Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Κοσκινίζοντας τις (Οπωροφόρες) λέξεις

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2015


kosk2Την προηγούμενη Δευτέρα, στις 21 του μηνός, είχα τη χαρά να παρουσιάσω το βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» στη Νέα Σμύρνη, στο συνεργατικό παντοπωλείο «Το κόσκινο» (Χρυσουπόλεως 23 και Σεβαστείας).

Πρόκειται για ένα καινούργιο κατάστημα που άνοιξε πολύ πρόσφατα στη γειτονιά, και, αν κατάλαβα καλά, έχει δημιουργηθεί μέσα από πρωτοβουλίες διάθεσης προϊόντων «χωρίς μεσάζοντες». Ο Γιώργος Αγγελόπουλος λοιπόν, διάβασε το βιβλίο, του άρεσε, και με κάλεσε να δώσω την ομιλία -και αφού βρισκόμουν στην Ελλάδα δεν είπα όχι, πολύ περισσότερο που το παντοπωλείο βρίσκεται κοντά στο σπίτι μου, σε απόσταση μικρότερη από ενάμισι χιλιόμετρο.

Θα μου πείτε, παντοπωλείο; Γιατί όχι, για ένα βιβλίο που αναφέρεται σε φαγώσιμα -με έναν διαφορετικό τρόπο βέβαια. Αλλά σε παντοπωλείο διαφορετικό, που φιλοδοξεί να κάνει κι άλλες εκδηλώσεις, από παρουσιάσεις βιβλίων έως επιδείξεις π.χ. πώς φτιάχνεται τυρί φέτα.

Τελικά, χωρέσαμε στο Κόσκινο, αν και αρκετοί στάθηκαν όρθιοι -υπήρχε κι ένα τεράστιο κάρο, αυθεντικό μανάβικο, μέσα στο μαγαζί, που έπιανε αρκετόν χώρο. Είδα παλιούς φίλους, είδα φίλους του πατέρα μου, ήρθαν φίλοι του ιστολογίου και παιδιά από το slang.gr. Θα παραθέσω στα επόμενα την ομιλία μου, που δεν διέφερε πολύ από ανάλογες ομιλίες που έχω κάνει σε παρουσιάσεις του ίδιου βιβλίου, αλλά θα προτάξω ένα κομμάτι, άσχετο με το βιβλίο αλλά σχετικό με το κατάστημα που με φιλοξενούσε, που το ανέφερα, εκτός χειρογράφου (αλλά με κάποια προετοιμασία) κατά τη συζήτηση με το κοινό, σαν παράδειγμα του πώς φτιάχνεται η ιστορία μιας λέξης -κάτι σαν άρθρο του ιστολογίου με θέμα το κόσκινο.

Η λέξη κόσκινο λοιπόν, είναι αρχαία -απαντά ήδη τον 7ο αιώνα στον Σημωνίδη (κοὔτ’ ἂν μύλης ψαύσειεν, οὔτε κόσκινον ἄρειεν…) και η ετυμολογία της δεν είναι καθαρή -πιθανώς πρόκειται για μεσογειακό δάνειο είναι μια αμήχανη εξήγηση.

Στις αγροτικές κοινωνίες το κόσκινο ήταν βασικό εργαλείο, και από εκεί εξηγείται η μεγάλη παρουσία του στη φρασεολογία μας όπως θα δούμε παρακάτω. Πάντως, κόσκινο είναι η γενική ονομασία, ενώ υπάρχουν και συνώνυμα, που μπορεί να δηλώνουν κόσκινα για ειδικές χρήσεις. Έτσι, έχουμε, ας πούμε, την κρησάρα, έχουμε τη σήτα, έχουμε το δερμόνι ή δριμόνι (αυτό είναι κόσκινο με πολύ χοντρά μάτια, που χρησιμοποιείται σε αγροτικές δουλειές). Στα ηπειρώτικα βρίσκω και τη λέξη «πάρπαλο», είδος κόσκινου. Ο Κοτζιούλας, για να παινέψει την πολυβολική μαστοριά του Βαγγέλη Αναγνωστόπουλου (ή «Μαύρου Δράκου») λέει ότι το κτίριο που είχε για στόχο «το έκανε πάρπαλο».

Στις «Τέχνες και σύνεργα» του Βλαστού βρίσκω επίσης τις εξής ονομασίες για κόσκινα: αλευρικό, σιταρικό· πλασερό, τσιχιά· αρβάλι. Το αρβάλι είναι  λέξη που έχει και άλλες σημασίες, όλες σχετικές με το νοικοκυριό, είναι ας πούμε το κινητό χερούλι μεταλλικού σκεύους. Είναι όμως και μεγάλο κόσκινο από λευκοσίδηρο, για να ξεχωρίζει δημητριακά από ξένες προσμίξεις. Λέγεται και αραιολόγος.

Παροιμίες και παγιωμένες φράσεις με το κόσκινο έχουμε κάμποσες. Και πρώτη την παροιμία «παλιά μου τέχνη κόσκινο», που τη λέμε για να δείξουμε ότι έχουμε μεγάλη εμπειρία σε έναν τομέα, αλλά και ειρωνικά για κάτι που επαναλαμβάνουμε επειδή είμαστε αναγκασμένοι. Ομολογώ ότι δεν ξέρω από πού προέρχεται η παροιμία.

Μετά, για να ειρωνευτούμε την πολλή φροντίδα και το μεγάλο καμάρι που δείχνουμε για κάτι καινούργιο, λέμε «καινουργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω». Το κόσκινο είναι από τα μάλλον ευτελή σύνεργα ενός νοικοκυριού, οπότε ένα καινούργιο κόσκινο δεν ήταν και τόσο αξιόλογο απόκτημα. Συναφής είναι η παροιμία «καινούργιο είναι το κόσκινο, ψηλά είναι κρεμασμένο».

Όταν κάποιος εξετάζει εξονυχιστικά κάτι, λέμε ότι «το περνάει από ψιλό κόσκινο», ενώ υπάρχει και το ρήμα «ψιλοκοσκινίζω». Αλλά και το σκέτο «κοσκινίζω», πέρα από την κυριολεκτική σημασία, έχει και τη μεταφορική ότι εξετάζω κάτι εξονυχιστικά. (Λέμε επίσης «ο χαρταετός κοσκινίζει» όταν τα ζύγια δεν είναι καλοβαλμένα και κινείται τρεμουλιαστά, όπως όταν κοσκινίζουμε -το ίδιο και για το τιμονι του αυτοκινήτου).  Και βέβαια, υπάρχει και η πολύ γνωστή παροιμία για όσους κωλυσιεργούν: «όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, πέντε μέρες κοσκινίζει».

Όταν κατατρυπούμε κάποιον ή κάτι με σφαίρες, λέμε ότι το(ν) κάνουμε κόσκινο -είδαμε πιο πάνω και την ηπειρώτικη παραλλαγή με το πάρπαλο. Η φράση φαίνεται γεννημένη στον εικοστόν αιώνα, αφού τότε γενικεύτηκαν τα πυροβόλα που μπορούν να σε κάνουν κόσκινο (μακριά από εμάς), κι όμως στους Αθλίους των Αθηνών, του Κονδυλάκη, βρίσκω για κάποιον κακομοίρη που τον έκαναν κόσκινο στις μαχαιριές.

Σε κάποιον ντροπαλό, που δεν θέλει να έρθει σε μια κοινωνική συγκέντρωση, του λέμε περιπαιχτικά «βάλε ένα κόσκινο και έλα». Και σε παραλλαγή: αν ντρέπεται ας βάλει μια κρησάρα. Υποτίθεται πως όταν φοράς κόσκινο βλέπεις τους άλλους αλλά δεν σε βλέπουν.

Μια παλιότερη πειραχτική φράση μεγαλύτερων προς παιδιά, και συγκεκριμένα όταν ο μεγάλος ζητάει από το παιδί μιαν εκδούλευση, ένα θέλημα, ήταν να του λέει «(κάνε μου τη χάρη κι εγώ σε αντάλλαγμα) θα σου κουβαλάω στο γάμο σου νερό με το κόσκινο» (ή: με το κοφίνι).

Βρίσκω επίσης τη φράση «από μέσα κόσκινα και απόξω κόκκινα» ή «από πάνω κόκκινο κι από κάτω κόσκινο», σαν συνώνυμη της «απέξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα».

Κοσκινάς λέγεται αυτός που φτιάχνει κόσκινα -μάλλον λεγόταν, σήμερα μόνο ως επώνυμο επιβιώνει. Και κοσκινού η γυναίκα του κοσκινά, που εμφανίζεται στην παροιμία «βάζει κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες», για όσους προσπαθούν να εμφανιστούν ίσοι με ανωτέρους τους. Η παροιμία υπάρχει και με τη μυλωνού, αλλά τη βρίσκω πιο ταιριαστή με την κοσκινού -η μυλωνού μάλλον θα προστέθηκε από συμφυρμό με την άλλη φράση που ζητάει καλλιγραφία.

Τέλος, στη φράση «να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι», δηλαδή τους σκάρτους από τους καλούς, δεν υπάρχει η λέξη ‘κόσκινο’ αλλά προφανώς αυτός ο διαχωρισμός με κοσκίνισμα θα γινόταν. Η ήρα ή αίρα ήταν είδος ζιζάνιο.

Κι αφού αναφέραμε τα λεξιλογικά του κόσκινου, παραθέτω την ομιλία που έκανα στο Κόσκινο:

kosk1kosk3

Καλησπέρα σας, σας ευχαριστώ πολύ που ήρθατε σήμερα εδώ, σε μια δύσκολη μέρα καθώς πριν από τις γιορτές γίνονται πάμπολλες εκδηλώσεις και ιδίως παρουσιάσεις βιβλίων, που σε μερικές από αυτές θα ήθελα κι εγώ να πάω -ευχαριστώ τον Γιώργο Αγγελόπουλο που μου έκανε την πρόσκληση, ευχαριστώ το συνεργατικό παντοπωλείο Κόσκινο που με φιλοξενεί σε αυτό τον ζεστό και ωραίο χώρο.

Θα σας μιλήσω λοιπόν για το βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις». Οπωροφόρες, επειδή αντικείμενο του βιβλίου είναι οι καρποί, τα οπωρικά και οι ξηροί καρποί· και λέξεις επειδή η πραγμάτευση των θεμάτων γίνεται από γλωσσική σκοπιά.

Πώς γεννήθηκε το βιβλίο αυτό. Όπως πολλοί θα ξέρετε, εδώ και σχεδόν εφτά χρόνια, από τον Φεβρουάριο του 2009 για την ακρίβεια, έχω ένα ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», στο οποίο δημοσιεύω διάφορα κείμενά μου, «για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και όλα τα άλλα», όπως είναι ο υπότιτλος του ιστολογίου. Τα περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου πρωτοείδαν το φως της δημοσιότητας σαν άρθρα του ιστολογίου μου, φυσικά όχι με τη σειρά που βρίσκονται στο βιβλίο: το πρώτο χρονολογικά ήταν το «τι εστί βερίκοκο», ακολούθησε το «να κεράσει ένα κεράσι» και τρίτο ήταν το άρθρο για το καρπούζι. Κάποια μέρα, συζητούσα με τον εκδότη του Κλειδάριθμου, τον Γιάννη Φαλδαμή, που γνωριζόμαστε σχεδόν τριάντα χρόνια, και που τον παλιό καιρό, όταν ο Κλειδάριθμος έβγαζε αποκλειστικά και μόνο βιβλία πληροφορικής είχα μεταφράσει αρκετά βιβλία για λογαριασμό του -και μάλιστα είχα γράψει και καναδυό- και μου λέει λοιπόν ο Γιάννης «θα γράψεις κάτι και για εμάς;», κι εγώ πρότεινα αυτή τη σειρά των άρθρων που έγραφα στο ιστολόγιο. Στην αρχή μάλιστα είχαμε πει το βιβλίο να πιάνει όχι μόνο τα φρούτα αλλά και τα λαχανικά, αλλά μετά είδαμε ότι θα παραμεγάλωνε το βιβλίο, οπότε είπαμε τα λαχανικά να τα αφήσουμε για δεύτερο τόμο.

Να πω εδώ πως όταν λέμε «φρούτα» και «λαχανικά» χρησιμοποιούμε την τρέχουσα σημασία των όρων, όχι την επιστημονική. Με τον επιστημονικό ορισμό, η ντομάτα είναι φρούτο, ενώ η φράουλα δεν είναι, στο βιβλίο όμως επέλεξα να ακολουθήσω την οπτική γωνία του καταναλωτή.

Βέβαια, πρέπει να το πω, τα άρθρα αυτά, που δημοσίευα κατά καιρούς στο μπλογκ μου, ωφελήθηκαν πολύ από τα σχόλια των τακτικών ή περιστασιακών σχολιαστών του ιστολογίου -τώρα τα παρουσιάζω εδώ αφού ενσωμάτωσα το απόσταγμα από τα σχόλια και, εννοείται, αφού τα ξαναδούλεψα με την οπτική του ενιαίου βιβλίου, δηλαδή έτσι που να αποκτήσουν κάποια ομοιομορφία, όχι όμως και πολλή, αφού κάθε κεφάλαιο έχει τους δικούς του ρυθμούς, πιστεύω.

Ας περιηγηθούμε όμως στα περιεχόμενα του βιβλίου, στο οποίο, σε 31 κεφάλαια εξετάζονται περίπου 40 καρποί. Μετά την εισαγωγή, η περιήγησή μας στα φρούτα ξεκινάει από τους σαρκώδεις καρπούς, δηλαδή το μήλο, το αχλάδι, το κυδώνι και το μούσμουλο, που βρίσκονται στα μέρη μας από τους αρχαίους χρόνους (τα τρία πρώτα από την εποχή του Ομήρου). Με κριτήριο την αρχαιότητα, εξετάζω μαζί τους και δύο ακόμα πανάρχαια φρούτα, το ρόδι και το σύκο, και, με αφορμή το σύκο, αναφέρομαι και στο φραγκόσυκο.

Μετά περνάμε στα εμπύρηνα φρούτα, ή δρύπες: κεράσια, βερίκοκα, ροδάκινα, δαμάσκηνα. Αυτά έχουν εξωκάρπιο, τη φλούδα· μεσοκάρπιο, το σαρκώδες τμήμα που τρώμε· ενδοκάρπιο, το κέλυφος του κουκουτσιού, και μέσα στο κουκούτσι υπάρχει το σπέρμα. Και πάλι, η μέθοδός μας δεν είναι βοτανολογική αλλά χρηστική· έτσι, το αμύγδαλο και το φιστίκι, αν και στην πραγματικότητα είναι δρύπες που το σαρκώδες τμήμα τους έχει συρρικνωθεί, ενώ το σπέρμα τους είναι φαγώσιμο, εγώ τα εξετάζω μαζί με τους ξηρούς καρπούς.

Μια τρίτη, μικρή κατηγορία είναι δυο καρποί που συγγενεύουν με τα κολοκύθια (το πεπόνι και το καρπούζι), ενώ τέταρτη, μεγάλη κατηγορία είναι τα εσπεριδοειδή (πορτοκάλι, μανταρίνι, λεμόνι και άλλα).

Αν υπάρχει ένα φρούτο που ξεχωρίζει απ’ όλα τα άλλα, είναι το σταφύλι· αξίζει λοιπόν να το δούμε μόνο του, μαζί με τη σταφίδα που έχει ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον και γι’ αυτό της αφιερώνω ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο –θυμίζω ότι στον 19ο αιώνα η σταφίδα ήταν το μοναδικό αξιόλογο εξαγωγικό προϊόν του νεαρού ελληνικού κράτους και αντιπροσώπευε πάνω από το 50% των εξαγωγών του.

Μετά το σταφύλι, εξετάζω τα διάφορα τροπικά φρούτα –μπανάνα, ανανά και διάφορα σπανιότερα– κι ύστερα περνάω στα μούρα και στα υπόλοιπα μουροειδή, φρούτα του δάσους. Το βιβλίο τελειώνει με τους ξηρούς καρπούς, όπου, όπως είπαμε, περιλαμβάνουμε και τα αμύγδαλα με τα φιστίκια, καθώς και τους χουρμάδες.

Με την ανίχνευση της ιστορίας των λέξεων ασχολούμαι ερασιτεχνικά εδώ και αρκετά χρόνια· λέγοντας «ιστορία των λέξεων» εννοούμε κάτι αρκετά ευρύτερο από την απλή ετυμολογία, αφού αγκαλιάζει επίσης τη φρασεολογία, τη λαογραφία αλλά και τη λογοτεχνία. Σε άλλα βιβλία μου («Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», «Λέξεις που χάνονται») παρακολουθώ την πορεία μιας λέξης, ή μιας οικογένειας λέξεων, και τις διάφορες σημασίες που παίρνει καθώς ταξιδεύει στο χρόνο -καταγράφω δηλαδή τα πολλά πράγματα μίας λέξης· σε τούτο εδώ, σκέφτηκα να κάνω το αντίστροφο: να καταγράψω την ιστορία και τις πολλές λέξεις κάποιων πραγμάτων, στην προκείμενη περίπτωση τις λέξεις των οπωρικών και των ξηρών καρπών.

Δεν είναι όμως μια απλή καταγραφή λέξεων ούτε μια ξερή ιστορία: στα κεφάλαια του βιβλίου συνδυάζεται η ετυμολογία, η λεξικογραφία, η φρασεολογία, η λαογραφία, η λογοτεχνία και οι άλλες τέχνες. Επομένως, σε κάθε κεφάλαιο έχουμε μια, θα λέγαμε, πολιτισμική ιστορία του συγκεκριμένου καρπού, αναφέροντας βέβαια τις λέξεις που τον ονοματοδότησαν, αφού ο έρωτας με τις λέξεις είναι παλιός και αθεράπευτος.

Αλλά τα ονόματα είναι άστατα: για παράδειγμα, δεν είμαστε βέβαιοι ποιον καρπό έλεγαν οι αρχαίοι «κοκκύμηλα»· σε άλλες περιγραφές ταιριάζουν στα κορόμηλα, σε άλλες στις μπουρνέλες. Ή, πάλι, ενώ πριν από 400 χρόνια ονομάζαμε «απίδι» το αχλάδι και «αχλάδα» το αγριάπιδο, σήμερα στην Αττική και στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας το καλό το φρούτο το λέμε «αχλάδι» και ο λόγος είναι ότι στα αρβανίτικα το «πίδε» είναι πολύ κακιά λέξη [είναι κι η μητέρα μου εδώ] και γι’ αυτό το απίδι σε όλα τα μέρη όπου κατοικούσαν αλβανόφωνοι σταμάτησε να λέγεται.

Ένα πανέρι με φρούτα είναι και ένα πανέρι με λέξεις· όχι μόνο επειδή κάθε φρούτο έχει πολλές ποικιλίες, που η κάθε μια από αυτές έχει και διαφορετικό όνομα, αλλά επειδή υπάρχουν και πάμπολλες τοπικές ονομασίες, άλλες πολύ ζωντανές και άλλες μισοξεχασμένες. Για να αναφέρω μερικά μόνο παραδείγματα που δεν εξαντλούν το θέμα: δεν έχουμε μόνο βερίκοκα, έχουμε και καΐσια ή καϊσιά, αλλά και ζέρδελα ή ζαρταλούδια. [αν και, όπως συχνά συμβαίνει, άλλος θα σου πει ότι τα καϊσιά είναι συνώνυμο του βερίκοκου, για άλλον όπως, ή σε άλλο μέρος, είναι ιδιαίτερη ποικιλία] Δεν έχουμε μόνο καρπούζι, έχουμε και χειμωνικό, πατίχα, πλιζίνα ή πλεζονιά. Δεν έχουμε μόνο μούσμουλα, αλλά και μέσκουλα, δέσπολα και δέσπολες, νέσπολες, μόσφιλα, πολεμίδια ή πομηλίδια: όλα αυτά τα ονόματα για το ίδιο φρούτο, που μάλιστα δεν είναι από τα πιο λαχταριστά.

Σας μιλάω αρκετήν ώρα για το βιβλίο αλλά δεν έχω διαβάσει καθόλου από το βιβλίο, οπότε παίρνω την ευκαιρία να σας διαβάσω ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο για το «σύκο που ήρθε απ’ αλλού» -και εννοώ το φραγκόσυκο, το οποίο επίσης μας είναι γνωστό και με πολλά άλλα ονόματα σε διάφορες περιοχές της χώρας, όπως θα δείτε στο τέλος του αποσπάσματος που θα σας διαβάσω.

Σαν ήμουνα μικρός πέρασα μερικά ευτυχισμένα καλοκαίρια μαζί με τον παππού και τη γιαγιά, όχι στο χωριό –δεν είχαμε– αλλά στο Ξυλόκαστρο και στο Τολό, όπου παραθέριζαν ο παππούς με τη γιαγιά. Λοιπόν, στο Τολό, όπου πήγαν επειδή τα νερά είναι πιο ζεστά λόγω του κλειστού κόλπου, και ο παππούς είχε δισκοπάθεια, απέναντι στο χωριό υπάρχει, αν ξέρετε, ένα μικρό νησάκι, μ’ ένα εκκλησάκι πάνω του.

Το νησάκι αυτό ήταν (και πιθανότατα θα είναι ακόμα) γεμάτο φραγκοσυκιές. Οπότε, κάθε τόσο, ο παππούς, που ήτανε Μανιάτης στην καταγωγή (ή «την καταγωγή», αν επιμένετε), μ’ έπαιρνε και πηγαίναμε στο νησάκι για φραγκόσυκα. Παίρναμε τον βαρκάρη, που γυρόφερνε με τη βάρκα του εκεί πιο πέρα, φωνάζοντας «Ίζολα, ίζολα μπέλα» για να μαζέψει τουρίστες για βόλτα στο νησάκι, και πηγαίναμε στο νησί.

Τότε ο παππούς μάζευε τα φραγκόσυκα ως εξής: διάλεγε ένα μισοξεραμένο φύλλο φραγκοσυκιάς, κι όταν λέω φύλλο εννοώ τα πλατύτατα εκείνα κλαδόφυλλα, τα μεγάλα, που είναι σαν ρακέτες, ένα τέτοιο λοιπόν φύλλο που είχε πέσει καταγής μισοξεραμένο και του είχαν φύγει τα πολλά αγκάθια, το καθάριζε ίσως λίγο με το σουγιά του και μετά, χρησιμοποιώντας αυτό το φύλλο σαν γάντι έπιανε ένα-ένα φραγκόσυκο, το έκοβε με το άλλο χέρι και το έριχνε στον κουβά ή στη σακούλα που είχε μαζί του. Όταν γέμιζε η σακούλα, φεύγαμε. Στον γυρισμό, κρατούσε τη σακούλα με το χέρι έξω από τη βάρκα, έτσι που να βρίσκεται μέσα στο νερό, και με τον τρόπο αυτό έφευγαν τα μικρά αγκαθάκια και ταυτόχρονα δροσέρευε το φρούτο, οπότε φτάνοντας στη στεριά καθάριζε ένα-δυο και τα τρώγαμε, σαν άμεση επιβράβευση, αν και τα πολλά τα βάζαμε στο ψυγείο.

Κάποτε τύχαινε, έτσι που τα φέρναμε, καθώς λάμπαν βρεμένα στον ήλιο, κάποιος βόρειος τουρίστας που δεν τα ήξερε, ν’ απλώσει χέρι να τα περιεργαστεί –μια φορά, ένας Γερμανός έφερε το λαχταριστό φρούτο στο στόμα του και υποψιάζομαι πως ο παππούς επίτηδες καθυστέρησε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να τον σταματήσει, τόσο ώστε να αγκυλωθεί, αλλά πολύ λίγο. Και ύστερα οι παρόντες στο περιστατικό άρχισαν να λένε ιστορίες για τους Γερμανούς της Κατοχής, που άμαθοι χλαπάκιαζαν ό,τι ακατάλληλο προς βρώση έβρισκαν στη φύση, ορνούς (σερνικά σύκα), ίσως και φραγκόσυκα, αλλά τότε δεν μπορούσες να γελάσεις.

Διότι, ο παππούς, καθό Μανιάτης, ήταν εξοικειωμένος με τα φραγκόσυκα από τα γεννοφάσκια του, μια και στη Μάνη το φραγκόσυκο δεν είναι για νοστιμιά αλλά παίζει ρόλο στο διαιτολόγιο. Όπως λέει κι ο λαϊκός ποιητής,

Και μέσα Μάνη λέγονται και είναι όλ’ αράδα
ορτύκια και φραγκόσυκα η πρώτη τους εντράδα
Νερό δε βγαίνει πούπετα σ’ όλη τη μέσα Μάνη
καρπό, κουκία μοναχά και ξηροκρίθι κάνει.

Τόσο αρμονικά που δένει η φραγκοσυκιά με το ξερό, βραχώδες ελληνικό τοπίο της Μάνης ή των Κυκλάδων, θα έλεγες πως βρίσκεται εκεί απ’ την αρχή του χρόνου –όχι όμως. Αυτό το σύκο, ήρθε απ’ αλλού, από πολύ μακριά.

Διότι βέβαια η φραγκοσυκιά δεν είναι φυτό του παλαιού κόσμου· γεννήθηκε στο Μεξικό, και είναι, μπορούμε να πούμε, το εθνικό φυτό του Μεξικού, τόσο που απεικονίζεται στη σημαία τους. Σύμφωνα με τον μύθο, οι θεοί είπαν στους Αζτέκους να χτίσουν την πρωτεύουσά τους εκεί που θα δουν έναν αετό να σκοτώνει ένα φίδι, καθισμένος πάνω σε μια φραγκοσυκιά –έτυχε να είναι πάνω σ’ ένα βράχο σ’ ένα νησί μέσα σε λίμνη (αν προσέξετε τον θυρεό της μεξικάνικηςη σημαίας, τα δείχνει όλα αυτά) κι εκεί χτίσαν το Τενοχτιτλάν, που βρίσκω πως θα πει «φραγκόσυκο πάνω στο βράχο» (στη γλώσσα Ναχουάτλ, το φραγκόσυκο λέγεται νόχτλι), που σήμερα είναι η πόλη του Μεξικού. Τρισχιλιετές είναι δηλαδή και το φραγκόσυκο, αλλά αλλού.

Μεξικάνικο λοιπόν δέντρο (κάκτος, δηλαδή) η φραγκοσυκιά, κι ας δένει τόσο αρμονικά με το μεσογειακό τοπίο ώστε να μην προδίδει την εξωτικότητά της (όπως άλλωστε κι η ντομάτα, για να μη μιλήσουμε για το κλαρίνο). Μόνο το όνομα, φραγκόσυκο, δηλώνει πως «αυτό το σύκο ήρθε απ’ αλλού». Και όχι μόνο στα ελληνικά· και σ’ άλλες γλώσσες, το όνομα του φραγκόσυκου δηλώνει ένα «ξενόφερτο σύκο». Στα γαλλικά το λένε figue de Barbarie, παναπεί σύκο από τη Μπαρμπαριά, που είναι περίπου η σημερινή Τυνησία. Στα ιταλικά, fico d’India, παναπεί σύκο από τις Ινδίες, μια και την Αμερική τότε τη λέγανε Δυτικές Ινδίες. Οι Άγγλοι δεν το λένε σύκο, ούτε ξενόφερτο το φραγκόσυκο, παρά το ονομάζουν prickly pear, παναπεί αγκαθερό αχλάδι. (Βρίσκω όμως και την παλιότερη ονομασία Indian fig). Στα τούρκικα υπάρχουν και οι τρεις ονομασίες. Λέγεται Hint inciri (κατά λέξη ινδικό σύκο), dikenli inciri (αγκαθωτό σύκο) και frenk inciri (φράγκικο σύκο, απ’ όπου ίσως πήραμε κι εμείς το δικό μας φραγκόσυκο ή εκείνοι από εμάς).

Να πούμε ότι φραγκόσυκα είναι η κοινή ελληνική ονομασία, υπάρχουν όμως κι άλλες. Παυλόσυκα τα λένε στην Κέρκυρα (φτιάχνουν και λικέρ), αλλού αραπόσυκα (έτσι βρίσκω στον Γεννάδιο), φαραόσυκα (στις Κυκλάδες), καπαρόσυκα (σε περιοχές της Κρήτης), παπουτσόσυκα (στην Κύπρο), ενώ τη φραγκοσυκιά τη λένε μπαρμπαροσυκιά στην Κεφαλονιά και στη Σύρα και χλαποσυκιά στη Σίκινο.

Το παράδειγμα με το φραγκόσυκο είναι ενδεικτικό για τον τρόπο με τον οποίο ονομάτισαν οι πατεράδες μας (με την ευρεία έννοια: εννοώ πριν από πεντέξι αιώνες!) ένα καινούργιο φρούτο που κατέφθασε στα μέρη τους. Βρήκαν ότι έχει κάποια ομοιότητα με ένα οικείο τους οπωρικό, το σύκο, και το ονόμασαν με βάση αυτό.

Το ίδιο ακριβώς έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες. Όταν έβλεπαν ένα ξένο φρούτο, που ως τότε ήταν άγνωστο στα μέρη τους, συνήθιζαν να το ονοματίζουν παρομοιάζοντάς το με εκείνον τον διαδεδομένο καρπό με τον οποίο είχαν ήδη οικειότητα, δηλαδή το μήλο. Κι έτσι τα ροδάκινα τα ονόμαζαν περσικά μήλα, τα βερίκοκα αρμενιακά μήλα, τα κυδώνια τα έλεγαν κυδώνια μήλα, τα κίτρα μηδικά μήλα, κάτι που συνεχίστηκε στα λατινικά και σε νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αν σκεφτούμε πως τη ντομάτα οι μεν Γάλλοι την είπαν ερωτόμηλο (pomme d’amour), οι δε Ιταλοί χρυσόμηλο (pomo d’oro), και την πατάτα, βέβαια, οι Γάλλοι την είπαν pomme de terre, κάτι που το δανειστήκαμε κι εμείς ως γεώμηλο. Υπάρχουν άλλωστε και διαλεκτικές ονομασίες, π.χ. στη Μυτιλήνη λένε «φραγκόμηλα» τα μούσμουλα, ενώ στην Κύπρο «χρυσόμηλα» τα βερίκοκα και «κιτρόμηλα» τα νεράντζια».

Κάτι ανάλογο έκαναν με τα ακρόδρυα, τους καρπούς με σκληρό κέλυφος, όπου το καρύδι το είπαν «κάρυον» και μετά το φουντούκι, που είναι λεπτότερο, το είπαν λεπτοκάρυον αλλά και ποντικόν κάρυον. Και το ποντικόν κάρυον σιγά-σιγά ουσιαστικοποιήθηκε· σε αρκετές πηγές απαντά σκέτο ποντικόν και έτσι το δανείστηκαν οι Άραβες ως bunduq. Αυτό το bunduq στα τουρκικά έγινε fındık, και από εκεί το δανειστήκαμε ως φουντούκι· είναι δηλαδή το φουντούκι αντιδάνειο, και μάλιστα μια από τις γνωστότερες περιπτώσεις αντιδανείων.

Πέρα όμως από τα ετυμολογικά και τα γλωσσικά, σε κάθε άρθρο υπάρχουν οι συναντήσεις με τη λογοτεχνία και την τέχνη· στο βιβλίο θα βρείτε, για παράδειγμα, για ποιο λόγο γράφει ο Γκάτσος «αλεπούδες που μασάνε κούμαρα» και από πού εμπνεύστηκε ο ποιητής το πασίγνωστο «ξέρεις τη χώρα όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα». (Να απαντήσω στο πρώτο ερώτημα, επειδή δεν θα το ξέρετε. τα κούμαρα είναι αγαπημένο έδεσμα των ζώων του δάσους. Επειδή όμως, όταν υπερωριμάσουν, η σάρκα τους παθαίνει ζύμωση και παράγεται οινόπνευμα, υπάρχει φόβος να μεθύσει κανείς τρώγοντάς τα, είτε αρκούδα είναι είτε άνθρωπος. Αυτό είχε κατά νου ο Γκάτσος όταν έγραψε «Μας φλομώσαν οι παππούδες με ψευτιές και φούμαρα, λες και είμαστε αλεπούδες που μασάμε κούμαρα» («Τα γερόντια», σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου)· τα κούμαρα δηλαδή δεν μπήκαν απλώς για λόγους ομοιοκαταληξίας, όπως αφελώς είχα νομίσει τότε που είχα πρωτοακούσει το τραγούδι αυτό.

Υπάρχουν επίσης οι συναντήσεις με την ιστορία: έτσι, μαθαίνουμε ποια σχέση έχουν τα πορτοκάλια Μέρλιν με τη Γκεστάπο και με τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896 ή ποιος αγωνιστής του 1821 πέθανε από τα κορόμηλα. Και πάλι να σας απαντήσω στο πρώτο ερώτημα: Τα πορτοκάλια Μέρλιν οφείλουν το όνομά τους στον Σίδνεϋ Μέρλιν (1875-1952), Ελληνοάγγλο γεωπόνο, ο οποίος, στο κτήμα του στην Κάτω Κορακιάνα της Κέρκυρας, καλλιέργησε την ποικιλία ομφαλοφόρων πορτοκαλιών στην οποία έδωσε το όνομά του, αλλά επίσης έφερε από την Ιαπωνία και τα κουμκουάτ, και γι’ αυτό ευδοκιμούν στην Κέρκυρα και μόνο. Ο Σίδνεϋ Μέρλιν ήταν εγγονός του Τσαρλς Ουίλιαμ Λουί Μέρλιν (1821-96), ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1839 ως γραμματέας του αγγλικού προξενείου και που ένας από τους γιους του έμεινε στην Ελλάδα. Η οδός Μέρλιν (το δρομάκι πάνω από την οδό Ακαδημίας, μεταξύ Βασιλίσσης Σοφίας και Κανάρη), που πήρε κατά την Κατοχή απαίσια σημασία επειδή εκεί βρίσκονταν το αρχηγείο και τα κρατητήρια της Γκεστάπο, ονομάστηκε έτσι επειδή χαράχτηκε για να χωρίσει κληρονομικά μερίδια οικοπέδου των Μέρλιν στο Κολωνάκι.

Το βιβλίο όμως δεν απαντάει σε όλα, διότι δεν τα ξέρουμε όλα. Όπου υπάρχει αμφιβολία, κι ας είναι το ερώτημα «ακανθώδες», περιορίζομαι στο να παραθέσω τις επικρατέστερες απόψεις, και να υποδείξω την προτίμησή μου. Έτσι, δεν απαντάω κατηγορηματικά στην ερώτηση «ποια ήταν τα Μήλα των Εσπερίδων», ούτε στο «τι εστί βερίκοκο», ούτε για το πώς βγήκε η λέξη «συκοφάντης», ούτε γιατί λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.

Αλλά μια και ήρθατε εδώ, να πω όσα ξέρω για αυτό το τελευταίο ερώτημα.

Η φράση «λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη» είναι αρχαία και αρχικά τη βρίσκουμε χωρίς τα σύκα, σε απόσπασμα έργου του Αριστοφάνη: «Σκαιός και άγροικός ειμί την σκάφην σκάφην λέγων.» Η πρώτη εμφάνιση των σύκων στη φράση υπάρχει στον Λουκιανό ο οποίος, στο έργο Πώς δει ιστορίαν συγγράφειν, περιγράφει πώς είναι κατά τη γνώμη του ο ιδανικός ιστορικός συγγραφέας: «Τοιούτος ουν μοι ο συγγραφεύς έστω -άφοβος, αδέκαστος, ελεύθερος, παρρησίας και αληθείας φίλος, ως ο κωμικός φησί, τα σύκα σύκα, την σκάφην δε σκάφην ονομάσων…». Να προσέξουμε όμως ότι ο Λουκιανός το αποδίδει σε παλιότερο κωμικό, άρα η προσθήκη των σύκων στην εικόνα πιθανότατα δεν είναι δικό του εύρημα.

Η προέλευση της φράσης έχει βασανίσει όχι λίγο τους μελετητές. Μάλιστα, επειδή είναι δυσνόητη η σχέση των σύκων και της σκάφης, οι σημερινοί χρήστες προσπαθούν να την εκλογικεύσουν. Έτσι, κάποιοι φαντάζονται ότι η αρχική μορφή της φράσης είναι «τα σύκα σύκα και τη σκάρφη σκάρφη», όπου σκάρφη είναι κοινή ονομασία φυτών του γένους ελλέβορος (και ετυμολογείται από το κάρφος). Φυσικά, αυτό είναι αβάσιμο, μια και η φράση παραδίδεται από την αρχαιότητα, ενώ η σκάρφη είναι λέξη νεοελληνική. Όμως ποια είναι η προέλευση της φράσης «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη»; Δυστυχώς, δεν έχω βρει κάποια πειστική εξήγηση, οπότε θα σας πω μια δική μου.

Προσωπικά, η υποψία μου είναι ότι εδώ έχουμε σεξουαλικό υπονοούμενο. Δηλαδή, θέλω να πω, ο Αθηναίος της καλής κοινωνίας ίσως να μη χρησιμοποιούσε μπροστά σε κόσμο τις λέξεις «σύκα» και «σκάφη», επειδή στην καθομιλουμένη της εποχής οι λέξεις αυτές είχαν και άσεμνη σημασία, όπως σήμερα στους κύκλους της καλής κοινωνίας μπορεί να διστάσει κάποιος να πει, ξερωγώ, «πουλί» ή «τρύπα» ή κάποια άλλη λέξη με ενδεχομένως διφορούμενη σημασία.

Για το σύκο ξέρουμε ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε (και συμβαίνει ως τα σήμερα άλλωστε) και παραπάνω παρουσιάσαμε αναλυτικά τις πολλές πονηρές του σημασίες. Ίσως και η σκάφη να είχε μη κόσμιες σημασίες – π.χ., σκάφιον έλεγαν το καθίκι. Μπορούμε λοιπόν δοκιμαστικά να προτείνουμε την ιδέα ότι ο καθωσπρέπει Αθηναίος μπροστά σε αγνώστους θα προτιμούσε να αποφύγει να πει «σύκα» και «σκάφη» και θα χρησιμοποιούσε, ας πούμε, ένα συνώνυμο, όπως «κάρδοπος» για τη σκάφη. Αντίθετα, ο αγροίκος, που ήταν από χωριό και δεν χαμπάριαζε από λεπτότητες, ο αριστοφανικός Στρεψιάδης λόγου χάρη, θα έλεγε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Το ξαναλέω, πρόκειται για εικασία.

Πρέπει επίσης να σας εκμυστηρευτώ ότι υπάρχουν και μερικά πράγματα που θα ήθελα να τα αναπτύξω πιο αναλυτικά, αλλά αυτό θα χαλούσε την ισορροπία του αντίστοιχου κεφαλαίου του βιβλίου: για παράδειγμα, η χρονολόγηση της άφιξης των λεμονιών στον ελλαδικό χώρο, που γίνεται σε μια υποσημείωση. Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι τα λεμόνια έφτασαν στον ελλαδικό χώρο ήδη από την αρχαιότητα, απλώς δεν είχαν διαδοθεί πολύ· κατά τη γνώμη άλλων, που τη συμμερίζομαι κι εγώ, αν το λεμόνι είχε έρθει από τότε στα μέρη μας, θα είχε ευδοκιμήσει και θα είχε διαδοθεί –έτσι, το πιθανότερο είναι να έφτασε από τους Άραβες γύρω στον 11ον αιώνα.

Στον τελευταίο αυτό τομέα, το ιστολόγιο υπερτερεί απέναντι στο βιβλίο, αφού έχει απεριόριστη απλοχωριά. Έχει όμως και το βιβλίο τη χάρη του, τουλάχιστον για μας που δεν έχουμε γαλουχηθεί με τα ηλεκτρονικά μέσα. Κι αν το ιστολόγιο προσφέρει επικοινωνία και αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες, εκδηλώσεις σαν και αυτήν εδώ δίνουν την πολύ πιο πολύτιμη ευκαιρία για να γνωριστούμε με σάρκα και οστά -γι’ αυτό και σας ευχαριστώ για μια ακόμα φορά που ήρθατε στη σημερινή παρουσίαση!

 

Advertisements

94 Σχόλια to “Κοσκινίζοντας τις (Οπωροφόρες) λέξεις”

  1. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Το κόσκινο του Ερατοσθένη ,για να βρίσκετε πρώτους αριθμούς.

  2. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα!!

  3. Γς said

    Καλημέρα

    Αντε με το καλό και σε φούρνο.
    Σαν ζεστά ψωμάκια θα πωλούνται τα βιβλία…

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1: Καλά λες, έπρεπε να το αναφέρω!

    2: Δεν τον ήξερα, μερσί!

    3: Καλημέρα Γς!

  5. Γς said

    3:

    Ζεστά ψωμάκια

  6. cronopiusa said

  7. Παναγιώτης Κ. said

    Καρπερό το σημερινό άρθρο!

  8. Alexis said

    Καλημέρα, ωραίο άρθρο!

    #0: Είναι όμως και μεγάλο κόσκινο από λευκοσίδηρο, για να ξεχωρίζει δημητριακά από ξένες προσμίξεις. Λέγεται και αραιολόγος.
    Αρίλογος ή αρέλογος λέγεται στο Ξηρόμερο το μεγάλο μεταλικό κόσκινο που φτιάχνουν τον τραχανά.
    (και μπαρμπαρόσυκα βέβαια τα φραγκόσυκα)

    Λέμε επίσης «ο χαρταετός κοσκινίζει» όταν τα ζύγια δεν είναι καλοβαλμένα και κινείται τρεμουλιαστά, όπως όταν κοσκινίζουμε -το ίδιο και για το τιμονι του αυτοκινήτου
    Και για τον τροχό επίσης του αυτοκινήτου όταν δεν είναι καλά ζυγοσταθμισμένος.

    Απορία: Γιατί άραγε στις παλιές αγροτικές κοινωνίες ο κοσκινάς ή ο μυλωνάς ήταν κατώτερος κοινωνικά από τον πραματευτή;

    Και επειδή τραγούδι με κοσκινά ή μυλωνά δεν ξέρω, ακούστε έναν πραματευτή: 🙂

  9. Alexis said

    Χμμ, κάτι δεν πήγε καλά και δεν κλείσανε τα italics 😡

  10. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Ωραίο το σημερινό άρθρο -να πω «χορταστικό»; το είπαν κι άλλοι μου φαίνεται.

    Γελάω, όμως, με τον εαυτό μου, γιατί επί πολύ το διάβαζα νομίζοντας ότι ο τίτλος του είναι «Ξεσκονίζοντας τις Οπωροφόρες λέξεις», έτσι όταν έπεσα στην περί των κοσκίνων πληροφόρηση δημιουργήθηκαν πραγματικά (ευχάριστες;) νοητικές εκπλήξεις.

    Ένα βιβλίο, λοιπόν, πρόσφορο σε νέες και νεώτερες αναγνώσεις.

  11. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    8: Για τον μυλωνά δεν ξέρω γιατί να θεωρείται κατώτερος. Οι πραματευτάδες είχαν ρευστό χρήμα, κι αυτό οπωσδήποτε τους ανέβαζε.

    10: 🙂

  12. takis#13 said

    Στην Σύμη ο προξενητής «φούμιζε» την νύφη: «έχει την κουταλερί(ν)τσα(ν) της , έχει και την φραγκοσυκίτσα(ν) της»

  13. Πάνος με πεζά said

    Θέλει διάβασμα με ησυχία, μιας και δεν παρέστημεν !

  14. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    >>ενώ πριν από 400 χρόνια ονομάζαμε «απίδι» το αχλάδι και «αχλάδα» το αγριάπιδο,
    ακριβώς έτσι το λέμε στα χωριά μας ακόμη. Αχλαδιές είναι οι γκορτσές(στη γλώσσα σας απανωμερίτες) ενώ απιδιές,οι αχλαδιές.Εξ ου και μαγάπιδα, χειμωνάπιδα, καράπιδα, λυτράπιδα(η λύτρα, η γιαλόπετρα η στρογγυλή και γυαλιστερή),ποικιλίες αχλαδιών

  15. cronopiusa said

    στα αρβανίτικα το «πίδε» είναι πολύ κακιά λέξη [είναι κι η μητέρα μου εδώ]

  16. gpoint said

    Καλημέρα

    απορία :

    η ελιά δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί εμπύρηνο φρούτο, άσχετα πως είναι μια κατηγορία μόνη της ;

  17. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Τα σκεύη κοσκινίσματος στα μέρη μου είναι:
    Η κνησάρα,μεγάλη ή μικρή σήτα για το αλεύρι,
    Το κόσκινο,έχει μεταλλικό πάτο με εγκοπούλες ,κυκλοτερώς, σε μέγεθος και σχήμα κριθαριού,σκεύος με διάμετρο 40-50 πόντους για το αλώνι κυρίως και
    Ο βολίστης(μάλλον το δριμόνι κατά τα αναφερόμενα στο νήμα) έχει μεταλλικό πάτο και επίσης διάμετρο 40-50 πόντους με ολοστρόγγυλες τρύπες- μέγεθος πενηνταράκι- για το πρώτο κοσκίνισμα των δημητριακών από τα κοντύλια και τα άγανα με τά το αλώνισμα,.»Φέρε το βολίστη ,για τα χοντροβόλια»
    Τσέστο μου φαίνεται το λένε δυτικότερα.Παρακάτω για το τσέστο

    16.>>η ελιά δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί εμπύρηνο φρούτο, άσχετα πως είναι μια κατηγορία μόνη της ;
    Όπως και η ντομάτα (μη εμπύρηνο).
    Προς ενίσχυση, λέω ότι αυτές τις μέρες τρώμε μαρμελάδα ελιάς σπίτι και είναι πολύ πετυχιμένη. Από πράσινες ελιές βέβαια .Μας πρόκυψε από κάποιο χριστουγεννιάτικο παζάρι μαζί και γλυκό κουταλιού ελιάς(δεν το δοκιμάσαμε ακόμη).

  18. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Τσέστο,καρύδια,πορτοκάλια,κάστανα,λεπτοκάρυα(φουντούκια),σταφίδες
    Από κάλαντα Κρήτης
    Ταχιά ταχιά ν’αρχιμηνιά ταχιά ν’αρχή του χρόνου
    ………………………………………..
    Βαγίτσα άψε το κερί άψε και το διπλέρι
    και κάτσε και ντουχιούντησε ήντα θα μασε φέρεις.
    Βάλε στο τσέστο κάστανα στο τσέστο πορτοκάλια
    και φέρε και γλυκό κρασί να πιουν τα παλικάρια.
    Κι από το πιθαράκι σας που ΄χετε τα καρύδια,
    να μας εποχερίσετε ν΄ αν είν’ πολλά γ’ή λίγα.
    Κι απο το πιθαράκι σας που ‘χετε τσι σταφίδες,
    να μασε ΄ποχερίσετε ν αν είν’ πολλές γ’ή λίγες.

    Άλλη παραλλαγή:
    Φέρε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεπτοκάρυα
    και φέρε και γλυκό κρασί να πιούν τα παλληκάρια

  19. Jimakos said

    Νικοκύρη, μια λεξιλογική απορία -τρόπον τινά- και ακολούθως μια παρατήρηση.

    Αναφέρεις την λέξη αρβάλι σαν συνώνυμο του κόσκινου. Στην Μεσσηνία απ’ όπου είχε καταγωγή ο παππούς μου, λέγεται η λέξη «αρβάλας» (ουσιαστικό) χαρακτηρίζοντας κάποιον που είναι ατσούμπαλος, άτσαλος. Τι σχέση μπορεί να υπάρχει?

    Δεύτερον, η παρατήρηση. Έχει να κάνει με τον τρόπο που περιγράφεις το μάζεμα του φραγκόσυκου. Ο δικός μου παππούς, τα μάζευε ως εξής: Είχε πάρει ένα μακρύ κοντάρι (ενδεχομένως σκουπόξυλο ή κάποιο παρόμοιο ραβδί) στο οποίο είχε βάλει στην μια άκρη ενα μακρύ σουβλί, μεταλικό. Με αυτό κάρφωνε το φραγκόσυκο (μόνο τον καρπό, όχι όλο το πλατύ φύλλο), τα αποκολλούσε από το φύλλο και τα συγκέντρωνε σ’ ένα κασόνι. Τρόπος που είχα δει και σε άλλους που μάζευαν, δηλαδή δεν νομίζω πως πρόκειται για ατομική πατέντα.

    Αυτά και πολύ καλημέρα σας!

  20. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    ο βολίστης
    https://encrypted-tbn0.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcSmZVxKBLIBgZeA0o_mmEzDI3q0gBGufem5MhK3CB_03W26_Xzp
    το κόσκινο
    https://encrypted-tbn0.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcRK6l2MELo-CQVYMu4noxEhc-sfh4eXav5kvYdhTAogwftRnWpf
    η κνησάρα

    Κνησαρίζει όταν ψιλοβρέχει.

    Ψιχαλίζει ψιχαλίζει κι η μαμά μου κοσκινίζει
    να μου κάμει κουλουράκια…

  21. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    20. Ε αυτό δεν το περίμενα, αλλά έχει πλάκα. Το μήνυμα είναι «πετάχτε τις κρησάρες».
    Μόνο λέξεις ψιλοκοσκινίζουμε.Τα άλλα, τ΄ανθρώπινα, από χοντρό κόσκινο να μη σας τρώνε την καρδιά τα ψιλολόγια.

  22. leonicos said

    Καθυστέρησα να σχολιάσω, λόγω εμπεριστατωμένης ανάλυσης. Ποιος είμαι, τέλος πάντων!

    Είμαι ξανά έγκλειστος, χωρίς λεφτά και κλειδιά, διότι είχα τάσεις φυγής και δημιουργήθηκαν υποψίες δραπέτευσης στην εξουσία. Αλλά είμαι καλύτερα. Αύριο ελπίζω να σας ξαναδώ το βράδυ. Έχω οκτώ εκκρεμότητες σε δύο νοσοκομεία.

    Αλλά η Ανωτάτη Αρχή έχει άλλες προτεραιότητες. (όσοι τη γνώρισαν, π.χ. Νοικοκύρης και Λ ξέρουν για τι μέγαιρα πρόκειται – Αυτό το λέω εμπιστευτικά εννοείται)

    «όπως αφελώς είχα νομίσει τότε που είχα πρωτοακούσει το τραγούδι αυτό»
    Το αυτό συνέβαινε και εις ημάς, μέχρι προχθές που κάτι ανέφερες σχετικό.
    (βέβαια – άσχετο- μερικές ομοιοκαταληξίες στα γερόντια είναι όντως… και εκεί δεν έχουν και δικαιολογία)

    Ότι το ‘φουντούκι’ βγαίνει από το ‘ποντικόν’ ομολογώ ότι και να με σκότωνες, δεν θα το υποπτευόμουν (και όπως όφειλα).

    «όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, πέντε μέρες κοσκινίζει»
    διορθ. ‘πέντε’ = ‘δέκα’ (δισύλλαβο παροξύτονο γαρ)

    «παλιά μου τέχνη κόσκινο»
    η μάνα μου το χρησιμοποιούσε ειρωνικά για να χαρακτηρίσει κάποιον που έκανε συστηματικά κάτι άσχημο, π.χ. για μία από τις αδελφές της που ό,τι έπαιρνε δεν το επέστρεφε (παρωνύμιον τράκας)

    «ο χαρταετός κοσκινίζει»
    το παλιό μου (1994-2014) αυτοκίνητο κοσκίνιζε από τα 95 μέχρι τα 110 χ/ω. κατόπιν έστρωνε πάλι. Κανείς ειδικός δεν μου το εξήγησε. Κανένας εδώ;

    «από πάνω κόκκινο κι από κάτω κόσκινο», σαν συνώνυμη της «απέξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα»
    νομίζω πως εννοεί κάτι πιο πιπεράτο: φινομενικά αθώα και στην πραγματικότητα ‘κόσκινο’

    Έχω ακούσει από κάποιον να λέει για την κόρη του, προσφάτως υπανδρευμένην ‘Αυτό το κρεβάτι αναστέναξε! Όλο τρίζει! Κι εμείς αλλάξαμε σπίτι γιατί αυτοί οι δυο βράδυ πρωί κοσκινίζουν, και δεν βγαίνουν ποτέ αλευρωμένοι.’

    Τη σημασία των ως άνω θα μας την αναλύσει ο Γς ως ειδικός.

    «βάζει κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες»
    το ξέρω με ‘κουλουρτζού’ και πάει μάλλον καλύτερα.
    Ο κοσκινάς μάλλον έφτιαχνε τα κόσκινα τα οποία διέθετε ο πραμ(μ)ατευτής. Προσωπική άποψη βέβαια

    παπουτσόσυκα (στην Κύπρο)
    και σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Έχω την εντύπωση ότι κάποιοι το λένε επίτηδες για ν’ αποφύγουν να το αποκαλέσουν ‘φραγκόσυκο’. Λέω του μανάβη ‘γιατί τα λες παπουτσόσυκα;’ Απάντηση: Είμαστε Ελλάδα! (τα φραγκόσυκα που πουλούσε ήταν ισπανικά, από εκείνα τα αηδιαστικά χωρίς αγκάθια).
    Είπαμε, βολή: μανταρίνια χωρίς κουκούτσια… φραγκόσυκα χωρίς αγκάθια… ροδάκινα χωρίς κουκούτσι (άλλη αηδία αυτή. Δεν μπορώ ούτε να τα βλέπω)

    Η ήρα ή αίρα ήταν είδος ζιζάνιο.
    Είναι το κατ’ εξοχήν ζιζάνιο. Αν το αλεύρι της ανακατευτεί με αυτό του ψωμιού, προκαλεί σπασμούς (και προκλητό τοκετό, χρησιμοποιείται φαρμακευτικά)

    στη γλώσσα Ναχουάτλ,
    Μολονότι έτσι τη λέμε όλοι, ρίξε μια ματιά. Το ‘λ’ περισσεύει, είναι πρόσφυμα. Δεν το είδα πριν για να σου κάνω τον πολύ έξυπνο. Ό,τι θυμάμαι.

    @14 Γιες, Έφι σαιντ! Μπατ γιου χαβ γκοτ νοου ενι αρμπανιτισ’ιζ εράουντ. Ασκ εμπάουτ αζ ιν (λέιτ) Κουκουβάουνιζ

    @16 Τζι, πρέπει να έχεις δίκιο. Απλώς δεν τρώγεται σαν φρούτο.

  23. leonicos said

    Και ξέχασα βεβαίως να πω το γνωστό. Κάτι για την Κρόνη και τις υπέροχες συμβολές της εδώ. Άλλη φορά!

  24. leonicos said

    Υπάρχει και παραλλαγή κν(ρ)ησάρας με το άγριο από πάνω, για να τρίβεται ο πλαστός τραχανάς.

  25. leonicos said

    Προσέξτε οι μοντέρνοι!
    α) τρυπούν και τα κηπουρικά γάντια
    β) ακόμα και αν είναι πολύ σκληρά τα γάντια, και δεν τα τρυπούν, μένουν πάνω και δεν φεύγουν με τίποτα. Θα τα βρήτε μπροστά σας.
    γ) πετιούνται και μπαίνουν και στο μάτι. Εκεί να δεις μεγαλεία!

    Ο λόγος για τ’ αγκαθάκια του καρπού

  26. Γιάννης Ιατρού said

    Και επίσης το κόσκινο για το χώμα στον κήπο. Και ανάλογα με το μέγεθος του πλέγματος, ξεχωρίζουμε τις πέτρες κλπ. από το χώμα.

  27. Γιάννης Ιατρού said

    Μιας και το κόσκινο χρειάζεται και στη δημιουργία μελομακάρονων, όσοι δεν έχετε ήδη φτιάξει, εδώ μιά συνταγή (λένε ότι είναι της Αλ. Παπαρήγα) 🙂 🙂

  28. Neo Kid phone home said

    Kai ta amerikanika kai germanika koskina. Afinete os kouiz…

  29. Γιάννης Ιατρού said

    28: Βλέπε και κοκκομετρική ανάλυση αδρανών 🙂

  30. Γιάννης Ιατρού said

    ASTM E 11
    DIN 4187 και DIN 4188
    αντίστοιχα

  31. Γιάννης Ιατρού said

  32. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    12 Τη φούμιζε, δηλαδή την παίνευε, τη δια-φήμιζε!

    17-18-20: Ευχαριστώ για τις συμπληρώσεις!

    19: Το αρβάλι έχει και άλλες σημασίες, αλλά ως κόσκινο είναι ένα μεγάλο πράγμα, στρογγυλό, που ταρακουνιέται -η εικόνα μπορεί να θυμίζει τον ατσούμπαλο.
    Όσο για την τεχνικη΄του παππού σου, αυτή την έχω συναντήσει κι αλλού. Ο δικός μου παππούς είχε μια πατέντα με ένα ντενεκάκι νουνού δεμένο στην άκρη κονταριού, για να μαζεύει τα ψηλά σύκα (το ντενεκάκι ήταν από το έξω χείλος του κομμένο και ακονισμένο για να κόβει και το κοτσάνι του καρπού.
    Αλλά για τα φραγκόσυκα, αφού τα μάζευε από το νησάκι δεν βόλευε να κουβαλάει κοντάρι.

    22: Οι καλές συνέπειες του εγκλεισμού

  33. gpoint said

    # 22

    Λεώνικε θέμα κακής ζυγοστάθμισης τροχών είναι

  34. Κόκκινος Πλανήτης said

    Καλημέρα, καλή Χρονιά να έχουμε.
    Κόσκινο σαν του 6 και του 26 περίπου και στις ανασκαφές, όπου το χώμα που βγαίνει πριν πεταχτεί κοσκινίζεται και βρίσκονται διάφορα ωραία
    (Δόντια, κοσμηματάκια, ζάρια κά)

  35. 19 Τζιμάκος: κι ο παππούς μου (Μεσσηνία) έτσι τα μάζευε τα φραγκόσυκα. Αλλά δεν χτύπαγε με το καρφί τον καρπό, για να μην τον πληγώσει, χτύπαγε τη βάση του κι έτσι ο καρπός έπεφτε μέσα στον κουβά.

    22 Λεώνικος το παλιό μου (1994-2014) αυτοκίνητο κοσκίνιζε από τα 95 μέχρι τα 110 χ/ω. κατόπιν έστρωνε πάλι. Κανείς ειδικός δεν μου το εξήγησε. Κανένας εδώ;

    –>Ζυγοστάθμιση. Και μπορεί νάχε φάει και κάνα αντίβαρο του άξονα, άμα το πήγαινες όπως εγώ, από τα κατσάβραχα.

  36. Γιάννης Ιατρού said

    22: 35β: Λεώ, τι κοσκίνιζε; Έπρεπε να το πας σ΄ ένα καλό μάστορα να το δει, όπως λέει κι Σκύλος στο 35β Μπορεί όμως και να ήταν μόνο θέμα ζυγοστάθμισης, ΄πως λέει κι ο Τζί 🙂

  37. Jimakos said

    @32
    Ναι, ισχύει. Και την μέθοδο με το κουτάκι νουνού θυμήθηκα τώρα που το’πες, Νικοκύρη.

    @35
    Σκύλε ναι, έτσι όπως το περιγράφεις έρχεται πιο κοντά σ’αυτό που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω… 😀

  38. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  39. …Όταν κατατρυπούμε κάποιον ή κάτι με σφαίρες, λέμε ότι το(ν) κάνουμε κόσκινο…

    Ή και σουρωτήρι, όρος πάλι από την τεχνική διαχωρισμών – στερεού από υγρό αυτή τη φορά.
    Και μεταφορικά, πχ για διάτρητη άμυνα ποδοσφαιρικής ομάδας.

  40. Γς said

    15:

    Gustav Klimt

    Μέχρι εδώ έφτασα.

    Σιγά ρε κρόνη!
    Κυκλοφορούν κι εκεφαλικά,

  41. Υπάρχουν και τα μοριακά κόσκινα (molecular sieves) που είναι ό,τι περιγράφει ο όρος.
    Κλασική εφαρμογή τους η αφύγρανση/ξήρανση, πχ στην επεξεργασία με ζεόλιθους (στο στάδιο σχεδόν ολικής αφύγρανσης) φυσικού αερίου, αμέσως μετά την εξόρυξή του σε βιομηχανική κλίμακα, ή και σε συσκευασμένα καταναλωτικά προϊόντα, αν διευρύνουμε τον όρο στο silica gel.

  42. Αρε νάχαμε κάνα φραγκοσυκάκι τώρα, ε; ❤

    ΥΓ Μ΄αρέσουν στη φωτογραφία από την παρουσίαση τα φρουτάκια στην πιατέλα.

  43. Κι ένα ρέκβιεμ για ένα δάσκαλο, που σίγουρα δίδαξε κάποιους από μας, εδώμέσα… 😦

    http://left.gr/news/kryve-logia-oi-filoi-toy-grafoyn-gia-ton-daskalo-fysikis-andrea-kasseta

  44. ΚΑΒ said

    20. Αριστ. Νεφέλες καίτοι πρότερον τὸν Δί’ ἀληθῶς ᾤμην διὰ κοσκίνου οὐρεῖν.

  45. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    42 .>>Αρε νάχαμε κάνα φραγκοσυκάκι τώρα, ε;
    Κουλουκάκο μ΄ πέστο κι έγινεεεε!!!!!!!!!!!!!

    http://www.candianews.gr/2015/12/27/ke-karpouzia-ta-fota-dite-ti-fitrose-christougenniatika-se-kipo-tou-irakliou-foto/

  46. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    39 Όταν κατατρυπούμε κάποιον ή κάτι με σφαίρες, λέμε ότι το(ν) κάνουμε κόσκινο…

    Ή και σουρωτήρι,

    Ή τον γαζώνουμε 🙂

  47. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Α, τη σήτα για τς ελιές σχ.6 το λέμε κοσκινίστρα.

  48. 45

    Ανταποδίδω! http://valiacaldadog.blogspot.gr/2013/04/blog-post_24.html

    46

    Στο Αμέρικα, το πρώτο σχετικό εργαλείο το λέγανε Γραφομηχανή του Σικάγο, διότι έτσι κάνανε τότε τις δουλειές τους.

    https://en.wikipedia.org/wiki/Thompson_submachine_gun

  49. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    48 (διάβασε τα σχόλια για τα φραγκόσυκα και τις ντομάτες). Αυτά τα κοκκινωπά πράγματι υπάρχουνε στο φουλ τους ακόμη κάτω. Οσο για τις ντομάτες; υπαίθριες τις βάνανε παλιά και κόβανε μες το χειμώνα, τα θερμοκήπια ήρθαν μετά.
    >>το λέγανε Γραφομηχανή του Σικάγο
    ραπτομηχανή ,αφού γάζωνε 🙂
    Πάω σινεμά.Για Μορέτι λέω

  50. 49

    Γραφομηχανή διότι έστελνε μυνήματα και διεκπεραίωνε αλληλογραφία. 😉

  51. sarant said

    39 Μπράβο, ενώ για τρύπια άμυνα ομάδας δεν πολυλέμε το κόσκινο, μόνο το σουρωτήρι

    44 «μέσ’ από ένα κόσκινο τον κόσμο κατουρεί» στη μετάφραση του Σουρή

    48 Σαν τα κρητικά κομπιουτεράτσα, ε;

  52. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    50 >>διεκπεραίωνε αλληλογραφία
    Σου πέμπω γράμμα κόκκινο
    δεν είναι με την πέννα
    μόνο με γραφομηχανή
    που΄χε μελάνι αίμα
    🙂

  53. 1) Το κατά Σαράντ δρυμόνι το λέγανε (εν Σέρραις) ντρυμόνι. Είχε σχετικά μεγάλες τρύπες και χρησιμοποιούνταν όταν τα αλωνιζόμενα σιτηρά (κυρίως η σίκαλη, αλλά όχι μόνο) είχαν πολλά κότσαλα, που δεν έφευγαν με το λύχνισμα

    2) Κατά Σαράντ «όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, πέντε μέρες κοσκινίζει».

    Την παροιμία την ξέρω ως εξής: Μια γυναίκα αν δεν θέλει να ζυμώσει πέντε μέρες κοσκινίζει (και να με συγχωρούν οι …ετερόφοβοι!)

    3) Κατά Σαράντ, «ενώ πριν από 400 χρόνια ονομάζαμε «απίδι» το αχλάδι και «αχλάδα» το αγριάπιδο …και γι’ αυτό το απίδι σε όλα τα μέρη όπου κατοικούσαν αλβανόφωνοι σταμάτησε να λέγεται».

    Απίδι (από την απιδιά) λέγαμε το φρούτο που παράγονταν σε αφθονία από τις «ντόπιες» απιδιές, που ήταν κατά βάση σπορόφυτα. Είχε μέγεθος μικρού καρυδιού και ήταν απαλόσαρκο, αρκετά γλυκό και ζουμερό.
    Αχλάδι λέγαμε το γνωστό σημερινό αχλάδι, που προέρχεται (κατά κανόνα) από εμβολιασμένο φυτό, και έχει το γνωστό μέγεθος και μια λίγο-πολύ μια φυσική τραγανότητα.
    Τα «άγρια» απίδια τα λέγαμε γκορνίτσια (σπανιότερα γκόρτσια) ή και αγριάπιδα.

    4) Κατά Σαράντ, «δεν έχουμε μόνο βερίκοκα, έχουμε και καΐσια ή καϊσιά, αλλά και ζέρδελα»

    Εν Σέρραις, Τζιόρτζιλα

    5) Κατά Σαράντ, «μια και στη Μάνη το φραγκόσυκο δεν είναι για νοστιμιά… Μεξικάνικο λοιπόν δέντρο (κάκτος, δηλαδή) η φραγκοσυκιά… Το παράδειγμα με το φραγκόσυκο είναι ενδεικτικό για τον τρόπο με τον οποίο ονομάτισαν οι πατεράδες μας (με την ευρεία έννοια: εννοώ πριν από πεντέξι αιώνες!)»
    Το περασμένο φθινόπωρο που ήμουνα στη Σικελία, είδα ότι είναι γεμάτη με φραγκοσυκιές, που χρησιμοποιούνται ευρύτατα και για φράκτες. Υπάρχουν επίσης και συστηματικές φυτείες φραγκοσυκιάς.
    Οι εδαφοκλιματικές συνθήκες της Σικελίας είναι καρμπόν με αυτές της Μάνης. Επίσης, απ’ ότι ξέρω, πολλοί άποικοι της Σικελίας ήταν κατά κύριο λόγο Μανιάτες. Αυτό με βάζει τη σκέψη μήπως η φραγκοσυκιά μεταφέρθηκε από τη Μάνη στη Σικελία κατά τη διάρκεια κάποιας μεταναστευτικής περιόδου (τουρκοκρατία ή βυζαντινοί χρόνοι ή και κλασσική αρχαιότητα).

    ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

  54. Γιάννης Ιατρού said

    51γ @ 52
    Ανεξάντλητη είσαι ρε ΕΦΗ με τα στιχάκια σου 🙂

  55. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Νίκο, υποψιάζομαι ότι το «καινουργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω» δεν στηρίζεται στην αντίληψη πως «είναι από τα μάλλον ευτελή σύνεργα ενός νοικοκυριού, οπότε ένα καινούργιο κόσκινο δεν ήταν και τόσο αξιόλογο απόκτημα» και πως λέγονταν για να ειρωνευτούν την πολλή φροντίδα και το μεγάλο καμάρι που δείχνουμε για κάτι καινούργιο. Ίσως σε άλλες εποχές να είχε περισσότερη αξία και να αποτελούσε (το καινούργιο, το αχρησιμοποίητο) πραγματικό καμάρι για την νοικοκυρά, που άξιζε να εκτεθεί, κρεμασμένο στον τοίχο. (Να μην ξεχνάμε πως το αχρησιμοποίητο κόσκινο έχει εμφανή διαφορά από το χρησιμοποιημένο/ αλευρωμένο, το οποίο είναι αδύνατο να γίνει -με πλύσιμο κλπ- σαν καινούργιο). Νομίζω ότι και το «καινούργιο είναι το κόσκινο, ψηλά είναι κρεμασμένο» συνηγορεί γι αυτήν την ερμηνεία, όπως και μιά παρεμφερής εβραϊκή παροιμία «Καινούργιο κόσκινο, ως την τρίτη μέρα στον τοίχο».

  56. ΚΑΒ said

    51β Εγώ το έχω: μέσ’ από κάποιο κόσκινο τον κόσμο κατουρεί

    άπαντα Γ.Σουρή τ. Α΄ επιμέλεια Γ. Βαλέτα, Αθήναι 1966

  57. sarant said

    56 Ετσι που το λες θα είναι, εγώ παράθετα από μνήμης.

  58. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    54. 🙂 ποιητής εκ του προχείρου /του σταριού και του αχύρου.

    Κι άλλοι γράφουνε με ρίμα αλλά δεν το καταλαβαίνουνε:
    μέσ’ από κάποιο κόσκινο τον κόσμο κατουρεί
    μετάφραση Σουρή 🙂

  59. cronopiusa said

    43

    Νυν και αεί.

  60. Γς said

    Εσούρωσα κι αργήσαμε,
    μα όσο και να φταίω
    περπάτα να προλάβουμε το τραμ το τελευταίο. Ντράγκα ντρουγκ το καμπανάκι.

    Ντράγκα ντρουγκ μες στο βραδάκι
    να μάς πάει κούτσα κούτσα στο παλιό μας το τσαρδάκι

  61. Πάνος με πεζά said

    Και τώρα που διαβάσαμε με την ησυχία μας μεταμεσονύκτια :

    – «Στο γάμο σου θα κουβαλάω νερό με το σουρωτήρι«, πιο συχνά αυτό έχω ακούσει, ίσως γιατί ταιριάζει με το νερό.

    – Για τα κοσκινίσματα των τροχών και τη ζυγοστάθμιση, έχετε υπόψη σας ότι τα παλιού τύπου βαράκια που μπαίνανε στο «νύχι» της ζάντας, και αφαιρούνταν με μυτοτσίμπιδο, έχουν τώρα αντικατασταθεί από αυτοκόλλητα ελασματάκια, γύρω στα 2-3 τ.εκ., που μπαίνουν στο σόκορο (πλάτος) της ζάντας, από την εσωτερική μεριά και στο μέσον. Αυτό, όπως άλλωστε και με το μάτι νιώθει κανείς, δίνει καλύτερη ζυγοστάθμιση.

    – Φραγκόσυκα έχει μαζέψει και καθαρίσει, όχι κουβάδες, θα έλεγα βαρέλια ολόκληρα, ο πεθερός μου στη Μύκονο. Έχει ένα κοφτερό μαχαίρι, περασμένο σε ένα μακρύ καλάμι. Με αυτό κόβει τον καρπό από τα ψηλά, δυσπρόσιτα φύλλα. (Οι φραγκοσυκιές στη Μύκονο είναι της τάξης των 3x20m, και το τελευταίο «καθάρισμα» έγινε με μπουλντόζα, ο κορμός τους είναι κάτι το απίθανο σε μέγεθος… Μόλις πέσουν κάτω, τα μαζεύει με γάντι, νομίζω πλαστικό χοντρό παλιού τύπου, και μετά, με ένα συγκεκριμένο τρόπο (νομίζω κόβοντας γενέτειρα και αποφλοιώνοντας σιγά-σιγά, τα καθαρίζει. Τον καρπό πολλοί τον τρώνε με τα κουκούτσια, για να καθαρίζουν και τα έντερά τους με τη διέλευση των μικρών σπόρων. όμως αυτό μπορεί να οδηγήσει γρήγορα σε…τσιρλιό, κάτι που είχε πάθει ο πατέρας μου με Μανιάτικα φραγκόσυκα. Έτσι, εκείνο που κάνω εγώ, είναι να τα πιπιλάω, να τα «απομυζώ» και στο τέλος να φτύνω διακριτικά τους (περισσότερους) σπόρους.
    Θα μπορούσε όμως και κάποιος να εφεύρει μια…κρησάρα για φραγκόσυκα, για να γίνει ευκολότερη η βρώση τους.

    – Ας μην ξεχνάμε ότι το οικιακό μας σουρωτήρι μπρικιού, όπου οι παλιοί βάζουν το φασκόμηλο ή το τσάι του βουνού, αποτελεί ταυτόχρονα και κόσκινο, αφού ρίχνοντας εκεί μέσα μια ποσότητα (θρομβωμένης) ζάχαρης άχνης, πετυχαίνουμε, γυρνώντας ένα κουτάλι στο κοίλο, να περάσει από κάτω η λεγόμενη «παιπάλη», «πούδρα». Το λέω γιατί σύντομα κάποιοι από εσάς ίσως να αχνίσουν βασιλόπιτες, στις οποίες έχω ειδίκευση, τόσο στο ψήσιμο όσο και στις «αχνιστές επιγραφές» επάνω τους. Να κι ένα παράδειγμα, έχω κόψει τις μήτρες σε χαρτί σαν στένσιλ, και έκανα μια σύνθετη κατασκευή με άχνη και κακάο. Η φράση, «2008, ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ ΛΕΦΤΟ…» (σκέψου, από τότε, που ακόμα δεν υπήρχε και κρίση, και δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα…). Μάλιστα είναι και δύσκολη γραμματοσειρά, κάτι σαν Mistral…

  62. Πάνος με πεζά said

    …KAI KANA ΛΕΦΤΟ…, εντάξει, δύο παρά, πήγε…

  63. Γς said

    61:

    Και είπαμε να σκοτώσουμε την ώρα μας και καταλήξαμε χτες το μεσημέρι μπρος στο ΜΑΚΡΟ στην Παλίνη..
    Τραπεζάκια λιακάδα μέγκλα.

    -Ένα χαμομήλι. Η δικιά μου.
    -Δύο. Εγώ.

    Ξεφτίλα, που λένε

  64. Γς said

    61, 63:

    Αυτά για το

    >σουρωτήρι μπρικιού, όπου οι παλιοί βάζουν το φασκόμηλο ή το τσάι του βουνού.

    Είναι κι ο άλλος που ρίχνει ουίσκι στα μακαρόνια. Για να σουρώσουν…

  65. sarant said

    55 Γιώργο, μπορεί να έχεις δίκιο.

  66. 49, …48…>>το λέγανε Γραφομηχανή του Σικάγο
    ραπτομηχανή ,αφού γάζωνε 🙂 …

    Για ραπτομηχανή και ράψιμο υπάρχει και η σκηνή
    από την παλιά ταινία The Defiant Ones (Τόνι Κέρτις*, Σίντνεϊ Πουατιέ),
    όπου δύο αλυσσοδεμένοι αλληλοδεμένοι κατάδικοι,
    λευκός και μέλας,
    μετά την απόδρασή τους από φυλακή του Αμερικάνικου Νότου,
    αναγκάζονται να ακολουθήσουν κοινή πορεία.

    Στο μπλουζ που τραγουδάει ο μαύρος στην σκηνή,
    η ραπτομηχανή συνδέεται με τις βουρδουλιές
    από την ουρά της γάτας (μαστίγιο).

    _______
    * που προσπαθεί για την Νότια προφορά, αλλά δεν τού πολυβγαίνει.

  67. Γς said

    Zoe Konstantopoulou
    ‏@ZoeKonstant

    Η ευχή μου προς την Κυβέρνηση του 3ου Μνημονίου για το 2016: και του χρόνου σπίτια σας

  68. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    67>>και του χρόνου σπίτια σας
    Νοικάρηδες είναι όλοι οι συριζαίοι;

  69. Λ said

    12 και 32: Το φουμίζω ή ακόμα και χουμίζω το λέμε και εμείς
    (δεν τέλειωσα το διάβασμα των σχολίων ακόμη οπότε θα δευτερολογήσω. Πάντως είναι εξαιρετικό άρθρο!).

  70. Λ said

    17. Τα σκεύη κοσκινίσματος στα μέρη μου είναι:
    Η κνησάρα,μεγάλη ή μικρή σήτα για το αλεύρι,
    Το κόσκινο,έχει μεταλλικό πάτο με εγκοπούλες ,κυκλοτερώς, σε μέγεθος και σχήμα κριθαριού,σκεύος με διάμετρο 40-50 πόντους για το αλώνι κυρίως και
    Ο βολίστης(μάλλον το δριμόνι κατά τα αναφερόμενα στο νήμα) έχει μεταλλικό πάτο και επίσης διάμετρο 40-50 πόντους με ολοστρόγγυλες τρύπες- μέγεθος πενηνταράκι- για το πρώτο κοσκίνισμα των δημητριακών από τα κοντύλια και τα άγανα με τά το αλώνισμα,.»Φέρε το βολίστη ,για τα χοντροβόλια»
    Τσέστο μου φαίνεται το λένε δυτικότερα.Παρακάτω για το τσέστο

    Λοιπόν, μπορεί να είχαμε συγγενική τη γραμμική Β με διαφορά καμια χιλιετηρίδα + αλλά στα εργαλεία κοσσινισματος υπάρχουν διαφορές:

    Αρκόν είναι το κόσκινο (κόσσινο με παχύ σ) με μεγάλες και αραιές τρύπες. το τελάρο (υλάριν ή γυλάριν) είναι ξύλινο.

    Πατούριν είναι το κόσσινο με μικρές. το υλάριν είναι πάλι ξύλινο.

    Τατσιά είναι το κόσκινο με αραιουφασμένο μεταξωτό ύφασμα στεραιωμένο στο ξύλινο υλάρι με δέρμα ζώου (έχω μία στο σπίτι και μυρίζει ακόμη αλεύρι).

    Το τσέστο το λέμε κι εμείς σε κάποιες περιοχές αλλά στη Μεσαριά το λέγαμε πανέρι. Φτιάχνεται με ποκαλάμες (μίσχους των σταχιών). Το χρησιμοποιούμε για το στέγνωμα του τραχανά και του φιδέ, για τα κουλούρια και για χίλιους δυο άλλους σκοπούς.

    Παροιμίες και αποφθέγματα:
    Τζηνούρκον σ’εχω κόσσινο τζαι που να σε κρεμμάσω, το λέμε όταν εμφανιστεί ένα νέο πρόσωπο και όλοι το φουμίζουν.

    Όπκοιος έθθελει να πα στον μύλον πέντε μέρες κοσσινίζει

    Έκαμες με κόσσινον: με κατατρόπωσες (σε κάποιο παιγνίδι όπως πχ το τάβλι)

    Μετά το πρώτο κοσσίνισμα ΄

    Για τα τελάρα των κοσκίνων δηλαδή τ υλάρκα λέμε: Άδε (για δες) πεύκους για υλάρκα για ανθρώπου που δεν αλλάζουν. Ένα γύφτο τον έκαναν βασιλιά και μια μέρα περνοούσε με τη συνοδεία του από ένα δάσος. Τότε ο γύφτος-βασιλιάς ξεφώνησε χαρούμενος Άδε πεύκους για υλάρκα!

  71. Λ said

    Χαιρετισμούς στη Φωτεινή Λεώ!

  72. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    55.>>«καινούργιο είναι το κόσκινο, ψηλά είναι κρεμασμένο»…
    Το κόσκινο για τ΄αλεύρι ,η κνησάρα, πράγματι είχε ιδιαίτερη φροντίδα στη φύλαξη της. Κρεμόταν σε καλοασπρισμένη μεριά του τοίχου και ψηλά στη κάμερα (αποθηκούλα-παρακούζινο).Επρεπε να είναι καθαρή και σε ασφαλή θέση καθώς ήταν σχετικά ντελικάτη.Μπορούσε να σκιστεί η σήτα της που ήταν τεντωμένο πανάκι, ίσως μετάξι, τώρα που το σκέφτομαι.Επίσης ήταν λεπτό ξύλινο το γυρίδι της κι αν έπεφτε θα μπορούσε να σπάσει.Γενικά την προσέχαμε να είναι καθαρή και να μη βραχεί γιατί με το αλεύρι μετά θα βούλωναν τα τρυπάκια της και θα έχανε την …εργονομία της αφού έχοντας ξύλινο το στεφάνι της, δεν μπορούσες να την πλύνεις/σαπουνίσεις. Η γιαγιά μου είχε και κνησαράκι.Μ΄αυτό κοσκίνιζε το αλεύρι για το πρόσφορο. Δίπλα στο καντήλι το κρέμαγε και δεν το άγγιζε κανείς για τίποτε άλλο.

  73. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    70.>>ποκαλάμες
    αποκάλαμα ή (συχνότερα) κοντύλια, κόνδυλοι προφανώς.Το πιο χοντρό μέρος απ΄ τα στάχυα, άχυρα σ΄αυτή τη φάση,που δε μπορούσανε μηδέ τα μουλάρια να τα φάνε πλια. Μ΄αυτά τα κοντύλια γέμιζαν κάτι τσουβαλένια πλατιά σακιά και κάνανε καλοκαιρινά χαμοστρωσίδια,τα δραπόντια. Κοιμόμασταν απάνω στα δώματα,τις χωμάτινες σκεπές, μ΄αυτά κι ευώδιαζε άχυρο ο ύπνος και τ΄άστρα κατέβαιναν στις παιδικές μας αγκαλιές.Όλο για τον Ιορδάνη Ποταμό ψάχναμε και τη Μεγάλη Αρκούδα αναμεσά τους μέχρι που μπλέκονταν στα μαλλιά και τα όνειρά μας.
    Αν τα θέλανε για την πλεχτική είτε πανιεριών είτε βουρλιών, αυτών των αδύναμων κοντών σκοινιών,των δεματικών, για τις θυμωνιές, κλπ. τα παίρνανε πριν σπάσουν στ΄αλώνι.

  74. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    73. θημωνιές ,όχι θυμωνιές βέβαια,έλξη από το θύμο- θυμάρι έκανα 🙂

  75. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Χαλίλ Γκιμπράν/ Ο κήπος του Προφήτη
    Όταν η αγάπη σε καλεί,

    Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.
    Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχυάσει.Σε κοσκινίζει
    για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.

    Σε αλέθει για να σε λευκάνει.
    Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.

  76. Λ said

    72-73 🙂

  77. εἶναι ὄντως ἀνανᾶδες αὐτά; http://www.namir.it/ananas.htm

  78. Ριβαλντίνιο said

    @ 77 Κορνήλιος

    Αγκινάρα ; 🙂

  79. Ριβαλντίνιο said

    ή κουκουνάρια ;

  80. τὸ ἄλλο μὲ τὰ φίδια δὲν μοιάζει καθόλου γιὰ ἀγκινάρα!

  81. Ριβαλντίνιο said

    Κουκουνάρι όμως ;

  82. sarant said

    77 Κάθε 30 Δεκεμβρίου γράφουμε εδώ; 🙂

  83. Ριβαλντίνιο said

    Δες μήπως ταιριάζει κάτι απ΄τα παρακάτω :

  84. #82 !!!

    βρῆκα αὐτό:

    http://www.jasoncolavito.com/blog/the-pineapple-of-pompeii

  85. Ριβαλντίνιο said

    @ 84 Κορνήλιος

    Κουκουνάρια είναι. από pine. Όχι Pineapple. 🙂

    (Και δεν είχαν ανακαλύψει οι Ελληνορωμαίοι την Αμερική ! 🙂 ).

  86. #85 κἀμμία ἀντίρρησι (ἂν καὶ γιὰ τὸ τελευταῖο οἱ Μορμόνοι ἔχουν ἐνστάσεις), ἀλλὰ ἱκετεύω: ἙλληνοΡΡωμαῖοι!

  87. 3: 45 (αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο βίντεο ποὺ εἶδα ποτὲ στὸ yt ὅταν καλὰ καλὰ ἀκόμη δὲν ἤξερα τί εἶναι στὸ yt.

  88. Ριβαλντίνιο said

    Δεν καταλαβαίνω γιατί παίρνει δύο «ρ», οπότε ας τους πούμε «Ρωμέλληνες» ! 🙂

    Y.Γ.

    Οι Μορμόνοι να ξέρεις πήραν το όνομά τους απ’τους Έλληνες . Γράφει ο Ξενοφών :

    οἱ σύμμαχοι φοβοῖντο τοὺς πελταστὰς ὥσπερ μορμόνας παιδάρια

    Μορμώ/μορμολύκειο/Mορμόνες/Mορμόνοι

  89. Ριβαλντίνιο said

    @ 87 Κορνήλιος

    Φοβερό βίντεο ! 🙂 🙂 🙂

  90. δύο ῥῶ παίρνει λόγῳ ἑνὸς παλιοῦ κανόνα, ἔτσι καὶ τὸ ἀπορρυπαντικό, ὁ ἀντίρροπος, τὸ Ἀντίρριο, ὁ ἀπόρρητος, κτλ

    καὶ ὁ Μορμόλης; 😉

  91. https://en.wikipedia.org/wiki/Mormon_(word) ἂν καὶ ἡ πολλὴ βίκι προκαλεῖ καρκίνο 🙂

    It has been stated that this word [mormon] was derived from the Greek word mormo. This is not the case. There was no Greek or Latin upon the plates from which I, through the grace of God, translated the Book of Mormon. Let the language of that book speak for itself. On the 523d page, of the fourth edition, it reads: And now behold we have written this record according to our knowledge in the characters which are called among us the Reformed Egyptian … none other people knoweth our language; therefore [God] hath prepared means for the interpretation thereof.» … [The] Bible in its widest sense, means good; for the Savior says according to the gospel of John, «I am the good shepherd;» and it will not be beyond the common use of terms, to say that good is among the most important in use, and though known by various names in different languages, still its meaning is the same, and is ever in opposition to bad. We say from the Saxon, good; the Dane, god; the Goth, goda; the German, gut; the Dutch, goed; the Latin, bonus; the Greek, kalos; the Hebrew, tob; and the Egyptian, mon. Hence, with the addition of more, or the contraction, mor, we have the word MOR-MON; which means, literally, more good.[16]

  92. Ριβαλντίνιο said

    Ααα, τώρα το έπιασα !

  93. Ριβαλντίνιο said

    Την wiki εγώ την γράφω ! 🙂

  94. #93 θέλω ἕνα ἐνυπόγραφο ἀντίτυπο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: