Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Είκοσι λεσβιακές λέξεις -που όμως ακούγονται και αλλού

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2015


lesv._imer.2015_exofylloΑργία σήμερα, κι αφού υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο για διάβασμα, θα βάλω ένα κάπως πιο εκτενές άρθρο μου, που δημοσιεύτηκε στο «Λεσβιακό ημερολόγιο 2015«, μια έκδοση που κυκλοφορεί κάθε Δεκέμβριο συνεχίζοντας την παλαιά παράδοση των Ημερολογίων που εκδίδονταν στα τέλη του χρόνου με εκλεκτή ποικίλη ύλη. Ανανεώνοντας την παλαιά παράδοση, θα έπρεπε να πω, διότι το Λεσβιακό ημερολόγιο είναι ένα σχετικά πρόσφατο εγχείρημα, που το ξεκίνησε εδώ και πέντε χρόνια ο μυτιληνιός λόγιος Παναγιώτης Σκορδάς σε συνεργασία με τις εκδόσεις «Αιολίδα». (Ο ίδιος μού έστειλε επίσης το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Πρόσωπα που περιέχει 30 συνεντεύξεις που έχει πάρει κατά τη δημοσιογραφική του θητεία, είτε με λόγιους της Μυτιλήνης σαν τον Βαγγέλη Καραγιάννη, τον θείο μου Κώστα Μίσσιο ή τον Αλέξη Πανσέληνο, είτε με συγγραφείς εκτός νησιού, σαν τον Θανάση Βαλτινό, τον Έκτορα Κακναβάτο ή την Άλκη Ζέη -ίσως στο μέλλον βάλω και από αυτό κάποιο απόσπασμα).

Με το Λεσβιακό ημερολόγιο συνεργάζομαι τα τελευταία τρία χρόνια, παίρνοντας κατά κάποιον τρόπο τη σκυτάλη από τον πατέρα μου. Το κείμενο που θα παρουσιάσω εδώ αντλεί βέβαια υλικό από το παλιότερο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται, αν και έχω κάνει αρκετές τροποποιήσεις και έχω συντομεύσει αρκετά το κείμενο. Θέση του κειμένου είναι ότι οι θεωρούμενες τοπικές διαλεκτικές λέξεις στην πραγματικότητα ακούγονται σε πολύ μεγάλα τμήματα του ελληνόφωνου χώρου. Ενδιαφέρον θα είχε στα σχόλια να απαριθμούσατε πόσες από τις είκοσι «λεσβιακές» λέξεις χρησιμοποιούνται στο μητρικό σας ιδίωμα.

Πριν προχωρήσω, δυο επισημάνσεις: Καταρχάς, το επίθετο «λεσβιακός», εκτός Μυτιλήνης, πιθανώς να αναφέρεται κυρίως στη γυναικεία ομοερωτικότητα, στις λεσβίες. Εντός Μυτιλήνης, στη Λέσβο. (Τα λεξικά καταχωρούν και τις δυο σημασίες). Πριν από όχι πάρα πολλά χρόνια θυμάμαι τη γιαγιά μου να αναφέρεται σε «Λεσβίες ποιήτριες» εννοώντας ποιήτριες που είχαν γεννηθεί στο νησί, κάτι που σήμερα οι περισσότεροι θα το ερμήνευαν διαφορετικά. Τα σημασιολογικά πεδία αλλάζουν -φαγοκυττάρωση υπάρχει και στην ορολογία.

Δεύτερον, μια αναγγελία: Μεθαύριο Πέμπτη 8 του μηνός, στις 19.30, στο βιβλιοπωλείο Booktalks (Αρτέμιδος 47, Παλαιό Φάληρο) θα συζητήσω με την εκπαιδευτικό Τίνα Κωνσταντάτου για τα βιβλία μου, και ιδίως για τα Λόγια του αέρα. Όσοι γείτονες…

Είκοσι λεσβιακές λέξεις –που όμως ακούγονται και αλλού

Στη Βαβυλωνία του Δημ. Βυζάντιου, ο συγγραφέας βάζει σ’ ένα πανδοχείο ταξιδιώτες φερμένους από τις τέσσερις γωνιές του ελληνόφωνου κόσμου, την εποχή που τελειώνει νικηφόρα η επανάσταση του 21, και εκμεταλλεύεται το άφθονο γέλιο που προκύπτει από τις παρεξηγήσεις, όταν για παράδειγμα ο Κρητικός χρησιμοποιεί τη λέξη «κουράδια» για τα πρόβατα, προσβάλλοντας τον Αρβανίτη που ξέρει την πανελλήνια κακέμφατη σημασία τους. Φυσικά, ο συγγραφέας διογκώνει τις διαφορές και ούτως ή άλλως από τότε πολύ νερό έχει κυλήσει στ’ αυλάκι και ο κάθε ομιλητής, ακόμα κι αν χρησιμοποιεί τη λέξη της τοπικής διαλέκτου του, ξέρει την αντίστοιχη πανελλήνια. Ακόμα και σήμερα όμως πολλές φορές δοκιμάζει κανείς έκπληξη όταν συνειδητοποιεί ότι μια λέξη με την οποία έχει γαλουχηθεί δεν είναι πανελλήνια, αλλά λέγεται μόνο στη μητρική του διάλεκτο. Για να φέρω ένα προσωπικό παράδειγμα, θεωρούσα πανελλήνια τη λέξη «πρωτοφανήσιμος», για τα πρώτα φρούτα της χρονιάς, και σε ώριμη ηλικία συνειδητοποίησα ότι οι περισσότεροι την αγνοούν και ότι την είχα ξεσηκώσει από τη μυτιληνιά γιαγιά μου.

Για πολλά χρόνια, με την ασφυκτική κυριαρχία της καθαρεύουσας, οι ντοπιολαλιές και οι τοπικές ιδιωματικές λέξεις είχαν περάσει σε ανυποληψία, καθώς κανείς δεν τολμούσε να τις χρησιμοποιήσει στα μεγάλα αστικά κέντρα από φόβο μήπως χαρακτηριστεί χωριάτης, δηλαδή ακαλλιέργητος, απολίτιστος. Ακόμα και σήμερα, που η τάση αυτή έχει υποχωρήσει, και που για όλες σχεδόν τις περιοχές του ελληνόφωνου χώρου έχουν συνταχθεί πολύτιμα συγγράμματα που καταγράφουν και περισώζουν τον τοπικό λεξιλογικό πλούτο, οι τοπικές λέξεις παραμένουν εκτός των μεγάλων λεξικών μας.

Το ενδιαφέρον είναι ότι από τις τοπικές λέξεις που βρίσκει κανείς σε ένα γλωσσάριο π.χ. λεσβιακών λέξεων, στην πραγματικότητα λίγες είναι οι αυστηρά τοπικές, δηλαδή οι λέξεις εκείνες που λέγονται μόνο στη Λέσβο ή έστω στην Αιολίδα. Τις περισσότερες λέξεις θα τις βρούμε να λέγονται και σε άλλες περιοχές, ας πούμε στην Κρήτη, τη Μακεδονία ή την Ήπειρο. Έτσι, χωρίς να είναι πανελλήνιες, αυτές οι λέξεις δεν είναι ακριβώς τοπικές και ίσως πρέπει να χαρακτηριστούν κάπως αλλιώς, ας πούμε πολυπεριφερειακές. Συχνά, δοκιμάζει κανείς έκπληξη όταν αντιλαμβάνεται ότι μια λέξη της τοπικής του διαλέκτου ακούγεται και στην άλλη άκρη της Ελλάδας.

Το 2011 εξέδωσα το βιβλίο «Λέξεις που χάνονται» στο οποίο συμπεριέλαβα 366 τέτοιες λέξεις, που δεν υπάρχουν στα μεγάλα λεξικά μας αλλά ακούγονται σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας. Από το υλικό αυτό διαλέγω εδώ 20 λέξεις που ανήκουν στη λεσβιακή διάλεκτο αλλά έχουν όλες τους το χαρακτηριστικό ότι ακούγονται και σε άλλες περιοχές της χώρας.

 

  1. αγγρίζω

Αγγρίζω θα πει ερεθίζω, ενοχλώ· προκειμένου για ζώα, βρίσκομαι σε περίοδο οργασμού. Άγγρισμα είναι, σύμφωνα με τον ορισμό του Σεφέρη στο Βυσσινί τετράδιο, «η καύλα των ζώων», αλλά για ανθρώπους είναι η δυσαρέσκεια. Αγγρισμένο άλογο είναι το ερεθισμένο, είτε σεξουαλικά είτε αλλιώς. Όλες οι λέξεις αυτής της οικογένειας βρίσκονται γραμμένες και με –γκ, αγκρίζω κτλ. Ετυμολογούνται από το αρχαίο αγρίζω, από το άγριος.

Στο Άξιον Εστί του Ελύτη υπάρχει ο στίχος: «ιδού εγώ καταντικρύ … της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε, γαστέρας το άγγρισμα». Οι λέξεις αυτές είναι ζωντανές τουλάχιστον στην Κρήτη, τη Λέσβο και ιδίως στην Κύπρο, όπου συχνά βρίσκουμε τη λ. αγγρισμένος με τη σημασία «θυμωμένος» σε εφημερίδες και ιστολόγια, π.χ. «είναι αγγρισμένος γιατί έχασεν» (στις εκλογές). Μερικοί μάλιστα έχουν την εντύπωση ότι πρόκειται για πρόσφατο δάνειο από το αγγλικό angry!

  1. αλικοντίζω

Αλικοντίζω ή αλικουντίζω ή αλικουντάω σημαίνει εμποδίζω κάποιον, τον καθυστερώ, του παρεμβάλλω προσκόμματα, τον κάνω να σταματήσει τον δρόμο του ή να αναβάλει μια δουλειά. Είναι δάνειο από το τουρκικό ρ. alikomak, που σημαίνει κατακρατώ, εμποδίζω, ή μάλλον από τον αόριστό του, alikodim. Σπάνιο σήμερα.

«Με τα τέσσερα καριοφίλια τους γυρεύουν ν’ αλικοντίσουν τις χιλιάδες τους Τούρκους που ροβόλαγαν πήχτρα να περάσουν το γεφύρι», περιγράφει ο Δ. Φωτιάδης (Καραϊσκάκης) τη μάχη στην Αλαμάνα. Αλικοντίζομαι, στη μέση φωνή, σημαίνει δεν καταφέρνω να κάνω τη δουλειά που έχω ξεκινήσει, όπως στο δίστιχο «Ήμουν για να πηγαίνω και μπαρκαρίστηκα / κι είδα τα δυο σου μάτια κι αλικοντίστηκα» ή «Κανονικά θα είχα τελειώσει, αλλά μου ήρθαν μουσαφίρηδες κι αλικοντίστηκα».

Στην Αγιάσο, αλλά και σε άλλα μέρη της Λέσβου, όπως και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, οι μανάδες είχαν εφεύρει το «αλικότς», συνθηματική λέξη για ένα ανύπαρκτο αντικείμενο, όταν ήθελαν να απομακρύνουν προσωρινά το παιδί τους, για να κάνουν με την ησυχία τους κάποια σπιτική δουλειά: Πάνε μουρέλι μ, στη θεια σ’ να σ’ δώκει το αλικότς, δηλαδή να σε κρατήσει για καμιά ώρα!

  1. βαρταλαμίδι

Λέξη που ακούγεται παράξενη επειδή έχει χάσει την ετυμολογική της διαφάνεια, το βαρταλαμίδι ή βαρθαλαμίδι είναι ένα κρυφό διαμέρισμα, θήκη ή συρτάρι που υπήρχε συχνά στις παλιές κασέλες και τα σεντούκια, όπου έκρυβε ο νοικοκύρης τα τιμαλφή του σπιτιού, λίρες, βέρες και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Ετυμολογείται από το *παρα-θαλαμίδι. Λέγεται και παρακάσελο ή παράκλι*. Κάποτε σχεδόν πανελλήνια, σήμερα ακούγεται ακόμα σε Θράκη και Λέσβο.

Κατ’ επέκταση, βαρταλαμίδι λέγεται το συρτάρι ή το ράφι για πολύτιμα αντικείμενα έστω κι αν δεν είναι κρυφό. Μεταφορικά, «δεν έχει μέσα του βαρθαλαμίδια» λένε για τον άδολο χαρακτήρα, που δεν κρύβει μυστικά. Υπάρχει και το δημοτικό δίστιχο: «Αργυροκούμπι και τσακκί, κουμπί και δαχτυλίδι, ως πότε θε να κρύβγεσαι μέσ’ στο βαρθαλαμίδι;»

  1. γιώνω

Γιώνω θα πει σκουριάζω, οξειδώνομαι – λέγεται καταρχήν για τα χάλκινα σκεύη, που έχουν παλιώσει και η επικασσιτέρωση έχει φύγει κι έχουν πιάσει αυτό το πράσινο στρώμα σκουριάς. Μεταφορικά, λέγεται για το πρόσωπο που πρασινίζει από μίσος, φθόνο κτλ., για τον άνθρωπο που δηλητηριάζεται από τέτοια συναισθήματα. Υπάρχει και η μετοχή, γιωμένος: ο σκουριασμένος, οξειδωμένος, και ο μνησίκακος, κι αυτός που έχει πρασινίσει απ’ το κακό του.

Η λ. ετυμολογείται από το αρχαίο ρ. ιώ, ιούμαι στη μέση φωνή, που θα πει, ακριβώς, σκουριάζω, πιάνω σκουριά, και που προέρχεται από τον ιό, μια και στα αρχαία ιός εκτός από το δηλητήριο ήταν και η σκουριά, η πράσινη του χαλκού και η κόκκινη του σίδερου.

Τη λέξη δεν την έχουν τα νεότερα λεξικά, ωστόσο χρησιμοποιείται ακόμα, τουλάχιστον στη Λέσβο, όπου σε άρθρο τοπικής εφημερίδας βρίσκω παράπονα για τα «γιωμένα» καρφιά σε κάποια οργανωμένη πλαζ. Και βέβαια υπάρχει το εξαιρετικό ποίημα του αναρχικού Μικέλη Άβλιχου (1844-1917) για τον «μοχθηρό ψευτοφιλόπατρι», που λες πως γράφτηκε για μερικούς σημερινούς: «Το πρόσωπό του εκείνο το γιωμένο / που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά…».

 

  1. διασάκι

Το διασάκι είναι λέξη που μπερδεύει –παρά τη μορφή της, δεν είναι σύνθετη, δεν έχει σχέση με το δισάκι ούτε με την πρόθεση «διά». Είναι τουρκικό δάνειο, από το yasak, και σημαίνει απαγόρευση, περιορισμός. Εμφανίζεται και ο τύπος «γιασάκι». Σαν λέξη της τουρκοκρατίας, διασάκι ήταν ο περιορισμός που έβαζε ο καϊμακάμης ή ο ντόπιος διοικητής στους χριστιανούς, π.χ. απαγόρευση να οπλοφορούν ή να φορούν επιδεικτικά ρούχα ή καπέλα.

Η λέξη καταγράφεται συχνά στην Κρήτη, στα νησιά του Βορείου Αιγαίου αλλά και στην Ήπειρο. Συχνός είναι σε δημοτικά τραγούδια ο στίχος «Ακόμα δεν εδόθηκε των ομματιών διασάκι», δηλ. στα μάτια περιορισμός δεν μπαίνει. Και ως παροιμία: «Τα μάτια διασάκι δεν έχουνε», αλλά υπάρχει και η αντίθετη: «Έχουνε και τα μάτια διασάκι».

Ο μυτιληνιός Θείελπης Λευκίας, με το ψευδώνυμο Βρανάς Μπεγιάζης έγραψε ποίημα (1924) με τίτλο Διασάκι σε μια όμορφη που όποτε έβγαινε στο μπαλκόνι αναστάτωνε τη γειτονιά: «Να μη σε δω και ξαναβγείς και κάτσεις στο μπαλκόνι / κι έχεις απά στο κάγκελο το πόδι ανεβασμένο».

 

  1. ζαναχάτι

Με πέντε τουλάχιστον παραλλαγές, ζαναέτι ή ζαναχάτι ή ζαναάτι ή ζενάτι ή ζανάτι είναι το επάγγελμα, η τέχνη. Δάνειο από το τουρκικό zanaat (παραλλαγή του sιnaat), αραβικής αρχής. Ακούγεται ή ακουγόταν στη Μακεδονία, Θράκη, Λέσβο και γενικά Βόρειο Αιγαίο, παλιότερα και αλλού· σε επιστολή που έστειλαν τον Μάη του 1821 οι Σπετσιώτες πρόκριτοι στους Αργείους: «Όσοι άνδρες οικοκυραίοι, μαστόροι από το κάθε ζαναχάτι, Αργείται, μας τους στέλνετε εδώ».

Σε σκίτσα απλών ανθρώπων, ο Κόντογλου έγραφε για κάποιον κυρ Κατακουζνό: «Ρωμιοράφτης ήτανε το ζαναάτι του, “ειρηνικόν επάγγελμα” όπως έλεγε ο ίδιος», ενώ σε ένα κλέφτικο: «Πανάθεμα την τέχνη μας και αυτό το ζαναχάτι / Δεν μας αφήνουν τα βουνά, αυτά τα κορφοβούνια».

Μια μέρα στη Μυτιλήνη, ο Μυριβήλης ρώτησε τον Κώστα Μάκιστο αν η ποίηση είναι ξουρ (κουσούρι, πετριά) ή ζαναχάτ’. «Ξουρ!» απάντησε ο Μάκιστος και ο Πρωτοπάτσης που τους άκουγε τον σκιτσάρισε με λεζάντα «Η ποίηση είναι ξουρ!». Πράγματι, δεν είναι ζαναχάτι η ποίηση.

 

  1. ζνίχι

Το ζνίχι είναι το πίσω μέρος του λαιμού, ο σβέρκος, ο αυχένας. Λέξη της παλιάς δημοτικής, δεν είναι τυχαίο ότι θα τη βρείτε σε πολλές ομηρικές μεταφράσεις.

Ίσως ετυμολογείται από το ινίον (άγνωστο όμως με ποια διαδρομή)· πάντως το βυζαντινό λεξικό Σούδα έχει ζινίχιον το λουρί του υποδήματος. Σλαβική αρχή δεν μπορεί να αποκλειστεί, έτσι κι αλλιώς όμως είναι η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από ζν-!

Εμφανίζεται σε πολλές παροιμίες, π.χ. «το φιλότιμο μαυρίζει το ζνίχι» (επειδή ο φιλότιμος υποχωρεί), ενώ διάσημος είναι ο στίχος της Ζούγκλας του Βάρναλη, όπου ο ποιητής σαν αιλουροειδές ποθεί να χώσει νύχι και δόντι «στο κρουστό σου ζνίχι το μαυριδερό». Στον Στράτη Καλοπίχειρο, ο λεξικογράφος Στέφανος Κουμανούδης δίνει δείγματα ποιητικής λεξικογραφίας ή λεξικογραφικής ποίησης: «Ω σβέρκον, ζνίχι και αυχήν / τριώνυμε, πλην πράγμα εν!»

  1. καράρι

Καράρι σημαίνει δόση, αναλογία, όριο· και ειδικότερα σημαίνει τη σωστή δόση, την κανονική ποσότητα, το ταιριαστό, το πρέπον. Δάνειο από το τουρκικό karar, που έχει περισσότερες σημασίες, όπως απόφαση (και στη δικαστική ορολογία). Η λ. λέγεται ή λεγόταν σε Μικρασία, Κρήτη, Λέσβο, Κύπρο.

Προκειμένου για ρούχα, έρχονται καράρι σημαίνει ακριβώς στα σωστά μέτρα, π.χ. «Λούστηκε, ξυρίστηκε, φόρεσε ρούχα που του ’ρθαν καράρι» λέει για έναν φυγάδα η Ιφιγένεια Χρυσοχόου στην Πυρπολημένη γη. Ένας Μυτιληνιός θυμάται τη δουλειά στο λιοτρίβι όταν έπρεπε να ξυπνήσουν χαράματα: «Στη μία να σηκωθούμε ήταν το καράρι», το κανονικό δηλαδή. «Στις δύο άμα σηκωνόμασταν λέγαμε μας πλάκωσε το πάπλωμα».

Όμως, αν ακούγεται ακόμα το καράρι, είναι κυρίως χάρη στο γνωστό σμυρνέικο Το σαλβάρι με τη στροφή: «Και τι σε μέλλει εσένανε για το σαλβάρι μου / γιά [= ή] στενό μου γιά φαρδύ μου γιά καράρι μου» –τι σε νοιάζει αν μου έρχεται κοντό, μακρύ ή ακριβώς;

  1. κατούνα

Η κατούνα είναι παλιά λέξη με πολλές σημασίες· εμφανίζεται από τα μεσαιωνικά χρόνια και σημαίνει την κατοικία, τη σκηνή, το περιχαρακωμένο στρατόπεδο· αργότερα, τον οικισμό, και αυτή είναι μια από τις βασικές νεότερες σημασίες, αλλά και τις αποσκευές του ταξιδιώτη και την οικοσκευή ενός νοικοκυριού. Τα νεότερα λεξικά την παραλείπουν. Φυσικά, υπάρχουν πολλά τοπωνύμια Κατούνα ή Κατούνες, με γνωστότερο το κεφαλοχώρι στην Ακαρνανία.

Σαν οικισμός, η κατούνα συχνά αφορά προσωρινή εγκατάσταση. Κατούνες ή κατούντ στα αρβανίτικα λέγονταν οι τόποι περιοδικής εγκατάστασης των αρβανιτών, για εργασία σε μεγάλες ιδιοκτησίες, κατούνες λέγονταν τα μικρά χωριά γύρω από το Πλωμάρι Λέσβου, ενώ σε κατούνες (εξοχικές κατοικίες) παραθέριζαν οι κάτοικοι της Γέρας. Η λέξη περιλαμβάνεται και στο «προσωπικό λεξιλόγιο» του Ελύτη.

Η κατούνα ετυμολογείται από το ιταλικό cantone «περιοχή, γωνία», λέξη από την οποία προήλθαν και τα καντόνια της Ελβετίας –αλλά και τα καντούνια των Επτανήσιων.

  1. καφαλτί

 

Καφαλτί είναι το πρόγευμα, το πρωινό φαγητό· είναι και το κολατσιό των εργατών στα χτήματα. Αν υποθέσατε πως η λέξη είναι συγγενική με τον καφέ, σωστά το σκεφτήκατε· πρόκειται για δάνειο από το τουρκικό kahvaltı, που θα μπορούσε κατά λέξη να αποδοθεί «το πάρσιμο του καφέ». Ακούγεται στην Κρήτη, σε Χίο-Μυτιλήνη αλλά και τη Μακεδονία. Και τίτλος σε παραδοσιακά καφενεία και συναφή κέντρα.

Στις Παροιμίες του, ο Ν. Πολίτης καταγράφει τη μυτιληνιά παροιμία «Κόψ’ το καφαλτί σου και πάρε ένα δούλο», απάντηση σε κάποιον που προσπαθεί να μας αγγαρέψει να κάνουμε μια δική του δουλειά, χωρίς να το έχουμε υποχρέωση. Μια άλλη παροιμία, κρητική, που διδάσκει την αξία της οικονομίας: «Οπού φυλάξει καφαλτί, θα φάει το μεσημέρι».

Κι ένα δημοτικό κρητικό τραγούδι, ίσως συμβολικό: «Μάνα, δεν κάνω καβαλτί, μάνα, δεν κάνω γιόμα / παρά σκοτώσω το θεριό που ’ναι στον καλαμιώνα».

 

  1. κνικάτος

Ή κνηκάτος. Ο βαμμένος με κνήκο (ή κνίκο), ο κόκκινος. Ο κνήκος, αρχαία λέξη, είναι φυτό που χρησιμοποιόταν για την εξαγωγή χρωστικής με χρυσοκόκκινο χρώμα. Στα αρχαία, ο κνικάτος λεγόταν «κνηκός», και ήταν ανάμεσα στο κίτρινο και το κόκκινο, αλλά στις νεότερες χρήσεις το χρώμα είναι σαφώς κόκκινο.

Τη λέξη τη βρίσκουμε στον Πτωχοπρόδρομο («το μεγαλογράμματον ιμάτιν το κνηκάτον»). Κάποτε πρέπει να ήταν σχεδόν πανελλήνια, σήμερα επιβιώνει τουλάχιστον στη Λέσβο και τη Λήμνο.

Κνικάτα είναι τα μάγουλα, όπως της Ζεμίρας στο Σχολείον των ντελικάτων εραστών του Ρήγα. Κνικάτο είναι συχνά το φέσι, όπως στο λιανοτράγουδο του Μυριβήλη: «Χαρά στη ζώνη τη χρυσή και στη λιγνή τη μέση / και στο γλυκό ματόφρυδο και στο κνικάτο φέσι», και επίσης συχνά το γαρίφαλο: «Το δάκρυ μου γαρίφαλο κνικάτο…» (στίχος του Άχθου Αρούρη).

  1. λαντουρώ

Μπορεί να φαίνεται ότι είναι λέξη αποκλειστικά της κρητικής διαλέκτου, το λένε όμως και στη Νάξο και στη Λέσβο, πιθανώς και αλλού. Λαντουρώ ή λαντουρίζω σημαίνει ψεκάζω, καταβρέχω, ραντίζω. Το λαντουρώ προέρχεται, με ανομοίωση αρκετά συνηθισμένη, από το ραντουρώ, το οποίο, σύμφωνα με την ετυμολογία που πρώτος έδωσε ο Κοραής, φαίνεται να είναι συμφυρμός του ραντίζω και του, με το συμπάθειο, ουρώ· άρα, ραντουρώ θα σήμαινε αρχικά καταβρέχω με βρομόνερα ή καταβρέχω κάποιους ενοχλητικούς.

Ακόμα κι αν ευσταθεί αυτή η ετυμολογία, σήμερα πάντως δεν νομίζω να την σκέφτεται κάποιος που χρησιμοποιεί τη λέξη, ή ακόμα χειρότερα που γεύεται τον λαντουριστό, όπως λέγεται σε μερικά μέρη της Κρήτης, όπως στην Ιεράπετρα, ο νοστιμότατος και τουριστικότατος ντάκος (αλλού τον λένε κουκουβάγια).

Τη λέξη την έχει χρησιμοποιήσει ο Μυριβήλης σε ένα διάσημο απόσπασμα στον πρόλογο της Ζωής εν τάφω, όπου ένας θανάσιμα τραυματισμένος χειριστής φλογοβόλου «σπαρταρώντας σαν το ψάρι, λαντουρούσε με το σιδερένιο μασούρι της συσκευής του την υγρή φωτιά όπου λάχαινε». Πιο ειρηνικά αλλά όχι λιγότερο εμπρηστικά, η μαντινάδα επιμένει: «Μου ’ψες διαόλου θηλυκό μες στην καρδιά γιαγκίνι και λαντουρώ τη δάκρυα μα κείνη μπλιό δε σβήνει…».

 

  1. μαξούλι

Μαξούλι είναι η εσοδεία, η συγκομιδή, το γεωργικό προϊόν, η παραγωγή. Η λέξη είναι σχεδόν πανελλήνια (και στην Κύπρο). Από το τουρκικό mahsul, αραβικής αρχής, που έχει τις ίδιες σημασίες.

Στα μέρη με σχεδόν μονοκαλλιέργεια ενός είδους, όπως στη Λέσβο με την ελιά, το κακό μαξούλι σήμαινε πείνα. Οι καλές χρονιές λεγόντουσαν μαξούλια ή μαξουλοχρονιές, ενώ οι κακές κισίρια. Και σε ευχή: «Καλό μαξούλι να μας δώσει ο Θεός!». Η λ. βρίσκεται σε πολλά λογοτεχνικά έργα, π.χ. στα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου διαβάζουμε: «Τα πρόσωπα μικρών και μεγάλων λάμπανε από χαρά, μιας και τα μαξούλια μοσχοπουληθήκανε».

  1. μπαρντάκι

Ή μπαρδάκι, μια λέξη με δύο βασικές σημασίες, αφενός το σταμνάκι και αφετέρου το κύπελλο του νερού. Είναι δάνειο από τα τουρκικά (bardak) και οι δυο σημασίες υπήρχαν ήδη στα τουρκικά. Οι σημασίες πρέπει να διαφοροποιούνται και τοπικά, π.χ. στην Κρήτη μπαρντάκι είναι μόνο το κύπελλο του νερού, ενώ στη Λέσβο μπαρδάκι είναι μόνο η στάμνα.

Με την έννοια της μικρής στάμνας, το μπαρδάκι ή μπαρντάκι είναι πήλινο και χρησιμοποιείται κυρίως για νερό· το κατέβαζαν στο πηγάδι για να παγώσει. Στις Παραπονεμένες του Παπαδιαμάντη η μητέρα προκειμένου να παντρέψει την κόρη της δίνει για προίκα όλα της τα φτωχικά υπάρχοντα: «Τσουμπλέκια, μπαρδάκια, ρουχικά, όλα τα έδιδεν».

Τις στάμνες αυτές τις έφραζαν πρόχειρα με κουκουνάρι ή κάποιο άλλο πώμα. Από εκεί και το μπαρδακοβούλωμα, που σημαίνει τον κοντό και κακοσχηματισμένο άνθρωπο, ιδίως γυναίκα. Τα χρόνια που δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό στα σπίτια, είχαν το μπαρντάκι, ένα κύπελλο με χερούλι, για να πίνουν από το βαρέλι του νερού.

  1. ντάμι

Ντάμι είναι ένας πρόχειρος αγροτικός οικίσκος στα χωράφια. Είναι και ο στάβλος, πλάι στο σπίτι. Γενικά, ένα πρόχειρο κτίσμα, όχι για κανονική διαμονή. Από το τουρκικό dam, που θα πει καλύβα, στάβλος αλλά και στέγη. Είναι λέξη που χρησιμοποιείται πολύ στη Λέσβο και τη βρίσκουμε και σε τοπωνύμια. Στα ντάμια διανυκτέρευαν οι οικογένειες όταν γινόταν το μάζεμα της ελιάς.

Ωστόσο, δεν είναι αποκλειστικώς λέξη του λεσβιακού λεξιλογίου. Τη βρίσκουμε επίσης συχνά στην Καρδίτσα –μεταξύ άλλων, ο Νικόλαος Πλαστήρας λένε ότι είδε το φως μέσα σε ντάμι. Και στη συλλογή του, ο Ν. Πολίτης καταγράφει στην περιοχή της Βάρνας την παροιμία «Εγώ να πω ντάμι και συ βρες την πόρτα», δηλαδή ότι ο φρόνιμος πρέπει να καταλαβαίνει κι έναν σκέτο υπαινιγμό.

Ο Γιώργος Ιωάννου, περιγράφοντας την περιπέτειά του με τα νοσοκομεία στα Πολλαπλά κατάγματα αποκαλεί «πλακόστρωτο ντάμι» το κτίριο που στεγάζει το Ακτινολογικό τμήμα. Στο σχολικό βιβλίο της Β΄ Γυμνασίου υπάρχει απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, όπου στη λ. ντάμι δίνεται η εσφαλμένη επεξήγηση «ζυγαριά»· φυσικά, είναι ο στάβλος!

 

  1. ντηρούμαι

Ή ντηριούμαι, ή ντηριέμαι· σημαίνει διστάζω, δειλιάζω, φοβούμαι. Ειδικά, διστάζω να μιλήσω. Από το μεσαιωνικό εντηρούμαι, μέση φωνή του εντηρώ (εν + τηρώ). Οι Κρητικοί θα το θεωρήσουν δική τους λέξη, όμως ακούγεται και στη Λέσβο, στα Δωδεκάνησα και σε άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου. Είναι αλήθεια πάντως ότι η λ. βρίσκεται στην Ερωφίλη και σε άλλα έργα της κρητικής αναγέννησης.

Ντηριέται αυτός που κομπιάζει, που δεν βρίσκει το θάρρος να μιλήσει ή να ζητήσει κάτι. Όπως λέει και το δημοτικό, «να της μιλήσω ντρέπομαι, να της το πω ντηριέμαι». Στη Ζωή εν τάφω ο Μυριβήλης γράφει: «ο λοχαγός μας σήκωσε τα μάτια του πάνω μας και μ’ ένα χαμογέλιο καλοσυνάτο παρακάλεσε, αν υπάρχει κανένας ανάμεσό μας που καταλαβαίνει τον εαυτό του για “δειλό”, να μη ντηριέται, μόνο να το πει καθαρά από τώρα».

 

  1. σαλκίμι

Το σαλκίμι, λέξη που δεν βρίσκεται σε κανένα λεξικό, είναι η γλυσίνα, ένα είδος ακακίας με καρπούς σε τσαμπιά, σαν σταφύλι. Είναι λέξη μικρασιάτικη, δάνειο από τα τουρκικά (salkım, που καταρχήν θα πει «κρεμαστό τσαμπί»). Η λέξη καμιά φορά αναφέρεται και στον καρπό, τα «σταφύλια» της γλυσίνας, που τα χρησιμοποιούσαν σαν αφέψημα για το κρυολόγημα. Τότε το φυτό λέγεται σαλκιμιά.

Οι πρόσφυγες φύτευαν σαλκίμια στις αυλές τους. Ο Θωμάς Κοροβίνης αναπολεί τις προσφυγικές γειτονιές της Τούμπας: «Πολλά σπίτια είχανε τσαρδάκια σκεπασμένα με σαλκίμια και κληματαριές και καθόταν από κάτω ο κόσμος κι έπινε το καφεδάκι του κι έκαναν οι γείτονες μουχαμπέτι [κουβεντούλα]».

Ξακουστά είναι τα σαλκίμια που σκεπάζουν τα καλντερίμια της αγοράς στον Μόλυβο της Λέσβου· αλλά και μια γνωστή ταβέρνα στις Μηλιές του Πηλίου λέγεται (και έχει) Σαλκίμι.

 

  1. σιτζίμι

 

Σιτζίμι είναι το λεπτό, γερό σκοινί ή ο γερός σπάγκος. Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο (sicim) και ακούγεται ακόμα στα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη, την Πελοπόννησο, την Εύβοια. Σιτζίμι ήταν το σκοινί για τα ρούχα, ο σπάγκος με τον οποίο ευνούχιζαν τα ζώα, ο σπάγκος του χαρταετού. Πάντοτε γερός και καλά στριμμένος.

Στις αναμνήσεις του από την παιδική του ηλικία (Στου Χατζηφράγκου), ο Κοσμάς Πολίτης σχολιάζει τους σπάγγους των χαρταετών: «Γιατί, αν είχες σπάγγο σιτζίμι ή διμισκί, κι ο άλλος είχε σπάγγο τσουβαλίσιο, σίγουρα τον έκοβες». Υπάρχει και μαντινάδα: «Αν μ’ αγαπήσει κι αρνηθεί να τονε δω μεσκίνη / και να του δίδουν το ψωμί μ’ εννιά οργιές σιτζίμι», διότι στους λεπρούς το ψωμί το έδιναν από μακριά.

Το σιτζίμι έχει και μεταφορική χρήση. Στη Μυτιλήνη και στη Χίο, όταν βρέχει πολύ, λένε «βρέχει σιτζίμι», γιατί πέφτει η βροχή σαν συνεχές σκοινί από τον ουρανό. Η έκφραση απαράλλαχτη στα τουρκικά, sicim gibi yağmur. Κατ’ επέκταση, «σιτζίμι» λέγεται η μπόρα, π.χ. «Με το σιτζίμι βγήκες όξω, λωλός είσαι;»

  1. τσάμι

Τσάμι είναι το πεύκο, λέξη δάνεια από τα τούρκικα (çam). Στον πληθυντικό, τσάμια συχνά είναι ο πευκώνας, το πευκοδάσος· υπάρχουν άφθονα τοπωνύμια και μικροτοπωνύμια με το όνομα αυτό. Η λέξη ακούγεται στη Βόρεια Ελλάδα και στη Λέσβο.

Στα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, ο πάμπλουτος Σεϊτάνογλου έχει στην έπαυλή του «ένα δάσος από τσάμια, που στη σκιά τους ξάπλωναν οι γιοι του αφεντικού και οι γυναίκες τους και διαβάζανε».

Ο Οδυσσέας Ελύτης συμπεριέλαβε τα τσάμια (στον πληθυντικό) στο «προσωπικό του λεξιλόγιο», τις 400 λέξεις που παραθέτει στον Μικρό Ναυτίλο, στην ενότητα «Αιγαιοδρόμιον». Στο ίδιο έργο, χρησιμοποιεί τη λέξη: «Καθώς γλιστράω στα τσάμια της κατηφοριάς / κι ανοίγω τα φτερά στο βλέμμα σου το απέραντο». Καθώς η λ. τσάμια ακούγεται πολύ στη Λέσβο (μεταξύ άλλων, η δημόσια πλαζ της Μυτιλήνης λέγεται Τσαμάκια) αλλά όχι στην Κρήτη, ήταν ένα από τα βασικά επιχειρήματα του μυτιληνιού λογοτέχνη Στρατή Γιαννίκου για να αντικρούσει την άποψη του Χρ. Χαραλαμπάκη ότι το ιδιωματικό στοιχείο στον Ελύτη είναι κυρίως κρητικό.

  1. ψακή

Και ψιακή, και ψακί, και ψιακί, και ψιάκι. Είναι το δηλητήριο, ιδίως το δηλητήριο για ζώα, το ποντικοφάρμακο· και οτιδήποτε φαγητό έχει χαλάσει ή είναι πολύ πικρό. Και ρήμα ψακώνω = φαρμακώνω και ψάκωμα η δηλητηρίαση. Λέξη που ακούγεται πολύ στην Κρήτη, αλλά δεν είναι αποκλειστικά κρητική, αφού χρησιμοποιείται επίσης στην Κύπρο, τα Δωδεκάνησα, τα νησιά του βόρειου Αιγαίου. Κατά τον Ανδριώτη ετυμολογείται από το μεταγενέστερο ψίαξ (μέσω υποκοριστικού *ψιάκιον), που σημαίνει σταγόνα.

Θα βρούμε τη λέξη σε μαντινάδες και σε δημοτικά δίστιχα, όπως από τη Σαμοθράκη: «Ο ήλιος βασιλεύει καρσί στο Λάκκωμα / κι εσύ, παλιά μου αγάπη, να ’χεις το ψάκωμα». Αρκετά συχνά στον Καζαντζάκη, όπως στους εξής δυνατούς στίχους από τις Τερτσίνες: «Άσπλαχνη ερμιά, σαν τη στερνή την Κρίση / χωρίς νερό, χωρίς πουλί κι ελπίδα· / κι ένα κουβάρι μαύρα φίδια η χτίση / Θε μου, ψακή τόση ποτέ δεν είδα».

 

 

 

 

 

 

Advertisements

132 Σχόλια to “Είκοσι λεσβιακές λέξεις -που όμως ακούγονται και αλλού”

  1. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Καλημέρα. Σας αναγύρεψα νωρίς,

  2. μήτσκος said

    …που γεύεται τον λαντουριστό, όπως λέγεται σε μερικά μέρη της Κρήτης, όπως στην Ιεράπετρα, ο νοστιμότατος και τουριστικότατος ντάκος

    Λέμε το λαντουριστό, ουδέτερο γένος.

    Με την επέλαση του ντακοτουρισμού πολλοί έχουν αρχίσει να διακρίνουν το λαντουριστό, που είναι μόνο το βρεγμένο καύκαλο με λάδι και αλάτι, από τον ντάκο, που έχει πλήρη εξάρτυση (ντομάτα, τυρί, ελιές, ρίγανη).

    Πάντως όταν ήμουνα εγώ μικρός μόνο λαντουριστό λέγαμε. Όλα τα καλοκαίρια μου στην Ιεράπετρα, τη λέξη ντάκος ούτε που την είχα ακούσει.

  3. Γς said

    Καλημέρα

    Είκοσι λεσβιακές λέξεις -που όμως ακούγονται και αλλού
    και
    The Lesbian Slang Lexicon: 20 Words and Phrases You’ve Never Heard Before

    http://jezebel.com/5917898/the-lesbian-slang-lexicon-20-words-and-phrases-youve-never-heard-before

  4. voulagx said

    Καλημέρα!
    Το ζνίχι ακούγεται σε θεσσαλικά ιδιώματα. Το ντάμι, που στα βλάχικα το λέμε αντάμι, το βρήκα πρόσφατα σε συμβόλαιο του 1913, όπου βρήκα και την λέξη «αραλίκι», που δεν την ήξερα. Ενα απόσπασμα απ’ το συμβόλαιο:
    «…αιθούσης και ταράτσας τριών ετέρων δωματίων κάτω επίσης ανωγείων και αιθούσης μετά του κάτωθι αυτών υπογείου, κειμένων δε προς το βορειοανατολικόν μέρος της όλης οικίας, μετά της έξωθι αυλής, και του έξωθι ταύτης νταμίου κατά το ήμισυ διηρημένον εκ τριών αραλικίων,…»

  5. Νέο Kid Στο Block said

    4. Πω,πωω..! άντε τώρα να φκιάσεις κάτοψη και να βγάλεις τετραγωνικά απ’αυτό…εδώ σε θέλω μάστορα! 🙂

  6. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Χρόνια Πολλά στη Φωτεινή του Λεώνικου!
    σε κάθε Φάνη και Φανή, Θεοφανώ, Θεοφανία και Θεοφάνη,τη Φωτεινή, τη Φώτα Φωτούλα,Φωτίνα,Φωφώ, Φώφη και Γώτιο και Φώτη, στη Θεώνη και Ουρανία, Ιορδάνη και Δάνη

    (Εχασα από κοκοπάτημα σε πλήκτρο, ολόκληρο κατεβατό για το ψακή, ψακώνω, ψακώνομαι,
    ψακωμένος και ψακοτάρι-δεν τα ξαναγράφω-εκτός από το ψακοτάρι που είναι το δηλητηριώδες φυτό,»δεν έχει φταρμό μόνο έφαε πράμα ψακοτάρι» διάγνωση για άρρωστο ζώο.Π,χ, η κρομμύδα, το γούρι εδώ της Πρωτοχρονιάς, είναι ψακοτάρι.
    Τ΄αχείλι μου είναι ψακή, πικρά και «δηλητηριασμένα από σωματική αδιαθεσία ή ψυχικό πόνο

  7. LandS said

    Ωπ!
    «Ο μυτιληνιός Θείελπης Λευκίας, με το ψευδώνυμο Βρανάς Μπεγιάζης»
    Η ελληνική Βίκι λέει ότι ο Β. Μπ. έγραφε το ψευδώνυμο του ως Θείελπης Λεφκίας.
    Εδώ που τα λέμε αν κάποιον τον λεν Θείελπη Λευκία, στην απίθανη περίπτωση που θα νόμιζε ότι χρειάζεται ψευδώνυμο, δεν θα διάλεγε Βρανάς Μπεγιάζης.

  8. Καλημέρα!
    Το kahvaltι, νομίζω, δεν σημαίνει «πάρσιμο καφέ» (οπότε θα ήταν -aldι) αλλά «αυτό που είναι κάτω από τον καφέ», τον συνοδεύει ή τον ακολουθεί δηλαδή. Α, βλέπω συμφωνεί μαζί μου και ο Νισανιάν.

  9. Νέο Kid Στο Block said

    8. δηλαδή το παξιμάδι;

  10. Μπρρ… Αμάν βρε Κιντ, μόνο τότε πίνεις καφέ εσύ; :0

  11. Νέο Kid Στο Block said

    Μα τι να φάω με τον τούρκικο καφέ; Αστακό; 🙂

  12. voulagx said

    #5: Νιουκιντ, τύφλα νάχει το ΕΓΣΑ ’87! 🙂
    Πάρε κι ακόμη ένα από συμβόλαιο του 1884: «Την εν Τζαμί Μαχαλά οικίαν μετά των νταμίων, πύργου, αυλής, του συνεχόμενου αυλαγά και παντός παραρτήματος και παρακολουθήματος…»

  13. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια! Χρόνια πολλά στη Φ.φ. του Λεώνικου, στους Φώτηδες και στις Φανές του ιστολογίου.

    8: Δίκιο θάχετε ο Νισανιάν κι εσύ.

    7: Να μου επιτρέψεις να επιμείνω. Τα ξέρω από πρώτο χέρι. Ο πατέρας του Λευκία, λεγόταν Προκόπιος Βεγιαζέλλης ή Βεγιάζης ή Μπεγιάζης (1840-1918). Όταν ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει ιατρική στα μέσα του 19ου αιώνα άλλαξε το όνομά του σε Λευκίας, που είναι εξελληνισμός του Μπεγιάζη. Τα τρία παιδιά του τα ονόμασε: Θείελπις, Λέσβανδρος, Κρινάνθη. Οπότε το κανονικό όνομα του μετέπειτα ποιητή και βουλευτή ήταν Θείελπις Λευκίας, με αυτό ήταν γραμμένος. Από αντίδραση στον πατέρα του, πολιτική και γλωσσική, πήρε το ψευδώνυμο Βρανάς Μπεγιάζης, με το οποίο αποκαθιστούσε βέβαια το αρχικό του επώνυμο. Αλλά στη Βουλή, ας πούμε, συμμετείχε ως Λευκίας.
    Τα ίδια περίπου και εδώ: http://anagnostirio.info/?p=11501

    6: Α τι κρίμα που χάθηκε η ψακή! Πάντως χτες έκανε κρύο ψακή.

    2: Ωραίο αυτό με τον ντακοτουρισμό και την πλήρη εξάρτυση.

  14. spiral architect said

    Καλημέρα και Χρόνια Πολλά στους εορτάζοντες. 🙂
    «Πονούν τα ζνίχια μ'» έλεγε η Σκοπελίτισσα γιαγιά της συντρόφου μου.

    Το άσμα της ημέρας:

  15. Stella said

    το ρημα «γιωνω» σε χρήση στην Ανατολική Μακεδονια τουλάχιστον να σημαινει και λερωνω ή ξεθωριαζω π.χ τα χρωματα στο υφασμα γιωνουν με τον καιρο ή το ροδι γιωνει το άσπρο τραπεζομαντηλο. Και να μη ξεχάσουμε τους στιχους από το μακεδονιτικο τραγουδι «μηλο μου κόκκινο, ροιδι γιωμενο». Μου αρεσει παντα στην ερμηνεια από την Ξανθιππη Καραθαναση, καλη της ωρα αλλα και τα χαλκινα της Γουμενισσας, συνοδεια οινου Μπουταρη (οχι , δεν κανω διαφημιση, για αναμνησεις προκειται)
    Επίσης, καποια οικήματα είναι «ανταμικά», δηλαδη προχειροφταιγμενα, με τσατμα και χωρισμενα στα δυο για να στεγαζουν συγγενικες οικογενειες.
    Χρονια Πολλα και παντα φωτισμενα, μερες που ειναι.

  16. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    2. >>Λέμε το λαντουριστό, ουδέτερο γένος.
    επιβεβαιώνω.ΤΟ λαντουριστό περιλαμβάνει αυτό το συγκεκριμένο έδεσμα(βρεγμένο ελαφρά παξιμάδι με αλάτι λάδι και νερό). Τα παξιμάδια ήταν είτε ντάκοι είτε κουλούρες (κριθαρένιες ή μιγαδερές κλπ).
    Πρόλαβα να βγάζουνε τα φρέσκα ψωμιά απ το φούρνο,τη λεγόμεμη «κομάτα», να τα κόβουμε σε ντάκους και να τα ξαναφουρνίζουμε για να παξιμαδιάσουν.Μετά, βάζανε εμας τα μικρά ,μέσα στο φούρνο και φορτώναμε προσεχτικά να μη θραψαλιάσουν, τους ντάκους στο φτυγιάρι που το τράβαγε κάποιος πολύ επιτήδεια ως το στόμιο του φούρνου και τους τοποθετούσε απαλά στις κοφίνες για το σπίτι.Μιλάμε για πολύ μεγάλους ξυλόφουρνους που φούρνιζε ψωμί και για πολλούς μήνες κάθε οικογένεια στον κάθε ζυμωτό όπως λεγότανε. Μοσχοβολούσε από το προζύμι η γειτονιά.Για τα μικρά, φτιάχνανε τις πέρδικες, ψωμί σε σχήμα πουλιού με εγχάρακτες τις φτερούγες και κουκούτσια από χαρούπι για λαμπερά ,ματάκια,Τη χαρά μας…
    Λέμε την παροιμία «σαν το ψωμί είν κι οι ντάκοι» για όμοιες περιπτώσεις ανθρώπων ή καταστάσεων.Ο πατέρας μου ακόμη το λέει σκέτα ψωμί το παξιμαδένιο και «εκατέβασες το φαϊ, βρέξε το ψωμί», ώστε μέχρι να κενώσεις (να σερβίρεις) να είναι σε κατάλληλη μαλακότητα και το ψωμί.
    Λαντουρίζω είναι γενικά το καταβρέχω και πιτσιλίζω. Ο ντάκος μπορεί να είναι ή όχι λαντουριστός.Οι εφτάζυμοι ντάκοι π.χ. τρώγονται χωρίς να λαντουρίζονται.’Εχουμε και τα ντακουλάκια.Γενικά ντάκος ήταν το σχήμα σε τουβλάκι αλλά τώρα κατέληξε και λέμε ντάκο το έδεσμα ακόμη κι αν πρόκειται για κουλούρα ή κουκουβάγια όπως βλέπω να λένε τις μικρές κουλούρες τις χωρίς τρύπα.

  17. Πέπε said

    Καλημέρα.

    > > Καταρχάς, το επίθετο «λεσβιακός», εκτός Μυτιλήνης, πιθανώς να αναφέρεται κυρίως στη γυναικεία ομοερωτικότητα, στις λεσβίες. Εντός Μυτιλήνης, στη Λέσβο.

    Υπάρχει πάντα και το επίθετο «μυτιληνιός», που μόνο σε αρκετά στενό συμφραζόμενο μπορεί να αναφέρεται στους κατοίκους της πόλης της Μυτιλήνης σε αντιδιαστολή προς τους κατοίκους του υπόλοιπου νησιού – γενικά σημαίνει όλους τους κατοίκους του νησιού.

    > > Πριν από όχι πάρα πολλά χρόνια θυμάμαι τη γιαγιά μου να αναφέρεται σε «Λεσβίες ποιήτριες» εννοώντας ποιήτριες που είχαν γεννηθεί στο νησί, κάτι που σήμερα οι περισσότεροι θα το ερμήνευαν διαφορετικά.

    Ένσταση. Αυτό είναι λάθος. Λέσβιες. Λεσβία είναι ουσιαστικό (ουσιαστικοποιημένη μορφή του αρχαίου τύπου του επιθέτου στο θηλυκό) και σημαίνει μόνο τις ομοφυλόφιλες γυναίκες. Ακόμη κι αν για θηλυκό του Λέσβιος κρατήσουμε τον αρχαίο τύπο Λεσβία (αντί για Λέσβια που ομολογουμένως ούτε εμένα μου πάει), ο πληθυντικός πάντα προπαροξύτονος ήταν. Όπως «Δευτέρες» σημαίνει μόνο τις μέρες και σε κάθε άλλη περίπτωση λέμε δεύτερες.

    τσάμι: Έχω ακουσει να το λέει, εδώ στην Αθήνα, οργανοποιός, αναφερόμενος στο ξύλο, όχι στο ίδιο το δέντρο (αν και όλες οι λέξεις που δηλώνουν είδη ξύλων είναι ίδιες με τα ονόματα των αντίστοιχων δέντρων).

    > > η κρομμύδα, το γούρι εδώ της Πρωτοχρονιάς…

    Ε όχι δα και εκεί! Παντού δεν είναι; Φαντάζομαι Έφη να εννοείς την αγριοκρεμμύδα, αυτήν που κι αν την ξεριζώσεις εξακολουθεί απτόητη να βλαστάνει και με τις ρίζες της στον αέρα. Σύμβολο αειφορίας.
    (Ο Μεγαλέξαντρος είχε μιαν αδερφή, τη Γοργόνα. Μια μέρα που έλειπε, η Γοργόνα μπήκε στο δωμάτιό του να συγυρίσει. Βρήκε αφημένο ένα γυαλί μ’ ένα νερό παλιό, μπαγιάτικο, και το πέταξε από το παράθυρο για να βάλει φρέσκο. Δεν ήξερε ότι είναι το Αθάνατο Νερό, που το ‘χε φέρει ο Μεγαλέξαντρος από ένα από τα θαυμαστά του ταξίδια. Όταν γύρισε ο Μεγαλέξαντρος κι έμαθε τι έκανε η αδερφή του, έγινε έξαλλος και την καταράστηκε να γίνει η μισή ψάρι. Φυσικά εκείνη εξακολουθούθσε να τον αγαπάει, και η συνέχεια είναι γνωστή (ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος; ). Όμως το αθάνατο νερό είχε πέσει σε μιαν αγριοκρεμμύδα, και γι’ αυτό εκείνη απέκτησε αυτή τη θαυμαστή ιδιότητα να ζει και ξεριζωμένη. Φυσικά ο μύθος δηλοί ότι αν οι ακατάστατοι άντρες αφήνουν ταχτικές γυναίκες να τους συγυρίζουν, συμβαίνουν ζημιές.)

    (Μιας και η Γοργόνα είναι ακόμη στα πέλαγα και ρωτάει τους ναύτες, σκέφτομαι ότι ίσως το δοκίμασε πρώτα το νερό, κι επειδή της φάνηκε μπαγιάτικο το πέταξε, ενώ στο μεταξύ η ίδια έγινε αθάνατη. Δε θυμάμαι αν ο μύθος έχει κι αυτή τη λεπτομέρεια.)

  18. Aγάπη said

    13 το λήμμα σχεδόν κατά λέξη αντιγραφή από το Τότε που Ζούσαμε;

    Και χρόνια πολλά σε όλες, – ους 🙂

  19. Πέπε said

    17 τέλος (αγριοκρεμμύδα) -> 6.

  20. cronopiusa said

    Καλημέρα
    χρόνια πολλά στις Φιφήδες και τους Φάνηδες

    σύμφωνα με την ιταλική τηλεόραση Rai, από τις πρώτες πραγματογνωμοσύνες φέρεται να προέκυψαν κάποια στοιχεία που δείχνουν ότι η ναυτική αυτή τραγωδία μπορεί να προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα.

    «Νεκρός ταξιδιώτης» Αλ. Παπαδιαμάντη

  21. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Χρόνια πολλά Καλή χρονιά στον Αρκεσινέα. Χάθηκε .με ή μεσ΄ την Αμοργό του/

  22. Δύο μόνο λέξεις «έπιασα», το ζνίχι που το ήξερα από την μετάφραση της Ιλιάδας του Ιακ. Πολυλά και την κατούνα που αμέσως με παρέπεμψε στο καντούνι (στο ομώνυμο καφέ βλέπω τα ματς την θερινή περίοδο)
    Λογικό μου φαίνεται γιατί ένα ναυτικό μέρος στον κορινθιακό λογικά είχε παρτίδες με Βενετιά και Δύση, άρα και πολλές κοινές λέξεις με τους Επτανήσιους ενώ από την άλλη δεν υπήρξε ποτέ συγχρωτισμός με τούρκους, δεν εγκαταστάθηκαν, μόνο το έκαψαν δυο τρεις φορές.
    Από την άλλη εκλεκτός μου φίλος Λέσβιος γαλαξιδιωτόγαμπρος, κάποτε μου ενέπνευσε το κάτωθι σε συνδυασμό με κάτι εμπειρίες μου από το…τέταρτο φύλο !
    http://gpointspoetry.blogspot.gr/2010/12/i-am-lesbian.html

  23. ΚΑΒ said

    13.6 Εμείς ή τουλάχιστον κάποιοι λέμε είχε βασιλικό κρύο.

    6 λέξεις γνωστές:αγγρισμένος, βαρταλαμίδι,λαντουρίζω, μαξούλι βέβαια, ντάμι και ψακή.

  24. atheofobos said

    Έριξα μια ματιά στο δίτομο Ιστορικό Λεξικό του Μυκονιάτικου Ιδιώματος, του Σταύρου Μάνεση και είδα πως μόνο 4 από τις λέξεις αυτές χρησιμοποιούνται εκεί.
    Αυτές είναι:

    Αλικοντίζω και παραθέτει και τον στίχο:
    Ήμανε για να φύω και bαρκαρίστηκα,
    μα΄δια τα δυό σου μάτια κι αλικουdίστικα.

    Γιώνω
    Ήγιώσενε το χαρανί να το πάμε στο χαρανά να το γανώσει είναι γιωμένο.

    Διασάκι

    Ντηρούμαι ως ντηρειέμαι και dηρειούμαι

  25. Chris said

    Μακάρι κάποιος ακαδημαϊκός να γράψει κάποτε (πριν χαθούν) για τον απίστευτο γλωσσικό πλούτο των διαλέκτων του Β. Αιγαίου. Διάβαζα κάποτε το ιστολόγιο ενός Λημνιού γιατρού, του Σταύρου Τραγάρα (υπάρχει ακόμα αλλά δεν ανανεώνεται), κι αν κανείς δει τι λέξεις έχουν δημιουργηθεί στα νησιά αυτά, θα τρελαθεί. Μία Λημνιακή λέξη που μου είχε κάνει προσωπικά μεγάλη εντύπωση ήταν (αν την άκουσα καλά) το ρήμα «μποτέρνω». Χρησιμοποιείται σε 3ο πρόσωπο αποκλειστικά από ότι μου φάνηκε (δλδ «μποτέρνει» ή, με την τοπική προφορά, «μποτέρεν'», με το τελικό ν να ακούγεται… Αχαϊκό). Τι σημαίνει; Αν κανείς μεταφέρει νερό από μια νταμιτζάνα ή μπιτόνι σε μικρότερα μπουκάλια και δεν αφήνει τον αέρα να εισέρχεται ομαλά, δημιουργώντας έτσι την χαρακτηριστική κοφτή ροή, τότε το νερό (μπιτόνι; δεν μπόρεσα να καταλάβω ποιο είναι το υποκείμενο) λέμε ότι «μποτέρνει». 😀
    Ακόμα πιο καταπληκτική ικανότητα στη σύνθεση λέξεων είναι η Λημνιακή λέξη για τον… αυνανισμό (μία από τις πολλές): τσουτσλοσφεντογόνιασμα 😀
    Άσχετο: Νοικοκύρη, έχεις καμια διεύθυνση ηλεκ. ταχυδρομείου, Twitter, ή οτιδήποτε άλλο για επικοινωνία; Πολλές φορές βλέπω στο Διαδίκτυο διάφορα…μεζεδάκια που θέλω να σου στείλω, και δεν ξέρω πώς.

  26. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    13.Ναι!κρύο ψακή κάνει. Λίγο λίγο θα τα ξαναπλάσουμε τα ψακωτικά.Είπα ν΄αφήσω τις ψακές στο ‘ελεος γι αργότερα. Πρωί πρωί φαρμάκια. Μέρα των Φώτων και των φωτισμών.
    Φώτα κι εκλογές, και πώς να μη θυμηθώ το «Περί φωτίσεως» του Ζοζέ Σαραμάγκου ;

    19>>17 τέλος (αγριοκρεμμύδα) -> 6.
    Όι όι, δεν την είχαμε μεις για γούρι την κρομμύδα(έτσι τη λέμε τοπικά). Όταν πρωτόδα ή διάβασα πως τις πουλάνε στην Αθήνα για το καλό την Πρωτοχρονιά μου έχε φανεί μεγάλο παράξενο.Σ εμάς είναι γεμάτος ο τόπος.Να πούμε όμως ότι ψακώνει (φαρμακώνει) αλλά και «φαρμακεύει», γιατρεύει.Την ανοίγανε και μάλλον την ψήνανε πρώτα και τη βάζανε οι γιαγιές απάνω στα λοστρέματα (στραμπουλήγματα) των αστραγάλων.Κάτι διαλυτικό των αιματωμάτων θα έχει.

  27. Μιχάλης Φραγκιαδάκης said

    υπάρχει και το επίθετο : λαντουρίδης! , που δηλώνει αυτόν που «λαντουρά» τους γύρω του με ανοησίες, ο φλύαρος άνοστος άνθρωπος.

  28. Πέπε said

    25: Και σ’ εμάς είναι γεμάτος ο τόπος. Το δύσκολο είναι να βρεις τόπο! Πάντως στον Υμηττό λ.χ. φύονται αβέρτα.

  29. ΚΑΒ said

    23. και 7η λέξη: ντηριούμαι

  30. Πέπε said

    Κύριε ελέησον! Η ώρα είναι 12:16, και βλέπω ήδη τα μηνύματα που θα γράψουν στις 13:10 ο Chris (Μακάρι κάποιος ακαδημαϊκός…) και ένα λεπτό μετά ο Μ. Φραγκιαδάκης (υπάρχει και το επίθετο…)

  31. Καλημέρα και καλή χρονιά
    Να διαβάζω για μυτιληνιές (‘ντάξει, λεσβιακές) λέξεις και να μην μπορώ να προσθέσω το κατιτίς μου; Όλο κι έλεγα πως έχω ένα συμπλήρωμα κι όλο και το ‘βρισκα γραμμένο. Μέχρι που έφτασα στο ψ, το ψακό δηλ. νάχω να λέω. Πάμε:

    Δώτι μ’ ρακί να ψακουθώ
    κρασί για να πιθάνου
    δώτι μ’ μια μ’τζίθρα μι του μελ’
    τα δόντια μου να σπάσου
    λεγόταν παλιότερα, για όλα τα απίθανα και αδύνατα που μπορούν να συμβούν, γιατί σε κάθε περίπτωση συμβαίνει το ανάποδο. (Να θυμίσω πως το ρακί για το νησί είναι το ούζο).

    Ψακό εκτός απ’ το δηλητήριο είναι και το πικρό. Πολλές φορές λέμε πως κάτι πικρό είναι σκέτο δηλητήριο, ε, γιατί όχι και το ψακό.

    Λίγα, αλλά κάτι βρέθηκε 🙂

  32. Το δρόμο με τα σαλκίμια, στο Μόλυβο, τον πρωτοείδα φαντάρος, πηγαίνοντας στο φούρνο του χωριού για «ώνια». Αργότερα, όταν αποσπάστηκα στο φυλάκιο Μυθήμνης, τα φαντάρια τσακωνόμασταν κάθε πρωί ποιός θα πάει «αγγαρεία» στο φούρνο για μηλόπιτες, πεϊνιρλί κλπ. Χάλια θητεία σας λέω! 🙂

    Κι ένα μεζεδάκι, μάλλον νησιώτικο. Ο Κεάδας πρέπει να είναι κάποιος γκρεμός στη Τζιά, έτσι;

  33. Ούπς, πώς βρέθηκα στο 30, ενώ είχα ήδη διαβάσει το 31 και το 32; Ποιός είμαι; Ο Λούκι Λουκ που πυροβολεί πιο γρήγορα κι απ’ τη σκιά του;

  34. sarant said

    Ευχαριστω πολύ για τα νεότερα!

    15: Δεν θα σε κατηγορήσουμε για τοποθέτηση προϊόντος 🙂
    Όλα σωστά, αλλά το «αντάμικος» δεν έχει να κάνει με το ντάμι, αλλά με το αντάμης.

    17: Όχι, το λέγανε έτσι, επηρεασμένοι από την καθαρεύουσα: οι λεσβίες ποιήτριες. Και: η συμπεθέρα η Ποντία.

    18: Δεν το έχω πρόχειρο το βιβλίο του Πανσέληνου. Όπως τα θυμάμαι είναι που τα έχω ακούσει από τους δικούς μου.

    26: Η διεύθυνση είναι sarantπαπάκιpt.lu

  35. LandS said

    @13 Απολογούμαι (εκμοντερνίζομαι και εγώ). Δεν είχα ιδέα.

    Υπάρχει άλλη περίπτωση στα ελληνικά γράμματα ή τις τέχνες, που το ψευδώνυμο να φέρνει πιο στο τούρκικο από το πραγματικό όνομα;
    Για πιο στο γαλλικό έχουμε. Εκτός από τον Ζάν Μορεάς είναι και ο Μισέλ Ντε Γκρες και ο ξάδερφος του με το ισπανικό Κωνσταντίνος Ντε Γκρέτσια, αλλά αυτοί οι δυο λένε ότι δεν έχουν πραγματικό όνομα.

    Η ελληνική Βίκι έχει πρόβλημα μεγάλο.

  36. Makis said

    Ώρα καλή και καλή φώτιση.
    Μόλις έκανα ένα τεστ στη μάνα μου, του 1924, από την Ικαρία. Απάντησε χωρίς καμιά αμφιβολία για το τι σημαίνουν οι λέξεις: αγγρίζω, αλικοντίζω-αλικόντηση, διασάκι, καράρι, καφαλτί- καφαρτίζω, μαξούλι, ντάμι, ντηρούμαι, σιτζίμι και ψακή-ψακώνω. 10 λέξεις.
    Εγώ που έχω γεννηθεί το 1946 γνωρίζω μόνο το: αγγρίζω, αλικοντίζω-αλικόντηση, καφαλτί- καφαρτίζω, μαξούλι, σιτζίμι και ψακή-ψακώνω. 6 λέξεις.
    Έψαξα και στο ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΙΚΑΡΙΑΚΗΣ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑΣ του κ. Δημήτρη Λεσσέ, από τις 10 λέξεις που γνώριζε η μητέρα μου δεν έχει το διασάκι και το σιτζίμι.

    Και μια ιστορία:
    Συζητούν δυο Μυτιληνιοί
    -Ξερς, η αδιρφός μ’, έπισε δλειά σ’ ινα ιργουστάσιο οπού φτιαν ιλβετικες σουκουλάτις, αλλά δεν θμάμι πώς του λεν…
    -Tobleron ( λέει ο άλλος)
    -Άϊ ρε, τζάμπα θα δουλεύει;

  37. sarant said

    30-33: Δυο σχόλια τα είχε πιάσει η σπαμοπαγίδα, τα ετεροχρόνισα για να έρθουν ψηλά, αλλά το παράκανα. 🙂

    35: Ναι, η αγγλική αντιθέτως έχει γίνει πολύ καλή.

  38. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    29.>> λαντουρίδης
    Ναι! και λαντουρίδια γενικά οι ανοστοκουβέντες αλλά κυριολεκτικά λαντουρίδια ήταν τα τρίμματα απο αλεύρι και νερό για τα κλωσσόπουλα.Α το κακοψημένο ή κακοβρεμμενο ή κακοζυμωμένο παξιμάδι συχνά γίνεται λαντουρίδια.
    Να σώσουμε και την κοντινή μαμούγδαλη που είναι το από πολλή ώρα ή χθεσινά βρεμμένο παξιμάδι.που «λασπούριασε»,
    Νικοκύρη σαλπαρα στα παλιά με το νήμα πάλι σήμερα και μ΄ έπιασαν οι μνήμες από το λαιμό και εκπνέω λέξεις εκείνου του καιρού.

  39. Πέπε said

    Τη 17η λέξη, σαλκίμι (=γλυσίνα), δεν την ήξερα. Όχι πως ήξερα τις άλλες, εκτός καναδυό, αλλά το θέμα είναι ότι «Γλυσίνες» ξέρω να λένε ένα σημείο του Κήπου. Είναι μια μεγαλούτσικη πλατεΐτσα με παγκάκια και πέργκολες (με γλυσίνες προφανώς), μια μικρή λιμνούλα με συντριβάνι που θαρρώ έχει κάποιο άγαλμα, και στην άκρη μια περιφραγμένη σπηλίτσα.

  40. takis#13 said

    Kαλημέρα και καλή χρονιά . Στην Κω λέμε αρκετές απο τις παραπάνω λέξεις , άλλες πολύ συχνά – λαντουρώ,μαξούλι, ψακί- και άλλες λιγότερο ή σχεδόν καθόλου πια (τις ξέρουν μεγαλύτεροι σε ηλικία ) όπως ντάμι (σταύλος) , μπαρντάκι (ποτήρι) , καράρι (απόφαση , πήρε το καράρι του) , σαλκίμι (λέγανε τα τσαμπιά από τα σταφύλια). Παλιότερα » είχαν κρεμασμένες αγριοκρομύδες όξω ‘πο τα σπίτια ντος»

  41. # 24

    Χαρανί λένε και στα μέρη μου το (ορθογωνιο συνήθως) τενκεδάκι με το οποίο βγάζανε το νερό από την στέρνα και το ρίχνανε στο δοχείο για να το κουβαλήσουν.
    αγνωστης ετυμολογίας παρ’ ότι αν δεν κάνω λάθος στα περσικά ο κουβάς μοιάζει ηχητικά

  42. Λέξη 14 Μπαρντάκι. Κατάγομαι από το Ποδοχώρι Καβάλας. Γνωρίζω τις λέξεις: Μαξούλ(ι), ζνίχ(ι), σιτζίμ(ι) και μπαρντάκ(ι). Το ι σε παρένθενση επειδή κατά την ομιλία κόβεται. Η τελευταία όμως, μπαρντάκι, έχει άλλη σημασία, σημαίνει όρχις. Πρόσφατα, μάλιστα, άκουσα μια θεία μου να λέει στο σαλονίσιο, φοβητσιάρη γάτο της: φοβάσαι και τον ήσκιο σου μπρε, ούτε τα μπαρντάκια σου σέβεσαι…

  43. cronopiusa said

    Λιβύη: Νεκρός Έλληνας ναυτικός σε βομβαρδισμό πετρελαιοφόρου – Ανακοίνωση των ναυτεργατικών σωματείων

  44. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    >>το μπαρντάκι, ένα κύπελλο με χερούλι
    δεν το θυμούμαι καθόλου να το λέμε αλλά μ αυτό τον ορισμό έχουμε τον κουνενό (που έγινε κι επώνυμο) και το μαστραπά. Λέμε και γελάμε που είπε ο παπούς μας στο αθηναιάκι ξαδελφάκι -φέρε μου αποκειέ τον κουνενό.-τί θες παπού; -το κουνενάρι,το μαστραπαδάκι παιδάκι μου, πώς το λες εσύ; Να βάλω νερό θέλω.
    39.>>«Γλυσίνες»
    Εύγε Πέπε!
    ε ρε φιλιά κι αγκαλιές στις «γλυσίνες». Πιο κει γούρνες με χρυσοψαράκια και κανα νούφαρο.

  45. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια!

    42: Ναι, υπάρχουν κι αυτά τα μπαρντάκια και δεν ξέρω αν είναι η ίδια λέξη ή ομόηχη.

  46. 37β Καλύτερα τώρα; 🙂

  47. ΚΑΒ said

    και η παροιμία: το μαστραπά τον έσπασες, κρασί τι μου γυρεύγεις;

  48. leonicos said

    Για να είμαι ειλικρινής (αν όχι και ολίγον κακεντρεχής, αλλ’ αυτό το ξέρετε)

    Βεβαίως δεν είμαι κακεντρεχής αλλά δίκαιος 100% όταν τα βάζω με τον Γς. Κι αυτό το ξέρετε. Ασφαλώς θα σας καλύπτω γι’ αυτό δεν τον αγκρίζετε κι εσείς. Γς αγκρισμένος είναι επικίνδυνος ποικιλοτρόπως.

    Για να είμαι ειλικρινής λοιπόν… ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ένα άρθρο που 100% είναι αυτό που λέει το ιστολόγιο. Ομολογώ ότι είχα αρχίσει να κουράζομαι με τα ‘παραπολιτικά’ όσο κι αν είναι ενδιαφέροντα. Ίσως επειδή συνήθως δεν έχω τίποτα να πω.

    Ευτυχώς υπάρχει ο Γς και ξεσπάω.

    Θυμάμαι πόσο μ’ ενοχλούσε όταν κάποια κρητικιά έλεγε την πρόβα, μπρόβα. Χρειάστηκα πολλά χρόνια για να κατανοήσω την ομορφιά του να μιλάς διαφορετικά και ν’ ακούγεσαι, και να το χαίρεσαι. Εμένα μ’ αρέσουν οι κύπριες που λένε ‘βουρώ’, ‘φακώ’ ‘έρεξα’. Αλλά μην το πείτε του Γς και αρχίσει πάλι!

    Από το άρθρο
    ιδού εγώ καταντικρύ … της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε, γαστέρας το άγγρισμα»
    Σερ Σαρ σ’ ευγνωμονώ διότι επιτέλους κατάλαβα τι λέει ο στίχος. Ούτε είχε πάει το μυαλό μου ότι αναφέρεται σε ‘άδειο’ άστοχο άγκρισμα της γαστέρας επειδή τα τέκνα της άμβλωσε.

    Αλικοντίζω ή αλικουντίζω: Σίγουρα το έχουμε ξαναφέρει εδώ, αλλά το είχα ξεχάσει. Λεξιπενία βλέπεις! Μια απορία: Μπορώ άραγε να τη χρησιμοποιήσω σήμερα εγώ; Αν απαντήσετε όχι… να μου το εξηγήσετε. Είναι λέξη που μπορεί ν’ αναστηθεί.

    «Αργυροκούμπι και τσακκί, κουμπί και δαχτυλίδι, ως πότε θε να κρύβγεσαι μέσ’ στο βαρθαλαμίδι;»
    Εδώ έπεσα κυριολεκτικώς από τα σύννεφα. Ούτε το είχα ξανακούσει, και είναι τόσο όμορφο. Όταν χρειάστηκα κάτι, π.χ. στον Μπασιά, αναφέρθηκα στον γιούκο, τον μπόγο με τις κουβέρτες και βελάντζες που δείχνουν (βάλε βαθύ παρατατικό εδώ) οι προς γάμον χωριατοπούλες με καμάρι, και οι γερόντισσες με πίκρα. Όπως λέω κάπου (Αΐραμ, προσεχώς εκδίδεται με πολλά άλλα διηγήματα, και κείμενα που ο Θεός να τα κάνει διηγήματα) «ένα σεντόνι για την ‘καλή μέρα’ που όμως δεν ήρθε για να το βάλει.» [Ψέματα, δεν το λέω έτσι, λέω κάτι συναφές που δεν το θυμάμαι και δεν θα το ψάξω τώρα]

    Γιώνω θα πει σκουριάζω, οξειδώνομαι
    Η λ. ετυμολογείται από το αρχαίο ρ. ιώ, ιούμαι στη μέση φωνή, που θα πει, ακριβώς, σκουριάζω, πιάνω σκουριά
    Εδώ διαφωνώ κάθετα. Το ξέρω ως ‘αγιώνω’ στην Κύπρο λένε ‘αγιωμένο καρφί’ αλλά και ‘αγιωμένον τυρί, φαγίν’ και είναι καταφανέστατα ουρανικοποίηση του ‘lyo’ από το αλλοιώνω.

    Το διασάκι: Ομολογώ δεν το ήξερα, ούτε τα παραδείγματα. Είναι πολύ ωραίο αλλά δεν το βλέπω ν’ ανασταίνεται λόγω ακριβώς του δισακιού. Αλλά κανείς δεν ξέρει. Οι ποιητάδες πολλά λαλούσιν.

    Ο μυτιληνιός Θείελπης Λευκίας, με το ψευδώνυμο Βρανάς Μπεγιάζης έγραψε ποίημα (1924) με τίτλο Διασάκι σε μια όμορφη που όποτε έβγαινε στο μπαλκόνι αναστάτωνε τη γειτονιά: «Να μη σε δω και ξαναβγείς και κάτσεις στο μπαλκόνι / κι έχεις απά στο κάγκελο το πόδι ανεβασμένο».

    Απορία: Τον έλεγαν Θείελπη Λευκία… και χρειαζόταν ψευδώνυμο; Δεύτερη απορία: Και βρήκε το Βρανάς Μπεγιαζή; Τρίτη απορία: Ήταν και ποιητής; Βέβαια το Μπεγιαζή κάπου παραπέμπει, που ίσως το ξέρεις, αλλά το Βρανάς;

    Ομολογώ δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει το παράθεμα, εκτός του ότι ήταν τίτλος στο ποίημα. Υποθέτω ότι όλα όσα της έλεγε αποτελούσαν ‘διασάκι’, Ίσως την έβλεπε στο μπαλκόνι και αγκριζόταν;
    Θα το λέω και στη Φωτεινή, να μην βγαίνει στο μπαλκόνι (…. όροφος, τρέχα γύρευε)

    ζαναάτι / ζανάτι: το ξέρω αλλά δεν το έχω χρησιμοποιήσει. Μου φαίνεται πολύ ‘ψαγμένο’ πια. Εκτός αν το βάλεις σε κανένα διάλογο για πλάκα.

    Η ποίηση είναι ξουρ!». Πράγματι, δεν είναι ζαναχάτι η ποίηση.
    Το έχει πει και ο Πλάτωνας στον Φαίδρο. (περίπου: η ποίηση του μανιασμένου ακυρώνει την ποίηση του σώφρονος) (Μην το βάλετε στ’ αποφεύγματα. Το είπε αλλά δεν έχω τρόπο τώρα να το βρω ακριβώς)

    Το ζνίχι
    Γνωστό, το έχουμε ξαναπεί εδώ… δεν ανασταίνεται ακριβώς επειδή αρχίζει από ζν.

    Όμως, αν ακούγεται ακόμα το καράρι, είναι κυρίως χάρη στο γνωστό σμυρνέικο Το σαλβάρι με τη στροφή: «Και τι σε μέλλει εσένανε για το σαλβάρι μου / γιά [= ή] στενό μου γιά φαρδύ μου γιά καράρι μου» –τι σε νοιάζει αν μου έρχεται κοντό, μακρύ ή ακριβώς;
    Ό,τι είπα και για το αγκρίζομαι.
    Αλλά γιατί να μην αναστηθεί; Μια χαρά είναι, τουλάχιστο στα επίρρημα!

    Η κατούνα
    Μια χαρά λέξη, τουλάχιστο για ένα σμάρι σπιτιών ή ένα παράσπιτο. Κατούνια στην Αρτοτίνα Δορίδος (όπου αγροτικό) λένε τα ‘καλύβια’ κανονικά σπίτια, συχνά καλύτερα από αυτά του χωριού, που χρησιμοποιούσαν εναλλακτικά οι ντόπιοι στο σκάρο (βοσκή) διότι οι περισσότεροι αρτοτινοί (σήμερα δεν υπάρχουν πια…) δεν ανεβοκατέβαιναν στα χειμαδιά του Σλέ (=Σουλέ = Ευπάλιο). Τα κατούνια ή καλύβια βρίσκονταν στην αντικρινή πλαγιά του βουνού και τα χώρισζε από το χωριό η χαράδρα από την οποία αρχίζει ο Εύηνος (εκεί, Φίδαρης)

    Καφαλτί είναι το πρόγευμα, το πρωινό φαγητό, το άριστον!!!!
    Εγώ τι ήξερα απλώς ‘ώρα για καφέ’ σ’ ελληνόφωνη χρήση, κάτι αντίστοιχο φάιβ ο’κλοκ τι. Για τη μάνα μου «Άιντε… καφαλτί!» σήμαινε ‘κάνε ένα μικρό διάλειμμα, μην παρακουράζεσαι’ ή ακόμα ‘έλα να πιούμε έναν καφέ μαζί’

    Αλλά πολύ ωραία όλα όσα γράφεις.

    Κνηκάτος
    Δεν θα μαλώσουμε για το χρώμα του κνήκου… κνηκόπυρρος είναι ο κοκκινωπός
    Ωραία λέξη αλλά δεν ανασταίνεται. (Επιφύλαξη για τους ποιητές)
    Στο κάτω κάτω, αφού το έγραψε το Άχθος Αρούρης, γιατί να μην το γράψουμε κι εμείς;
    Είχαμε κάποτε στο νοσοκομείο ένα θυρωρό που φορούσε πάντα κατακόκκινη γραβάτα και είχε και κόκκινο γαρύφαλο στο πέτο (από τη γλάστρα του, όπως έλεγε)
    Θα μπορούσα να τον πω ‘κνηκογραβατωμένο’ αλλά δεν ήξερα τη λέξη τότε.

    Λαντουρώ = πιτσιλάω. Ωραία, χρήσιμη λέξη, ανασταίνεται μαλλον

    Οι καλές χρονιές λεγόντουσαν μαξούλια ή μαξουλοχρονιές, ενώ οι κακές κισίρια.
    Τα έχουμε ξαναπεί. Δεν ήξερα ότι χρησιμοποιείται στα ελληνικά. Βέβαια το να βρίσκεται σ’ ένα λογοτεχνικό κείμενο από το οποίο ο κοινό αναγνώστης συγκρατεί άλλα, δεν λέει πολλά. Αλλά δεν παύει να είναι όμορφες λέξεις.

    μπαρδακοβούλωμα, Η πιο χρήσιμη λέξη του ιστολογίου σου. Επιτέλους, βρήκα πώς θα λέω όλα αλες αυτές τις τάπες με την τακούνα την πιο ψηλή από τη γάμπα τους.
    Χρήσιμη και στον Γς. Σιγά μην βλέπει και καλύτερες!
    Υπάρχει και το μπε/αρντάκι ξύλο = κατεβασιά, σύννεφο (από σφαλιάρες)
    Υπάρχει βέβαια και η λέξη πορδοβούλωμα ή υπόθετο, για κοντούς και για κάτι σμαρτάκια για δύο.

    Ντάμι, στην Αρτοτίνα γρέκι

    Ντηρούμαι, σαλκίμι, ωραία! Το δεύτερο ανασταίνεται κι όλας

    Τσάμ, και στα ελληνικά; Έχω σπίτι μου στο Σισλέ (Πόλη).

    «Άσπλαχνη ερμιά, σαν τη στερνή την Κρίση / χωρίς νερό, χωρίς πουλί κι ελπίδα• / κι ένα κουβάρι μαύρα φίδια η χτίση / Θε μου, ψακή τόση ποτέ δεν είδα».
    Ό,τι είπα και για το αγκρίζομαι.
    Ανασταίνεται

    «Αργυροκούμπι και τσακκί, κουμπί και δαχτυλίδι, ως πότε θε να κρύβγεσαι μέσ’ στο βαρθαλαμίδι;»
    «Μου ’ψες διαόλου θηλυκό μες στην καρδιά γιαγκίνι και λαντουρώ τη δάκρυα μα κείνη μπλιό δε σβήνει…
    «Αν μ’ αγαπήσει κι αρνηθεί να τονε δω μεσκίνη / και να του δίδουν το ψωμί μ’ εννιά οργιές σιτζίμι», διότι στους λεπρούς το ψωμί το έδιναν από μακριά.
    Θερμή παράκληση:
    Πέστε σ’ έναν αδιόρθωτο λεξιπενικό τι είναι το γιαγκίνι, τσακκί, μεσκίνης,

  49. leonicos said

    @47 Μπράβο ΚΑΒ. Το κύπελο με το χερούλι (σαν το κατούρτσο αλλά μεγαλύτερο) για να παίρνουν νερό από το βαρέλι, είναι ο μαστραπάς

  50. Πέπε said

    46: > > Ήταν γιος γιατρού, του αρχαιολάτρη Προκόπη Μπεγιάζη που όταν ήρθε στην Αθήνα να σπουδάσει άλλαξε το όνομά του σε Λευκίας (μπεγιάζ στα τούρκικα είναι το άσπρο, δηλ. εξελλήνισε το όνομά του). Ο Θείελπης που ήταν δημοτικιστής, πήρε σαν ψευδώνυμο το αρχικό επώνυμο του πατέρα του ενώ και το όνομά του το έκανε Βρανάς. […] Ο Βρανάς Μπεγιάζης έγραψε ποιήματα…

    Δυο φορές ξεκίνησα να γράφω διευκρινιοστικές ερωτήσεις και μετά είδα ότι έχουν ήδη απαντηθεί. Με την τρίτη ανάγνωση το έβγαλα το νόημα, τι αλλαγές έκανε στο επίσημο όνομά του και τι στο λογοτεχνικό, αλλά θα μπορούσε να διατυπωθεί και πιο εύκολα.

  51. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    46: Α μπράβο!

    48: Λεώνικε, σε τέτοιο μεγασχόλιο θα έπρεπε να δώσω δέκα απαντήσεις, οπότε…
    Πάντως για το γιωμένος δεν έχεις δίκιο, το α- αναπτύσσεται πολύ συχνά.

  52. leonicos said

    @6 Έφη μου σ’ ευχαριστώ αλλά δεν γιορτάζουμε. Είχα γράψει ότι έχω μια Βασιλική και μια Φωτεινή στο σπίτι και δεν γιορτάζουν.

    Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν δεχόμαστε όλες τις καλόκαρδες ευχές, τις αγάπες και ό,τι άλλο δίνει ο καλός θεός.

    Σ’ ευχαριστώ επίσης πολύ γιατί, αν μη τι άλλο, βλέπω ότι με βλέπεις. Και αυτό είναι το σημαντικό εδώ.

    Σου εύχομαι κι εγώ όλα τα καλά του θεού, όπως και σε όλους εδώ μέσα… και έξω!

  53. Πέπε said

    @48: Για την περίπλοκη ιστορία του ονόματος του Θ. Λευκία βλ. το νινκ του Γμάλλου στο 46.

    γιαγκίνι = πυρκαϊά
    μεσκίνης = λεπρός (μα προκύπτει! )
    τσακκί = προσυπογράφω την απορία

  54. leonicos said

    Καφχαλτί είναι και το πρωινό γενικά, ό,τι και να περιλαμβάνει

  55. Γς said

    36:

    Κι έτσι και μας έπεφτε στο χέρι κανένα κατάλληλο σιδερικό τρέχαμε στο σιδερά να μας το κόψει να στραβώσει τις άκρες του και να μας κάνει τρύπες με το τρυπάνι του. Ηταν τα λαμάκια που το καρφώναμε στον τάκο και στο τιμόνι στα πατίνια μας, με τα ρουλεμάν.

    Καμιά φορά όμως πηγαίναμε και στον τζαμά της γειτονιάς για να κόψει λουρίδες από κάποιο σπασμένο τζάμι.
    Τρεις ήταν αρκετές, πες 2×8 πόντους, για να φτιάξουμε το καλειδοσκόπιο μας. Ρίχναμε μέσα δόντια τσατσάρας χάντρες γιαλάκια.

    Το θυμάμαι πάντα όταν βλέπω το τριγωνικό πρίσμα της σοκολάτας Toblerone

  56. leonicos said

    Πέπε. Ευχαριστώ

  57. Γς said

    54 @ Λεώ

    >Καφχαλτί είναι και το πρωινό γενικά

    ΚαΧΦαλτί. Από το τούρκικο kahvaltı

  58. Ορεσίβιος said

    Καλημέρα και καλή φώτιση να έχουμε.
    Το ντηριέμαι χρησιμοποιείται ευρέως στην Πελοπόννησο.
    Η κατούνα, συναντιέται ως κατόνα. [Και τα λουκάνικα στα μέρη μου τα λέμε λοκάνικα]. Στο χωριό μου υπάρχει τοπωνύμιο Κατόνα.
    Στην ορεινή Πελοπόννησο, ήταν πρόχειρο κατάλυμα των σκηνιτών κτηνοτρόφων, με αυτοσχέδιες σκηνές.
    Ρήμα κατουνεύω= κατασκηνώνω.
    Στο Χρονικό του Μορέως υπάρχουν πολλές αναφορές στη λέξη. «επιάσαν τις κατούνες τους στον κάμπο ετεντώσαν» (στ. 1771). «τον γύρον τέντες έστησαν, έπιασαν τες κατούνες» (στ. 1458). Με τον όρο «κατούνα», εννοούμε μικρό οικογενειακό οικισμό από ένα ή περισσότερα σπίτια ή καλύβες.

  59. VaD said

    Στον γενεθλιο τόπο μου,Κολινδρό Πιεριας,ακούγονταν το ζνιχ'(ι),το μαξούλ'(ι), το σιτζιμ'(ι)….

  60. B. said

    Στην Ικαρία στέλνουν τα μικρά παιδάκια να φέρουν την αλικόντιση. (Εμένα με έστελναν για την κρατητήρα βέβαια…)

  61. B. said

    Α, ναι, και στο Άγιο Όρος υπάρχει ολόκληρος συνοικισμός που λέγεται Κατουνάκια.

  62. cronopiusa said

    Το ημερολόγιο της κόλασης του Norman Atlantic: «Μπαμπά, φωτιά στο παράθυρο»

    «…Καθώς διέσχιζα τον χωματόδρομο στον κάμπο, κοίταξα ενστικτωδώς στον καθρέφτη του αυτοκινήτου και είδα πίσω μου, μέσα στην ομίχλη, να με ακολουθεί τρέχοντας μια μικρή «κουκίδα», που κουνούσε τα χέρια και φώναζε. Εκανα γρήγορα όπισθεν και όταν κατέβηκα είδα μπροστά μου ένα κοριτσάκι, σχεδόν μωρό, που τουρτούριζε από το κρύο. Με οδήγησε στη γεώτρηση που είναι άκρη του δρόμου, και εκεί…».

    Οι φονταμενταλιστές του ISIS κέρδισαν
    γιατί, καλά να λένε τα πουλημένα Μέσα Μαζικής επιρροής ότι το δεξαμενόπλοιο ΑRAΕVO, ήταν ελληνικών συμφερόντων με σημαία Λιβερίας, αλλά να το λέει και ο «Ριζοσπάστης» πάει πολύ

    Φίλης: «Γιατί το Υπουργείο Εξωτερικών έκρυψε το όνομα του Μελισσανίδη»;

  63. Γς said

    54, 57 @ Λεώ

    Δεν είχα διαβάσει τα περί καφαλτί στο άρθρο.

  64. stratosbg said

    Reblogged this on a hairless ape.

  65. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    >>η δημόσια πλαζ της Μυτιλήνης λέγεται Τσαμάκια) αλλά όχι στην Κρήτη
    Κατσαμάκι λέμε το χουνέρι ή την κακοσυνιά «μου βαστά κατσαμάκι»

    Ο μαστραπάς ναι πήλινος πιο πολύ
    «Να ‘χα νεράντζι να ‘ριχνα στο πέρα παραθύρι,να τσάκιζα το μαστραπά που ‘χει το μόσχο μέσα, το μόσχο και τη μυρωδιά και την αγάπη αντάμα,»
    ή στην παραλλαγή «νάχα ένα μήλο να ΄ριχνα…να τσάκιζα το μαστραπά πούχει το μόσχο μέσα, το μόσχο το βασιλικό και το μακεδονήσι»όπου μακεδονήσι ο δυόσμος λέει

    Το βαρταλαμίδι σ΄ εμάς παρακάσελο

  66. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    να τσάκιζα το μαστραπά πόχει το καρυοφύλλι

  67. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    >>Γιώνω θα πει σκουριάζω, οξειδώνομαι
    ο έγιωτας είναι η οξείδωση των χάλκινων κυρίως σκευών. Η μάνα μου μου είπε όταν έψαχνα το «σιδεροτσίκαλο» στο παλιό σπίτι της γιαγιάς «ίντα α το κάμεις; θα τόχει φαωμένο ο έγιωτας»

  68. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    http://www.ydmed.gov.gr/?p=10131
    Σε προεκλογική περίοδο απαντούν από τον ιστότοπο του Υπουργείου σε πρόγραμμα κόμματος; Κάτι δεν πάει καλά

  69. ΕΦΗ², σώωωωωπα!

  70. atheofobos said

    41
    Στο Λεξικό που γράφω στο 24, το χαρανί γράφει ότι είναι χάλκινο καζάνι, χύτρα.
    Χαρανάς είναι ο κασσιτερωτής.

  71. Γς said

    ο γανοτζής

  72. Γς said

    Γανωτζής, γανωματής

  73. Νέο Kid Στο Block said

    Kάποτε ένας Φυσικός (όχι Ο Φυσικός μας εδώ!) είδε ένα γανωματή να επικασσιτερώνει ένα χάλκινο τηγάνι. Τον ρωτάει:
    -Tι θα τηγανίσεις μ’αυτό το τηγάνι γανωματή;
    -Πατάτες στο ελαιόλαδο ,απαντάει ο γανωματής.
    -Μα καλέ μου γανωματή,μήν το κάνεις! Το σημείο βρασμού τού ελαιόλαδου (γύρω στους 300 βαθμους) είναι ψηλότερο από το σημείο τήξης του κασσίτερου (tin) (λιώνει γύρω στους 232 βαθμούς). Πώς γίνεται λοιπόν να μπορέσεις να τηγανίσεις πατάτες σε ελαιόλαδο μέσα στο τηγάνι, χωρίς να λιώσει το τηγάνι;
    -Α, δεν ξέρεις από τηγάνισμα! Γίνεται!

    Γιατί είχε δίκιο ο γανωματής;

  74. cronopiusa said

  75. ΝεοΚιντ, στο 73,
    αν δεν με απατά η μνήμη μου, το υγρό που περιέχει τον κασσίτερο, και με το οποίο ο γανωματής τρίβει το τηγάνι, αντιδρά με το χαλκό και παράγει κάποιο οξείδιο, που προφανώς αντέχει περ’σότερο στις θερμοκρασίες.

  76. όπου οξείδιο, μάλλον θάπρεπε να πω άλας

  77. Νέο Kid Στο Block said

    75. Nα σου πω ,αυτό δεν το ξέρω. Μπορεί να είμαι πανεπιστήμων ,αλλά δεν είμαι και χημικός! 🙂
    Aλλά ας δεχτούμε πως το τηγάνι θα λιώσει όντως στους 230-32 βαθμούς. Αλλού είναι το λάθος του Φυσικού. 🙂

  78. πού, ρε διάλε, και περιμένει το τηγάνι;

  79. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    69. 🙂
    73-75 το γάνωμα με το καλάι ( και καλατζήδες οι γανω(μα)τήδες ), το κάναν και σ εμάς οι τσιγγάνοι αλλά δε θυμούμαι κανέναν τώρα που το λέμε να δίνει τηγάνι για γάνωμα.Σα να μην είχαμε τηγάνια από κασσίτερο.Σιδεροτήγανο μαύρο μαύρο είχαμε κι εμείς κι έκανε τις πατάτες παν νόστιμες στη φωτιά αλλά είχαμε και τα αλουμινένια. Σίγλες μικρομέγαλες, καζάνια και ταψά θυμάμαι να γανώνουν.

  80. Όσο δεν λες, θα κρατάω τους κρητικούς μποτιλιαρισμένους στα Ανώγεια!

  81. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    78.>> περιμένει το τηγάνι
    Μπακιρένιο έχεις;

  82. 81: όχι, ντελίβερι, αλλά βαργιέμαι και παίζω με το ΝεοΚίντ μας

  83. Νέο Kid Στο Block said

    78. E άμα είναι να φας τηγανάκια πατατά (με ριγανούλα και φετούλα, γιάμι!!) να σε πω ρε σκλί.
    το σωστό τηγάνισμα γίνεται σε μια θερμοκρασία κοντά στο σημείο που αρχίζει να καπνίζει το λάδι, δηλαδή να εξατμίζονται τα πιο πτητικά από τα συστατικά του. Αυτή η θερμοκρασία (smoke point) είναι γύρω στους 190 β. Κελσίου. Επομένως, δεν έχουμε πρόβλημα τήξης του κασσιτέρου, ενώ η θερμοκρασία τηγανίσματος είναι υπεραρκετή για το βράσιμο του νερού που υπάρχει μέσα σε οτιδήποτε τηγανίζουμε. O φυσικός την πάτησε στο ότι το τηγάνισμα είναι το βράσιμο (και συνεπώς η αφαίρεση) του νερού των τροφίμων κι όχι το βράσιμο του λαδιού.

    ΥΓ. Ο φυσικός όμως του προβλήματος είναι φανταστικός (imaginary, not fantastic! τη φτώχια της τρισχιλιετούς μου μέσα ,γμ!…).
    Στην πραγματικότητα δε ,το ερώτημα αυτό το είχε θέσει ένας παλιός φυσικός σε φοιτητές του, μιας και στη δικιά του πατρίδα είχε γανωματήδες . Το όνομά του ήταν Ενρίκο Φέρμι (δεν τον είχα υπόψι μου,αλλά δεν θα ήταν και σπουδαίος …για ν’ασχολείται με τηγανιτές πατάτες…)

  84. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    μιας και λείπουν οι φυσικοί
    http://users.sch.gr/ppoulio/dokimastiko/sect04/PDF_PEIRAMATA/epimetalosi/epimetalosi_kathimerini.pdf

  85. # 62

    Το ΥπΕξ δεν δίνει τον Μελισσανίδη, τον δίνει όμως ο Φίλης του ξηγιέται από πάνω και αλμυρό φιστίκι για το γήπεδο κι έτσι εξηγείται και ο έρωτας του Μαρινάκη με τον Σύριζα…

    και μου λέγατε πως το ποδόσφαιρο δεν είναι πιο σοβαρό από την πολιτική !
    Ορίστε, ο Μαρινάκης αλλάζει πολιτική τοποθέτηση για ψύλλου (λέμε και καμιά υπερβολή) πήδημα ενώ ομάδα δεν το διανοείται…

    οπότε η περίπτωση Σαρρή είναι πταίσμα…

  86. ΝεοΚίντ, καλό!

    Ο Φέρμι πρέπει νάταν τόσο σκράπας που δεν εύρισκε θέση στο πανεπιστήμιο και για να μην τον έχουν μέσ’ στα πόδια τους τον έστειλαν να δουλεύει κάτω απ’ τις κερκίδες ενός παρατημένου σταδίου, στο Σικάγο. Άστεγος, με λίγα λόγια.

  87. ...!? said

    στο 2.45, πίτμπουλ,θα σου ρίξω λανέιντ να σε ψακώσω https://www.youtube.com/watch?v=rXXzH9oo178

  88. atheofobos said

    Τελικά καταφέρατε να βγάλετε και τον Φέρμι τενεκέ ξεγάνωτο!

  89. Αφού ήταν τόσο κοροϊδάρα, Αθεόφοβε, που τον τρολλάρανε ότι και καλά δουλεύει σε ένα σχέδιο Μανχάτταν, κι αντί να τον στείλουνε Νιού Γιορκ, ΝΥ, τονε στείλανε στο Σικάγο.

  90. Ηλεφούφουτος said

    Καλή χρονιά και χρόνια πολλά σε εορτάζοντες και εορτάζουσες με καλή φώτιση!

    παρεπιφτού ντάμι, πριν μάθω τι σημαίνει άκουγα κι εγώ τη Δόμνα να λέει «μες στου νταν του είχα» και πήγαινε ο μυαλός μου στο καράτε.

    http://www.youtube.com/watch?v=2zfGXskk22k

    Για καφαρτέ καθόλου ορεκτικό στην Ικαρία, από τη Χρύσα Καζάλα:

    Θλαμένο ήτο το νησί,
    η χρεία το ’χεγ κάμει,
    μα ’τονε δροσολόημα
    πρι στάξουν οι σαϊτάνοι.

    Ο συμπληαστής μού ηφώναξε:
    ε!ε! κιουρά Χρουσή
    έρκεται ασκέρι της ΕΟΚ
    ηφροκάλισές την την αυλή;

    Κι ελόου μου που πάσκιζα
    λιάκιν να παστρέψω,
    σαν ήκουσά το βούτησα
    τα χοιρόφκια γλήορα
    και μπουλιστρίνα την κοπρέ
    για καφαρτέν να πέψω.

    ελόου μου = ελόγου μου, εγώ
    θλαμένο = κρυμμένο
    μπουλιστρίνα = δώρο
    παστρέυω = καθαρίζω
    σαϊτάνοι = σατανάδες
    στάζω = έρχομαι ξαφνικά
    συμπληαστής = γείτονας
    φροκαλίζω = σκουπίζω
    χοιρόφκια= φτυάρια για την κοπριά του χοίρου

  91. atheofobos said

    89
    Ένα ωραίο βιντεάκι με τα
    Fermi Problems

    αλλά και το χιούμορ που διέθετε!
    http://physicsgg.me/2011/01/08/to-%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%BD%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%BF-%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B9/

  92. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    60: Ναι, την είχαμε συζητήσει κι άλλη φορά την αλικόντιση 🙂

    68: Είναι εντυπωσιακό να απαντάει το υπουργείο και μάλιστα με τέτοιο περιεχόμενο!

    90: Καλή χρονιά Ηλεφού!

  93. cronopiusa said

    # 85
    Κόκκορα αντί για περιστέρι άφησε ο Τσίπρας!

  94. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Φαρμάκι άδολο να ιδώ στα χείλη σου,θ’αράξω
    μακάρι και να ψακωθώ κι ώρα να μη βαστάξω. Ανωγειανή του Βασ.Σκουλά

    ψακώνω, ζώα, έντομα,τη γη ή την ψυχή, δηλητηριάζω (και με λόγια-ψακή) αλλά και αντί του ψεκάζω,ραντίζω.Αψάκωτα,αράντιστα μποστανικά.
    Εψακώθηκε, αυτοκτόνησε με δηλητήριο ή μεταφορικά φαρμακώθηκε η ψυχή του π,χ,από μια δυσβάσταχτη αποκάλυψη
    ο ψακω(σ)μένος άθρωπος ,ή ψακής είναι ο κακός άνθρωπος
    Ψακώματα, τα δολώματα, οι φόλες για ύπουλη δηλητηρίαση,

  95. cronopiusa said

  96. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    http://www.ydmed.gov.gr/?p=10136
    Προεκλογικό μπαλκόνι, σεράι τους, το υπουργείο

  97. leonicos said

    Τα βρήκα:

    Κάλλιον μαρτυρούν μανίαν σωφροσύνης, την μεν εκ θεού, τη δ’ έξ ανθρώπων γιγνομένην

    και

    δ’ αν άνευ μανίας επί ποιητικάς θύρας αφίκηται…

  98. sarant said

    94: Τελικά κομμάτι-κομμάτι τα έβαλες για την ψακή.

  99. leonicos said

    @61 Εκεί είναι οι φίλοι μου οι Δανιηλαίοι. Στο άλλο άκρο είναι η Αγία Άννα. Ανήκουν στη Μεγίστη Λαύρα

    Κάτι θα μου πει ο Τεό, βέβαια… αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Οι γιατροί δεν έχουν ιδεολογικά, θρησκευτικά ή εθνικά σύνορα.

  100. Μαρία said

    34
    Πανσέληνος για Μπεγιάζη εδώ https://sarantakos.wordpress.com/2010/03/21/lapa-liano/#comment-28070

  101. "Ετεροδημότισσα" said

    φώτο του Θείελπη (πωπω δούλεμα που θα χε φάει το κακόμοιρο στο σχολείο για το όνομα…)
    http://nothing-but-vices.tumblr.com/post/98039412166/thereminsoul#_=_

  102. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    98.Λίγο λίγο το ψακί, γίνεται υποφερτό 🙂
    Ψακώνα είναι η ψακωμένη (κακή) γυναίκα.
    Ψακωμένο θυληκό, εκφραση για την κακιασμένη νεαρή,
    Εποψάκωσα θαρρώ!(αποράντισα), αν εξαιρέσεις ότι μου έχει κολλήσει ότι υπάρχει κάποια ιστορία, διήγημα,παραμύθι,»το ψάκωμα» και δε θυμούμαι πού το συνάντησα.

  103. Μαρία said

    42
    Τα καβαλιώτικα μπαρντάκια=αρχίδια πρέπει να έχουν σχέση με τα σερριώτικα μπαρντάκιλα=τα μαύρα μακρουλά δαμάσκηνα, όχι τα κορόμηλα, που σε κάποια χωριά των Σερρών τα λένε και μπαρντάκια. Τα αρχίδια τα λέμε αλα τούρκα και τασάκια.
    Για τα σταμνάκια χρησιμοποιούμε το υποκοριστικό μπαντακούδ’.

    44
    Για τα κρητικά μπαρντάκια δες εδώ: https://sarantakos.wordpress.com/2014/01/22/tsanakia/#comment-201099

  104. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    103. Πριν ένα χρόνο ε; Με τα τσανάκια του Ξηρού.Κοίτα να δεις…
    Θα ρωτήξω αύριο ειδικά για τα μπαρντάκια μήπως δεν έφτασε ως τα δικά μου αυτιά.

  105. emma said

    τσακκί λένε τον αναδιπλούμενο σουγιά

    σαλκίμι μοιάζει με το salice που ιταλικά λένε την ιτιά

    στη Νάξο άκουσα το λικοντιστήρι

    ψακοντούρα στην Κρήτη η δρακοντιά

  106. sarant said

    Πάλι καλά που υπάρχει κι η Μαρία και μας θυμίζει τι έχουμε γράψει… 🙂

  107. Μαρία said

    104
    Και τα μπαρντάκια σπάσανε κι εσπάσαν και τα πιάτα …Και τα μπαρντάκια σπάσανε κι ούλους τους ναργιλέδες στ. 27 και 29
    https://archive.org/stream/asmatakrtikamet00janngoog#page/n97/mode/2up

  108. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Μαρία ευχαριστώ!
    Θα τα ζωντανέψω τα μπαρντάκια μα την Κρήτη μου

    Στη ρεματιά π΄ εκάναμε τς αγάπης τα κανάκια
    εστέρεψε η πετρόβρυση κι εσπάσα τα μπαρντάκια

  109. Γς said

    >Θα ρωτήξω αύριο ειδικά για τα μπαρντάκια μήπως δεν έφτασε ως τα δικά μου αυτιά.

    Ως τ αυτιά;

    >κι εσπάσαν τα μπαρντάκια

    Α, στάμνες και τέτοια. Είπα κι εγώ [καβαλιώτικα; τοιαύτα[

  110. Γς said

    109:

    Σβησθήτο !

  111. Πέπε said

    @80:
    Χα χα! Εκεί ήμουνα (επομένως Σκύλε δεν ήταν όλοι αυτοί Κρητικοί). Αυτό ανέβηκε 5 Ιανουαρίου. Αν τραβήχτηκε 4 Ιαν. (που ήταν Κυριακή και είχε πολύ κόσμο), ήταν την ίδια μέρα που ήμουν ακριβώς εκεί, μόνο που μάλλον εγώ πήγα πιο αργά από την ώρα αιχμής και δεν έφαγα μποτιλιάρισμα, απλώς από ένα σημείο του δρόμου και μετά δεν άφηνε η αστυνομία λόγω πάγου.

    @75: (Δεν έχει πλέον πολύ νόημα αφού δόθηκε η απάντηση αλλά)
    Το πρόβλημα λέει «Φυσικός», άρα δε θα μπορούσε να είναι τέτοια η λύση. Αυτή -αν ίσχυε- θα την έδινε Χημικός.

  112. agapanthos said

    Καλημέρα. Το αλικοντίζω (ενίοτε και αλικοντάω) σε χρήση και στην ορεινή Μεσσηνία, όπου υπάρχει και χωριό Αλικοντούζι.

    Στα τέλη της δεκαετίας του 80 που δούλευα σε συνεργείο στα πέριξ της Λεωφόρου Αθηνών, άκουγα τη λέξη σιτζίμι που τη χρησιμοποιούσαν οι συνεργειατζήδες για να περιγράψουν τα διάφορα νήματα κοπής.

    Αλήθεια, το ντάμι δεν είναι πανελλήνιο;

  113. Γς said

    112:

    >το ντάμι δεν είναι πανελλήνιο;

    ντάμι ούνα μποτίλια ντι καλημέρα

    Με την περιπέτεια του Νόρμαν Ατλάντικ και τους φουκαράδες οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων θυμήθηκα κάτι ωραίους Ιταλούς φορτηγατζήδες σ ένα ταξείδι:

    -Πως λέτε Μπουοντζιόρνο;
    -Καλημέρα.
    -Βινο;
    -Κρασί
    -Μποτίλια;
    -Το ίδιο
    -Α, ντάμι ούνα μποτίλια ντι καλημέρα!

    Φάτσα, ράτσα και σενσο ντελ ουμορίσμο…

    Καλημέρα

    Και μη ξεχνάτε ότι ο κόκορας είναι το πιο έξυπνο πουλί 😉

  114. Γς said

    112:
    >συνεργείο στα πέριξ της Λεωφόρου Αθηνών και νήματα κοπής.

    Τα μόνα νήματα κοπής που έχω δει ήταν που κόβανε το βούτυρο σε παριζιάνικο μπακάλικο, στην προ σουπερμάρκετ εποχή.
    Αλλά εσύ μιλάς για συνεργείο.

    Νe pas avoir inventé le fil à couper le beurre, που λεν κι οι Γάλλοι

  115. sarant said

    112: Δεν θα έλεγα ότι είναι πανελλήνιο -πολυπεριφερειακό όμως είναι.

    114: Πολύ αστεία έκφραση αυτή, είχα γελάσει πολύ όταν την έμαθα.

  116. Εντόπισα 8 «λεσβιακές» (θα προτιμούσα μυτιλινιές) λέξεις που ακούγονται και στην περιοχή Σερρών. 1) Αρχίζω από τη λέξη μαξούλ(ι) που σημαίνει εσοδεία καπνού πρώτης ποιότητας (που ταξινομούνταν κατά το παστάλιασμα). Η δεύτερη ποιότητα λεγόταν ρεφούζι ή ροφούζι. Λέγεται ότι επί κυβερνήσεως Παπάγου έφτασε να συζητηθεί στο υπουργικό συμβούλιο διαμαρτυρία καπνοπαραγωγών, σύμφωνα με την οποία οι τιμές του καπνού για το μαξούλι ήταν κάπως αποδεκτές, αλλά για το ροφούζι ήταν εξευτελιστικές. Τότε πετάχτηκε ο τότε υπουργός συντονισμού Σπύρος Μαρκεζίνης και είπε να γίνει σύσταση στους καπνοκαλλιεργητές να …σπέρνουν μόνο μαξούλι! Ο Καραμανλής, τότε υπουργός δημοσίων έργων, τον σταμάτησε λέγοντάς τον: «Πάψε ρε μπρουσούκ(ι)»! (ένθαπερ μπρουσούκι= ο ασβός). 2) γιώνω=λεκιάζω. 3) ζαναέτ(ι)=η φάρα. 4) ζνίχ(ι) ή σβέρκος=ο αυχένος (αλλά και «αστον να βγάλ(ει) το ζνίχι’τ=άφησέ τον να …ξεθυμάνει ερωτικά!). 5) μπαρντάκ(ι)=το σταμνάκι. 6) σαλκ’μ(ι)=η ακακία. 7) σιτζίμ(ι)=πολύ γερό σκοινί (συνήθως από συστροφή 2-3 λωρίδων δέρματος. 8) τσιάμ(ι)=το πεύκο (και μάλιστα …μονοσύλλαβο).

  117. marulaki said

    Ψακί και ο κακιασμένος άνθρωπος, η φαρμακόγλωσσα, (π.χ. αυτός; αυτός είναι ψακί..! μακριά..!). Επίσης αυτός που θυμώνει και στενοχωριέται ψακώνει/δηλητηριάζεται. Στην Κρήτη πάντα.
    Δεν έχω ευχηθεί, καλή χρονιά, χρόνια πολλά και ευτυχισμένα!!!

  118. marulaki said

    Αχ, Έφη, δεν είδα το 94 σου! 🙂

  119. Παύλος said

    Κάτι άσχετο με τη Λέσβο αλλά σχετικό με άγνωστες λέξεις.
    Έχει ακούσει κανείς τη λέξη μπισκούνια;
    Στα Μπισκούνια λένε ότι είναι μικρά παιδάκια στην καλύμνια ντοπιολαλιά.

  120. sarant said

    116: Πολύ καλό το ανέκδοτο με το μαξούλι και το ρεφούζι, αναρωτιέμαι αν ο δεύτερος όρος είναι από τα γαλλικά (refuser, μέσω του Ρεζί, του μονοπωλίου των καπνών).

    119: Δεν την έχω ακούσει, Πιτσικούνια-πιτσκούνια ίσως

  121. nestanaios said

    Μόνο οι ελληνικές λέξεις αθάνατες είναι.

    48. Σίγουρα είναι μια χαρά λέξη η «Κατούνα».
    Έχει ετυμολογία και είναι ελληνική και δεν έχει καν μία σχέση με αυτά
    που αναφέρεις ως προς την ετυμολογία.

  122. Λ said

    Καλησπέρα και καλή χρονιά σε όλους. Τουλάχιστον οκτώ από τις 20 λέξεις χρησιμοποιούνται και στην Κύπρο: αγκρίζουμαι = κακοφανίζουμαι, αγιωμένος= οξειδωμένος, γιασάκκιν= απαγορευμένο, ζινίσιν=αυχένας, καράρι=κανονική ποσότητα, μαξούλι – νομίζω είναι το καθαρό κέρδος από μια εργασία, ψατζή= δηλητήριο, ψοφόκρυο, επίσης ψατζιαίφκω, ψατζιαίψω , εψάτζιεψα, ψατζιεμένος,. Tώρα η όγδοη λέξη είναι η λάντα που σημαίνει λακκούβα με νερό αλλά και κτιστή γούρνα για το πλύσιμο των ρούχων. Δεν είμαι βέβαιη ότι έχει σχέση με το λαντουρίζω. Τις λέξεις κιαγιάς – κιαγιαλλέφκω μήπως τις ξέρετε;

  123. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Μπαρντάκια,σβησμένα κι από άλλες μνήμες.
    116.>>2) γιώνω=λεκιάζω
    γαργιώνω και γαργιωμένος ο λερωμένος:
    Δος μου τς αγάπης σου νερό να πλύνω την καρδιά μου
    γιατί μου τη γαργιώσανε οι στεναγμοί κερά μου

    Λ >>κιαγιάς
    αν είναι ο σ εμάς καζάς σημαίνει μπελάς,πρόβλημα,βάσανο (δίχως ανάλογο ρήμα)

  124. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    123,ωπ ωπ, διορθώνω
    Δος μου τς αγάπης σου νερό να λούσω την καρδιά μου

  125. Στο γλωσσικό ιδίωμα της γειτονικής Ίμβρου απαντούν οι εξής από τις παραπάνω λεσβιακές λέξεις:

    αλικουντίζου
    βαρθαλαμίδ’
    γιώνου
    θ’σάκ’ (< δισάκι)
    ζνίχ'
    καράρ'
    κνηκιάτους
    μαξούλ'
    μπαρντάκ'
    ντάμ'
    ντιριέμι

  126. sarant said

    125: Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο.
    Αν το θ’σάκ’ αντιστοιχεί στο δισάκι δεν ειναι ίδια λέξη με το (τουρκικής ετυμολογίας) διασάκι.

  127. Greek2m said

    Reblogged this on My Blog.

  128. Σωστό, δεν είχα προσέξει καλά τη μορφή της και νόμιζα ότι επρόκειτο για το «δισάκι». Στην Ίμβρο απαντά ως γιασάκ’

  129. sarant said

    85: Τελικά Τζι ο Σαρρής δεν κατεβαίνει στη Χίο με τον ΣΥΡΙΖΑ.

  130. Ευτυχώς, θα ήταν μεγάλο κρίμα να κατεβάσουν τον άνθρωπο που διέλυσε την Εθνική σε ελάχιστο χρόνο

  131. Dimitrios Raptakis said

    Νίκο, πολλά μπαρδάκια συνάντησα και στην τριλογία του καλού Θασίτη πεζογράφου Γιάννη Ατζακά.

  132. sarant said

    131; Κι άλλος της ντάνας…..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: