Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Νερό αγάμπεϊμ – Σού αδερφέ μου (Διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 4 Οκτώβριος, 2015


Πέρυσι τέτοιον καιρό είχα δημοσιεύσει ένα διήγημα του φίλου μας του Λεώνικου. Πριν από λίγο καιρό μού έστειλε ένα ακόμα διήγημά του, «για τη Μικρασιατική Καταστροφή», όπως υποσημειώνει, και το δημοσιεύω με χαρά.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να σημειώσω ότι «σου» είναι το νερό στα τούρκικα, μια λέξη που έχει αφήσει κάποια ίχνη στο ελληνικό λεξιλόγιο, ας πούμε «σούμπασης» ήταν ένας αξιωματούχος στο οθωμανικό κράτος που είχε αρμοδιότητα την ύδρευση, ενώ μια από τις παραλλαγές της παροιμίας «για την κενόδοξη σύζυγο» είναι και η «να με λένε σουμπασίνα, κι ας πεθαίνω από την πείνα. Σήμερα επιβιώνει το επώνυμο Σούμπασης. Έχουμε επίσης το «σουλαντίζω» που σημαίνει ποτίζω (από τον αόριστο του αντίστοιχου τουρκικού ρήματος), και σουλαντιστήρι το ποτιστήρι. Τέλος, το θεσσαλονικιό τοπωνύμιο Σεΐχ Σου σημαίνει «νερό του σεΐχη», από μια βρύση που υπήρχε στην περιοχή.

Μια άλλη λέξη που έχει το διήγημα και δεν είναι γνωστή είναι η ταρίκα, που σημαίνει τάγμα στους σούφηδες και στον μουσουλμανικό μυστικισμό.

Αλλά ας δώσουμε τον λόγο στον Λεώνικο.

Νερό αγάμπεϊμ, Σου αδερφέ μου

Σε όλες τις γενναίες ψυχές
πάνω από λαούς και γλώσσες

Ο Ο­σμάν ά­νοι­ξε τα μά­τια, πή­ρε βα­θιά α­νά­σα, α­φου­γκρά­στη­κε την ή­ρε­μη α­να­πνο­ή της φα­μί­λιας του και χα­σμου­ρή­θη­κε· τε­ντώ­θη­κε και μ’ έ­να ‘χα’ πε­τά­χτη­κε πά­νω. Αυ­τό το ‘χα’ ή­ταν το πιο χαρακτηριστικό μέ­ρος της κα­θιε­ρω­μέ­νης πρω­ι­νής ιε­ρο­τε­λε­στί­ας του σπι­τι­κού του· του ά­νοι­γε το στή­θος, το λαι­μό και, το πιο ση­μα­ντι­κό, ει­δο­ποι­ού­σε τους τυ­χόν γκρι­νιά­ρη­δες και μα­χμουρ­λή­δες ό­τι το σπί­τι εί­χε ξυ­πνή­σει και ο α­φέ­ντης ή­ταν έ­τοι­μος, μια χα­ρά· σι­δε­ρέ­νι­ος α­πό υ­γεί­α και α­πό ό­ρε­ξη γε­μά­τος.

Κα­νέ­νας ό­μως δεν κου­νή­θη­κε σή­με­ρα· ού­τε παι­δί, ού­τε η γυ­ναί­κα του, το πιο προ­κομ­μέ­νο κο­ρί­τσι του ντου­νιά, που τον προ­λά­βαι­νε πά­ντα. Ο φό­βος βλέ­πεις! Ο φό­βος που, μέ­ρες τώ­ρα, ερ­χό­ταν ύ­που­λα, σα σκι­ά, και σι­γά σι­γά τους πλά­κω­νε την καρ­διά, τους μάρ­γω­νε τα μέ­λη και τους έ­κλε­βε τη χα­ρά. Εί­χε, βλέπεις, κλά­ψει α­πο­βρα­δίς. Ο πό­λε­μος την τρό­μα­ζε και ας ή­ταν πο­λύ μα­κρι­ά. Μό­λο που δεν εί­χε α­κού­σει ντου­φε­κιά, φο­βό­ταν· γιατί α­κού­γο­νταν πρά­γμα­τα α­νή­κου­στα, φρι­χτά· πρά­γμα­τα χει­ρό­τε­ρα και α­πό το θά­να­το.

«Ουφ, γυ­ναί­κες! Φο­βού­νται!» σκέ­φτη­κε ο Ο­σμάν κοι­τά­ζο­ντάς την με α­ντρί­κει­ο μά­τι και με ά­πει­ρη γλύ­κα, μέ­χρι που δά­κρυ­σε. Αυ­τό το κο­ρί­τσι που, ό­ταν ή­ταν έ­ξω α­πό το σπί­τι, το λα­χτα­ρού­σε ως γυ­ναί­κα με την ί­δια θέρ­μη, την αρ­χι­κή, ό­ταν την εί­χε πλάι του την έ­νιω­θε σαν παι­δί· την άγ­γι­ζε σαν λου­λού­δι· την πλη­­σί­­α­­ζε με κα­τά­νυ­ξη σαν α­γί­α­σμα· την άπλωνε στους κρο­τά­φους του σαν μύ­ρο. Έ­νιω­θε την ο­μορ­φι­ά που εί­χε μα­ζέ­ψει α­πό το κορ­μί και την ψυ­χή της τό­σα χρό­νια, να τον πλη­μυ­ρί­ζει. «Ί­σως έ­χει δί­κι­ο που φο­βά­ται!» ο­μο­λό­γη­σε ψι­θυ­ρι­στά· «Ποιος ξέ­ρει ό­μως αν ό­σα λέ­νε εί­ναι σω­στά! Κόσμος είναι… μπορεί να τα με­γα­λο­ποι­ούν κι ό­λας!»

Μια α­κα­θό­ρι­στη σκέ­ψη πέ­ρα­σε α­πό το νού του αλ­λά δεν την ά­φη­σε να στα­θεί· τη φο­βή­θη­κε. Φο­βή­θη­κε α­κό­μα και ο Ο­σμάν! «Κύ­ρε-λέ­σον!» μουρ­μού­ρι­σε. Δεν ή­ξε­ρε κα­λά κα­λά τι ση­μαί­νει· ή­ξε­ρε πως λέ­ει κά­τι σχε­τι­κά με το Θε­ό. «Ο Θε­ός εί­ναι κα­λός!» σκέ­φτη­κε· «Δεν α­φή­νει να γί­νο­νται τέ­τοια πρά­μα­τα…» Αλ­λά δεν ή­ταν σί­γου­ρος αν έ­πρε­πε να ρί­ξει τα βά­ρη στο Θε­ό. «Ο Θε­ός εί­ναι κα­λός… ο άν­θρω­πος ό­μως;» Έ­σφι­ξε τα χεί­λια του μην του ξε­φύ­γει άλ­λη λέ­ξη· δεν ή­θε­λε γιατί θα ή­ταν βλα­στή­μια. Και ο Ο­σμάν δεν εί­χε πο­τέ στη ζω­ή του βλα­στη­μή­σει.

Με με­γά­λα αρ­κου­δί­σια βή­μα­τα και το σκύ­λο να χο­ρο­πη­δά­ει γύ­ρω του, έ­φτα­σε στην μπα­σιά, σή­κω­σε το πα­ρα­πέ­το και κοί­τα­ξε έ­ξω. Νύ­χτα ή­ταν α­κό­μα στον κά­μπο και ο ου­ρα­νός χά­ρα­ζε με κό­πο πί­σω α­πό την πυ­κνή α­ντά­ρα που σκέ­πα­ζε το βου­νό. Ο σκύ­λος κάρ­φω­σε τα μά­τια στα δι­κά του και μά­ζε­ψε την ου­ρά, κά­τι που πο­τέ άλ­λο­τε δεν εί­χε κά­νει ο σκύ­λος του Ο­σμάν κοι­τά­ζο­ντάς τον. Γιατί δεν ή­ταν α­φε­ντι­κό ο Ο­σμάν, ού­τε του σκύ­λου του· α­δερ­φός του έ­νιω­θε και α­δερ­φός του ή­ταν.

Πή­ρε μια βα­θιά α­νά­σα, έ­κλει­σε τα μά­τια κι έ­κα­νε μια προ­σευ­χή· μια στι­γμιαί­α αλλά πηγαία προ­σευ­χή, μια σκέ­ψη μό­νο, σα νά ’ρι­ξε μια μα­τιά στο Θε­ό, ό­πως ρί­χνεις μια μα­τιά σε φί­λο ή πρό­σω­πο α­γα­πη­μέ­νο, και αυ­τό λέ­ει πιο πολ­λά α­πό χί­λια λό­για. Και α­μέ­σως σχη­μα­τί­στη­κε το γνώ­ρι­μο πλα­τύ χα­μό­γε­λο στο πρό­σω­πό του. Το χρεια­ζό­ταν πο­λύ αυ­τό το χα­μό­γε­λο, ο Ο­σμάν, γιατί λί­γο έ­λει­ψε να χά­σει το κέ­φι του· και ό­ταν έ­χα­νε το κέ­φι του θύ­μω­νε πο­λύ, με τον ε­αυ­τό του ι­διαί­τε­ρα, αν συ­νέ­βαι­νε πρω­ί πρω­ί και χω­ρίς λό­γο.

Έ­τσι έ­βγαι­νε α­πό τις δυ­σκο­λίες του ο Ο­σμάν, με μια στι­γμιαί­α προ­σευ­χή. «Τα πολ­λά λό­για κρύ­βουν το Θε­ό, ό­πως τα σύν­νε­φα τον ή­λιο· ε­νώ με­τά α­πό τον κε­ραυ­νό πέ­φτει μια κα­λο­και­ριά­τι­κη ευ­φρό­συ­νη μπό­ρα!» έ­λε­γε γε­λώ­ντας. Στους α­δελ­φούς α­πό την μυστική τα­ρί­κα, τα έ­λε­γε λί­γο δια­φο­ρε­τι­κά φυ­σι­κά: «Το να κοι­τάς το Θε­ό στα μά­τια, με τις ώ­ρες, σαν σκύ­λος, εί­ναι ο­δυ­νη­ρό για σέ­να κι ε­νο­χλη­τι­κό για το Θε­ό· αλλ’ αν του ρί­χνεις πό­τε πό­τε μια μα­τιά σαν ε­ρω­τευ­μέ­νος, εί­ναι το κα­λύ­τε­ρο και για τους δυό σας! Έ­τσι κι αλ­λιώς ο Θε­ός δια­βά­ζει την καρ­διά σου πριν α­νοί­ξεις το στό­μα!» Αλλ’ αυ­τά δεν ή­ταν για τον πο­λύ κό­σμο.

Δεν ήταν τό­σο η μυ­ρου­διά του πο­λέ­μου που τον α­νη­συ­χού­σε, άλ­λω­στε ποιος μπο­ρεί να μά­θει την α­λή­θεια αυ­τόν τον και­ρό, ό­σο τ’ άλ­λα μα­ντά­τα τ’ α­πό μέ­σα του, ή­σαν που του μά­γγω­ναν την καρ­διά και του ξέ­σκι­ζαν τα σω­θι­κά. Γιατί ή­ταν ω­ραίος άν­θρω­πος ο Ο­σμάν· ψη­λός, δυ­να­τός, ντε­λι­κα­νής, λί­γο ζορ­μπα­λής κα­μιά φο­ρά αλ­λά δου­λευ­τα­ράς, μπε­σα­λής, βρο­ντό­γε­λος χω­ρα­τατ­ζής και… σα­γίτ στο σά­ζι. Η μά­να του βα­στού­σε α­πό κούρ­δι­κη και α­λε­βί­τι­κη γε­νιά. Ή­ξε­ρε να τρώ­ει, να πί­νει, να ε­ρω­τεύ­ε­ται, να μα­λώ­νει λε­βέ­ντι­κα, να γο­η­τεύ­ει, να χο­ρεύ­ει α­σί­κι­κα, να σκα­ρώ­νει πλά­κες, να πυ­ρο­βα­τεί, να τρα­γου­δά­ει και να δι­η­γά­ται τις α­θά­να­τες ι­στο­ρίες του Τορ­γούτ Μπα­μπά και του Καϋ­κα­σούς, του Σεμς ε­ντΝ­τίν και του αν­Νουρ ι­ντΝ­τίν, του Α­φτα­ντίλ με το τι­γρο­τό­μα­ρο, του Ι­σκε­ντέρ, του Δι­γε­νή… κοντολογής ό­λες τις πέρ­σι­κες και κούρ­δι­κες, α­ρα­βι­κές και τούρ­κι­κες, α­ζέ­ρι­κες, ζα­ζά­κι και λα­ζι­κές, ρού­σι­κες και ρω­μαί­ι­κες, καρ­τβέ­λι­κες και οσ­σέ­τι­κες, τσιγ­γά­νι­κες, αρ­να­ού­τι­κες, αρ­μέ­νι­κες, συ­ρια­κές, γιαζίτ κι ε­βραί­ι­κες ι­στο­ρίες, μύ­θους και πα­ρα­λο­γές. Πρώ­τος ή­ταν στα πα­νη­γύ­ρια και τους γά­μους με το νέι του, πρώ­τος και στους τε­κκέ­δες με το ού­τι ή το κανονάκι του. Ή­ξε­ρε ό­λες τις τέ­χνες· λί­γο μα­ρα­γκός, λί­γο σι­δε­ράς, λί­γο κα­ζα­ντζής, λί­γο μπα­κιρ­τζής, λί­γο κα­να­τάς… μα πά­νω α­π’ ό­λα, ο Ο­σμάν ή­ταν ο άν­θρω­πος που πί­στευ­ε ό­τι ό­λα θα πά­νε κα­λά. Κό­σμο και κο­σμά­κη εί­χε εμ­ψυ­χώ­σει η αι­σι­ο­δο­ξί­α του, ξέ­νους και δι­κούς, αν κι έ­ξω α­πό με­ρι­κούς γυ­ρο­λό­γους πραμα­τευ­τά­δες που δεν έ­βρι­σκαν άλ­λο κα­ζά­ντι α­πό το να ρι­ψο­κιν­δυ­νέ­ψουν σ’ αυ­τόν τον ξε­μο­να­χια­σμέ­νο και ά­γρι­ο τό­πο, και ρέμπελους κυνηγημένους από τους ζαπτιέδες σα ληστές ή κο­ντρα­μπα­ντιέ­ρη­δες που γύ­ρευαν α­πάγ­κει­ο, λί­γοι τα­ξι­διώ­τες ζη­τού­σαν πε­ρά­σμα­τα στ’ α­νε­μό­δαρ­τα τού­τα βου­νά. Αν ό­μως κά­ποιον, πα­ρ’ ό­λα αυ­τά, τον έ­ρι­χνε η μοί­ρα του κα­τά κει, ή­ξε­ρε πού θα κο­νέ­ψει και πού θα φι­λευ­τεί· στου Ο­σμάν!

Σή­με­ρα ό­μως η καρ­διά δεν α­κο­λου­θού­σε τον νου και το κέ­φι του Ο­σμάν. Ά­φη­σε το πα­ρα­πέ­το να πέ­σει με ορ­γή, τη μό­νη ορ­μή που του εί­χε μεί­νει στο σώ­μα, γιατί η σκέ­ψη του φουρ­τού­νια­σε, η καρ­διά του α­γρίε­ψε, η ψυ­χή του τα­ρά­χτη­κε και τα μά­τια του σκο­τεί­νια­σαν με το να κοι­τά­ει μια την αρ­γό­σουρ­τη και σκια­γμέ­νη νύ­χτα κά­τω και μια τον α­ντα­ρια­σμέ­νο, α­πει­λη­τι­κό ου­ρα­νό πά­νω.

Γύ­ρι­σε στον ο­ντά ό­που κοι­μού­νταν α­κό­μα ό­λοι, α­ρα­δια­σμέ­νοι α­πό τη μια πά­ντα ώς την άλ­λη, ε­φτά ψυ­χές στη σει­ρά. Μια θέ­ση μό­νο ή­ταν κε­νή. Και ό­πως κοί­τα­ζε τον ά­δει­ο τό­πο πλάι στη γυ­ναί­κα του, που σε μια στι­γμή θα γέ­μι­ζε α­πό το κορ­μί του, ο Ο­σμάν έ­φε­ρε α­συ­ναί­σθη­τα τη γλώσ­σα στο κε­νό που εί­χε α­φή­σει για πά­ντα κά­ποιο χα­λα­σμέ­νο δό­ντι. Μα δεν ή­ταν δό­ντι σά­πι­ο ο Ο­σμάν· ού­τε ή­ταν α­πό κεί­νους που σπρώ­χνουν τη σκέ­ψη τους να ­κυ­λή­σει στο κα­κό. Α­γα­πού­σε τη ζω­ή και φο­βό­ταν το θά­να­το, ό­πως ό­λοι πά­νω στη γη. Ξα­να­κοί­τα­ξε το κοι­μι­σμέ­νο α­σκέ­ρι και, α­νοί­γο­ντας τις χε­ρού­κλες του σαν φτε­ρού­γες α­ε­τού, έ­πε­σε πά­νω τους ξε­φω­νί­ζο­ντας και γε­λώ­ντας. Άρ­χι­σε να χαϊ­δεύ­ει, να γαρ­γα­λά­ει, να τσι­μπά­ει, ό,τι έ­βρι­σκε και ό­που έ­φτα­νε. Πε­τά­χτη­καν κι αυ­τοί α­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νοι, έ­τρι­ψαν τα μά­τια τους, συ­νήλ­θαν μονομιάς και του ρί­χτη­καν με στριγ­γ­λιές και τσι­ρί­δες χαράς· τον πέ­τα­ξαν α­πό το κρε­βά­τι και τον κυ­νή­γη­σαν έ­ξω, μέ­χρι το κα­ρα­γά­τσι. Ή­ταν στην πρω­ι­νή ιε­ρο­τε­λε­στί­α κι αυ­τό, πα­ραλ­λα­γή για τις πο­λύ κρύ­ες ή τις πο­λύ χα­ρού­με­νες μέ­ρες.

Αφού τους σή­κω­σε και τους έ­βα­λε να πλυ­θούν, με ξε­χω­ρι­στό κα­μά­ρι, γιατί με κα­μά­ρι έ­κα­νε τα πά­ντα ο Ο­σμάν, ο­δή­γη­σε την πρώ­τη προ­σευ­χή της η­μέ­ρας, ώ­στε να ε­τοι­μα­στούν σω­στά για τη δου­λει­ά. Γιατί ή­ταν άν­θρω­πος πι­στός ο Ο­σμάν· και αν κα­μιά φο­ρά, σε με­γά­λη δυ­σκο­λί­α εννοείται, του ξέ­φευ­γε κα­να ‘σι­νορ­ντελ­μού­το’, κα­να ‘κι­ρε­λέ­σο’ ή ‘πα­ρου­καζ­μό’, αν έ­κα­νε κρυ­φά, σπά­νια βέ­βαια, σταυ­ρό ή πή­γαι­νε κα­να πρό­σφο­ρο στο μο­να­στή­ρι που κρε­μό­ταν σαν σφη­κο­φω­λιά α­πό τον κά­θε­το βρά­χο, δεν ή­ταν να του το κα­τη­γο­ρή­σεις· μή­πως ή­σαν λί­γοι οι ρω­μιοί που τά­ζο­νταν κρυ­φά στα σε­βά­σμα­τα τα μου­σουλ­μα­νι­κά ή μπαί­να­νε σε τα­ρί­κες σού­φι, ό­που ό­λοι λά­τρευαν το θε­ό τους χω­ρίς να ε­μπο­δί­ζο­νται α­πό τύ­πους και θρη­σκείες;

 

Ξε­κί­νη­σε, λοι­πόν, η γυ­ναί­κα με τα παι­διά, για το χω­ρά­φι ό­που τα χέ­ρια δεν πέ­φτουν πο­τέ πολ­λά. Χώ­ρια τα κλα­δέ­μα­τα και τα κορ­φο­λο­γή­μα­τα, τα σκα­λί­σμα­τα και τα ορ­γώ­μα­τα. Έ­πρε­πε να βγει η πα­τά­τα. Φέ­τος ή­ταν κα­λή κι ευ­λο­γη­μέ­νη σο­δει­ά, να φά­νε, να φρα­θούν άν­θρω­ποι και ζω­ντα­νά. Στο κα­τό­πι τους, έ­φυ­γε και ο Ο­σμάν με το μου­λά­ρι.

Θα πή­γαι­νε πρώ­τα για νε­ρό. Μετά θά ’παιρ­νε σβάρ­να τα χω­ριά τριγύ­ρω, γιατί με το φθι­νό­πω­ρο έ­πρε­πε τα σπί­τια, κο­νά­κια και κα­λύ­βια, νοι­κο­κυ­ρέι­κα πες και πα­ρα­κα­τια­νά, ρω­μαί­ι­κα και τούρ­κι­κα, γκιαού­ρι­κα και πι­στά, να σια­χτούν για το χει­μώ­να· τοί­χοι να με­ρε­με­τι­στούν, πλά­κες να δε­θούν, πόρ­τες να μα­τι­στούν, να βα­φτούν και να κρε­μα­στούν, ντε­ρέ­δες να στη­ρι­χτούν, χο­λέ­τρες ν’ α­νοί­ξουν για την πλημύρα. Ά­νοι­γαν, λοι­πόν, οι δου­λειές πά­νω στις τέ­χνες που ή­ξε­ρε. Γιατί, ό­πως έ­λε­γε χω­ρα­τεύο­ντας, ό­ποιο θε­ό κι αν προ­σκυ­νάς ί­σο με­ρί­δι­ο έ­χεις στον ή­λιο και τη βρο­χή, στον ά­νε­μο και το χι­ό­νι· ή ό­ποια γλώσ­σα κι αν μι­λάς, ό­μοια χρεί­α έ­χεις α­πό νε­ρό και φαΐ, ρούχο και σκε­πή.

Ή­ταν μό­νος στη στρά­τα, ό­πως πά­ντα. «Εί­ναι χά­ρι­σμα η σβελ­τά­δα!» έ­λε­γαν για τον Ο­σμάν, πό­τε φθο­νώ­ντας και πό­τε κα­μα­ρώ­νο­ντάς τον. Γιατί πρώ­τος έ­βγαι­νε α­πό το χω­ριό και πρώ­τος έ­φτα­νε στο πη­γά­δι. «Ό­λα γί­νο­νται τυ­χαί­α, ε­κτός α­πό την προ­κο­πή!» έ­λε­γε ο κυρ Γιορ­ντά­νι ο ρω­μιός, ο έ­μπο­ρας, και ο Ο­σμάν δεν δί­στα­ζε να το οι­κει­ο­ποιεί­ται· φί­λος γκαρ­δια­κός ή­ταν στο κά­τω κά­τω· αλ­λά δεν πα­ρέ­λει­πε και να το ε­φαρ­μό­ζει.

 

Η και­νούρ­για μέ­ρα εί­χε πια α­νοί­ξει για τα κα­λά. Ο Ο­σμάν τρά­βη­ξε πρώ­τα νε­ρό για το ζώ­ο του, να πιει· αυ­τή είναι η τά­ξη. Η τά­ξη του Ο­σμάν ή η τά­ξη του Θε­ού, το ί­διο κά­νει· τα δυο αυ­τά ταί­ρια­ζαν μέ­σα του τό­σο ά­κο­πα και φυ­σι­κά, που αν γι­νό­ταν κά­τι και ζη­τού­σαν να το κρί­νει ο Ο­σμάν, αυ­τός μί­λα­γε τό­σο μυα­λω­μέ­να που ο μου­λάς συμ­φω­νού­σε μα­ζί του με το Κο­ρά­νι α­νοι­χτό, ο πα­πάς το έ­βρι­σκε α­λή­θεια στο Συ­να­ξά­ρι και ο δερ­βί­σης χό­ρευ­ε α­παγ­γέλ­λο­ντας το Μα­θνα­βί. Και ο Ο­σμάν, που δεν ή­ξε­ρε να δια­βά­ζει και να γρά­φει έ­ξω α­πό δυο κα­ρα­μα­νί­τι­κα κο­λυ­βο­γράμ­μα­τα που του τα έ­μα­θε ένας διάκος, έλεγε: «Α­πλή εί­ναι η τα­ρί­κα μου! Να φέρνω το κα­λό και να διώχνω το κα­κό, αλλά να νοιάζομαι και τον κα­λό και τον κα­κό. Να θυ­μά­μαι τα λά­θη μου και να δέ­χο­μαι τις συ­νέ­πειές τους φα­νε­ρά, να δι­ορ­θώ­νω τα λά­θη των άλ­λων κρυ­φά και να τα ξε­χνώ. Ό­λους να τους α­κού­ω, να τους κα­τα­νο­ώ και να τους α­γα­πώ, ν’ α­να­γνω­ρί­ζω τις α­ρε­τές, να πα­ρα­βλέ­πω τις α­δυ­να­μίες, να τους πα­ρα­στέ­κο­μαι και να εί­μαι τα­πει­νός, ευ­γνώ­μων και πι­στός στον πα­ντο­δύ­να­μο αληθινό Θε­ό.»

Έτσι άρχισε να γυρίζει το μά­γγα­νο, με τα τρι­ξί­μα­τα και τα γουρ­γου­ρίσμα­τά του, και το νε­ρό έπεφτε στη γούρ­να με βου­ή, σα να μην το έ­σπρω­χνε η φτε­ρω­τή αλλ’ η ορ­μή και το σφρί­γος του Ο­σμάν. Το μου­λά­ρι ά­νοι­ξε τα μπρο­στι­νά πό­δια, έ­σκυ­ψε το κε­φά­λι νω­χε­λι­κά και άρ­χι­σε να ρου­φά­ει πε­λώ­ριες γου­λιές κά­τω α­πό την τρυ­φε­ρά στορ­γι­κή μα­τιά του α­φέ­ντη του. «Γιατί,» έ­λε­γε στο­χα­στι­κά ο Ο­σμάν, «τι δια­φέ­ρει ο άν­θρω­πος α­πό το χαϊ­βά­νι; Πλά­σμα­τα εί­μα­στε ό­λοι του ί­διου Θε­ού! Και το έ­κα­νε να πο­νά­ει και να πει­νά­ει, να δι­ψά­ει και να φο­βά­ται… ό­πως ε­μέ­να! Ά­ρα έ­χει ψυ­χή που νιώθει, ζει και πεθαίνει ό­πως ε­γώ! Γιατί αυ­τό πά­ει να πει ‘ψυ­χή­’· φό­βος και πό­νος, θάνατος και ζωή! Τι φταίει αν του δό­θη­κε λι­γό­τε­ρο μυα­λό; Έ­χει ό­μως άλ­λες χά­ρες! Και δεν υ­πάρ­χει πιο ιε­ρό μυ­στι­κό από το να ε­κτι­μάς τα χαρίσματα που έδωσε ο Θεός στα πλάσματά του, ό­που και να τα βρί­σκεις!»

Αλ­λά το σκυ­λί δεν εί­χε η­συ­χί­α. Έ­τρε­χε πά­νω κά­τω ά­σκο­πα, με το τρί­χω­μα ορ­θό σα να πλη­σί­α­ζε κε­ραυ­νός, α­λυ­χτώ­ντας πα­ρα­πο­νιά­ρι­κα και μυ­ρί­ζο­ντας τον α­έ­ρα, κα­μώ­μα­τα πρω­τό­γνω­ρα γι­’ αυ­τό το νού­σι­μο ζώ­ο, που πα­ρα­ξέ­νε­ψαν τον Ο­σμάν. Ό­ταν το μά­λω­νε, του έ­ρι­χνε μιαν ά­γρια μα­τιά σα να κα­τα­ριό­ταν το γε­γο­νός ό­τι ή­ταν α­νί­κα­νο να μι­λή­σει, μα­ζευ­ό­ταν χτυ­πώ­ντας νευ­ρι­κά την ου­ρά, μου­γκρί­ζο­ντας και κοι­τώ­ντας λο­ξά μέ­χρι που ο φό­βος πα­ρα­μέ­ρι­ζε την υ­πα­κο­ή του, κύρ­τω­νε ξα­φνι­κά τη ρά­χη και ρι­χνό­ταν με λύσ­σα στον α­ό­ρα­το ε­χθρό. Τε­λι­κά, έ­κα­νε και τον Ο­σμάν να κοι­τά­ζει ψη­λά με α­πο­ρί­α· που με­τά α­πό λί­γο έ­γι­νε α­νη­συ­χί­α· κι έ­πει­τα έ­φτα­σε στο φό­βο. Γιατί ό­σο α­νέ­βαι­νε η μέ­ρα, σαν κά­τι να έ­πε­φτε στην καρ­διά του· κά­τι πο­λύ βα­ρύ, που δεν μπο­ρού­σε να το α­ντέ­ξει.

 

Και ξα­φνι­κά, νά τους! Φά­νη­καν! Ό­χι στον ου­ρα­νό, ού­τε α­κρι­βώς και στη γη αλ­λά σαν α­τέ­λειω­τη κα­κό­τε­χνη γραμ­μή, σα μια μαύ­ρη γρατ­ζου­νιά πά­νω στον κα­θρέ­φτη α­πό τους ποι­κι­λό­χρω­μους σπιν­θή­ρες και τους μαρ­μαί­ρο­ντες ι­ρι­δι­σμούς της α­να­το­λής· μια α­νε­ξή­γη­τη μαύ­ρη γραμ­μή στο φρύ­δι του ο­ρί­ζο­ντα, σα στρα­τιά μερ­μη­γκιών που εκ­κο­λά­φθη­καν α­πό το α­νε­λέ­η­το σφυ­ρο­κό­πη­μα του ή­λιου και πα­ρα­τά­χτη­καν ά­γρια και α­πει­λη­τι­κά στην κο­ρυ­φο­γραμ­μή, σαν σε φρι­κτό ε­φι­άλ­τη. Σά­λευαν αρ­γά γέρ­νο­ντας μπρος, πί­σω, α­ρι­στε­ρά, δε­ξιά σαν κα­λα­μιές ή να σα βού­λια­ζαν στη λά­σπη, α­πλω­μέ­νοι σα σκου­ρια­σμέ­νη α­λυ­σί­δα με τις ά­κρες κρυμ­μέ­νες πέ­ρα α­πό τη ρο­δα­λή α­χλύ του πρω­ι­νού, μέ­σα στον ε­να­πο­μέ­νο­ντα ζό­φο· μια ζω­ντα­νή α­λυ­σί­δα που θά ’­λε­γες πως α­ό­ρα­τος δαί­μο­νας τη σέρ­νει πί­σω του και την τι­νά­ζει δια­σκε­δά­ζο­ντας. Έ­να α­κα­τα­νό­η­το τρε­μού­λια­σμα που δεν μπο­ρού­σες να πεις αν ή­ταν το ευ­φρό­συ­νο παι­χνί­δι­σμα του έ­ξο­χου αυ­γι­νού φω­τός ε­νός κα­λο­συ­νά­του φθι­νο­πώ­ρου ή α­γω­νιώ­δι­κο κο­ντα­νά­σα­σμα σε τρε­λό φευ­γιό, α­να­ρρί­πι­σμα μα­ντι­λιών και καρ­διών σε α­δι­ά­κο­πο α­πο­χαι­ρε­τι­σμό ή και α­ντι­φέγ­γι­σμα α­πό α­δυ­σώ­πη­τες φλό­γες που μαί­νο­νται πί­σω τους ή φω­τιά από τις ιστιές τους που εί­χαν κρα­τή­σει ως ο­δυ­νη­ρό­τα­τη μνή­μη βα­θιά μέ­σα στα μά­τια τους.

Ξε­χύ­νο­νταν α­πό πα­ντού, σα να ξε­χεί­λι­σε α­πό δαύ­τους η γα­στέ­ρα της γης ή να τους ξέ­ρα­σε ο Ά­δης. Πλη­μύ­ρι­ζαν τα διά­σε­λα, έ­πνι­γαν τα βου­νο­πλά­για, ρο­βο­λού­σαν μέ­σα α­πό φα­ράγ­για, σβαρ­νού­σαν τις νε­ρο­συρ­μές, στρά­τα αν­θρώ­που μη σι­μώ­νο­ντας και προ­σε­κτι­κά τον ντο­ρό των α­γρι­μιών πα­τώ­ντας, ό­τι ο φό­βος εί­ναι α­ψύς και χτυ­πά­ει κα­τα­κέ­φα­λα σαν ά­κρα­το πα­λιό κρα­σί.

Κυ­λού­σαν αρ­γά σα μο­λε­μέ­νο πο­τά­μι ή σαν αί­μα· γιατί εί­χε μο­λύ­νει την ό­ψη τους η πί­κρα και η ορ­γή, και δυ­σκό­λευ­ε το βή­μα τους το αί­μα το πη­χτό των α­ντρών και των γυ­ναι­κών, των μα­νά­δων και των πα­τε­ρά­δων, των α­δελ­φών και των βλά­μη­δων, των φί­λων και των παι­διών, που η τυ­φλή μα­νί­α του κα­κού έ­συ­ρε και χτύ­πη­σε, έ­κα­ψε και σκό­τω­σε, έ­σφα­ξε και ρή­μα­ξε. Και ό­λα αυ­τά, με το χέ­ρι του άν­θρώ­που· συχνά με το χέ­ρι του α­θώ­ου αν­θρώ­που! Γιατί πολλές φορές το κα­κό ξε­γε­λά­ει τον άν­θρω­πο, ι­διαί­τε­ρα τον α­θώ­ο, και τον ο­πλί­ζει με μα­χαί­ρι και φω­τιά, μίσος και λύσσα, στ’ ό­νο­μα του φό­βου, του ά­λο­γου φό­βου και στ’ ό­νο­μα του μί­σους, του ά­λο­γου μί­σους και στ’ ό­νο­μα της δό­ξας, της ά­λο­γης δό­ξας. Και ξο­πί­σω τους, ι­δού, ο φό­βος, το μί­σος και η δό­ξα, τέ­ρα­τα που μό­νο μή­νις ορ­γι­σμέ­νων θε­ών ή κα­κό­βου­λων στοι­χειών μπο­ρεί να γεν­νή­σει, τέ­ρα­τα που μό­νο στα τάρ­τα­ρα μπο­ρεί ο Ά­δης να φι­λο­ξε­νή­σει, βγή­καν στο φως και σέρ­νουν με πρό­στυ­χα τσα­λί­μια το χο­ρό του μακελλειού και του θα­νά­του. Συ­μπο­σι­ά­ζουν με το αί­μα κι ευ­φραί­νο­νται με τον ι­δρώ­τα και των δυο· γιατί ό­μοια πο­νούν κι ε­ξί­σου φο­βού­νται, ό­μοια τρέ­χουν κι ε­ξί­σου πει­νούν, ρα­βδί­ζο­ντες και ρα­βδι­ζό­με­νοι, διώ­κο­ντες και διω­κό­με­νοι, φο­νεύο­ντες και φο­νευ­ό­με­νοι.

Και να! Αυ­τούς ε­δώ, ο φό­βος τούς καμ­τσι­κί­ζει με ρα­βδί τσου­χτε­ρό· άλ­λους α­πό ε­κεί, το μί­σος με δί­κο­πο μα­χαί­ρι φο­νι­κό τούς ο­πλί­ζει· κι ε­κεί­νους πιο πέ­ρα, δό­ξα τρε­λή οι­στρη­λα­τεί. Με τις ση­μαίες των δια­κρί­σε­ων α­πλω­μέ­νες, κα­βα­λούν τις κυρ­τω­μέ­νες ρά­χες των α­θώ­ων τους θυ­μά­των και τους ο­δη­γούν ως α­κού­σι­ους θια­σώ­τες μιας μοι­ραί­ας λι­τα­νεί­ας, ως έρ­μαια σε πο­ρεί­α ε­φιαλ­τι­κή. Και ή­σαν τα τέ­ρα­τα αυ­τά, ο φό­βος, το μί­σος και η δό­ξα, που δι­καί­ως α­λυ­χτού­σε το σκυ­λί.

 

Ώ­ρες τους α­γνά­ντευ­ε τρέ­μο­ντας ο Ο­σμάν και δεν μπο­ρού­σε να σα­λέ­ψει… μέ­χρι που τον χτύ­πη­σε κα­τά πρό­σω­πο μια ρι­πή α­νέ­μου που μύ­ρι­ζε ι­δρώ­τα και αί­μα· και κα­τά­λα­βε πως είναι άν­θρω­ποι. «Άν­θρω­ποι! Άν­θρω­ποι!» ούρ­λια­ξε α­να­πη­δώ­ντας· «Μα πού πά­ει αυ­τό το αν­θρώ­πι­νο σμά­ρι;» αναρωτήθηκε, γιατί δεν ή­ταν στί­φη στρα­τιω­τών, ού­τε ορ­δές λη­στών ή λε­φού­σι πει­ρα­τών· δεν ή­ταν σά­λα­γος πα­νη­γυ­ριού ού­τε χα­ρού­με­νο ψί­κι γά­μου.

Ώ­ρες τους πε­ρί­με­νε να φτά­σουν. Μ’ αν αυ­τοί, α­δύ­να­μοι, πει­να­σμέ­νοι, ρα­κέν­δυ­τοι και πλη­γω­μέ­νοι, εί­χαν α­κό­μα καρ­διά να περ­πα­τούν, πά­ει να πει θέ­λη­ση και α­πα­ντο­χή να σέρ­νουν το κορ­μί πά­νω στα πό­δια τους, ο Ο­σμάν σω­ριά­στη­κε α­πό την ο­δύ­νη στο φι­λια­τρό του πη­γα­διού, πλάι στο μαγ­γά­νι, κι έ­μει­νε ε­κεί σαν α­πο­σβο­λω­μέ­νος ώ­ρα πολ­λή, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας με τρό­μο την αρ­γή πλη­μυ­ρί­δα του πό­νου και του βόγ­γου που α­νέ­βαι­νε σιω­πη­λά σα φου­σκο­νε­ριά, σα λά­βα α­πό η­φαί­στει­ο που κα­τα­πί­νει τη γη, και σε λί­γο θ’ άγ­γι­ζε τα κρά­σπε­δα του κό­σμου του και του και­ρού του. Γιατί, πα­ρ’ ό­λη τη γνώ­ση του, πί­στευ­ε πως ζει σ’ έ­ναν κό­σμο ει­ρη­νι­κό και σ’ έ­ναν ευ­φρό­συ­νο και­ρό, ο Ο­σμάν.

Για μια στι­γμή εί­πε να το βά­λει στα πό­δια, ό­πως θα έ­κα­νε ί­σως κά­θε λο­γι­κός άν­θρω­πος βλέ­πο­ντας να τον πλη­σι­ά­ζει δί­νη τρο­με­ρού τυ­φώ­να ή πυρ­καϊ­ά· ό­τι πί­σω α­πό κά­θε κραυ­γή ή­ταν έ­να μα­τω­μέ­νο στό­μα, πί­σω α­πό κά­θε α­στρα­πή έ­να θο­λω­μέ­νο μά­τι και πί­σω α­πό κά­θε α­γκο­μα­χη­τό έ­να τρύ­πι­ο πνευ­μό­νι κι έ­να τσα­κι­σμέ­νο κορ­μί. Μα πού να πά­ει; Ό­ταν πνί­γε­ται η γη πού να κρυ­φτείς; Έ­τσι έ­μει­νε στη θέ­ση του ο Ο­σμάν, σαν κε­ραυ­νό­πλη­κτο πλα­τά­νι πλάι στο πη­γά­δι, και θυ­μή­θη­κε το λό­γο τον αρ­χαίο που λέ­ει “η δρυς που πέ­φτει τσα­κί­ζε­ται ά­σχη­μα”. Και ο Ο­σμάν, με το ρω­μα­λέ­ο κορ­μί και τη γεν­ναί­α ψυ­χή, προ­τι­μού­σε να ξε­ρα­θεί όρ­θι­ος, σαν βράχος, πα­ρά να πέσει και να τσα­κι­στεί.

 

Πρώ­τα έ­φτα­σαν τρέ­μο­ντας και πα­ρα­πα­τώ­ντας δυο ά­ντρες, έ­νας νε­κρός κι έ­νας ζω­ντα­νός. Γο­νά­τι­σε ο ζω­ντα­νός, α­πί­θω­σε το κου­φά­ρι πλάι στη γούρ­να και δεν μι­λού­σε. Έ­σκυ­ψε ο Ο­σμάν, και τι να δει! Οι άν­θρω­ποι αυ­τοί δεν εί­χαν πρό­σω­πο ού­τε ό­νο­μα· δεν εί­χαν πά­νω τους τί­πο­τε, πα­ρά μό­νο σάρ­κα πλη­γω­μέ­νη και χυ­μέ­νο αί­μα. Και τρό­μα­ξε τό­σο πο­λύ που δεν μπο­ρού­σε ού­τε αυ­τός να μι­λή­σει. Αλ­λά κα­τά­λα­βε τι εί­χαν δει· και α­πο­ρού­σε που εί­χαν κου­ρά­γιο κι ελ­πί­δα να τρέ­χουν α­κό­μα μα­ζί, έ­νας πε­θα­μέ­νος κι έ­νας ζω­ντα­νός. Πε­ρί­με­νε υ­πο­μο­νε­τι­κά, μέ­χρι που ή­πιε ο ζω­ντα­νός το α­πό­πι­μα του ζώ­ου, έ­πλυ­νε τον νε­κρό, τον ζα­λώ­θη­κε ξα­νά και ξε­κί­νη­σε. Και ο Ο­σμάν α­πό­μει­νε, α­κου­μπι­σμέ­νος στο μαγγάνι του να τους α­κο­λου­θεί με τα μά­τια, ί­σα­με που χά­θη­καν στο δρό­μο της δύ­σης, τον ί­διο δρό­μο που θά ’παιρ­ναν ό­λοι οι άλ­λοι που έρ­χο­νταν πί­σω τους. Γιατί δεν ή­ταν πια η ο­δύ­νη αλλ’ ο θαυ­μα­σμός και η απορία που τον εί­χαν πα­ρα­λύ­σει.

«Μα δεν εί­χε κά­τι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο να πά­ρει, και κου­βα­λά­ει έ­ναν νε­κρό;» ρώ­τη­σε ο Ο­σμάν τον πρώ­το που έ­φτα­σε τρε­κλί­ζο­ντας αμέσως με­τά· «Ε­κτός κι αν εί­ναι ο ί­διος ο ε­αυ­τός του… κα­τα­δι­κα­σμέ­νος να μην τα­φεί πο­τέ, σα μνή­μη!»

Αλλ’ ο άν­θρω­πος δεν του α­πο­κρί­θη­κε· γιατί δεν τον εί­δε ού­τε τον ά­κου­σε. Έ­πε­σε μό­νο στα γό­να­τα και άρ­χι­σε να γδέρ­νει τον πά­το της γούρ­νας με ξέψυχα γρυ­λί­σμα­τα και βρυ­χη­θμούς, γλεί­φο­ντας τα νύ­χια του και πι­πι­λώ­ντας το ε­λά­χι­στο νε­ρό που νό­τι­ζε το ρεί­θρο.

«Μα δι­ψάς τό­σο πο­λύ; Γιατί δεν το λες, ευ­λο­γη­μέ­νε;» ρώ­τη­σε ο O­σμάν κα­θώς κί­νη­σε να γυ­ρί­σει ξα­νά τη φτε­ρω­τή του πη­γα­διού. Και ο άλ­λος ά­νοι­ξε το στό­μα και του έ­δει­ξε τη γλώσ­σα του· μια γλώσ­σα πρά­σι­νη και ξε­ρή σαν τη ρά­χη της σαύ­ρας το κατακαλόκαιρο.

Δεν θα εί­χε φτά­σει το νε­ρό στο λα­ρύγ­γι του αν­θρώ­που ό­ταν, σά­μπως σε μια στι­γμή, άν­θρω­ποι α­ρί­φνη­τοι να πε­τά­χτη­καν μέ­σα α­πό τη γη και κύ­κλω­σαν τις πο­τί­στρες. Έ­πε­φταν ο έ­νας πά­νω στον άλ­λο με μά­τια κλει­στά και χεί­λη σφι­γμέ­να, σαν ά­δεια σακιά· σπρώ­χνο­νταν, δέρ­νο­νταν, χτυ­πι­ού­νταν πα­σχί­ζο­ντας με νύ­χια και με δό­ντια να φτά­σουν στο νε­ρό. Ξε­ρί­ζω­ναν τα χόρ­τα και μά­σα­γαν το χώ­μα και τις ρί­ζες, ζη­τώ­ντας κα­θέ­νας για τον ε­αυ­τό του και την ε­λά­χι­στη ι­κμά­δα της γης. Α­κό­μα και μέ­σα στο πη­γά­δι πή­γαν να πη­δή­σουν με­ρι­κοί.

«Τί πά­θα­τε, λοι­πόν; Πέ­στε μου, ε­πι­τέ­λους, τί γί­νε­ται ε­κεί κά­τω… για το Θε­ό!» τους ε­ξόρ­κι­ζε ο Ο­σμάν γυ­ρί­ζο­ντας ό­λο και πιο γρή­γο­ρα το μα­γγά­νι. Αλλ’ αυ­τοί δεν α­πο­κρί­νο­νταν· κου­νού­σαν το κε­φά­λι πέ­ρα δώ­θε με α­πό­γνω­ση, χτυ­πού­σαν τα μη­λίγ­για γρο­θιές, ξα­να­πέρ­να­γαν στον ώ­μο τον ντορ­βά, το τα­γά­ρι ή τον μπό­γο αν εί­χαν, σή­κω­ναν στην πλά­τη και κα­νέ­να γέ­ρο­ντα ή κα­νέ­να παι­δί, α­δι­ά­φο­ρο, ξέ­νο ή δι­κό τους, α­δι­ά­φο­ρο, νε­κρό ή ζω­ντα­νό, και πά­λι α­δι­ά­φο­ρο, και ξα­νά­παιρ­ναν το δρό­μο βια­στι­κά, α­μί­λη­τοι πά­ντα σα νά ’­χαν τα­χτεί.

Αλ­λά μό­λις έ­φευ­γαν αυ­τοί, έρ­χο­νταν άλ­λοι· κι άλ­λοι· κι έ­πει­τα άλ­λοι! Και γύ­ρι­ζε το μαγγάνι ο Ο­σμάν. Κι αυ­τοί έ­πε­φταν με τα μού­τρα στις πο­τί­στρες, ρού­φα­γαν νε­ρό με το στό­μα, σφουγ­γί­ζο­νταν α­νά­στρο­φα ή με την πα­λά­μη κι έ­τρε­χαν να προ­λά­βουν τους άλ­λους, κυ­νη­γη­μέ­νοι, ό­χι πια α­π’ το φό­βο του θα­νά­του αλλ’ α­πό άλ­λο με­γα­λύ­τε­ρο κα­κό· το φό­βο του κο­πα­διού. Έ­χο­ντας α­φή­σει πί­σω τά­φους, σπί­τια και φί­λους, εί­χαν κα­τα­θέ­σει το πρό­σω­πό τους στο φευ­γιό και δεν α­νή­καν πια στον ε­αυ­τό τους αλ­λά στο κο­πά­δι· μα­ζί του θα γλί­τω­ναν ή μα­ζί του θα πέ­θαι­ναν, σαν έ­νας, μόλο που δεν είχαν πια τίποτα να γλιτώσει ή να πεθάνει. Με­ρι­κοί γύ­ρι­ζαν το κε­φά­λι για να ρί­ξουν μια μα­τιά στον Ο­σμάν, ί­σως και για να δουν πί­σω α­πό τον Ο­σμάν, μα δεν προ­λά­βαι­ναν ού­τε τολ­μού­σαν τί­πο­τε πέ­ρα α­πό αυ­τή τη μα­τιά, γιατί εί­ναι ε­πι­κίν­δυ­νο και ο­δυ­νη­ρό να κοι­τά­ζεις πί­σω α­κό­μα και ό­ταν σ’ ευ­ερ­γε­τούν ή σε διακονούν.

Κάποιοι α­να­ρω­τιού­νταν ποιος εί­ναι ο γί­γα­ντας αυ­τός που γυ­ρί­ζει με τις ώ­ρες το μαγγάνι δί­χως να λα­χα­νιά­σει, να φά­ει, να πιει ή να ξα­πο­στά­σει σα να μην εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­νος άν­θρω­πος, και ψι­θύ­ρι­ζαν ονόματα, του Μι­χα­ήλ, του Γα­βρι­ήλ, του Ου­ρι­ήλ, του Μω­υ­σή, του Η­λί­α, του Ι­η­σού, του Μεσ­σί­α ή του Με­γά­λου Προ­φή­τη, γιατί κα­θέ­νας εί­χε ι­κα­νό μό­νο το δι­κό του θε­ό, μεσ­σί­α ή προ­φή­τη να κα­τέ­βει σε τού­τη την πε­ρί­στα­ση στη γη, και ό­λο το αν­θρώ­πι­νο α­σκέ­ρι, πά­νω α­πό γλώσ­σα, πί­στη και φυ­λή, να υ­πη­ρε­τή­σει.

Τους ά­κου­γε κι έ­κλαι­γε ο Ο­σμάν: «Με ό­λα ό­σα έ­πα­θαν, α­κό­μα και τώ­ρα βά­ζουν τις βλα­κώ­δεις δια­κρί­σεις τους μπρο­στά στον άν­θρω­πο, οι α­νό­η­τοι!» έ­λε­γε μέ­σα στ’ α­να­φι­λη­τά του. Και το δά­κρυ του πί­κρι­ζε το νε­ρό· μα ό­σο πι­κρό­τε­ρο γι­νό­ταν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο το πί­να­νε αυ­τοί, γιατί το έπαιρ­ναν ο ένας για α­γί­α­σμα, ο άλ­λος για φάρ­μα­κο, ο τρί­τος για φαρ­μά­κι α­πο­λύ­τρω­σης ή δο­κι­μα­σί­α α­πό το Θε­ό. Γιατί έ­τσι που εί­χε μεί­νει ο Ο­σμάν, με το βρα­κί, λου­σμέ­νος στον ι­δρώ­τα και ξε­πνε­μέ­νος, με τα μά­τια βα­θου­λω­μέ­να α­πό την κού­ρα­ση και την α­γω­νί­α, με το σα­γό­νι σφι­γμέ­νο α­πό τον πό­νο και την α­πα­ντο­χή, με την άμ­μο και τη σκό­νη των δρό­μων που εί­χαν περ­πα­τή­σει ό­λοι αυ­τοί πά­νω του, δεν μπο­ρού­σες να ξε­χω­ρί­σεις αν ή­ταν τούρ­κος ή ρω­μιός, ε­βραίος, γύ­φτος, αρ­μέ­νης ή αν ή­ταν στ’ α­λή­θεια κα­νέ­νας ά­γνω­στος, α­νώ­νυ­μος ως άν­θρω­πος, μι­κρός θε­ός.

 

Περ­νού­σαν ντυ­μέ­νοι άλ­λοι σα χω­ριά­τες, άλ­λοι σα φα­ντά­ροι κι άλ­λοι ντυ­μέ­νοι πα­ρά­ται­ρα, α­πό νε­κρούς, μι­σό χω­ριά­τες και μι­σό φα­ντά­ροι. Ή­σαν α­κό­μα γυ­ναί­κες και παι­διά, πα­πά­δες και ι­μά­μη­δες, ραβί­νοι και μου­λά­δες, ρω­μιοί, πέρ­σες, αρ­μέ­νη­δες, και ή­σαν α­κό­μα τούρ­κοι, βούλ­γα­ροι, γε­ωρ­για­νοί, δρού­σοι, σύ­ροι, α­σύ­ρι­οι, ζα­ζά, κα­ρα­μα­νοί, ό­λοι στον ντο­ρό του φευ­γιού. Δεν κα­τα­λά­βαι­νε ο Ο­σμάν αλλ’ ού­τε ρω­τού­σε πια, γιατί δεν εί­χε κου­ρά­γιο να ρω­τή­σει· μό­νο έ­τρε­χε γύ­ρω γύ­ρω στο μαγ­γά­νι, ό­πως ή­ταν δε­μέ­νος πά­νω στο βου­νό ε­κεί­νος ο κα­χρα­μά­νης, ο ή­ρω­ας των ρωμιών, ο Που­ρου­μι­τέ­ας· κι αυ­τοί τρέ­χα­νε ί­σια στο δρό­μο τον δι­κό τους, χω­ρίς α­να­πα­μό, σαν την Ι­γιό, έ­λε­γε με το νού του. Και ό­ταν του κο­βό­ταν η α­νά­σα, γιατί πο­τί­ζο­ντας τό­σους ο ί­διος δεν προ­λά­βαι­νε να πιει, οι άν­θρω­ποι πλη­σί­α­ζαν κλαί­γο­ντας, με τα χέ­ρια ε­νω­μέ­να στη στά­ση της έ­σχα­της ι­κε­σί­ας, και πα­ρα­κα­λού­σαν: «Νε­ρό α­γά­μπεϊμ, Σου α­δερ­φέ μου! Νε­ρό α­γά­μπεϊμ, Σου α­δερ­φέ μου!» Άλ­λοι, ό­μως, ζη­τού­σαν τσουρ και σκάλι, μάγιμ, μά’α και βα­ντά, αλλ’ ο Ο­σμάν δεν εί­χε τί­πο­τε άλ­λο να τους δώ­σει ε­κτός α­πό νε­ρό· και γύ­ρι­ζε το μαγγάνι. Και ό­ταν ήρ­θαν τα παι­διά του και του λέ­γα­νε: «Η μά­να ρω­τά­ει αν θες να σου στεί­λει φαΐ,» ο Ο­σμάν δεν εί­χε τί­πο­τα να πει αλ­λά γύ­ρι­ζε το μαγγάνι. Και ό­ταν ήρ­θε ο ζα­πτιές α­π’ το χω­ριό ουρ­λιά­ζο­ντας και βρί­ζο­ντας: “Σε ποιον στρα­τό και σε ποιο βα­σι­λιά α­νή­κεις, πα­λιό­σκυ­λο Ο­σμάν; Ποιος εί­ν’ ο Θε­ός σου; ποιος ο λα­ός σου,” ο Ο­σμάν α­ντί γι­’ α­πά­ντη­ση γύ­ρι­ζε το μαγγάνι. Και ό­ταν ήρ­θε η πόρ­νη με τσα­λί­μια και κου­νή­μα­τα να πά­ρει νε­ρό, ο Ο­σμάν έ­κλει­σε τα μά­τια κι ε­ξα­κο­λού­θη­σε να γυ­ρί­ζει το μαγγάνι. Και ό­ταν ήρ­θε ο άγ­γε­λος του ου­ρα­νού φέρ­νο­ντας το ξί­δι και τη χο­λή του μαρ­τυ­ρίου, σφρά­γι­σε το στό­μα ο Ο­σμάν κι έ­τρε­χε γύ­ρω γύ­ρω το μαγγάνι. Έ­τρε­χε γύ­ρω γύ­ρω το μαγγάνι με τα μά­τια θο­λά και το στή­θος ν’ α­νε­βο­κα­τε­βαί­νει σα φυ­σε­ρό! Γύ­ρι­ζε γύ­ρω γύ­ρω το μαγγάνι με τα ρου­θού­νια του να σφυ­ρί­ζουν σα δαι­μο­νι­σμέ­να! Γύ­ρι­ζε το μαγγάνι με τους κρο­τά­φους του να χο­ρεύουν στον πιο ξέ­φρε­νο ρυ­θμό! Γύ­ρι­ζε το μαγγάνι με τη γλώσ­σα κρε­μα­σμέ­νη έ­ξω α­πό το στό­μα, ξε­ρή και τρα­χι­ά σαν τη ρά­χη της σαύ­ρας. Και γύ­ρι­ζε το μαγγάνι ο Ο­σμάν! Γύ­ρι­ζε, γύ­ρι­ζε το μαγγάνι! γύ­ρι­ζε, γύ­ρι­ζε το μαγ­γά­νι! γύ­ρι­ζε, γύ­ρι­ζε, γύ­ρι­ζε το μαγγάνι, χω­ρίς έ­λε­ος, χω­ρίς α­νά­παυ­λα, χω­ρίς στα­μα­τη­μό!

 

Πό­τε πό­τε ξυ­πνού­σε στην καρ­διά του η α­πο­ρί­α με με­γα­λύ­τε­ρη ε­πι­μο­νή· και ό­ταν κα­νέ­νας τύ­χαι­νε λι­γό­τε­ρο τρο­μα­γμέ­νος ή πιο α­πο­στα­μέ­νος ως φυ­γάς, ρω­τού­σε πά­λι ο Ο­σμάν: «Μα τί έ­γι­νε, α­δελ­φέ μου; Μην έ­ρι­ξε ο Θε­ός θει­ά­φι και φω­τιά να κά­ψει ξα­νά τον κό­σμο; Μην ξα­νά­ρι­ξε νε­ρό να τον πνί­ξει;» Και α­νά­λο­γα ρω­τού­σε ο Ο­σμάν, τούρ­κι­κα, ρω­μαί­ι­κα, αρ­μέ­νι­κα, κούρ­δι­κα, καρτβέλικα, αρ­ναού­τι­κα, κα­τα­πώς νό­μι­ζε ό­τι ται­ριά­ζει κά­θε φο­ρά α­πό τα ρού­χα, τη φτια­σιά, τον α­να­στε­να­γμό που ά­κου­γε ή το μοι­ρο­λόι.

Αλ­λ’ αν δο­κί­μα­ζε ο άλ­λος ν’ α­πα­ντή­σει, κα­θώς ο νους γύ­ρι­ζε στα πε­ρα­σμέ­να, ό­χι μό­νο τα πρό­σφα­τα αλ­λά και τα πα­λιά, γιατί ο νους ό­ταν α­να­δρά­μει δεν ε­λέγ­χε­ται, τα μά­τια του γέ­μι­ζαν αί­μα. Η ψυ­χή του αιω­ρού­νταν πά­νω α­πό τα χα­λά­σμα­τα· η μνή­μη του γκρε­μι­ζό­ταν στο χά­ος και η σκέ­ψη του βυ­θι­ζό­ταν στο κε­νό· τό­τε η φω­νή χα­νό­ταν στο λα­ρύγ­γι του και α­πλω­νό­ταν στην ό­ψη του η ο­δύ­νη· και α­φού έ­κα­νε με­ρι­κές ά­τα­χτες κι­νή­σεις με τα χέ­ρια και το κε­φά­λι, έ­φευ­γε τρέ­χο­ντας α­φή­νο­ντας ά­ναρ­θρες κραυ­γές.

Άλ­λο­τε πά­λι φού­ντω­νε η ό­ψη του αν­θρώ­που α­πό τον πό­νο, σα φω­τιά. Τό­τε ο Ο­σμάν έ­κα­νε πως ξε­χνού­σε την ε­ρώ­τη­ση. Αλ­λά κά­ποια στι­γμή δεν ά­ντε­ξε και, νι­κη­μέ­νος α­πό τον ί­διο πό­νο που ρή­μα­ζε ό­λους αυ­τούς, άρ­πα­ξε κά­ποιον α­­πό το χέ­ρι και άρ­χι­σε να ουρ­λιά­ζει: «Πές μου λοι­πόν! Εί­τε άν­θρω­πος εί­σαι εί­τε δαι­μό­νι­ο, μί­λα! Αν έ­χεις πί­στη σε θε­ό, πές μου, λοι­πόν!»

«Τί να σου πω; Τί να σου πω;» έ­γρου­ξε ο άν­θρω­πος με το πρό­σω­πο να συ­σπά­ται σαν του φεγ­γα­ρο­παρ­μέ­νου α­πό το συ­γκρα­τη­μέ­νο κλά­μα· «Δεν έ­χω τί­πο­τα να πω! Δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τα ού­τε να θυ­μη­θώ, ού­τε να νο­σταλ­γή­σω, ού­τε να λα­χτα­ρή­σω. Ό­λα χά­θη­καν! Ο ου­ρα­νός έ­πε­σε και ο κό­σμος ξυ­ρί­στη­κε α­πό τη γη! Α­πό θε­ό ή άν­θρω­πο σταλ­μέ­νο το κα­κό, δεν ξέ­ρω· τί να πω! Εί­ναι σα να μην υ­πήρ­ξε τί­πο­τα, πο­τέ! Και ό­που δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τα, τί μπορεί να συμ­βεί; Ό­νει­ρο ή­σαν ό­λα· μύ­θος αρ­χαίος· νε­ραϊ­δο­πιά­σμα­τα σαν τον χρυ­σόν αιώ­να· σαν τον πα­ρά­δει­σο πά­νω στην κολασμένη γη! Ξε­γε­λά­σμα­τα του νου· παι­χνι­δί­σμα­τα της φα­ντα­σί­ας! Ποιος εί­ναι τό­σο α­νό­η­τος ή τρε­λός να κά­τσει να κλά­ψει για ό­λα αυ­τά τα ψεύ­τι­κα; τα φα­ντα­στι­κά; τις ψευ­δαι­σθή­σεις;»

«Μα τί ’­ναι ό­λος αυ­τός ο λυ­γμός, ο θρή­νος και ο κο­πε­τός; Σή­με­ρα εί­δα με τα μά­τια μου και το θά­να­το α­κό­μα τρο­μα­γμέ­νο! το φευ­γιό κυ­νη­γη­μέ­νο! αι­μό­φυρ­το το φο­νι­κό! κα­θη­μα­γμέ­νο το κα­κό!» τον α­ντί­σκο­ψε κα­τά­πλη­κτος και α­πελ­πι­σμέ­νος ο Ο­σμάν, πασχίζοντας να κα­τα­λά­βει.

«Ω! Μη μι­λάς άλ­λο γι­’ αυ­τό!» ούρ­λια­ξε ο άν­θρω­πος σαν πλη­γω­μέ­νο θε­ριό· «Ω! Ή­σαν λα­οί, ή­σαν φυ­λές, ή­σαν γλώσ­σες, ή­σαν πό­λεις, ή­σαν θε­οί, ή­σαν δέ­ντρα, ή­ταν χώ­μα, ή­σαν πο­τα­μοί! Ω! Ω! Ή­σαν λα­οί, ή­σαν φυ­λές, ή­σαν γλώσ­σες, ή­σαν πό­λεις, ή­σαν θε­οί, ή­σαν δέ­ντρα, ή­ταν χώ­μα, ή­σαν πο­τα­μοί! Και ά­ντρες και γυ­ναί­κες και παι­διά, εκ­κλη­σίες και σκο­λειά, μα­στα­μπά­δες και προ­σκυ­νή­μα­τα, μοναστήρια, με­ντρε­σέ­δες και τζα­μιά! Τί ό­νει­ρο! Τί ό­νει­ρο κι αυ­τό! Α­νά­θε­μα τα ό­νει­ρα! Α­νά­θε­μα τους ανθρώπους που ονειρεύονται!»

«Λοι­πόν; λοι­πόν;» ρω­τού­σε ο Ο­σμάν ξα­ναμ­μέ­νος και του κρα­τού­σε το χέ­ρι τό­σο σφι­χτά που τον πο­νού­σε. Μα δεν τον έ­νοια­ζε πια τον Ο­σμάν. Και ή­ταν πρώ­τη φο­ρά που δεν τον έ­νοια­ζε ο πό­νος ε­νός άλ­λου. «Πές μου μό­νο για το λυ­γμό, το θρή­νο και τον κο­πε­τό!»

«Δεν ξέ­ρω, σου λέ­ω! Τί να πω; Όλοι έρχονται και όλοι φεύγουν! Ακρίδες πελώριες σαν άλογα βγαίνουν από τη γη και πέφτουν θηρία από τον ουρανό. Όλοι σφάζονται και όλοι σφάζουν. Ουρλιάζουν και σκοτώνουν! Θρηνούν και σκοτώνουν! Κόπτονται και σκοτώνουν! Γελάνε και σκοτώνουν! Και την ίδια στιγμή σκοτώνονται ουρλιάζοντας, θρηνώντας, κοπτόμενοι και γελώντας. Ό­λοι κλαί­νε για ό­λους και για ό­λα· για τον κά­μπο και το βου­νό, για το δά­σος και το πο­τά­μι, για τη θά­λασ­σα την αιώ­νια και τ’ α­θά­να­τα και α­γέν­νη­τα βρά­χια πλάι στη θά­λασ­σα, για τα σπί­τια και το βιος, για τους τά­φους τους πα­λιούς αυ­τών που δεν θα μά­θουν πο­τέ το κα­κό που βρή­κε τον τό­πο, για τους ά­τα­φους νε­κρούς α­π’ το κα­κό που βρή­κε τον τό­πο, για τους γεί­το­νες που χά­νουν α­φή­νο­ντάς τους πί­σω, για τους γεί­το­νες που χά­νουν στο φευ­γιό, για τους ζω­ντα­νούς που δεν θα ξα­να­δούν, για τις α­γά­πες που θα προ­δο­θούν, για τα ταί­ρια που δεν θα ξα­να­χα­ρούν, για τους συ­ντρό­φους που δεν θα ξα­να­σμί­ξουν, για τα τρα­γού­δια που δεν θα ξα­να­πούν, για τα γλέ­ντια που δεν θα ξα­να­γί­νουν, για τα κο­ρί­τσια που δεν θα ξα­να­γα­πή­σουν, για τους χο­ρούς που δεν θα ξα­να­χο­ρέ­ψουν!»

Πα­ρέ­λυ­σε η καρ­διά του Ο­σμάν και χα­λά­ρω­σε το χέ­ρι του. Και ο άλ­λος ξέ­φυ­γε με­μιάς και πή­ρε ξα­νά τον προσ­δι­ο­ρι­σμέ­νο του δρό­μο κλαί­γο­ντας και φω­νά­ζο­ντας, ουρ­λιά­ζο­ντας και α­λυ­χτώ­ντας, μέ­χρι που έ­σβη­σε α­πό το μά­κρος του δρό­μου η φω­νή: «Ό­λοι κλαί­νε για ό­λους και για ό­λα! Ό­λοι κλαί­νε για ό­λους και για ό­λα! Ό­λοι κλαί­νε για ό­λους και για ό­λα!»

 

Κι έ­μει­νε ο Ο­σμάν να γυ­ρί­ζει το μαγγάνι, χω­ρίς ν’ α­να­ρω­τιέ­ται και δί­χως να μι­λά­ει! Μό­νο κά­που κά­που του έρ­χο­νταν στο νου τα λό­για του αν­θρώ­που: «Ό­λοι κλαί­νε για ό­λους και για ό­λα! Ό­λοι κλαί­νε για ό­λους και για ό­λα! Ό­λοι κλαί­νε για ό­λους και για ό­λα!» Οι άλ­λοι, ό­μως, λέ­γα­νε πως τρε­λά­θη­κε και ξε­φω­νί­ζει: «Ό­λοι κλαί­νε για ό­λους και για ό­λα! Ό­λοι κλαί­νε για ό­λους και για ό­λα! Ό­λοι κλαί­νε για ό­λους και για ό­λα!» Αλλ’ ο Ο­σμάν δεν το ή­ξε­ρε. Έ­κλαι­γε ί­σως, πο­νού­σε σί­γου­ρα, αλ­λά δεν έ­νιω­θε να κου­νά­ει τα χεί­λια του ή να βγά­ζει φω­νή α­πό το λα­ρύγ­γι του. Και οι άν­θρω­ποι συ­νέ­χι­σαν να περ­νούν στο με­τα­ξύ, και ο Ο­σμάν γύ­ρι­ζε το μαγγάνι. Έ­πι­ναν νε­ρό κι έ­φευ­γαν, σιω­πη­λοί και α­νά­χνω­τοι, κου­ρα­σμέ­νοι και φο­βι­σμέ­νοι, και ο Ο­σμάν γύ­ρι­ζε το μαγγάνι, γύ­ρι­ζε το μαγγάνι, γύ­ρι­ζε το μαγγάνι, γε­λώ­ντας με τη ρό­δι­νη ρά­χη τους α­πό το α­ντι­φέγ­γι­σμα της φω­τιάς και με το ά­σπρο τους πρό­σω­πο α­πό τον φό­βο.

Κά­πο­τε έ­πε­σε η νύ­χτα κι έ­πα­ψαν να περ­νούν, ε­κτός α­πό κά­τι λί­γους που τους έ­φτα­νε μια χου­φτί­τσα νε­ρό. Αλλ’ ο Ο­σμάν ού­τε έ­βλε­πε ού­τε κα­τα­λά­βαι­νε πια, αλ­λά γύ­ρι­ζε το μαγγάνι, γύ­ρι­ζε το μαγγάνι, γύ­ρι­ζε το μαγγάνι, γέ­μι­ζε τις πο­τί­στρες, έ­κα­νε πο­τά­μι το δρό­μο, πλημ­ύ­ρη­σε τον κά­μπο κι έ­πνι­ξε το ντου­νιά, για να ξε­πλυ­θεί το αί­μα και το δά­κρυ, να φύ­γει η σκό­νη και ο ι­δρώ­τας, να σκά­σει το κα­κό. Και γύ­ρι­ζε το μαγγάνι, γύ­ρι­ζε το μαγγάνι, γύ­ρι­ζε το μαγγάνι, μέ­χρι που έ­λειω­σε η καρ­διά του α­πό την α­γά­πη, τον πό­νο και τη δου­λει­ά.

Έ­τσι τον βρήκε…

 

 

 

Αλλ’ η ι­στο­ρί­α του Ο­σμάν δεν τε­λειώνει εδώ· συνεχίζεται ως εξής:

 

Έ­τσι τον βρή­κε το φεγ­γά­ρι· και οι φο­νιά­δες που έ­φτα­σαν να πιουν νε­ρό με­σο­νυ­χτίς, έ­τσι τον βρή­καν, πε­σμέ­νο σαν κεραυνοβολημένη δρυ αλλ’ ό­χι τσα­κι­σμέ­νο. Και γύ­ρω του χι­λιά­δες παι­διά, α­πό κεί­να που δεν μπο­ρείς να σφά­ξεις ού­τε ν’ αρ­πά­ξεις, έ­πι­ναν νε­ρό χο­ρεύο­ντας και τρα­γου­δώ­ντας: «Νε­ρό α­γά­μπεϊμ, Σου α­δερ­φέ μου! Νε­ρό α­γά­μπεϊμ, Σου α­δερ­φέ μου!» Και το μαγγάνι γυρ­νού­σε ο­λο­μό­να­χο, σαν α­πό θαύ­μα, σπρω­γμέ­νο ό­χι πια α­πό το ά­ψυ­χο σώ­μα αλλ’ α­πό την ά­φθι­τη α­γά­πη του Ο­σμάν για κά­θε δι­ψα­σμέ­νο. Και γυρ­νού­σε, γυρ­νού­σε, γυρ­νού­σε και τρα­γου­δού­σε το ό­μορ­φο «Τρα­γού­δι του Ο­σμάν» με τα χα­ρού­με­να τρι­ξί­μα­τα και τα γουρ­γου­ρί­σμα­τά του, ό­πως πά­ντα.

 

 

 

Μα ούτ’εδώ τελειώνει η ι­στο­ρί­α του Ο­σμάν. Να πώς τε­λειώ­νει πρα­γμα­τι­κά:

 

Έ­τσι τον βρή­κε το φεγ­γά­ρι· και οι φο­νιά­δες που έ­φτα­σαν να πιουν νε­ρό με­σο­νυ­χτίς, έ­τσι τον βρή­καν, πε­σμέ­νο σαν κεραυνοβολημένη δρυ αλλ’ ό­χι τσα­κι­σμέ­νο. Και γύ­ρω του χι­λιά­δες παι­διά, α­πό κεί­να που δεν μπο­ρείς να σφά­ξεις ή ν’ αρ­πά­ξεις, έ­πι­ναν νε­ρό χο­ρεύο­ντας και τρα­γου­δώ­ντας: «Νε­ρό α­γά­μπεϊμ, Σου α­δερ­φέ μου! Νε­ρό α­γά­μπεϊμ, Σου α­δερ­φέ μου!» Και το μαγγάνι γυρ­νού­σε· γυρ­νού­σε ό­χι ο­λο­μό­να­χο σαν α­πό θαύ­μα, αλ­λά σπρω­γμέ­νο α­πό τον Ρε­σού­ι, έ­πει­τα α­πό τον Ε­κρέμ, έ­πει­τα α­πό τον άλ­λον Ο­σμάν, κι έ­πει­τα α­πό τον Νε­τσν­τέτ και τον Τ­ζα­λάλ, τον Α­ζίζ, τον Ορ­χάν και ό­λους τους άλ­λους, στράτευμα ολόκληρο, που έ­φε­ρε και κρά­τη­σε ε­κεί, πά­νω στο μαγγάνι, η ά­φθι­τη α­γά­πη του Ο­σμάν για κά­θε δι­ψα­σμέ­νο.

Ας έρ­χο­νται κά­ποιοι και ας ρω­τά­νε, κρυ­φο­γε­λώ­ντας μά­λι­στα ει­ρω­νι­κά: «Για ποιον τρα­βά­τε το νε­ρό; Δεν περ­νά­ει κα­νέ­νας πια!»

Κι αυ­τοί, ο Ρε­σού­ι, ο Ε­κρέμ, ο άλ­λος Ο­σμάν, ο Νε­τσν­τέτ, ο Τ­ζα­λάλ, ο Α­ζίζ, ο Ορ­χάν και ό­λοι όσους έ­φε­ρε και κρά­τη­σε ε­κεί, πά­νω στο μαγγάνι, η ά­φθι­τη α­γά­πη του Ο­σμάν, α­πα­ντούν: «Για σας και τα παι­διά σας και για ’κεί­νων τα παι­διά· για να πί­νουν και να θυ­μού­νται· να πί­νουν και να περ­νά­νε γε­λώ­ντας, χο­ρεύο­ντας και τρα­γου­δώ­ντας, σαν παι­διά!»

Φυ­σι­κά δεν θα πά­ψουν πο­τέ να υ­πάρ­χουν αυ­τοί που ρω­τά­νε ει­ρω­νι­κά: «Για ποιον τρα­βά­τε το νε­ρό; Δεν περ­νά­ει κα­νέ­νας πια!»

Αλλ’ εμείς ξέρουμε πως θα περάσουν! Θα έρ­θουν και οι ωραίοι άνθρωποι και οι ευμενείς και­ροί. Και πως οι Ρε­σού­ι, Ε­κρέμ, Νετσ­ντέτ, Τζα­λάλ, Α­ζίζ και οι άλ­λοι ποτέ δεν θα πά­ψουν να υ­πάρ­χουν· και θα συ­νε­χί­σουν να τρα­βά­νε νε­ρό μαζί με τον Οσμάν.

Γι­’ αυ­τό γυρ­νά­ει, γυρ­νά­ει και θα γυρ­νά­ει πά­ντα το μαγγάνι του κόσμου και της γης. Και θα γυρ­νά­ει, θα γυρ­νά­ει, θα γυρ­νά­ει, θα γυρ­νά­ει και θα τρα­γου­δά­ει το «Τρα­γού­δι του Ο­σμάν» με τα χα­ρού­με­να τρι­ξί­μα­τα και τα γουρ­γου­ρί­σμα­τά του, ό­πως πά­ντα.

Αλλά γιατί τους α­να­φέ­ρου­με ό­λους αυ­τούς σε μια δι­ή­γη­ση που α­φο­ρά α­πο­κλει­στι­κά τον Ο­σμάν; Δι­ό­τι ο Ο­σμάν ή­ταν συ­ναι­σθη­μα­τι­κός και ά­ρα πη­γαίος. Οι άλ­λοι ή­σαν συ­νει­δη­τοί. Ο Ο­σμάν κα­τέ­λη­ξε ως ή­ρω­ας· οι άλ­λοι χτί­σα­νε με η­ρω­ι­σμό τη ζω­ή τους.

 

Advertisements

86 Σχόλια to “Νερό αγάμπεϊμ – Σού αδερφέ μου (Διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)”

  1. Gpoint said

    Καλημέρα

    Πολύ καλό Λεώνικε, παπαγκάλο (εγώ αυτόν τον καφέ πίνω, τον άλλον δεν τον βάζω στο στόμα μου)

  2. Γς said

    Καλημέρα

    Δεν το έχω τελειωσει ακόμα.

    Απλώς για να μην το ξεχάσω:
    >κα­ρα­μα­νί­τι­κα κο­λυ­βο­γράμ­μα­τα
    καραμανλίδικα, μήπως;

  3. Γς said

    >Ω! Ή­σαν λα­οί, ή­σαν φυ­λές, ή­σαν γλώσ­σες κλπ

    Επανάληψη φράσης

  4. Γς said

    Ηρθα, ήπια νερό μαζί με τους άλλους και έφυγα

  5. Γς said

    Εδώ σας έχω.

    Να βάλουμε κάτω τον Λεώ, ουπς, τον Οσμαν, να τον ανατάμουμε και να τον συναρμολογήσουμε πάλι

  6. takis#13 said

    Πολύ ωραίο Λεώνικε . Ανθρώπινο….
    Νίκο , οι γιαγιάδες μου όταν ήθελαν να πουν ότι το νερό έτρεχε άφθονο έλεγαν «σουλουντράνι»

  7. Γς said

    Ποιος είναι ο Οσμάν;

  8. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Καλημέρα
    Πριν ξεκινήσω το διήγημα μια παρατήρηση. Δεν ξέρω αν ο σούμπασης έχει να κάνει στην αρχική του σημασία με το νερό. Εδώ http://www.nisanyansozluk.com/?k=suba%C5%9F%C4%B1&lnk=1 δεν φαίνεται κάτι τέτοιο (sü asker ). Κι ο Τριανταφυλλίδης έχει άλλη ερμηνεία http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82&dq=

  9. atheofobos said

    Όσο ποιο πολλοί Οσμάν υπάρχουν τόσο λιγότεροι θα διψάνε για νερό.
    Μπράβο Λεό πολύ δυνατό διήγημα!

  10. Γς said

    Ελα τώρα.
    Είναι πολύ πιο βαθύ το διήγημα

  11. Spiridione said

    8.
    Σούμπασης< τουρ. subaci (υδρονόμος)· επιστάτης κτημάτων, τοπικός άρχοντας με διοικητική και αστυνομική δικαιοδοσία.
    http://www.thessaliko.gr/pages/054-tomos.pdf

  12. Νέο Kid L'Errance D'Arabie said

    O Σούτσος, παίζει για νερουλάς;

  13. Παναγιώτης Κ. said

    Δύσκολο πολύ δύσκολο να βρεις τις κατάλληλες λέξεις και φράσεις για το σημερινό.
    Βαρύ φορτίο ζεύτηκες Λεώνικε. Τούτο σου το διήγημα ξεπερνάει το προηγούμενο. Αντέχεις την ανηφόρα;

  14. Alexis said

    Πολύ όμορφο Λεώνικε, μπράβο!
    Και πολύ ποιητικό!
    Κάποια κομμάτια του θυμίζουν σύγχρονη ποίηση.

    Αλλά γιατί «για τη Μικρασιατική καταστροφή»; Χωρίς να αλλαχθεί το παραμικρό θα μπορούσε να αναφέρεται και σε κάθε άλλο πόλεμο.
    Εμένα προσωπικά που θύμισε εικόνες από το σημερινό δράμα της Συρίας.

  15. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Tελικά, ο Οσμάν ήταν υδραυλικός;

  16. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #11
    Λέξη «subaci» δεν υπάρχει στα τούρκικα. Μόνο subaşı.

  17. Ορεσίβιος said

    Πάρα πολύ δυνατό! Ευχαριστούμε Λεώνικε.
    Διάβασα και ξαναδιάβασα: «Μα δεν εί­χε κά­τι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο να πά­ρει, και κου­βα­λά­ει έ­ναν νε­κρό;» ρώ­τη­σε ο Ο­σμάν τον πρώ­το που έ­φτα­σε τρε­κλί­ζο­ντας αμέσως με­τά· «Ε­κτός κι αν εί­ναι ο ί­διος ο ε­αυ­τός του… κα­τα­δι­κα­σμέ­νος να μην τα­φεί πο­τέ, σα μνή­μη!»
    Και αυτό: «Για ποιον τρα­βά­τε το νε­ρό; Δεν περ­νά­ει κα­νέ­νας πια!»

  18. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης said

    Nα πούμε και ότι ένα Τζουκ-μποξ που έχει πεταχτεί στη θάλασσα λέγεται Σουτζούκ-μποξ.

  19. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα πρώτα και τα δεύτερα σχόλια! Έφυγα νωρίς και τώρα γύρισα στο πόστο μου.

    8: Για να το λέει ο Νισανιάν κάποια βάση θα έχει, Ότι δεν είχε μόνο καθήκοντα σχετικά με το νερό, ισχύει. Να το δούμε.

  20. georgeilio said

    Και τα επίθετα Σουγιούλ, Σουγιουλτζής, Σουγιουλτζόγλου (σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες μου) έχουν την ίδια (υδατογενή) προέλευση. Επειδή δεν βρήκα κάτι στο μικρό τουρκογερμανικό λεξικό μου, ας μιλήσουν οι ειδήμονες.

    Από την άλλη: κάπου στη γειτονιά της λέξης su, το λεξικό φιλοξενεί τη λέξη sutyen. Προς αποφυγή παρανοήσεων, να διευκρινίσουμε ότι αυτή η λέξη προέρχεται από τα γαλλικά.

  21. Είπα να πω κι εγώ το πρωί την κουβεντούλα μου για τον σούμπαση, αλλά ντράπηκα να πετάξω την εξυπνάδα μου χωρίς να έχω διαβάσει το διήγημα… Ούτε τώρα προλαβαίνω να το διαβάσω με την ησυχία μου, αλλά μια και έγινε λόγος να πω ότι έχει δίκιο ο Γρηγόρης. Sü (λέει και ο Νισανιάν) είναι παλαιοτουρκική λέξη για τον στρατό. Απ’ την άλλη, Σουγιουλτζής κλπ πρέπει να βγαίνει από το su yolcu που είναι ακριβώς ο υδρονομέας.

  22. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Σουβάλα είναι θαρρώ η νερομάνα ή γούρνα νερού. Και η Σουβάλα της Αίγινας.

  23. Παναγιώτης Κ. said

    Και η Σουβάλα στον Παρνασσό.

  24. sarant said

    21 Άρα μόνο οι σουμπάσηδες εξαιρούνται. Ωραία, να το ξέρω στο εξής.

    Στην Αίγινα εκτός από τη Σουβάλα έχει και πολλές σουβάλες, δηλ. φυσικούς ταμιευτήρες των νερών της βροχής.
    Στο κιτάπι μου έχω τη σουβάλα σλάβικο δάνειο όμως.

  25. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Oι Σούτσοι τελικά …ήταν νερουλάδες ; (πριν γίνουν φίρμες, η όχι.)

  26. Ιάκωβος said

    Πολύ ωραίο, καλογραμμένο και συγκινητικό.

  27. Gpoint said

    # 23

    Η Ανω δεν παίζεται…πας στο κατακαλόκαιρο και νομίζεις πως είναι άνοιξη από τα λουλούδια

  28. Ιάκωβος said

    Μου αρέσει πολύ όταν σηκώνονται οι νεκροί 🙂 Όχι όπως τα ζόμπι, για πλάκα, αλλά όταν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος, όταν έχουν να μας πουν κάτι.

  29. Παναγιώτης Κ. said

    Μου αρέσει πολύ να σηκώνονται οι νεκροί.(μέχρι εδώ…)

  30. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Στα Ζόμπι αρέσει πολύ το νερό (και τα γλυκά «σού»).
    Αγαπημένη τους θάλασσα είναι η Dead Sea.

  31. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    28.29 Μυρίζει λιβανιές.Ή βγήκε τέτοιο άρωμα ή κάποια μόλις αναστήθηκε δίπλα μου.(Τουϊτερικό)

  32. Ιάκωβος said

    31, 🙂

    Στην Αλβανία, παλιά, στο σχολείο, προπηλακίζανε τα Ελληνάκια, λέγοντάς τους εσύ φύγε, μυρίζεις λιβάνι.

  33. Υπέροχο, μπράβο Λεώνικε.
    Χαιρετίζματα από την Αθήνα και από υ-π-ο-λ-ο-γ-ι-σ-τ-ή!

    Ενάμιση μήνα με την ταμπλέτα, στο χωργιό, κόντεψα να πάθω πρεζβυωπία!

  34. …ας πούμε «σούμπασης» ήταν ένας αξιωματούχος στο οθωμανικό κράτος που είχε αρμοδιότητα την ύδρευση…

    Υπήρχε (υπάρχει ακόμα άραγε;) ο νεροπούλος – στην Αχαΐα, τουλάχιστον – υπεύθυνος ρυθμιστής για συντονισμό της διανομής ποτιστικού νερού σε χτήματα και περιβόλια. Αν τα είχες καλά μαζί του, σε γλύτωνε από βραδυνά ποτίσματα σε ώρες για «γερμανικά νούμερα». Πριν να έρθουν τηλέφωνα σε χωριά (70ς), η ειδοποίηση για την ώρα του ποτίσματος στελνόταν πολλές φορές με κάποιο πιτσιρίκι.

  35. …«να με λένε σουμπασίνα, κι ας πεθαίνω από την πείνα….

    Ή, σε παραλλαγή που μπορεί να βοηθούσε εξίσου στην διατήρηση σιλουέτας,

    Να με λένε σουμπασίνα,
    κι ας πεθαίνω στη φασίνα

  36. 12, …O Σούτσος, παίζει για νερουλάς;…

    Απ’ το Σού; Τσου!

  37. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #25
    Πιθανόν. Έτσι μου φαίνεται ότι λέει εδώ http://www.nisanyansozluk.com/?k=saka&x=0&y=0 Το «σακάς» ξέρω σίγουρα ότι ο νερουλάς, είναι κι επώνυμο διαδεδομένο.

  38. Στρατος Βασδεκης said

    Σε πολωνικο λεξικο που αναφερεται στις ετυμολογιες τουρκικων δανειων στην Πολωνικη γλωσσα βρισκω, αναφορικα με την παλαιοτουρκικη λεξη „subaşι” ‘αξιωματικος αστυνομιας’, πως το πρωτο μερος της λεξης (su-) ειναι αδιευκρινιστης αρχης. Μπορει, αναφερει το λεξικο, να προερχεται η απο το „sü” (με δυο τελειες πανω απο το „u”) που σημαινει’στρατιωτικο αποσπασμα’, αρα το „ sü başι” προσδιοριζει τον ‘αρχηγο στρατιωτικου αποσπασματος’ η απο το „su” (χωρις τις τελειες) που εχει τη σημασια του ‘νερου’ και κατα συνεπεια το „ su başι” υποδηλωνει τον ‘τοπικο υπαλληλο, υπευθυνο για την υδροδοτηση της περιοχης’, δηλαδη τον υδρονομεα.

  39. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Μπορεί από τον υδρονομέα- σούμπαση το επώνυμο Σωπασής που υπάρχει στην Κρήτη.

  40. Γς said

    Νέος πρόεδρος της Βουλής.

    We will miss your bright eyes and sweet smile

  41. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια!

    38 Ώστε έφτασε ως εκειπάνω ο σούμπασης;

    34 Ασύρματο δίκτυο 🙂

  42. Παιδιά, ντρέπομαι να ξαναγράφω εδώ χωρίς να έχω διαβάσει ακόμα το διήγημα που όλα δείχνουν ότι είναι πολύ ωραίο… αλλά, επαναλαμβάνω, ο σούμπασης δεν έχει καμία σχέση με νερό, ήταν πάντα αξιωματούχος με αστυνομικές αρμοδιότητες (στις πόλεις) και στρατιωτικές, σχετικές με τη συγκέντρωση των τιμαριούχων σπαχήδων για τις εκστρατείες (στην ύπαιθρο). Όσο για τους Σούτσους, μου φαίνεται λίγο περίεργο να προέρχονται από τον σουτζού (που είναι και αρκετά σύγχρονη λέξη, νομίζω), κυρίως γιατί δεν ξέρω αν μπορεί να εξηγηθεί ο αναβιβασμός του τόνου. Θα μου φαινόταν πιο πιθανή μια σχέση με το suç (σουτς), «έγκλημα, παράπτωμα, φταίξιμο».

  43. Μαρία said

    42 🙂
    https://dytistonniptiron.wordpress.com/2009/05/13/sherlock-celebi/#comment-341

    Και το αντίθετο του Σούτσου (απ’ το παράπτωμα) ο αθώος Σουτσούς (υπαρκτό επώνυμο).

  44. Μπράβο μνήμη!

  45. Στρατος Βασδεκης said

    # 41α
    Η πολωνικη λεξη „subaszy”, Νικο, που απεδιδε την τουρκικη „subaşι” αναφεροταν, στα παλια πολωνικα (15ος – 17ος αιωνας), ‘στον αρχηγο μικρου (ορισμενες δεκαδες ανδρες) αποσπασματος ιππικου’. Σημερα η λεξη δεν χρησιμοποιειται πλεον.

  46. sarant said

    45 Εντάξει -αλλά πάντως έφτασε (κάποτε).

  47. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Άσχετο αλλά επειδή γίνεται κακός χαμός με το 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση αρκετό καιρό ,παρακολουθώ και κανείς δε λέει τί ΦΠΑ είχαν μέχρι τώρα,αν είχαν,κάτι ΙΕΚ,κάτι κέντρα ελευθέρων σπουδών και κολλέγια μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κι ότι τα περισσότερα λειτουργούν υπό καθεστώς εταιριών μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με ό,τι συνεπάγεται αυτό φορολογικά. Να μας πούνε τί έσοδα είχε το Κράτος από συτή τη δραστηριοτητα μέχρι σήμερα.
    Ξεροκοπανάνε τα νηπιαγωγεία και τα φροντιστήρια για προφανείς λόγους εντυπώσεων, αλλά μέχρις εκεί.
    Με καταχωρισμένα τα στοιχεία,(ΑΦΜ)είτε των γονιών,είτε των ενήλικων σπουδαστών, να επιστρέφεται το ποσοστό του φόρου για την ιδιωτική εκπαίδευση στους ιδιώτες αυτούς,και ξεχωριστά κι αυτόνομα να αντιμετωπίζονται οι επιχειρηματίες ιδιωτικάρχες,κολλεγιάρχες,ιεκάρχες (θυμηθείτε κάτι ξεγυρισμένα οικονομικά σκάνδαλα.)

  48. leonicos said

    Ευχαριστώ από καρδιάς όλους σας, από τον Σερ Σαρ που το φιλοξένησε και όλους που το τιμήσατε.

    Όντως, είναι απειράριθμες οι σφαγές και οι εξανδραποδισμοί, αλλά το διήγημα αυτό είχε ως αφετηρία μια πραγματική αφήγηση μικρασιάτισσας, αναφέρεται στο ‘Οφειλές και Σημειώσεις’ του βιβλίου, που μου ανέφερε ότι ενώ έτρεχαν οι πρόσφυγες κυνηγημένοι, ένας τούρκος έβγαζε νερί κλαίγοντας και φώναζε ‘τι κρίμα! τι κρίμα!’ Από εκεί ξεκίνησα.

    Ευχαριστώ και πάλι.

  49. Ιάκωβος said

    Ιδού, ο πρώτος είναι ο νερουλάς, που το πουλάει(;) μετά είναι ο σακκάς, που το κουβαλάει.

    Κι εδώ ο σούμπασης, στη μέση:

    Σε μια άλλη γκραβούρα, ίσωςαυτή είναι αντίγραφο εκείνης, που δε τηνε βρίσκω,(αύριο) είχε τον σούμπαση μαζί με διάφορους άλλους, σχετικούς με το έγκλημα.

  50. leonicos said

    ‘ταρίκα’ επιτρέψτε… tariqa, είναι η ‘οδός’ με τη σημασία της πνευματικής οδού, και σήμερα σημαίνει τις διάφορες αποκλίσεις των σουφιγίμ. Για παράδειγμα, οι μπεκτασί και οι ‘στροβιλιζόμενοι δερβίσηδες του μαβλανά’ είναι δύο δαφορετικές ταρίκες. Αλλά και στις Πράξεις αναφέρεται ‘η οδός’ για τον Χριστιανισμό. Στον εβραϊσμό λέγεται μινχάγκ, σπανιότερα ντέρεχ, αν και υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο όρων. Οι σεφαραδίμ / ασκεναζίμ είναι μινχάγκ, ενώ οι ‘υπερορθόδοξοι’ είναι ντέρεχ, διότι φανατικοί μπορεί να βρεθούν παντού. Μεταξύ των Φαλασα λέγεται ‘χαϊμανότ’ στην πραγματικότητα σημαίνει ‘πίστη’, επομένως χριστιανική, μουσουλμανική ή εβραϊκή χαϊμανότ για την Αιθιοπία, ενώ στο Ισραηλ σημαίνει την ιδιαίτερη παράδοση των Φαλασα.

    Δεν ξέρω αν ενδιαφέρουν κανένα αυτές οι λεπτομέρειες… αλλά γράφει ότι ο Οσμάν ήταν από αλεβίτικη γενιά, μια ταρίκα πολύ παρεξηγημένη, επειδή συγγενεύει με τους Μπεκτασί, έχει όμως και πολλά προϊσλαμικά στοιχεία, που προσπαθούν να τα κρύβουν. Επίσης οι Καραντασί, είναι μια πολύ μικρή ταρίκα που προέρχεται από εβραίους ντονμέχ, αποστάτες προς το Ισλάμ, κατά προτροπή του ‘μεσσία’ Σαμπεθάι Τσέβη του 17ου αιώνα. Τόσο ο Αττατούρκ όσο και ο Ιπεκτσί ήσαν ντονμέχ την καταγωγή. 500 εβραϊκές οικογένειες μετεστράφησαν στο ισλάμ μόνο στη Θεσσαλονίκη. Οι πιο πολλοί απορροφήθηκαν ως τούρκοι, μερικοί επειμένουν να θυμούνται κάτι από το παρελθόν τους ως καραντασί.

  51. leonicos said

    Δηλαδή… τώρα χρωστάω το Red river valley στον Γς;

    Δεν αντ’εχεται η ομορφιά του (του τραγουδιού, όχι του Γς)

  52. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Για τα νερά http://abihayatsergisi.com/

  53. sarant said

    48 Λεώνικε κι εμείς σε ευχαριστούμε για το θαυμάσιο διήγημα!

  54. Γς said

    Και λίγο μπαροκ του νερού

  55. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Διάβασα το μεσημέρι το διήγημα και τ΄άφησα να κατακάτσει στο μυαλό μου πριν πω πώς μου φάνηκε.
    Να πω πρώτα πρώτα ότι σέβομαι και θαυμάζω τη διαδικασία της γραφής,ιδίως της λογοτεχνικής που είναι σαν τις πεταλούδες,Υπάρχουν για να είναι όμορφες. Ευχαριστίες λοιπόν για την ομορφιά της διήγησης.Ο άνθρωπος που τραβάει διαρκώς νερό για τους χωρίς τέλος κατατρεγμένους θα μου μείνει στη μνήμη.Κινηματογραφικές σκηνές.
    Είχε δυνατές στιγμές,Μια δυο φορές μ΄έπιασε από το λαιμό. Ζούμε βλέπεις την ανάλογη οδυνηρή τρέχουσα κατάσταση με τους θαλασσοπνιγμένους ξεσπιτωμένους πρόσφυγες.
    Έχει μέσα του υλικό για μερικά (υπο)διηγήματα.

  56. Γς said

    52:

    στη μεγάλη στέρνα στη Πόλη

  57. cronopiusa said

    Πολύ δυνατό! Ευχαριστούμε Λεώνικε.

  58. Γς said

    56:

    στη μεγάλη στέρνα στη Πόλη

  59. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    34.>>ο νεροπούλος
    Ο νεροφόρος που όριζε το νομπέτι (τη σειρά σου).
    Έχω κάνει στα παιδικάτα μου αρκετά νυχτερινά περιμένοντας να ρθει η σειρά μας και μετά ώσπου να τελειώσει ο ποτός,όπως λέγαμε.Έχω αποκοιμηθεί και πλάι στ αυλάκι,στην κόψα, απ’ όπου θα γυρίζαμε το νερό του κεντρικού καταπότη προς τα μας.Έναν καιρό το εβδομαδιαίο πρόγραμμα του ποτισμού το κρέμαγαν με καρφάκια στο κοινοτικό κατάστημα αλλά για τα περιβόλια μας σε άλλη περιφέρεια,μας μηνούσαν αρκετά νωρίτερα.
    Για τα νυχτερινά ποτίσματα και τις αναγκαστικές νυχτερινές πορείες στο πηγαινέλα λέγανε ένα σωρό ιστορίες. Ο παπούς μου μια φορά κοιμήθηκε πάνω στο γάιδαρο επιστρέφοντας και το ζώο που δίψαγε,σε μια στιγμή λοξοδρόμισε προς το μονοπάτι που ήξερε πως τον πήγαινε σε γούβα ρυακιού που είχε νερό.Καθώς στάθηκε χωμένος μες τη ρεματιά να πιεί,ξυπνά ο παπούς και τρόμαξε να καταλάβει πού βρισκόταν και τί συνέβαινε.

  60. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Δεν έχουμε ποτάμια,δεν έχουμε πηγάδια,δεν έχουμε πηγές

  61. sarant said

    νεροπούλος, νεροφόρος -και νεροκρατης νομίζω λέγεται.

  62. gbaloglou said

    … μα πολιτείες και χωριά να ξεψυχούν … πρώτη φορά …

  63. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Λεώνικε σίγουρα το έχεις το γράψιμο, αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη, θα πρέπει να ξεφύγεις από μερικά στερεότυπα για να απογειωθείς λογοτεχνικά. Ο Οσμάν μου θύμισε πολύ τον πολυπράγμωνα Μπασιά, τον εξιδανικεύεις υπερβολικά με όλες αυτές τις πρωτιές, αλλά και με την θρησκευτικού τύπου ταρίκα του, «Α­πλή εί­ναι η τα­ρί­κα μου! Να φέρνω το κα­λό και να διώχνω το κα­κό, αλλά να νοιάζομαι και τον κα­λό και τον κα­κό. Να θυ­μά­μαι τα λά­θη μου και να δέ­χο­μαι τις συ­νέ­πειές τους φα­νε­ρά, να δι­ορ­θώ­νω τα λά­θη των άλ­λων κρυ­φά και να τα ξε­χνώ. Ό­λους να τους α­κού­ω, να τους κα­τα­νο­ώ και να τους α­γα­πώ, ν’ α­να­γνω­ρί­ζω τις α­ρε­τές, να πα­ρα­βλέ­πω τις α­δυ­να­μίες, να τους πα­ρα­στέ­κο­μαι» και χρησιμοποιείς τον θεό (ίσως λόγο θρησκευτικών πεποιθήσεων) στα όρια της κατήχησης, «και να εί­μαι τα­πει­νός, ευ­γνώ­μων και πι­στός στον πα­ντο­δύ­να­μο αληθινό Θε­ό.» Η λέξη «αληθινό» είναι περιττή, τι θα πεί «αληθινό θεό» υπάρχει και ψεύτικος για τους «πιστούς;» κανείς αγράμματος (αλλά και εγγράμματος) πιστός δεν μιλάει έτσι για τον όποιο θεό, αν δεν είναι φανατικός θρησκόληπτος, κι ο Οσμάν απ΄ό,τι διάβασα, δεν είναι σε καμία περίπτωση.

  64. gbaloglou said

    62 (συνδεδεμένο, ελπίζω) … μα πολιτείες και χωριά να ξεψυχούν … πρώτη φορά …

  65. cronopiusa said

    Bir Elmanin Yarisi Biri SeNsiN Biri BeN «AskSesLi.Net AskSesLi Aşk Sesli»

  66. Corto Maltese said

    Συγχαρητήρια στον συγγραφέα!

    Θα ήθελα να κάνω μία ερώτηση, σε όποιον γνωρίζει:
    Διαβάζω ότι η λέξη σούδα (και το τοπωνύμιο Σούδα) είναι λατινικής προέλευσης.

    https://el.wiktionary.org/wiki/%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1

    Η σημασία της σούδας είναι παρεμφερής της σουβάλας (τάφρος). Και οι δύο αφορούν ταμιευτήρες νερού. Είναι τυχαίο ότι οι δύο λέξεις έχουν κοινό πρόθεμα ή συνδέονται κάπως;

  67. Τσούρης Βασίλειος said

    Ευχαριστούμε πολύ κ. Λεώνικε! Μια καλοπροαίρετη παρατήρηση θαρρώ πως θέλω να κάνω -με όλο το σεβασμό και στο πρόσωπό σου και στο έργο σου- γράψε πιό απλά και περιεκτικά, μην πλατιάζεις τόσο.
    Καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι για σένα που ξεχειλίζεις από ανθρωπισμό,συναισθήματα και ιδέες, αλλά είμαι σίγουρος
    πως όταν καταφέρεις να κάνεις αυτό το «κοσκίνισμα», εμείς θα μπορούμε να απολαύσουμε καλύτερα τα καλούδια σου!

  68. Γς said

    Ναι βρε Λεώ
    [μας γκάστρωσες ελαφρώς – ολίγον εγκυοι]

  69. spiral architect said

    Ευχαριστούμε Λεώ!

  70. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    AΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ!: Bρέθηκε ο Οσμάν ! Ακόμα δίνει νερό σε διψασμένους…

  71. gbaloglou said

    65 Στα πρώτα βήματα μου στο γιουτούμπ, αρχές μάλλον του 2007, είχα βρει ένα πολύ όμορφο βίντεο, της Ερυθράς Ημισελήνου ίσως, σχετικά με την πολυτιμότητα του νερού — ένα μικρό κορίτσι που περιμένει θλιμμένο σε μια δημόσια βρύση, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. (Δεν μπορώ να το βρω πια, καθώς δεν είχα συγκρατήσει αρκετά στοιχεία του.)

  72. sarant said

    66 Δεν νομίζω πως η σούδα συνδέεται με τη σουβάλα, εννοώ ετυμολογικά.

  73. cronopiusa said

    Καλημέρα,
    Λεώνικε συνέχισε ν’ ακούς την καρδιά σου όταν γράφεις όπως και όταν πορεύεσαι ανάμεσα στους ασθενείς σου, όπως και όταν πορεύεσαι ανάμεσα μας μ’ αγάπη, σιγανά και ταπεινά…

  74. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

  75. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Φορολογούν τα πηγάδια
    https://encrypted-tbn2.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTk5yv-NBgFrpNwM0F3q_hNDicqf9OR7MHjtvomWmSeXj4NVezAAw

  76. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

  77. sarant said

    Ωραία φωτογραφία!

  78. Γς said

    Μαρόκο – Γεύση από Σαχάρα

  79. Corto Maltese said

    72: Ευχαριστώ για την απάντηση!
    Άρα έχουμε σλαβογενείς, τουρκογενείς και λατινογενείς λέξεις που σχετίζονται με το νερό και θυμίζουν η μία την άλλη.
    Με ξεγελούσε η ομοιότητα του προθέματος «σου» και τα θεωρούσα όλα τούρκικες λέξεις.

  80. Λ said

    Καλημέρα. Ευχαριστώ Νικοκύρη και συγγραφέα για το ωραίο διήγημα καθώς και τη Νικοκυρά και την κυρία Φωτεινή που στηρίζουν αυτούς τους δύο ωραίους ανθρώπους.
    Οι θετικοί ήρωες χωρίς αήπια δεν με χαλούν.Στα διηγήματα της Σεβαστούπολης και στους Κοζάκους έχει αρκετούς τέτοιους ο Τολστόη Είναι και ο Πιέρ και τόσοι άλλοι θετικοί ήρωες και πάλι στον Τολστόη Εφόσον δεν ακολουθούν διαταγές από πάνω όπως στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό «ιτς οκκέι». Παρεμπιπτόντως το καλοκαίρι πήγα στο επαρχιακό μουσείο του Ντιλιζιάν στην Αρμενία και επανασυνδέθηκα με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό και μπορώ να πω (θαρραλέα) ότι αγαπώ και αυτή την τέχνη (εξάλλου και στην Αμερική υπήρξε στράτευση όσον αφορά την τέχνη. Όπως μου είπε φίλος πρόσφατα το TLS είχε άρθρο ότι η ΣΙΑ χρηματοδοτούσε και υποστήριζε με διάφορους τρόπους τους εξπρεσιονιστές Τζιάξον Πόλλοκ κλπ για να αναδείξει την προοδευτική δύση έναντι του οπισθοδρομικού ανατολικού μπλοκ. Δεν το διάβασα αλλά θα ψάξω και θα (το) βρω.

    υγ. Είχαμε το επίθετο Σακκάς στο χωριό μου.

  81. Λ: http://www.independent.co.uk/news/world/modern-art-was-cia-weapon-1578808.html

  82. Γς said

    80:

    Στράτευση με στράτευση έχει διαφορές στην Τέχνη.
    Πάντως η χρηματοδότηση από την Σία μπορεί να ειπωθει και στράτευση, σε καμιά περίπτωση όμως στράτευση τέχνης.

  83. Βάταλος said

    Αγαπητοί κύριοι, επιτρέψατε και εις τον γέροντα Βάταλον ωρισμένας καθυστερημένας (δεδομένου ότι είχον αποκλειστεί επί ημέρας εις τόπον εστερημένον Διαδικτύου) επισημάνσεις επί της παρούσης αναρτήσεως…

    1) Ομολογώ ότι με εξέπληξεν ο αγαπητός φίλος κ. Λεώνικος διά την αρίστην γνώσιν της ρωμέικης γλώσσης. Ωστόσον, το διήγημά του κουράζει από τας πρώτας λέξεις τον σύγχρονον αναγνώστην, ή διά να το είπω σαφέστερον, ΔΕΝ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ. Και τούτο διότι γίγνεται κατάχρησις καλολογικών στοιχείων εις μίαν μαλλιαράν γλώσσαν που θυμίζει Καζαντζάκην, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλον και «Γενεάν του Τριάντα». Το διήγημά του είναι γεμάτο με αγνώστους λέξεις, ακόμη και δι’ έναν επαρκή αναγνώστην ως ο γερο-Βάταλος. Θυμίζει ταινίαν του Τεό Αγγελόπουλου εις την βραδύτητα της πλοκής και κυρίως είναι «στρατευμένον» εις εν ανύπαρκτον «πανανθρώπινον αγαπισμόν» που δεν έχει καμμίαν σχέσιν με την πραγματικήν ζωήν και είναι κατάλληλος μόνον δι’ αποβλακωμένα χριστιανόπουλα του Κατηχητικού σχολείου…

    Επειδή αγαπώ πολύ τον κ. Λεώνικον (κατ’ αρχήν διά τον θαυμάσιον χαρακτήρα του και κατά δεύτερον επειδή είναι Εβραίος και δεν έχει αποβλακωθή – θέλω να ελπίζω, διότι με επληροφόρησαν ότι τυγχάνει Μάρτυς του Ιεχωβά – από τας παρλαπίπας των Γαλιλαίων όπως ημείς οι Ρωμιοί), δεν επιθυμώ να του κάμω επιμέρους κριτικήν εις όσα γράφει, όπως πράττει ο κ. Λάμπρος εν τω σχολίω 63. Θα περιοριστώ να του είπω δύο τινά: Δεν υπάρχει «αλεβίτικη γενιά», δεδομένου ότι οι Αλεβίτες είναι θρησκεία (εις την οποίαν δύναται να προσηλυτισθή ο καθείς) και ουχί φυλή ή γένος.

    Επίσης, είναι πολύ επικίνδυνον αυτό που γράφει εν τω σχολίω 50 ο φίλτατος κ. Λεώνικος, ότι – δηλαδή – ο Κεμάλ Ατατούρκ ήτο Ντονμές, τουτέστιν εξισλαμισμένος Εβραίος. Αν οι εθνικοπαράφρονες της Χρυσής Αυγής πληροφορηθώσιν ότι είς διακεκριμένος Εβραίος ιατρός όπως ο κ. Λεώνικος δηλώνει δημοσίως ότι ο Σφαγεύς 1,5 εκατομμυρίου Ρωμιών, Κεμάλ Ατατούρκ, ήτο Ντονμές, θα το κάμουν «σημαία» και… μαύρο φίδι που μας έφαγε. Αυτό ψάχνουν εδώ και 90 χρόνια οι εθνικοπαράφρονες, τις αποδείξεις ότι ο Κεμάλ ήτο εξισλαμισμένος Εβραίος. Μη τους δίδης επιχειρήματα, αγαπητό μου παιδί, διακεκριμένε ιατρέ κ. Λεώνικε… Άλλωστε, ο κορυφαίος ειδικός του Θεσσαλονικιώτικου Εβραϊσμού, ο Αγγλο-Εβραίος ιστορικός Μάρκος Μαζάουερ,

    https://en.wikipedia.org/wiki/Mark_Mazower

    εις το θρυλικόν σύγγραμμά του «Θεσσαλονίκη η Πόλις των Φαντασμάτων» γράφει σαφώς ότι ΔΕΝ υπάρχουν αποδείξεις για την Εβραϊκή καταγωγή του Ατατούρκ.

    2) Διαβάζω ότι προ ημερών ο Αλέξιος Τσίπρας συνηντήθη με τον πρόεδρον Λεβέντην εντός της Βουλής και τον ηυχαρίστησε συγκεκινημένος επειδή ειργάσθη επί εν εξάμηνον με τον μακαριστόν πατέρα του, μεγαλοεργολάβον Παύλον Τσίπραν

    http://www.protothema.gr/politics/article/514945/tsipras-se-levedi-suginithika-otan-diavasa-pos-isoun-sunergatis-tou-patera-mou/

    Οποία υποκρισία (και ασχετοσύνη των Ρωμιών δημοσιογράφων), αγαπητοί κύριοι… Μά ο Βασιλάκης ο Λεβέντης δεν ήτο εκείνος που απεκάλυψε τας υποτιθεμένας σχέσεις του «Βασιλόφρονος» Παύλου Τσίπρα με τον Παττακόν και την Χούνταν, με αποτέλεσμα να κάμνουν «πάρτυ» εδώ και 3 έτη εις το Διαδίκτυον οι Εθνικοπαράφρονες; Ρίψατε μίαν ματιά εις το YouTube και θα πάθετε κολούμπραν με το πάθος του Λεβέντη εναντίον του μακαριστού Παύλου Τσίπρα

    https://www.youtube.com/results?search_query=%CE%9B%CE%B5%CE%B2%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%B3%CE%B9%CE%B1+%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1+%CE%A4%CF%83%CE%AF%CF%80%CF%81%CE%B1

    ΙΔΟΥ δύο βίδεο, που «βγάζουν μάτια» και που αν τα είχε ίδει ο Αλέξιος, ουδέποτε θα συνέχαιρε τον Βασιλάκην Λεβέντην εις την Βουλήν, αλλά μάλλον θα τον «κατσάδιαζε»…

    Μετά πάσης τιμής
    Β.

    ΥΓ: Θέλω να συγχαρώ τον κ. Γς, διότι καίτοι στενός φίλος του κ. Λεωνίκου, απέφυγε να του δώκη συγχαρητήρια (όπως έπραξαν άλλοι αναγνώσται, είτε από λόγους ευγενείας, είτε διά να τον κολακέψουν ή και να τον «γλείψουν») διά το παρόν διήγημά του. Εύγε κ. Γς, με εντυπωσίασε λίαν η ευθύτης του χαρακτήρος σας, πράγμα εντελώς σπάνιον εις το διεφθαρμένον Ρωμέικον…

  84. π2 said

    Αν διαβάζουν οι οθωμανολόγοι υπηρεσίας:

    Ο σούμπασης, διαβάζω εδώ, ήταν αξιωματούχος με διοικητικά και αστυνομικά καθήκοντα και δεν έχει σχέση με το νερό όπως μου έλεγαν. Στα Γιαννιτσά των αρχών του 20ου αιώνα, πόσο ψηλά θα τον τοποθετούσατε στην ιεραρχία των τοπικών αξιωματούχων; Θέλω να πω, δικαιολογείται να υπήρχαν αρχαία στο κονάκι του όπως συνέβαινε σε πολλές πόλεις με τον ανώτερο τοπικό άρχοντα, ή θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο γεγονός;

  85. Μάλιστα, πράγματι μου είχε ξεφύγει αυτό. Ας πούμε πως ήταν επικεφαλής της αστυνομίας των Γιαννιτσών, αρκετά ψηλά δηλαδή στην ιεραρχία. Αν και πρέπει να πω ότι για τις αρχές του 20ού αιώνα δεν μιλάω, πώς το λένε, μετά λόγου γνώσεως 😦

  86. π2 said

    Μερσί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: