Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ένας γραφιάνος στους Μαυροσκούφηδες

Posted by sarant στο 22 Νοεμβρίου, 2015


b205177Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες σε επανέκδοση από τον εκδοτικό οίκο Δρόμων το κλασικό βιβλίο του Γιώργου Κοτζιούλα «Όταν ήμουν με τον Άρη».

Το χαρακτηρίζω κλασικό, διότι ήταν το πρώτο βιβλίο που γράφτηκε για τον Άρη Βελουχιώτη μετά τον θάνατό του, από έναν καταξιωμένο λογοτέχνη ο οποίος έζησε από πολύ κοντά τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ το 1944.

Το βιβλίο του Κοτζιούλα είχε εκδοθεί προδικτατορικά από τις εκδ. Θεμέλιο σε επιμέλεια Κώστα Κουλουφάκου, και μετα τη δικτατορία κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση, ανατύπωση της πρώτης, με το χαρακτηριστικό κόκκινο εξώφυλλο και τη μεγάλη φωτογραφία του Άρη. Η έκδοση αυτή είναι από καιρό εξαντλημένη.

Ο Κοτζιούλας στα χρόνια της Κατοχής είχε επιστρέψει στο χωριό του, την Πλατανούσα, για να γλιτώσει τη φονική πείνα της Αθήνας. Εκεί συνδέθηκε με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Στην Ήπειρο υπήρχε η ιδιομορφία της παρουσίας και άλλης ισχυρής αντιστασιακής οργάνωσης, πέρα από το ΕΑΜ, του ΕΔΕΣ -και ξέρουμε ότι οι δυο οργανώσεις άλλοτε συνεργάζονταν και άλλοτε συγκρούονταν. Σύνορο των δυο οργανώσεων στην Ήπειρο ήταν ο ποταμός Άραχθος και ο Εαμίτης Κοτζιούλας είχε βρεθεί στη λάθος μεριά. Στις 30 Δεκεμβρίου 1943 αναγκάζεται να περάσει, με κίνδυνο της ζωής του, το φουσκωμένο ποτάμι για να σωθεί -και από τότε βρίσκεται μαζί με τον Άρη.

Φιλάσθενος διανοούμενος, ο Κοτζιούλας κατάφερε να ταιριάξει με τους αντάρτες του Άρη και μάλιστα δημιούργησε το μοναδικό Θέατρο του Βουνού γράφοντας σειρά από μονόπρακτα έργα. Τη λέξη «γραφιάνος» που την έβαλα στον τίτλο τη χρησιμοποιεί ο ίδιος για τον εαυτό του σποραδικά στα ποιήματά του, και σε ένα μάλιστα ποίημα, εκείνο που αφηγείται το επεισοδιακό πέρασμα του Άραχθου, βάζει να τη χρησιμοποιεί ο Άρης:

Μ’ απόφαση θανάτου ή λευτεριάς ελπίδα
σ’ ανήμερο ποτάμι χώθηκα ως τ’ αστήθι
κι εκείνος, σαν απόσωσα, έτσι μου αποκρίθη:
«Σ’ άλλον γραφιάνο τέτοια αποκοτιά δεν είδα».

-έναν έπαινο που έκανε τον Κοτζιούλα να χαρεί πολύ περισσότερο απ’ όλα τα εγκώμια για την ποιητική του αξία.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο βιβλίο. Η σημερινή έκδοση είναι μεν επανέκδοση αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί ένα καινούργιο βιβλίο. Θα εξηγήσω γιατί.

Ο Κοτζιούλας είχε στο αρχείο του έναν φάκελο με το κείμενό του και με μαρτυρίες συναγωνιστών του Άρη που τις είχε συγκεντρώσει ο ίδιος. Ο φάκελος αυτός παραδόθηκε από τη χήρα του, την Ευμορφία Κοτζιούλα, στον Κώστα Κουλουφάκο, ο οποίος είχε κάνει την (πολύ καλή) επιμέλεια της πρώτης έκδοσης. Ωστόσο, ο Κουλουφάκος, ίσως για οικονομία χώρου, έκανε την επιλογή να μην συμπεριλάβει όλες τις μαρτυρίες παρά μόνο όσες είχαν άμεση σχέση με τον Άρη Βελουχιώτη. Στη σημερινή έκδοση αποκαθίσταται το πλήρες κείμενο των μαρτυριών, όπως το είχε σχεδιάσει ο Κοτζιούλας, αρκετές δεκάδες επιπλέον σελίδες με πολύ ενδιαφέρουσες μαρτυρίες.

Επίσης, σε σύγκριση με την έκδοση Κουλουφάκου στη νέα έκδοση έχουν προστεθεί ορισμένα στοιχεία που τα γνωστοποίησαν στη χήρα του Κοτζιούλα παλιοί συναγωνιστές του μετά την πρώτη έκδοση (π.χ. μαρτυρίες για την υπόθεση του Οκτωβριανού), σημειώσεις του ιστορικού Βαγγέλη Τζούκα, επίμετρο του καθηγητή Μιχάλη Μερακλή, ενώ το κείμενο διανθίζεται με φωτογραφίες αρχείου και πορτρέτα των αγωνιστών από το «Λεύκωμα του Αγώνα» του Δημήτρη Μεγαλίδη -στο οποίο είχε συμβάλει ο Κοτζιούλας. Το κασέ της έκδοσης έχει αλλάξει κι έτσι ο αριθμός των σελίδων δεν είναι πολύ μεγαλύτερος, αλλά στην πραγματικότητα το υλικό είναι σχεδόν διπλάσιο, γι’ αυτό και ο υπότιτλος της σημερινής έκδοσης είναι «Αναμνήσεις και μαρτυρίες» ενώ της παλιότερης ήταν «Αναμνήσεις». Βρίσκω μερικές από τις νέες μαρτυρίες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, και σκοπεύω να παρουσιάσω χωριστά, σε επόμενο άρθρο, κάποιες από αυτές.

Βέβαια, το κυρίως κείμενο (οι αναμνήσεις του Κοτζιούλα για τον Άρη) δεν έχει αλλάξει, γι’ αυτό και διατηρήθηκε ο ίδιος τίτλος. Όμως η σημερινή έκδοση διαφέρει αρκετά από την πρώτη, τόσο που δεν θα το μετανιώσουν αν την αγοράσουν και όσοι έχουν ήδη την έκδοση του Θεμέλιου. Η μόνη κριτική παρατήρηση που έχω να κάνω (και που ίσχυε και για την έκδοση Κουλουφάκου/Θεμέλιου) είναι ότι, ενώ υπάρχουν πλήθος υποσημειώσεις πραγματολογικού χαρακτήρα, λείπει ένα γλωσσάρι με τις ηπειρώτικες ιδιωματικές λέξεις. Λίγοι αναγνώστες θα ξέρουν τι σημαίνει «ζάρκος» ή «ορσιδούλα».

Για να πάρετε μια γεύση, παραθέτω ένα κεφάλαιο του βιβλίου, που μου έδωσε και τον τίτλο -αφού περιγράφει τους Μαυροσκούφηδες του Άρη. (Για τεχνικούς λόγους έχω παραλείψει τις υποσημειώσεις).

ΟΙ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΔΕΣ

Πολύς λόγος έχει γίνει για τους Μαυροσκούφηδες, μα ελάχι­στοι τους γνώρισαν από κοντά. Εγώ είχα την τύχη να ζήσω κάμποσο μαζί τους κι έτσι ξέρω περισσότερα από τον καθέναν.

Οι Μαυροσκούφηδες θα ’ταν καμιά εικοσπενταριά το πολύ. Έμε­ναν κοντά στον Άρη, αλλά στέλνονταν και σε υπηρεσίες. Αυτοί εκτελούσαν και χρέη συνδέσμου με το Γενικό Στρατηγείο, καθώς είχαν κιόλας τα γρήγορα άλογά τους. Πάντως ο μεγαλύτερος αριθ­μός τους βρισκόταν γύρω απ’ τον αρχηγό, σαν προσωπική του ομά­δα.

Πρέπει να τονίσουμε απ’ την αρχή πως αυτούς ο Άρης δεν τους είχε για φρουρά του. Δε φοβόταν κανέναν ούτε είχε ανάγκη να φυλάγεται. Τον αγαπούσαν όλοι, τον λάτρευαν μπορώ να ειπώ. Κι αν κανένας αντιδραστικός επιβουλευόταν τη ζωή του, ήξερε πως την ίδια στιγμή θα γινόταν κομμάτια.

Οι πιο πολλοί Μαυροσκούφηδες ήταν παλιοί σύντροφοι του Ά­ρη, συμπολεμιστές του, και συνδέονταν με φιλία μαζί του. Ήταν λοιπόν φυσικό, άμα έγινε καπετάνιος του Στρατηγείου, να τους πά­ρει κοντά του, όπως έκαναν κι άλλοι. Είχε εμπιστοσύνη στο χαρακτήρα τους κι ήταν βέβαιος πως μ’ ένα γνέψιμό του μπορούσαν να πέσουν στη φωτιά. Τόσο ήταν ψύχραιμοι και αφοσιωμένοι σ’ αυ­τόν.

Έτσι διαλεγμένοι, δοκιμασμένοι απ’ τον ίδιον, οι Μαυροσκούφηδες τον ακολουθούσαν παντού, πρώτοι στις μάχες, πρόθυμοι για θυσίες. Τους αρκούσε που βρίσκονταν κοντά στον Άρη, που αποτελούσαν την τιμητική του ακολουθία. Πολλοί ζήλευαν τον τίτλο τους, αλλά σε λίγους δινόταν ένα τέτοιο προνόμιο.

Γινόταν ωστόσο κι ένα καινούργιο ξεδιάλεγμα αναμεταξύ τους. Άλλος σκοτωνόταν, άλλος αρρώσταινε κι έφευγε, διώχνονταν κάπου κάπου και κανένας σκάρτος. Απ’ την άλλη μεριά δέχονταν και νέ­ους, αλλά σπάνια, εξαιρετικά. Έπρεπε να ’χεις στο ενεργητικό σου ένα κατόρθωμα ή κάτι ανάλογο για να σε κρατήσει κοντά του ο Ά­ρης. Είδαμε π.χ. πως τον αδερφό του Γάκη Σπύρου τον πήρε για χάρη εκείνου, έπειτ’ απ’ το θάνατό του. Κι αποδείχτηκε αληθινό παλικάρι, σαν εκείνον.

Οι Μαυροσκούφηδες ξεχώριζαν, όπως λέει και τ’ όνομά τους, απ’ τους μαύρους των σκούφους, ίδιους με καλπάκια Κοζάκων. Από κει θα ’χαν πάρει το σχέδιο. Αλλά το χρώμα, η προέλευση έχουν την ιστορία τους. Μου τη διηγήθηκε ο Μπάμπης Κλάρας, όταν αντα­μώσαμε για πρώτη φορά.

Στην αρχή της κατοχής παρουσιάστηκε μια μεγάλη απειλή για τη φυλετική μας ενότητα απ’ ορισμένους βλαχόφωνους της Πίνδου, που ίδρυσαν με την υποστήριξη των Ιταλών τη λεγάμενη λεγεώνα, κατατάσσοντας σ’ αυτήν με τη βία ή με τη δωροδοκία όσους μπορούσαν. Η προπαγάνδα απλωνόταν ολοένα αποσυνθέτοντας το ελληνικό στοιχείο και στηριγμένη πάντα στην τρομοκρατία. Τότε ο Άρης έριξε το σύνθημα: «Θάνατος στους λεγεωνάριους!».

mpelisΈνας απ’ τους συνεργάτες του σ’ αυτόν τον τομέα ήταν κι ο Καπετάν Μπελής. Αυτός, αφού εξόντωσε τους πουλημένους Κουτσόβλαχους της Θεσ­σαλίας, πήρε το σκού­φο ενός τους και τον έστειλε στον Άρη, δείγ­μα της νίκης;

Ο Άρης τότε τον φό­ρεσε λέγοντας ικανο­ποιημένος:

– Αυτός ο σκούφος που ήταν ως τώρα έν­δειξη ατιμίας, γίνεται πια εθνικό σύμβολό μας.

Το παράδειγμα του Άρη το μιμήθηκαν ο έ­νας με τον άλλον κι οι σύντροφοί του.

Αργότερα προμηθεύ­τηκαν όλοι ύφασμα α­πό ένα γούνινο πανω­φόρι μιας πλούσιας συνεργάτισσας των Ιταλών που εκτελέοαν οι αντάρτες. Οι υπόλοιποι έπειτα παίρναν όθε βρίσκαν.

Έτσι επικράτησαν οι μαύροι σκούφοι, έμεινε και τ’ όνομά τους.

Οι Μαυροσκούφηδες δεν ήταν όλοι τους μεγαλόσωμοι, επιβλη­τικοί, αλλά πάντως όχι και αδύνατοι, κακοφτιαγμένοι, Ο Άρης ήθε­λε τη ρώμη, την υγεία σε όλες τις εκδηλώσεις. Κι οι σύντροφοί του ήταν εξαιρετικής αντοχής, ψημένοι στις κακουχίες. Μπορούσαν να τρέχουν, να πολεμούν, νηστικοί, άγρυπνοι, μέρες και νύχτες.

Η μόνιμη ασχολία που είχαν ήταν τ’ άλογά τους. Τα ξύστριζαν, τους έδιναν ταή, τα πότιζαν στις βρύσες. Αλλά η διατροφή στις ορεινές περιφέρειες, όπου δεν έβρισκαν χορτάρι, αποτελούσε ολόκληρο πρόβλημα. Τ’ άλογα εκείνα ήθελαν φαΐ. Και με δυσκολία τους εξοικονομούσαν λίγη ροκιά ή καλαμπόκι.

Οι Μαυροσκούφηδες προέρχονταν από διάφορες ηλικίες. Αλλά οι περισσότεροι ήταν νέοι, γύρω στα εικοσιπέντε. Κατάγονταν απ’ τη Ρούμελη, απ’ τη Θεσσα­λία, μα κι από παντού. Όλοι τους ανήκαν στα λαϊκά στρώ­ματα. Κι ελάχιστοι είχαν α­νώτερη μόρφωση, γυμνασια­κή. Ο Άρης δε χρειάζονταν γραμματισμένους, αλλά πολεμιστάδες.

Τα επαγγέλματά τους; Α­νάλογα κι αυτά. Ο μπάρμπα Αχιλλέας ήταν γεωργός, ο Έ­κτορας χωροφύλακας, ο Αντρούτσος αγρότης, ο Αρβανίτης το ίδιο, ο Τζαβέλας σαμαράς, ο Λέων κι ένας άλ­λος τσαγκάρηδες. Τελοσπάντων ήταν όλοι τους άνθρω­ποι της δουλειάς, παιδεμένοι. Κι είχαν βγει στο βουνό από αυθόρμητη κλίση, από μίσος για την τυραννία. Όσο γι’ αυτό, είχαν όλοι μέσα τους το πάθος της ανεξαρτησίας· δε χρειάζονταν να πάρουν μαθήματα απ’ τον Άρη.

Και όμως ζούσαν πειθαρχικά, μονιασμένα. Δεν τραβούσε ο ένας από δω κι ο άλλος από κει. Κάθε εντολή που δινόταν ήταν νόμος γι’ αυτούς. Η παρακοή αποκλείονταν σαν κάτι το ξένο, το μη οργανι­κό. Και κάποτε, όπως θα ιδούμε, τιμωρούνταν σκληρά. Οι Μαυρο­σκούφηδες ήθελαν ν’ αποτελούν μια ομάδα-υπόδειγμα. Και το ’χαν καύχημά τους, κρυφό καμάρι στους άλλους.

Ήταν οργανωμένοι σαν όλους τους αντάρτες βέβαια, αλλά μ’ έναν τρόπο ακόμα πιο αυστηρό. Για όποιον είχε ιδέα καλογερικής, έμοιαζαν κάπως με κοινοβίτες. Είχαν αυτοδιοίκηση, κάναν συνε­λεύσεις. Εκεί γινόταν ελεύθερα κριτική και αυτοκριτική. Σε ξένους όμως απαγορεύονταν να παρακολουθήσουν. Είχαν ακόμα ειδικό­τητες, υπεύθυνους για το καθετί. Ένας μαγείρευε, άλλος έραβε τις μπότες, άλλος έβρισκε θροφή για τα ζώα, άλλοι φύλαγαν βάρδιες με τη σειρά, μέρα και νύχτα. Στέλνονταν και σε αποστολές, μακρι­νές, επικίνδυνες, μες στα δάση, σ’ άγνωστα μέρη. Ένας απ’ αυτούς, ο Καρπενησιώτης, σκοτώθηκε μ’ ενέδρα από εδεσίτες σε μια τέτοια διαδρομή.

Όλοι τους είχαν γένια εξόν απ’ το Λέοντα, τον υπασπιστή του Ά­ρη, και τον Ξάνθο,158 που τυφλώθηκε ύστερα σε μάχη. Αυτοί ήταν παλικαρόπουλα ακόμα, όχι αγριοτρίχηδες σαν τους άλλους.

Και όμως όλοι τους, μ’ όλο που δείχνονταν βλοσυροί, αδιάλλαχτοι, αν τους πλησίαζες και μιλούσες μαζί τους, φανέρωναν μια ή­μερη, παιδιάτικη ψυχή. Δε σου περνούσε απ’ το νου πως μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να σκοτώσουν. Ο Χαράλαμπος μάλιστα, ο α­νεψιός του Ψαρού, ήταν ίδιος ευαγγελιστής. Γι’ αυτό τον είχαν βά­λει να οργανώνει και την Αλληλεγγύη στα χωριά.

Εγώ τα είχα καλά μαζί τους, έκανα παρέα με όλους.

Στην αρχή μερικοί θέλησαν να με σκιάξουν.

– Τί, με τους Μαυροσκούφηδες θα πας; Δε φοβάσαι; Αυτοί εί­ναι θηρία!

Μα εγώ έπαιζα μαζί τους, σαν με αρκούδια μερωμένα. Και ποτέ δε με πείραξαν, ούτε καν με τα λόγια. Απεναντίας με περιποιού­νταν, μου έκαναν τόπο μπροστά στη φωτιά.

Συζητούσαν, ενδιαφέρονταν για όλα.

– Δε θα βγάλουμε καμιά χειρόγραφη φημερίδα; με ρωτούσαν στου Βαλκάνου.

Αλλά η πείνα, οι λάσπες, οι ψείρες δε μας άφηναν για τέτοιες δουλειές.

Αργότερα, που είχα την επιμελητεία, έρχονταν να τους δίνω μελισσόχορτο και καμιά κουταλιά χαρουπόμελο να κάνουν τσάι, όποτε ήταν κρυωμένοι. Έπαιρναν πειθήνια όσο τους έδινα, χωρίς αντι­λογία.

Καμιά φορά έκαναν και γούστο μαζί μου.

– Έλα να μπεις λίγο στ’ άλογό μου! πρότεινε ο… ξεχνώ πια τ’ ό­νομά του.

Εγώ δε φαίνομουν πρόθυμος, δεν ήξερα καβάλα. Μήπως εκεί­νοι το αγνοούσαν; Αλλά γι’ αυτό επέμεναν ίσα ίσα.

– Έλα, μη φοβάσαι! Θα το κρατάω γω.

Το βαστούσαν πραγματικά απ’ το χαλινάρι κι εγώ πηδούσα από κανένα πεζούλι στα καπούλια.

Δε χρειάζονταν να του δώσουν καμιά στο λαιμό. Το άλογο ήξερε μόνο του έπειτα. Κινούσε απ’ την πλατεία σα σαΐτα, έπαιρνε κατη­φορίζοντας τις ρούγες, έφτανε απάνω στο γεφυράκι, έδινε μια να με τινάξει καταγής και γυρίζοντας πίσω, καλπάζοντας σα δαιμονισμένο με ξανάφερνε στην πλατεία του Βουργαρελιού, όπου όλοι, προβλέποντας το τέλος και μην έχοντας φύγει, τραντάζονταν στα γέλια.

– Αμ’ δεν το είχες πιασμένο καλά, στάσου να σου δείξω… επέμεναν στο επίφοβο πείραγμά τους.

Η διαδρομή με τις ίδιες περιπέτειες δευτερωνόταν και το χτυ­ποκάρδι μου τρόμαζε να πάρει τέλος. Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως κό­ντευα να μάθω.

– Τί σου ’καμαν πάλι σήμερα; με ρωτούσε το βράδι ο Άρης γελώ­ντας. Παρά λίγο να σε τουμπάρει στο γεφυράκι, ε;

Δεν τους μάλωνε όμως, ούτε κι εμένα με απότρεπε από τέτοια. Οι αντρίκιες ασκήσεις πάντα του άρεσαν. Και ήξερε βέβαια πόσο ανυπόταχτα ήταν τα μαυροσκούφικα άλογα όταν ένιωθαν στην πλάτη τους ξένον αναβάτη. Ο καθένας θα το πάθαινε αυτό την πρώτη φο­ρά.

Ο Άρης αγαπούσε τους Μαυροσκούφηδες σαν παιδιά του. Τους ήξερε, τους πρόσεχε όσο ένας ηγούμενος τους καλογέρους. Μαζί τους έτρωγε, μαζί τους κοιμόταν. Τίποτε δεν κράταγε για τον εαυτό του χώρια από αυτούς, παρά μόνο όσα σχέδια ή μυστικά επιβάλ­λονταν από τη θέση του. Μην έχοντας παιδιά, δικούς του κοντά, ε­κείνους αισθάνονταν σαν οικογένειά του. Κατανόηση κι αφοσίωση τους συνένωναν αμοιβαία. Δεσμός προσωπικός, σφραγισμένος μ’ αίμα, τους έδενε σφιχτά, κι η απόφασή τους για θάνατο ήταν ρητή.

Αυτό το σώμα, δημιουργημένο μες στη φωτιά του αγώνα, μας μεταφέρει σε παλιές εποχές, σ’ έθιμα αρχαία, στον Αλέξανδρο με τους επιλέκτους του, στο Δαρείο με τους αθανάτους. Σπάνια η επιβολή ενός αρχηγού φανερώθηκε με τέτοιον έντονο τρόπο, να υπο­βάλλονται για χάρη του σε σκληρή πειθαρχία πολεμόχαρες φύσεις. Όλοι τους αυτοί, λιοντάρια στο πρόσταγμά του, ξαναγίνονταν μ’ ένα γνέψιμο αρνιά.

Ο Άρης, έχοντας σ’ αυτούς εμπιστοσύνη, βλέποντας την αφο­σίωσή τους, ήταν επόμενο να τους έχει και κάποια αδυναμία. Τους έβλεπε σαν όργανα, γεννήματά του. Δεν του περνούσε απ’ το μυα­λό πως του τα παράλεγαν καμιά φορά. Κι έτσι παρασύρονταν κά­ποτε από σφαλερές τους εισηγήσεις.

Μια μέρα ο πάτερ Ανυπόμονος λογόφερε με κάποιον νεαρό της ομάδας.

– Πήγαιν’ από δω, του λέει. Εγώ δεν έχω σχέση με αλήτες.

Ήταν αυτό μια φράση που μπορούσε να την πει κανείς απάνω

στο θυμό του.

Αλλά το βράδι είδε τον Άρη κατσουφιασμένο.

– Τί συμβαίνει αρχηγέ; Σε βλέπω άκεφον. Γιατί δε μιλάς;

– Τι να σου πω, παπούλη! Εσύ δε θέλεις κουβέντα με αλήτες. Ε­μείς είμαστε όλοι μας αληταριό…

Τα λόγια του έδειχναν πίκρα μεγάλη, προσβολή. Είχε πιστέψει την καταγγελία και το πήρε κατάκαρδα. Τρόμαξε ο πάτερ Ανυπό­μονος να του εξηγήσει πως το νεύριασμά του αφορούσε μόνο ε­κείνον κι όχι όλη την ομάδα. Έτσι τα έσιαξαν πάλι.

Οι Μαυροσκούφηδες, με το να ’ναι δίπλα στον Άρη, το ’χαν πάρει λίγο απάνω τους. Είχαν πάρει αέρα απ’ τον τίτλο, απ’ τ’ όνομά τους. Κάποτε, όταν στέλνονταν έξω για υπηρεσία, έκαναν κατά­χρηση εξουσίας και φέρνονταν αυταρχικά. Οι χωριάτες βαρυγκομούσαν. Καμιά φορά μουρμούριζαν κι οι αντάρτες που τους έβλε­παν φιγουράτους, με καμτσίκια στα χέρια, σαν έξτρα αντάρτικο.

Γι’ αυτά οι πολιτικές οργανώσεις αναφέρονταν στον Άρη, που ήταν ο άμεσος υπεύθυνός τους.

– Σήμερα τον είχαν δυο ώρες στο μέσα οντά, μου εμπιστεύτηκε μια μέρα η κυρά Θυμία, η νοικοκυρά όπου φιλοξενούμουν. Έκλεισαν την πόρτα κι έλεγαν, έλεγαν. Τον έφεραν από πάνω, ένας αυτός κι εκείνοι δυο, με πολιτικά. Τι να τον ήθελαν, γιε μου!

Για παράπονα τον ήθελαν, κι ήταν της Πανηπειρωτικής. Ο Άρης τ’ άκουγε χωρίς υπεροψία, με πνεύμα δημοκρατικό, και διόρθωνε ό,τι μπορούσε. Αλλά τι να προφτάσει απ’ όλα! Οι άνθρωποι είναι ανοικονόμητοι κι οι αντάρτες ακόμα περισσότερο.

Απ’ όλους δυο τρεις φαίνονταν ζόρικοι κι αυτοί με την ανοχή του Άρη δυσφήμιζαν όλους.

– Αυτός; έλεγε ο πάτερ Ανυπόμονος για έναν. Εγώ, αν είναι να τον κρεμάσουν, ευχαρίστως θα του τραβούσα το σκοινί…

Άλλοτε πάλι ο Οκτωβριανός με το παράξενο σουλούπι δείχνοντάς μου το Τζαβέλα, που έστεκε πιο πέρα ν’ ακούει, μου τόνιζε με τη νησιώτικη προφορά του, σε ύφος αστείο:

– Ξέρεις ποιόν φοβάται αυτός; Να σου πω εγώ… σκύψε ν’ ακούσεις (κι υψώνοντας επίτηδες τη φωνή του καμπάνιζε) – εσένα, την πένα σου, το γράψιμό σου!

Λένε πως κάποτε έκαμαν μεγάλα παράπονα για τον ίδιον στον Άρη.

– Τί να τον κάμω; τους είπε. Να τον σκοτώσω; Δε μου δίνει αφορμή. Είναι διάβολος σωστός. Έπειτα τί νομίζετε πως τον έχω; Μέσα σ’ ένα σπίτι είναι λογιών λογιών έπιπλα, ντουλάπες, καθρέφτες, ζωγραφιές. Θα υπάρχει όμως κι ένα καθίκι, τι να γίνει. Σιχαμένο είναι, αλλά χρήσιμο, έ;

– Ναι, μα δεν το βάνουν και στην πόρτα για μόστρα, του παρατήρησαν πικρόχολα οι πολιτικοί.

Ο Τζαβέλας ήταν αληθινά, σε περίοδο δράσης, παραχέρι του Ά­ρη. Αλλά πρέπει να ομολογηθεί πως ο άνθρωπος αυτός, διαβολε­μένος στο μυαλό, αδίσταχτος στην πράξη, εξυπηρετούσε την κατά­σταση όσο κανένας άλλος. Και φυλαγόταν με το παραπάνω να μην ξεστρατίσει πουθενά.

Όσο για την αφοσίωσή του, την απόδειξε στο τέλος. Έμεινε πιστός Μαυροσκούφης, σκοτώθηκε μαζί με τον αρχηγό του. Δυσκολεύτηκαν μάλιστα οι διώχτες να τους ξεχωρίσουν, ποιος απ’ τους δυο τους ήταν ο Άρης.

47 Σχόλια to “Ένας γραφιάνος στους Μαυροσκούφηδες”

  1. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Mα τον παπά-Ανυπόμονο (πατήρ Γερμανός. Ηγούμενος της μονής Αγάθωνος μέχρι το θάνατό του πρόσφατα),όταν διάβασα την περιγραφή για τους Μαυροσκούφηδες και τη διαδικασία επάνδρασης, το μυαλό μου πήγε αμέσως στους Αθάνατους των Περσών…αλλά ο Κοτζιούλας με πρόλαβε. 🙂

  2. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

  3. Alexis said

    Καλημέρα.
    Έχω διαβάσει την προηγούμενη έκδοση και έμεινα με μία αίσθηση «μισοτελειωμένου» αφού το βιβλίο σταματάει απότομα τη διήγηση.
    Ο επιμελητής της έκδοσης (Κουλουφάκος;) εξηγεί ότι εκεί σταματά η εξιστόρηση του Κοτζιούλα για τον Άρη αλλά υπάρχει ακόμα σημαντικό υλικό από μαρτυρίες, σημειώσεις, επιστολές κλπ. στο προσωπικό αρχείο του Κοτζιούλα που δεν έχει ακόμα κωδικοποιηθεί και αξιολογηθεί.
    Πιστεύω ότι αυτή η έκδοση θα είναι πολύ πιο πλήρης, έχοντας συμπεριλάβει όλο αυτό το υλικό.

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1: Φυσικά ο πάτερ Ανυπόμονος εμφανίζεται αρκετά στο βιβλίο -μάλιστα σε κάποιο σημείο λέει στον Κοτζιούλα να τον πάρει μαζί του στο μοναστήρι του μετά τον πόλεμο

  5. Κώστας Κοτζιούλας said

    Ευχαριστώ θερμά το Νίκο Σαραντάκο για την εκτίμηση που έχει για τον πατέρα μου και το έργο του και για την προβολή τους.

  6. Γιάννης Ιατρού said

    ….Είχαν ακόμα ειδικό­τητες, υπεύθυνους για το καθετί…..

    Ναι, αλλά κάτι τέτοιο δεν το είχαν υπόψη τους 🙂 :

    10:50 Εκλογή προέδρου ΝΔ- Απίστευτο φιάσκο! Είναι οριστικό: Αναβάλλονται οι εκλογές!

    Πρωί-πρωί χτύπησε το τηλέφωνο του Παπαμιμίκου. Ήταν ο Κων/νος Μητσοτάκης. Καλή επιτυχία Ανδρέα μου,είπε.

  7. «Έλα να μπεις λίγο στ’ άλογό μου»
    Την έχετε ξανακούσει αυτή την έκφραση;

  8. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    7. Στη Ρούμεgl έτσι το λέμε. «Μπέκα στ’άλογο!» 🙂
    (Το «μπέκα» είναι ρουμελιώτικη προστακτική του «μπες»)

  9. Alexis said

    #7: Ε, καλά, «να μπεις καβάλα» εννοεί. Λέγεται…

  10. Alexis said

    «Δε θα τον αφήσουμε να μας μπει καβάλα»
    Παροιμιώδης έκφραση για τον ενοχλητικό που ξαφνικά αποκτά δύναμη και επιθυμούμε να τον «κοντύνουμε».

  11. sarant said

    7κε: Επιβεβαιώνω ότι το πρωτότυπο έχει «να μπεις λίγο στ’ άλογό μου», όπως άλλωστε και οι προηγούμενες εκδόσεις. Δεν είναι δηλαδή λάθος τυπογραφικό ή του οσιάρ.

  12. gpoint said

    Πολύ ενδιαφέρον

  13. Παναγιώτης Κ. said

    Διαβάζω αυτή την περίοδο τον τ.16 από την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ εκδ.Δομή. Αναφέρεται στην επίμαχη περίοδο με συναρπαστικό, κατά την άποψή μου, τρόπο. Μέσα λοιπόν σε αυτό το κλίμα, διάβασα και το σημερινό άρθρο. Εξίσου ενδιαφέρον.

  14. Παναγιώτης Κ. said

    Ο Γς τι έγινε;
    (Για το Λεώνικο δεν ρωτάω γιατί δεν είχε την ίδια σταθερότητα εμφάνισης με τον Γς)

  15. Γιάννης Ιατρού said

    Είχε κάτι προβλήματα με την ακοή. Εύχομαι να είναι καλά και να τον απολεύσουμε σύντομα!

  16. ακρ. said

    Ευχαριστούμε πολύ, Νικοκύρη, για το σπαρταριστό παράθεμα. Πολύ ευχάριστη και πολύ σημαντική, θαρρώ, στις μέρες μας η επανέκδοση του βιβλίου.
    Σημαντική και για έναν ακόμη λόγο: για το σεβασμό που ‘γραφιάνοι’ σαν τον Κοτζιούλα (ή και του λόγου σου) δείχνουν για λα’ι’κούς ανθρώπους, εργάτες της γης και χειρώνακτες, που ακόμα κι αν είναι αγράμματοι, κάθε άλλο παρά αμόρφωτοι είναι.

  17. ακρ. said

    @13
    Ναι, η Ιστορία των Ελλλήνων από τη Δομή είχε φτιαχτεί με κέφι, κι αυτό νομίζω πού και πού φαίνεται. Η έκδοση ίσως να αδικήθηκε κάπως που φτιάχτηκε για να μοιραστεί με εφημερίδα. Όμως συνολικά νομίζω είναι μια πολύ καλή προσπάθεια

  18. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Ευχαριστούμε,ευχαριστούμε πολύ.Την Ιστορία δεν πρέπει να την παραδόσουμε ανάπηρη και κολοβή στους νεότερους.

    «Θάνατος στους λεγεωνάριους!»
    Οι Βλάχοι και η 5η ρωμαϊκή λεγεώνα της Πίνδου

    Μέρος από το εκτενές άρθρο του Δημήτρη Σαραντάκου με τίτλο “Τα σχέδια διαμελισμού της Ελλάδας από τους κατακτητές και η ματαίωσή τους από την Εθνική Αντίσταση” όπως αυτό παρουσιάζεται στο blog του γιου του Νίκου Σαραντάκου:
    https://sarantakos.wordpress.com/2010/12/30/pindos/

  19. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    16: Βέβαια, ο Κοτζιούλας ήταν κι αυτός βαθιά λαϊκός διανοούμενος, γεννημένος στην ύπαιθρο και πάντοτε φτωχός.

  20. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Έπιασα το νήμα απ΄ τους πλοκάμους του:
    Πριγκιπάτο της Πίνδου
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%BF_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A0%CE%AF%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CF%85

    >>ορσιδούλα
    ορσίδα,μέρος απόκρημνο εξηγείται στην «Πικρή Ζωή»
    Σκέφτομαι την περίπτωση Κοτζιούλα κάθε φορά που καταλογίζουν στην εκπαίδευση τυραννία και χειραγώγηση της ελευθερίας του ανθρώπινου μυαλού από το σύστημα.(Γεια σου Λάμπρο 🙂 )
    Η αγάπη του Γ.Κ για τα γράμματα σα να τον ζέσταινε στο κρύο και τον τάιζε στην πείνα στη δύσκολη πορεία της ζωής του.Η ευφυΐα του, η οξυμένη από τα καλά γράμματα που μέσα σε τρομερές δυσχέρειες έμαθε και με επιμονή υπηρέτησε, μαζί με την προσωπική στάση του στα ανθρώπινα ιδανικά, είν΄ εκείνη που μας άφησε αυτή τη σπουδαία διαφωτιστική κληρονομιά.
    Ευχαριστούμε αγωνιστή της πένας Γιώργο Κοτζιούλα. Ευχαριστούμε την οικογένεια Κοτζιούλα και γι αυτή τη συμπληρωμένη έκδοση-παρακαταθήκη.

  21. sarant said

    20 Ακριβέστερα, ορσίδα ή΄ουρσίδα είναι κατηφορικό νεροφάγωμα του εδάφους (από ραγδαία βροχή)

  22. leonicos said

    Παναγιώτη, ευχαριστώ που με θυμήθηκες.

    Όντως, τελευταία έχω λέιψει κάμποσο καιρό. Επιμελήθηκα ένα καταπληκτικό βιβλίο (όχι δικό μου) για το οποίο θα μιλήσω αργότερα.

    Ο Γς μού λείπει κι εμένα! Με ποιον θα τα βάζω τώρα;

    Δέχεσαι;

  23. Γιάννης Ιατρού said

    22: τέλος

    Πφφφ! Ανήθικες προτάσεις το λένε αυτό 🙂

  24. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι,

    1) Είναι λυπηρόν που έν θαυμάσιον άρθρον ως το παρόν, έσπασεν όλα τα ρεκόρ ολιγωτέρων σχολίων εις το Σαραντάκειον Ιστολόγιον (μόλις 23 εις 15 ώρας αναρτήσεως). Ο γέρων Βάταλος δεν εκπλήττεται, διότι γνωρίζει το χαμηλόν μορφωτικον επίπεδον των Ρωμιών του 21ου Αιώνος…

    2) Συγχαίρω τον κ. Σαραντάκον, διότι μάς προσέφερε το καλύτερον κεφάλαιον του βιβλίου του Γιώργη Κοτζιούλα, που αφορά τους μαυροσκούφηδας. Διατί, όμως, ο ρέκτης οικοδεσπότης μας αποσιωπά ότι υπάρχει και έν άλλο κεφάλαιον εις το βιβλίον με τον τίτλον «Ο Άρης κι οι γυναίκες», το οποίον έγινε αφορμήν να συκοφαντηθή ο Αθανάσιος Κλάρας ως… μισογύνης;

    Ο γέρων Βάταλος παραθέτει ολόκληρον αυτό το κεφάλαιον, διά να θέση κατόπιν ωρισμένα κρίσιμα ερωτήματα εις τον (πιστόν χριστιανόν!) υιόν του μακαριστού Κοτζιούλα, κ. Κώσταν Κοτζιούλαν (σχόλιον 5) και εις τον κ. Σαραντάκον

    3) Ερωτώ τους κ. Κώσταν Κοτζιούλαν και Νίκον Σαραντάκον: α) Διατί διεκόπη αιφνιδίως το χειρόγραφον του μακαριστού Γιώργη εις το κεφάλαιον που απεκάλυπτε τας σχέσεις του Κλάρα με τας γυναίκας; Μήπως διότι η συνέχεια του χειρογράφου ήτο άκρως δυσφημιστική διά τον Αρχηγόν του ΕΛΑΣ, διό και η οικογένεια Κοτζιούλα εξηφάνισε το χειρόγραφον; Νομίζω ότι οφείλει να απαντήση ο καλός χριστιανός κ. Κώστας Κοτζιούλας, όστις εμφανίζηται συχνάκις εις το Ραδιόφωνον της Ελλαδικής Εκκλησίας (89,5) και έπεισε τον Αρχιεπίσκοπον Ιερώνυμον Λιάπην να κάμη η Εκκλησία έν αφιέρωμα εις τον αλησμόνητον πατέρα του

    β) Ερωτώ τον αξιότιμον κ. Κώσταν Κοτζιούλαν: Διατί εδέχθη το αφιέρωμα της Εκκλησίας των Γαλιλαίων εις τον μακαριστόν πατέρα του, αφού ο κ. Σαραντάκος μάς έχει διαβεβαιώσει ότι ο Γιώργης ήτο άθεος και απεχθάνετο τας χριστιανικάς παρλαπίπας ως όπιον του Λαού;

    4) Ας μάς απαντήσουν οι κ.κ. Κώστας Κοτζιούλας και Νίκος Σαραντάκος; Ο αείμνηστος Γιώργης ήτο Φυλετιστής; Διότι εις το κεφάλαιον περί μαυροσκούφηδων που παραθέτει εις την παρούσαν ανάρτησιν ο κ. Σαραντάκος, ο Γιώργης Κοτζιούλας ομιλεί διά την Φυλετικήν Συνέχειαν του Ελληνισμού, που σήμερον μόνον οι χρυσαύγουλοι και οι λοιποί εθνικοπαράφρονες δέχονται. Τί συμβαίνει; Το πράγμα είναι πολύ σοβαρόν και αναμένω μίαν απάντησιν από τον καλόν χριστιανόν κ. Κώσταν Κοτζιούλαν

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος

  25. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Καλημέρα (ελπίζω να έχουμε κάτι σήμερα για το «φιάσκο»)!

    Ωραία λέξη ο γραφιάνος -δεν την ήξερα! Μου θύμισε τον «βαρδιάνο» του Παπαδιαμάντη, αλλά από κοντά πάει κι ο «ρουφιάνος»…

    Βρίσκω ενδιαφέροντα τα όσα γράφει ο Βάταλος πιο πάνω, ελπίζω ο Κώστας Κοτζιούλας να απαντήσει, γιατί συνιστούν πολύ συγκεκριμένες κατηγορίες.

  26. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    25γ+,

    θέλω να πω, για να μην κρυβόμαστε πίσω απ’ τις λέξεις ή σε χθόνιες οπές, ότι νέοι άντρες ήταν, στα βουνά επί πολύ μονάχοι, δεν χάθηκε δα κι ο κόσμος αν έδιναν αλλιώς διέξοδο στις ανάγκες τους. Δεν νομίζω να χρειάζεται να περάσουν τα ίδια χρόνια με εκείνα των τριακοσίων του Λεωνίδα, για να παραδεχτούμε τη φύση και το φυσιολογικό.

  27. sarant said

    26 Όχι, δεν θα έχουμε για το φιάσκο, αγαπητέ Γιώργο, διότι το άρθρο το είχα ήδη γραμμένο -και είναι κι αυτό επίκαιρο.

    Ο Γιώργος Κοτζιούλας κάθε άλλο παρά άθεος ήταν. Προφανώς ο Βάταλος δεν έχει διαβάσει τα ποιήματά του. Το διευκρινίζω επειδή δεν ξέρω αν ο Κώστας Κ. θα θελήσει να απαντήσει σε ανακριτικού χαρακτήρα ερωτήσεις.

  28. sarant said

    25-27 Άλλωστε για το φιάσκο είχαμε γράψει παλιότερα:
    https://sarantakos.wordpress.com/2013/10/03/fiasco/

  29. Σωτηρία Μελετίου said

    24. Ως έχουσα την φιλολογική επιμέλεια της έκδοσης: 1) Το χειρόγραφο του Κοτζιούλα σταματάει εκεί, μέχρι όπου δημοσιεύεται (στη μέση της αράδας.2) Η καταγραφή,, φωτογράφηση και καταλογογράφηση του Αρχείου έχει γίνει από ειδική ομάδα αρχειολόγων του Παν/μίου Ιωαννίνων. 3) Ο Γιώργος Κοτζιούλας ήταν πιστός. Μάλλον δεν έχετε διαβάσει το έργο του και αλλοιώνετε γραφέντα(;) από τον κύριο Σαραντάκο. 4) Ο Κοτζιούλας αναφέρεται σε φυλετική ενότητα, κι όχι συνέχεια όπως γράφετε, σε μια εποχή που κινδύνευε η πατρίδα του από ποικίλους κινδύνους. Σαν Έλληνας και Ηπειρώτης δεν επιθυμούσε βέβαια να τον θεωρούν Ρουμανότοκο και Ιταλοφερμένο..Εξάλλου σε όλο του το έργο πασχίζει για τον Ελληνισμό, τη Ρωμιοσύνη. Διαβάστε, διαβάστε… 5) Απ’ όσο γνωρίζω και -πιστέψτε με- γνωρίζω καλά, ο γιος του, Κώστας Κοτζιούλας μόνο μια φορά μίλησε στο σταθμό της εκκλησίας, για να παρουσιάσει τον πατέρα του και το έργο του, κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Πικρή ζωή», και ποτέ ξανά. Εξάλλου, πώς γνωρίζετε ότι είναι «καλός χριστιανός», όπως γράφετε; Και…εξομολόγος λοιπόν;…. ή «εξ επιφοιτήσεως»; Θέλετε διάβασμα!

  30. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    28, έχεις δίκιο, θυμόμουν κάτι αλλά δεν μπήκα στον κόπο να το ψάξω…

    Η κυρία Μελετίου (29) απαντάει εν πολλοίς στον 24: είναι απίστευτο πόσο πιο «κολλητικός» γίνεται ο προκλητικός λόγος και πόσο, ενίοτε, επικίνδυνα σαρωτικός.

  31. Pedis said

    Εγώ λέω ότι ο Βάταλος στέρεψε. Τα φάγε τα ψωμιά του. Αποκαλύψεις, αποκαλύψεις φωνάζει ο τρύπας του σαραντολόγιου και στο τέλος μία οπή στην ταραγμένη επιφάνεια ύδατος.

    Κάτι με την κουνιάδα του μπατζανάκη με τις πληροφορίες μούφα για τα εκλογικά, κάτι με την εγγονή γεροντοκόρη του μπατζανάκη του πρεσβευτού Μαβίλ που όλα τ’ ανάποδα της τα πλασάρουν, έχασε εντελώς τη φερεγγυότητα.

    Ο άλλος, ο Βαλέος Γαλιάδα φαίνεται πιο συμπαθής. Τρώγεται κιόλας.

  32. Κώστας Κοτζιούλας said

    24. Παρά την απάντηση της κυρίας Μελετίου, προσθέτω:
    Αντιπαρέρχομαι τα ειρωνικά σας σχόλια στο θέμα της προσωπικής μου «θεολογίας», εφόσον με χαρακτηρίζετε χωρίς να με γνωρίζετε. Στον υπαινιγμό σας για απόκρυψη, παραχάραξη και αλλοίωση του χειρογράφου του πατέρα μου, με την συκοφαντική, ως προς το στόχο της, ερώτηση: «Μήπως διότι η συνέχεια του χειρογράφου ήτο άκρως δυσφημιστική διά τον Αρχηγόν του ΕΛΑΣ, διό και η οικογένεια Κοτζιούλα εξηφάνισε το χειρόγραφον; «, επειδή σπιλώνετεε την μνήμη της μητέρας μου, την υπόληψή της, όπως και τη δική μου, σας δηλώνω ότι το χειρόγραφο είναι στην διάθεσή σας και σας προσκαλώ να το δείτε με τα μάτια σας, αν βέβαια έχετε το θάρρος να με κοιτάξετε κατά πρόσωπο, δίχως τη μάσκα-ψευδώνυμο.

  33. Βάταλος said

    Εντιμώτατε κ. Κοτζιούλα Κωνσταντίνε (σχόλιον 32) + εντιμωτάτη κ. Μελετίου Σωτηρία (σχόλιον 29)

    1) Μόλις τώρα με ενημέρωσεν η εγγόνα μου διά τας απαντήσεις σας (είμαι πλέον ογδοήκοντα ετών και δεν δύναμαι να παρακολουθώ απαξάπαντα τα σχόλια εις όλας τας Σαραντακείους αναρτήσεις) και ευχαριστώ θερμώς διά τον κόπον σας, αν και ουδόλως με διαφωτίσατε…

    α) Δέχομαι την δήλωσίν σας ότι το χειρόγραφον του Γιώργη σταματά αιφνιδίως υπαιτιότητί του, εις το πλέον ενδιαφέρον σημείον: Εκεί όπου μάς αποκαλύπτει τας σχέσεις του Κλάρα με τας γυναίκας. Η ουσία, όμως, είναι άλλη: Αρνείσθε πως όλη αυτή η φήμη περί «μισογύνη Βελουχιώτη» εβγήκε από τας αναμνήσεις αυτάς του Γιώργη Κοτζιούλα: Αν το αρνήσθε, παρακαλώ ειπήτε μου ποίος άλλος πρωτοέβγαλε εις την φόραν (γραπτώς, εννοείται…) ότι ο Κλάρας είχε πρόβλημα με τας γυναίκας, με αποτέλεσμα να το εκμεταλλεύονται μέχρι σήμερα όλων των ειδών οι Εθνικοπαράφρονες.

    β) Ασφαλώς και δεν προτίθεμαι να ανακρίνω τον αγαπητόν κ. Κώσταν Κοτζιούλαν, διά το αν πιστεύη εις τον Ραββίνον Χριστόν και ποίαι αι σχέσεις του με τον Ιερώνυμον Λιάπην και τους άλλους Δεσποτάδες των Γαλιλαίων. Ωστόσον με ενδιαφέρει (όπως – ασφαλώς – ενδιαφέρει και την Ρωμέικην Λογοτεχνικήν Κριτικήν) αν η οικογένεια Κοτζιούλα προσπαθή να βγάλη «πιστόν χριστιανόν» τον δεδηλωμένον ΑΘΕΟΝ Γιώργην. Θα ήτο ως εάν η οικογένεια του αποδεδειγμένα οπισθογεμούς Κωνσταντίνου Καβάφη προσεπάθει να τον βγάλη διώκτην των ομοφυλοφίλων και οπαδόν του Φασιστικού Κόμματος του Θεοδώρου Υψηλάντη (βλέπε την αισχράν προσπάθειαν του χριστιανο-επονίτου Καργάκου που απεκάλυψεν ο ρέκτης κ. Σαραντάκος).

    γ) Αν όντως ο Γιώργης Κοτζιούλας υπήρξε πιστός χριστιανός, παρακαλώ δώσατέ μας τα δοκουμέντα, διότι – ακόμη και ο φανατικός θαυμαστής του κ. Σαραντάκος – τα αγνοεί. Εγώ από τα ποιήματά του που διαβάζω, αποκλείω να είχε την παραμικράν σχέσιν με την θρησκείαν των Γαλιλαίων. Είναι δυνατόν πιστός χριστιανός να έχη γράψει το αριστουργηματικόν ποίημα «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ» που τόσον συνεκίνησε τον Άρην Βελουχιώτη, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος ο Γιώργης εις το βιβλίον του και έγινε αιτία να τον λατρέψη ο Αρχηγός του ΕΛΑΣ;

    Υπόψιν ότι το ανωτέρω ποίημα είναι τόσον τρομερόν, που ακόμη και φανατικός λάτρης του Γιώργη, κ. Σαραντάκος, δεν έχει τολμήσει να το βάλη εις κάποιαν ανάρτησιν τα 6 έτη λειτουργίας του Ιστολογίου του, περιοριζόμενος απλώς να το έχη αναρτήσει εκεί που δεν έχει πρόσβασιν η συντριπτική πλειοψηφία των Ρωμιών αναγνώστών του!..

    δ) Επίσης, μέσα εις το βιβλίον του διά τον Άρην, ο Γιώργης αναφέρει και έν άλλον ποίημα (μού διαφεύγει αυτήν την στιγμήν, λόγω ηλικίας…) το οποίον είχε κάμει πάταγον εις την εποχήν του, αλλά σήμερον έχει εξαφανισθή μυστηριωδώς και δεν το έχει αναζητήσει ούτε ο δαιμόνιος κυνηγός χαμένων στίχων κ. Νίκος Σαραντάκος!.. Τί συμβαίνει με αυτό ποίημα, εντιμώτατοι κ.κ. Κώστα και Σωτηρία; Ποίος το εξηφάνισε και διατί;

    2) Διά τα περί Φυλετισμού του ΓΙώργη δεν μού απαντήσατε: Νοιαζόταν διά την φυλετικήν συνέχειαν του Ελληνισμού ο Γιώργης; Διότι – διαβάζω εδώ , αγαπητέ κ. Κώστα Κοτζιούλα ότι εις κάποιαν από τας εμφανίσεις σας εις τον Ραδιοσταθμόν της Εκκλησίας εδηλώσατε πως ο αείμνηστος πατήρ σας είχε γράψει (τω 1936) και κάποιο ποίημα διά τον ακροδεξιόν Επίσκοπον Αμασείας, Ευθύμιον Αγριτέλλην, «δεξί χέρι» του πασιγνώστου διά τον Εθνοφυλετισμόν του, βουλγαροκτόνου Δεσπότη Καστοριάς, Γερμανού Καραβαγγέλη, όστις είναι γνωστόν ότι εις τον κήπον του μητροπολιτικού μεγάρου Καστοριάς είχε θαμμένα κεφάλια Βουλγάρων κομιτατζήδων και ησθάνετο άφατον ηδονήν όποτε τα αντίκρυζε!..

    Διά να συνοψίσω: Ήτο φυλετιστής ο πατήρ σας ο Γιώργης Κοτζιούλας, κύριε Κώσα; Και άν όχι, διατί εις το βιβλίον του διά τον Κλάραν, γράφει διά κινδύνους που διέτρεχεν η Φυλή μας (σ.σ.: εδώ γελάνε: διά ποίαν Φυλήν, ομιλούμε κ. Κώστα;) από τους Ρουμανοβλάχους;

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος

  34. sarant said

    Αν και δεν νομίζω ότι χρειάζεται απάντηση, να πω ότι την Επανάσταση του Κοτζιούλα την ανέβασα στον παλιό μου ιστότοπο σε μια εποχή που δεν είχα ιστολόγιο.

  35. Κώστας Κοτζιούλας said

    33. Αγαπητέ μου κύριε,δε γνώριζα την ηλικία σας! Έρρωσθε! Ελάτε να πιούμε έναν καφέ, ένα αφέψημα είτε κάτι άλλο, για να σας δωρίσω και τους τρεις τόμους των «Απάντων» του Κοτζιούλα, αφού πιθανό είναι να μην τους έχετε αποκτήσει μολονότι υπάρχουν στο εμπόριο. Εκεί, αφού τους διαβάσετε, θα έχετε όσες απαντήσεις επιθυμείτε γι’ αυτόν και την πίστη του. Για λόγους ιστορικούς και αποκατάστασης μνήμης σας πληροφορώ ο Κοτζιούλας έγραψε το ποίημα για το βασανισμένο και θανατωμένο από τους Τούρκους επίσκοπο Ζήλων, νεαρό δεσπότη, Ευθύμιο Αγριτέλη, ακριβώς επειδή ήταν προοδευτικός και σχεδόν εγκαταλειμένος απο τον Καραβαγγέλη. Όσο για το ποίημα «Επανάσταση», τις εξηγήσεις τις δίνει ο ίδιος ο Κοτζιούλας στο «Όταν ήμουν με τον Άρη», μιλώντας στον Ζέρβα.
    Να χαίρεσθε την εγγονή σας.
    Υ.Γ.Δε θα επανέλθω.

  36. κουτρούφι said

    Άσχετο με το βιβλίο του θέματος, σχετικό όμως με τον Γ. Κοτζιούλα.
    Ο ΓΚ είχε πάει στη Σίφνο περί το 1933 για να επισκεφτεί το γηραιό ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιο (1850-1936) που πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο νησί του. Από την επίσκεψή του αυτή ο ΓΚ έγραψε ποίημα το οποίο δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα ΣΙΦΝΟΣ, στο φύλλο Οκτωβρίου 1933. Δεν ξέρω αν έχει συμπεριληφθεί σε κάποιο τόμο με τα έργα του. Το ποίημα, που τιτλοφορείται «Στον Αριστομένη Προβελέγγιο» είναι αυτό:

    Η τύχη που βοηθάει τον ερμοσπίτη
    μ’ έφερε Προβελέγγιε στο νησί σου.
    Σ’ ηύρα λευκόν ενάρετο πρεσβύτη
    καθώς σε μια γωνιά του παραδείσου.

    Δίνεσαι, πλούσιος ως κι από μία σκήτη,
    στη φύση και στον άνθρωπο εξίσου’
    κι ενώ είχα φτάσει μ’ αστασία αλήτη
    θέλω να μείνω πλάι σου, σαν παιδί σου

    Μοιάζεις μ’ έναν σοφό άρχοντα πράο
    οπ’ αγναντεύει πέρα απ’ το πρεβάζι
    κι ειρηνικά τη χώρα εξουσιάζει

    Στων φαύλων το βασίλειο ξαναπάω
    αλλά με παίρνει αλλιώτικον το πλοίο,
    με κάτι απ’ το δικό σου μεγαλείο.

    Το ποίημα, στην εφημερίδα, συνοδεύεται και από τη σημείωση:
    Ο νέος λογοτέχνης κ. Γ. Κοτζιούλας -πουχ’ επισκεφτεί το νησί μας τελευταία για να γνωρίσει τον Προβελέγγιο από κοντά,- είν’ ένας απ’ τους λίγους που αντιπροσωπεύουνε άξια τη γενιά τους. Έχει δώσει ως τώρα δυο έργα σε τόμους, -τα εξής: «Ο Στρατής Μιρβιλης» και «η πολεμική λογοτεχνία», κριτική μελέτη, και τα «Εφήμερα» ποιητική συλλογή. – Συνεργάζεται με ποιήματα, διηγήματα και μελέτες στα σοβαρότερα φιλολογικά περιοδικά.
    Τη σημείωση υπογράφει ο «Α. Π–ς». Μάλλον πρόκειται για τον Αριστείδη Πρόκο (1910-1993) Σιφνιό νομικό και λογοτέχνη που εκείνη την περίοδο συνεργαζόταν με την εφημερίδα «ΣΙΦΝΟΣ».
    Το ποίημα βρίσκεται στο αρχείο της ΒΟΥΛΗΣ στο σύνδεσμο
    http://srv-web1.parliament.gr/display_doc.asp?item=44814&seg=11916
    Πάνω δεξιά υπάρχει το πεδίο «Μετάβαση στη σελίδα». Εκεί επιλέγεται η σελίδα 43.

  37. sarant said

    36: Το ποίημα είναι γνωστό, δημοσιευμένο, και η επίσκεψη του Κοτζιούλα το ίδιο, αλλά η συγκεκριμένη δημοσίευση ήταν άγνωστη. Σε ευχαριστώ!

  38. Σωτηρία Μελετίου said

    36. Το ποίημα αυτό είναι δημοσιευμένο με μικρές παραλλαγές στον πρώτο τόμο των «Απάντων» του Κοτζιούλα, σελ. 86, εκδόσεις «Δίφρος», και ανήκει στη συλλογή «Σιγανή Φωτιά», 1938.
    Ο Κοτζιούλας έχει γράψει δύο κριτικές παρουσιάσεις για τον Προβελέγγιο και έχει κάνει πολλές αναφορές σε άλλα κείμενά του γι’ αυτόν.
    Ο Α. Π-ς είναι μάλλον ο Αντώνης Πρόκος 1912;-1993, φίλος του Κοτζιούλα μέχρι το θάνατό του.
    Είναι ίσως ενδιαφέρον αν η εφημερίδα ΣΙΦΝΟΣ είχε φιλοξενήσει κι άλλα κείμενα του Κοτζιούλα.
    Επομένως ανοίγετε δρόμο στους ερευνητές του αρχείου του ως προς το θέμα αυτό.

  39. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    36.Ακόμη ένα ίχνος του προσφιλούς γραφάνου, ένα άσπρο βότσαλο, Σιφνιό. Μπράβο σου κι ευχαριστούμε.

  40. Ιάκωβος said

    Νίκο, έχασα επεισόδια και γι αυτό επανέρχομαι σε παλιότερα άρθρα.

    Πολύ ωραία, θα το αγοράσω οπωσδήποτε, αφού πρόκειται για το πλήρες κείμενο.

    Η λέξη γραφιάνος, τώρα, δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσει. Μοιάζει αρνητική. Θυμίζει το ρουφιάνος. Άραγε πιο παλιά από την εποχή του Κοτζιούλα συναντιέται;

    Δικαιολογείται ο ίδιος ο Κοτζιούλας να τη χρησιμοποιεί. Το κάνει από σεμνότητα και από δέος μπροστά στους πολεμισταράδες του ΕΛΑΣ. Κι άλλοι συγγραφείς αποκαλούν τον εαυτό τους «γραφιά». Ο Ναγάι Καφού, έτσι αναφερόταν στον εαυτό του, «ο γραφιάς». Ο δε Του Φου έχει ολόκληρο ποίημα που περιγράφει τον εαυτό του σαν τον καχεκτικό διανοούμενο να κοιτάει με ζήλια τους σφριγηλούς έφιππους του αυτοκρατορικού στρατού, που πάνε να πολεμήσουν τους επαναστάτες.

    Δεν πιστεύω όμως ότι ο Άρης, που γενικά ήταν ευπροσήγορος άνθρωπος, θα έλεγε ακριβώς αυτό και με αυτή τη λέξη σε έναν συναγωνιστή του.

    Δεν μου αρέσει καθόλου η μειωτική ατμόσφαιρα που περιέβαλλε τους συγγραφείς και τους διανοούμενους, που επικράτησε τον τελευταίο αιώνα ανάμεσα τόσο στους δεξιούς (δε θυμάμαι ποιος υπουργός έλεγε τους συγγραφείς «λαπάδες»ή κάτι τέτοιο) αλλά και ανάμεσα στην αριστερά. Ότι και καλά το κόμμα, οι «κομμουνιστές» , αυτή η ανώτερη φυλή ανθρώπων, «ξέρουν» πιο καλά από τους γραφιάνους. Ο Κουλουφάκος θα μπορούσε να πει πολλά πάνω στο θέμα.

    Όλη αυτή η παρεξήγηση νομίζω ότι πηγάζει από την εντελώς χαζή ιδέα, που είχαμε πιστέψει κάποτε, ότι οι εργάτες και δη οι βιομηχανικοί, αποτελούν μια ανώτερη τάξη, που είναι γραφτό να διοικήσει τον κόσμο. Μπορεί να γίνει κάποτε αυτό, αλλά μόνο αν η συγκεκριμένη τάξη ξεφύγει από την ιδεολογική αρπάγη της άρχουσας και αρχίσει να σκέφτεται. Και να γράφει.

    Αλλά κι αυτή η νομοτέλεια δεν είναι πουθενά γραμμένη.

  41. 40 Εμένα η λέξη εξαρχής μου θύμιζε τον βαρδιάνο.

  42. Κι εμένα το Βαρδιάνο μου θύμισε. Και τον αφρικανομεξικάνο, επίσης! :mrgreen:

  43. Ιάκωβος said

    ναι, και όλα αυτά. Αλλά αυτό το φ στο -φιάνος…
    Με το ρουφιάνος είναι η τέλεια ομοιοκαταληξία.

  44. sarant said

    40 Μπορεί ο γραφιάνος να είναι ηπειρωτισμός, μπορεί να είναι και πατέντα του Κοτζιούλα. Δεν την έχω ακούσει από άλλον.

  45. Alexis said

    #40: Κι άλλοι συγγραφείς αποκαλούν τον εαυτό τους «γραφιά». Ο Ναγάι Καφού, έτσι αναφερόταν στον εαυτό του, «ο γραφιάς». Ο δε Του Φου έχει ολόκληρο ποίημα που περιγράφει τον εαυτό του σαν τον καχεκτικό διανοούμενο να κοιτάει με ζήλια τους σφριγηλούς έφιππους του αυτοκρατορικού στρατού, που πάνε να πολεμήσουν τους επαναστάτες.
    Και ο Καζαντζάκης βέβαια στον «Ζορμπά», όπου περιγράφει τον εαυτό του σαν το νευρωτικό γραφιά που θαυμάζει το σφρίγος και τη ζωντάνια του (αν και πολύ μεγαλύτερου σε ηλικία) Ζορμπά.

    #43: Πόσο παλιά όμως είναι η λέξη «ρουφιάνος»; Εννοώ σαν λέξη της καθομιλουμένης και όχι σαν αργκοτικός σχηματισμός κάποιων ομάδων του περιθωρίου.
    Λεγόταν στην ίδια έκταση το ’43-44 όπως σήμερα;
    Δεν μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή ευρεία χρήση της σε κείμενα προ του 1940.

  46. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    25β+ και 40 και επόμ.:

    δεν θα είχα εκφράσει έκπληξη για τον «γραφιάνο», αν είχα διαβάσει εγκαίρως το τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Νέον Πλανόδιον» (ΝΠ3), όπου και το μετ’ αφιερώσεως δεούσης κείμενο για τον Κοτζιούλα ιάπωνος ελληνιστή (qui est-ce qui?)!

  47. sarant said

    46: Σου έστειλα μέιλ, αν δεν το πήρες γράψε μου εσύ στο sarantπαπάκιpt.lu

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: