Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η σταχομαζώχτρα, χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2015


papadiamantis_05Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μου αρέσει να συνεχίζω μια παλιά συνήθεια, από τότε που ο παππούς μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ή την παραμονή έπαιρνε έναν μαυροντυμένο τόμο από τους πέντε του Βαλέτα και διάβαζε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη.  Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού όπως διάβαζε, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οπότε, καθιέρωσα κι εγώ στις γιορτές να βάζω ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.

Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ το 2012 έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. To 2013 επανήλθα στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο», το ίδιο και πέρυσι, που έβαλα τα «Χριστούγεννα του τεμπέλη«. Και φέτος συνεχίζω παπαδιαμαντικά και μάλιστα με το γνωστότερο ίσως χριστουγεννιάτικο διήγημα του κυρ Αλέξαντρου, τη Σταχομαζώχτρα.

Φυσικά, ξέρω ότι πρόκειται για ένα διήγημα που ποτέ δεν έλειψε από τα «Νεοελληνικά αναγνώσματα» του σχολείου ή από τις παιδικές ανθολογίες, οπότε όλοι σχεδόν θα το έχετε διαβάσει. Ωστόσο, τα Χριστούγεννα είναι γιορτή που την περνάμε με τους οικείους μας, και τούτο θαρρώ ισχύει και για τα διαβάσματά μας, οπότε αν ξαναδιαβάσουμε την ιστορία της θεια-Αχτίτσας μπορεί να βρούμε κάτι που το είχαμε προσπεράσει πρωτύτερα.

(Κάπου είχα συναντήσει και μια αισχρή παρωδία της παραγράφου που έχει τη φράση «οι φ’στάνες», αλλά δεν τη βρίσκω -και δεν ξέρω κι αν ταιριάζει στο πνεύμα της ημέρας. Το αναφέρω όμως σαν ένδειξη της δημοτικότητας του διηγήματος).

Η Σταχομαζώχτρα δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1889 στην Εφημερίδα του Κορομηλά, είναι δηλαδή από τα σχετικώς πρώιμα διηγήματα του Παπαδιαμάντη -χρονολογικά είναι μόλις το έβδομο, αν θεωρήσουμε πρώτο διήγημα τη νουβέλα «Χρήστος Μηλιόνης» (1885), πιο σωστά όμως είναι το έκτο, με πρώτο το Χριστόψωμο του 1887, που κι αυτό χριστουγεννιάτικο είναι. Αν κανείς έχει περιέργεια να δει την πρώτη δημοσίευση, με την αλλοπρόσαλλη ορθογραφία της εποχής (στην κριτική έκδοση ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος την έχει αρκετά εκσυγχρονίσει, και καλά έκανε) μπορεί να δει εδώ την πρώτη σελίδα και εδώ τη δεύτερη.

Να προσέξουμε τη φράση «εκεί που ψήνει ο ήλιος το ψωμί» (όπου ξενιτεύονται οι σουρτούκηδες, κατά τον πονηρό μπαρμπα-Μαργαρίτη). Πρόκειται για έκφραση που τη χρησιμοποιεί και αλλού ο Παπαδιαμάντης, αλλά και άλλοι συγγραφείς, π.χ. Βιζυηνός, και δηλώνει πολύ μακρινή χώρα, αλλά και αφιλόξενη. Πιθανώς στη γέννηση της φράσης να συντέλεσαν λαϊκά αναγνώσματα για μακρινές εξωτικές χώρες. 

Ο Συριανός έμπορος χαρακτηρίζει «σίγουρο παρά, αρζάν κοντάν» τη συναλλαγματική του ξενιτεμένου -argent comptant, μετρητό χρήμα. Να προσέξουμε επίσης στην αρχή του διηγήματος πώς ο Παπαδιαμάντης παρεμβάλλει στην αφήγηση, που είναι σε καθαρεύουσα, φράσεις λαϊκές, ιδίως του ‘γυναικείου ιδιώματος’, σε αυθεντική λαϊκή γλώσσα (το λαμπρό τ’ να βγει, που νάρθουν τα μαντάτα του κτλ.)

Το κείμενο το πήρα από το sansimera.gr κι έκανα μερικές διορθώσεις όπως το διάβαζα, αλλά θα μου έχουν ξεφύγει λαθάκια -δεν έκανα συστηματική αντιπαραβολή με την κριτική έκδοση.

Η ΣΤΑΧΟΜΑΖΩΧΤΡΑ

Μεγάλην εξέφρασεν έκπληξιν η γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ, ιδούσα τη ημέρα των Χριστουγέννων του 187.., την θειά-Αχτίτσα, φορούσαν καινουργή μανδήλαν, και τον Γέρο και την Πατρώνα με καθαρά υποκαμισάκια και με νέα πέδιλα.

Τούτο δε διότι ήτο γνωστότατον, ότι η θειά-Αχτίτσα είχεν ιδεί την προίκα της κόρης της πωλουμένην επί δημοπρασίας προς πληρωμήν των χρεών αναξίου γαμβρού, διότι ήτο έρημος και χήρα, και διότι ανέτρεφε τα δύο ορφανά έγγονά της μετερχομένη ποικίλα επαγγέλματα. Ήτον (ας είναι μοναχή της!) απ’ εκείνας που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Η γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ, ώκτειρε τας στερήσεις της γραίας και των δυο ορφανών· αλλά μήπως ήτο και αυτή πλουσία, δια να έλθη αυτοίς αρωγός και παρήγορος;

Ευτυχής ο μακαρίτης, ο μπάρμπα–Μιχαλιός, όστις προηγήθη εις τον τάφον της συμβίας Αχτίτσας, χωρίς να ίδη τα δεινά τα επικείμενα αυτή μετά τον θάνατόν του. Ήτο καλής ψυχής, – ας είχε ζωή! – ο συχωρεμένος. Τα δύο παιδία «τα αδιαφόρετα», ο Γεώργης και ο Βασίλης, επνίγησαν βυθισθείσης της βρατσέρας των τον χειμώνα του έτους 186…  Η βρατσέρα εκείνη απωλέσθη αύτανδρος, – τι φρίκη! τι καημός! Τέτοια τρομάρα καμμιάς καλής χριστιανής να μην της μέλλη.

Ο τρίτος ο γυιός της, ο σουρτούκης, το χαμένο κορμί, εξενιτεύθη και ευρίσκετο, έλεγαν, εις την Αμερικήν. Πέτρα έρριξε πίσω του. Μήπως τον είδε; Μήπως τον ήκουσεν; Άλλοι πάλιν πατριώτες είπαν ότι ενυμφεύθη εις εκείνα τα χώματα, κι επήρε, λέει, μια φράγκα, μια ’γγλεζοπούλα, ένα ξωθικό, που δεν ήξευρε να μιλήση ρωμέικα. Μη χειρότερα! Τι να πη κανείς! Ημπορεί να καταρασθή το παιδί του, τα σωθικά του, τα σπλάγχνα του ;

Η κόρη της απέθανεν εις τον δεύτερον τοκετόν, αφείσα αυτή τα δύο ορφανά κληρονομίαν. Ο πατεριασμένος τους, εζούσε ακόμα (που να φτάσουν τα μαντάτα του ώρα την ώρα!), μα τι νοικοκύρης, το πρόκοψε αλήθεια! Χαρτοπαίκτης, μέθυσος και με άλλας αρετάς ακόμη. Είπαν, πως ξαναπαντρεύτηκε αλλού, δια να πάρη και άλλον κόσμον εις τον λαιμόν του, ασυνείδητος! Τέτοιοι άντρες! Έκαμε δα κι’ αυτή ένα γαμπρό, μα γαμπρό (το λαμπρό τ’ να βγη!).

Τι να κάμη; έβαλε τα δυνατά της, κι επροσπαθούσε όπως-όπως να ζήση τα δύο ορφανά. Τι αξιολύπητα, τα καημένα! Κατά τας διαφόρους ώρας του έτους, εβοτάνιζεν, αργολογούσε, εμάζωνε ελιές, εξενοδούλευε. Εμάζωνε κούμαρα, και τα έβγαζε ρακί. Μερικά στέμφυλα απ’ εδώ, κάμποσα βότσια αραβοσίτου απ’ εκεί, όλα τα εχρησιμοποίει. Είτα, κατά Οκτώβριον, άμα ήνοιγον τα ελαιοτριβεία, έπαιρνεν ένα είδος πήχυν, ένα πενηντάρι εκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κι εγύριζεν εις τα ποτόκια, όπου κατεστάλαζον αι υποστάθμαι του ελαίου, κι εμάζωνε την μούργα. Διά της μεθόδου ταύτης ωκονόμει όλον το ενιαύσιον έλαιον του λυχναρίου της.

Αλλά το πρώτιστον εισόδημα της θειά-Αχτίτσας προήρχετο εκ του σταχομαζώματος. Τον Ιούνιον, κατ’ έτος, επεβιβάζετο εις πλοίον, έπλεεν υπερπόντιος και διεπεραιούτο εις Εύβοιαν. Περιεφρόνησε το ονειδιστικόν επίθετον της «καραβωμένης», όπερ εσφενδόνιζον άλλα γύναια κατ’ αυτής, διότι όνειδος εθεωρείτο το να πλέη γυνή εις τα πελάγη. Εκεί, μετ’ άλλων πτωχών γυναικών, ησχολείτο συλλέγουσα τους αστάχεις, τους πίπτοντας από των δραγμάτων των θεριστών, από των φορτωμάτων και κάρρων. Κατ’ έτος, οι χωρικοί της Ευβοίας και τα χωριατόπουλα, έρριπτον κατά πρόσωπον αυτών το σκώμμα : «Να! οι φ’στάνες! μας ήρθαν πάλι οι φ’στάνες!». Αλλ’ αύτη έκυπτεν υπομονητική, σιωπηλή, συνέλεγε τα ψιχία εκείνα της πλούσιας συγκομιδής του τόπου, απήρτιζε τρεις ή τεσσάρας σάκκους, ολόκληρον ενιαυσίαν εσοδείαν δι’ εαυτήν και διά τα δυο ορφανά, τα οποία είχεν εμπιστευθή εν τω μεταξύ εις τας φροντίδας της Ζερμπινιώς, και αποπλέουσα επέστρεφεν εις το παραθαλάσσιον χωρίον της.

* * *

Πλην εφέτος, δηλ. το έτος εκείνο, αφορία είχε μαστίσει την Εύβοιαν. Αφορία εις τον ελαιώνα της μικράς νήσου, όπου κατώκει η θειά-Αχτίτσα. Αφορία εις τας αμπέλους και εις τους αραβοσίτους, αφορία σχεδόν και εις αυτό τα κούμαρα, αφορία πανταχού.

Είτα, επειδή ουδέν κακόν έρχεται μόνον, βαρύς χειμών ενέσκηψεν εις τα βορειότερα εκείνα μέρη. Από του Νοεμβρίου μηνός, χωρίς σχεδόν να πνεύση νότος και να πέση βροχή, ήρχιζε να χιονίζη. Μόλις έπαυεν είς νιφετός και ήρχετο άλλος. Ενίοτε έπνεε ξηρός βορράς, σφίγγων έτι μάλλον τα χιόνια, τα οποία δεν έλυωναν εις τα βουνά. «Επερίμεναν άλλα».

Η γραία μόλις είχε προλάβει να μεταφέρη επί των ώμων της, από των φαράγγων και δρυμών, αγκαλίδας τινάς ξηρών ξύλων, όσαι μόλις θα ήρκουν διά δύο εβδομάδας ή τρεις, και βαρύς ο χειμών επέπεσε. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου μόλις επήλθε μικρά διακοπή, και δειλαί τινες ακτίνες ηλίου επεφάνησαν, επιχρυσούσαι τας υψηλοτέρας στέγας. Η θειά-Αχτίτσα έτρεξεν εις τα «ορμάνια» ίνα προλάβη και εισκομίση καυσόξυλά τινα. Την επαύριον ο χειμών κατέσκηψεν αγριώτερος. Μέχρι των Χριστουγέννων, ουδεμία ημέρα εύδιος, ουδεμία γωνία ουρανού ορατή, ουδεμία ακτίς ηλίου.
Κραταιός και βαρύπνοος βορράς, «χιονιστής», εφύσα κατά τας παραμονάς της αγίας ημέρας. Αι στέγαι των οικιών ήσαν κατάφορτοι εκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τα συνήθη παίγνια των οδών και τα χιονοβολήματα έπαυσαν. Ο χειμών εκείνος δεν ήτο φιλοπαίγμων. Από των κεράμων των στεγών εκρέμαντο ως ώριμοι καρποί σπιθαμιαία κρύσταλλα, τα οποία οι μάγκαι της γειτονιάς δεν είχον πλέον όρεξιν να τρώγουν.

Την εσπέραν της 23, ο Γέρος είχεν έλθει από το σχολείον περιχαρής, διότι από της αύριον έπαυον τα μαθήματα. Πριν ξεκρεμάση τον «φύλακα» από της μασχάλης του, ο Γέρος πεινασμένος ήνοιξε το δουλάπι, αλλ’ ουδέ ψωμόν άρτου εύρεν εκεί. Η γραία είχεν εξέλθει ίσως προς ζήτησιν άρτου. Η ατυχής Πατρώνα εκάθητο ζαρωμένη πλησίον της εστίας, αλλ’ η εστία ήτο σβεστή. Εσκάλιζε την στάκτην, νομίζουσα εν τη παιδική αφελεία της (ήτο μόλις τετραετές το πτωχόν κοράσιον), ότι η εστία είχε πάντοτε την ιδιότητα να θερμαίνη, και ας μη καίη. Αλλ’ η στάκτη ήτο υγρά. Σταλαγμοί ύδατος, εκ χιόνος τακείσης ίσως διά τινος λαθραίας και παροδικής ακτίνος ηλίου, είχον ρεύσει δια της καπνοδόχου. Ο Γέρος, όστις ήτο επταετής μόλις, έτοιμος να κλαύση διότι δεν εύρισκε ψιχίον τι προς κορεσμόν της πείνης του ήνοιξε το μόνον παράθυρον, έχον τριών σπιθαμών μήκος. Ο οικίσκος όλος, χθαμαλός, ημιφάτνωτος, με είδος σοφά, είχεν ύψος δύο ίσως οργυιών από του εδάφους μέχρι της οροφής.

Ο Γέρος ανεβίβασε σκαμνίον τι επί του λιθίνου ερείσματος του παραθύρου, ανέβη επί του σκαμνίου, εστηρίχθη διά της αριστεράς του παραθυροφύλλου ανοικτού, εστηλώθη μετά τόλμης προς την οροφήν, ανέτεινε την δεξιάν, και απέσπασεν έν κρύσταλλον εκ των κοσμούντων τους «σταλαμμούς» της στέγης. Ήρχισε να το εκμυζά βραδέως και ηδονικώς, και έδιδε και εις την Πατρώναν να φάγη. Επείνων τα κακόμοιρα.

* * *

Η γραία Αχτίτσα επανήλθε μετ’ ολίγον φέρουσα πράγμα τι τυλιγμένον εις τον  κόλπον της. Ο Γέρος, όστις εγνώριζεν εκ της παιδικής του πείρας, ότι ποτέ άνευ αιτίας δεν εφούσκωναν οι κόλποι της μάμμης του, αναπηδήσας έτρεξεν εις το στήθος της, ενέβαλε την χείρα, και αφήκε κραυγήν χαράς. Τεμάχιον άρτου είχεν «οικονομήσει» και την εσπέραν εκείνην η καλή, καίτοι ολίγον αυστηρά μάμμη, τις οίδεν αντί ποίων εξευτελισμών, και διά πόσων εκλιπαρήσεων!

Και τι δεν ήθελεν υποστή, προ ποίας θυσίας ηδύνατο να οπισθοδρομήση, διά την αγάπην των δύο τούτων παιδίων, τα οποία ήσαν δις παιδία δι’ αυτήν, καθόσον ήσαν τέκνα του τέκνου της! Εν τούτοις δεν ήθελε να δεικνύη αυτοίς μεγάλην αδυναμίαν, και «ήμερο μάτι δεν τους έδιδε». Εκάλει τον άρρενα «Γέρον», διότι είχε το όνομα του αληθούς γέρου της, του μακαρίτου μπάρμπα–Μιχαλιού, του οποίου το όνομα τής επόνει ν’ ακούση ή να προφέρη. Το ταλαίπωρον το θήλυ το εκάλει Πατρώναν θωπευτικώς, και ολίγον «σαν αρχοντοξεπεσμένη που ήτον», μη ανεχομένη ν’ ακούη το Αργυρώ, το όνομα της κόρης της, όπερ εδόθη ως κληρονομιά εις το ορφανόν, λεχούς θανούσης εκείνης. Πλην του υποκορισμού τούτου, ουδεμίαν άλλην επιδεικτικήν τρυφερότητα απένεμεν εις τα δύο πτωχά πλάσματα, αλλά μάλλον πρακτικήν αγάπην και προστασίαν.

Η ταλαίπωρος γραία έστρωσε διά τα δύο ορφανά, ίνα κοιμηθώσιν, ανεκλίθη και αύτη πλησίον των, τοις είπε να φυσήσωσιν υποκάτω του σκεπάσματός των διά να ζεσταθούν, τοις υπεσχέθη ψευδομένη, αλλ’ ελπίζουσα να επαληθεύση, ότι αύριον ο Χριστός θα φέρη ξύλα και ψωμί και μίαν χύτραν κοχλάζουσαν επί του πυρός, και έμεινεν άυπνος πέραν του μεσονυκτίου, αναλογιζόμενη την πικράν τύχην της.

* * *

Το πρωί, μετά την λειτουργίαν (ήτο παραμονή των Χριστουγέννων) ο παπα–Δημήτρης, ο ενορίτης της, επαρουσιάσθη αίφνης εις την θύραν του πενιχρού οικίσκου.
– Καλώς τα δέχθης, της είπε μειδιών.
«Καλώς τα δέχθη» αυτή! και από ποίον επερίμενε τίποτε;
– Έλαβα ένα γράμμα διά σε, Αχτίτσα, προσέθηκεν ο γέρων ιερεύς, τινάσσων την χιόνα από το ράσον και το σάλι του.
– Ορίστε, δέσποτα! Και μακάρι έχω τη φωτιά, εψιθύρισε προς εαυτήν, ή το γλυκό και το ρακί να τον φιλέψω;
Ο ιερεύς ανέβη την τετράβαθμον κλίμακα και ελθών εκάθισεν επί του σκαμνίου. Ηρεύνησε δε εις τον κόλπον του και εξήγαγε μέγαν φάκελλον με πολλάς και ποικίλας σφραγίδας και γραμματόσημα.
– Γράμμα, είπες, παπά, επανέλαβεν η Αχτίτσα, μόλις τότε αρχίσασα να εννοή τι της έλεγεν ο ιερεύς.
Ο φάκελλος, ον είχεν εξαγάγει από του κόλπου του, εφαίνετο ανοικτός από το εν μέρος.
– Απόψε έφθασε το βαπόρι, επανέλαβεν ο εφημέριος· εμένα μου το έφεραν τώρα μόλις έβγαινα από την εκκλησίαν.
Και ενθείς την χείρα έσω του φακέλλου εξήγαγε διπλωμένον χαρτίον.
– Το γράμμα είνε προς εμέ, προσέθηκεν, αλλά σέ αποβλέπει.
– Εμένα; εμένα; επανέλαβεν έκπληκτος η γραία.
Ο παππα–Δημήτρης εξεδίπλωσε το χαρτίον.
– Είδεν ο Θεός τον πόνον σου και σου στέλλει μικράν βοήθειαν, είπεν ο αγαθός ιερεύς. Ο γυιός σου, σου γράφει από την Αμερικήν.
– Απ’ την Αμέρικα ; ο Γιάννης! ο Γιάννης με θυμήθηκεν; ανέκραξε περιχαρής, ποιούσα το σημείον του Σταυρού η γραία.
Και είτα προσέθηκε:
– Δόξα σοι ο Θεός!
Ο ιερεύς έβαλε τα γυαλιά του και εδοκίμασε ν’ αναγνώση.
– Είναι, κακογραμμένα, κ’ εγώ δυσκολεύομαι να διαβάζω αυτές τις τζίφρες, που έβγαλαν τώρα, αλλά θα προσπαθήσωμεν να βγάλωμεν νόημα.
Και ήρχισε μετά δυσκολίας, και σκοντάπτων συχνά, ν’ αναγινώσκη:
«Παππα–Δημήτρη, το χέρι σου φιλώ. Πρώτον ερωτώ δια το αίσιον κτλ. κτλ. Εγώ λείπω πολλά χρόνια και δεν ηξεύρω αυτού τι γίνονται, ούτε αν ζουν ή απέθαναν. Είμαι εις μακρυνόν μέρος, πολύ βαθειά, εις τον Παναμάν, και δεν έχω καμμίαν συγκοινωνίαν με άλλους πατριώτες που ευρίσκονται εις την Αμερικήν. Προ τριών χρόνων εντάμωσα τον (δείνα) και τον (δείνα), αλλά και αυτοί έλειπαν χρόνους πολλούς, και δεν είξευραν τι γίνεται εις το σπίτι μας.

»Εάν ζη ο πατέρας ή η μητέρα μου, ειπέ τους να με συγχωρήσουν, διότι δια καλό πάντα πασχίζει ο άνθρωπος και εις κακό πολλές φορές βγαίνει. Εγώ αρρώστησα δύο φορές από κακές ασθένειες του τόπου εδώ και έκαμα πολύν καιρόν εις τα σπιτάλια. Τα ό,τι είχα και δεν είχα επήγαν εις την ασθένειαν και μόλις εγλύτωσα την ζωήν μου. Είχα υπανδρευθή προ δέκα χρόνων κατά την συνήθειαν του τόπου εδώ, αλλά τώρα είμαι απόχηρος, και άλλο καλλίτερον δεν ζητώ, παρά να πιάσω ολίγα χρήματα να έλθω εις την πατρίδα, αν προφθάσω τους γονείς μου να μ’ ευλογήσουν. Και να μην έχουν παράπονον εις εμέ, διότι έτσι θέλει ο Θεός, και δεν ημπορούμε εμείς να πάμε κόντρα. Και να μη βαρυγνωμούν αν δεν είναι θέλημα Θεού, δεν μπορεί άνθρωπος να προκόψη.

»Σου στέλλω εδώ εσωκλείστως ένα συνάλλαγμα επ’ ονόματί σου, να υπογράψης η αγιωσύνη σου, και να φροντίσουν να το εξαργυρώσουν ο πατέρας ή η μητέρα εάν ζουν. Και αν, ό μοι γένοιτο, είνε αποθαμμένοι, να το εξαργυρώσης η αγιωσύνη σου, να δώσης εις κανένα αδελφόν μου, εάν είναι αυτού, ή εις κανέν ανίψι μου, και εις άλλα πτωχά. Και να κρατήσης και η αγιωσύνη σου εάν οι γονείς μου είναι αποθαμμένοι, έν μέρος του ποσού αυτού δια τα σαρανταλείτουργα…».

Πολλά έλεγεν η επιστολή αύτη και έν σπουδαίον παρέλιπε. Δεν ανέφερε το ποσόν των χρημάτων, δι’ όσα ήτο η συναλλαγματική. Ο παπα–Δημήτρης παρατηρήσας το πράγμα, εξέφερε την εικασίαν, ότι ο γράψας την επιστολήν, λησμονήσας, νομίζων ότι είχεν ορίσει το ποσόν των χρημάτων παραπάνω, ενόμισε περιττόν να το επαναλάβη παρακατιών, διό και έλεγε «του ποσού αυτού».

Εν τούτοις άφατος ήτο η χαρά της Αχτίτσας, λαβούσης μετά τόσα έτη ειδήσεις περί του υιού της. Ως υπό τέφραν κοιμώμενος από τόσων ετών ο σπινθήρ της μητρικής στοργής ανέθορεν εκ των σπλάγχνων εις το πρόσωπόν της και η γεροντική, ρικνή, και ερρυτιδωμένη όψις της, ηγλαΐσθη με ακτίνα νεότητος και καλλονής.
Τα δύο παιδία, αν και δεν ενόουν περί τίνος επρόκειτο, ιδόντα την χαράν της μάμμης των ήρχισαν να χοροπηδώσι.

* * *

Ο κυρ-Μαργαρίτης δεν ήτον ιδίως προεξοφλητής, ή τοκιστής, ή έμπορος, ήτον όλα αυτά ομού. Ένα φόρον επιτηδεύματος επλήρωνεν, αλλ’ έκαμνε τρεις τέχνας.

Η γραία–Αχτίτσα εις φοβεράν διατελούσα ένδειαν, έλαβε το παρά του υιού της αποσταλέν γραμμάτιον, εφ’ ου εφαίνοντο γράμματα κόκκινα και μαύρα, άλλα έντυπα και άλλα χειρόγραφα, εξ ων δεν ενόει τίποτε ούτε ο γηραιός εφημέριος, ούτε αυτή, και μετέβη εις το μαγαζί του κυρ-Μαργαρίτη.

Ο κυρ-Μαργαρίτης ερρόφησε δραγμίδα ταμβάκου, ετίναξε την βράκαν του, εφ’ ης έπιπτε πάντοτε μέρος ταμβάκου, κατεβίβασε μέχρι των οφρύων την σκούφιαν του, έβαλε τα γυαλιά του, και ήρχισε να εξετάζη διά μακρών το γραμμάτιον.

– Έρχεται απ’ την Αμέρικα; είπε. Σ’ εθυμήθηκε, βλέπω, ο γυιός σου. Μπράβο, χαίρομαι.
Είτα επανέλαβεν:
– Έχει τον αριθμόν 10, αλλά δεν ξέρομε τι είδους μονέδα να είναι, δέκα σελλίνια, δέκα ρούπιες, δέκα κολοννάτα ή δέκα…
Διεκόπη. Παρ’ ολίγον θα έλεγε «δέκα λίρες».
– Να φωνάξουμε το δάσκαλο, εμορμύρισεν ο κυρ-Μαργαρίτης· ίσως εκείνος ξεύρει να το διάβαση. Τι γλώσσα να είνε τάχα ;
Ο ελληνοδιδάσκαλος, όστις εκάθητο βλέπων τους παίζοντας το κιάμο εις παράπλευρον καφενείον, παρακληθείς μετέβη εις το μαγαζί του κυρ-Μαργαρίτη. Εισήλθεν ορθός, δύσκαμπτος, έλαβε το γραμμάτιον, παρεκάλεσε τον κυρ-Μαργαρίτην να τον δανείση τα γυαλιά του και ήρχισε να συλλαβίζη τους λατινικούς χαρακτήρας.

– Πρέπει να είναι αγγλικά, είπεν, εκτός αν είναι γερμανικά. Από πού έρχεται αυτό το δελτάριον;
– Απ’ την Αμέρικα, κυρ δάσκαλε, είπεν η θειά Αχτίτσα.
– Από την Αμερικήν; τότε θα είνε αγγλικόν.
Και ταύτα λέγων προσεπάθει να συλλαβίση τας λέξεις: ten pounds sterling, άς έφερε χειρογράφους η επιταγή.
– Sterling, είπε· sterling θα σημαίνη τάλληρον, πιστεύω. Η λέξις φαίνεται να είναι της αυτής ετυμολογίας, απεφάνθη δογματικώς.
Και επέστρεψε το γραμμάτιον εις χείρας του κυρ-Μαργαρίτη.
– Αυτό θα είναι, είπε, και επειδή υπάρχει επί της κεφαλίδος ο αριθμός 10, θα είναι χωρίς άλλο γραμμάτιον διά δέκα τάλληρα. Το κάτω–κάτω, οφείλω να σας είπω ότι δεν γνωρίζω από χρηματιστικά. Εις άλλα ημείς ασχολούμεθα, οι άνθρωποι των γραμμάτων.

Και τούτο ειπών, επειδή ησθάνθη ψύχος εις το πλακόστρωτον και κατάψυχρον μαγαζείον τον κυρ-Μαργαρίτη, επέστρεψεν εις το καφενείον, ίνα θερμανθή.

* * *
Ο κυρ-Μαργαρίτης, είχεν αρχίσει να τρίβη τας χείρας και κάτι εφαίνετο σκεπτόμενος.
–Τώρα, τι τα θέλεις, είπε στραφείς προς την γραίαν. Οι καιροί είνε δύσκολοι, μεγάλα κεσάτια. Να το πάρω, να σου το εξαργυρώσω, ξέρω πως είναι σίγουρος ο παράς μου, ξέρω αν δεν είναι και ψεύτικο; Από κει κάτω, απ’ τον χαμένον κόσμον, περιμένεις αλήθεια; Όλες οι ψευτιές, οι καλπουζανιές, από  κεί μας έρχονται. Γυρίζουν τόσα χρόνια οι σουρτούκηδες (με συγχωρείς, δεν λέγω το γυιό σου), εκεί που ψένει ο ήλιος το ψωμί, και δεν νοιάζονται να στείλουν ένα παρά, ένα σωστόν παρά, μοναχά στέλνουν παλιόχαρτα.

Έφερε δύο βόλταις περί το τεράστιον λογιστήριόν του και επανέλαβε·

–Και δεν είναι μικρό πράγμα αυτό, να σε χαρώ, είναι δέκα τάλλαρα. Να είχα δέκα τάλλαρα εγώ, παντρευόμουνα.

Είτα εξηκολούθησε:
– Μα τι να σου πω; σε λυπούμαι, που είσαι καλή γυναίκα, κι έχεις και κείνα τα ορφανά. Να κρατήσω εγώ ενάμισυ τάλλαρο διά τους κινδύνους που τρέχω, και για τα οχτώμισυ πλιά … Και για νάμαστε σίγουροι, μη γυρεύης κολονάτα, να σου δώσω πεντόφραγκα, για νάμαστε μέσα… Οχτώμισυ πεντόφραγκα λοιπόν … Α!.. ξέχασα…

Τουναντίον, δεν είχε ξεχάσει· απ’ αρχής της συνεντεύξεως, αυτό εσκέπτετο.
– Ο συχωρεμένος ο Μιχαλιός, κάτι έκανε να μου δίνη, δεν θυμούμαι τώρα…
Και επέστρεψεν εις το λογιστήριόν του.
– Μα κ’ εκείνος ο τελμπεντέρης ο γαμπρός σου, μου έφαγε δυο τάλλαρα θαρρώ…
Και ωπλίσθη με το πελώριον κατάστιχόν του.
– Είναι δίκηο να τα κρατήσω…εσένα, όσα σου δώσω, θα σου φανούν χάρισμα.
Ήνοιξε το κατάστιχον.
Αι κατάπυκνοι και μυροβολούσαι σελίδες του καταστίχου τούτου ωμοίαζον με πίονας αγρούς, με γην αγαθήν. Ό,τι έσπειρε τις εν αυτώ, εκαρποφόρει πενταπλασίως. Ήτο, ως να έκοπτέ τις τα φύλλα του δενδρυλλίου, εκάστοτε ότε εγένετο εξόφλησις κονδυλίου τινός, αλλ’ η ρίζα έμενεν υπό την γην, μέλλουσα και πάλιν ν’ αναβλαστήση.

Ο κυρ-Μαργαρίτης εύρε παρευθύς τους δύο λογαριασμούς.
– Εννιά και δεκαπέντε, μου χρωστούσε ο μακαρίτης ο άντρας σου, είπε, και δυο τάλλαρα δανεικά κι’ αγύριστα του γαμπρού σου γίνονται…

Και λαβών κάλαμον ήρχισε να εκτελή την πρόσθεσιν πρώτον και την αναγωγήν των ταλλήρων εις δραχμάς, είτα την αφαίρεσιν από του ποσού των δέκα γαλλικών ταλλήρων.

– Κάνει να σου δίνω …ήρχισε να λέγη ο κυρ-Μαργαρίτης.

Τη στιγμή εκείνη εισήλθε νέον πρόσωπον.

* * *

Ήτον έμπορος Συριανός, παρεπιδημών δι’ υποθέσεις εις την μικράν νήσον.
Άμα εισελθών διηυθύνθη μετά μεγίστης ελευθερίας και θάρρους εις το λογιστήριον, όπου ίστατο ο κυρ-Μαργαρίτης.
– Τι έχουμε, κυρ-Μαργαρίτη; Τ’ είν’ αυτό; είπεν, ιδών πρόχειρον επί του λογιστηρίου το γραμμάτιον της πτωχής γραίας.
Και λαβών τούτο εις χείρας:
– Συναλλαγματική διά δέκα αγγλικάς λίρας από την Αμερικήν, είπε καθαρά τη φωνή, πού ευρέθη εδώ; Κάμνεις και τέτοιες δουλειές, κυρ- Μαργαρίτη;
– Για δέκα λίρες! επανέλαβεν αυθορμήτως η Αχτίτσα, ακούσασα ευκρινώς την λέξιν.
– Ναι, διά δέκα αγγλικάς λίρας, είπε και πάλιν στραφείς προς αυτήν ο Ερμουπολίτης. Μήπως είναι δικό σου;
– Μάλιστα.
Η θειά-Αχτίτσα, εν καταφάσει, έλεγε πάντοτε ναι, αλλά νυν ηπόρει και αυτή πώς είπε «μάλιστα» και πού εύρε την λέξιν ταύτην.
– Για δέκα ναπολεόνια, θα είναι ίσως, είπε δάκνων τα χείλη ο κυρ- Μαργαρίτης.
– Σου λέγω διά δέκα αγγλικάς λίρας, επανέλαβε και αύθις ο Συριανός έμπορος. Παίρνεις από λόγια;
Και έρριψε δεύτερον μακρόν βλέμμα επί του γραμματίου.
– Είναι σίγουρος παράς, αρζάν-κοντάν, σου λέγω. Θα το εξοφλήσης, ή το εξοφλώ αμέσως;
Και έκαμε κίνημα να εξαγάγη το χρηματοφυλάκιόν του.
– Μπορεί να το πάρη κανείς για εννέα λίρες. ..γαλλικές, είπε διστάζων ο κυρ-Μαργαρίτης.
– Γαλλικές; …το παίρνω εγώ δια εννέα αγγλικές.
Και στρέψας όπισθεν το φύλλον του χάρτου, είδε την υπογραφήν, ην είχε βάλει ο αγαθός ιερεύς, παρέβαλεν αυτήν με το όνομα το φερόμενον εν τω κειμένω, και την εύρε σύμφωνον και, ανοίξας το χρηματοφυλάκιον, εμέτρησεν εις την χείρα της θειά-Αχτίτσας, και προ των εκθάμβων οφθαλμών αυτής εννέα στιλπνοτάτας αγγλικάς λίρας.

Και ιδού διατί η πτωχή γραία εφόρει τη ημέρα των Χριστουγέννων καινουργή «άδολην» μανδήλαν, τα δε δύο ορφανά είχον καθαρά υποκαμισάκια διά τα ισχνά μέλη των και θερμήν υπόδεσιν διά τους παγωμένους πόδας των.

65 Σχόλια to “Η σταχομαζώχτρα, χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη”

  1. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα και Χρόνια Πολλά

    Ωραίο και το σημερινό θέμα. Θυμάμαι ότι το είχαμε αναλύση 2Χ στο γυμνάσιο/λύκειο…. Ευτυχώς είχαμε 2-3 πολύ καλές φιλολόγους, κάτι έμεινε το τέλος 🙂

  2. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα, Χρόνια πολλά!!

    Tercer naufragio en 48 horas en el Egeo: 18 refugiados muertos, seis de ellos niños

  3. ΚΑΒ said

    Άδολες, αγνές και ειλικρινείς ευχές προς όλους σας για χρόνια πολλά με υγεία,υπομονή και αισιοδοξία.

    Θυμήθηκα και τη λ. ποτόκια. Να είσαι καλά, Νικοκύρη.

  4. sarant said

    Καλημέρα, χρόνια πολλά!

    Ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σας σχόλια!

    3: Λοιπόν, τώρα με παρακίνησες να κοιτάξω τα ποτόκια, και ενώ νόμιζα πως είναι ελληνικής ετυμολογίας (όπως ειναι το πολήμι/πολήνι) τελικά είναι σλάβικο δάνειο.

  5. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Αρζάν κοντάν… χαμένο και άγνωστο πλέον στον παναγγλισμό του Cash… αρζάν ινεκζιστάν λοιπόν… (κυριολεκτικά!) 🙂
    Mέρυ Κρίστμας !

  6. Αγάπη said

    Καλημέρα
    να γίνονταν τέτοια θαύματα συχνότερα, ε; 🙂
    Δέν αντέχω πολύ τις ευχές αλλά να είμαστε καλά όσο μπορούμε

  7. oxtapus said

    Reblogged στις Oxtapus *blueAction.

  8. sarant said

    6: Να είμαστε καλά, ακριβώς!

  9. cronopiusa said

    Τα δισέγγονα του Γιάννη της θειά-Αχτίτσας στο Παναμά

    Comunidad Helénica en Panamá

  10. nikiplos said

    Χρόνια πολλά σε όλους/ες… Να περάσετε καλά Χριστούγεννα ανάμεσα σε δικούς σας αγαπημένους….

    Το διήγημα αυτό με είχε συγκλονίσει όταν το πρωτοδιάβασα… Δυστυχώς ακόμη και σήμερα (με ήκιστες τροποποιήσεις) εξακολουθεί να είναι πέρα για πέρα επίκαιρο…

  11. Στρατος Βασδεκης said

    Εν πρωτοις ευχομαι σ’ ολους σας χρονια πολλα και καλες γιορτες! Σχετικα τωρα με την προελευση της λεξης «ποτόκια» απο τα σλαβικα:
    4: Στα πολωνικα εχουμε το ουσιαστικο «potok» («πότοκ») που σημαινει ‘τον χειμαρρο, το ορεινο ρεμα, το ορμητικο ποταμι’ και μεταφορικα, μεταξυ αλλων, ‘τη λογορροια’, το οποιο προερχεται απο το πρωτοσλαβικο *potokъ < *po +‎ *tokъ με την ιδια σημασια. Το *potokъ ειναι ρηματικο ουσιαστικο του ρηματος *po + tekti ‘ρεω’ (με μετατροπη του *e σε *o). Ενα απο τα αρχαιοτερα παραγωγα του ρηματος *po + tekti ειναι το πολωνικο (και γενικα σλαβικο) ρηματικο ουσιαστικο «patoka» («πατόκα», «ποτόκια» ‘μικρος λακκος των ελαιοτριβειων’.

  12. Τσούρης Βασίλειος said

    Χρόνια πολλά σε όλους!
    Χάρηκα ιδιαίτερα το σημερινό του Παπαδιαμάντη γιατί μου ξύπνησε πολλές μνήμες.

  13. Στρατος Βασδεκης said

    11: Κατι εκοψε:-( Το επαναλαμβανω:

    4: Στα πολωνικα εχουμε το ουσιαστικο «potok» («πότοκ») που σημαινει ‘τον χειμαρρο, το ορεινο ρεμα, το ορμητικο ποταμι’ και μεταφορικα, μεταξυ αλλων, ‘τη λογορροια’, το οποιο προερχεται απο το πρωτοσλαβικο *potokъ < *po +‎ *tokъ με την ιδια σημασια. Το *potokъ ειναι ρηματικο ουσιαστικο του ρηματος *po + tekti ‘ρεω’ (με μετατροπη του *e σε *o). Ενα απο τα αρχαιοτερα παραγωγα του ρηματος *po + tekti ειναι το πολωνικο (και γενικα σλαβικο) ρηματικο ουσιαστικο «patoka» («πατόκα», «ποτόκια» ‘μικρος λακκος των ελαιοτριβειων’.

  14. Στρατος Βασδεκης said

    11, 13: Δεν ξερω τι συμβαινει, αλλα μου κοβει ενα μερος της αναρτησης. Αναρτω λοιπον μονο το δευτερο τμημα της:
    4: […] («πατόκα», «ποτόκια» ‘μικρος λακκος των ελαιοτριβειων’.

  15. 11, 13, 14 Κόβεται αυτόματα ότι περιέχεται ανάμεσα σε σύμβολα <.

    Καλά χριστούγεννα παιδιά!

  16. Στρατος Βασδεκης said

    14: δυστυχως, συνεχεια το ιδιο προβλημα!!! Θα σου στειλω, Νικο, το σχολιο μου στο ιμειλ κι αν μπορεις αναρτησε το εδω ολοκληρωμενο.

  17. spiral architect said

    Χρόνια Πολλά με Υγεία διαδικτυακοί μου φίλοι. 🙂

  18. Στρατος Βασδεκης said

    15: Ευχαριστω για την πληροφορια, δεν το ηξερα. Ξαναδοκιμαζω λοιπον:
    4: Στα πολωνικα εχουμε το ουσιαστικο «potok» («πότοκ») που σημαινει ‘τον χειμαρρο, το ορεινο ρεμα, το ορμητικο ποταμι’ και μεταφορικα, μεταξυ αλλων, ‘τη λογορροια’ (στη φραση: «potok słów»), το οποιο προερχεται απο το πρωτοσλαβικο *potokъ «ποτόκια» ‘μικρος λακκος των ελαιοτριβειων’.

  19. Στρατος Βασδεκης said

    18: ΠΑΡΑΔΙΝΟΜΑΙ!!!!!

  20. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για όλα τα νεότερα σχόλια και τις ευχές σας. Αντεύχομαι

    18 και πριν: Μεταφέρω το πλήρες σχόλιο έχοντας αντικαταστήσει τους επίφοβους χαρακτηρες:

    4: Στα πολωνικα εχουμε το ουσιαστικο «potok» («πότοκ») που σημαινει ‘τον χειμαρρο, το ορεινο ρεμα, το ορμητικο ποταμι’ και μεταφορικα, μεταξυ αλλων, ‘τη λογορροια’ ( στην εκφραση: „potok słów”), το οποιο προερχεται απο το πρωτοσλαβικο *potokъ από το *po +‎ *tokъ με την ιδια σημασια. Το *potokъ ειναι ρηματικο ουσιαστικο του ρηματος *po + tekti ‘ρεω’ (με μετατροπη του *e σε *o). Ενα απο τα αρχαιοτερα παραγωγα του ρηματος *po + tekti ειναι το πολωνικο (και γενικα σλαβικο) ρηματικο ουσιαστικο «patoka» («πατόκα», που προέρχεται από το πρωτοσλαβικο *patoka ‘αυτο που ρεει’, μετατροπη του *po σε *pa), που σημαινει ‘το καθαρο μελι’ (το απαλλαγμενο απο την κηρηθρα) και διαλεκτικα ‘το ρευστο λιπος’ κι επισης ‘το βαθυ μερος ενος ποταμιου’. Συνεπως εχουμε: «patoka» ‘ρευστο λιπος’ και ‘λακκος’ > «ποτόκια» ‘μικρος λακκος των ελαιοτριβειων’.

  21. gpoint said

    Χρόνια πολλά

    Υπέροχος ο Παπαδιαμάντης…

    Το κιάμο είναι παιχνίδι με τράπουλα, κοντινό με τα μπαστούνια (δλδ κάτι σαν ανάποδες κούπες) και έχει πάρει το όνομά του από το ιταλικό κιάμο (φωνάζω) γιατί εκεί που παίζουν ο καθένας χωρίς να έχει το ταίρι του, φωνάζει κάποιος «κιάμο το 7 σπαθί» π.χ. και ο έχων το 7 σπαθί γίνεται ταίρι του, άγνωστο για όλους μέχρι να φανερωθεί το φύλλο. Πρέπει να είναι πάνω από 40 χρόνια που το είχα παίξει κάποιες φορές

  22. sarant said

    21 Χρόνια πολλά Τζι, και ευχαριστώ για το κιάμο, είχα την απορία!

  23. BLOG_OTI_NANAI said

    Χρόνια πολλά και Καλά Χριστούγεννα στον Νίκο και σε όλους βεβαίως και ιδιαίτερα σε όσους γιορτάζουν σήμερα!

  24. Ιάκωβος said

    Χρόνια πολλά και καλά, Νίκο
    Χρόνια πολλά σε όλους.

  25. Γιάννης Ιατρού said

    Ξέρει κανείς τι κάνει ο Γς; Εδώ και 2 μέρες δεν έχει φανεί!

  26. Μαρία said

  27. Μαρία said

    Μερικά παλαιά, αθησαύριστα κείμενα δεν χρειάζονται εισαγωγή για την αναδημοσίευσή τους. Τέτοιο είναι και το χρονογράφημα «Χριστούγεννα» του Τάκη Κόντου, που δημοσιεύθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 1931 στην εφημερίδα Ταχυδρόμος της Λέσβου.
    https://enthemata.wordpress.com/2015/12/25/kontos/#more-21317

  28. giorgos said

    Καλά Χριστούγεννα σέ όλους , υγεία πάνω απ’ όλα καί αγάπη .

  29. Τώρα αξιώθηκα να το διαβάσω (θα το είχα διαβάσει και παλιότερα, αλλά δεν το πολυθυμόμουν), τι ωραίο.
    Αχτίτσα και Ζερμπινιώ τι σόι ονόματα να είναι άραγε;

  30. Γιάννης Ιατρού said

    Δεν γιορτάζει σήμερα κι η Παπέν του Λάμπρου; Χρόνια πολλά! 🙂

  31. Γιάννης Ιατρού said

    29: Νομίζω ότι πολλά ονόματα απ΄αυτά που χρησιμοποιεί ο Παπαδιαμάντης δεν είναι του Χριστιανικού εορτολογίου. Παρόλ’ αυτά τα καταγράφει, έτσι όπως ακριβώς διαμορφώθηκαν από την λαϊκή παράδοση.

    Παραδείγματα:

    η Σινιώρα
    το Ζερμπινιώ
    η Μοσχούλα
    η (θεία) Αχτίτσα
    η Κούμπω
    Η Διαμαντηρείζαινα

  32. alexisphoto said

    καλησπέρα,
    χρόνια πολλά και καλά.
    Υπέροχο το σημερινό διήγημα.
    Καλές γιορτές σε όλους.

  33. ακρ. said

    Ίσως κάπως άσχετο: κύριε νικοκύρη, το μπλογκ σου είναι ένας από τους λόγους που ακόμα κι εμείς οι τεχνοφοβικοί μακαρίζουμε την ύπαρξη του ίντερνετ

  34. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα και για τα καλά σας λόγια!

    33: Πολύ μου άρεσε αυτό

    31 Τα ονόματα αυτά βέβαια υπήρχαν στη Σκιάθο στην εποχή του

  35. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  36. vequinox said

    Reblogged στις vequinox.

  37. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Πολύ καλή η επιλογή σου, Νίκο, και θα ήταν ωραίο σταθερά να αφιερώνεις κάθε Χριστουγεννιάτικη και Πασχαλινή ανάρτησή σου στον κυρ Αλέξανδρο. Σε καιρούς αλλοπρόσαλλους «όπου και να μας βρίσκει το κακό, όπου και να θολώνει ο νους μας, ας μνημονεύουμε Διονύσιο Σολωμό και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη». Καλά Χριστούγεννα, χρόνια πολλά σε όλους!

  38. Spiridione said

    Καλά Χριστούγεννα σε όλους.
    Το διήγημα αυτό το είχαμε στο σχολείο; Δεν το θυμάμαι καθόλου. Μ’ αρέσει πολύ αυτή η ανάμνησή σου Νίκο που σου διάβαζε ο παππούς σου διηγήματα του Παπαδιαμιανάντη

  39. Κουνελόγατος said

    «Το κείμενο το πήρα από το sansimera.gr κι έκανα μερικές διορθώσεις όπως το διάβαζα, αλλά θα μου έχουν ξεφύγει λαθάκια -δεν έκανα συστηματική αντιπαραβολή με την κριτική έκδοση».

    Αν ξέρεις κι αυτόν που συντηρεί την ιστοσελίδα, θα τρελαθούμε…

    Χρόνια πολλά σε όλους, από τον μπαμπά ενός κουνελιού κι ενός γάτου… Να είστε όλοι καλά.

  40. Γιάννης Ιατρού said

    38: περιλαμβάνεται στα σχολικά βιβλία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τουλάχιστον εμείς το είχαμε το 196x

  41. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    39 Όχι, δεν τον ξέρω.

    37 Να το καθιερώσουμε λοιπόν;

  42. Μαρία said

    38
    Δεν το θυμάσαι, γιατί δεν το είχατε.
    Το είχαμε όμως οι γριές πάνω απο μια φορά στα 6 χρόνια έχω την εντύπωση, έτσι που είχαμε σιχαθεί και τη θεια Αχτίτσα και τον Παπαδιαμάντη.

  43. Το ξέρω ότι έχει κι άλλα παράξενα ονόματα και ότι υπήρχαν στη Σκιάθο στην εποχή του, ρωτώ αν αντιστοιχούν σε κάποια γνωστότερα του χριστιανικού εορτολογίου ή τέλος πάντων αν έχουν κάποια γνωστή ετυμολογία.

  44. Γιάννης Ιατρού said

    38, 40, 42:

  45. Γιάννης Ιατρού said

    42: Έ όχι και γριές… 30άρηδες (με 35ετή προϋπηρεσία 🙂 )

  46. ΚΑΒ said

    42,45. Όχι και γέροι αυτής της ηλικίας.

  47. Γιάννης Ιατρού said

    46: Μωρά λέμε

  48. ΚΑΒ said

    47. Παλίμπαιδές εσμεν

  49. Μαρία said

    47, 48
    Θα σας γράψω στα λυκόπουλα.

  50. gmich said

    Χρόνια πολλά. Τι μας θύμησες πάλι σήμερα: Από το γυμνάσιο έχω να διαβάσω Παπαδιαμάντη.

  51. Γιάννης Ιατρού said

    49: 🙂
    Με αρχηγό τον Γς

  52. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι,

    Περατωθέντων των Βρουμαλίων (εκ του βρομίου Διονύσου, που αναφέρει δεκάκις εις τας «Βάκχας» του ο Ευριπίδης) και των Σατουρναλίων (ελληνιστί= Κρονίων ), ημείς της Πατρώας Θρησκείας εωρτάσαμε σήμερον την μεγάλην εορτήν του Ανικήτου Ηλίου, ήν μάς κατέκλεψαν οι Γαλιλαίοι, εφευρίσκοντες τα Χριστούγεννα. Ο γέρων Βάταλος έχει πίει απόψε ολίγον οίνον παραπάνω και σάς ζητεί προκαταβολικώς να τον συγχωρέσητε, αν ξεφύγη κάτι υπερβολικόν από το έρκος των οδόντων του.

    1) Επιθυμώ να συγχαρώ τον δημοφιλή ιστότοπον The Poke διά το ευφυέστατον πρωτοσέλιδον της «Daily Mail» που περιγράφει την γέννησιν του Ιησού Χριστού

    2) Συγχαίρω τον κ. Σαραντάκον διά την ανάρτησιν της «Σταχομαζώχτρας». Παρά την ευθυμίαν εις ήν διατελώ λόγω της οινοποσίας των Σατουρναλίων, ομολογώ ότι έκλαυσα διά μίαν εισέτι φοράν προ ολίγου που την επανανέγνωσα. Αυτό συνιστά τρανήν απόδειξιν διά το πόσον Μέγας είναι ο κυρ-Αλέξανδρος. Διατί, όμως, ο κ. Σαραντάκος εταλαιπωρήθη με τας διορθώσεις του κειμένου, όταν υπάρχει ανηρτημένον εις έξοχον πολυτονικόν από το papadiamantis.org ;

    Αυτό που ιδιαιτέρως συγκινεί τον γερο-Βάταλον από την «Σταχομαζώχτραν» (πέραν του αμιμήτου παπαδιαμαντικού ύφους) είναι ότι ο κρυφο-παγανιστής κύρ Αλέξανδρος δεν διστάζει να καυτηριάση (εμμέσως) τον ιερέα των Γαλιλαίων που κρατεί από την πτωχήν γραίαν χρήματα διά τα σαρανταλείτουργα. Επίσης, περιγράφει άριστα τον φόβον των Ρωμιών (εν προκειμένω του κύρ-Μαργαρίτη) διά πάσαν κερδοφόρον (ως γνωστόν οι Γαλιλαίοι μισούν θανασίμως το Κέρδος, όπως ακριβώς και οι μπολσεβίκοι…) καινοτομίαν ερχομένην εξ Αμερικής. Τέλος, ο Παπαδιαμάντης τολμά να καταγράψη (πλήρης δικαίωσις του μαρκησίου Ντε Σάντ, που επίστευεν ότι ο κακός θριαμβεύει και ο καλός καταστρέφεται…) ότι τα δύο καλά τέκνα της γραίας Αχτίτσας εχάθησαν εις το ναυάγιον, ενώ ο ανεπρόκοπος τρίτος υιός της (όπως και ο πατήρ των δύο ορφανών) ζή και βασιλεύει και εις το τέλος σώζει την οικογένειαν με την αποστολήν των χρημάτων. Ανήκουστα πράγματα αυτά διά την Χριστιανικήν Ηθικήν, εξ ού και η γοητεία του Παπαδιαμάντη: Καίτοι πιστός χριστιανός, λέγει τα πράγματα όπως είναι, περιγράφει λαμπρώς τας κακίας των απλών ανθρώπων, την άφατον ηδονήν των όταν καταστρέφεται ο διπλανός και χίλια δυό άλλα που ακόμη και σήμερον απαγορεύεται να τα καταγράψωμε δημοσίως, λόγω της περιφήμου «πολιτικής ορθότητος» (βλέπε τας αδίκους κάρτας που έχει εισπράξει ο γέρων Βάταλος, επειδή είπε την αλήθειαν)

    3) Επιθυμώ να συγχαρώ τον Εβραίον ακροδεξιόν ηγέτην Βενιαμίν Γκοπστάϊν που εζήτησε σήμερον την απέλασιν όλων των χριστιανών ιεραποστόλων από την ιεράν Γήν του Ισραήλ, διότι (επιχειρούντες να προσηλυτίσουν εις την χριστιανικήν αρλούμπαν τους Εβραίους) είναι βρυκόλακες που ροφούν το αίμα του Περιουσίου Λαού…

    4) Μοί προξενεί αλγεινήν εντύπωσιν ότι ούτε είς αναγνώστης του Σαραντακείου Ιστολογίου ενημέρωσε τους υπολοίπους ότι έχομε σήμερον την λεγομένην παγωμένην Πανσέληνον (full cold moon), γεγονός που είχε να συμβή από το 1977 και θα ξανασυμβή το 2014, ότε ο γέρων Βάταλος θα αναπαύεται εις τα Ηλύσια Πεδία…

    Έχει και συνέχειαν…

  53. Βάταλος said

    Μικρά διόρθωσις του σχολίου 52, το οποίον συνεχίζω: Η επομένη «παγωμένη Πανσέληνος» θα συμβή το σωτήριον έτος 2034…

    5) Το πλέον αξιοσημείωτον γεγονός της ημέρας είναι ότι το εξής: Ο Κούλης Μητσοτάκης μάς απεκάλυψε διά πρώτην φοράν την πρωτότοκον θυγατέρα του Σοφίαν, με την οποίαν έκαμε ποδήλατον εις το κτήμα Συγγρού έναντι του ΚΑΤ. Η είδησις ευρίσκεται αλλού και την αποκαλύπτει απόψε ο γέρων Βάταλος: Ο επίδοξος αρχηγός της Συγγρού, Κούλης Μητσοτάκης έχει τρία τέκνα με την Εβραιοπολωνέζαν σύζυγόν του Μαρέβα Γκραμπόβσκι: Την 18ετή Σοφίαν, τον 17ετή Κωνσταντίνον και την 12ετή Δάφνην. ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ: Διατί δεν έδωσε εις κάποιαν από τας δύο θυγατέρας του το όνομα της ελληνοψύχου μητρός του Μαρίκας; Διατί οι Ρωμιοί πολιτικοί συντάκται ουδέποτε έθεσαν το θεμελιώδες αυτό ερώτημα; Η απάντησις είναι απλουστάτη: Η μακαριστή Μαρίκα δεν ήθελε την Μαρέβαν διά νύφην της και δεν επήγε κάν εις τον γάμον του μοναχογιού της!.. Διό και ο Κούλης (διά να την τιμωρήση, όπως λέγεται…) δεν έδωκε το όνομά της εις κάποιαν από τας δύο θυγατέρας του. Αντιθέτως, τον μοναχογιόν του τον εβάπτισε Κωνσταντίνον, προς τιμήν του υπεργήρου πατρός του, ο οποίος επήγε εις τον γάμον με την Μαρέβαν!.. ΚΑΙ ΕΡΩΤΩ: Με ποίον θράσος ζητεί ο Κούλης την Αρχηγίαν της Συγγρού, όταν ετιμώρησε την ιδίαν του την μητέρα, αρνηθείς να δώκη το όνομά της εις τας θυγατέρας του;

    6) Περαίνω την εορταστικήν μου παρέμβασιν αναρτών την θέσιν του Σαραντακείου Ιστολογίου εις την κατάταξιν της εγκύρου Αλέξας, του Ανικήτου Ηλίου ανήμερα: 977. Αν ο αγαπητός κ. Σαραντάκος δεν υποκύψη εις την κλίκαν του Μεταλληνού και δεν με αποβάλη με νέαν πορτοκαλιάν κάρταν, ΕΓΓΥΩΜΑΙ ότι το Σαραντάκειον Ιστολόγιον θα εορτάση την Ημέραν του Ανικήτου Ηλίου του 2016 μέσα εις τα 500 πρώτα Ιστολόγια του Ρωμέικου. Αντιθέτως, αν υποκύψη εις τους Μεταλληνιστάς, προβλέπω να επανέρχεται κάτω από την 2.500 θέσιν της κατατάξεως της Αλέξας, από την οποίαν το παρέλαβεν ο γερο-Βάταλος

    Είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ούκ έχω…
    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

    ΥΓ: Μή χάση κανείς το (εντός ολίγων λεπτών) σχόλιόν μου εις το προχθεσινόν νήμα περί του Συμφώνου Συμβιώσεως των κιναίδων και των τριβάδων. Θα αποδείξω (με απλήν χρήσιν της θείας Αρχαιοελληνικής Γραμματείας) ότι η εφεύρεσις της Ομοφυλοφιλίας είναι κορυφαίον δείγμα της Ανθρωπίνης Ευφυΐας και αυτό που μάς διαφοροποιεί από τα άλογα ζώα… Πρόκειται διά κάτι που οι Γαλιλαίοι εξουσιασταί μάς αποκρύπτουν επί 180 έτη εις τα Ρωμείκα σχολεία και αγνοεί (στοιχηματίζω την ημισείαν μου περιουσίαν δι’ αυτό…) και ο ίδιος ο κ. Σαραντάκος…

  54. ΚΑΒ said

    Εγώ το είχα στη Β΄Γυμνασίου ,1963

    http://content.yudu.com/Library/A1ubqq/1957/resources/index.htm?referrerUrl=http%3A%2F%2Fwww.mantri.gr%2Findex.php%3F%2Ftopic%2F1119-%25CF%2580%25CE%25B1%25CE%25BB%25CE%25B9%25CE%25AC-%25CE%25B1%25CE%25BD%25CE%25B1%25CE%25B3%25CE%25BD%25CF%2589%25CF%2583%25CF%2584%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25AC-%25CF%2583%25CE%25B5-%25CF%2588%25CE%25B7%25CF%2586%25CE%25B9%25CE%25B1%25CE%25BA%25CE%25AE-%25CE%25BC%25CE%25BF%25CF%2581%25CF%2586%25CE%25AE%2F

  55. sarant said

    54 Συγνώμη που έλειπα και δεν είδα νωρίτερα τις προσπάθειες να ανεβάσεις το λινκ!

  56. Μαρία said

    54
    Και ξανά στην Δ’ Γυμνασίου για εμπέδωση.

  57. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Χρόνια πολλά.Εύχομαι σε όλους να περάσατε αξέχαστα ωραία και να έχει και συνέχεια 🙂
    Υπέροχο το διήγημα.H ανεξάντλητη ομορφιά της μαγικής γραφής του Παπαδιαμάντη.Μου είχε μείνει η σκηνή των μικρών παιδιών δίπλα στο τζάκι με τα χεράκια απλωμένα (έτσι το θυμόμουν) στη σβηστή υγρή στάχτη και την ψευδαίσθηση ότι τα ζεσταίνει.

    >>Ο οικίσκος όλος, χθαμαλός, ημιφάτνωτος, με είδος σοφά,
    ημιφάτνωτος ΄πα να πει ότι είχε η κάμαρα ένα είδος παταριού; Ένα τέτοιο ξύλινο σοφαδάκι είχε στης γιαγιάς μου που ανεβαίναμε με 2-3 σκαλάκια, σαν κουκέτα με παραθύρι προς ένα ανοιχτό ορίζοντα πάνω απ΄το Λιβυκό.
    Το σταχολόι της » η φ΄στάνα» το κάνει πάντα σ΄ ένα πλαγερό σταροχώραφο μας. Εκεί την ξεμπαρκάρει η μνήμη την καραβωμένη από τη φορά που την πρωτοδιάβασα.Της έδωσα και τη μορφή μιας συμπαθητικής διακονιαράς (ζητιάνας) που φαινότανε αραιά και που κείνους τους καιρούς στο χωριό.

  58. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

  59. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα κι απ’ εδώ Νίκο.

    56: Θυμάμαι ότι είχαμε (ατην Α’ Λυκείου τότε νομίζω) εμβαθύνει στους συμβολισμούς του Παπαδιαμάντη, π.χ. το ότι η θεία Αχτίτσα έχει κρύψη το καρβέλι το ψωμί στον «κόρφο» της (έ, δεν είναι και σύνηθες να το κουβαλά εκεί) και στο ότι «εφόρει τη ημέρα των Χριστουγέννων καινουργή «άδολην» μανδήλαν». Ο κόρφος, σαν σύμβολισμός του στήθους που τρέφει τα βρέφη και η μανδήλα σαν μία παρομοίωση με την Παναγία στις απεικονήσεις της φάτνης με το Θείο Βρέφος.

  60. Λ said

    Δεν κάνουν οι μέρες για κατάρες (αφού γιορτάζουμε τα σατουρνάλια κατά τον γέροντα Β) αλλά σχετικά με το λαμπρόν, φωτιά, η δική μας κατάρα είναι λαμπρόν να τον κάψει τζαι να τον καμινίσει

  61. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Η Ανιές Βαρντά ,έχει κάνει ένα ωραίο ντοκιμαντέρ για το μάζεμα των περισσευούμενων καρπών μετά την επαγγελματική συγκομιδή. Δεν είναι ακριβώς η περίπτωση της παπαδιαμαντικής σταχομαζώχτρας όμως συγγενεύουν εκλεκτικά στην ποιητικότητα.
    Είναι σε τέσσερις συνέχειες και δυστυχώς στα γαλλικά.

  62. Ριβαλντίνιο said

    Καλά Χριστούγεννα σε όλους !!!!!!!!!!

    Με δυο υπέρτατα «άσματα»

    (παλιό αγαπημένο του Γς)

  63. leonicos said

    Η διασημότερη σταχομαζώχτρα ήταν η Ρουθ.

    Ο σιδηρόδρομος Βαττάλ μάλλον εξετροχιάσθη

  64. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    63α Πράγματι η Ρούθ αλλά θερίστρια μάλλον

  65. constant said

    Με μια πρόχειρη έρευνα που έκανα, η ισοτιμία αγγλικής λίρας και γαλλικού φράγκου γύρω στο 1885 ήταν 1 λίρα προς 22 φράγκα. Πιο δύσκολη είναι η εύρεση της ισοτιμίας δραχμής-λίρας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: