Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Οι τρεις κι εμείς

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2016


Δικά μου κείμενα δεν συνηθίζω να βάζω, αλλά σήμερα θα κάνω μια εξαίρεση, έχω τους λόγους μου. Δημοσιεύω λοιπόν ένα διήγημα από την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων («Για μια πορεία», 1984). Το διήγημα είναι πρόδηλα νεανικό, για/από τα φοιτητικά μου χρόνια. Εδώ το δημοσιεύω χωρίς κάποιες ορθογραφικές ιδιορρυθμίες που είχα εφαρμόσει στο βιβλίο, αλλά κατά τα άλλα σχεδόν χωρίς άλλη αλλαγή.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ

Το σπίτι βρισκόταν στην οδό Ιπποδρομίου, στη Θεσσαλο­νίκη· και ο δρόμος αυτός είναι πολύ διάσημος εις τα πέριξ, καθότι εκεί ήταν κι η πολυκατοικία που κατέρρευσε, τότε, στους μεγάλους σεισμούς του ’78· σαν αποτέλεσμα, σε όλη τη γύρω περιοχή στα κτίρια κρέμασαν κίτρινες και κόκκινες καρτελίτσες, ανάλογα με τη ζημιά που είχε γίνει, με επακόλουθο τα νοίκια εκειγύρω να πέσουν κατακόρυφα, γιατί ο κόσμος, και με το δίκιο του, φοβόταν και την απέφευγε τη γρουσούζικη τη γειτονιά, ειδικά οι ντόπιοι, που ’χαν περάσει μύρια όσα τότες, αν και υπήρξαν κάποιοι θαρραλέοι, σαν το Σταύρο, ο οποίος λέει, άπαξ και έπαψαν οι πολλές δονήσεις, επέστρεψε στην καφετέρια όπου ήταν την ώρα του κακού για να παρακολουθήσει τη συνέχεια του Μουντιάλ, διότι το ματς ήταν μεγάλης σημασίας κι οι φάσεις συναρπαστικές, αλλά κι αυτή η παλικαριά αμφι­σβητείται αν ληφθεί υπόψη η μετέπειτα διαγωγή του στους σεισμούς της Αθήνας, όταν επί ένα μήνα μετά διανυκτέρευε στο Πάρκο και τα γύρω αλσύλλια φοβούμενος μην πέσει το ταβάνι και τονε πλακώσει. Οι Τρεις όμως έφτασαν στη Σαλονίκη το φθινόπωρο μετά το σεισμό, ανεπηρέαστο το θυμικό και το θυμητικό τους από δονήσεις, και φρόντισαν να επωφεληθούν από τη συγκυρία και καλά κάναν, γιατί τον καλό τον καιρό τα νοίκια είναι πρόβλημα μέγα και στην αναμπουμπούλα τέτοια κελεπούρια δεν πρέπει να χάνονται.

Πολύ περισσότερο που η παραμονή τους στη Θεσσαλονίκη επρόκειτο να κρατήσει χρόνια, από τέσσερα και πάνω, γιατί ο μεν Τάσος σπούδαζε μαθηματικός, όπου η φοίτηση είναι τετραετής, ενώ ο Βαγγέλης κι ο Θωμάς, καθό Πολυτεχνίτες, όφειλαν να μείνουν και πέμπτη χρονιά, άσχετο που κι ο Τάσος έτσι που εξελίχτηκαν τα πράγματα, με μια χειρονομία γεμάτη συντροφικότητα κανόνισε στο δεύτερο έτος να χάσει τη χρονιά ώστε να συμβαδίζει με τους άλλους δύο στο μετέπειτα.

Όχι πως τους κακοφάνηκε η μετανάστευση απ’ την Αθήνα· για τους ξενιτεμένους φοιτητές, εκείνους δηλαδή που σπουδά­ζουν σε πόλη άλλη απ’ τη δική τους, λένε πως η Σαλονίκη είναι ο τόπος ο ιδανικός. Δεν είναι κλειστή και μικρή όπως η Πάτρα ή τα Γιάννενα, ούτε όμως έχει το χαώδες της Αθήνας· έπειτα, το πανεπιστήμιο είναι μέσα στην πόλη, πέντε λεφτά από το κέντρο, και όχι σε αγρούς και θέρετρα, τέρμα θεού, να κάνεις κινητοποίηση και να σ’ ακούνε μόνο τα τσακάλια ή οι περαστικοί αγρότες. Κι έχει απ’ όλες τις σχολές, κι είναι κοντά-κοντά, συγκεντρωμένες, πράγμα επίσης βολικό· έτσι γίνονται μια παρέα όλοι οι φοιτητές, διευκολύνεται η επαφή, η ανταλλαγή των πληροφοριών και η ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων, κι αφού η πόλη είναι μεγάλη, δεν είναι δακτυλοδεικτούμενοι όπως πιχί στην Κομοτηνή ή στο Ρέθυμνο, έχουν όμως οι φοιτητές μιαν ιδιαίτερη σφραγίδα, που στην Αθήνα μάλλον παραείναι αχνή. Και στην πολυπληθή αυτή παρέα εντάχθηκαν κι οι Τρεις, ο Βαγγέλης, ο Θωμάς κι ο Τάσος δηλαδή.

Εμείς τους πρωτοείδαμε κάτι μήνες αργότερα από τότε, Χριστούγεννα κι είχαν κατέβει στην Αθήνα, τους έφερε ο Μήτσος στην παρέα, μ’ αυτόν ήσαν φίλοι από πριν, συμμαθητές στο Έβδομο, και απ’ την αρχή τους εκτιμήσαμε δεόντως, πήγαμε βόλτα, έλεγαν αστεία, περνούσε τότε ένα αυτοκίνητο του δήμου και οι άλλοι δύο κρύβαν το Βαγγέλη, τάχα μην τονε δει ο εργάτης και τον μπερδέψει με τα σκουπίδια και τονε μαζέψει κι ύστερα τονε ψάχνουν ανά τις χωματερές, τέτοια ωραία, κι είπε τότε κι ο Στάθης στο Μηνά «αυτά είναι παιδιά και να μην τα χάσουμε» και όντως εμείς με τους Τρεις δεν χαθήκαμε, ο Στάθης είναι που αργότερα εξαφανίστηκε απ’ τις παρέες, θέλοντας λέει να γίνει καθηγητής και κλεινόταν σπίτι και διάβαζε μερόνυχτα και τώρα ζήτημα είναι αν σε τυχαία συνάντηση στο δρόμο μας τιμήσει με κανα-δυο κουβέντες, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία και εξάλλου η επιστήμη με θυσίες μόνο προοδεύει, ως γνωστόν.

Τότε δεν έτυχε να βγούμε μαζί άλλη φορά, έτυχε όμως να τους δούμε στο σταθμό, να τους ξεπροβοδίσουμε που φεύγανε για πάνω, και πήγαμε όλοι μαζί στο τραίνο πολύ νωρίτερα από την ώρα που ’πρεπε, κι αυτό ήταν ιδέα των Τριών, και όταν τους ρωτήσαμε το γιατί, μας είπαν πως θα παίξουμε, λέει, το παιχνίδι του κυρίου Ψωμά, είναι δε οι κανόνες του παιχνιδιού αυτού οι εξής: Οι παίκτες, τρεις ή τέσσερις τον αριθμό, παίρνουν θέση στην αποβάθρα του σταθμού Λαρίσης λίγο πριν φτάσει κάποιο τραίνο από πάνω· βγαίνει ο κόσμος από τα βαγόνια και διαλέγουν κάποιον επαρχιώτη, κατά προτίμηση γύρω στα πενήντα. Παίκτες πεπειραμένοι μπορούν από αδιόρατες λεπτο­μέρειες να διακρίνουν ποιος είναι ο κατάλληλος άνθρωπος, καλό είναι όμως, απ’ ό,τι καταλάβαμε, να κρατά βαλίτσες, βαλιτσούλες, τσάντες, σακούλες, μπόγους και δέματα, όσο το δυνατόν περισσότερα συμπράγκαλα δηλαδή, και οπωσδήποτε δεν πρέπει να ’χει συγγενή να τον περιμένει γιατί τότε χαλάει το παιχνίδι. Κατεβαίνει λοιπόν ο δικός μας φορτωμένος τα χίλια δυο μπαγκάζια, κάνει ένα γύρο με το βλέμμα, ψάχνεται, και τότε από το βάθος εμφανίζονται οι παίκτες ανεμίζοντας τα χέρια σε ένδειξη χαιρετισμού και με ανάλογες κραυγές τον περικυκλώνουν: «καλώς τον κύριο Ψωμά, τι κάνετε κύριε Ψωμά, πως κι έτσι στην Αθήνα, σπίτι όλοι καλά, η γυναίκα σας, ο γιος σας;» ενώ ταυτόχρονα αρπάζουν από δυο μπόγους ή βαλίτσες ο καθένας και κινούν προς την έξοδο. Ο άνθρωπός μας τώρα, που φυσικά δε λέγεται Ψωμάς, ούτε άκουσε ποτέ για τ’ όνομα αυτό να λένε, ενδέχεται μάλιστα ούτε γυναίκα να ’χει ούτε γιο, αλλά αυτό είναι δευτερεύον, αιφνιδιάζεται, πελαγώνει, κι ενώ προσπαθεί να διαλύσει την παρεξήγηση αντιλαμβάνεται πως οι άγνωστοι του έχουν πάρει τις βαλίτσες και φεύγουν, τρέχει λοιπόν ξοπίσω τους έξαλλος σχεδόν, δεν του πάει να φωνάξει, αγωνιά όμως πολύ για την εξέλιξη του θέματος, και την κατάλληλη στιγμή οι παίχτες αφήνουν τα πράγματα σε μέρος βολικό και ασφαλές και αποσύρονται σε μια ήσυχη γωνία για να λυθούν στα γέλια.

Αυτή η διαδικασία έγινε τρεις φορές εκείνο τ’ απόγευμα και όλα ήσαν πολύ διασκεδαστικά, όλοι είχαμε πολύ κέφι, γελού­σαμε ασταμάτητα ώρες πολλές, αλλά το πιο πολύ γέλιο, το πιο ασυγκράτητο, έπεσε λίγο αργότερα, όταν πια πλησίαζε η ώρα της αναχώρησης του τραίνου για τη Σαλονίκη και διαπιστώθηκε πως τα εισιτήρια, και τα τρία, τα ’χε ξεχάσει ο Βαγγέλης στο σπίτι του, στο Παγκράτι δηλαδή. Αυτό ήταν και το κλου της βραδιάς, έλαβε χώρα ένας πολύ όμορφος καυγάς, πράγμα περίεργο αφού συμφωνούσαν μεταξύ τους μια και ο καθένας έλεγε το ίδιο, «εσείς οι δύο φταίτε, εγώ πάντως όχι», κι έπαιρναν εκφράσεις πολύ πιο αξιομνημόνευτες από κείνες του όποιου κύριου Ψωμά, κι όταν εμείς οι απέξω που όντας αμέτοχοι πολύ το γλεντούσαμε συνήρθαμε κάπως, είδαμε ένα πολύ ωραίο θέαμα, ο μεν Βαγγέλης, ευαίσθητος ψυχή, να ολοφύρεται σαν κορυφαία χορού αρχαίας τραγωδίας, ο Θωμάς, άνθρωπος της δράσης, να προσπαθεί να τους ξεκουνήσει να τρέξουν μήπως και προφτάσουν, ο δε Τάσος ξαπλωμένος σε μια δίπλα πολυθρόνα να κουνάει παλινδρομικά τις παλάμες του σφιγμένες, πάνω κάτω και διαγωνίως, σε μια πολύ εύγλωττη χειρονομία, άσεμνη μεν αλλά εκφραστική.

Φύγανε τότε, εμείς κάτω, ακούγαμε γι’ αυτούς, και επειδή σποραδικά κάποιος από τους Τρεις κατέβαινε Αθήνα τον βλέπαμε κιόλας, δεν έτυχε όμως για κάμποσο καιρό να τους ξανάβρουμε όλους μαζί, τριάδα· και άρχισε σιγά-σιγά να υφαίνεται κάποιο μυστήριο, γιατί αλλιώτικα μας είχαν στην αρχή φανεί και διαφορετικά τους βλέπαμε ύστερα. Δηλαδή, φάνηκε πως ένας ένας ξεχωριστά, είναι σοβαροί, συμμαζεμένοι κι αξιοπρεπέστατοι, καθόλα ευυπόληπτοι άνθρωποι να πούμε, όταν όμως βρεθούν κι οι Τρεις μαζί και γίνει Σύνοδος των πλανητών όπως τη λέγαμε, τότε ξάφνου εκκρίνεται θαρρείς κάποια άγνωστη στην επιστήμη ορμόνη, από αδένες ειδικούς που δίχως άλλο θα διαθέτουν και δια μιας μεταμορφώνονται σε μέχρι θανάτου πλακατζήδες, βωμολόχους και χαρτοπαίχτες, και η εν λόγω μεταμόρφωση είναι τόσο ριζική, που άλλοι έχουν μόνο καλά να πουν γι’ αυτούς και άλλοι τους ελεεινολογούν, ανάλογα το πώς και πού τους έχουνε γνωρίσει, ατομικά ή σαν τριάδα δηλαδή. Ο δόκτωρ Τζέκυλ γινόταν κύριος Χάιντ πίνοντας ένα ειδικό υγρό, αλλά αυτοί το καταφέρναν χωρίς χημικά πρόσθετα και μάλιστα σε τρία αντίγραφα, άσε που μ’ ένα απλό διαχωρισμό της τριάδας εις τα εξ ων συνετέθη ξαναγίνο­νταν τύποι και υπογραμμοί, και απορεί η κοπελιά που ο Βαγγέλης είναι τι καλό παιδί, ευαίσθητος ψυχή και γράφει και ποιήματα, ενώ προηγουμένως έκανε διάφορα, προβληματίζεται ο καθοδηγητής που ο Τάσος έχει τέτοιο επίπεδο και τέτοιες ικανότητες οργανωτικές, αλλά σ’ εκείνη την πορεία έπαιζε φάπες «μ’ άλλους δύο», σταυροκοπιέται ο καθηγητής που «κείνος κει ο αλήτης», ο Θωμάς, παρέδωσε την πιο άψογη άσκηση και επιπλέον είναι πρόεδρος του έτους κι οι άλλοι όλοι τονε σέβονται, τέτοιες παρεξηγήσεις διαρκώς συνέβαιναν, εμείς όμως το ξέραμε το μυστικό, το αίτιο των αλλαγών ποιο ήταν κι έτσι δεν είχαμε προβλήματα.

Τώρα, σε τούτο το συμπέρασμα δεν καταλήξαμε αμέσως, βοήθησε κι ο Μήτσος που τους ήξερε από παλιά, κι ήρθαν και γεγονότα να το επιβεβαιώσουν. Γιατί η γνωριμία μας αργότερα εδραιώθηκε, ήταν την άνοιξη του ’79, αμέσως μετά τις φοιτητι­κές τις εκλογές· ξενύχτια και τρεχάματα εμείς κάτι βδομάδες, αφίσες, συνελεύσεις, συζητήσεις, είχαν προηγηθεί αμέσως πριν κι οι εξετάσεις κι ήτανε άλλη πίεση κι αυτή γιατί πολύ το ’χαμε χαλαρώσει τότε και τα μαθήματα κόποις περνιώνται, τελειώσαν όμως όλα κατ’ ευχήν, με το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, μέχρι που πέρασε την Αντοχή των Υλικών ο Ντίνος και μεις στις εκλογές ήρθαμε πρώτη δύναμη και περάσαμε το Ρήγα. Οπότε όπως είναι φυσικό μας έπιασε αρρώστια ακαταμάχητη, να μην αντέχουμε να δούμε το Πολυτεχνείο ούτε ζωγραφιστό, κι όπως δεν ήταν ο καιρός για εκδρομή σε νησάκια, ανηφορίσαμε κατά τη Σαλονίκη, για ένα πολυήμερο ρηλάξ, και βρήκαμε κατάλυμα, πού αλλού, στους Τρεις, στο σπίτι τους.

Το σπίτι, τώρα, ήτανε τεσσάρι κι εκτός από τα τρία κανονι­κού μεγέθους δωμάτια, ένα για τον καθένα δηλαδή, διέθετε κι ένα τεράστιο σαλόνι, το επιλεγόμενο και «Στάδιο», το οποίο ήταν που ήτανε πολύ μεγάλο, έλειπαν και ολωσδιόλου τα έπιπλα, κι έτσι έμοιαζε απέραντο, μπορούσες άνετα να παίξεις μπάλα εκειμέσα, είχανε παίξει άλλωστε, εξού και η ονομασία, και μόνο με την παρουσία μας γέμισε προσωρινά ο τόπος, να μην το βλέπεις το κενό και πιάνεται η καρδιά σου, ήμασταν άλλωστε τρεις νοματαίοι κι ανάμεσά μας ο Παπαχοντρός που καταλαμβά­νει και περίσσιο χώρο και σε ορισμένους υπολογισμούς λογίζεται διπλός· κι όπως οι Τρεις σε συμβίωση ήσαν ανεπρό­κοποι, μονίμως άνω κάτω ήταν το σπίτι, βρώμικο και τρισάθλιο, το πάτωμα γεμάτο αποτσίγαρα, χαρτιά από λογαριασμούς των κοινοχρήστων κι άλλα που γράφανε καπίκια από παρτίδες πρέφας ριγμένα παντού, φύρδην μίγδην ρούχα πλυμένα κι άπλυτα εδώ κι εκεί, μια στοίβα ύποπτη οι εφημερίδες, μονάχα τα βιβλία της σχολής ήτανε άψογα, όπως τους τα’ χανε μοιράσει, ούτε που τα ’χαν ανοίξει, άκοπα τα φύλλα τους. Και την εποχή που τους επισκεφτήκαμε, ως πιάνανε οι πρώτες ζέστες, τους κυριάρχησε μια άλλου είδους μανία και γέμιζαν το σπίτι παγίδες για τους διερχομένους και προς τέρψιν των μονίμων κατοίκων, κι έμοιαζε που λες το μέρος με τα στοιχειωμένα κείνα κάστρα που πηγαίναμε μικροί στα λουναπάρκ καβάλα στο τραινάκι κι άνοιγε μια πόρτα μες το σκότος και σου ορμούσε ένας σκελετός ή μία μάγισσα κακιά να σε αρπάξει, μόνο που στην περίπτωση αυτήν εδώ με το που άνοιγες εσύ μια πόρτα δεν παρουσιαζόταν ξωτικό βεβαίως, έπεφτε όμως από ψηλά ένα μπουγέλο και σ’ έκανε μούσκεμα· γιατί έτσι ήταν η μόδα τότε στη συμπρωτεύουσα, όπως παλιότερα με τα ποντιακά ανέκδοτα, και τα παιδιά είχαν πολύ συμβάλει με ιδέες πρωτότυπες στην τεχνολογική βελτίωση του μπουγελώματος, κι όποτε καρτερού­σαν επισκέψεις είχαν φροντίσει από πριν να παγιδεύσουν με κουβάδες κάνα δυο επίκαιρα σημεία, κι αν υποθέσουμε πως κάπως γινότανε και γλύτωνες απ’ την ψυχρολουσία, το μαρτύριο δεν τέλειωνε εκεί, σου ’λεγε αδιάφορα ο Βαγγέλης, που ’χε τη φήμη του πιο έμπιστου και σοβαρού απ’ όλους, ευαίσθητος ψυχή γαρ, «πάνε να φτιάξεις δυο καφέδες», άνοιγες το ντουλάπι για ποτήρια κι όπως ανοίγαν τα πορτόφυλλα του ντουλαπιού νάτο πετιόταν ένα ποτήρι επιτήδεια δεμένο από κει με σκοινάκια και σε κατάβρεχε, κι αν ήσουν τυχερός τόσο πολύ αυτόν τον σκόπελο να τον αντιπαρέλθεις και εφησυχασμένος πια πήγαινες στο ψυγείο, ανοίγοντας κι εκεί την πόρτα έπεφτε ένα κανάτι που ασταθώς ισορροπούσε και σου πάγωνε τα πόδια, εφιαλτικές καταστάσεις δηλαδή, αλλά μάθαμε γρήγορα τις κομπίνες, κι όπως κι εμείς ήμασταν τρεις αρχίσαμε να στήνουμε δικές μας, κι έγινε το σπίτι επίφοβο σα ναρκοπέδιο, περπατούσαμε ακρο­ποδητί προσέχοντας τίποτα να μην αγγίξουμε, ανοίγαμε τις πόρτες εκ του μακρόθεν με κλωτσιά σαν αστυνομικοί που μπαίνουν σε κρησφύγετο κακοποιών, μέχρι που σε τρεις μέρες το σπίτι από το πολύ κατάβρεχε είχε γίνει ενυδρείο, μόνο ιχθυοκαλλιέργειες δεν κάναμε, κι έγινε εκεχειρία για λόγους ανωτέρας βίας.

Είπε κι ο Μήτσος δεν υποφέρεστε, είπα κι εγώ πρέπει να βρούμε κάποιες να σας συμμορφώσουν, είπε κι ο Παπαδημητρίου, ο Χοντρός, ναι αλλά πού να μπει γυναίκα εδωμέσα, ε βέβαια, θα δει το Θωμά και θα φύγει είπαν εν χορώ οι άλλοι δύο, αλλ’ ο Θωμάς ήταν εκείνος που είχε κάπως προσπαθήσει να χειριστεί το θέμα, άνθρωπος της δράσης βλέπεις, και είχε κάνει κι εισηγήσεις για την εκ περιτροπής φροντίδα των κοινόχρη­στων χώρων, αλλά όπως φαίνεται δεν είχε εισακουστεί και η εν λόγω φροντίδα μάλλον στη Θεία Πρόνοια είχε ανατεθεί, παρόλα αυτά ήταν απορία μας πώς υποφέρουν τέτοιο ρυπασμένο περιβάλ­λον, και μας απάντησαν πως η περίοδος αυτή ήταν από τις μάλλον καθαρές γι’ αυτούς, και πού να δείτε, είπανε, τότε που είχαμε ακόμα το σκύλο. Γιατί στις αρχές είχαν μαζέψει απ’ τους δρόμους ένα πειναλέο αβέβαιας καταγωγής πλάσμα που αμέσως έγινε πρώτος φίλος του Βαγγέλη, αποδεικνύοντας, είπαν οι άλλοι, τη στενή τους τη συγγένεια, το εγκατέστησαν λοιπόν σ’ ένα μπαλκόνι και στην αρχή το φώναζαν Βαγγέλη, μετά όμως Παύλου, έστι δε Παύλου καθηγητής της Πολυτεχνικής, γέρος, άσκημος, κακός και χουντικός, και τούτο ήταν ήδη προσβολή για το κατοικίδιο, μέχρι που μια μέρα ο Τάσος σε μεγάλα κέφια όντας πήρε το βερνίκι των παπουτσιών και βάλθηκε να μπογιατίσει το σκύλο μαύρο, να φέρνει πιότερο του Παύλου, λέει, γιατί πριν ήταν καφετής με βούλες, και αφήνιασε το πολύπαθο το ζώο και το ’σκασε κι έκτοτε αγνοείται η τύχη του, πάλι καλά που δεν τους δάγκωσε κιόλας, ως εδικαιούτο, να τραβιούνται στα λυσσιατρεία. Υπομονετικό σκυλί, μια τον φωνάζαν Παύλου, μια Βαγγέλη, γιατί λένε έμοιαζε και κείνου καταπληκτικά, κάποτε είχανε κλειδώσει οι άλλοι το Θωμά έξω στο μπαλκόνι, μαζί και το σκυλί, ανοίχτε φώναζε αυτός, πέρα βρέχαν οι άλλοι, ανοίχτε γιατί θα πετάξω κάτω τον αδερφό σας, σημασία αυτοί, πάρτο κάτω το έρμο το ζώο, πρώτος όροφος ήταν, αλλά το καλό το σκυλί ψόφο δεν είχε κι ανέβηκε ξανά κουνώντας την ουρά του, αυτό τ’ ανέχτηκε, να το βάψουν όχι, κι έφυγε· ίδιος ο Βαγγέλης, λέγαν οι άλλοι.

Έφυγε βέβαια ο σκύλος, έμεινε όμως το συνήθειο να βαφτί­ζουν διάφορα, άψυχα συνήθως, με το επίθετο κάποιου γνωστού, κατά προτίμηση αντιπαθητικού, που έτσι γινότανε μια λέξη μπαλαντέρ, δια πάσαν χρήσιν, κι άκουγες λοιπόν να λένε «ο κότσιρας βούλωσε πάλι», το νεροχύτη εννοώντας, ή άλλοτε «να σκουπίσει κάποιος, θα καταντήσουμε φιλέρης εδωμέσα» και στην πόρτα από την τουαλέτα είχαν γράψει «δημουλάς», γύρευε τώρα ποιος κακομοίρης ήταν, πάντως εκειμέσα ήταν αδύνατο να επιβιώσει άνθρωπος απάνω από πεντάλεφτο, αποφορά βαριά και το πάτωμα πλημμυρισμένο, υπήρχε όμως έξω ένα ζευγάρι ψηλές γαλότσες για ώρα ανάγκης, και κάποτε που έπαιζε ΠΑΟΚ- Ολυμπιακός είχανε πάει τα παιδιά κι αντί για «Παοκάρα» φωνάζαν «κότσιρας» κι έγινε παρεξήγηση και παραλίγο να τους βγάλουν έξω καροτσάκι οι ντόπιοι χούλιγκαν που είχαν άλλη αίσθηση του χιούμορ κι έπειτα ο χώρος δεν ευνοούσε την ήρεμη αντιπαράθεση επιχειρημάτων.

Πέρασαν οι μέρες, σύνολο δέκα στη Θεσσαλονίκη, μας έπιασε η άλλη η διαστροφή εμάς και πεθυμήσαμε Αθήνα και Μετσόβιο, τέλειωναν και τα χρήματα, αν και ξοδεύαμε ελάχιστα, το φαγητό ως είθισται στη λέσχη, τζάμπα ήταν, και να παρακαλάμε να ’χει φασολάδα το μενού που ήταν η επιτυχία του σεφ, από την άλλη όμως κάτι οι ταβέρνες, κάτι τα γλυκά τ’ ανατολίτικα στα οποία είχαμε πέσει με μανία, κόστιζαν όλ’ αυτά, λογάριασε έπειτα τσιγάρα, εφημερίδα και τα συναφή, κι έλεγε κι ο Βαγγέλης «αφού αγοράζετε όλοι σας εφημερίδα, πάρτε και καμιάν άλλη έτσι για ποικιλία», γιατί καθημερνώς έφτανε σπίτι ο Ριζοσπάστης εις εξαπλούν, αλλά κι αυτός που το ’λεγε ομοίως έπραττε, με τούτα και με κείνα λοιπόν μετ’ ου πολύ μείναμε ρέστοι, δεν είχαμε και πολλά λεφτά φερμένα, να ’μαστε πάλι πίσω στην Αθήνα. Αλλά δε χάσαμε την επαφή μαζί τους, έρχονταν κάτω τις γιορτές, τις διακοπές και άμα λάχαινε, αλλά φροντίζανε και εκ του μακρόθεν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, αυτό γινόταν με τηλεφωνήματα, και κατά σύμπτωση όλες τις φορές ο αποδέκτης ήταν ο Παπαδημητρίου, άγρια μεσάνυχτα τονε ξυπνούσαν Παπαχοντρέ, Παπαχοντρέ φωνάζοντάς του κι άλλα παρόμοια, είμαστε από την εκπομπή «σας ξυπνάμε και γελάμε» ή πάλι είμαστε απ’ τον ΟΤΕ, πέστε μας πόσα μέτρα είναι το καλώδιό σας, τέτοια ευτράπελα που έβγαζαν γέλιο πολύ, από τη μια μεριά του σύρματος μονάχα όμως, και διετηρείτο διαρκώς το ίδιο κλίμα, λέγαμε και να πάμε και καμμιά εκδρομή όλοι μαζί, είμαστε όμως τύποι αναβλητικοί, τύχανε και κάτι απρόοπτα, δεν πήγαμε και το ’χουμε καημό.

Και με την ανάμνηση της πρώτης μας ανόδου, πολύ χαρήκαμε όταν η σχολή αποφάσισε να μας πάει εκδρομή Μακεδονία με τρεις διανυκτερεύσεις Σαλονίκη, εκπαιδευτικές λεγόντουσαν αυτές οι εκδρομές, ποιος ξέρει γιατί, ωραία ήταν αλλά τους Τρεις δεν τους είδαμε σχεδόν καθόλου γιατί διαβάζαν για τις εξετάσεις, πρωτόγνωρο αυτό αλλά ο Τάσος την είχε χάσει την πρώτη τη χρονιά και πήγαινε πλησίστιος για δεύτερη, ο Βαγγέλης σταθερά στα βήματά του, μόνο ο άνθρωπος της δράσης, ο Θωμάς, καθαρός από τέτοιες αμαρτίες ερχότανε συχνά-πυκνά μαζί μας, αλλ’ήταν, καθό μόνος του, σοβαρός-σοβαρός· κι έτσι δεν έγιναν ιδιαίτερες φάσεις κατά τη διαμονή μας εκεί, εκτός που έπεσε «τυχαία» ο Θανάσης στην πισίνα και γενικώς ήμασταν κάπως δραστήριοι τα βράδια και τα πρωινά που μας πήγαιναν χάριν εκπαιδεύσεως επισκέψεις σε χημικές βιομηχανίες εμείς απ’ το ξενύχτι αξιοθρήνητοι σερνόμασταν και ντρέπονταν οι συνοδοί καθηγητές για την εικόνα που παρουσίαζαν οι άριστοι των φοιτητών του πρώτου τεχνολογικού ιδρύματος της χώρας, πάντως ήμασταν ήσυχοι πολύ, ίσως είχαμε αρχίσει να ωριμάζουμε, και πήγε τζάμπα κι η φωτογραφία που ’βγαλε ο Μηνάς απ’ το ξενοδοχείο όταν φτάσαμε, για να θυμόμαστε, λέει, τουλάχιστο πώς ήταν πριν το πέρασμά μας· τρίχες, το ίδιο έμεινε σε γενικές γραμμές.

Ρήγμα άλλου είδους, αναπόφευκτο άλλωστε, συνέβη ανά­μεσα στους Τρεις λίγο αργότερα, κι ήτανε τότε που ο Βαγγέλης επιτέλους, μετά από πολύμηνους ηρωικούς αγώνες εναντίον μυρίων όσων αντιζήλων, τα ’φτιαξε με τη Δήμητρα, μεγάλο νέο και μεις που την κοπέλα δεν την ξέραμε, είχαμε όμως καταλεπτώς μάθει τις προηγούμενες απόπειρες, πολύ χαρήκαμε για την ευαίσθητο ψυχή, ουδέν καλόν αμιγές κακού όμως, και το κακό είναι που ο Βαγγέλης άρχισε να ξημεροβραδιάζεται στο σπίτι της καλής του, δυο δρόμους παρακάτω δηλαδή, αλλά όσο να ’ναι ράγισε η ομάδα, σπανίως τονε βλέπανε οι άλλοι, και τον δουλεύανε γι’ αυτή την αφοσίωση, μια και κείνοι δεν είχαν δείξει τέτοια δείγματα, κι αυτός σαν ευαίσθητο παιδί μύγα δε σήκωνε στο σπαθί του επί του θέματος και τσακωνόντουσαν, χαλάλι όμως γιατί άξιζε τον κόπο. Κι ήταν η Δήμητρα όμορφη πολύ, και περισσότερο η μικρότερη αδερφή της με την οποία μένανε μαζί, που όταν πρωτοεμφανίστηκε εις το εκεί Πολυτεχνείο έγινε σεισμός ισάξιος με κείνους του ’78 κι ακόμα χάσκουνε στο κτίριο οι ρωγμές, και επειδή όπως είπαμε στη Σαλονίκη τα νέα τα καλά μαθεύονται αμέσως, σύμπασα η φοιτητιώσα νεολαία του ΑΠΘ, οι αρσενικοί δηλαδή, άρχισε να συχνοπερνάει από το σπίτι των κοριτσιών όπου κι ο Βαγγέλης, και τύχαινε να ’ρχονται τρεις-τέσσερις ή και πέντε σε μια μέρα, έφευγε ο ένας, έμπαινε άλλος, ούτε οδοντιατρείο να ’τανε, κι είναι πολύ άβολες αυτές οι καταστάσεις, να ’ρχεται ο μνηστήρας, κοντομάνικο και στο τσεπάκι να φουσκώνουν τα τσιγάρα, συνήθως μάρκα ξένη και σε κόκκινο πακέτο, να θρονιάζεται στην πολυθρόνα αμήχανος, χαμόγελα παγωμένα, απεγνωσμένες προσπάθειες για κουβέντα, τι νέα, αυτά, αυτά, ο καιρός, πώς πας με τα μαθήματα, και η μι­κρή πολύ είχε εκνευριστεί και τους απέρριπτε αναφανδόν, αλλά ήταν ενόχληση αυτή η ιστορία και για το ζεύγος, το Βαγγέλη και τη Δήμητρα, κάθε τρεις και λίγο από ένας μουσαφίρης άγνω­στος τελείως ή σχεδόν, δεν είχαν λίγη ησυχία τα παιδιά αφού από τις έξη ως τις δέκα όλο και κάποιος «περαστικός» θα ’ρχόταν, άσε που οι επισκέπτες έπιναν και καφέ και τα παιδιά κοντεύαν να καταστραφούν οικονομικά από τις πολλές τις βίζιτες. Παλιοκατάσταση με τους μνηστήρες της Πηνελόπης, λόγω τιμής Πηνελόπη τη λέγαν την κοπέλα, και να δεις φίλε μου που όλη αυτή την ταραχή δεν τη δημιούργησαν βέβαια, την υπέθαλπαν όμως ευκαιρίας δοθείσης ο Τάσος κι ο Θωμάς, διασπείροντας φήμες αναληθείς αλλ’ ενθαρρυντικές σε άλλους φίλους, πως τάχα η μικρή τους κάνει κέφι, γιατί όταν είσαι παραέξω είναι αστεία αυτή η ιστορία. Και μ’ αφορμή αυτό έγινε καυγάς μεγάλος, και βέβαια συχνά μαλώνανε, όμως τώρα πιάνοντας απ’ αυτό καυγάδισαν εφόλης. της ύλης και κάπως ψυχρανθήκαν μεταξύ τους.

Σε οποιαδήποτε παρέα τέτοιας ηλικίας, σε κάποια στιγμή έρχεται η περίοδος των σταθερών και μόνιμων δεσμών και θέλει κάποιο ζόρι να περάσεις από το ένα επίπεδο στο άλλο, ώστε και ύστερα να λειτουργεί η παρέα τόσο καλά όσο πριν. Στην ιστορία μας λοιπόν, ως δια μαγείας, λες κι ήσαν συνεννοημένοι, απ’ τη στιγμή που έγινε καθαρό πως ο Βαγγέλης πάει καλά και αγαπάει, ήτανε άλλωστε κι έρωτας μεγάλος, να ξαφνικά που κι οι υπόλοι­ποι στο άψε σβήσε, εν μιά νυκτί που λέμε, βρεθήκαν δεσμευμέ­νοι. Κι έτσι περάσαν και οι Τρεις στην περίοδο των σταθερών και μόνιμων δεσμών· βεβαίως, πιο πριν είχε ο καθένας τα δικά του, ο Βαγγέλης προσπαθούσε αυτό που τελικά κατάφερε, τον Τάσο κάθε τόσο τον πετύχαινες στημένο έξω από φροντιστήρια να καρτερά το σχόλασμα και τονε δούλευαν οι άλλοι που μπλέκει με γυμνάσια και με λύκεια στα γεράματα, όσο για το Θωμά, άνθρωπο της δράσης, αυτός δεν έλεγε τίποτα ποτέ, αλλά από καιρού εις καιρόν εξαφανιζόταν κι έκανε δυο-τρία μερόνυ­χτα να επιστρέψει, σαν κάτι γάτους το Γενάρη· παρ’ όλες όμως τις επίμονες προσπάθειες των άλλων ουδέν είχε διαρρεύσει, γιατί τηρούσε άκρα του τάφου σιωπή γύρω απ’ το θέμα. Τώρα

όμως, με πρωτοπόρο το Βαγγέλη, αστραπιαία οι Τρεις έγιναν έξι, σαν τις αμοιβάδες που πολλαπλασιάζονται με διχοτόμηση.

Όταν για λίγο βρεθήκαμε επάνω ο Παπαδημητρίου και γω, βρήκαμε αλλαγές κοσμοϊστορικές. Και ευτυχώς που ’χε φροντί­σει ο Χοντρός, φοβούμενος μη τονε πρήξουν πάλι με τα μπουγέλα κι απαυδήσει, και είχε υπόψη του για αναπληρωματικό στέκι να μείνουμε. Από την πρώτη τη στιγμή κάτι δεν μας πήγαινε καλά εκειμέσα, το σπίτι ήταν καθαρό, πολύ μάλιστα, συμμαζεμένο, το άλλοτε άδειο στάδιο είχε διαμορφωθεί σε σαλονάκι, στους τοίχους ζωγραφιές και πόστερ αντί για «κότσιρας», μέχρι και πικάπ είχαν. Ύστερα οι συστάσεις· η Ρούλα, η Δήμητρα, η Λένα, ο Νίκος, ο Γιάννης (αυτός ήταν ο Παπαδημητρίου, πρώτη φορά τον φώναζαν με τ’ όνομά του και νόμισε πως γι’ άλλον λένε και γύρισε πίσω του να δει)· αναζητή­σατε την γυναίκα λοιπόν σαν αίτιο της αναμορφώσεως, το μόνο σημείο των παλιών καιρών ήταν η πόρτα της κουζίνας, εκεί η τζαμαρία ακόμα έλειπε, εγώ την είχα κατεβάσει, με τα χεράκια μου τα ίδια, αλλά κι αυτήν σκέφτονταν όπως είπαν να τη φτιάξουν. Όλα τ’ άλλα ήσαν πιο εξευγενισμένα, πιο χαμηλό­φωνα, πιο καθώς πρέπει, και μεις το βράδυ, στο άλλο σπίτι, φιλοσοφούσαμε για το πώς αλλάζουν οι καιροί και παν μπροστά οι ανθρώποι.

Γιατί και την Πρωτοχρονιά που τους βρήκαμε πάλι, κι ήτανε μόνοι οι Τρεις χωρίς τις κοπελιές, κάπως μας φάνηκαν αλλιώτικοι, σαν πιο συγκρατημένοι. Λεγόντουσαν βεβαίως καλαμπούρια, καθότι παραγωγή τόσων χρόνων δεν εξαντλείται έτσι εύκολα, αλλά πολύ λίγα ήσαν τα καινούργια, τα περισσό­τερα ήδη γνωστά και κάπως σαν βεβιασμένα, έτσι για να τηρείται η παράδοση, και πιο πολύ για τα πολιτικά μιλούσαμε, κι είπε και κατ’ ιδίαν ο Παπαδημητρίου, να που το ’δα κι αυτό, να γίνει σοβαρή κουβέντα μ’ αυτούς, κι αυτοί αμέσως σα να τον άκουσαν το γύρισαν στα μπαμ και στ’ άλλα τους τα επιφωνή­ματα, ήταν όμως το ρεβεγιόν, πολλοί οι καλεσμένοι και το κόψανε. Το ρίξαμε στα χαρτιά, άλλη κατάρα αυτή που ανελ­λιπώς κάθε χριστούγεννα μας πιάνει, ευτυχώς φεύγει παρέα με τους καλικάτζαρους τα Φώτα, και απορροφηθήκαμε εκεί και στην αρχή είχε πλουτίσει ο Θωμάς, ο άνθρωπος της δράσης, κέντα ο Βαγγέλης, φουλ ο Θωμάς, φουλ ο Τάσος, καρέ ο Θωμάς, καρέ ο Μήτσος, φλος ο Θωμάς, κι αναστενάζαμε εμείς, «δε θα σε πετύχουμε σε καμμιά γωνία, να δεις» λέγοντας, και κατά το πρωί, με το φως τής μέρας γύρισε περίεργα το φύλλο και τον πετύχαμε το Θωμά σε πολλές γωνίες κι όταν τελειώσαμε, κοίτα σύμπτωση, ήμασταν όλοι στα λεφτά μας, μόνο ο Μήτσος είχε κερδίσει τα πολλά, δραχμές εξήντα, κι έλεγε στην δίκιά του που του γκρίνιαζε, γιατί, λέει, παίζει πολύ, «σώπα γλυκιά μου και θα σε πάω στα μπουζούκια το βράδυ με τα κέρδη μου».

Καιρό κάναμε να τους ξαναδούμε, αριά και πού μονάχα μαθευόταν πως έχουνε πολλές δουλειές, τρεχάματα, και φήμες κυκλοφόρησαν αργότερα πως πήγανε πολύ καλά στις εξετάσεις, πέρασαν μπόλικα μαθήματα, και μάλιστα ο Θωμάς, δραστήριο παιδί, λίγο ακόμα και θα πάρει και πτυχίο. Πολύ χαρήκαμε γι’ αυτό, γιατί τα παιδιά στην εκκίνηση είχανε καθυστερήσει σχετικά με τα φοιτητικά τους, κι αργήσανε να μπουν στο κλίμα και σχετικά με τις επιδόσεις τους αυτές, μόνο ανέκδοτα κυκλοφορούσαν, «πότε θα πέσει η πρώτη πολυκατοικία που θα χτίσει ο Βαγγέλης; Όταν κόψουν την κορδέλα των εγκαινίων», τέτοια ωραία. Είχανε κι άλλες προτεραιότητες τότε, ζύγωνε προεκλογική περίοδος και τα παιδιά φέρναν ανάποδα τη Σαλονίκη, αφίσες, προκηρύξεις, πολιτική δουλειά πόρτα με πόρτα, και μεις εδώ άλλωστε τα ίδια καλά είχαμε, αλλά όσο να ’ναι ήμασταν στο σπίτι μας ενώ εκείνοι μείναν καλοκαιριάτικο επάνω, κι αυτό μας φάνηκε πιο σπουδαίο. Βέβαια, απ’ το γυμνάσιο ήδη, κατά που λέει ο Μήτσος, ανακατευόντουσαν με την οργάνωση, στα πέριξ τότε, ύστερα πρώτος εντάχθηκε ο Τάσος, και ακολούθησαν οι άλλοι δύο σούμπιτοι, αυτά τα παιδιά όλες τις σημαντικές επιλογές τους τις κάνανε ομόφωνα και ταυτόχρονα σχεδόν, και να δεις φίλε μου που στα τέτοια θέματα ήσαν πολύ σοβαροί, δραστήριοι κι αυστηροί, τελείως αντίθετοι δηλαδή απ’ ό,τι στη ζωή τους στην παρέα, αλλά είπαμε, τότε βρισκόντουσαν χώρια ο ένας απ’ τους άλλους και δεν γινόταν Σύνοδος να υπερισχύσει το παρεΐστικο το φέρσιμο· σπανίως βέβαια εμφανιζότανε κι αυτό, όπως τότε, παραμονές κάποιων φοιτητικών εκλογών, που οι άλλοι δύο τύπωσαν ψηφοδέλτια των μαοϊκών, της ΑΑΣΠΕ, που ’χε διαλυθεί τότε, με υποψήφιο το Βαγγέλη τάχα, όχι πως τα μοίραζαν κιόλας να γίνει σκάνδαλο, τα κυκλοφόρησαν όμως σε στενό κύκλο. Αλλά και για το κίνημα στη Θεσσαλονίκη, που έχει αρκετές ιδιομορφίες, πολλά θα είχαν να μας πουν, πολλά μας έλεγαν κατά καιρούς, πολύ ωραία πράγματα, μα ποιος κάθεται να τα καταγράφει. Το γεγονός είναι πως τα πράγματα είναι πιο ζόρικα απ’ την Αθήνα στον τομέα τον πολιτικό, κι αν στο φοιτητικό το χώρο για τους απέξω όλα μοιάζουν εύκολα, παρ’ όλα αυτά είναι πολλές οι δυσκολίες, κι έπειτα ποιος είπε πως οι φοιτητές κινούνται μόνο μες τους τέσσερις τοίχους της σχολής, λάθος μεγάλο, παντού κινείσαι, κι άλλες οι δυσκολίες κι οι πονηριές που έχουν τα αμφιθέατρα, άλλες τα εργοστάσια, άλλες τα σοκάκια, τα κυνηγητά με την αστυνομία και τους παρακρατικούς, και σ’ όλα αυτά τα παιδιά βγήκαν παλικάρια και μπράβο τους.

Λίγο μετά ανέβηκε επάνω ο Παπαδημητρίου για δουλειές, τι δουλειές δηλαδή, αυτά τα περισπούδαστα τα ’λεγε στους παραέξω, κοπέλα ήταν στη μέση και τα ’χε φέρει στραβά η τύχη και στις εισαγωγικές πέρασε η μικρή στη Σαλονίκη και, το χειρότερο, δεν ήτανε στρωμένη η δουλειά να πεις πως θα βοηθήσει κι αυτή κομμάτι από μεριάς της, αντιθέτως, αρνητικά το έβλεπε το ζήτημα, κι ο έρμος ο Χοντρός είχε ρέψει ν’ ανεβοκατεβαίνει κάθε τόσο με τα τραίνα να την πείσει, μια περιουσία είχε ξοδέψει στα εισιτήρια, πάλι καλά που είχε και το πάσο και του ’ρχονταν μισοτιμής, και στο φινάλε δεν τη συγκίνησε τη σκληρόκαρδη αυτή του η αφοσίωση, που ’χε γίνει το παιδί πιο ταχτικός κι από τους υπαλλήλους του ΟΣΕ και τον είχανε μάθει οι σταθμάρχες όλοι, του την έριξε τη χυλόπιτα, και δικαιώθηκε ο Ντίνος που ’χει πει το ρητό «Ποτέ μην ερωτεύεστε πριν βγουν τ’ αποτελέσματα των εισαγωγικών, διότι θα σας φάνε οι απο­στάσεις», αλλά κι αυτός παθός ήταν μεταξύ μας. Και γυρνώντας ο Χοντρός, έφερε το μεγάλο νέο, πως τα παιδιά άφησαν το σπίτι και πηγαίνοντας εκεί βρήκε άλλους, απ’ ό,τι φάνηκε ξύπνησε ο ιδιοκτήτης, τους γύρεψε μεγάλο νοίκι, όχι όπως πριν που το ’δινε λόγω σεισμού κοψοχρονιά, μάλωσαν κιόλας γιατί τάχα φέρναν τα κορίτσια, αφορμή γύρευε, φύγαν, νοίκιασαν κι αυτοί ένα δυάρι, άκρη του κόσμου, κατά Καλαμαριά μεριά, εκτός των ορίων του δήμου Θεσσαλονίκης, και επειδή είχαν πολλές δουλειές κι είχε τελείως απορρυθμιστεί η ζωή τους, στο σπίτι σπανιότατα πατούσαν, το συνηθέστερο κοιμούνταν έξω, ο καθένας στης καλής του, γι αυτό και πιάσαν και δυάρι, να μην πληρώνουν τόσο νοίκι αδίκως. Έπειτα, τελειώναν όπου να ’ναι, δε θάμεναν πολύ στην Καλαμαριά, για να φροντίσουν για όλες τις ανέσεις. Και όλα αυτά τα ’μαθε ο Χοντρός απ’ τον Βαγγέλη που τονε πέτυχε τυχαία σ’ ενός φίλου, γιατί πρωτύτερα που είχε βρει σε μία καφετέρια τον Τάσο, λίγο πολύ γνωστά τα στέκια κι άμα ξέρεις τα κατατόπια βρίσκεις όποιον θέλεις, αυτός περίφροντις απ’ τις πολλές σκοτούρες καλά καλά ούτε που τον πρόσεξε που είχε κάτι μήνες να τον δει, τσαντίστηκε κι ο Παπαδημητρίου κι έφυγε, αλλά όντως είχε πολλά τρεχάματα ο Τάσος, κι είχε μαλώσει και με τη δίκιά του από πάνω, κι οι άλλοι επίσης τον είχαν χάσει. Αυτά μας είπε πάνω κάτω ο Χοντρός, σπουδαία νέα, τα άλλα, τα δικά του δηλαδή με τη μικρή, τα περιμέναμε, κι αυτός το ’χε μυριστεί το πράμα κι είχε πάει σαν έτοιμος από καιρό σα θαρραλέος, τις εξελίξεις όμως με τα παιδιά δεν τις περιμέναμε έτσι απότομες, πως έσπαγε το πράγμα δηλαδή· όχι πως στη δική μας την παρέα κάτω ήταν καλύτερα τα πράγματα, είχε σκορπίσει ο κόσμος να κυνηγάει υποτροφίες για μεταπτυ­χιακά, άλλοι πάλι είχαν ήδη πάει στρατό και στέλναν γράμματα στη χάση και στη φέξη, κάνα δυο κοπέλες ψάχναν για δουλειά, εμείς το ’χαμε καθυστερήσει λίγο το πτυχίο, τόσο δα, όσο πατάει η γάτα, κι ήμασταν ακόμα τύποις φοιτητές, αλλά για κείνους λέγαμε πως κάπως περισσότερο θα την κρατήσουν την παρέα, ήταν και το σπίτι στη μέση που τους ένωνε, τώρα πάει κι αυτό, δουλειές πολλές, μεγαλώναμε δηλαδή.

Κάπου εκεί τελειώνει κι η ιστορία, τις τελευταίες τις μέρες τους επάνω δεν μάθαμε πως τις περάσανε, και μιαν ωραία πρωία στο καφενείο καταφθάνει ο Βαγγέλης με τη Δήμητρα αγκαλιά, μόνιμος κάτοικος Αθηνών και πάλι, γιατί ένα μάθημα του έμενε για το πτυχίο κι είχε μετακομίσει, κι ο Τάσος τα ίδια, όσο για το Θωμά, τον άνθρωπο της δράσης, αυτός πια το ’χε πάρει το χαρτί και είχε πάει διακοπές με τη μικρή γιατί ετοιμαζόταν ύστερα για φαντάρος. Τα βλέπουμε και τώρα τα παιδιά, συχνά μάλιστα, αλλά, να, η έννοια της παρέας κάπως άλλαξε, κι εμείς μ’ αυτούς, κι αυτοί μεταξύ τους, η ομοούσια κι αδιαίρετη τριάδα χώρισε πια για τα καλά, και όσο πήγε πάλι καλά είναι, ότι είν’ ωραίο τελειώνει νωρίς, μα τώρα σκέφτομαι πως ίσως πάλι, δεν είπαμε μαζί όσα είχαμε να πούμε, ούτε και κάναμε τόσα όσα μπορού­σαμε· και βέβαια τώρα είναι πολύ αργά, κι αυτή την ιστορία ερήμην τους την έγραψα, και ούτε όλα τα ’πα, ούτε και σωστά, για τον Αλεξανδρίδη λογουχάρη ξέχασα και την ερωτική εξομολόγηση στις γάτες, ή για το πώς τελικά γνωρίσαμε τον Κότσιρα, αλλά ο Αλεξανδρίδης τώρα παντρεύτηκε, κι ο Κότσιρας είναι στα Τεθωρακισμένα, και γενικά έχει περάσει ο καιρός και ίσως ίσως το μόνο που προφταίνουμε είναι, επιτέλους, να πάμε όλοι μαζί εκείνη κει την εκδρομή που λέγαμε από παλιά, στη Σκόπελο, στο πατρικό του Τάσου, και σίγουρα μέσα σε μια βδομάδα όλο και κάτι θα προλάβουμε να συμπληρώσουμε. Κι αν πάλι πέσουν στη μέση τίποτα υποχρεώσεις κι από αναβολή σ’ αναβολή τη φάει το σκοτάδι κατά το σύνηθες την εκδρομή, τουλάχιστο, αυτό στα σίγουρα, θα προλάβουμε να παίξουμε μια πρέφα σαν τις παλιές, μεγάλη, κάσα πενηντάρα, μπορεί κι εξήντα, να θυμηθούμε κάπως τα παλιά· βέβαια και δω υπάρχει ένα πρόβλημα, η πρέφα παίζεται από τρεις ή τέσσερις και μεις είμαστε έξη ή εφτά, ανάλογα πώς θα υπολογίσεις το Χοντρό, για ένα ή δύο άτομα, αλλά το δίχως άλλο, κάποια λύση θα βρεθεί.

Καλό ταξίδι, Τάσο…

Advertisements

128 Σχόλια to “Οι τρεις κι εμείς”

  1. Πόπη said

    Να τον θυμόμαστε, κε Σαραντάκο. Σας αγαπούσε πολύ, σας παρακολουθούσε και ήταν περήφανος που ήταν φίλος σας. Δεν μπορούσα να μαζέψω κουράγιο να σας γράψω από την πρώτη στιγμή, αν και το σκέφτηκα. Να είστε καλά.

  2. Βαγγέλης said

    Tου κάναμε το μνημόσυνο σε ένα τσιπουράδικο μετά την κηδεία. Κι έλειπε κι ο Παπαχοντρός. ‘Ισως τελικά αυτός ήταν η ευαίαθητη ψυχή Νίκο.
    ΥΓ. Ο Κότσιρας ήταν στην κηδεία….

  3. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα,εντελώς διαφορετικά από τα συνηθισμένα, σχόλια. Να ζήσουμε να τον θυμόμαστε.

    Το βράδυ που θα επιστρέψω τα λέμε ξανά.

  4. atheofobos said

    Καθώς το διάβαζα με έντονη συναισθηματική φόρτιση, καθώς μου έφερνε στην μνήμη αντίστοιχες εικόνες στο μυαλό μου για το πως φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα κι ιστορία οι παρέες σκέφτηκα πως μόνο αυτό το τραγούδι μπορεί να συνοδεύσει το κείμενο αυτό.

  5. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα!

  6. alexisphoto said

    καλημέρα,
    ευχάριστη έκπληξη το σημερινό κείμενο.
    Η φοιτητική αίσθηση της Θεσσαλονίκης συμπυκνωμένη σε λίγες γραμμές.
    καλή Κυριακή.

  7. nikiplos said

    Καλησπέρα… πολύ ωραία ιστορία… Προσωπικά σπούδασα στην Αθήνα… εντούτοις είχαμε κι εμείς ανάλογες εμπειρίες… Η Θεσσαλονίκη μάλλον υπήρξε η βέλτιστη πόλη για σπουδές…

    Δεν ξέρω πως είναι σήμερα τα πράγματα, αλλά στα κατοπινά θερινά σχολεία αλλά και στα συνέδρια ήταν πιο παρεΐστικοι τύποι και μαζί τους έκανα παρέα… Εμείς της Αθήνας αποπνέαμε έναν ανόητο κι ανερμάτιστο ελιτισμό…

  8. Όμορφη η αφήγηση, στενάχωρη η αφορμή… Το βίωσα πριν δυο χρόνια με κολλητό μου, όταν καλή την κλάση σου κάπως αλλιώς το βλέπεις, κι ακόμα κι αν δεν τον ξέρεις τον άλλον, κάτι κάνει κλικ… Τέλος πάντων, κι αυτό στο πρόγραμμα είναι, οι άνθρωποι ζουν στις μνήμες μας, άμα τους ξεχάσουμε τότε είναι που πεθαίνουν πραγματικά. Κι ο Τάσος θα ζήσει ακόμα παραπάνω και μέσα απ’ το διήγημα αυτό.

    Εγώ Γιάννενα τέλειωσα και μια χαρά ήμασταν, παρά τις εκτιμήσεις που γίνονται. Οι παρέες υπήρχαν όντως και βρισκόμασταν καθημερινά. Τότε το πανεπιστήμιο ήταν μέσα στην πόλη, όχι σαν σήμερα που έφτασε κοντά στη Δωδώνη 🙂 Το κακό είναι πως το παλιό κτίριο ρημάζει, πάει τσάμπα κι όποτε πάμε βλέπουμε την πινακίδα «Πανεπιστήμιον Ιωαννίνων» που είχε φτιάξει ο Βρέλλης και στεναχωριόμαστε διπλά.

  9. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Δρν περίμενα το ”καλό ταξίδι Τάσο” στο τέλος, να ζήσετε να τον θυμόσαστε όσοι τον αγαπούσατε. Μου θύμισε κάπως την δική μου παρέα, με τους μετέπειτα κουμπάρους μου /ο Γιώργος με πάντρεψρ και βάφτισε την Ελεωνόρα, κι ο Θοδωρής βάφτισε την Δανάη/. Σκούριασαν όταν παντρεύτηκαν, και ειδικά μετά που έκαναν κι αυτοί παιδιά, είναι κλινικά νεκροί, μόνο στις γιορτές βλεπώμαστε, ποιοί; εμείς που φεύγαμε ξαφνικά στις εννιά το βράδυ από το στέκι μας, να πάμε με οτοστόπ στην Θεσσαλονίκη για πρωϊνό πατσά. Δουλειές, τρεξίματα, κοινωνικές υποχρεώσεις, συμβιβασμός, πλέον μόνο ο ένας έχει μείνει παλαβός..

  10. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Ακόμη δεν το διάβασα, αλλά βρήκα κάτι να σχολιάσω (πώς μου τη δίνει όταν το κάνουν οι άλλοι αυτό!):
    Ξεκινάει και λέει ότι στα κόκκινα και κίτρινα, μετά το σεισμό, σπίτια, έπεσαν λέει πολύ τα νοίκια. Αυτόματα μου ήρθε ο συνειρμός με μια χτεσινή είδηση που μετέφερε κάποιος εδώ, ότι άνοιξε σε κάποια χώρα το πρώτο μαγαζί ληγμένων. Ωραίες επιχειρηματικές λύσεις, τόσο προφανείς ώστε να μην τις σκέφτεται κανείς εύκολα. Αναδεικνύουν το εμπορικό δαιμόνιο οποιανού το κατέχει, αλλά και το μεγαλείο της ελεύθερης αγοράς.

  11. Πάνος με πεζά said

    Εγώ αυτό το ωραίο διήγημα θα το συνόδευα μουσικά με αυτό :

    Από Θεσσαλονίκη έχω λίγες, πολύ καλές όμως αναμνήσεις, αλλά και καθημερινή «επαφή», αφούτ ακούω πολύ ραδιόφωνο από κει πάνω…

  12. Γιάννης Ιατρού said

    Νίκο, πολύ ωραίο (και) το σημερινό. Συγκίνησες πολλούς εδώ πέρα που θυμήθηκαν την άγρια νιότη τους 🙂

    7: Την ίδια πληροφόριση (..βέλτιστη πόλη..) έχω κι εγώ (από φίλους μου και δικούς μου που σπούδασαν εκεί) για τη φοιτητική ζωή στη Θεσσαλονίκη, ακόμα και για την περίοδο κάπου 10 χρόνια πριν απ΄αυτή του Νικοκύρη μας (δηλ. ακόμα και στην εποχή της χούντας). Και το παρεϊστικο πνεύμα, τα καλαμπούρια, οι περιπέτειες κλπ., γενικά δεν είχαν κάποια αρνητική επιρροή στις σπουδές. Μάλιστα το αντίθετο θά ΄λεγα 🙂

  13. Πάνος με πεζά said

    Συμπληρωματικά, συνδέω το πολύ συγκινητικό αυτό άρθρο με την ταινία «Μη φεύγεις»…

  14. Γς said

    10:
    >άνοιξε σε κάποια χώρα το πρώτο μαγαζί ληγμένων

    Κι ήταν μια άτυχη στιγμή. Μια πιπεριά, μα τι ππεριά!
    Κι άνοιξα το ψηγείο της και βούτηξα ότι βρήκα μπρος μου: Ένα χυμό σε χάρτινη συσκευασία.
    Μια αηδία σκέτη.
    Είχε λήξει εδώ και 4 χρόνια

  15. Γς said

    Θυμήθηκα και το δικό μας τριάρι διαμέρισμα με τους άλλους δυο κολλητούς μου. Κατάλληλο για διάβασμα και κοινωνικές δραστηριότητες. Αντρο ακολασίας. Κοινόβιο και κοινογυναικωνίτιον του κερατά.

    http://caktos.blogspot.gr/2013/05/blog-post_11.html

  16. Πάνος με πεζά said

    Άντε, να δώσουμε κι άλλο ένα τραγούδι, ιδωμένο από την πλευρά του άλλου φύλου :

  17. Πάνος με πεζά said

    Δεν αντέχω, θα βάλω και τους στίχους, του μεγάλκου Κυριάκου Ντούμου…
    Στίχοι: Κυριάκος Ντούμος
    Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος
    Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου

    Γυρίζει ο νους καμιά φορά
    στα χρόνια τα φοιτητικά
    στη Σαλονίκη.
    Έμπαιν ο μήνας στα μισά
    κι εμείς δεν είχαμε λεφτά
    ούτε για νοίκι.

    Σ ένα τριάρι μια ζωή,
    μικροχαρές, μικροκαημοί
    με τη ρετσίνα.
    Άπλυτα πιάτα στη γραμμή
    και κάθε τρίτη Κυριακή
    φασίνα.

    Κι ήταν τα μάτια καθαρά
    κι είχε η καρδιά βιασύνη,
    τότε που φτιάχναμε χαρά
    κι αδερφοσύνη.

    Η πόρτα πάντα ανοιχτή
    κι όταν ερχόταν η μικρή
    έπεφτε σύρμα.
    Ντύναμε το γαμπρό κουτί
    κι οι άλλοι μας διακριτικοί
    μες στην κουζίνα.

    Μετά το Πάσχα μοναχά
    πέφταμε μέσα στα χαρτιά,
    άδειαζ ο δρόμος.
    Στο πόδι από το πρωί
    και μόνη μας απαντοχή
    ο ταχυδρόμος.

    Κι ήταν τα μάτια καθαρά
    κι είχε η καρδιά βιασύνη,
    τότε που φτιάχναμε χαρά
    κι αδερφοσύνη.

  18. Πέπε said

    Μπράβο Νίκο. Πάρα πολύ ωραίο.

    Σχεδόν όλες οι λεπτομέρειες, αν τις κόψουμε και τις ξαναανακατέψουμε, συμφωνούν και με τις δικές μου φοιτητικές αναμνήσεις, πολύ αργότερα. Βλέπω δε στο #12 ότι το ίδιο ίσχυε και αρκετά νωρίτερα.

    Στα δικά μου χρόνια η πολιτικοποίηση δεν ήταν τόσο έντονη, οπότε για κείνους που την είχαν και οργανώνονταν αυτό πήγαινε μάλλον στα ατομικά τους χαρακτηριστικά – όπως πάντα υπήρχε κάποιος ιδιαίτερα ευαίσθητος ή αστείος ή ερωτιάρης κλπ., έτσι και κάποιοι ήταν ιδιαίτερα πολιτικοποιημένοι, είτε σε συνελεύσεις και εκλογές είτε σε πορείες και μπάχαλα. Γενικά σημαντική διαφορά, αλλά υπό το πρίσμα που τα παρουσιάζεις όχι τόσο.

    Το καφρώδες χιούμορ από άτομα κατά τα άλλα αξιόλογα είναι πολύ χαρακτηριστικό. Κατά τρόπο ανεξήγητο, αντί να εξευτελίζει τα πράγματα παράγει συντροφικότητα.

    Σε αντίστοιχη επίσκεψη μέρους της δικιάς μου παρέας (μ’ εμένα μαζί) από Αθήνα στην υπόλοιπη παρέα στη Θεσσαλονίκη, συναντήσαμε ακριβώς το σπίτι που περιγράφεις (όλα μπουρδέλο αλλά καλή καρδιά), με μία επιπλέον χαρακτηριστική λεπτομέρεια: υπήρχε κάπου μια μαγική πορτούλα που οδηγούσε σ’ έναν άλλο κόσμο, σ’ ένα δωμάτιο καθαρό και καλοσυγυρισμένο, με στρωμένο κρεβάτι κι ένα ταχτικό γραφείο με φωτιστικό και τα βιβλία σε μικιρές στίβες γύρω γύρω, στη μέση κενό για διάβασμα-γράψιμο, οι τοίχοι με ταπετσαρίες, γενικά νόμιζες ότι έχεις μεταφερθεί σε άλλο έργο. Ήταν το δωμάτιο του αδερφού του φίλου μας.

    Να σημειώσω ότι το «αναζητήστε τη γυναίκα» δεν το ‘χω ξανακούσει σε κανονικά ελληνικά, μόνο σερσέ λα φαμ. Όσο για τις αλλεπάλληλες επισκέψεις «όπως στον οδοντογιατρό», άλλη ωραία παρομοίωση είναι «όπως στον Καραγκιόζη» (στην πλειοψηφία των έργων παρελαύνουν κατά σειρά ο Σιορ Διονύσιος, ο Σταύρακας, ο Μπαρμπαγιώργος κλπ. και κάνουν πάντα το ίδιο πράγμα, π.χ. θέλουν να γράψουν γράμμα ή να ψήσουν κάτι κλπ.).

    Όπως είχα γράψει κι άλλη φορά, εξακολουθώ να βλέπω τσιφόρειες επιδράσεις στο ύφος.

    (Κάνω όλο σχόλια άσχετα από το φινάλε, που από μια άποψη ανανοηματοδοτεί όλο το υπόλοιπο. Δεν έχω να πω τίποτε επ’ αυτού, παρά μόνο ότι το υπόλοιπο στέκει άριστα και για όποιον δε συμμετέχει σ’ αυτή την ανάγνωση.)

  19. gpoint said

    # 9

    Λάμπρο, πριν 10 χρόνια περίπου είχα μια επιφανειακή σχέση με κάποια που εκεί που είμαστε στο Κολονάκι μούλεγε να πεταχτούμε στη Σαντορίνη για καφέ και τέτοια (διέθετε υπηρεσίες ελικοπτέρου λόγω δουλειάς η κυρία ) ποτέ δεν πήγα και με είπε σκουριασμένο. Τι να της έλεγα; πως δεν ήθελα να πάω μαζί της ; βολευόμουνα μέχρι νεωτέρας που λένε και φταίγανε πάντα οι άλλοι.
    Μετά ωρίμασα κι ανακάλυψα πως δεν ήθελα να πάω μαζί μου.
    Ημουνα τυχερός που κάποια μ’ έμαθε να γουστάρω τον καινούργιο μου εαυτό που αρχικά σαν κολημένος απέρριπτα

  20. Γς said

    Καμια Ρούπα θα ήταν

  21. nikiplos said

    Μεταφέροντας εμπειρίες, να προσθέσω κι εδώ μια…

    Ένας σπουδαίος σήμερα επιστήμων του εξωτερικού, όταν σπούδαζε πληροφορική στην Πάτρα, είχε διαπράξει κάποιο φάουλ στην παρέα… Φάουλ εννοείται σε γκομενοδουλειά… το φάουλ κρίθηκε από τους πρωταγωνιστές σημαντικό, άρα σήκωνε γιαούρτωμα… Μάζεψαν όλη τη Σάρα, τη Μάρα και το κακό συναπάντημα, κι εμένα μαζί που δεν έπαιρνα σοβαρά (κυριολεκτικά) το σκοπό της αιφνίδιας επίσκεψης στην Πάτρα, καθώς μας έβλεπα μισομεθυσμένους ξημερώματα να περιμένουμε το πρώτο τρένο στο σταθμό Πελοποννήσου…

    Κατ’ εξαίρεση το τρένο έφθασε στην ώρα του, γραμμή στην πρώτη έβγα και ύστερα στο σπίτι, που μας άνοιξε συνωμοτικά ο συγκάτοικος… Στον βαθύ ύπνο το φίλος, έφαγε τα γιαούρτια επάνω του από τους πρωταγωνιστές, οι κομπάρσοι (η Σάρα και η Μάρα) από ευγένεια τα εκσφενδόνισαν χαλκομανία στον τοίχο, το δικό μου μετέωρο στο χέρι μου έπεσε στο πάτωμα μόλις ένα μέτρο μακριά μας…

    Μεσούντος του ενθουσιασμού, ουδείς παρατήρησε τη λαθροχειρία μου, εντούτοις ο σημαινόμενος, κατόπιν κάποιων γαλλικών επιφωνημάτων, έφθασε εμπρός μου, αναφωνώντας: «κι εσύ τέκνον Βρούτε?»…

    Η παρέα κατόπιν των εξηγήσεων, συνέφαγε κι ύστερα πήραμε το τρένο το επόμενο πρωί, το οποίο μας «χρώσταγε» την έγκαιρη πρώτη μετάβαση και μας επέστρεψε στον κλεινόν Άστυ, κατόπιν 10 ωρών ταξιδιού…

  22. Τώρα, αν σας πω ότι περίπου τα ίδια …απόλαυσα και γω στη Θεσσαλονίκη, καμια εικοσαριά χρόνια πριν από σας, δεν θα με πιστέψετε!

  23. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Εκτός του ότι ήταν καθαυτό καλογραμμένο το διηγηματάκι σου, εκτυλίσσονταν επιπλέον στην οδό Ιπποδρομίου (την πρώτη συγκατοικογειτονία μου..) και με καθήλωσε. (Ως ΑΑΣΠΕ υπήρχε μιά πιθανότητα να γλιτώσουν οι δικοί σου από τις κνίτικες δαγκάνες αλλά δεν υπήρχε καμία πιθανότητα διαφυγής γι αυτούς που διανοούνταν να φωνάξουν «Κότσιρας» σε αγώνα ΠΑΟΚ- Ολυμπιακού..)

  24. Το είχα διαβάσει παλιά και μου άρεσε. Φυσικά, είχα γνωρίσει κι εγώ τον εαυτό μου σε κάποιες σκηνές. Παρέκαμψα, λοιπόν, την ανάγνωση, μέχρι που είδα στα σχόλια αναφορά στον αποχαιρετισμό του υστερόγραφου. 😦

  25. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    19- Gee δεν λέμε το ίδιο πράμα, εγώ μιλάω για τους πιο καλούς φίλους μου, που εξακολουθούν να είναι, και τις λίγες φορές που βρισκόμαστε, ένας ψιλοχαμός πάλι γίνεται, αλλά μέχρι εκεί. Προσωπικά δεν μου φταίει κανένας και για τίποτα, κι ούτε περιμένω από άλλους κάτι, και φυσικά, δεν υπάρχει περίπτωση να απορρίψω τον εαυτό μου, μιά χαρά περνάω μόνος μου, και με καλή παρέα ακόμα καλύτερα. Δεν τα είπα αυτά με παράπονο, τους χαρακτηρισμούς που λέω αυτοί τους λένε, εγώ αισθάνομαι πολύ τυχερός που τους γνώρισα, και ζήσαμε στον καιρό μας αυτά που ζήσαμε, απλώς διαβάζοντας για το τρίο που σοβάρεψε, σκέφτηκα την δική μας τριάδα. Κάποιοι, αλλάζουν τελείως μεγαλώνοντας, κάποιοι απλώς σοβαρεύουν, και κάποιοι έχουν αποφασίσει να είναι σαν παλαβά παιδιά μρέχρι να πεθάνουν. Ποιό είναι το καλύτερο; αυτό που σε κάνει να νιώθεις χαρούμενος κατά την άποψή μου.

  26. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    20 – Α ρε Γς, ώρες ώρες δεν παίζεσαι.☺

  27. Οδός Ιπποδρομίου λοιπόν… Ξεκίνησα στη Φιλικής Εταιρείας, ένα δρόμο παραπέρα, και τέλειωσα στη Δεσπεραί (άλλους τρεις). Α ναι, και δέκα χρόνια μετά.

    Τάχουμε ξαναπεί όμως, για τη φοιτητική Θεσσαλονίκη.

  28. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κλαίω κανονικά.Ακόμη πριν την τελευταία γραμμή.Με γράπωσε η ιδέα της εκδρομής που αναβάλουμε γιατί μας δε μας παίρνει ο χρόνος και η καθημερινότητα. Η αβάσταχτη νομοτέλεια της ωριμότητας.
    Κι εμένα διαβάζοντας το κείμενο μου έρχονταν στο μυαλό οι στίχοι του Ντούμου «τα χρόνια τα φοιτητικά στη Σαλονίκη» όπως και το «Αμα δεις τα παιδιά να τους πεις ένα γεια».
    Στο τέλος όμως, με τον πικρό αποχαιρετισμό, αβίαστα σκέφτηκα-κι ας το γράψω στη μνήμη του απαθανατισμένου εδώ φίλου του Νικοκύρη-
    βγήκε ο ήλιος, το νήμα διαπασών
    μ’ ένα αφήγημα που κλαίει για κάποιον Τάσο

  29. cronopiusa said

    Για τον Τάσο… την Σαλονίκη, την Πόπη… τον Βαγγέλη… τις παρέες που φτιάχνουν ιστορία…

  30. gpoint said

    # 25

    Λάμπρο, ΟΛΟΙ (*) αλλάζουμε μεγαλώνοντας, απλά κάποιοι το παίρνουν χαμπάρι, κάποιοι δεν το ψάχνουν τόσο μάλλον γιατί δεν αγάπησαν τον εαυτό τους τόσο για να δίνουν σημασία σε λεπτομέρειες. Κι ο καθρέπτης δύσκολος και πονάει το ίδιο με το τότε που βρήκες τον αληθινό σου εαυτό και να τον αποδέχθηκες.

    (*) εξαίρεση η Βουγιουκλάκη

  31. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    27. Όπα Δύτη! Δεσπεραί 11, μεγάλος έρωτας! Το πάλαι… 🙂

    28.Απ΄τη συγκίνηση έκανα κοτσάνα.Αντί αφήγημα,διάβαζε «διήγημα που κλαίει.

  32. gpoint said

    Να σε βοηθήσω λίγο Λάμπρο…αλλαγή είναι να χάσεις ένα δόντι. Τότε είτε το αφήσεις (μέχρι να πέσουν όλα-όπως κάνω εγώ) είτε βάλεις γέφυρα να μην βλέπεις το κενό κάνει το ίδιο στον έναν τρόπο αποδέχεσαι την αλλαγή, τ με τον άλλον την καμουφλάρεις, δόντι όμως δεν ξαναφυτρώνει μέχρι να προοδεύσει κι άλλο η οδοντιατρική

    @ 20

    Ρε ζηλιάρη, δεν κτύπησες ποτέ σου μεγαλοστελεχού πολυεθνικής ; Μέχρι «έμπειρη υπάλληλος στο τμήμα μάρκετινγκ» έφτασες :: Ρίξε λινκ
    ;

  33. Corto said

    Συγχαρητήρια για το διήγημα. Κάποιες στιγμές η νοσταλγία είναι πολύ σκληρό συναίσθημα.

    18 (Πέπε): «Να σημειώσω ότι το «αναζητήστε τη γυναίκα» δεν το ‘χω ξανακούσει σε κανονικά ελληνικά, μόνο σερσέ λα φαμ».

    Μα και ακριβής ο τίτλος του τραγουδιού του Τσιτσάνη είναι: «Ζητήσατε την γυναίκα (Σερσέ λα φαμ)»

    Odeon GA 7475, Αθήνα 1948

  34. spiral architect said

    Μελαγχόλησα απογεματιάτικα … 😦

  35. Μαρία said

    Μεγάλος μασαλτζής αυτός ο Σταύρος. Επειδή την ώρα του σεισμού τα έπινα με φίλαθλους, πολύ κοντά μάλιστα στο Ιπποδρόμιο, μπορώ να βεβαιώσω οτι στις 20 Ιουνίου δεν είχε αγώνα.

  36. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι,

    1) Μοί επήρε 10 λεπτά και 45 δευτερόλεπτα να αναγνώσω το νεανικόν διήγημα του κ. Σαραντάκου (5.221 λέξεις), τουτέστιν ανεγίγνωσκα με ταχύτητα 486 λέξεων το λεπτόν. ΕΡΩΤΩ: Αν δεν απέθνησκεν ο Τάσος, θα είχε νόημα το διήγημα και θα μετέδιδε κάποιαν συγκίνησιν εις τας ευαισθήτους ψυχάς ως η κ. Έφη-Έφη (σχόλιον 28); ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Αριστοτελείου Λογικής: Είναι λίαν ωφέλιμος ο θάνατος (σ.σ.: του άλλου) διά πολλούς και διαφόρους λόγους…

    ΞΑΝΑΡΩΤΩ: Τί συμπέρασμα θα έβγαζε εις Αμερικάνος ή Δυτικοευρωπαίος αναγνώστης από το παρόν νεανικόν διήγημα του κ. Σαραντάκου; Ότι η νεολαία του Ρωμέικου είναι ένα μάτσο ρεμάλια, που (αντί να σπουδάζουν ή να εργάζωνται) χαρτοπαίζουν, μπεκροπίνουν, σκαρώνουν όλη μέρα πλάκες εις βάρος των φιλησύχων συνανθρώπων των και γκομενίζουν με τα χρήματα του πατρός των. Τουτέστιν, ό,τι περίπου έκαμνε και ο Μέγας Βασίλειος προ 1.650 ετών, ότε διένειμε ολόκληρον την τεραστίαν πατρικήν περιουσίαν εις τους πτωχούς, πεισθείς ο κρετίνος από τας περί Παραδείσου υποσχέσεις («χαίρετε και αγαλλιάσθε ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοίς ουρανοίς·», Ματθ. 5,12) ενός αποσυναγώγου Ραββίνου ονόματι Τζόσουα Μπέν Γιοζέφ, τον οποίον ορθώς οι σοφοί Εβραίοι εσταύρωσαν διά να μή (Ιωάννου 11,50) καταστρέψη το Έθνος των με τας μαζοχιστικάς απόψεις του…

    Με κίνδυνον να δεχθώ νέαν κιτρίνην κάρταν (εις αντικατάστασιν της χαρισθείσης σήμερον τα ξημερώματα), επιτρέψατέ μοι να κάμω μίαν πραγματολογικήν παρατήρησιν εις το διήγημα: Γράφει ο κ. Σαραντάκος ότι (το ρεμάλι ο Τάσος) «…με μια χειρονομία γεμάτη συντροφικότητα κανόνισε στο δεύτερο έτος να χάσει τη χρονιά ώστε να συμβαδίζει με τους άλλους δύο στο μετέπειτα». ΕΡΩΤΩ: Αυτό είναι αστείον του αφηγητού, ή όντως το χριστιανικόν κατηχητικόν είχε κάμει τόσον μαζοχιστήν τον μακαρίτην Τάσον, ώστε να θυσιάση μίαν ολόκληρον χρονιάν, δια να δείξη αλληλεγγύην εις τους «κολλητούς» του;

    2) Ενημερώνω τον κ. Σαραντάκον, διά κάτι που ίσως αγνοή: Η πολυπλόκαμος Μεταλληνική Κλίκα τον περιέλαβε κι αυτόν διά το άρθρον του Περί Κρυφού Σχολειού (25 Μάρτη 2013) και του «σούρει» τα μύρια όσα εις κάποιο από τα αναρίθμητα ιστολόγιά της όπου ξεμπροστιάζει τας νεοπαγανιστικάς απάτας. Ιδού το σχετικόν δημοσίευμα (Ιούνης 2013) της «Ορθόδοξης Ομάδας Δογματικής Έρευνας»

    3) Ο χθεσινός Σαββατιάτικος «Observer» δημοσιεύει εν αποκαλυπτικόν δημοσίευμα διά τας πολλαπλάς χρήσεις των λαθροπροσφύγων της πλατείας Βικτωρίας: Ρίπτουν τας τιμάς εις την πιάτσαν του ομοφυλοφιλικού έρωτος και πλέον είς Έλλην κίναιδος δύναται να βινηθή υπό ρωμαλέου νεαρού λαθροπρόσφυγος αντί μόνον 10 ευρώ

    4) Ό,τι και να σκαρφισθή η γραία Βατάλαινα (παρεκτός και «τα τινάξει»…), απόψε τα μεσάνυκτα ο γέρων Βάταλος θα αποκαλύψη αυτό που υπεσχέθη χθές και προχθές: Τί πιστεύουν οι Μαβιλίται (σ.σ.: οι κατοικοεδρεύοντες περί την πλατείαν Μαβίλη, ο νοών νοείτω) διά το πού το πάει ο Τσίπρας με το προσφυγικόν και έχει ανοίξει διάπλατα τα σύνορα του Ρωμέικου εις κάθε πικραμένον. Τα όσα θα διαβάσετε, υπερβαίνουν και την πλέον διεστραμμένην φαντασίαν…

    Μετά τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

  37. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    37. Τί πάτε να προκαλέσετε συζήτηση; Το διήγημα είναι εξαιρετικό.Η συγκίνηση ήταν από την ομορφιά της γραφής κύριέ μου, από το πόσο καλά αποδόθηκε η «αβάσταχτη νομοτέλεια της ωριμότητας». Δεν ψάχνω νεκρό να κλάψω!
    Εξάλλου μόνο με την τελευταία φράση του κατευόδιου συνδέουμε τα παραπάνω ως μνημόσυνο στον παλιό συμμαθητή.

  38. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

  39. Νίκος Κ. said

    Έλαμπε το σπίτι στις χαρές τους
    κι όλο και πληθαίνουν οι νεκροί

    Προς κατεδάφισιν, Κωστούλα Μητροπούλου, Λουκιανός Κηλαηδόνης (1970)
    http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=15872

  40. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Σεισμός – 1978
    Άκης Πάνου/Μιχάλης Μενιδιάτης
    Γιατί να ζήσω φρόνιμα
    τα χρόνια μου τα γόνιμα
    Ένας σεισμός και χάνεσαι
    και παύεις να αισθάνεσαι
    Ένας σεισμός και φύγαμε
    κι άντε να βρεις που πήγαμε

  41. Αγγελική said

    Κι άλλος φίλος σας «έφυγε»; Λυπάμαι για εκείνον, για τους δικούς του, για τους φίλους σας, λυπάμαι που «φεύγουν» οι νεώτεροι…κ.

  42. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    30-32 – Μ΄αρέσει που μεγαλώνω Gee, μ΄αρέσουν και οι σωματικές αλλαγές πάνω μου από τον χρόνο, ήμουν νέος δεν θέλω να ξαναγίνω, μου φτάνει και μου περισεύει να παραμείνει νεανική η σκέψη μου μέχρι να πεθάνω, κι αυτήν δεν την γερνάει ο χρόνος, παρά μόνο η συγκινησιακή πανούκλα, και μάλιστα από την παιδική ηλικία ακόμη, κι εγώ δεν κινδυνεύω από αυτήν. Σχεδόν, ό,τι έχω επιθυμήσει, το έχω ζήσει, και μάλιστα στον καιρό του. Αν εξαιρέσεις την πτήση στο διάστημα, και το κολύμπι με φαλαινοκαρχαρία, δεν υπάρχει κάτι άλλο να με συγκινεί ιδιαίτερα, είμαι πλήρης αισθήσεων, δηλαδή ξέχειλος τελείως. Στις κόρες μου, από την αρχή της εφηβείας τους, τους έλεγα πως, αν βιώνεις την ζωή, 50 χρόνια είναι πάρα πολλά, αν δεν την βιώνεις, 150 είναι ελάχιστα, στα 55μου, εξακολουθώ να το πιστεύω αυτό. Οι περισσότεροι άνθρωποι, χάνουν την καθημερινότητα για να ζήσουν στο μέλλον μιά μεγάλη στιγμή, αν σταθούν τυχεροί και καταφέρουν να την ζήσουν, ανακαλύπτουν ότι έχουν πληρώσει πανάκριβο τίμημα, κυριολεκτικά πιάστηκαν κορόϊδα, ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ Gee, και φύκια για μεταξωτές κορδέλες η στιγμή.
    Όπως θα έλεγε κι ο εξωγήινος Οβελίξ, ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΟΙ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ (χαμόγελο).

    Υ.Γ – Η αλήθεια, είναι πως από πέρυσι που είχα δεί ένα ντοκυμαντέρ για τους λευκούς καρχαρίες, ότι δεν είναι τόσο επικίνδυνοι όπως τους παρουσιάζουν τα ΜΜΑ, και μπορούμε να κολυμπήσουμε ανάμεσά τους, κάτι που έκαναν ο ερευνητής και κάποιοι εθελοντές, μου έχει καρφωθεί αυτή η όμορφη ιδέα, η αδρεναλίνη θα φτάσει στα 1500, αξίζει να το δοκιμάσει κανείς.

    http://hysteria.gr/33211/

  43. Νικοκύρη, ένα λαθάκι του OCR

    Είπε κι ο Μήτσος δεν υποφέρεστε, είπα κι εγώ πρέπει να βρούμε κάποιες να σας συμμορφώσουν, είπε κι ο Παπαδημητρίου, ο Χοντρός, ναι αλλά πού να μπει γυναίκα εδωμέσα, ε βέβαια, θα δει το Θ(ομά και θα φύγει είπαν εν χορώ οι άλλοι δύο, αλλ’ ο Θωμάς ήταν εκείνος που είχε κάπως προσπαθήσει να χειριστεί το θέμα, άνθρωπος της δράσης βλέπεις

  44. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για όλα τα νεότερα σχόλια!

    Ξαναήρθα στη βάση μου.

    Βρήκα και ένα μέιλ φίλου που επισημαίνει κάμποσα λαθάκια του OCR και τα διόρθωσα.

    44 Κι αυτό το διόρθωσα. Για κάποιο λόγο, το πρόγραμμα που έχω για Οσιάρ δυσκολεύεται με τα ωμέγα.

  45. Πέπε said

    @37.1.α:
    > > Αν δεν απέθνησκεν ο Τάσος, θα είχε νόημα το διήγημα και θα μετέδιδε κάποιαν συγκίνησιν;
    Ασφαλώς. Άλλη ίσως συγκίνηση, αλλά ίδετε #18 τέλος.

    37.1.γ:
    Κατ’ αρχήν δεν ξέρω αν εκείνο τον καιρό μπορούσες κυριολεκτικά να χάσεις χρονιά, όπως στο σχολείο. Στον καιρό μου δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα, μπορούσες να μην περάσεις ούτε ένα μάθημα και να τα περάσεις σε επόμενο έτος μαζί με τα τρέχοντα. Τώρα, πέρα από αυτό το τεχνικό ζήτημα, στο πλαίσιο της ρεμαλιώσης νεολαίας που κατασπαταλά την πατρική περιουσία κλπ κλπ (ώστε να μην της μείνουν απωθημένα στα γεράματα και κάνει τότε όλες τις χυδαιότητες που νομίζει χαριτωμένες), το να χάσεις μια χρονιά για να είσαι μαζί με την παρέα σου δεν ενέχει το παραμικρό στοιχείο χριστιανικής αυτοθυσίας.

    Πάντως τόσο χαμηλός βαθμός κατανόησης της ιστορίας μοι προξενεί στα σοβαρά αλγεινήν εντύπωσιν. Άλλη φορά, γέρον, δοκιμάστε ένα ρυθμό κάτω των 500 λέξεων το λεπτό, μπας και ανθιστείτε τίποτα. Τόση βιασύνη να μιλήσουμε πριν ακούσουμε όσους μίλησαν πιο πριν δεν εξυπηρετεί. Αν δεν πετύχει ούτε αυτό, τότε κάτι άλλο πταίει και όχι ο ρυθμός ανάγνωσης.

  46. sarant said

    11: Το βάζω να παίζει. Ταιριαστό πράγματι, παρόλο που ξεκινάει από μικρότερη ηλικία.

    17: Κι αυτό να δεις πώς ταιριάζει.

    28: Κι εγώ μαζί.

    35 Είπαμε, τα έκοβε χοντρά.

    37.2 Αυτοί που γράφουν την ανασκευή αυτή είναι τόσο βλάκες που δεν καταλαβαίνουν πως το καθαυτό άρθρο είναι του πατέρα μου, κι έτσι βρίσκουν αντίφαση σε αυτά που λέει «ο ίδιος άνθρωπος» που όμως δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος.

    40: Κι αυτό πολύ ωραίο…

  47. Ώρα για προπόσεις.

    έχει κι άλλες εδώ: http://lolsnaps.com/funny/94335/

  48. Ουχ, Νικοκύρη, ζβήσε τις φωτό, νόμιζα πως ήταν μια-μία. 😦

  49. Θαρρώ το διήγημα το διάβασα 2-3 χρόνια μετά τη Μεγάλη Ανατριχίλα -πρέπει να αγόρασα το «Για μια πορεία»* φοιτητής ακόμα, στο Πολύεδρο. Αμέσως θυμήθηκα την ταινία, και παρά την έλλειψη θανάτου, το You can’t always get what you want αυτόματα κόλλησαν ως σάουντρακ στο διήγημα.

    * Παρεμπ, είναι από αυτά που κατέληξαν δανεικά κι αγύριστα…

  50. sarant said

    49 Βαργιέμαι 🙂 (βάζω το γ για να δείξω πόσο πολύ)

  51. smerdaleos said

    @37, Βάταλο: Τουτέστιν, ό,τι περίπου έκαμνε και ο Μέγας Βασίλειος προ 1.650 ετών, ότε διένειμε ολόκληρον την τεραστίαν πατρικήν περιουσίαν εις τους πτωχούς, πεισθείς ο κρετίνος από τας περί Παραδείσου υποσχέσεις («χαίρετε και αγαλλιάσθε ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοίς ουρανοίς·», Ματθ. 5,12) ενός αποσυναγώγου Ραββίνου ονόματι Τζόσουα Μπέν Γιοζέφ, τον οποίον ορθώς οι σοφοί Εβραίοι εσταύρωσαν διά να μή (Ιωάννου 11,50) καταστρέψη το Έθνος των με τας μαζοχιστικάς απόψεις του…
    —-

    Δε μου λές Δώτορ, τότε γιατί στην προηγούμενή σου μετενσάρκωση ως Ιουλιανός έδωσες εντολή στους ιερείς των Ελλήνων ν΄αρχίσουν ν΄αντιγράφουν τα κόλπα των δυσσεβών Γαλιλαίων, όπως η φιλανθρωπία και να τα παρουσιάζουν ως παραδοσιακά δικά τους (ελληνικά), για να αυξηθεί η πελατεία του μαγαζιού;

    […] οὐδὲ ἀποβλέπομεν, ὡς μάλιστα τὴν «αθεότητα» (χριστιανισμό) συνηύξησεν ἡ περὶ τοὺς ξένους φιλανθρωπία και ἡ περὶ τᾶς ταφὰς τῶν νεκρῶν προμήθεια καὶ ἡ πεπλασμένη σεμνότης (πλαστή σεμνότης ~ ψευτοσεμνότητα) κατὰ τὸν βίον. Ὧν ἕκαστον οἴομαι χρῆναι παρ΄ἡμῶν ἀληθῶς ἐπιτηδεύεσθαι. […] Αἰσχρὸν γὰρ, εἰ τῶν μὲν Ἰουδαίων οὐδεῖς μεταιτεῖ, τρέφουσι δὲ οἱ δυσσεβεῖς Γαλιλαῖοι, πρὸς τοῖς ἑαυτῶν καὶ τοὺς ἡμετέρους, οἱ δὲ ἡμέτεροι τῆς παρ΄ἡμῶν ἐπικουρίας ἐνδεεῖς φαίνονται. Δίδασκε δὲ καὶ συνεισφέρειν τοὺς Ἑλληνιστὰς εἰς τὰς τοιάυτας λειτουργίας […] καὶ τοὺς Ἑλληνικούς ταῖς τοιάυταις εὐποιίαις προσέθιζε, διδάσκων αὐτοὺς ὡς τοῦτο πάλαι ἦν ἡμέτερον ἔργον.

    Μετάφραση: ούτε βλέπουμε πόσο πολύ βοήθησε στην διάδοση (συνηύξησεν) της «αθεότητας» (Χριστιανισμού) η φιλανθρωπία προς τους ξένους και η προμήθεια για τις ταφές των νεκρών και η ψευτοσεμνότητα του βίου. Καθένα από αυτά πιστεύω πως πρέπει να το οικειοποιηθούμε πραγματικά στην συμπεριφορά μας. […] Γιατί είναι αισχρό, από τη μια, να μην ζητιανεύει κανένας από τους Ιουδαίους και οι δυσσεβείς «Γαλιλαίοι» (Χριστιανοί) να τρέφουν τόσο τους δικούς τους όσο και τους δικούς μας και, από την άλλη, οι δικοί μας να φαίνονται «ενδεείς» (~ «κακόμοιροι ζήτουλες») που έχουν ανάγκη της βοήθειάς μας. Να διδάσκεις και να προσφέρεις στους Ελληνιστές αυτές τις [χριστιανικές] λειτουργίες […] και να προσεθίζεις τους Ελληνικούς πληθυσμούς σε αυτές τις [χριστιανικές] ευποιίες, διδάσκοντάς τους ότι πρόκειται για παραδοσιακές δικές μας (πολυθεϊστικές) πρακτικές.

  52. ΓιώργοςΜ said

    Είμαι πρόσφατος θαμώνας της ομήγυρης και δε θέλω να φλυαρήσω.
    Προσυπογράφω το #8 (αρχή) προσθέτοντας μονο το μονο κομμάτι που θυμάμαι από τη «Μαύρη τουλίπα» που διάβασα πιτσιρικάς και για κάποιο λόγο μου έμεινε: Στην αγωνία του πως θα πεθάνει στη φυλακή, ο ήρωας σκέφτεται «… και θα πεθάνω χωρίς να δώσω τ’ όνομά μου σ’ ένα παιδί, ένα λουλούδι ή ένα βιβλίο, ένα από τα τρία πράγματα που ο Θεος επιτάσσει…»
    Πιστεύω πως όποιος πέτυχε ένα (τουλάχιστον) από τα τρία, κέρδισε το κομματάκι τους της αθανασίας.

  53. Σκορπιες σκεψεις .

    1. Πολλοι Αθηναιοι που σπουδαζαν στην Αθηνα ειχαν και αυτοι τα σπιτια τους (τις γκαρσονιερες). Αρχικα κοινοχρηστα ανα 2 , 3 ή 4 και στην συνεχεια -σε μεγαλυτερα ετη – μονοι τους. Δεν ηταν ανεκτο σε μικροαστους γονεις να πηγαινες την «δικια » σου στο σπιτι, εκτος και αν ηταν γιορτη ή οταν οι γονεις ελειπαν διακοπες. Αυτα μπορουσαν να γινουν σε πολυ προχω γονεις λ.χ. μεγαλοαστους ή λουμπεν.
    Αμεση συνεπεια ηταν η αναγκη εξευρεσης χρηματων με εργασια (φροντιστηρια σε μαθητες, εργασια σε πολυκαταστηματα στις εορτες, οικοδομη, λαχαναγορα,…., και προς το τελος συμπληρωση ερωτηματολογιων ερευνας αγορας) παραλληλα με τις σπουδες. Επειδη οι συγκοινωνιες ηταν αργες και αβολες ενα μοτοδηλατο ηταν επισης αναγκαιο.

    2. Εμεις λοιπον οι κυριλε Φοιτητες Φρικια,καθυστερησαμε τις σπουδες μας για να μαθουμε την ζωην και την μουσικην, κατα την εποχην των …σπηλαιων που εζησαμε πολυ εντονως.

    Ηθικος αυτουργος της γνωσης μου περι μουσικης ο Γκοτσανθρωπος. Απο τα 12 αγοραζε το pop (Γερμανικο νομιζω), βινυλια καI πηγαινα σπιτι του, οποτε ειμαι γνωστης πολλων δρομων της rock και της προοδευτικης rock , ψυχεδελικης και ηλεκτρονικης μουσικης (απο Αμερικη San Fransisco, Jefferson A., Country Joe, F. Zappa, Woodstock, soul, R&B.. αλλα κυριως απο Αγγλια John Mayal και ολους τους μαθητες-συνεργατες του, Ε.Clapton, …,Led Ζepellin, Deep Purple, Uriah Heep, Wishbone Ash, ELP, Jethro Tull,Pink Floyd με Syd, Vangelis, Mike Oldfield (παλιοχωραφο),…. πριν το 1973, που τελειωσαμε το 6ταξιο Γυμνασιο.
    Μετα περασαμε στην Jazz rock Weather Report,…, Jazz ,…

    (1973-1987 Λονδινο, και απο το 1987 Σαο Παουλο, Βραζιλια*),δυστυχως εχει να ελθει απο το 1993.

    *εκανε παγκοσμια πατεντα :δηλ. μαθηματα αγγλικων σε βραζιλιανους μανατζερ πολυεθνικων στο γραφειο τους, μαζι με ξεμπαρκους αγγλους στην Βραζιλια και βραζιλιανους που πηγαν στην Αγγλια αλλα δεν τελειωσαν τις σπουδες τους.
    Πως νομιζεις οτι η Βραζιλια μπηκε στον Ομιλο των BRIC;
    Με την βοηθεια ενος πολυμηχανου Ελληνα, του Γκοτσανθρωπου.

    2. Θεσσαλονικη
    To 1976, στην ΑΒΣΘ εμπαιναν 500 κατεβαζοντας την βαση στο 6,5/20 (αν θυμαμαι καλα). » Οποτε ενας συμμαθητης μου απο το δημοτικο που ειχε μπει το 1975 Μηχανολογος στα ΚΑΤΕ Λαρισας, μπηκε στην ΑΒΣΘ και νοικιασε ενα διαμερισμα σε ενα πανεμορφο εκλεκτικιστικο κτιριο επι της Καρολου Ντηλ απεναντι απο τον ΟΤΕ. Μετα εμπλεξε με ουσιες, μπαρ, νησια, κακιες παρες και τωρα ειναι στην Αριζονα.
    Ερχεται καθε καλοκαιρι και τα λεμε.

    Την Θεσσαλονικη την γνωριζω αρκετα καλα, ηδη απο το 1978. Οκτωβριος 1978 . Φιλοξενουμενος σε ενα διατηρητεο επι της Καρόλου Ντηλ απεναντι απο τον ΟΤΕ, ταβλι με τις ωρες στο Ματζέστικ, ταβερνες στα καστρα με φοιτητοπαρεες, το βραδυ στα πρωτα μπαρ Φλου,Λουκι Λουκ,…

    Φτωχεια στην πολυφυλετικη Θεσαλονικη. Μου ειχε κανει εντυπωση οταν πρωτοανεβηκα (το 1976;), αλλα και μετα το 1978 και το 1985-86 στρατιωτης) , οτι οι εργολαβοι τοτε εχτιζαν τις πολυκατοικιες χωρις θερμανση (νομιζω και χωρις ανελκυστηρα) λ.χ. στην περιοχη «Αναληψη».

    Δυο φιλοι μου που γνωρισαν Θεσαλονικιες τις παντρευτηκαν. Φαινεται, νομιζαν οτι εκαναν την τυχη τους με τους…. Αθηναιους.

    Σε ενα ποιημα μου εγραψα :

    «Οι πρώτοι βόρειοι εκπρόσωποι της ΕΦΕΕ που ’ρθανε Αθήνα
    από την ίδια παράταξη παίζανε …ξύλο, τέτοιος διάλογος»

    Πραγματικο περιστατικο στην Πολυτεχνειουπολη Ζωγραφου. Οντως οι σπουδαζοντες στην Θεσσαλονικη συνδικαλιστες ηταν αρκετα ως πολυ αγριοι.

    3. Στρατιωτικη θητεια στην Θεσσαλονικη, για 7 μηνες.
    Τον Νοεμβρη του 1985 εφθασα με μεταθεση φανταρος στην Θεσσαλονικη. Πολυ ανετη θητεια.Εκανα τις υπηρεσιες φρουρας Χριστουγεννα και Πρωτοχρονια, βοηθωντας τους ντοπιους φανταρους και έπαιρνα μεγαλυτερη αδεια των Φωτων. Εκει εμαθα τις Τρυπες **(συγκροτημα), παρακολουθησα συναυλια του παιδιου θαυματος Δ.Σγουρου με προσκληση του ΥΠΠΟ που εδωσαν στον λοχο μου και ΚΑΝΕΙΣ Θεσσαλονικος φανταρος δε ηθελε,…Οι συναδελφοι φανταροι στο 3ο Γραφειο μου ελεγαν για το «κρατος των Αθηνων»

    **Κατι ξηγημενα αλανια κι ετσι μου ειπαν για τις Τρυπες , τα γκροβερ,… και εγω τους κοιταζα σαν να ειναι (μουσικα) αρειανοι. Κατοπιν , αφου απολυθηκα τους ειδα στην τηλεοραση και οντως το «δεν χωρας πουθενα», νομιζω οτι ειναι το καλυτερο ελληνικο rock τραγουδι της περιοδου 1985-2005.

    Το 1985-86 μου εκανε πολυ εντυπωση που οι Θεσσαλονικιες εβγαιναν το πρωι βαμμενες με εντονο μακιγιαζ, με τα καλα τους , εως φορεματα «τουαλεττες»,…

    Τοπόσημα Θεσσαλονίκης 1976-1986 (με τα ματια ενος Αθηναιου)

    Λευκός Πύργος
    Modiano
    Παλιά πόλη
    Νέα παραλία
    Μια ταβερνα λιγο πιο εξω πολυ της μοδος
    Ολυμπιακή
    Σιδ. Σταθμός Θεσσαλονίκης
    Διαγώνιος
    Όλυμπος-Ναουσσα
    ABC
    Queen Olga
    City
    Majestic
    De facto
    Sante
    Flou
    ……..

    4. Γενικες εντυπωσεις.

    Καποια περιοδο επι Κυβερνησεων Σημιτη και Κ.Καραμανλη (junior) τα υπουργικα συμβουλια γεμισαν απο Ποντιους και Βορειοελλαδιτες ή αποφοιτους ΑΠΘ,….

    Μετα ηλθε η πολιτιστικη πρωτευουσα, εγιναν γραφεια μελετων, κατεβηκε η ομαδα του ΠΑΣΟΚ που σπουδασε πανω για να κυβερνησει (Βενιζελος, Μαγκριωτης, Καστανιδης, Λοβερδος, Μ.Αρσενη, …..), ο Βουγιας, ο Κουρακης…, η Καϊλη,…

    και οι αντιστοιχοι της ΝΔ οπως ο Σ.Κουβελας,…. ο φτερωτος γιατρος, …..η Ελενα Ραπτη,…

  54. 8. Δυστυχως, παρακολουθώ τους θανατους των συμφοιτητων μου να αυξανονται προϊοντως του χρονου.
    2005 :10, 2015 :16 .

    Ακόμη χειρότερα, στο filofax που διατηρώ χειρογραφως επι 20-ετια, το πλήθος των σταυρών όλο και μεγαλώνει, δηλ. γίνεται απτό ότι με κάποιους/ες δεν θα ξαναμιλήσεις ποτέ.

  55. Και ψαχνοντας για ταβερνες και μπαρ της Θεσσαλονικης, ας συνεχισουμε αισιόδοξα με τις ωραίες αναμνήσεις των 80’s που συνοψιζονται στο παρακατω ρεπορταζ.

    «HMOYN KAI ΕΓΩ ΕΚΕΙ
    80’s

    ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ πως τα πρώτα µεταπολιτευτικά χρόνια, παρά την αναστάτωση και τη χειραφέτηση που αυτά είχαν φέρει στην κοινωνία, δεν είχαν αγγίξει παρά µόνο ένα µικρό κοµµάτι της,- αυτό της φοιτητικής κοινότητας. Κατά τα άλλα, η κοινωνία ζούσε εγκλωβισµένη µέσα στην συντηρητική κοινωνική ηθική της δικτατορίας και των στερεοτύπων που αυτή είχε παράγει. Ήταν λίγο πριν την αλλαγή της δεκαετίας, που οι µαθήτριες ακόµη φορούσαν ποδιές, οι καθηγητές στο σχολείο εξέταζαν το µήκος των µαλλιών των µαθητών και το εύρος της «καµπάνας» των παντελονιών τους, ενώ η αστυνοµία συχνά πυκνά εισέβαλε στις discotheque της πόλης, αναζητώντας νέους και νέες κάτω των δεκαοκτώ ετών.

    Φύσα αγέρι…
    Ήταν µια άλλη εποχή, µια άλλη κοινωνία, µια άλλη Ελλάδα που έφευγε αγκοµαχώντας, αφήνοντας το χώρο ελεύθερο για να φυσήξει ο άνεµος µιας νέας εποχής. Οι φοιτητές ζούσαν στον παροξυσµό της έντονης πολιτικής δράσης και σύχναζαν σε ταβέρνες στα Κάστρα, όπως στη ∆όµνα ή σε «ρεµπετάδικα», όπως το Χάραµα στην περιοχή Παπάφη ή µπουάτ, όπως το Αχίλλειον στην οδό Αγίου ∆ηµητρίου ή τα ∆έκα Βήµατα στην Άµµο στη Φλέµινγκ…Τα ρεµπέτικα, η µουσική του Μίκη Θεοδωράκη και του ∆ιονύση Σαββόπουλου, αλλά και τα τραγούδια του αγώνα, τα αντάρτικα ήταν ψηλά στις προτιµήσεις του φοιτητικού κοινού. Κάποιες οµάδες πιο ψαγµένων νέων σύχναζαν στις πρώτες pub που είχαν αρχίσει δειλά-δειλά να κάνουν την εµφάνισή τους. Η πιο σηµαντική ήταν η pub Fox στη Μητροπολίτου Ιωσήφ, η Ανατολή στην Αµπελλού, του Γιώργου Ζήκα, (όπου σύχναζαν και µερικά από τα «Κουρέλια Τραγουδούν Ακόµη», όπως ο Κωνσταντίνος Τζούµας, ο Άλκης Παναγιωτίδης, η Ρίτα Μπενσουσάν), ο all time classic ∆ον Κιχώτης, το Santé του Γιώργου Καράογλου (Κίκης), το Lucky Look (όπου δούλευε ένας ταλαντούχος νέος που έµελε να σηµαδέψει την κοινωνική ζωή της πόλης, ο Νίκος Στεφανίδης), ενώ στο club Lara στην Πλατεία Αριστοτέλους, γκρουπάκια πειραµατίζονται στη ροκ µουσική (A Priori, Άσπρη Σφίγγα κ.λ.π.).

    [….]

    Κι έτσι φεύγει το ’89 και µαζί του σβήνει µια δεκαετία όπου οι µουσικές των Simple Minds, των Dire Straights, των Cure και του Bruce Springsteen παραχωρούν τη θέση τους σ΄αυτές του Βασίλη Καρρά, του Πασχάλη Τερζή και του Ζαφείρη Μελά, ενώ στο βάθος σκάνε µύτη ο Αντώνης Ρέµος, η Νατάσα Θεοδωρίδου, ο ∆ηµήτρης Χρυσοχοϊδης και άλλα καλά παιδιά. Ένας θαυµαστός καινούριος κόσµος ανατέλλει.

    http://parallaximag.gr/thessaloniki/reportaz/80s

  56. sarant said

    53 Νάσαι καλά!

    55 Ωχ…

  57. Corto said

    Πάντως η κακή φήμη των φοιτητών ως ρεμπεσκέδες, χαρτοπαίχτες και «εκμεταλλευτές πατρικής περιουσίας» δεν είναι κάτι καινούργιο, όπως προκύπτει π.χ. από την γραμματική του μάγκα του Γ. Καμβύση με τον Π. Κυριακό:

    – Τώρα όμως θα σε ρωτήσω κάτι δυσκολότερο. Λόγου χάριν ο φοιτητής. Ονομαστική;
    – Ο φοιτητής.
    – Γενική;
    – Του αγράμματου.
    – Δοτική;
    – Τω τούβλω.
    – Αιτιατική;
    – Τον χαρτοπαίχτη.
    – Κλητική;
    – Ω λεφτά του γέρου που πάτε περίπατο.

  58. nikiplos said

    Cher Βατταλε, @37…

    Η ιστορία στέκει κι από μόνη της… Οι έλληνες φοιτητές του ρωμαίϊκου ανταποκρίνονται επακριβώς στις πανεπιστημιακές τους υποχρεώσεις, που όπως η ελληνική πολιτεία επιτάσσει δεν είναι τίποτε άλλο, παρά να νοικιάσουν τις γκαρσονιέρες και τα δυάρια…

    Από εκεί και πέρα η πολιτεία και η πανεπιστημιακή κοινότητα τους έχει κυριολεκτικά χεσμένους… για το που θα μένουν ας πούμε, πως θα μεταβούν στο Πανεπιστήμιο, αν τα ωράρια διδασκαλίας βολεύουν, εάν οι καθηγηταί είναι στα γραφεία τους τις ώρες που έχουν ανακοινώσει ότι δέχονται φοιτητές κοκ…

    πλειστάκις ανέβηκα στην πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου, «από την εξορία του Αδάμ» και ο διδάσκων που και δεχόταν και ραντεβού μοι είχε δώσει, έλειπε… Τσάμπα έχασα δύο ή τρία δημιουργικά 4ωρα… Τότε (στα δικά μου χρόνια) η βιβλιοθήκη-αναγνωστήριο άνοιγε στις 08:30 και έκλεινε ακριβώς στις 14:30 για να εξυπηρετήσει μόνον (υποψιάζομαι) τις μόνιμες διορισμένες ανηψιούλες… πάντως ουδόλως τη φοιτητική κοινότητα…

    Στα χρόνια που ακολούθησαν και συνειδητοποιήσαμε, ότι για να μάθουμε δυό τρία πραγματάκια έπρεπε να περνάμε τσάτρα πάτρα τα μαθήματα με την άσχετη κι αναχρονιστική ύλη, κι ύστερα να διαβάζουμε τα χρήσιμα στις βιβλιοθήκες και στ’ αναγνωστήρια… Σαφώς στις ομάδες των διδασκόντων υπήρξαν φωτισμένοι πνευματικοί πατέρες που μας έμαθαν ακόμη και για τη ζωή, αυτοί όμως σπάνιζαν δραματικά και σε κάνα δύο εξ’ όσων γνωρίζω η ζωή δεν φέρθηκε με αβρότητα…

    Τα ανωτέρω δεν τα λέω για να αθωώσω τη νεανική επιπολαιότητα που διέπει μεγάλη μερίδα των νέων, ούτε την άκυρη πολιτεία που ίδρυσε πανεπιστήμια και ΑΤΕΙ, σε κάθε ραχούλα, εξισώνοντας προκλητικά τα πτυχία… Τα λέω γιατί στα μετέπειτα χρόνια μου στο εξωτερικό (UPMC – Paris) αν δεν ήταν οργανωμένα, τα Γαλλάκια θα ξεσάλωναν εις την νιοστή σε σχέση με τα ελληνόπουλα…

  59. Μαρία said

    46
    Κυριολεκτικότατα και εκείνο τον καιρό. Για τον 815 του ’78 όλο και κάτι θα άκουσες.
    Ο δικός σου ο καιρός άρχισε μετά το ’82.

  60. sarant said

    58 Φυσικά Μοτίβο κλασικό τα λεφτά του πατέρα στο χωριό, που πάνε χαμένα. Ακόμα κι ο Μπαλζάκ έχει τέτοια 🙂

    59 Εσβησα το προηγούμενο που ήταν μισό.

  61. gpoint said

    # 43

    «Στις κόρες μου, από την αρχή της εφηβείας τους, τους έλεγα πως, αν βιώνεις την ζωή, 50 χρόνια είναι πάρα πολλά, αν δεν την βιώνεις, 150 είναι ελάχιστα, στα 55μου, εξακολουθώ να το πιστεύω αυτό.
    Δικαίωμά σου να το πιστεύεις εδώ άλλοι πιστεύανε στον σοσιαλισμό ή στην κάρα του (αγίου) καραγκούνη Τωρα αν θεωρεις βίωμα της ζωής το να κολυμπάς με καρχαρίες (λευκούς όχι τίποτε ιμιτασιόν) να σου δώσω το μέηλ ενός φακίρη που ξέρω που κοιμάται με 47 κόμπρες για μαξιλάρι κι άλλες 4 για να καθαρίζει τα νύχια του με τα δόντια τους. Πάντως στο ψάρεμα ο φακίρης τέτοιες μαλακίες δεν λέει κι είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρω που κοιμάται λιγότερο από μένα. Είναι και καλός μαθηματικός υπολόγισε πως ένας 30άρης που κοιμάται ένα δίωρο την ημέρα έχει τις εμπειρίες ενός 50άρη που κοιμάται κανονικό οκτάωρο κι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να απολαμβάνεις την ζωή μια που συνήθως όταν έχεις τιςεμπειρίες έει προηγηθεί ηλικιακή φθορά.’
    Εξυπακούεται πως θα του αναφέρω πως ίσως το κολύμπημα με λευκοκαρχαρίες αλλάξει τα δεδομένα κι αν έχω νεώτερα θα σε ειδοποιήσω

    Μέχρι τότε σου αφιερώνω το τραγουδάκι

  62. smerdaleos said

    @61.

    Ο πρώτος «φοιτητής» που κατηγορήθηκε ως χαραμοφάης επειδή σπατάλησε τo μερίδιό του από την πατρική περιουσία στην γνώση ήταν ο Δημόκριτος. 🙂

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%82

    Κατά τη μοιρασιά της πατρικής περιουσίας ανάμεσα στο Δημόκριτο και τα δύο αδέρφια του ο πρώτος, σύμφωνα με μια μαρτυρία, προτίμησε να λάβει το μικρότερο μερίδιο σε χρήματα (100 τάλαντα). Αυτά τα χρήματα τα ξόδεψε ταξιδεύοντας σε όλο σχεδόν τον τότε γνωστό κόσμο. Τα ταξίδια του στην Αίγυπτο, την Περσία και τη Βαβυλώνα θεωρούνται σχεδόν σίγουρα, ενώ τα ταξίδια στην Αιθιοπία και την Ινδία είναι λιγότερο βέβαιο ότι πραγματοποιήθηκαν.

    Όταν ο Δημόκριτος επέστρεψε κάποτε στα Άβδηρα, είχε αναλώσει πια όλο το μερίδιό του της πατρικής κληρονομιάς. Τη φροντίδα του και τη συντήρησή του ανέλαβε ο αδελφός του Δάμασος.

    Φαίνεται ότι η εκτίμηση που απολάμβανε ο Δημόκριτος από τους συμπατριώτες του προκάλεσε το φθόνο ορισμένων απ’ αυτούς, οι οποίοι σκέφτηκαν να ζητήσουν στην περίπτωση του φιλοσόφου την ενεργοποίηση ενός πατροπαράδοτου νόμου, ο οποίος προέβλεπε την απαγόρευση της ταφής στην πατρίδα όποιου είχε σπαταλήσει την πατρική περιουσία. Ο Δημόκριτος απάντησε διαβάζοντας στους συμπολίτες του το Μέγα διάκοσμο. Το έργο αποτιμήθηκε από τους συμπολίτες του στα 500 τάλαντα, ενώ ορίστηκε να του αφιερωθούν και 20 ανδριάντες από χαλκό. Και η ιστορία αυτή φαίνεται πλαστή, αφού ο Μέγας διάκοσμος πρέπει να είναι έργο του Λεύκιππου. Η δημιουργία της ίσως να αποτελεί και πάλι μια απάντηση στην κατηγορία ότι η μελέτη της φιλοσοφίας είναι άχρηστη: ο Δημόκριτος όχι μόνο δε σπατάλησε την πατρική περιουσία, αλλά την πολλαπλασίασε (από 100 την έκανε 500 τάλαντα), αφού δημιούργησε ένα πολύτιμο φιλοσοφικό έργο.

  63. Πάνος με πεζά said

    Πάντως, δείτε αν βρείτε χρόνο και την ταινία στρην οποία παραπέμπω στο (#13). Έχει γυριστεί το 2004, με σκηνοθέτη-σεναριογράφο τον Αλέξανδρο Πανταζούδη, και βοήθεια στην εκτέλεση παραγωγής από το Λάκη Λαζόπουλο. Και νομίζω ότι προβάλλει παλιά βιώματα με σύγχρονο φίλτρο…

  64. γεροπαράξενος said

    Μου άρεσε ιδιαίτερα το σημερινό, διαπιστώνω πως λίγο πολύ οι νεανικές – φοιτητικές παρέες έχουν ομοιότητες κι αντιστοιχίες. Κοινά τα βιωματα, θα μπορούσα να διαβάζω για δικές μου παρέες…
    Καλό ταξείδι στον φίλο σας τον Τάσο, σα να τον ξέρω νοιώθω.
    Είμαστε περίπου συνομίλικοι, ίσως κάνα δυό χρόνια διαφορά, και βλέπω και στις δικιές μου παρέες, έχουν αρχίσει να καλούν την κλάση μας….

  65. ΚΑΒ said

    Ω ξεῖν’, ἀγγέλλειν τοῖς γονεῦσιν ότι τήδε κοιμώμεθα τοῖς κείνων χρήμασι τρεφόμενοι.

  66. sarant said

    64 Θα τη δω λοιπόν -αλλά μου κάνει εντύπωση που σχετικά πρόσφατη ταινία υπάρχει ολόκληρη.

    65 Νάσαι καλά!

  67. Corto said

    Και ο Νοτιάς του Τ. Μπουλμέτη αποδίδει με πολύ ζωντάνια στιγμιότυπα από την ζωή των φοιτητών την ίδια εποχή με το διήγημα (μέσα ’70 έως αρχές ’80), κυρίως όσον αφορά τις ατέρμονες πολιτικές συζητήσεις και αναλύσεις.

    http://www.athinorama.gr/cinema/movie/notias-10050520.html

    Παρεμπιπτόντως αυτή η ταινία, παρά τις αδυναμίες της, δεν αποτυγχάνει ούτε κατ’ ελάχιστον στην απόδοση της εποχής. Τα πάντα είναι απεικονισμένα με πολύ προσοχή (ρούχα, αντικείμενα, οχήματα, κτίρια κλπ), ώστε να αντιστοιχούν σε εικόνες της Αθήνας τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Του σκηνοθέτη δεν του έχει ξεφύγει τίποτα αναχρονιστικό.

  68. Πάνος με πεζά said

    @ 67 : A, υπάρχουν και πιο πρόσφατες, της τρέχουσας δεκαετίας…(π.χ. τα «45 M2»)

  69. 54 τέλος: Ο Μακεδονάρχης ο Κούβελας, Πυργιώτης τη καταγωγή (όπως και τόσοι άλλοι στην πολιτική) 🙂

    Και μιας και πιάσαμε αναμνήσεις, ας βάλω κι εγώ κάποιες…

    Η πρώτη μου επαφή με τη Σαλονίκη ήταν το καλοκαίρι του 78. λίγο μετά το σεισμό (και βέβαια πέρασα κι απ’ την πεσμένη πολυκατοικία, ήταν κάτι το περίεργο) σε μια μικρή στάση, φεύγοντας για εκδρομή στη Βουλγαρία, που διοργανώθηκε από σύλλογο του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, αλλά αφετηρία ορίστηκε η Σαλονίκη αφού είχαμε ήδη γίνει σκορποχώρι (δεν υπήρχε εξεταστική του Ιουνίου για τη ΦΜΣ αφού είχε παρθεί απόφαση να χαθεί το εξάμηνο λόγω αποχών, μεγάλη ιστορία….)
    Τη Θεσσαλονίκη την αγάπησα, αλλά πάντα μακριά της. Πάντα περαστικός, πάντα για λίγες μέρες.

    Για τα φοιτητικά χρόνια, δεν λέω πολλά. Το καλό είναι πως εδώ και δυο χρόνια έχουμε αρχίσει να ξαναβρισκόμαστε!!! Ηλεκτρονικά αλλά και ζωντανά!!!

  70. Πάνος με πεζά said

    Στο περιθώριο του κειμένου, και βλέποντας πάντως τις φωτογραφίες της καταρρεύσασας πολυκατοικίας, καταλαβαίνει κανείς γιατί καθιερώθηκε στη συνέχεια ο ικανοτικός έλεγχος των κόμβων (ενίσχυση της αντοχής τους), και στη συνέχεια βεβαίως, τα μεγάλα τοιχώματα στα κτίρια, η ελάττωση των ιδιοπεριόδων και της μεγάλης παραμόρφωσης, η οποία τελικά είναι και ο καταστροφέας.
    Υποστυλώματα οκτώ ορόφων έχουν πέσει στο έδαφος «ολόκληρα», επειδή μέχρι τότε ίσως δεν ξέραμε πολλά από την παθολογία ενός φέροντα οργανισμού…
    http://www.zougla.gr/file.ashx?fid=1004758
    Δεν είναι λίγες οι φορές που μ’ έπιασε σύγκρυο περπατώντας στην παραλία της Θεσσαλονίκης και βλέποντας τα πολυώροφα κτίρια, ακριβώς μπροστά στη θάλασσα…Γιατί καλώς η κακώς, τα κτίρια που πέφτουν, έπεσαν…με αυτά που έμειναν όρθια, αλλά έχουν κατασκευαστεί με την ίδια συνθήκη, τι να έχει να πει κανείς;

  71. Ρε σεις, ο γέροντας, ο σεβαστός, στην πλατεία Μαβίλη είπε ότι πάει; Μπας και πήγε πλατεία Βικτωρίας;

  72. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    …αλλά βλεπόμαστε στα όνειρά μας

  73. Alexis said

    Μας στεναχώρησες απόψε Νίκο…
    Καλό ταξίδι στο φίλο σου…

    Το παιχνίδι της παρέας στο σταθμό μου θύμισε έντονα αυτό:

    #28: Έφη, να ‘σαι καλά που μ’ έκανες να ξανακούσω ένα από τα πιο συγκλονιστικά τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ!

  74. Alexis said

    #72: Τώρα που το λες, και πολύ ενημερωμένο τον κόβω για τα συμβαίνοντα στην «πιάτσα» 🙂

  75. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    74 Ναι, κι εγώ το σκέφτηκα αυτό.

  76. Μαρία said

    71
    Η έκθεση των πραγματογνωμόνων.
    http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin.asp?c=124&dc=7&db=9&da=1978

  77. Μαρία said

    72
    Γνωστό βιζιτάδικο η Βικτώρια τουλάχιστον απ’ το 2009 🙂

  78. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    62- Βιωματική ζωή, είναι η απλή καθημερινότητα Gee, και δεν κολυμπάς κάθε μέρα με καρχαρίες. Αρκεί να ακολουθείς το κάλεσμα των αισθήσεών σου, και την ροή των ορμονών σου χωρίς να τις εμποδίζεις. Δεν πρέπει να ζείς για μια μεγάλη στιγμή, η επιτυχία δεν σε κάνει ευτυχισμένο, η ικανοποίση των αισθήσεων όμως, σίγουρα θα σε κάνουν ευχαριστημένο. Βλέπεις πολλούς ευχαριστημένους γύρω σου Gee; τα παιδιά πως τα βλέπεις;

  79. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι,

    1) Χρόνια Πολλά εις τον Αρχηγόν της Ρωμιοσύνης, Βαρθολομαίον Αρχοντώνην που έχει σήμερον τα γενέθλιά του (εγεννήθη 29 Φλεβάρη 1940).

    2) Ευχαριστώ τον κ. Σμερδαλέον (σχόλιον 52) που έκαμε τον κόπον να αναρτήση τας μνημειώδεις επιστολάς του Μεγίστου Ιουλιανού, διά την προπαγανδιστικήν Φιλανθρωπίαν των δυσσεβών Γαλιλαίων. Ας μοί επιτραπή να ερωτήσω τον «Σάθαν του 21ου Αιώνος»: 1)Αι περίφημοι Αγάπαι των Πρώτων Χριστιανών τί ακριβώς ήσαν; Γεύματα μεταξύ Χριστιανών από τα οποία απεκλείοντο όλοι οι άλλοι, κάτι σαν τα σημερινά Γεύματα Μίσους της Χρυσής Αυγής. 2) Από τον θάνατον του Ραββίνου Χριστού μέχρι την Α΄ Οικουμενικήν Σύνοδον (280 έτη) ποία ήτο η Χριστιανική Φιλανθρωπία προς τους Μή Χριστιανούς; ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ!.. Αν επί Ιουλιανού οι Χριστιανοί ετάϊζον και μερικούς Εθνικούς, αυτό γινόταν με ξένα (Κρατικά) χρήματα και αποκλειστικώς διά λόγους προσηλυτισμού.

    Η Ιδέα ότι η Φιλανθρωπία προς τους Πτωχούς δύναται να εξαγοράση τας Αμαρτίας μας είναι καθαρώς Ιουδαϊκή και οι Έλληνες ουδέποτε θα ηδύναντο να συλλάβουν τοιαύτην παρανοϊκήν ιδέαν, ως επισημαίνει ο μέγας Άγγλος ιστορικός του Πρωΐμου Χριστιανισμού G.E.M. de Ste Croix (1910-2000) εις το μνημειώδες σύγγραμμά του «Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη» (ΜΙΕΤ, 2005) που δύνασθε να καταβιβάσητε δωρεάν εδώ.

    Από το εν λόγω σύγγραμμα του G.E.M. de Ste Croix, επιτρέψατέ μοι κ. Σμερδαλέε, να αναρτήσω αποκλειστικώς δι’ υμάς και διά τον εργοδότην σας κ. Blog-oti-nanai, τας σελίδας 151+152 όπου αναφέρει την γνώμην του Αμμιανού Μαρκελλίνου διά τους Γαλιλαίους:

    «Τα άγρια θηρία δεν είναι τόσο μεγάλοι εχθροί της Ανθρωπότητας, όσο είναι οι περισσότεροι Χριστιανοί, με το θανάσιμο μίσος που τρέφουν ο ένας για τον άλλον»!.. Και ΣΑΣ ΕΡΩΤΩ, κ. Σμερδαλέε: Διατί ποτέ δεν ετολμήσατε αυτήν την θρυλικήν φράσιν του Αμμιανού Μαρκελλίνου διά τους Γαλιλαίους, εις τας δεκάδας αναρτήσεις που του έχετε αφιερώσει εις το ανεκτιμήτου αξίας Ιστολόγιόν σας;

    3) Και έρχομαι τώρα εις αυτό που υπεσχέθην από προχθές και αναμένουν με αγωνίαν δεκάδες αναγνώσται του Σαραντακείου Ιστολογίου…

    Θα ομιλήσω με υπονοούμενα, και όλοι αντιλαμβάνεσθε το διατί: Πρωτίστως διά να μή χάση τον επιούσιον η αγαπημένη μου εγγόνα που εργάζεται εις το ευαγές ίδρυμα της Πλατείας Μαβίλη…

    3Α) Οι Μαβιλιανοί (η έκθεσις εις ήν αναφέρομαι κατέφθασεν εν Πλατεία Μαβίλη την περασμένην Πέμπτην, είναι – δηλαδή – ολόφρεσκος…) επί εβδομάδας προσπαθούν να εξηγήσουν την ανεξήγητον αμεριμνησίαν του Αλεξίου Τσίπρα, όστις βλέπει χιλιάδας λαθροπρόσφυγας (8 προς 1 είναι πλέον το ποσοστόν των εισερχομένων λαθροπροσφύγων προς τους κανονικούς πρόσφυγας) να εισβάλουν εις την χώραν του και δεν κάμνει τίποτε. Αρχικώς, υπέθεσαν και αυτοί (όπως η χριστιανοπούλα Μέρκελ) ότι ο Τσίπρας το κάμνει διά να εκβιάση ελάφρυνσιν του χρέους και επ’ αόριστον αναστολήν εκτελέσεως των Όρων του υπογραφέντος Μνημονίου, με αντάλλαγμα την μετατροπήν του Ρωμέικου εις έν απέραντον στρατόπεδον φιλοξενίας μεταναστών.

    Η νέα έκθεσις της περασμένης Πέμπτης δίδει μίαν άλλην εξήγησιν εις την αμεριμνησίαν του Αλεξίου, που είναι συνταρακτική, διότι αναφέρεται με λεπτομερείας εις την επιρροήν που έχει επάνω του η σύντροφός του, Περιστέρα Μπαζιάνα, την οποίαν οι Μαβιλιανοί θεωρούν φανατικήν Δωδεκαθεΐστριαν, όπως πρώτος έχει υποστηρίξει εδώ και 3 έτη ο Δεσπότης του Πειραιώς, Σεραφείμ Μεντζελόπουλος! (βλέπε εδώ και εδώ και εδώ κλπ…

    Δεν θα υπεισέλθω εις τας λεπτομερείας που αναφέρουν οι Μαβιλιανοί διά να εξηγήσουν την επιρροήν της δωδεκαθεϊστρίας Περιστέρας επί του αθέου Αλεξίου, διότι θα εισπράξω 12 ερυθράς κάρτας αυτοστιγμεί… Θα είπω, απλώς, (ο νοών νοείτω…) ότι η επιρροή αύτη είναι ακριβώς ιδίας αιτίας με την επιρροήν που είχεν η Γιόκο Όνο επί του Τζόν Λένον και η Θεοδώρα επί του Ιουστινιανού!.. Ο γνώστης κ. Σμερδαλέος δύναται να σάς είπη περισσότερα, αφού προσθέσω κάτι που ηγνόουν παντελώς και αναφέρει η έκθεσις των Μαβιλιανών: Ο Αλέξιος δεν έχει γνωρίσει (το ρήμα «γνωρίσει» με την σημασίαν που του δίδει ο Ματθαίος εις το 1,25 του ευαγγελίου του: «και ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ού έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιησούν.») άλλην γυναίκα πλήν της Περιστέρας!..

    Διά να έμβω εις την ουσίαν (προυχώρησε, γάρ, η νύξ), θα τα είπω επιγραμματικώς: Η αμεριμνησία του Αλεξίου διά την συνεχιζομένην εισβολήν χιλιάδων λαθροπροσφύγων εις το Ρωμέικον (πάντοτε κατά την ολόφρεσκον έκθεσιν των Μαβιλιανών…) οφείλεται εις σχέδιον της Δωδεκαθεΐστριας Περιστέρας να σταματήση την επιρροήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις το Ρωμέικον, αφού τας επομένας ημέρας θα ιδούμε πράματα και θάματα: Η πολυθρύλητος φιλανθρωπία της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τους πεινώντας και διψώντας λαθροπρόσφυγας θα αποδειχθή φιάσκο, οι Δεσποτάδες είτε θα αναγκαστούν να μοιράσουν την Εκκλησιαστικήν Περιουσίαν είτε θα αποδειχθή ότι παραπλανούσαν και εψεύδοντο με όσα έλεγον τόσα έτη κλπ – κλπ…

    Εντός του πρώτου δεκαημέρου του Μαρτίου (προβλέπουν οι Μαβιλιανοί…) η Αττική θα κηρυχθή εις κατάστασιν εκτάκτου ανάγκης, πράγμα που προανήγγειλε (χθές Κυριακήν, αν δεν απατώμαι…) και ο Μουζάλας. Σταματώ εδώ, διότι τα υπόλοιπα τα φαντάζεσθε και ίσως θεωρηθούν ως τρομοκράτησις του πληθυσμού διά της διασποράς ψευδών ειδήσεων… Εδώ θα είμεθα και θα ιδούμε αν θα επαληθευθούν οι εκτιμήσεις των Μαβιλιανών…

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

    ΥΓ: Ο Γιαχβέ να βάλη το χέρι του… Ακόμη και ημείς της Πατρώας Θρησκείας, δεν επιθυμούμε να πέση με τοιούτον τρόπον («γαία πυρί μειχθήτω»…) η Ρωμέικη Εκκλησία των Γαλιλαίων…

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    74.τέλος. Γεια σου Αλέξη. Το τραγούδι όντως κορυφαίο. Άλκης Αλκαίος/Νότης Μαυρουδής για το Μάνο Λοϊζο.
    Και μια ανάμνηση από την αγορά Μοδιάνο. Στη Μυροβόλο Σμύρνη μεζέδες (αξέχαστες οι ψητές γεμιστές πατάτες) με όλους τους φεστιβαλικούς σε μεγάλο γλέντι όπου μετείχαν όλα τα μαγαζιά της στοάς, σε πρόταση και διοργάνωση του αείμνηστου Κωστή Μοσκώφ. Αργότερα τον κλάψαμε όλοι μαζί με την Πόπη του, κι εκείνον.

  81. Μαρία said

    «Τεκτονική ήττα» του Μητροπολίτη Σεραφείμ http://www.efsyn.gr/arthro/tektoniki-itta-toy-mitropoliti-serafeim

  82. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα λοιπόν κι από μένα, δυστυχώς μια απερισκεψία μού έκοψε τη σύνδεση με το διαδίκτυο από το μεσημέρι ως τώρα. Η βλάβη όπως βλέπετε αποκαταστάθηκε, δεν προλάβαινα να διαβάσω τα σχόλια κλπ.

    Όταν διάβασα εκείνες τις γελοιότητες του (κατά δήλωσή του γερο-)ξεκούτη στο 37α σκέφτηκα πως η ψυχή του ανθρώπου από κάτι τέτοια φαίνεται….

    Τα τραγούδια που βάλατε όλα διαλεχτά θα ‘λεγα. Εγώ δεν τα έζησα τα φοιτητικά χρόνια εδώ, μπορώ να πω όμως ότι παντού περίπου το ίδιο γινόταν με τις φοιτητικές παρέες. Το περιβάλλον όμως ήταν τελείως διαφορετικό έξω, η όποια διασκέδαση γινόταν (ημι-)ιδιωτικά, δηλ. με κάτι συνάξεις στις φοιτ. εστίες, σε σπίτια, κελάρια κλπ. Μετά, με τα χρόνια, ό καθένας βρέθηκε αλλού, δουλειά, οικογένεια κλπ., αλλά με πολλούς από το στενό εκείνο περιβάλλον διατηρήθηκε η επαφή και ακόμα βρισκόμαστε. Το κακό είναι ότι λιγοστεύουμε…

    Πάντα θα θυμόμαστε, μέσα από τις πολλές ιστορίες κλπ. που μας συνέδεσαν για μια ζωή, όλους αυτούς που χάσαμε και μας λείπουν!

  83. Μαρία said

    83
    Στα κελάρια αφήνατε σίγουρα πολλά φοινίκια. 🙂

  84. Γς said

    Συναντηθήκαμε εσχάτως με 5-6 φίλους της τάξις του 1965 [της σχολής Ηλεκρονικών, που φοιτούσα παράλληλα με το Πανεπιστήμιο]
    Μετά 50 χρόνια !

    Ηταν στο Μοναστηράκι, έξω από τον σταθμό.

    Και να δεις που παραξενεύτηκα όταν είδα κάτι γεροντάκια να με κοιτάζουν όταν έσκασα μυτη

  85. Γς said

    Σε εξέλιξη η μεγάλη τελετή των 87ων Όσκαρ.

    Τώρα:
    Ο Σάσα Μπάρον Κοέν αναφέρεται στο θέμα του αποκλεισμού των μαύρων υποψηφίων στα Οσκαρ.


    ..

  86. Γς said

    Σε εξέλιξη η μεγάλη τελετή των 87ων Όσκαρ.

    Τώρα:

    Ο Σάσα Μπάρον Κοέν αναφέρεται στο θέμα του αποκλεισμού των μαύρων υποψηφίων στα Οσκαρ.


    ..

  87. nikiplos said

    Αγαπητέ σεβάσμιε κύριε Βάταλε…

    Πείτε στους Μαβιλιανούς γνωστούς σας που σας μεταφέρουν τέτοιες ειδήσεις ότι η φαντασία των οργιάζει… και σε μη «δημιουργικές» (γνωστικές κατα τον Ματθαίον) ατραπούς…

    Επί του θέματος που θέτετε τώρα εμμέσως, εάν δλδ είναι καλόν ο άνδρας ο σωστός να έχει «εμπειρίες» πριν πατρευτεί, θα συμφωνούσα με την επιφύλαξη … να μην το παρακάνει, γιατί τότε τα τρένα φεύγουν και ξεμένει στον έρημο πλέον σταθμό να κουνάει το μαντήλι στους άλλους… Μεταξύ των δύο ακραίων αυτών κατηγοριών, προσωπικά προτιμώ την πρώτη, αν και ανήκω σε εκείνους που την ύστατη στιγμή πρόλαβαν και βρήκαν μια θέση… 🙂

    θα εκτιμούσα τη μετάφραση του «αιμύλος»… έχει σχέση με το aimulus?

  88. Γς said

    Όσκαρ Α’ Ανδρικού στον Λεονάρντο ντι Κάπριο!

  89. spiral architect said

    Ήταν οι εποχές που -ανεξάρτητα την κομματική μας τοποθέτηση- πιστεύαμε ότι «ο κόσμος πάει μπροστά». Έτσι πιστεύαμε. Ήμασταν νέοι. 😐

  90. spiral architect said

    Και μόνο μπροστά δεν πάει.
    Ευτυχώς, έφυγες νωρίς … 😦

  91. ΓιώργοςΜ said

    90
    Δε νομίζω πως ήταν (μόνο) νεανική αιθεροβαμοσύνη. Η γενιά του ’20-’30 βίωσε μακεδονικούς πολέμους, Α΄ ΠΠ, 1922. Οι επόμενες Β’ ΠΠ, εμφύλιο, στη συνέχεια χούντα κλπ. Τα τελευταία 40 χρόνια δεν έχουμε τέτοια γεγονότα (μέσα στο σπίτι μας) οπότε ήταν λογικό να αισιοδοξούμε εκεί γύρω στο ’80 (όχι μόνο οι νέοι) πως ο κόσμος πάει μπροστά.
    Αν ρωτήσεις τους σημερινούς εφήβους (και μιλώ από ίδια πείρα) δε νομίζω πως θα δεις αντίστοιχη αισιοδοξία. Είμαι έτοιμος να δεχτώ σαν μερική αιτία την τρομολαγνεία των ΜΜΕ, η πραγματικότητα όμως δεν αφήνει κι αυτή πολλά περιθώρια.

  92. spiral architect said

    @92: Έτσι είναι.

  93. spiral architect said

    Οι γονείς μας μάς μεγάλωσαν με την καραμέλα «εσύ δεν γνώρισες κατοχή». Τώρα η γιαγιά (αν ζει) δεν τολμά να το πει στον εγγονό της, βλέποντάς τον να προσπαθεί να επιβιώσει.

  94. Γιάννης Ιατρού said

    88: Διάβασε εδώ για το αιμύλος https://sarantakos.wordpress.com/2015/12/08/axtos-56/

  95. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,
    90: 92: Σωστοί!

  96. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    90-92 – Μπροστά πάει ο κόσμος, και μάλιστα πολύ, τα σημερινά όπλα, δεν έχουν καμία σχέση με τα τότε, είναι ”έξυπνα”, μην είστε λοιπόν τόσο απαισιόδοξοι.☺

  97. ΓιώργοςΜ said

    97 εύκολος ο συνειρμός με το
    «είμαστε πια εξελιγμένοι
    είμαστε πια εκλεκτικοί
    έχουμε βόμβες νετρονίου
    και θα πεθάνεις στη στιγμή»
    και άλλα πολλά που έλεγε ο Χατζής τότε

  98. gbaloglou said

    35 Και όμως έχεις δίκαιο … αν και θυμάμαι ότι παρακολουθούσαμε ποδοσφαιρικό αγώνα (που μόλις είχε αρχίσει) με τον πατέρα μου, που φώναξε «κάτω από το τραπέζι, Γιώργο!» (δίνοντας ο ίδιος το καλό παράδειγμα): θα πρέπει να ήταν μαγνητοσκόπηση, καθώς ο πίνακας εδώ … πράγματι δεν δείχνει αγώνα στις 20/6/78!

  99. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    97 – Έτσι ήταν πάντα, από την αρχή της αστικοποίησης του ανθρώπου ακόμα, πρώτα εξελίσεται η τεχνολογία, και μετά ακολουθεί βραδυπορώντας και ασθμαίνοντας η κοινωνία. Οι ανάγκες δημιουργούν τις λύσεις, και οι λύσεις δημιουργούν καινούριες ανάγκες. σε δουλειά να βρισκόμαστε δηλαδή, μέχρι να περάσει η παλιοζωή.☺

  100. Πάνος με πεζά said

    Ο άνθρωπος πάντα ζει περιμένοντας ότι κάτι καλύτερο θα συμβεί, είτε σε αυτόν προσωπικά, είτε γενικότερα. Είναι κίνητρο για την ίδια τη ζωή.

    @ 77 : Η περίληψη από το πόρισμα φέρει βαριές υπογραφές, και κάνει τις πρώτες νύξεις περί της καταστροφικής PILOTIS, αν καταλαβαίνω καλά… Ωστόσο, οι βλάβες του σεισμού στα περισσότερα κίτρινα (με σημαίες, τότε…) κτίρια, όπως γράφεται σε αρκετές δημοσιεύσεις, κανείς δεν ξέρει σήμερα αν πράγματι επισκευάστηκαν ή αν έχουν «κουκουλωθεί»… Δεν παριστάνω τον κινδυνολόγο, κι όπως έχω πει και παλιότερα, οι κατασκευές βελτιώνονται πάνω σε ανθρώπινες απώλειες… Χτες το βράδι με την ευκαιρία, διάβασα για τη δίκη-έκτρωμα της Ρικομέξ, με τις 2-3 σχεδόν καθημερινές αναβολές προς το τέλος, και τις «ασθένειες» των δικαστών, μέχρι να φτάσει η μέρα της παραγραφής…
    Τουλάχιστον η πολιτεία -φέρεται να- αποζημίωσε (;), μέσω κονδυλίων της περιφέρειας Αττικής επί Σγουρού, τους συγγενείς των θυμάτων…Κι αυτό, 13 χρόνια μετά…

  101. sarant said

    99 Όμως το Μουντιάλ εκείνο γινόταν στην Αργεντινή, που έχει διαφορά ώρας. Μήπως λοιπόν γινόταν η μετάδοση σε μαγνητοσκόπηση;

  102. spiral architect said

    Αν θυμάστε, στην πολυκατοικία που έπεσε στο σεισμό της Σαλονίκης, ο φούρναρης του ισογείου είχε κόψει μια κολόνα, για να χώσει το φούρνο. 😮

  103. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    88. >>Σεβάσμιε ; ;
    Οι δήθεν προβλέψεις του μεσάνυχτου, ήταν ήδη αναρτημένες:

    http://www.capital.gr/epikairotita/3107617/g-mouzalas-upebala-sxedio-ektaktis-anagkis

    https://news.makedonias.gr/2016/02/249266

  104. spiral architect said

    Εδώ: Σεισμός Θεσσαλονίκης, 20 Ιουνίου 1978 – Κατάρρευση 8όροφης οικοδομής – Στατικά – Michanikos.gr

  105. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    102. Αναρωτήθηκα το ίδιο περί διαφοράς ώρας επειδή φαίνονται αγώνες στις 19 και στις 21 Ιουνίου :
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BF_%CE%9A%CF%8D%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%BF_%CE%A0%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%BF%CF%85_1978

  106. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Α η απρόσεκτη! ήδη, το βάλατε σχ.99. Βιάστηκα αλλά το σκέφτηκα από χτες που είδα το πρόγραμμα και επειδή η Μαρία δε λαθεύει,έως και ποτέ :), δεν το ανάρτησα.
    Η Γκαίη Αγγελή είχε κάνει τότε κοντά ένα ντοκιμαντέρ » Θεσσαλονίκη 6.5 ρίχτερ 1978″ και που τα επόμενα χρόνια συμπεριλαμβανόταν σε αρκετές προβολές ντοκιμαντέρ. Ήταν αξιόλογο μα δεν το βρίσκω στο διαδίκτυο να βάλω λινκ.

  107. Γιάννης Ιατρού said

    84: Μαρία, αυτό με τα κελάρια έχει μεγάλη ιστορία.

    Μιας κι χθες δεν μπορούσα να γράψω σχετικά, συμπληρώνω σήμερα:

    Τότε (~1968+) ακόμα σώζονταν αρκετά παλιά σπίτια που είχαν λίγο πολύ γλιτώσει από τους βομβαρδισμούς του ΒΠΠ και είχαν υπόγεια που τα χρησιμοποίησαν στον ΒΠΠ για καταφύγια. Αυτά, συνήθως ήταν γεμάτα με παλιά πράγματα αλλά ήταν λίγο παρατημένα, θα ΄λεγε κανείς γιουσουρούμ… Εμείς, για να βγάλουμε κανένα φράγκο, προσφερόμαστε να τ’ αδειάσουμε και να τα φτιάξουμε κάπως, μιάς και συνήθως ήταν και ταλαιπωρημένα από την υγρασία κλπ. Μερικά απ΄ αυτά είχαν απίθανη αρχιτεκτονική, μεγάλα, κάπου 80 τ.μ. και βάλε, με πέτρα φτιαγμένα (κάτι τεράστια αγκωνάρια, δουλεμένα όμως και τετραγωνισμένα), ψηλά κάπου 3-3,5 μέτρα, με καμάρες κλπ. Έτσι, και καλή ακουστική είχαν και λόγω της κατασκευής τους είχαν και καλή ηχομόνωση .

    Εδώ πρέπει να πω, ότι οι κάτοικοι στην περιοχή αυτή φημίζονται για την τσιγκουνιά τους (από εκεί ‘ναι κι ο Schäuble 😦 …). Μάλιστα λέγεται, ότι οι Σκωτσέζοι είναι εξόριστοι από εκείνη την περιοχή. Έτσι συμφωνούσαν πολλές φορές να τα χρησιμοποιούμε για καμμιά γιορτή (αφήναμε να εννοηθεί ότι θα γιορτάζαμε με τίποτα μπύρες καμιά επιτυχία στις σπουδές, κανένα προδίπλωμα κλπ. γιατί ήταν επιπλέον και ιδιαίτερα συντηρητικοί, ιδίως οι πιο μεγάλοι σε ηλικία). Σαν αντάλλαγμα θα πλήρωναν λιγότερο (έτσι τους λέγαμε 🙂 ).

    Ο λόχος μηχανικού διέθετε και όρχο με δύο οχήματα: Ένα Opel Caravan PII (τον Ηρακλή) και ένα Φιατάκι 500 (την Μορμώ) που είχε και συρόμενη/ανοιγόμενη υφασμάτινη οροφή (πολύ σημαντικό για κάποιους ψηλούς από την παρέα..). Τα είχαμε πάρει ρεφενέ, περίπου 30-50 μάρκα το ένα, τα είχαμε μισοεπισκευάσει (με ανταλλακτικά από μια μάντρα με πεταμένα αυτοκίνητα, το επονομαζόμενο Ινστιτούτο Σκραπολογίας). Η Μορμώ είχε και πάτωμα εξτρά, από χοντρό κοντρα πλακέ, γιατί είχε σαπίσει το δικό της και θα ΄πεφτε το κάθισμα του οδηγού στο δρόμο….

    Στον Ηρακλή φορτώναμε κάτι πάγκους και τραπέζια μακρόστενα, που η επιμελητεία είχε καταφέρει να προμηθευτεί από τη γιορτή της μπύρας του Οκτώβρη (Oktoberfest) και ένα-δύο βαρελάκια 10λιτρα (γεμάτα) με μπύρα (από ένα τοπικό ζυθοποιείο, στο οποίο εργαζόμαστε τακτικά και εκ περιτροπής (δεν χρειάζονταν δα και 5-6 άτομα, ένα-δύο το πολύ ήθελαν) στη διανομή και στη συλλογή από τα εστιατόρια των βαρελιών αυτών. Έτσι είχαμε σημαντική έκπτωση σαν προσωπικό… (τότε!! τους αγαπούσαν κατά βάθος τους φοιτητές, μας έσπερναν συνήθως για χαμαλοδουλειές και μας έκαναν και εξτρά σκόντο! 🙂 ).

    Η ομάδα της διαφήμισης και του μάρκετινγκ κατάφερνε να βγάλει καμιά δεκαριά φωτοτυπίες σε κάποια γραμματεία κανενός Ινστιτούτου, με ανακοίνωση του τόπου και της ημερομηνίας της σύναξης και ένα μικρό τοπογραφικό κλπ. και ανάλογη καλλιτεχνική διακόσμηση (συνήθως ένα ποτήρι μπύρας κλπ.) αλλά και το είδος της μουσικής (π.χ. Θεοδωράκης, Λοϊζος, Νέο Κύμα, George Moustaki, bouzouki γενικώς κλπ. από το Ελληνικό ρεπερτόριο, ή Jazz, Rock, Pop κλπ. από το ξένο). Μετά έπαιρνε σβάρνα και ενημέρωνε κατάλληλα και στοχευμένα τις σχολές αδελφών νοσοκόμων (είχε 2-3 στην πόλη!) και τις φιλοσοφικές σχολές του κοντινού πανεπιστημίου (Tübingen – εδώ χρειάζονταν η Μορμώ, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ήξερε για ευνόητους λόγους απ’ έξω την διαδρομή, αυτόματος πιλότος που λένε…). Ά, ξέχασα το κυριότερο, οι κοπελιές είχαν ένα ποτήρι (μικρό, του ½ λίτρου) κέρασμα, αυτό το τόνιζαν/έγραφαν τα διαφημιστικά, ήταν σημαντικό (όπως προείπα, η τσιγκουνιά ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα στην περιοχή, αλλά εν προκειμένω μόνο στα χρήματα, σε μερικούς άλλους τομείς υπήρχε ενίοτε και γενναιοδωρία 🙂 ).

    Τέλος να επισημάνω, ότι η ηχοτεχνική κάλυψη προέρχονταν συνήθως από μηχανήματα διαφόρων ινστιτούτων των σχολών των ηλ/γων-μηχ/γων που βρίσκονταν στην συντήρηση και είχαν εγκαίρως χαρακτηρισθεί ως χρήζοντα επειγόντως επισκευών (είχαμε και ένα backup δικό μας, αλλά χαμηλής απόδοσης, έφτανε για το δωματιάκι μόνο…).

    Τέλος ενημερώνονταν και εκλεκτοί συνάδελφοι που διέθεταν πολλάκις και μουσικά/καλλιτεχνικά προσόντα και εξοπλισμό (π.χ. κιθάρα, μπουζούκι, ακορντεόν) για την επικείμενη σύναξη των πλανητών (fête ονομάζονταν εκεί, κι άρχιζε κατά τις 6-7 το απόγευμα, συνήθως Παρασκευής, και τέλειωνε κατά τις δώδεκα-μία το βράδυ, άααααλλα τα εκεί ωράρια!!!!!).

    Τα υπόλοιπα μάλλον ευκόλως εννοούνται. Πάντως, τελικά, πολύ σπάνια να βάλουμε κάτι απ΄ την τσέπη μας σε αυτές τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Και σχετικό με το θέμα, είναι και ο γάμος ενός απ΄ την παρέα με την κόρη ενός απ΄ αυτούς που είχαν σπίτι με τέτοιου είδους κελάρι!!

    Sorry για το σεντόνι, παιδιά είμαστε και μείς …παρασυρθήκαμε κύριε πρόεδρε! 🙂

  108. Νοσηλευτική και φιλοσοφική! Κλασσικοί στόχοι! Κι όσο πλησίαζε το αυτοκινητάκι με τους μηχανικούς, τόσο δυνάμωναν τα βιολοντσέλα από τα «Σαγώνια του Καρχαρία»! ❤ https://www.youtube.com/watch?v=E-sX2Y0W8l0

  109. Γιάννης Ιατρού said

    109: ¨) Και μετά σου λέει ο Λάμπρος (#43 ΥΓ), ότι είναι ακίνδυνο το κολύμπι!

  110. Γιάννης Ιατρού said

    109: Ξέχασα να αναφέρω και τη νομική, αυτος κι αν ήταν κλασσικός στόχος! 🙂

  111. Alexis said

    #98: «είμαστε πια πολιτισμένοι
    έχουμε πια εξελιχθεί
    έχουμε βόμβα νετρονίου
    και θα πεθάνεις στη στιγμή»
    είναι οι στίχοι, και το έχει πει ο Γιώργος Πολυχρονιάδης σε κάποιο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης της δεκαετίας του ’70 (για να το συνδέσουμε και με το άρθρο) 🙂

    #104: Έφη, της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά. 🙂

  112. sarant said

    108 Τι ωραίο σχόλιο!
    Ώστε είναι τσιγκούνηδες οι μελανοδρυμίσιοι;

  113. Alexis said

    #80: Από άρθρο του μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ στο οποίο παραπέμπει με λίκνο το σχόλιο:

    Ο «μικροπολιτικός» της Εφημερίδος «ΤΑ ΝΕΑ» στις 18/6/2013 δημοσιοποίησε πληροφορία ότι η δικαιοπρακτική «οικογένεια» του κ. Τσίπρα προέβη εις ονοματοδοσία και του δευτέρου τέκνου της πάλι κατά το θερινό ηλιοστάσιο του 2013, στο οποίο έδωσε το όνομα Ερνέστος-Ορφέας από τον Αργεντινό επαναστάτη Τσε Γκεβάρα που δολοφονήθηκε στην Βολιβία και τον μυθικό ποιητή Ορφέα που και αυτός θεωρείται ιδρυτής του δωδεκαθέου.

    Ή ο μητροπολίτης Πειραιώς ή ο «μικροπολιτικός» ή και οι δύο ομού έχουσιν αποβλακωθεί από τας παρλαπίπας του ραββίνου Τζόσουα Μπεν Γιοζέφ για να γράφουν στις 18/6/2013 ότι ο Τσίπρας προέβη εις ονοματοδοσία κατά το θερινό ηλιοστάσιο του 2013 το οποίο είναι στις 21/6/2013 !!! 😀

  114. Γιάννης Ιατρού said

    113: Γενιικώς οι Σουηβοί (Schwaben), δυτικά, προς το Elsass (Alsace) φτιάχνει κάπως η κατάσταση 🙂

  115. gbaloglou said

    τρεις νέοι τρεις φίλοι τρία παιδιά

  116. Πάνος με πεζά said

    Αν ψάξετε στο διαδίκτυο, ο αγώνας πράγματι μεταδιδόταν σε μαγνητοσκόπηση. Οι Ιταλοί κέρδισαν τους Αυστριακούς 1-0 με γκολ του Πάολο Ρόσσι (εντελώς φάβα του αμυντικού, βλέποντάς το σήμερα), πλην όμως οι Θεσσαλονικείς δεν είδαν ποτέ αυτό το γκολ ! Η μαγνητοσκόπηση άρχισε να μεταδίδεται στις 11 το βράδι, το γκολ σημειώθηκε στο 14, αλλά στις 11:04 πρόλαβε ο σεισμός και άδειασε την πόλη…

  117. Πάνος με πεζά said

    Κι όχι τίποτα, μας βάζετε link με τον πηχιαίο τίτλο της εφημερίδας «Γιατί γκρέμισε η πολυκατοικία», και μετά θα μας αρχίσει ο Νοικοκύρης με το «Λήξ’ το !» 🙂

  118. sarant said

    118: 😉

    117: Οπότε αποκαταστάθηκε η υπόληψη του Σταύρου 😉

  119. Πόπη said

    Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης όπως τον θυμόταν ο ίδιος ο Τάσος http://kalodia.blogspot.de/2011/06/78.html

  120. 66 ΚΑΒ said: «Ω ξεῖν’, ἀγγέλλειν τοῖς γονεῦσιν ότι τήδε κοιμώμεθα τοῖς κείνων χρήμασι τρεφόμενοι».

    Ήταν το πρώτο …απόφθεγμα που είδα (είπαμε προ …αμνημονεύτων ετών) χαραγμένο στα έδρανα του αμφιθεάτρου, στο κεντρικό κτήριο του ΑΠΘ (στο «Μούσαις αεί χάρισι θύε»).
    Είμασταν μια περίπου 15/μελής παρέα που περνούσαμε τον χρόνο μας είτε στα κτήρια του Πανεπιστημίου είτε στα καφενεία …της πρέφας (ου γαρ υπήρχε θεμαινόμενο κατάλυμα στα προσφυγικά χαμόσπιτα της Αγίας Φωτεινής, όπου νοικιάζαμε). Για τις πλάκες που βιώναμε …ξαναδιαβάστε τον Σαραντάκο. Μετά το Πάσχα κλεινόμασταν όλοι στα δωμάτιά μας και το ρίχναμε στο διάβασμα. Τελειώσαμε όλοι στο τσακ!

  121. sarant said

    120 Eυχαριστώ πολύ, δεν το είχα δει αυτό!

  122. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    110 – Το κολύμπι με τους στεριανούς καρχαρίες, είναι απείρως πιο επικίνδυνο, ειδικά με τους μεγαλοκαρχαρίες, εκατομμύρια τα θύματα κάθε χρόνο, αλλά δεν φοβάται κανείς, με κάποιο τρόπο, έχουν καταφέρει να περνιούνται για σαρδέλες.

  123. gbaloglou said

    117 Έτσι ακριβώς — τα περί μαγνητοσκόπησης τα είχα ξεχάσει, άλλωστε η διαφορά ώρας ΚΑΙ εποχής με την Αργεντινή δεν απέκλειε το ενδεχόμενο ζωντανής μετάδοσης. Κάτι θυμόμουν περί Αυστρίας και περί 1-0 (ακόμη και πριν επισκεφθώ τον σχετικό ιστότοπο χθες), αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ αν είχαμε δει ή όχι το γκολ — θα μπορούσαμε, μια και δεν φύγαμε από το σπίτι μετά τον σεισμό (ακριβέστερα κατέβηκα εγώ ύστερα από κάποιους μετασεισμούς).

  124. sarant said

    124 Δεν φύγατε;! Γενναίοι, μπράβο.

  125. gbaloglou said

    125 Απαθής η μητέρα μου εξακολούθησε να βράζει μαρμελάδα στην κουζίνα — ασύμβατο προς τον γενικότερο χαρακτήρα της, ίσως να ήταν και αρκετά στέρεη η πολυκατοικία 🙂 [Το πράσινο χαρτί της επιτροπής ελέγχου σώζεται ακόμη στην είσοδο, παρεμπιπτόντως!]

  126. ηλιας κοτ. said

    το πρωτο πραγμα που μου ηρθε στο μυαλο μετα το μεγαλο σοκ ηταν το οι τρεις και εμεις. ηταν αποτυπωμενος …..ο τασος. το ανεβασα και εγω στο τοιχο μου!!! το μονο ευχαριστο ηταν που ειδα τον βαγγελη και τον θωμα. το βιβλιο σου θα μας συντροφευει παντα. να εισαι παντα καλα

  127. sarant said

    Νάσαι καλά, αγαπητέ, να τον θυμάσαι κι εσύ -και κρίμα που δεν γνωριστήκαμε τότε!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: