Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η δόξα του σκαπανέα (απόσπασμα)

Posted by sarant στο 6 Δεκέμβριος, 2015


Έκλεισε χτες ένας χρόνος από τον τραγικό θάνατο του Μένη Κουμανταρέα. Για να τιμήσω τη μνήμη του, διάλεξα ένα απόσπασμα από ένα νεανικό του έργο, τη νουβέλα «Η δόξα του σκαπανέα», γραμμένο το 1963. Ο Κουμανταρέας είχε εμφανιστεί στα γράμματα τον προηγούμενο χρόνο, με τα Μηχανάκια, μια συλλογή διηγημάτων. Σε μεταγενέστερες εκδόσεις εντάχθηκε στο βιβλίο και η Δόξα του σκαπανέα, που έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τα άλλα τρία διηγήματα.

skap1Ο σκαπανέας είναι ειδικότητα του στρατού, ιδίως στο Μηχανικό, και η λέξη χρησιμοποιείται και για κάθε στρατιώτη του Μηχανικού. Στη νουβέλα, ο σκαπανέας είναι ένας δειλός φαντάρος, ο Δημητρούλης Καρδακαρέας, που πείθεται να δηλώσει ανακατάταξη αλλά τελικά εξεγείρεται -και συνθλίβεται. Η πρωτοτυπία της αφήγησης βρίσκεται στο ότι παρουσιάζεται σαν πειραματική εκπαιδευτική ταινία για τους νεοσυλλέκτους.

Επειδή πρακτικά ήταν δύσκολο, αλλά και δεοντολογικά δεν θα ήταν σωστό, να μεταφέρω στο ακέραιο τη νουβέλα, διάλεξα ένα μεγάλο κομμάτι από την αρχή (χοντρικά πρέπει να είναι το ένα τρίτο ή το ένα τέταρτο). Έτσι, θα σας αφήσω αναγκαστικά με τη γλύκα, εκτός κι αν παρακινηθείτε να βρείτε το βιβλίο για να συνεχίσετε την ανάγνωση.

Δεν είχα πρόχειρο το βιβλίο κι έτσι πήρα την πρώτη δημοσίευση, στην Επιθεώρηση Τέχνης, στο τεύχος Ιουνίου 1963 (και Ιουλίου 1963 η δεύτερη συνέχεια). Από εκεί και οι δυο εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο, του Νίκου Παραλη (δεν ξέρω πού τονίζεται). Έτσι, το κείμενο του βιβλίου μπορεί να έχει κάποιες διαφορές. Μονοτόνισα και προσάρμοσα την ορθογραφία στα σημερινά.

Στα πραγματολογικά, η δυνατότητα να ζητήσεις ανακατάταξη στον στρατό δεν ξέρω αν υπάρχει πια (θυμάμαι κάτι αξιωματικούς μακράς ανακατατάξεως, που διαμαρτύρονταν στα χρόνια του 80, αλλά αυτοί είναι άλλη κατηγορία). Επίσης, έχω απορία αν το Μάρμω είναι χαϊδευτικό όνομα ή επίσημο.

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΚΑΠΑΝΕΑ

Ο ΧΕΙΡΙΣΤΗΣ μπήκε στην αίθουσα προβολής, χαιρέτησε, κρέμασε το μπερέ του και πήρε θέση πίσω από τη μηχανή.

— Η ταινία που θα δείτε, είπε με καθαρή, αμέτοχη φωνή, βρίσκεται στο στάδιο της τελικής επεξεργασίας. Λείπουν ακόμα μερικοί ήχοι κι η μουσική.

—   Τόσο καιρό τί κάνατε; γκρίνιαξε ο στρατηγός αναπαυμένος στο βάθρο του και περιστοιχισμένος από τους ανώτερους αξιωματικούς. Καλά… καλά… Φροντίστε το ταχύτερο. Έχουμε ανάγκη από μια καλή ταινία εκπαιδευτικού περιεχομένου, κατάλληλη για τους νεοσυλλέκτους. Η έλλειψή της οσημέραι καθίσταται οδυνηρότερη. Χειριστή, πάμε…

Η μηχανή ρουθούνισε, ο προβολέας γάζωσε το σκοτάδι κι η οθόνη γέμισε τίτλους:

skap3

(*) Οποιαδήποτε ομοιότητα προσώπων και γεγονότων που αναφέρονται στην ταινία, με πρόσωπα και γεγονότα της πραγματικής ζωής, είναι απολύτως συμπτωματική.

ΠΡΩΙ – ΠΡΩΙ, προτού ακόμα σημάνει το εγερτήριο, χτύπησε το τηλέφωνο κι ο σκαπανέας υπηρεσίας σήκωσε το ακουστικό. Καλούσε το Επιτελείο. Στο μεταξύ, σκοπιά στην πύλη φύλαγε ένας βολιώτης εσατζής. Τα ’χε φτιαγμένα, πήγαινε χρόνος, με μια κοπέλα απ’ τα Πετράλωνα που διάλεγε πάντα τις ώρες της σκοπιάς του για να τον παίρνει τηλέφωνο. Σέ κάποια στιγμή, ο βολιώτης άφησε τη σκοπιά του κι ήρθε στο τηλεφωνικό κέντρο. Βλέποντάς τους μαζί, εσατζή και σκαπανέα, δύσκολα θα πίστευε κανείς πως ήταν φαντάροι της ίδιας σει­ράς. Ο ένας γυπαετός, πουλί της πιάτσας, κι ο άλλος άκακος, μαδημένος σπουρ­γίτης. Ξαφνικά, ο βολιώτης έμπηξε μια φωνή, άρπαξε το σήμα μες απ’ τα χέρια τού σκαπανέα και βάλθηκε να τρέχει σα δαιμονισμένος.

Ούτε σάλπιγγα εξόδου να ήταν εκείνη η φωνή! Σέ μισό λεφτό της ώρας το προαύλιο του στρατώνα φυτεύτηκε με αρβύλες. Έγινε μια σιωπή κι ύστερα ξέ­σπασε η τρέλα. Άλλοι χόρευαν πετώντας τα μπερέ τους στον αέρα, άλλοι βαρούσαν ο ενας τον άλλον γροθιές, οι πιο ευαίσθητοι δάκρυζαν κι ένας που ήταν μόνο με το σώβρακο έπεσε χάμω και σήκωσε τα πόδια του ψηλά. Οι θάλαμοι, τ’ αφοδευτήρια, τα μαγειρεία, ένα – ένα υποχωρούσαν, έπεφταν σαν τραπουλόχαρτα. Φυσούσε ένας αγέρας επανάστασης με κόκκινα μάγουλα όλο υγεία.

Εκείνη την κρίσιμη στιγμή διάλεξε να χτυπήσει το τηλέφωνο — πάλι. Ο σκαπανέας ήταν ο μόνος που βρέθηκε κοντά.

«Το σκοπό μού δίνετε;» είπε η φωνή.

«Αυτή τη στιγμή… Κάτι απρόοπτο, ένα σήμα…»

«Τον Μακρίδη τον Αντωνάκη θέλω», τον έκοψε η φωνή κολλημένη βεντούζα στ’ ακουστικό. «Πείτε του πως τον θέλει η Μάρμω απ’ τα Πετράλωνα. Ξέρει εκείνος».

 

«Περιμένετε ένα λεφτό».

Ό βολιώτης είχε γίνει άφαντος. Ολόγυρα μούγκριζε ένα αφηνιασμένο κοπάδι φαντάροι. Οι σβερκιές πέφτανε βροχή κι οι τρικλοποδιές ήταν παγίδες σπαρμένες σέ κάθε του βήμα.

«Μην είδες τον Μακρίδη;» ρώτησε έναν συνάδελφο.

«Παράτα μας με τον Μακρίδη σου», του πέταξε, «εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσύ…»

Ό σκαπανέας πήρε δρόμο. Κάποτε πέτυχε τον Μακρίδη στ’ αφοδευτήρια. Η πολλή χαρά τον είχε κάνει να κατουριέται κάθε τρεις και λίγο.

«Ποια είπες; η Μάρμω… Πες της να πάει…» και κουμπώνοντας τη σκελέα του του γύρισε την πλάτη.

Ό σκαπανέας με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια ξεγλίστρησε μες απ’ τα τέρατα που πανηγύριζαν και σήκωσε πάλι τ’ ακουστικό.

«Δεν μπόρεσα να τονε βρω, δεσποινίς. Εδώ όλοι κοντεύουν να χάσουν τα λογικά τους. Δεν είναι και μικρό πράγμα η απόλυση… Πάρτε πάλι το μεσημέρι».

Μα το τηλέφωνο είχε προλάβει να κλείσει.

Το βράδυ οι γειτονικές ταβέρνες πλημμύρισαν στο χακί. Το γλέντι άναβε και κόρωνε και κάθε τόσο μια μικρή σπίθα κεφιού κουβαλημένη από τον άνεμο ξεστρά­τιζε κι έπεφτε στο στρατόπεδο’ σα φωτοβολίδα. Μόνο ο σκαπανέας είχε απομείνει στο θάλαμο, παρέα με μια χούφτα κουρεμένους φαντάρους που μύριζαν ακόμα τη βασική. Το ένα τσιγάρο έφερνε τ’ άλλο μα ο ύπνος αργούσε.

Ήταν αργά για κείνον πια να χαρεί την απόλυση της σειράς του, αργά πάλι να μετανιώσει που μόνος αυτός είχε δηλώσει ανακατάταξη. Τα πράγματα δεν του είχαν έρθει δεξιά. Τελικά, δεν ήξερε αν έφταιγε ο στρατός ή ο ίδιος. Απ’ τη μια μεριά η πολιτική ζωή τον αλάφιαζε, απ’ την άλλη ο στρατός, κακός – ψυχρός, του χάριζε φαγητό και ύπνο. Να τηρεί τους κανονισμούς, να παπαγαλίζει μια ντου­ζίνα λέξεις — όπως άλλοτε αποστήθιζε ποιήματα στο σχολειό—, αυτό ήταν το στρατιωτικό όλο κι όλο. Μα τι άλλο ήταν η θητεία, αν όχι μια ψυχρολουσία, ένα ξέκομμα απ’ τη νεανική ζωή, ένας διάδρομος που οδηγούσε ίσια στην ωριμότητα;

Κι όμως!… Οι πρώτες μέρες στην Κόρινθο στάθηκαν για τον σκαπανέα πρώ­τος τρόμος. Φερμένος απ’ την πατρίδα του, μισό μίλι έξω από την Καλαμάτα, ο Δημητρούλης Καρδακαρέας βρέθηκε ξαφνικά σαν το ψάρι έξω από το νερό. Πρώτη φορά ζούσε σ’ έναν τόπο αποξενωμένο από τ’ ανθρώπινο σχήμα, όπου τα κεφάλια παράλλαζαν σε σκληρά σιδερένια κράνη κι η αρβύλα έπαιρνε ανθρώπινα δάχτυλα και στη θέση τους παράδινε κάλους. Πρώτη φορά λουζότανε μέσα σε εκατόμβες από γυμνούς. Μέσα στην παράφορη ζέστα της ντροπής και του ατμού, ο Δημητρού­λης ένιωθε σαν Εβραίος σε θάλαμο αερίων. Διπλοτυλιγμένος σε γιγάντια αριθμημένα σώβρακα, πεσμένος σε στρώματα όπου οι κοριοί ρουφούσαν με απόλαυση το ντι-τι-τι, πάσχιζε, έστω και για μια στιγμή, να βρεθεί μόνος. Τα βράδια στο θάλαμο, λίγα λεφτά πριν απ’ την εφοδεία, ξετρύπωνε κάτω απ’ το προσκεφάλι του μια φτηνή έκδοση, μετάφραση στη δημοτική, της Γραφής. Γύριζε τα φύλλα από τσιγαρόχαρτο, σαλιώνοντας το δάχτυλο προσεχτικά μη τυχόν τρίξει το χαρτί και τον προδώσει. Πρωί πρωί βαρούσε η σάλπιγγα και τον έστελνε τρεχάτο σ’ αγγα­ρεία. Από φασιναδόρος μάθαινε ρακοσυλλέκτης κι από σαρωτής σκαφτιάς, έτσι που τον βαθμό του σκαπανέα δεν τον έφερνε κατ’ όνομα μόνο, μα τον τιμούσε και στην πράξη. Κι αυτή ακόμα η Καλλιόπη που απόδιωχνε τα πλήθη, εκείνον λίγο έλειψε να τον καταχτήσει. Πάνω απ’ τη στολή του είχε αρχίσει να βγαίνει μια ανάλαφρη, ωστόσο χαρακτηριστική μυρουδιά αποχωρητηρίου.

Αγάλια αγάλια ο στρατός τον προσηλύτισε όπως στα κατηχητικά — με μόνη διαφορά πως αντί για εικονίτσες άγιων τον φίλευε καθημερινά με μια ζεστή, μαύρη κουραμάνα. Έχασε το ύφος τού τρομαγμένου ζώου, το πρόσωπό του χαρά­χτηκε με πρόωρες ρυτίδες, το κορμί του έδεσε, τα μάτια του προσγειώθηκαν πάνω στην καραβάνα που είχε μάθει να την τρίβει με ψίχα ψωμιού για να φεύγουν οι γλίτσες. Στη φιλότιμη προσπάθειά του να πάρει απάνω του και να ψηλώσει — ζύ­γιζε σαρανταδύο κιλά και δεν ξεπερνουσε το ένα κι εξήντα— διάλεξε το πιο με­γάλο νούμερο αρβύλας, την πιο απλόχωρη στολή αγγαρείας κι έναν γυλιό που στις πορείες τον μεταμόρφωνε σε μέρμηγκα που κουβαλά ένα τεράστιο ψίχουλο στη φωλιά του. Γρήγορα έβγαλε τη φήμη ενός άκακου τρελλού που όλοι συμπαθούσαν, μα ο καθένας χωριστά φρόντιζε ν’ αποφεύγει. Ήταν, είναι η αλήθεια, λιγνός – λι­γνός, κίτρινος σαν στιμμένο λεμόνι, με μαλλιά σκληρά σαν του σκαντζόχερα κι ένα καρύδι που έμοιαζε να του έχει κάτσει πέτρα στο λαρύγγι. Αραιά και πού μόνο, σαν έρχονταν τίποτα γράμματα από την Καλαμάτα, η όψη του γλύκαινε — μέρευε ολάκαιρος. Είχε αφημένους εκεί έναν γέροντα ανήμπορο πατέρα και κάτι λιγο­στούς άσχετους συγγενείς. Δεν είχε μάνα, ούτε αδέλφια, παρά μόνο ένα σαραβα­λάκι για σπίτι και τα παιδικά του χρόνια αραγμένα σε μια θάλασσα, σ’ έναν απόκεντρο δρόμο, στον ουρανό της πατρίδας.

H πρώτη άδεια τον βρήκε σαν δοκιμασία. Ξεχύθηκε στους δρόμους της Κορίνθου, παρέα μ’ ένα λεφούσι φαντάρους που γύρευαν αμάν και πώς γυναίκα. Εκεί­νος έκατσε σ’ ένα καφενεδάκι, ήπιε δυο ούζα και βιάστηκε να γυρίσει στο στρατό­πεδο όπου βρήκανε αμέσως την ευκαιρία να τον χώσουν σκοπιά. Υστερότερα πήρε πάλι άδεια. Η Καλαμάτα τον είδε ξένο με τα φανταρίστικα, την είδε κι εκείνος ξένη με τα πολιτικά της. Κάποτε πήρε οριστική μετάθεση για το ΤΗΛ (Κέντρο Τηλεπικοινωνιών Στρατού) που ήταν κάπου κοντά στην Αθήνα. Οπουδήποτε να τον τοποθετούσανε θα ήταν πάλι ευχαριστημένος.

*

—  Στοπ! φώναξε ο στρατηγός. Χειριστή, φως!

Τα φώτα άναψαν. Όλοι περίμεναν, ο χειριστής με το χέρι στη μανιβέλα.

—  Δεν μ’ αρέσουν αυτά, είπε ο στρατηγός. Είναι παραμορφωτικά της πραγματικότητος. Παρουσιάζουμε την Κόρινθο, ούτε λίγο ούτε πολύ, σαν στρα­τόπεδο κρατουμένων.

Όλοι σώπαιναν.

—  Θα μου επιτραπεί να παρατηρήσω, (κι όλα τα κεφάλια γύρισαν στην τελευταία σειρά) είπε ένας οστεώδης λοχαγός με γρανιτένια χαρακτηριστικά, πως οι σκηνές αυτές έχουν σωφρονιστικό χαρακτήρα. Τείνουν να καταδείξουν την ατμόσφαιρα σιδηράς πειθαρχίας που επικρατεί στη βασική και την προσπά­θεια προσαρμογής από μέρους των νεοσυλλέκτων. Εξ άλλου χρειάζεται και κάποια υπερβολή. η τέχνη εχει πάντα διαφορετικές απαιτήσεις από τη ζωή.

Ο στρατηγός χάϊδεψε το στρουφιστό μουστάκι του κι έριξε γύρω του μια υποψιασμένη ματιά.

Όλοι έσκυψαν στα μαντήλια τους πνιγμένοι από ξαφνικό βήχα.

—    Καλά, θα δούμε. Χειριστή, πάμε!

*

Απ’ την πρώτη στιγμή που ο Δημητρούλης πάτησε στο ΤΗΛ, τον παράλαβε ο Υποδιοικητής, ένας καραβανάς με άγριο στρουφιστό μουστάκι και μια μύτη γαμψή που έκοβε τον αέρα σαν ξυράφι.

«Κόπιασε κατά δω», του σφύριξε, ξεχωρίζοντάς τον μες το μπουλούκι. Τέ­τοιον κακοσούσουμο, λυπητερό φαντάρο, είχε χρόνια να δει η βάση.

Ό Δημητρούλης που ειχε γείρει μια στάλα σ’ ένα πεζούλι, ίσα – ίσα να λα­σκάρει το βάρος του γυλιού του, τινάχτηκε πάνω κ’ έκατσε κλαρίνο.

«Σκαπανέας Καρδακαρέας Δημήτριος, 4ος Λόχος, 3η Διμοιρία. Διατάξτε».

Μέσα του τον είχε πιάσει η παλιά τρεμούλα. Είχε πικρή πείρα από καψόνια, γαλόνια κι όλα όσα έληγαν σε —όνια. Η γραμματική του Κέντρου Κατατάξεως τού τα είχε μάθει απέξω κι ανακατωτά.

«Κάτσε ανάπαυση παιδί μου», του ’πε ο άνθρωπος με τη γαμψή μύτη που διασκέδαζε την κατάσταση. «Πούθε είσαι;»

«Απ’ την Καλαμάτα, κύριε Υποδιοικητά!»

«Ώραία! Εκεί που βγαίνουν τ’ ωραίο λάδι κι οι ελιές», κι έφερε με τη γλώσσα του μια γυροβολιά στο μουστάκι. «Και τί έμαθες να κάνεις εκεί;»

«Τίποτα. Έβγαλα το γυμνάσιο».

Σώπαιναν κι οι δυο. Ο ένας βαρύς, τετράγωνος, μ’ ένα τόννο καπέλο, κι ο άλλος ισχνός, ζούδι, μ’ ένα μπερέ που του είχε σταθεί στο κεφάλι φωτοστέφανο.

«Καλά… καλά», έκανε κάποτε ο Υποδιοικητής σα να τον κούραζαν οι πολλές κουβέντες. «Για την ώρα η βάση χρειάζεται τηλεφωνητή. Ξέρεις καθόλου από τηλέφωνα;» και χωρίς να περιμένει απάντηση του γύρισε την πλάτη αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού.

Ή πρώτη επαφή του σκαπανέα με το Τηλεφωνικό Κέντρο στάθηκε συντριπτική.

Δυο εκπαιδευτές τον σήκωσαν απ’ το γιακά σα γατάκι, τον πέρασαν μέσα από ένα δάσος καλώδια, τον κάθισαν σε μια ηλεκτρική καρέκλα και, προτού προ­λάβει ν ’αμυνθεί, του κόλλησαν στ’ αυτιά δυο ακουστικά σαν χαστούκια. Ο πρώτος τού έδεσε τα κορδόνια στα δάχτυλα κι ο δεύτερος του πήρε τα χέρια και τα οδή­γησε στο ταμπλό. Πάνω στο ταμπλό τα φώτα άλλαζαν νευρικά θέση κι οι κυψέλες βόμβιζαν υφαίνοντας μια πλεκτάνη από φωνές. Κάτω από την υπερηχητική οροφή που εξουδετέρωνε κάθε ήχο, οι τηλεφωνητές, άσπροι, θανατεροί, κάτω από το φως «νέον», δούλευαν με εξαρθρωμένα μέλη και πατικωμένα αυτιά. Ο σκαπανέας άπλωσε λίγο περισσότερο τα χέρια κι ένας χειροκίνητος μοχλός τού άρπαξε τα νύχια και του τα έκοψε. Την ίδια στιγμή μια φωνή ξεπετάχτηκε και ζήτησε το Διοικητήριο. Ο σκαπανέας την ένωσε με τον Φρούραρχο. Μια άλλη που ζήτησε το Λόχο Διοικήσεως την παρέπεμψε στα μαγειρεία. Οι φωνές γάβγιζαν μεταξύ τους, οι βρισιές δίναν και παίρναν, ώσπου απαυδησμένοι οι εκπαιδευτές του τον παράτησαν σύξυλο με τα κορδόνια περασμένα στους καρπούς σαν χειροπέδες. Το κάθισμά του χόρευε, οι ψίθυροι μες απ’ τις κυψέλες τον γρονθοκοπούσαν, το κεφάλι του στένευε ή πλά­ταινε ανάλογα· κουφάθηκε, ξέχασε πού ήταν, ποιος ήταν, του φάνηκε πως τον είχαν κάνει αστροναύτη και μπήγοντας μια φωνή, σαν θάλαμος που αποχωρίζεται από το σώμα του πυραύλου, εκσφενδονίστηκε πέρα — μακριά.

Έπεσε ίσια πάνω στον βολιώτη εσατζή που ’χε τη γκόμενα απ’ τα Πετράλωνα.

«Εσύ είσαι ο καινούργιος;» και χαμηλώνοντας τον τρούλο του καπέλου του έσκυψε να τον επιθεωρήσει. «Άκου να σου πω», του σφύριξε, «όταν με ζητάν στο τηλέφωνο, πρώτα να ρωτάς ποιος είναι κι υστέρα να με δίνεις. Κι όταν είσαι για εξόδου να περνάς πρώτα να σε βλέπω. Κατάλαβες;» και γυρνώντας του την πελώ­ρια τρίγωνη πλάτη τον παράτησε κι αυτός.

Αγάλια αγάλια, όπως και στη βασική, ο σκαπανέας έμαθε να προσαρμόζεται. Αποστήθισε ολόκληρες βιβλιογραφίες από στρατιωτικά νούμερα κι ένα χοντρό σύγ­γραμμα ηλεκτρομαγνητικής και τηλεπικοινωνιών αντικατέστηκε κάτω από το προσκεφάλι του τα ιερά κείμενα. Τα πηνία, τα ψήγματα άνθρακος, ο παράκυκλος εκ μουσελίνης και τα πολικά πέδιλα, από αφηρημένες έννοιες εγιναν τα τέσσερα ευαγγέλιά του. Κι όσο οι συνάδελφοί του άραζαν μπροστά στο ταμπλό ψαρεύον­τας μες απ’ τα σύρματα, σαν με απόχη, τις νοσοκόμες, τις πόρνες και τα δουλικά, τόσο εκείνος, αγέλαστος, σαρακοστιανός, αγρυπνούσε στη θέση του. Οι φωνές έμαθαν να περνούν μες απ’ τα καλώδια όπως η κλωστή απ’ το μάτι της βελόνας. Τα πηνία, τα ψήγματα, οι παράκυκλοι έβγαιναν μες απ’ τα μανίκια του και κάτω απ’ το μπερέ του σαν κουνέλια και περιστέρια. Τ’ αυτιά του πήρανε το σχήμα του ακουστικού κι η φωνή του έβγαινε εγγαστρίμυθη. Το πρωί ήταν ο πρώτος που έπιανε βάρδια και τα βράδια σχολούσε τελευταίος.

Στό μεταξύ, το εξόδου είχε καταντήσει γι’ αυτόν είδος πολυτελείας — σα γυ­ναίκα να πούμε. Η τελευταία παραχώρηση που έκανε ήταν το γειτονικό καφενεδάκι. Του θύμιζε την παραλία της Καλαμάτας, τις παρέες που ξενυχτούσαν μπροστά σ’ ένα ποτήρι τσίπουρο κι ένα κομμάτι αχταπόδι της θράκας, τα κορίτσια που με τ’ ανάλαφρο βήμα τους έσπαζαν απαλά σαν κύμα στο μόλο. Απ’ τις κοπέλες μια του άρεζε ξεχωριστά. Μα ήταν δύσκολο να τη Θυμάται. Ίσαμε να πάρει κεί­νος το χαρτί του, τα πιο όμορφα, τα πιο προικισμένα απ’ τα κορίτσια θα έδιναν λόγο κι οι νέες γυναίκες θα γεννούσαν. Στο βάθος ανησυχούσε που μια μέρα, αναπόφευχτα, θα γυρνούσε πίσω. Ήταν μ’ ένα χαρτί του γυμνασίου στα χέρια, μα χωρίς δουλειά. Άσχημη εποχή διάλεξαν να τον πάρουν φαντάρο! Στα είκοσι ήταν σαν να σου ’κοβαν τη ζωή στα δυο. Ήταν αργά να συνεχίσεις αφημένες σπου­δές, να ξαναβρείς το κορίτσι σου που στο μεταξύ θα το είχαν χαρεί άλλοι, αργά να ξαναπαίξεις το ρόλο του πολίτη τη στιγμή που δυο χρόνια γεμάτα άλλο δεν σου μάθαιναν παρά πώς να ντρέπεσαι για τη στολή, το γουλισμένο κεφάλι, ν’ αποφεύγεις τους ανθρώπους, να ξεχνάς κάθε άλλο πρόβλημα στη ζωή σου. Γι’ αυτό μακάριζε όσους είχανε στρωμένες δουλειές, για όσους ο στρατός δεν ήταν παρά μια εκδρομή, μια κατασκήνωση, ενώ σ’ άλλους κινδύνευε να γίνει μόνιμη πληγή, καρκίνος. Τότε, έπινε το τελευταίο τσίπουρο, έσβηνε το τελευταίο τσιγάρο και πήγαινε για ύπνο με την πεποίθηση πως είχε γεννηθεί και πως θα πέθαινε στρατιώτης.

Τη μέρα που ο Υποδιοικητής έκανε εφοδεία στα Τηλέφωνα, βρήκε τον Δη­μητρούλη γονατιστό μπροστά στο ταμπλό σαν σε εικονοστάσι. Τα φώτα αναβό­σβηναν κανονικά κι οι χειροκίνητοι μεταλλάκτες δούλευαν με ρυθμό ρομπότ.

«Μπράβο!» του είπε ανάμεσα από δυο κουδουνίσματα. «Βλέπω πως τα κατα­φέρνεις καλά… Αλήθεια δε σε ρώτησα ποτέ Καρδακαρέα: Είσαι ευχαριστημένος μαζί μας εδώ;» και με τα λόγια αυτά του ’στειλε με τον καπνό του τσιγάρου του ένα μικρό δακτυλίδι σαν αρραβώνα.

«Γιατί να μην είμαι;» είπε ο σκαπανέας κοκκινίζοντας.

«Σαν απολυθείς τί σκέφτεσαι να κάνεις;»

Το πρόσωπο του Δημητρούλη σκοτείνιασε. Μπρος στα μάτια του πέρασαν ο μπάγκος του μικροϋπαλλήλου, το τραπεζάκι με τις αιτήσεις έξω από το Δημαρ­χείο κι οι πόρτες που μία μία θα του ’κλειναν κατάμουτρα.

«Να σου πω», του ’κανε ο Υποδιοικητής χαϊδεύοντας το στρουφιστό μουστάκι, «τόσον καιρό μάς δούλεψες τίμια και με όρεξη. Κανείς δεν έχει παράπονο από σένα. Τι θα ’λεγες αν σε κρατούσαμε τηλεφωνητή; Τι θα ’λεγες ακόμα αν σε κάναμε μόνιμο;»

Ό Δημητρούλης με κομμένη αναπνοή κοίταζε τον Υποδιοικητή στα μάτια σαν πιστό σκυλί. Ωστόσο, άθελά του, στα χείλη του άνθισε δειλή η απορία:

«Αφού λέτε πως με χρειάζεστε, γιατί δεν περιμένετε πρώτα ν’ απολυθώ, να πάω κομμάτι στην πατρίδα μου κι έπειτα με το καλό να γυρίσω να σάς δουλέψω;»

 

«Την άδειά σου να τηνε πάρεις και τώρα αν θες και γυρίζοντας να μας φέ­ρεις κανένα ντενεκέ λάδι κι ελιές», κι άθελά του έφερε δυο φορές βόλτα τη γλώσσα του πάνω στο μουστάκι. «Μα εγώ σου μιλώ γι’ ανακατάταξη. Κακά τα ψέματα, Καρδακαρέα, σα γενείς πολίτης θ’ αλλάξεις. Μπορεί εσύ να δουλεύεις εδώ, μα ο νους σου θα ταξιδεύει. Δεν θα είσαι ο ίδιος άνθρωπος πια!»

«Εγώ κύριε Υποδιοικητά;» ψέλλισε ο σκαπανέας.

«Δεν λέω ειδικά για σένα, μα η ζωή, παιδί μου, είναι μεγάλη πλανεύτρα, σα γυναίκα, πώς αλλιώς να στο πω! Ίδιο είναι να ’χεις τη βάση σπίτι σου, κι ίδιο να παραδέρνεις δεξιά κι αριστερά σαν τον αλήτη; Πάρτο χαμπάρι, Καρδακα­ρέα! Είσαι κι εσύ, όπως λίγο πολύ όλοι μας, φτωχαδάκι. Δεν είναι για μας τα μεγάλα όνειρα. Μας χρειάζεται ρεαλισμός, προσγείωση, μ’ άλλα λόγια πειθαρχία. Αλήθεια, σκέφτηκες ποτέ σου πόσο διαφορετικός θα ’ταν ο κόσμος αν παντού βα­σίλευε η στρατιωτική πειθαρχία;» και με τα λόγια αυτά του αμόλησε μια μπάλα καπνό.

Ο Δημητρούλης έσκυψε δεξιά ζερβά, κι όπως τότε, που μικρός έπαιζε τερ­ματοφύλακας, μ’ ένα πλονζόν ήρθε ν αγκαλιάσει την μπάλα. Ξαφνικά αποκτούσε ένα σπίτι, μια οικογένεια, ίσως κανένα βαθμό παραπάνω. Από σκαπανέας θα γινόταν δεκανέας και τα δυο -έας αντηχούσαν μαζί ωραία. Κι αν ποτέ κέρδιζε κανένα αστέρι, θα γινόταν κι αυτός μικρός πλανήτης στον ουρανό.

«Θα το σκεφτώ», είπε στον Υποδιοικητή, χωρίς ν’ αφήσει τον άγουρο ενθου­σιασμό του να φανερωθεί. Ήθελε να κρατήσει τη χαρά του για τη λύτρωση απ’ το μεγάλο, το σκοτεινό πρόβλημα της ζωής του μυστική, να τη χαρεί μόνος.

Τις νύχτες στο θάλαμο…

*

—   Φώτα! έκαμε ο στρατηγός. «Χειριστή, φως»!

Τα φώτα άναψαν· όλοι κάθονταν στα καρφιά.

—Ακούς εκεί να το σκεφθεί, λέει! είπε ο στρατηγός τσιμπώντας το μου­στάκι του. Καποιανού χάριζαν γάιδαρο και εκείνος τον κοίταζε στα δόντια… Απαγορεύω στους στρατιώτες να σκέφτονται, μ’ ακούτε, τ’ απαγορεύω!

—Στρατηγέ μου, μίλησε ο χειριστής ταμπουρωμένος πίσω από τη μηχα­νή του, η σκηνή αυτή είναι αναγκαία γιατί μάς επιτρέπει να περάσουμε με «fondu enchainé» στην αμέσως επόμενη σκηνή που είναι το όνειρο του σκαπανέα.

— Όνειρα… τι χρειάζονται τα όνειρα; έβηξε κακιωμένος ο στρατηγός.

—  Σ’ ένα εργο με αξιώσεις, ακούστηκε απ’ το βάθος η φωνή του λοχαγού, τα ψυχολογικά διλήμματα, τολμώ να πω ακόμα και τα όνειρα, είναι απαραίτη­τα. Οδηγούν στην ανέλιξη της δράσης και προβληματίζουν τον θεατή.

—Δεν θέλω έργα με αξιώσεις! χτύπησε χάμω το ποδάρι του ο στρατη­γός. «Ζήτησα μια ταινία για τους νεοσυλλέκτους».

— Ας μη ξεχνούμε ακόμα…

—… πως άλλο τέχνη κι άλλο ζωή! Καλά, τα ξέρουμε. Όμως, εμπρός, πάμε, είπα πάμε! Ένα, δύο, τρία, μαρς!

Και τα φώτα σβήσαν πάλι. 

 

Advertisements

97 Σχόλια to “Η δόξα του σκαπανέα (απόσπασμα)”

  1. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,
    Χρόνια πολλά σε όλους που γιορτάζουν σημερα,

    ειδικά σε σένα Νικοκύρη, εύχομαι υγεία και ό,τι άλλο επιθυμείς!

  2. atheofobos said

    Χρόνια πολλά και καλά και είθε να δούμε τα εγγόνια μας συνταξιούχους!

  3. Κουνελόγατος said

    Πολύχρονος, να χαίρεσαι τα κορίτσια σου.

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σας!

    Θα λείψω το πρωί, να κάνω μιαν εορταστική εκδρομούλα.

  5. spiral architect said

    Καλημέρα. Χρόνια πολλά στο Νικοκύρη και στους εορτάζοντες.
    Ωραίο το γιορτινό πεσκέσι απ’ το συχωρεμένο. Γνώριμο ύφος που το ακολούθησε και στα μεταγενέστερα που γνωρίσαμε.

    Ο ατόνιστος Παραλης πρέπει να είναι ο -επίσης τεθνεώς- ζωγράφος και γλύπτης Νίκος Παραλής.

  6. Χρόνια καλά και πολλά κι από δω.

    2 Ωραία ευχή

    Σκαπανέα εγώ ξέρω να λέμε τον πρωτοπόρο, και συμφωνεί μαζί μου και το ΛΚΝ. Μεταφορικά βέβαια, αλλά είναι η πιο διαδεδομένη χρήση σήμερα. Στο στρατό είναι ειδικότητα, η πιο χαμηλή του μηχανικού, σκαφτιάς δηλαδή 🙂

  7. Γς said

    Χρόνια Πολλά Νικοκύρη.

    Του Αγίου Νικολάου του Χαστουκιάρη σήμερα και γιορτάζει κι ο δικός μου ο Νίκος.

    Την Τετάρτη με το καλό κι οι Αννούλες μας.
    Μετά ο Χρήστος μου και όλα καλά γενικώς

  8. Δημήτρης said

    Χρόνια πολλά στον Νικοκύρη κι όλους τους συνονόματους

  9. 7 Κάτι Σπύρους, κάτι Λευτέρηδες, κάτι Νιόνιους ενδιάμεσα τους άφησες αμανάτι! Αλλά έγραψες μόνο για τους δικούς σου, οπότε όλα καλά 🙂

  10. Παναγιώτης Κ. said

    Πολύ καλό το κέρασμά για την ονομαστική σου εορτή.
    Σου ευχόμαστε να είσαι πολύχρονος.

  11. Γς said

    9:

    Στης ακρίβειας τον καιρό… δεν βάλθηκα να θυμηθώ και τις γιορτές των άλλων.
    Αρκετά ξηλώθηκα χθες με τα δωράκια των δικών μου

  12. Χρόνια πολλά και καλά, Νικοκύρη, και φχαριστούμε για το πρωϊνό κέρασμα!!!

  13. Αγάπη said

    Χρόνια πολλά
    Τις παροιμίες τις θυμηθήκαμε;

    Περιγέλα το Νικόλα, ώσπου να μπεις στο λιμιώνα. (λιμάνι)
    Τρέχα γύρευε και Νικολό καρτέρει.

  14. Παύλος said

    Χρόνια πολλά Νικοκύρη, χρόνια πολλά σε όλους τους εορτάζοντες.

  15. Πάνος με πεζά said

    Χρόνια πολλά !
    Γιορτάζουμε κι εμείς, ακι φεύγουμε για βόλτες !

  16. spiral architect said

    Πολλοί από εμάς είμαστε ακόμα σκαπανείς. Σκαπανείς του διαδικτύου. Σκάβουμε με τα πτυοσκάπανα των πληκτρολογίων μας (πραγματικών ή εικονικών) τις προσχώσεις, τα υπερκείμενα και τα μπάζα του διαδικτύου για να αποκαλύψουμε την τετράγωνη αλήθεια και για να δοξαστούμε εφήμερα, μιας και κάποιες άλλες προσχώσεις, υπερκείμενα και μπάζα θα καλύψουν την «αλήθεια» μας ξανά.
    Τιμή στους πρωτοπόρους των βυσμάτων τζακ, των επιλογέων και των μικροφώνων άνθρακα! 🙂

  17. ππαν said

    Χρόνια πολλά, Νικοκύρη, χρόνια πολλά σε όλους και όλες 🙂

  18. cronopiusa said

    Χρόνια πολλά στον Νικοκύρη, στις Νίκες και Νικολέτες, στους Νίκους, Νικόλες, Νικολάκηδες, Νικολήδες του ιστολογίου.

    Συγκινητικό το φίλεμα του σκαπανέα σε μια στρατόκαυλη εποχή που ακόμα και η μόδα φοράει αρβύλες και ρούχα στρατιωτικά.

    Το δικό μου δωράκι, ένα όμορφο παραμύθι της Έλενας Πονιατόβσκα: El burro que metió la pata / The donkey who got stucked

  19. cronopiusa said

    το βιντεάκι στο 18 είναι υποτιτλισμένο στην αγγλική

  20. Spiridione said

    Χρόνια πολλά Νίκο, να είσαι πάντα καλά.

  21. Γιάννης Ιατρού said

    ΣΚΑΠΑΝΕΥΣ
    Κι εδώ το περιοδικό που ήταν πολιτική προπαγάνδα του εμφυλίου και που είχει ως θέμα του την Μακρόνησο.

    Το κράτος του 1947-1952 πάσχιζε σθεναρά να διορθώσει και να εξωραΐσει την άσχημη εικόνα του στρατοπέδου της Μακρονήσου όπως αυτή περιγράφονταν από τις αριστερές εφημερίδες αλλά και τα διεθνή προοδευτικά μέσα.

    Παράδειγμα για την «αλήθεια» σχετικά με την ζωή στην Μακρόνησο. Ήρωας του σκίτσου είναι ένας …παραστρατημένος κομμουνιστής που σιγά-σιγά βρίσκει τον «σωστό δρόμο».

  22. Abecedar said

    Χρόνια πολλά. Ναι ‘σαι καλά και να μας γράφεις να διαβάζουμε.

  23. Tίτος Εξώς Χριστοδούλου said

    In minima maxima. Καθηλωτική αυτή η μετμόρφωση:
    «Από φασιναδόρος μάθαινε ρακοσυλλέκτης κι από σαρωτής σκαφτιάς, έτσι που τον βαθμό του σκαπανέα δεν τον έφερνε κατ’ όνομα μόνο, μα τον τιμούσε και στην πράξη. Κι αυτή ακόμα η Καλλιόπη που απόδιωχνε τα πλήθη, εκείνον λίγο έλειψε να τον καταχτήσει. Πάνω απ’ τη στολή του είχε αρχίσει να βγαίνει μια ανάλαφρη, ωστόσο χαρακτηριστική μυρουδιά αποχωρητηρίου.

    Αγάλια αγάλια ο στρατός τον προσηλύτισε όπως στα κατηχητικά — με μόνη διαφορά πως αντί για εικονίτσες άγιων τον φίλευε καθημερινά με μια ζεστή, μαύρη κουραμάνα. Έχασε το ύφος τού τρομαγμένου ζώου, το πρόσωπό του χαρά­χτηκε με πρόωρες ρυτίδες, το κορμί του έδεσε, τα μάτια του προσγειώθηκαν πάνω στην καραβάνα που είχε μάθει να την τρίβει με ψίχα ψωμιού για να φεύγουν οι γλίτσες.»

  24. Tίτος Εξώς Χριστοδούλου said

    ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΕΠΙ ΤΗ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΣΑΣ!!!!

  25. Χρόνια πολλά στους εορτάζοντες και βέβαια το Νικοκύρη.
    Πάρτε κι ένα Βλάχο Άι-Νικόλα, που γιορτάζει 17 Μαΐου: http://valiacaldadog.blogspot.gr/2010/05/blog-post_17.html

    Εδώ χάμου, στα Εξάρχεια, γιορτές δεν έχομε αλλά γι’ απόψε προβλέπονται πολλά βεγγαλικά. 😦
    Ας ελπίσουμε να μην πάθει κανείς τίποτε.

  26. voulagx said

    Χρονια Πολλα και καλα, Νικοκυρη! Και παντα χαλκεντερος!

  27. Χρόνια πολλά κι από μένα! Προσπάθησα να βρω απάντηση στο ερώτημα για τη Μάρμω (χαϊδευτικό (τίνος;) ή κανονικό όνομα) αλλά μάταια. Ο γούγλης ξέρει μια διάσημη Μάρμω από τους Πανθέους του Αθανασιάδη και μια σύγχρονη δημοσιογράφο της τηλεόρασης, αλλά τίποτα παραπάνω.

  28. Μόλις είδα τον σημερινό τίτλο, νόμισα ότι θα γινόταν λόγος για τον ΣΚΑΠΑΝΕΑ ΑΤΕ του πατρός Τσίπρα και για το αμαρτωλό έργο των Σερρών (όχι κατ’ ανάγκη από αποκλειστική ευθύνη του ΣΚΑΠΑΝΕΑ). Μπαρντόν λοιπόν, γράψτε λάθος!

  29. Μάρμω από την Ειμαρμένη.

  30. Χρόνια πολλά κι από μένα, Νίκο.
    Σκαπανείς λέγονταν και τα μικρότερα (8-14 ετών) αγόρια στην ΕΟΝ του Μεταξά. Αν πιστέψουμε τη Βίκη, τα κορίτσια της ίδιας ηλικίας λέγονταν… σκαπάνισσες!

  31. Σοβαρά, Στάζυμπε; Ποιος βγάζει την κόρη του Ειμαρμένη; Πάντα υπέθετα ότι η Μάρμω των Πανθέων παρέπεμπε στο μάρμαρο, όπως οι Μαργαρίτης/Μαργαρίτα στο μαργαριτάρι και οι Χρύσα/Ασήμω στα πολύτιμα μέταλλα!

  32. 31

    Εδώ κάποιοι ονομάσανε το αγοράκι τους Γαρουφαήλ και τους κατέληξε Φαήλος.

  33. Γιάννης Ιατρού said

    ΟΙ ΠΑΝΘΕΟΙ (1977–1979), μία από τις επιτυχίες της ΕΡΤ τότε, με την Μάρμω Πανθέου (ο καλύτερος ρόλος της Κάτιας Δανδουλάκη) με τον Κίτσο (Στέλιος Καλογερόπουλος). Σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη («Κόκκινα Φανάρια», «Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο» κλπ.). Βασισμένη στη μυθιστορηματική τριλογία του Τάσου Αθανασιάδη.

  34. tamistas said

    Χρόνια πολλά.
    Νάσαι πάντα καλά.

  35. cronopiusa said

  36. Jimakos said

    χρόνια πολλά στον Νικοκύρη του σπιτιού!

  37. Ανδρέας said

    Χρόνια πολλά με υγεία κυρ Νίκο και σε όσες-ους γιορτάζουν.
    Μια απορία έχω στο αν αλλάζει το νόημα του ονόματος ανάλογα με την θέση των μπρος-πίσω λέξεων στα σύνθετα ονόματα. Άλλη έννοια έχει ο Νικόλαος και άλλη έχει ο Λαόνικος;

  38. 37

    Άλλο ο Θεόδωρος κι άλλο ο Δωρόθεος. Ο ένας είναι δώρο από το Θεό κι άλλος είναι δώρο προς το Θεό. Ποιός είναι ποιός, όμως, δεν ξέρω.

  39. Avonidas said

    Χρόνια πολλά στους εορτάζοντες!

    Σκαπανέας ήμουν κι εγώ στο στρατό, αλλά ήμουν και γραφέας. Μάλλον καλύτερος γραφέας παρά σκαπανέας, αφού ο Αρχιλοχίας μας, όταν ήρθαν τα αποτελέσματα του ΣΠΕΝ, σχολίαζε: «άμα κάναμε πόλεμο γραπτώς, θα σε στέλναμε να πάρεις την Πόλη!» 😉

  40. Ανδρέας said

    Η απορία δημιουργήθηκε όταν διάβασα αυτό:

    »*Ο Νίκος είναι… εξ ορισμού αριστερός
    Ανθρωπολογικές μελέτες που απλώνονται στο φάσμα τεσσάρων γενεών Νικολάων, σύμφωνα με αυτήν εδώ την ανάλυση, πιστοποιούν τη σχέση μεταξύ του ονόματος αυτού και της αριστερής πολιτικής τοποθέτησης κατά 78%. Με άλλα λόγια, το Νικόλαος (νίκη του λαού) συνδέεται σημασιολογικά με την λαϊκή κυριαρχία και τις αριστερές πεποιθήσεις. Σύμφωνα με τη θεωρία του nominalism, το όνομα που μας δίνεται μπορεί να καθορίσει και την μετέπειτα εξέλιξή μας – σε αυτή την περίπτωση, να ωθήσει υποσυνείδητα τους Νικολάους… να γίνουν αριστεροί.»
    perierga.gr/2015/12/11-%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82/

    Δηλαδή κατ’αντιστοιχία Λαόνικος είναι αυτός που νίκησε τον λαό;

  41. Ιάκωβος said

    Χρόνια πολλά Νίκο.
    Χρόνια πολλά σε όλους τους εορτάζοντες συνσχολιαστές.

    27, 31
    Κι εγώ νομίζω πως η Μάρμω βγαίνει από το μάρμαρο.
    Υπήρχε και Λεφάντω, από το ελεφαντόδοντο.

  42. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Χρόνια πολλά στους εορτάζοντες του ιστολογίου.

    Νίκο χρόνια σου πολλά και γεμάτα.

  43. Αστέρω said

    Νίκος Παραλής, εξαίρετος ζωγράφος της Θεσσαλονίκης, γιος του εικαστικού Γιώργου Παραλή. Και οι δύο σφράγισαν την εικαστική ζωή της πόλης.Μάρμω, η Ειμαρμένη που σφράγισε κι αυτή τα ελληνικά τηλεοπτικά πράγματα μιας εποχής.

    Πολλές ευχές!

  44. π2 said

    Χρόνια πολλά και καλά Νίκο και λοιποί συνεορτάζοντες.

    Το Μάρμω από το Ειμαρμένη λογικό μου φαίνεται.

  45. Μαρία said

    44
    Και για τους δύσπιστους http://www.nt-archive.gr/peopleDetails.aspx?personID=480

  46. Μαρία said

    31
    Το μάρμαρο έδωσε στη λαϊκή γλώσσα το επίθετο μαρμάρω= γυναίκα με σκληρό παρθενικό υμένα.

  47. dozas33 said

    Χρόνια πολλά κ.Σαραντάκο , χρόνια πολλά καί σέ όλους εορτάζοντες .

  48. 46

  49. Ιάκωβος said

    44, απίστευτο…
    46, άρα μετά θα είχε μαρμαρόμυρτα; Ενδιαφέρουσα παρήχηση. 🙂

  50. lpanoss said

    Χρόνια πολλά και ευτυχισμένα, Νίκο, να είσαι πάντα καλά!!

  51. spiral architect said

    Κάποιους εορτάζοντες κανείς δεν τους θυμάται (εκτός από τη μάνα τους) και παραπονιούνται:

  52. nomen est omen. Όποιος λέγεται Λαοκράτης, μάλλον είχε αριστερούς γονείς, και όποια λέγεται Φρειδερίκη, πιθανότατα βασιλόφρονες.
    Για ένα τόσο συνηθισμένο όνομα όπως το Νικόλαος όμως, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι το ποσοστό των αριστερών διαφέρει αισθητά από το ποσοστό τους στο γενικό πληθυσμό. Ναι, σίγουρα κάποιοι θα αποφάσισαν να ονομάσουν έτσι το παιδί τους είτε για να εκφράσουν την ελπίδα λαϊκής νίκης, είτε ακόμη πιθανότερο με τον Ζαχαριάδη ή τον Μπελογιάννη στο νου — ο αριθμός τους όμως θα φανταζόμουν ότι είναι αμελητέος σε σύγκριση με τους πάμπολλους που διάλεξαν το όνομα γιατί έτσι λεγόταν ο παππούς, ο θείος, ο νονός ή κάποιος στενός οικογενειακός φίλος, ή γιατί κόντεψαν να θαλασσοπνιγούν και τάχτηκαν, ή γιατί το παιδί γεννήθηκε σαν σήμερα!
    Ήξερα πάντως έναν Κώστα, γεννημένον στην Πόλη το 1916, που οι γονείς του δεν μπορούσαν να μην του δώσουν το όνομα του παππού, αλλά για να το… ξορκίσουν τον είχαν βγάλει και Βενιζέλο!

  53. 51

    Για να το λέει ο realNikosDimou μάλλον ζήλια θάναι που τον ξεχάσανε τα νεοφιλελέγγονάκια του.

  54. Avonidas said

    #51. Μπα, ξαφνικά του αρέσουν οι άγιοι του Νίκου Δήμου;

    (Αυτός ο άνθρωπος τελικά πάντα θα βρει κάτι να μιζεριάσει)

  55. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα σχόλια και για τις ευχές σας. Επανήλθα από την εκδρομούλα εδώ και κάμποση ώρα και διαβάζω τις ευχές σας και μου ανεβαίνει κι άλλο η διάθεση!

    13: Την πρώτη παροιμία δεν την ήξερα, ευχαριστώ!

    29-31 Το θέμα είναι,. ήταν αποδεκτό όνομα το Ειμαρμένη;
    46 Βλέπω ότι ήταν

    37 Είναι άλλο όνομα, αλλά η έννοια δεν νομίζω να αλλάζει (φιλόμουσος, μουσόφιλος). Κάποιοι Νίκοι χρησιμοποιούν για φιλολογικό ψευδώνυμο το Λαόνικος -που δεν ξέρω κανέναν να το έχει για κανονικό όνομα.

    40 Μα, το όνομα το παίρνουμε πριν αποκτήσουμε πολιτική τοποθέτηση 🙂

    5-43 Μάλιστα, ευχαριστώ!

    46 Και ακόμα χειρότερα μαρμάρα λέγανε τη στείρα γυναίκα. Οποτε, δύσκολο να έγινε όνομα βαφτιστικό.

  56. sarant said

    51 🙂

    54: ΄Έτσι ακριβώς!

  57. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι,

    1) Μοί προκαλεί αλγεινήν εντύπωσιν η γλειψηματική διάθεσις των Ρωμιών αναγνωστών του παρόντος Ιστολογίου να αποστέλλουν ποταμηδόν τα Χρόνια Πολλά των εις τον (ασφαλώς κουρασθέντα από τας τόσας ευχάς) εορτάζοντα κ. Σαραντάκον. Και ναί μέν οι επαγγελματίαι Γαλιλαίοι (εκπρόσωποι της κλίκας του Μεταλληνού κλπ), οι χριστιανούληδες και οι πάσης φύσεως πιστεύοντες τας αρλούμπας της Εκκλησίας, δικαιολογούνται κάπως. Αλλ’ οι υπόλοιποι αναγνώσται, οι άθεοι, οι μπολσεβίκοι κλπ, βάσει ποίας Λογικής του Αριστοτέλους στέλνουν τας ευχάς των εις τον κ. Σαραντάκον; Αγνοούν οι κύριοι αυτοί, ότι ο Άγιος Νικόλαος είναι κλασικόν παράδειγμα ανυπάρκτου Αγίου, που κατεσκεύασαν οι Γαλιλαίοι διά να χονδροκονομάνε; Αν το αγνοούν, ας διαβάσουν τι γράφει ο κορυφαίος Βρετανός Βυζαντινολόγος του 20ού Αιώνος Κύριλλος Μάνγκος (Cyril Mango εις το μνημειώδες σύγγραμμά του «Βυζάντιον, η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης» που εξέδωσε προ ετών το ΜΙΕΤ της Εθνικής Τραπέζης

    2) Καταγγέλλω δημοσίως τον «Σάθαν του 21ου Αιώνος» κ. Σμερδαλέον διότι ουχί μόνον κρατά εις το σκότος τους αναγνώστας του παρόντος Ιστολογίου, αν και γνωρίζη άριστα τί γράφει ο Mango διά τον Άγιον Νικόλαον, αλλά και έστειλε δίς τας ευχάς του εις τον εορτάζοντα οικοδεσπότην μας. Ολίγη εντροπή, φίλτατε κ. Σμερδαλέε…

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος

  58. spyridon said

    Χρόνια Πολλά Νικοκύρη και λοιποί εορτάζοντες.
    Πάντα εορταστική ημέρα αυτή για μένα, ο πολιούχος του τόπου που μεγάλωσα.
    Δεν κάναμε και σχολείο, πηγαίναμε στη λιτανεία που περνούσε κι από τα καρνάγια.

    Υπέροχη περιγραφή της στρατιωτικοποίησης από τον Κουμανταρέα. Έχει κι άλλες πτυχές βέβαια.

    Σκαπανέας είναι ο πρωτοπόρος και στο στρατό. Τις περισσότερες φορές οι σκαπανείς πρέπει να μπουν μπροστά
    από τη πρώτη γραμμή. Μπροστά από τους πεζικάριους. Για τα ναρκοπέδια, να κάνουν διάνοιξη.
    Για παγιδεύσεις και καταστροφές αλλά συχνότερα για εξουδετέρωση παγιδεύσεων.
    Για να φτιάξουν γέφυρες σε ποτάμια αλλά και σε γκρεμούς.

    Η αρνητική χροιά στην ειδικότητα του σκαπανέα υπήρχε για πολλά χρόνια. Το αναφέρει συνσχολιαστής και ίσως γιαυτό να το χρησιμοποιεί και ο Κουμανταρέας. Υπήρχαν (στο νομό Σερρών για παράδειγμα) τάγματα σκαπανέων που ηταν στην ουσία τάγματα πολιτικά «υπόπτων». Και φυσικά παλιότερα το της Μακρονήσου.

    Στην πράξη αυτό άλλαξε όμως. Στην ειδικότητα του σκαπανέα γινόταν επιλογή από άτομα που είχαν καλύτερη εκπαίδευση. Για να μάθει κάποιος αυτά που χρειάζεται η ειδικότητα απαιτεί λιγάκι νιονιό. Όσοι είχαν χαμηλότερη εκπαίδευση έπαιρναν άλλες ειδικότητες στο μηχανικό, χειριστές κτλ.

    Κάθε τάγμα πεζικού έχει και μια διμοιρία σκαπανέων που είναι υπεύθυνοι για τα έργα και είναι και σύνδεσμοι με το μηχανικό.
    Τις τελευταίες εβδομάδες σκέφτομαι καθημερινά ότι ήμουν σκαπανέας στο στρατό.
    Βλέπω ξανά και ξανά όλα τα μέρη που είχα συνδέσει με το σκαπανιλίκι και με γενικά θετικές αναμνήσεις να συνδέονται τώρα με το θάνατο.
    Η Μόρια ήταν το ωραίο κεφαλοχώρι που μας φιλοξενούσε και τώρα είναι ο κρανίου τόπος.
    Το τρίγωνο, Σκάλα Συκαμιάς, ΕΠΟΜ βόρεια της πόλης της Μυτιλήνης και Πηγή / Κώμη ήταν για μένα ένας μικρός παράδεισος.
    Λιόδεντρα, παραλίες, ταβερνάκια, καφενεία με άψογο μεζέ και φιλική παρέα, πεύκα ήμερα γεμάτα σκιουράκια, καστανιές και καρυδιές. Τα είχαμε περπατήσει όλα και είχαμε κοιμηθεί έξω κάτω από τα πεύκα ακόμα και ανήμερα του αη Νικόλα του 199Χ, μέσα στο κρύο. Τα οχυρωματικά έργα και η συντήρησή τους ήταν τελικά το πρόσχημα για να γνωρίσουμε αυτό τον τόπο. Μίλησα προ ημερών με κάποιον άλλο που βρέθηκε εκεί τότε και το ίδιο σκεφτόταν. Θα ήθελα να πάω εκεί να δω αν μπορώ να προσαρμόσω τις αναμνήσεις στη νέα πραγματικότητα.

  59. Γς said

    31:

    >η Μάρμω των Πανθέων παρέπεμπε στο μάρμαρο, όπως οι Μαργαρίτης/Μαργαρίτα στο μαργαριτάρι

    Σε πορτοκαλιά, που ζήλευε όλη η γειτονιά.

    Σε Μάη, μαγιοπουλα, μάγισσα.

    Σε φιλιά, πουλιά. δειλινά.

    Σε Καμπανέλη, Μάνο και τη Βίκυ [συμπάθειά μου ρε!]

  60. 58

    Spyridon έγραψε Θα ήθελα να πάω εκεί να δω αν μπορώ να προσαρμόσω τις αναμνήσεις στη νέα πραγματικότητα.

    Παλιοσειρά κι εγώ τα ίδια: έχω φυλάξει ουκ ολίγες ώρες σκοπιά σε Μόλυβο και Εφταλού, το 91-92. Το σκέφτηκα κι εγώ αυτό που είπες. Και μετά αναρωτήθηκα: «Έχεις τα κότσια, ωρέ σκύλε, να δεις ένα πνιγμένο μωρό στην παραλία; Δεν τα έχεις…» 😦

  61. spiral architect said

    Και μετά σου λένε διάφοροι για ελευθερία της έκφρασης … 🙄
    (κάτι δικά μου)

  62. nikiplos said

    Να δώσω από εδώ τα χρόνια μου πολλά σε όλους τους εορτάζοντες και πρωτίστως στον Νικοκύρη!

  63. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    62 Μήπως γιορτάζεις κι εσύ; Αν ναι, χρόνια πολλά!

    61: 🙂

    58 Πολύ ωραίο σχόλιο -τυχερός είσαι, πάντως.

  64. 31: Άγγελε, κι ως σήμερα καταπώς φαίνεται https://www.facebook.com/marmo.ntoka

  65. Από περιοχή Εξαρχείων αναφέρω ότι βρωμάει δακρυγόνο ακόμα και μέσα στο διαμέρισμά μου. Χωρίς θέα στο δρόμο.

  66. Τὰ χρόνια μου πολλὰ στὸν Νικοκύρη καὶ κάθε ἑορτάζοντα!

  67. atheofobos said

    Το όνομα Νίκος έχει σχέση με την πολιτική τοποθέτηση του ατόμου όση έχει ο Φάντης με το ρετσινόλαδο και χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι πχ ο Νίκος Μιχαλολιάκος . ο Νικόλαος Μακαρέζος , ο Νικόλαος Χατζηζήσης ή και ο Νίκος Μαστοράκης από τα ονόματα που έρχονται πρόχειρα στην μνήμη μου.

  68. Νίκος Κ. said

    Εις πείσμα του γέροντα Βατάλου, θα ευχηθώ κι εγώ χρόνια πολλά στον Νικοκύρη και σε όλους τους συνονόματους. Θα βρω επίσης την ευκαιρία να διατυπώσω μια λεξιλογική απορία: Πολλές φορές λέμε ότι το όνομα Νικόλαος προέρχεται από το νίκη+λαός (κοντεύουμε να το βγάλουμε και σοσιαλιστικό). Όμως, δεδομένου ότι ο άγιος είναι τόσο παλιός, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι την εποχή εκείνη αφιέρωναν ονόματα στη νίκη του λαού.

  69. gpoint said

    Εορτάζει άραγε και ο Λαόνικος-Λεώνικος ;;

  70. 69

    Τσου!

    http://eortologio.gr/data/eortes/eortes_Lambda.php

  71. sarant said

    68 Είναι αρχαίο, αλλά πάρε τη σημασία λαός = έθνος.

  72. Γιάννης Ιατρού said

    65: δηλαδή είσαι κάπως έτσι;

  73. 72

    Όχι και τόσο αλλά περίπου. Ο αδερφός μου (λίγα τετράγωνα πιο πέρα) πήρε στο σπίτι του τη σκυλίτσα ενός φίλου, η οποία είχε κρυφτεί στο Στέκι Μεταναστών, έντρομη από τα μπάμ-μπουμ.
    Κι εγώ βγήκα λιγάκι για να ζητήσω από τους ΜΑΤατζήδες να μην κάθονται στο αμάξι μου. 😦

  74. Κόκκινος Πλανήτης said

    Χρόνια Πολλά στον Νικοκύρη και σε όλους τους εορτάζοντες του Ιστολογίου, και όχι μόνο!

  75. Alexis said

    Καλησπέρα, χρόνια πολλά Νίκο.
    Και σ’ όλους τους εορτάζοντες.
    Ωραίος ο Κουμανταρέας.
    Μας έβαλες στο τριπάκι ν’ αγοράσουμε το βιβλίο! 🙂

  76. Βάταλε, μετά συγχωρήσεως γίνεσαι αστείος.
    Η ιστορική ύπαρξη ή ανυπαρξία του Αγ. Νικολάου θα είχε σημασία για όποιον πίστευε σταλήθεια ότι ευχόμενος χρόνια πολλά σε κάποιον Νίκο για την ονομαστική του εορτή συντελούσε στο να έρθει στον εορτάζοντα η χάρη του Αγίου, όπως αν προεσευχόταν στον Άγιο να μεσιτεύσει υπέρ αυτού. Για τους άλλους, είναι απλώς μια καθιερωμένη φιλοφρόνηση, σαν το «καλημέρα» ή το πρωτοχρονιάτικο «χρόνια πολλά», και μια ευκαιρία να ερχόμαστε σ’επαφή με ανθρώπους με τους οποίους εκτός τέτοιων περιστάσεων σπάνια επικοινωνούμε.

  77. Την ίδια ετυμολογική σημασία με τον Νικόλαο/Λαόνικο πρέπει να έχει και ο Νικόδημος, που όμως όντως γιορτάζει σε ημέρα νίκης του δήμου — στις 14 Ιουλίου!

  78. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για νεότερα σχόλια και ευχές!
    77 Ε, αυτό δεν το είχα προσέξει!

  79. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Είπαμε,αυτά που ξέρετε
    να τα ξεχάσετ’ όλα
    σπίτι δεν κάνει προκοπή
    αν δεν έχει Νικόλα.
    Ζήτωσαν οι Νίκοι και οι Νίκες μας και τα σύνθετά τους. 🙂

  80. nikiplos said

    @63, ευχαριστώ πολύ…

  81. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Ωραία η γραφή του Κουμανταρέα.Αδρή η φιγούρα του σκαπανέα. Σα να μ΄αρέσει καλύτερα αυτό από τα Σεραφείμ και Χερουβείμ του(όπου η επιτακτική φωνή της μάνας είναι χειρότερη κι απ΄ του στρατού την καταπίεση).

  82. sarant said

    79: Νάσαι καλά Έφη!

  83. Βάταλος said

    1) Εντιμώτατε κ. Άγγελε (σχόλιον 76),

    δεν δύνασθε να είσθε ΚΑΙ με τον χωροφύλαξ ΚΑΙ με τον αστυφύλαξ: Πιστεύετε (ναί ή ού;) ότι υπήρξεν ο Άγιος Νικόλαος; Κι αν δεν υπήρξεν (όπως μάς διαβεβαιώνουν ΟΛΟΙ οι Βυζαντινολόγοι και αποκρύπτει ο κρυφοχριστιανούλης κ. Σμερδαλέος), δεν νομίζητε πως είναι μέγα θέμα ότι οι άθεοι του Ιστολογίου εύχονται ποταμηδόν τω κ. Σαραντάκω, αποκρύπτοντες το παραμύθι των Γαλιλαίων; Και διατί εγώ που το απεκάλυψα είμαι αστείος;

    2) Διά τον μακαριστόν Κουμανταρέαν δεν θα είπω πολλά, διότι γνωρίζω πόσον τον λατρεύει ο κ. Σαραντάκος και δεν επιθυμώ να τον στενοχωρήσω την ημέραν του ανυπάρκτου αγίου του. Διατί, όμως, να κινδυνεύω με κιτρίνην κάρταν, αν τολμήσω να υπενθυμίσω πως και ο Κουμανταρέας είναι δημιούργημα της «Ζωής» και του «Σωτήρος» οι οποίοι τον προωθούσαν προκλητικώς κατά την δεκαετίαν του 1960, νομίζοντες (βλακωδώς – εννοείται – διότι ο Μένης ήτο δεδηλωμένος κίναιδος!) πως έχουν να κάμουν με έναν χριστιανόν συγγραφέα; Αν δεν πιστεύετε τον γέροντα Βάταλον, ιδού η περίφημος επιστολή του Γιώργου Ιωάννου, που αποκρύπτει σκανδαλωδώς ο κ. Σαραντάκος εις τα 6 έτη λειτουργίας του Ιστολογίου του

    Περισσότερα (μεταξύ άλλων και την επιστολήν του Ταχτσή που καλεί τον Μένην να μή αισθάνεται ενοχάς διά την λατρείαν του προς την οπισθογέμισιν) δύνασθε να αναγνώσητε εις το νήμα που παρέθεσα προηγουμένως

    3) Περαίνω με μίαν ένστασιν προς τον κ. Σαραντάκον: Είναι δυνατόν, αγαπητέ κύριε Νίκο, να αναρτάτε κείμενον διά την λέξιν «σκαπανεύς» και να μή πληροφορήτε τους αναγνώστας σας ότι πρόκειται δι’ ομηρικήν λέξιν που αναφέρει δύω φοράς ο Όμηρος εις την Ιλιάδα (Ν 57 και Ω 247) και σημαίνει «σκήπτρον»; Επίσης, είναι δυνατόν να αποκρύπτετε την σχέσιν του «σκαπανέως» με τον Σκιπίωνα τον Αφρικανόν και τους Ρωμαίους, που πρώτοι εφηύρον την ειδικότητα του σκαπανέως, όπως την γνωρίζομε σήμερον; Παραθέτω τα σχετικά δοκουμέντα, μήπως ευρεθή κάποια αγαθή ψυχή εδώ και εκεί εις τον ουρανόν του Διαδικτύου και τα εκτιμήσει…

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος

  84. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Για Μάρμω -Ειμαρμένη σκέφτηκα και Μαρμαρινή ή Μαρμαρένια.Εδώ έχουμε Συρματένια,γιατί όχι όνομα-τάμα στην Παναγία Μαρμαρινή, όπως Μαλεβίτσα από τη Π.Μαλεβή (Μαλεβός,ο Πάρνωνας στα ντόπια 🙂 )

  85. Γς said

    >Ο ΧΕΙΡΙΣΤΗΣ μπήκε στην αίθουσα προβολής, χαιρέτησε, κρέμασε το μπερέ του και πήρε θέση πίσω από τη μηχανή.

    Καμπίνα προβολής

    Κοντεύει τα ενενήντα ο φίλος μου ο Δημήτρης Βερναδάκης. Βρεθήκαμε προχτές στην τράπεζα. Τεράστια ουρά και τον ξεψάχνισα κανονικά. Μηχανικός Κινηματογράφου. Γράφεις άνετα βιβλίο, κι εδώ σεντόνια με τις αναμνήσεις του, τις γνώσεις του.

    Κάθε μέρα στη καμπίνα του κι όταν κάποτε σταμάτησε δεν ήξερε που να πάει. Τον τρόμαξε η νύχτα και πήγε … κινηματογράφο!

    Ηταν αδύνατο όμως να δει το έργο καθισμένος στην αίθουσα. Ετσι παρακάλεσε να τον αφήσουν να πάει στη καμπίνα και να δει το έργο όρθιος απ τη τρύπα προβολής, όπως έκανε μια ζωή.

  86. Γς said

    49, 46:

    >άρα μετά θα είχε μαρμαρόμυρτα;
    Το γλυκόπικρο και μυρωδάτο λικέρ από καρπούς Μυρτιάς.

    Τώρα αν βάλετε απόσταγμα ΜΕΤΑΞΑ πολλών αστέρων που μας έφερε το πρωί το ρουμ σέρβις ανήμερα των χριστουγένων μετα απ τη ρεβεγιόν…

    Που να το βάλετε;
    Εγώ πάντως, ελλείψει καταλλήλου ποτηρίου χρησιμοποίησα το περι ου ο λόγος δια-μαρμαρωμένον

  87. BLOG_OTI_NANAI said

    Χρόνια Πολλά στον Νίκο και σε όλους όσοι γιορτάζουν!

  88. spiral architect said

    @83: Κάτι έλεγα για σύγχρονους σκαπανείς παραπάνω … 🙄

  89. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Καλημέρα, πολλές ευχές κι από μένα (τρέχοντας αλλά όχι ιδρωμένος)!

    Συμφωνώ με τον Άγγελο (76) ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς πιστός, για να εκμεταλλευτεί μια μέρα του χρόνου και να ευχηθεί σε κάποιον – δείγμα της φιλίας του. Είναι μάλλον προβοκάτσια το σχόλιο του Β. στο οποίο απαντά.

    Επίσης, σε συνέχεια του 30, του Αγγέλου πάντα, θυμήθηκα τους σκαπανείς στο «Καταφύγιο Ιδεών», του Γιανναρά. Την ίδια εποχή, τις ίδιες αρχές, περιγράφει και ο σικελός Αντρέα Καμιλλέρι, στην «Άλωση του Μακαλλέ». Δύσκολη άνδρωση εν μέσω φτώχειας και άνθισης του φασισμού -στην Ελλάδα ή την Ιταλία.

    Ευχαριστώ για το σπάραγμα διηγήματος του Κουμανταρέα! Συνήθως χαρίζουν στους εορτάζοντες, με εσένα έγινε το αντίθετο. Η γενναιοδωρία δεν έχει κατεύθυνση, βέβαια. Απλώς υπάρχει.

    Ενδιαφέρον η κοινή κατάληξη των επιθέτων του ήρωα και του συγγραφέα, μανιάτικη φυσικά.

    Ο Ιωάννου λέει πολλά στην επιστολή του, που είχε την καλή προδιάθεση (;) να παραθέσει ο Β. Το ότι τα χριστιανικά λιπάσματα άνδρωσαν μια ομοφυλοφιλική λογοτεχνία στην Ελλάδα και αλλού, δεν σημαίνει τίποτα. Η αληθινά σπουδαία λογοτεχνία γράφτηκε από ανθρώπους και απευθύνεται σε ανθρώπους, ασχέτως φύλου ή σεξουαλικής επιλογής.

    Όμως ο Βάταλος είναι πολύ γέρων για να το καταλάβει -αν και νεότεροι, όπως οι κάθε λογής Φαήλοι, υποβιβάζουν το επίπεδο της χώρας μας και της ευαισθησίας μας. Ίσως στα χρόνια που μέλλονται να ‘ρθούν κάτι, σιγά-σιγά, αλλάξει.

  90. spiral architect said

    @89: Καλό. 🙂

  91. alexisphoto said

    χρόνια πολλά κ καλά…
    και καθυστερημένα…
    Εύχομαι τα καλύτερα…
    καλημέρα

  92. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα νεότερα και τις ευχές (σαράντα μέρες μετά πιάνουν)

  93. cronopiusa said

    Καλημέρα
    Καλή βδομάδα και λοιπά, και τα λοιπά
    λοιπόν Αχ!!!

    Venezuela: Misión Alimentación acerca alimentos de calidad al pueblo https://www.youtube.com/watch?v=waiO5J1yxyA

    HA TRIUNFADO LA GUERRA ECONÓMICA CONTRA EL PUEBLO VENEZOLANO
    LA OPOSICIÓN DE DERECHA VENCIÓ EN LAS ELECCIONES LEGISLATIVAS

    MUD: 99 diputados PSUV: 46 diputados y aún faltan adjudicar un total de 19 diputados

    Presidente de Venezuela reconoce resultados de las parlamentarias 6D

  94. spiral architect said

    @85 (και κείμενο): Πάει πια ο χαρακτηριστικός ήχος της μηχανής προβολής, που έκαναν τα δύο γραναζάκια της επάνω στο περφορέ του φιλμ. Πριν μια βδομάδα πήγα στο ανακαινισμένο Άστορ της Κοραή, όπου βλέποντας τη (σινεφίλ) ταινία συνειδητοποίησα ότι, την έβλεπα από βιντεοπροβολέα. Όχι ότι είναι κακό, αλλά … να … κάτι γλίστρησε από μέσα μου και χάθηκε. :/

  95. Γς said

    16, 88:

    >Τιμή στους πρωτοπόρους των βυσμάτων τζακ, των επιλογέων

    Μιλάμε για πραγματικά βύσματα [που χειριζόντουσαν οι τηλεφων.ηφδξς σφξς παλιες τενίες και [οδικός} επιλογέας που συνέδεε το επόμεμο κύκλωμα [ψηφίο] μέρχρι να έρθει η Ζήμενς και να μας ψηφιοποιήσει 😉

  96. Γς said

    >οι τηλεφων.ηφδξς σφξς παλιες τενίες

    οι τηλεφωνήτριες στις παλιες τενίες

    «That’s an amazing invention, but who would ever want to use one of them?»

  97. Βαταλε, μου είναι τελειως αδιάφορο (και στους περισσότερους εδώ μέσα, υποθέτω) αν όντως υπήρξε ή όχι ο Αγ. Νικόλαος. (Γιατί να μην είχαν τα Μύρα της Λυκίας έναν επίσκοπο ονόματι Νικόλαο; Και ποιος χ…, μετά συγχωρήσεως, πλην των ιστορικών της μικρασιατικής εκκλησίας;) Αγγελοι όμως σαφώς δεν πιστεύω ότι υπάρχουν — και παρόλ’αυτά, χαίρομαι να μου εύχονται των Ταξιαρχών! Ευχαρίστως βέβαια δέχομαι ευχές οποιαδήποτε μέρα, αλλά καλό είναι να υπάρχεξι μια συγκεκριμένη για κάθε όνομα, έστω και μόνο για να ξέρουμε πότε δικιούμαστε να παραπονεθούμε αν μας ξεχάσουν!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: