Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η παρουσίαση στη γειτονιά μου

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2015


Η παροιμία το λέει καθαρά: Κανείς δεν είναι προφήτης στον τόπο του. Κι επειδή μας αρέσει να διερευνούμε την απαρχή των παροιμιών και των εκφράσεων, να πούμε πως η παροιμία αυτή, που είναι διεθνής, έχει την απαρχή της στο Ευαγγέλιο του Λουκά, όπου υπάρχει ο στίχος: «Άμήν λέγω υμίν ότι ουδείς προφήτης δεκτός εστιν εν τη πατρίδι αυτού» (4.24).

Την παροιμία αυτή την σκεφτόμουν την περασμένη βδομάδα, με αφορμή μια εκδήλωση που έγινε στο βιβλιοπωλείο Booktalks στο Παλαιό Φάληρο, στη γειτονιά μου, εκεί που γεννήθηκα και πήγα στο δημοτικό σχολείο, εκεί που πάντοτε μένω (όταν δεν είμαι στο εξωτερικό). Το βιβλιοπωλείο αυτό είναι καινούργιο, άρχισε να λειτουργεί από τις γιορτές του 2013 και το χαρακτηριστικό του είναι ότι διοργανώνει παρουσιάσεις και εκδηλώσεις -έχει και τον κατάλληλο χώρο, αφού είναι μαζί και καφενείο. Τον Νοέμβριο είχα παρακολουθήσει εκεί μια εκδήλωση της φίλης Σοφίας Κολοτούρου και κανονίσαμε να κάνουμε μια παρουσίαση δική μου για τις γιορτές.

Η εκδήλωση έγινε την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου το βραδάκι και ήταν μια παρουσίαση του τελευταίου μου βιβλίου «Λόγια του αέρα» αλλά και των παλιότερων γλωσσικών βιβλίων μου (Γλώσσα μετ’ εμποδίων, Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία, Λέξεις που χάνονται, Οπωροφόρες λέξεις). Μίλησε η εκπαιδευτικός Τίνα Κωνσταντάτου, γειτόνισσα, κι εγώ.

Σε πείσμα της παροιμίας, ο χώρος γέμισε και η εκδήλωση είχε, πιστεύω, επιτυχία. Ήρθαν και γνωστοί και φίλοι από τη γειτονιά (και από άλλες γειτονιές), και φίλοι από το ιστολόγιο. Θα αφιερώσω το σημερινό άρθρο σε αυτή την εκδήλωση. Θα παρουσιάσω την ομιλία μου από το γραπτό κείμενο που είχα μαζί μου -ενώ θα ανεβάσω αργότερα εδώ μπορείτε να ακούσετε το ηχητικό αρχείο με τις ομιλίες και τις ερωτήσεις του κοινού.

Βέβαια, μερικά από αυτά που είπα θα τα έχετε ξανακούσει όσοι έχετε έρθει σε άλλη παρουσίαση ή όσοι παρακολουθείτε το ιστολόγιο, αλλά έτσι είναι αυτά τα πράγματα.

Το νέο στοιχείο είναι ότι υπάρχει ένα πλουσιότατο ρεπορτάζ για την εκδήλωση, που έχει όχι μόνο τη δική μου ομιλία αλλά και της Τίνας Κωνσταντάτου, καθώς και πολλές ωραίες φωτογραφίες, ρεπορτάζ που φιλοξενήθηκε από τον πολύ καλό βιβλιοφιλικό ιστότοπο bookia.gr, που ο υπεύθυνός του παρακολούθησε την εκδήλωση και τράβηξε τις φωτογραφίες. Σας συνιστώ να το δείτε.

bookt1

Το κείμενο της ομιλίας μου:

Καλησπέρα, ευχαριστώ πολύ όλους εσάς που ήρθατε εδώ, ευχαριστώ πολύ την Τίνα Κωνσταντάτου για τα καλά λόγια που είπε, όπως βέβαια και τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου για το τέταρτο βιβλίο που βγάζουμε μαζί αλλά και τον Άγη και την Κατερίνα που μας φιλοξενούν εδώ. Χαίρομαι πολύ για τη σημερινή παρουσίαση, από τη μια επειδή γίνεται στη γειτονιά όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα και από την άλλη επειδή είναι ελπιδοφόρο σε μια περίοδο πολύ δύσκολη για το βιβλίο γενικά και για το καινούργιο βιβλίο και το βιβλιοπωλείο ειδικότερα, να ανοίγουν καινούργιοι χώροι για το βιβλίο, στις γειτονιές.

Τα Λόγια του Αέρα είναι το τελευταίο μου βιβλίο (εννοώ: προσωπικό βιβλίο, γιατί στο μεταξύ έχω εκδώσει και δυο-τρία βιβλία όπου κάνω τη φιλολογική επιμέλεια, στον Παπαδιαμάντη, τον Λαπαθιώτη, τον Βάρναλη) αλλά από μιαν άποψη είναι και το πρώτο γλωσσικό βιβλίο μου. Να εξηγήσω τι εννοώ.

Πριν από 25 περίπου χρόνια που άρχισα να ασχολούμαι με τη μετάφραση σε ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον, διαπίστωσα με ζήλια, μπορώ να πω, ότι για τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές γλώσσες υπήρχαν πλήθος βοηθήματα που έλειπαν από τα ελληνικά• επηρεασμένος από τη γαλλική σχολή, που αποδελτιώνει λογοτεχνικά κυρίως έργα, θέλησα λοιπόν να φτιάξω εγώ μια τέτοια συλλογή και άρχισα να αποδελτιώνω έργα ελληνικής λογοτεχνίας, συνειδητοποιώντας, στην πορεία, την αξία που έχουν τα σώματα κειμένων ως πρωτογενές λεξικογραφικό υλικό.

Έτσι με τα χρόνια συγκροτήθηκε ένα σώμα περίπου 11.000 εκφράσεων, και το 1997 παρουσίασα ένα μικρό κομμάτι από τη δουλειά μου σε ένα βιβλιαράκι, το Αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων, που αποτελεί την πρώτη μορφή του σημερινού βιβλίου. Από τότε, είχα κατά νου να κάνω μια βελτιωμένη και επαυξημένη νέα έκδοση.

Μετά, καταπιάστηκα με το Διαδίκτυο και με τις διαδικτυακές συζητήσεις ιδίως για γλωσσικά θέματα, και καρπός αυτών των συζητήσεων και επεξεργασιών ήταν το βιβλίο Γλώσσα μετ’ εμποδίων, το 2007, ένα βιβλίο στο οποίο εκθέτω τις απόψεις μου για τη γλώσσα• ένα βιβλίο, αλλά θα μπορούσε να είναι τέσσερα, αφού χωρίζεται σε τέσσερις διακριτές ενότητες: Η πρώτη ενότητα, «Μύθοι για τη γλώσσα», καταγράφει και προσπαθεί να καταρρίψει μερικούς από τους γλωσσικούς μύθους που κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο –για το Hellenic quest, για το πλήθος των λέξεων της ελληνικής, για τις ελληνοκεντρικές ετυμολογίες. Στη δεύτερη ενότητα βγάζω το άχτι μου με τους λαθοθήρες, εκείνο το ενοχλητικό κλιμάκιο της γλωσσικής αστυνομίας που αντλεί μεγάλην ηδονή όταν βρίσκει ένα (πραγματικό ή υποτιθέμενο) λάθος σε κείμενα άλλων. Προσπαθώ να δείξω ποια από τα λάθη δεν είναι λάθη, και πολλές φορές χαίρομαι που πιάνω τους κυρίους λαθοθήρες αδιάβαστους. Κλείνοντας την ενότητα αυτή, ασχολούμαι και με το λεξικό Μπαμπινιώτη και την καινοφανή ορθογραφία που θέλησε να εισηγηθεί. Μετά τη δεύτερη ενότητα υπάρχει ένα Ιντερλούδιο, έτσι το είπα, που θίγει θέματα γραμματικής και θηλυκού γένους. Η τρίτη ενότητα, Δασείας Καταίρεσις, είναι αφιερωμένη στο μονοτονικό, ένα θέμα που έρχεται τακτικά στην επικαιρότητα με τις προσπάθειες για επαναφορά του πολυτονικού συστήματος. Τέλος, η τέταρτη ενότητα καταγράφει τα έργα και τις ημέρες της νεοκαθαρευουσιάνικης αντεπίθεσης –Νεοκαθαρευουσιάνικο Κοτσανολόγιο είναι ο τίτλος της. Εδώ σας ξεναγώ στο πολύχρωμο παζάρι των γυρολόγων της καθαρεύουσας -κοινώς, απ’ όλα έχει ο μπαχτσές. Να εξηγήσω λίγο τον όρο• «καθαρεύουσα» είναι, με τον ορισμό των γλωσσολόγων, η συστηματική αλλαγή των γλωσσικών κανόνων και του λεξιλογίου με βάση πραγματικά ή υποθετικά ξένα πρότυπα για δή¬λωση γλωσσικής και κοινωνικής ανωτερότητας. Στη σημερινή Ελλάδα, που το γλωσσικό ζήτημα έχει οριστικά λυθεί, η νεοκαθαρεύουσα δεν αμφισβητεί τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε αλλά συγκεκριμένες γλωσσικές επιλογές.

Ένας άλλος τομέας που με γοήτευε από παλιά ήταν η ετυμολογία και ειδικότερα η ιστορία των λέξεων, τα δάνεια και τα αντιδάνεια, και από αυτή την αγάπη και την αναζήτηση άρχισα κι εγώ να γράφω ιστορίες λέξεων. Γιατί δεν έχουν ιστορία μόνο οι άνθρωποι, έχουν κι οι λέξεις τη δική τους ιστορία. Γεννιούνται, μεγαλώνουν, μεταναστεύουν σε άλλες χώρες. Καθώς ενηλικιώνονται, οι λέξεις πολλές φορές αλλάζουν σημασία. Κάποτε, πεθαίνουν. Μόνο που, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, οι λέξεις μπορεί και να ανασταίνονται –αν και όχι πάντοτε με επιτυχία. Πολλές από τις λέξεις που τις έχουν αναστήσει λεξιλάγνοι λόγιοι παραμένουν νεκροζώντανα ζόμπι, αν και άλλες, όταν καταφέρνουν να προσληφθούν στο δημόσιο, έχουν την ευκαιρία για δεύτερη ευδόκιμη υπηρεσία –στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαμε επίσης να μιλάμε για μετενσάρκωση.

Η ετυμολογία είναι συναρπαστική για τους λάτρεις της, αλλά κατανοώ ότι στον πολύ κόσμο μπορεί να φαίνεται κάπως ξερή. Γι’ αυτό προτίμησα να παρουσιάσω «ιστορίες λέξεων» και όχι απλώς ετυμολογικές διερευνήσεις. Ο όρος «ιστορίες λέξεων» αφήνει το περιθώριο να προσθέσει κανείς αρκετά τερπνά στοιχεία και να ανοίξει διόδους επικοινωνίας με τη λογοτεχνία.

Από τον Σεπτέμβριο του 2008 άρχισα να γράφω κάθε μήνα στην εφημερίδα Αυγή ένα άρθρο με ιστορίες λέξεων της επικαιρότητας, που πήρε τον τίτλο «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», ένας τίτλος που μου άρεσε τόσο πολύ που όταν, λίγο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2009, άνοιξα το δικό μου ιστολόγιο, διάλεξα τον ίδιο τίτλο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», με υπότιτλο «Για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και όλα τα άλλα» και, για να τριτώσει το κακό, ή το καλό, τον Νοέμβριο του 2009 έβγαλα και το δεύτερο γλωσσικό βιβλίο που το είπα «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» και περιλαμβάνει άρθρα με ιστορίες λέξεων, που τα περισσότερα είχαν πρωτοδημοσιευτεί στην εφημερίδα και στο ιστολόγιο, αλλά στη συνέχεια ξαναδουλεύτηκαν, με την πολύτιμη συμβολή των σχολιαστών του ιστολογίου –διότι, για να λέμε την αλήθεια, καμαρώνω που έχω συγκεντρώσει μια πλειάδα εξαίρετων σχολιαστών που συζητούν νηφάλια, όπως σπάνια συμβαίνει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και που με τα σχόλιά τους προσφέρουν μεγάλη προστιθέμενη αξία στα άρθρα μου.

Να πω με την ευκαιρία ότι στην εξιστόρηση της διαδρομής των λέξεων είναι πολύ συχνό το φαινόμενο των γλωσσικών δανείων. Τα δάνεια κάποιοι τα θεωρούν προσβολή της εθνικής καθαρότητας και προσπαθούν να τα εξοβελίσουν από τη γλώσσα. Εγώ αντίθετα τον γλωσσικό δανεισμό προτιμώ να τον βλέπω σαν συναρπαστική ιστορία δημιουργικής επαφής ανθρώπων και πολιτισμών και αισθάνομαι απεριόριστο σεβασμό όχι μόνο (και, ασεβώς, όχι τόσο) για τους λόγιους που μπόλιασαν τη λατινική ή τις αναγεννησιακές ευρωπαϊκές γλώσσες με ελληνικές ρίζες, αλλά για τις χιλιάδες ανώνυμους, τους ναυτικούς, τους πραματευτές, τους μισθοφόρους στρατιώτες, τους εμπόρους, τις μαστοράντζες, τους σαράφηδες, τους (λαθρο;)μετανάστες, που διέδωσαν τα πράγματα και τις λέξεις από τη μια στην άλλην άκρη της λεκάνης της Μεσογείου και πολύ παραπέρα.

Το φαινόμενο του γλωσσικού δανεισμού εμφανίζεται και στο τρίτο γλωσσικό μου βιβλίο, τις Λέξεις που χάνονται, που κυκλοφόρησε το 2011, που περιλαμβάνει 366 σύντομα άρθρα, το καθένα αφιερωμένο σε μία σπάνια λέξη, δηλαδή λέξη που δεν βρίσκεται στα μεγάλα λεξικά μας (Μπαμπινιώτη, ΛΚΝ). Προσπάθησα να διαλέξω λέξεις που να λέγονται σε περισσότερα από ένα μέρη της Ελλάδας: θέλω να αναδείξω το φαινόμενο ότι μια λέξη που θεωρείται π.χ. αποκλειστικά κρητική ή κερκυραϊκή είναι πολλές φορές πανελλήνια ή τουλάχιστον πολυπεριφερειακή, μια και ακούγεται ενδεχομένως και στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Επίσης, λέξεις που να έχουν κάποιο ενδιαφέρον ετυμολογικό (π.χ. δάνεια ή αντιδάνεια) ή ιστορικό ή να έχουν χρησιμοποιηθεί από κάποιον μεγάλο λογοτέχνη ή να ακούγονται σε κάποιο γνωστό τραγούδι. Προσπάθησα δηλαδή να βρω λέξεις που να έχω να πω γι’ αυτές κάτι ενδιαφέρον και τερπνό, λέξεις που να είναι σπάνιες μεν αλλά γνωστές σε ικανό ποσοστό των αναγνωστών. Το βιβλίο αυτό είχε τη μεγαλύτερη ως τώρα εκδοτική επιτυχία, αφού μοιράστηκε και από την εφημερίδα Βήμα, κι έτσι είναι με μεγάλη διαφορά το πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο μου.

Στα δύο προηγούμενα βιβλία παρακολουθούσα την πορεία μιας λέξης, ή μιας οικογένειας λέξεων, και τις διάφορες σημασίες που παίρνει καθώς ταξιδεύει στο χρόνο -καταγράφω δηλαδή τα πολλά πράγματα μίας λέξης• στο επόμενο βιβλίο μου, τις «Οπωροφόρες λέξεις», σκέφτηκα να κάνω το αντίστροφο: να καταγράψω την ιστορία και τις πολλές λέξεις κάποιων πραγμάτων, στην προκείμενη περίπτωση των οπωρικών και των ξηρών καρπών. Πρόκειται για τριάντα άρθρα που το καθένα είναι αφιερωμένο σε έναν καρπό: η ιστορία του κάθε καρπού και το πώς έφτασε στα μέρη μας, τι έλεγαν για τον καρπό αυτό οι αρχαίοι και βυζαντινοί συγγραφείς, τα ονόματα του κάθε καρπού, τόσο το σημερινό όσο και τα παλαιότερα, καθώς και οι διαλεκτικές ονομασίες του, η ετυμολογία των ονομάτων, οι παροιμιακές και ιδιωματικές φράσεις με το συγκεκριμένο φρούτο, η παρουσία του στη λογοτεχνία και τη λαογραφία. Με δυο λόγια, το κάθε άρθρο εξετάζει τη θέση που έχει το κάθε φρούτο στον πολιτισμό μας και (συντομότερα, βέβαια) στον παγκόσμιο πολιτισμό.

Δεν είναι δηλαδή μια απλή ιστορία: μπαίνει στη μέση η ετυμολογία, η λεξικογραφία• η φρασεολογία, η λαογραφία, η λογοτεχνία και οι άλλες τέχνες. Επομένως, σε κάθε κεφάλαιο έχουμε μια, θα λέγαμε, πολιτισμική ιστορία του συγκεκριμένου καρπού, αναφέροντας βέβαια τις λέξεις που τον ονοματοδότησαν, αφού ο έρωτας με τις λέξεις είναι παλιός και αθεράπευτος. Αλλά τα ονόματα είναι άστατα: για παράδειγμα, δεν είμαστε βέβαιοι ποιον καρπό έλεγαν οι αρχαίοι «κοκκύμηλα»• σε άλλες περιγραφές ταιριάζουν στα κορόμηλα, σε άλλες στις μπουρνέλες. Ή, πάλι, ενώ πριν από 400 χρόνια ονομάζαμε «απίδι» το αχλάδι και «αχλάδα» το αγριάπιδο, σήμερα στην Αττική και στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας το καλό το φρούτο το λέμε «αχλάδι» και ο λόγος είναι ότι στα αρβανίτικα το «πίδε» είναι πολύ κακιά λέξη [είναι κι η μητέρα μου εδώ] και γι’ αυτό το απίδι σε όλα τα μέρη όπου κατοικούσαν αλβανόφωνοι σταμάτησε να λέγεται.

Και φτάνουμε στο 2013, οπότε αποφάσισα να προχωρήσω σε μια επαυξημένη έκδοση του μικρού βιβλίου που είχα βγάλει το 1999. Στα «Λόγια του αέρα» λοιπόν ασχολούμαι με τις παροιμιακές ή ιδιωματικές ή παγιωμένες όπως αποφάσισα τελικά να τις πω εκφράσεις της γλώσσας μας. (Η ορολογία δεν είναι εντελώς… παγιωμένη, δείτε τον πρόλογο του βιβλίου για περισσότερα). Με άλλα λόγια, το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε εκφράσεις όπως: τον χόρεψα στο ταψί, μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά, αγρόν ηγόρασε, κάνει σαν τη χήρα στο κρεβάτι, τα φόρτωσε στον κόκορα, λέει λόγια του αέρα και ούτω καθεξής.

Διάλεξα να παρουσιάσω 1001 τέτοιες εκφράσεις (αριθμός φυσικά συμβολικός, στην πραγματικότητα είναι κάπως περισσότερες, περίπου 1080, διότι μερικά λήμματα είναι, όπως τα λέω, δίκορκα, δηλ. για παράδειγμα στο λήμμα «σηκώνω παντιέρα» αναπτύσσω και τη συνώνυμη έκφραση «σηκώνω μπαϊράκι»). Η επιλογή έγινε με κριτήρια τη συχνότητα χρήσης, τη σημασιολογική διαύγεια και, μεταξύ εξίσου συχνών εκφράσεων, το αν υπάρχει κάτι ενδιαφέρον να ειπωθεί για την έκφραση, κάτι που ο μέσος αναγνώστης το αγνοεί.

Το βιβλίο είναι βασισμένο σε σώματα κειμένων, ιδίως λογοτεχνικών. Οι γλωσσολόγοι εδώ ίσως εκφράσουν μιαν αντίρρηση, διότι θεωρούν ότι δεν πρέπει να είναι μόνο η λογοτεχνία πρωτογενές υλικό ή ίσως και ότι δεν είναι η λογοτεχνία το καταλληλότερο πρωτογενές υλικό, όμως εγώ θέλησα να δώσω στον αναγνώστη την ευκαιρία να γευτεί και μερικά αποσπάσματα έξοχου λόγου. Βέβαια, σε κάποιες, ιδίως νεότερες, εκφράσεις, που χρησιμοποιούνται κυρίως στον δημοσιογραφικό ή πολιτικό λόγο χρησιμοποίησα παραθέματα από εφημερίδες (π.χ. στο λήμμα «σαν ταύρος σε υαλοπωλείο», από άρθρο του Μανδραβέλη) ή από την πολιτική (π.χ. στο λήμμα «πριν αλέκτωρ φωνήσει» από τα Πρακτικά της Βουλής).

Βέβαια, δεν έχουν όλοι οι λογοτέχνες το ίδιο φορτίο, την ίδια πυκνότητα παγιωμένων εκφράσεων• σε ορισμένους, ιδίως πιο σύγχρονους, σχεδόν απουσιάζουν, σε άλλους είναι πολύ κοινές. Στο Τρίτο στεφάνι, ας πούμε, του Ταχτσή, όπου μεταφέρεται ο μονόλογος μιας λαϊκής αλλά όχι αμόρφωτης γυναίκας, οι παροιμιακές και ιδιωματικές εκφράσεις είναι πάρα πολλές• ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιούσε επίσης πολλές, όχι μόνο στο στόμα των ηρώων του, αλλά και στην αφήγησή του, όπου μάλιστα είναι τυπωμένες μέσα σε εισαγωγικά ή σε αραιά γράμματα. Πολλές βρίσκει κανείς, εννοείται, σε θεατρικά έργα.

Η αναδρομή στα σώματα κειμένων δεν δίνει μόνο γεύσεις από την καλή λογοτεχνία. Όταν βρεις μιαν έκφραση σε ένα παλιότερο κείμενο, αυτομάτως έχεις και ένα terminus ante quem για την έκφραση, ένα όριο πριν από το οποίο γεννήθηκε η έκφραση• αυτό βοηθάει πολλές φορές και για την ετυμολόγηση της έκφρασης, την ανίχνευση της προέλευσής της, ιδίως αν στο κείμενο τονίζεται ότι η έκφρ. είναι ήδη παροιμιακή, όπως συμβαίνει συχνά σε κείμενα της αρχαίας και μεσαιωνικής γραμματείας. Βέβαια, ομολογώ ότι εγώ προσωπικά έχω το κόλλημα ή την πετριά του γλωσσικού ληξίαρχου, δηλαδή με ενδιαφέρει να βρω πότε καταγράφεται για πρώτη φορά στη γλώσσα μας μια έκφραση ή μια λέξη, κάτι που είναι επιρροή από την ευρωπαϊκή λεξικογραφία• εκεί τα «γλωσσικά ληξιαρχεία» είναι πολύ αναπτυγμένα, στην Ελλάδα όχι και τόσο, έναν Κουμανούδη είχαμε που έβγαλε το 1900 τη «Συναγωγή νέων λέξεων πλασθεισών υπό των λογίων» και ο Μπαμπινιώτης ενέτει 1998 τον Κουμανούδη αντέγραψε.

Η αναζήτηση της πρώτης εμφάνισης εκφράσεων κρύβει εκπλήξεις για τον ερευνητή. Για παράδειγμα, πίστευα ότι η έκφραση «καινούργιο φρούτο», που τη λέμε ειρωνικά ή επιτιμητικά για μια καινοτομία που δεν μας βρίσκει σύμφωνους, πίστευα ότι είναι μεταπολεμική, αφού μόνο τα τελευταία χρόνια πλημμύρισαν οι αγορές μας με εξωτικά φρούτα. Κι όμως, ο Μακρυγιάννης στ’ Απομνημονεύματά του, απευθυνόμενος στον Καποδίστρια, λέει: Εσύ, Εκλαμπρότατε, από τον καιρό οπού κόπιασες όλο νέα πράματα ήφερες εις την πατρίδα• διαίρεσιν αναμεταξύ μας δεν είχαμε, φατρίαν μας ήφερες, νέο φρούτο σ’ εμάς τους Έλληνες, παραλυσίαν κι αφανισμόν

Θα δώσω ένα παράδειγμα για το πώς η χρονολόγηση μιας έκφρασης βοηθάει στην εξήγηση της προέλευσής της και ταυτόχρονα θα απαντήσω στο πρώτο ερώτημα που θέτει το οπισθόφυλλο του βιβλίου («Ποια είναι η Μιχαλού και γιατί της χρωστάμε»).

Λοιπόν, η έκφρ. «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς», η οποία σημαίνει «δεν είναι στα καλά του», ή μάλλον σήμερα έχει δυο σημασίες, αλλά που η αρχική της σημασία ήταν «δεν είναι στα καλά του», η έκφραση αυτή λοιπόν, σύμφωνα με μια ευρέως διαδεδομένη άποψη, προέρχεται από μια ιδιοκτήτρια πανδοχείου στο Ναύπλιο αμέσως μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, η οποία λεγόταν Μιχαλού και κυνηγούσε με αμείλικτη επιμονή όσους τής άφηναν βερεσέδια, με αποτέλεσμα τελικά να τους κάνει να τρελαίνονται• κι έτσι, όταν οι διαβάτες έβλεπαν να περιφέρεται κάποιος στο δρόμο παραμιλώντας και γενικά δείχνοντας σημάδια ανισορροπίας, έλεγαν «Αυτός θα χρωστάει της Μιχαλούς».

Δεν ξέρω ποιος πρωτοδιατύπωσε αυτή την εξήγηση πάντως θα τη βρείτε σε πάμπολλα συγγράμματα, έργα αναφοράς έγκυρα και μη, από το Ρομάντζο μέχρι το Λεξικό του Μπαμπινιώτη (έως την τρίτη έκδοση). Προφανώς έχει κάτι το ελκυστικό η ιστορία της αμείλικτης ταβερνιάρισσας. Προσωπικά, όταν βλέπω τόσο να δίνονται τόσο συγκεκριμένες και ακριβείς εξηγήσεις χωρίς να στηρίζονται σε πρωτογενείς πηγές, πάντοτε κουμπώνομαι, υποψιάζομαι ότι βρίσκομαι μπροστά σε επεξηγηματικό μύθο. Όμως, κάθε τι που διατυπώνεται με βεβαιότητα τραβάει, είναι ελκυστικό, πείθει• βλέπετε, όπως η φύση αντιπαθεί το κενό, έτσι και ο άνθρωπος αντιπαθεί την αβεβαιότητα.

Αλλά, όπως καταλαβαίνετε, το μεγάλο πλεονέκτημα των «επεξηγηματικών μύθων», που είναι η σιγουριά με την οποία διατυπώνονται, μετατρέπεται αυτόματα σε μειονέκτημα αν είσαι αρκετά τυχερός να βρεις μιαν αναφορά παλαιότερη από τη χρονολόγηση που προκύπτει από τον μύθο (εδώ, από το 1830). Βέβαια, πρέπει να είσαι πολύ τυχερός για να μπορέσεις να βρεις στον αχανή αχυρώνα των παλιών κειμένων τη βελόνα που θα τρυπήσει το συγκεκριμένο μυθοπλαστικό μπαλόνι, αλλά καμιά φορά ο Θεός αγαπάει και τον νοικοκύρη.

Έτσι, στην περίπτωση της Μιχαλούς, ήμουν τυχερός να βρω την έκφραση «μπας και χρωστείτε της Μιχαλούς;» στα Κορακιστικά του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού, μια κωμωδία με γλωσσικό ενδιαφέρον, που γράφτηκε γύρω στο 1812. Εκεί, ένας Χιώτης υπηρέτης λέει στον αφέντη του:

Φρόνιμμα το λέσι στον τόπον μου στη Χχιο, το πως οι Γραμματισμένοι χρωστούσι της Μιχαλλούς.

Και εφόσον η έκφραση ήταν παροιμιακή ήδη το 1812, σημαίνει πως έχει γεννηθεί πολύ νωρίτερα από το 1830, άρα ο μύθος της ταβερνιάρισσας Μιχαλούς καταρρέει.

Προσέξτε όμως κάτι κακό που έχει η ανασκευή των μύθων: ο μύθος, επειδή είναι μύθος, προσφέρει βεβαιότητες. Με το να ανατρέψεις μια βεβαιότητα, βρίσκεσαι στην αβεβαιότητα: δεν μαθαίνεις κάτι, αλλά ξεμαθαίνεις, και αυτό δεν το δέχεται με ευχαρίστηση ο αναγνώστης. Διότι, τι του προσφέρεις στη θέση της γουστόζικης ιστορίας με την ταβερνιάρισσα Μιχαλού; Τίποτα το εξίσου σίγουρο ή το εξίσου τερπνό. Ξέρουμε δηλαδή ότι στα βουλγάρικα υπάρχει η έκφραση «χρωστάω στον Μιχάλη» με την ίδια σημασία, αλλά στα ελληνικά της Θράκης Μιχάλης είναι ο αγαθούλης, οπότε, όποιος χρωστάει στον ελαφρόμυαλο Μιχάλη υποθέτουμε ότι είναι δυο φορές ελαφρόμυαλος. Τέλος πάντων, ευτυχώς υπάρχουν άλλες εκφράσεις με συναρπαστική αλλά και αληθινή ιστορία.

Με τη Μιχαλού όμως δεν τελειώσαμε. Ακριβώς επειδή ως έκφραση έχει χάσει την σημασιολογική της διαύγεια, σε αντίθεση με τις περισσότερες εκφράσεις (πρβλ. μου έχεις ψήσει το ψάρι στα χείλη, μου έβαλε τη θηλειά στο λαιμό, του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι), τις τελευταίες δεκαετίες, υπό την επίδραση του «βαριού» ρήματος χρωστάω, όλο και περισσότεροι, ιδίως νεότεροι, χρησιμοποιούν την έκφραση σαν να έχει τη σημασία «χρωστάει στους πάντες», δηλ. σαν συνώνυμη των εκφράσεων «χρωστάει σε όποιον φοράει παπούτσια/μιλάει ελληνικά». Φαντάζονται δηλαδή τη Μιχαλού σαν μια λαϊκή, φτωχιά γυναίκα –οπότε, για να χρωστάει κάποιος και στη Μιχαλού, χρωστάει στους πάντες.

Μια παρόμοια ιστορία σχετικά με την προέλευση έκφρασης είναι τα «πράσινα άλογα», για την οποία πολλοί υποστηρίζουν ότι προέρχονται από την αρχαία φράση «πράσσειν άλογα» (δηλαδή πράττω παράλογα πράγματα). Τέτοια φράση δεν παραδίδεται στις πηγές, η δε ιδέα του πράσινου άλογου ως δήλωση του παράλογου και του αδύνατου είναι πολύ «λογική», αφού υπάρχει και σε άλλες γλώσσες π.χ. στα ρουμάνικα, όπου υπάρχει και η παροιμία «Είδες πράσινο άλογο; Είδες Σέρβο φρόνιμο», δηλαδή όσο απίθανο είναι το ένα, τόσο απίθανο είναι και το άλλο. Τέτοια παροιμία την έχουμε κι εμείς, ή την είχαμε, αφού υπήρχε η παροιμία «Είδες πράσινο άλογο; Είδες Χιώτη άλωλο», ο δε Παναγιωτάκης Νικούσιος, ο πρώτος ρωμιός Μέγας Δραγουμάνος (περί το 1650) είχε το παρατσούκλι «πρασινάλογος» ακριβώς επειδή ήταν Χιώτης. Αν θέλουμε να το κάνουμε και λίγο πιο συναρπαστικό, θα σκεφτούμε την Αποκάλυψη του Ιωάννη, όπου η φράση «και ιδού ίππος χλωρός»• και ενώ είναι αλήθεια ότι στα αρχαία η λ. χλωρός δεν σημαίνει ακριβώς πράσινος, αλλά πιάνει μια γκάμα χρωμάτων από το ωχρό και το κίτρινο ίσαμε το πράσινο, ωστόσο δεν αποκλείεται και αυτό το άλογο να ήταν πράσινο.

Πάντως, στο βιβλίο δεν ντρέπομαι να παραδεχτώ ότι για μερικές εκφράσεις δεν έχω βρει εξήγηση που να με ικανοποιεί• έτσι, για παράδειγμα, για την έκφραση «ο μήνας έχει εννιά» παραθέτω την ευρέως διαδεδομένη εξήγηση, ότι δηλαδή παλιότερα οι δημόσιοι υπάλληλοι έπαιρναν τον μισθό τους στις 9 του μηνός, η οποία επομένως ήταν μέρα χαράς και αμεριμνησίας. Προσωπικά, το ένστικτό μου με κάνει να αμφιβάλλω για την εξήγηση και πουθενά δεν μπόρεσα να βρω μια τεκμηριωμένη επιβεβαίωσή της. Ωστόσο, μην έχοντας να προτείνω κάτι άλλο, αρκούμαι στο να καταθέσω την επιφύλαξή μου.

Άλλοτε πάλι τολμώ να διατυπώσω μια δική μου εικασία για την εξήγηση της έκφρασης, όπως π.χ. στην «από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα», αφού όμως παραθέσω τις επικρατέστερες απόψεις παλαιότερων ερευνητών (για την ιστορία, πιστεύω ότι πρόκειται για συρραφή δύο άσχετων μεταξύ τους φράσεων).

Συντηρητικές είναι και οι παγιωμένες εκφράσεις, με την έννοια ότι δεν αλλάζουν παρά το γεγονός ότι η γύρω κοινωνία αλλάζει. Είναι κιόλας δώδεκα ή δεκατρία χρόνια που χρησιμοποιούμε ένα καινούργιο νόμισμα, αλλά παρόλαυτα εξακολουθούμε να λέμε «τέρμα τα δίφραγκα», «δεν δίνω δεκάρα τσακιστή», «δεν αξίζει φράγκο». Παρεμπιπτόντως, η φράση «τέρμα τα δίφραγκα» είναι απόηχος της εποχής όπου υπήρχαν κλιμακωτές τιμές στα εισιτήρια των λεωφορείων και εισπράκτορες να την εκφωνούν, δηλαδή μια κατάσταση που έχει πάψει να ισχύει εδώ και περίπου 50 χρόνια• όμως η φράση λέγεται, χωρίς να μετατραπεί σε, ξερωγώ, τέρμα τα δίευρα.

Αλλά και γενικότερα ο κόσμος των ιδιωματικών εκφράσεων πατά¬ει γερά στο παρελθόν θυμίζει μια καθημερινή ζωή ολότε¬λα διαφορετική από τη σημερινή στις πόλεις• στις εκφρά¬σεις αυτές επιβιώνουν αντικείμενα μιας αγροτικής Ελλάδας που χάνεται, όπως το ροδάνι, το χτένι του αργαλειού ή το σφοντύλι. Μπορεί το αυτοκίνητο να παίζει εδώ και πολλές δεκαετίες καίριο ρόλο στη ζωή μας, αλλά όταν θέλουμε να πούμε ότι κάποιος εξασφαλίστηκε, λέμε ακόμα ότι «έδεσε τον γάιδαρό του». Αλλά και το αυτοκίνητο έχει δώσει εκφράσεις π.χ. τον έπιασε λάστιχο/έμεινε από λάστιχο• δηλαδή, δεν είναι απόλυτος ο συντηρητισμός των παγιωμένων εκφράσεων, συνεχίζουν να γεννιούνται εκφράσεις και σήμερα.

Σε κάποια λήμματα δίνω την αντιστοιχία με τα αρχαία ή τα μεσαιωνικά ελληνικά –όχι από απεγνωσμένη προσπάθεια σύνδεσης με το ένδοξο παρελθόν, αλλά επειδή είναι ελκυστικό να βλέπει κανείς ότι μια έκφραση φαινομενικά σύγχρονη υπάρχει στη γλώσσα εδώ και πολλούς αιώνες, έστω και σε άλλη γλωσσική μορφή. Να δώσω ένα παράδειγμα. Για κάποιον που με πλάγια μέσα πετυχαίνει κάτι, κυρίως δε να προσληφθεί κάπου ή να προσποριστεί κάποιο ευεργέτημα που δεν δικαιούται, λέμε ότι «μπήκε από το παράθυρο». Η φράση φαίνεται γέννημα-θρέμμα της νεοελληνικής πραγματικότητας, όμως η πρώτη μορφή της απαντά σχεδόν δυο χιλιάδες χρόνια νωρίτερα, στον Πλούταρχο. Ένα από τα έργα του είναι τα Συμποσιακά, στα οποία εξετάζονται διάφορα «προβλήματα» που αφορούν τα συμπόσια ή που συνηθιζόταν να συζητιούνται στα συμπόσια• θελκτικές κουβέντες του κρασιού, περίτεχνα δουλεμένες. Σε μια τέτοια κουβέντα, θέμα της συζήτησης είναι αν πρέπει ο οικοδεσπότης να τοποθετεί τους προσκαλεσμένους του σε συγκεκριμένες θέσεις ή μήπως είναι καλύτερο να τους αφήνει να διαλέγουν οι ίδιοι τις θέσεις τους. Εκεί, ο Πλούταρχος, αποκρούοντας τη δεύτερη αυτή άποψη, λέει: «δέδια μη δοκώμεν τη αυλείω τον τύφον αποκλείοντες εισάγειν τη παραθύρω μετά πολλής αδιαφορίας», δηλαδή «φοβάμαι μήπως, από την πολλή φροντίδα να αποφύγουμε τις διακρίσεις, φαίνεται μεν ότι διώχνουμε τη ματαιοδοξία από την πόρτα αλλά στην πραγματικότητα την βάζουμε μέσα από το παράθυρο». Χρήση πολύ όμοια με τη σημερινή.

Όπως είπα, η συγγραφική μου παρουσία βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με την δραστηριότητά μου στο Διαδίκτυο. Το Διαδίκτυο δίνει τη δυνατότητα να απευθυνθείς σε πολύ κόσμο και ταυτόχρονα να πάρεις αναπληροφόρηση, να μάθεις τη γνώμη τους για όσα γράφεις. Ωστόσο, και η φυσική επαφή και επικοινωνία με τους αναγνώστες είναι κάτι το απολύτως απαραίτητο –γι’ αυτό εκδηλώσεις σαν τη σημερινή είναι πάντοτε πολύτιμες για μένα, και σας ευχαριστώ για άλλη μια φορά που ήρθατε να με ακούσετε.

 

Advertisements

91 Σχόλια to “Η παρουσίαση στη γειτονιά μου”

  1. Πάνος με πεζά said

    Καλημέρες !

    Συγγνώμη,αλλά δε μπορώ να μη ρωτήξω ποιος είναι ο εξ ευωνύμων !

  2. Άντε βρε παιδί μου, περίμενα να έρθει κάποιος στην 1η θέση! 😛

  3. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1: Είναι ο παλιός μου φίλος Μπουκανιέρος -έγραφε κι εδώ τον πρώτο καιρό.

  4. Πάνος με πεζά said

    Αυτή τη χοντρή άνω τελεία από που την αγοράζεις;

  5. a said

    καλημερα κατα την γνωμη μου ο χωρος ηταν περισοτερο καφε παρα βιβλιοπωλειο η παρουσιαση ειχε ενδιαφερων αν και ειχε εμπορικο προωθητικο χαρακτηρα η κυρια εκανε και μια πλαγια αναφορα στον ευζωνο κουκιδη περα απο αυτα αγορασα το βιβλιο σας οπωροφορες λεξεις και πιστευω οτι η ποιοτητα εκτυπωσης το αδικει και το κανει να φερνει σε σχολικο βοηθημα παρα σε λογοτεχνικο εργο

  6. sarant said

    Από το Word.

  7. Πάνος με πεζά said

    Για να δω : έρχονται όλα τα symbols; ▪●◊└

  8. Πάνος με πεζά said

    Γηράσκω αεί διδασκόμενος…

  9. sarant said

    Kαλημέρα. Ο χώρος χωριζεται σε δύο μέρη, το ένα καφενείο, το άλλο βιβλιοπωλείο. Πάντως, για βιβλιοπωλείο γειτονιάς τα βιβλία του, θα συμφωνήσεις νομίζω, είναι απαιτητικά.

    Για τις Οπωροφόρες λέξεις, προσωπικά δεν δίνω μεγάλη σημασία στην ποιότητα εκτύπωσης αλλά νομίζω ότι εκ των υστέρων και ο εκδότης συμφωνεί μαζί σας.

  10. Γς said

    καλημέρα.

    «Άμήν λέγω υμίν ότι ουδείς προφήτης δεκτός εστιν εν τη πατρίδι αυτού»

    Αν δεν ισχύει εν Φαλήρω τότε τι να είπω;

    [Πας μετά Χριστόν προφήτης (μπιπ) εστί]

  11. Πάνος με πεζά said

    Πρωτόγνωρη η διττή φύση του βιβλιοπωλείου.

    Εύχομαι να πάει καλά και να μη…Φαληρίσει ! (φάε τη γλώσσα σου-Yiannis Nikolaou mode off)

  12. Γς said

    5:
    >αγορασα το βιβλιο σας οπωροφορες λεξεις και πιστευω οτι η ποιοτητα εκτυπωσης το αδικει

    και ο τρόπος διάθεσης. Τι θα λέγατε για μικρά καφάσια βιβλιοπωλείου;

  13. sarant said

    11: Μιχάλης 🙂

  14. Πάνος με πεζά said

    Έλα ντε, Μιχάλης ! Πήγα στο Γιάννη Νικολάου από τους πρώην «Λαθρεπιβάτες», ποιος ξέρει γιατί.

  15. Και πρέπει να ήσασταν και συμφοιτηταί, έτσι;

  16. (15 -> 13).

    Εγώ ήθελα να πω κάτι που άκουσα χθες στην τηλεόραση, στο καινούργιο σήριαλ του Γιώργου Καπουτζίδη (νόου κόμεντς πλίιζ). Και ενώ στο Παρά 5 τον είχα ακούσει εγω ο ίδιος με τα αυτιά μου (τα οποία πόνεσαν) να λέει «στο σκρίν-ι-ο», καθαρά τρισύλλαβο, στο χθεσινό επεισόδιο, έβαλε μια τρίχρονη Σμαράγδα Καρύδη να ζητάει στην προσευχή της από τον Θεό να γίνει «αστροναύτρια». Μου φάνηκε πολύ γλυκό, και αναρωτιέμαι αν το έγραψε συνειδητά, κατά το βουλεύτρια, ή απλώς ήταν μια χαριτωμενιά, και καλά ένα πιτσιρίκι που επειδή δεν μιλάει ακόμα καλά, κάνει χαριτωμένα λάθη (μιας και υπάρχει και το αστροναύτισσα).

  17. Γς said

    5:
    >αγορασα το βιβλιο σας οπωροφορες λεξεις

    Πρόταση [Βιβαλντική, Τζοχατζοπουλική]¨

    Να μετονομαστεί σε Φρούτα Εποχής.
    Και να σπάσει στα τέσσερα:

    1. Πρίμα βέρα, 2. Καλοκαίρι, 3. Φθινόπωρο, 4. Χειμώνας.

  18. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂
    Σε ωραίο τσαρδί βρέθηκες, μπράβο!

  19. sarant said

    15: Όχι, συμμαθητές

    16: Και αστροναύτισσα και αστροναύτρια λέγεται. Μια χαρά τα βρίσκω.

    18: Ναι, είναι πολύ καλο.

  20. Νέο Kid Στο Block said

    Kαλά, ο ηλεφυσιογνωμισμός* μου έχει καταρεύσει τελείως! Δεν θα μπορούσα ποτέ των ποτών να φανταστώ ότι ο Μπουκανιέρος είναι ο Ρος Ντέηλυ! 🙂

    (* όρος-according to the Nikokyrian specifications- που σκέφτηκα μόλις τώρα ,για την εικόνα που αποδίδουμε με τη φαντασία μας σε κάποιον ηλεσυνομιλητή. Είχε δεχτεί ένα ισχυρό πλήγμα όταν ο «σεβάσμιος γέρων» Κορνήλιος απεδείχθη τρελιάρης έφηβος (σχεδόν…) ,και τώρα με τον πειρατή κατέρευσε εντελώς)

  21. cronopiusa said

    καλοτάξιδο

  22. Γς said

    20:
    Καλά, κι όταν ο τρελιάρης έφηβος απεδείχθη σεβάσμιος γέρων;

    Σεβάσμιος γέρων;
    Ασ’το καλύτερα. Ακυρον

  23. 19 β. Κι εγώ, γι’ αυτό χάρηκα που το άκουσα. Μακάρι να το εννοούσε (ο Γ.Κ.) και πραγματικά.

  24. Πάνος με πεζά said

    «Kαλά, ο ηλεφυσιογνωμισμός* μου έχει καταρεύσει τελείως! Δεν θα μπορούσα ποτέ των ποτών να φανταστώ ότι ο Μπουκανιέρος είναι ο Ρος Ντέηλυ!»

    Ή ο Αντώνης Μιτζέλος, με το ίδιο μακό ! 🙂

  25. Δεν το πιστεύω τι έχασα, δίπλα από το σπίτι μου! Αυτά παθαίνω που μπαίνω αραιά και πού! 😦

    Θα το βάλω νιου γίαρ ριζολούσιον να μπαίνω καθημερινά, μακάρι να πείσω και κάτι άλλες ψυχές!
    Καλημέρα σε όλους! 🙂

  26. sarant said

    20: Σχεδόν πάντοτε ο ηλεφυσιογνωμισμός αποτυγχάνει. Ή με πιο απλά λόγια, όταν επικοινωνούμε ηλεκτρονικά με κάποιον (αλλά και με παραδοσιακήν αλληλογραφία) πλάθουμε στο μυαλό μας μιαν εικόνα του η οποία εκ των πραγμάτων σχεδόν ποτέ δεν πλησιάζει την πραγματική του εικόνα.

    25: Φταίω κι εγώ, που δεν το πολυδιαφήμισα στους γείτονες.

  27. 20, 26 α: Περίεργο, αν και συμφωνώ ως προς την αποτυχία της εικόνας που πλάθουμε, εδώ συγκεκριμένα, από το «πειρατικό» τού ψευδώνυμου, σε αυτές τις γραμμές είχα φτιάξει την εικόνα.

    http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/kontoglou_mpoukan.htm

  28. Γς said

    26α:

    Κι η μικρή Γιαπωνέζα μου:

    http://caktos.blogspot.gr/2014/02/blog-post_5.html

  29. Πάνος με πεζά said

    Αν ήταν ο Γς στην παρουσίαση,η μελαχρινή μικρά δε θα έπαιζε αδιάφορα με το κινητό της…Καλά, δε λέμε να τη συνεπάρει ο Σαραντάκος, αλλά κανας άλλος, θα μπόραγε… 🙂

  30. sarant said

    Λίγα λόγια, είναι η κόρη μου 😉

  31. Πάνος με πεζά said

    @ 30 : To περίμενα ότι θα την πατούσα, γιατί έχω δει μόνο τη μια… (συγχαρητήρια, πάντως !)

  32. Γς said

    Κι ήμουν έτοιμος να σχολιάσω:

    Δεν παίζει αδιάφορα το κινητό της.
    Διαβάζει μήνυμα:
    Ασε τον προφήτη και έλα στον τσίφτη

  33. Earion said

    11 Πρωτόγνωρη η διττή φύση του βιβλιοπωλείου.

    Καθόλου. Έχω να σας συστήσω ένα πολύ καλό βιβλιοπωλείο-καφενείο στη Ναύπακτο, στη Ντάπια, που λέγεται Adagio. Αν βρεθείτε ποτέ εκεί (είναι ωραία εκδρομή), τιμήστε το. Θα μπορούσε κι ο Νικοκύρης να οργανώσει βιβλιοπαρουσίαση.

  34. 11,
    % MN mode on
    «Booktalks: More Beautiful than Botox!»
    % MN mode off

    🙂

    Επ’ ευκαιρία, χαιρετισμούς στον Μπουκάν

  35. Πάνος με πεζά said

    Βιβλιο-cafe σίγουρα υπάρχουν (αν δεν είναι όλα).

    Βιβλιο-καφενείο ακούγεται δύσκολο. Πάνω που συγκεντρώνεσαι στο βιβλίο του Νοικοκύρη, σκέψου από δίπλα ν’ ακούσεις…

  36. qq said

    Αν το καφενείο δεν έχει ψάθινες καρέκλες και δεν έχει μαυρισμένους τοίχους, αν δεν τρέχει πίσσα στους τοίχους, δεν πατάω.

  37. Πάνος με πεζά said

    Και λιγδωμένα τζάμια, να μη βλέπεις μέσα…

  38. sarant said

    35-37: Εντάξει, καφέ εννοούμε. Αλλά εγώ τον καφέ τον πίνω.

  39. physicist said

    #38. — Αλλά εγώ τον καφέ τον πίνω.

    Εννοείς ότι άλλοι μασάνε τους κόκκους και μετά άμα λάχει κατεβάζουν κι ένα νερό να πάει κάτω; Αυτοί είναι άντρες ρε, όχι εσείς οι γιαλαντζή με τα φλυτζάνια.

  40. sarant said

    Εννοώ ότι προτιμώ όταν λέω «καφέ» να εννοώ το αφέψημα, όχι το μέρος στο οποίο πίνεται αυτό.

  41. sarant said

    39: Αλλά μου άρεσε και η μέθοδος του αληθινού άντρα.

  42. physicist said

    Αμέ, τι νόμισες; Οι πιο σκληροπυρηνικοί μάλιστα πάνε μετά και χορεύουν σέικ για να τον κάνουν φραπέ.

  43. voulagx said

    #41: Μη μου πεις ότι θέλεις να γίνεις καβουρδιστήρι; 🙂

    Ευχαριστώ όσους απάντησαν στην απορία μου για τα λόπια. Φαίνεται πως η λέξη απαντάται στη νότια Ελλάδα και στα νησιά, όπως μου λέει ο γούγλης.

  44. Dimitris said

    #39
    Επίσης έχω να προσθέσω ότι οι αληθινοί άντρες τι ταινίες «Γουέστερν» δεν τις αποκαλούν φυσικά έτσι αλλά τις λένε «Καμπόικα» ( ούτε καν Καουμπόικα)

  45. Πέπε said

    Καφενείο κατά τη γνώμη-αίσθησή μου είναι:
    α) κυρίως, το καφέ-παππού.
    β) καταχρηστικώς, ορισμένα μαγαζιά που έχουν διεκδικήσει μόνα τους τον τίτλο (συνηθίζεται τελευταία σε συνεργατικά καφενεία λ.χ.) ενώ το στυλ τους πάει μάλλον προς καφέ, μπαράκι ή ακόμα και μαγέρικο.

    Το καφέ είναι, θα έλεγα, ένα μαγαζί που στην αισθητική του διακρίνεται πιο έντονα μια «γραμμή». Και στην καφετέρια επίσης, αλλά όχι η ίδια. Το καφενείο είναι και το βράδυ καφενείο. Το καφέ το βράδυ γίνεται μάλλον προς μπαράκι. Η καφετέρια το βράδυ είναι καφετέρια πάλι, αλλά διαφορετική απ’ ό,τι το πρωί.

    Νομίζω ότι πρόκειται για στάδια στον κύκλο της ζωής του καφενόβιου: από την αρχή (που συνήθως πέφτει κάπου λίγο πριν – λίγο μετά το Λύκειο) βγαίνει κανείς στις καφετέριες. Όταν περάσει όλα τα όρια, ακόμη και τα πιο διευρυμένα, της εφηβείας-μετεφηβείας, αλλά παραμένει ακόμα νέος, μετακινείται στα καφέ. Σε ηλικία που πλέον να μην τον ενοχλεί (απειλεί; ) η ιδέα να είναι στο ίδιο μαγαζί με γέρους κάνει τις πρώτες του επισκέψεις σε καφενεία, και σταδιακά μέχρι να γεράσει το γυρίζει οριστικά στο καφενείο. Ε, και στο τέλος (μετά το τέλος) τους κερνάει όλους έναν καφέ.

  46. @44: Ωραία ιδέα για ρίμα με την «τρόικα»! 🙂

    Π.χ.
    Κι όταν θα δει την τρόικα,
    θα ξηγηθεί καμπόικα

    🙂

  47. Πάνος με πεζά said

    @ 45 : Πολύ ωραία περιγραφή και διάκριση. Η τελευταία μορφή καφενείου λέγεται «κυλικείο», κι αν τα έχεις πάει κάπως καλά στη ζωή σου, εκεί έξω θ’ αράξει και ο κιλλίβαντας ! 🙂

  48. 45, 47: Μπρρρ. 🙂

  49. Παίρνοντας το νήμα για τα καφενεία και με αφορμή τη μικρή Σαραντούλα της φωτογραφίας, που σκαλίζει το κινητό της, έχω να παρατηρήσω πως πολλά καφενεία στην επαρχία, εκτός από την απαραίτητη δορυφορική, έχουνε βάλει και Wi-Fi. Στο δ΄κό μ’ το χωριό, έχει ξυλόσομπα και ασύρματο ίντερνετ! Και μια ωραία νότια τζαμαρία, μπροστά στην οποία μαζευόμαστε όλοι οι 50άρηδες-60άρηδες κροκόδειλοι τα χειμωνιάτικα μεσημέρια για ένα κρασάκι κι ένα μεζεδάκι. Ο μόνος που χρησιμοποιεί πού και πού το ασύρματο ίντερνετς είμαι εγώ. Κι ο νεαρός που δουλεύει το καφενείο, όταν έχει όρεξη για κουβέντα και με βλέπει να σκαλίζω την ταμπλέτα, πάει και κλείνει το ρουτεράκι. Κι έτσι εξασφαλίζει συνομιλητή!

  50. 49: Πες του νεαρού, δεν περνάνε πια τα εκβιαστικά διλήμματα 🙂

  51. sarant said

    Μου ανοίγεις την όρεξη για το καφενείο του χωριούσ’

  52. Impressed!

  53. Οι πόρτες είναι ανοιχτές και τα σκυλιά δεμένα, Νικοκύρη!

  54. Πάνος με πεζά said

    @ 49 : Εσένα πάλι, σε χαλάει να του βάλεις μια μέρα αλάτι στο κουτί της ζάχαρης; 🙂

  55. Στο κουτί της ζάχαρης; Τι να την κάμουμε τη ζάχαρη; Εκεί τον πίνουμε τον καφέ αντρίκια: μασάμε τους κόκκους και μετά πίνουμε καυτό νερό από την τσαγιέρα της σόμπας!

    Επιπλέον, ποτέ δεν πρέπει να τσαντίζεις αυτόν που σου φτιάχνει τον καφέ. Ρώτα χιλιάδες ΚΨΜτζήδες τι έχουν κατά καιρούς ρίξει στον καφέ του διοικητή ή του υπόδικα…

  56. Πάνος με πεζά said

    Σωστό…

  57. Πέπε said

    @55: Μπα, δε βαριέσαι…
    Χιλιάδες δίκες και υπόδικες έχουν πιει καφέ από το κψμ, άκουσες κανέναν να μην του αρέσει;
    Όλα στο μυαλό είναι…

  58. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    31 – Συγχαρητήρια γιατί, επειδή τον έπιασε στον ύπνο η Νικοκυρά; φτυστή η μάνα της είναι (που δεν την έχω δεί).

    Kι ένα μουσικό κομματάκι για σένα ρε Πάνο τον (μάλλον) μόνο μουσικό εδώ μέσα, «οργανοπαίχτες» έχει κάμποσους.

    Υ.Γ – Ό,τι ακούω βάζω κάθε φορά έτσι; ελπίζω να σου αρέσει.

  59. Πάνος με πεζά said

    Ωραίο ήταν ! Φορτωμένος με προίκα κι ο πληκτράς, όπως τότε που την έβαζαν να φαίνεται απότο τζάμι. Εμένα μου ήρθε από πιο εύκολο δρόμο, το τραγούδι για καφενεία.

  60. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Βάζω κι αυτό εδώ. http://tinyurl.com/og9zctq Το πήρα σήμερα και μου φαίνεται αξιόλογο (δεν ξέρω/θυμάμαι αν έχει πει κάτι ο Νικοκύρης).

  61. Ηλεφούφουτος said

    55 Ο δικός μας υπόδικας πάντως δεν έπινε ποτέ καφέ εντός μονάδας και το εξηγούσε λέγοντας «εγώ τον καφέ μου τον πίνω άνευ ροχάλας».

  62. sarant said

    60: Α, τα λένε αυτά, δεν το ήξερα!

  63. Alexis said

    #55, 57: Σόρυ ρε παιδιά αλλά δεν την έπιασα αυτή τη φανταρίστικη αργκό, καθότι ήμουν του Π.Ν.
    Τι είναι ο υπόδικας ;;;
    Και οι δίκες ;;;

  64. Alexis said

    ΟΚ, άκυρο, κατάλαβα, διοικητής-υποδιοικητής 🙂

  65. Ριβαλντίνιο said

    @ 1 Πάνος Με Πεζά
    Μ’αρέσει που ρωτάς αυτό, αντί να ρωτάς πιο είναι το κορίτσι δίπλα του !!!!

    @ 30 Sarant
    A, έτσι. Και πάλι δεν το παίρνω πίσω. Είναι η απόσταση που με κάνει γενναίο. ( Εκτός και αν βγει καμιά φάπα μέσα από το PC).

  66. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    Έβαλα το ηχητικό αρχείο με τις ομιλίες και τη συζήτηση!

  67. Ηλεφούφουτος said

    Κι εγώ Π.Ν. έκανα, κι οι υπηρεσίες ξηράς έχουν κι αυτές δίκα και υπόδικα.

  68. Reblogged this on anastasiakalantzi50.

  69. leonicos said

    Πολλές από τις λέξεις που τις έχουν αναστήσει λεξιλάγνοι λόγιοι παραμένουν νεκροζώντανα ζόμπι
    Ευτυχώς που δεν είμαι λόγιος, αλλιώς θα ήταν σα ν’ άκουγα το όνομά μου. Αλλά δεν είμαι λεξιλάγνος! Λεξιερωτύλος είμαι. Ανάστησα τη λέξη ‘στόβος’ κι έχω βάλει κι άλλες στο πιστόλι μου. Αλλά το πιστόλι μου ρίχνει μόνο λέξεις. Όπου. Βεβαίως πέφτουν σφαίρες, οι λέξεις περιττεύουν.

    που με τα σχόλιά τους προσφέρουν μεγάλη προστιθέμενη αξία στα άρθρα μου.

    Εδώ έπρεπε να βάλεις: με εξαίρεση τον γνωστό σε όλους αντιπαθέστατο Γς.

    366 σύντομα άρθρα, το καθένα αφιερωμένο σε μία σπάνια λέξη… (που μερικές από αυτές θα ήθελα να τι δω αναστημένες…)

    αφού ο έρωτας με τις λέξεις είναι παλιός και αθεράπευτος
    Ευτυχώς που εδώ υπάρχει χώρος για πολλούς εραστές.

    σε άλλες περιγραφές ταιριάζουν στα κορόμηλα, σε άλλες στις μπουρνέλες
    Δηλαδή, θέλεις να μας πεις ότι σήμερα, ΕΣΥ, ξεχωρίζεις τα κορόμηλα από τις μπουρνέλες; Οι ίδιοι που τα έχουν μια τα λένε έτσι και μια αλλιώς. Είδαμε και πάθαμε να ξεχωρίσουμε τα δαμάσκηνα από τις βανίλιες!

    Εγώ το απίδι το ήξερα σαν εναλλακτική, και λίγο περιθωριακή ονομασία του αχλαδιού. Αν ίσχυε η θεωρία σου για το pidё, θα λέγαμε και το κολοκύθι, βατόμουρο.

    η φύση αντιπαθεί το κενό, και ο άνθρωπος αντιπαθεί την αβεβαιότητα.
    Αυτό θα το καταγράψω εγώ στις δικές μου ‘παγιωμένες εκφράσεις’.
    Έχω την εντύπωση ότι πάρα πολλές εκφράσεις μπορεί να μπουν σε αυτή την κατηγορία, ακόμα και αν δεν χρησιμοποιούνται έτσι. Παράδειγμα, τα ομηρικά παραθέματα σε πάρα πολλούς συγγραφείς. Στο πιο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο μου έχω ως προμετωπίδα «ἐάν τῇ κεκρυμμένῃ θεωρίᾳ ἑπώμεθα, ἥν αἰνίτετται ὁ μῦθος, σῳθησώμεθα» (Πλάτωνος Πολιτεία). Δεν θα τη βρεις πουθενά αλλού ίσως, αλλά δεν θα μπορούσε και να είναι ‘παγιωμένη έκφραση’; Επίσης, κάποτε λέγαμε μεταξύ μας γι’ αστείο, το Ζερμπινιώ (Παπαδιαμάντης) για κάποιεςπου φορούσαν παντόφλες και στο δρόμο. Τι είναι αυτό;

    Παρόμοια, το «η φύση αντιπαθεί το κενό, και ο άνθρωπος αντιπαθεί την αβεβαιότητα» (Σαραντάκος) είναι, ακόμα και αν δεν το ξανακούσεις.

    Το ίδιο ισχύει και για το περίφημο «Ασε τον προφήτη και έλα στον τσίφτη» και είναι του Γς στο @32

    «ο μήνας έχει εννιά»
    Εγώ το είχα πρωτακούσει στο τραγούδι, και το κατάλαβα ή μου το εξήγησαν ότι σημαίνει ‘έχουμε ακόμα λεφτά αφού πληρωθήκαμε στην πρώτη. Μέχρι τις τριάντα… έχει ο Θεός’. Και μου φαίνεται εύλογη.

    Η Κρόνι μάς καθήλωσε στο @21 ως συνήθως

    @29 Κι εσύ στη διαφήμιση του Γς; Έλεος!

  70. sarant said

    49 και πριν: Παρεμπιπτόντως, η μικρή της φωτογραφίας (!) δεν σκαλίζει το κινητό της αλλά παίρνει φωτογραφία τον πατέρα της -και δη με φωτογραφική μηχανή, όχι με κινητό.

  71. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    59 – Έφυγα λίγο απότομα γιατί είχα ενα ραντεβού στην Δροσιά, και είδα τώρα τον Θέμη, ωραίος και σεμνός τραγουδιστής.
    Πολύ πεσμένους σας βρίσκω, γιά ανεβείτε λίγο.

  72. Ριβαλντίνιο said

    «Είδες πράσινο άλογο; Είδες Σέρβο φρόνιμο»

    Περίεργο αυτό. Παραδοσιακά αυτοί δεν έχουν καλές σχέσεις ? Να έλεγε για Βούλγαρο ή Ούγγρο να το καταλάβαινα.

    —————————————————————-

    @ 71 ΛΑΜΠΡΟΣ

    Ωραίος, αλλά σήμερα προτιμάμε κάτι πιο έτσι …

    Αν επιμένεις όμως

  73. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    A θέλετε τέτοια; οκ.
    Kαι για να μιλήσουμε για κάνα σοβαρό εκλογικό θέμα, τι ψηφίζετε για χθές, Λαζόπουλο ή Καπουτζίδη; Τον πρώτο δεν τον βλέπω τα τελευταία πέντε χρόνια, τον δεύτερο τον είδαν χθές η γυναίκα μου κι οι κόρες μου, και τους άρεσε πολύ, ίσως τον δώ την άλλη βδομάδα, εσείς τι λέτε;

  74. cronopiusa said

    το βιβλιοπωλείο στη γειτονιά μου, το καφενείο , το φαρμακείο… οι υπέροχοι γειτονες μου…

  75. Νικοκύρη, στο 70

    πωπωωω… ρε συ, το παιδί τραβάει βίντεο! Απλά την είδα την καημένη να ‘ναι χαμηλοβλεπούσα και λέω «μπα, βαργιόταν, η έρ΄μη!» Αλλά, όχι, έτσι που έχει τα χεράκια της είναι προφανές ότι ακινητοποιει την κάμερα. Μπράβο, μπράβο! Α, ρε, ιθαγενείς της ψηφιακής εποχής…

  76. sarant said

    72: Γείτονες πάντα κοροϊδεύονται.

  77. sarant said

    75: Ναι, έχει μόνιμο καθήκον τις βιντεοσκοπήσεις/φωτογραφήσεις 🙂

  78. Πέπε said

    Ξέρετε, δε θα ήθελα να μαγαρίσω αυτή την ανάρτηση, αλλά επειδή το θέωρώ λιγότερο χειρότερο από το να μαγαρίσω έτι μάλλον την άλλη για το Charlie, που από μημόσυνο έγινε αρένα, υπάρχει κάτι που πρέπει κάτι να σχολιάσω:

    Λέει ο Γρ. Κοτορτσινός στο 509της ανάρτησης Charlie: Όμως στο ιστολόγιο κρινόμαστε από ότι γράφουμε εδώ, όχι από ότι γράψαμε αλλού.

    Αυτό δε συμβαίνει πάντοτε. Τις μέρες μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς συνέβη ένα περιστατικό στο ιστολόγιο που με έχει στεναχωρήσει ιδιαίτερα. Αρχής γενομένης από μια διαφωνία, δέχτηκα μια αθέμιτη επίθεση από τον Stazybo Horn ο οποίος, συνδυάζοντας πράγματα που έγραψα εδώ με πράγματα που έγραψα αλλού, κατέληξε να κρίνει όχι απλώς τι γράφω αλλού αλλά τι κάνω αλλού, λέγοντας «να μην ήταν και φιλόλογος τι καλά που θα ‘ταν για τα παιδιά».

    Αισθάνθηκα ιδιαίτερα προσβεβλημένος. Έγραψα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα ότι απαιτώ επανόρθωση. Δεν υπήρξε καμία απάντηση. Το γεγονός σχολιάστηκε και από άλλους, που ήταν αμέτοχοι αλλά βέβαια παρακολουθούσαν αφού είμαστε σε δημόσιο χώρο. Ο Νικοκύρης έγραψε «ας μην παρεμβαίνουμε άλλο σε μια διαφορά μεταξύ φίλων», αλλά δεν είμαστε φίλοι με τον Stazybo Horn: δε γνωριζόμαστε, δεν ξέρω πώς τον λένε, και πρέπει να πω -χωρίς διάθεση να τον μειώσω- ότι δεν είχα συγκρατήσει, μέχρι το περιστατικό, ποιος σχολιαστής είναι. Θυμόνουν μόνο ότι είναι τακτικός σχολιαστής, όχι όμως ποιο είναι το στυλ του ή η συνήθης θεματολογία του.

    Έκρινα σκόπιμο να μην επανέρχομαι κάθε μέρα τραβώντας το μανίκι του Stazybo, «έι, τι θα γίνει μ’ εκείνη την εκκρεμότητα», και πρήζοντας όλους τους υπόλοιπους αναγνώστες. Εξάλλου ήταν γιορτές, και στον πραγματικό κόσμο και στο ιστολόγιο. Μετά τις γιορτές είχαμε τα τραγικά του Charlie. Πάλι δε θα ‘ταν όμορφο να αποσπώ την προσοχή στα δικά μου όταν ο κόσμος έχει σοβαρότερα θέματα ν’ ασχοληθεί.

    Παρά ταύτα η εκκρεμότητα παραμένει.

  79. sarant said

    78: Κανονικά ισχύει αυτό που λέει ο Κοτορτσινός. Αυτό πρέπει να ισχύει.

    Το «μεταξύ φίλων» το έγραψα εγώ, εννοώντας «δικών μου φίλων».

  80. Γς said

    75:

    Α, εσύ δεν θέλεις να καταλάβεις

  81. Vrach said

    Καλημέρα! Πρώτον, ευχαριστούμε για τη δημοσίευση των ομιλιών και τη μετάδοση του κλίματος -όσο τέλος πάντων μπορεί αυτό να γίνει, όταν απουσιάζει κανείς από μια εκδήλωση (αλλά φαντάζομαι ότι δεν είμαι η μόνη που η φυσική παρουσία είναι πολύ δυσκολότερη από την ηλεπαρουσία κι ας μη ζω στην άλλη άκρη του πλανήτη…). Δεύτερον, πραγματικά, από τη στιγμή που ανακάλυψα αυτό το μπλογκ (αδικαιολόγητα αργά, ομολογουμένως) κάθε φορά που το ανοίγω, μου ανοίγει η καρδιά. Λειτουργεί και λίγο σαν αντικαταθλιπτικό, τελικά, όχι μόνο από τα γραφόμενα του Νικοκύρη, αλλά (και) από τα έξυπνα σχόλια.

    Η «αστροναύτρια» και μένα με συγκίνησε πολύ, ασφαλώς για το γλωσσικό του θέματος (μπράβο στον Καπουτζίδη για την ευαισθησία περί θηλυκών επαγγελματικών!), κυρίως όμως γιατί μου θύμισε το τόσο έντονο παιδικό μου όνειρο να γίνω αστροναύτης και να δουλέψω στη NASA (στο αρσενικό πάντως το ‘λεγα όταν με ρωτούσαν ‘τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;’ «Αστροναύτης» απαντούσα, τότε δεν το είχα ακούσει ποτέ σε θηλυκή εκδοχή ‘αστροναύτρια’ ή κάτι τέτοιο, αν και το ίνδαλμά μου ήταν η Βαλεντίνα Τερέσκοβα).

    Καφέ, καφενείο ή καφετέρια; Είμαι η μόνη που χρησιμοποιώ τον τύπο «καφετερία»; (ή τουλάχιστον τον χρησιμοποιούσα πεισματικά τα πρώτα χρόνια της εμφάνισης των καφετεριών και της εξαφάνισης των καφενείων, τώρα, από την πολλή καζούρα, κοντεύω να ‘σπάσω’). Γιατί όμως τάχα «καφετέρια»; Από πού κι ως πού ανεβάσαμε τον τόνο, αφού σε άλλα λέμε π.χ. ‘μπιραρία, πιτσαρία»; Και μη μου πείτε ότι το καφετερία ακούγεται σαν εταιρία!

  82. sarant said

    81: Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα καλά λόγια! Τη θυμάμαι κι εγώ τη Βαλεντίνα Τερέσκοβα.

    Ο τόνος στην καφετέρια εξηγείται επειδή το δάνειο έγινε από τα αγγλικά.

  83. Γς said

    81:
    >πιτσαρία»; Και μη μου πείτε ότι το καφετερία ακούγεται σαν εταιρία!

    Το πιτσαρία;
    [της Τσιτσολίνα]

  84. Γς said

    Βτάξει. Της Τσιτσολίνας

  85. Γς said

    Βτάξει = (Ε)Ντάξει

  86. physicist said

    Κι όμως, οι Πορτογάλοι φίλοι μας μάς έχουν ήδη βγάλει από το δίλημμα με τη λέξη σπιτικαφέ. Να μην πούμε και για τον φραγμό, δηλαδή.

  87. Γς said

    Il a mis le café
    Dans la tasse
    Il a mis le lait
    Dans la tasse de café
    Il a mis le sucre
    Dans le café au lait
    Avec la petite cuiller

  88. 81 καφετερία:

  89. Πέπε said

    @88: Ναι, αλλά πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι οι στίχοι είναι του μπαρμπα-Σταύρου, που πρέπει να κοντεύει τα 100 αν ζει, και είναι από χωριό (άρα πιο πίσω, στις γλωσσικές εξελίξεις, από τις αστικότερες περιοχές). Με δυο λόγια, υπάρχει αλλά είναι παλιά λέξη.

  90. Πέπε said

    …αν και σε ποίηση είναι πολύ μπροστά!

  91. skolotourou said

    Αφού πρώτα ευχαριστήσω τον Νικοκύρη για την αναφορά, θέλω να πω πως επειδή τυχαίνει να μένω στον ακριβώς διπλανό δρόμο (μερικά στενά παρακάτω) από το εν λόγω βιβλιοκαφέ είμαι ίσως ο πιστότερος θαμώνας του. Οποιος θέλει να με γνωρίσει δεν έχει παρά να έρθει εκεί. Κερνάω καφεδάκι!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: