Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Είχε την τέντα ξομπλιαστή…

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2015


Όπου να’ναι τελειώνουν οι φετινές αργοπορημένες και διακεκομμένες διακοπές μου στην Αίγινα, οπότε δεν είναι παράταιρο να της αφιερώσω το καθιερωμένο κυριακάτικο φιλολογικό μου άρθρο. Φιλολογικά, η Αίγινα είναι γνωστή για τον Καζαντζάκη, που έμεινε μεγάλα διαστήματα στο νησί, σε παραλιακό σπίτι που διατηρείται, αλλά και για τον Βάρναλη, που κι αυτός αγαπούσε να παραθερίζει στην Αίγινα και έγραψε εδώ κάμποσα από τα πιο σημαντικά έργα του της μεγάλης του δεκαετίας του 1920. Ο Βάρναλης, επίσης, έγραψε για την Αίγινα -σε παλιότερο άρθρο έχουμε παρουσιάσει τις νοσταλγικές σελίδες που της αφιέρωσε στα Φιλολογικά του Απομνημονεύματα. Η Αίγινα ήταν το αγαπημένο νησί του Βάρναλη, το «της χαράς το νησί» όπως την έχει αποκαλέσει (με υπαινιγμό στο ποίημα του Πορφύρα) σε ένα χρονογράφημά του.

Για την Αίγινα είναι γραμμένο, έστω κι αν δεν δηλώνεται ρητά, το ποίημα του Βάρναλη «Η μπαλάντα του Αντρίκου», που έχει γίνει πολύ γνωστό χάρη στην εξαιρετική μελοποίηση που του έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης στη δεκαετία του 1960, με τα μπουζούκια του Παπαδόπουλου και του Καρνέζη σε δαιμονισμένη φόρμα και με αξεπέραστον τον Γρηγόρη Μπιθικώτση:

Ο Μίκης όμως έχει μελοποιήσει τέσσερις μόνο στροφές του ποιήματος, το οποίο διηγείται μια ιστορία -αν δεν θυμάστε το υπόλοιπο ποίημα, γιατί συχνά συμβαίνει η μελοποίηση να ρίχνει στη λησμονιά τις αμελοποίητες στροφές, μπορείτε να το διαβάσετε στον ιστότοπο της Ανεμόσκαλας.

Στο τραγούδι, χρησιμοποιείται σαν ρεφρέν η στροφή:

Η Κατερίνα κι η Ζωή,
τ’ Αντιγονάκ’, η Ζηνοβία
(ω! τί χαρούμενη ζωή!
χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία!)

και ο δεύτερος στίχος, με τα κάπως ασυνήθιστα ονόματα, έχει δώσει λαβή σε «ραμόνι«, αφού έχω ακούσει να τον λένε «σαν τρυγονάκι η Ζηνοβία».

Ένας μέτριος ποιητής, θα είχε σκεφτεί τον στίχο «χτυπάς φτωχή καρδιά με βία» και ύστερα, ψάχνοντας με τι να τον ριμάρει, θα επιστράτευε την καημένη τη Ζηνοβία. Ένας μάστορας σαν τον Βάρναλη (που δεν νομίζω να του παραβγαίνει κανείς στη μαστοριά του ομοιοκατάληκτου στίχου) έχει δεδομένη τη Ζηνοβία και τα υπόλοιπα ονόματα και μετά βγάζει αβίαστες τις ρίμες του.

Το λέω αυτό επειδή τα τέσσερα γυναικεία ονόματα δεν είναι διαλεγμένα στην τύχη ή επειδή είναι εύηχα ή επειδή βοηθάνε στη ρίμα: οι Αιγινήτες ξέρουν ότι και τα τέσσερα κορίτσια που αναφέρονται στο ποίημα είναι υπαρκτά πρόσωπα, όπως και ο καμπούρης Αντρέας που η βάρκα του είχε ξομπλιαστή τέντα. Και η βάρκα, άλλωστε, υπήρξε, και ιδού η φωτογραφία της, που προέρχεται από το αρχείο της κυρίας Άννας Χάνου και αναρτήθηκε σε μια αιγινήτικη ομάδα στο Φέισμπουκ, στην οποία είχε την καλοσύνη να με εντάξει η κυρία Άννα Λεούση:

antrikos barka

Πίσω από τη βάρκα με την ξομπλιαστή τέντα βλέπουμε το διάσημο εκκλησάκι του Αγιονικόλα, το οποίο δεν έχει το γνώριμο άσπρο του χρώμα επειδή εκείνη την περίοδο το σοβάντιζαν. Το κτίσμα αριστερά είναι ένα είδος αναψυκτήριο, του Βουτέρη, που υπήρχε τότε.

Ο Βάρναλης έχει αφιερώσει κάμποσα χρονογραφήματα στην Αίγινα (και στο διπλανό Αγκίστρι). Την εποχήν αυτή ασχολούμαι με τα χρονογραφήματά του, που κρύβουν σωστά διαμάντια, και ευελπιστώ στο άμεσο μέλλον να παρουσιάσω από τις εκδόσεις Αρχείο έναν μεγάλο τόμο με τα κείμενά του που έχουν ως αντικείμενο την Αθήνα, την Αττική -και την Αίγινα. Με πολλή χαρά ανακάλυψα λοιπόν, και σας το παρουσιάζω σήμερα, ένα χρονογράφημα του Βάρναλη, κατοχικό, στο οποίο παρουσιάζει το ποίημά του και διηγείται πώς γράφτηκε το ποίημα.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλογραμμένο χρονογράφημα, που θα είχε μεγάλη αξία και χωρίς το ποίημα, αφού η περιγραφή του πρώτου μέρους είναι αριστοτεχνική -αλλά αν προσθέσουμε και τη φιλολογική του αξία, τότε γίνεται πραγματικά ξεχωριστό. Δημοσιεύτηκε στην εφημ. Πρωία, με την οποία συνεργαζόταν ο Βάρναλης, στις 26 Οκτωβρίου 1941 και το αναπαράγω εδώ με εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας. Απ’ όσο ξέρω, είναι αθησαύριστο, αν και κατά πάσα πιθανότητα θα το έχει καταγράψει η Λουκία Μαρκεζέλι στο βιβλιογραφικό της έργο (που δεν το έχω πρόχειρο αυτή τη στιγμή).

Ο Αντρίκος

Σ’ ένα νησί του Αιγαίου. Καλοκαίρι. Ξέρετε τι θα πει καλοκαίρι σ’ ένα νησί του Αιγαίου! Ήλιος τυφλωτικός από τα… μεσάνυχτα· μπάτης· μαϊστράλι· τρεμούλα ή αφροί της θάλασσας· μόλοι, φανάρια, καΐκια: σκούνες, τρεχαντήρια, γολέτες, ψαρόβαρκες, μπενζίνες, κατάρτια, πανιά –κι απάνου απ’ όλα τα σπαθίσματα των γλάρων. Κάτω στον παραλιακό δρόμο καφενεία, μαγέρικα, ταβέρνες με τις τέντες τους: μπαρμπέρικα, χρωματοπωλεία, ξενοδοχεία ύπνου. Μένουλες αυγωμένες ψητές στη σκάρα· κατσούλες (παπαγάλοι της θάλασσας) τηγανισμένες σε μπόλικο λάδι· χελιδονόψαρο ψημένο ανάσκελα στο φούρνο και τα φιλέτα του καυτά ακόμα μέσα στο λαδολέμονο· καβουρομάνες μ’ ένα τόπι αυγά έξω από την κοιλιά τους ψητές στο φούρνο –τ’ αυγά χτυπημένα μαζί με το λαδολέμονο και ύστερα όλα τα ψαχνά βαλμένα μέσα σ’ αυτήν την κόκκινη σάλτσα· χάνοι μια πιθαμή –πρώτο μπόι— σούπα αυγολέμονο, θεός! Αμ’ αυτά θα φας στα νησιά και στις απόμακρες παραλίες, για να καταλάβεις το μεγαλείο της θάλασσας! Όχι μπαρμπούνια, λιθρίνια, σφυρίδες του… πάγου: Αυτά τα «δευτερότερα» ψάρια και θαλασσινά, όταν βγαίνουνε λαχταριστά από το πανέρι της ψαροπούλας, είναι ύψος –και πάγο δεν σηκώνουν!

Αλλά λίγο έλειψε να ξεχάσουμε το κρασί και τα κορίτσια. Το κρασί στα νησιά ό,τι λογής και να ’ναι: ρετσινωμένο ή αρετσίνωτο, άσπρο, μαύρο ή κόκκινο, γλυκό ή μπρούσκο, έχει μιαν αναμφισβήτητη αρετή που έχει η ίδια η θαλασσινή ζωή: την ειλικρίνεια. Το κρασί εκεί δε θα περάσει από το φαρμακείο για να γίνει κρασί! Άρα εν τάξει!

Αλλά τα κορίτσια; Δεν εννοούμε τα κορίτσια του νησιού. Αυτά τα βλέπεις δεν τα βλέπεις! Πρέπει να μπεις στα σπίτια για να ιδείς όταν… σφουγγαρίζουνε τις πλάκες της αυλής κι ασπρίζουνε τους τοίχους ή να πας στην εκκλησία την Κυριακή να… μετανοήσεις για τα αμαρτήματά σου, οπότε και θα… αμαρτήσεις περισσότερο. Εννοώ τα κορίτσια της Αθήνας, που παραθερίζουνε τα καλοκαίρια στα νησιά. Άνθη ξωτικού παραδείσου, ανάερα, διάφανα, καημός και αλλοφροσύνη. Στα μπάνια, στο μόλο, στα καφενεία, στον περίπατο, στο χορό με το γραμμόφωνο, παντού όπου υπάρχει αέρας να τον ανασάνουν και γης να την πατήσουν και θάλασσα να την κομματιάσουν, παντού φέρνουν τα θάμα –με τα μάτια, με τα χείλια, με την πνοή!

Ο καπετάν Αντρίκος, ένας καμπούρης κι ασθενικός ανθρωπάκος, που όλο ξερόβηχε, δεν έβγαινε καθόλου από τη βάρκα του. Την είχε δεμένη στο μουράγιο, αντίκρα στα φώτα των μαγαζιών, κι από κει αντιμετώπιζε τον πλανήτη. Το νερό τον εχώριζε από τον άλλο κόσμο. Κι αυτού ήταν η ησυχία του. Όταν καμιά παρέα ήθελε να κάνει μια βουτιά στ’ ανοιχτά με το φεγγάρι κι έπαιρνε τη βάρκα του Αντρίκου, αυτός έβαζε τα κουπιά στους σκαρμούς, έλυνε τα σκοινιά και άρχιζε να λάμνει χωρίς να μιλά. Υπήρχε όμως μια παρέα τρελοκόριτσα, που τον παίρνανε ταχτικά το μεσημέρι για να πηγαίνουνε μακριά έξω από το λιμάνι κι εκεί κολυμπούσανε. Πετάγανε τα φουστάνια τους, μένανε με το μαγιό και μπλούμ! μια μια πέφτανε το νερό. Γέλια, φωνές, σκαρφαλώματα στη βάρκα, ξαναβουτήματα κτλ. Κι ο Αντρίκος καθισμένος στην πρύμνη κάπνιζε… Ποιος τόνε λογάριαζε, σακάτη άνθρωπο! Νεράιδες αυτές, σγόμπος εκείνος!

Έτσι όλο το καλοκαίρι η τρελή παρέα κολυμπούσε έξω από το λιμάνι και γινότανε ανάμεσα ουρανού και πελάου («μάγεμα, λάγγεμα, τρεμούλα»!) μέσα στη βάρκα του Αντρίκου και μάτι δεν τις έβλεπε. Το μάτι του Αντρίκου ήτανε γυάλινο! Και η καρδιά του; Εκείνος το ήξερε!

Το καλοκαίρι πέρασε, οι ξένοι φύγανε από το νησί, και τα κορίτσια μαύρα και ψημένα στον ήλιο. Μπήκε το φθινόπωρο, αρμενίσανε οι βροχάδες, μπήκε ο χειμώνας, αρχινίσανε οι θύελλες. Ο Αντρίκος μια μέρα έβηξε λίγο περισσότερο —και πια δεν ξανάβηξε.

Την ιστορία αυτή μου τηνέ θύμισε χτες ένας παλιός φίλος, που πέρασε κείνο το καλοκαίρι του στο νησί –και μην έχοντας άλλον τρόπο να σκοτώσει τον καιρό του, σκότωσε την ποίηση. Και μου απάγγειλε –άνθρωπος αλλουνού κόσμου:

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ

Είχε την τέντα ξομπλιαστή
η βάρκα του καμπούρη Αντρέα.
..Γυρμένος πλάι στην κουπαστή
ονείρατα έβλεπεν ωραία.

Η Κατερίνα κ’ η Ζωή
τ’ Αντιγονάκι, η Ζηνοβία
(όνειρο να ’ταν η ζωή;
χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία!)

Τα μεσημέρια τα ζεστά,
τη βάρκα παίρνανε τ’ Αντρέα
και βγαίναν έξω στ’ ανοιχτά
όλες μαζί, τρελή παρέα.

Άξαφνα πέφταν στο νερό
η καθεμιά γυμνή Γοργόνα
κι όλο γινόταν πιο μικρό
τ’ Αντρέα το μάτι, ίσα βελόνα…

Μα ’ρθε ο χειμώνας ο κακός
και σκόρπισε η τρελή παρέα
και σένα βήχας μυστικός
σ’ έστρωσε χάμου, Μπάρμπ’ Αντρέα.

Κι αν φτύνεις αίμα στο γιαλό
περνά μπροστά σου η Ζηνοβία
(ένα τραγούδι σιγαλό
στον καφενέ παιζ’ η ρομβία).

–Πως τα περνάς, σ’ αναρωτά,
τα τόσα βάσανα της ζήσης;
Πάρε τα λίγα αυτά λεφτά
να γιάνεις και να ξαναζήσεις.

Κι η βάρκα, μάνα γελαστή,
σ’ αργοκουνάει μ’ αγάπη πάντα
και συ γερτός στην κουπαστή,
ησύχασες, Αντρέα, για πάντα.

Όπως βλέπετε, ο Βάρναλης δεν αναφέρει ρητά την Αίγινα, αντίθετα αναφέρεται γενικά (και παραπλανητικά) σε «κάποιο νησί του Αιγαίου». Επίσης, αποδίδει την πατρότητα του ποιήματος σε κάποιον φίλο του -συχνό τέχνασμα στα χρονογραφήματά του-, έναν «άνθρωπο αλλουνού κόσμου», που μάλιστα θεωρεί ότι «σκοτώνει την ποίηση»!

Πρόχειρα σημειώνω ότι σγόμπος είναι ο καμπούρης, ενώ η φράση «μάγεμα, λάγγεμα, τρεμούλα» παραπέμπει σε ένα δίστιχο από τον Λόγο Ζ’ του «Δωδεκάλογου του Γύφτου» του Παλαμά: «κι άφρισμα, λάγγεμα, τρεμούλα / η γυφτοπούλα, η μαγιοπούλα».

Το ποίημα όπως το παραδίδει εδώ ο Βάρναλης έχει κάποιες μικρές διαφορές σε σχέση με την οριστική μορφή, κυρίως στην τελευταία στροφή, ενώ λείπει και το καταληκτικό δίστιχο. Υποθέτω ότι είναι η πρώτη του δημοσίευση. Διαφέρει ελαφρά και ο τίτλος, αφού στην τελική μορφή είναι «Η μπαλάντα του Αντρίκου», όχι «του Αντρέα».

Είπαμε πιο πάνω ότι και ο Αντρέας ήταν υπαρκτό πρόσωπο και τα τέσσερα κορίτσια. Οι Αιγινήτες το ξέρουν και το  έχουν ξαναγράψει, αλλά δεν είναι ευρύτερα γνωστό. Όπως μας πληροφορεί ένα εμπεριστατωμένο άρθρο του Γ. Μπόγρη (με αδημοσίευτες φωτογραφίες εποχής), ο Αντρέας λεγόταν Γελαδάκης, ενώ η Ζωή ήταν η Ζωή Γιαννούλη. Η Κατερίνα και το Αντιγονάκι ήταν αδερφές: Κατίνα και Αντιγόνη Ζέρβα, ενώ η αρχηγίνα της κοριτσοπαρέας ήταν η Ζηνοβία Μπήτρου, από μεγάλη οικογένεια του νησιού, που έφερε κι άλλα καινά δαιμόνια στην Αίγινα, όπως το ότι οδήγησε αυτοκίνητο. Αργότερα είχε το μοναδικό χειμερινό σινεμά της Αίγινας, την Αφαία, εκεί που είναι σήμερα τα συστεγασμένα φαρμακεία. Κάποιο φιλμ πρέπει να έχω δει κι εγώ στο σινεμά της χωρίς να συνειδητοποιώ πως είναι αυτή που το όνομά της το είχα τραγουδήσει τόσες φορές…

Advertisements

134 Σχόλια to “Είχε την τέντα ξομπλιαστή…”

  1. Γς said

    Καλημέρα
    υπέροχο

  2. Που να φανταστώ ότι το τραγούδι (το οποίο ακούγαμε συχνά στη δεκαετία του 60) του Μίκη έχει αυτήν την ιστορία. Κυριακή πρωί και ρομαντισμός. Μπράβο.

  3. Συμπληρώνω το παραπάνω σχόλιο: η αγάπη του Βάρναλη για τις γυναίκες εκφράζεται εδώ με τον καλύτερο λογοτεχνικό τρόπο και τα δικά σας «μεζεδάκια» υπέροχα.

  4. atheofobos said

    Έχοντας γράψει πρόσφατα για την Μπαλάντα του Αντρίκου στο ποστ μου:
    Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΥΝΑΚΙΑ
    http://atheofobos2.blogspot.gr/2015/08/blog-post_11.html
    διαπιστώνω πως στην αρχική αυτή προφανώς μορφή του ποιήματος προσέθεσε μετά 5η στροφή που λέει:

    Είναι μεγάλος ο Θεός!
    Τ΄αχείλι το πικρό του λέει.
    Πόσο μεγάλος κι αγαθός
    Και πλούσια τα χρυσά του ελέη!

    και τελευταία στροφή που λέει:

    Πόσο μεγάλος ο Θεός
    Πατήρ και Πνεύμα και Υιός!

    Ολόκληρο το ποίημα το πήρα από :
    http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=4&text_id=514

    Διαβάζοντας κανείς την ολοκληρωμένη μορφή του ποιήματος αποκτά μια διαφορετική εικόνα από την ανάλαφρη που έχει η μελοποίηση του Θεοδωράκη, πολύ πιο σημαντική κατά την γνώμη μου γιατί στην ουσία, όπως γράφω, στην αρχή είναι ένας ύμνος στις χάρες της ζωής και τα νιάτα ενώ μετά αναφέρεται στην αρρώστια από φυματίωση, που όταν γράφτηκε το τραγούδι ήταν αρκετές φορές θανατηφόρα.
    Πάντως το σημερινό σου ποστ, όπως και το παλαιότερο δικό σου από όπου και πήρα αρκετά στοιχεία, περιέχει νέες πολύτιμες πληροφορίες τις οποίες θα προσθέσω στο δικό μου με αναφορά πάντα της πηγής.

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3: Πράγματι, υμνεί τις γυναίκες αξεπέραστα.

    4: Δεν είχα δει το δικό σου άρθρο, ευχαριστώ!

  6. Αγάπη said

    … και εδώ που μόλις γύρισα από την Αίγινα όπου πάντα αφήνω ένα μεγάλο κομμάτι μου 🙂 Ευχαριστώ 🙂

  7. Πάρα πολύ ωραίο, Νίκο!
    Παράξενο όντως το τελείωμα του ποιήματος — και στιχουργικά, αυτό το δίστιχο μετά τόσα τετράστιχα. Είναι κάποια φόρμα που δεν ξέρω;

  8. Gpoint said

    Εξαιρετικό άρθρο και…κατά διαβολική σύμπτωση μόλις γύρισα από το νησάκι που μαζεύω άγρια σκόρδα και κάνοντας απιστίες στα λυθρίνια πήγα για σαργοί (σικ) και πετρόψαρα. Αυτά τα τελευταία ανήκουν σ’ αυτά που αναφέρει ο Βάρναλης πως δεν σηκώνουν πάγο,είναι μικρά, μεζέδες κι όχι φαΐ, αλλά στη νοστιμιά δύσκολα ψάρια παραβγαίνουν στα κοκκινέστρια και τις πέρκες. Εννοείται πως θα φαγωθούν μεσημέρι.

  9. Γς said

    2:
    >Κυριακή πρωί και ρομαντισμός

    Και πόσο δύσκολο είναι να θέλεις να ησυχάσεις, να ξεχαστείς, να απολαύσεις.

    Ζηνοβία, Παλμύρα, Τζιχάντ

    http://www.williambchalfant.com/blog/wp-content/uploads/2011/10/Zenobia_in_full_dress.bmp

  10. Gpoint said

    Ένας μάστορας σαν τον Βάρναλη (που δεν νομίζω να του παραβγαίνει κανείς στη μαστοριά του ομοιοκατάληκτου στίχου)

    Νομίζω πως η κορυφαία σε έμπνευση ομοιοκαταληξία ανήκει στον Γκάτσο από την Παναγία των Πατησίων :

    Μα εμένα μού `δωσε η ζωή λαχταριστές καμπύλες
    που για τους άντρες άνοιγαν των ουρανών τις πύλες
    και μού `λεγαν στενάζοντας καθώς με παίρναν πρέφα
    «Εσύ κερδίζεις μάνα μου και κύπελλο Ουέφα»

  11. 7 Βλέπω εδώ: Η μπαλάντα αποτελείται από τρεις οκτάστιχες και μια τετράστιχη στροφή. Η τελευταία αυτή λέγεται επωδός. Ο τελευταίος στίχος όλων των στροφών είναι ίδιος και επαναλαμβάνεται σαν γύρισμα (refrain). O Βάρναλης, έτσι, έχει τέσσερις οκτάστιχες και μια εξάστιχη, χωρίς ρεφραίν. Θάλεγα ότι είναι μια μίξη μπαλάντας και σονέτου — αλλά, βέβαια, τι ψάχνω τώρα…

  12. Anna-Annita Leousi said

    πολύ καλό.Ευχαριστώ για την αναφορά στην ομάδα Αίγινα παλιές φωτο.Στα σχόλια της ομάδας είναι και ένα έργο ζωγραφικό με την ταβέρνα του Γληγόρη Μαλτέζου

  13. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    7-11: Το τελευταίο δίστιχο εμένα μού φαίνεται και ειρωνικό. Το ποίημα τεχνικά δεν είναι μπαλάντα αφού δεν έχει επαναλήψεις.

  14. Παναγιώτης Κ. said

    Μπράβο Νικοκύρη!
    Το διάβασα και…νοερά ξανάνιωσα! 🙂
    Και νοσταλγία και θλίψη και δεν ξέρω τι άλλο.

  15. Παναγιώτης Κ. said

    Την τέντα ξομπλιαστή δηλαδή διακοσμημένη-στολισμένη.
    Όμως στην πρώτη του Δημοτικού, τότε που μαθαίνουμε να γράφουμε και να διαβάζουμε, δεχόμουν την προτροπή της γιαγιάς μου να ξομπλιάζω τα γράμματα του βιβλίου για να μάθω να γράφω σωστά. Δηλαδή να χρησιμοποιώ εκείνα ως πρότυπο και να έχουν παρόμοια εικόνα και τα δικά μου.

  16. Παναγιώτης Κ. said

    Να και ο κατάλογος των…ταπεινών ψαριών από τον Βάρναλη!
    Είχα συγκεκριμένη αντίληψη από αγοραστά φρέσκα ψάρια μέχρι που μου έδωσε ο Νικόλας ο γείτονας γυρίζοντας από το ψάρεμα, κάτι σπάρους , κάτι λυθρινάκια και μερικά ακόμη είδη που δεν τα ξέρω
    Τα βάλαμε στο τηγάνι και τότε κατάλαβα τι πραγματικά σημαίνει φρέσκο ψάρι!
    Καλοτυχίζω τους ψαράδες του ιστολογίου!

  17. Ευάγγελος said

    Πρω’ι’νές σάλπες (απ το γρι-γρι)στα κάρβουνα…..Όλα τα αρώματα της θάλασσας σ ένα ψάρι…..
    Και άσε τους να το σνομπάρουν…Καλύτερα.Δεν ανεβαίνει και η τιμή του
    #8…Κοκκινέστρια ???? Να υποθέσω άλλη ονομασία για τους χάνους ?????

  18. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Για Ποταμίσιες ψαρούκλες ακούω… 🙂
    (δεν έχω ακόμη διαβασει το νημα)

  19. Gpoint said

    Μερικές ψαράδικες παρατηρήσεις…
    Οντως οι κατσούλες είναι το ωραιότερο τηγανητό ψάρι κι επίσης η σούπα από χάνους εξαιρετικά εύγεστη. Για μένα η γεύση του καβουριού είναι ανώτερη του αστακού αι της καραβίδας ακόμα. Αλλά με τα καβούρια είναι σαν να τρώς λιόσπορο, μάσσα και φτύσε. Τα αβγά όλων των καρκινοειδών, ψημένα με λεμόνι -για μένα- είναι ανώτερα κι από χαβιάρι.
    Το (γνήσιο) χελιδονόψαρο είναι σαν σαρδέλλα με φτερά, δεν μπορεί να έχει φιλέτα. Προφανώς εδώ εννοεί-όπως και οι περισσότεροι ένα ίδος καπονιού της άμμου με πολύ σκληρό δέρμα και εκπληκτικών χρωμάτων τεράστια πλευρικά πτερύγια

  20. Gpoint said

    # 16

    Παναγιώτη λογικά τα υπόλοιπα πρέπει να ήταν τσέρουλες, μουσμούλια (τα λένε και μπαλάδες), γόπες σαφριδάκια

    # 17

    Ευάγγελε η γεύση στις σάλπες εξαρτάται από το τι έχουν φάει. Αν είσαι τυχερός μοσχομυρίζουν αλλιώς σκυλοβρωμάνε

    Κοκκινέστρια λέμε τους μεγάλους γύλους με την κόκκινη πλαϊνή γραμμή

  21. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα σχόλια και τις ψαράδικες παρατηρήσεις!

    19 Το μενού έχει σήμερα κατσούλες!

    15 Και οι δυο αυτές σημασίες (στολίδι, υπόδειγμα) υπάρχουν για το ξόμπλι και το ξομπλιάζω, που προέρχεται από το λατιν. exemplum. Και μια τρίτη, κουτσομπολιό -σαν να αξίζει άρθρο.

  22. emma said

    Ξόμπλι λέγανε το σχέδιο που χρησιμοποιούσαν ως πρότυπο οι υφάντρες για να αναπαράγουν στον αργαλειό
    προέρχεται απο το exemplum ( παράδειγμα, υπόδειγμα, αντίγραφο)

  23. Κουνελόγατος said

    Ε Ξ Α Ι Ρ Ε Τ Ι Κ Ο!!!!!!!!!!!!!!
    Να είσαι καλά, να μας φτ*άχνεις τη διάθεση, που τον τελευταίο καιρό είναι … όχι, δε θα γίνω σαν τον …. δε θα το γράψω.

  24. Κουνελόγατος said

    19 & 21: Κατσούλες; Άλλο εννοούν στην Κρήτη 🙂

  25. sarant said

    23: 🙂

    24: Ναι, άλλο εννοούν!

  26. Ιάκωβος said

    Καταπληκτικό. Μάθαμε και είδαμε τη Ζηνοβία της βάρκας του Βάρναλη. Και το ποίημα για τα μουνάκια «καλό, πολύ καλό,πάρα πολύ καλό» που λέει και το ανέκδοτο.

    Στην Αίγινα πηγαίνανε κι άλλοι πολλοί, όχι μόνο λογοτέχνες, είχε το εργαστήριό του εκεί κι ο Καπράλος, τώρα είναι μουσείο.

  27. emma said

    21. Tο κουτσομπολιό λέγεται μιτοχτένιασμα.
    Κάνω κάποιον ξομπλιαστό : του τα ψάλλω
    Λέγεται επίσης «σιγά το ξόμπλι» , «ωραίος για ξόμπλι!» με αρνητική έννοια

    κατσούλες… σκουφάκια?

  28. Καλημέρα!

    Συμφωνώ και επαυξάνω με τον Κουνελόγατο (23) και όλα τα παρόμοια σχόλια!

  29. Ευάγγελος said

    #20 Ευχαριστώ για τα κοκκινέστρια…Δεν το ήξερα.
    Το μουσμούλι είναι διαφορετικό ψάρι από τον μπαλά.
    Για τις σάλπες τώρα….γι αυτό είπα σάλπες απ το γρι-γρι….επειδή ψαρεύονται μακριά από λιμάνια και άλλα ύποπτα μέρη.
    #23 Τις Αιγηνίτικες κατσούλες νομίζω στην Κρήτη τις λένε παπαγαλάκια….Αυτές που πριν τις ξαγκιστρώσεις πρέπει να τις σκοτώσεις, γιατί δαγκώνουν,δεν είναι ??
    Και βέβαια δεν έχουν σχέση με γάτες….όπως οι γάτες ονομάζονται σε πολλά μέρη της Ελλάδας

  30. 27 Στη Μυτιλήνη το κουτσομπολιό ξόμπλι (και το ρήμα ξουμπλιάζου)

  31. Ιάκωβος said

    Νομίζω πάντως, οτι η διάθεση του Μίκη στη Βάρκα του καμπούρη Αντρέα ήταν μάλλον ειρωνική και καταγγελτική,αλλά η μουσική ήταν πολύ πιο χαρούμενη από όσο θα έπρεπε κι έτσι πολύς κόσμος δεν το ‘πιασε. Tο τραγουδούσε σαν ένα οποιοδήποτε ευχάριστο τραγούδι. Το ίδιο, όπως και το Και Δόξα τω Θεώ, που μερικοί, με μια ρηχότητα που δε μου άρεσε, το παραφράζανε «και δόξα τω λαώ». Φαίνεται ότι ο πολύς κόσμος τότε είχε ανάγκη να ξεσκάει.

    Αντίθετα, το Της κόλασης καμπάνες, από το Ένας Όμηρος, είναι πολύ αισθαντικό και λυρικό, αντίθετα από το αληθινό τραγούδι, που δεν είναι του Μπρένταν Μπήαν, αλλά παρωδία παλιότερου λαϊκού . Δεν τον έχω δει τον Όμηρο, αλλά διάβασα ότι στο έργο το πτώμα του πρωταγωνιστή σηκώνεται και τραγουδάει το Ting-a-ling σ’ ένα ειρωνικό μπρεχτικό φινάλε. Αυτό είναι από την ταινία Oh, what a lovely war:

  32. Ραμόνια; Ραμόνια και ακατάληπτες λέξεις να δουν τα μάτια σας (το άκουσα βέβαια μικρός)!

    – ξομπλιαστή – ακατάληπτο
    – καμπούρη – καβούρι ( μα γιατί άραγε; τι σκεφτόμουν μικρό παιδι; )
    – ονείρατα έβλεπεν – όνειρα, τα ‘βλεπεν
    – ασφαλώς το τρυγονάκι!
    – χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία – χτυπάς [ακατάληπτο] καμιάν αιτία

  33. Anna-Annita Leousi said

    Ξομπλιαστή δεν σημαίνει στολισμένη; και πράγματι στη φωτο φαίνεται με τις φούντες η τέντα.

  34. gbaloglou said

    Θυμίζει και λίγο κυρ Αντώνη η υπόθεση!

  35. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    33: Ναι, ξομπλιαστή τέντα είναι η στολισμένη. Απλώς η λέξη «ξόμπλι» έχει τρεις σημασίες, 1. στολίδι (όπως εδώ), 2. υπόδειγμα, 3. κουτσομπολιό.

    29 Κι ο Βάρναλης, παπαγάλους της θάλασσας τις λέει τις κατσούλες -μάλλον από τη μουσούδα τους.

  36. Ωραίο το σημερινό σου, Νίκο!

    Την ιστορία του Αντρέα την ήξερα κι απ’τον παππού μου, τον φαρμακοποιό Τάκη Π. Ένα καλοκαίρι στις αρχές της δεκαετίας του ’20 που ήταν ο Βάρναλης στην Αίγινα, τα είχανε φτιάξει οι δυο τους με δύο αδερφές (Βάτη νομίζω το επώνυμο) και μου είπε πως πολλές φορές εκείνος κι ο Βάρναλης με τις δυο αδερφές Βάτη πάίρνανε τη βάρκα του Αντρέα για βαρκάδα στο σεληνόφωτο κάπου ανάμεσα στο Μαραθώνα και τη Μονή. (Αργότερα επειδή η μια αδερφή, εκείνη που είχε σχέση ο παππούς ήταν χωρισμένη ίσως και με παιδί, δεν θυμάμαι τώρα, μου, ήταν και αρκετά πιο μεγάλη στην ηλικία από εκείνον, έβαλε να τη διώξει απ’το νησί η προ-γιαγιά μου η Πηνελόπη Παπαλεονάρδου αυτή την ανήθικη Αθηναία που ξεμυάλισε το 20χρονο παιδί της. Μέχρι και υπογραφές μάζεψε, μου’πε ο παππούς.)

    Τη Ζηνοβία την πρόλαβα, έμενε παραδίπλα, σ’αυτό που σήμερα είναι το «αρχοντικό». Είχε καμπούρα κι αυτή… Άκουσα πως όταν πέθανε, μέσα σε λίγα λεπτά απογυμνώθηκε το σπίτι της — κουρτίνες, σεντόνια, ό,τι μπορούσε να κουβαληθεί στο χέρι κλπ τα εξαφάνισαν σε λίγα λεπτά, όπως σε κείνη τη σκηνή στο «Ζορμπά» που πεθαίναι η μαντάμ Ορτάνς…

    Εποχές εκείνες…

  37. Πάνος με πεζά said

    Ομολογώ ότι δεν ήξερα ολόκληρο το ποίημα. Και παρατηρώ ότι οι μη μελοποιημένες στροφές είναι πιο «αδύναμες» από τις μελοποιημένες. Αυτό π.χ. το «πάρε αυτά τα λεφτά για να ζήσεις», μοιάζει εντελώς ξένο από όλη την υπόλοιπη εικόνα.
    Οι μελοποιημένες στροφές δίνουν μια σαφή εικόνα τις ιστορίας, οι υπόλοιπες μου φαίνοναι πλατειασμοί. Λέω εγώ τώρα…

  38. Corto Maltese said

    Περί μαστοριάς του ομοιοκατάληκτου στίχου:
    Σε μία τηλεοπτική συνέντευξη η Ροζίτα Σώκου έλεγε ότι δεν μπορεί να σκεφτεί πιο έξυπνη ρίμα από τα παλιομισοφόρια (του Σακκελάριου):
    π.χ.
    που `παιρνε τ’ απεριτίφ της/ρίχτηκε ένας τσίφτης
    ή
    Δεν εγνώριζε όμως ότι/τα `χε μ’ ένα Πειραιώτη κλπ

    (Βεβαίως άλλο η ποίηση και άλλο η στιχουργική, αλλά εν πάση περιπτώση συγγενικά είδη…)

  39. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Ανεφύλλισε η καρδιά μου από την ομορφιά.

    Ξόμπλια,τα χρωματιστά στολίδια-κεντίδια του αργαλειού (έκαμα τον κάμπο και ρίχνω τα ξόμπλια),τα παινάδια και τα κουτσομπολιά.
    Ξομπλιαστό φουστάνι,είναι το εμπριμέ,το πολύχρωμο.

    exemplum; μήπως έχει και το πλουμίδι-πλουμιστό μέσα;

    Φεγγάρι ξόμπλι τ΄ουρανού
    κι άστρη μου φιλντισένια,
    έχετε σεις από ψηλά
    τς αγάπης μου την έγνοια

  40. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    38.>>Δεν εγνώριζε όμως ότι/τα `χε μ’ ένα Πειραιώτη κλπ

    Χανιωτοπούλα αγάπησε έναν Ηρακλειώτη
    κι αρχίσανε τα σόγια ντως τα πώς και τα διότι
    και ο άλλος στίχος(μαντινάδα) του τραγουδιού
    Κι α δε μου πεις πως μ΄αγαπάς έστω κι ένα λιγάκι
    θα πέσω από το Μέγαρο σαν το γέρο Φυτάκη
    Μανώλης Ρασούλης {Σησάμι με το μέλι }

  41. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Και το δικό μου ραμόνι στο τραγούδι
    γερμένος πλάι στην κουπαστή
    όνειρα θα ΄βλεπεν ωραία.

    >>τα κορίτσια του νησιού
    Ευτυχώς αλλάξανε τα πράματα και λίγα χρόνια μετά η μαμά του Νικοκύρη,η Κική,κοπελούδα ντόπια τα ξόμπλιασε* 🙂 κάπου στα 17 με το φοιτητή πατέρα του,όπως διαβάσαμε εδώ στα «Εφτά Ευτυχισμένα Καλοκαίρια» τού Δημήτρη-Μίμη Σαραντάκου.

    *
    «Τα ξομπλιάσανε» ,τρυφερά, τα φτιάξανε ένα αγόρι μ΄ένα κορίτσι

  42. Νικος Κ. said

    Πραγματικά εκπληκτική η σημερινή δημοσίευση του Νικοκύρη.

    Μια απορία μόνο: Στα τέλη Οκτωβρίου του 1941 που δημοσιεύεται το χρονογράφημα του (ανυπέρβλητου) Κ. Βάρναλη, πρέπει να είχε κάνει ήδη την εμφάνισή του ο μεγάλος Λιμός της Κατοχής. Παρ’ όλα αυτά γράφει για μαγέρικα, ταβέρνες, ξενοδοχεία ύπνου και εκπληκτικές συνταγές ψαρικών. Μήπως το πρόβλημα ήταν ακόμη μόνο στην Αθήνα (και τις μεγάλες πόλεις), χωρίς να έχει αγγίξει την (όχι και τόσο μακρινή) Αίγινα;

  43. Υπάρχει κι ένα βιβλίο για τις τελευταίες μέρες του Αλέξη Ζορμπά στην Αίγινα, όταν κατά την Κατοχή, καταφεύγει στο νησί για να γλιτώσει την μεγάλη πείνα και συναντά την φανταστική συντροφιά κάποιων από τους μεγαλύτερους διανοούμενους της χώρας.
    Κυριαρχεί φυσικά ο Καζαντζάκης αλλά κι ο Βάρναλης κάνει κι αυτός ένα πέρασμα.

  44. Ιάκωβος said

    Γενικά, στην Πείνα, οι πόλεις υποφέρανε παραπάνω από τα χωριά, έχω διαβάσει όμως, ότι οι Ιταλοί είχαν απαγορέψει το ψάρεμα και έτσι σε πολλά νησιά ο κόσμος λιμοκτόνησε. Δεν ξέρω για την Αίγινα, που έτσι κι αλλιώς ήταν στη δικαιοδοσία των Γερμανών μαζί με την Αττική.

  45. Corto Maltese said

    40: Πολύ καλό!

  46. Νικος Κ. said

    Πιθανότατα ο Βάρναλης να αναφέρεται σε μια παλιότερη εποχή που έχει χαθεί (για πάντα;) μια και γράφει παρακάτω
    «Το καλοκαίρι πέρασε, οι ξένοι φύγανε από το νησί, και τα κορίτσια μαύρα και ψημένα στον ήλιο. Μπήκε το φθινόπωρο, αρμενίσανε οι βροχάδες, μπήκε ο χειμώνας, αρχινίσανε οι θύελλες …»

  47. 44 Οι Ιταλοί είχαν απαγορέψει το ψάρεμα

    Στη Φολέγανδρο έχω φωτογραφίσει ( ιταλική) θαλάσσια νάρκη, που ντόπιος ψαράς αλίευσε κατά την Κατοχή, τη ρυμούλκησε στο νησί, την άνοιξε με καλέμι (!), έβγαλε τα 400 κιλά εκρηκτικά για να τα χρησιμοποιήσει στο ψάρεμα και πούλησε τα μπρούντζα στη Σύρα. Όταν την είδα τη νάρκη, χρησίμευε ως … πόρτα σε μιαν αυλίτσα. Ο δε ψαράς ήτο μονόχειρας… 😦

  48. Anna-Annita Leousi said

    http://www.saronicmagazine.com/?p=27749

  49. Anna-Annita Leousi said

    Η Ζηνοβία Μπήτρου είχε τον πρώτο κινηματογράφο στην οδό Αφαίας 4 στην Αίγινα,εκεί που είναι σήμερα τα συστεγασμένα φαρμακεία(το μεγάλο).
    Η σκηνή ήταν πρός την μεριά του δρόμου πάνω από την κεντρική είσοδο.
    Πολλές οι ατάκες που είχαν ακουσθεί σ’ αυτόν τον κινηματογράφο και οι απαντήσεις από την πανέξυπνη Ζηνοβία.
    Βγαίνοντας κάποιοι πελάτες από ένα έργο τολμηρό της είχαν πει «μάπα έργο κυρά Ζηνοβία» και η απάντησή της ήταν και τι θέλετε να γδυθώ εγώ;
    http://www.saronicmagazine.com/?p=27749
    .

  50. sarant said

    42-44-46: Ο Βάρναλης στα κατοχικά του χρονογραφήματα έτσι κι αλλιώς δεν μνημονεύει τις δυσκολίες και τους θανάτους. Οχι μόνο επειδή δεν θα πέρναγαν από τη λογοκρισία αλλά και για να εμψυχώσει τους αναγνώστες του. Όμως, το συγκεκριμένο χρονογράφημα σαφώς αναφέρεται σε μια περασμένη εποχή.

    36 Το ηξερα ότι της Ζηνοβίας το σπίτι είναι το Αιγινήτικο Αρχοντικό (το μικρό πολυτελές ξενοδοχείο κοντά στον πύργο του Μάρκελλου) αλλά δεν ηξερα τη σκηνή με την απογύμνωση.

  51. Alexis said

    Εξαιρετική η σημερινή ανάρτηση, ευχαριστούμε!

    «μάστορας του ομοιοκατάληκτου στίχου ο Βάρναλης»:
    Θεωρώ ως σημερινό συνεχιστή του σ’ αυτό, τηρουμένων των αναλογιών, το Μάνο Ελευθερίου.

    σγόμπος=καμπούρης: Στο Ξηρόμερο λένε σγουμπός (=ο καμπούρης) και σγούμπα (=η καμπούρα).

    #38: Ευρηματικές ρίμες στη στιχουργική του ελληνικού τραγουδιού υπάρχουν πολλές.
    Το «απεριτίφ της-τσίφτης» του Σακελλάριου είναι σίγουρα από τις κορυφαίες.
    Κι ο Γκάτσος έχει πολλές. Κι ο Ρασσούλης βεβαίως (πότε Βούδας πότε Κούδας…)
    Κι η Λίνα Νικολακοπούλου (αν ήτανε το έδαφός σου πρόσφορο-θα έφτιαχνα μια πίστα από φώσφορο…)

  52. Gpoint said

    Να κι ενας σωστός πρωθυπουργός !!

  53. Corto Maltese said

    Περί ομοιοκαταληξίας (συνέχεια);

    Ευφυέστατη ομοιοκαταληξία του Βάρναλη στο Σκέρτσο (Περνούσε με κοντά σοσόνια):

    «Μπροστά σε κόκκινο πανί/ τάβροι φρουμάζαν Ισπανοί
    και τυφλορμούσανε μπροστά σου!/ – Καμάκωσέ μας, αλλά…στάσου!»

    Αντιστοίχως στο Πορτραίτο σε ρίμες: «Με τα μάτια της εκείνα/ που τα ψώνισε στην Κίνα» κλπ

    Ερώτηση προς κ. Σαραντάκο (και λοιπούς αναγνώστες του Βάρναλη):
    Υπάρχουν εξαιρετικές ομοιοκαταληξίες στα ποιήματα του Κ.Β.
    Παραταύτα σε πολλές περιπτώσεις δίνεται η εντύπωση ότι ο ποιητής εκβιάζει την μορφή του λόγου( χρησιμοποιώντας μία ακραία λαϊκή ή και ανύπαρκτη δημοτικοφανή γλώσσα) προκειμένου να κάνει ρίμα π.χ.:

    «πόσο εγώ ’μαι ωραίος!…….
    …..δόξα να ’χει ο θέος!» (ο Τρελός)

    ή
    «την σφάζει σαν αρνί!….
    …..τον τάφο της ανοιεί!» (Αφέντης Φραμπουαζύ, μετάφραση)

    ή
    κ’ είμαστε όλο πίσου……
    …..ξέχειλοι του μίσου» (Παλιολαός) κλπ

    Δεν είμαι φιλόλογος, δεν δογματίζω επ’ ουδενί λόγω. Μπορεί αυτού του τύπου οι ομοιοκαταληξίες να είναι λογοτεχνικότατες. Απλώς επειδή εμένα μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι κάπως εκβιασμένες, ρωτάω ποια είναι η γνώμη σας.
    (Ο Βάρναλης αναμφιβόλως είναι σπουδαίος λογοτέχνης).

  54. Παναγιώτης Κ. said

    @38. «Περί μαστοριάς του ομοιοκατάληκτου στίχου» αλλά και περί το απροσδόκητο στον ομοιοκατάληκτο στίχο.
    π.χ στο «κάτσε ν΄ακούσεις μια πενιά» του Τσιτσάνη με τον Τσαουσάκη .
    Και αν δεν σ΄αρέσουν όλα αυτά
    που σούχα πει πρωτίστως
    το ζεϊμπεκάκι είναι έτοιμο
    έχει το λόγο ο Χρήστος.
    Πρωτίστως (και λόγιο παρακαλώ)-Χρήστος!
    Αν αγαπάς Τσιτσάνη, αγαπάς Τσαουσάκη, αγαπάς λαϊκό και ρεμπέτικο, τίποτα δεν σε ξενίζει στο άκουσμα της απροσδόκητης ρίμας.Αφήνεις να ανθήσει χαμόγελο στο πρόσωπό σου!
    Από το στόμα του ίδιου του τραγουδιστή στο «κινδυνεύω» ακούγεται το επίσης ασυνήθιστο για λαϊκό τραγούδι επίρρημα ασφαλώς.
    ( Κινδυνεύω κινδυνεύω /από σένα που αγαπώ/ κάποια δύναμη γυρεύω/ ασφαλώς θα τρελαθώ).

  55. http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?12492-%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BC%CE%B5%CF%82-%CF%81%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CF%82

  56. Corto Maltese said

    54: Ξέρεις ΑΣΦΑΛΩΣ (χιούμορ κάνω!) ότι είναι λογοκεκριμένο: κανονικά λέει «ο ναργιλές είν’ έτοιμος» κλπ.

  57. Από Τσιτσάνη, εμβληματικές οι ρίμες του «Σερσέ λα φαμ» (τα ποτήρια μας ρουφάμ’)

  58. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Στο σύθαμπο τση θύμησης
    σε βλέπω ανάρια-ανάρια
    και μοιάζεις μ’ αξεδήλιαντου
    ονείρου απομεινάρια

    Ανάσα τση βαθιάς αυγής
    του δειλινού στεφάνι
    και ξομπλιαστό μου όνειρο
    να με παιδεύγεις φτάνει.

  59. sarant said

    53 Το ανεί και το κλει (ανοίγει και κλείνει) είναι υπαρκτοί λαϊκοί τύποι. Για το χατίρι της ρίμας βέβαια γίνονται και παρασπονδίες, που προσωπικά δεν με ενοχλούν. Περίπτωση σαν και του «μίσου» (αντί μίσους) θυμάμαι στον Κοτζιούλα (γράμματα πολλά να μάθω / να μην κάνω ουτ’ ένα λάθο), αλλά και στον Λαπαθιώτη, πάλι με το «μίσο» (σε ένα ανέκδοτο ποίημά του το ριμάρει με το ‘γεμίσω’) αλλά ακόμα και στον Λευτέρη Παπαδόπουλου που λέει σε εκείνο το τραγούδι του Πουλόπουλου για το μικρό μας «δάσο» και μετά ριμάρει με το «να σε πιάσω». Αλλά τέτοιοι τύποι υπήρχαν, δεν είναι ολωσδιόλου κατασκευές.

  60. Corto Maltese said

    Ευχαριστώ για την απάντηση!
    Άρα δεν χρειάζεται πάντα να εξαντλείται η αυστηρότητα στην γραμματική….

    Να και ένα συντακτικό λάθος σε στίχο τραγουδιού που όμως γενικώς αρέσει:
    «όρους θέτεις πια με ύφος σοβαρόν/ μα όλα τούτα ρουφηχθέντων των μπυρών.» (Σάκης Μπουλάς, τσικαμπούμ)

  61. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    55.Α μπράβο.Μ΄έστειλες στη lexilogia και θυμήθηκα το «Κλέ» του Άκη Πάνου με τη ρίμα: πέντ’ έξι μη ένα ψωμί…

    Αυτός που κλέ για να ταϊ
    κουτσουβελάκια
    απ’ το Θεό κι από εμέ
    συγχωρεμέ
    αυτός που κλέ γι’ αποταμί
    σε μασουράκια,
    παλιοκοπρί αηδιαστί
    και σιχαμέ .

    Αυτός που κλέ γιατί δε βγαί
    με το τιμίως,
    είναι αθώ σου λέει κλέ
    γιατί πεθαί
    αυτός που κλέ για να τα κρύ
    και υπογείως,
    όταν ψοφί κι οι κολασμέ
    δεν τονε θέ .

    Αυτός που κλέ ένα καρβέ
    κι ύστερα τρέχει
    κύριε Πρό δεν είναι κλέ
    σεσημασμέ
    πέντ’ έξι μη
    ένα ψωμί…
    δικαίως έχει
    φασκελωμέ την κοινωνί
    τη χαλασμέ .

  62. Παναγιώτης Κ. said

    @57. Σωστά! Το είχα ξεχάσει.

  63. Μιλάτε για ρίμα και δεν πιάσατε ακόμη τον απιθανοτιτάνα Μποστ;

  64. Παναγιώτης Κ. said

    Και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνάμε τις ομοιοκαταληξίες του Μπόστ :)(π.χ Θα είμαι μετά του Αλφόνσου, φέρε και έναν συνάδελφόν σου και πολλά πολλά ακόμη…:) )

  65. Παναγιώτης Κ. said

    @63! 19:49 εσύ.Φαίνεται 19:49:30 εγώ! 🙂

  66. Παναγιώτης Κ. said

    @61. Αρέσει στους μεγάλους (εγώ) να παίζουν το παιχνίδι των συνειρμών οπότε θυμίζω και το τραγούδι του Άκη Πάνου «Στου Χαροκόπου» (;) . Εφτά νομά σ΄ένα δωμά/ πως να ξαπλώ να κλείσεις μα/ ο ένα πάει σινεμά/ ο άλλος πέφτει και κοιμά/ ύπνος με βάρδια δηλαδή/ στην πόρτα σύρμα για κλειδί.

  67. Παναγιώτης Κ. said

    Μια και περί ομοιοκαταληξίας ο λόγος, (ξανα)δείτε το 27 της Έφης στο «Σεπτεμβρίου εορτολόγιο, πριν 125 χρόνια».
    Ένα ποίημα με πολύ ρυθμό και ξεχωριστή ομοιοκαταληξία!

  68. sarant said

    63-65: 🙂

  69. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    67. Φιλομήλα
    Οι στίχοι είναι της Αγαθής Δημητρούκα.Ταίρι του Γκάτσου.

  70. Μιχάλης Ρουμελιώτης said

    Εξαιρετική ανάρτηση. Και ξαφνικά απέκτησε και για μένα νόημα ένα τραγούδι που τό είχα για χαζοχαρούμενο. (Τό τραγούδι παραμένει σχετικώς χαζοχαρούμενο, τό ποίημα όμως όχι).
    10. Πολύ πετυχημένο τό παράδειγμα τής Παναγίας τών Πατησίων. Και ολόκληρο τό ποίημα, από άποψη στιχουργικής. Δεν τό πλησιάζει καν κανένα από τά άλλα στά σχόλια. Και θα διαφωνήσω εν προκειμένω και εγώ με τόν Νικοκύρη, με όλο τόν σεβασμό. Δεν θεωρώ τόσο καλό στιχοπλόκο τόν Βάρναλη. Και παγιωμένη βέβαια η ποιητική άδεια, συχνά όμως, και στόν Βάρναλη, παίρνεται χάριν προχειρότητας ή ευκολίας απλώς.

  71. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Είχα γράψει εδώ, πάνω στο ρυθμό «Χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο» την «Αίγινα». Ανάθεμά με,δεν μπορώ να το βρω και δε θυμούμαι πράμα. Μ΄έπιασε να δω τη ρίμα. 🙂

  72. Φωτοτυπάκιας said

    Πολύ ωραίο το αφιέρωμά σας στο ποίημα και το χρονογράφημα του Βάρναλη, κ. Νίκο!

  73. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα και για τα καλά λόγια!

    70 Ίσως δεν έχεις δει τα ποιήματα που έχω κατά νου.

  74. gbaloglou said

    19 Φέτος έμαθα τι εστί σκορπίνα — κάλιο αργά παρά ποτέ!

    [Πριν λίγες μέρες περπατούσαν μπροστά μου στην ακροθαλασσιά μπαμπάς και γιος, με τον πρώτο να λέει στον δεύτερο «τον χειμώνα θα σου βγάλω σκορπίνες και καλκάνια να μείνεις» — είναι τόσο διαδεδομένα στα Ελληνικά νερά τα τελευταία;!]

  75. Alexis said

    #70: «Δεν θεωρώ τόσο καλό στιχοπλόκο τόν Βάρναλη. »
    Δεν μπορώ να πω ότι έχω διαβάσει όλο του το έργο αλλά η «Μάνα του Χριστού» είναι απλά αριστούργημα, από όποια πλευρά κι αν το δεις: μέτρο, ρίμα, ρυθμός, περιεχόμενο, ποιητική δύναμη που σε μαγεύει.
    Επίσης πολύ καλό παράδειγμα εξαιρετικής και αβίαστης λαϊκής ρίμας είναι «Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου».

  76. να ‘διακινήσω» και αλλη μια ανεκδοτη μαρτυρία για την σχέση της ποιησης του βαρναλη με την αιγινα, που την έχω πληροφορηθεί απο εν ζωή φιλολογουσα θεια μου(90+),ποιητριας και στενής φιλης της γυναικας του ποιητή….περα λοιπόν απο το εντυπωσιακό ευφυολόγημα για το ποιές γυναίκες του αρέσουν – που την απάντηση την «διακινεί»και ο προσφατα συνταξιουχος «δασκαλος» καθηγητης με αρχικά Δ.Νικ. εδώ στο νησί-εγώ «διακινώ’ οτι ο ποιητής ειχε δωσει σαν στοιχειο έμπνευσης του επιθέτου «ασωστου» ουρανου στούς μοιραίους του, το αγνάντεμα των απέναντι βουνών μπροστά απο τα σφουγγαράδικα-αποθήκες…εικάζω πως θα στεκόταν καπου στην παραλία που ειναι τώρα το θερμοπωλείο, και καποιες μερες τότε ,το ζυγιασμα του ουρανου πανω απο 7 διαδοχικές βουνοσειρές-οπως ισχυριζόταν- απένατι στην Πελοποννησο τον οδήγησε να χαρακτηρίσει τον»ατελείωτο» ουρανο σαν α-σωστο …(και οσο ευκολο ηταν για μενα να κατανοήσω οτι το- α -προσδιορίζει στερητικά το ατελειωτο του ουρανού(οικείος στην ρίζα σων>σωστ απο το ρήμα σωνει=φτανει=τελείωνει στην διάλεκτο στην Νάξο, τοσο δυσκολο παραμενει να ξεπεράσουν τις 5 οι απέναντι βουνοσειρές …αλλά αλλη η ατμόσφαιρα και η γιαλάδα της τότε και αλλη τώρα,,)
    Να γράψω και την στροφή απ τους μοιραίους// Ηλιε και θάλασσα γαλαζια/ και βαθος του ΑΣΩΣΤΟΥ ουρανου/Ω της αυγής κροκάτη γάζα/ γαρούφαλα του δειλινού/λαμπετε σβήνετε μακρυά μας /χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας//
    » η υπογεια ταβέρνα’ βεβαια δεν ηταν στην αιγινα ,ουτε και η παρέα που ενέπνευσε το «δειλοί μοιραίοι κι αβουλοι αντάμα/ προσμένουμε ισως καποιο θαυμα…Το γνωστο φιλολογικό στεκι φαγάδικο του ποιητή στην αθήνα και η ταλαιπωρημένη κοινωνία τοτε ηταν οι δυο αλλες πηγές εμπνευσης του ποιητη..

  77. Πάνος με πεζά said

    Να και το μεζεδάκι της Ζωής (αν πράγματι το είπε έτσι) : η προσπάθεια απόπειρας…
    http://www.newsit.gr/politikh/Ekloges-2015-Konstantopoyloy-na-stamatisoyn-tin-eleeini-prospatheia-apopeiras-apodomisis-moy/428628

  78. Πάνος με πεζά said

    Πολλές ρίμες βάλατε, αλλά σαν το «τα ματάκια σου με καίνε, γιατί είσαι μανεκένε», δεν έχει…

  79. Alexis said

    #74: Σκορπίνα;
    Μα φυσικά, είναι η γυναίκα με ζώδιο Σκορπιό! 🙂

  80. sarant said

    76 Σήμερα το μεσημέρι καθόμουν στο Θερμοπωλείο, αν λέμε αυτό στην Παναγίτσα!

    77 Δεν την άκουσα, δίνει άλλωστε μια συνέντευξη τη μέρα, αλλά το «προσπάθεια απόπειρας» μου φαίνεται μαργαριτάρι.

  81. Πάνος με πεζά said

    Ναι, και μάλλον είναι των αρθρογράφων του newsit, που είναι σεσημασμένοι γονατογράφοι…

  82. Alexis said

    #78: «Σε βλεφάρισα στην πρόβα
    με την ασημί τη γόβα
    μίλα μου κι αν δε με θες
    στείλ’το μου με SMS!»
    😀

  83. Alexis said

    …»Για να ‘σαι συ αρχόντισσα και για να έχεις πόζα
    εγώ δουλεύω οχτάωρο απάνω στη μπουλντόζα»

  84. Gpoint said

    #75

    Μάνα του Χριστού

    Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
    ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
    Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει
    καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.

    Εμένα πάντως όχι ποίηση αλλά σκοτωμένα ελληνικά μου μοιάζουν αυτές οι λέξεις

  85. Πάνος με πεζά said

    @ 82 : «Θα σου τραβήξω δυο μανίκια
    και θα πληρώσω όλα τα νοίκια»…

  86. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    70. Κι εμένα μου φαίνεται μεγαλειώδης ο Βάρναλης.Μια καλή φιλόλογος στο γυμνάσιο,μας άνοιξε τα μάτια στην ομορφιά και την ουσία της ποίησής του.Είχε κανονίσει να τον επισκεφτούμε με μια ομάδα από την τάξη μου μα δεν προλάβαμε.
    Θα έγραφα ακριβώς τη {θάλασσα γαλάζα/κροκάτη γάζα} και {αντάμα/θάμα} ,από τους γνωστούς στίχους στους Μοιραίους.

  87. Πάνος με πεζά said

    Είναι συγκινητική και η ομοιοκαταληξία του «κοίτα, οι άλλοι έχουν κινήσει, έχει η πλάση κοκκινίσει»… (Για να μη γράφουμε και συνέχεια επιτηδευμένους στίχους-αρλούμπες).

  88. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα! Η τελειότερη στιχουργικά περίοδος είναι από τον Προσκυνητή ίσαμε το νέο Φως που καίει.

    Να π.χ. ο Ιούδας από το Φως που καίει:

    http://www.greek-language.gr/Resources/literature/tools/concordance/browse.html?text_id=481&hi=125790&cnd_id=4

  89. gbaloglou said

    Λοιπόν κάτι μου λέει ότι … μέσω αργαλειού πέρασαν τα ξόμπλια από τα στολίδια στα μπλεξίματα (βλέπε και κουτσομπολιά, αλλά και #41, αλλά και τα ξόμπλια της καρκιάς)!

  90. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    84. Σ΄εμένα,ακριβώς οι λέξεις του,γεννούν ατμόσφαιρα από λαϊκό μοιρολόι.

    89.Για σένα ξημερώνομαι στ΄ς αυγής το παραθύρι
    και ‘ φαίνω σκέψες ξομπλιαστέςστου νου μου τ΄αργαστήρι
    Όλες οι όμορφες στιγμές που χουνε περασμένες
    είναι στου νου μου τα κλαδιά σαν το βαγί πλεμένες

    αργαστήρι,ο αργαλειός

  91. Λαρισαίος said

    Καλησπέρα Νικοκύρη,

    αργά την είδα σήμερα την ανάρτησή σου. Είναι από τις καλύτερες που έχω διαβάσει στο ιστολόγιο, μου προκάλεσε αυτή τη γλυκιά μελαγχολία που νιώθουμε όταν σκεφτόμαστε όμορφα πράγματα που είναι είτε μακρινά είτε περασμένα. Μέχρι που τη βαθμολόγησα (κάτι που αποφεύγω) εννοείται με πέντε αστέρια. Μου θύμισε όλα τα ωραία πράγματα που άφησα όταν μετανάστευσα στην καταραμένη, σκοτεινή και μουντή Εσπερία. Νάσαι καλά.

  92. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Ζουμπούλι μου ανοιξιάτικο αθέ τ΄Απριλομάη
    ‘αμα σε δω την ταχινή ντρέτα η μέρα πάει

    Δρωμένος το ΄πια το νερό κι εβράχνιασ’ η φωνή μου
    και δε μπορώ να τραγουδώ να με γροικάς πουλί μου

    Ερημοκαταλύμματα στη μέση δασωμένα
    Περνάς εσύ καλή ζωή, μα ρώτα με κι εμένα
    (ο Σκουλάς στο λινκ του 90.)
    Δείγμα λαϊκής ποίησης,κατ΄εμέ πολύ δυνατής.

    Τα έγραψα χορεύοντας συρτό με τα δάχτυλα στα πλήκτρα 🙂

  93. Gpoint said

    # 90

    Εφη το ποίημα δεν έχει τίτλο «Η μάνα του Χριστού στο Κατσικοχώρι» όπου μπορεί να χρησιμοποιούνται οι τύποι εβοδάνε, αξένει και μακριάθε. Αλλά εκεί αποκλείεται να χαρακτηρίζουν τους δρόμους ηλιοπάτητους !!!
    Κοινώς πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευτο

  94. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    93. 🙂 Δεν ήταν από κατσικοχώρι, αντε ψαροχώρι,ο Ιησούς; Κρίμας!
    Είναι θέμα ματιάς (κι αυτιού 🙂 και μύτης 🙂 )

    Με πληγώνεις :

    Τὰ ὡραῖα κι ἁπλὰ κορίτσια — ὤ, ἀγαποῦλες! —
    ἡ ζωὴ νὰ μοῦ τὰ πάρει, χοροῦ γῦρος.
    Ἀκόμη ὁ πόνος, ἄλλοτε ποὺ εὐώδα,
    νὰ μὲ βαραίνει στεῖρος.

  95. sarant said

    91 Νάσαι καλά, συν-ξενιτεμένε!

  96. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Αξαίνει, μεγαλώνει

    Tα δυο βουτάνια μάλουναν
    ποιο να μυρίσει κάλλιο.
    Mυρίζει κι βασιλικός
    π’ αξαίν’ ’πού τα χαντάκια,
    μυρίζει του τριαντάφυλλου
    π’ αξαίνει απού τ’ αγκάθια
    http://www.domnasamiou.gr/?i=portal.el.songs&id=146

  97. cronopiusa said

    Να σ’ αγναντεύω θάλασσα, να μη χορταίνω
    Απ’ το βουνό ψηλά.
    Στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
    Απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.

    Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο, όντας
    μετ’ άξαφνη νεροποντή
    χυμάει μες απ’ τα σύνεφα θαμπωτικά γελώντας
    ήλιος χωρίς μαντύ.

    Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
    τ’ ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί
    και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
    ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

    Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
    την κόκκινη πλαγιά χορευτικά
    τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι’ ανθός του μαλαμάτου
    να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

    Κι’ αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
    ως μέσα στο νερό
    τα ερημικά χιονόσπιτα-κι’ αυτά μες στ’ όνειρό τους
    να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

    Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
    με μάτια να σε χαίρομαι θολά
    και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
    πίσω κι’ αλάργα βάσανα πολλά.

    Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
    στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
    και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
    μακρυά πολύ κι’ από τους μαύρους κολασμένους ….

  98. gryphon said

    37
    Ουτε κι εγω ηξερα τις υπολοιπες στροφες και τωρα που τις διαβασα συμφωνω απολυτα.Δεν μου φαινονται τοσο καλες οσο αυτες που κρατησε τελικα ο Θεοδωρακης (;) για το τραγουδι και οτι ηθελε να πει ο ποιητης περιγραφεται σε αυτες κυριως .

    Χωρις να εχω διαβασει κατι σχετικο παντα υπεθετα οτι τα προσωπα και τα ονοματα ηταν υπαρκτα.Αφεβαλλα λιγο για την Ζηνοβια επειδη ειναι λιγο ασυνηθιστο ονομα και ελεφα οτι μπορει και να το χρησιμοποιησε για λογους ομοιοκαυαληξιας.
    Το πολυ καλο αρθρο παντως ελυσε ολες μου τις αποριες .

    Ξομπλιαστη δεν ηξερα αρχικα τι σημαινει.Αγνοουσα την λεξη.Ειχα ακουσει ομως και ηξερα το ξομπλιαζω .Το ελεγε η γιαγια μου και μαλλον η μανα μου .Μονο ομως με την κακη ας πουμε εννοια και μαλιστα οχι ακριβως του κουτσομπολιου αλλα με την εννοια της προσβλητικης υποτιμητικης αναφορας κυριως σε διαφορα φυσικα ελλατωματα .Ξομπλιαζω καποιον ας πουμε και τον λεω στραβο κουτσο καραφλο χοντρο κλπ

  99. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Μακριάθε
    πηδώντας στα καράβια τα ομορφόζυγα
    ή λαμπεροί μακριάθε στους προτόνους,
    μέσα στην άγρια νύχτα το φως φέρνοντας
    στο πλοίο το μαύρο.

  100. Corto Maltese said

    Λοιπόν αν και το άρθρο αναφέρεται σε ποίηση και όχι γενικώς σε στιχουργήματα, ενδίδω στον πειρασμό και απονέμω τα εύσημα της ρίμας στο ελληνικό χιπ – χοπ και κυρίως στους TXC:

    «Σαν το φαινόμενο Ελ Νίνιο/ αναστατώνω το Πανελλήνιο»

    «Άλλο το `να, άλλο τ’ άλλο/ Άλλο να έχεις κάλλος κι άλλο να έχεις κάλο»

    «Δεν είμαι ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει/ Έχω ένα πρόβλημα για κάθε σου λύση».

    «σε κάνω να τα βλέπεις ματζέντα/ με κάθε μου κουβέντα
    σε λύνω και σε δένω σαν πατέντα»

    «Κυριαρχήσαν οι Αντίνοες, όντες πλείονες.
    Κατεστραμμένοι κείτονται ανδριάντες και κίονες».

    Στου κόσμου την γκρίζα ζώνη/ ρίχνω χρώμα ακόμη,
    όπως άλλοτε ο χρωστήρ του Δημητρίου Πικιώνη/ Βγαίνω απ’ την ραστώνη»

    «Κάντε Χώρο/ για το μανιακό Ριμαδόρο!»

  101. Gpoint said

    # 94

    Εφη στην Κρήτη συνηθίζουν να αλλάζουν τις καταλήξεις των ρημάτων για να βγει η μαντινάδα αλλά εδώ δεν είναι μαντινάδα αλλά ποιηση οπότε αλλάζει η ανοχή. Το εβοδάνε αντί του ευωδιάζουν είναι συνειδητή επιλογή μια που έχουν ίδιες συλλαβές αλλά ακολουθούν αμέσως οι…ηλιοπάτητοι δρόμοι και το όλον μετατρέπεται σε αχταρμά

    (μεταξύ μας τι ακριβώς είναι οι ηλιοπάτητοι ; τους πατάει ο ήλιος (!), ή απαγορεύεται να τους περπατήσει κάποιος την νύχτα ; )

  102. Γς said

    71 @ ΕΦΗ-ΕΦΗ

    >Είχα γράψει εδώ, πάνω στο ρυθμό «Χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο» την «Αίγινα». Ανάθεμά με,δεν μπορώ να το βρω και δε θυμούμαι πράμα. Μ΄έπιασε να δω τη ρίμα.

    Θεοφίλητη νύμφη γερμένη στο πέλαγο

  103. Gpoint said

    Εξαιρετικόν το 102

    Σας καληνυχτώ μ’ ένα βουκολικό δίστιχο επηρεασμένο από την κουβέντα μας !

    Οσοι το γάλα πήζουνε
    τα πράτα αγαπίζουνε

  104. Γς said

    78:

    «Μείνε μαζί μου έγκυος,
    είμαι πολύ φερέγγυος»

    Ηταν και το μοτο των φοιτηών του τμήματος Εγγείων Βελτιώσεων

  105. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    101.Μα πώς τα λες σήμερα; Λες κι η γλώσσα είναι μπετόν αρμέ,
    αλλά αυτές ειδικά οι λέξεις υπήρχανε,δεν τις έφτιαξε ο Βάρναλης.
    Δες στον Παλαμά πόσες φορές χρησιμοποιεί το μακριάθε(π.χ.στο Δωδεκάλογο και στη Φλογέρα).
    Ο στίχος στο 94 με το ευώδα,είναι του Καρυωτάκη («Μόνο»).
    και το αξαίνει το λένε:παροιμία επτανησιακή νομίζω:»Το δέντρο όσο αξαίνει,ο ίσκιος του πλαταίνει»
    Τη γλώσσα του Κορνάρου μιλάμε εμείς εκειά στου Διόλου τη Μάνα 😉
    102.ευχαριστώ

  106. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    103.α Ευχαριστώ αλλά τώρα το βρίσκω αδύναμο ως προς τη ρίμα.Κόμπλαρα με τόση λαμπρή ποίηση εδώ.

    β.>>Οσοι το γάλα πήζουνε
    τα πράτα αγαπίζουνε
    Τζη, έμείς τα λέμε πρόβατα και :

    Συστήματα ευρωπαϊκά θα κάμω στο μιτάτο
    να πήζω ηλεκτρονικά το γάλα τω μ προβάτω

    Θα βάλω επεξεργαστές σ όλο το βοσκοτόπι
    να πέμπω με το ιντερνέτ το γάλα στην Ευρώπη
    🙂
    Καληνύχτα

  107. Μιχάλης Ρουμελιώτης said

    73, 75 (και 84, 86, 88, 90, 93, 94): Δεν είχα κατά νου να αμφισβητήσω τήν αξία εν γένει τού Βάρναλη (και μάλιστα τού φωτός που καίει), ούτε καν να πω ότι δεν είναι από τούς πιο αγαπημένους μου. (Δεν είναι, αλλά de gustibus…). Και γω άλλωστε αγαπώ τούς Μοιραίους και τήν μπαλλάντα τού κυρ Μέντιου. Διακρίνω όμως μια προχειρότητα στή στιχουργική κάποιες φορές (που τήν έχουν άλλωστε και άλλοι μεγάλοι, π.χ. ο Σικελιανός – ίσως τήν έχει η εποχή, ή η γενιά μάλλον, ίσως προκύπτει απλώς από τήν ελλιπή παγίωση τών φορμών τής δημοτικής τότε και μια τάση γλωσσικού πειραματισμού, κατόπιν τού Παλαμά (γιατί βλέπε από τήν άλλη τόν Σουρή)), εξαιτίας τής οποίας μού φάνηκε λίγο υπερβολικό να τόν εκθειάζουμε για δεξιότητα σε αυτό ακριβώς τό σημείο.

  108. sarant said

    105 Έτσι!

  109. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    107.Μα πώς προχειρότητα; οι λέξεις για τη ρίμα του εμένα μου φαίνονται αντίθετα πολύ ξεδιαλεγμένες.Δεν υπεραμύνομαι του Βάρναλη(με τί φόντα άλλωστε) αλλά της αίσθησης της δικής μου για τη γλώσσα του. Και επειδή είχε τραβήξει και το διάολό του,εκτός των άλλων και με «το γλωσσικό ζήτημα» πώς θα ήταν ποτέ προχειρογράφος; Τον περίμενε με το κυάλι το συνάφι.

    101.>>ηλιοπάτητοι
    ανελέητα πατημένοι από τον ήλιο(έτσι δεν είναι κείνα τα μέρη;).Αλλά μπορεί κι ως συνώνυμο του θεοβάδιστοι.Εμένα θα μου έκαναν και τα δυο.Δίνουν τόσο φως και κάμα ταυτόχρονα!
    Στέκει να πούμε ηλιοπάτητο ένα δρόμο στην Κοπεγχάγη ή στο Λουξεμβούργο;

  110. Alexis said

    #107: Μα κι εγώ είπα εξαρχής ότι δεν έχω διαβάσει το σύνολο του έργου του, απλά μια αναφορά έκανα σ’ ένα ποίημα που, κατά τη γνώμη μου, είναι εξαιρετικό στιχουργικά.

    #93, 101: Gee, μορφή λαϊκού μοιρολογιού έχει «Η Μάνα του Χριστού», υποτίθεται ότι το λέει μια λαϊκή γυναίκα, χωρίς φτιασίδια και φωτοστέφανα, που κλαίει για το παιδί της.
    Και μακριάθε θα πει, και αξαίνει και βοδάνε κι ότι άλλο θέλεις.
    Πώς ήθελες να το πει, «εκ του μακρόθεν»;

    Συμφωνώ ότι κάποιες λέξεις μπορεί να ξενίζουν σήμερα ίσως γιατί έχουμε παραγίνει καθαρολόγοι.
    Όταν ακούς στις ειδήσεις «το λιμάνι της Μυτιλήνης είναι γεμάτο μεταναστών» ε, τότε πιάσ’ το αβγό και κούρευτο, που λες κι εσύ!

  111. Μιχάλης Ρουμελιώτης said

    109: Σε σχέση με τό γλωσσικό ζήτημα, τό συνάφι που λες δεν είχε ούτως ή άλλως σημασία. Στή λογοτεχνία είχε ήδη εξαφανιστεί η καθαρεύουσα.
    Από κει και πέρα, δεν θέλω να αμφισβητήσω τήν αίσθησή σου, ούτε τήν γλώσσα του. Αλλά δες για παράδειγμα, από τήν Αγωνία τού Ιούδα, που πρότεινε ο Νικοκύρης: «Μα κάπου θα ’ναι ανάπαψη, κάπου γαλήνια ορθρίζεις, σε θάλασσα και σε πλαγιές, Άνοιξη, που μυρίζεις». Για να βάλει ομοιοκατάληκτο στό (και καλά) ποιητικό «ορθρίζεις», πιάνει απλά τό «μυρίζεις» – που δεν είναι κατ’ ανάγκην «ευωδιάζεις» (μπορεί να είναι και μυρίζεις άσχημα). Ή αμέσως μετά: «Λόγος γλυκύς, που, κι αν μιλά κι αν δε μιλά, κοφτέρα (sic (για τή ρίμα με τή μέρα)) βυθίζεται μες στις καρδιές σε νύχτα και σε μέρα».
    Αλλά μπορεί να κάνω λάθος. Άλλωστε, εγώ κι αν προχειρογράφω (από άποψη νοήματος) αυτή τή στιγμή. Και μπορεί να είναι άδικο να πιάνω ένα δυο στίχους που έτυχε να συναντήσω. Εν πάση περιπτώσει, νύσταξα, πάω για ύπνο. Συμπαθάτε με.

  112. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    109. ωχ, σινάφι

  113. ΕΦΗ ΕΦΗ said

    111. 🙂
    αύριο για την κοφτέρα…

  114. Στο μοτίβο που είχε εδραιώσει παλιότερα η χιλιοειπωμένη ρίμα χέρια-μαχαίρια, βλέπω να βαδίζει και η ρίμα αλήτη-καταλύτη (δίκην Ελύτη*):

    «…Μυρωδιά καταλύτη εσύ μοναχά μ’ αγαπάς. Α, ρε, χρόνε αλήτη…»
    «…Αύγουστέ μου καταλύτη, μ’έναν έρωτα αλήτη…»

    ————
    * Τώρα που το ‘ψαξα στο stixoi.info βρήκα πως τον καταλύτη τον έχουν ήδη συνδυάσει με τον Ελύτη:

    «Πέρασες κι άγγιξες του νου τον καταλύτη
    κι εγίναν μέσα μου χιλιάδες αντιδράσεις.
    Ήταν γραφτό να ‘ρθεις και να περάσεις
    σαν ζωγραφιά και ποίημα του Ελύτη«.

  115. Gpoint said

    Καλημέρα
    (οι ψαράδες ξυπνάνε νωρίς)

    Το ότι έχουν χρησιμοποιηθεί και από άλλους οι λέξεις δεν αθωώνει τον ποιητή που τουλάχιστον σε μένα δίνει την εντύπωση πως τις έχει «φυτεύσει» μέσα στο κείμενο, δεν μου φαίνεται φυσικός λόγος.
    Γιατί η μοιρολογίστρα μπορεί να λέει εβοδάνε και μακριάθε αλλά σίγουρα δεν λέει για ηλιοπάτητους δρόμους,γι αυτό μίλησα για αχταρμά.
    Οι λέξεις υπάρχουν, η σωστή χρησιμοποίηση τους είναι το πρόβλημα στην ποίηση αλλιώς κάνουμε την τρόικα,»θεσμούς» και πολιτικολογούμε !

  116. Παναγιώτης Κ. said

    @3. Σχετικά με την αγάπη που είχε ο Βάρναλης για τις γυναίκες λένε το εξής:
    Τον ρώτησαν λοιπόν,
    -Δάσκαλε ποια γυναίκα σου αρέσει;
    Και εκείνος απάντησε,
    -Του αλλ(ου)νού!
    Αλήθεια ή όχι δεν ξέρω.Το βρίσκω πάρα πολύ επιτυχημένο 🙂

  117. Για τον Βάρναλη και τις γυναίκες, υπάρχει το περιστατιτικό/ανέκδοτο που κατέγραψε η Έλλη Αλεξίου στο βιβλίο-συλλογή της «Υπό εχεμύθειαν» όπου μια νέα ποιήτρια πάει στον Βάρναλη να του δείξει τα ποιήματά της. Κάθονται λοιπόν και της λέει, «Και πώς σε λένε;» κι εκείνη του απαντά «Αθανασία». Με αυτό πέφτει πάνω της ο Βάρναλης λέγοντας «Κι εγώ την αθανασία γυρεύω μια ζωή».

    109. Πολύ ωραία η ερμηνεία του «ηλιοπάτητοι»!

  118. Γς said

    116:

    Σαν τον τρακατζή της εποχής μου:

    -Τι μάρκα φουμάρεις;
    -CDA

    [Cigarettes des autres]

  119. Gpoint said

    # 118

    και στα ελληνικά

    – Τι μάρκα φουμάρεις;
    – Τρία ταφ
    – Τι είναι αυτό ;
    – Τσιγάρα των τρίτων !

  120. Γς said

    119:

    Δεν το ήξερα.
    Πάντως ήταν μια εποχή που κάπνιζα από αυτά που μου περίσσευαν

  121. spiral architect said

    Πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση καθώς και οι λίκνοι. Ήξερα ότι οι στίχοι του τραγουδιού αναφέρονταν σε χαρακτήρες της Αίγινας, δεν ήξερα όμως την πραγματική ιστορία αυτών των υπαρκτών χαρακτήρων.

  122. Gpoint said

    Πάντως σχετικά με την ποίηση και τον τρόπο που την προσλαμβάνει ο καθένας θα σας περιγράψω μια εμπειρία μου από παρουσίαση ποιημάτων μιας Δανέζας ποιήτριας όπου παραβρέθηκα επειδή ήταν γνωστή μου η ηθοποιός που διάβαζε τις μεταφράσεις. Οταν διάβασε η ποιήτρια στα δανέζικα κυριολεκτικά ουρλιάζοντας σαν κάτι χέβυμεταλάδες όλοι πλην εμού καταχειροκρότησαν. Είναι διαπιστωμένο πως τουλάχιστον οι πλησίον μου δεν ήξεραν όπως κι εγώ ούτε μια λέξη δανέζικα. Τι χειροκρότησαν ; Αγνωσται αι βουλαί των, ομού μετά των του υψίστου. Ισως περίμεναν τον μπουφέ. Στην μετάφραση,όπου πήραμε μια ιδέα απ’ ό,τι κανοναρχούσε η ποιήτρια, χειροκρότησα μόνο εγώ μια που δεν ήταν ώρα για τον μπουφέ…

  123. Γς said

    Τόσες φορές μιλήσαμε για την Αίγινα, αλλά δεν θυμάμαι να ασχοληθήκαμε και με τον Αγιο Νεκτάριο.
    Ούτε με τον Γς εν Αιγίνη.

    Λοιπόν έβαζα τον αυτόματο πιλότο και βουρ σε μια ώρα Αιγινα κι από κει με κλειστά τα μάτια το αυτοκίνητο σε ένα σταθερό κατάλυμα στην άλλη άκρη του νησιού.

    Μέχρι που:
    -Α, τι κάνετε; Σας επιθυμήσαμε.
    Την μπέρδεψε με άλλη.

    Ετσι κι εγώ άλλαξα ξενοδοχείο. Ένα άλλο δίπλα. Και πήγα με αέρα την άλλη φορά.
    Στην ίδια όμως ταβέρνα.

    -Γεια σας. Πάλι εδώ έ;

    Φτού!

  124. sarant said

    Καλημέρα!

    Όχι, δεν έχουμε πει για τον Αγιο Νεκτάριο, το πρόσωπο ή την επιχείρηση.

  125. Γς said

    124:

    Για τον Αγιο Εφραίμ;
    [της Αριζόνας]

  126. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    122 – «Είναι διαπιστωμένο πως τουλάχιστον οι πλησίον μου δεν ήξεραν όπως κι εγώ ούτε μια λέξη δανέζικα. Τι χειροκρότησαν ;»
    Είναι φανερό πως δεν έχεις ιδέα από υψηλή ποίηση, χειροκρότησαν ό,τι και οι άλλοι στον ποιητή Φανφάρα στον Σκοταδόψυχο (χαμόγελο).

    Υ.Γ- Είχα πάει στην Κινέτα για ΣΚ, και το Σάββατο το πρωϊ, προς την κακιά σκάλα, έβγαλα δύο χταπόδια του κιλού, (παραδόξως όχι πολύ βαθιά, γύρω στα 10 μέτρα, πως ξέφυγαν από τους παραλιακούς θεριστές;) και την Κυριακή, το ένα το μαγείρεψα αλλά Gee και έκανα το κομμάτι μου στην παρέα, και πάνω που δεχόμουν τα συγχαρητήρια, η Παπέν με έδωσε στεγνά, Η ΣΥΝΤΑΓΗ ΕΊΝΑΙ ΑΠΌ ΕΝΑ ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ, και να πείς ότι ΔΕΝ….το προηγούμενο βράδυ; άβυσος η ψυχή των γυναικών τελικά (χαμόγελο).

    Για τα ψαράκια του γιαλού, ο γύλος έχει μακράν το πιο γλυκό κρέας, και η πέρκα το πλέον νόστιμο και αφράτο, καλύτερο από τα περισσότερα ακριβά ψάρια, όμως ενώ ο παραλιακός βυθός από την κακιά σκάλα μέχρι τέλους των αγίων έβριθε από δαύτα, εδώ και 3-4 χρόνια, έχουν εξαφανιστεί, σε ακτίνα 1000 μέτρων βραχώδους βυθού, ζήτημα να συναντήσεις καμιά εκατοστή, δεν ξέρω για ποιό λόγο.

  127. Alexis said

    #123:
    Γυρνάει κάποιος στο χωριό του μετά από επίσκεψη στην Αθήνα και το ίδιο βράδυ στο καφενείο εξιστορεί στην παρέα πως τα πέρασε:
    -Τι να σας πω ρε παιδιά! Πήγα σ’ ένα ξενοδοχείο και χωρίς να τους πω τίποτα μου στείλανε μία δίμετρη κουκλάρα στο δωμάτιο και πέρασα φίνα! Και το πιο ωραίο δεν σας τό ‘πα. Όταν πήγα το πρωί να πληρώσω, μου λένε «φύγε, δε χρωστάς τίποτα, κερασμένα όλα από μας!»
    -Έλα ρε, αλήθεια; Και ποιό ξενοδοχείο ειν’ αυτό;
    Δύσπιστοι οι χωρικοί, μας παραμυθιάζει σκέφτονταν ο τύπος, αλλά έλα που τους έτρωγε κι η περιέργεια…
    Αφού δίνονται οι απαραίτητες πληροφορίες, ξενοδοχείο τάδε, οδός, αριθμός, ένας-ένας οι χωριανοί αρχίζουν να επισκέπτονται την Αθήνα και φυσικά όλοι πηγαίνουν στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο. Και, ώ του θαύματος, όλοι γυρνάνε κατενθουσιασμένοι, και δηλώνουν ότι περάσανε τέλεια και με μηδέν κόστος!
    Έγινε σάλος στο χωριό κι όλοι πλέον ήξεραν για το «ξενοδοχείο της χαράς».
    Ο παπάς που παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα στο καφενείο χωρίς να πολυμιλάει, παίρνει κάποια στιγμή τη μεγάλη απόφαση, να δοκιμάσει κι αυτός τον απαγορευμένο καρπό.
    Πηγαίνει λοιπόν στην Αθήνα κι όταν γυρνάει πίσω στο χωριό, το ίδιο βράδυ στο καφενείο όλοι ανυπομονούν να μάθουν πώς τα πέρασε.
    -Πως τα πέρασες παπούλη;
    -Τέλεια παιδιά! Έτσι όπως τα λέγατε ήταν κι ακόμα καλύτερα! Αφού να φανταστείτε το πρωί πάω να πληρώσω και όχι μόνο δε μου πήραν λεφτά, αλλά μου έδωσαν κι ένα πενηντάρικο!
    -Σώπα!!! Και πώς έγινε αυτό;
    -Ε, να μου είπαν «παπούλη πάρε κι αυτό από μας, έχουμε γυρίσει τσόντες και τσόντες αλλά τσόντα με παπά πρώτη φορά γυρνάμε!»

  128. Γς said

    127:

    Κι η δική μου [πάρα λίγο] εμπειρία

  129. Πάνος με πεζά said

    @ 118,119 : Για τα δανεικά τσιγάρα, εγώ ήξερα το «Τρακαστράτος», αλλά και το ακόμα καλύτερο «Απόλλων».

    – Καπνίζω «Απόλλων».
    – Τι μάρκα είναι αυτή;
    – Δεν την ξέρεις; Απ’ όλων…

  130. sarant said

    129 Τον Τρακαστράτο τον ήξερα, όπως και το Τρακαδόρ, αλλά το Απόλλων είναι καταπληκτικό!

  131. Κουνελόγατος said

    119 & 129 & 130: Δάκρυσα, δεν τα ήξερα μάλλον (αλλά λέω να διώξω τη μελαγχολία, βαρέθηκα, από 21 Σεπτέμβρη πάλι (… ελπίζω … δεν)…).

  132. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Ξομπλιάστρα και περαματού διάστρα μου και ανυφάντρα
    ξάστρα και κλώστρα του χωργιού πώς κάνεις δίχως άντρα

  133. ‘Ώρα καλή, τώρα είδα το άρθρο.
    Ιδού και ο δικός μου οβολός.
    Στα συλλαλητήρια μετά το 64 τραγουδούσαμε:
    …και το παλάτι δυστυχώς σ’ έριξε κάτω παπανδρέα..
    Κάποιος συνομήλικος θα θυμάται την διασκευή

  134. georgeilio said

    Η «Μπαλάντα του Αντρίκου» δεν μπορεί ν’ ακουστεί επί γερμανικού εδάφους, λόγω πνευματικών δικαιωμάτων κλπ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: