Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τα δεκατρία ντόμινα (Ναπολέων Λαπαθιώτης)

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2015


pierrot1Κυριακή σήμερα, τελευταία της Αποκριάς, ταιριάζει να βάλω ένα αποκριάτικο διήγημα. Οι Απόκριες ήταν και η αγαπημένη γιορτή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, σύμφωνα με όσα διηγείται στην αυτοβιογραφία του. Πρόπερσι είχα ανεβάσει ένα τέτοιο διήγημά του, τον Πιερότο, που μετά το συμπεριέλαβα στον δεύτερο τόμο διηγημάτων του, Ο μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες (Ερατώ 2013). Σήμερα παρουσιάζω ένα ακόμα αποκριάτικο διήγημα του Λαπαθιώτη, που πρόκειται να συμπεριληφθεί στον τρίτο και τελευταίο τόμο διηγημάτων του ποιητή, που θα κυκλοφορήσει καλώς εχόντων των πραγμάτων τους επόμενους μήνες.

Αν και σήμερα δεν λεξιλογούμε παρά παρεμπιπτόντως, να πούμε ότι ντόμινο είναι βέβαια το επιτραπέζιο παιχνίδι, είναι όμως και ένα είδος αποκριάτικης στολής (αυτό εδώ) που σκεπάζει όλο το σώμα, και που ήταν πολύ της μόδας σε προηγούμενους αιώνες -αλλά για τη λέξη «ντόμινο» και τις σημασίες της έχουμε ήδη γράψει.

Το διήγημα που θα δούμε σήμερα δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Κυριακή του Ελευθέρου Βήματος (6.3.1927), ένα περιοδικό ποικίλης ύλης, αρκετή από την οποία ήταν λογοτεχνική, που έβγαινε σαν κυριακάτικο παράρτημα της εφημερίδας Ελεύθερον Βήμα, προγόνου του Βήματος, και που δεν κράτησε πάνω από ένα χρόνο. Στη συνέχεια αναδημοσιεύτηκε, με αρκετές αλλά επουσιώδεις διαφορές, στο περιοδικό Καλλιτεχνική Ελλάδα, τχ. 1-3, Γενάρης-Μάρτης 1945, με τον επίτιτλο «Από τα κατάλοιπα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη». Το φιλόδοξο αλλά βραχύβιο αυτό περιοδικό, με διευθυντή τον Στρ. Μυριβήλη, εξέδωσε μόνο δύο τριπλά τεύχη. Ο Μυριβήλης είχε συνεργασίες του Λαπαθιώτη και στο άλλο περιοδικό του, τη Φιλολογική Κυριακή, που το είχε βγάλει το 1943, οπότε δεν αποκλείεται να είχε λάβει το διήγημα από τον Λαπαθιώτη όταν ακόμα αυτός ζούσε. Εδώ ακολουθώ τη δεύτερη δημοσίευση.

ΤΑ ΔΕΚΑΤΡΙΑ ΝΤΟΜΙΝΑ

Ήταν περασμένα πια μεσάνυχτα, –μπορεί και τρεις η ώρα, το πρωί– κι η τρέλα του χορού είχε φτάσει πια στο κατακόρυφο, όταν τα δεκατρία μαύρα ντόμινα παρουσιαστήκανε στη σάλα, και στάθηκαν μαζί, κάπως παράμερα, δίπλα στην τετράφυλλη τη θύρα που χώριζε την κεντρική, πλημμυρισμένη σάλα απ’ το μακρύν τεράστιο διάδρομο.

Φορούσαν εντελώς όμοιο κοστούμι —μαύρο, με πυκνές νταντέλες γύρω και με μεγάλη φουντωτή κουκούλα– εξόν απ’ το μεσαίο, το ψηλότερο, που είχε, σα για διακριτικό του, στο πλευρό, στα χέρια και στα πόδια, πέντε μεγάλους φιόγκους ανοιχτούς, μ’ ένα χρώμα κόκκινο σαν αίμα.

Πώς μπήκαν, δεν κατάλαβε κανένας. Καθένας όμως απ’ τους καλεσμένους, σχημάτισε αμέσως την πεποίθηση, πως δεν μπορούσε παρά να ήταν, βέβαια, κάποιοι πολύ οικείοι του σπιτιού –πάρα πολύ οικείοι του σπιτιού– για να ρθουν με τόσο θάρρος, τέτοιαν ώρα.

Κι εξ άλλου, στο λαμπρόν αυτό χορό οι καλεσμένοι ήταν όλοι ένας κι ένας. Ο αμφιτρύων της βραδιάς εκείνης —ένας γέρος απ’ την Αίγυπτο, βαθύπλουτος αλλά και ξακουστός γλεντζές στα νιάτα του, πασίγνωστος και κοσμογυρισμένος, είχε την πρόνοια σ’ εκείνη τη συγκέντρωση —και είχε καταβάλει πολλή μέριμνα και προσοχή για να το κατορθώσει– να μη λείψει τη βραδιάν εκείνην απ’ το σπίτι του κανέν’ απ’ τα επίσημα ονόματα που φιγουράρουν στις εφημερίδες. Και τα είχε καταφέρει τόσο τέλεια, ώστε να μαζευτεί μες στα σαλόνια του όλο σχεδόν το άνθος κι όλη η αφρόκρεμα της «ανωτάτης αριστο­κρατίας». Γι’ αυτό, καθένας είχε λόγους να πιστεύει, ότι κι αυτά τα δεκατρία ντόμινα, δεν ήταν δυνατό παρά ν’ ανή­κουν, άλλο τόσο βέβαια κι εκείνα, σ’ αυτή την περιζήτητην αφρόκρεμα —αν κανένας έκρινε, ιδίως, απ’ τις πολύ κομψές, λουσάτες κι ομοιόμορφες, τις υπερπολυτελείς περιβολές, με τις οποίες ήταν όλα τους ντυμένα.

Ο οικοδεσπότης, αρχοντάνθρωπος, φιλομειδής και φρακοφορεμένος, με μια μεγάλη και βαρύτιμη καμέλια στην ανθισμένη πάντα μπουτονιέρα του, έτυχεν εκείνη τη στιγμή να είναι κάπως απασχολημένος με το μαέστρο και τους μουσικούς, και δεν τους είδε όταν έμπαιναν στη σάλα, να τους προϋπαντήσει καθώς έπρεπε. Όταν ξαναγύρισε στη σάλα, το μαύρο ντόμινο που ήταν αρχηγός, προχώρησε με θάρρος προς το μέρος του κι έβαλε το δάχτυλο στα χείλη. Κι εκείνος χαμογέλασε συγ­καταβατικά, κάνοντας ένα μορφασμό πολύ-πολύ αστείο, σα να τον είχε τάχατες γνωρίσει –αν και δεν είχε καταλάβει τίποτε, ούτε κι έβαλε με το νου του ποιοι να ήταν.

Απόψε ήταν άλλωστε βραδιά του μυστηρίου. Δε θέλησε να μάθει πιο πολλά. Κι εξ άλλου, ήταν βέβαιος κι ο ίδιος, πως η παρέα με τα μαύρα ντόμινα, θα είχε δώσει δίχως άλλο τ’ όνομά της στον άνθρωπο με τη λευκή κορδέλα, που ήταν εξεπίτηδες βαλμένος να παίρνει τα ονόματα, στη σκάλα.

Κι όμως η σάλα, μ’ όλη της την κίνηση, απ’ τη στιγμή που είχαν μπει, κάπως περίεργα, τα σιωπηλά εκείνα ντόμινα, είχε πάρει μια καινούριαν όψη, χωρίς κανένας να μπορεί να πει γιατί: Τα φώτα έλαμπαν πολύ πιο ζωηρά, η ατμοσφαίρα γιόμισεν αρώματα. Τα γέλια κι οι κουβέντες των ανθρώπων, είχαν πάρει κάποιον τόνο χαμηλότερο, σα μια συνεσταλμένην επιφύ­λαξη — κι ένας τρελός πιερότος, σκανταλιάρης, πιο τολμηρός από τις άλλες μάσκες, που θέλησε με τρόπο να πειράξει το ψηλότερο μεσαίο μαύρο ντόμινο και να του ρίξει χαρτοπόλεμο στο στόμα, σταμά­τησε λιγάκι σαστισμένος…

Ως κι η μουσική, με το μαέστρο της, που σ’ αυτό το αναμεταξύ έκαν’ ένα σχετικό διάλειμμα, αντί ν’ αρχίσει τον πρεπούμενο χορό, καθώς αναφερότανε στο πρόγραμμα, –άρχισε να παίζει απροσδόκητα ένα σκοπό πρωτάκουστο, βαρύ επίσημο και κατανυκτικό, μια σοβαρή, καινούρια μελωδία, που δεν την ήξερε κανένας απ’ τους γύρω, και θύμιζε σα νότες αρμονίου! Επειδή όμως όλ’ οι καλεσμένοι της ιστορικής βραδιάς εκείνης –κι ο ίδιος ίσως ο οικοδεσπότης– ήταν κάπως προετοιμασμένοι για κάθε είδους έκπληξη και ιδιοτροπία –η εφευρετικότητα του γερο-τραπεζίτη ήταν πολύ γνωστή και σεβαστή και δε χωρούσε καν αμφιβολία για το πετυχημένο της το γούστο– κανένας τους δε θέλησε να δώσει σ’ όλα αυτά άλλη σημασία σοβαρότερη…

Κι ακριβώς την εποχήν εκείνη όλος ο κόσμος έλειπε στον πόλεμο. Την ίδια μάλιστα βραδιά της εσπερίδος, είχ’ έρθει, κάπως μυστικά, η είδηση μιας αληθινής καταστροφής: Δεν ξέρω πόσες μεραρχίες πεζικού είχαν υποστεί πανωλεθρία. Οι απώλειες δεν είχαν μαθευτεί, αλλά φαίνεται να ήταν τρομερές… Δώδεκα χωριά είχαν καεί. Ο τόπος όλος ήταν βυθισμένος στην ταραχή, στη λύπη και στο πένθος. Το καρναβάλι, με την ευθυμία του, περνούσε εντελώς απαρατήρητο, τα κέντρα, όλα, έμεναν κλειστά –κι αν δεν υπήρχαν μερικά μεγάλα πλουσιόσπιτα, να εξακολουθούν, εδώ κι εκεί, την καλοπέρασή τους και το γλέντι τους, υπήρχε φόβος τη χρονιά εκείνη όλ’ οι καημένοι αυτοί άνθρωποι, οι πλούσιοι, να μείνουν δίχως να διασκεδάσουν! Κι ο μόνος τρόπος να διασκεδάζουν, ήταν να δίνουν μεταξύ τους εσπερίδες, να διοργανώνουν συγκεντρώσεις, μ’ όλη την παλιάν επισημότητα, και ν’ ανοίγουν μια χαρμόσυνη παρένθεση —χαρμόσυνη για κείνους μοναχά– στη γενική κατήφεια και θλίψη!

Κι ίσως αυτή να ήταν η καλύτερη, από απόψεως και γούστου και σπατάλης, απ’ όλες τις επίσημες εκείνες συγκεντρώσεις. Όλο το μέγαρο, απ’ άκρη σ’ άκρη έλαμπε, παρ’ όλα τα κλειστά παράθυρά του. Ένα πλήθος αυτοκίνητα κι αμάξια (υπήρχαν βλέπετε ακόμα και τ’ αμάξια) ήταν παραταγμένα, δίχως φώτα και σε διπλή σειρά, μπροστά στην πόρτα –και μες απ’ τα διπλά τριπλά παράθυρα, μες απ’ τις κρυσταλλένιες μπαλκονόπορτες, παρ’ όλο το ερμητικό τους κλείσιμο, έλαμπαν οι μεγάλοι πολυέλαιοι: γιατ’ οι παλιοί μεγάλοι πολυέλαιοι δεν είχαν εντελώς καταργηθεί ακόμα. Ο μακρινός αντίλαλος της μουσικής στο δρόμο έφθανε κάπως εξασθενημένος, δίνοντας στους λιγοστούς ανήξερους διαβάτες, τους βιαστικούς, τους αργοπορημένους, τη στιγμιαία κι ακαθόριστην εντύπωση δεν ξέρω ποιου ονειρεμένου παραδείσου, κλειστού για κείνους κι απαγορευμένου…

Κι εξ άλλου, για να πούμε την αλήθεια, το μαντάτο της καταστροφής είχ’ έρθει τόσο ξαφνικά κι αργά που δεν πρόφταινε κανείς να κάνει τίποτε: Οι προετοιμασίες είχαν γίνει, οι προσκλήσεις είχαν μοιραστεί, οι κυρίες είχαν βάλει τα κοστούμια τους —η πολυέξοδη εκείνη εσπερίδα, δεν ήταν τρόπος για ν’ αναβληθεί! Δυο-τρία πρόσωπα επίσημα μονάχα –υπουργοί και πρέσβεις, δηλαδή– είχαν ειδοποιήσει, λίγο πριν, πως θα ’στελναν μονάχα τις κυρίες τους. Κι εξαιτίας ακριβώς εκείνης της εξαιρετικής ανωμαλίας, καθένας πίστευε και το σιγοψιθύριζε, πως και τα μαύρα ντόμινα εκείνα ήταν ενδεχόμενο να κρύβουν κάποιους απ’ τους μεγάλους επισήμους, που οι δυσάρεστες εκείνες περιστάσεις τους ανάγκαζαν να ρθουν κάπως «ινκόγκνιτο», ανώνυμα και διακριτικά, και να κρατήσουν μερικά προσχήματα, για ν’ αποφύγουν σχόλια εις βάρος τους…

Και γι’ αυτό, δεν έβγαζαν τις μάσκες τους.

Είχαν σταθεί σιωπηλοί στην άκρη, και κατά σύμπτωση, διαβολική αλήθεια, –γιατί κι εκείνοι ήταν δεκατρείς!– μπροστά σ’ έναν παλιό μεγάλο πίνακα, βαλμένον μέσα σε χρυσή κορνίζα, με το Χριστό και με τους Αποστόλους –αντίγραφο, δεν ξέρω ποιου ζωγράφου, του «Μυστικού», του «Δείπνου» του Νταβίντσι[1]. Και κοίταζαν, ακίνητοι, τη σάλα.

Σε λίγο όμως, σιγά-σιγά, ο χορός άρχισε ξανά να ζωηρεύει.

 

Τ’ άνθη κι οι χρωματιστές κορδέλες άρχισαν πάλινα διασταυρώνονται, ο χαρτοπόλεμος να δίνει και να παίρνει, και τα μπουκέτα με τους μενεξέδες να πέφτουν και να ρίχνονται βροχή!

 

Οι μπουκάλες της σαμπάνιας άδειαζαν –κι ο μπουφές, με τα λουσάτα του γκαρσόνια, δεν πρόφταινε να στέλνει παγωτά…

Κι ο μαέστρος με το χέρι σηκωμένο, έδινε τώρα, ξαφνικά, το σύνθημα του πιο τρελού, γνωστού, χορού της μόδας!

Τα ζευγάρια γλιστρούσαν στο παρκέτο με κινήσεις αφηνιασμένες –ο ίλιγγος βασίλευε και πάλι…

Ένας ιππότης μάλιστα κομψότατος, με μια χαριτωμένη κολομπίνα, ήταν ανεβασμένοι στο τραπέζι –ένα μακρύ τραπέζι καρυδένιο, που ακουμπούσαν τα ποτήρια της σαμπάνιας– και χόρευαν εκεί με τόση χάρη, που όλοι γύρω τους χειροκροτούσαν, και στο τέλος τους σήκωσαν στα χέρια, και τους έφεραν με «ζήτω» στο μπουφέ!

Η σάλα όλη έπαιρνε τον τόνο της κραιπάλης…

Πλησίαζε σχεδόν να ξημερώσει.

Σε λίγο στα παράθυρα, θαμπό και μακρινό, πρόβαλε μόλις αμυδρά το χρώμα της αυγής.

Τότε ξαφνικά το μαύρο ντόμινο –εκείνο με τους κόκκινους, μεγάλους πέντε φιόγκους–, άφησε τη θέση που στεκόταν, προχώρησε στο μέρος του μαέστρου, κι απότομα του κράτησε το χέρι… Η παγκέτα έπεσε στο πάτωμα.

Η μουσική σταμάτησε με μιας.

Τα ζευγάρια έμειναν ακίνητα.

Έπειτα προχώρησε στον τοίχο, και σήκωσε τα μάτια του ψηλά.

Κι έγινε τότε κατιτίς απίστευτο, κάτι που έμοιαζε πραγματικά με θαύμα.

Όλα τα φώτα έσβησαν απότομα.

Ο τοίχος πήρε βάθος ξαφνικά, και μέσα στο μεγάλο του τετράγωνο –εκεί που ήταν η εικόνα του Νταβίντσι–, σα σε οθόνη κινηματογράφου, φάνηκ’ ένα τοπίο χιονισμένο, το κομμάτι μιας βουνοπλαγιάς μ’ ένα μουντό, σκοτεινιασμένον ουρανό. Στο μπροστινό του μέρος ακριβώς ήταν σωριασμένα πλήθος πτώματα, πλαγιασμένα το ’ν’ απάνω στ’ άλλο, με τα κρανία κατατσακισμένα, και με σπασμένες ραχοκοκαλιές… Όπλα ματωμένα, λασπωμένα, μάτια, μυαλά, βγαλμένα και χυμένα, χέρια, πόδια, δάχτυλα κομμένα –όλα στοιβαγμένα, μπερδεμένα, σ’ έναν απερίγραπτο σωρό!…

Κι ένας βόγγος, ένας βόγγος μακρινός, μια φοβερή κι ανήκουστη κατάρα, ένα μεγάλο τραγικό ανάθεμα, έβγαινε μες απ’ τη μεγάλη μαύρη μάζα! Ένας μεγάλος βόγγος ατελεύτητος, σα μουγκρητό, μαζί και σα φοβέρα, που ξεπερνούσε πέρα το διάστημα, κι έφτανε ως τα βάθη τ’ ουρανού!…

Κι ένα κρύο, ένα κρύο σουβλερό, –ένας αέρας βουερός και μολυσμένος– μια μεγάλη μπόρα δυνατή, φύσηξε και πάγωσε τη σάλα, κι ήρθε παντού, και ράντισε, πιτσίλισε με λύσσα, τα στήθη τα γυμνά των κυριών!…

Τ’ όραμα δε βάσταξε πολύ.

Τα φώτα άναψαν και πάλι ξαφνικά —κι η σάλα του χορού παρουσιάστηκε καλοβαλμένη καθώς ήταν πριν, σα να μην είχε τίποτε συμβεί! Κι η περίφημη εικόνα του Νταβίντσι, μες στη χρυσή βαρύτιμη κορνίζα της, βρισκόταν πάλι απαράλλαχτα στη θέση της…

Μες στη φασαρία και τον τρόμο, μες στη γενικήν αλ­λοφροσύνη, όλοι γύρω βάλαν τις φωνές:

— Τι τρέχει;!… Τι συμβαίνει;! τι συμβαίνει!;…

Πολλές κυρίες με τα «ντεκολτέ» τους, έπεφταν χάμω λιποθυμισμένες, άλλες έμπηχταν βαθιά ξεφωνητά.

Τώρα, όλοι τους, ποιος λίγο ποιος πολύ, ένιωθαν μες στην πρώτη τους χαμάρα[2], αλλά με τρόπον εντελώς συγκεχυμένο, πως το τραγικό εκείνο θαύμα, η τραγική ε­κείνη οπτασία, δεν είχε γίνει φυσικά κι ανθρώπινα, –από κάποιον κατεργάρη ίσως, από κανέναν ίσως λωποδύτη, που θέλησε να φέρει αναστάτωση, να δημιουργήσει πανικό, για να κάμει τη δουλειά του πιο καλά (αν και, κι αυτό, πώς ήταν δυνατόν!;)… Ένιωθαν πως αυτό που τους συνέβη, δεν ήταν φάρσα του οικοδεσπότη, ούτε κι είχε όνομα στη γλώσσα των ανθρώπων –αλλά πως ήταν κάτι τερατώδες, ασύλληπτο και υπερφυσικό!…

Η παρέα με τα μαύρα ντόμινα ήρθε στο μυαλό τού καθενός: Η παρέα με τα μαύρα ντόμινα, κι εκείνη τώρα είχε γίνει ά­φαντη!

Όλοι τότε τρέξανε παντού, ρίχνοντας κάτω βάζα, πολυθρόνες, αναποδογυρίζοντας καρέκλες, ψάχνοντας πίσω από έπιπλα και ρούχα, πίσω από μπουφέδες και καθρέφτες, να βρουν, χωμένους σε καμιά γωνιά, τους υπερφυσικούς αυτούς αγνώστους…

Ο οικοδεσπότης ήταν έξαλλος κι έτρεχε δώθε-κείθε σαν τρελός… Έκαμαν το σπίτι άνω-κάτω. Κατέβηκαν ως κάτω, στις κουζίνες, κι ως τις σκάλες της υπηρεσίας.

Όλες οι πόρτες ήταν κλειδωμένες.

Έφεραν γύρο σ’ όλα τα πατώματα, άνοιξαν κάσες, έσπασαν λουκέτα. Δεν βρήκαν ίχνος ξένου, πουθενά.

Έτρεξαν τότε στις κρεβατοκάμαρες –και πρώτα-πρώτα στου οικοδεσπότη.

Όλα τα πράματα βρισκόντουσαν στη θέση τους —οι καναπέδες, η ντουλάπα, το κρεβάτι— και μοναχά στον τοίχο, στη γωνιά, σκεπασμένος απ’ την κουνουπιέρα, στα σίδερα του πρώτου κρεβατιού— έργο παλιό, δεν ξέρω ποιου τεχνίτη— απόμερος, επίσημος και μόνος, φέγγοντας με μια λάμψην ασυνήθιστη, γαλήνιος και υπερφυσικός,– ήταν ένας μικρός Εσταυρωμένος…

 

Advertisements

75 Σχόλια to “Τα δεκατρία ντόμινα (Ναπολέων Λαπαθιώτης)”

  1. Ωραίο…. Αυτό με τη δεξίωση που ήταν πολύ αργά για να ακυρωθεί δεν σας θυμίζει κάτι παρόμοιο πρόσφατα; Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ!

    Καλημέρα!

  2. Σαράντα λεπτά και μόνο ένα σχόλιο… Όλοι στο καρναβάλι;

  3. sarant said

    Καλημέρα (Δύτη), ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια! Εγώ πάντως χτες είχα ξενυχτήσει, οπότε…

    Αυτό με τη δεξίωση δεν μου λέει τίποτα.

  4. Γς said

    Ναί έχουμε μείνει άφωνοι. Για διάφορους λόγους.
    Εγώ ας πούμε, για τα γούστα της εποχής. Δεν υπάρχει θαρρώ κάτι ανάλογο. Μάλλον επηρεασμένος από κάποιο ξένο διήγημα.
    Στυλ ξενόφερτο λοιπόν, που δεν επέζησε.

  5. Γς said

    1:
    Με τα του ΠτΔ;

  6. Γς said

    Δεν μου άρεσε η στολή ντόμινο που παραπέμπεις και έψαξα στο γκουγκλ για ΄αποκριες ντόμινο’ εικόνες. Μου βγήκε κι αυτό

  7. smerdaleos said

    Νίκο καλημέρα.

    Αν σε ενδιαφέρει επιχείρησα να κάνω μια ετυμολόγηση της γεωργικής «τσάπας».

  8. καλημέρα

    γκρίνιες, τα{1} και {2} δεν ανοίγουν

    «έλαμπαν οι μεγάλοι πολυέλαιοι: γιατ’ οι παλιοί μεγάλοι πολυέλαιοι δεν είχαν εντελώς καταργηθεί ακόμα»
    τους κατάργησε ο Πάγκαλος ή ο Μεταξάς με κάνα διάταγμα ;

    » και τα μπουκέτα με τους μενεξέδες να πέφτουν και να ρίχνονται βροχή!»
    σχήμα…πρωθύστερον ;;

  9. Γς said

    Ενδιαφέρομαι εγώ.
    Κάνε και μια τιμολόγηση

  10. Γς said

    9->7

  11. Πάνος με πεζά said

    Καλημέρες !
    Τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, ντέρμπι αιωνίων, και σαν να βλέπω τους τίτλους των αθλητικών εφημερίδων, που πάντα τέτοια μέρα προσαρμόζονται ανάλογα βεβαίως και με το αποτέλεσμα : «Καρνάβαλος», «Πέσαν οι μάσκες», κλπ.κλπ.

    Καλή διασκέδαση σε όλους, έτσι κι αλλιώς Σαρακοστή έρχεται, από πάσης απόψεως.

    Ε, λάβρε Χαραλάμπη ! Να σε παντρέψουμε !

    Και στο πιό μεγάλο μέγεθος ((Γς),αυτό.

  12. Εμφανώς επηρεασμένο από το The Red Mask of Death του Πόε

  13. Γς said

    4, 12:

    Περιττό να πω ότι τον Αγγελο σκεπτόμουν όταν αναρωτιόμουν στο Σχ.4

    😉

  14. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    7: Θέλω να το διαβάσω με προσοχή, γιατί έχει ψωμί.

    8: Είναι υποσημειώσεις που τις κατάργησα. Χαμάρα είναι το σάστισμα.

    12: Θάλεγε κανείς!

  15. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    1.» 07/01/2014

    70 χρόνια από την αυτοκτονία του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (31/10/1888 – 7/1/1944)

    Το σπίτι, στο οποίο έβαλε τέλος στην πολυτάραχη ζωή του με ένα περίστροφο ο μεγάλος ποιητής Ναπ. Λαπαθιώτης το βράδυ της 7ης Ιανουαρίου 1944, πριν 70 χρόνια ακριβώς, στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου και Οικονόμου στα Εξάρχεια, απέχει από το δικό μου διαμέρισμα 20 μέτρα.

    Το εκπληκτικό αριστοκρατικό σπίτι βρίσκεται σήμερα σε άθλια κατάσταση, εγκαταλελειμένο, με την πρόσοψη να υποστηρίζεται από σκαλωσιές και να καλύπτεται από τέντες, μισογκρεμισμένο στο εσωτερικό του. Δεν είναι δυνατόν να περάσω από το σπίτι του Λαπαθιώτη -σε καθημερινή βάση- χωρίς να αισθανθώ δέος για το οίκημα που τον φιλοξένησε ως το τέλος, χωρίς να αναπαραστήσω στο νου μου την ατμόσφαιρα της εποχής και να συλλογιστώ την τραγικότητα αυτού του εμβληματικού αυτόχειρα.

    Σήμερα το πρωί πήγα καθυστερημένος στη δουλειά μου. Πέρασα πρώτα από το σπίτι του Λαπαθιώτη, ανέβηκα τα σκαλάκια της Κουντουριώτου, κάθησα λίγο. Αυτά… »

    https://derlandstreicher.wordpress.com/2014/01/07/70-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BF/

    2. «Η Οικία Λαπαθιώτη οικοδομήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1870, με καταφανή μορφολογικά στοιχεία νεοκλασικής κατοικίας της εποχής: εξώστη με μαρμάρινα φουρούσια, σφυρήλατα κιγκλιδώματα, αέτωμα στη στέψη με επιζωγραφισμένο τύμπανο, παραστάδες κορινθιακού ρυθμού, εσωτερική αυλή και χαγιάτι με εξωτερική σκάλα.

    Ο ποιητής Γιώργος Ιωάννου περιγράφει με λεπτομέρειες το σπίτι του Λαπαθιώτη (περιοδ. «Λέξη», τεύχος 33, Μαρτ.-Απρ. 1984), ως εξής: «Είναι σπίτι δίπατο, με ισόγειο από τη μεριά της οδού Οικονόμου. Είναι τεράστιο, έχει στέγη με αέτωμα και από πίσω μεριά κήπο. Στο τζαμικιάνι, όπου καταλήγει η σκάλα, σώζονται ακόμη μικρά χρωματιστά τζάμια, που τόσο συνηθίζονταν τότε στα αρχοντικά. Η είσοδος είναι από την Κουντουριώτου, αλλά η πρόσοψη με το μπαλκόνι από την Οικονόμου. Τα πάντα ξεφτισμένα και ο σοβάς πεσμένος ολότελα και περίεργα. Εν τούτοις, το σπίτι δεν μοιάζει για ετοιμόρροπο. Κάτω από το σοβά υπήρχαν χοντροί τοίχοι φτιαγμένοι με μεγάλες πέτρες, που τώρα προβάλλουν…».

    Η Οικία Λαπαθιώτη κηρύχθηκε το 1984 από το Υπουργείο Πολιτισμού διατηρητέο ιστορικό και αρχιτεκτονικό μνημείο των νεότερων χρόνων.»
    Πηγη ελληνικη βικιπαδεια

  16. # 11

    Ο ορισμός του Σιδηρόπουλου δείχνει πως ο ΟΣΦΠ θεωρεί πως τον έχει τον ΠΑΟ και δεν ασχολείται με την διαιτησία όπως έκανε με ΠΑΟΚ, Αστέρα και Ατρόμητο.
    Ο Σιδηρόπουλος μαζί με Κουκουλάκη και Τριτσώνη είναι οι μόνοι διαιτητές που δεν παίρνουν από «υποδείξεις»
    Βέβαια και πέρισι οι γάβροι το θεωρούσαν εύκολο το ματσάκι, πάλι Σιδηρόπουλος ήταν κι άρπαξαν τρία, ίσως όμως ήταν το σοκ με τον Ολαίτάν.
    Θα δείξει

  17. # 16

    Από αφηρημάδα ξέχασα να αναφερθώ στην διαιτησία του παιχνιδιού στον πρώτο γύρο που ήταν… 50-50 (κατά δήλωση του γεροραμολιμέντου…) 90-10 για τους άλλους.
    Οντως μου κάνει εντύπωση ο ορισμός του Σιδηρόπουλου

  18. Dimitris said

    Καλημέρα . Το σημερινό μου θύμισε έντονα Πόε , και πιο συγκεκριμένα την «Μάσκα του κόκκινου θανάτου»

  19. Πολύ ωραίο. Μοιάζει μοντέρνο. Και συγχρόνως έχει κάτι από Έντγκαρ Άλαν Πόε. Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου. Μόνο που εκεί δεν είναι ο πόλεμος, είναι η πανούκλα.

    Ταπεινή μου γνώμη, η επισήμανση της σύμπτωσης «διαβολική αλήθεια, –γιατί κι εκείνοι ήταν δεκατρείς!» με τους αποστόλους δε χρειαζόταν. Αμέσως το καταλαβαίνει κανείς.Και κανονικά θα έπρεπε να είναι δώδεκα. Ο δέκατος τρίτος, ο εσταυρωμένος εμφανίζεται στο τέλος.

  20. Δημήτρη, μαζί το σκεφτήκαμε

  21. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Γοητευμένη πάντα από το Λαπαθιώτη, μπήκα ολόψυχη στο κλίμα και τις εικόνες του.Με γενναιότητα( 😉 ) πήγα και διάβασα το άρθρο του 2012 με τα πάνω από τριακόσια σχόλια για το ντόμινο ως λέξη.
    Για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ζόφου την οποία οι εκλεκτοί του πλούτου και της καλοπέρασης έκλειναν έξω από την πόρτα τους ερμητικά,κι ας πα να καίγεται ο κόσμος γύρω,υπάρχουν πολλά ανάλογα στην πρόσφατη επικαιρότητα.Εμένα μου ήρθε αυτό,ασφαλώς όχι σε σχέση με την «αγωνία» του περιεχομένου του τάφου αλλά με την αγωνία του στριμώγματος στη γωνία της χώρας, την ώρα που οι ντόμινες κυράδες περί την εαυτών δόξαν ετύρβαζαν
    http://www.protothema.gr/greece/article/429944/ti-ekanan-mendoni-kai-panagiotarea-stin-alexandreia/

  22. Και ένα άσχετο, μεζεδάκι.
    Η γελοιογραφία «που κάνει το γύρο του κόσμου» δεν δείχνει προβατάκια, όπως γράφουν τα ελληνικά μμε (εγώ το είδα στον Ε-νικό)

    Πρόκειται για λέμινγκ, τρωκτικά του αρκτικού κύκλου, που σύμφωνα με ένα ντοκυμαντέρ -μούφα του Ντίσνευ αυτοκτονούν. (Στην πραγματικότητα οι τεχνικοί της Ντίσνευ τα σπρώχνανε και εκείνα πηδούσαν από το γκρεμό στη θάλασσα, ξέραν και κολύμπι,τι να κάνουν). Η παρομοίωση της αυτοκτονίας των λέμιγκ με μαζικές πολιτικές ψυχώσεις εμφανίζεται που και που στον διεθνή τύπο.

  23. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    Ο Λαπαθιώτης βέβαια ήξερε καλά το έργο του Πόε.

  24. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    15. >>Πέρασα πρώτα από το σπίτι του Λαπαθιώτη, ανέβηκα τα σκαλάκια της Κουντουριώτου
    κι εμείς

    http://anoihtipoli.gr/anakoinoseis/istoriki-periigisi-sta-ixni-tis-istorias-twn-exarheiwn-me-ton-gavriil-sakellaridi

    https://sarantakos.wordpress.com/2014/04/25/streets-of-athens/

  25. Γς said

    The Red Mask of Death του Πόε
    και στο Φάντασμα της Όπερας του Gaston Leroux ο Erik, το Φάντασμα, με την επιγραφή «Je suis la Mort Rouge qui passe!»

  26. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    24. Τις δεκαετιες 70-80, ανεβαινονταςι την οδο Οικονομου, λιγο πριν την Οικια Λαπαθιωτη (η οποια τοτε δεν ειχε φασκιωθει ως αποτελεεσμα δρωμενου περιτυλιγματος του καλλιτεχνη Κριστο) συναντουσες ενα τριοροφο κτιριο με δωματιακια στην ταρατσα. οπου ειχαν ατελιε φοιτητες ΑΣΚΤ ή φοιτητες γενικα. Τον Λαπαθιωτη τον γνωρισαμε στοιχειωδως απο τα τραγουδια του νεου κυματος λ.χ. του Γ.Σπανου «Ο παλιός μας έρωτας»Α.Μαβιλη και το κινηματογραφικό έργο Μετέωρο και σκιά (1985). Μετα αγορασα και τα απαντα του, ενω βρηκα στο διακδικτυο κια καποια πεζα του. Ως ανθρωπος και ως μηχανικος….. εκλειισα με τα θεματα του Ν.Λ. 🙂

    ΥΓ «Ο Κρίστο (Christo, γεννημένος ως Χρήστο Γιαβάσεφ, Βουλγάρικα: Христо Явашев‎ ) και η γυναικα του Ζαν-Κλοντ (γεννημένη Ζαν-Κλοντ Ντενά δε Γκιγιεμπόν Γαλλικά: Jeanne-Claude Denat de Guillebon‎) ήταν ένα παντρεμένο ζευγάρι καλλιτεχνών που δημιούργησε έργα κυρίως σε δημοσιους χώρους. Τα έργα τους περιλαμβάνουν το τύλιγμα του Ράιχσταγκ στο Βερολίνο και της γέφυρας Ποντ Νεφ στο Παρίσι, το μήκους 39 χλμ έργο Running Fence ανάμεσα στις κομητείες Μαρίν και Σόνομα της Καλιφόρνια, και τις Πύλες στο Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης.

  27. Ηλεφούφουτος said

    Εγώ θα πω κάτι πρωτότυπο, που δε σκέφτηκε κανείς:
    Το διήγημα του Λαπαθιώτη μού θύμισε πολύ τη Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου, του Έ. Ά. Πόε 🙂

  28. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    27. Σχεδον ολοι οι καταραμενοι (αλλα και οι υπολοιποι κοινοι θνητοι με ολιγη καταρα) ειχαν/εχουν ως προτυπο τον Ε.Α.Poe

    Λ.χ. οι καταραμενοι φοιτητες κτιζουν τους …..καθηγητες τους 🙂 (ενταξει υπερβολη : τις πορτες κτιζουν)

  29. Γς said

    12, 27:

    Αγγελε, Ηλεφούφουτους δέρνουμε;

  30. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    29: Λίγο ξύλο το θέλουν 🙂

  31. Δεν ξέρω αν το είπε κανείς αλλά μου θύμισε ένα του Πόε.:)

  32. cronopiusa said

    Γειά σας
    Απόλαυσα το διήγημα, μου έφερε εικόνες Μαγιακόφσκι και ανυπομονώ να εκδοθεί το βιβλίο

    Σ’ ΕΣΑΣ

    Σ’ εσάς, που το ένα όργιο το αλλάζετε με τ’ άλλο,
    σε σας με τις μπανιέρες σας και το ζεστό γουότερκλοζ!
    Ντροπή σας τους υποψήφιους για το μετάλλιο του Γεωργίου
    στις στήλες να τους αναζητάτε των εφημερίδων!

    Εσείς οι ατάλαντοι, οι πολλοί, που άλλο
    στο νου δεν έχετε παρά να φάτε τον περίδρομο
    ξέρετε τάχα; Τώρα, τούτ’ τη στιγμή,
    τα πόδια του ανθυπολοχαγού Πετρώφ
    θρύψαλα τά ’κανε η μπόμπα.

    Τί θά ’λεε άραγε, στο μακελειό καθώς τον πάνε
    Και χάμω στάζουνε οι πληγές του, τί θα πει
    Με τη μπριζόλα σας στο στόμα σαν σας δει
    Με τί λαγνεία τραγουδάτε στίχους του Σεβεριάνιν!

    Λούκουλοι, γκομενιάρηδες, για σας
    στράφι να πάει η ζωή του;
    Εγώ χίλιες φορές καλύτερα χυμό ανανά
    στα μπαρ τις πόρνες να σερβίρω!

    Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος.
    Από το βιβλίο: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Ο Μαγιακόφσκι: Τα εύκολα και τα δύσκολα».

    και για να ευθυμήσετε To hip hop Ολλανδικής σατυρικής εκπομπής με Βαρουφάκη

  33. Γς said

    Αγγελε, δύτες;

  34. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Των οικιών ημών εμπιπραμένων, ημείς ( οι εχοντες) άδομεν… ρήση του Θουκυδίδη, Νομιζω οτι ειναι ο πυρηνας του κειμενου του Ν.Λ. Πολυ επικαιρο και σημερα. Μονον που τοτε πολεμουσαν και οι περισσοεροι γιοι μεγαλοαστων στον πολεμο.

    «Κι ακριβώς την εποχήν εκείνη όλος ο κόσμος έλειπε στον πόλεμο. Την ίδια μάλιστα βραδιά της εσπερίδος, είχ’ έρθει, κάπως μυστικά, η είδηση μιας αληθινής καταστροφής: Δεν ξέρω πόσες μεραρχίες πεζικού είχαν υποστεί πανωλεθρία. Οι απώλειες δεν είχαν μαθευτεί, αλλά φαίνεται να ήταν τρομερές… Δώδεκα χωριά είχαν καεί. Ο τόπος όλος ήταν βυθισμένος στην ταραχή, στη λύπη και στο πένθος. Το καρναβάλι, με την ευθυμία του, περνούσε εντελώς απαρατήρητο, τα κέντρα, όλα, έμεναν κλειστά –κι αν δεν υπήρχαν μερικά μεγάλα πλουσιόσπιτα, να εξακολουθούν, εδώ κι εκεί, την καλοπέρασή τους και το γλέντι τους, υπήρχε φόβος τη χρονιά εκείνη όλ’ οι καημένοι αυτοί άνθρωποι, οι πλούσιοι, να μείνουν δίχως να διασκεδάσουν! Κι ο μόνος τρόπος να διασκεδάζουν, ήταν να δίνουν μεταξύ τους εσπερίδες, να διοργανώνουν συγκεντρώσεις, μ’ όλη την παλιάν επισημότητα, και ν’ ανοίγουν μια χαρμόσυνη παρένθεση —χαρμόσυνη για κείνους μοναχά– στη γενική κατήφεια και θλίψη!»

    Τωρα που το διαβασα, εχει προφανως γραφτει βιαστικα, ομως η εμπνευση ηταν πολυ καλη. Ο πινακας ζωγραφικης μεταρεπεται σε οθονη κινηματογραφου (τηλεορασης θα γραφαμε σημερα) .

    «…εκεί που ήταν η εικόνα του Νταβίντσι–, σα σε οθόνη κινηματογράφου, φάνηκ’ ένα τοπίο χιονισμένο, το κομμάτι μιας βουνοπλαγιάς μ’ ένα μουντό, σκοτεινιασμένον ουρανό. Στο μπροστινό του μέρος ακριβώς ήταν σωριασμένα πλήθος πτώματα, πλαγιασμένα το ’ν’ απάνω στ’ άλλο, με τα κρανία κατατσακισμένα, και με σπασμένες ραχοκοκαλιές… Όπλα ματωμένα, λασπωμένα, μάτια, μυαλά, βγαλμένα και χυμένα, χέρια, πόδια, δάχτυλα κομμένα –όλα στοιβαγμένα, μπερδεμένα, σ’ έναν απερίγραπτο σωρό!…»

    Θυμιζει την «σφαγη της Χιου» του Ντελακρουα και αναλογα εργα πολεμικης καταστροφης, δεν γνωριζω αν ο Ν.Λ. ειχε δει την Γκερνικα του Π.Πικασσο (εστω και σε φωτογραφια ή ανααπαραγωγη)

    Περιμενα μεγαλυτερη δραση απο τα 13 ντομινα λ.χ. να ηταν αναρχικοι ή πραξικοπηματιες αξιωματικοι και να πυροβολουσαν μερικους ιθυνοντες της καταστροφης (αλλα ισως η αυτολοκρισια του Ν.Λ. ωστε το κειμενο ναδημοσιευθει απετρεψε τετοιες λυσεις)

    Στα δεκατρια ντομινα -κατα την γνωμη μου- ο Ν.Λ. υπαινισεται την μορφη των 12 Αποστολων και του Ιησου, μια «φαντασματοποιηση» των …τυψεων των μεγαλοαστων που εμφανιζονται και εξαφανιζονται αναπαντεχα, και φευγουν πολυ γρηγορα, εφοσον η κοινωνικη τους ταξη, η περιουσια (που συνηθως ηταν κληρονομημενη απο τους προγονους τους) και το χρεος απεναντι στο εθνος και στον αμορφωτο οχλο/λαο που κυβερνουσαν ποικιλοτροπως (τοτε το ποσοστο αναλφαβητισμου ηταν πολυ υψηλο) δεν επετρεπε τετοιας μορφης ενδοσκοπηση, αναστοχασμο και μετανοια.

  35. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Για τα δεκατρία ντόμινα, παρόλο που κι εγώ τον Πόε σκέφτηκα (πέρασα μια εποχή που είχα κόλλημα με τα διηγήματά του) νομίζω ότι διαλέξε το 13 ως καταραμένο αριθμό.
    26.>>Μετα αγορασα και τα απαντα του, ενω βρηκα στο διακδικτυο κια καποια πεζα του. Ως ανθρωπος και ως μηχανικος….. εκλεισα με τα θεματα του Ν.Λ.
    Α, μην το λέτε! Αφήστε μια χαραμάδα 🙂 :
    https://sarantakos.wordpress.com/mybooks/maramenamatia/

    Σήμερα παρουσιάζω ένα ακόμα αποκριάτικο διήγημα του Λαπαθιώτη, που πρόκειται να συμπεριληφθεί στον τρίτο και τελευταίο τόμο διηγημάτων του ποιητή, που θα κυκλοφορήσει καλώς εχόντων των πραγμάτων τους επόμενους μήνες

  36. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    35>>το 13 ως καταραμένο αριθμό.
    Όχι.Ξαναδιαβάζοντας,είδα ότι το ντόμινο-αρχηγός έχει πέντε κοκκινους φιόγκους,χέρια πόδια και πλευρό, ξεκάθαρος εσταυρωμένος-επομένως.

  37. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    «Των οικιών ημών εμπιπραμένων, ημείς ( οι εχοντες) άδομεν… , Νομιζω οτι ειναι ο πυρηνας του κειμενου του Ν.Λ. Πολυ επικαιρο και σημερα. Μονον που τοτε πολεμουσαν και οι περισσοεροι γιοι μεγαλοαστων στον πολεμο (Ο Ν.Λ. υπηρετησε 2 φορες το στρατευμα….

    «Στα δεκατρια ντομινα -κατα την γνωμη μου- ο Ν.Λ. υπαινισεται την μορφη των 12 Αποστολων και του Ιησου, μια «φαντασματοποιηση» των …τυψεων των μεγαλοαστων που εμφανιζονται και εξαφανιζονται αναπαντεχα, και φευγουν πολυ γρηγορα, εφοσον η κοινωνικη τους ταξη, η περιουσια (που συνηθως ηταν κληρονομημενη απο τους προγονους τους) και το χρεος απεναντι στο εθνος και στον αμορφωτο οχλο/λαο που κυβερνουσαν ποικιλοτροπως (τοτε το ποσοστο αναλφαβητισμου ηταν πολυ υψηλο) δεν επετρεπε τετοιας μορφης ενδοσκοπηση, αναστοχασμο και μετανοια.»

    Επιμενω στην ως ανω πλεον αληθοφανη ερμηνεια των 13 Ντομινων. Εξ’ αλλου ο Ν.Λ. ητο ….κακομαθημενος, αθεος, ομοφυλοφυλος, κομμουνιστης, ναρκομανης,….

  38. Εγώ θα έλεγα πως οι δώδεκα+ ένας ντομινοφόροι ήταν μια αντανάκλαση από το μέλλον του συγγραφέα γιατί το Προ-Πό ξεκίνησε με δώδεκα παιχνίδια στα τέλη της δεκαετίας του 50 πριν καταλήξει σύντομα στο κλασσικό 13άρι που έμεινε για πολά χρόνια πριν μπει το 14ο παιχνίδι σαν πρόσθετος αγώνας

  39. Γς said

    MEGA TV τώρα:

    Στιγμιότυπα από ο σημερινό καρναβάλι της Ξάνθης, όταν ξαφνικά μια νεαρή [φοιτήτρια, προφανώς] μπαίνει στο καρό:

    -Μπαμπά στείλε λεφτά!

    Τι ωραία να έχεις κόρη φοιτήτρια
    [και τι ωραία να έχεις λεφτά να της στείλεις]

  40. sarant said

    37: Για την ακρίβεια, ο Λαπαθιώτης υπηρέτησε: α) ως κληρωτός, 50 μέρες το 1910 (τόσο ήταν για τους πρωτότοκους γιους), β) επιστρατεύτηκε στους Βαλκανικούς, γ) επιστρατεύτηκε το 1915, δ) προσχώρησε στον στρατό της Εθνικής Άμυνας το 1916-17 και μετά την εκδίωξη του Κωνσταντίνου στον ελληνικό στρατό ως ανθυπολοχαγός-διερμηνέας.

  41. Ρε σεις, ωραίο είναι αυτό! Λίγο μαυρίλα, βέβαια, Πόε σκέτος!

  42. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    41. >>μαυρίλα
    Μίλτος Σαχτούρης,Η Αποκριά
    Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά
    το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
    όπου δεν ανέπνεε κανείς
    πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
    κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
    που τους είχαν ξεχάσει
    έπεφτε χιόνι
    γυάλινος χαρτοπόλεμος
    μάτωνε τις καρδιές
    μια γυναίκα γονατισμένη
    ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
    μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
    εν δυο παγωμένα δόντια

    Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
    αποκριάτικο
    γεμάτο μίσος
    το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
    μαχαιρωμένο
    Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο
    γίνηκε αυτή η αποκριά.

  43. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Το Καρναβάλι- Γυναικείες φυλακές Αβέρωφ
    Απο την χορωδία των πολιτικών κρατουμένων στις γυναικείες φύλακες Αβέρωφ,κατά τον εμφύλιο και μετά. Η ηχογράφηση έγινε 30 χρόνια μετά το 1977, από ένα τμήμα της χορωδίας.

  44. Ηλεφούφουτος said

    Απροπό καρναβάλι αστών, τέτοια απροσχημάτιστα αποκαλυπτήρια της παρ’ ημίν πέμπτης φάλαγγας δεν τα περίμενα πάντως
    http://www.news.gr/politikh/esoterikh-politikh/article/209290/eponymoi-ellhnes-aganaktoyn-poy-h-kyvernhsh-pro.html

  45. Ηλεφού, αυτοί δεν είναι γερμανοτσολιάδες, ταγματ-ελίτες είναι!

  46. Παναγιώτης Κ. said

    @34. (Αφώτιστος…) Γεμάτη η Ελληνική Ιστορία με περιστατικά και καταστάσεις όπου επιβεβαιώνεται το συγκεκριμένο ρητό…
    Καθώς φαίνεται έτσι πορεύονται οι άνθρωποι και οι κοινωνίες.Οι λίγοι πάντα είναι… αλλού και οι πολλοί σέρνουν το κάρο.

  47. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    Μάσκα δεν έχω να γυρνώ
    στο καρναβάλι ετούτο

  48. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    44.Α χα! .Όπως λέει παρόμοια και το επίκαιρο άσμα, Σαρανταμιά στην αχλαδιά κι ο Αντρέας από κάτω.

  49. cronopiusa said

    Ήθος ανθρώπωι δαίμων

    Πηλιογούσηδες είναι!

  50. cronopiusa said

    Erik Satie – Gnossienne No.1

  51. pantoniou said

    Reblogged this on THE ATHENS POST.

  52. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    44-45: Προσέχω πάντως ότι από τους 42 προσβεβλημένους μόνο 3 είναι γυναίκες. Εξήγηση;

  53. Νίκος Κ. said

    Επειδή δεν γνωρίζω πως να επικοινωνήσω απευθείας με τον νοικοκύρη, υποβάλλω μια πρόταση με σχόλιο άσχετο με το θέμα:

    Διάβασα την ανακοίνωση της ΕΛΜΕ Προτύπων και Πειραματικών Σχολείων ( http://www.esos.gr/arthra/37069/i-thesi-tis-elme-ton-protypon-peiramatikon-sholeion-epi-ton-allagon-poy-anakoinothikan ) και μου έδωσε την εντύπωση ότι χρήζει λεξιλογικής ανάλυσης. Αν συμφωνεί κι ο νοικοκύρης ίσως θα μπορούσε να είναι αντικείμενο επόμενης ανάρτησης …

  54. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    52. ε,οι αναλογίες κρατιούνται και στις λαμακίες.
    Δυο και μια στην αχλαδιά κι απ κατ τριανταεννιά,
    (αποκριά ειν ακόμη 🙂 ).

  55. sarant said

    53 Θα το κοιτάξω, ευχαριστώ!

  56. Emphyrio said

    Ερχομαι κι’εγω αργα στο παρτυ, αλλα μια θυμηση της μασκ (πώς να την πουμε στα ελληνικα την διαφορα αναμεσα στο masque και στο mask αραγε;) μου την εφερε το διηγημα. Θυμηση μακρινη, σαν μακρινο χτυπημα καρδιας που διηγειται μια διηγηση μεσα απο τον τοιχο…

  57. andreaspapadatos said

    Δεν διαβαζουμε πατριωτη …
    Δεν διαβαζουμε, Σιχαινομαστε το διαβασμα λές και προκειται να κανουμε την μεγαλυτερη αγγαρεια. Δεν μαθαμε στα μικρατα μας να διαβαζουμε. Θα το κανουμε τωρα ;;;
    Εσυ όμως μην πτοεισαι Νικο μου, Κε Σαραντακο. Γραφε, γραφε και ξαναγραφε οσο μπορεις και όσο βαστας. Ολο και καποιος …»φευγατος», ονειροπαρμενος θα υπαρχει να του κανεις ομοφοτερη την ζήση. Ολο και καποιος »λαφρομυαλος» θα σε ακολουθει να διαβαζει τις ομορφιες σου …!!!
    Νασαι καλά φίλε μου καλέ !!!

    υγ : οποτε οι ασχολιες σου το επιτρεψουν γραψε για τα »Λογια της πλωρης». Ηταν το πρωτο μου λογοτεχνικο αναγνωσμα. Ημουνα στη στ’ του Δημοτικου ακομα …
    Σ ευχαριστω.

  58. sarant said

    57: Νάσαι καλά Ανδρέα, σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια! Και δεν είναι κακή ιδέα να ξαναθυμηθούμε κάποτε τα Λόγια της Πλώρης: Ο πατέρας μου, μύρο το κύμα που τον τύλιξε…!

  59. 57-58 Εμένα μου έχει μείνει η τελευταία φράση από το απόσπασμα του αναγνωστικού της πέμπτης δημοτικού: «Ψε! ζούνε τάχα κι εκείνοι»

  60. andreaspapadatos said

    Αχχχ …και τι μου θυμησες και ναξαιρες !!!!

    »ο πατέρας μου – μύρο το κύμα που τον τύλιξε – δεν ειχε σκοπό να με κανει ναυτικο.
    – Μακρια, έλεγε, μακριά , παιδί μου, απ τ΄ατιμο στοιχειό !
    Δεν έχει πιστη, δεν έχει έλεος. Λάτρεψε την όσο θές, δΕοξασε την, εκείνη το σκοπό της.
    Μήν κοιτας που χαμογελά, που σου τάζει θησαυρους. Αργά-γρήγορα θα σου σκαψη το λάκκο ή θα σε ρίξη πετσί και κόκκαλο, ‘αχρηστο στον κόσμο.
    Ειπες θάλασσα, είπες γυναίκα, το ίδιο είναι …»

    Ομορφος πούνε ο γεμιτζής, όταν βραχεί κι αλλάξει
    και βάλει τ΄άσπρα ρούχα του και στο τιμόνι κάτσει …

  61. sarant said

    59: Που θυμίζει και την απορία του ορεσίβιου (στον Κονδυλάκη όμως) αν έχουν ψυχή οι καμπίσιοι -και ο άλλος αποφαίνεται πως αν έχουν θάναι μικρή σαν του πουλιού 🙂

  62. Παναγιώτης Κ. said

    @57,58,59,60. Τι σύμπτωση ! Τέλειωσα σήμερα τον Ζητιάνο που διαδέχθηκε Τα λόγια της πλώρης και σειρά έχει η Λυγερή.
    Είναι ευχάριστο σε μένα καθώς διαπιστώνω συντονισμό ευαισθησιών με συνιστολογούντες.

  63. Μια που μελετήσαμε τον Καρκαβίτσα, ας διηγγηθώ κι εγώ μια παιδική μου ανάμνηση:
    Στο σπίτι όπου γεννήθηκα, υπήρχε στην αποθήκη ένα μπαουλάκι με σχολικά βιβλία της μητέρας μου, μεταξύ άλλων αναγνωστικά. Τα σκάλιζα μικρός (το σπίτι δόθηκε αντιπαροχή μόλις είχα κλείσει τα 8, οπότε έχω ένα terminus ante quem) και έτυχε να διαβάσω τη Γοργόνα. Ακόμα θυμάμαι την εντύπωση που μου έκανε — ένιωθα σαν να έβλεπα χρώματα. Αρκετά αργότερα έμαθα ποιος ήταν ο συγγραφέας…
    Όσο για το Γιούσουρι του ίδιου, είναι άραγε δυνατόν να ενέπνευσε (κι από ποια υπόγεια διαδρομή;) το Γέρο και τη Θάλασσα του Χέμινγκουεη, ή απλώς τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται;

  64. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Μολις διαβασα αποπανω για μπαουλακια με βιβλια και αυθις, αυθορμητως αναρτω εναν νοσταλγικο διαλογο προ τριετιας που αποδεικνυει τον πρωιμο ευρωπαικο και αμερικανικο προσανατολισμο στα διαβασματα απο παιδι -εφηβος (8-14).

    Ουτως ή αλλως τα πρωτα λιγα μας βιβλια ηταν αυτα που μας εκανε δωρο ο μεγαλυτερος ξαδελφος ηδη δικηγορος (χωρις χρονολογικη σειρα, διοτι αν ειχα μνημη θα ημουν οπως στο σοϊ της μαννας μου δικηγορος και οχι μηχανικος : Οι μεγαλοι θαλασσοποροι, Δυσκολα χρονια,Κρονιν, Οι Αθλιοι Β.Ουγκω, , Ευγενια Γκραντε Οντε Μπαλζακ, Η κυρια με το σκυλακι Α.Τσεχωφ, Γιαννης Μακρυγαιννης ενας λεβεντης,….)

    “.. μικυμάους και ρομάντζα, τον επιθεωρητή Μαιγκρέ, με τα πρώτα Αστερίξ και τον Αλ Μπάνο …. Θυμίζουμε ότι το περίπτερο αποτελούσε ένα είδος «ανοιχτού- λαϊκού πανεπιστημίου» για τη γειτονιά. Τα αναγνώσματα, που μπορούσες να προμηθευτείς από το περίπτερο, αποτελούσαν μια πηγή λαϊκής ψυχαγωγίας.”

    “….και βγάλαμε να διαβάσουμε τους Θησαυρούς μας : Γκιαούρ Ταρζαν , και Υπερανθρωπο και Μικρο Ήρωα (Δεν είχε βγει ακόμα ο Μπλεκ κι η Σούπερ – Κατερίνα) …” Nosferatos

    ΑΦΥΠΝΙΣΗ (βελτιωμενη-επαυξημενη-v3.0 *)

    Μικρο παιδι σαν ημουνα και ηταν καλοκαιρι
    παραθεριζαμε σε χαμουτζιδομερη
    στης θειας μου το πανωσπιτο μεναμε επισκεπτες
    αρμενηδες εμεις οι νοτιοι οικο-κλεπτες.

    Ο ξαδελφος εσπουδαζε ετη πολλα
    550 χιλομετρα ΒΒΑνατολικα
    σ’ ενα μπαουλο ευρηκα παραλογοτεχνια
    ΜΑΣΚΑ και ΜΥΣΤΗΡΙΟ και ενα δυο βιβλια
    Τον Λεμυ Κοσιον γνωρισα και τις μοιραιες
    συχνα ξανθες με μιζανπλι γκομενες ωραιες

    Το ‘να βιβλιο ηταν η ωραια του περαν
    ρομαντζο για κοριτσια τωρα στο υπερπεραν
    Το δευτερο ηταν δυο best seller σε ενα
    ζορικα θεματα μα ελκυστικα φαινονταν σε μενα
    κελλι 2455 , μπροστα στην δικαιοσυνη
    του Καρυλ Τσεσσμαν αιωνια του η μνημη.
    Ληστης και βιαστης, μια μοιραια απαγωγη
    ΑΥΤΉ η πραξη του επεφερε θανατικη ποινη
    θανατοποινιτης εγραφε για 12 χρονακια
    4 διηγηματα αυτοβιογραφικα
    τα 2 γυριστηκαν κινηματογραφικα.

    Αναβολες εκτελεσης εκερδισε πολλες
    την τελευταια αναβολη για νεα στοιχεια
    η γραμματευς του δικαστη ειχε την ατυχια
    να τηλεφωνησει με θαλαμο πληρη υδροκυανιου
    (αν εβγαινε απ’τον θαλαμο οι θεατες πεθαινουν)

    Ατυχεις στιγμες εγκληματικης καθυστερησης
    το αιτιο της οριστικης ΤΟΥ αναχωρησης
    πρωτυτερα της φυλακης το τηλεφωνο επαιρνε λαθος
    ερωτευμενη ητανε; της ανοιξης το παθος;
    (Ο θανατοποινιτης πεθανε στα τριαντα εννια του
    2 Μαϊου 1960 η μερα του θανατου)
    ………………………………………..

    Να μην τα πολυλεω ο καθυστερημενος
    κατι σκιρτησε μεσα μου, το εσωρουχο ετεντωθη
    οταν επροβληθηκαν της Ζ. Λασκαρη τα καλλη εθαμπωθην
    στο τεντωμενο το πανι του υπαιθριου καφενειου
    (ως τοτε δεν καταλαβαινα μεσα στην αμαθησια μου
    το ενδιαφερον μου για στηθοσχισμες και γυναικειες γοβες
    τα δακτυλα που προβαλλαν, τα πλουσια στηθοβουνια
    πως χαλαγαν το βερνικωμενο το παρκε τα μυτερα τακουνια )

    Τοτε λοιπον στα ξαφνικα τα βασανα αρχινησαν
    και οπως προβλεπω δυστυχως ποιουμε ωρε την νησσαν
    ισχυριζομενοι οτι δηθεν πανε αυτα…. περασαν
    αφου τα νιατα μας ωιμε μαζι μας χαιρετησαν
    ο Ζιγκμουντ τα’ χε πει μα αυτοι λες και τα ξεχασαν
    ομως ισχυει ευτυχως και σ’ αυτους οπου γερασαν…..

    Αφωτιστος Φιλελλην
    12 Μαρτίου 2012

    * οπως οι πρωτες εκδοσεις του dos με τον Η/Υ με δισκο 20 MB!!

  65. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    και η απαντηση με την αναταπαντηση

    Νοσφεράτος είπε…

    ”κελλι 2455 , μπροστα στην δικαιοσυνη
    του Καρυλ Τσεσσμαν αιωνια του η μνημη.”

    Τωρα πως τα καταφερες αφωτιστε Φιλελλην
    μου θυμισες διαβασματα κρυφά που ειχα κανει . Τη Μασκα το Μυστηριο ,και τον Γκαιουρ Ταρζαν
    Πως ταφερε η ΜΟΙΡΑ ΜΑς : και τωρα Ωχ! Αμάν
    13 Μαρτίου 2012 1:37 π.μ.
    Ανώνυμος είπε…

    Dear Nosfi I’m sorry
    there is “Detective Story”
    stories for middle-aged to remember
    young boy to learn be a member.

    Νon-illuminated Philhellene

    PS FREE DOWNLOAD! Κατεβάστε δωρεάν το 1ο Τεύχος
    http://maska.gr/

    ΥΓ “Τυπώνονταν σε φτηνό χοντρό χαρτί από πολτό ξύλου και διαβάζονταν με λαχτάρα από χιλιάδες αναγνώστες.
    Τα παιδιά τά έκρυβαν στις σχολικές τους τσάντες, κρυφά από γονείς και δασκάλους
    και τα καλοκαίρια τά αντάλασσαν με τους φίλους τους.
    Ήταν τα δημοφιλή, φτηνά περιοδικά Μάσκα, Μυστήριο με ήρωες που δρούσαν έξω από τα συνηθισμένα.”

    http://artapress.gr/articles/608

  66. Γς said

    63:΄

    ΋’Οταν το πρωτάκουσα ήμουν παιδί στα σπάργανα. Και όταν έφτασα
    εικοσάχρονο παληκάρι έλεγαν ακόμη για εκείνο με τον ίδιο θαυμασμό και
    περισσότερη φρίκη. Το γιούσουρι, το αντρειωμένο γιούσουρι που βρίσκεται
    στον κόρφο του Βόλου! ‘

    Οταν το πρωτοδιάβασα ήμυν δεν ήμουν 15 χρονών. Κι ήταν τότε σαν να πάλαιψα μαζί του για να το ξεριζώσουμε.
    Απόψε που το ξανάπιασα μετά 55 χρόνια πάλι ήταν σαν να ήμουν δίπλα του.

    Πως μας ξέφυγε;

    Μόνο που τώρα

    ΄εγώ ο Γιάννος ο Γκάμαρος [ο Γς] νέος Άγιος Γιώργης του νησιού, εβδομηντάρης κ’
    ετοιμόρροπος τώρα δεν θαλασσοδέρνομαι παρά για το καρβέλι

  67. sarant said

    Ωραία σχόλια!

  68. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Ο λογογράφος του Α. Τσιπρα ενεδεχεται να διαβάζει Λαπαθιώτη ή Sarant για να γραψει περι μουσικων οργανων.

    «(ώχου λαγούτα και βιολιά,
    κι οι ταμπουράδες κι οι ζουρνάδες…):

    «Sarant said

    1 Νοεμβρίου, 2010 at 09:38
    15: Δεν ξέρω, δεν έζησα τότε, η εντύπωσή μου είναι απ’ όσα διαβάζω στις εφημερίδες της εποχής.

    Πάντως, ο Λαπαθιώτης, φαντάρος όντας, δημοσίεψε τον Νοέμβριο του 1912, τότε που όλοι έγραφαν διθυράμβους για τις νίκες του ελληνικού στρατού, αυτό:

    STABAΤ MATER DOLOROSA
    Μπαλλάντα σε Λα μπεμόλ μινόρε
    ..Γριούλες Μανάδες – οι Μανάδες,
    (ώχου λαγούτα και βιολιά,
    κι οι ταμπουράδες κι οι ζουρνάδες…)
    γριούλες Μανάδες, οι Μανάδες,

    συμμαζωχτές οι κακομοίρες,
    (βαράτε νταούλια και βιολιά…)
    με τους μοναχογιούς -κι οι χήρες,
    γριούλες Μανάδες κακομοίρες,

    κι οι κοπελούδες οι κερένιες
    (ώχου λαγούτα και βιολιά…)
    κι οι κοπελούδες οι κερένιες,
    με τις βαριές, τις βαριές έννοιες,

    κι ακόμα πιο πολύ ομορφούλες
    (βαράτε νταούλια και βιολιά…)
    μές’ στον καημό και πιο ομορφούλες,
    ω οι αδελφούλες, οι αδελφούλες…

    …Πότε σκυφτές κι αλαλιασμένες
    (ώχου λαγούτα και βιολιά…)
    λες πεθαμένες, διπλωμένες
    στα δυο – οι Μανούλες οι καημένες,

    πότε -ω βραχνή βλαστήμια, ω γόοι!-
    (βαράτε νταούλια και βιολιά…)
    όχεντρες, ύαινες και Μαινάδες,
    -οι χαροκαμένες οι Μανάδες…

  69. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Ομως ενδεχεται να ειναι απο την πρωτη στροφη του γνωστου κια μη εξαιρετεου τραγουδιου υμνου του ΠΑΣΟΚ «Καλημέρα ήλιε» Στίχοι-Μουσική: Μάνος Λοΐζο – 1973

    Θα το μεθύσουμε τον ήλιο
    θα τον τρελάνουμε το φίλο σίγουρα ναι
    με το νταούλι και με το ζουρνά
    καλημέρα ήλιε καλημέρα
    …………………………………

  70. sarant said

    Άρα δεν ήταν ύμνος του ΠΑΣΟΚ -το ΠΑΣΟΚ τον οικειοποιήθηκε.

  71. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    70. Ορθως!

  72. Γς said

    Ηταν κι εκείνο το Te Deoum του Charpentier που πέθανε σαν σήμερα το 1704

  73. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Pergolesi – Stabat Mater – Talens Lyriques (Complete)

    This (complete) performance of Pergolesi’s «Stabat Mater» is from a concert given at Saint Denis on June 23rd 2009 by Les Talens Lyriques conducted by Christophe Rousset. The soloists were Sabina Puertolas (Soprano) and Vivica Genaux (Mezzosoprano).

  74. leonicos said

    Τελικά, τι είναι το διήγημα;

    Δεν αρνούμαι τις αρετές του ΝΛ κιε΄χω δηλώσει ότι έχω βρει, χάρη στοιστολόγιο, πράγματα που μ’ έκαναν ν’ αναθεωρήσω τη θέσημου γι’ αυτόν. Αλλά και πάλι δεν νομίζω ότι αυτό αποτελεί λογοτεχνία για να μείνει

  75. vequinox said

    Reblogged στις Manolis.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: