχος του περιοδικού Περίπλους (Άνοιξη 1984), στη Μαίρη Δέγλερη (σ.3-5)
    https://app.box.com/s/bgiua0ub4ebqyixz5shf

  17. Βρε την ΠΕΦ…

    Στα γλωσσικά, και με αφορμή τα μηχανάκια του ΜΚ, στη δεκαετία του 70 ο καθιερωμένος όρος για το μοναδικό τέτοιο μαγαζί της πόλης μας, με μπιλιάρδα, φλίπερ και ποδοσφαιράκια, σ’ ένα μακρόστενο ημιυπόγειο, ήταν «μπαλάκια». Πάμε στα μπαλάκια, λέγαμε -νομίζω από των διαφόρων μεγεθών σφαίρες του μαγαζιού, η μετωνυμία πρέπει να ήταν από το μπαλάκι στα ποδοσφαιράκια.

  18. Πέπε said

    @13:

    Ε εντάξει βρε Λεώνικε! Τι είναι αυτά τώρα, ενοχές; Τα ‘παμε χτες, και τα σωστά και τα λάθη και τις διορθώσεις των λαθών. Έφαγες ένα σκάλωμα, μετά το πήρες χαμπάρι, δήλωσες εντελώς απερίφραστα αυτό ακριβώς (ότι είχες φάει ένα σκάλωμα αλλά τώρα το πήρες χαμπάρι), το διάβασαν όλοι όσοι ενδιαφέρονταν για τη συγκεκριμένη συζήτηση, η συνεννόηση αποκαταστάθηκε, και η ζωή συνεχίζεται.

    Άλλωστε έχει δίκο ο Αλέξης (εδώ #15) ότι το να παραδέχεται κάποιος δημόσια το λάθος του δεν είναι ό,τι πιο συνηθισμένο στη χώρα που ζούμε…

    Απλώς θέλω να συμπληρώσω σχετικά με κάποιο μήνυμα (πριν λυθεί η παρανόηση) που έλεγες «και ο Πέπε δεν απήντησε» ότι απλώς δεν ήμουν στον υπολογιστή. Την ώρα που το είδα πλέον όλα είχαν εξηγηθεί και μπει στη θέση τους, και παρείλκε να απαντήσω.

    Νομίζω ότι είναι καιρός να πάμε γι’ άλλα…

  19. gbaloglou said

    15 Στον περίφημο «Τάφο» (Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, δεκαετία 70) … πάμε με φίλο μου να παίξουμε μπιλιάρδο Αμερικάνικο … και καθ οδόν προς τον ‘στίβο’ έχουμε στιγμιαία, απρόβλεπτη μετατόπιση φορτίου και απώλεια ισορροπίας στο ‘τρίγωνο’ με τις 15 μπάλες … οπότε γέρνει και του πέφτουν του φίλου μου όλες οι μπάλες … και διασκορπίζονται προς πάσαν κατεύθυνσιν — αξέχαστη στιγμή, αξέχαστη και η έκφραση στο πρόσωπο του 🙂 🙂

    [Χρόνια Πολλά Νίκο … και ζωή σε λόγου μας, γενικώς…]

  20. Γς said

    Εγώ, στέκομαι στα μέρη που περιγράφει:

    Συμβολή Πειραιώς και Ιεράς Οδού, που πάντα ήταν ο Λεωνίδας, που έφτιαχνε ψησταριές. Γκάζι, Ρούφ,

    Ακόμα και η Πλατεία Φλέμιγκ, που λέει. Τακτικός θαμώνας απέναντι στο Εστιατόριο του Μπάμπη με τους Τουλούζ-Λοτρέκ

    Την χρονιά που εκδόθηκε το μυθιστόρημα του Μένη, το 1975, έπιανα δουλιά στο Πανεπιστήμιο της Περιοχής (Γεωπονική) και από τότε, καμιά σαρανταριά χρόνια, όλο και σουλατσάριζα στην περιοχή.

    Πάντως διαβάζοντας για το Γκαζι:
    >Μέσα από τους λέ¬βητες και τις καμινάδες οι ατμοί ανέβαιναν τυλίγοντας το τετράγωνο σε ομίχλη, και το συρματόπλεγμα, γύρω, θύμιζε Κατοχή

    θυμήθηκα το Εργοστάσιο Φωταερίου, όχι το 1975 αλλά όταν λειτουργούσε πολύ πριν πέσει στα χέρια αυτών που φάγανε τόσα και τόσα για να το ‘αναδείξουν’ και να φαντάζει η μουτζούρα των καμινάδων δίπλα στον Κεραμικό την Αρχαία Αγορά και τα λευκά μάρμαρα του Παρθενώνα, σαν να είναι μουσείο της Βιομηχανικής Επανάστασης στο μουντό Λονδίνο.

    Το 1956. Που έγινε και η αιτία να πάρω κάποιες αποφάσεις, που μπορεί να πάρει ένα 12χρονο.

    Ηταν η εποχή που άρχισα να φεύγω από το σπίτι. Στην αρχή για ώρες μέχρι να μου περάσει ο θυμός. Μετά για μέρες, μετά περισσότερο, μέχρι να την κοπανίσω για πάντα, μερικά χρόνια αργότερα.
    Περπατούσα λοιπόν στο πεζοδρόμιο της Πειραιώς δίπλα στο εργοστάσιο του Φωταερίου και έκλαιγα τη μοίρα μου. Τι δυστυχισμένο παιδάκι ήμουν που μου έτυχε τέτοια μάνα και τέτοια.
    Χειμώνας, σκοτάδι και κρύο, πολύ κρύο. Και ήταν και Χριστούγεννα!
    Μοναχούτσικο και λύπη να φαν κι οι κότες.
    Μέχρι που είδα τους εργάτες να φτυαρίζουν κάρβουνο για τον λέβητα. Κι αυτοί δεν έκαναν Χριστούγεννα με τους δικούς τους.

    Με τούτα και με τα άλλα το όνειρό μου έγινε πραγματικότητα.
    Το νιώθω τις χρονιάρες μέρες. Που πάντα χορταίνω ασφάλεια ανάμεσα σε σύντροφο παιδιά φίλους.
    Και θυμάμαι το Γκάζι του 1956 και το δακρυσμένο αγοράκι.

  21. "Ετεροδημότισσα" said

    Καλό Ταξίδι.

  22. Ξυπνάει μνήμες η πέννα του…εκεί που λέει πως » Καθόταν στο ζαχαροπλαστείο, κάτω από τις πιπεριές» με το πιπεριές εννοεί κάποιο δένδρο που έκανε μαύρα σποράκια σαν το άτριφτο πιπέρι. Είχε και στην γειτονιά μου τέτοια δένδρα

  23. Πέπε said

    @22: Οι πιπεριές είναι κοινότατο δέντρο στις δεντροστοιχίες των αθηναϊκών πεζοδρομίων. Μόνο που (αυτές τουλάχιστον που ξέρω εγώ) βγάζουν ροζ σποράκια, όχι μαύρα. Τα οποία είναι, νομίζω, κανονικό ροζ πιπέρι. Απολύτως βρώσιμο, ελαφρύ και αρωματικό. Ταιριάζει και σε γλυκά.

  24. Εαμοβούλγαρος said

    Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,

    1) Άρτι επιστρέψας εκ της Ρωμέϊκης Επαρχίας, εύχομαι κι εγώ ό,τι καλύτερο στον εορτάζοντα κ. Σαραντάκο. Αντί δώρου, τον ενημερώνω (βάζω στοίχημα ότι το αγνοεί) ότι και η Cosmote πωλεί τα βιβλία του υιού και του πατρός Σαραντάκου. Ας ρίξει μιά ματιά εδώ

    http://www.cosmotebooks.gr/gr/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC/author/220161-%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-1959/results,1-20?language=el-GR&virtuemart_authorcategories_id=2

    και εδώ http://www.cosmotebooks.gr/gr/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC/author/240297-%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82

    2) Επίσης, τον ενημερώνω για την λέξη που θα μπεί οσονούπω σε όλα τα Παγκόσμια Λεξικά και αφορά τον γυναικείο αυνανισμό. Είναι η «Κλίττρα» («klittra») την βρήκαν οι Σουηδοί και είναι κατά το ήμισυ ελληνική: Ένας συνδυασμός των λέξεων «klitoris» (κλειτορίδα) και «glittra» (βλέμμα/γκλίτερ). Οι μερακλήδες ας ρίξουν μιά ματιά εδώ για περισσότερες λεπτομέρειες

    http://www.vice.com/gr/read/klittra-i-nea-souidiki-leksi-pou-perigrafei-ton-gynaikeio-aunanismo

    Επειδή βρισκόμαστε σε νήμα για τον μακαριστό Μένη Κουμανταρέα (Μένιο τον λέγαμε, εμείς που τον ξέραμε από το 1983…) στον οποίο άρεσαν υπερβολικά οι πορνοσυζητήσεις, θα επισημάνω το εξής: Ο Γυναικείος Αυνανισμός είναι τεράστιο θέμα και απασχολεί όλη την πολιτισμένη Ανθρωπότητα, εκτός από το υποκριτικό Ρωμέϊκο. Τα παραμύθια περί «Σημείου G» με τα οποία μάς βομβάρδιζαν επί δεκαετίες οι Φεμινίστριες έχουν τελειώσει κι όλοι δέχονται πως ένας μόνο γυναικείος οργασμός υπάρχει: Ο κλειτοριδικός.

    Για να δείτε πόσο γρήγορα αλλάζουν τα ήθη των ανθρώπων, θα σάς πω το εξής: Η Γενιά μου (είμαι γεννημένος το σωτήριον έτος 1956) απηγόρευε στις γυναίκες να αυνανίζονται κατά την διάρκεια της συνουσίας. Μάλιστα, ένας φίλος μου έφτασε στον χωρισμό με την γυναίκα του γι’ αυτό το θέμα, διότι εκείνη επέμενε. Το θεωρούσαμε προσβλητικό, ότι και καλά δεν είμαστε καλοί εραστές και πρέπει η κοπέλλα να τρίβει συγχρόνως την κλειτορίδα της, ενώ υφίσταται την διείσδυση, προκειμένου να αισθανθεί ηδονή. Σήμερα, παγκοσμίως (και μιλώ για τον πολιτισμένο Δυτικό Κόσμο) η συντριπτική πλειοψηφία των ανδρών επιτρέπουν στο θηλυκό έτερον ήμισυ να κάνει «klittra» κατά την διάρκεια του σέξ, χωρίς να αισθάνονται προσβεβλημένοι. Αυτό είναι μιά τεράστια αλλαγή στα ανθρώπινα ήθη και μόνο οι αποβλακωμένοι από το Ευαγγέλιο Ρωμιοί θα με παρεξηγήσουν ως πορνόγερο που κάθομαι και ασχολούμαι. Όπως και νάχει το πράγμα, είναι παραπάνω από βέβαιο ότι αξίζει να αφιερώσει ο κ. Σαραντάκος μία ανάρτηση σε αυτή την θαυμάσια νέα λέξη την «klittra» που θα μάς απασχολεί παγκοσμίως τις επόμενες δεκαετίες.

    3) Τέλος, ενημερώνω τον αγαπητό σε όλους μας κ. Γς που (σε κάποιο πρόσφατο σχόλιο σε άλλο νήμα) έγραψε για τον χαστουκιάρη Άγιο Νικόλαο http://caktos.blogspot.gr/2013/04/blog-post_7.html
    ότι τα περί χαστουκιού στον αιρεσιάρχη Άρειο είναι ένα (πολύ πρόσφατο!) παραμύθι των Ρωμιών, το οποίο δεν τεκμαίρεται από καμία πηγή: Ούτε ο έγκυρος άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει τίποτα

    http://www.snhell.gr/references/synaxaristis/search.asp?id=2042&search=3

    αλλά ούτε και η έγκυρη αγγλική Wikipedia http://en.wikipedia.org/wiki/Saint_Nicholas

    Αντιθέτως, το παραμύθι περί χαστουκιού του Αγίου Νικολάου στον Άρειο το αναφέρει η ρωμέϊκη Wikipedia, http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82 χωρίς να μάς λέει και την πηγή από την οποία αλίευσε αυτή την παλαβομάρα. Θυμίζω ότι ο εγκυρότερος σύγχρονος καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, ο κ. Βλάσης Φειδάς, στην περίφημη «Εκκλησιαστική Ιστορία» του γράφει σαφώς ότι οι Ορθόδοξοι ΑΠΗΓΟΡΕΥΣΑΝ στον αιρεσιάρχη Άρειο να προσέλθει στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και να απολογηθεί!.. Πώς,λοιπόν, τον χαστούκισε ο Άγιος Νικόλαος, αφού ο Άρειος δεν ήταν παρών; Για να μή μακρύνει κι άλλο το σχόλιό μου, θα προσφέρω σε κανένα 3ωρο το θρυλικό αυτό σύγγραμμα του καθηγητού Βλασίου Φειδά προς γνώσιν, για να καταλάβετε όλοι πόσο βαθιά νυχτωμένη είναι η κλίκα του Μεταλληνού και οι εδώ εκπρόσωποί της, ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε…

    Με Αγάπη Χριστού
    ΕΑΜΟΒΟΥΛΓΑΡΟΣ

  25. Παναγιώτης Κ. said

    @20. Γς, ωραία τα έγραψες! Χριστουγεννιάτικα!

  26. Γς said

    24:
    Πιπέρι!

    Κι όχι από αυτό που λέει ο Πέπε στο Σχ. 23,

    >το απολύτως βρώσιμο, ελαφρύ και αρωματικό. Ταιριάζει και σε γλυκά.

    Αλλά μαύρο!

    Η καλύτερα σαν αυτό που είδα στο Fiesta [ο Μιχάλης ξέρει] με τα μεξικάνικα προϊόντα. Κάτι ωραία κόκκινα σαν κεράσια [και πιο μεγάλα] που βούτηξα ένα και το έκανα μια χαψιά.
    Και έτρεχα βγάζοντας φωτιές, σαν δράκος, από το στόμα.

    https://encrypted-tbn0.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcRoSCZ18zAFp_nZOjAiywxLHM3zdb9sKyzFYxUdkl96BbmBccfLrA

  27. # 23

    Φαίνεται ανάλογα με τη γειτονιά και το χρώμα του πιπεριού εδώ…μαύρο
    Ακου…ροζ !!

    (εννοείται αστειεύομαι)

  28. Μαρία said

    16
    Με αφορμή την αρχή της συνέντευξης το σχετικό δημοσίευμα: Ηθωώθη …
    http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=124&pageid=56576&id=-1&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=ARmASXASdASUASJASVAScASJASZASFASJASa&CropPDF=0
    Κι όπως πλησίαζαν οι γιορτές, μοσχοπουλήθηκε τρία χρόνια μετά την έκδοσή του.

  29. Πέπε said

    28: Ωραία λέξη το ηθωώθη, διαβάζεται και καρκινικά.

  30. 28 Το όνομα του εισαγγελέα που ζήτησε την ενοχή του Κουμ., μόνο εμένα μου θυμίζει κάτι;

  31. Δύτη (στο 30)

    Όχι, κι εμένα μου θυμίζει έναν εισαγγελέα από το 2003 (δίκη 17Ν) αλλά δεν μπορεί να είναι ο ίδιος: από το ’69 μέχρι το ΄03 μεσολαβούν 33 χρόνια. Τα χρόνια του Χριστού, που λέγανε και οι παλιοί κατάδικοι.

  32. Λοιπόν να τι περίπου μου θύμιζε:

    Δεν γνωρίζω ποια εξέλιξη θα έχει το θέμα Παπακαρυά… Ο κύριος Παπακαρυάς –καθώς λένε– υπήρξε άτεγκτος και επί χούντας. Έστειλε κόσμο σε εξορίες, σε φυλακές. Καταδίκαζε στ’ όνομα, τύποις, του νόμου, του οποίου ο ίδιος είχε ταχθεί ακοίμητος φρουρός….

    (Μάνος Χατζιδάκις, «Οι άτεγκτοι», δημ. στο Τέταρτο το 1986, αναδημ. στο Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, Αθήνα 1989, σελ. 142-144).
    Ο Παπακαρυάς ήταν Γενικός Γραμματέας της Προεδρίας της Δημοκρατίας τότε. Προσπαθώ να θυμηθώ τι είχε συμβεί όμως.

  33. Το μόνο που βρίσκω ψάχνοντας (γιατί δεν έχω τώρα κουράγιο να μάθω πώς κάνετε την αναζήτηση σε εφημερίδες! 🙂 ) είναι μια συζήτηση στη Βουλή, περί αναθεώρησης και δη μεταγλώττισης του Συντάγματος. Πολύ ενδιαφέρον για διάφορες κουβέντες που κάνουμε κατά καιρούς, μόλις πέτυχα μια αποστροφή του Κανελλόπουλου, όπου λέει:

    Με την ευκαιρία ακριβώς αυτή, θέτω το ζήτημα. Τι θα κάνουμε με ονόματα αρχαία; Οχι για γενικότερους λόγους, αλλά με ονόματα αρχαία που συνδέονται και με τη νομοθεσία μας. Αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Δεν μπορούμε, κύριε Πρόεδρε, να λέμε «η Ελλάδα». Λέμε η Ελλάς «. Αυτό είναι το όνομά της. Δεν θα ήθελε κανείς από μας στην Αίθουσα αυτή, το όνομά του να του το μεταβάλλουν. Είναι σωστό να λέμε «η Ελλάς» και «ο Έλλην» και μ’ αυτά περνάμε και στο εξωτερικό και πρέπει να περνάμε. Πέραν του ότι είναι κακόηχο το «η Ελλάδα», δεν είναι σωστό.

  34. Α, να: λίγο μετά λέει ο Μητσοτάκης:

    Και στη συνέχεια κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τι συμβαίνει με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας; Το περίφημο αυτό θέμα Παπακαρυά που ανέκυψε, θα μπορούσατε θαυμάσια, κύριοι συνάδελφοι της Πλειοψηφίας, εάν πράγματι το θεωρείτε υπαρκτό, να το λύσετε τροποποιώντας το άρθρο 35 του Συντάγματος και αφαιρώντας την αρμοδιότητα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να ορίζει τους συνεργάτες του, πολύ περσότερο αφού το ΠΑΣΟΚ, όταν ψηφιζόταν το άρθρο 35 είχε υποστηρίξει αυτή την άποψη. Γιατί δεν το κάνατε; Οπότε μπορείτε να λύσετε το θέμα Παπακαρυά, χωρίς να έχετε ανάγκη να υπονομεύετε τους θεσμούς και τα πρόσωπα, κάνοντας συνεχείς, απανωτές επιθέσεις που δεν έχουν νόημα. Όλοι μας ξέρουμε ότι η Κυβέρνηση δεν είχε δείξει καμιά ευαισθησία για το θέμα Παπακαρυά, όταν εμείς το είχαμε ανακινήσει. Διότι το 1982-1983 εγώ ο ίδιος επανειλημμένως είχα πει, όταν συνεζητείτο η περίφημη έκθεση Παπακαρυά, ότι ο κ Παπακαρυάς είχε προτείνει την επικύρωση της κατασχέσεως της ΒΡΑΔΥΝΗΣ και είχε μετάσχει και σε επιτροπές εκτοπίσεων.

    ’ρα η Κυβέρνηση το γνώριζε, όταν έκανε την επιλογή ο κ. Σαρτζετάκης του κ. Παπακαρυά, η Κυβέρνηση το γνώριζε και δεν την ενοχλούσε. Σήμερα ηδύνατο και δύναται ακόμα θεωρητικά, αυτά τα λίγα λεπτά, μέχρις ότου ψηφίσετε την Αναθεώρηση, να δώσατε αυτό το δικαίωμα, στη Κυβέρνηση, οπότε αποφασίζετε ότι νομίζεστε, για τον κ. Παπακαρυά. Δεν κάνετε τίποτε, από όλα αυτά και εξακολουθείτε της επιθέσεις εναντίον του κ. Παπακαρυά, χρησιμοποιώντας και εκφράσεις βαρύτατες, όπως αυτές, που εχρησιμοποίησε ο Υπουργός της Δικαιοσύνης. Και είναι εύλογο, κατόπιν αυτού, αν, δεν φύγει, ο κ. Παπακαρυάς, να φύγει ο κ. Μαγκάκης. Και βέβαια πρέπει να φύγει ο κ. Μαγκάκης, γιατί, δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί μια κατάσταση, η οποία, δεν σημαίνει τίποτε άλλο, παρά φθορά των θεσμών.

  35. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα! Είχα βγει βόλτα σε ένα στερούμενο Διαδικτύου δάσος και γιαυτό έλειπα από το ιστολόγιο.

    Πολύ ωραία μερικά σχόλια!

    11: Τα περί ομηρίας δεν τα ήξερα.

    16: Ωραίο, αλλά μηπως το 56 είναι 5-6;

    30-32: Ο περίφημος Παπακαρυάς, είχε κάνει διάφορα επί προεδρίας Σαρτζετάκη. Στο «Έγκλημα στο Προεδρικό Μέγαρο» νομίζω πως ο Κούλογλου τον έχει βάλει δολοφόνο.

  36. Δεν είναι παράξενο όμως που δεν γκουγκλίζεται και επαφιόμαστε (σικ ρε) στη μνήμη μας; Πρέπει ένας Σαραντάκος του μέλλοντος να κάνει μια σειρά άρθρων πάνω σε σκίτσα του Ιωάννου π.χ., όπως εκείνος του παρόντος κάνει με τα σκίτσα του Μποστ 🙂

  37. Είχα βγει βόλτα σε ένα στερούμενο Διαδικτύου δάσος και γιαυτό έλειπα από το ιστολόγιο.
    ——————————————-
    …όπου αποκαλύπτεται η πραγματική ταυτότητα του παλιού μας γνωστού, του Εθνικόφρονος (αυτός δεν ήταν με το ερημητήριο;)

  38. alexisphoto said

    Για ένα από τα πιο δυνατά του βιβλία, τη «Η συμμορία της άρπας» περιγάφει πως για να βγεί ο υπέροχος αυτός ήχος οι μισές χορδές είναι από μέτταλο και οι μισές από γουρουνίσια έντερα (ή κάπως έτσι). Το Υψηλό και το Ευτελές πρέπει να συνυπάρχουν.
    Πόσο αληθινό, πόσο διαχρονικό και ποσο καθημερινό! Νιώθω πολύ συχνά και πολύ έντονα τη σημασία αυτής της φρ’ασης.
    RIP

  39. sarant said

    36: Καλή ιδέα.

  40. Μαρία said

    34
    Και εδώ σ. 40 http://www.greeklaws.com/pubs/uploads/2707.pdf
    Α. Παπ. αντί του σωστού Λ(εωνίδας) Παπ.

    36
    Την αθώωση Κουμανταρέα στα τέλη του ’69 τη θυμόμουνα, επειδή μου χάρισαν το βιβλίο την Πρωτοχρονιά του ’70 μετά το ντόρο.

  41. Αντιπαρέρχεστε βλέπω την κακόηχη Ελλάδα του Κανελλόπουλου 😉

  42. Μαρία said

    41
    Τρε μπανάλ.
    Έχουμε καλύτερα: http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=124&pageid=82554&id=-1&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=ARsASJASYASJASSASJASZASdASEASa&CropPDF=0

  43. sarant said

    42: Ο Παπακαρυάς δηλαδή ως εισαγγελέας πρότεινε να εκδοθεί ο Πόλε, αλλά από το Πενταμελέ οι τρεις (Αλεξόπουλος, Βάλλας, Σαρτζετάκης) είπαν Όχι. Και δέκα χρόνια μετά ο Σαρτζ. κάνει τον Παπακαρυά ΓΓ της Προεδρίας.

  44. Μαρία said

    43
    Ξαναήρθαν στην επικαιρότητα το 2003 http://www.iospress.gr/ios2003/ios20030302a.htm

  45. @15 Αλέξη, δεν το είπα για διαμαρτυρία. Κάπως έπρεπε να το πω. Αυθαιρέτησα λογοτεχνικά. Ζάχαρη!

    @18 Πέπε μου, δεν είναι ενοχές. Είναι αποκατάσταση. Αν δεν κολλούσα στο ‘σ’, ἀγαπῶ, ἠγάπων, άρα το ‘αγάπησα δεν είναι παρατατικός’ δεν θα είχακάνει όλη αυτή τη φασαρία. Επιπλέον, εκτός από επιπόλαιος, ήμουν και δηκτικός με τον Σερ Σαρ.

    Άλλωστε το λες κι εσύ: Άλλωστε έχει δίκο ο Αλέξης (εδώ #15) ότι το να παραδέχεται κάποιος δημόσια το λάθος του δεν είναι ό,τι πιο συνηθισμένο στη χώρα που ζούμε…

    Άρα έχω αρετές (φατσούλα).

    @20 Εγώ, στέκομαι στα μέρη που περιγράφει:
    Γς! Κι εκεί ήσουν παρών; Μπας και δεν είσαι αυτός που νομίζουμε… αλλά π π (=πανταχού παρών).

    Και θυμάμαι το Γκάζι του 1956 και το δακρυσμένο αγοράκι.

    Πού να ήσουν στο Ισραήλ του 1956! Εκεί βέβαια υπήρχε ενθουσιασμός.

    @23 Πέπε, στη Λεωφόρο Αμαλίας

    Από σκωπτικό / σατιρικό διήγημα που δεν σας λέω πού το βρήκα.

    «… ἔφθασε διὰ τοῦ πεπαλαιωμένου θορυβώδους τροχιοδρόμου εἰς τὴν Πλατεῖαν Συντάγματος, κατῆλθε πεζῆ κάτωθεν τῶν πιπερεῶν τοῦ εὐρυτάτου πεζοδρομίου τῆς Λεωφόρου Ἀμαλίας καὶ εἰσῆλθεν είς τὸν προαύλιον χῶρον τοῦ Ζαππείου Μεγάρου· ἀφίκετο ἀσθμαίνων εἰς τὸ καφεζαχαροπλαστεῖον Ἡ Αἴγλη…»

    @38 Αλεξίσφοτο… ή όπως κι αν σε λένε

    το Υψηλό και το Ευτελές πρέπει να συνυπάρχουν.

    Θα σου δώσω μια γενικότερη ιδέα. «Όλα συμβαίνουν στο ‘ιντερφέιζ’, στο ‘σημείο καμπής’ κ.ο.κ.» Αυτό είναι το δράμα των επαναστάσεων· την επόμενη μέρα από την επικράτησή τους γίνονται κατάσταση / καθεστώς… και τέρμα η επανάσταση. Τρώνε και τα παιδιά τους άμα λάχει (γαλλική, σταλινισμός κ.α.). Μόλιςκάποιος κάνει ή πει κάτι διαφορετικό, είναι σκαπανέας, μπροστάρης κ.ο.κ. Μόλις τον ακολουθήσουν κι άλλοι γίνεται ‘κίνηση, μόδα, -ισμός’.

    Άρα ‘το Υψηλό και το Ευτελές πρέπει να συνυπάρχουν’ είναι μερική περίπτωση.

  46. cronopiusa said

  47. spiral architect said

  48. sarant said

    !

  49. Μαρία said

    33
    Θα ομιλήσω ως Έλλην (Γκ. Χαρδούβελης μόλις).

  50. Εαμοβούλγαρος said

    1) Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,

    με 7 ώρες καθυστέρηση, λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, τηρώ την υπόσχεσή μου στο σχόλιο 24 και σάς προσφέρω (για 48 μόνο ώρες) την εξαφανισμένη από την κλίκα του Μεταλληνού «Εκκλησιαστική Ιστορία» τόμος 1ος του Βλασίου Φειδά, όπου αναφέρεται σαφώς (σελ. 451 και 452) ότι οι αληταράδες οι Ορθόδοξοι απηγόρευσαν στον Αιρεσιάρχη Άρειο να παραστεί και να απολογηθεί στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, όπου ήταν βασικός κατηγορούμενος. Πατήστε download μέχρι τα μεσάνυχτα της Τρίτης, διότι μετά το ανεκτιμήτου αξίας αυτό βιβλίο θα εξαφανισθεί από το Scribd, διά τον φόβον της κλίκας του Μεταλληνού και των εδώ εκπροσώπων της, ονόματα δεν λέμε – υπολήψεις δεν θίγουμε…

    2) Αγαπητέ κ. Σαραντάκο,

    έχοντας στην πλάτη μου μία πορτοκαλί κάρτα (εντελώς άδικη κατά την γνώμη μου, καθότι πανθολομογουμένως τυγχάνω το μεγάλο φαβορί διά να αναδειχθώ πολυτιμώτερος παίκτης του παρόντος Ιστολογίου διά το σωτήριον έτος 2014), δεν ετόλμησα να ψελλίσω την αλήθεια διά τον Μένιο (όπως τον λέγαμε εμείς που τον ξέραμε) Κουμανταρέα. Ωστόσο, θα ομιλήσω διά στόματος Δημοσθένους Κούρτοβικ (τον οποίον και σείς βαθιά υπολήπτεσθε) που χθές (Κυριακή) το πρωΐ στο «Μέγα» εδήλωσε ότι έχουμε να κάνουμε με μία 2η Ιστορία Κώστα Ταχτσή: Τον αξέχαστο Κουμανταρέα τον δολοφόνησε διά στραγγαλισμού κατά την ώρα της σεξουαλικής πράξεως κάποιο από τα αναρίθμητα αλλοδαπά τεκνά τα οποία ψώνιζε ο Μένιος στο ιστορικό κέντρο των Αθηνών.

    ΚΑΙ ΕΡΩΤΩ, αγαπητέ κ. Σαραντάκο: Σείς που (προς τιμήν σας) αποκαλύψατε τις προάλλες στην ΝΕΡΙΤ ότι ο αγαπημένος σας Ναπολέων Λαπαθιώτης πήγαινε (εν έτει σωτηρίω 1910!) στην Βουλή με τον γκόμενό του για να παρακολουθήσει τις αγορεύσεις του υπουργού πατρός του, διατί αποκρύπτετε από τους Ρωμιούς αναγνώστες σας ότι αλησμόνητος Κουμανταρέας ήτο παθιασμένος ομοφυλόφιλος που ψάρευε (μέχρι τα 83 του, όπως αποδείχθηκε) τεκνά κάθε βράδυ εν μέσαις Αθήναις; Μήπως εγίνατε κι εσείς κ. Σαραντάκο χριστιανούλης και μάς το κρύβετε;

    Με ειλικρινή Αγάπη Χριστού
    Καληνύχτα σε όλους
    ΕΑΜΟΒΟΥΛΓΑΡΟΣ

    ΥΓ: Γνωρίζω πολλά περισσότερα από τον κ. Δημοσθένη Κούρτοβικ για τον αξέχαστο Μένιο, αλλά δεν τολμώ να τα ψελλίσω εις το παρόν Ιστολόγιο, διά να μή αποβληθώ. Οι εκλεκτοί Ρωμιοί αναγνώσται που ενδιαφέρονται, ας ζητήσουν από τον κ. Σαραντάκο να μού το επιτρέψει, χωρίς τον φόβο της κόκκινης κάρτας…

  51. sarant said

    Το ότι υπολήπτομαι τον Δημοσθένη Κούρτοβικ δεν σημαίνει ότι συμφωνώ με όσα κάνει ούτε ότι έχει δίκιο σε όσα λέει. . Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δεν έκρυβε την ομοφυλοφιλία του.

  52. Dunwich said

    Συγγνώμη, αλλά σε μια ανάρτηση για έναν συγγραφέα και το έργο του, από πού κι ως πού είναι υποχρεωμένος ο κύριος Σαραντάκος να κάνει ειδική αναφορά στις ερωτικές του προτιμήσεις, όποιες κι αν ήταν αυτές; Μήπως να ασχοληθούμε και με το ζώδιο ή την αγαπημένη του ποδοσφαιρική ομάδα; Αν ψάχνετε για κουτσομπολιά, το διαδίκτυο είναι γεμάτο με καταλληλότερα σάιτ για τα γούστα σας. Επίσης, το να μην θεωρείς σκόπιμο να αναφέρεις κάτι δεν σημαίνει σώνει και καλά και ότι το αποκρύπτεις.

  53. Αστραπομάτης said

    .
    # 50 – Γειά σου ρε Γύλιππε με τα ωραία σου! Εδώ και τώρα, βγάλτα μας όλα στη φόρα.
    .

  54. Σε μια ανάρτηση για έναν συγγραφέα και το έργο του δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να κάνει ειδική αναφορά στις ερωτικές του προτιμήσεις, όταν όμως ο θάνατός του, που αποτελεί και την αφορμή της ανάρτησης, σχετίζεται κατά πάσαν πιθανότητα με αυτές, κάποιος διακριτικός υπαινιγμός δεν θα ήταν αδικαιολόγητος.

  55. Αστραπομάτης said

    .
    # 50 – Αλλά από πού κι ώς πού τον ήξερες προσωπικά τον μακαρίτη τον «Μένιο», ρε Εαμοβούλγαρε; Από σένα είχε ψωνίσει την κρεβατοκάμαρά του ο Κουμανταρέας;

  56. Μαρία said

    54
    Σωστά. Καθόλου τυχαίο άλλωστε οτι απ’ το ίδιο ανθρώπινο και φιλολογικό ενδιαφέρον ο γνωστός και μη εξαιρετέος πορνόγερος που ανέβασε και μόνταρε το παραπάνω βίντεο διάλεξε απ’ την εκπομπή για το Λαπαθιώτη το απόσπασμα με τη φάτσα του Νικοκύρη και τίτλο: Ν. Λαπαθιώτης: Ομοφυλόφιλος, Πρεζάκιας και Κομμουνιστής.
    Και προπαντός διακριτικά.

  57. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Ας ελπίσουμε ότι, αυτή τη φορά, και προκειμένου να μη συμπέσει σε όλα με τον Ταχτσή ο Κουμανταρέας, το Τμήμα Ανθρωποκτονιών θα βρει γρήγορα τον δολοφόνο. Ξέρει την πιάτσα και είναι επικίνδυνος, και γι’ άλλους ενδεχομένως, λιγότερο επωνύμους. Και, σε αντίθεση με εκείνον του Ταχτσή, είναι και αλλοδαπός.

  58. Πέπε said

    Ρε άει στο διάολο πρωινιάτικα με τη λάσπη σου και τη λέρα σου!

    Λες κι ήρθε ποτέ ο μακαρίτης σε κανέναν από μας να μας αποκαλύψει τις πτυχές της ζωής του που δε ρωτήσαμε! Ακόμα ζεστό είναι το πτώμα, κι εσύ να τον βρίσεις! (Και φυσικά δεν κάνει καμία διαφορά αν είναι αλήθεια ή ψέματα.)

    Όπου βρεθείς χέζεις και ρυπαίνεις. Δηλαδή, δεν ξέρω πού αλλού κυκλοφορείς, αλλά εδώ το κάνεις ανελλιπώς.

  59. spiral architect said

    Το ίντερνετ έχει δώσει διέξοδο σε πολλές καταπιεσμένες ψυχές. Μην παρεξηγείτε και μην αντιγυρίζετε λοιπόν. Το τρολ ψοφάει όταν δεν του δίνεις σημασία. 😉

  60. sarant said

    Τώρα απο το Κόκκινο 105,5 η τελευταία του συνέντευξη.

  61. nalia said

    Καλησπέρα. Μεγάλη θλιψη για τον υπέροχο Κουμανταρέα…Αν μπορεί να με βοηθήσει κάποιος, ψάχνω καιρο ένα απόσπασμα που δεν θυμάμαι σε ποιο βιβλιο ήταν. Λεει περίπου οτι, «ηθελε να σκυψει να ακουμπησει το κεφαλι του στην αγκαλια της. Αλλα οι άνθρωποι είναι τόσο κουρασμένοι, πως να σηκώσουν το βαρος ενός κεφαλιού» Αν θυμάται κανεις ας μου πει. Ευχαριστώ πολύ.

  62. NM said

    Σπιραλ (#47):
    Στη φωτογραφία του μικρού βιογραφικού που είχες την καλωσύνη να ανεβάσεις, δεν διακρίνω τις τελευταίες λέξεις: «…αρχισε και τελείωσε (παράλληλα) με τον θάνατο τ… …. ….» . Μπορείς να μας πεις (εσυ ή όποιος άλλος διακρίνει) το τι εγραψε; Και ποιος είναι ο θανών που μνημονεύεται;
    Δεν έχει βέβαια και σπουδαία σημασία, μονο βιογραφική…
    Ευχαριστώ!
    ………………………………….
    Σε μνήμη Μ.Κ:
    Από το ’69-‘70 ως το ’74-’75 ήμουν μαθητής του Β Γυμνάσιου Αρρένων που βρισκόταν στη γωνία Χέϋδεν & Αχαρνών (η μετέπειτα Βίλα Αμαλίας). Θυμάμαι ότι κάθε πρωϊ, στις 08:05 ακριβώς, στην αρχή του κάτω από την πλατεία Βικτωρίας κομματιού της Χέϋδεν, στα πρώτα 10-20 μέτρα του αριστερού πεζοδρομίου, διασταυρωνόμουν κάθε μέρα, στο ίδιο σημείο, με έναν τύπο με πολύ περίεργο διαπεραστικό βλέμμα. Φυσιογνωμία σαν τρομοκρατημένη σαν ανήσυχη σαν πολύ φοβισμένη κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Επειδή από τότε μ’άρεσε να κόβω φάτσες αγνώστων και να τους κατατάσσω, αυτόν τον είχα εντάξει στην ομάδα των εσσαεί χαμένων -μεχρι τελευταίας δραχμής- ξενυχτηδων χαρτοπαιχτών που επιστρέφουν το πρωϊ στα σπίτια τους αδέκαροι και μάταια αποφασισμένοι ότι αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τζογάρισαν. Σημειώνω ότι εκείνα τα χρόνια γύρω από την πλ.Βικτωρίας αφθονούσαν οι κάθε είδους ημιπαράνομες χαρτοπαικτικές λέσχες και ότι τέτοιες φάτσες αφθονούσαν στην περιοχή.
    Κάπως μεγαλύτερος έμαθα τον Κουμανταρέα από τα βιβλία του. Και στα μέσα των ’80 (νομίζω όταν έγινε ταινία «η φανέλα με το 9») είδα δημοσιευμένη και την φωτογραφία του και εξεπλάγην δυσάρεστα που είχα χαρακτηρίσει έτσι έναν τόσο καλό συγγραφέα.
    Δεν έτυχε βέβαια ποτέ να τον γνωρίσω από κοντά. Αλλά είχα υπόψη μου αν αυτό γινόταν κάποτε, να του απολογηθώ γι αυτή τη νεανική μου αφελή σκέψη. Αυτό μου ερχόταν πάντα κατά νου όποτε διάβαζα κάποιο βιβλίο του και μάλιστα έψαχνα και τα λογια που θα χρησιμοποιούσα για να το κάνω.
    Δυστυχώς αναγκάζομαι να το κάνω εδώ δημόσια και σε συνθήκες που τα ζυγιασμένα λόγια δεν έχουν πλέον καμμια σημασία.

  63. τον θάνατο της Λιλής Κουμανταρέα, της γυναίκας του.

  64. sarant said

    61: Δυστυχώς δεν ξέρω ποιο βιβλίο είναι.

    62: Πολύ ενδιαφέρουσα η μαρτυρία!

  65. Θυμούνται οι παλαιότεροι μιαν επική μάχη δι’ αλληλογραφίας του Δημοσθένη Κούρτοβικ με τον Κώστα Ταχτσή από τις σελίδες του περιοδικού «Σχολιαστής», εκεί στα τέλη των έιτιζ;

  66. Μαρία said

    62
    >και εξεπλάγην δυσάρεστα που είχα χαρακτηρίσει έτσι έναν τόσο καλό συγγραφέα

    Έχεις κάτι με τον Ντοστογιέφσκι;

  67. sarant said

    Εγώ που είμαι ακόμα παλιοτερος 🙂 θυμάμαι μιαν επική μάχη του Κ. με τον Ραφαηλίδη από τις στήλες του Διαβάζω εκεί στα μέσα των ογδόντα.

  68. Ριβαλντίνιο said

    Η μόνη μου «επαφή» με τον Κούρτοβικ είναι μέσω αυτού

    http://www.politeianet.gr/books/9789602050866-wolf-joseph-epikairotita-lexiko-ethnon-ethnotiton-laon-104618

    Ωραίο για την εποχή του ( με πολλά λαθάκια, δεν ξέρω όμως αν για την εποχή του ήταν σωστά ).
    ———————————————–
    Κάθε φορά που μπαίνω σε αυτήν την ανάρτηση ( αλλά μόνο σε αυτήν ), το PC μου τα παίζει. Δείχνει σχόλια χωρίς ονόματα και συνδέσμους. Μόνο σ’εμένα συμβαίνει αυτό ?

  69. NM said

    (#66): Μαρία τα’χω τα χρονακια μου, δε λέω, αλλά όχι και τόσο πολύ !!

  70. Μαρία said

    69
    Μάλλον δεν έπιασες τον υπαινιγμό για το δεινό παίχτη Ντοστογ.

  71. spiral architect said

    @62α: Ουτε κι εγώ καταλαβαίνω. Ισως ξέρουν αυτοί απ’τον Πατάκη/ 🙄

  72. Γς said

    68:
    >Δείχνει σχόλια χωρίς ονόματα και συνδέσμους. Μόνο σ’εμένα συμβαίνει αυτό ?

    Και σε μένα!
    Και ψάχνω για ιούς και τέτοια γμτ …

  73. 71 Κι εσύ δεν είδες το 63 🙂

  74. EL LOKO said

    61: Έχω την εντύπωση ότι είναι από «τα μηχανάκια», αλλά δεν έχω το βιβλίο κοντά μου για να το ελέγξω, έχει μείνει στο πατρικό μου.
    Νίκο, έστω κι ετεροχρονισμένα χρόνια πολλά.
    Ο αγαπημένος μου συγγραφέας, Μένης Κουμανταρέας, πέρασε στη γειτονιά των αγγέλων. Εκεί τον περιμένουν οι καλοί του φίλοι Χατζιδάκις, Ταχτσής, Ιωάννου και αρκετοί άλλοι. Αναφέρω τους τρεις, γιατί η αφορμή να ασχοληθώ περισσότερο με το έργο τους, ήταν οι ιδιότυπες «νεκρολογίες» του Κουμανταρέα στα βιβλία του «Πλανόδιος σαλπιγκτής» και «Η μέρα για τα γραπτά και η νύχτα για το σώμα». Ο Τατσόπουλος (πριν διαπρέψει σαν βουλευτής) τον είχε περιγράψει στο βιβλίο του «Νεοέλληνες», χαρακτηρίζοντάς τον «ο τελευταίος ευπατρίδης». Θεωρώ επιτυχημένο τον χαρακτηρισμό γιατί αυτή την εντύπωση μού έδινε κάθε φορά που έβλεπα συνέντευξή του. Το ύφος του που με μάγεψε από το πρώτο βιβλίο που διάβασα (ήταν «η φανέλα με το 9») δύσκολα απαντιέται στους σημερινούς συγγραφείς.
    Καλό ταξίδι.

  75. cronopiusa said

    Μένης Κουμανταρέας 1981 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΟΥ, (Αρχείο ντοκιμαντέρ της Δημόσιας Τηλεόρασης – πρώην Ε.Ρ.Τ.)

    ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΣΤΟ ΡΑΦΙ, (Αρχείο ντοκιμαντέρ της Δημόσιας Τηλεόρασης – πρώην Ε.Ρ.Τ.)

  76. cronopiusa said

    «Σε λίγο ο ήλιος δύει κι αρχίζω σιγά σιγά να βυθίζομαι στο μούχρωμα της κατάθλιψης. Με τόσα κηδειόσημα τοιχοκολημμένα στις πόρτες των πολυκατοικιών, στους στύλους του ηλεκτρικού, κι άλλα τόσα ενοικιαστήρια, μήπως ήρθε η ώρα να δω κι άλλο ένα κηδειόσημο κολλημένο στη δική μας πόρτας Ή έστω ένα αγγελτήριο «Ενοικιάζεται νεκρός σε τιμή ευκαιρίας, σε καλή κατάσταση. Οι ενδιαφερόμενοι ας τηλεφωνήσουν..». Λίγο ακόμα και θα δω τον Ροβεσπιέρο να περνά έξω από την πόρτα μας και να ρίχνει ματιές μέσα. Του φωνάζω: «Άντε χάσου, σιχαμένε γέρε, περαματάρη του Αχέροντα! Στον διάολο να πας και παραπέρα!».
    «Που είσαι, σε φωνάζω τόση ώρα!»
    Με όλα τούτα που γεμίζουν το κεφάλι μου χωρίς να το αξίζουν πάντα, κόντεψα να ξεχάσω την άρρωστη μου. Τρέχω στο δωμάτιο της. Θέλει να της γεμίσω το κόκκινο γκοφρέ κανατάκι της με φρέσκο νερό, θέλει, ακόμα, το ρολόι της κουζίνας που έχει μεγάλους αριθμούς να μπορεί να βλέπει την ώρα. Λες αυτό να ωφελεί στο πέρασμα του χρόνου; Στέκομαι στο προσκέφαλό της, πιάνω το μέτωπό της να δω αν έχει πυρετό.
    «Θα φύγεις;» με ρωτά. «Θα φας έξω;»
    «Μπορεί. Δεν ξέρω».
    «Ποτέ δεν ξέρεις. Ποτέ σου δεν αποφασίζεις».
    Παράπονα μιας ολόκληρης ζωής. Έτσι είμαι εγώ. Ας μη με παντρευόταν. Τι κάθομαι και λέω! Αν ήμουν εγώ στη θέση της, λες να χα λιγότερα νεύρα; Βηματίζω πέρα δώθε στο δωμάτιο. Με παρακολουθεί με την άκρη του ματιού. Σε λίγο ακούω την αναπνοή της να βγαίνει ήσυχη μέσα από τα βασίλεια του ύπνου. Καλά όνειρα. Θα πάω κι εγώ να πέσω τώρα. Ποιος ξέρει τι εικόνες θα μου έρθουν, εικόνες παλιές που ο ύπνος τις κάνει να φαντάζουν καινούργιες.
    Φωνάζω το όνομα του Μορφέα, που είναι νεαρός με σγουρά μαλλιά, φιλήδονα χείλη και είναι υδραυλικός».

    ΜένηΚουμανταρέα «Ο θησαυρός του χρόνου»

  77. NM said

    Μαρια (#70): «Συνελήφθη» ο υπαινιγμός. Πλάκα έκανα στο #69.
    Δύτη (#63) και Σπιραλ (#71): Ευχαριστώ.

  78. spiral architect said

    @63: … γμ τις οθόνες των κινητών,ούτε το Λίλη δεν διάβασα! 😳

  79. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Παρατήρησα ότι πλείστα όσα τηλεοπτικά ειδησεογραφικά δελτία, και την ημέρα που έγινε γνωστός ο θάνατός του αλλά και τις αμέσως επόμενες, όταν αναφέρονταν στην (μοναδική) ταινία που βασίστηκε σε έργο του, τής πρόσθεταν ενοχλητικά μία λέξη. Έλεγαν: «Η φανέλα με τοΝ ΑΡΙΘΜΟ 9». Και αναρωτιέμαι αν αυτό δήλωνε απλώς άγνοια ή αυτό που φοβάμαι περισσότερο: μια διορθωτική διάθεση κάποιων, κατά την γνώμη τους, κακώς κειμένων, αγνοώντας επιδεικτικά και την πρόθεση και την επιλογή του συγγραφέα. Πολλώ δε μάλλον τώρα, που δεν είναι πλέον στη ζωή για να διαμαρτυρηθεί διακριτικά, όπως έκανε μια ολόκληρη ζωή.

    Καλό ταξίδι, Μένη.
    Και σ΄ευχαριστώ.

  80. sarant said

    79: Δεν το παρατήρησα αυτό Γιώργο αλλά δεν με ξενίζει καθόλου, φοβάμαι κι εγώ πως οφείλεται σε μια, όπως λες, διορθωτική διάθεση. Που καταντάει νεοκαθαρευουσιανισμός.

  81. konstdim said

    Reblogged this on ΙΣΤΟΡΙΑ-ΤΕΧΝΕΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ and commented:
    ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ

  82. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Για τη Nalia (του 61):

    «Τα βράδυα στο σπίτι ήταν μαραμένα σαν τη μάνα του. Κάθιζε απέναντί της, στη μικρή σταχτιά σάλα, μ’ ένα βιβλίο ανοιχτό πάνω στα γόνατα, και την έβλεπε που έραβε και μαντάριζε. Μετρούσε τους κύκλους γύρω από τα μάτια της, τις ζάρες πάνω στο πολυκαιρινό γκρίζο της φουστάνι. Τα παπούτσια της ήταν τετράγωνα και μαύρα. Δεν είχαν δει ποτέ φώτα, χορούς. Ήταν παπούτσια αταξίδευτα. Κάποτε-κάποτε, τον έπιανε η επιθυμία ν’ αγκαλιάσει τα πόδια που τα φορούσαν, να γείρει το κεφάλι του πάνω στ’ αρθριτικά γόνατα, χωρίς να μιλά, χωρίς ν’ αναπνέει, όπως είχε δει τους ηθοποιούς να κάνουν στις ταινίες. Όμως, οι άνθρωποι στη ζωή ήταν πολύ κουρασμένοι, πολύ αδύνατοι για να πάρουν στα γόνατά τους το βάρος ενός κεφαλιού.»

    Μένης Κουμανταρέας «Τα μηχανάκια» (1962)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: