Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τα πειράγματα (Α. Καρκαβίτσας)

Posted by sarant στο 13 Απρίλιος, 2015


Οι δεύτερες μέρες των μεγάλων γιορτάδων, του Πάσχα και των Χριστουγέννων δηλαδή, είναι από τις πιο ανθεκτικές αργίες, εκείνες που δεν μπόρεσε μήτε ο θριαμβολογών καπιταλισμός να εξαρθρώσει. Είναι αργίες και για τη μπλογκόσφαιρα, καθώς έτσι κι αλλιώς η κίνηση έχει μειωθεί. Άλλες χρονιές δεν έβαζα καθόλου άρθρο τέτοια μέρα, είτε επειδή είχα φύγει μακριά είτε γιατί δεν άντεχα να στρωθώ να γράψω έχοντας μόλις σηκωθεί απ’ το γιορταστικό τραπέζι. Πέρσι, η δεύτερη μέρα του Πάσχα έπεφτε εικοστή πρώτη Απριλίου κι έβαλα ένα κομμάτι με αναμνήσεις από κείνη τη μέρα. Για φέτος, σκεφτόμουν κάτι λογοτεχνικό, που να μην είναι ακριβώς πασχαλινό, αφού τέλειωσαν οι γιορτές, αλλά να μην είναι και τελείως άσχετο -και τελικά νομίζω πως το βρήκα.

Πριν από κάμποσες μέρες, φίλος του ιστολογίου είχε εκφράσει την επιθυμία να βάλουμε ένα διήγημα από τα Λόγια της πλώρης του Καρκαβίτσα. Πολλά θα μπορούσα να διαλέξω, τα έχω άλλωστε ανεβάσει όλα στον παλιό μου ιστότοπο, με την ωραία παλιά εικονογράφηση και σε μερικά με εξηγήσεις των ναυτικών όρων που χρησιμοποιούνται, πληκτρολογημένα τα περισσότερα από τον πολύτιμο φίλο Γιάννη Π., φιλόλογο, που έχει πλουτίσει το ελληνικό λογοτεχνικό Διαδίκτυο με δεκάδες μεγάλα κείμενα. Διάλεξα τα «Πειράγματα», παρόλο που το θέμα του δεν είναι καθαυτού ναυτικό, δεν έχει δηλαδή σύγκρουση με τη θάλασσα και με τα στοιχιά της, αφενός επειδή έχει στην πλοκή κάποια σχέση με το Πάσχα, και αφετέρου επειδή πιάνει τα πειράγματα για τους κατοίκους διάφορων τόπων, θέμα που ενδιαφέρει το ιστολόγιο -δείτε, ας πούμε, τα παλιότερα άρθρα μας για τα Ακληρήματα και για τον Υμνούμενο. Τέτοιες ιστορίες ήταν πολύ΄διαδεδομένες παλιότερα,πριν γίνουμε οι μισοί Αθηναίοι.

peiragmataΤΑ ΠΕΙΡΑΓΜΑΤΑ

Είδες τόνε, είδες τόνε; – Είδα τόνε. – Κι ίντα φορούσε; – Άσπρη βράκα, άσπρη βράκα! – Κι ακόμα δεν την έβαψε!…

Ο Πέτρος Σαντορινιός ο θερμαστής, περνώντας καταϊδρωμένος από τη μηχανή στην πλώρη, έριξε αδιάφορα τάχα τα λόγια του σε μερικούς ναύτες που έραφταν καθισμένοι κατάχαμα ένα πανί. Με τούτα θέλουν να ειπούν οι ναυτικοί πως οι Καστελοριζίτες, αφήνοντας το νησί τους για να ζητήσουνε στα ξένα τύχη, φορούν άσπρη φουφουλόβρακα και τη βάφουν μόλις καλυτερέψουν τα οικονομικά τους. Γι’ αυτό κάποιου ξενιτεμένου η γυναίκα συχνορωτά όσους γυρίζουν στην πατρίδα, όχι τόσο για την υγειά του αντρός της, όσο για την προκοπή του και κράζει μελαγχολικά, που δεν αναγνωρίζει το ποθητό χρώμα στο φόρεμά του. Οι ναύτες τώρα, στη δουλειά τους προσηλωμένοι, καθόλου δεν επρόσεξαν στο θερμαστή και τα λόγια του. Ο Στελόγιωργας όμως, που γνώριζε πατρίδα του αυτό το ξερονήσι, αν και είχε γεννηθεί στη Νάξο, πήδηξε άξαφνα σαν τον κέντησαν στον πισινό. Αυτόν ηθέλησε να πειράξει ο Σαντορινιός με τα λόγια του! Μα αυτός είχε συνήθεια να μη χαρίζεται σε κανένα. Ζεστό ήξερε να χτυπά το σίδερο. Και λυγίζοντας τη φωνή του σύμφωνα με την προφορά των γυναικών της Σαντορίνης, ανταπόδωκε αμέσως το πείραγμα.

– Και μπρε το πουλί μου… Τσ’ αν πας στο Ταϊγάνι τσ’ ερθείς με το καλό, να μου φέρεις ένα φλασκί ταμπάκο, να σε γλυκοφιλώ!…

Ο θερμαστής είχε το ένα πόδι στη σκάλα κι ετοιμαζόταν να βάλει και τ’ άλλο. Πήγαινε ν’ αλλάξει τα βρεμένα ρούχα του. Ακούοντας όμως του ναύτη τα λόγια πισωπάτησε αλαφιασμένος, σα να είδε το φίδι εμπρός του. Α! μα αυτό ήταν πάρα πολύ!… Τ’ ήθελε ν’ ανακατέψει τις γυναίκες στα πειράγματά του ο Στελόγιωργας; Ναι, αληθινά· η μάνα του έβαζε ταμπάκο κι η αδερφή του· συνήθεια του τόπου. Με τούτο όμως δε θα ειπεί πως η γυναίκα εκεί άλλαξε ολωσδιόλου· πως από τα στολίδια και τα ρούχα και τα συγύρια του σπιτιού της προτιμά ένα φλασκί ταμπάκο!… Ο θερμαστής κοίταξε κατάματα το ναύτη, να γνωρίσει αν τα είπε με κακό σκοπό τα λόγια του, να προσβάλει στ’ αληθινά. Ξέρουν όλοι μέσα στο καράβι πως αυτός δεν τις δέχετ’ εύκολα τις προσβολές. Είδε όμως το πρόσωπό του να λάμπει από ειλικρίνεια· γνώρισε στα μάτια του άδολη τη χαρά που κατόρθωσε να τον θυμώσει τόσο εύκολα. Έφτυσε δυο τρεις φορές στα πόδια του, έσκασε τα γέλια και άρχισε ν’ αναζητά στη μνήμη του τόσα άλλα ανέκδοτα που έχουν για τους Καστελοριζίτες οι ναυτικοί. Αθέλητα όμως πειράχτηκαν τα νεύρα του και το μυαλό σταμάτησε απότομα, όπως σταματά η μηανή στο βαπόρι μ’ ένα κατέβασμα της λάμας. Δε δούλευε καθόλου π’ ανάθεμά το! Διάβαιναν εμπρός του πλήθος τα πειράγματα, όμως κουλουριασμένα σαν αρμαθιά χελιών, που δε γνωρίζεις πού η ουρά τελειώνει και πούθε αρχίζει το κεφάλι. Θυμήθηκε τη χαρά του πεθερού, όταν είδε το γαμπρό του ξεβράκωτο: – «Γεια σου, καλέ γαμπρέ, που θα χορτάσεις το καημένο το κορίτσι μου!»· ξεχώρισε τη μονάκριβη συκιά που έχει το νησί και μνημονεύεται σε όλα τα προικοσύμφωνα, μα δεν είχε πρόχειρα και τα λόγια τους: Γράψε, γράψε! – Γράψε και τι να γράψω; – Γράψ’ ένα κλωνί συκιά περ πονέντε!…

Μα εκεί που έμενε έτσι αφαιρεμένος και φουρκισμένος που δεν τον βοηθούσε η γλώσσα, είδα άλλο ναύτη, ένα γέροντα χοντροκαμωμένο και κακοτράχαλο, να γελά πονηρά και κάτι να ψιθυρίζει στον Καστελοριζίτη. Βέβαια του θύμιζε κάποιο πείραγμα της Σαντορίνης αυτό το καβοντόγιο. Μα τι θέλουν οι άλλοι και ανακατώνονται στις κουβέντες τους! Και παίρνοντας την προφορά που έχουν οι Βαρνιώτες της Θράκης, με την περιφρόνηση που τρέφουν οι Ασπροθαλασσίτες ναυτικοί για τους Μαυροθαλασσίτες συναδέλφους των:

– Μ’ αφείς, πουΐ μ’, μ’ αφείς· είπε αλλάζοντας κατά τη φράση και τη φωνή, από το τρυφερό γυναίκειο στο βάναυσο αντρίκιο τόνο. – Να φύω θω!… – Και πού α πάγεις, και πού α πάγεις; – Στο Μπαλτζίκι. – Αχ! Στα χαμένα νερά! Και πότε θ’ ακούσω τις χαλκαδένιες σου να κάνουν γράντα γράντα;…

– Εσχημάτιζε τις χαλκαδένιες του, τις αλυσίδες της άγκυρας, πώς βυθίζονται στα νερά και κάνουν γράντα γράντα, έδειχνε πως το Μπαλτζίκι απέχει ώρα μόλις απ’ τη Βάρνα· έπαιρνε στο πρόσωπο τον τρόμο της γυναίκας για το μακρύ κι αβέβαιο ταξίδι του αγαπημένου της και σύγκαιρα την απελπισία εκείνου για το χωρισμό και την περηφάνια για το κατόρθωμα. Ο θερμαστής έδινε στη φωνή, στη στάση, στις χερονομίες του τόση αστεία μεγαλοπρέπεια, που έσκασαν όλοι, ναύτες και θερμαστές, στα γέλια και κοίταξαν το Βαρνιώτη, σαν κάτι παράξενο και περιφρονημένο πράμα. Έτοιμοι ήταν να του ριχτούν όλοι με σαρκασμούς.

Εκείνος χαμογέλασε στην αρχή, αναψοκοκκίνισε, έριξε το κεφάλι κάτω και τράβηξε να φύγει. Ήταν ήσυχος ανθρωπάκος, φευγάτος από την πατρίδα του, από τη δουλειά και την κακοπάθεια αφανισμένος, είχε ολόκληρη λυκοφαμελιά στη ράχη του και δεν του έμενε καιρός για μαλώματα και καβγάδες. Μα εκεί που διάβαινε κοντά στον Κώστα το θερμαστή, εκείνος άπλωσε την αρίδα του, πεδικλώθηκε ο ναύτης και κύλησε χάμω σαν ασκί. Τώρα τα γέλια έσκασαν στο καράβι δυνατά και τρανταχτά. Αλλά ο Μίμης ο Γαλαξιδιώτης ήρθε τότε σύντροφος στο γέροντα και ηθέλησε να τον βοηθήσει στη γλωσσοφαγιά.

– Μωρέ, δεν του μιλάς! είπε προστατευτικά. Όποιος δε μιλεί εδώ μέσα, ζωντανό τον θάφτουνε. Τι ρίχνεις το κεφάλι κάτου και φεύγεις; Να κι ο Κρητικομηλιός τώρα που βγήκε στο μεϊντάνι. Δεν πάει να βάλει νέφτι σαν τον πατριώτη του. Ακούς, είχε μιαν οκνή γαϊδάρα και κάποιος τον συμβούλεψε να της αλείψει νέφτι τον πισινό. Το ’καμε ο μπουρμάς κι αλήθεια δεν είχε στασιό από τότε· έφευγε βαπόρι. Μα τώρα ο φίλος ξεποδαριάστηκε. Έτρεχε· πού να τη φτάσει! Σαν έξυπνος τέλος αλείβεται και κείνος νέφτι. Τώρα τη φτάνει και την περνάει. Διαβαίνει από το σπίτι του και βάνει τις φωνές: – Γυναίκα! ε, γυναίκα! έβγα να πιάσεις το χτήμα και γω έχω δρόμο ακόμη!…

Ο Κώστας δέχτηκε του Γαλαξιδιώτη το πείραγμα και τους σαρκασμούς των συντρόφων του. Σούφρωσε μόνο τα χείλη, αγνάντεψε τον ουρανό ψηλά, τις πράσινες στεριές αντίκρυ, κάτω τη γαλάζια θάλασσα που αυλάκωνε το πλοίο κι έβγαλε ένα πουφ! περιφρονητικό. Και όταν έπαψε ο θόρυβος, τέντωσε την άλλη του αρίδα, ανακλαδίστηκε χάσκοντας πιθαμή το στόμα, λες και ήθελε να χάψει τον ήλιο, και είπε με φωνή σύγκαιρα αναγελάστρα και ράθυμη στο ναύκληρο:

– Και σου λένε, Μπαρμπαγιώργη, πως δεν είναι έξυπνοι οι Γαλαξιδιώτες. Αφού και στη στεριά παίρνουν οδηγό το μπούσουλα!… Αφού μετρούν τα χωράφια τους από άρμπουρο σ’ άρμπουρο κι απ’ ασφάκα σ’ ασφάκα… Και δεν είναι παλικάρια, γιατί πήραν το τιτίβισμα των περιστεριών για ληστάδες κι έφυγαν αφήνοντας τις γυναίκες τους στους νταβλοκαλόγερους!…

Ο Γαλαξιδιώτης άναψε αμέσως. Το χαμόγελο έσβησε στα χείλη του και χαλκοπρασίνισε σαν την οχιά. Α, δεν τα σηκώνει ο Μίμης αυτά! Ό,τι κάνουν οι άλλοι, καλά καμωμένα. Μα αυτόν δε θέλει να τον πειράζει κανείς. Αψύς σηκώθηκε απάνω και ήρθε κατάμπροστα στο θερμαστή, βάζοντας τα χέρια στη μέση του, σα να τον προσκαλούσε στο πάλεμα.

– Α στο διάβολο, είπε, σαλιάρη, που δεν ξέρεις τι λες.

– Να χαθείς, βλάχο! απάντησε ο Κώστας θυμωμένος.

Κι ευθύς τινάχτηκε ολόρθος, ζύγωσε κοντά με τα χέρια και αυτός στη μέση, τον κοίταξε κατάματα, έσμιξαν μύτη με μύτη και σφύριξε πάλι:

– Να χαθείς, παλιόβλαχε!

Χόχλαζε και στους δυο ο θυμός. Ετοιμάστηκαν να χυθούν ένας στον άλλον, να γροθοκοπηθούν, να ξεμαλλιαστούν, να ξεσχιστούν· το κατάστρωμα να στρώσουν με τα κρέατά τους· να βάψουν τη θάλασσα με το αίμα τους. Αλλά ο Μπαρμπαγιώργης ο ναύκληρος μπήκε στη μέση, έσπρωξε τον ένα από δω, έριξε τον άλλο από κει και ορθός ανάμεσά τους:

– Ε, ντραπείτε και μια στάλα, ρε παιδιά· είπε με την τρανταχτή φωνή του. Αμή!… σα δε θέλετε να σας πειράζουν, μην πειράζετε και σεις! Καμιά φορά ένα πείραγμα φέρνει χίλια κακά. Είδα τόσα και τόσα στη ζωή μου! Από τέτοια αθώα πειράγματα χάθηκε το παιδί ο Ανέστης, ελαφρό το χώμα του. Μωρέ παίδαρος μια φορά! Και χάθηκε από ποιον; Από μια μύξα!… Α, εκείνο το κακό δε θα μου το βγάλει μήτε η πλάκα.

»Είμαστε στη Νοβοροσίσκη μ’ ένα γαλαξιδιώτικο μπαρκομπέστια. Εγώ ναυτολογήθηκα στην Πόλη. Εκείνοι ήταν από πριν. Είχαν πολλά ταξίδια μαζί και ήταν θαρρεμένοι. Αλλά με όλα τα θάρρη τους, άμα άκουε κανένα λόγο για τους πατριώτες του, ο Γεράσιμος ανατρίχιαζε σαν το λυσσασμένο σκυλί εμπρός στον καθρέφτη.

Ο Ανέστης ήταν Σπετσώτης, αρβανίτικο κεφάλι – μπίντα σωστή! Είχε όμως αγαθή ψυχή· όση κορμοστασιά, τόση και καρδιά. Του άρεσαν τα γέλια και τα ξεφαντώματα. Μια δραχμή να είχε στην τσέπη, τη θυσίαζε για τους φίλους· τα ρούχα του πουλούσε για το σύντροφο. Εγνώρισα την καρδιά του μόλις πάτησα στο καράβι. Ο καπετάνιος δεν ήθελε το Γεράσιμο γιατ’ ήταν βλάστημος και σπιούνος. Αποφάσισε να τον βγάλει και γι’ αυτό ναυτολόγησε μένα. Ο Ανέστης όμως ήξερε πως είχε φαμελιά απάνω του και ηθέλησε να τον σώσει. Είπε στον καπετάνιο πως ήβρε δουλειά έξω και θ’ άφηνε το καράβι. Τον παρακάλεσε στη θέση του να κρατήσει τον Κεφαλλονίτη. Εκείνος κατάλαβε, αγαπούσε και το παιδί. Κράτησε τους δυο, κράτησε και μένα.

Μα εγώ ένιωσα τη διαφορά αμέσως. Μίλια ήταν μακριά ο ένας από τον άλλον. Ο Γεράσιμος φαρμακομύτης, αγέλαστος, κρυφονούσης, βρασμένη ψυχή. Ο Ανέστης το ενάντιο. Ό,τι έλεγε η καρδιά, το έδειχνε στα χείλη ο Σπετσιώτης. Ό,τι έλεγαν τα χείλη, το τάφιαζε στ’ απόκρυφα της ψυχής ο Κεφαλλονίτης. Και μέσα εκεί, σαν σε λεβέτι αγάνωτο, το έβραζε και το ανακάτωνε για χρόνια, ώσπου το έριχνε έξω φαρμάκι και χολή.

Ο Ανέστης όμως δεν πρόσεχε και πολύ στα τέτοια. Όταν ήθελε να γελάσει – και το ήθελε συχνά ο κακόμοιρος! – έλεγε το λόγο του, αδιάφορο και να πλήγωνε κανένα. Είχε να ειπεί για τους Κεφαλλονίτες, όπως και για κάθε τόπο της Ελλάδας. Εμείς οι Ρωμιοί τα έχουμε αυτά. Τ’ άφηκαν κληρονομιά οι παλαιοί μας. Έλεγε λοιπόν πως οι Κεφαλλονίτες στην Επανάσταση βγήκαν να πολεμήσουν στου Λάλα ξαρμάτωτοι. Και όταν τους ρώτησαν οι ντόπιοι γιατί πηγαίνουν έτσι στον πόλεμο, εκείνοι απάντησαν με την παιδιάτικη προφορά τους: – Α δα και άρματα θέλουμε! Βγάνε βρούλα, δένε Τρούκους!… Κι έπειτα που τους λιάνιζε με το γιαταγάνι ο εχθρός, φρόντιζαν να μη χαλάσουν τα ρούχα τους! Κάτσε, καλέ αγά, και μη μου χαλάς το γαμπά μου!…

Ο Γεράσιμος τ’ άκουε αυτά, μα δεν έλεγε τίποτα. Τι να ειπεί που έτρεμε του Ανέστη το γρόθο; Άσπριζε μόνο ως τ’ αυτιά· έδειχνε στο χαμόγελό του γούλια κατακίτρινα, σα να είχαν φαρμακόφιδο μέσα τους, και κινούσε το κεφάλι ρίχνοντας σουβλερές ματιές στον ξεφαντωτή. Δε μου άρεσε καθόλου αυτό το παιχνίδι. Ήθελα να πείσω το παιδί να λιγοστέψει τα χωρατά.

– Μην το κάνεις έτσι, μωρέ· πειράζεται ο Κεφαλλονίτης.

– Μπα· είπε σηκώνοντας τις πλάτες. Εγώ δεν τα κάνω να τον πειράξω. Έτσι τα λέω.

– Μα εκείνος τα παίρνει στ’ αλήθεια.

– Δε βαριέσαι!…

Κι έφυγε από κοντά μου αντιπατώντας τις πατούσες του στα σανίδια, σα να έλεγε πως έτσι μπορεί να πατήσει καθένα, που θα θελήσει να αντισταθεί στη χαρά του. Εγώ δεν απελπίστηκα. Μίλησα στον Ανέστη, ηθέλησα να μιλήσω και στο Γεράσιμο.

– Σε πειράζει, πείραξέ τον και συ· του είπα. Μιλεί για τους συντοπίτες σου· μίλησε για τους δικούς του. Μην έχουν λίγα οι Σπετσιώτες! Να, πες του για το αρνοκέφαλο. Κάποιος ψώνισε από την αγορά ένα αρνοκέφαλο. Μα στο δρόμο τού γλίστρησε κι έπεσε στη θάλασσα. Κάνει να το πιάσει, αδύνατο· το κεφάλι όλο και μάκραινε από την ακρογιαλιά. Ο έξυπνος τότε τι σοφίζεται; Παίρνει μια τούφα χορτάρι και τη δείχνει στο αρνοκέφαλο. – Ψου!… ψου!… το μαύλιζε…

Δε μ’ άφησε να τελειώσω. Πήδηξε ορθός, με άρπαξε από τον ώμο.

– Δεν τα ξέρω γω αυτούνα! δεν τα ξέρω γω αυτούνα! ρέκαξε τρέμοντας. Ή θα πάψεις ή μα τον Άγιο!…

Και στύλωσε μάτια τόσο θυμωμένα στο φοβερό μπαλτά, που πίστεψα πως το σύνεργο σερνόταν να πέσει στα χέρια του. Από την ώρα κείνη το κατάλαβα. Ο Κεφαλλονίτης αδύνατο να μη μας κάμει δουλειές στο καράβι. Και τις έκαμε αλήθεια. Τις έκαμε γρηγορότερα και φοβερότερα απ’ ό,τι φανταζόμουνα.

Είχαμε κοντόγεμο το καράβι που μας πλάκωσε η Λαμπρή. Ο καπετάνιος φρόντιζε να πάρει το φορτίο και να φύγει πριν έρθουν οι άγιες ημέρες· μα στάθηκε αδύνατο. Έφτασε η Μεγάλη Πέφτη, έπαψε το φόρτωμα. Είδες τι θρήσκοι που είναι στη Ρουσία! Θεός και Τσάρος· τίποτ’ άλλο. Έπαψε κάθε δουλειά και ρίχτηκε ο κόσμος στις εκκλησιές. Θέλοντας μη θέλοντας, κάναμε και μεις το ίδιο. Ήρθε η Κυριακή· άρχισε το Χριστός βοσκρέσια. Χριστός ανέστη και μεις. Ο καπετάνιος έψησε το αρνί, μας μοίρασε από ένα κόκκινο αυγό, μας έδωκε λίγο κρασί.

Ήταν μέρα καταχνιασμένη και ζεστή, από κείνες που βλέπουν συχνά τ’ άγρια εκείνα λιμάνια. Δεξιά ο Καύκασος, ένα βουνό που χύνει στους θυμούς του φοβερό ανεμοστρόβιλο, τώρα πλάγιαζε ήρεμο, σαν λέοντας κοιτάζοντας τα πέλαγα. Αριστερά η πόλη φτωχική, με λίγα σπίτια και περισσότερες καλύβες, με πλατείς δρόμους πελαγωμένους στη λάσπη και μια εκκλησούλα πρασινοθόλωτη στη μέση, έμοιαζε ψαροχώρι. Και ανάμεσα το δάσος καψαλιασμένο πρόβαινε από την κλεισούρα με κάποιο αργό λούφασμα, λες και προσπαθούσε να συρθεί στην ακρογιαλιά, να χαρεί και κείνο το χλιο το κύμα. Κι έβγαινε απ’ ολούθε βουή και θόρυβος· από το μελαγχολικό του ζητιάνου οργανέτο και από το βραχνιασμένο λαρύγγι των χαροκόπων. Άλλοι έτρεχαν αποκαρωμένοι απάνω στ’ αμάξια· άλλοι άρπαζαν τη μποτίλια της βότκας· άλλοι χόρευαν μεσοστρατίς κι άλλοι γκρεμίζονταν αναίσθητοι, γυναίκες και άντρες μαζί, στα χαλίκια του γιαλού και τους τράφους του δρόμου.

Οι ναύτες, όλοι στην πλώρη συναγμένοι, είχαν μπλεχτεί χεροπόδαρα κι ένας τριβόταν στη ράχη τ’ αλλουνού, άλλος έβανε στα σκέλια του άλλου το κεφάλι· μερικοί πάλευαν και άλλοι κυνηγιόνταν. Το σώμα τους, μαθημένο στη δουλειά, δεν μπορούσε να μείνει τώρα άδουλο. Είδα πως ο Ανέστης είχε διάθεση και ηθέλησα να τον σηκώσω από κει.

– Έλα, του λέω, ν’ ανοίξουμε τα πανιά να λιαστούνε σήμερα. Τα ’φαγε η νοτιά τόσες μέρες.

– Τράβα κι έφτασα· είπε πρόθυμος.

Στη δουλειά δεν έλεγε όχι. Τράβηξα εμπρός, σκάλωσα στο πισινό και άρχισα να λύνω τα σχοινιά. Μα δεν πρόφτασα να πάω στο τρίτο και άκουσα φωνές πίσω μου. Ο Ανέστης, παίρνοντας αφορμή από το μπλέξιμο των συντρόφων του, θυμήθηκε να ειπεί για τους σαράντα Κεφαλλονίτες. Όλοι θα έχετε ακουστά πως σαράντα θεριστάδες κοιμήθηκαν τη νύχτα σαν σαρδέλες σ’ ένα στενό αχεριώνα και την αυγή δεν ήξεραν πώς να ξεχωρίσουν τα πόδια τους. Ένας ήθελε να πάρει του άλλου και φιλονικούσαν. Ώσπου βρέθηκε κάποιος βουκόλος και με το χοντροράβδι του έκαμε καθένα να πάρει τα δικά του και να φύγει. Δεν ήταν τίποτε. Μα ο Γεράσιμος, μπορεί να ήταν και πιωμένος λιγάκι, άρχισε τις βλαστήμιες. Φρίξον, ήλιε! Ο Ανέστης ακούοντάς τον ξαπλώθηκε χάμω ξεκαρδισμένος στα γέλια. Και όσο γελούσε, τόσο εκείνος άφριζε και μάνιζε. Κατεβαίνω να ιδώ τι γίνεται· απαντώ το Γεράσιμο πρασινοκίτρινο σαν τη μπακρίλα.

– Τι πάθατε, μωρέ παιδί;

– Θαν του πιω το αίμα, μα τον Άγιο· θαν του πιω το αίμα!… λέει άγρια.

Και φεύγει κατά την πρύμη βιαστικός, με τα μαλλιά σηκωμένα, μ’ ένα βήμα άταχτο, σα να του δώκανε χτυπιά στο κεφάλι.

– Χριστός βοσκρέσια!… Χριστός βοσκρέσια!… γροικώ εκείνη την ώρα φωνές και γέλια. Τρέχω στην κουπαστή· τι να ιδώ; Του διαβόλου πέντ’ έξι Ρούσες κολυμπούσαν στην πλώρη μας. Είδαν τη μέρα ζεστή, έπιαν και καμιά βότκα παραπάνω και ρίχτηκαν να παιγνιδίσουν με το κύμα. Βουτούσαν το κεφάλι κι έπειτα τινάζονταν ολόρθες, με τα ξανθά μαλλιά τους κολλημένα στα μαρμαροτράχηλα· με τα στήθη ολόμεστα· με τα χιονάτα κορμιά στο κύμα σα διαμαντόπετρες κλεισμένες στο ζαφείρι. Έπαιρναν νερό με τις φούχτες τους, το έριχναν απάνω μας και ανοιγοσφαλώντας τα χειλάκια τους σα μύδια φώναζαν ολόχαρες:

– Γόσποντιν! Χριστός βοσκρέσια!… Χριστός βοσκρέσια, σαλιότκοι!…

– Ναι, Χριστός ανέστη!… Χριστός ανέστη! ποιος λέει τ’ όχι!…

Είμαστε όλοι κρεμασμένοι στην κουπαστή· το μάτι μας γαρίδα! Έβλεπες μέσα στο θαμπό νερό τα κορμιά τους κίτρινα σαν ελεφαντοκόκαλο ν’ αργοκινούνται και σ’ έπιανε ανατριχίλα και πείσμα. Πείσμα και ζήλια. Μας άπλωναν τα χέρια· τους δίναμε την ψυχή. Οι ραντίδες που έπεφταν απάνω μας, λέγαμε πως ήταν κάτι από το κορμί τους και τις σφίγγαμε στον κόρφο, τις φέρναμε στα χείλη με αχορταγιά. Τους ρίχναμε πορτοκάλια· τους πετούσαμε μεταξομάντιλα. Και κείνες θεότρελες τσαλαβουτούσαν εδώ και κει, άρπαζαν τα χαρίσματα, έπιαναν την καρίνα, αρπάζονταν στα σχοινιά ν’ ανεβούν απάνω τάχα και φώναζαν ολογέλαστες:

– Για βας λιουμπλιού!… Για βας λιουμπλιού!…

– Ναι, σ’ αγαπώ! και γω σ’ αγαπώ!… τους φώναζε ξετρελαμένος ο Ανέστης.

peiragmata2Άξαφν’ ακούω πίσω μου βροντή. Είπα πως κόπηκε η άγκυρα, πως έσπασε κανένα κατάρτι. Γυρίζω τρομαγμένος· ωχ, αλίμονο. Ο άθεος Κεφαλλονίτης έκαμε το λόγο του. Καθώς έσκυφτε στην κουπαστή ο Ανέστης, μια του έδωκε με το μπαλτά και χώρισε το κεφάλι από το κορμί. Τόση δύναμη έβαλε, που έμεινε καρφωμένος πιθαμή ο μπαλτάς στη σανίδα. Δεν πρόφτασα να κινηθώ από τη θέση μου, να καλοϊδώ το ακέφαλο κορμί που σπάραζε στο αίμα του και βλέπω το φονιά να πηδάει στο τσιμπούκι και να ρίχνεται στη θάλασσα, σκούζοντας σαν το ρήσο.

– Πιάστε τον!… φώναξα.

Μα δεν είδα στα γελαστά νερά παρά τις Ρούσες που έφευγαν με φωνές στο ακρογιάλι, σαν κοπάδι δελφινιών εμπρός στη φάλαινα!…»

Και με το λόγο έχωσε τη βελόνα δυνατότερα στο πανί ο Μπαρμπαγιώργης ο ναύκληρος, σα να σούβλιζε την καρδιά του Κεφαλλονίτη. Κάποια ανατριχίλα φάνηκε να κυριεύει όλους, ναύτες και θερμαστές. Κοίταξε ένας τον άλλο σοβαρά, σα να συνεννοούνταν πως αληθινά πρέπει ν’ αφήσουν τα πειράγματα. Έπειτα όμως χαμόγελο άνθισε στα χείλη τους. Μπα! όσα πειράγματα κι αν ειπούν δε θα φτάσουν ως εκεί. Και άξαφνα ο Κώστας ο θερμαστής με φωνή παραπονιάρα, βλέποντας τον Κιμωλιάτη το μάγερα:

– Κι αν μάθεις πως έπεσ’ από τον κούντρο, μην το πιστέψεις, μάτια μου… Κι αν μάθεις πως έπεσ’ από τον παπαφίγκο, μην το πιστέψεις, μάτια μου… Μ’ αν ακούσεις πως έπεσε η καζάνα και με πλάκωσε, πίστεψέ το!… πίστεψέ το!…

 

Καναδυό λεξιλογικά:

* καβοντόγιο: γεροξεκούτης, σύμφωνα με το γλωσσάρι της έκδοσης. Αλλά δεν έχω ξανασυναντήσει τη λέξη ούτε έχω ιδέα για την ετυμολογία της -ηχητικά θυμίζει βέβαια το Καβοντόρο.

* μπουρμάς: δειλός σύμφωνα με το γλωσσάρι της έκδοσης, αλλά δεν είμαι βέβαιος. Θα έλεγα, ο ανίδεος. Στα Κρητικά και ο εξωμότης. Και παροιμία, Κατέχει ο μπουρμάς ιντά’ναι ο χουρμάς; για όποιον αδυνατεί να εκτιμήσει κάτι εκλεκτό.

* μπαρκομπέστια: είδος τρικάταρτου ιστιοφόρου. Κάπου βρήκα ότι είναι «δρόμων ημιολικός», αλλά αυτό είναι πιο ακαταλαβίστικο.

* μπίντα: η δέστρα. Κι επειδή η δέστρα εξ ορισμού είναι αμετακίνητη, μεταφορικά σημαίνει τον ξεροκέφαλο, το αγύριστο κεφάλι.

* γαμπάς, αμπάς: πανωφόρι.

* γούλια: τα ούλα.

* κοντόγεμο: σχεδόν γεμάτο, φορτωμένο.

* χλιο: χλιαρό.

* τράφος: τάφρος, χαντάκι.

* μπακρίλα: το μπακίρι.

* ρήσος: ο λύγγας, που βγάζει διαπεραστικό ουρλιαχτό

* τσιμπούκι: το επιστήλιο ή πρόβολος. Παρά τα όσα λέει εδώ,  θαρρώ πως είναι εκείνο το ξύλο που εξέχει μπροστά στα ιστιοφόρα.

Παρακαλούνται οι ρωσομαθείς να ξεδιαλύνουν το «σαλιότκοι».

Advertisements

95 Σχόλια to “Τα πειράγματα (Α. Καρκαβίτσας)”

  1. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    Όμορφος που ‘νε ο γεμιτζής όταν βραχή κι’ αλλάξη
    και βάλη τ’ άσπρα ρούχα του και στο τιμόνι κάτση.

  2. Το «μπουρμάς» το ξέρω ως «προϊόν» διασταύρωσης ζώων διαφορετικής ράτσας ή και είδους. Επίσης, χλιο-χλιο: το χλιαρό, και τράφος: (ή τραφάδι) η τάφρος, το χαντάκι. Επίσης γούλια: τα ούλα

  3. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Τα λόγια της πλώρης, τι αληθινό βιβλίο, πάνε σχεδόν 40 χρόνια που το είχα διαβάσει πρώτη φορά, τυπογραφικό, τυπογραφικό, (όπως και πολλά άλλα βιβλία) όταν δούλευα στο βιβλιοδετείο. Πολύ με είχε συναρπάσει η γραφή του Καρκαβίτσα, ίσως γιατί μου φάνηκε πως γνώριζε την ζωή μου.
    Καλημέρα.

  4. Παναγιώτης Κ. said

    » Αμή!…σα δε θέλετε να σας πειράζουν, μην πειράζετε και σεις».

    Προηγήθηκε όμως ο θερμαστής που, «κοίταξε κατάματα το ναύτη, να γνωρίσει αν τα είπε με κακό σκοπό τα λόγια του, να προσβάλει στ΄αληθινά»

    Πάντα πρέπει να έχουμε το νου μας με τους… αρπαγμένους προσθέτω εγώ.

  5. Γς said

    Καλημέρα

    Ωραίο.

    Και με τα πειράγματα, θυμήθηκα τους καυγάδες ενός Ελληνα κι ενός ΚατωΙταλού σ ένα ξένο πλοίο.

    Καυγάδες που κάποτε χρειάστηκε να επέμβει ο Σουηδός καπετάνιος. Επέπληξε τον Ιταλό, ίσως του έβαλε και καποια ποινή και συμβούλεψε τον Ελληνα να μην ξαναμπλέξει σε παρόμοια και να κοιτάζει τη δουλειά του.

    Τον ευχαρίστησε ο δικός μας και τον …ξαναευχαρίστησε. Και το ματάκανε σε κάθε ευκαιρία.
    Κι ένα βράδυ στη γέφυρα που πάλι άρχισε να γλείφει τον «προστάτη» του, τον πιάνει ο Σουηδός και τον ξέ@εσε.
    Οτι δεν το έκανε για τα μαύρα του τα μάτια, αλλά επειδή είχε δίκιο και να μην ξανά διανοηθεί να του κ@λοτρίβεται γιατί θα του κόψει τον ποπό.

    Και κλάμα ο δικός μου που έμεινε χωρίς προστάτη που τόσο τον θέλουμε πάντα εμείς οι Ελληνες.

    ξέχεσε

  6. Γς said

    5:

    ξέχασα ένα «ξ@χεσε» στο τέλος. Συγγνώμη

  7. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    Nίκο ,εδώ http://www.gutenberg.org/files/31865/31865-0.txt υπάρχει μια κάπως παραλλαγμένη εκδοχή. Π.χ «Καθώς
    εκοιμόταν στο ηλιοπύρι ο Ανέστης…» αντί «καθώς έσκυφτε στην κουπαστή…» ;

    «Άξαφν’ ακούω πίσω μου μια φοβερή βροντή. Είπα πως εκόπηκε η
    άγκυρα, πως έσπασε κανένα κατάρτι. Γυρίζω τρομαγμένος· ωχ,
    αλλοίμονο! Ο άθεος Κεφαλλωνίτης έκαμε τον λόγο του. Καθώς
    εκοιμόταν στο ηλιοπύρι ο Ανέστης, μια του έδωσε με τον μπαλντά κ’
    εχώρισε το κεφάλι από το κορμί. Τόσο πάθος έδωκε στο φοβερό
    σύνεργο που έμεινε καρφωμένο πιθαμή στη σανίδα. Δεν επρόφτασα να
    κινηθώ από τη θέσι μου, να καλοϊδώ το σώμα που εσπάραζε στο αίμα
    του και βλέπω τον φονιά να πηδάη στο τσιμπούκι και να ρίχνεται
    στη θάλασσα, σκούζοντας σαν τον ρύσο.»

  8. Καλή σας μέρα
    το τραγουδάκι για την Ετεροδημότισσα μαζί με τις ευχές μου για όλο της Άνοιξης το φως

  9. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    7: Το αντιλήφθηκα ότι η εκδοση του Γκούτενμπεργκ έχει πολλές δευτερεύουσες διαφορές. Πάντως σε αυτήν που έβαλα εγώ (που είχε λαθάκια και μπορεί να έχει κι αλλα) έχω κοιτάξει το κείμενο από το βιβλίο. Μπορεί να υπάρχουν σε βιβλίο δυο διαφορετικές μορφές του κειμένου και δεν ξέρω ποια είναι η νεότερη.

    2: Ταιριάζει με το μπουρμάς = εξωμότης.

  10. Γς said

    4:

    >όταν δούλευα στο βιβλιοδετείο

    Α, ωραία. Ράψιμο, Σφυράκι, ράχη, Τα χρυσά γράμματα. Το πιο ωραίο χόμπι που είχα.
    Τα βιβλία δεν τα έχω πια.
    Μου έχουν λεηλατήσει τη/τις βιβλιοθήκη/κες μου άπειρες φορές.

    Και είχα πολλά βιβλία.
    Μερικά από αυτά θυμάμαι τα βρήκα στη βιβλιοθήκη ενός φίλου μετά από χρόνια. Ο δράστης είχε ξεχάσει πως τα απέκτησε.
    Τα είχε δέσει κιόλας σε κανονικό βιβλιοδετείο.

    Τα πήρα πίσω. Δεμένα
    😉

  11. NM said

    Χρόνια πολλά & καλή δύναμη. Σε όλους σας και στον Νικοκύρη ιδιαίτερα.
    Χτες, ανήμερα του Πάσχα, επέστρεψαν επιτέλους και τα χελιδόνια στην Αθήνα. Σημάδι αλάνθαστο ότι γύρισε ο καιρός και ότι η φύση ανένηψε. Και κυρίως, ότι το μεγάλο εκκρεμές συνεχίζει να ταλαντώνεται κανονικά και αδιατάρακτα, ανεπηρέαστο από τα γεωπολιτικά σχέδια του Πούτιν, τους μεγαλοιδεατισμούς των Γερμανών και το πάθος των τζιχαντιστών.
    Εδώ και κάμποσα χρόνια με έχει πιάσει μια παραξενιά να προσέχω τα χελιδόνια που συν τω χρόνω εξελίσεται σε μανία κανονική. Αγαλιάζω όταν έρχονται, μελαγχολώ όταν φεύγουν και αγχώνομαι όταν αργούν.
    Φέτος άργησαν μισό μήνα περίπου. Τόσο που άρχισα να φοβάμαι ότι τα σμήνη της Αθήνας είχαν χαθεί ολοκληρωτικά (έχει συμβεί καν δυο φορές) και ότι θα μέναμε χωρίς χελιδόνια φέτος εμείς του κέντρου. Ειχαν εμφανιστεί βέβαια μερικά πετροχελίδονα αλλά διερχόμενα για τις χώρες του βορρά. Τα δικά μας όμως τα μικρά ντόπια ήρθαν μόλις χτες και μάλιστα πολύ πεινασμένα από το μακρύ ταξίδι τους από την κεντρική Αφρική μέσω Παλαιστίνης – Μικράς Ασίας και νησιών τα πιο μαγκιόρικα ή μέσω Θράκης – Μακεδονίας τα πιο αδύνατα.
    Αντε λοιπόν καλό καλοκαίρι !

  12. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Καλή σου μέρα, Νίκο! Πολύ καλή η επιλογή σου για Καρκαβίτσα σήμερα, που με τα «Λόγια της πλώρης» του έγινε μια από τις πρώτες γυμνασιακές λογοτεχνικές μας αγάπες. Κι ίσως ήταν αυτό το βιβλίο που μου γέννησε και έναν άλλον παράλληλο και ιδιόμορφο έρωτα, αυτόν για τα τυπογραφικά στοιχεία (!!) της «Εστίας» (Πάντως από τότε μου έμεινε η απορία, για ποιό λόγο δεν αξιώθηκε ο εκδοτικός οίκος να αναφέρει πουθενά το όνομα του -θαυμάσιου- εικαστικού που κόσμησε το βιβλίο..)

  13. Καλημέρα

    Ωραίο κείμενο

    Νίκο σε λίγες μέρες που θα ξαναπάω ελπίζω να θυμηθώ να κοιτάξω τα «γαλαξιδιώτικα καράβια» και να σου λύσω την απορία με το μπαρκομπέστι

  14. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    Mα είναι απλό για μας τους Ναυπηγούς…
    Μπάρκο-Μπέστια (ημιολικός δρόμων):
    Eίναι τρικάταρτο με σταυρώσεις στο τουρκέτο και μπούμες (ημιολικά ιστία) στα δύο άλλα.

  15. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    κι ένα ωραίο δικάταρτο με ωραίο όνομα…
    Μπομπάρδα-σαμπατιέρα (Γαυλολιβυρνίς ή Ερμαφρόδιτο)

    Δικάταρτο,που στο τουρκέτο (ακάτιο ιστό) φέρει σταυρώσεις και στο μεγάλο (πρυμνιό) ψάθα.

  16. sarant said

    13-14: Εντυπωσιάζομαι!

    11: Χρόνια πολλά και… καλώς τα δέχτηκες!

  17. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    Και επειδή σας κόβω για ναύτες του γλυκού νερού, ιδού και μια εικονογραφημένη ανάλυση ονοματολογίας (μέσα και τα τσιμπούκια…) από το Τυλιακό Μουσείο Ναυτικής Τέχνης » متحف البحرين للملاحة الفن » Ματχάφ Αλ Τιλάλ

    1) Κολόμπα του τουρκέτου (στήλη του ακατίου) 2) Τσιμπούκι του παρουκέτου (Επιστήλιο του δολωνίου) 3) Τσιμπούκι του παπαφίγκου (Επιστήλιο του φωσωνίου) 4) Μαγκιόρα κολόμπα (Στήλη του μεγάλου ιστού) 5) Τσιμπούκι της γάπιας (Επιστήλιο του δόλωνος) 6) Τσιμπούκι του μεγάλου παπαφίγκου (Επιστήλιο του φώσωνος) 7) Κολόμπα της μετζάνας (Στήλη του επιδρόμου) 8 ) Τσιμπούκι της κοντραμιτζάνας (Επιστήλιο της δολονίδος) 9) Τσιμπούκι του μπέλμπερη (Επιστήλιο φωσωνίδος) 10) Μπομπρέσο (Στήλη του προβόλου) 11) Μπαστούνι των φλόκων (Δοράτιον του αρτέμονος).
    Ονοματολογία των κεραιών:Για τό τουρκέτο (ακάτιο ιστό)12) Αντένα του τρίγκου (Κεραία του ακατίου) 13) Αντένα του παρουκέτου (Κεραία του δολωνίου) 14) Αντένα του πλωριού παπαφίγκου (Κεραία του φωσωνίου) 15) Αντένα του πλωριού κούντρου (Κεραία του σιπαρίου)

    Για το μέγαλο κατάρτι16) Αντένα της μαϊστρας (Κεραία της μεγίστης)17) Αντένα της γάπιας (Κεραία του δόλωνος) 18) Αντένα του μεγάλου παπαφίγκου (Κεραία του φώσωνος) 19) Αντένα του κούντρου (Κεραία του σιπάρου)

    Για το κατάρτι της μετζάνας (ιστό του επιδρόμου) 20) Φόγος (Επίκριον) 21) Αντένα της κοντραμετζάνας (Κεραία δολωνίδος) 22) Ατένα του μπέλμπερη (Κεραία της φωσωνίδος) 23) Αντένα του κόντρα μπέλμπερη (Κεραία σιπαρίδος) 24) Μπούμα (Επίδρομος) 49) Ράντα (Κέρκος) 50) Πίκι (Κέρας).

    Ονοματολογία πανιών 25) Κοντρα φλόκος (Πρόοθος) 26) Φλόκος (Αρτέμων) 27) Τουρκετίνα (Αρτεμονίς) 28) Τρίτη μεσαία σττραλιέρα (Τρίτο μεσαίο αναδρομικό ιστίο) 29) Δέυτερη μεσαία στραλιέρα (Δέυτερο μεσαίο αναδρομικό ιστίο) 30) Πρώτη μεσαία στραλιέρα (Πρώτο μεσαίο αναδρομικό ιστίο).

    Παρίστια 31-36) Σκουπαμάρες (Παρακάτια) 32) Κουρτελάτσα (Παραδολώνιον) 33) Κουρτελατσίνα (Παραφωσώνιον) 34) Αντένα του κουρτελατσινιού του μεγάλου (Κεραία του μεγάλου παραφωσωνίου) 35) Αντένα της κουρτελάτσας του μεγάλου (Κεραία του μεγάλου παραδολωνίου).Τα υπόλοιπα πανιά πέρνουν την ονομασία τους από την ονομασία των αντίστοιχων αντενών.40-44-48) Αβαρία (Ναυθορία) Το τελευταίο τμήμα του καταρτιού από την τελευταία καπελαδούρα (τράχηλο) και πάνω.

    Τόσο απλά!…

  18. sarant said

    8 Ναι, η σπαμοπαγιδα έπιασε τις φωτογραφίες, αλλά απελευθέρωσα το πρώτο σχόλιο οπότε σβήνω το δεύτερο.

  19. sarant said

    17 Άρα το τσιμπούκι από το οποίο πήδησε στη θάλασσα ο Κεφαλονίτης φονιάς δεν ήταν το 11 που νόμιζα εγώ αλλά κάποιο από τα πιο ψηλά.

  20. ΚΑΒ said

    Καλή ελληνική ανάσταση. Η χριστιανική ήδη έγινε. Χρόνια πολλά σε όλους και πρωτίστως στον Νικοκύρη.

    Στις εκδόσεις Αλκυών το κείμενο είναι όπως του άρθρου μέ ένα μόνο λαθάκι: γράφει ρύσο, αντί του σωστού «ρήσο».

    Σύμφωνα και με την εξαιρετική εικόνα του Κιντ στο 17 τελικά το τσιμπούκι είναι ιστίο που προστίθεται στον κυρίως ιστό.

  21. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    19. Γιατί; Το 11 πρέπει να ήταν. Πού να προλάβει να φτάσει στα ψηλά τσιμπούκια; άσε που από το τσιμπούκι 8 και ειδικά το 6. δεν πηδάς στο νερό…αυτοκτονείς! «Το κάπνισμα βλάπτει την υγεία» που λένε… 🙂

  22. ΚΑΒ said

    20. Πάντως ο συγγραφέας εννοεί άλλο τμήμα. Γράφει:βλέπω το φονιά να πηδάει στο τσιμπούκι και να ρίχνεται στη θάλασσα.
    Επομένως πρέπει να ήταν κάποιο ψηλό μέρος δίπλα στην κουπαστή. Όλα έγιναν αστραπιαία. Δεν μπορεί ν’ ανέβηκε σε ψηλό μέρος καταρτιού.

  23. physicist said

    Άσχετο: Πέθανε σε ηλικία 87 χρονών ο Γκύντερ Γκρας.

  24. spiral architect said

    Καλημέρα. 🙂
    Εριξα μια ματιά από το κινητό γυρίζοντας απ’ τη δουλειά και τώρα το διάβασα απνευστί, αφού πριν πήγα στην πρώτη μου βιβλιοθήκη και ανέσυρα τα παιδικά μου Λόγια της Πλώρης από τις εκδόσεις Πέλλα του 1970 σε σκληρό χαρτονένιο εξώφυλλο … 🙄

  25. Γς said

    23:
    ΕΣΥ ΘΑ ΦΘΑΡΕΙΣ (Η ντροπή της Ευρώπης, Europas Schande)

    Τραγούδι: Γιάννης Βελίκης. Στίχοι: Γκίντερ Γκράς, Günter Grass – μετάφραση: Νίκος Σαραντάκος Νίκος Λίγγρης, Πατρίτσια Αδαμοπούλου. Σύνθεση – Κιθάρες: Γιάννης Βελίκης. Mix – Mastering – Ηχοληψία – Παραγωγή: Χρήστος Φολτόπουλος. Βίντεο: Λαφαζάνος Νικόλαος.

  26. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    21: Αφού το 11 δεν το λέει τσιμπούκι στο σχήμα, το λέει μπαστούνι 🙂

    23: Αιωνία του η μνήμη, κι ακόμα δεν έχω διαβάσει τα τελευταία του.

  27. Γς said

    11:

    >Χτες, ανήμερα του Πάσχα, επέστρεψαν επιτέλους και τα χελιδόνια στην Αθήνα.

    Και κοίτα σύμπτωση:

    Χτες, ανήμερα του Πάσχα, επέστρεψε επιτέλους και η φίλη μας η Ρεγγίνα στην Αθήνα.

    Φεύγει, κάθε χρόνο, για μερικούς μήνες στην πατρίδα της την Κένυα και επιστρέφει όταν η άνοιξη έχει θρονιαστεί για καλά εδώ.
    Το τι χαρούλες κάναμε εγώ κι η κυρά μου δεν λέγεται. Μένει δίπλα μας και είναι πάντα μαζί μας.
    Αντε ν αρχίσουμε και τα μπάνια οσονούπω

  28. Παναγιώτης Κ. said

    @23. ( Φυσικός) Άσχετο μεν σημαντικό δε!

  29. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    Νίκο, έχει ενδιαφέρον αυτό για σένα θεωρώ. Η ιστορία του «βίαιου» «αποβαρβαρισμού» της ναυτικής γλώσσας-αργκούς… 🙂
    http://www.shipsmodels.gr/25%20onomato.htm
    «Ο ύπαρχος βλέποντας τον κίνδυνο απευθύνθηκε στον κυβερνήτη σε άπταιστη καθαρέυουσα με την ιστορική φράση:»Σύγχυσις γλωσσών και ιδεών κύριε κυβερνήτα. Ερμηνέυσω ουν Αλβανιστί !» 😆

  30. physicist said

    #26(β). — Πάνε κοντά δέκα χρόνια που επέστρεφα στη Γερμανία από ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Ισπανία, και πήγα στο δωμάτιο καπνιστών του αεροδρομίου να κάνω ένα τσιγάρο. Καθιστός λίγο παραπέρα στο ίδιο δωμάτιο ο Γκύντερ Γκρας κάπνιζε κι αυτός, κι έκανε καλαμπούρια με κάτι Γερμανούς τουρίστες με παρδαλά πουκάμισα που επέστρεφαν από τη Μαγιόρκα — αυτούς που τους λένε λούμπεν τύπους που πάνε στη Μαγιόρκα να γίνουνε τύφλα στο μεθύσι. Ο Γκρας καμία ψηλομυτιά και κανένα θέμα. Αξέχαστη θα μου μείνει η σκηνή και το εγκάρδιο γέλιο του, όπως και το εντελώς ακομπλεξάριστο στυλ των συνομιλητών του, που δεν είχαν κανένα δέος να μιλάνε μ’ έναν θρύλο της σύγχρονης πνευματικής ζωής.

    Εγώ, αντίθετα, παρακολούθησα διακριτικά κι αμήχανα και μετά που έκανα το τσιγάρο, έφυγα. Δεν ήξερα τι να κάνω, από τη μια ήθελα να του δώσω το χέρι κι από την άλλη μου φάνηκε ότι αφού δεν συμμετείχα στο αυθόρμητο καλαμπούρι, θα έκανα κάτι φτιαχτό και ψεύτικο.

  31. cronopiusa said

    Α! μα αυτό ήταν πάρα πολύ!… Τ’ ήθελε ν’ ανακατέψει τις γυναίκες στα πειράγματά του ο Στελόγιωργας; Ναι, αληθινά· η μάνα του έβαζε ταμπάκο κι η αδερφή του· συνήθεια του τόπου. Με τούτο όμως δε θα ειπεί πως η γυναίκα εκεί άλλαξε ολωσδιόλου· πως από τα στολίδια και τα ρούχα και τα συγύρια του σπιτιού της προτιμά ένα φλασκί ταμπάκο!…

  32. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    30. Ρε σύ. Μήπως οι λούμπεν τον είχαν περάσει για το Λεχ Βαλέσα; 🙂
    https://encrypted-tbn0.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTKI9dwr_la2F-zJcjAwbJ3zoDom4pBuOnp0_gb6W2jgp1sRv8ORA

  33. physicist said

    #32. — Κίντο, δύσκολο ν’ αναγνωρίσω τον Γκρας στη φωτογραφία χωρίς να καπνίζει τη χαρακτηριστική του πίπα!

    (Ακόμα δεν πρόλαβε να πεθάνει ο άνθρωπος κι αρχίσαμε τα ασεβή καλαμπούρια … αλλά ας είναι, δεν ήταν κανένας κολλημένος, κι αυτός θα γέλαγε!)

  34. sarant said

    29 Mερσί, κάπου το έχω ξανακούσει αυτό το επεισόδιο!

  35. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    http://www.nooz.gr/world/pe8ane-o-nompelistas-suggrafeas-gkinter-gkras
    «Ο συγγραφέας του «Τενεκεδένιου ταμπούρλου» γεννήθηκε στην Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ (το σημερινό Γκντασκ της Πολωνίας) το 1927″
    (στην ΕΛΕΥΘΕΡΗ πόλη του Ντάντσιχ;;…ωχ.ωωχχ…)

  36. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    35.Μωρέ μπράβο το νουζτζιάρ! Τους παρεξήγησα… και μου βάλαν και τα γυαλιά!:
    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B7_%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B7

  37. physicist said

    #35. — Κίντο, ακριβής είναι η μετάφραση και πολιτικώς δεν μου φαίενται εκρηκτική ή επικίνδυνη. Βέβαια, καλό θα ήταν να υπήρχε και μια εξήγηση του όρου «Ελεύθερη Πόλη» ή, ακόμα καλύτερα, να ονομάζεται «Ανεξάρτητη Πόλη».

    Τι σε βάζει σε σκέψεις εσένα;

  38. Γς said

    30 τέλος:

    Ε, ρε και να ήμουν από καμιά μεριά;

    -Ω, μάϊν λίμπερ φρόιντ! Πως πάει; Ολα καλά;

    Να ψάχνεται ο δικός σου 😉

    Τα συνηθίζω κάτι τέτοια.

    Πρώτη φορά έβλεπα πρωτοκλασάτο υπουργό προηγούμενης κυβέρνησης, σε παρουσίαση βιβλίου.
    Και βουτάω ένα υψηλόβαθμο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών:

    -Να σας συστήσω έναν υπουργό.

    Ο υπουργός με θεώρησε κολλητό του Αθανάτου και τούμπαλιν

  39. Γς said

    37:
    Ελεύθερη Κέρκυρα

  40. physicist said

    #38. — Χαχά, σαν το ανέκδοτο με τον τύπο που ήθελε να εντυπωσιάσει τη γκόμενα και τον Ωνάση, ε; 🙂

  41. Γς said

    40:
    και που δεν το θυμάμαι [το ξέρω όμως, σίγουρα]

  42. physicist said

    #41. — Βγαίνει ένας τύπος έξω με μια τύπισσα που θέλει να ρίξει, κι όπως πάνε στο μαγαζί, βλέπει να έρχεται κι ο Ωνάσης. Αφήνει την αποτέτοια να περιμένει μια στιγμή, πάει κρυφά στον Ωνάση και του λέει:

    — Κοιτάξτε, σας θαυμάζω απεριόριστα, και ξέρω ότι είστε ξηγημένος. Κώστα με λένε, κι έχω βγει με την τύπισσα εκεί, και θέλω να της κάνω εντύπωση. Σας παρακαλώ, αν θέλετε κάντε μου τη χάρη, ελάτε στο τραπέζι και χαιρετήστε με σαν παλιόφιλο, να δει ότι έχω κολλητό τον Ωνάση να πάθει πλάκα.

    — Έγινε ρε Κώστα, μ’ αρέσεις και θα σε βοηθήσω, του λέει ο Ωνάσης.

    Κάθεται ο δικός μας, σε κανα πεντάλεπτο σκάει μύτη ο Ωνάσης, πάει στο τραπέζι, χτυπάει τον Κώστα την πλάτη όλο χαρά:

    — Ρε συ Κώστα, ρε παλίοφιλε, ρε μεγάλε, πόσον καιρό έχω να σε δω ρε συ, τι γίνεσαι ρε μπαγάσα;

    Ατάραχος τότε, ο δικός μας, του ρίχνει μια βλοσυρή ματιά, και χωρίς να σηκωθεί από τη θέση του, του λέει:

    — Άντε γ… ρε μ…

  43. ( ͡ ° ͜ʖ͡ °)

  44. Στην ελληνική Βίκυ αναφέρεται πως ο Γκύντερ Γκρας έγραψε το 2012 ένα ποίημα για την Ελλάδα της κρίσης. Ισχύει;

  45. cronopiusa said

    http://thesis.ekt.gr/content/index.jsp?id=3036&p=1

  46. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    44. Ρε συ Σκύλε;;; 🙂
    https://sarantakos.wordpress.com/2012/05/28/guentergrass/

  47. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    44. Ποιος ξερ σε τι βουνά και κουρφουβούνια ροβόλαγες τότε…και τό’χασες! 🙂

  48. Δεν θυμάμαι, ρε Κίντο, δεν θυμάμαι, που λέει και ο ανέκδοτος…

  49. 47

    εργασιακά βουνά και ανεργιακά κορφοβούνια…. 😦

  50. sarant said

    44-46: Ε, έλειπε σε εκείνο το μάθημα 🙂

  51. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    50. Πρέπει να βάζεις ανά τακτά διαστήματα απροειδοποίητα διαγωνίσματα εφ’όλης της ύλης, για να υπάρχει διαρκής εμπέδωση και εγρήγορση… 😆

  52. Μα είχα δικαιολογητικά γιατρού για την απουσία! 😥

  53. physicist said

    #51. — Αύριο έχει προειδοποιημένο Οθωμανική Ιστορία …

  54. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    53. Αύριο είναι;; (φατσούλα πανικού). ΔΕΝ έχω διαβάσει τίποτα! Θα ζητήσω αναβολή από Δύτη λόγω Πάσχα…(εμείς τα ρίφια περνάμε μια ψυχική ταραχή όσο να πεις αυτές τις μέρες, Μας απασχολεί το υπαρξιακομεταφυσικό ερώτημα «Υπάρχει ζωή μετά το Πάσχα;» )

  55. physicist said

    #54. — Μη μολογάς, κι εγώ, βιβλίο δεν άνοιξα. Κάτι με Βαγιαζήτ άκουσα να είναι στα ΣΟΣ αλλά δεν κατάλαβα καλά.

  56. Χαλλλλαρά, μάγκες. 😎

    Στο Ελλάντα ζούμε. Λαδώνουμε τον δάσκαλο!

    http://www.boredpanda.com/the-hidden-beauty-bosnia-herzegovina/

    και μας περνάει άνετα.

  57. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    Βαγιαζήτ ο Α:
    Ήταν γιος του Μουράτ Α΄ και της Γκιουλτσιτσέκ Χατούν, τον οποίο διαδέχτηκε το 1389 μετά τον θάνατό του στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου, ενώ προηγουμένως είχε στραγγαλίσει τον νεότερο αδερφό του Γιακούμπ (Yakub) για να μη διεκδικήσει το θρόνο. Το 1390 υποχρέωσε τον Σέρβο βασιλιά να καταστεί υποτελής του και να του δώσει την κόρη του για σύζυγο, ενώ το 1393 κατέκτησε τη Βουλγαρία, υποχρεώνοντας ταυτόχρονα τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο να καταβάλλει ετήσιο φόρο και να καταστεί υποτελής του. Στις 20 Φεβρουαρίου 1394 παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο την Μαρία Φαντρίκ η οποία πέθανε το επόμενο έτος (1395)

    Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1396 νίκησε στη μάχη της Νικόπολης τα στρατεύματα της Γαλλο-Ουγγρικής συμμαχίας. Τον επόμενο χρόνο, το 1397, πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη, αλλά απέτυχε εξαιτίας της Μογγολικής εισβολής στη Μικρά Ασία με αρχηγό τον Ταμερλάνο. Στη μάχη της Άγκυρας την 28η Ιουλίου του 1402 ο Βαγιαζητ συνετρίβη από τον Ταμερλάνο και ύστερα από μια μικρή περιπέτεια αιχμαλωτίστηκε. Κλείστηκε σε ένα κλουβί, όπου καθημερινά χλευαζόταν από τους Μογγόλους

    (τόμαθα παπαγαλία! Έτοιμος και για πανελλήνιες! Ελπίζω να μη βάλει «κρίσεως» ο Δύτης…)

  58. physicist said

    Α, φοβερές φωτογραφίες!

  59. physicist said

    #57. — Μάγκα μου, τη βάψαμε, τώρα θα μας βάλει για τον Βαγιαζήτ τον Η΄ που δεν τον ήξερε ούτε η μάνα του …

  60. Ριβαλντίνιο said

    Μου ήρθαν παροιμίες από το κείμενο

    Ο μουγγός γ@μ@ει τον φαφαλιάρη.
    Τα δυνατά παλικάρια πάνε στον Άδη χεσμένα.
    Ένας λόγος καίει ένα λόγγο.

    Πλάκα θα’χε τον Κεφαλλονίτη να τον έλεγε Διονύση αντί Γεράσιμο. 🙂

    Στην Οθωμανική Ιστορία θα βάλει για τον Τζεμ και πως τον έφαγε ο πάπας Βοργίας. ( Έχω πληροφορίες εκ των έσω ).

  61. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    Μακάρι να βάλει για το Βαγιαζήτ το Βου και τον πρίγκηπα Τζεμ . Σ’αυτά είμαι τζεμάνι από παλιά… 😆

  62. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    61. Mαζί γράφαμε Ριβαλτίνιου! Πιάσε κοκκ…α πα πά! (δεν υπάρχουν πειστικές αποδείξεις ότι τον έφαγε το Ζιζίμ ο Βοργίας. )

  63. sarant said

    53 κε: Όχι ακριβώς Οθωμανική ιστορία, αλλά πολύ κοντά. Και κοντά και στον Κιντ.

  64. Νέο Kid L'errance d'Arabie said

    63.. κατάλαβα!… (πώς ήταν η νύφη στο γάμο στο Ριάντ; -μμμ…νοστιμούλα! )

  65. Γς said

    44:

    >Στην ελληνική Βίκυ αναφέρεται πως ο Γκύντερ Γκρας έγραψε το 2012 ένα ποίημα για την Ελλάδα της κρίσης. Ισχύει;

    Το έχω βάλει μελοποιημένο στο Σχ. 25 εδώ και τέσσερις ώρες. [Μετάφραση και Νίκος Σαραντάκος]

  66. Ριβαλντίνιο said

    @ 62 Νέο Kid L’errance d’Arabie
    «Πιάσε κοκκ…α πα πά»

    Μπορούμε αν μας έχει μείνει καμιά φανέλα του 1908

    «το Ζιζίμ ο Βοργίας»
    Μην χαλάς το σενάριο. Πιασάρικο είναι να τον έφαγε ο Βοργλιας.

  67. Y. G. said

    Καλημερα σας και χρονια πολλα!

    Διαβαζω στην Καθημερινη – » ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ-ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Μία εβδομάδα μετά την αιφνιδιαστική επίσκεψη του υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη στην έδρα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στην ατζέντα του εκτελεστικού του συμβουλίου, όπου θα συζητηθούν τα θέματα του Ευρωπαϊκού Τμήματος.»

    Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στην ατζέντα του ΕΚΤΕΛΕΣΤIΚΟΥ του συμβουλίου.

    Ανατριχιασα….

  68. sarant said

    25-65: Τα κρέντιτα δεν τα είχα δει 🙂

  69. Αγάπη said

    Τι ωραίο το διήγημα….
    Αντιπαρέρχομαι τους … βυζαντινισμούς σας – τέλος πάντων, ας τους πούμε κι’ έτσι – για να πάω σε μια σειρά ωραία αλλά απροσδόκητα πλοία 🙂
    http://perialos.blogspot.gr/2012/04/blog-post_23.html (ναι: ούτε και μένα μού αρέσει πολυ η εν λόγω ιστοσελίδα αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι έστω και κατά τύχη βάζει και κάτι ενδιαφέρον 🙂 )
    και… πως αναρτώ εικόνα από τον υπολογιστή μου εδώ;

  70. Ουχ, πάει κι ο Εντουάρντο Γκαλεάνο… 😦

    http://left.gr/news/pethane-se-ilikia-74-hronon-o-syggrafeas-entoyarnto-gkaleano

  71. cronopiusa said

  72. LandS said

    @13&14
    Απο την εικόνα του Κιντ καταλαβαίνω το Μπαρκομπαστια να είναι η
    Barquentine
    The foremast is rigged square with the other masts rigged fore and aft.

    Απορία. Ο εξελληνισμός της ναυτικής ορολογίας ήταν μετάφραση των βενετσιάνικων/σπανιόλικων/κλπ όρων ή απ’ευθείας αρχαιοεληνισμός. Μήπως από τα γαλλικά; Γιατί από αγγλικά δεν είναι.

  73. Reblogged this on anastasiakalantzi50.

  74. spatholouro said

    (από ΣΤΑΜΑΤΑΚΟ): Μπουρμάς: μεταφορικά ο δειλός, ο φοβιτσιάρης. Στην κυριολεξία (στην Κρήτη) έτσι χαρακτήριζαν οι Τούρκοι τους πρώτους εξωμότες χριστιανούς (όσους προσχωρούσαν δηλ, στον ισλαμισμό), διότι «έφερον εστριμμένους τους μύστακας, παρά την τουρκικήν συνήθειαν»

  75. sarant said

    74 Πάντως στα συμφραζόμενα του διηγήματος δεν ταιριάζει η σημασία «δειλός»

  76. physicist said

    #63. — Όχι η δική σου ανάρτηση, Νίκο, ο Δύτης είναι που ετοιμάζει διαγώνισμα. 😛

  77. Αφιερωμένο σε όσους νοσταλγούν τόσο έντονα τα μαθητιά τους χρόνια…

  78. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Ιστιοφόρο μπορεί να μη έχουμε, αλλά μπουρμά έχουμε, και δεν είναι και τόσο ανίδεος, τουλάχιστον μουσικά.

  79. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  80. Ο Εντουάρντο κι ο Κανέλλος

  81. Pedis said

    # 71 – Χ/ποιούσα – Μπράβο. Ο Γκαλεάνο ΕΙΝΑΙ μέγας. Είναι!

  82. cronopiusa said

    Pedis … Ακόμα είμαστε μαύροι
    Κλουβιά που ταξιδεύουν

    Η Ελντοραντο δε βάφει κόκκινα τ΄αυγά αλλά τα ρέματα

  83. Ηλεφούφουτος said

    Κοίτα να δεις με τον Γκύντερ Γκρας!

    Σήμερα το πρωί τονε σκέφτηκα και είπα τώρα που πάλι έχουν την Ελλάδα στην μπούκα και παράλληλα αναπτύσσεται μία κίνηση συμπάθειας όπως οι σατιρικές εκπομπές με την Τρόικα, πώς και δεν κάνει καμία δήλωση πάλι όπως το ποιήμα που ειχε γραψει τότε.

    Βλέπω μετά τη φωτογραφία του στα μέσα, «όπα», λέω, «με άκουσε».
    Και μετά διαβάζω από κάτω νεκρολογικό κείμενο. «Φτου! Τον πήρα στο λαιμό μου τον άνθρωπο!»

  84. Ηλεφούφουτος said

    0 «Μην έχουν λίγα οι Σπετσιώτες! Να, πες του για το αρνοκέφαλο.»

    Στην Αίγινα, απ ό,τι μου είχαν πει, τα παλια τα χρόνια, όταν δεν υπήρχαν ακομα Πόντιοι, οι «Πόντιοι» των ανεκδότων ήσαν οι Σπετσιώτες.
    Μου ειχαν πει και ένα τέτοιο ανέκδοτο, που ανέκδοτο δεν το λες, με τα σημερινά κριτήρια, έμοιαζε πιο πολύ στη δομή του σαν την ιστορία με το αρνοκέφαλο. Ότι πήγε κάποιος ξύπνιος και τους πουλούσε σκόνη για τους κοριούς. Αν πατήσει, έλεγε, ο κοριός μέσα στη σκόνη , πεθαίνει, κι εκείνοι κορόιδα όπως ήσαντε το πιστεύανε.
    Καποιανού τού έκοψε και τονε ρώτησε : Καλά, και πώς θα κάνω τον κοριό να πάει να πατήσει στη σκόνη;
    Ε -του λέει κι ο μάστορας- τον πιάνεις με το χέρι σου και τονε βουτάς μέσα.

    Χα χα χα. Γέλα ρε!

  85. Pedis said

    # 82 – «Κλουβιά που ταξιδεύουν » — το μεγαλείο του καπιταλισμού – το αμπάρι του πολιτισμού.

    Ο Γκαλεάνο το χρέος του το έκανε και με το παραπάνω. Δεν έχει πιάσει τόπο αλλά που θα πάει …

  86. Η αρχική σημασία του «μπουρμάς» όντως έχει να κάνει με τους κρητικούς εξωμότες, και μάλιστα από πολύ νωρίς (τους αναφέρει ο Εβλιγιά Τσελεμπή) — η ετυμολογία όμως προφανώς δεν έχει να κάνει με κανένα μούσι ή μουστάκι: «γυριστός» σημαίνει, αντίστοιχο με το «ντονμές» για τους Εβραίους εξωμότες οπαδούς του Σαμπετάι.
    (Βλέπω μελετάτε εσείς οι δύο, ωραία, χαρ χαρ)

  87. Γς said

    83:
    >Κοίτα να δεις με τον Γκύντερ Γκρας! Σήμερα το πρωί τονε σκέφτηκα και είπα τώρα που πάλι έχουν…

    Να μην σκέφτεσαι! Γενικώς κανέναν.

    Κάθε φορά που την βλέπω στο ταμείο του σουπερμάρκετ την ρωτάω με αγωνία τι κάνει, πως είναι κλπ.

    Με διαβεβαιώνει γελώντας ότι είναι εντάξει και να μην ανησυχώ ιδιαίτερα.

    Κι αυτοί που μας ακούνε δεν ξέρουν το ιατρικό [+ σεισμολογικό] ιστορικό της:

    Οσες φορές την έπιάσε, λέει, εκείνος ο περίεργος πονοκέφαλος, έγινε σεισμός!

  88. cronopiusa said

    Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που συνέβη το 2009, στην 5η Σύνοδο των Αμερικανικών Κρατών, όταν ο ηγέτης της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες δώρισε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες στον Μπαράκ Ομπάμα, ένα βιβλίο: ήταν το θρυλικό για τους Νοτιαμερικανούς «Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» ένα εμβληματικό έργο που ο Γκαλεάνο έγραψε το 1971 σε ηλικία 31 ετών.

    Εντουάρντο Γκαλεάνο: Έσπασε ο καθρέφτης της Λατινικής Αμερικής (1940-2015) ‒ Γκύντερ Γκρας: Σίγησε το ταμπούρλο της μεταπολεμικής Γερμανίας (1927-2015)

    Himno de Riego 14 de abril

    ¡Viva la III República popular!

    Καλή σας μέρα

  89. nik said

    Εγώ θα ήθελα μόνο να επισημάνω, αν και άσχετο με το κυρίως θέμα, την εικονογράφηση του Ευ. Σπυρίδωνος (το απόσπασμα της εικόνας στην αρχή του θέματος) που κόσμησε πολλά βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας περασμένων δεκαετιών (εκδόσεις Εστίας, Αστέρος κ.ά.). Μου «βγάζει» μια νοσταλγία. (όπως κι εκείνα τα βιβλία με εικονογράφηση Π. Βαλασάκη).

  90. Λοιπόν, nik, για ρίξε μια ματιά στα σχόλια εδώ: https://sarantakos.wordpress.com/2009/04/12/louloudif/ 🙂

  91. sarant said

    89-90: Με πρόλαβε ο Δύτης, έψαχνα το σχετικό άρθρο 🙂

  92. Μαρία said

    86
    https://sarantakos.wordpress.com/2010/07/10/amet-muhammet/#comment-39050

  93. Τι έχουμε εδώ, την εαρινή σύναξη των σχολιομνήμονων;

  94. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    >>Κατέχει ο μπουρμάς ιντά’ναι ο χουρμάς
    Δεν ήξερα για τον εξωμότη.Εμείς μπουρμά, λέμε τον «ανώριμο» ας πούμε χοχλιό, που είναι ακόμη σαθρές οι άκρες της κούπας του και δεν τους μαζεύουμε αφού δεν μπορεί να μαγειρευτούν έτσι. «Μπουρμαδάκια είν΄ ακόμη τα παντέρμα» μας απέτρεπαν οι μεγάλοι να μην τα μαζέψουμε όλα μες τον ενθουσιασμό μας όταν πέφταμε σε καμιά ανήλικη σαλιγκαροσυμμάζωξη τα Μαρτιάτικα απόβροχα.
    Μπουρμά κατα την παροιμία εννούμε το βλάκα, με μυαλό χοχλιού νόμιζα 🙂
    >>χτήμα ,ο γάιδαρος άντε και το μουλάρι.Τα υποζύγια του σπιτιού.
    Τράφο πάλι λέμε το φράχτη. «Στον τράφο ρούχα» τ’ απλωμένα στο φράχτη.Αλληγορικά όταν μεγαλώνει το κορίτσι και (η μάνα της) έχει τα προικιά στο φράχτη.Ετοιμάζεται δηλ. για παντρειές αφού ξεπετάχτηκε το θυληκό.

  95. sarant said

    94 Nαι, ο τράφος έχει κι αυτή τη σημασία (του φράχτη ή του διαχωριστικού τοίχου) και αλλού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: