Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Για τα Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου

Posted by sarant στο 8 Νοέμβριος, 2015


Την περασμένη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου είχα πάει στη Χαλκίδα όπου πήρα μέρος στην παρουσίαση του βιβλίου «Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά» του Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αντίποδες, έναν καινούργιο εκδοτικό οίκο που έχει ήδη δώσει μερικά πολύ καλά βιβλία (ένα από τα οποία είχαμε παρουσιάσει παλιότερα εδώ, το περίφημο Γκιακ του Παπαμάρκου).

Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης ο ερευνητής του ΕΙΕ Κώστας Τσικνάκης και ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, πρώην διευθυντής της Νέας Εστίας (όπου είχαν αρχικά δημοσιευτεί τα κείμενα που αποτέλεσαν το κυρίως σώμα του βιβλίου).

xalkis

Στο τέλος της εκδήλωσης μίλησε και ο ΝΔΤριανταφυλλόπουλος, που τον βλέπουμε πρώτο από αριστερά στη φωτογραφία (δεύτερος ο Κ. Τσικνάκης, τρίτος ο Στ. Ζουμπουλάκης).

Το καλό βιβλιοπωλείο Διάμετρος γέμισε με κόσμο και στο τέλος έγινε και ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Παραθέτω σήμερα την ομιλία μου στην εκδήλωση της Χαλκίδας -ακριβέστερα, μεταφέρω το κείμενο που είχα γράψει, που δεν είναι εντελώς ίδιο με αυτό που εκφώνησα αφού σε κάποια σημεία έκανα παρεκβάσεις ενώ καναδυό σημεία του γραπτού τα παρέλειψα επειδή μου φάνηκε πως είχα αργήσει. Κάποιαν άλλη φορά ίσως απομαγνητοφωνήσω μερικά από όσα είπε ο Νίκος Τριανταφυλλόπουλος στο τέλος για τις συνήθειες των παιδιών που πέρασαν την εφηβεία τους στα πρώτα μετακατοχικά χρόνια.

(Μια σύμβαση: στο γραπτό κείμενο αναφέρομαι στον Νίκο Τριανταφυλλόπουλο με το τριγράμματο αρκτικόλεξο ΝΔΤ, αλλά βέβαια στην ομιλία έλεγα ολόκληρο το επώνυμό του ή «ο συγγραφέας»).

Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά

Είναι για μένα μεγάλη τιμή και μεγάλη χαρά που παίρνω μέρος στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου, ενός συγγραφέα που συστηματικά παρακολουθώ (αν και συστηματικά δεν θα πει ανελλιπώς, διότι είναι πολυγραφότατος) και που τον εκτιμώ βαθύτατα για το έργο που έχει προσφέρει. Είναι επίσης η ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά διότι ως τώρα η επικοινωνία μας γινόταν γραπτώς ή τηλεφωνικώς. Ο ΝΔΤ είναι γνωστός βέβαια για το παπαδιαμαντικό του έργο, έργο ζωής, και όταν είχα την τύχη, σκαλίζοντας παλιά περιοδικά, να βρω έναν αθησαύριστο διήγημα του Παπαδιαμάντη, τη Νοσταλγία του Γιάννη, στον Τριανταφυλλόπουλο απευθύνθηκα για να πιστοποιήσει την πατρότητά του. Ωστόσο, ο ΝΔΤ δεν έχει γράψει μόνο για τον Παπαδιαμάντη, και το σημερινό βιβλίο δεν είναι παρά ένα από τα πολλά.

Ομολογώ πως από τα νεανικά περιοδικά που εξετάζονται στον τόμο του ΝΔΤ δεν έχω ιδία πείρα. Είχα βέβαια κληρονομήσει από τη μητέρα μου έναν τόμο του Ελληνόπουλου, και τον διάβαζα μικρός –θυμάμαι τον περίφημο Μπιμπίκο- αλλά, όπως λέει και ο συγγραφέας, το νεανικό περιοδικό δεν το χαίρεσαι όταν το διαβάζεις εκ των υστέρων: Ένα περιοδικό για παιδιά το ζεις από βδομάδα σε βδομάδα ή από δεκαπενθήμερο σε δεκαπενθήμερο. Δένεσαι με την περιοδικότητά του, βλέπεις το επόμενο τεύχος στον ύπνο σου, αν αργήσει τρώγεσαι με τα ρούχα σου, αν απεργήσουν οι τυπογράφοι τούς θεωρείς εχθρούς, ξεχνάς τα μαθήματα, παίζεις με λιγότερη όρεξη, οι μέρες βαλτώνουν –ένα παιδικό περιοδικό είναι έρωτας (σ. 47-48).

Πρόλαβα βέβαια τη Διάπλαση των Παίδων, εκεί στα τελειώματά της στο τέλος της δεκαετίας του 1960. Θυμάμαι ότι διάβαζα με πολύ ενδιαφέρον τα μυθιστορήματα σε σειρές και γελούσα πολύ με τον Παπάκια –δέκα χρόνια αργότερα συνειδητοποίησα ότι ο Παπάκιας ήταν κλεμμένος από τον Μικρό Νικόλα του Γκοσινί· τουλάχιστον είχε καλό γούστο η κυρία που υπέγραφε την αντιγραφή. Είχα στείλει, θυμάμαι, και μία και μοναδική «Μικρή Αγγελία», Άσπρε Αράπη ζητώ τη φιλία σου, αλλά ο Άσπρος Αράπης, που να πω παρεμπιπτόντως ότι είναι ένα δημοφιλές ψευδώνυμο στα παιδικά περιοδικά, και υπήρχε και στην προπολεμική Διάπλαση, δεν ανταποκρίθηκε. Ίσως ήμουν και μικρός για τις αγγελιομαχίες. Πάντως, και στην τελευταία εκείνη Διάπλαση είχε δημιουργηθεί μια παρέα αγγελιομάχων που αργότερα έγιναν γνωστοί. Σύμφωνα με μαρτυρία αναγνώστη στο ιστολόγιό μου, ανάμεσα στους συνδρομητές που ξεχώριζαν από τότε ήταν ο Αντώνης Φωστιέρης, η Τζένη Μαστοράκη, η Ιωάννα Καρυστιάνη, ο Θωμάς Μπακαλάκος, και ιδίως ο Ευγένιος Τριβιζάς, που από μικρή ηλικία έγραφε ιστορίες σαν τους «Πειρατές». Μάλιστα, μετά το κλείσιμο μερικά παιδιά, με επικεφαλής τον «Στρατευμένο πρόσκοπο» από τη Ρόδο, έβγαζαν ένα …πολυγραφημένο περιοδικάκι, προσπάθεια να συνεχιστεί η Διάπλαση.

Κάτι ανάλογο, άλλωστε, συνέβη και το 1953 και το τεκμηριώνει ο ΝΔΤ, όταν μια ομάδα παλαιοί αναγνώστες του Ελληνόπουλου θέλησαν να εκδώσουν κάτι σαν συνέχεια, και το ονόμασαν, ακριβώς, Κάτι, ενώ και την προηγούμενη φορά που είχε κλείσει η Διάπλαση των Παίδων, του Ξενόπουλου, είχε γίνει μια απόπειρα διαδοχής της, αν και όχι ερασιτεχνική παρά επαγγελματική, που όμως ξέμεινε στο τέταρτο τεύχος επειδή… ο Διευθυντής του περιοδικού διορίστηκε Νομάρχης (σελ. 61). Ασχολείται και με αυτά τα περιοδικά ο ΝΔΤ στο βιβλίο του: δεν περιφρονεί τα αφανή, μάλιστα μας λέει ότι τα τρία τεύχη του πρδ. Κάτι πιθανώς να μην υπάρχουν ούτε στη βιβλιοθήκη του Γιώργου Ζεβελάκη –περισσότερο αφανή δεν γίνονται!

Αφανές περιοδικό είναι και αυτό στο οποίο αφιερώνεται και το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου μετά το εισαγωγικό κεφάλαιο: οι Προσκοπικές σελίδες: Ήταν ένα αφανές περιοδικό, που δεν είχε ένδοξους μετέπειτα αναγνώστες, δεν έγινε αντικείμενο φιλολογικής μελέτης και δεν του μέλλεται να τιμηθεί με διδακτορική διατριβή ή περιοδικό αφιέρωμα ή δημόσια μνεία. Ωστόσο δεν θα άλλαζα τα είκοσι δυο τους τεύχη παρά μόνο με τα χρόνια που τα πρωτοδιάβαζα (σελ. 26).

Εννοώ δηλαδή ότι τα 12 κεφάλαια του βιβλίου δεν είναι κυρίως βιβλιογραφικά μελετήματα, και ούτε ο συγγραφέας τους φιλοδόξησε να γράψει μελέτημα, είναι κείμενα βαθιά προσωπικά, που όπως λέει και ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στον Πρόλογό του «διαβάζονται σαν διηγήματα». Βρίσκονται πολύ πιο κοντά στη λογοτεχνία παρά στη βιβλιογραφική διατριβή, αν και περιέχουν και πολύτιμες βιβλιογραφικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να δώσουν έναυσμα για διδακτορικές διατριβές σε νεότερους. Ούτε είναι μια πλήρης καταγραφή των νεανικών περιοδικών που κυκλοφορούσαν στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια –λείπει, ας πούμε, η Νέα Γενιά, το περιοδικό της ΕΠΟΝ, αν και ίσως δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που έθεσε ο συγγραφέας, και που θα τις δούμε παρακάτω.

Λοιπόν, ο αναγνώστης του Τριανταφυλλόπουλου επιστρέφει στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Κάτι που είχαμε ξεχάσει, τουλάχιστον τα παιδιά των τελευταίων δεκαετιών, και που ήρθε βάναυσα η οικονομική κρίση να μας το θυμίσει, ήταν ότι δεν ικανοποιούνται ακαριαία όλες οι ανάγκες. Επανειλημμένα ο ΝΔΤ αναφέρεται σε οικονομικές δυσκολίες. Κάπου ξεχωρίζει «όσους ευκολύνονταν» (σελ. 24) να αγοράσουν το τεύχος, αλλού εκμυστηρεύεται ότι «δεν τολμούσα να ζητήσω από τον πατέρα μου να μου αγοράζει το περιοδικό» (το Ελληνόπουλο, σελ. 46, που έκανε 50 δραχμές το 1945, δηλαδή, πολύ χοντρικά, 3-4 ευρώ σημερινά), ενώ το 1947 με τον πληθωρισμό να καλπάζει τα Παιδικά Φύλλα τιμώνται 500 δραχμές (ίδια αντιστοιχία σε σημερινά χρήματα), και το χρωματιστό εξώφυλλο με το τσεχοσλοβάκικο διήγημα Μαρτίνκο προκαλεί ακαταμάχητη «φαγούρα στα χέρια» στον 14χρονο ΝΔΤ, ενώ λίγα χρόνια αργότερα για την Παιδόπολι «θυσιάζει το χιλιάρικο» (σ. 38). Όταν μάλιστα κυκλοφορεί το Μεγάλο Ελληνόπουλο με δέκα μυθιστορήματα σε συνέχειες, η αναγγελία κάνει τον ενήλικο πια ΝΔΤ να χάσει τον ύπνο του και να επιστρατεύσει ένα μάλλον ανορθόδοξο μέσο προσπορισμού χρημάτων (σ. 79), να εκμεταλλευτεί τη μαεστρία του μικρού αδελφού του στις γκαζές, ο οποίος μετά ξαναπουλούσε στους χαμένους τις μπίλιες που τους είχε κερδίσει –και με τα κερδισμένα, σε συνδυασμό με σπαρτιατική λιτότητα, μπορούσαν κάθε εβδομάδα να παρακολουθούν το μυθιστόρημα Ρυλαμόρ.

Ο νεαρός Τριανταφυλλόπουλος, θα το καταλάβατε, είναι περιοδικομανής. Ακόμα και η γεωγραφία της γενέθλιας πόλης του σηματοδοτείται από τα σημεία όπου πουλιούνται τα περιοδικά –τα περίπτερα και τα μικρομάγαζα που παίρνουν διαστάσεις σπηλαίων «με τους ακένωτους αναγνωστικούς θησαυρούς», όπως λέει στη σ. 87. Λέγοντας παιδικά περιοδικά εννοούμε βέβαια, και το ξεκαθαρίζει ο ΝΔΤ στο πρώτο σημείωμα από τα 12 του βιβλίου, εκείνα τα περιοδικά στα οποία υπάρχει ένας «παιδεύων διάλογος» (σ. 21) ανάμεσα στο περιοδικό και στον αναγνώστη, τα περιοδικά που επιδιώκουν τη συμμετοχή του εφήβου στις σελίδες του περιοδικού αντί να «θηρεύουν αναγνώστες με το δόλωμα της καταιγιστικής δράσης υπερφυσικών ηρώων». Εννοούμε δηλαδή, αν βοηθήσει ένα παράδειγμα, τα περιοδικά τύπου Διάπλασης των Παίδων και όχι τα περιοδικά όπως η Μάσκα, τα Κλασικά Εικονογραφημένα, ο Μικρός Ήρως, ο Γκαούρ Ταρζάν, ο Γκρέκο ο Ήρωας των γηπέδων, ο Αστερίξ και ο Λούκυ Λουκ. Και αυτής της δεύτερης κατηγορίας τα περιοδικά είναι άξια μελέτης, και έχουν μελετηθεί, και ο ΝΔΤ δεν κρύβει πως κάποια από αυτά τα δανειζόταν και τα διάβαζε εξίσου άπληστα. Και άλλωστε, όπως λέει, αυτού του τύπου τα περιοδικά επικράτησαν ενώ τα δικά του περιοδικά, τα «καθαυτό παιδικά περιοδικά» όπως τα ονομάζει, δεν άντεξαν και το ένα μετά το άλλο έκλεισαν. Οπότε, ο ΝΔΤ αφιέρωσε τα επόμενα σημειώματα στα «περιοδικά που μάγεψαν τα δικά του χρόνια»

Το ιδανικό παιδικό περιοδικό, παιδικό με βάση την παραπάνω διευκρίνιση, έχει τέσσερα δυνατά σημεία: αρκετή και καλή λογοτεχνική ύλη (αναγνώσματα σε συνέχειες), πλούσια εικονογράφηση, δυνατότητα των συνδρομητών να στέλνουν τις πνευματικές τους ασκήσεις αλλά και τα λογοτεχνικά τους πρωτόλεια και αυτά να κρίνονται, και, τέλος, σελίδες «μικρών αγγελιών».

Ως προς τα λογοτεχνήματα είναι σαφές τι εννοώ –κάποια από αυτά θα είναι καινούργια (η Διάπλασις στο γύρισμα του 20ού αιώνα δημοσίευε τον Ιούλιο Βερν σε συνέχειες λίγους μήνες μετά το Παρίσι) άλλα, τα περισσότερα, κλασικά, δοκιμασμένα στον χρόνο (ο Βερν συνέχισε να αποτελεί απαραίτητο στοιχείο και των μεταπολεμικών περιοδικών, ενώ, ας πούμε, ο Μαρτίνκο, το βαρύ πυροβολικό της Παιδόπολης είχε γραφτεί στις αρχές της δεκαετίας του 1920).

Η έλξη που ασκούσαν οι εικόνες στο στερημένο μάτι του εφήβου των πρώτων μετακατοχικών χρόνων είναι δύσκολο να κατανοηθεί σήμερα, που έχουμε περάσει στο άλλο άκρο, στον βομβαρδισμό από κάθε λογής εικόνες και από κάθε λογής μέσα. Τότε είχαμε εικαστικό υποσιτισμό, σήμερα σε ευτροφισμό έχουμε φτάσει –ή, για τους γαλλομαθείς, σε γκαβάζ, την τεχνική αναγκαστικής πάχυνσης της χήνας ώστε να της πρηστεί το συκώτι και να γίνει φουαγκρά. Σε πολλά σημεία του βιβλίου φαίνεται η λαχτάρα του έφηβου της εποχής για τις εικόνες –το τετράχρωμο εξώφυλλο φαντάζει «σχεδόν σειρηνικό για τα μόλις μετακατοχικά μάτια μας» (σελ. 46)

Τα «καθαυτό» παιδικά περιοδικά τα διάβαζαν παιδιά διαβαστερά, που είχαν το πάθος της ανάγνωσης λογοτεχνικών έργων. Πάθος της ανάγνωσης πολύ συχνά σημαίνει πάθος της συγγραφής –έτσι, πολλοί αναγνώστες έστελναν τα λογοτεχνικά τους πρωτόλεια, ποιητικά συνήθως, στο περιοδικό, με τη φιλοδοξία να δημοσιευτούν.

Πρέπει εδώ να πούμε, διότι αυτό στις μέρες μας δεν υπάρχει πια, είναι μια παράδοση που νομίζω πως έχει εκλείψει, ότι όχι μόνο τα παιδικά περιοδικά της εποχής, αλλά και εκείνα που απευθύνονταν σε μεγαλύτερους, τα ποικίλης ύλης, αλλά και τα αμιγώς λογοτεχνικά, είχαν μια στήλη ή μια σελίδα με συνεργασίες αναγνωστών, ακόμα και η Νέα Εστία της εποχής του Ξενόπουλου θαρρώ. Η σελίδα αυτή λειτουργούσε ως είδος Πουργατόριο ή ως πρώτο σκαλοπάτι. Άλλη καταξίωση είχε η δημοσίευση του πρωτολείου σου στη σελίδα εκείνη, και άλλη, πολλαπλάσια, αν το έβλεπες να μπαίνει σε μια «κανονική» σελίδα του περιοδικού –όπως γράφει και ο Κοτζιούλας, μιλώντας για το Μπουκέτο στα 1925-6, Έστελνα μεταφράσεις στο «Μπουκέτο» κι απ’ την τελευταία σελίδα τις έβαζαν τώρα μέσα, μ’ είχαν προβιβάσει. Βέβαια, όπως λέει στη σελ. 69 ο ΝΔΤ, ο καλός αρχισυντάκτης ήξερε να επιβραβεύει όσους αλληλογράφους του έδειχναν ταλέντο με την υψηλότερη τιμή: τη δημοσίευση των πρωτολείων τους στο κυρίως σώμα του περιοδικού αλλά ύστερα τους ξανάστελνε στο Πουργατόριο –όχι για τιμωρία, μα για να μην πάρουν τα μυαλά τους αέρα.

Βέβαια, ο μεγάλος όγκος των πρωτολείων θα ήταν ακατάλληλος ακόμα και για το Πουργατόριο –αλλά ο αρχισυντάκτης έπρεπε να τα διαβάσει, και να τα απορρίψει με τρόπο που να μην τσαλακώνει τον αρχάριο συγγραφέα, όπως λέει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στον πρόλογο: να ανακοινώσει την απόρριψη εύσχημα συνοδεύοντάς την με μια συμβουλή. Ηράκλειο το έργο του αρχισυντάκτη, πραγματικά.

Δεν γινόταν πάντοτε έτσι. Ξεφυλλίζοντας την αντίστοιχη σελίδα (λεγόταν Καρτ Ποστάλ) του μεσοπολεμικού Μπουκέτου, βλέπουμε τον εκεί αρμόδιο συντάκτη, που είχε επίσης οξυμένο κριτικό αισθητήριο αλλά δεν χρησιμοποιούσε προσεχτική γλώσσα, παρόλο που κι αυτός σε εφήβους κυρίως απευθυνόταν. Το ποίημά σας όχι καλό. Να πάψετε να γράφετε στίχους. Σας το λέμε αυτό μ’ απόλυτη ειλικρίνεια, λέει το 1931 ο ανώνυμος κριτής του Μπουκέτου (πρέπει να ήταν ο Χάρης Σταματίου, που αργότερα συνεργάστηκε και με το Ελληνόπουλο) στον 17χρονο τότε Λυκούργο Καλλέργη, τον γνωστό αργότερα ηθοποιό και βουλευτή. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, δημοσιεύει και την αρχή του πολύ κακού πράγματι ποιήματος! Ο Καλλέργης φαίνεται να ακολούθησε τη σκληρή συμβουλή του Μπουκέτου· ευτυχώς που δεν έκαναν το ίδιο δυο από τους απορριφθέντες ενός τεύχους του 1926, στο οποίο ο απαιτητικός κριτής κατάφερε, στο ίδιο τεύχος, να απορρίψει τον 14χρονο Νικηφόρο Βρεττάκο από το Γύθειο και τον 17χρονο Γιαννούλη Ρίτσο από τη Μονεμβασιά!

Ένα άλλο από τα βάσανα του αρχισυντάκτη, ήταν ότι πολλοί από τους επίδοξους ποιητές δεν δίσταζαν να αντιγράψουν, ελαφρά τη καρδία, ποιήματα δόκιμων ποιητών και να τα παρουσιάζουν για δικά τους. Και φανταστείτε πόσο δύσκολο ήταν να εντοπίσεις την αντιγραφή σε μια εποχή που δεν υπήρχαν βοηθήματα σε ηλεκτρονική μορφή και έπρεπε κανείς να βασίζεται στο μνημονικό του για να ξεσκεπάσει τους αντιγραφείς ή να τους κάνει, με τακτ πάντοτε, την ερώτηση αν είναι βέβαιοι πως οι στίχοι είναι δικοί τους –το φαινόμενο αυτό, πάντως, εμφανιζόταν σε όλα τα περιοδικά που είχαν παρόμοιες στήλες· αν θυμάμαι καλά, είχε χτυπήσει και τη Διάπλαση του Ξενόπουλου.

Ο καημένος ο Ξενόπουλος είχε υποστεί το χουνέρι αυτό στη Νέα Εστία και στην αντίστροφή μορφή του, όταν ο Γεράσιμος Γρηγόρης, τότε φοιτητής, του έστειλε στίχους που τους είχε σκαρώσει στο ύφος της Οδύσειας του Καζαντζάκη, που τότε γραφόταν και δημοσιευόταν τμηματικά εδώ κι εκεί, κι ο Ξενόπουλος, μη μπορώντας να ρωτήσει τον Καζαντζάκη, που έλειπε στο εξωτερικό, τους δημοσίεψε πρωτοσέλιδα!

Υπάρχει βέβαια και μια άλλη παρενέργεια με τα ψευδώνυμα: συμβαίνει κάποτε ο ψευδώνυμος του περιοδικού να θεωρηθεί ο πρωτότυπος συγγραφέας. Όπως αναφέρει και ο ΝΔΤ, η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη δημοσίευε στο Ελληνόπουλο ως Ελένη Παρή αλλά και ως Ειρήνη Φωτεινού και Κλειώ Νοταρά. Για να κάνω μια παρέκβαση, πολλά χρόνια αργότερα, η συγγραφέας σε μια συλλογή διηγημάτων της συμπεριέλαβε και ένα διήγημα που το είχε πρωτοδημοσιεύσει στο Ελληνόπουλο με την υπογραφή τής Ελένης Παρή. Ένας αναγνώστης της έστειλε μια επιστολή (σήμερα θα έστελνε μέιλ): Το τάδε διήγημά σας είναι δημοσιευμένο από την Ελένη Παρή στο τάδε τεύχος του Ελληνόπουλου. Τι σας χρωστάει η Ελένη Παρή και τη ληστεύετε κατ’ αυτό τον τρόπο;

  • Μου χρωστάει τα πάντα, απάντησε η Παπαδάκη –και στο εξής την καταργώ.

Μια ανάλογη περιπέτεια είχε και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Ήταν διαπλασόπουλο από μικρός με το ψευδώνυμο Αιθήρ, ίσαμε τα 18 του χρόνια (τότε ήταν και ο Ρώμος Φιλύρας, ως Κορινθιακό Κύμα). Περασμένα τα τριάντα, ο Λαπαθιώτης ξαναγράφεται συνδρομητής στη Διάπλασι με το ψευδώνυμο Όψιμος Κρίνος. Κάποια στιγμή, συμμετέχει με ένα ποίημά του (το «Τραγούδι της αυγής») σε έναν διαγωνισμό και κερδίζει το δεύτερο βραβείο –και όχι το πρώτο επειδή το ποίημά του δεν ήταν και πολύ παιδικό. Λίγο αργότερα o Λαπαθιώτης δημοσίευσε το ίδιο ποίημα με την υπογραφή του σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό και αναπόφευκτα ένας συνδρομητής, με το ψευδώνυμο Καλαματιανό λουλούδι, ο και λογοτέχνης αργότερα Γιάννης Καμαριανάκης, έστειλε γράμμα στο περιοδικό και ζήτησε να μάθει αν ο Λαπαθιώτης έκλεψε τον Όψιμο Κρίνο –κι έτσι ο Ξενόπουλος αναγκάστηκε να αποκαλύψει την ταυτότητα του συνδρομητή του.

Και το τέταρτο συστατικό του ιδανικού παιδικού περιοδικού είναι οι στήλες των Μικρών Αγγελιών (κατά την ορολογία της Διάπλασης των Παίδων) ή των Μεταξύ μας (κατά Ελληνόπουλο) ή οι Πεννομαχίες (κατά την ορολογία της Παιδόπολης). Πράγματι, οι στήλες αυτές της αλληλογραφίας ήταν σχεδόν απαραίτητες για ένα περιοδικό, αφού, εκτός από στοιχείο περιζήτητο από τους αναγνώστες ήταν και πηγή πρόσθετων εσόδων για το περιοδικό: η κατάθεση αγγελιών γινόταν επί πληρωμή, κάποτε και η απόκτηση ψευδωνύμων, ενώ στη Διάπλαση η ανταλλαγή μικρών μυστικών ανάμεσα στους συνδρομητές γινόταν υποχρεωτικά με χρήση ειδικών τετραδίων του περιοδικού, που κι αυτά τα αγόραζαν οι συνδρομητές. Στις στήλες των Μικρών Αγγελιών έβλεπε κανείς αθώα και όχι και τόσο αθώα πειράγματα, υπαινιγμούς για την ταυτότητα των Μεταξυμάχων (Ξανθέ ιππότη, μου φαίνεται πως είσαι μελαχρινός και όχι ξανθός), ή ακόμα και αποκαλύψεις, ότι πίσω από το τάδε ψευδώνυμο κρύβεται το τάδε πρόσωπο. Βέβαια, αναπόφευκτα όσοι είχαν οικονομική άνεση διακρίνονταν στον αγγελιοπόλεμο –ο ΝΔΤ παραθέτει τις αναμνήσεις του Δρόσου Κραβαρτόγιαννου, όπου γίνεται λόγος για κάποιον Κάρολο Β’, που ήταν πλουσιόπαιδο και γι’ αυτό μονοπωλούσε τη στήλη των Αγγελιών, με αποτέλεσμα να του γράφουν οι ζηλιάρηδες ότι «η δύναμη στον άνθρωπο είναι το πορτοφόλι» (σ. 83).

Ο ΝΔΤ πολύ παραστατικά περιγράφει (σ. 42) τη δυσφορία των πιστών φίλων του πρδ. Παιδόπολις επειδή το περιοδικό δεν είχε τέτοιες σελίδες. «δεν μας έδινε την ευκαιρία να εκδηλωθούμε δραστικότερα», γράφει. «Η παιδόπολις δεν μύριζε μπαρούτι και αυτό ήταν σχεδόν ανυπόφορο. Ανυπομονούσαμε να πάρουμε ψευδώνυμα, να συσπειρωθούμε σε συλλόγους, … να κατατροπώσουμε έμμετρα ή πεζά τους άλλους ψευδωνυμομάχους». Και κάποτε το αίτημά τους ικανοποιήθηκε, αφού ο αρχισυντάκτης εδέησε να ανοίξει σελίδες με «πεννομαχίες», αλλά το δώρο σχεδόν τούς βγήκε ξινό: κατέφθασαν συντεταγμένοι οι συνδρομητές άλλου περιοδικού και επιχείρησαν να κυριαρχήσουν στον στίβο των πεννομαχιών –ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα. Οι σελίδες αυτές είναι από τις πιο σπαρταριστές του βιβλίου, καθώς ο ΝΔΤ τόσες δεκαετίες μετά καταφέρνει να μεταφέρει την εφηβική, μεγεθυμένη, αγανάκτηση –αγανάκτηση που έφτασε στη δημιουργία συλλόγων που μάλιστα στέλνουν ανοιχτό γράμμα στους Πεννομάχους και τους προειδοποιούν να μην ενδώσουν στις γαλιφιές των νεόφερτων.

Τα περισσότερα περιοδικά που εξετάζει ο ΝΔΤ στο βιβλίο στάθηκαν βραχύβια, με εξαίρεση τη Ζωή του Παιδιού που σε λίγα χρόνια θα αποσπάσει τον τίτλο του μακροβιότερου παιδικού περιοδικού από τη Διάπλαση, αλλά που βέβαια στηρίζεται σε έναν ισχυρό μηχανισμό διάδοσης και που μάλλον οριακά ικανοποιεί τις προδιαγραφές, αφού παρουσιάζει ελάχιστα ανεπτυγμένο το στοιχείο του διαλόγου με τους αναγνώστες. Τα άλλα, δεν μακροημέρευσαν: ακόμα και το Ελληνόπουλο, με τον εκπληκτικό αριθμό των 80.000 φύλλων πανελλαδικά δεν μπόρεσε να φτάσει στη δεκαετία. Η βασικότερη αιτία για τη διακοπή της έκδοσης του περιοδικού, σύμφωνα με μαρτυρία πάλι του Δρόσου Κραβαρτόγιαννού (σ. 84) είναι ότι δεν πλήρωνε τους συνεργάτες. Κατά σύμπτωση, αυτό τον καιρό επιμελήθηκα τα ημερολόγια ενός μεροκαματιάρη της πέννας, του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, ο οποίος το 1948 ήταν συνεργάτης του Ελληνόπουλου· εκεί βρήκα κάτι που έρχεται σε επίρρωση της προηγούμενης μαρτυρίας: ο Κοτζιούλας περιγράφει με μελανά χρώματα τον αγώνα που έκανε για να αποσπάσει ένα μέρος από τα δουλεμένα του λεφτά –μέχρι και ποίημα έγραψε, Προσωπική καταγγελία, που τελειώνει:

Αχ, μ’ έχει πιάσει η μέγκενη του κακοπληρωτή
με τη βαριά σακούλα:
να ποιοι, χωρίς να φαίνονται, σταυρώνουν τον ποιητή
που λέτε εσείς Κοτζιούλα.

και το οποίο, αν κρίνω από τον χρόνο δημοσίευσής του, διόλου απίθανο να είναι γραμμένο και για τον εκδότη του Ελληνόπουλου.

Αν το Ελληνόπουλο έκλεισε για οικονομικούς λόγους, ή έστω για λόγους κακής διαχείρισης, ένα άλλο περιοδικό με το οποίο και κλείνει ο κύκλος των 12 κεφαλαίων, η Σκαπάνη, έκλεισε με άνωθεν εντολή από φίλιες δυνάμεις όταν κρίθηκε ότι ελευθεριάζει υπερβολικά –είχε, βλέπετε, καλαίσθητα εξώφυλλα και οι κριτές σκανδαλίζονταν βλέποντας ένα ωραίο κορίτσι ανάμεσα σε ανθισμένα κλωνιά: Και ποιος μας λέει, αγαπητέ μου, είπαν στον Χρήστο Γιανναρά, που ήταν η ψυχή του περιοδικού, εικοσπεντάχρονος τότε, ποιος μας λέει ότι από τον λαιμό και κάτω το κορίτσι δεν είναι γυμνό;

Οι αυστηροί επόπτες είχαν επιβάλει και ποινή στον Γιανναρά, να μην υπογράφει, για μια περίοδο, με το όνομά του παρά μόνο με ψευδώνυμο ή αρχικά. Αυτή την καραντίνα, ο συγγραφέας τη χαρακτηρίζει με μια μοναδική λέξη, χάρη στην οποία, αν παρ’ ελπίδα έπεφτε στα χέρια μας ένα αντίτυπο χωρίς εξώφυλλο, και έτσι τυπωμένο που να μη φαίνεται ο συγγραφέας του, και πάλι από αυτή τη λέξη θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε την ταυτότητά του. Εννοώ τη λέξη «σπορκάρισμα» στη σελ. 103, που παραπέμπει ευθέως στον Παπαδιαμάντη, παρόλο που στα κείμενά του, απ’ όσο θυμάμαι κι απ’ όσο μπόρεσα να ψάξω, η λέξη δεν περιλαμβάνεται. Νομίζω ότι ο ΝΔΤ είναι ο μόνος που θα μπορούσε σήμερα να χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη, που ακόμα και το παντεποπτικό Γκουγκλ δεν τη γνωρίζει προς το παρόν –και με την ευκαιρία να πω για τη γλώσσα, ότι θα χαρεί ο αναγνώστης το εύρος της και την τόλμη της.

Ο συγγραφέας δεν αφιέρωσε ειδικό σημείωμα στην Ελεύθερη Γενιά, το περιοδικό που εκδιδόταν από το Υπουργείο Παιδείας τα πρώτα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, με στυλοβάτη τον Γιώργο Ιωάννου, ακριβώς επειδή δεν την έζησε σαν αναγνώστης –κι έτσι αρκείται σε λίγα λόγια μόνο, επισημαίνοντας σε υποσημείωση ότι την εποχή εκείνη δεν θα είχε νόημα η δημοσίευση Μικρών Αγγελιών. Οι σημερινοί πάντως έφηβοι έχουν τις δικές τους Μικρές αγγελίες –και δεν είναι άλλες από το Φέισμπουκ και τα άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέσα από τα οποία όχι μόνο οι έφηβοι αλλά και οι μεγαλύτεροι, και οι μεγάλοι, ανταλλάσσουν μηνύματα, αντιπαραθέτουν ιδέες και καβγαδίζουν άλλοτε με το ονοματεπώνυμό τους ή με ένα ψευδώνυμο ή χρηστώνυμο, με μια περσόνα. Το καλό και το κακό της σημερινής εποχής είναι πως η επικοινωνία είναι ακαριαία –δεν χρειάζεται να περιμένεις εβδομάδες για να κυκλοφορήσει το τεύχος και μετά άλλες εβδομάδες για να δεις την απάντηση.

Από αυτή την άποψη, η επικοινωνία είναι απρόσκοπτη –αλλά τον «αρχισυντάκτη» ποιος θα τον αντικαταστήσει; Δεν έχουμε ακόμα βρει την απάντηση σε αυτό, αλλά ο Νίκος Τριανταφυλλόπουλος, με τη δημόσια παρουσία του και τα γραφτά του έχει επάξια παίξει, θαρρώ, και τον ρόλο του αρχισυντάκτη. Τον ευχαριστώ και σας ευχαριστώ.

 

Advertisements

48 Σχόλια to “Για τα Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου”

  1. tamistas said

    Δεν το ήξερα. Κρίμα. Θα ερχόμουν. Καλημέρα.

  2. Αντώνης said

    Έξοχον. Καλημέρα από Γρεβενά.

  3. Παναγιώτης Κ. said

    Τρία ήταν τα περιοδικά που έφταναν στα μαθητικά μας χέρια στο δημοτικό , στη δεκαετία του ΄60 σε ένα χωριό της Κόνιτσας των διακοσίων κατοίκων.Η Διάπλαση των παίδων , η Ζωή του παιδιού και τα Νέα του Ερυθρού Σταυρού. Ναι έτσι όπως σας το λέω για το τελευταίο.

  4. Γς said

    Χρόνια Πολλα Μιχάλη

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1: Κρίμα, το είχαμε αναγγείλει κι εδώ. Κάποια άλλη φορά 🙂

  6. gpoint said

    καλημέρα

    ενδιαφέρουσα και ωραία η ομιλία

  7. Είχα προσωπικές εμπειρίες από τα περιοδικά Μικρός εξερευνητής του Ν. Τσεκούρα, παλιού συνεργάτη του Ελληνόπουλου (ήμουν ανταποκριτής στην Πρέβεζα, όπου ζούσα), την Ελεύθερη γενιά, υπεύθυνος για την ύλη της φυσικής – φυσικών, και το Φυσικό κόσμο, όπου ήμουν μέλος της συντακτικής επιτροπής και συγγραφέας πολυάριθμων κομματιών. Πολύ ενδιαφέρον το υλικό σου.

  8. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    7: Ο Τσεκούρας ήταν και διευθυντής του Ελληνόπουλου. Αλλά ο Μικρός Εξερευνητής τι ύλη είχε;

  9. 4, Ευχαριστώ Γς!

  10. sarant said

    Στον Μιχάλη, στον Άγγελο, στις Αγγελικές μας -χρόνια πολλά!

  11. Ιάκωβος said

    Πολύ ωραίο.
    Ανιόντες συγγενείς μου έγραφαν με ψευδώνυμα στη Διάπλαση, προπολεμικά. Για μας, το κατεξοχήν παιδικό περιοδικό, που περιμέναμε κάθε βδομάδα, ήταν το μικιμάους. Η αυτοκρατορία του Ντίσνεϊ, που ακόμα αντεπιτίθεται, αλλά χωρίς την δημιουργική ιδιοφυΐα του ιδρυτή της.
    _______________

    Χρόνια πολλά Μιχάλη, και γενικά να είναι καλά όλες οι αγγελικές δυνάμεις,οι:

    Άγγελος, Αγγελής, Αγγελική, Άντζελα, Άτζελα, Άντζυ, Αγγέλα, Αγγέλλω, Αγγελίνα *
    Γαβριήλ, Γαβρίλος, Γαβρίλης, Γαβριέλα, Γαβρίλα, Γαβριηλίτσα, Γαβριλίτσα, Αραβέλα
    Μιχαήλ, Μισέλ, Μιχάλης, Μιχαλός, Μιχελής, Μιχαέλα, Μιχαέλλα, Μιχαήλα, Μιχαηλίτσα, Μιχαλίτσα
    Σεραφείμ, Σεραφειμία, Σεραφείμα, Σεραφίνα, Σεραφειμή, Σεραφειμούλα, Σεραφειμίτσα *
    Ευστρατία
    Μεταξία, Μεταξούλα, Ταξούλα
    Ραφαήλ, Ραφαήλος, Ραφαέλος, Ραφαέλα, Ραφαέλλα, Ραφαήλα, Ραφαηλία *
    Σταμάτης, Σταμάτιος, Στάμος, Σταμούλης, Σταμέλος, Σταμέλης, Σταμελάς, Σταματία, Μάτα, Ματούλα, Ματίνα, Σταματίνα, Σταμάτα, Σταμέλα, Σταμούλα, Σταματή, Μάτω, Σταματέλλα *
    Στρατηγός, Στρατής, Στρατηγούλα
    Ταξιάρχης, Ταξιαρχούλα

  12. Σκαπάνη και Ακτίνες δεν έπεσαν ποτέ στα χέρια μου, αλλά θυμάμαι από εφημερίδα της εποχής μια καταγγελία εναντίον ενός δασκάλου ο οποίος «ου μόνον συνέστησε αλλά και επέβαλε εις τους μαθητάς του την Σκαπάνην», ενώ στο περιοδικό αυτό περιέχονταν αναγνώσματα » πορνογραφικού και γκαγκστερικού περιεχομένου»! Καημένε Γιανναρά! Βέβαια, όποιος ανακατεύεται με τα πιτουρα…

  13. atheofobos said

    7-8
    Ο Νίκος Τσεκούρας έγραφε τις περιπέτειες του Ντέντεκτιβ Χ στην Μάσκα και τις υπέγραφε ως Νίκ Χάτσετ! Όταν μετέφραζαν τις πραγματικές ιστορίες του Μπραντ Χάουζ, οι αναγνώστες της «ΜΑΣΚΑΣ» διαμαρτύρονταν, ζητώντας τα…γνήσια κείμενα!
    Μεταξύ πολλών άλλων εντύπων σκάρωσε το θρυλικό «ΧΤΥΠΟΚΑΡΔΙ» με χορηγό τον εκδότη Μιχο Σαλίβερο. Στο ερωτικο-σπαζοκεφικό αυτό έντυπο συνεργάστηκαν υπογράφοντας με ψευδώνυμο γνωστοί λογοτέχνες, όπως ο Μ. Καραγάτσης, ο Κωστής Βελμύρας, ο Μανώλης Σκουλούδης, ο Νίκος Μαράκης, ο Θέμος Ποταμιάνος. Η επιτυχία ήταν τεράστια αλλά το πολέμησε μετά μανίας η εκκλησιαστική οργάνωση ΖΩΗ , ως «αισχρούργημα» με αλλεπάλληλες μηνύσεις των μητροπολιτών σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Τελικά ο Σαλίβερος αναγκάστηκε να διακόψει την έκδοση για να μην βρεθεί στη φυλακή και ο Νίκος Τσεκούρας ολοκλήρωσε την περιπετειώδη 60 χρόνων δημοσιογραφική του καριέρα στις εκδόσεις ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΥ.
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B5%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%82
    Δεν πρόλαβα το Ελληνόπουλο παρά μόνο δεύτερο χέρι, δεμένο σε τόμους, αλλά το Χτυποκάρδι διαβαζόταν μανιωδώς από την μαθητιώσα νεολαία της εποχής μου, όπως οι παράνομες προκηρύξεις στην κατοχή, κυκλοφορώντας από χέρι σε χέρι κρυμμένο σε τετράδια, μέσα από τα ρούχα κτλ !

  14. sarant said

    12 Στο βιβλίο του ΝΔΤ υπάρχει και γράμμα σχολικού επιθεωρητή που κατακεραυνώνει τη Σκαπάνη σταχυολογώντας σκανδαλιστικά αποσπάσματα 🙂

  15. sarant said

    13 Μου έχει ξεφύγει το Χτυποκάρδι 🙂

  16. Γς said

  17. Γς said

    Κι ήταν η ίδια καρδιά που χτύπαγε τότε;

  18. sarant said

    16 Α γεια σου!

  19. gpoint said

    # 16

    σου δανείζομαι την φωτό

  20. Πάνος με πεζά said

    Βonus καθυστερημένης εισόδου, μόλις στις 21:05 ! Χρόνια πολλά στους εορτάζοντες και εορταζόμενους (αν καταλαβαίνω καλά, δεν είναι το ίδιο, αν είσαι μπάκουρος ή δε σου κάνουν γιορτή, είσαι εορτάζων αλλά όχι εορταζόμενος, όχι;)

    Καλή η συντομογραφία σου, κι ευτυχώς που οι Τριανταφυλλόπουλοι βρέθηκαν, την εποχή του ΔΝΤ, μια γενιά μπροστά (ή πίσω) ! 🙂 Eντυπωσιακή η περιγραφή του συγγραφέα για την παιδική «αναγκαιότητα της περιοδικότητας» !

    Όσο για το Λυκούργο Καλλέργη, αγνοούσα τη βουλευτική του παρουσία !

  21. sarant said

    20 Και όμως, είχε κάνει πλήρη θητεία (1977-81)

  22. Γς said

    19:
    Στην χαρίζω.
    Δεν την χρειάζομαι άλλο 😦

  23. Γς said

    Από την παρουσίαση στη Ραφήνα και την ταβέρνα

    Δικές μου φωτο

    και του

    Γιάννη Ιατρού

  24. Πάνος με πεζά said

    @ 23 : «Δικές μου φωτό» : στις τρεις πρώτες, του βιβλιοπωλείου (όπως και στο δείγμα, άλλωστε), πιο ευρυγώνιες, πεθαίνεις !

  25. sarant said

    23 Μπράβο, ευχαριστούμε -και μην τον ακούς τον φωτοκριτικό του 24! 🙂

  26. Πάνος με πεζά said

    Μόνο για τις ευρυγώνιες είπα, τις υπόλοιπες δεν τις έθιξα, λόγω του ότι τραβήχτηκαν εντός των ορίων…ναυτικού Δήμου… 🙂

  27. Κρίνοντας από μερικά τεύχη της «Σκαπάνης» που έχω (εκδιδόταν στο πρώτο μισό του ’60) θα έλεγα πως ήταν ένα φουλ συντηρητικό, της… πεφωτισμένης δεξιάς νεανικό περιοδικό. Για παράδειγμα στο τεύχος 20 (Ιανουάριος ’63) θάβεται ο λυρικός «Ουρανός» του Τάκη Κανελλόπουλου, επειδή ο κριτικός δεν τον εύρισκε καθόλου μα καθόλου ηρωικό!
    Αχρείαστο το θαυμαστικό, αν κρίνω από τον χοντροκομμένο αντικομμουνισμό του κειμένου «Μια χαραμάδα στο Παραπέτασμα» από το ίδιο τεύχος.

  28. sarant said

    27 Έτσι πρέπει να ήταν. Και είναι ενδεικτικό ότι αυτό το καθόλα στρατευμένο περιοδικό κόπηκε για την… Πόλα (έτσι λεγόταν η προκλητική νεαρά στο διήγημα)

  29. Μαρία said

    27, 28
    Η Σκαπάνη έβγαινε απο παραμάγαζο της Ζωής, της χριστιανικής ενώσεως Ακτίνες, γι’ αυτό κι η συνεργασία του Γιανναρά
    http://www.evonymos.org/greek/viewsinergates.asp?id=394
    Οι Ακτίνες http://www.xee.gr/aktines.html

    Η Παιδόπολις πάλι προδίδεται απ’ το όνομά της. Προορίζονταν για τα παιδάκια των σπιτιών της Φρειδερίκης αλλά δεν ήξερα οτι κκλοφορούσε και στο εμπόριο.

  30. Βάταλος said

    Εντιμώτατε κ. Σαραντάκο,

    1) Εξεπλάγην διά το θάρρος σας: Έχων εις τα δεξιά σας τον ΔΗΜΑΡο-χριστιανούλην πρόεδρον του «Άρτου Ζωής» Σταύρον Ζουμπουλάκην, ετολμήσατε να αποκαλύψετε εν Χαλκίδι ότι κάποιος Γαλιλαίος θεολόγος είπεν εις τον εκδότην της «Σκαπάνης» Χρήστον Γιανναράν: «Ποιός μάς λέει ότι από τον λαιμό και κάτω το κορίτσι δεν είναι γυμνό;». Διατί, όμως, αποκρύψατε ότι το περιοδικόν «Σκαπάνη» ήτο της παρεκκλησιαστικής αδελφότητος «Ζωή», ότι ιθύνων νούς της «Σκαπάνης» ήτο ο «Ζωϊκός» προστάτης του Γιανναρά, Τασούλης Γιαννουλάτος (νύν αρχιεπίσκοπος Αλβανίας) και ότι αι αποκαλύψεις του Γιανναρά διά την «Σκαπάνην» περιέχονται εις το μνημειώδες αυτοβιογραφικόν του σύγγραμμα «Καταφύγιο Ιδεών» (1η έκδοσις «Δόμος» 1994);

    Διατί κ. Σαραντάκο, απεφύγατε να ειπήτε εις το ακροατήριόν σας και το άλλο που είπε κάποιος ιερεύς των Γαλιλαίων εις τον Γιανναράν, ότε η «Σκαπάνη» εδημοσίευσε φωτογραφίαν ωραίου εφήβου; («Να μη ξαναβάλουμε τέτοιες φωτογραφίες, γιατί τα κορίτσια ερωτεύονται το άγνωστο εικονιζόμενο πρόσωπο και βασανίζονται από διεγέρσεις»)!..

    2) Από το «Καταφύγιον Ιδεών» του χριστιανού αμπελοφιλοσόφου Χρήστου Γιανναρά έμαθεν ο πολύς κόσμος ότι ο διαβόητος Δεσπότης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης εις κάθε κήρυγμά του απεκάλυπτε ότι «ΟΙ ΔΕΣΠΟΤΑΔΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥΣΤΗΔΕΣ», με αποτέλεσμα να τον τρέμουν οι κίναιδοι + λαικασταί Αρχιερείς και να του επιτρέπουν να οργιάζη ανενόχλητος, οδηγών τους Ρωμιούς οπίσω εις τον Μεσαίωνα…

    3) Διατί κ. Σαραντάκο απεφύγατε να αποκαλύψητε τον απροκάλυπτον αντικομμουνισμόν της «Σκαπάνης», κατ’ εντολήν του ιδίου του Τασούλη Γιαννουλάτου, που σήμερον «μάς το παίζει» προοδευτικός;. Με την ευκαιρίαν, συγχαίρω τον κ. Δισκορυχείον που σας το υπενθύμισε εν τω σχολίω 27. Ωστόσον, και πάλι εις την απάντησίν σας (σχ. 28) το αποκαλείτε «στρατευμένο περιοδικό», αποφεύγων να ενημερώσητε τους αναγνώστας σας ότι ήτο όργανον της παρεκκλησιαστικής οργανώσεως «Ζωή» με σκοπόν να αποβλακώνωνται τα Ρωμιόπουλα. Ο γέρων Βάταλος ήτο τότε 26-27 ετών και ακόμη ενθυμείται πόσον αντικομμουνιστικόν περιοδικόν ήτο η «Σκαπάνη», αφού κάθε τεύχος της επερνούσε από την λογοκρισίαν του αρχι-θεολόγου της «Ζωής» Κωνσταντίνου Μουρατίδου, του γνωστού διακεκριμένου Πατρολόγου που εγνωμάτευσεν επί Χούντας ότι πρέπει να καθαιρεθή (συμφώνως με τους Ιερούς Κανόνας) από τον Ορθόδοξον Κλήρον ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Μακάριος Μούσκος!..

    4) Δια να αντιληφθήτε τας στενάς σχέσεις του 80χρονου Χρηστάκη Γιανναρά με τον 86χρονον Τασούλην Γιαννουλάτον (νύν Αρχιεπίσκοπον Αλβανίας) προσφέρω το αυτοβιογραφικόν σύγγραμμα του Γιανναρά «Τα εις εαυτόν» (εκδόσεις «Ίκαρος»). Εκεί θα μάθετε ότι ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος΄(το παραδέχεται αφελώς ο ίδιος ο Χρηστάκης!) είναι αυτός που επέβαλε τον Γιανναράν ως καθηγητήν Φιλοσοφίας της Παντείου, αν και δεν διέθετε το παραμικρόν πτυχίον Φιλοσοφικών Σπουδών, αλλά μόνον Χριστιανικής Θεολογίας!.. Τότε είχε προκληθή μέγα σκάνδαλον και πανελλήνιος σάλος, αλλά ο κ. Σαραντάκος και οι αναγνώσται του ήσαν νεαροί διά να το ενθυμούνται… Επίσης, θα μάθετε πώς έπιασε δουλειά ο Χρηστάκης ως θεολόγος εις την «Σχολήν Μωραΐτην» διότι τον συνεπάθησε ο μακαριστός Αντώνης Μωραΐτης και άλλα πολλά…

    http://www.docdroid.net/l7NcP45/-.pdf.html

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος
    πρώην Ρωμιός, πάντοτε Έλλην και ουδέποτε κάφρος

    ΥΓ: Υπάρχει και μία άλλη πτυχή της «Σκαπάνης» διά την οποίαν δεν τολμώ να δώσω λεπτομερείας και τεκμηρίωσιν, προκειμένου να μή με αποβάλη από το ιστολόγιον ο αγαπητός κ. Σαραντάκος, μετά την πρώτην άδικον κιτρίνην κάρταν που μοί έδειξε προ ημερών: Από το περιοδικόν «Σκαπάνη» της παρεκκλησιαστικής οργανώσεως «Ζωή» (της οποίας ήτο σημαίνον στέλεχος) ενεπνεύσθη ο αείμνηστος Ίων Παράσχης το όνομα της Τεχνικής Εταιρείας «ΣΚΑΠΑΝΕΥΣ ΑΤΕ» που ετσάκωνε (μαζί με την «ΕΔΟΚ-ΕΤΕΡ» και την «ΑΡΧΙΡΟΔΟΝ») όλα τα Μεγάλα Δημόσια Έργα επί Χούντας, ελέω του «Ζωϊκού» αρχιπραξικοπηματία Στυλιανού Παττακού, που σήμερον των Ταξιαρχών (8η Νοεμβρίου 2015) έχει τα γενέθλιά του: Συνεπλήρωσε τα 103 και εμβήκε εις τα 104…

  31. sarant said

    29 H Παιδόπολις άλλαξε το όνομά της σε Σπίτι του Παιδιού σχετικά γρήγορα.

  32. Μαρία said

    31
    Επειδή μετονομάστηκαν κι οι παιδουπόλεις σε σπίτια, της βασιλίσσης, όπως τα λέγαμε, της μητέρας των ορφανών.

  33. Pedis said

    Ενδιαφέρουσα ομιλία!

    Μία απορία: οι «γκαζές» από πού βγαίνουν και τι σχέση έχουν με τις μπίλλιες (ή γιαλένια);

  34. Μαρία said

    33
    Το ίδιο είναι. Απ’ τη γυάλινη μπίλια που είχαν για βούλωμα οι γκαζόζες. Κουρσούμια οι σιδερένιες μπίλιες και κουινάκια οι πήλινες.

  35. Pedis said

    # 34 – ευχαριστώ για την απάντηση. Είχαν οι γκαζόζες γυαλινη μπίλια για βούλωμα; Εγώ, εκτός από αγοραστά γυαλένια, μέχρι τσιγκάκια με κερί πρόλαβα να παίξω …

  36. Μαρία said

    34
    Οι προπολεμικοί όμως κυνηγούσαν τα μπουκάλια 🙂
    http://anoixtofortseri.blogspot.gr/p/blog-page_446.html

  37. 10, 11,
    Ευχαριστώ θερμά και αντεύχομαι στους υπόλοιπους εορτάζοντες/ουσες.

  38. spiral architect said

    Ενδιαφέρουσα εκδήλωση.

    @30 τέλος: Δεν υπήρχαν κι άλλες τεχνικές εταιρείες τότε στην Ελλάδα. 😉
    (και λίγα με τους Καρπιδαίους ε;)

  39. sarant said

    33-36: Φυσικά η Μαρία με πρόλαβε. Πρέπει να το έχουμε συζητήσει ξανά, ίσως σε κάποιο άρθρο για παιδικά παιχνίδια.

  40. Χαλκιδέος said

    Βλέπω βρεθήκατε στην πόλη μου κε Σαραντάκο! Τον κο Τριανταφυλλόπουλο είχα την τιμή να τον έχω Γυμνασιάρχη στο 4ο Γυμνάσιο Χαλκίδος (το λεγόμενο και «Οικονομικό») την περίοδο 1984-1986.

  41. #8/Νίκος, για το Μικρό εξερευνητή (1956-57):
    Θα έλεγα πως ήταν σαν το Ελληνόπουλο, σε μεγάλο σχήμα, με μονόστηλα έως και μονοσέλιδα-δισέλιδα κομμάτια, αλλά επηρεασμένος και από την περιπετειώδη ύλη των άλλων παιδικών και εφηβικών περιοδικών (π.χ. Μικρός Ήρως).
    Δεν θυμάμαι τι interaction είχε με τους αναγνώστες, εκτός από ένα καλό, μάλλον, ταχυδρομείο και το «διαγωνισμό των έξι ποδηλάτων». Έβγαινε από το «Δ. Δημητράκο» (Πλατεία Συντάγματος, σε όροφο) και μας είχαν καλέσει, τους ανταποκριτές των μακρινών πόλεων, αν περνούσαμε από την Αθήνα. Είχα πάει.

  42. Spiridione said

    Να προσθέσουμε κι αυτό για το Ελληνόπουλο, αν και πρέπει να είναι αρκετά γνωστό:
    «Οπως έχω πει ήμουν μωρό, τότε δεν ήξερα καλά καλά τον εαυτό μου, δεκατεσσάρων χρονών, πάμπτωχος και διάβαζα ένα παιδικό περιοδικό, το «Ελληνόπουλο». Το περιοδικό είχε μια στήλη συνεργατών, στην οποία για να δημοσιεύσεις έπρεπε να είχες καταθέσει ψευδώνυμο, η επιτροπή του περιοδικού να εγκρίνει το ψευδώνυμο και μετά ν’ αρχίσει να σου δημοσιεύει μόνο με το ψευδώνυμο.
    Οι φίλοι μου, λοιπόν, είχαν βάλει άλλος «Ελληνόπουλο», άλλος «Ιππότης των ορέων» λέω κι εγώ, ας βάλω Χριστιανόπουλος, βρε αδελφέ! Και ενεκρίθη βέβαια, ο συντάκτης μου έγραψε ότι, «είμαι πεπεισμένος παιδί μου ότι είσαι μεγάλο ταλέντο» και μου δημοσίευσε αρκετά ποιήματα. Από τότε κατά την παροιμία, γλυκάθηκε η γριά στα σύκα κι όλη μέρα τ’ αναζήτα! Μου άρεσε αυτό και περίπου το μονιμοποίησα και ξεφορτώθηκα το παλιό επίθετο».
    http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22808&subid=2&pubid=372519

  43. sarant said

    41 Ευχαριστώ!

    42 Εγώ παντως το αγνοούσα, ευχαριστώ Σπύρο!

  44. Μαρία said

    43
    Στο βιβλίο του Θεσσαλονίκην, ού μ’ εθέσπισεν… υπάρχει το άρθρο «Αναμνήσεις απο το Ελληνόπουλο», όπου αναδημοσιεύεται και το πρώτο του ποίημα με τίτλο Παράπονο ξενητεμένου. Ο Νίκος Χουρμουζιάδης είχε το ψευδώνυμο Μικρούλικο κι ο εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσών Κάρολος Μητσάκης το ψευδ. Μπιμπίκος.
    Πρώτη δημοσίευση: «Ελληνόπουλο» (του συλλόγου αναγνωστών – συνεργατών περιοδικού Ελληνόπουλο), Αθήνα, αρ. 12, 15.11.1986, σ.5 και 8.

  45. sarant said

    Μπιμπίκος βεβαίως ήταν ο ήρωας του κόμικς του Ελληνόπουλου.

    Αν δεν είναι μεγάλο, χτύπα το να το βάλουμε την Κυριακή

  46. Μαρία said

    45
    Έγινε.

  47. Ευχαριστούμε για την παρουσία σας στην εκδήλωσή μας και την τόσο ενδιαφέρουσα και γλαφυρή εισήγησή σας! Είθε να ξανανταμώσουμε! Βίκυ Στεφανή, Βιβλιοπωλείο «Διάμετρος», Χαλκίδα.

  48. sarant said

    47 Κι εγώ ευχαριαστώ για τη φιλοξενία!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: