Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Οι δυο φίλοι του παππού μου – Ι (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Ιανουαρίου, 2016


Το ιστολόγιο εδώ και τέσσερα χρόνια δημοσιεύει, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από βιβλία του αξέχαστου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Τη μέρα την είχε διαλέξει ο ίδιος: κάθε Τρίτη δημοσίευε το χρονογράφημά του στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της Μυτιλήνης, και ταυτόχρονα στο ιστολόγιο. Τη συχνότητα την τροποποίησα μετά τον θάνατό του, σε μια φορά κάθε δεκαπέντε μέρες, για να κρατήσουν περισσότερο οι δημοσιεύσεις αφού, φευ, δεν πρόκειται να γράψει άλλα βιβλία. Έτσι παρουσιάσαμε, σε πολλές συνέχειες, δύο εκτενή έργα του πατέρα μου, το αυτοβιογραφικό «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» και τη βιογραφία «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», γραμμένη για τον παππού μου, που ολοκληρώθηκε πριν από 14 μέρες.

mimis_jpeg_χχsmallΠροβληματίστηκα με ποιο βιβλίο να συνεχίσω, διότι τα υπόλοιπα δεν είναι (αυτο)βιογραφικά και δεν είναι τόσο εύκολο να κοπούν σε συνέχειες που να έχουν κάποια αυτοτέλεια. Τελικά σκέφτηκα, έτσι για ιντερλούδιο, να βάλω μια νουβέλα από το βιβλίο του πατέρα μου «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο», που κυκλοφόρησε το 2006, και ενδεχομένως να συνεχίσω και με τις άλλες δύο νουβέλες αυτού του βιβλίου.

Όπως θα δείτε, ο πατέρας μου εδώ γράφει για δικούς του ανθρώπους, αφού ο υπότιτλος είναι «(και άλλες οικογενειακές ιστορίες)» αλλά δεν ισχυρίζεται ότι καταγράφει πραγματικά γεγονότα.

Η πρώτη νουβέλα λέγεται «Οι δυο φίλοι του παππού μου» και χωρίζεται εύκολα σε δύο συνέχειες. Στη σημερινή θα δούμε για τον πρώτο απ’ τους δύο.

ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ

Ο παππούς μου, άνθρωπος παλαιών αρχών, ήταν μονόχνωτος και λιγομίλητος. Είκοσι χρόνια στο χωριό, όπου είχε το εμπορικό του, το πόδι του δεν πάτησε σε καφενείο. Από το σπίτι στο μαγαζί κι από το μαγαζί στο σπίτι. Και καθώς αυτά απείχαν μεταξύ τους διακόσια μέτρα, ουσιαστικά δεν κυκλοφορούσε στο χωριό. Μονάχα κάθε Κυριακή και κάθε σκόλη, πρωί, πήγαινε στην εκκλησιά, πάντα στον Άη Δημήτρη, όπου είχε δικό του στασίδι και ποτέ στον Άη Βασίλη, που βρισκόταν άλλωστε στην άλλη άκρη του χωριού.

Όπως ήταν επόμενο δεν είχε αναπτύξει στο χωριό κοινωνικές σχέσεις και δεν είχε χαρίσει σε κανέναν χωριανό τη φιλία του. Στις αναπόφευκτες επαφές, που το επάγγελμά του επέβαλλε να έχει με τους πελάτες του, ήταν κατά κανόνα λιγομίλητος και αυστηρός. Η επιβίωση του μαγαζιού του τόσα χρόνια στο χωριό δε στηριζόταν στην ευπροσηγορία και την ευφράδειά του ως πωλητή, ούτε στην κολακεία του πελάτη αλλά στην καλή πoιότητα και τη χαμηλή τιμή των εμπορευμάτων του. Οι χωριανοί πάντως, που δεν τον έβλεπαν στα καφενεία και στην πλατεία του χωριού, τον είχαν βγάλει «μισάνθρωπο». Δεν ήταν όμως. Μάλλον είχε αγοραφοβία. Άλλωστε είχε φίλους και μάλιστα δύο, τον μπάρμπα Θόδωρο τον Κούκο και τον κυρ Ιγνάτη τον Περγαμηνέλλη, τον αμανετζή. Μόνο που οι φίλοι του δεν ήταν από το χωριό, όπου κανείς δεν τους ήξερε.

Ο παππούς μου καταγόταν από το Πληγώνι, ένα μικρό χωριό στης πλαγιές της Αμαλής, στα νότια της πόλης μας. Ο πατέρας του ο Βασίλης ο Μυρογιάννης είχε τέσσερις γιους, τον Βαγγέλη, τον Γιώργο (τον παππού μου), τον Θανάση και τον Τζάννο. Ήταν μικροκτηματίας και δύσκολα τά΄βγαζε πέρα. Ήταν όμως άνθρωπος κεφάτος, αισιόδοξος και δουλευτής. Του άρεσε το κρασί και το τραγούδι κι έπαιζε λύρα και λαγούτο. Από τα παιδιά του ο πρώτος και ο τελευταίος έμειναν αγρότες και κράτησαν τα χτήματα. Ο Θανάσης έγινε σιδεράς κι ο παππούς μου πραματευτής.

Στην αρχή γυρνούσε τα χωριά του νησιού μ΄ένα μουλάρι φορτωμένο με δυο ντουλάπες με εμπορεύματα: υφάσματα, νήματα, κλωστές, κουμπιά, βελόνες, βαφές και τα παρόμοια. Στις αρχές του περασμένου αιώνα παντρεύτηκε με προξενιό τη γιαγιά μου, κόρη ενός προμηθευτή του, του κυρ Αγγελή του Μουτάφη, καλοστεκούμενου χονδρέμπορου της αγοράς, που είχε, ο καημένος, πέντε κορίτσια και πήρε προίκα ένα σπίτι στην πόλη. Εκεί εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του αλλά για κάμποσα χρόνια συνέχισε να γυρίζει τα χωριά, ώσπου έκανε γερή σερμαγιά και άνοιξε μαγαζί στη Μόρια, ένα γειτονικό χωριό, εφτά χιλιόμετρα βόρεια από την πόλη μας. Στο διπλανό χωριό, την Παναγιούδα, εγκαταστάθηκε λίγο αργότερα ο αδερφός του ο Θανάσης, ο σιδεράς.

Για πολλά χρόνια ο παππούς μου πηγαινοερχόταν από το χωριό στην πόλη με τον Κίτσο, το μουλάρι, που τόσα χρόνια κουβαλούσε το κινητό του κατάστημα και όταν το πιστό του ζώο ψόφησε, μ΄ένα γάιδαρο, τον Ψαρή. Ακόμα και όταν ήρθαν τα αυτοκίνητα στο νησί και εγκαινιάστηκε η συγκοινωνία της πόλης με τα χωριά με φορτάκια πρώτα και λεωφορεία μετά, και πάλι ο παππούς μου χρησιμοποιούσε το γαϊδούρι του. Απεχθανόταν τα μηχανικά μέσα. Ποτέ του δεν μπήκε σε αυτοκίνητο και μια και μοναδική φορά μπήκε σε βαπόρι και, όπως θα διηγηθώ παρακάτω, το μετάνιωσε.

Ο παλιότερος φίλος του, ο γέρο Κούκος, κρατούσε ένα καφενεδάκι στη μέση περίπου του δρόμου από το χωριό στην πόλη και η φιλία τους γεννήθηκε από τη συνήθεια που είχε πάρει ο παππούς μου να σταματά το απομεσήμερο του Σαββάτου, γυρνώντας από το χωριό στη χώρα, στο καφενείο του, να πιεί ένα ρακί και να φουμάρει έναν ναργιλέ. Η μοναδική κραιπάλη, που επέτρεπε στον εαυτό του. Μέσα στο σπίτι του και στο μαγαζί του δεν κάπνιζε ούτε τσιγάρο.

Ξεπέζευε, έδενε το ζωντανό σ΄ένα χαλκά στον τοίχο του μαγαζιού κι έμπαινε στο καφενείο, που ήταν συνήθως έρημο τέτοιαν ώρα. Καθόταν πάντα στο ίδιο τραπεζάκι κοντά στο παράθυρο πού΄βλεπε στη θάλασσα κι ο Κούκος τού ΄φερνε το ρακί του και το ναργιλέ με το καρβουνάκι αναμένο. Ύστερα γέμιζε και για πάρτη του ένα ποτήρι, έπαιρνε το ναργιλέ του και καθόταν δίπλα του. Για πολλήν ώρα οι δυο άντρες κάθονταν αμίλητοι και μονάχα οι ναργιλέδες τους με το γουργούρισμά τους αναπλήρωναν τη συζήτηση. Κάπου κάπου ο παππούς σήκωνε το ποτήρι του και κατέβαζε μια γερή γουλιά λέγοντας «εις υγείαν»

«Υγεία νά ΄χεις», απαντούσε ο Κούκος, πίνοντας κι αυτός κι η παρέα ξανάπεφτε στη βουβαμάρα της με μόνη υπόκρουση το γουργουρητό των ναργιλέδων τους.

Όταν απόπινε το ρακί του, ο παππούς σηκωνόταν

«Ε, ώρα να πηγαίνω, καληνύχτα», έλεγε και πλήρωνε για το ποτό και το ναργιλέ

«Καλό βράδυ», τού ΄λεγε ο Κούκος, μαζεύοντας τα ποτήρια

Γυρνώντας στη χώρα ο παππούς έλεγε στη γιαγιά

«Σταμάτησα στου Κούκου και τά ΄παμε λίγο».

Όταν τα κορίτσια του μεγάλωσαν και οι μεγαλύτερες παντρεύτηκαν, τους έδωσε προίκα τα σπίτια που είχε στην πόλη και εγκαταστάθηκε με τη μικρότερη κόρη του στο χωριό. Τώρα ο παππούς κατέβαινε στην πόλη μόνο για εμπορικές υποθέσεις, πληρωμές, παραγγελίες, τράπεζες, και στου Κούκου σταματούσε όταν γύριζε από την πόλη στο χωριό. Μ΄όλο που αραίωσαν οι επαφές τους, η φιλία τους κράτησε πολλά χρόνια.

Εγώ τον μπάρμπα Θόδωρο τον Κούκο τον γνώρισα πολύ αργότερα, όταν κι αυτός κι ο παππούς μου είχαν πια γεράσει και αποσυρθεί στα σπίτια τους στην πόλη. Πήγαινα στο σπίτι του μαζί με τον πατέρα μου να δούμε το γιo του, τον Χαράλαμπο, αιώνιο συμπαίκτη του πατέρα μου στο σκάκι και πρόθυμο αφηγητή συναρπαστικών (για μένα) ιστοριών από τις σπουδές του στην Ιταλία, ιδίως από τις επισκέψεις του στον Βεζούβιο και την Πομπηία. Τον μπάρμπα Κούκο τον βρίσκαμε να κάθεται μονίμως σε μια πολυθρόνα, τοποθετημένη το χειμώνα σε μια προσηλιακή απάγγεια γωνιά της αυλής ή δίπλα στη σόμπα του μεγάλου δωματίου και το καλοκαίρι στο σκιερό πεζοδρόμιο. Κάπνιζε αμίλητος το ναργιλέ του και είχε στο πρόσωπό του μόνιμη την έκφραση τέτοιας θλίψης και κατήφειας, που ο πατέρας μου τον είχε βγάλει «ο πωλών επί πιστώσει», από μια παλιά λιθογραφία που βλέπαμε συχνά σε μαγαζιά. Στο χαιρετισμό μας απαντούσε με ένα μούγκρισμα και ξανάπιανε το μαρκούτσι του ναργιλέ και τους συλλογισμούς, που διέκοψε η επίσκεψή μας.

Κι ο παππούς μου καθόταν κι αυτός σε μιαν άλλη πολυθρόνα στο δικό του σπίτι, αλλά εκείνος τουλάχιστον διάβαζε, είτε την εφημερίδα του είτε κάποιο βιβλίο: τη «Γενοβέφα», τη «Φαβιόλα» ή την «Αποκάλυψη του Αγαθάγγελου». Ύστερα ο παππούς μου είχε εγγόνια, ενώ ο Κούκος όχι. Ίσως γι΄ αυτό ο παππούς μου έζησε τρία χρόνια περισσότερο από τον φίλο του. Δεν είχα τότε καταλάβει πως τους δυο γέρους οι δικοί τους με το να τους βάλουν να κάθονται σε μια πολυθρόνα και να μην κάνουν τίποτα, τους είχαν καταδικάσει σε θάνατο δια της απραξίας κι ας φρόντιζαν να μην τους λείψει τίποτα, μ΄ όλο που ήταν Κατοχή και υπήρχαν πολλές ελλείψεις.

Πολύ αργότερα, όταν μάζευα υλικό για να γράψω το χρονικό για τη ζωή και το θάνατο του Χαράλαμπου, έμαθα πολλά για τον μπάρμπα Θόδωρο. Ο μονόχνωτος και σκυθρωπός γέρος στα νιάτα του ήταν «κοντραμπατζής», λαθρέμπορος δηλαδή, αλλά η ιδιότητα αυτή επί Τουρκίας δεν είχε καθόλου μειωτική σημασία. Υπήρχε κάποια αναλογία ανάμεσα στους «κοντραμπατζήδες» του 19ου αιώνα και σους παλιούς «κλέφτες», του 17ου και 18ου. Ήταν λαϊκοί ήρωες που με κίνδυνο της ζωής τους περνούσαν λαθραία (κυρίως καπνό) κάτω απ΄ τη μύτη των τουρκικών τελωνειακών αρχών. Η διαφθορά και ανικανότητα των τελευταίων είχε αναγκάσει τη γαλλική εταιρεία καπνού Ρεζί, να εξοπλίσει και να συντηρεί για λογαριασμό της ιδιωτικούς τελωνοφύλακες, τους «κουρτζήδες».

Ο μπάρμπα Κούκος στην αρχή ήταν κανονικός κοντραμπατζής αλλά σαν τον πήραν τα χρόνια άνοιξε αυτό το μαγαζί, που κάτω από την επίφαση του καφενείου, λειτουργούσε σαν βάση των κοντραμπατζήδων και αποθήκη των λαθραίων. Όταν ήταν να έρθει φορτίο με λαθραία, ο κυρ Θόδωρος, προφασιζόμενος πως ήθελε να κάνει κάτι μερεμέτια στο μαγαζί του, διανυκτέρευε σ΄ αυτό. Στην πραγματικότητα έμενε άγρυπνος, περιμένοντας τη βάρκα με τα λαθραία και προσέχοντας μη φανούν οι κουρτζήδες από το μέρος της στεριάς.

Ένα βράδυ, την ώρα που η βάρκα πλησίαζε στην ακτή, εμφανίστηκαν πίσω από τις καλαμιές που φύτρωναν στην άκρη της δημοσιάς, οι ένοπλοι ιδιωτικοί τελωνοφύλακες και άνοιξαν αμέσως πυρ. Οι κοντραμπατζήδες από τη βάρκα αντιπυροβόλησαν με πολύ πιο εύστοχα πυρά και οι κουρτζήδες σκόρπισαν στα γύρω χωράφια, αφήνοντας τραυματισμένο στη μέση του δρόμου έναν νεαρό τούρκο αξιωματικό, που όπως φαίνεται είχε την όλη ευθύνη της επιχείρησης. Ο αρχηγός των λαθρεμπόρων πήδησε από τη βάρκα στην ακτή και φτάνοντας ως τον τραυματία ετοιμαζόταν να τον αποτελειώσει, όταν το χέρι του Κούκου τον απέτρεψε.

«Δε σκοτώνουμε λαβωμένο άνθρωπο»

«Τον πρώτο που θα κάψει, όταν τον πάρουν οι δικοί του, θα είσαι συ» του λέει εκείνος

«Αυτό άστο σε μένα»

Ξεφόρτωσαν το λαθραίο φορτίο και στην άδεια βάρκα βάλανε τον τραυματία, που ο μπάρμπα Θόδωρος ανέλαβε να τον πάει ως το τουρκικό νοσοκομείο, που βρισκόταν στην Απάνω Σκάλα, το βορινό λιμάνι της πόλης μας. Ο Τούρκος δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά. Είχε δυο διαμπερή τραύματα στον ώμο και στο δεξί μπράτσο, έχανε όμως πολύ αίμα. Ο Κούκος πριν τον βάλουν στη βάρκα του έδεσε πρόχειρα τις πληγές, αλλά η αιμορραγία δε σταματούσε. Στο νοσοκομείο, αφού τον γιατροπορέψανε, φώναξαν την Αστυνομία αλλά κατά την εξέταση που του έκαναν, παρουσία του Κούκου, που οι γιατροί του νοσοκομείου δεν άφησαν να φύγει, φαίνεται πως δεν είπε τίποτα το επιβαρυντικό για τον σωτήρα του. Αυτό το συμπέρανε ο Κούκος από τη στάση των αστυνομικών και των γιατρών, γιατί ο ίδιος ελάχιστες τουρκικές λέξεις καταλάβαινε. Στο νησί μας και οι Τούρκοι κάτοικοί του μιλούσαν ελληνικά, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα τους μόνο μεταξύ τους και στις επίσημες αρχές. Εν πάση περιπτώσει τον άφησαν να φύγει και ο επικεφαλής μάλιστα της αστυνομίας του έσφιξε εγκάρδια το χέρι.

Την επομένη η αστυνομία ήρθε στο μαγαζί για να κάνει αυτοψία στον τόπο της συμπλοκής. Τα λαθραία φυσικά είχαν φυγαδευτεί την περασμένη νύχτα και το μαγαζί ήταν καθαρό. Ένα μήνα αργότερα πέρασε από το καφενείο του κυρ Θόδωρου ο αξιωματικός. Φαινόταν τελείως καλά στην υγεία του. Του μίλησε ελληνικά και τον ευχαρίστησε γιατί ουσιαστικά του έσωσε τη ζωή.

«Για μένα είσαι καλός άνθρωπος» του είπε τελειώνοντας «για ό,τι άλλο έκανες ας σε κρίνει ο Αλλάχ, αυτός ξέρει καλύτερα».

Advertisements

111 Σχόλια to “Οι δυο φίλοι του παππού μου – Ι (Δημ. Σαραντάκος)”

  1. Κουνελόγατος said

    Τέτοια πολυλογία (παππούς-Κούκος) δεν αντέχεται πάντως… Μπέσα όμως ο Τούρκος…

  2. leonicos said

    ς

  3. leonicos said

    Κουνελόγατε, δεν παίζω! Όταν πάτησα το ς δεν είχε καμιά απάντηση.

    Πάντως, ξεπεράσαμε τον ‘μιλημένο’

    Τι κάνει αυτός; Κοιμάται και το ιστολόγιοδουλεύει; Αν είναι δυνατόν!

  4. Γς said

    Καλημέρα

    >είχε αναγκάσει τη γαλλική εταιρεία καπνού Ρεζί, να εξοπλίσει και να συντηρεί για λογαριασμό της ιδιωτικούς τελωνοφύλακες, τους «κουρτζήδες»

    Απ το γαλλικό κουρίρ, που έτρεχαν να πιάσουν τους κοντραμπατζήδες; 😉

  5. leonicos said

    Και είχες διαβάσει και το άρθρο, ενώ εγώ όχι!

    Ε, δικαίως πήρες την πρωτιά!

    Ο άλλος,,,, άς τον. Να δεις ούτε πρώτη δεκάδα δεν θα εμφανιστεί. Τον πήρε η γυναίκα του στον ορθρο μαζί της

  6. Γς said

    Καλημέρα Λεώ

  7. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα!!

  8. Κουνελόγατος said

    3. & 5. Την έχω στημένη κάθε μέρα, περιμένω με αγωνία… 🙂

  9. gpoint said

    Φυσικά το τραγούδι που ταιριάζει είναι αυτό

  10. sarant said

    Kαλημέρα ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και για την τραγουδιστική υποστήριξη.

    4 Είναι τουρκικό. Αρχικά κουρουτζής, από korucu, και μετά κουρτζής.

  11. sarant said

    Και η βασική σημασία είναι αγροφύλακας, δασοφύλακας

  12. leonicos said

    Γειά σου Γς, καλά ξυπνητούρια!

    Το κουρτζής ή κιουρτζής δεν βγαίνει από correre

    Τώρα που το θυμήθηκα, είναι πέντε ρήματα που στον μέλλοντα παίρνουν δύο rr (όχι από παραξενιά βέβαια)
    courir > courrai
    pouvoir > pourrai

    θυμάται κανείς τ’ άλλα τρία;

    Ασφαλώς λεξικολογούμε ελληνικά

    Έχω βρει κάτι παραμύθια, στ’ αγγλικά, γεμάτα ωραίες εκφράσεις που δεν ακούγονται πια.

    Ενδιαφέρεται κανείς να τις μαζέψω;

  13. spiral architect said

    Α, τι καλό το σημερινό! 🙂
    Καλημέρα σας.

  14. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  15. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Πολύ καλό! Εξαιρετικό!
    Πολύ μόρτης ο Κούκος! Μορφή! Απ’αυτόν βγήκε το «Τρεις (λαθρέμποροι) κι ο Κούκος!»

  16. ΦΑΙΔΩΝ said

    Έξοχο!!! καλημέρα!!!

  17. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα, χαίρομαι που άρεσε!

  18. Alexis said

    Ωραίο άρθρο!

    Τέτοια πολυλογία (παππούς-Κούκος) δεν αντέχεται πάντως…
    Μάλλιασε η γλώσσα τους λέμε! 😆

    Τι είναι τα «φορτάκια»;

  19. Αγάπη said

    Αυτό είναι το τραγούδι τής ημέρας https://www.youtube.com/watch?v=fUdX0Dw_6sw 🙂

  20. Αγάπη said

    Οι κοντραμπατζήδες ήταν οι λαϊκοί ήρωες του Αϊβαλιού, τα παλικάρια του, άφοβοι, υπερήφανοι, λαθρέμποροι για καπνά, λάδια, όπλα, λαχεία του στόλου. Ο Ηλίας Βενέζης περιγράφει πολύ ωραία στην Αιολική Γη τους Κοντραμπατζήδες και ειδικά τον Αντώνη Παγίδα.

    Ο Στριγκάρος αυτοκτόνησε μέσα στη ταβέρνα του, όχι από τύψεις όπως υπονοεί ο Κόντογλου, αλλά περικυκλωμένος από τους αστυφύλακες της εταιρείας καπνού. Μετά από σκληρή μάχη όταν είδε ότι δεν είχε ελπίδα να γλυτώσει, αυτοκτόνησε…

    https://www.google.gr/webhp?sourceid=chrome-instant&ion=1&espv=2&es_th=1&ie=UTF-8#q=%22%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%AE%CE%B4%CE%B5%CF%82+%CE%BA%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7+%22

  21. Κουνελόγατος said

    20. Τέτοια δουλειά έκαναν τα 2 παληκάρια απ’ τ’ Αϊβαλί, που πήγαν στο στέκι του Μπαλή; 🙂

  22. Αγάπη said

    Το τραγούδι που ακούγεται εδώ δέν το ήξερα και μού άρεσε πολύ
    Έχω την εντύπωση πως ακούγεται ήχος από ζάρια στην εισαγωγή http://kaisitree.blogspot.gr/2011/10/blog-post_17.html

  23. Alexis said

    #0: Στις αρχές του περασμένου αιώνα παντρεύτηκε με προξενιό τη γιαγιά μου…
    Κάτι δεν πάει καλά εδώ…
    Αν η διήγηση γίνεται τον 20ο αιώνα τότε προηγούμενος είναι ο 19ος.
    Αρχές 19ου αιώνα… πολύ μακρυνό για τον παππού του Δημήτρη Σαραντάκου…

  24. Γς said

    12 @ Λεώ

    envoyer (j’enverrai), voir (je veRRai) κι … άλλο ένα

  25. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Aλήθεια, για πείτε οι διαβασμένοι, ο σιορ Νατσούλης τι λέει για το «τρεις κι ο κούκος» ; Γιατί όλο και κάποιον Κούκο θα ανακατεύει, δεν μπορεί! 🙂

  26. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    23. Αφού ο μακαρίτης ο κύριος Δημήτρης τα έγραψε τον 21ο αιώνα, βρε Αλέξη. ε;

  27. Παναγιώτης Κ. said

    Ο Μυρογιάννης πως έγινε Σαραντάκος;

  28. Γς said

    18:
    φορτάκια, οι φόρντ. Αυτοκίνητα

  29. Alexis said

    #26: Ωχ, έχεις δίκιο, δεν σκέφτηκα ότι πέθανε το 2011 😳

  30. Αγάπη said

    21 τέτοια και χειρότερη 🙂
    Σοβαρά όμως όχι ακριβώς 🙂

  31. Κουνελόγατος said

    27. Από την πλευρά της μαμάς του φαντάζομαι, ε;

  32. Γς said

    27:

    Παππους απ το άλλο σόϊ

    :

  33. Αγάπη said

    https://www.youtube.com/watch?v=4aqXg9Q3N8I Το ίδιο τραγούδι με κείνο που ανάρτησα πιο πάνω, αλλά εντελώς (;) άλλη η μουσική 🙂

  34. Γς said

    31:
    Με πρόλαβες.

    >Από την πλευρά της μαμάς του

    Της μαμάς ποιου;

  35. O γιος του Κούκου ήταν ο Χαράλαμπος Κανόνης; (όταν μάζευα υλικό για να γράψω το χρονικό για τη ζωή και το θάνατο του Χαράλαμπου…)

  36. Αγάπη said

    και τελικά πόθεν η λέξις κοντραμπάντο; Το είπαμε καθόλου;
    Ιταλική βεβαίως;

  37. cronopiusa said

  38. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα, και για τις απαντήσεις που δώσατε (π.χ. φορτάκια, αιώνες)

    27 Η μητέρα του πατέρα μου ήταν η Ελένη Μυρογιάννη που παντρεύτηκε τον Νίκο Σαραντάκο τον παππού μου.

    35 Ακριβώς!

    25 Να σου πω, δεν ξέρω τι λέει ο Νατσούλης αλλά θα το κοιτάξω και μπορεί να το βάλω μία των ημερών -μαζί με τη δική μου εξήγηση.

  39. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Contrabando στα Σπανιόλικα πάντως, σημαίνει λαθρεμπόριο.
    http://etimologias.dechile.net/?contrabando (Iνδοκάτιτις ετυμολογίας …)

  40. Alexis said

    #37: Στον ίδιο δίσκο και στο τραγούδι «Μέρα γεμάτη θλίψη» υπάρχει και ο τύπος «κοντραμπαντιέρης». Για λόγους μέτρου, προφανώς:
    «Κοντραμπαντιέρης ειμ’ εγώ
    κι όπου μ’ αρέσει πάω
    τα βάζω με τον αρχηγό
    κανέναν δε ρωτάω»
    Η απόδοση των στίχων στα ελληνικά είναι του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

  41. Κουνελόγατος said

    34. Του Δημήτρη αν θυμάμαι καλά.

  42. cronopiusa said

  43. cronopiusa said

  44. cronopiusa said

  45. cronopiusa said

    όπως απέτυχε το 42, παρακαλώ σβήστε το

  46. Γιάννης Ιατρού said

    25: Κίντο, τον κούκο μονό παιζόμενο σε ένα ταμπλώ 🙂 🙂

  47. cronopiusa said

  48. Κουνελόγατος said

    Ο Κανόνης ήταν γιος του Κούκου; Μα δεν είχες υποσχεθεί 🙂 πως με αυτό το βιβλίο θα ξεκίναγες;

  49. sarant said

    48 Πάλι υπόσχεση; Ωχ….

  50. spyridon said

    Το κουρτζής και κιουρτζής είναι το ίδιο τελικά?
    Ισως από την προφορά που ακούω στα Τούρκικα ΚιΟΥ, ΚιΟ που δεν υπάρχει στα Ελληνικά και γιαυτό το λέμε ΚΟΥ, ΚΟ ?

    Θυμάμαι την ποτοποιΐα ΚΙΟΥΡΤΖΗ στο κέντρο του Πειραιά.
    Τ’ωρα πως έγινε από τελωνοφύλακας ποτοποιός, μάλλον έκανε ‘κακές’ παρέες λόγω επαγγέλματος.

  51. Γιάννης Ιατρού said

    Η λιθογραφία που είχες βάλει στις15/4/2011
    https://sarantakos.files.wordpress.com/2011/04/o_polon_tis_metritois_700_bg.jpg?w=400&h=287

  52. spiral architect said

    @48, 49: Μην τάξεις σ’ άγιο κερί και σε παιδί κουλούρι.

  53. sarant said

    52 … και σε σχολιαστή άρθρο.

    50 Να μιλήσουν και οι τουρκομαθείς!

  54. spiral architect said

    @50: Ποτοποιΐα Κιουρτζή – οδός Ναυαρίνου _ Πειραιάς εδώ και 5-6 χρόνια κλειστή.

  55. cronopiusa said

  56. Πάνος με πεζά said

    Καλημέρες !
    Από κάθε άποψη περίεργο και αξιοπρόσεκτο τραγούδι ο «μπάρμπας μου ο Παναής», από το στίχο της Ευτυχίας, τη μουσική του Γιώργου Στεφανάκη (Πελόμα Μποκιου), τις λέξεις αλλά και τη σημαδιακή (μεταξύ πολύ ολίγων που πρόλαβε, δυστυχώς…) ερμηνεία του Μιχάλη Ζαμπέτα.

    Για το «Τρεις κι ο κούκος» κατά Νατσούλή, θα ξέρω το Σάββατο (που θα φτάσει στο «Τ» 🙂 )

    Και τέλος, ευτυχώς που το λαθρεμπόριο καπνού συνεχίστηκε μέχρι τα νεώτερα χρόνια, κι έτσι, από την άλλη μεριά, στο Ιόνιο, αποκτήσαμε αυτό.

  57. Ανδρέας said

    Πολύ ωραίο διήγημα Νικοκύρη.
    Τα ξύλα η Κιούρτικος το πλέον παραδοσιακό τραγούδι της Αγιασού.
    Το κιούρτικος αποδίδεται ως κουρδικός.

    και οι κοντραμπατζήδες εκ του ιταλικού κόντραμπάντο

  58. Ανδρέας said

    αντίθετα των εντολών η απόδοση

    contraband (n.) Look up contraband at Dictionary.com
    1520s, «smuggling;» 1590s, «smuggled goods;» from Middle French contrebande «a smuggling,» from older Italian contrabando (modern contrabbando) «unlawful dealing,» from Latin contra «against» (see contra) + Medieval Latin bannum, from Frankish *ban «a command» or some other Germanic source (see ban (v.)).

  59. cronopiusa said

    osiris rodriguez castillos canción del contrabandista

  60. sarant said

    57 Νάσαι καλά. Νομίζω ότι το κιούρτικος (κούρδικος) είναι άλλη ρίζα από το κουρτζής.

  61. Alexis said

    Μήπως να κάνουμε λίγο κράτει στα γιουτουμπάκια;
    Το νήμα κοντεύει να γίνει ελέφαντας (φορτωμένος και στην ανηφόρα)! 😀

  62. LandS said

    57 Το κούρδικο δεν το λένε κούρικο οι Ρωμιοί;

  63. Corto said

    Για το τραγούδι του Ρούκουνα που ακούμε σε διασκευή στο 7:

    Πρόκειται για ένα από τα «ιστορικά» τραγούδια του συνθέτη ο οποίος συνέχισε με εξαιρετικό τρόπο την παράδοση των μαντατοφόρων των παλαιότερων εποχών (πριν την διάδοση του Τύπου).
    Η δραστηριότητα των κοντραμπατζήδων μέσα στο Αιγαίο κατά το διάστημα 1912 – 1922 διαπερνούσε τρία κράτη, ελληνικό (Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη, Χίος, Σάμος), τούρκικο (Αϊβαλί) και ιταλικό (Δωδεκάνησα), αλλά επιτελείτο κατά κύριο λόγο από Έλληνες.
    Εκτός από τόπο διακίνησης λαθραίων τα Δωδεκάνησα υπήρξαν και καταφύγιο των Γιαγιάδων (τους έχει εξυμνήσει ο Ρούκουνας σε άλλα τραγούδια), πιθανότατα με την ανοχή των ιταλικών αρχών που εποφθαλμιούσαν την Σάμο, αποβλέποντας σε προσάρτησή της.
    Στο συγκεκριμένο είδος κοντραμπάντου διακινούντο αντικείμενα καθημερινής χρήσης και όχι απαγορευμένα είδη. Τα φτωχά στρώματα των παραλίων περιοχών εξάρτησαν την επιβίωσή τους από αυτό το λαθρεμπόριο, που τους παρείχε τα αναγκαία σε χαμηλές τιμές. Η αγάπη του κόσμου στους λαθρεμπόρους αντανακλάται στο επιφώνημα:
    «Να ζήσουν οι κοντραμπατζήδες!»

    Το λαθρεμπόριο που περιγράφεται στον «λαθρέμπορο» του Γιώργου Καμβύση («με μπαμπεσιά με πιάσανε κι άδικα με δικάσανε/ γιατί έκανα παρέα λαθρεμπόρους στον Περαία») , όπως και στον «λαθρέμπορο» του Παπάζογλου («τα κονομούσα έξυπνα και πάντοτε στην ζούλα/ γιατί ‘μουνα λαθρέμπορος και τα πουλούσα ούλα») αφορά απαγορευμένα εμπορεύματα (ναρκωτικά).

  64. 18

    Τα φορτάκια όχι μόνο από το Ford (το πιο διαδεδομένο μοντέλο, χάρη στον Χένρυ Φορντ) αλλά και από το φορτίο, επειδή μετέφεραν πράματα πολλά. Επιβίωσαν ως φορτοταξί.

    60

    Από το κουρτς-κουρτς που έκαναν τα κούρδικα παπούτσια στα χιόνια, όπως είχε πει κι ο σχωρεμένος ο Τουργκούτ Οζάλ.

  65. Corto said

    57 και 60: Ο δρόμος (μακάμι) κιουρντί αντιστοιχεί στον δωρικό τρόπο της αρχαίας ελληνικής μουσικής.

  66. Corto said

    56: Το κοντραμπάντο στο Ιόνιο παρουσιάζεται και στο αριστούργημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «η τιμή και το χρήμα». Ο πρωταγωνιστής (Ανδρέας) ασκεί θαλάσσιο λαθρεμπόριο στην Κέρκυρα.

  67. sarant said

    66 Α γεια σου, ναι.

  68. Κουρτζήδες πολλοί στην Αγιάσο, γνωστοί ειδικά για την αγγειοπλαστική τους.

  69. Πάνος με πεζά said

    Κιουρντί ή Καρτσιγάρ
    http://www.tompazis.gr/Sxoli/DROMOI/kartsigar/kartsigar.htm

  70. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    11 «Και η βασική σημασία είναι αγροφύλακας, δασοφύλακας» Nαι, θυμάμαι την δεκαετία του 60 τα καλοκαίρια στο Σοφικό του Έβρου, που φώναζε η γιαγιά μου στα ξαδέρφια μου, «θα σας πιάσ΄ κουρουτζής» γιατί είχαμε πάρει από ένα μποστάνι δυο πεπόνια. Μετά από σχεδόν 50 χρόνια, έμαθα από πού προέρχεται η παράξενη από τότε για μένα λέξη.
    Παίρνοντας αφορμή απ΄αυτό, θέλω να πώ, πως κάμποσες φορές πάνω σε κάποιες σχολιαστικές «διαμάχες» μας, (που σε όσες έχω συμμετάσχει δεν έχουν να κάνουν με τις λέξεις, οι λόγοι είναι προφανείς) έχω κατηγορήσει μέσα μου το ιστολόγιο ακόμα και ως συντηρητικό, γιατί φυσικά δεν ανταποκρίνεται κάθε φορά στις δικές μου ειδικές προσδοκίες, μετά βλέπω τον τίτλο του ιστολογίου, και αναγνωρίζω το λάθος μου.
    Όμως, έρχονται κάποιες στιγμές σαν την σημερινή για μένα, και πολλές άλλες για πολλούς αναγνώστες και σχολιαστές, που αναδεικνύουν το πραγματικό μεγαλείο αυτού του ιστολογίου, και το κάνουν ανεκτίμητο.
    ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ, κι ο Σαραντάκος γράφει την δική του.

  71. Corto said

    Και μία ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια από άλλο τραγούδι:

    «Και στο πέμπτο η λαθρομπορία» (αντί λαθρεμπορία)
    (από τις φυλακές του Ωρωπού του Μπάτη)

  72. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    66. Αυτό σκεφτόμουν κατεβαίνοντας τα σχόλια,Στο τσακ πρόλαβες 🙂
    «Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου» του Γιάννη Μαγκλή
    «Ένα πολύ δυνατό βιβλίο με πλούσια γλώσσα και μοναδική
    ακτινοβολία, που αντικατοπτρίζει την τέλεια γνώση του
    συγγραφέως πάνω στο θέμα. Οι »Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου»
    είναι το ωραιότερο βιβλίο που διάβασα μετά τον πόλεμο».
    Νίκος Καζαντζάκης

  73. sarant said

    70 Νάσαι καλά 😉

  74. Corto said

    72: Οπότε το θεωρούμε σχόλιο εξ αδιαιρέτου!
    Οι κοντραμπατζήδες του Αιγαίου είναι μάλλον το σημαντικότερο λογοτεχνικό έργο με αυτήν την θεματολογία.
    Προπολεμικά εξάλλου θριάμβευε το «ληστρικό» λαϊκό μυθιστόρημα.

  75. Αγάπη said

    και μια γεωγραφική μετατόπιση – από Μυτιλήνη και Αϊβαλί στη Θεσσαλονίκη επειδή αγαπώ πολύ το σαντούρι 🙂

  76. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    35. Μπέρδεψες. O γιος του Κούκου θα ήταν Κούκος :). Ο Χ.Κανόνης (ή Μπάμπης Καντριάς) ήταν φίλος του γράφοντα (Μίμη) κι όχι του πατέρα του (του Νίκου).

    Πάντως κοντά στα ιαματικά λουτρά του Κουρτζή είχε το καφενείο του ο μπαρμπα -Θόδωρος κι αυτός- Κανόνης ! όπως λέει στο (άλλο) βιβλίο για το Χαράλαμπο.

    Κοντραμπάντο-Contrabado περιοδικό των φοιτητών του Παν/μίου Αιγαίου
    http://www.aegean.gr/periodiko/starting/Contrab.htm

  77. sarant said

    35-76: Όχι, ο Κούκος ήταν ο πατέρας του Κανόνη. Και ο Κανόνης ήταν φίλος του παππού μου. Το Κούκος είναι παρατσούκλι. Πιθανώς στο σημερινό διήγημα να μην το αναφέρει πολύ καθαρά επίτηδες.

  78. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Παιδιά σήμερα είμαι Έφη μπλου :
    76,35,.77. Μπέρδεψα εγώ! Συγγνώμη. κι ένα περιοδικό που έγραφε ο Κανόνης(Καντριάς) ήταν το Κουδούνι; μπα το Καμπανάκι 🙂
    Ήταν όλοι τους ωραίοι και να με συμπαθούν,οι από το υπερπέραν και οι από δω,για τις μπερδεψούρες μου.

  79. necon said

    Εξαιρετικό!! Κ.Νίκο ποιά βιβλία του πατέρα σας κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία; Έχω διαβάσει τα εξής: Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους, Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων, Ο βενετσιάνικος καθρέφτης και το «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες; Ευχαριστώ εκ των προτέρων.

  80. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  81. sarant said

    79 Στην Πρωτοπορία (την ηλεκτρονική) ίσως βρείτε κάποια. Εδώ
    http://www.protoporia.gr/author_info.php?authors_id=914008

    λέει ότι υπάρχουν κι άλλα (εκτός από τον Άχθο Αρούρη)

  82. Corto said

    «Εγώ για σένα μάγισσα/ λαθρέμπορας κατάντησα»

    (Τσιτσάνης)

  83. a said

    και ο βασιλης ο αρβανιτης ηταν στην ρεζι και μετα κοντραμπατζης

  84. Γιάννης Ιατρού said

    Κι εδώ στο «κοντραμπατζηδες και νταήδες» αναφορά στους κοντραμπατζήδες της Λέσβου (από το λεσβιακό ημερολόγιο 2011).

  85. (12, 24) και mourrai

  86. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  87. 15, …Απ’αυτόν βγήκε το «Τρεις (λαθρέμποροι) κι ο Κούκος!»…

    …και Κούκος μονός, για μπεσαλήδες που λένε λίγα και παίζουν πολλά στην Φωλιά του Κούκου
    (γνωστή και ως Φωλιά του Ντούκου στην φοιτητική παρέα μου).

  88. sarant said

    Προφητικό σχόλιο 🙂

  89. Corto said

    Να γράψωμεν και δυο αράδες ντόμπρες για την τραγουδάρα του Τσιτσάνη:

    Στην αρχική του μορφή το τραγούδι είχε κάποιες μικροδιαφορές. Το αντιγράφω όπως το βλέπω στο ιδιόχειρο του Τσιτσάνη (από το αρχείο του Χατζηδουλή):

    Δεν λογαριάζω κίνδυνο – νερό το αίμα χύνω
    αφού για σε κατάντησα – λαθρέμπορας να γίνω.
    Λαθρέμπορας περιωπής – ασίκης και κοντραμπατζής.

    Με κυνηγάνε μυστικοί – με τις αρχές τα βάζω
    Μα γω για σε τα σίδερα – της φυλακής τα σπάζω.
    Λαθρέμπορας και μη ρωτάς – αφου το θελ’ ο έρωτας.
    .
    Λαθρεμπορία δύσκολη – δουλειά γεμάτη ζόρι
    την κάνουν άντρες με ψυχή – και στη ζωή μαγγιώροι.
    Εγώ για σένα μάγισσα – λαθρέμπορας κατάντησα.

    Στην ηχογραφημένη εκτέλεση (CBS/ 83406/1978) ο στίχος «Λαθρέμπορας περιωπής – ασίκης και κοντραμπατζής» που μας συνδέει απευθείας με το προπολεμικό ρεμπέτικο, ατυχώς (κατά την γνώμη μου) έχει αντικατασταθεί από τον παράτονο 3ο στίχο της β’ στροφής.

  90. Γιάννης Ιατρού said

    87β –> 46 αυτόν εννοείς;

  91. nikiplos said

    Καλησπέρα…

    Εικάζω αυθαίρετα ότι η φιλία του Κούκου με τον πατέρα του Νίκου (τον παππού του Δημήτρη), θα εμπεριείχε έναν κωδικό τρόπο επικοινωνίας ή ας πούμε πιο αυθαίρετα και με ένα είδος συνεργασίας μεταξύ των· όχι εξ’ ανάγκης των λαθραίων εμπορευμάτων, αλλά κυρίως δια της αλληλοκαλύψεως, πίστης, ντομπροσύνης, και γιατί όχι και ενδεχομένως και κάποιων περιστατικών που προηγήθηκαν και ο παππούς κράτησε κρυφά.

    Το ίδιο το κείμενο έρεε σαν νεράκι… Ξεκίνησα και δεν κατάφερα να σταματήσω… έφθασα ως το τέλος… 🙂
    Το τραγούδι που ήθελα να βάλω, το πρόλαβε η cronopiusa (19 Ιανουαρίου, 2016 στις 11:00 )…

  92. nikiplos said

    λάθος… τον πατέρα ουχί του νίκου, αλλά της Ελένης (Μυρογιάννη)…

  93. 90, Ναι, ακριβώς!
    (Συγνώμη, δεν το είδα – τα μεγάλα πνεύματα… 🙂 )

  94. 15,
    Τώρα που το ξανασκέφτομαι,
    οι τρεις (κι ο Κούκος)
    πρέπει να ‘τανε
    αυτοί οι τρεις στον καφενέ!

  95. Corto said

    Κι ακόμα μία στιχουργική πληροφορία σχετική με τους κοντραμπατζήδες.
    Φαίνεται ότι προπολεμικά υπήρχε διαδεδομένο στερεότυπο ειδικά για τους Μυτιληνιούς ότι ρέπουν στο λαθρεμπόριο.
    Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τον Υμνούμενοτου Πέτρου Κυριακού (και του Γ. Καμβύση;):

    «Χιώτης μαστιχάς.
    Κρητικός επαναστάτης.
    Λιδορικιώτης γαλατάς.
    Μυτιληναίος λαθρέμπορας»

  96. Μαρία said

    95
    https://sarantakos.wordpress.com/2010/02/11/ymnoumenos/

  97. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    89 Το «και μη ρωτάς » «έρωτας» δεν θα το έλεγα παράτονο, ή τέλος πάντων θα τόλεγα νομιμοποιημένο, αλλά έτσι κι αλλιώς σκέφτομαι μήπως η αλλαγή έγινε από τη λογοκρισία.

  98. Corto said

    97 (Sarant):
    Ναι δεν το είχα σκεφτεί. Είναι όντως πιθανή μία έξωθεν παρέμβαση. Βεβαίως δεν υπήρχε κρατική λογοκρισία μετά το ’75 (το τραγούδι ηχογραφήθηκε το ’78), αλλά οι εταιρείες είναι πιθανόν να «λογόκριναν» τους στίχους, για να τους καταστήσουν πιο εύπεπτους. Προφανώς εκείνα τα χρόνια οι ασίκηδες και οι κοντραμπατζήδες είχαν ξεχαστεί από τον λαό και κάτι τέτοιες αναφορές ξένιζαν.

  99. Corto said

    96 (Μαρία): Το είχα υπόψιν μου το άρθρο του 2010 και είχα κατά νου μερικές συμπληρώσεις για τους στερεότυπους χαρακτηρισμούς, αλλά τις κρατάω για ενδεχόμενη…επανέκδοση!

  100. 97, …Το «και μη ρωτάς » «έρωτας» δεν θα το έλεγα παράτονο, ή τέλος πάντων θα τόλεγα νομιμοποιημένο…

    Ε βέβαια, το έχει μελοποιήσει ωραία και ο Crown Prince.

  101. cronopiusa said

    LA CONTRABANDISTA – MARIA DE JESUS VASQUEZ

    Il Canto del Contrabbandiere

    Terre di Passo – Barabàn

    Enzo Primavera a vita d’e’ contrabbandiere

    The Clash – Guns Of Brixton Video

  102. sarant said

    100 Και όχι μόνο αυτός, αλλά πετυχημένο το Κράουν Πρινς!

  103. 102,
    Ξανά «βέβαια»! 🙂

    Ας βάλουμε ένα ακόμα.

  104. spatholouro said

    98
    Δεν αληθεύει ότι δεν υπήρχε λογοκρισία των τραγουδιών μετά το 1975.
    Οι σχετικές διατάξεις περί ελέγχου των φωνογραφικών δίσκων και μουσικών τεμαχίων, που χρονολογούνταν από το 1939, καταργήθηκαν μόλις το 1991 με τον Ν. 1943.

  105. sarant said

    104 Απλώς θα είχε ατονήσει η δραστηριότητά της. Πάντως και σε κινηματογραφικές ταινίες, και σε λογοτεχνικά έργα είχαμε κρούσματα στα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση.

  106. H Ρεζέρβα με τους λογοκριμένους στίχους στο «Μακρύ ζεϊμπέκικο» («καθώς διηγόταν τη ζωή του σε κουφούς [δικαστές]» και «το δικαστήριο λειτουργούσε μέσα κει/ μα η δικαιοσύνη ήταν απέξω») κυκλοφόρησε το ’79.

  107. sarant said

    106 Σωστά. Και κάπου τότε κυνήγησαν τη μετάφραση του μαρκησίου ντε Σαντ

  108. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    100/102/103. Α, δε μένω σιωπηλή σε τέτοια κι ας διάλεξες απ΄τα καλύτερα 🙂
    «Ρωτάς-έρωτας» , καθαγιασμένο ,όχι μόνο νομιμοποιημένο.
    δεν έχω όνομα εγώ για όποιον με ρωτά
    εσύ λέγε με έρωτα

    κι άλλοι κι άλλοι στίχοι:
    Θηλιά ο έρωτας, ανάγκη ο έρωτας,
    καμμένα μάτια μου μη με ρωτάς.

    Καταμεσήμερο στις τρεις ήρθε ο έρωτας
    μ’ ένα κόκκινο γαρίφαλο στα χείλη.
    και την καρδιά μου πού την πέταξε, μη με ρωτάς
    πάνω απ’ τα σύννεφα, στο δέκατο το μίλι.

  109. Αιμ said

    Κυνήγησαν και το «ημερολόγιο του καλού κλέφτη» του μακαρίτη του Ηλία του Πετρόπουλου γύρω στο 80.

    Μετά από 15+ χρόνια κατάλαβα την πλήρη έλλειψη ηθικης απαξιας που είχε για τις κυρίες στα Μεστα το να ψωνίζουν τα πάντα από απέναντι όπως μας προετρεπαν να κάνουμε και μεις.
    Είναι παράδοση σαν να κλέβεις κανα σύκο κανα λεμόνι, απ αυτά που κρέμονται απ έξω, σαν να καπνίζεις λαθραίο καπνό …μια ασυνείδητη (λέμε τώρα ) ανάμνηση του κοντραμπαντου.

  110. sarant said

    108 Κι αυτά, κι αυτά

    109 Σωστά, ήταν κι ο καλός κλέφτης

  111. spatholouro said

    63

    Σκαλίζοντας λιγάκι τους στίχους των αναφερόμενων τριών τραγουδιών, θα διατηρούσα πολλές επιφυλάξεις για τις συναγωγές και τις τοποθετήσεις του Corto.

    Ας δούμε ένα-ένα τα τραγούδια:
    1) 1935 (Ρούκουνα)
    Κοντραμπατζήδες έξι, επτά Αχ !, μέσα σ’ ένα καΐκι/Λαθραία εφορτώσαν(ε), Αχ !, Απ’ τη Θεσσαλονίκη,
    Ήτανε όλοι, ανάμιχτοι Αχ !, Μυτιληνιοί Και Χιώτες, από τη Σάμο, ένας, δυο Αχ !, και κάτι Αϊβαλιώτες,
    – Να ζήσουν oι Κοντραμπατζήδες … !!!
    Σα νυχτερίδες της αυγής, Αχ !, όλοι μαζί τραβούσαν,/Κάτω, στα Δωδεκάνησα Αχ !, Κι ό,τι είχαν, τα πουλούσαν,
    Η λαθρεμπόρικη ζωή, Αχ !, έχει πολλά μεράκια,/Μα σα θα ‘μπεις στη φυλακή, Αχ !, σου γίνονται φαρμάκια,

    Στην δική μου πρόσληψη, ούτε «ιστορικό» μου μοιάζει το τραγούδι αλλά μάλλον συγχρονικό, ούτε και από κάπου προκύπτει ότι εξαιρείται το λαθρεμπόριο ναρκωτικών από τα περιγραφόμενα τεκταινόμενα (άλλωστε το ποιητικό κείμενο μας λέει: «κι ό,τι είχαν τα πουλούσαν»).

    2) 1935 (Καμβύση)
    Με μπαμπεσιά με πιάσανε, αμάν, αμάν,κι άδικα με δικάσανε/γιατί έκανα παρέα/λαθρεμπόρους στον Περαία.
    Ο εισαγγελέας μ’ έκαψε, αμάν, αμάν,και στα τεφτέρια μ’ έγραψε/και βγήκε ο λογαριασμός/φυλάκιση κι εκτοπισμός.
    Βάλτονε λέει και ντουγρού, αμάν, αμάν, πέντε χρονάκια στου Συγγρού/και άλλα τρία στην Ανάφη/το λαθρέμπορα να μάθει.
    Ένορκοι μου τη σκάσατε, αμάν, αμάν,αλλά τον κόπο χάσατε/γιατί είμαστε μαγκιόροι,/όλοι εμείς οι λαθρεμπόροι.

    Εδώ πάλι δεν μου προκύπτει από κάπου ότι το ποιητικό κείμενο κάνει λόγο για ναρκωτικά. Και μάλιστα εάν δει κανείς και τις ποινές, αυτές είναι too much για ουσίες…

    3) 1934 (Παπάζογλου)
    Τα ‘κονομούσα έξυπνα και πάντοτε στη ζούλα/γιατί ‘μουνα λαθρέμπορας και τα πουλούσα ούλα
    Τι όμορφα που πέρναγα με κείνο το μαυράκι/μα η πρέζα μου τα πότισε τα σωθικά φαρμάκι
    Για είκοσι γραμμάρια που μ’ έκαναν πιαστό/μ’ ένα χρονάκι μ’ έστειλαν στην Αίγινα σκαστό
    Και σαν να μην καλάρεσε στον πρόεδρο το φίλο/μου ‘χει και παραθέρισμα εξάμηνο στην Πύλο

    Εδώ, στην πρώτη αράδα πληροφορούμαστε ότι ο ήρωας είναι εν γένει λαθρέμπορος.
    Στη δεύτερη αράδα το τοπίο αλλάζει και έχουμε αυτοπεριγραφή της τοξικοεξάρτησης του ήρωα, ενώ στις τελευταίες δύο αράδες το ποιητικό κείμενο μας διηγείται το γεγονός της σύλληψης του ήρωα ως χρήστη ουσιών και της επιβολής της σχετικής ποινής.
    Δηλ. κατά τη δική μου ανάγνωση, ο ήρωας δεν συνελήφθη ως λαθρέμπορος, και δη ναρκωτικών, αλλά ως χρήστης 20 γρ. Και οι συνακόλουθες ποινές ταιριάζουν σε ουσίες…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: