Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Μιαν ιστορία χωρίς σκοπό στην επέτειο του Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2016


Το ιστολόγιο κατά βάθος τηρεί τις παραδόσεις, ιδίως εκείνες που έχει θεσπίσει το ίδιο -και μια από τις παραδόσεις του ιστολογίου μας είναι ότι κάθε χρόνο, στην επέτειο της γέννησης του ποιητή (31 Οκτωβρίου) όπως και στην επέτειο του θανάτου του (8 Ιανουαρίου), είτε ανήμερα είτε την πιο κοντινή Κυριακή, δημοσιεύουμε ένα λαπαθιωτικό άρθρο, συχνά ένα άρθρο στο οποίο παρουσιάζεται κάποιο αθησαύριστο κείμενο του αγαπημένου μου συγγραφέα.

Το σημερινό άρθρο τηρεί την παράδοση, αλλά με μια διαφορά. Ναι μεν παρουσιάζω και σήμερα ένα αθησαύριστο κείμενο του Λαπαθιώτη, όχι όμως (όπως συνήθως) ένα κείμενο που το έχω βρει εγώ. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζω (κοκκινίζοντας, αλλά έτσι μου πρέπει) μια μεγαλοπρεπή γκάφα που είχα κάνει σε προηγούμενο λαπαθιωτικό άρθρο μου.

Συγκεκριμένα, στο περυσινό επετειακό άρθρο είχα αναφερθεί σε μια σειρά πεζοτράγουδα που δημοσίευσε ο Λαπαθιώτης στην εφημερίδα Έθνος το 1923-24, όπου, ανάμεσα σε μεταφρασμένα από τον ίδιο πεζά διαφόρων συγγραφέων, έβαζε και μερικά δικά του πεζά ποιήματα, παρουσιάζοντάς τα τάχα ως μεταφράσεις από το γαλλικό πρωτότυπο του ανύπαρκτου συγγραφέα Montfonon, που θα πει mon faux nom δηλαδή «το πλαστό μου όνομα».

Για το τέχνασμα αυτό του Λαπαθιώτη με τον Montfonon είχε γράψει το 1964 ο Κλέων Παράσχος, σε άρθρο με αναμνήσεις από τον φίλο του τον Λαπαθιώτη: Κάποτε, στην εφημερίδα Έθνος δημοσίευε μεταφράσεις ξένων διηγημάτων. Ο συγγραφέας ενός από τα διηγήματα αυτά ήταν ο… πασίγνωστος Baron Letruc de Monfaunom, δηλαδή ο «Βαρόνος Τοκόλπο του Ψευδονόματός μου». Το διήγημα ήταν του Λαπαθιώτη και είχε επινοήσει ένα συγγραφέα, βαρόνο κιόλας, για να το περάσει για ξένο.

Διαβάζοντας την ανάμνηση του Παράσχου, είχα (προπετώς) υποθέσει ότι ο Παράσχος, γράφοντας σαράντα χρόνια αργότερα από το γεγονός, θυμάται λάθος τις λεπτομέρειες, κι έτσι έγραψα: «Ο ανύπαρκτος συγγραφέας που έπλασε ο Λαπαθιώτης δεν είχε βέβαια το εξωφρενικό όνομα Baron Letruc de Monfaunom, που το λογοπαίγνιό του κάνει μπαμ από τρία μίλια μακριά (ιδίως στη γαλλόφωνη αθηναϊκή διανόηση του μεσοπόλεμου), αλλά το πεζότερο και σεμνότερο Montfonon, χωρίς τίτλο ευγενείας».

Κούνια που με κούναγε! Ο Παράσχος θυμότανε ολόσωστα, αλλά αναφερόταν σε προηγούμενες δημοσιεύσεις του Λαπαθιώτη στο Έθνος, όχι το 1923-24 αλλά το 1919-20, όταν είχε κάνει για πρώτη φορά το ίδιο κόλπο με τον ψεύτικο Γάλλο βαρόνο-συγγραφέα.

Καλά να πάθω. Ο φίλος Τραϊανός Μάνος, σεμνότερος από εμένα, πήρε τοις μετρητοίς την ανάμνηση του Κλ. Παράσχου, έψαξε στο σώμα της εφημ. Έθνος και βρήκε τις παλαιότερες αυτές συνεργασίες του Λαπαθιώτη, και τις παρουσίασε στο τελευταίο τεύχος (τχ. 38, φθινόπωρο 2015) του καλού περιοδικού Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας. Και βέβαια, ο Λαπαθιώτης είχε τολμήσει να χρησιμοποιήσει το ψευδώνυμο Baron Letruc de Montfonon, σχεδόν όπως το θυμόταν ο Κλ. Παράσχος.

Δεν είναι και τόσο σπάνιο αυτό το είδος φιλολογικής φάρσας, να επινοεί κάποιος έναν ανύπαρκτο ξένο δημιουργό και να του χαρίζει την πατρότητα των δικών του έργων, κι ο ίδιος να εμφανίζεται απλός μεταφραστής τους. Στην Ελλάδα, πρώτος το έκανε ο Θεόδωρος Λασκαρίδης, που το 1920 «μετέφρασε» τα αντιπολεμικά διηγήματα του «διάσημου Βούλγαρου Π. Σλαβέικοφ», και λίγο αργότερα αποκάλυψε πως ήταν δικά του. Μεταπολεμικά, ο Τάσος Παππάς έκανε το ίδιο τέχνασμα, πολύ πιο διάσημο, με τα Τραγούδια του Παθανάρες -του ανύπαρκτου Παθανάρες. (Περισσότερα και για τους δύο, σε παλιό μας άρθρο -και ειδικά για τον Λασκαρίδη δείτε και το Φονικό μοιραίο βόλι, βιβλίο σε δική μου επιμέλεια).

Για να κάνει πιο πειστικόν τον μύθο, ο Λαπαθιώτης παρέθεσε σε ένα φύλλο της εφημερίδας και μια περιγραφή του ανύπαρκτου βαρόνου:

Ο ποιητής κι αισθητικός Letruc de Montfonon, που εμείς παρουσιάζομε, θαρρώ, πρώτη φορά στην Ελλάδα, με δυο τρεις πρόχειρες μεταφράσεις, και που η φήμη του τώρα στερεώνεται, ξεπερνώντας τα όρια της πατρίδος του, έτυχε να περάσει αυτή την εποχήν απ’ τας Αθήνας, πηγαίνοντας στο Κάιρο – και είχαμε την ευτυχία να τον γνωρίσουμε προσωπικά σ’ έναν περίπατο τυχαίο προς την Ακρόπολη.

Νέος, λεπτός, απλός στους τρόπους, με μάτια ήρεμα και διαυγή – μας κίνησε, από μιας αρχής, το πιο βαθύ ενδιαφέρον. Μιλήσαμε για χίλια τόσα πράματα, καθισμένοι σ’ ένα σκαλί του Παρθενώνος, και κοιτάζοντας τη δύση μες στο Σαρωνικό.

Επαναστάτης στο κάθε τι, μας εξεμυστηρεύθη την επιθυμία του να εργασθεί για όλους τους ανθρώπους, και μας άνοιξε σαν άνθος, με τον πιο γλυκόν τρόπο, τη γαλανή ψυχή του.

Η ίδια του η ζωή είν’ ένα καθαρά φανταστικό διήγημα. Καμιά μέρα, ίσως θελήσουμε να μεταφέρομε εδώ, στο Έθνος, μερικές χαρακτηριστικές της λεπτομέρειες.

Τώρα βρίσκεται, εδώ και πέντε μήνες, αντίκρυ από το Νείλο. Περπατάει μες στη σκιά των Πυραμίδων. Δίνει παντού τη ζωή του, νοσταλγεί – κι ελπίζει.

baronΟ Λαπαθιώτης δημοσίευσε συνολικά τέσσερις συνεργασίες στο Έθνος το 1919-20 με το ψευδώνυμο Baron Letruc de Montfonon -οι συνεργασίες του το 1923-24 με το απλούστερο ψευδώνυμο Montfonon ήταν πολύ περισσότερες. Οι τρεις από αυτές είναι διηγήματα, τα δύο από τα οποία είναι γνωστά από μεταγενέστερες παραλλαγές. Το τρίτο είναι άγνωστο, το παρουσίασε ο Τραϊανός Μάνος στα Μικροφιλολογικά, και το μεταφέρω κι εγώ εδώ. Λέγεται «Μιαν ιστορία χωρίς σκοπό» και δημοσιεύτηκε στο Έθνος στις 19 Οκτωβρίου του 1919. (Προσέξτε το «άχρηστο» ευφωνικό ν στην ονομαστική, οι παλιοί το συνήθιζαν). Το θέμα της αυτοκτονίας -και της άσκοπης αυτοκτονίας- εμφανίζεται και σε άλλα διηγήματα του Λαπαθιώτη (αλλά βέβαια εμφανίστηκε και τραγικά στη ζωή του), ενώ η περιγραφή του ήρωα του διηγήματος θυμίζει τον αντίστοιχο ήρωα του «Ο μυστηριώδης φίλος». Συγγραφέας εμφανίζεται ο Baron Letruc de Montfonon, ενώ στο τέλος υπάρχουν τα αρχικά Ν.Λ., τάχα του μεταφραστή.

Μιαν ιστορία χωρίς σκοπό

Ήταν ακριβώς η βραδιά που του είχαν φέρει τις τελευταίες διορθώσεις – μια απ’ τις τελευταίες βραδιές του καλοκαιριού: ο ήλιος είχε δύσει, όλος δόξα, και τα παράθυρα των μακρινών σπιτιών έφεγγαν ακόμα, φλογερά, σα σιωπηλές πυρκαϊές.

Το δωμάτιο, τώρα, κολυμπούσε όλο σε μια θολή, μελαγχολικήν ατμοσφαίρα.

Πέρα, ένα κοπάδι αρνιά περνούσε.

Ήταν ακουμπισμένος στο παράθυρο, με το μέτωπο και τη μύτη κολλημένη στο τζάμι, και κοίταζε όξω· η αναπνοή του θάμπωνε το γυαλί, και είχε τα μάτια επίμονα βυθισμένα μακριά…

Μες στο δωμάτιο, απάνω στο γραφείο, ήταν απλωμένες προσεχτικά οι τελευταίες διορθώσεις του βιβλίου – ένα μάτσο χαρτιά, νωπά και υγρά, φερμένα απ’ το τυπογραφείο.

Ο υπηρέτης μπήκε κι έφερε τη λάμπα με το μεγάλο αμπαζούρ και την άφησε αριστερά, απάνω στο γραφείο, ύστερα έκλεισε την πόρτα, στις μύτες των ποδιών.

Τότε γύρισε μέσα, κάθισε πάλι μπροστά στο γραφείο, κι άρχισε να εργάζεται.

Το ρολόι χτύπησε εφτά και μισή· ο ουρανός ακόμα ήταν καθαρός, και τα πρώτα άστρα έσκαζαν εδώ εκεί, ξαφνικά· σ’ ένα τέταρτο, όλ’ οι αστερισμοί είχαν φανεί – μια Μεγάλη Άρκτος γερμένη λοξά, μες στα βαθυκύανα πλάτη, μια Λύρα με σχήμα ρόμβου, ένας Κύκνος σταυρός – ένα πλήθος χρυσά γεωμετρικά συμπλέγματα, σιωπηλά και μυστηριώδη. Ο ουρανός είχε γεμίσει άστρα. Μια υγρασία διαπεραστική ανέβαινε απ’ τον κήπο, σα μια μακρινή φθινοπωρινή ανατριχίλα· δυο μέρες στη σειρά έβρεχε και μόλις απόψε ο ουρανός, προς τη δύση, είχε ανοίξει μαγικά, σα σκηνογραφία θεάτρου που αλλάζει…

***

Από μικρό παιδί έδειχνε μιαν εξαιρετική πρωιμότητα, και μια τέτοιαν καθαρή τάσην ιδεολογίας και μυστικισμού, που οι γονείς του είχαν τρομάξει και τον είχαν κλείσει έναν καιρό σε μια σχολήν ιερατική – σιγά σιγά, όμως, αυτές οι πρώτες υστερικές τάσεις υποχωρούσαν σε μιαν έντονη διανοητικότητα, ένα πνεύμα διεισδυτικό, βαθύ και στοχαστικό, που, ακονιζόμενο αδιάκοπα κι εκλεπτυνόμενο από τη μελέτη, άρχιζε να παίρνει καθαρά το δρόμο της μεγαλοφυΐας.

Το πλατύ του μέτωπο, με δυο μεγάλους όγκους μπροστά, ακουμπισμένο απάνω σε σταχτιά πράσινα μάτια, εξαιρετικώς διαυγή, γαλήνια και μεγάλα, σαν ήσυχες λίμνες, στεφανωμένο από πάνω μ’ ένα κύμα μαύρων μαλλιών, που κατρακυλούσαν λοξά, σα μπουκέτο, θύμιζε το ατάραχο, σιωπηλό και θεϊκό μέτωπο του Γκέτε, του Γκέτε της τελευταίας εποχής, όπως μας τον δείχνουν κάποια πορτρέτα, ή, ίσως, το μέτωπο του Μπετόβεν.

Μια μύτη λεπτή, ηδονική, παλλόμενη στην κάθε συγκίνηση, από αδιόρατες ανησυχίες, σαν κάποιων ευαίσθητων ζώων, δυο χείλη παχιά και σαρκώδη· κι όλο το πρόσωπο τελείωνε σ’ ένα πολύ κανονικό πηγούνι ανασυρμένο, που θύμιζε την υπερτάτην ευγένεια και την πλαστικήν ομορφιά του πηγουνιού του Όσκαρ Γουάιλντ.

Όχι πολύ ψηλός, μέτριος, πάντα λεπτά ντυμένος, είχε γνωρίσει βαθιά τη ζωή, όχι μόνο μες στα βιβλία, αλλά κατεβαίνοντας όλα τα κοινωνικά σκαλοπάτια, μ’ ένα είδος πολυψυχίας κι αισθαντικότητος πρωτοφανούς, όλος αντιφατικές επιθυμίες, κι απάνω απ’ όλα, μια διαβολικήν εξυπνάδα – ο χαριτωμένος έκφυλος μαζί και φευγαλέος κι απροσδιόριστος τύπος της τωρινής ζωής…

***

Το έργο του αυτό ήταν – να πούμε – ένα μοναδικό απόσταγμα φιλοσοφίας και διαισθήσεως· στηριγμένο σ’ όλες τις θετικές βάσεις της επιστήμης, ως τις πιο φευγαλέες ιδεολογίες, είχ’ ένα ύφος απλό, αθώο και βαθύ· μιλούσε για τα υπερκόσμια, μ’ έναν έτσι καταπληκτικά αποκαλυπτικό τρόπο, που πίστευε κανένας πως ο θάνατος, αυτή τη φορά, είχε δεχτεί ν’ αποκαλύψει, μες σε διαδοχικές αστραπιαίες εκλάμψεις, τ’ απόρρητά του.

Ήταν ένα έργο σοφό και μεθυσμένο, με χάσματα, με διακοπές, με αντιφάσεις, και όμως πειθαρχημένο από μιαν ακλόνητη λογική, και συντεθειμένο, έτσι μεθοδικά, που μπορούσε να παρθεί σα μια σελίδα αλγεβρική, και μέσα απ’ όλα, και παραπάνω απ’ όλα, περνούσεν ο ίλιγγος του Αγνώστου, κάτι σα γλυκοχάραμα Ανυπαρξίας, μια γαλανή αυγή του υπερπέραν· ήταν, ακριβώς, το ποίημα, η ιδεολογία, η απολογία, και, σχεδόν, η νοσταλγία του θανάτου! Θύμιζε κάποιες αλλόκοτες αισιόδοξες φιλοσοφίες, που τις έκοβαν αγωνιώδη ερωτηματικά – και πάλι ξαναγύριζε απότομα σ’ ένα πρόβλημα σκοτεινό και το άγγιζε όσο πιο λεπτά μπορούσε, και, με μια γραμμή, το πρόβλημα είχε λυθεί και ταχτοποιηθεί και δεν εμπόδιζε πια το δρόμο της σκέψεως, αλλά τη δυνάμωνε ίσα ίσα και την έκανε πιο τολμηρή και διαυγή και την άφηνε με χαρά να υψωθεί πιο τρελά. Είχε σελίδες απρόοπτες, γοερές, που βογκούσε ο υστερισμός και η διαστροφή, σα μια καλπάζουσα παραφροσύνη – κι έξαφνα όλα σταματούσαν, κόπαζαν σ’ ένα φαεινόν ήλιο γλυκιάς ευφροσύνης, υφασμένης με τα λεπτότερα και πιο ασύλληπτα και πιο ανέκφραστα άνθη του νου…

Το βιβλίο αυτό ήταν προορισμένο να φέρει έναν νέο τόνο, τον πιο μεγάλο, στην ιστορία της ψυχής. Δέκα χρόνια της ζωής του ήταν εκεί, δέκα χρόνια επίμονα, σκληρά, ηδονικά και ηρωικά…

Κι αυτό το βιβλίο της Τέχνης, αυτός ο λυρικός διθύραμβος του Θανάτου, αυτή η λαμπρή Αποκάλυψις της Ευτυχίας, της Αθανασίας και του Μηδενός, ήταν εκεί, ανοιχτό στο γραφείο του, κάτω στο φως της λάμπας – και σε δυο εβδομάδες έμελλε να ιδεί το φως!…

Έκλεισε πάλι τα μάτια, άναψ’ ένα τσιγάρο, κι έσκυψε στις διορθώσεις· η μηχανική εργασία, να σβήνει ένα τ και να βάνει ένα σ, να βγάνει ένα κόμμα διπλό ή μια τελεία βαλμένη χωρίς νόημα, του ξεκούραζε άπειρα το μυαλό.

Χτύπησε το κουδούνι. Ήρθ’ ο υπηρέτης.

– Είν’ έτοιμο το φαΐ;

– Μάλιστα, κύριε.

– Καλά. Φέρε μου να φάω.

Σηκώθηκε, πήγε στην τραπεζαρία, και κάθισε μόνος, με τα μεγάλα του μάτια αφαιρεμένα, λιγάκι ωχρός.

Έχωσε την πετσέτα μες στο γελέκο, κι άρχισε να τρώει. Σ’ όλο το διάστημα του φαγιού δεν είπε λέξη・ μόνο μια φορά ρώτησε «Με ζήτησε κανένας;». Ύστερα χάιδεψε τη γάτα του, σιωπηλά.

***

Τώρα ο ουρανός ήταν βαθύς σα θάλασσα και, μες στο χάος, τ’ άστρα κολυμπούσαν, χαμένα, σα χρυσές βαρκούλες… Οι μυρουδιές του κήπου ανέβαιναν λαχταριστές – και πιο πολύ απ’ όλες η μυρουδιά της μουσκεμένης γης… Ήταν μεσάνυχτα περασμένα.

Μακριά, κελαηδούσ’ ένα αηδόνι…

Πήγε πάλι στο παράθυρο. Ησυχία…

Συλλογίστη στο βιβλίο τ’ όνομά του, τη Δόξα. Αύριο ίσως θα ήταν ένας Μέγας, ένας Ήρως. Έκλεισε τα μάτια του… Ένα όραμα περνούσε απ’ το νου του… Ένα ρίγος, μια λαχτάρα… Ύστερα τ’ άνοιξε πάλι. Τ’ άστρα έλαμπαν καθαρά – σα διαμάντια.

Ξαναπήγε τότε στο γραφείο του. Έτσι, τυχαία, είδε κάπου γραμμένη με κόκκινο μολύβι τη λέξη: ΘΑΝΑΤΟΣ. Σταμάτησε. Άνοιξε το συρτάρι κι έβγαλε το πιστόλι και το εξέτασε με προσοχή: Θάνατος! Μια σιδερένια τρύπα, ένα στόμιο μικρό: Θάνατος!

ΘΑΝΑΤΟΣ!… Τίποτ’ άλλο…

……………………………………………………………………………………………………

………………………………

… Άξαφνα, ένα κομμάτι φεγγαριού έπεσε εκεί, στον τοίχο. Το φεγγάρι έβγαινε τώρα απ’ την ανατολή, πλατύ, στρογγυλό, καθαρό.

Ένα μικρό συννεφάκι το ακολουθούσε δίπλα και προσπαθούσε σαν να το φτάσει.

Στο τέλος κουράστηκε κι άρχισε να σκορπάει σιγά σιγά. Το κοίταξε ωσότου χάθηκε. Το μυαλό του είχε μια γονιμότητα εξαιρετική.

Πήρε την πένα κι έγραψε: Θάνατος…

……………………………………………………………………………………………………

………………………………

Σιγά σιγά, η λέξη μεγάλωνε στα μάτια του, άπλωνε, γιόμισε το δωμάτιο· θυμήθηκε μιαν αγάπη παλιά…

……………………………………………………………………………………………………

………………………………

Το ρολόι χτυπούσε τρεις το πρωί… Κάπου αρχινούσε να χαράζει…

***

Έμειν’ έτσι ακίνητος. Η σιωπή ήταν απόλυτη…

Έπειτα, έγειρε ανάσκελα στην καρέκλα, κοίταξε όλα τα πράματα, ένα προς ένα, μισόκλεισε τα μάτια, σα να ήθελε να κοιμηθεί, χαμογέλασε προς κάτι τι μακρινό και παίρνοντας μαλακά το πιστόλι στο χέρι – δίχως να ξέρει ακριβώς το γιατί – τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.

 

35 Σχόλια to “Μιαν ιστορία χωρίς σκοπό στην επέτειο του Λαπαθιώτη”

  1. nestanaios said

    ΔΟΚ.

  2. cronopiusa said

    Σιγά σιγά, η λέξη μεγάλωνε στα μάτια του, άπλωνε, γιόμισε το δωμάτιο· θυμήθηκε μιαν αγάπη παλιά…

    Καλή σας μέρα…

  3. Γς said

    >Το ρολόι χτυπούσε τρεις το πρωί… Κάπου αρχινούσε να χαράζει…

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

  5. cronopiusa said

  6. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  7. Για μια διαφορετική πένθιμη διάθεση:

  8. Γς said

    Και τελικά αυτοκτόνησε έτσι, στο σπίτι του με το πιστόλι του πατέρα του. Τέτοιες μέρες πριν 73 χρόνια

  9. gpoint said

    Don’t say I never warned you when your train gets lost

  10. BLOG_OTI_NANAI said

    Μια ωραία μαρτυρία της εποχής για το μπέρδεμα που δημιούργησε ο Λαπαθιώτης: στη λογοτεχνική επιθεώρηση «Ο Νουμάς» (ΝΟΕ-ΔΕΚ 1923) και στη στήλη «Νέα Βιβλία» γίνεται μια εκτενής αναφορά στα περιεχόμενα της λογοτεχνικής ανθολογίας «Φιλολογικές Σπίθες» του 1923. Ο βιβλιοκριτής θεωρεί παράδοξο το γεγονός ότι η ανθολογία περιλαμβάνει τους «Στεναγμούς» του Λαπαθιώτη, το οποίο, όπως λέει, «κατά περίεργη σύμπτωση, το ξανάδαμε δημοσιεμένο στη φιλολογική στήλη της φημερίδας «Έθνος» (20Δ)βρίου 1923, σελ. 1, στ. 6) ώς έργο κάποιου Montfono […]».
    Το τεκμήριο ΕΔΩ (η εικόνα είναι μεγαλούτσικη, κανονικά οι browsers θα πρέπει να εμφανίσουν επιλογή μεγέθυνσης).

  11. Ορεσίβιος said

    Καλημέρα Νίκο.
    Για τις φιλολογικές φάρσες, όπου υπογράφονται κείμενα ως μεταφράσεις ξένων συγγραφέων, είχα αναφέρει σε παλιότερο άρθρο σου και τη φάρσα του ποιητή Μιχάλη Κατσαρού και του σκηνοθέτη Ροβήρου Μανθούλη, οι οποίοι το 1948 δημοσίευσαν το «ποίημα του μεγάλου Ούγγρου ποιητή Μίρο Μάνκα»
    .
    ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΚΛΑΙΕΙ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
    Το χέρι ενός ανθρώπου ακούμπησε
    Στον ουρανό
    Και τ’ άλλο του
    Στα μάτια κατακάθισε ενός άσπρου πετεινού.

    Στην όψη του νερού φοβάται
    Το δάκρυ που θα βρει το στόχο
    Οι λεύκες κλαίνε στο ποτάμι
    Καθώς ανάβεις πυρκαγιές
    Μ’ ένα φιλί σφραγίδα του ολέθρου.

    Μετάφραση Χρ. Θ.

    Το μικρό όνομα Μίρο: Μι (χάλης) Ρο (βήρος) και το επώνυμο Μαν (θούλης) Κα (τσαρός).

    Επίσης ο “διάσημος Άραβας” ποιητής Χουσεΐν Μπεν Μπενάρες, που είχε εφεύρει ο Γιάννης Β. Ιωαννίδης, εφεύρεση του οποίου ήταν η σειρά “Άγνωστοι και ξένοι κατάσκοποι στην Ελλάδα” για το περιοδικό Θησαυρός
    [Από το βιβλίο ΡΟΒΗΡΟΣ ΜΑΝΘΟΥΛΗΣ – Μια ζωή ταινίες (Εκδ. Νεανικό Πλάνο)].

  12. Τι πάθατε με το Gloomy Sunday;

  13. Γιάννης Ιατρού said

    12: Βλέπεις πήγαν όλοι να ψηφίσουν 🙂

  14. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    10: Σε ευχαριστώ πολύ, τις Σπίθες τις ήξερα αλλά δεν είχα υπόψη μου τη μπηχτή του Νουμά. Πολύ-πολύ με ενδιαφέρει!

    11: Να σου πω, δεν το θυμόμουν αυτό με τον Μίρο Μάνκα. Πολύ καλό!

  15. Γς said

    Ενας από τους ιδανικούς αυτόχειρες;
    Ο της ιστορίας χωρίςσκοπό, ναι.

  16. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Δέκα λεπτά πριν πεθάνει ο Μαγιακόφσκι χαμογελούσε. Ήρεμα και τρυφερά.
    – Κορίτσι, έχεις λεφτά για το ταξί;- ρώτησε την Βερόνικα Πολόνσκαγια, ηθοποιό του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας, με την οποία μόλις είχε ολοκληρώσει την κουβέντα του για το μέλλον της σχέσης τους και, απ’ ότι φαίνεται, κατάλαβε ότι ποτέ δεν θα του ανήκει, αν κι η ίδια του ορκίστηκε ότι εκείνη κιόλας την ημέρα θα εγκαταλείψει τον σύζυγό της, ηθοποιό Μιχαήλ Γιάνσιν και θα μετακομίσει στο διαμέρισμα του Μαγιακόφσκι.
    – Όχι; Να, πάρε είκοσι ρούβλια. Το απόγευμα θα σου τηλεφωνήσω.
    Η Πολόνσκαγια έβαλε τα χρήματα στην τσάντα της και βιαστικά έφυγε. Έτσι κι αλλιώς είχε αργήσει: στις δέκα και μισή είχε οριστεί η πρόβα με τον Νεμιρόβιτς – Ντάτσενκο και το ρολόι στον διάδρομο έδειχνε ήδη δέκα και τέταρτο. Από την οδό Λιουμπλιάνκα μέχρι την οδό Καμεργκέσκι η διαδρομή απαιτούσε είκοσι λεπτά με αυτοκίνητο. «Ο Βλαδίμηρος Ιβάνοβιτς θα δείξει κατανόηση» καθησύχασε τον εαυτό της η ηθοποιός και άξαφνα τρόμαξε. Από το δωμάτιο του ποιητή ακούστηκε ένας πυροβολισμός. http://samizdatproject.blogspot.gr/2012/01/o.html

    Δύσκολο στη ζωή αυτή δεν είναι να πεθαίνεις, δυσκολότερο πολύ ‘ναι τη ζωή να φτιάξεις Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
    http://frapress.gr

  17. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    >>Μιαν ιστορία χωρίς σκοπό
    Εκ βαθέων
    Λυπήσου με,Θε μου, στο δρόμο που πήρα,
    Χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πώς,
    – χωρίς να ’χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
    ποιο κρίμα με δένει, και ποιος ο σκοπός!
    Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
    Προτού η νύχτα πάλι βαριά ν’ απλωθεί
    Ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
    Ζητώντας εκείνο που δεν θα βρεθεί!
    Λυπήσου όλα εκείνα που πάνε του κάκου,
    Γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
    Και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
    Χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι’ αυτό!
    Λυπήσου και κείνα, λυπήσου και μένα,
    – και μένα που πάω με καρδιά στοργική,
    ζητώντας μια λύση, σε πράγματα ξένα,
    που δεν έχουν, Θε μου, καμιά λογική…
    Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
    Λιγάκι να φέξει μες στα σκοτεινά,
    Κι αμέσως η μοίρα μου να ξαναπαίρνει,
    Κι αμέσως η νύχτα γυρίζει ξανά…
    Λυπήσου με, Θέ μου, στην απόγνωσή μου,
    Λυπήσου την φλόγα που μάταια σκορπώ
    -λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
    να ζω δίχως λόγο και δίχως σκοπό…

  18. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  19. leonicos said

    Αυτός ο βαθύς τραγικός Λαπαθιώτης, δεν είναι ο Λαπαθιώτης των διηγημάτων με το κοριτσάκι που πέθανε από φυματίωση κ.ο.κ. Είναι ένας συγγραφέας άλλου διαμετρήματος, που ομολογώ δεν τον ήξερα, και που δικαίως εκτιμάς και αγαπάς. Αλλά πιο γνωστές είναι οι πατάτες του.

    Ο συγγραφέας του Λαπαθιώτη φτάνει την απόλυτη Δόξα και Φήμη φαντασιωσικά. Πιθανώς αυτοκτονεί επειδή τις υπερέβη, δεν έχει περισσότερο, ή επειδή βλέπει πολύ μεγάλη ακόμα την απόσταση ώς αυτές, και δεν ξέρει αν θα μπορέσει να τη διανύσει. Η φήμη και η δόξα δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από μας, ούτε από το έργο μας. Κλασική περίπτωση άσημου συγγραφέα, π.χ. Λεώνικου Καλαχώρα, ο οποίος όμως είναι αναίσθητος και δεν αυτοκτονεί.
    Άλλωστε πέρασε, φευ, την ηλικία των αυτοκτονιών.

    Έφη που είπες
    Υπέροχο ποίημα, αλλά αποκαρδιωτικό. Μου άρεσε ως λογοτέχνημα αλλά δεν συμμερίζομαι τη θέση του (σου;).

    Θα μου πεις: Ποιος σε ρώτησε. Κανείς, αλλά εφόσον το προσφέρεις, μας αναγνωρίζεις ως αποδέκτες του.

    Δεν ξέρω γιατι νιώθω πως για όλα φταίει ο Γς. Κάνω λάθος;

    Ταυτόχρονα, το σημερινό διήγημα μού έλυσε ένα πρόβλημα. Έχοντας γράψει πολλά ‘διηγήματα’ μ’ ελάχιστη δράση, ελάχιστα πρόσωπα και πολλή εμβάθυνση, αμφέβαλλα αν έπρεπε να τα χαρακτηρίζω διηγήματα. Τώρα ξέρω ότι μπορώ.

    Κοντολογής:
    Σπουδαίο άρθρο.

    Όσο για την αυτοκριτική… το μόνο που δεν μ’ ένοιαξε είναι ποιος είπε πρώτος τι και ποιος το επανέλαβε. Μπορεί για σένα να ήταν μια υποχρεωτική διευθέτηση, αλλά εμένα, ίσως και τους περισσότερούς μας, δεν μας αφορά. Μετά από όσα κάνεις για μας, θα σε ψέξουμε κι όλας;

  20. leonicos said

    Για όλα φταίει ο Γς. Νομίζω δεν το ξαναείπα

  21. leonicos said

    Για όλα φταίει ο Γς. Το ξανάπα;

  22. Γς said

    20:

    $#(^&_(&*$#@

  23. leonicos said

    Για όλα φταίει ο Γς. Μπορεί και να το είπα

  24. Γς said

    23:

    @$^%*&()_++*_&*%%!!!

  25. sarant said

    19 Δεν είναι θέμα πρωτιάς όμως, είναι η γκάφα -αλλά νάσαι καλά!

  26. gpoint said

    # 19

    «Άλλωστε πέρασε, φευ, την ηλικία των αυτοκτονιών.»

    Σωματική ή πνευματική ;;

  27. NM said

    Ο Κούλης πρόεδρος !!
    (τελικά η ΝΔ δεν κάνει χωρίς τον Γερμανό της)

  28. NM said

    Λογικά στην Κουμουνδούρου πρέπει να ανοίγουν σαμπάνιες.

  29. ΑΜΟΙΒΗ «ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ» ΓΙΑ ΤΟΝ Β. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
    Χαιρετίσματα λοιπόν στην… Εφορία από τη Βουλγαρία
    […]
    Αφορμή για τη δημοσιοποίηση του θέματος της αμοιβής της συναυλίας του Β. Παπακωνσταντίνου ήταν η ανάρτηση στις 16/12/2015 στη «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» του εντάλματος πληρωμής του Κέντρου Πολιτισμού Δήμου Ξάνθης με αριθμό ΕΝΤ 32Β Γ.Π.Π-ΑΔΑ 64Ι9ΟΚ7Ε-7ΙΔ και θέμα «Διοργάνωση συναυλίας Παπακωνσταντίνου στα πλαίσια των Γιορτών Παλιάς Πόλης 2015». Σε αυτό ως δικαιούχος αναγράφεται (στα βουλγάρικα) μια εταιρεία της Βουλγαρίας -στα αγγλικά η ονομασία της είναι The Brain Co Southeast Europe Ltd- με βουλγάρικο ΑΦΜ (203356523). Οπως προκύπτει και από το ένταλμα πληρωμής που αναρτήθηκε από το μεικτό ποσό της συμφωνημένης αμοιβής που ήταν 16.500 έγιναν κρατήσεις μόνο 17 ευρώ, γιατί πρόκειται για νομικό πρόσωπο άλλου κράτους-μέλους της ΕΕ και αποδόθηκαν 16.483 ευρώ.

    http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=64314018

    ΥΓ Πολυ καλα ο βαψομαλλιας 🙂

  30. sarant said

    27-28: Άλλοι λένε το αντίθετο, ότι ήταν η πρωτη ήττα του Τσίπρα σε εκλογές εδώ και δυο χρόνια

  31. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    30. Έπιασε η προσποίηση 🙂

  32. leonicos said

    Δεν κλίκαρα, και φόρτωσα το ποίημα του Λαπαθιώτη στην Έφη

    Και μετά μου λες για γκάφες

    Πάντως… μόνο με αυτό το ποίημα ήταν μεγάλος ποιητής

    Αυτό δεν κάνει όλα του τα έργα μεγάλα

  33. NM said

    #30 Sarant: Εξαρτάται. Αν στις επόμενες εκλογές ο Τσίπρας ηττηθεί από τον Κούλη θα πρόκειτα για διασυρμό (ποδοσφαιρική ορολογία). Αλλά από την άλλη δεν είναι εύκολο να σε νικήσει ο Κυριάκος.

  34. Γς said

    Το μαγαρίσατε το άρθρο. Με το Δτακουμελικό και τέτοια

  35. Βάγια said

    Πολύ τραγικό κείμενο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: