Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η γλώσσα του Κοτζιούλα – Ο Κοτζιούλας για τη γλώσσα

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2016


thumbnailΠριν από λίγο καιρό παρουσίασα στο ιστολόγιο το βιβλίο της Αθηνάς Βογιατζόγλου «Ποίηση και πολεμική – μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κίχλη.

Να σημειώσω εδώ ότι στις 23 Μαρτίου θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα και θα πάρω μέρος κι εγώ -λεπτομέρειες σε επόμενο άρθρο.

Σε αυτό το βιβλίο συμμετέχω κι εγώ: έχω γράψει ένα επίμετρο για τη γλώσσα του Κοτζιούλα και παράλληλα έχω επιμεληθεί το Γλωσσάρι. Όπως είχα υποσχεθεί στο προηγούμενο άρθρο, σήμερα θα παρουσιάσω εδώ το (μεγαλύτερο μέρος από το) Επίμετρο του βιβλίου, που εξετάζει τη γλώσσα του Γιώργου Κοτζιούλα και τη στάση του απέναντι στη γλώσσα. Κάποιες ελάχιστες προσθήκες που κάνω εδώ είναι μέσα σε αγκύλες.

Η γλώσσα του Κοτζιούλα – Ο Κοτζιούλας για τη γλώσσα

Το σύντομο κείμενο που ακολουθεί εξετάζει τη γλώσσα του Γιώργου Κοτζιούλα και τη στάση του ποιητή απέναντι στη γλώσσα, με μια σύντομη αναφορά και στη μεταφραστική του δραστηριότητα. Το γλωσσικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει ο Κοτζιούλας είναι αφενός η εντονότατη παρουσία των ιδιωματικών στοιχείων στην ποίησή του και αφετέρου η απόλυτη συνέπεια που παρατηρείται ανάμεσα σε όσα διακήρυξε σε θεωρητικά-κριτικά του κείμενα περί γλώσσας και σε όσα έπραξε ως ποιητής.

Η γλώσσα του Κοτζιούλα είναι απλή· στα ποιήματα, είναι η απλή, αψεγάδιαστη δημοτική της εποχής του, χωρίς τις «ψυχαρικές» ακρότητες και χωρίς παραχωρήσεις προς την καθαρεύουσα· όμως μια δημοτική μπολιασμένη με πολλές ιδιωματικές λέξεις, και ειδικότερα ηπειρώτικες, ακόμα και σε ποιήματα που αναφέρονται σε αστικό περιβάλλον. Στα πεζά του το ιδιωματικό στοιχείο είναι ακόμη εντονότερο, ίσως επειδή τα περισσότερα είναι αυτοβιογραφικά και εκτυλίσσονται στην Ήπειρο, ενώ στα δημοσιογραφικά και θεωρητικά του κείμενα το ιδιωματικό στοιχείο εκλείπει αλλά η δημοτική παραμένει ανόθευτη.

Τα γλωσσικά πιστεύω του Κοτζιούλα εκτίθενται με πληρότητα στο κείμενό του «Η λογοτεχνική μας γλώσσα»[1], δημοσιευμένο το 1937 στο (ίσως όχι τυχαία) επαρχιακό περιοδικό «Νεοελληνικά σημειώματα» του Γιάννη Σκαρίμπα. Εκεί, ο Κοτζιούλας, ξεκινάει με τη διαπίστωση ότι η δημοτική γλώσσα ναι μεν έχει αδιαφιλονίκητα επιβληθεί στη λογοτεχνία, την κριτική και το θέατρο αλλά «δεν είναι ακόμα καλά καλά αποκρυσταλλωμένη», «βρίσκεται σε εσωτερική κατάσταση ρευστή», πράγμα που είναι βέβαια φυσικό, αφού μάλιστα «η γλωσσική μεταβατικότητα προσφέρει λαμπρές ευκαιρίες στους λογοτέχνες μας», ωστόσο η δημοτική δεν έχει ακόμα «καθορίσει … τα εξωτερικά της πλαίσια». Αν και πρόθυμα αναγνωρίζει ότι ο δημοτικισμός «στάθηκε αληθινά το μεγαλύτερο πνευματικό κίνημα που είδε ο τόπος μας» από το 1821 και μετά, επικρίνει «τα πρωτοπαλήκαρα του Νουμά» ότι «εζήτησαν στη γλώσσα περσότερο το σκοπό παρά το μέσο» με αποτέλεσμα να μη δώσουν σπουδαία έργα ως λογοτέχνες· μάλιστα, ο Παπαδιαμάντης, ο μη δημοτικιστής, «συγκέντρωσε στα πεζογραφήματά του γνήσια στοιχεία του δημοτικού λόγου περσότερ’ απ’ όλους μαζί τους αρχηγούς και υπαρχηγούς του δημοτικισμού».

Επιπλέον, ο Κ. διαπιστώνει ότι ο δημοτικισμός της πρώτης περιόδου έδωσε νεολογισμούς που είναι «παραδείγματα γι’ αποφυγή», με αποτέλεσμα σχεδόν κανείς να μη γράφει πια σ’ αυτή την «τεχνητή και ακαλαίσθητη γλώσσα». Στην επόμενη, μετριοπαθέστερη περίοδο τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα, όμως παραμελήθηκε η περαιτέρω καλλιέργεια της δημοτικής και η λογοτεχνική γλώσσα ενέδωσε σε δυο πειρασμούς, τη δημοσιογραφία, με αποτέλεσμα την υιοθέτηση μικτού ιδιώματος, και την ξενομανία, με την άκριτη εισαγωγή ξένων όρων. Ο Κ. πιστεύει ότι καθήκον των νεότερων είναι να καλλιεργήσουν ακόμη περισσότερο τη δημοτική στην επιστήμη και τη λογοτεχνία, αξιοποιώντας το έργο των προγενέστερων αλλά και το λαογραφικό υλικό. Οι λογοτέχνες πρέπει, κατά τον Κοτζιούλα, να αντλήσουν «από την πρώτη πηγή: το στόμα του λαού», διότι η γλώσσα των μεγαλουπόλεων είναι άψυχη και κατάλληλη μόνο για χρονογραφήματα. Εξαίρει το έργο νέων πεζογράφων που κατανόησαν τη χρησιμότητα των ιδιωματικών τύπων και τόνωσαν τη λογοτεχνική γλώσσα, όπως ο Κόντογλου, ο Δασκαλάκης στις μεταφράσεις του (κυρίως του Χάμσουν), ο Βενέζης και ο Σκαρίμπας. Ωστόσο, η χρήση ιδιωματικών τύπων πρέπει να γίνεται με μέτρο· ο Καζαντζάκης, κατά τον Κοτζιούλα, έφτασε στην εκζήτηση.

Πιο συνοπτικά ο Κοτζιούλας επαναλαμβάνει τις αρχές του σε ένα άλλο κείμενο της ίδιας εποχής: «Για την ώρα, μπορεί κανείς να ειπεί μονάχα πως η γλώσσα της ποίησής μας από δω και πέρα δε μπορεί να ’ναι άλλη από την καθαρή δημοτική, όχι την εργαστηριακή του Ψυχάρη και του Νουμά, παρά τη ζωντανή του λαού με τα πολλά ιδιωματικά στοιχεία της»[2]. Παρά την κριτική προς τον Ψυχάρη, ο Κοτζιούλας δεν παύει να αναγνωρίζει την προσφορά των πρώτων δημοτικιστών και όταν, μεταπολεμικά, επικρίνει τις κατευθύνσεις των νεότερων ποιητών στη μελέτη του «Πού τραβάει η ποίηση;» και τους κατηγορεί ότι «αγνοούν τη γλώσσα ή και την κακοποιούν εσκεμμένα» επισημαίνει ότι «Τόσοι αγώνες από τον Ψυχάρη και δώθε φαίνεται σα να πήγαν χαμένοι γι’ αυτούς». Από την άλλη, κρίνει επιζήμιες για τη δημοτική τις προσπάθειες για αναβίωση του μαλλιαρισμού στη μεταπολεμική εποχή[3].

Ίδιες αρχές διακηρύσσει ο Κοτζιούλας και σε ορισμένα ποιήματα ποιητικής που έχει γράψει:

Χτίζω με πέτρα, και μ’ ασβέστη, / με προαιώνια υλικά[4]

και

Γράφω για τους πολλούς, αγαπητέ και μη
με μπλέκεις με σοφίες που δεν καταλαβαίνω,
γιατ’ έχω αποστραφεί το λόγο το στριμμένο
κι ο στίχος μου είναι σαν της τάβλας το ψωμί.

Ατόφιο σώμα κλει το ντύμα τ’ αλαφρό
κι η γλώσσα μαρτυράει αλύγιστο χωριάτη[5]

Η παρομοίωση του στίχου με το χωριάτικο ψωμί βρίσκεται και αλλού:

Δε γράφτηκαν οι στίχοι μου για ωχρούς ονειροπόλους,
μα είναι γι’ ακέριον το λαό και τους ανθρώπους όλους,
ουσία αμεταποίητη, στοιχείο από τα πρώτα,
χοντρό ψωμί χορταστικό σαν τη γερή μπομπότα[6].

Τις αρχές αυτές ο Κοτζιούλας τις εφάρμοσε με αξιοθαύμαστη συνέπεια στο λογοτεχνικό του έργο. Διατρέχοντας τα Άπαντά του (που, πάντως, δεν περιλαμβάνουν το σύνολο του ποιητικού του έργου) ξεχωρίζουμε τα εξής χαρακτηριστικά:

* Ελάχιστες παραχωρήσεις προς την καθαρεύουσα ή έστω προς μια λογιότερη μορφή γλώσσας· αυτές περιορίζονται στα πρώτα χρόνια, και κυρίως για λόγους μέτρου (της χιμαίρας) ή ευφωνίας (τέρας απίθανον η πλήξη)[7], ενώ ίσως παίζει ρόλο και η αρχική επιρροή του Καρυωτάκη. Επιπλέον, ο Κ. χρησιμοποιεί κάποτε τον λογιότερο τύπο της κτητικής αντωνυμίας (το σπίτι των αντί το σπίτι τους), αλλά αυτός ήταν συνηθισμένος στην ποίηση της εποχής. Το λόγιο λεξιλόγιο λείπει, εκτός όταν χρησιμοποιείται ειρωνικά.

* Σπάνιοι είναι οι ψυχαρισμοί. Το βάρο (Α126) και το λάθο (Γ355) χρησιμοποιούνται για λόγους ρίμας (αλλού κανονικά: βάρος, λάθος), ενώ κάποιοι «διαβαστάδες» (Γ96) αντί για «αναγνώστες» μπορεί να μπήκαν εσκεμμένα για ειρωνεία. Λείπουν ολότελα οι υπερδημοτικοί πληθυντικοί των θηλυκών τριτόκλιτων (λέξες, ανάμνησες κτλ.). Ο Κ. γράφει «πνεύμα» αντί για «πνέμα» που προτιμούν οι περισσότεροι δημοτικιστές της εποχής, και «αίματος» αντί «αιμάτου». Οι παράγκες του είναι «υγρές» και όχι «ογρές», ενώ μερικές φορές παραλείπει, σχεδόν πάντα χάρη της ρίμας, το νι στη γενική πληθυντικού (π.χ. τω σκυλιώ, Γ116). Βρίσκουμε ένα και μοναδικό «ύπαρχε» (Α77· αλλά και κανένα «υπήρχε»). Δεν πρέπει να θεωρηθούν μαλλιαρισμός οι τύποι της μέσης φωνής με -ου (χαίρουμαι, έρχουνται) που χρησιμοποιεί περιστασιακά ο Κ. στα ποιήματά του, μια και ήταν πολύ συνηθισμένοι προπολεμικά, όσο κι αν έχουν υποχωρήσει τώρα. Το ίδιο ισχύει για τον τ. κάτου που ο Κ. τον χρησιμοποιεί εξίσου συχνά με τον «κάτω», καθώς και για τον «απάνου» (συχνότερα από τον «απάνω»).

Στην ορθογραφία του έχει κάποιες ιδιορρυθμίες, που βέβαια κυρίως εμφανίζονται στα χειρόγραφά του: δεν τηρεί το διπλό ρο στις σύνθετες λέξεις (έγραφε: άρωστος, ιδιόρυθμος, αντίρηση), απλοποιεί και άλλα διπλά σύμφωνα (π.χ. Σάβατο, κόκινος), όχι όμως όλα, ενώ προτιμά τον τύπο «δουλιά» (αντί δουλειά). [Επίσης δεν βάζει υποδιαστολή στο αναφορικό ό,τι. Όμως, από την άλλη, δεν χρησιμοποιεί ποτέ το τελικό ότι, πάντοτε προτιμά το πως]

* Αν εξαιρέσουμε την πρώτη ποιητική συλλογή του, σε όλες τις υπόλοιπες το ιδιωματικό στοιχείο είναι εντονότατο, ακόμα και σε ποιήματα αστικού περιβάλλοντος. Ο Κοτζιούλας, που είδαμε πιο πάνω πόσο μεγάλη σημασία έδινε στο μπόλιασμα της λογοτεχνικής γλώσσας με ιδιωματικά στοιχεία, έβαζε στο τέλος των προπολεμικών ποιητικών συλλογών του γλωσσάρια με τις ιδιωματικές λέξεις τους, το ίδιο δε έκανε και στη συλλογή διηγημάτων «Το κακό συναπάντημα». Όλα αυτά μαζί τα γλωσσάρια, αφού αφαιρεθούν τα κοινά λήμματα, περιέχουν 224 λήμματα (τα 33 τα πρόσθεσαν οι επιμελητές των Απάντων), αλλά πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν έχουν συνταχθεί γλωσσάρια για τα ποιήματα του τρίτου τόμου των Απάντων, που έχουν πιο έντονο το ηπειρώτικο χρώμα, ούτε για τα μεγάλα αυτοβιογραφικά πεζά του Κοτζιούλα. Μπορούμε λοιπόν να υπολογίσουμε ότι ένα συγκεντρωτικό γλωσσάρι του συνόλου του έργου του Κοτζιούλα θα ξεπερνούσε κατά πολύ τα 500 λήμματα, ίσως μάλιστα να έφτανε και σε τετραψήφιον αριθμό.

Φαίνεται πως από παιδί ο Κοτζιούλας είχε ασκημένο το αυτί για να πιάνει τις διαφορές στις ντοπιολαλιές· όταν σε ηλικία περίπου δέκα χρονών έφυγε οικότροφος στα Κατσανοχώρια για να σπουδάσει στο σχολαρχείο, δεν παραλείπει να επισημάνει ότι στα μέρη εκείνα το λουκούμι το λέγαν «λακούμι» και το κόσκινο «δραμόνι». Και καθώς αφηγείται δεν παραλείπει τις γλωσσικές επισημάνσεις: τη θουρίδα (δηλαδή την εσοχή στον τοίχο που χρησίμευε για ράφι) «εδώ την έλεγαν πουλίτσα». Πρωτόλειες προσπάθειες συλλογής γλωσσικού και φρασεολογικού υλικού βρίσκουμε σε μερικά ημερολόγιά του.

Οι ιδιωματισμοί του Κοτζιούλα είναι βέβαια ηπειρώτικοι, από τα Τζουμέρκα όπως σημειώνει ο ίδιος, ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις οι λέξεις είναι γνωστές και στην υπόλοιπη δυτική Ελλάδα ή και είναι σχεδόν πανελλήνιες άσχετο που πολλές δεν έχουν καταχωρηθεί στα λεξικά εξαιτίας κάποιας περιφρόνησης που νιώθουν οι λεξικογράφοι για τον λαϊκό λόγο.

Επίσης, ο Κοτζιούλας χρησιμοποιεί συχνά τον ηπειρώτικο τύπο κοινότατων πανελλήνιων λέξεων, όταν αναφέρεται σε πρόσωπα και πράγματα του τόπου του (π.χ. χαμπηλά αντί χαμηλά, φαμπιλιά αντί φαμιλιά, έδωκε αντί για έδωσε, αναγκώνας αντί για αγκώνας), ενώ αλλού προτιμάει τον πανελλήνιο τύπο. Ωστόσο, αποφεύγει να χρησιμοποιήσει την αυθεντική ηπειρώτικη προφορά (με στένωση φωνηέντων όπως το [o] σε [u] π.χ. στο αρσενικό άρθρο ου αντί ο, ή αποβολή άτονων φωνηέντων π.χ. σκλι αντί σκυλί). Ο λόγος είναι απλός: δεν κάνει φολκλόρ, δεν θέλει να αποτυπώσει σαν μαγνητόφωνο το πώς μιλούν οι ντόπιοι, θέλει να μπολιάσει τη νεοελληνική με τον τοπικό γλωσσικό πλούτο, άρα τον χρησιμοποιεί χωρίς πάθη φωνηέντων, εξιδανικευμένα.

Για να πάρουμε μια ιδέα για την πυκνότητα των ιδιωματικών και συναφών στοιχείων του Κοτζιούλα, αρκεί να αναφέρω ότι σε ένα μόνο δωδεκάστιχο ποίημα, το συγκλονιστικό Είνορο, βρίσκουμε τους εξής ιδιωματισμούς: Καταρχάς τον τίτλο (είνορο είναι ηπειρώτικος τύπος αντί για το όνειρο), τρεις ακόμα ιδιωματικές λέξεις που δεν τις έχουν τα σημερινά λεξικά (χαραμήδες, παλιοκαρβανάροι, ψίκι), μια λέξη πλασμένη από τον Κοτζιούλα (λυποκράταγαν), και τρεις τοπικές παραλλαγές πανελλήνιων λέξεων (χαμπηλά, κρύγιοι, γενάτι). Ο σημερινός αναγνώστης πιθανόν να χρειαστεί βοήθεια λεξικού και για άλλες δύο λέξεις (χόλιασμα, ρουμάνι).

Ο Κοτζιούλας έχει φυσικά συναίσθηση ότι ο Αθηναίος αναγνώστης μπορεί να μην καταλαβαίνει τους ιδιωματισμούς του, πολύ περισσότερο όταν περιγράφουν πράγματα άγνωστα στην πόλη:

Έχεις ιδεί ποτέ αροβέλανα, αναγνώστη;
(μα εσύ δε θα γνωρίζεις ούτε την αριά)![8]

Το πρόβλημα αυτό επιχειρεί να το ξεπεράσει στις πρώτες ποιητικές του συλλογές με τα γλωσσάρια, κάτι που δεν το κάνει στις μεταπολεμικές συλλογές. Όπως είπαμε, οι ιδιωματικές λέξεις δεν περιορίζονται στα ηπειρώτικα ποιήματα, όσο κι αν εκεί είναι, φυσικά, περισσότερες· τις βρίσκουμε και σε ποιήματα του αθηναϊκού χώρου, ακόμη και σε ποιήματα δημοσιευμένα σε εφημερίδες, δηλαδή εξωστρεφείς δημιουργίες που απευθύνονταν σε ευρύτατο κοινό και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα για ερμηνευτικές υποσημειώσεις. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Στου Γέρου μας το ξόδι»[9], δημοσιευμένο στον Ρίζο της Δευτέρας στις 23 Ιουνίου 1947 για τον θάνατο του Σιάντου, στους 56 στίχους του ποιήματος μετράμε γύρω στις δέκα ιδιωματικές λέξεις. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Κοτζιούλας απευθυνόταν στον αναγνώστη της εποχής του, ο οποίος δεν είχε κόψει τους δεσμούς του με το αγροτικό περιβάλλον και τη γλώσσα του σαν τον σημερινό Αθηναίο. Ο Αθηναίος του μεσοπολέμου ή του 1947 είχε πολύ ισχυρότερους δεσμούς με την ύπαιθρο και τους ιδιωματισμούς της. Σήμερα βέβαια η ανάγκη υπομνηματισμού του έργου του Κοτζιούλα είναι πολύ εντονότερη.

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Κοτζιούλα για τη γλώσσα φαίνεται και από το ότι όταν κρίνει βιβλία δεν παραλείπει να αναφερθεί στη γλώσσα τους. Φανερή είναι η αγωνία του για την καλλιέργεια της δημοτικής. Πανηγυρίζει όταν πρωτομεταφράζονται στη δημοτική λόγοι του Δημοσθένη: «η παγερότητα του γλωσσαμυντορισμού διαλύθηκε κάτου από τη ζεστή πνοή της δημοτικής»[10] Παινεύει τον Σκαρίμπα που χρησιμοποιεί «λέξεις παρμένες από το πιο άδολο λεξιλόγιο του λαού» αλλά τον επικρίνει για κάποιες «ακρότητες» στην κατασκευή νέων λέξεων και δεν διστάζει να «δασκαλίσει», παρότι μόνο 21 χρονών, και να θυμίσει ότι κακώς παραλείπει ο συγγραφέας το τελικό ν των άρθρων όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από κ.

Πράγματι, ο Κοτζιούλας ήξερε άριστα τη γραμματική, το συντακτικό και την ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας, της αρχαίας, της καθαρεύουσας και της δημοτικής, έχοντας συμπληρώσει τη γερή εγκύκλια μόρφωσή του με την πρακτική ενασχόληση στο «πανεπιστήμιο» του Μπουκέτου, όπου διόρθωνε, διασκεύαζε και μετάφραζε επί ατέλειωτα βράδια, και αργότερα στα τυπογραφεία και πιο ύστερα στην καθημερινή σκληρή βιοποριστική δουλειά ως μεταφραστής και διορθωτής. Ήταν λοιπόν σε θέση να δίνει γλωσσικά μαθήματα και το ενδιαφέρον είναι ότι κάτι τέτοιο έκανε και από τις σελίδες του Ριζοσπάστη, όπου διατηρούσε τακτική στήλη γλωσσικών σχολίων.

Πρόκειται για μια σειρά εβδομαδιαίων σημειωμάτων που δημοσίευε ενυπόγραφα ο Κοτζιούλας στον Ριζοσπάστη κάθε Πέμπτη, στην καθιερωμένη φιλολογική σελίδα της εφημερίδας, με τίτλο «Γλωσσικά και άλλα», από τον Ιούνιο του 1947 έως τον Οκτώβριο, που οι αρχές έκλεισαν τον Ριζοσπάστη. Προγραμματικός σκοπός της στήλης, όπως εκφράζεται στο πρώτο φύλλο (19.6.47) είναι «να διορθώσει, να διαφωτίσει και να καθοδηγήσει το κοινό μας απάνω στα κακώς γλωσσικά κείμενα».

Στα περίπου δεκαπέντε αυτά σημειώματα, ο Κοτζιούλας κρίνει τα γλωσσικά ατοπήματα που συνάντησε διαβάζοντας επιφυλλίδες και άλλα άρθρα επιφανών λογίων (συχνά διακεκριμένων λογοτεχνών, καθηγητών πανεπιστημίου και ακαδημαϊκών) σε αθηναϊκές εφημερίδες. Συνήθως προσδιορίζει με ακρίβεια πού και πότε δημοσιεύτηκε το επίμαχο άρθρο αλλά αποφεύγει να κατονομάσει ρητά τον δράστη του λάθους, ενώ πρέπει να σημειώσουμε ότι στο στόχαστρό του μπαίνουν και τα αριστερά έντυπα, του Ριζοσπάστη συμπεριλαμβανομένου.

Έχει ενδιαφέρον να σταχυολογήσουμε μερικά από τα σχόλια του Κοτζιούλα. Στο πρώτο κιόλας σημείωμά του επικρίνει καθηγητή του πανεπιστημίου ο οποίος σε άρθρο του στην Καθημερινή, πέρα από τη μικτή γλώσσα («του ηγέτου») και τις δύσκολες λέξεις («αμβλυωπεί») έχει και μακρότατες περιόδους, που φτάνουν τις είκοσι τυπωμένες αράδες («αυτό το λεκτικό τρόπαιο δεν θα του το ζηλέψει κανείς», σχολιάζει ο Κ.)· σε άλλο σημείωμα επικρίνει τον τότε νεολογισμό «η προβληματική» («ένας ακόμα ακατανόητος όρος μεταφρασμένος κατευθείαν από τα γερμανικά»), το «κοινότυπος» (αντί κοινότοπος) και το επίθετο «ο ένστιχτος (λόγος)» (που το θεωρεί ανύπαρκτο, αφού μόνο η καθαρεύουσα έχει το ενστικτώδης). Τον ενοχλούν οι αγγλισμοί (να σπάσει τους δεσμούς του), οι σολοικισμοί (χειρίζοντας) και οι ελληνικούρες (επίμων). Εύστοχα παρατηρεί ότι ο λαός ποτέ δεν χρησιμοποιεί το «κιόλας» στην αρχή πρότασης, αγανακτεί όταν ένας παιδαγωγός γράφει για «τεστς» («τέτοιος συνδυασμός συμφώνων, σε μονοσύλλαβη κιόλας λέξη δεν μπορεί να προφερθεί από στόματα ελληνικά»), διορθώνει το «ακατανόμαστος» και ειρωνεύεται έναν πολιτικό αντίπαλο που μπέρδεψε τα ευαγγελικά χωρία που χρησιμοποίησε («όποιος θέλει να κάμει επίδειξη σοφίας, ας προσέχει τουλάχιστον να μη τον διαψεύδουν τα κείμενα»), και προτρέπει έναν καθηγητή πανεπιστημίου να διορθώσει έναν σολοικισμό στην αρχαιοπρεπή αφιέρωση του συγγράμματός του «μην τυχόν του το σφυρίξει κανένας κακεντρεχής φοιτητάκος». Επικρίνει για υπερβάλλοντα δημοτικιστικό ζήλο τον συντάκτη αριστερού εντύπου που έγραψε «πεισμένος» και συνιστά να διατηρείται ο αναδιπλασιασμένος τύπος (πεπεισμένος) «όπου δεν μπορούμε να το αποφύγουμε» αφού είναι «αναγκαίο κακό για τη δημοτική». Δεν ανέχεται κάποιες γενικές πληθυντικού όπως «των νουβελών»: αυτές οι γενικές δεν έχουν καμιά θέση στη γλώσσα μας, είναι κακή κληρονομιά της ακαλαίσθητης, αψυχολόγητης καθαρεύουσας, λέει. Κάπου-κάπου δίνει και μεταφραστικά μαθήματα: το γαλλικό ντραματίκ δεν μεταφράζεται «δραματική ομάδα» αλλά θεατρική: «οι λέξεις αλλάζοντας πατρίδα τροποποιούν και την έννοια καμιά φορά».

Πολλές από τις γλωσσικές παρατηρήσεις του Κοτζιούλα διατηρούν την αξία τους και σήμερα, ενώ σε κάποιες άλλες δεν έχει δικαιωθεί. Για παράδειγμα, όπως και ο δάσκαλός του ο Καρθαίος (που άλλωστε έπλασε τον όρο), ο Κοτζιούλας αντιπαθεί τον «μεχριτισμό», δηλαδή τη χρήση του συνδέσμου «μέχρι» με αιτιατική· και σήμερα υπάρχουν κάποιοι που επικρίνουν αυτή τη σύνταξη, αλλά έχει πια καθιερωθεί. Πολύ περισσότερο, ο Κοτζιούλας είναι της γνώμης ότι ο σύνδεσμος «μετά» δεν έχει θέση στη δημοτική και πρέπει να χρησιμοποιείται αντί γι’ αυτόν το «ύστερα» ή το «έπειτα». Ολοφάνερο είναι πως από το 1947 μέχρι σήμερα η δημοτική μας μπόρεσε να ενσωματώσει το «μετά». Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ότι στο έργο του ο Κοτζιούλας (ερεύνησα τόσο τα ποιήματα, όσο και τα αυτοβιογραφικά του πεζά) δεν χρησιμοποιεί ούτε μία φορά το «μέχρι» και το «μετά». Βλέπουμε για μιαν ακόμα φορά την απόλυτη συνέπεια θέσεων και πράξεων, αλλά και ότι οι κανόνες που εφαρμόζει στη γλώσσα είναι βιωμένοι από τον ίδιον πολύ πριν τους διατυπώσει.

Παρεμπιπτόντως, την ίδια εποχή ο Κοτζιούλας δούλευε διορθωτής στα Ελεύθερα Γράμματα, όπου εφάρμοζε τις ίδιες γλωσσικές αρχές. Χαρακτηριστικό είναι το στιγμιότυπο που θυμήθηκε το 1976 στην Αυγή ο Τάσος Βουρνάς, που το 1947 ήταν νεαρός κριτικός λογοτεχνίας στο περιοδικό. Του είχε κολλήσει, θυμάται, η λέξη «μορφοπλασία» και την επαναλάμβανε συχνά στις κριτικές του· οπότε ο Κοτζιούλας είδε κι απόειδε και του έστειλε το εξής επίγραμμα, που ο τελευταίος του στίχος συνοψίζει καλά τη γλωσσική στάση του ίδιου του Κοτζιούλα τουλάχιστον στην αρθρογραφία του:

Άλλο τ’ ομορφοπλάσιμο κι άλλο μορφοπλασία.
Πού πήγες και την ξέθαψες τη λέξη απ’ τα μουσεία;
Στα σκονισμένα λεξικά, μην πολυδίνεις βάση.
Στοχάσου μόνο τον απλό, οπού θα σε διαβάσει!

Η επισκόπηση δεν θα ήταν πλήρης αν δεν αναφέραμε μερικά πράγματα για τον μεταφραστή Κοτζιούλα. Για τον Κοτζιούλα η μεταφραστική δραστηριότητα δεν ήταν ένα πάρεργο αλλά αποτέλεσε τη βασική πηγή βιοπορισμού του. Είναι από τους πολυγραφότερους μεταφραστές μας, αν πάρουμε υπόψη ότι έφυγε και σχετικά νέος.

Ο Κοτζιούλας πιστεύει ότι ο μεταφραστής εκτελεί λειτούργημα, αφού προσφέρει στα πλατιά λαϊκά στρώματα, που δεν είχαν την τύχη ν’ αποκτήσουν γλωσσική μόρφωση, την επαφή με τη μεγάλη ξενόγλωσση λογοτεχνία. Στο καθήκον αυτό, ο μεταφραστής οφείλει ακόμα και να θυσιάσει κάποια δικά του δημιουργικά σχέδια, αν είναι παράλληλα και λογοτέχνης. «Χάθηκε απ’ αυτό τον τόπο η συναίσθηση της πνευματικής ευθύνης; Και δεν θα ήταν προτιμότερο, αντί να μεταφράζαμε ανώνυμα Ντελλύ και Ντεκομπρά για δεκαρολογία ή να τυπώνουμε ασήμαντα δικά μας από ματαιοδοξία, να ετοιμάζαμε ο καθένας μας και από μια μετάφραση της προκοπής;»[11].

Όμως, οι μεταφράσεις έχουν για τον Κοτζιούλα και μιαν άλλη αξία, ότι βοηθούν στην καλλιέργεια της δημοτικής γλώσσας και τον εμπλουτισμό της. Μάλιστα, όταν, στο άρθρο του για τη λογοτεχνική γλώσσα που ήδη αναφέραμε[12], κάνει λόγο για ελληνικά βιβλία «τέλεια από γλωσσική άποψη», αναφέρει ονομαστικά δύο μόνο, και τα δύο μεταφράσεις: τον Δον Κιχώτη του Καρθαίου από τα πεζά και τον Ιώβ του Φριλίγγου από την ποίηση.

Για τις μεταφράσεις του Κοτζιούλα από τα αρχαία υπάρχει μια χρήσιμη μελέτη του Π. Αθανασόπουλου[13], με καταγραφή τους και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, μεταξύ άλλων για τη «γνήσια λαϊκιά» γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Κοτζιούλας, τις γλωσσοπλαστικές ικανότητες που επιστρατεύει για να αποδώσει σύνθετα επίθετα της αρχαίας (π.χ. μεροφανέρωτος για το ημερόφαντος) και τη χρήση ιδιωματικών τύπων στις μεταφράσεις. (…)

[Να σημειωθεί ότι πρόσφατα κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Οδυσσέας, το βιβλίο «Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει και σχολιάζει αρχαίους Έλληνες ποιητές», που ελπίζω να αξιωθώ να το παρουσιάσω κάποτε]

Οι υπόλοιπες μεταφράσεις του, πεζές και ποιητικές, που αποτελούν και τον κύριο όγκο της μεταφραστικής δουλειάς του, δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο κάποιας μελέτης αν και κάποιες από αυτές, όπως οι Άθλιοι του Ουγκώ [εδώ ο πρόλογος του Κοτζιούλα στους Αθλίους], αγαπήθηκαν πολύ από το αναγνωστικό κοινό. Μερικές είναι ανέκδοτες (το Έπος του Ρολάνδου), όπως ανέκδοτο παραμένει και σημαντικό μέρος του πρωτότυπου έργου του. Μακάρι το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας να δώσει το έναυσμα να γίνει περισσότερο γνωστός ο μεγάλος αδικημένος των γραμμάτων μας και να εκδοθούν και κάποια από τα ανέκδοτα έργα του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] «Η λογοτεχνική μας γλώσσα», Νεοελληνικά σημειώματα, τχ. 2, 1937.

[2] Συγχρονισμένη ποίηση, Νεοελληνικά Γράμματα, 6.2.1937

[3] Αναβιώσεις του μαλλιαρισμού, Λογοτεχνικά χρονικά, Μάιος-Ιούνιος 1951.

[4] «Η τέχνη μου», Γ110

[5] «Τεχνίτης», Γ36

[6] «Αυτοπεποίθηση», Α250.

[7] Και τα δυο παραδείγματα στη «Θερινή συμφωνία», Α17

[8] «Μάθημα λίγο νευρικό», Α264

[9] Δεν περιλαμβάνεται στα Άπαντα.

[10] «Ο Δημοσθένης στη δημοτική», Νεοελληνικά Γράμματα τχ. 178

[11] «Μας χρειάζονται και μεταφράσεις», Νέος Καλλιτέχνης, τ. 1 (1951).

[12] Βλ. υποσ. 1.

[13] Παναγιώτης Χ. Αθανασόπουλος, Οι αρχαίες ελληνικές μεταφράσεις του Γιώργου Κοτζιούλα. Μια πρώτη προσέγγιση.

 

Θα λείψω από πολλά πρωί έως το βραδάκι, θα τα πούμε όταν επιστρέψω.

Advertisements

62 Σχόλια to “Η γλώσσα του Κοτζιούλα – Ο Κοτζιούλας για τη γλώσσα”

  1. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    «οι λέξεις αλλάζοντας πατρίδα τροποποιούν και την έννοια καμιά φορά»
    What a sycophant this Kotzioulas!…talking about pseudophiles like this!

  2. cronopiusa said

    Δε γράφτηκαν οι στίχοι μου για ωχρούς ονειροπόλους,
    μα είναι γι’ ακέριον το λαό και τους ανθρώπους όλους,
    ουσία αμεταποίητη, στοιχείο από τα πρώτα,
    χοντρό ψωμί χορταστικό σαν τη γερή μπομπότα

    Καλή σας μέρα!

  3. cronopiusa said

    Ο Αναγνωστάκης διαβάζει Κοτζιούλα

  4. Sarant said:
    α) «στα μέρη εκείνα … λέγαν …. το κόσκινο «δραμόνι»…. τη θουρίδα (δηλαδή την εσοχή στον τοίχο που χρησίμευε για ράφι) «εδώ την έλεγαν πουλίτσα». ….αναγκώνας αντί για αγκώνας ….ψίκι».

    Ντρυμόνι λέγαμε μια σιδηροκατασκευή, που είχε οπές αρκετά μεγάλες (σε σχέση με το κοινό κόσκινο). Το χρησιμοποιούσαν για να καθαρίζουν τους σπόρους των σιτηρών από τα κότσαλα, όταν δεν φυσούσε αέρας και δεν ήταν αποτελεσματικό το λύχνισμα.

    Πουλίτσα λέγαμε ένα ράφι στο οποίο αραδιάζονταν τα πλαστά του ψωμιού (ζύμωναν τότε κάθε βδομάδα ή κάθε δυο βδομάδες).

    Αναγκώνας, αντί αγκώνας έλεγαν και «εν Σέρραις»

    Ψίκι: Το πανέρι με τα δώρα για τη νύφη αλλά και η κουστωδία που το συνόδευε [«τα νταούλια κρουν μπρε Στέργιου κι του ψίκ(ι) χουρεύ(ει)»]

    β) «Ο Κοτζιούλας πιστεύει ότι ο μεταφραστής εκτελεί λειτούργημα»

    Δεν είμαι μεταφραστής, αλλά κατάλαβα τί εστί βερίκοκο όταν μετέφρασα (για τις ανάγκες του …Φ/Β), από τα αγγλικά, ένα κομμάτι από βιβλίο του Άμποτ (γραμμένο το 1900). Λεει κάπου ο Άμποτ ότι οι έποικοι Νιγριτινοί αποκαλούσαν τους γηγενείς Νιγριτινούς naive (αφελείς). Όμως η λέξη «αφελής» ήταν άγνωστη στην περιοχή, ακόμα και το 1960. Σκέφτηκα, ποια μπορούσε να ήταν η λέξη που άκουσε από τους Νιγριτινούς ο (ελληνομαθής) Άμποτ, και την οποία απέδωσε με την αγγλική λέξη naive. Κατέληξα λοιπόν ότι πρόκειται για τη λέξη «κακαβάνης», μια λέξη ευρέως χρησιμοποιούμενη …εξαπανέκαθεν και μέχρι σήμερα. Έτσι μετέφρασα naive=κακαβάνης!

  5. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Επειδή, Νίκο, φαίνεται πως έχω μιά κάπως διαφορετική αντίληψη για τις ποικίλες μορφές της γλώσσας μας (ελόγου μου, πρακτικά έχω καταργήσει τα ιδεολογικά πρόσημα..), να μου επιτρέψεις ένα εξω-κοτζιουλικό σχόλιο στο (πολύ καλό!) επίμετρό σου: Το «παραχωρήσεις προς την καθαρεύουσα» (και μερικοί άλλοι πολεμικοί όροι του κειμένου σου- «επιβολή» κλπ) μου δίνει την εντύπωση μιάς -συνεχιζόμενης- αντιπαλότητας σε εποχές που διαθέτουμε μια άφοβη και αρκετά ομοιογενή καθομιλουμένη η οποία είναι έτοιμη να ενσωματώσει κάθε παλαιότερο τύπο λέξεων και να βολευτεί με κάθε τονική ή φθογγική παραλλαγή που πληροί την αίσθηση του μέτρου και της ευφωνίας, είτε στον γραπτό είτε στον προφορικό λόγο.

  6. ΓιώργοςΜ said

    @5 υπάρχουν ικανότεροι από εμένα να αναφερθούν αναλυτικά, αλλά δε μπορώ να μη σημειώσω πως α) η εποχή του Κοτζιούλα δεν είναι η σημερινή, αλλά μια εποχή που το γλωσσικό θέμα ήταν πεδίο έντονης αντιπαράθεσης και β) ότι η καθαρεύουσα ήταν μια τεχνητή γλώσσα που δημιουργήθηκε από κάποιους λόγιους απαξιώνοντας τη «βαρβαρική» καθομιλουμένη, η αντιπαλότητα είναι συεπώς εγγενής.
    Η ευκολία να ενσωματώσει μια γλώσσα οτιδήποτε άκριτα είναι μάλλον δείγμα φτώχιας της και ολισθηρό μονοπάτι. Φυσικά, όπου υπάρχει ανάγκη να εκφραστεί κάτι καινούριο, αφού εξαντληθούν τα μέσα που προσφέρει η καθομιλουμένη, μπορεί ν’ ανατρέξει κανείς κι αλλού, προσωπικά πιστεύω όμως πως είναι προτιμότερο ν’ ανατρέξει σε μια καθομιλουμένη άλλης εποχής ή άλλου τόπου παρά σε μια ξύλινη κατασκευή.
    Η δε ομοιογένεια μπορεί να έχει επιλύσει προβλήματα που έθετε η «Βαβυλωνία» πριν από καμμιά διακοσαριά χρόνια, έχει όμως περιθωριοποιήσει τις τοπικές διαλέκτους οι οποίες έχουν την ιστορία τους κι αυτές και δυνητικά μπορούν να προσφέρουν.

  7. cronopiusa said

  8. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Ως Κατσάνος, επιβεβαιώνω ότι άλλο το κόσκινο κι άλλο το ντριμόνι* (βλ. #4). Με το κόσκινο κάνουμε το αλεύρι, το ντριμόνι είναι για άλλα υλικά, πιο χοντρά, π.χ. τραχανά. Επίσης, «πουλίτσα» με την έννοια της θουρίδας είναι λέξη άγνωστη στα Κατσανοχώρια. Τη θουρίδα τη λέμε θουρίδα, και πουλίτσα είναι η μικρή θηλυκή κότα, αλλού γνωστή ως πουλάδα. Τέλος, το λουκούμι όντως το λέμε λακούμ! 🙂
    Πιθανολογώ, είτε ότι ο Κ. ήταν ακομή μικρός όταν πήγε στα Κατσανοχώρια και κατάλαβε κάποια πράγματα λάθος, είτε ότι το κορόιδεψαν το παιδί οι Σκυλοκάτσανοι! 🙂 Γενικά οι Κατσάνοι έχουν φιλοπαίγμονα διάθεση, ακόμα και σήμερα, απέναντι σε όσους μιλούν διαφορετικά από αυτούς. Είναι γνωστή μια ιστορία-ανέκδοτο στην οποία μια γυναίκα ζητά το κλαδευτήρι, το οποίο όμως αυτή το λέει «κασάρα» (θηλυκό) και οι Κατσάνοι την ρωτούν επανειλημμένα τι τη θέλει την τσατσάρα…
    Τέλος, όπως είχε συζητηθεί και σε άλλη ανάρτηση για τον Κοτζιούλα (https://sarantakos.wordpress.com/2013/10/13/epistrofi/#comment-190138 και μετέπειτα σχόλια), η Πλατανούσσα δεν ανήκει στα Τζουμέρκα! 😀

    *Πρώτη Αποκριά σήμερα και σε αυτό το πνεύμα κι επειδή εδώ κυρίως λεξιλογούμε να ενημερώσω ότι ντριμόνι λέγεται και το μουνί που, τελοσπάντων, έχει «υποστεί» εντατική χρήση.

  9. 8, …το κλαδευτήρι, το οποίο όμως αυτή το λέει «κασάρα» (θηλυκό)…

    Κόσα το μεγάλο δρεπάνι, στην Πελοπόννησο (τουλάχιστον).
    Σλαβικής προέλευσης, λέει η Βίκη.

  10. Γιάννης Ιατρού said

    8: Τέλος*
    Κόσκινο που λέμε 🙂

  11. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Εμείς κόσα λέμε αυτό

    Κλαδευτήρι (για κάποιους κασάρα…) λέμε αυτό

  12. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Το #11 στο #9.

    #10
    Το κόσκινο έχει πολύ ψιλές τρύπες, το ντριμόνι έχει μεγαλύτερες… Πω πω ντροπή, διαβάζουν και κοπέλες. 🙂

  13. Μαρία said

    9
    κουσά σε μας http://culture.samos.gr/FILESYSTEM/CIVITEMS/PHOTOS//IT1238.jpg

    Βουλγάρα πρέπει να είναι κι η πουλίτσα. Σε μας ότι ακριβώς γράφει ο Κοτζιούλας.

  14. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    ντριμόνι

    κόσκινο

  15. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    Μια και πήραμε σειρά, υπάρχει και πολύ πολύ ψιλό κόσκινο (για καφέ, καθάριο αλεύρι κλπ) που λέγεται σήτα, έχει και ρήμα σητίζω.

  16. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Δυο αποσπάσματα από δημοτικά ποιήματα/ένα μοιρολόι κι ένα της ξενιτιάς/ όπου εμφανίζεται το είνορο
    ………………………………………..
    Πέρνα τα, Τζιάτζιο μ΄, πέρνα τα αυτά τα μονοπάτια
    για δεύτερο δεν τα περνάς, δεν τα γυροδιαβαίνεις
    -Τι ξέρ΄ς εσύ, βρε ψυχογιέ, πως δε θα τα περάσω;
    Εψές είδα ένα είνορο, πικρό, φαρμακωμένο.
    Τρία ποτάμια διάβαινες, τα τρία αράδα αράδα

    ………………………………………………………………..
    – Βαριά κοιμάσαι, κόρη μου, και κρύον ίδρω στάζεις.
    – Βαριά κοιμούμ’ αφέντη μου, βαριά και τρομασμένα,
    γιατ’ είδα είνορο κακό, πολύ κακό για ‘σένα.
    είδα το γρίβα σου γυμνόν, τη σέλλα τσακισμένη
    και το χρυσό μαντήλι σου ‘ς το δρόμο ξεσκισμένο

  17. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η Δωδωναία φίλη λέει πουλίτσα τη θουρίδα (θυρίδα κανονική σ΄εμάς), κοσά αυτό στο 11α για μεγάλα χορτάρια, και κασάρα το 11β(για σχίσιμο ξύλου).
    Η μητέρα της,που πέθανε πρόσφατα, από τη Λάκα Σούλι, έλεγε είνορο και εινόρατα πάντα.
    >>ψίκι, καλοψίκια σ΄εμάς ,το κέρασμα,τα γλυκά, γάμου και γέννας.

  18. Γς said

    Ηπειρώτικα παραμύθια: Το είνορο

    [Ο Νουμάς, Τόμ. 4, Αρ. 206 (1906)]

    http://xantho.lis.upatras.gr/test2.php?art=19171

  19. Θέμης said

    «[Επίσης δεν βάζει υποδιαστολή στο αναφορικό ό,τι. Όμως, από την άλλη, δεν χρησιμοποιεί ποτέ το τελικό ότι, πάντοτε προτιμά το πως]»

    Τελικό ότι; Μήπως ειδικό;

  20. Παναγιώτης Κ. said

    17. και το ρήμα ονειρεύομαι, λεγόταν νειριάζομαι.

  21. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>παλιοκαρβανάροι
    Όπως άνθρωποι και παλιάνθρωποι μήπως. Αφού οι καρβανάροι ή καραβανάρηδες ήσαν πρόσωπα άξια και ευυπόληπτα όπως οι τραγουδισμένοι Ρόβας και Καψάλης

  22. Γιάννης Ιατρού said

  23. Ριβαλντίνιο said

    @ 15 Γρηγόρης Κοτορτσινός
    Μα τι άσχετος είσαι. Σήτα είναι αυτό που έχουν οι πόρτες !
    🙂

    ——————————————–

    Στην Μάνη όταν έβγαζαν νερό από τις στέρνες, χρησιμοποιούσαν κατά το άδειασμα από τον κουβά στο παγούρι/μπουκάλι ένα τούλι από μπουμπουνιέρα πάνω από το χωνί. Έτσι στο μπουκάλι/παγούρι έπεφτε μόνο το νερό και όχι τα κουζουζία που είχε μέσα !
    ————————————————————

    Ξέρει κάποιος που μπορώ να αγοράσω τα εργαλεία που χρησιμοποιούν οι παρακάτω τύποι ; 🙂

  24. ΓιώργοςΜ said

    #11 παρομοίως, με τη μικροδιαφορά πως στα μέρη μου την κόσα τη λένε «χωσιά» και το κλαδευτήρι «κλαδευτήρα» για να το ξεχωρίζουν από το κλαδοψάλιδο που συνήθως αναφέρεται ως «κλαδευτήρι».
    Η κόσα έχει επικρατήσει, και στα ηλεκτρονικά καταστήματα έτσι το έχω δει.

  25. ΓιώργοςΜ said

    #23 πωπω, ο κήπος σου πρέπει να έχει τα χάλια του 🙂

  26. Ριβαλντίνιο said

    @ 25 ΓιώργοςΜ

    😆 😆 😆

  27. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>να γίνει περισσότερο γνωστός ο μεγάλος αδικημένος των γραμμάτων μας και να εκδοθούν και κάποια από τα ανέκδοτα έργα του.
    Μακάρι! Μιλούσα με δυο απόφοιτους της θεατρολογίας Αθήνας, είχαν κάνει και κάποιο μεταπτυχιακό,γύρω στα 45, και από τυχαία αναφορά μου, με έκπληξη είδα ότι δεν ήξεραν τον Κοτζιούλα. Ο ένας μάλιστα είναι και αριστεραρίστερος και τον εμάλωσα ιδιαιτέρως 🙂

  28. 11, Ναι ακριβώς το ίδιο.
    Το λέμε και βατοκόπα.

  29. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σας. Μόλις τώρα αξιώθηκα να συνδεθώ, ολη τη μέρα έλειπα εκτός δικτύου.

    19 Δίκιο έχεις βέβαια. Και χαίρομαι που στο βιβλίο το τσάκωσε η επιμελήτρια (αλλά εγώ εδώ παρέθεσα το δικό μου αρχείο).

    14 Το δριμόνι (δερμόνι, ντριμόνι κτλ.) το έχω και στις Λέξεις που χάνονται. Από μέρος σε μέρος μπορεί να μη δηλώνει ακριβώς το ίδιο σύνεργο, αλλά πάντοτε είναι χοντρό κόσκινο.

  30. Ριβαλντίνιο said

    @ 28 Μιχάλης Νικολάου

    ή βατοκόπι (το).

  31. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    28.Το λέμε και βατοκόπα.
    και τσαλοκόπι

    Βολίστης ,το κόσκινο με τις μεγάλες τρύπες.

  32. ΓιώργοςΜ said

    28,31 «Βατοκόφτης» (ο) ή «τσαλοκόπα» (η) στα μέρη μου είναι μια παραλλαγή που μοιάζει περισσότερο σε μισοφέγγαρο και χρησιμοποιείται με στειλιάρι. Η κλαδευτήρα έχει χειρισμό σαν μικρό τσεκούρι· ο βατοκόφτης χτυπώντας και τραβώντας τα βάτα ή τα τσαλιά (=άγρια, μπλεγμένα κλαριά).

  33. sarant said

    32 Ποια μέρη;

  34. ΓιώργοςΜ said

    33 Βόρεια Εύβοια. Καταγωγή από εκεί, αλλά έχω περάσει όλα μου τα καλοκαίρια.
    Προσφυγική καταγωγή, αλλά τα ονόματα για τα εργαλεία μπορεί να είναι ντόπια ή συνδυασμός.

  35. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    34.>>Προσφυγική καταγωγή, αλλά τα ονόματα για τα εργαλεία μπορεί να είναι ντόπια ή συνδυασμός.
    Κερεπήν= Τσαλοκοπι εργαλειο για καθαρισμα απο τα Βατα
    http://garasari.blogspot.gr/2011/02/blog-post_09.html

  36. sarant said

    34 Οκ, ευχαριστώ!

  37. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Σήμα του Κιλελέρ, «ο αγρότης με την κόσα»
    file:///C:/Users/User/Downloads/4%CE%918%CE%99%CE%A9%CE%95%CE%9D-%CE%A8%CE%97%CE%A7.pdf
    Στη Μεσσηνία βατοκόπα
    file:///C:/Users/User/Downloads/%CE%924%CE%93%CE%A3%CE%A9%CE%9E4-4%CE%A3%CE%9F.pdf
    Στο Παγγαίο τσαλοκόπια
    file:///C:/Users/User/Downloads/%CE%924%CE%92%CE%A0%CE%9F%CE%9B2%CE%A0-%CE%937%CE%91%20(1).pdf
    Στη Πύλη (Τρικάλων;) βατοκόφτης
    file:///C:/Users/User/Downloads/%CE%92%CE%9F%CE%A7%CE%9F%CE%A914-%CE%A76%CE%9A.pdf
    Στην Ιεράπετρα βατοκόπτες 🙂 (και στην Άνδρο βατοκόπτες)
    file:///C:/Users/User/Downloads/45%CE%A8%CE%9F%CE%A9%CE%A18-%CE%9B3%CE%9B.pdf

  38. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    ο κολίγος με την κόσα στο Κιλελέρ

  39. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>ο Κοτζιούλας αντιπαθεί τον «μεχριτισμό», δηλαδή τη χρήση του συνδέσμου «μέχρι» με αιτιατική·
    Συνεχίζουμε να λέμε μέχρι τελικής πτώσεως, μέχρις εσχάτων, μέχρι πρωίας αλλά μέχρι την αυγή,μέχρι το πλοίο κλπ
    Θα μου φαινόταν παράξενο να μην ξέρει κάποιος το χόλιασμα και το ρουμάνι. Επήρε τα όρη και τα ρουμάνια λέμε, όπως και πρικοχολιασμένος.

  40. Γιάννης Ιατρού said

    38: Κι αυτός εδώ κάσα κρατάει ΕΦΗ 🙂

  41. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    40.>>κάσα κρατάει
    Η κάσα είναι μετά! Κόσα και θερίζει ο άτιμος. (Ώρα που πα να κοιμηθώ και δεν είμαι καλά σήμερο 🙂 )

  42. Γιάννης Ιατρού said

    41: εκ παραδρομής της χειρός 🙂

  43. Και δεν θα ήταν προτιμότερο, αντί να μεταφράζαμε ανώνυμα Ντελλύ και Ντεκομπρά για δεκαρολογία ή να τυπώνουμε ασήμαντα δικά μας από ματαιοδοξία, να ετοιμάζαμε ο καθένας μας και από μια μετάφραση της προκοπής;

    Ντελλύ και Ντεκομπρά

  44. sarant said

    Είχαν μεγάλη πέραση αυτά τα αισθηματικά τότε. Δεν έχω διαβάσει και κανένα, να δω αν είναι σαν τα Άρλεκιν. Αλλά ούτε και Άρλεκιν έχω διαβάσει.

  45. Και μια ιδιόμορφη περίπτωση που πρέπει να ήταν επίσης πολύ δημοφιλής στην Ελλάδα, ο Πιτιγκρίλι.
    http://www.protoporia.gr/kokaina-p-274027.html
    http://www.biblionet.gr/author/31544/Pitigrilli_1893-1975

  46. sarant said

    Ήταν, τουλάχιστον σε εφημερίδες και περιοδικά. Λέγανε για τον Τσιφόρο της πρώτης περιόδου (ίσως να το ελεγε κι ο ίδιος) ότι «γράφει σαν τον Πιτιγκρίλι»

  47. Ευτυχία said

    Κοτζιουλίαση
    🙂

  48. sarant said

    39 (Τώρα το είδα) Μην κρίνεις από τον εαυτό σου για το ρουμάνι και το χόλιασμα.

  49. Corto said

    Συγχαρητήρια για την ανάρτηση! Εξαιρετικά καλογραμμένο το επίμετρο για την γλώσσα του Κοτζιούλα!
    Θεωρώ ότι η πιο ενδιαφέρουσα θέση του Κ. είναι η απόρριψη των εξεζητημένων ιδιωματισμών και της «αναβίωσης του μαλλιαρισμού». Γλωσσικές υπερβολές σημειώθηκαν και προς τις δύο τάσεις (λόγια και λαϊκή). Η ισορροπία που προτείνει ο Κ. είναι αξιοθαύμαστη.

    Ειδικότερα για τον Κόντογλου θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι και αυτός ενέδιδε καμιά φορά σε ένα είδος εκζήτησης. Για παράδειγμα αναφερόμενος στο ύψωμα «Ασπίδα» του Άργους, επεξηγεί το τοπωνύμιο ως «Σκουτάρι», μολονότι ο πρώτος όρος είναι κατανοητός από όλους, ενώ ο δεύτερος ξεχασμένος.
    (Βεβαίως ο Κόντογλου είναι πολύ μεγάλος λογοτέχνης και οι όποιες γλωσσικές υπερβολές δεν είναι καθοριστικές για το έργο του.)

    Για τον τύπο «ύπαρχε» αντί «υπήρχε»:
    Υπάρχει δυσκολία στο άκουσμα της τελευταίας (τέταρτης) στροφής του τραγουδιού του Μάρκου Βαμβακάρη «μόρτισσα χασικλού» (δίσκος: Columbia Ελλάδος DG 473 / WG 599, έτος 1933). Ακούγεται το εξής:

    «Το μάγκα τον μαστούριασες ……………. ντερβίση/
    νερό που εκουβάλησες απ’ του Κουλού τη βρύση.»

    Είχαν επικρατήσει διάφορα παρακούσματα (π.χ. «τον πιο καλό ντερβίση» ή το δυσνόητο «τον κούπα και ντερβίση») εωσότου στο διαδίκτυο (δεν θυμάμαι από ποιον) προτάθηκε η εκδοχή «κι όπου ‘παρχε ντερβίσι», η οποία φαίνεται ορθή.

  50. ΠΑΝΟΣ said

    Αγαπητέ Νίκο,γειά χαρά.Για διαφόρους λόγους,έχω καιρό να σχολιάσω εδώ.Ας είναι…Θα ήθελα να σε ρωτήσω,αν το ξέρεις και αν δεν το έχεις ήδη σχολιάσει,να με πληροφορήσεις το εξής: τήν έκφραση «τρικυμία εν κρανίω» την χρησιμοποίησε πρώτος ο Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίτσης στην μετάφραση των Αθλίων; Το έψαξα,αλλά δεν έχω το σχετικό βιβλίο,ούτε γκουκλάρει πουθενά.Αν ξέρεις και θες,μού το λές.Σε ευχαριστώ πολύ.

  51. sarant said

    Γεια σου Πάνο.
    Ναι, έχεις καιρό να σχολιάσεις εδώ, αλλά δεν πειράζει.
    Δεν το έχω σχολιάσει αυτό που ρωτάς, και δεν το ξέρω. Αλλα θα το ψάξω, κι αν βρω κάτι θα γράψω.
    Νάσαι καλά!

  52. Μαρία said

    50, 51
    99,9% ναι. Εκτός κι αν βρεθεί η έκφραση σε κείμενο πριν απ’ το 1862.
    Έτσι απέδωσε ο Σκ. τον τίτλο κεφαλαίου: Une tempête sous un crâne. http://www.intratext.com/IXT/FRA1623/_P1L.HTM

    Και στα γαλλικά η έκφραση είναι δημιούργημα του Ουγκό με τη διαφορά οτι αναφέρεται στην κρίση συνειδήσεως του Γιάννη Αγιάννη και όχι στη διανοητική σύγχυση, που είναι η σημασία που πήρε στα ελληνικά.

  53. Τι μαθαίνει κανείς νυχτιάτικα…

  54. sarant said

    52 Mπράβο Μαρία, εγώ δεν πρόλαβα να ψάξω. Πολύ σωστό σχόλιο.

  55. Μαρία said

    54
    Τη γαλλική με την κράνα την ήξερα. Μόνο τη μετάφρση του Σκ. είδα στη γούγλη.
    Να έχεις όμως το νου σου μήπως και τη συναντήσεις σε καμιά εφημερίδα πριν απ’ το ’62.

  56. Spiridione said

    Πολύ ωραία. 55. Αν η φράση είναι δημιούργημα του Ουγκό, δύσκολο να υπάρχει πριν απ’ το 1862.

  57. Γς said

    56:
    >Αν η φράση είναι δημιούργημα του Ουγκό, δύσκολο να υπάρχει πριν απ’ το 1862.

    Αν η φράση είναι δημιούργημα του Ουγκό, ΔΕΝ υπάρχει πριν απ’ το 1862.

  58. sarant said

    Πρόχειρο βιβλιογκούγκλισμα επιβεβαιώνει την πατρότητα από τον Ουγκό.

  59. Μαρία said

    56, 58
    Γι’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία. Η επιφύλαξη είναι για την ελληνική απόδοση. Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα τη φράση τρικυμία εν κρανίω, που απασχολεί τον Πάνο, να την βρήκε έτοιμη ο Σκ.

  60. Αιμ said

    Κοσα, με τόνο στο α, το δρεπάνι του …χαρου στα βουλγαρικα και κοσια το ρήμα που μεταφορικά σημαίνει και θεριζω π.χ. Θερίζει ο θάνατος

  61. sarant said

    59 Nα τη βρήκε έτοιμη πού; Σε πρωτότυπο ελληνικό κείμενο;

  62. Μαρία said

    61
    Ναι, δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε, γι’ αυτό κι έγραψα 99,9%.
    Είναι ενδιαφέρον επίσης οτι δεν μεταφράζει υπο κρανίον αλλά εν κρανίω. Η έκφραση πάντως έχω την εντύπωση οτι πράσφατα απόκτησε μεγάλη διάδοση. Ο Βοσταντζόγλου π.χ. σε σχετικά λήμματα δεν την καταγράφει. Μπορεί δηλαδή να μην υπήρξε συνέχεια απο το 1862 και κάποιος να την ξενάχωσε τα τελευταία χρόνια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: