Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Λάζος Τσιτούρας, ένας αντάρτης

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2015


Το καλό του Διαδικτύου είναι ότι σου δίνει τη δυνατότητα να έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους που έχουν το ίδιο ενδιαφέρον (το ίδιο πάθος, την ίδια πετριά), όσο σπάνιο ή εξειδικευμένο κι αν είναι. Αυτό το χαρακτηριστικό ήταν ίσως πιο έντονο πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, αλλά δεν παύει να υπάρχει και σήμερα, και μια τέτοια συνάντηση, που είχα πρόσφατα, δίνει το σημερινό μας άρθρο.

Ο Θανάσης Καλλιανιώτης, ιστορικός και εκπαιδευτικός από την Αιανή Κοζάνης και διαδικτυακός φίλος, μου έδειξε πριν από μερικές μέρες -με τη μεσολάβηση του φίλτατου ΙΝ- την εξής φωτογραφία:

lazoskotz

Η φωτογραφία είναι παρμένη από το βιβλίο «Ανθρώπινο χρέος: αναμνήσεις απ’ τη ζωή μου», που εξέδωσε η Ευαγγελία Σαμαρά, σύζυγος του γιατρού Γιώργου Σαμαρά, με αναμνήσεις από την Εθνική Αντίσταση. Ο Γιώργος Σαμαράς ήταν γιατρός, επικεφαλής του υγειονομικού της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, φίλος του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα. Εδώ τον βλέπουμε στο κέντρο, ενώ αριστερά (όπως κοιτάζουμε) είναι ο ποιητής, και δεξιά ο αντάρτης Λάζος Τσιτούρας, νοσοκόμος του ΕΛΑΣ, από την Αιανή Κοζάνης.

Ο Καλλιανιώτης, που έχει ερευνήσει τη ζωή των ανταρτών του χωριού του, με ρώτησε μήπως ο Κοτζιούλας είχε γράψει τίποτα για τον Λάζο Τσιτούρα. Τον πληροφόρησα ότι ο Κοτζιούλας έχει αφιερώσει δύο πολύστιχα ποιήματα στον φίλο του τον Λάζαρο, και του τα έστειλα, και σε αντάλλαγμα τού ζήτησα κάποια βιογραφικά στοιχεία για τον αντάρτη. Αποτέλεσμα της συνεργασίας μας αυτής είναι το σημερινό άρθρο, με το οποίο προσθέτουμε μια ψηφίδα στο έργο του Κοτζιούλα και στη βιογραφία του Λάζου Τσιτούρα, αφού ως τώρα δεν ήταν γνωστό (απ’ όσο ξέρω) ποιος είναι ο Λάζαρος για τον οποίο κάνουν λόγο τα ποιήματα του Κοτζιούλα.

lazosΛοιπόν, σύμφωνα με την έρευνα του Θανάση Καλλιανιώτη και προσθέτοντας κάποια πράγματα που έχω βρει εγώ, ο Λάζαρος Τσιτούρας γεννήθηκε στην Αιανή Κοζάνης στις 15 Απριλίου του 1917. Η μητέρα του πέθανε στη γρίπη του 1918 ενώ για τον πατέρα του οι μαρτυρίες διίστανται -είτε χάθηκε στη Μικρασία είτε πέθανε στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Φτωχός αγρότης, πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο με την ειδικότητα του νοσοκόμου. Το 1943 βγήκε στον ΕΛΑΣ με τα τμήματα του Γενικού Αρχηγείου.

Υπηρέτησε νοσοκόμος στην 8η Μεραρχία, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον γιατρό Γιώργο Σαμαρά και τον ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα. Στο ανέκδοτο ημερολόγιο του Κοτζιούλα υπάρχουν τέσσερις-πέντε αναφορές στον Λάζαρο, από τις οποίες προκύπτει ότι ήταν το δεξί χέρι του γιατρού. (Ο Κοτζιούλας πέρα από τα άλλα, είχε για ένα διάστημα διατελέσει υπεύθυνος υλικού του αντάρτικου νοσοκομείου).

Μετά τη Βάρκιζα, τα τμήματα του ΕΛΑΣ αποχώρησαν από τα Γιάννενα -ο Κοτζιούλας, μην έχοντας πού να πάει, έμεινε φιλοξενούμενος του γιατρού στην Ελασσόνα, ενώ ο Τσιτούρας γύρισε στο χωριό του. Εκεί βρήκε το πατρικό του σπίτι καμένο από τους Γερμανούς. Στα τέλη Απριλίου 1945, όπως συμπεραίνουμε από τα ποιήματα που ακολουθούν, επισκέφτηκε τους φίλους του στην Ελασσόνα για λίγες μέρες.

Στην Αιανή, ο Τσιτούρας άνοιξε καφενείο, αλλά τον Νοέμβριο του 1946 αναγκάστηκε να βγει στο βουνό ξανά -και πάλι ως νοσοκόμος, όπου είχε άριστες επιδόσεις, αρχικά στα Βέντζια. Στο Γράμμο ήταν εκπαιδευτής στη σχολή νοσοκόμων του ΔΣΕ ενώ μετά την ήττα περνάει στην Αλβανία και από εκεί καταλήγει στην Τασκένδη όπου φοίτησε σε ιατρική σχολή. Παντρεύτηκε, έκανε δυο κόρες και πέθανε σχετικά νέος, το 1974, χωρίς να μπορέσει να επαναπατριστεί.

Ο Κοτζιούλας, αφού έμεινε μερικούς μήνες στη Θεσσαλία (αρχικά στο σπίτι του Σαμαρά, μετά στην Τσαριτσάνη και στη Λάρισα) το φθινόπωρο του 1945 επέστρεψε στην Αθήνα κι έτσι είναι μάλλον βέβαιο ότι δεν είδε ποτέ ξανά τον φίλο του τον Λάζο. Ωστόσο, τον Μάιο του 1945 είχε γράψει, σαν αποχαιρετισμό, δυο πολύστιχα ποιήματα αφιερωμένα το ένα στην αντάρτικη συντροφιά του με τον γιατρό και τον Λάζαρο και το άλλο ειδικά στον «Φτωχολάζαρο» (που τώρα μαθαίνουμε πως είναι ο Λάζαρος Τσιτούρας), τα οποία σχεδίαζε το 1947 να τα εκδώσει σε ολιγοσέλιδη συλλογή (πλακέτα), αλλά τελικά δεν μπόρεσε λόγω έλλειψης πόρων (Προηγουμένως είχε εκδώσει άλλες τρεις τέτοιες λιγοσέλιδες συλλογές).

Ο Κοτζιούλας, που συνεχώς στα ποιήματά του βιογραφείται (όπως πολύ εύστοχα δείχνει η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου στο βιβλίο της που βρίσκεται υπό έκδοση), σε πολλά από αυτά βιογραφεί επίσης, συμπολεμιστές του στο αντάρτικο ή συγχωριανούς του. Το ποίημα που αφιερώνει στον Λάζαρο ξεχωρίζει από την έκτασή του -σχεδόν 150 στίχοι-, ενώ, ας πούμε, οι μορφές επιφανών ανταρτών που μνημειώνονται στη μικρή συλλογή «Οι πρώτοι του αγώνα» βιογραφούνται με (δεκατετράστιχα) σονέτα.

Ο Κοτζιούλας είχε έτοιμη την έκδοση, μάλιστα είχε γράψει και ένα μικρό προλογικό σημείωμα: Επειδή για μας οι εκδοτικές συνθήκες είναι πάντα δύσκολες (στην περίπτωσή μου μάλιστα υπάρχει κι άλλο πρόσθετο εμπόδιο) βρίσκομαι στην ανάγκη να παρουσιάζω την έμμετρη εργασία μου τμηματικά. Τούτο είναι το τέταρτο ποιητικό φυλλάδιο που βγάζω φέτο. Ας το έχει λοιπόν αυτό υπόψη του ο αναγνώστης και ας κρατήσει ό,τι του δίνουμε για την ώρα, με την ελπίδα πως γρήγορα θα ιδεί κι έκδοση πιο συγκεντρωμένη.

Τελικά, τα δυο ποιήματα συμπεριλήφθηκαν στα Άπαντα του ποιητή.

Παραθέτω τους πρώτους στίχους από το πρώτο, που έχει τίτλο «Τραγούδι για τη συντροφιά».

Σαν τα πουλιά της πέρδικας,  σαν του  λαγού τη γέννα
διασκορπιστήκαμε όλοι μας κι εγώ μαζί μ’ εσένα
που πιο πολύ δε γίνεται κανέναν ν’ αγαπήσω,
Λάζαρε βλάμη, το γιατρό να πάρουμ’ αποπίσω
και για τον τόπο τώρα αυτόν χύνοντας μαύρο δάκρυ
θα πάμε άλλου, στα μέρη σας, κι όπου το βγάλει η άκρη,
Το ντουφεκίδι κόπηκε, σώπασαν τα κανόνια,
τελειών’ ο αγώνας, αλλά εμείς οπόχουμε δυο χρόνια
πάνου στις κορακοφωλιές, αντάρτες και φαντάροι,
δυο μήνες μες στην πολιτεία με το στενό παζάρι,
πώς τώρα να μην κλάψουμε, να μη η καρδιά πονέσει
που όλα με πρόσταγμα τρανών τ’ αφήνουμε στη μέση.

(…)

Και στη συνέχεια παραθέτω ολόκληρο το ποίημα για τον Φτωχολάζαρο, τον Λάζο Τσιτούρα.

ΦΤΩΧΟΛΑΖΑΡΟΣ

Του Φτωχολάζαρου θα ειπώ τραγούδι ματαπάλι,
που απ’ την αγάπη του για μας όπου ‘χε τη μεγάλη
κίνησε κι ήρθε παίρνοντας το δρόμο ξεπιτούτου
σα βγήκε από τα σύνορα του απόμακρου χωριού του.
Τέσσερες μέρες έρχονταν με βήμα στρατοκόπου
κι αν δε μας έβρισκε ως εδώ θα ‘φτανε ως άκρη τόπου
γυρεύοντας τα χνάρια μας σ’ ανατολή και δύση,
γιατ’ ήθελε να μας ιδεί, να μας ξαραθυμήσει.
«Μεριάστε, κράζει των βουνών, ίσιωμα ας γίνει η ράχη
κι εγώ θα πάω στους φίλους μου που βρίσκονται μονάχοι,
πόχω μερόνυχτα εκατό ν’ ακούσω τη λαλιά τους,
ενώ ήμασταν αχώριστοι δυο χρόνους, λέω, γιομάτους».
Ούτε την τσέπη του όβολα κι ούτε τρουβάς την πλάτη
τού βάραιναν στον ερχομό του ξένιαστου διαβάτη
πού σφύριζε, κελάιδαγε καθώς οι καλογιάννοι,
μια που ήταν πάντα του η ζωή ξεφάντωμα, σεργιάνι.
Τι να ‘τρωες, ταξιδιώτη μου, στην αλαφρή σου στράτα
τώρα που λείπει το προσφάι κι είν’ ακριβή η κομμάτα
κι ούτε μας το ‘χουν πουθενά νοικοκυραίοι στρωμένο,
γιατ’ όπου σφίγγουν το λουρί περσεύει για τον ξένο ;
Μα ολούθε τον γνωρίζουνε και τον φιλεύουν πίτες,
Αχ, μ’ όλη την ανέχεια τους οι αντάρτες κι οι κλαρίτες,
που ένα ταράφι από ξαρχής, όλοι παλιοί του φίλοι                                       ταράφι: μερίδα, κατηγορία, παράταξη, ομάδα.
ξεβγάζοντάς τον και καπνό του βάνουν στο μαντήλι.
Μήτε για δείπνο νοιάζεται μήτε για μεσημέρι,
γιατί καθένας τους καλά το Λάζαρο τον ξέρει,
τον άφοβο πολεμιστή, τον άξιο νοσοκόμο
που για τους δυο συντρόφους του σ’ άπαυτο μπήκε δρόμο.
Κι όλο ξετάζει και ρωτάει, ή γέροντα ή παιδάκι,
σαν που να το ‘πιασε ο γιατρός, πού να ‘χω εγώ γιατάκι
και περπατεί και σφίγγεται και βιάζεται να σώσει,
παράμερ’ απ’ τη δημοσιά, γιατ’ έχει ο βλάμης γνώση.
Κι ήρθε ένα Σαββατόβραδο, μια Κυριακή το γιόμα,
που το κεφάλι απ’ τα χαρτιά πριν να σηκώσω ακόμα
γρικώ την ίδια του φωνή, νιώθω τα δυο του χέρια
να μ’ αγκαλιάζουν, η ψυχή στο στόμα του είν’ ακέρια.
— Πού ήσουνα, Λάζαρε αδερφέ κι αφέντη χώρις σπίτι,
πού σ’ έκαμαν οι δυνατοί με το στανιό πολίτη!
Πώς άλλαξες, πώς έφυγε το πρώτο σου καμάρι,
που από Ζαγόρια ως Άγναντα τέτοιο όνομα είχες πάρει!
Πού ‘ναι η αρμάτα σου, καλέ, που φόραες εκεί πέρα
με το κουμπούρι το μικρό π’ όλη όλη μια είχε σφαίρα;

Ξαρμάτωτος ο Λάζαρος, του αντάρτικου το τσιώνι,                                            τσιώνι, τσόνι: μικρό ωδικό πουλί
φοράει τραγιάσκα απ’ τις παλιές, ρετσίνα παντελόνι
κι έχει σε δυο, σε τρεις μεριές πιασμένο το σακάκι
που θα το βρήκε, φαίνεται, στο θειο του τον αχμάκη.                                          αχμάκης: νωθρός, ανόητος

Μες στο καλύβι τούτο δω με τσίγκους, για στοχάσου,
κάτσε, μολόγα, φίλε μου, κι εσύ τα βάσανά σου,
πώς έφτασες, πώς γλύτωσες απ’ τους κρεμανταλάδες,
πότε με κάνα φορτηγό, πότε πεζός, βδομάδες,
για ν’ αντικρίσεις, άμοιρε, το κατοικιό σου στάχτη,
μα έχοντας βγάλει από κεινούς τουμπανιασμένους τ’ άχτι.
Χωράφια κακοδούλευτα με ξένο νοικοκύρη
σε περιμέναν, όργωμα καρτέρειε το μπαΐρι,                                                               μπαΐρι: το ξερό χωράφι, ο χέρσος τόπος
μα πού ‘ναι το ζευγάρι σου, πού ‘ναι γυνί και τσάπα,
που εσύ είχες πάρει τα βουνά, ζαβός, με γκρα και κάπα :
Πόσο να κάτσεις, τι να ειπείς εκεί στο μεσοχώρι
που χασομέρης άθελος, τεμπέλης με το ζόρι
φέρνεις από το κολατσιό γύρα την αλυσίδα,
καμώματα της μοναξιάς που τα ‘ζησα και τα είδα!
Δεν είσαι νιος, δε σου πετά η καρδιά το Μάη το μήνα
να φέρεις τα λαλούμενα, λαγούτα και κλαρίνα,
και με τους φίλους σου μαζί ν’ αρχίστε χαροκόπι
που είχαν συνήθιο φεύγοντας απ’ το στρατό οι ανθρώποι.
Το ξέχασα όμως. Μπαταριές με τι να ρίξεις τώρα
πού μας τα πήραν και νταής άλλος περνάει στη χώρα;
Με τι παράδες να ψηθεί στη σούβλα αρνί διγόνι
που το κουβέρνο τους εμάς – όχι, αλλονούς πλερώνει;…
Ναι, κατεβήκαμε από κει που οι σταυραϊτοί είχαν θρόνο,
στα χαμπηλώματα ήρθαμε, να ξέρετε όμως μόνο                                                  χαμπηλός, αντί για χαμηλός -ηπειρώτικος ιδιωματικμός
πως κι αν θα μπούμε πιο βαθιά, τη μέρα, λέω, την τρίτη
θα τιναχτεί απ’ απέθαντων η γης το δυναμίτη.
Λάζαρε, πώς δεν έβαλες στο δάχτυλο αρρεβώνα ;
Στεφάνωναν τον νικητή κατόπι απ’ τον αγώνα.
Μα άργησες, άργησες πολύ, ποιο είν’ τ’ όφελός σου τώρα ;
Ψείρες και λέρες έφερνες της σαστικιάς σου δώρα.                                              σαστικιά: η αρραβωνιαστικιά
Κι εκείνη, η τσιούπρα που συχνά μάς έλεε πως σε θέλει,
τη βρήκες τώρα να κρατεί στα χέρια κοπανέλι.
Βασιλική τη λέγανε κι εσύ ήσουν λαοκράτης,
πήρε ζευγίτη απόλεμον, με γειά της με χαρά της.
Έμεινες πάλι, καψαρέ, δίχως φωλιά και ταίρι,
κοίταξε πόσο ανάποδα μάς τα ‘χει η τύχη φέρει.
Κι ολούθε πια μάς κυνηγούν, μάς βάλαν στο σημάδι,
μοιάζει στη χώρα του φωτός χειρότερα απ’ τον Άδη.
Σου ‘ρχεται ζάλη, φεύγει ο νους, τρέμει, πονά η ψυχή σου
σαν πάρεις και συλλογιστείς, γιά κάτσε και θυμήσου.
Κάτσε θυμήσου τ’ ήμασταν εμείς αρχή και πρώτα,
τότε που η φτώχια εδώ κι εκεί μάς έδινε μπομπότα,
μα οι ντουφεκιές στον τύραννο δεν έπεφταν ανάρια
κι αθάνατο έστηναν χορό νεκρά τα παλληκάρια.
Κοντά γιόμισαν τα βουνά, μερμήγκιασαν οι κάμποι,
σε πέτρα ή τούφα ξάνοιγες ντουφέκι πια να λάμπει.
Χαίρονταν όλος ο λαός τη λευτεριά, το δίκιο,
το ίδιο κορμί του λυγερό καμάρωνε κι αντρίκιο
και λαχταρώντας, έτοιμος να χτίσει, να ξεχάσει
πάντεχε από το χαλασμό να ξανανιώσει η πλάση.
Μα τ’ είν’ αυτό που βλέπουμε στην άκρη εδώ της σφαίρας ;
Νύχτας γεννήματα έχουν βγει φαντάσματα της μέρας,
ούτ’ όξω να ’σαι σίγουρος ούτε και στο κονάκι,
σα να ζωντάνεψαν με μιας χιλιάδες βρυκολάκοι.
Σκοτώνουν τους ανθρώπους μας, αρπάζουν τον καθένα
κι εμείς καθόμαστε, πωπώ, με χέρια σταυρωμένα.
Στα σίδερα έχουνε μαζί με παλληκάρια κι άλλα
τον αντρειωμένο Κόζιακα, τον άξιο Μπουκουβάλα,                         Κόζιακας: Θωμάς Πάλλας (1917-1949) / Μίμης Μπουκουβάλας (1919-2012)
τόσους και τόσους διαλεχτούς, όλο τρανά κεφάλια,
να βάλουν χέρι και σ’ εμάς κοιτάζοντας αγάλια.
Κι εμείς σκορπίσαμε, έμειναν οι γέροι στην πατρίδα
με τις γυναίκες, που άφοβες όμως στερνά τις είδα.
Μα ο σιδερένιος Ηρακλής, μα ο στρατηγός μας πού ‘ναι,
που αυτόν κι οι πέτρες μας εκεί, θαρρώ, τον αγαπούνε —
κι ο Τζουμερκιώτης ο ξανθός κι ο Καταχνιάς — σταμάτα,                 Τζουμερκιώτης: Γεράσιμος Μαλτέζος / Καταχνιάς: Γ. Αναγνωστάκης
γιατί δεν έχουν μετρημό τέτοια καπετανάτα.
Πήραν τα λόγγα, κρύφτηκαν αγνώριστοι και ξένοι,
δίνοντας τόπο της οργής πολέμαρχοι, ακουσμένοι.
«Μου’ ρχεται, λέει ο Λάζαρος, δάκρυα, φωνή να βγάλω,
να σκούξω ως τα μεσούρανα τον πόνο το μεγάλο,
τη σημερνή κατάντια μας από τα μεγαλεία
τα τόσα, που δεν τα χωράν ούτε χοντρά βιβλία.
Μα εσύ, γυρίζει και μου λέει, είσαι καλά εδώ πέρα
και του γιατρού να του σχωράς τη μάνα, τον πατέρα
κι άμα αξιωθείς καμιά φορά, κόνισμα να τον κάμεις,
γιατί αν δε σ’ έπαιρνε από κει μπορούσε να πεθάνεις».
Γι’ αυτόν κι ο ίδιος κίνησε, παλιός ακόλουθός του,
μ’ αποθυμιά να τον ιδεί κι όχι απ’ ανάγκη αρρώστου,
για μας τους δυο ολοπρόθυμος μες στη φωτιά να πέσει
κι άρματα ακόμα, αν είναι χρεια, να ζώσει ευθύς στη μέση.
Δε μας χρειάζονται απ’ αυτά, τώρα έχουμ’ άλλα βόλια,
κλεφτών δε ματαδένουμε στη μπάλα μας ομπόλια,
μα όποιος αστόχαστος μ’ εμάς κοτήσει να τα βάλει,
θα του ‘ρθει ανάποδα, να ιδείς, η σκούφια στο κεφάλι.
Στεκόμαστε άγρυπνοι, χωρίς όπλο σαν πριν στο χέρι,
μα κι ο θεός κι ο δαίμονας τη δύναμή μας ξέρει,
δεν έσβησε ο αντίλαλος ακόμα από τα ζήτω
κι ούτε λυγάν οι αγωνιστές στο γύρο τους τον τρίτο*.
— Σύρε, αδερφέ μου, στο καλό και διώξε το μαράζι,
κάνε μονάχα υπομονή κι άσ’ την καρδιά να βράζει.
Ακόμα τούτ’ την άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι.,.
— να φιληθούμε σταυρωτά, γιατί… γιατί… ποιος ξέρει…
Χάνει τα λόγια και κολλάει τα χείλη του στα χείλη,
σαν που είμαστε σταυραδερφοί, μπρατίμοι, πρώτοι φίλοι.
Κι εγώ ξανά: «Μη σκιάζεσαι, μπουμπούνισμα ώρας μαύρης,
μόνοι χωρίζουμε, του λέω, διπλόν θα με ξανάβρεις.
Κοίτα κι ελόου σου, καψαρέ, πριν τα μαλλιά σου πέσουν».
Γελάει ο Λάζαρος, γελάει, τέτοια πολύ του αρέσουν.

Κι έφυγε ο Λάζος αλαφρός απ’ τη χαρά, περδίκι,
γιατ’ είχε πάρει απ’ το γιατρό και λίγο χαρτζιλίκι.
5-6.5.45

Ο Κοτζιούλας στον στίχο «στο γύρο τους τον τρίτο» έβαλε και την υποσημείωση:
*Καθώς αποδείχτηκε η έκφραση κι η έννοια βγήκε σκόπιμα απ’ την άλλη παράταξη, μα εγώ τη μεταχειρίζομαι όπως κυκλοφορούσε εκείνον τον καιρό στην τρεχούμενη χρήση της.

Υπομνημάτισα στο πλάι λίγες λέξεις, για όποιες άλλες ρωτάτε.

Υστερόγραφο: Στο Διαδίκτυο υπάρχει, σε άρθρο της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου, κι άλλη μια φωτογραφία με τους τρεις φίλους, πάλι από το βιβλίο της Ευαγγελίας Σαμαρά, χωρίς όμως να κατονομάζεται ο Λάζαρος Τσιτούρας.

Advertisements

105 Σχόλια to “Λάζος Τσιτούρας, ένας αντάρτης”

  1. Γς said

    Καλημέρα
    Στην ώρα σου [την παλιά όμως] και σήμερα Νίκο.

  2. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    Tσόνια είναι τα σπουργίτια. «Πλιά και τσόνια» 🙂

  3. καλημέρα
    και δική μου απορία, δεν αλλάξατε ώρα, σα κατ’

    ωραίος πάντα ο Κοτζιούλας

  4. το διγόνι τι είναι ;

  5. Μπαϊρια λέμε (στα Πλωμάρια) της κορυφές των λόφων.
    Επίσης, το χαμπλός χρησιμοποιείται κανονικά, σπάνια ν’ ακουστεί χαμηλός (κόβεται το η και, για πιο εύηχο μάλλον, μπαίνει το π. Αλλού ακούγεται και χαμ’λός).

  6. Spiridione said

    Χαμπηλός και στην Πελοπόννησο. Χαμπήλωσε λίγο την τηλεόραση λέει η μάνα μου.

  7. Για την ακρίβεια ο Λάζος Τσιτούρας βγήκε στο αντάρτικο, μαζί με μερικούς χωριανούς μου, Δεκέμβριο του 1942 με τη θεσσαλική ομάδα Γεωργάκης Ολύμπιος του ΕΛΑΣ, η οποία είχε εισβάλλει στην περιοχή Κοζάνης.

  8. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1-3: Πάντα με μπερδευει η αλλαγή της ώρας

    4: διγόνι είναι το ψιμάρνι, το αρνί που γεννήθηκε όψιμα -νομίζω επειδή βυζαίνει δυο μανάδες, ας μας πουν οι κτηνοτρόφοι.

    5-6: Ναι, το μ γίνετται b στο χαμηλός > χαμλός > χαμπλός, αλλά το ενδιαφέρον είναι όταν διατηρείται και με το φωνήεν μαζί (χαμπηλά, χαμπήλωσε)

    7: Χαίρε Θανάση!

  9. # 8 γ

    και μουλάρι>μουλάρ>μπλαρ

  10. Spiridione said

    Διγόνι βλέπω στον Χυτήρη στην Κέρκυρα είναι το σταφύλι από δεύτερη όψιμη γέννηση και νεογνό από όψιμη γέννηση.

  11. Spiridione said

    10. σταφύλι από δεύτερη όψιμη άνθιση.

  12. Ασχετο αλλά…σχετικό

    αυτόν τον Χάρη Θεοχάρη δεν τον ήξερα, αν είναι Αριανός ας γίνει παπάς να βρει την ταυτότητά του…

    αντιγράφω από σάιτ ΠΑΟΚτσήδικο και προσυπογράφω :

    «Είπε, λοιπόν, ο βουλευτής του Ποταμιού (νομίζω είναι και κοινοβουλευτικός του εκπρόσωπος) και πρώην στέλεχος της συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, πως η νυν κυβέρνηση πέρασε την πράξη νομοθετικού περιεχομένου για να σβηστούν χρέη του ΠΑΟΚ, γεγονός που δείχνει την «αριστερή» (ειρωνικά το εννοούσε) εποχή η οποία ξεκίνησε.

    Αυτό που, φυσικά, δεν είπε ο Θεοχάρης είναι ότι επί δικής του παρουσίας στη γενική γραμματεία δημοσίων εσόδων, αυτός και η κυβέρνηση την οποία υπηρετούσε, είχαν υποσχεθεί στον ΠΑΟΚ το σβήσιμο αυτών των προσαυξήσεων. Είχαν δεσμευτεί ότι θα περάσουν νόμο. Είχαν κάνει διαδοχικά ραντεβού, είχαν εξασφαλίσει «μεταγραφή» υποψήφιου Ευρωβουλευτή με την τακτική τους, είχαν βάλει βουλευτές και της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ (για να μην υπάρχουν διαμαρτυρίες ότι πιστώνεται σε ένα κόμμα η πρωτοβουλία) να δεσμευτούν λαλίστατα ότι σύντομα θα βρεθεί λύση… Και λύση ήρθε από ένα κόμμα που δεν υποσχέθηκε τίποτα, δεν εγγυήθηκε τίποτα, δε ζήτησε ψήφο, ούτε χρησιμοποίησε «ασπρόμαυρους» υποψηφίους για να κερδίσει τις εντυπώσεις. «

  13. Spiridione said

    Ωραία και η σαστικιά, που δεν την είχα ακούσει. Από το σάζω/σιάζω λέει, σε φέρνει στα ίσια σου, στον ίσιο δρόμο 🙂
    Και ο καλογιάννος στον Εθνικό Κήπο

    http://www.tovima.gr/ecology/article/?aid=445575

  14. sarant said

    13 Mάλλον σιάζω με τη σημασία «ζευγαρώνω» 🙂
    Μην το πάρουν και πάνω τους οι σαστικές 🙂

    12: Είδες;

  15. Γς said

    13:
    Και πόσο όμορφη η φωτό του καλογιάννου [από το λίκνο σου]

  16. Spiridione said

    Ναι, ωραία κι αυτή με τα μανταλάκια!

  17. cronopiusa said

    Gramos ,Vicho planina glamnja me napravija Γραμμος και Βιτσι βουνα μου μαυρισαν την ψυχη

  18. # 14 β

    Εγώ τυφλός δεν είμαι, είδα και ξέρω πως οι προηγούμενοι δεν έκαναν τίποτε αν δεν τάπαιρναν κάτω από το τραπέζι γι αυτό και το καθυστερούσαν συνέχεια. Χαίρομαι που κάτι δείχνει να άλλαξε σ’ αυτόν τον τόπο μπας και προχωρήσουμε λιγάκι μπροστά.

    «Ο ΠΑΟΚ δεν πρέπει να παρακαλάει κανέναν, ούτε να πιστεύει τις υποσχέσεις κανενός, ούτε να «αβαντάρει» κόμματα και πολιτικούς με αντάλλαγμα δικά του κέρδη. Αν έχει δίκιο, πρέπει να ζητά και να απαιτεί με όπλο τη δυναμική του. Αν έχει άδικο πρέπει να σιωπά και να αλλάζει πολιτική γιατί εκπροσωπεί μια μεγάλη μερίδα λαϊκού κόσμου που δεν θέλει «χάρες», εύνοιες και ντροπιαστικές απαλλαγές.»

  19. Γς said

    17:
    >Γραμμος και Βιτσι βουνα μου μαυρισαν την ψυχη

    Κι ο Γς, λίγο πριν το τέλος

  20. cronopiusa said

    Κλεάνθης Γρίβας: Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΓΡΙΒΑ (20-06-1947)

    Στις σπηλιές του Αντάρτικου Νοσοκομείου

  21. spiral architect said

    Πολύ καλό Νίκο, πολύ καλό!

  22. cronopiusa said

    Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας 1946-1949.

  23. gryphon said

    2
    Σιγουρα ειναι ο σπουργιτης ;.
    Θυμηθηκα ενα κωλοπαιδο που ηξερα μικρος που ειχε μανια με τα αεροβολα κλπ και το καλοκαιρι στο χωριο ρημαζε τα καημενα τα πουλακια.
    Και τα τσονια η τσονηδες οπως τα ελεγε.Επειδη ειχα δει νομιζω οτι ηταν αλλο πουλι.Μικρο μεν σαν το σπουργιτι αλλα διαφορετικο λιγο πιο πολυχρωμο.Μπορει να κανω ομως λαθος.

  24. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    23. Eμείς στο χωργιό μ, τσόνια λέγαμε τα σπουργίτια πάντως. Θύματα για σφεντόνες κι αεροβόλα τα καημένα, όντως.

  25. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Καλημέρα.
    -Μπαΐρι είναι νομίζω τουρκικής προέλευσης (bayır) και σε μας σημαίνει το λόφο και ειδικά την πλαγιά του. Υπάρχει και σαν τοπωνύμιο. Γι’ αυτό νομίζω τα αναφέρει σε συνάφεια με τα κακοδούλευτα χωράφια, γιατί τα χωράφια στις πλαγιές δεν είναι και ό,τι καλύτερο.
    -Με αφορμή το διγόνι. Τα αρνιά που γεννιούνται κανονικά το Νοέμβριο-Δεκέμβριο λέγονται πρώιμα. ‘Οσα γεννηθούν Φλεβάρη-Μάρτη λέγονται μεσοδίγονα, κι όσα τον Αρίλη-Μάη διγόνια. Η προβατίνα που θα γεννήσει και πρώιμο και διγόνι (παλιότερα σπάνια, τώρα πιο συνηθισμένο) λέγεται δίφορη.
    -Τα ένρινα ηχηροποιούνται (μ>μπ και ν>ντ) όταν γειτνιάζουν με υγρά (χαμπλός, μπλαρ που αναφέρθηκαν παραπάνω).

  26. titina said

    Καλημέρα σε όλους. Στην Κοζάνη μπαΐρια λέμε τα ακαλλιέργητα και παρατημένα χωράφια.

  27. Γς said

    http://caktos.blogspot.gr/2015/03/blog-post_29.html

  28. Γς said

    27:
    ΛΑΘΟΣ!

    αυτό ήθελα [για την Titina -#26]:

  29. cronopiusa said

    στο 26.30 του ντοκυμαντερ Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας 1946-1949 του σχολίου 22 φια τισ σχολές υγειονομικού

  30. sarant said

    28: Το έλεγε ο πατέρας μου αυτό το τραγούδι.

    20: Ο Σακελλαρίου πρέπει να λέει στο βιβλίο του για τον Τσιτούρα.

  31. Μπαϊρ(ι) το βουνό, στην περιοχή Σερρών. Και «τούρνα μπαϊρίσια» ο αλλόκοτος (μεταφορικά, από το ψάρι τούρνα των λιμνών Βόλβης-Αγίου Βασιλείου).

  32. sarant said

    31 Tη φράση αυτή την έχουμε συζητήσει, αλλά κατά τη γνώμη των σχολιαστών τούρνα δεν εννοεί το ψάρι, αλλά το πουλί τον γερανό, με σημασία «εκτός τόπου και χρόνου»

  33. spatholouro said

    «ρετσίνα παντελόνι»: Νίκο, να υποθέσω τα ντρίλινα παντελόνια (κάτι σαν τζιν εργατικά της εποχής) από τα υφάσματα πουέβγαζε το εργοστάσιο Ρετσίνα στον Πειραιά;

  34. sarant said

    33 Nα σου πω, κάτι τέτοιο σκέφτηκα -αφού είναι φτωχός ο καημένος ο Λάζος- αλλά επειδή δεν ήμουν βέβαιος το άφησα (αιδημόνως) ασχολίαστο.

  35. Τσούρης Βασίλειος said

    23.
    Πολύ σωστά θυμάστε, τσ(ι)όνι δεν είναι ο σπουργίτης αλλά ο σπίνος, που δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνο πουλί.
    Υπάρχει και ο γουμαρότσιονος που είναι λίγο μεγαλύτερο πουλί με πολύ χοντρό ράμφος.Το χοντρό ράμφος του γουμαρότσιονου μου θυμίζει τη θεωρία του Δαρβίνου.
    Τρία πλιά κι ένας τσιόνος – λέμε στο χωριό μου ακόμα όταν πχ σε κάποια σοβαρή κουβέντα πετάγεται κάποιος και λέει μπανταλομάρες.
    Η λέξη δγον επεκτείνεται -τουλάχιστον σε μας- και στα παιδιά που γεννιούνται σε μια οικογένεια πολλά χρόνια μετά την γέννηση τού προτελευταίου παιδιού της.

  36. sarant said

    35τέλος Αποσπόρια δηλαδή 🙂

  37. Τσούρης Βασίλειος said

    36.
    Ο Βενιαμίν (αν και δεν ξέρω πόσα χρόνια διαφορά είχε από τ΄αδέρφια του) 🙂
    Πριν λίγο καιρό γνώρισα και τον ογδοντάχρονο Κ.Γ από Πλατανούσα μεριά που ήξερε τον Κοτζιούλα και μου είπε ότι τον πατέρα του ποιητή τον βρήκαν νεκρό στο κακολάγκαδο, πρέπει να γύριζε στο χωριό απ΄την Φιλιππιάδα.

  38. π2 said

    25-26: Μπαΐρια στο σερραϊκό χωριό του πατέρα μου τα δύσκολα χωράφια, σε πλαγιές λόφων.

  39. 13, 15
    O robin, με τον πορτοκαλί λαιμό. Απ’ όπου και ο Ρόμπιν του Μπάτμαν με την πορτοκαλί στολή. Σύμπτωση που και ελληνικά και Αγγλικά έχει και μικρό όνομα, Γιάννης, Ρόμπερτ. Βλέπω στο μεταφραστήρι, και Τουρκικά είναι Μεχμετζίκ. Ίσως επειδή είναι αγαπητός στους ανθρώπους.

    Το τσόνι στη Μεσηνία είναι το σπουργίτι. Και το άλλο το πουλί, το καθούμενο, κυρίως των παιδιών.

  40. sarant said

    36 Το 1942, είχαμε γράψει κι εδώ για το ποίημα που έγραψε ο Κοτζιούλας:
    https://sarantakos.wordpress.com/2014/05/11/kotzioulas-2/

  41. Γς said

    >Το 1942, είχαμε γράψει κι εδώ για το ποίημα που έγραψε ο Κοτζιούλας

    Τόσο παλιό είναι το ιστολόγιο μας;

  42. Πέπε said

    @23: Νομίζω ότι τα σπουργίτια, αυτά τα κοινά που έχουμε στην Αθήνα, είναι δύο διαφορετικά είδη. Αν τα παρατηρήσεις, το χρώμα του φτερώματος έχει δύο διαφορετικά μοτίβα. Μήπως είναι «σπουργίτια» και «τσόνια»; Εκτός αν είναι αρσενικά και θηλυκά.

  43. το κομούνι της αυγής said

    ‘στην Τασκένδη …Παντρεύτηκε….’

    Εδώ είχα πάντα την εξής απορία.Πόση παντρεύτηκαν ενώ την ίδια ώρα είχαν αφήσει και οικογένεια στην Ελλάδα;Τί απέγιναν τα παιδιά αυτά;

  44. Μαρία said

    35
    Τα σπουργίτια τσιντσόνια σε μας. Τη λέξη σπουργίτι, όπως και άλλες, την έμαθα στο σχολείο 🙂

    31
    Το Μπόζνταγκ δηλαδή θα το έλεγες μπαΐρι;

  45. cronopiusa said

    Γράμμος, αντάρτικο νοσοκομείο-Σακελλαρίου Νώντας, αρχίατρος ΔΣΕ

  46. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    «Κίρι μπαϊρι» λέμε όταν είναι κάτι εκτεθειμένο στους πέντε ανέμους.

  47. cronopiusa said

    43

    Θεοδοσίου Νίκος Περιμένοντας τη Ρόζα

  48. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    Τσόνι: Προέρχεται απ’ το βλάχικο čiona που σημαίνει σπουργίτι. Είναι το στρουθιόμορφο πουλί σπίνος. Ακριβώς επειδή είναι στρουθιόμορφο και λόγω ετυμολογίας, πολλές φορές σημαίνει και το σπουργίτι και γενικότερα ένα οποιοδήποτε πουλάκι.

  49. Εξ ού και το «πουλάκι» –> τσοτσόνι ^^’

  50. cronopiusa said

    43

  51. titina said

    Γς (28), είναι η δεύτερη φορά που σχολιάζω κάτι στο ιστολόγιο και μου αφιερώνουν τραγουδάκι. Xαριτωμένος και σκερτσόζικος ο Τσάρλι Τσάπλιν στο video, σκέτος titinos! Πάντως σας ευχαριστώ.

  52. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    48.>> Είναι το στρουθιόμορφο πουλί σπίνος.

    Λέγεται ότι με το επίμονο κελάηδημά του μας προειδοποιεί για τον ερχομό του χιονιού.

    ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα /»Μπροσώρας σου είπα να μπεις, για να μην κρυώνεις όξω σαν το τσόνι*. Κατέβασ’ το μπόγο σου.
    *τσόνι: το πουλί σπίνος».

  53. sarant said

    51: Τον έχουμε επί της υποδοχής 🙂

  54. leonicos said

    Καταπληκτικό άρθρο και υπέροχα σχολια και γιουτιούμπια

    Με τη δουλειά που μου έπεσε, έχω παραμελήσει κάτι που έχω υποσχεθεί στον Σερ Σαρ, δεν σχολιάζω (πιθανώς καλύτερα) αλλά το χειρότερο, άφησαν τον Γς χωρίς επιτήρηση και σήκλωσε κεφάλι

  55. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    >>η σαστικιά,
    εκείνη με την οποία τα σιάξαμε (φτιάξαμε)
    «Θες να τα σάξωμε;» θα ΄λεγε αλλότες ο (θαρραλέος) ντελικανής στην κοπελιά τς όρεξής του.
    «Τους τα ΄σαξε» τους προξένεψε ή τους γνώρισε (κάποιος τρίτος)με επιτυχία. Τους μόνιασε γενικά.
    Ο Κοτζιούλας και με τούτα τα σονέτα του φοσφώρισε πάλι στα έγκατα της ύπαρξης, εκεί που η τέχνη καταφέρνει και χορεύει βαλς την ψυχή μας .Η ποίησή του,πραγματικά με βουρκώνει.
    Θα θελα να ξεχωρίσω τρεις-τέσσερις στίχους που με ανατρίχιασαν καθώς σχημάτισαν αδρά, μπρος στα μάτια μου, το περίγραμμα της ιστορίας.
    «που όλα με πρόσταγμα τρανών τ’ αφήνουμε στη μέση»
    «πού σ’ έκαμαν οι δυνατοί με το στανιό πολίτη!»
    «σα να ζωντάνεψαν με μιας χιλιάδες βρυκολάκοι.
    Σκοτώνουν τους ανθρώπους μας, αρπάζουν τον καθένα»

  56. Λ said

    Τους σπουργίτες του λέγαμε στρούθους. Υπήρχαν πολλοί και ήταν επιταγμένοι. Παρέδιδες τόσα κεφάλια και έπαιρνες το αντίστοιχο ποσό από τις αρχές. Δεν θυμάμαι αν ήταν ένα γρόσι το κεφάλι ή ένα γρόσι τα πέντε κεφάλια. Πρέπει να είχε αρχίσει επί αγγλοκρατίας ο πόλεμος κατά των στρούθων. Το κρέας τους θεωρείτο μεζές. Τώρα τους βλέπουμε πολύ σπάνια.

  57. sarant said

    56: Άλλα είναι τα αμπελοπούλια;

  58. Λ said

    Στρούφους τους λέγαμε πιο συχνά και όχι στρούθους.

  59. Λ said

    Τα αμπελοπούλια είναι μεταναστευτικά πουλιά οι στρούθοι όχι . Η Κύπρος, όπως και η Λέσβος φαντάζουμαι, αλλά σε λιγότερο βαθμό, βρίσκονται στο διάδρομο που χρησιμοποιούν τα πουλιά όταν μεταναστεύουν. Έτσι κάθε άνοιξη και κάθε φθινόπωρο γίνονται τα αίσχη που ξέρουμε.

  60. Λ said

    Που είσαι ιέραξ;
    Εδώ είμαι στρουθίον.
    Αυτή τη στιχομυθία την χρησιμοποιούσαν στη βιβλιοθήκη Φανερωμένης στη Λευκωσία ο διευθυντής και η υπάλληλος όταν έψαχνε ο ένας τον άλλο. Ήταν ένα τεράστιο κτήριο με μόνο δύο υπαλλήλους. Όταν ιδρύθηκε το Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου την έκλεισαν τη βιβλιοθήκη και τα βιβλία τα μετέφεραν εκεί. Το ισόγειο του όμορφου κτηρίου της έγινε κατάστημα. Στην Νέα βιβλιοθήκη του ιδρύματος Αρ. Μακαρίου ερχόντουσαν κάποτε οι υπάλληλοι κα μας διηγιόντουσαν για τα παλιά. Η στιχομυθία αυτή όμως από κάπου πρέπει να είναι.

  61. Γς said

    59:

    >Η Κύπρος, όπως και η Λέσβος φαντάζουμαι, αλλά σε λιγότερο βαθμό, βρίσκονται στο διάδρομο που χρησιμοποιούν τα πουλιά όταν μεταναστεύουν.

    Και χωρίς να έχουν καταθέσει σχέδιο πτήσεως.
    Εντός του FUR Αθηνών και Κύπρου πάντως.

    Και κλάμα η κυρία [Αγκυρα με τα Εφ Δεκάξι της τα αναχαιτιστικά]

  62. Λ said

    Όχι ξέρω ότι τα πουλιά κάνουν πολύ συγκεκριμένη διαδρομή. πετούν πάνω από τα ανατολικά παράλια της Τουρκίας και κάποια στιγμή φτάνουν στην Κύπρο για να ξεκουραστούν και να τσιμπήσουν κάτι μετά το υπερπόντιο ταξίδι.

  63. Λ said

    Εννοείται ότι την άνοιξη η διαδρομή γίνεται ανάποδα.

  64. Γς said

    60:

    >Που είσαι ιέραξ;
    Εδώ είμαι στρουθίον.

    Και θυμήθηκα, τότε που οι Ελληνες είχαν τον έλεγχο των hot dog carts της Νέας Υόρκης.
    Πάγωσα όταν άκουσα καποιον από αυτούς να φωνάζει στεντορείως σε ένα άλλο καροτσάκι στην απέναντι μεριά του Κολόμπους Σέρκολ:

    -Μωρή [μπιπ], που είσαι;

    Προσποιήθηκα τον μη-Ελληνα και τον ρώτησα:

    -Poutsa? Γουάτ ντας δατ μιν;

  65. Γς said

    62:
    >πετούν πάνω από τα ανατολικά παράλια της Τουρκίας

    Μόνο ανατολικά παράλια δεν έχει η Τουρκία.

  66. Πέπε said

    @64:
    > > Και θυμήθηκα, τότε που οι Ελληνες είχαν τον έλεγχο των hot dog carts της Νέας Υόρκης.

    Προ δεκαετίας περίπου, όταν δούλευα στην Κάρπαθο, είχα ακούσει ιστορίες όχι ιδιαίτερα παλιές για Καρπάθιους που είχαν αλληλοσφαχτεί για μια θέση καροτσιού για χοτ ντογκ στην Αμερική.
    (Επρόκειτο βέβαια για μέλη οικογενειών που είχαν βεντέτα από την πατρίδα. Στην Κάρπαθο, τουλάχιστον σε μερικά χωριά, η βεντέτα υπάρχει τόσο όσο ακούμε και για την Κρήτη ή την Αλβανία. Μερικοί τη μετέφεραν και στην Αμερική. Εξάγουμε πολιτισμό, όχι αστεία!)

  67. Πέπε said

    Γς, μας δουλεύουν ψιλό γαζί τα χρεφ σου. Κινέζικα είναι; Πάλι το είχα κλείσει εκεί που τελιώνει το παράθεμά σου, και μου έβγαλε με πλάγια όλο το μήνυμα.

  68. Γς said

    54 @ Λεώ

    >άφησαν τον Γς χωρίς επιτήρηση και σήκλωσε κεφάλι

    ανακύκλωσε;

    -Ρε παιδιά δεν σας είπα μην τον αφήνετε μόνο του;

  69. # 48 και αλλαχού…

    Σπίνος…και θυμήθηκα το :

    Σπιν’ επ’ ορδήν καθήμενος είδε φάτας κατ’ άμμου

  70. sarant said

    60 Δεν το ξέρω, πρέπει νάναι από κανένα παλιό μυθιστόρημα…

  71. Γς said

    66:

    Εγώ βλέπω [από «επιθεώριση στοιχείου»] ότι έκλεισες τα πλάγια, αλλά αμέσως μετά τα άνοιξες πάλι.

  72. Που είσαι ιέραξ;
    Εδώ είμαι στρουθίον.
    ————–
    Χαχά, πολύ μ’ άρεσε αυτό. Ποιος απ’ τους δύο ήταν ο ιέραξ;

  73. spatholouro said

    60/70: αντιγράφω από ένα βιβλίο για τη Λάμαρη Ευβοίας:

    0 Ιέραξ και το στρουθίον

    Το παιχνίδι παίζεται από αγόρια και κορίτσια.
    Δένουν τα μάτια ενός παίκτη που έχασε κατά το λάχνισμα, με ένα μαντήλι, έτσι που να μη βλέπει καθόλου. Κατόπιν τα αγόρια και τα κορίτσια σκορπίζονται γύρω στο χώρο που βρίσκονται. Ο παίκτης με τα δεμένα μάτια φωνάζει: πού είσαι ιέραξ; Οι άλλοι παίκτες έχουν στα χέρια τους δύο μικρές πέτρες, είδος πλάκας, τις οποίες ενώ τις κτυπούν μεταξύ τους, απαντούν: εδώ είμαι στρουθίον. Τότε ο παίκτης με τα δεμένα μάτια που έχει το όνομα στρουθίον προσπαθεί να εντοπίσει το κτύπημα και πηγαίνει προς το σημείο που νομίζει, με απλωμένα τα χέρια, μήπως πιάσει κάποιον παίχτη.
    Εάν καταφέρει και πιάσει κάποιον, τότε γίνεται αλλαγή και το παιχνίδι συνεχίζεται. Εάν όχι, συνεχίζει ο ίδιος.

  74. sarant said

    73 Άλλο πάλι και τούτο! Μπράβο!

  75. spatholouro said

    Ε, όχι και τόσο αφειδώς το μπράβο: ένα κλικ γκουγκλόδρομος ήταν!

  76. Γς said

    73, 64:

    Σκέψου λέει

    >-Γουάτ ντας δατ μιν;

    -Ηawk!

    [και τι θα του ανταπαντούσα 😉 ]

  77. Λ said

    Γς Glad I made your day. Εγώ είδα ένα τσαλαπετεινό (πουπούξιο αλα κυπριακά) 5 μέτρα από το γραφείο μου και μου φτιαξε τη μέρα. Μόνο που οι τσαλαπετεινοί πάνε δυο δυο αλλά αυτός ήταν μόνος.

    Στο Κρανίδι υπάρχει επίθετο Τσούτουρου.

  78. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    >>Που είσαι ιέραξ; Εδώ είμαι στρουθίον.
    E λοιπόν, ακριβώς έτσι, το λέει ο πατέρας μου, χρόονια. Το έπαιζαν λέει στο σκολειό.Νόμιζα ότι ήταν κάποιο σκετς αλλά φαίνεται είναι μια παραλλαγή της τυφλόμυγας.Θα ρωτήσω. Κι ένας χωριανός παππούς όταν ήμουν μικρή με φώναζε πού είσαι στρουθίον, να του φτιάξω καφέ στον καφενέ μας.Το είχα τόσο πολύ συνηθίσει που δε με ξένιζε καθόλου και ήξερα από τότε ότι είναι κάποιο μικρό πουλάκι κι ότι προερχόταν από την σχολική ζωή των μεγάλων αφού το έλεγε κι ο μπαμπάς μου μα και η θεια μου.Σκέφτομαι μήπως ήταν γραμμένο στο «αναγνωστικό με τον ήλιο» ή σ άλλο τοτεινό βιβλίο του δημοτικού.
    Ξέχασα να πω ότι τα σπουργίτια τα λέμε ατσελέγους ή κοπρίτες και δεν τα τρώμε.

  79. sarant said

    78 Ωραίο!

  80. Πέπε said

    78:
    Η οποία τυφλόμυγα, το ξέρετε ότι είναι αρχαίο παιχνίδι;

    -Χαλκήν μυίαν θηράσω, έλεγε αυτός με τα δεμένα μάτια.
    -Θηράσεις, αλλ’ ου λήψει, απαντούσαν οι άλλοι.

    (Δεν το διάβασα στον Γκας Πορτοκάλο αλλά στον Σ. Μπο-Μποβί.)

  81. sarant said

    80 Γηράσκω αεί…

  82. Λ said

    Νομίζω την τυφλόμυγα τη λέμε ζίζιρο.
    72.Δεν θυμάμαι και είναι δύσκολο να μάθω γιατί έχουν αποδημήσει και οι δύο εις κύριον. Πρέπει να τύχει να συναντηθώ με παλιούς φίλους για να μάθω τις λεπτομέρειες. Πάντως there was no hunky punky
    0

  83. Λ said

    Τα αμπελοπούλια παρεμπιπτόντως δεν είναι ένα συγκεκριμένο είδος. Είναι όλα τα μεταναστευτικά είδη μικρού μεγέθους που τυγχάνουν να περνούν από το νησί μας

  84. sarant said

    83 Απαραίτητη η διευκρίνιση.

  85. Λ said

  86. Γς said

    83:

    >που τυγχάνουν να περνούν από το νησί μας

    που προσπαθούν να περάσουν
    😉

  87. Λ said

    σαν που είμαστε σταυραδερφοί, μπρατίμοι, πρώτοι φίλοι

    Μπρατίμοι πάει να πει αδέλφια. Οι σταυραδελφοί είναι οι καλαδελφοί (αυτοί που έχουν το ίδιο νονό ή στην περίπτωση που ο ένας βαφτίστηκε από το γονιό του άλλου;)

  88. 87 Κοίτα τώρα να δεις σύμπτωση: http://www.lifo.gr/now/greece/63620
    (οι σταυραδελφοί της δεύτερης περίπτωσης δεν παντρεύονται, και αυτό πιάνει και τους κουμπάρους. Άτυχο το ζεύγος)

  89. sarant said

    88 Παλιότερα και να σε είχε βαφτίσει ο ίδιος νονός υπήρχε κώλυμα, γιαυτό και η γιαγιά μου βάφτιζε μόνο κορίτσια. Τώρα, όπως βλέπω, το έχουνε άρει (αλλιώς στα Χανιά δεν θα μπορούσε να παντρευτεί κανείς γιατί όλους τους έχει βαφτίσει ο Μητσοτάκης)

  90. Κ.Γ.Κ. said

    Μια διόρθωση, αν επιτρέπεται: Λάζαρος Τσεκούρας

  91. sarant said

    90: Καλημέρα. Ο Καλλιανιώτης, που έκανε την έρευνα, δίνει «Τσιτούρας» όπως και στον εξάδελφό του

    http://blogs.sch.gr/thankall/?page_id=553

  92. Κ.Γ.Κ. said

    Και… μια συμπλήρωση: από χρόνια υπάρχει στο βιβλίο του Κοτζιούλα «Θέατρο στα βουνά» η ίδια φωτογραφία με λεζάντα: » Ο Γ. Κοτζιούλας, ο Γ. Σαμαράς (αρχίατρος της 8ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ) και ο Λάζαρος Τσεκούρας (ψευδώνυμο Σκουφάς -διευθυντής της υγειονομικής υπηρεσίας) στην Άρτα (12 Ιανουαρίου 1945)». Στην επανέκδοση (3η), των εκδόσεων «Δρόμων», Αθήνα 1014, σελ. vii.

  93. sarant said

    Aυτό δεν το είχα προσέξει, λάθος μου. Προφανώς πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, και τα δυο ονόματα (Τσεκούρας και Τσιτούρας) μοιάζουν, αλλά νομίζω ότι πιο έγκυρη είναι η μαρτυρία του συγχωριανού -δεν βρίσκετε;

  94. Κ.Γ.Κ. said

    Για του λόγου το αληθές σε όσα υποστηρίζω, σας παραπέμπω στο βιβλίο της Ευαγγελίας Σαμαρά «ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ / ΧΡΕΟΣ / Αναμνήσεις απ’ τη ζωή μου», «ΔΙΟΓΕΝΗΣ», ΑΘΗΝΑ, 1986. Σε κάποιες σελίδες η Σαμαρά αναφέρεται στον Λάζαρο Τσεκούρα, από την Αιανή Κοζάνης, με το ψευδώνυμο Σκουφάς. ΠΡΟΠΑΝΤΩΝ υπάρχει Η ΙΔΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ στη σελίδα 225 του βιβλίου της με λεζάντα: «Γιάννενα, Φλεβάρης 1945. Από αριστερά ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Γιώργος Σαμαράς και ο νοσοκόμος Λάζαρος Τσεκούρας». Ως προς τα πρόσωπα λοιπόν καμιά αμφιβολία! Διαφορά υπάρχει μόνο στον τόπο (Άρτα-Γιάννενα) και τη χρονολογία (12 Ιανουαρίου- Φλεβάρης). Η φωτογραφία αυτή αναγράφει από πίσω «Άρτα 12 Ιανουαρίου 1945». Εξάλλου τον Φεβρουάριο του 1945 ο Κοτζιούλας και ο Σαμαράς ήδη βρίσκονταν στην Ελασσόνα. (Ημερολόγιο Γ. Σαμαρά). Ευχαριστώ. Δεν επανέρχομαι.

  95. sarant said

    Μα, είναι σαφές ότι μιλάμε για το ίδιο πρόσωπο. Αλλά γιατί αποκλείετε να θυμάται λάθος η Βαγγελίτσα Σαμαρά το επώνυμο;

    Κάποιος από τους δύο έχει κάνει λάθος, ή η Βαγγελίτσα Σαμαρά ή ο Καλλιανιώτης.

    Αν στην Αιανή Κοζάνης υπάρχουν οικογένειες με το όνομα Τσιτούρας, όπως λέει ο Καλλιανιώτης, δεν αποκλείεται να είναι σωστό το Τσιτούρας. Ας μας πει και ο ίδιος.

  96. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    >>σαν που είμαστε σταυραδερφοί, μπρατίμοι, πρώτοι φίλοι
    Οι πρώτοι φίλοι είναι οι μπράτιμοι στο γάμο.Τα μπρατίμια όπως τους λένε.Προ χρόνων βρέθηκα σ ένα γάμο στην Τσαγκαράδα στο Πήλιο και οι μπράτιμοι,τα κολλητάρια του γαμπρού ,είχαν τον πρώτο λόγο στα έθιμα.Προσπαθούσαν να βάλουν το γοβάκι στη νύφη για να χορέψει και πλήρωναν την κάθε πρόβα της καρφιτσώνοντάς της χαρτονομίσματα στο μπούστο μέχρι να πει ότι της κάνει.Ξεχώριζαν μ΄ ένα λευκό μαντιλάκι και κορδελίτσα ή λουλουδάκι,δε θυμάμαι,στο πέτο.
    Τους μπράτιμους τους συναντούμε και στα δημοτικά τραγούδια.

  97. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Ετοιμάστηκα να γράψω για το σταυραδερφό πως είν ο φίλος ο μπιστικός και πως έχω ακούσει ιστορίες για «ένωση με αίμα» .Άνοιγαν τις φλέβες και διασταύρωναν συμβολικά το αίμα τους κι αυτό σήμαινε αιώνιο αδερφικό δεσμό.Τότε λέγονταν αδερφοποιτοί ή σταυραδερφοί.
    Ρίχνω μια γκουγκλιά και βρίσκω
    http://goldmine.capitalblogs.gr/showArticle.asp?id=16907&blid=16

  98. Κ.Γ.Κ. said

    Για να δικαιωθούμε όλοι, Ο Λάζαρος Τσεκούρας ή Λάζαρος (Λάζος) Τσικούρας ή Λάζος Τσιτούρας είναι ένα και το αυτό πρόσωπο! Ο Ίδιος υπογράφεται με τα δύο πρώτα ονοματεπώνυμα, από όσα έχω δει. Πιθανό να υπογράφεται και με Τσιτούρας. Οι δύο φωτογραφίες προέρχονται από διαφορετικούς κοινούς γνωστούς του Λάζαρου: την οικογένεια Σαμαρά και Κοτζιούλα και είναι ανάτυπα του ίδιου φιλμ. Οι δύο δημοσιεύσεις τους έγιναν από δύο διαφορετικές πηγές λοιπόν, γι αυτό και η διαφορά σε τόπο και ημερομηνία. Η Σαμαρά περιγράφει στο βιβλίο της την πορεία προς το Μέτσοβο με την Ευμορφία Κηπουρού-Κοτζιούλα και το Λάζαρο Τσεκούρα και η Ευμορφία Κηπουρού τον ονοματίζει Τσεκούρα, παρέχοντας την επιβεβαίωση των προσώπων στη φωτογραφία όπου ο Κοτζιούλας αναγράφει πίσω της ιδιόχειρα «Άρτα,12 Ιανουαρίου 1945». Σε επιστολές και φωτογραφία του Τσεκούρα από την Τασκένδη ο ίδιος υπογράφεται Τσεκούρας, Τσικούρας αντίστοιχα. Άλλος αντάρτης του Δημοκρατικού στρατού, που τον γνώριζε ως υπεύθυνο των οικονομικών, τον αναφέρει και Τσιτούρα!
    Επομένως, και Κοζάνη και…Λοζάνη κ.α.

  99. sarant said

    Α, είναι ωραίο να δικαιώνονται όλοι!

    Αν το ήξερα θα έβαζα τίτλο «Λάζος Τσεκούρας ή Τσιτούρας».

  100. Ως ιστορικός, Δρ. Ιστορίας ΑΠΘ και συγχωριανός του Λάζου βεβαιώνω: επώνυμό του το Τσιτούρας. Κάθε άλλη γραφή είναι αμάρτυρη. Το 1946 ο Λάζος βγήκε στις ΟΔΕΚ Βεντζίων και το επόμενο έτος μετεγράφη στο ΓΑ του ΔΣΕ. Το φθινόπωρο του 1948 ονομάστηκε ανθυπολογαχός του ΔΣΕ και δίδασκε μαζί με τους γιατρούς Σακελλαρίου και Δάμκα στην 5μηνη σχολή νοσοκόμων στο Βίτσι. Όταν το 1949 κατέφυγε ο Λάζος στην Τασκένδη, φοίτησε σε 3ετή σχολή νοσοκόμων στο Κίεβο. Παντρεύτηκε στην Τασκένδη και δεν επέστρεψε ποτέ στο χωριό. Δες τε και τη διατριβή μου, ιδιαίτερα στη σ. 202, http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/19183#page/202/mode/2up

  101. Κ.Γ.Κ. said

    Κύριε Καλλιανιώτη, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε. Επομένως ο Κοτζιούλας για κάποιον άλλον Τσεκούρα έγραψε ποίημα και άλλα διάφορα κι όχι για τον δικό σας συγχωριανό Τσιτούρα, γιατί Τσιτούρα μάλλον δεν είχε γνωρίσει. Προφανώς η Ευαγγελία Σαμαρά και η Ευμορφία Κοτζιούλα τον Τσεκούρα της φωτογραφίας γνώριζαν κι όχι τον δικό σας, αφωτογράφητο, Τσιτούρα.

  102. Reblogged this on anastasiakalantzi50.

  103. Γς said

    87, 66, 89:

    Και πλάκα είχε η δήλωση του δικού μου Χ που θέλησε να διαψεύσει δημοσιεύματα ότι:
    «Παρανόμως έχουν διορισθεί στο δημόσιο τα ‘πνευματικά τέκνα΄ του Χ, το ζεύγος Α & Β»

    -Αν ήταν πνευματικά μου τέκνα, τότε δεν θα είχαν παντρευτεί.

    Πάντως τώρα που το σκέφτομαι ο μπάρμπας μου ο Πότης, που την κοπάνησε από την Ελλάδα για να μην τον σκοτώσουν τάχα μου οι Χίτες, δεν ήταν παραβάτης μόνο του ΠΚ, ως δίγαμος , αλλά και του…θρησκευτικού Κώδικα. Μιας και την έκανε μαζί με την κόρη της νονάς του!

    http://caktos.blogspot.gr/2015/01/bolivar.html

  104. spatholouro said

    «ρετσίνα παντελόνι»

    Θαρρώ επιβεβαιώνεται ότι πρόκειται για τα συγκεκριμένα ντρίλινα παντελόνια από του Ρετσίνα, καθώς πέτυχα χθες ένα δημοσίευμα (ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, 9/8/1949) για τους ψαράδες της Φρεαττύδας «με τα ρετσινένια πανταλόνια»…

  105. sarant said

    Α μπράβο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: