Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Οικογενειακή ζωή

Posted by sarant στο 25 Αύγουστος, 2015


mimis_jpeg_χχsmallΕδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή ένατη και είναι η πέμπτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα.

Τα επόμενα χρόνια κύλησαν γαλήνια και ομαλά με εξαίρεση την εγχείρηση κήλης, κατά την οποία παρατηρήθηκε υψηλός μετεγχειρητικός πυρετός που επέμενε αρκετές μέρες. Εκτός από τους γιατρούς της κλινικής ο πυρετός θορύβησε τους επίσης γιατρούς εξαδέλφους του, το Γιάννη τον Δαβάκη και το Μίμη τον Οικονομίδη, που κάναν πρόχειρο ιατρικό συμβούλιο. Ο ποιητής που διατηρούσε το χιούμορ του, βλέποντάς τους σκεπτικούς και προβληματισμένους για την αιτία που προκάλεσε τον πυρετό, τους είπε

— Μη νοιάζεστε βρε παιδιά, στη νεκροψία θα το βρείτε οπωσδήποτε!

Τελικά όλα πήγαν καλά. Ο πυρετός οφειλόταν σε λοίμωξη της ουρήθρας από τον καθετήρα και αντιμετωπίστηκε με αντιβίωση.

Στα τέλη του 51 πέθανε στη Μυτιλήνη, σε ηλικία 86 χρονών η πεθερά του. Ο ποιητής την αγαπούσε, για τον καλοσυνάτο χαρακτήρα της, την ικανότητα των χεριών της, (ύφαινε στον αργαλειό με πραγματική τέχνη, κεντούσε, μαστόρευε τις ζημιές του σπιτιού και έβαφε τοίχους και παράθυρα), την πολυπραγμοσύνη και το ανήσυχο πνεύμα της. Από τότε που ξαναεγκαταστάθηκε με τον άντρα της στην πόλη κι όσο ήταν καλά, αλώνιζε με τα πόδια τη Μυτιλήνη, σε επισκέψεις των παλιών της φιλενάδων, ανανεώνοντας μια φιλία χρονολογούμενη από τις αρχές του αιώνα, την οποία είχε διακόψει η μετοικεσία της στη Μόρια. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής της η ημιπληγία την καθήλωσε στο κρεβάτι κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο μαρτύριό της.

Κατάφερε όμως, πριν αρρωστήσει, μέσα σε τέσσερα χρόνια να ‘ρθει δύο φορές στην Αθήνα στην κόρη της. Την πρώτη φορά μάλιστα, το καλοκαίρι του 47, μόλις πάτησε το πόδι της στο μουράγιο του Πειραιά, σταμάτησε τον πρώτο περαστικό που βρήκε μπροστά της και τον ρώτησε

— Βρε παλικάρι μου, πού είναι το σπίτι του γαμπρού μου του Σαραντάκου;

απόλυτα βέβαιη πως άνθρωπος σαν το γαμπρό της θα ‘ταν πασίγνωστος.

Χωρίς να λογαριάζει τις αποστάσεις και την ταλαιπωρία ανέβηκε στην Πεντέλη όπου ξεκαλοκαίριαζαν οι συμπέθεροί της, ο Δημήτρης και η Ισαβέλλα. Η συνάντηση τους ήταν πολύ εγκάρδια και με μεγάλη δόση συγκίνησης. Ξανάρθε πάλι το καλοκαίρι του 50, στο καινούργιο σπίτι του Φαλήρου. Τότε και μόνο τότε ξομολογήθηκε στην κόρη της πόσο πικράθηκε την πρώτη φορά που τους είδε να μένουν στο γιαπί της Νέας Σμύρνης. Δεν είχε πει όμως τίποτα σε κανέναν.

Ο ποιητής έγραψε για το θάνατο της το παρακάτω ποίημα.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Σηκώθηκε απ’ του πόνου το κρεβάτι
ενάντια στων γιατρών τις οδηγίες.
Είχε ψυχή τσιγγάνικη, γεμάτη
για τους μεγάλους δρόμους νοσταλγίες.

Και πήρε το βρεμμένο μονοπάτι
που πάει μακρυά στο κοιμητήρι, πέρα…
του Χάρου – λεν – τους πάει το μάυρο τ’ άτι
μα δεν το καταδέχτηκε η Μητέρα.

Και πήγε περπατώντας ‘γάλι-αγάλι
του Κάτω Κόσμου αλάκαιρη τη στράτα.
Την κράζαμε. Δεν γύρναε το κεφάλι
και μια φωνή της έλεγε: Περπάτα!

Ο Νίκος που αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του, της έκρυψε το θάνατο της μητέρας της όσο να περάσουν οι γιορτές, γιατί φοβόταν πως θα υπέφερε πολύ μαθαίνοντας τον στην ξενιτειά. Δυστυχώς λογάριασε χωρίς τον ξενοδόχο και συγκεκριμένα χωρίς τη Μυρσίνη, την ξαδέλφη της Ελένης, που από τότε που χώρισε τον πρώτο της άντρα, τον καλότατο Ανέστη, για να παντρευτεί έναν ανούσιο εφοριακό, είχε αποκτήσει το παρατσούκλι Χουφτού (ως σύζυγος ενός χούφτα). Η στριμμένη ξαδέλφη της γυναίκας του, με πρόφαση τις γιορτές πήγε να τους κάνει ποδαρικό και ξεφούρνισε της Ελένης το θλιβερό νέο. Μη βλέποντας το σπίτι ντυμένο στα μαύρα, τους κατηγόρησε για ασέβεια στη μνήμη της νεκρής και προφήτεψε πως η νεκρή θα τους επισκεπτονταν σύντομα. Ο Νίκος φυσικά την έστειλε στο διάβολο, αλλά από την άλλη μέρα μόλις σκοτείνιαζε άρχισαν να πέφτουν στο σπίτι πέτρες ριγμένες από άγνωστα χέρια. Η Ελένη τρομοκρατήθηκε. Αρχισε να μιλά για τηλεκινητικά φαινόμενα και να αναζητά τρόπους εξευμενισμού της νεκρής.

Ο Νίκος, που δεν πίστευε σε τέτοια πράγματα, υποπτεύθηκε κάποια σκευωρία της Χουφτούς, καθώς μάλιστα στο λοφίσκο πίσω από το σπίτι σε κάποιο καλύβι ζούσε ένας μεταφορέας με τρίκυκλο, ένα τομάρι, που συμπλήρωνε τα έσοδα του κάνοντας το χαφιέ στην Ασφάλεια και πρόσφερε επ’ αμοιβή διάφορες αναλόγου φύσεως υπηρεσίες σε ιδιώτες. Οργάνωσε λοιπόν την άμυνά του. Τοποθέτησε στην ταράτσα έναν ισχυρό προβολέα και ειδοποίησε τ’ αδέλφια του σχετικά. Μόλις άρχισαν να πέφτουν οι πέτρες, από τη φορά τους υπολόγισε το σημείο εκτόξευσής τους, προσανατόλισε προς τα εκεί τον προβολέα και είπε στο γιο του και στ’ αδέρφια του να ακροβολιστούν καταλλήλως. Καθώς οι πέτρες συνέχιζαν να πέφτουν άναψε τον προβολέα και τότε είδαν κάποιο άτομο με το σουλούπι του μεταφορέα να χάνεται τρέχοντας δρομαίως στην πλαγιά. Ακολουθησαν όλοι με δυνατές φωνές τον φυγάδα αλλά αυτός είχε εξαφανιστεί. Από κείνο το βράδι όμως δεν ξανάπεσε πέτρα.

Η Ελένη από τη μια ησύχασε κι από την άλλη απογοητεύτηκε λίγο. Της άρεσαν αυτού του είδους τα μυστήρια, πίστευε στη μετεμψύχωση και πολλές φορές έβλεπε στον ύπνο της το ίδιο πάντα όνειρο: πως ζούσε σε μια άλλη, ξένη πόλη, η οποία όπως βεβαίωνε πρέπει να βρισκόταν στη Αγγλία. Ο Νίκος τη δούλευε λίγο και προσπαθούσε να της αποδείξει πως αυτή την πόλη ή θα την είδε σε κάποιο φιλμ ή θα την έπλασε με τη φαντασία της επηρεασμένη από τον Ντίκενς, του οποίου ήταν φανατική αναγνώστρια.

Την άνοιξη του 52 πέθανε και ο πατέρας του σε ηλικία 77 ετών. Ο «γερο-Μιστριώτης» όπως τον έλεγε χαϊδευτικά, γιατί ήταν καθαρευουσιάνος, είχε πάθει από το 45 τη νόσο του Πάρκινσον που τον ταλαιπώρησε πολύ τα τελευταία εφτά χρόνια. Μόλο που είχε γίνει μισοπαράλυτος και με δυσκολία μπορούσε να μιλάει, διατηρούσε την ευθυμία του και πολλές φορές διηγόταν στα εγγόνια του ιστορίες, που, όπως τουλάχιστον εικάζαν εκείνα από τα γέλια που τον έπιαναν, πρέπει να ήταν πολύ αστείες, αλλά που τους έμειναν οι περισσότερες για πάντα ακατάληπτες.

 

Advertisements

49 Σχόλια to “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Οικογενειακή ζωή”

  1. Alexis said

    Καλημέρα.
    Ο Νίκος που αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του, της έκρυψε το θάνατο της μητέρας της όσο να περάσουν οι γιορτές, γιατί φοβόταν πως θα υπέφερε πολύ μαθαίνοντας τον στην ξενιτειά.
    Πώς είναι δυνατόν; Δεν πήγε στην κηδεία; Και ποιά είναι η «ξενιτιά»; Η Αθήνα;

  2. spiral architect said

    Aυτό θα ρωτούσα κι εγώ.
    Καλημέρα. 🙂

  3. Γς said

    1, 2:

    εκείνη την εποχή

  4. Γς said

    Το ίδιο και η γιαγιά μου. Δεν της είχαν πεί ότι πέθανε ο αδελφός της στη Γαλλία. Μέχρι το θάνατό της της έλεγαν δήθεν νέα του.

    Κι όμως το ήξερε. Και τους άφηνε να την παραμυθάζουν…

  5. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Hμιπληγία η πεθερά, πάρκινσον ο πατέρας του, δεινόν το γήρας, ού γαρ έρχεται μόνον , σκληρές καταστάσεις, κάποτε θα πρέπει να συζητηθεί σοβαρά απο την πολιτεία το θέμα της ευθανασίας.

  6. Γς said

    5!:

    Ευθανασία

  7. cronopiusa said

    αγαπησιάρικο και τρυφερό, μου άρεσε πολύ ο πετροπόλεμος

    Καλή σας ημέρα!

  8. cronopiusa said

    Good bye Lenin! (greek & english subtitles)

    Julio Cortázar (1914-1984)

    La salud de los enfermos
    (Todos los fuegos el fuego, 1966)

  9. Γς said

    1:

    >ποιά είναι η «ξενιτιά»; Η Αθήνα;

    Κι ήταν κι ο άλλος λέει απ την Ζάκυνθο που δούλευε απέναντι στην Κυλλήνη [10 χλμ],
    Εβλεπε το νησί του κι έλεγε:
    -Α ρε πατρίδα. Μ έφαγε η ξενιτιά.

    Κι η τροχιά, του ISS;
    Ξενιτιά δεν είναι για τους αστροναύτες του;

  10. atheofobos said

    …το παρατσούκλι Χουφτού (ως σύζυγος ενός χούφτα)

    Από το χούφταλο;

  11. 8 Επειδή δεν ξέρουμε όμως όλοι ισπανικά 🙂
    Κορτάσαρ, Η υγεία των αρρώστων («μεξικάνικη λογοτεχνία» γράφει, αλλά τέλος πάντων…)

  12. Γς said

    7:
    >μου άρεσε πολύ ο πετροπόλεμος

    Πετροπόλεμος.
    Κι εμείς οι βετεράνοι του..

    Αν μας κουρέψεις γουλί, φίνονται ακόμα τα σημάδια εκείνης της εποχής.

  13. Γς said

    10:

  14. Κουνελόγατος said

    Διάλογος -σχεδόν αυθεντικός λόγω μη επαρκούς γνώσης της ντοπιολαλιάς από τον γράφοντα- στο γυναικοχώρι (βορειο-ανατολικό Λασίθι):

    – Ίντα κάνεις μωρέ Κατινιώ;
    – Με πονεί το σώμα μου παντού Γιάννη.
    – Είσαι τυχερή που πονείς, ζάντα αυτό σημαίνει πως είσαι ακόμη ζωντανή.

    Καλημέρα σας.

  15. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    6 – χαχαχα μετά περπάτησε στο νερό η γριά Γς; Πάντως το θέμα της ευθανασίας είναι σοβαρό, και πρέπει να τεθεί σε κοινωνική συζήτηση, αλλά δυστυχώς, μεγαλώνοντας με την θεοποίηση της ζωής και την δαιμονοποίηση του θανάτου, είναι μεγάλο κοινωνικό ταμπού ακόμα και η αναφορά της.

  16. Γς said

    14:

    Με την άδειά σου

  17. Gpoint said

    # 5

    Η αλήθεια είναι πως όταν βλέπεις κάποιον να βασανίζεται η ευθανασία προβάλλει σαν λύση αλλά επίσης επειδή έχω χάσει φίλους «γερούς και όρθιους» τότε σκέπτεσαι πως θα μπορούσαν να ζήσουν μερικά χρόνια ακόμα.

    Γι αυτό καλό είναι να μη σχολιάζουμε αυτά που δεν καταλαβαίνουμε όπως το πότε και γιατί έρχεται ο κύριος με το δρεπάνι…

  18. Παναγιώτης Κ. said

    @10. Χούφτας:Αυτός που τα άρπαζε από τους φορολογούμενους.
    Αυτή είναι η ερμηνεία που έδωσα.

  19. Γς said

    15:

    Εχω κάνει και μελέτη στο θέμα αυτό.
    [ως τελική λύση]

    Ο Μεγάλος Τάφος

  20. Παναγιώτης Κ. said

    @4. Έχουμε και το παράδειγμα του Ροΐδη που έστελνε γράμματα στη μάννα του τάχα σταλμένα από τον αδελφό του ο οποίος όμως είχε πεθάνει . Και ο Ροΐδης θεωρείται υψηλής ευφυίας άνθρωπος!
    Μιλώ για κουλτούρα θανάτου στην παρέα και μερικοί …φτύνουν τον κόρφο τους!

  21. Κουνελόγατος said

    16. Ο Γιάννης είναι πιο νέος -περί τα 60- ενώ το Κατινιώ αρκετά πιο μεγάλο, πόσο, δεν ξέρω. :mrgreen:

  22. Παναγιώτης Κ. said

    «Μαστόρευε τις ζημιές του σπιτιού, έβαφε τοίχους και παράθυρα»
    Η περιγραφή δεν είναι ασυνήθιστη. Έχω την εικόνα της γιαγιάς μου που έκανε όλα αυτά!
    Ίσως να οφείλεται και σε αυτή που δεν μπαίνει άνθρωπος στο σπίτι μου για να κάνει μερεμέτια.Μου μετέφερε το πρότυπο της αυτονομίας. 🙂

  23. cronopiusa said

  24. Γς said

    23:

    Jack Kevorkian

  25. Γς said

    Της εικοστής Φλεβάρης [το είπε 2-3 φορές] ο Νίκος Καραθανασόπουλος του ΚΚΕ στον ΣΚΑΙ τώρα.

    Λέγεται;

  26. cronopiusa said

    Επιστολή της Ευτυχίας Ποποδάκη, της 56χρονης από τα Χανιά που πέθανε αφού η ΔΕΗ της έκοψε, λόγω οφειλών, το ρεύμα. Θυμίζουμε ότι η Ευτυχία (;) Ποποδάκη εκρατείτο στη ζωή με μηχανική υποστήριξη. Κακώς κατηγορούνται η ΔΕΗ και η κυβέρνηση. Απλώς υπάκουσαν στο σπαραχτικό αίτημα για ευθανασία

    Euthanasia could be option for poor, says Lithuanian health minister

    «μορφή χορτάτη ευθανασίας»

    Χθες το βράδυ, καθόμασταν με τη γυναίκα μου στο τραπέζι συζητώντας διάφορα θέματα, καταλήξαμε να μιλάμε για την ευθανασία. Στο θέμα της επιλογής μεταξύ ζωής και θανάτου, της είπα:

    «Μη μ’ αφήσεις ποτέ να ζήσω σ’ αυτή την απαίσια κατάσταση,
    να εξαρτώμαι από μία μηχανή και να ταΐζομαι από το υγρό μιας μπουκάλας. Εάν με δεις σε τέτοια κατάσταση, αποσύνδεσε τα μηχανήματα που με κρατάνε στη ζωή».

    Οπότε η γυναίκα μου σηκώθηκε, αποσύνδεσε την τηλεόραση, έσβησε τον υπολογιστή και πέταξε τη μπύρα μου. Η ηλίθια!

  27. @1 Μην ξεχνάμε ότι το 1951 δεν είχε φτάσει το ηλεκτρικό ρέυμα παντού, ίσως η Μυτιλίνη λόγω των βιομηχανιών να είχε ηλεκτρικό δίκτυο και να είχαν οι κατοικίες. Ενδιεκιτικά εδώ http://library.tee.gr/digital/techr/1954/1954_gened/techr_1954_64_9.pdf (στην πρώρτη σελίδα στη μέση της αριστερής στήλης) διαβάζουμε ότι το 1952 η ηλεκτρική κατανάλωση στην ελληνική επαρχία ήταν 135 MWh.

    Οπότε πιθανότατα δεν υπήρχε ψυγείο διατήρησης νεκρών στη Μυτιλίνη και το ταξίδι από τον Πειραιά στη Μυτιλίνη ήθελε τουλάχιστον 15 ώρες χωρίς να υπάρχουν καθημερινά δρομολόγια. Οπότε ήταν δύσκολο να προλάβει την κηδεία.

  28. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Θεριό στην ψυχή και στο κορμί και η προγιαγιά Νικοκύρη! Με γέμισε συγκίνηση και νοσταλγία όλη η αφήγηση. Στο ποίημα μου έφυγαν δάκρυα
    Στις ζωές των ανθρώπων πόσα κοινά μπορεί να βρεθούν! Ο παππούς μου ήρθε επίσης στην Αθήνα και βρήκε τον αδελφό του που ήταν πλωτάρχης και καλά καλά γράμμα του από στεριά δεν είχε, αλλά ήξερε μόνο το μικρό όνομα της γυναίκας που είχε παντρευτεί κι ότι είχε σπίτι στο Βύρωνα!
    Ο πατέρας μου επίσης υπεραγαπούσε την πεθερά του,μια τέτοια δυνατή και καρτερική ψυχή,όπως κι εκείνη.Ήταν από άλλο χωριό η γιαγιά και κανείς δεν την έλεγε με το δικό της επώνυμο αλλά με το επώνυμο το πατέρα μου.Η μαμά μου ήταν η ταδάκαινα και η μάνα της η γρια ταδάκαινα. Τη φώναζαν έτσι όλοι.Δεν άκουσα ποτέ να το διορθώσει.

  29. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    14.>>σημαίνει πως είσαι ακόμη ζωντανή.
    Αυθεντικό ανάλογο:
    Ο πολύ ηλικιωμένος ιερέας (τον θυμάμαι λίγο κι εγώ) που τις ετοιμολογίες του ακόμη τις συζητάμε, είχε ένα πρόβλημα κι έτρεμε το κεφάλι του. Όχι ακριβώς πάρκισον,δεν ξέρω τί είχε.
    Κάποιος δικός του λοιπόν που ήρθε μετά από καιρό στο χωριό και κάτσανε στις ρακές,θεώρησε καλό να του πει μπας και δεν κάνει τόσο πιοτί για το πρόβλημά του(του φάνηκε ότι είχε επιδεινωθεί γενικά από παλιότερα), οπότε ο παπα Γιάννης του λέει:
    -Γιάντα; Πως* κουνιέται η κεφαλή μου;
    -Όντα δε γκουνιέται καθόλου, τότεσας να φοβάσαι !
    Και σκάσανε στα γέλια και οι δυο.

    *επειδή

  30. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα και τα δεύτερα σχόλια -σήμερα βγήκα πρωί.

    1-2: Η ξενιτειά ηταν η Αθήνα. Δεν της το είπαν, υποψιάζομαι οτι ο παππούς δεν ήθελε να επιστρέψει στη Μυτιλήνη.

    25 Έλξη, όπως της Αννας Βίσσης

    28 Και πολύ συχνά εξαιτίας αυτού ξεχνιόταν και το όνομα της γριάς Ταδάκαινας.

  31. Alexis said

    #30, τέλος: Ναι, κι εγώ μικρός νόμιζα πως τ’ όνομα της γιαγιάς μου ήταν Αλέξαινα! 🙂

  32. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    17 – «Γι αυτό καλό είναι να μη σχολιάζουμε αυτά που δεν καταλαβαίνουμε όπως το πότε και γιατί έρχεται ο κύριος με το δρεπάνι.»
    Έχοντας δεί τον πατέρα μου στα 43 του, και την ξαδέρφη μου στα 26 της, να λιώνουν από τον καρκίνο, και στο τελευταίο στάδιο με τους ανυπόφορους πόνους που δεν σταματάνε με κανένα φάρμακο, να παρακαλάνε να τους αφήσουν να πεθάνουν, μάλλον καταλαβαίνω τι σχολιάζω. Δές την ανάρτηση της Crnopiusa, πολλοί άνθρωποι προτιμούν τον αξιοπρεπή θάνατο, από μιά αναξιοπρεπή ζωή με κάθε κόστος, πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν, δεν πιστεύουμε όλοι πως μας έφτιαξε κάποιος θεός, και είναι αμαρτία να πεθάνουμε μόνοι μας.

    Υ.Γ – Ο κύριος που υπονοείς, δεν κρατάει κανένα δρεπάνι, ανοιχτή αγκαλιά έχει, το πώς φαίνεται, είναι καθαρά θέμα ατομικής και κοινωνικής συνειδητοποίησης και αποδοχής της έννοιας του θανάτου.

  33. Δημητρης said

    Γνωστό ίσως σε πολλούς αλλά μιας και αναφέρθηκε η ευθανασία, ο γέρος και η γριά συζητούσαν για το ποιος θα πεθάνει πρώτος. » Εγώ να πεθάνω, έλεγε ο παππούς γιατί αν φύγεις εσύ, ποιος θα με προσέχει, θα με καθαρίζει, θα μου μαγειρεύει, θα υποφέρω». » Όχι, εγώ, ανταπαντούσε η γριά, γιατί εσύ είσαι ο κουβαλητής, ο προστάτης, δεν μπορώ χωρίς εσένα, μην το συζητάς.» Αφού ανέπτυξαν επι μακρόν τα επιχειρήματά τους, ο γέρος ξεκίνησε για το ΚΑΠΗ. Ακριβώς εξω από το σπίτι όμως και πριν απομακρυνθεί του ήρθε μια ιδέα και χτυπάει τοκ-τοκ την πόρτα. «Ποιος είναι;» ρωτάει η γριά από μέσα. » Ο Χάρος» απαντά ο παππούς με μακάβρια φωνή. » Αα,χμ, λέει η γρια. Ο παππούς είναι στο ΚΑΠΗ.

  34. Γς said

    Με ζήτησε κανείς;

  35. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    30.>> Η ξενιτειά ηταν η Αθήνα.
    Aν ήταν λέει; Ακόμη είναι.
    Απρόβλεπτο «όβερ μπούκιν» -αυτή η γουρουνιά στις πτήσεις, κόντεψε πριν δυο χρόνια να μας καθυστερήσει τόσο που να μην προλάβουμε την κηδεία της μητέρας μου.Αθήνα-Κρήτη μιλάμε,την σήμερον ημέρα.
    >>αλώνιζε με τα πόδια
    και πώς έκανε στιγμιαίο «κατ» η μνήμη και είδα μπρος μου ξανά μια σκηνή-κυριολεξία της φράσης: Η σάντολα το Καλλιό, που την άφησαν οι Γερμανοί χήρα με δυο μικρά αγόρια(το ένα τραυματισμένο κι αυτό), μια φιγούρα αξιοπρέπειας και εργατικότητας που τη θυμάμαι να κάνει τις δουλειές της σιωπηλά και με τις δυνάμεις της (να μην ενοχλεί την εκεί νύφη της-τον άλλο γιο τον εσπούδασε και δούλευε στα ξένα), που τη βρήκα στην πίσω αυλή της να αλωνίζει με τα πόδια γυμνά ένα λοφάκο ξερών φυτών φακής ή φάβας ,δε θυμάμαι.
    Καλά ξεραμένα αυτά τα ψυχανθή, όταν η σοδιά ήταν λίγη για να μην μπούνε στη φασαρία να πάνε στ’ αλώνι με τα ζώα, τα κοπάνιζαν με τις κοπάνες,κάτι πλακουτσά ρόπαλα που είχαν και για τις μπουγάδες,σε κάποια ταρατσούλα,τα λίχνιζαν επιτόπου και ξεχώριζαν εύκολα τον καρπό απ΄τ΄άχυρο. Αλλά την είχαν πονέσει τα κόκκαλα των χεριών της απ΄το κοπάνημα,όπως μου εξήγησε και το πήρε με τα πόδια,σα να πάταγε σταφύλια.Γλυκύτατη γιαγιά κι εκείνη.Ας είναι δροσερή η ψυχή της.

  36. cronopiusa said

    32

    στο Λάμπρο με αγάπη

  37. cronopiusa said

    32

    και αυτό

  38. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Αύριο στις 10 το πρωί τα αποτελέσματα των πανελλαδικών, ακούω τώρα στο ράδιο. Στα παιδιά θα πούμε τώρα καλή τύχη,γιατί πού θα κάτσουν οι μονάδες σε κάθε σχολή, σε σχέση και με το πόσοι τη δήλωσαν και σε ποια σειρά προτίμησης,είναι ζαριά τελικά.

  39. atheofobos said

    Σε μία συζήτηση ένας θεωρούσε ότι είναι ακατόρθωτο να γίνει κάτι, ενώ όλοι οι άλλοι το θεωρούσαν εφικτό, οπότε και αυτός έφερε ένα παράδειγμα που μας τάπωσε όλους!
    Το παράδειγμα αφορούσε ένα φίλο που ήταν ο πιο ανορθόγραφος άνθρωπος που είχαμε γνωρίσει όλοι μας.
    – Είναι σαν να καταφέρει ο Τάκης να γράψει στην σωστή σειρά τα 3 ίδια φωνήεντα στην λέξη Μυτιλήνη!

  40. atheofobos said

    24
    Την ιστορία του Jack Kevorkian την έχει γυρίσει σε τηλεταινία ο Barry Levinson το 2010 με τίτλο You don’t know Jack και πρωταγωνιστή τον Al Pacino,

  41. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Όταν αποοχλευτεί το φαινόμενο,(για την τρέχουσα κρίση), τώρα στο ράδιο ένας καθηγητής οικονομίας ,Γκότσης νομίζω, είπε.
    Όχλευση, μόχλευση και αποόχλευση τώρα. Οικονομικές ορολογίες;

  42. Παναγιώτης Κ. said

    @34 (Γς) 🙂

  43. Γς said

    Και το Θάνατρον.

    Η μhχανή θανάτου του δόκτορος Death

  44. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

  45. Γς said

    44:
    😉 😉

  46. sarant said

    41 Μηπως τρώει τα μι; Μόχλευση και απομόχλευση εντάξει.

  47. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    36-37- Από καιρό σε έχω κόψει πως είσαι φευγάτη, μείνε για πάντα άνεμος, αξίζει το τίμημα. Ευχαριστώ πολύ για τα τραγούδια, κι αυτό για σένα, το αερικό του ιστολογίου.

  48. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    41 – Μάλλον δεν άκουσες το μ που λέει κι Νίκος ΕΦΗ, απ΄την άλλη βέβαια, καθηγητής της οικονομίας είναι, αρλούμπες θα λέει σίγουρα.

  49. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    48.Ναι ,μπορεί. Αποχλευτεί σα ν’ άκουσα ολότελα,αλλά στην ειδικότητά του δε μπορεί να μη λέει σωστά την ορολογία(τουλάχιστον 🙂 ) ,αφού δεν υπάρχει απόχλευση.

    >>να ‘ρθει δύο φορές στην Αθήνα στην κόρη της.Την πρώτη φορά μάλιστα, το καλοκαίρι του 47,
    αυτό μου κέντισε την ψυχή επίσης. Σκεφτείτε τί εποχή ήταν, «μουτζουρωμένος» (απολυμένος κιόλας) ο γαμπρός της και ήταν ήδη 82 χρονών γυναίκα να παίρνει το βαπόρι που δεν ήταν να πεις και λίγες ώρες.
    Η κόρη της είναι η Ελένη Μυρογιάννη η ποιήτρια και γιαγιά του Νικοκύρη,που θα γράψει το 1959 στην
    Εισαγωγή στη συλλογή «Αύρες του νησιού μου»
    Με του ονείρου τα πλάνα φτερά
    στην πατρίδα μου απόψε θα φτάσω.
    {…}
    Η Μαννούλα δε θάχει γεράσει
    ο πατέρας δε θάναι νεκρός.
    Κυριακάτικο γύρω γιορτάσι,
    στοχασμός, ούτε τόσος, πικρός.
    {…}

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: