Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Για τον Κοτζιούλα στο Polis Art Café

Posted by sarant στο 24 Απρίλιος, 2016


Στις 23 Μαρτίου 2016 έγινε στο Polis Art Café η παρουσίαση του βιβλίου της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου: «Ποίηση και πολεμική: Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα». Το βιβλίο αυτό το έχω παρουσιάσει στο ιστολόγιο λίγο μετά την κυκλοφορία του, ενώ σε επόμενο άρθρο παρουσίασα ένα κομμάτι από τη δική μου συμμετοχή στο βιβλίο, το Επίμετρο «Η γλώσσα του Κοτζιούλα και ο Κοτζιούλας για τη γλώσσα«.

Μια και χτες είχαμε τα γενέθλια του Γιώργου Κοτζιούλα (γεννήθηκε στις 23 Απριλίου του 1909, ανήμερα του Αϊ-Γιώργη, και γι’ αυτό τον βάφτισαν Γιώργο), σκέφτηκα σήμερα να παρουσιάσω το ηχητικό αρχείο που είχα πάρει από την εκδήλωση, καθώς και το κείμενο της δικής μου ομιλίας. Βλέπετε, έχω ένα δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι, και ηχογραφώ τις εκδηλώσεις στις οποίες παίρνω μέρος, και κάποιες από αυτές τις ηχογραφήσεις τις έχω παρουσιάσει και εδώ (στη σελίδα About ή σε ειδικά άρθρα).

Ωστόσο, ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου (η Κίχλη της Γιώτας Κριτσέλη) είχε βιντεοσκοπήσει την εκδήλωση και την έχει ανεβάσει στο διαδίκτυο, κι επειδή η εικόνα, όπως και να το κάνουμε, υπερέχει, ας παρουσιάσουμε το βίντεο της εκδήλωσης και μετά τη δική μου ομιλία.

Εξαιτίας κάποιων ρυθμίσεων, το βίντεο πρέπει να το δείτε στη σελίδα του Vimeo.

Σημειώνω τους ομιλητές και τη χρονική διάρκεια της παρέμβασης του καθενός:

  • Χαιρετισμός από τον Βασίλη Χατζηιακώβου του Polis Art Café, 1.40-7.45
  • Εισαγωγή από τη Γιώτα Κριτσέλη των εκδόσεων Κίχλη, 7.45-12.00
  • Ομιλία της Χριστίνας Ντουνιά, καθηγήτριας Νέας Ελλην. Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, 12.00-36.00
  • Ομιλία του Προκόπη Παπαστράτη, Ομ. καθηγητή ιστορίας στο Πάντειο, 36.00-51.00
  • Δική μου ομιλία, 51.00 – 1.21.00
  • Κλείσιμο από τη συγγραφέα, την Αθηνά Βογιατζόγλου, 1.21.00-1.28.00
  • Παρέμβαση του Κώστα Κοτζιούλα, γιου του ποιητή, 1.28.00-1.42.00

Όπως βλέπετε, μίλησα περισσότερο απ’ όλους -το έχω το κουσούρι να πλατειάζω και ενώ είχα γραμμένη την ομιλία μου, σε κάποια σημεία ξέφυγα από το χειρόγραφο και είπα κι άλλα. Εδώ όμως παραθέτω το γραπτό κείμενο, που βέβαια κάποια του σημεία τα έχω αναφέρει σε προηγούμενα άρθρα του ιστολογίου για τον Κοτζιούλα.

Μετά την ομιλία μου, προσθέτω ένα αθησαύριστο πεζό κείμενο του Κοτζιούλα, που το διάβασε ο γιος του στην εκδήλωση. Μιλάει για πρόωρα χαμένους φίλους του, δημιουργούς της γενιάς του.

Ομιλία για το βιβλίο της Αθηνάς Βογιατζόγλου «Ποίηση και πολεμική. Μια βιογραφία του Γ. Κοτζιούλα»

Καλησπέρα σας. Θέλω κι εγώ να ευχαριστήσω τις εκδόσεις Κίχλη και τη Γιώτα Κριτσέλη, καθώς και το Polis Art Café που μας φιλοξενεί για την πρόσκληση να πάρω μέρος σε αυτή την παρουσίαση, αλλά βέβαια και όλους εσάς που μας τιμάτε σήμερα με την παρουσία σας εδώ. Ωστόσο, πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι δεν είμαι ένας ουδέτερος παρουσιαστής, ούτε αμερόληπτος παρατηρητής· κι αυτό δεν το λέω επειδή αγαπώ πολύ τον Κοτζιούλα, αλλά διότι έχω κι εγώ συμμετάσχει στη συγγραφή του βιβλίου που παρουσιάζουμε σήμερα.

Η κορυφή του παγόβουνου της συμμετοχής μου είναι το επίμετρο, όπου μιλάω για τη γλώσσα του Κοτζιούλα, καθώς και το γλωσσάρι όπου εξηγώ κάποιες ιδιωματικές λέξεις, και είναι ένα θέμα στο οποίο θα σταθώ περισσότερο στη συνέχεια, ενώ το αφανές τμήμα του παγόβουνου είναι οι ατέλειωτες συζητήσεις που είχαμε με την Αθηνά επί πέντε συναπτά έτη, όσο το βιβλίο γραφόταν και βρισκόταν στο τυπογραφείο. Οπότε, θα σας ζητήσω προκαταβολικά να μου συγχωρήσετε την αυτοαναφορικότητα.

Με τον Κοτζιούλα ασχολούμαι από πολλά χρόνια. Ήδη από τα τέλη του περασμένου αιώνα είχα αρχίσει να παρουσιάζω στο Διαδίκτυο, αρχικά μέσα από τον προσωπικό μου ιστότοπο και στη συνέχεια στο ιστολόγιό μου, κείμενα της ελληνικής λογοτεχνίας, πεζά και ποιητικά, καταρτίζοντας ένα είδος προσωπικής ανθολογίας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία γνωρίστηκα και με τα ποιήματα του Κοτζιούλα, που ως τότε τον ήξερα κυρίως από το βιβλίο του «Όταν ήμουν με τον Άρη». Από την πρώτη στιγμή με τράβηξαν χάρη στην ειλικρίνεια, την αμεσότητα, την αγωνιστικότητα, τους χαμηλούς τόνους και την προσωπική εντιμότητά τους.

Την εποχή εκείνη, στο γύρισμα του αιώνα, η ποίηση του Κοτζιούλα ήταν μάλλον δυσεύρετη, αφού τα Άπαντά του (που δεν συγκεντρώνουν παρά ένα μικρό μέρος του έργου του) ήταν από πολλά χρόνια εξαντλημένα, κι έτσι μόνο σε ανθολογίες έβρισκε κανείς ένα πολύ μικρό δείγμα του ποιητικού του έργου –ενώ το πεζογραφικό ή το κριτικό του έργο ήταν σαφώς τέρρα ινκόγνιτα. Αποτάθηκα στον φίλο ιστορικό Γιώργο Πετρόπουλο, που έχει εξαιρετικά πλούσιο αρχείο, κυρίως για το αριστερό κίνημα αλλά και λογοτεχνικό, κι αυτός μου έδωσε σε φωτοαντίγραφα τους τρεις τόμους της παλιάς έκδοσης των Απάντων.

Ανέβασα λοιπόν, στις αρχές του 2008, στο Διαδίκτυο μια αρκετά εκτενή ανθολογία ποιημάτων του Κοτζιούλα, περίπου 40 ποιήματα από τα Άπαντα, στην οποία πρόσθεσα και άλλα ποιήματα, αθησαύριστα –βλέπετε, έχω μια αρκετά πλούσια συλλογή παλιών εντύπων και στις αναδιφήσεις μου έβρισκα ποιήματα του Κοτζιούλα που δεν υπήρχαν στα Άπαντα. Μετά, άρχισα να προσθέτω και πεζά του, κι έτσι ανέβασα στο Διαδίκτυο ολόκληρο το πεζογράφημα «Από μικρός στα γράμματα» όπως και το «Η Βάβω η Θόδω». Στα τέλη του 2008 σε συνεργασία με την ποιήτρια Σοφία Κολοτούρου παρουσιάσαμε τον Κοτζιούλα στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ποιείν, ενώ αργότερα, πάλι σε συνεργασία, ανεβάσαμε τη μελέτη του «Πού τραβάει η ποίηση».

Για να κάνω μια παρέκβαση, ένας παράγοντας που συντέλεσε στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον Κοτζιούλα είναι ασφαλώς και η ανανεωμένη παρουσία της ισόμετρης ποίησης, την οποία υπηρέτησε ο Κοτζιούλας, ύστερα από δεκαετίες μονολιθικής κυριαρχίας του ελεύθερου στίχου. Παρουσία που δεν περιορίζεται στα παραδοσιακά λογοτεχνικά περιοδικά, αλλά ευδοκιμεί κυρίως στα ηλεκτρονικά μέσα, εννοώ στο Διαδίκτυο, που έχει δώσει μια νέα πνοή στη διάδοση της ποίησης.

Ωστόσο, δεν ήταν ο Κοτζιούλας η αφορμή που γνωρίστηκα με την Αθηνά Βογιατζόγλου. Τον Οκτώβριο του 2010, είχε δημοσιεύσει στις Αναγνώσεις της Αυγής μια εργασία για τις παρωδίες του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, με τον οποίο ασχολούμαι επίσης επί σειρά ετών, και εκεί η Αθηνά αναφερόταν σε κάποιες επιστολές του Λ. προς τον Καβάφη που δεν τις είχα υπόψη μου, της έγραψα λοιπόν και αρχίσαμε μια ηλεκτρονική αλληλογραφία, διαπιστώνοντας πως έχουμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα –στο τρίτο ή στο τέταρτο ηλεμήνυμα, μου ανέφερε ότι ασχολείται εδώ και χρόνια με τον Κοτζιούλα.

Τότε, έστειλα στην Αθηνά ένα κείμενο που είχα πρόσφατα ανακαλύψει, που το είχε γράψει για τον 19χρονο Κοτζιούλα ένας ιδιόρρυθμος λόγιος της εποχής, ο Χαρίλαος Παπαντωνίου, αδελφός του πολύ γνωστότερου Ζαχαρία, με πολύ ταλέντο κι αυτός, που όμως το σπατάλησε σε εφήμερα και δεν το μετουσίωσε σε ανθεκτικό έργο. Ο Χαρίλαος Παπαντωνίου λοιπόν ήταν φίλος του νεοφερμένου στην Αθήνα Κοτζιούλα και δημοσίευσε το 1928 σε ένα βραχύβιο περιοδικό, τον Πυρσό, ένα περίεργο εγκώμιο για τον νεαρό επαρχιώτη ποιητή, ένα κείμενο που βέβαια έμενε άγνωστο. Η Αθηνά μου απάντησε ότι είναι «συγκινημένη μέχρι δακρύων» από αυτή την ανακάλυψη, η αλληλογραφία συνεχίστηκε πυκνή, λίγο αργότερα γνωριστήκαμε και από κοντά, διότι εγώ τον περισσότερο καιρό ζω εκτός Ελλάδος, πολύ σύντομα ο πληθυντικός αριθμός έγινε ενικός, και τότε η Αθηνά μού πρότεινε να συμμετάσχω στο βιβλίο που έγραφε, ακριβώς με ένα κείμενο για τη γλώσσα του Κοτζιούλα, επειδή εγώ, ως μανιώδης κυνηγός λέξεων,  ήμουν αρκετά εξοικειωμένος με το ηπειρώτικο λεξιλόγιο. Ταυτόχρονα, της πρότεινα να συντάξω και ένα γλωσσάρι με τις λέξεις του Κοτζιούλα που θα δυσκόλευαν τον σημερινό αναγνώστη.

Πρέπει να ανταλλάξαμε κοντά στα χίλια ημέιλ από τα τέλη του 2010, στην αρχή μοιάζαμε με τα μικρά παιδιά που ανταλλάσσουν σπάνια ευρήματα από τις συλλογές τους –έχω ένα ανέκδοτο ποίημα από το αρχείο, μου έλεγε η Αθηνά, εγώ έχω ένα αθησαύριστο από τον Ρίζο της Δευτέρας- και εν τω μεταξύ το βιβλίο γραφόταν, άλλαζε προσωρινούς τίτλους (το 2011, ας πούμε ο τίτλος ήταν Μαχητικός και αντιμοντερνιστής. Ο Γιώργος Κοτζιούλας ως ποιητής και κριτικός), το κυριότερο όμως είναι ότι άλλαζε μορφή, διότι το εισαγωγικό βιογραφικό κεφάλαιο όλο και διογκωνόταν, μέχρι που τελικά φάνηκε αναγκαία η ριζική αναδιάταξη του υλικού και η μετάβαση σε μια φιλολογική βιογραφία –οπότε, λογικά και το δικό μου κομμάτι από ιντερλούδιο, που ήταν η αρχική του θέση, μετατράπηκε σε επίμετρο.

Με τον Κώστα Κοτζιούλα είχα γνωριστεί λίγο νωρίτερα, αλλά στην πορεία γνωριστήκαμε πολύ καλύτερα, ιδίως από τότε που ανέλαβα την επιμέλεια των Ημερολογίων του Κοτζιούλα, που καλύπτουν τα χρόνια της Κατοχής, και στον υπομνηματισμό των οποίων ήταν καθοριστική η βοήθεια που μου πρόσφερε. Βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να πω ότι, καλώς εχόντων των πραγμάτων, τα Ημερολόγια θα εκδοθούν σε βιβλίο στο τέλος της χρονιάς από τις εκδόσεις Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη, και δεν είναι καθόλου συμπτωματικό ότι είναι κόρη του Σταύρου Τσιακίρη, αδελφικού φίλου του Κοτζιούλα, για τον οποίο γίνεται λόγος και στο βιβλίο της Βογιατζόγλου.

Τα ημερολόγια αξιοποιήθηκαν βέβαια από την Αθηνά στη συγγραφή του βιβλίου, καθώς φωτίζουν με μοναδικό τρόπο τη ζωή του Κοτζιούλα, αλλά βέβαια όταν εκδοθούν θα λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς το βιβλίο της Βογιατζόγλου, τόσο για τον αναγνώστη που θέλει να γνωρίσει μια προσωπική μαρτυρία από τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης όσο και για τον μελετητή που θα ασχοληθεί με τον Κοτζιούλα.

Και βέβαια, μια ακόμα πολύ σημαντική εξέλιξη είναι ότι τα δύο τελευταία χρόνια ο Κώστας Κοτζιούλας και η Σωτηρία Μελετίου μας πρόσφεραν μια σειρά από πολύ σημαντικές εκδόσεις και επανεκδόσεις έργων του Κοτζιούλα: την επανέκδοση των Απάντων, τη συλλογή πεζογραφημάτων Πικρή ζωή, την επαυξημένη επανέκδοση του βιβλίου για τον Άρη Βελουχιώτη, την έκδοση των μεταφράσεων αρχαίων λυρικών –αρχίζει δηλαδή σιγά-σιγά ο Κοτζιούλας να βρίσκει τη δικαίωση, 60 χρόνια μετά από τον πρόωρο θάνατό του, και είναι θαρρώ ταιριαστό που η σημερινή φιλολογική βιογραφία έρχεται σαν επιστέγασμα αυτής της πρόσφατης εκδοτικής αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος.

Για τον ποιητή Κοτζιούλα είπαν οι προλαλήσαντες, εγώ θα πω μερικά πράγματα για τη γλώσσα του, και για τη δική μου δουλειά. Αλλά πρώτα θα σας διαβάσω ένα σύντομο ποίημά του.

ΕΙΝΟΡΟ

Με τα σπαθιά σερνάμενα, με χαμπηλά τα μάτια,
χωρίς τα πολεμόχαρα που σας γνωρίζαν άτια,
φορώντας τα φανταχτερά καλπάκια σας μονάχα
(που σα να λυποκράταγαν κι αυτά μαζί σας τάχα),
σας είδα, μαυροσκούφηδες, καρδιές από στουρνάρι,
σα χαραμήδες να είστε πια, σαν παλιοκαρβανάροι,
σε σύδεντρο, ώρα που το φως με το σκοτάδι σμίγει,
μικρό μπουλούκι αμίλητο, και μουδιασμένοι, κρύγιοι,
τραβούσατε όλο πιο βαθιά με χόλιασμα, γενάτι,
πάντα σας αγριοπρόσωποι κι όλοι μαυρογενάτοι.
«Πού πάτε δίχως το γαμπρό, σας έκραξα, έρμο ψίκι;».
Βαριά πατώντας χάθηκαν μες στο ρουμάνι οι λύκοι.

(18 Φεβρουαρίου 1947)

Ο ποιητής βλέπει στ’ όνειρό του τούς παλιούς του συντρόφους, τους μαυροσκούφηδες του Άρη Βελουχιώτη. Όπως εύστοχα παρατηρεί η Α. Βογιατζόγλου, το ποίημα μοιάζει με εικόνα από τη δαντική Κόλαση, έτσι όπως εμφανίζει τους νεκρούς μαυροσκούφηδες να χάνονται σα σκιές σ’ ένα σκοτεινό δάσος, ορφανεμένοι από τα άλογα και τον αρχηγό τους.

Όμως, ο σημερινός αναγνώστης έχει άγνωστες λέξεις. Υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις λέξεις που δεν βρίσκονται στα μεγάλα σύγχρονα λεξικά μας: είνορο, χαραμήδες, παλιοκαρβανάροι, ψίκι. Πρέπει να πάτε στο λεξικό του Δημητράκου, που πόσοι πια το έχουν, για να βρείτε τις τρεις από τις τέσσερις λέξεις –δεν θα βρείτε όμως τους χαραμήδες.

Λοιπόν, το είνορο είναι ιδιωματικός τύπος της λ. όνειρο. Οι χαραμήδες είναι οι ληστές. Η λέξη από τα τουρκικά, παράγωγο της λ. haram που είναι το δικό μας χαράμι. Οι καρβανάροι είναι οι αγωγιάτες, οι οδηγοί του καραβανιού, αλλά οι παλιοκαρβανάροι μάλλον είναι οι αλογοκλέφτες. Τέλος, το ψίκι. Εδώ δεν έχουμε διάφανη ετυμολογία, αν και από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνουμε ότι το ψίκι έχει κάποια σχέση με την τελετή του γάμου. Πράγματι, το ψίκι είναι η νυφιάτικη πομπή, που οδηγεί τη νύφη στην εκκλησία, ή γενικότερα η γαμήλια πομπή, ανάλογα το έθιμο σε κάθε τόπο. Η λέξη είναι λατινικής αρχής, από το οbsequium, που πέρασε στους πρώτους βυζαντινούς αιώνες στα ελληνικά ως «οψίκιον».

Με εξαίρεση τα νεανικά ποιήματά του, οι ιδιωματικές λέξεις είναι πολύ συχνές στην ποίηση του Κοτζιούλα. Ο ίδιος άλλωστε πίστευε ότι η λογοτεχνική δημοτική πρέπει να μπολιαστεί και με ιδιωματικά στοιχεία διότι η γλώσσα των μεγαλουπόλεων πιο πολύ είναι κατάλληλη για χρονογραφήματα. Και ο ίδιος ο Κοτζιούλας είχε επίγνωση της ανάγκης για κάποιον υπομνηματισμό, γι’ αυτό στις προπολεμικές ποιητικές συλλογές του, όπως και στη μοναδική συλλογή διηγημάτων του, είχε στο τέλος γλωσσάρια με τις ιδιωματικές λέξεις του κειμένου. Στις μεταπολεμικές συλλογές γλωσσάρια δεν έβαλε, αλλά εικάζω πως αυτό έγινε επειδή δεν είχε την άνεση πόρων ή χρόνου που θα χρειαζόταν ένα επιπλέον τυπογραφικό –και πότε άλλωστε μπόρεσε αυτός ο αιωνίως κυνηγημένος να εκδώσει έργο του με την άνεση που ήθελε;

Στο δικό μου γλωσσάρι περιλαμβάνονται περίπου 160 λήμματα –αλλά δεν είναι μόνο τόσες οι ιδιωματικές λέξεις του Κοτζιούλα. Εγώ εξηγώ μόνο τις δύσκολες λέξεις που υπάρχουν στα αποσπάσματα ποιημάτων ή πεζών που παρατίθενται στο κείμενο. Υπολογίζω πως ένα πλήρες γλωσσάρι του συνόλου του λογοτεχνικού έργου του Κοτζιούλα θα ξεπερνούσε τα 500 λήμματα, ίσως και να έφτανε σε τετραψήφιους αριθμούς. Το κριτήριό μου για να αποφασίσω αν μια λέξη θα συμπεριληφθεί ή όχι στο γλωσσάρι ήταν, αρχικά, απλό: έβαλα λέξεις που δεν περιλαμβάνονται στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη). Ωστόσο, τελικά συμπεριέλαβα και μερικές λέξεις που υπάρχουν στο παραπάνω λεξικό, είτε επειδή διαπίστωσα ότι πολλοί δεν τις ξέρουν.

Οι λέξεις του γλωσσαριού είναι βέβαια ηπειρώτικες, αλλά όχι αποκλειστικά. Φίλος Κερκυραίος, που είδε το γλωσσάρι όταν εκδόθηκε το βιβλίο, μου έκανε την παρατήρηση ότι συνάντησε και λέξεις που τις θεωρούσε τυπικά κορφιάτικες, όπως τις ντρίτσες, τα ψάθινα καπέλα. Συχνά συμβαίνει αυτό –από την έρευνά μου έχω διαπιστώσει πως πάρα πολλές ιδιωματικές λέξεις δεν ανήκουν σε μία μόνο ντοπιολαλιά, αλλά ακούγονται σε πολλά μέρη του ελληνόφωνου χώρου. Κι αν στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον θάνατο του Κοτζιούλα η χρήση ιδιωματικών τύπων υποχώρησε, ιδίως στην ποίηση, κατά σύμπτωση στις μέρες μας μερικά από τα πιο λαμπρά και πολλά υποσχόμενα νέα ονόματα της λογοτεχνίας μας χρησιμοποιούν αφειδώς και χωρίς αναστολές ιδιωματικούς τύπους –θα αναφέρω τον Χιώτη Γιάννη Μακριδάκη, τον Δημοσθένη Παπαμάρκο με τα αρβανίτικα, αλλά και την πρωτοεμφανιζόμενη Βασιλική Πέτσα με το καρδιτσιώτικο ιδίωμα. Ο Κοτζιούλας πολύ θα χαιρόταν βλέποντάς τους.

Ενδιαφέρον έχει και η στάση του Κοτζιούλα απέναντι στη γλώσσα, που την εκθέτω στο επίμετρο. Ο Κοτζιούλας ήξερε άριστα τη γραμματική, το συντακτικό και την ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας, της αρχαίας, της καθαρεύουσας και της δημοτικής, έχοντας συμπληρώσει τη γερή εγκύκλια μόρφωσή του με την πρακτική ενασχόληση στο «πανεπιστήμιο» του Μπουκέτου, όπου διόρθωνε, διασκεύαζε και μετάφραζε επί ατέλειωτα βράδια, και αργότερα στα τυπογραφεία και πιο ύστερα στην καθημερινή σκληρή βιοποριστική δουλειά ως μεταφραστής και διορθωτής. Ήταν λοιπόν σε θέση να δίνει γλωσσικά μαθήματα και το ενδιαφέρον είναι ότι κάτι τέτοιο έκανε και από τις σελίδες του Ριζοσπάστη, όπου διατηρούσε τακτική στήλη γλωσσικών σχολίων.

Πρόκειται για μια σειρά εβδομαδιαίων σημειωμάτων που δημοσίευε ενυπόγραφα κάθε Πέμπτη, στην καθιερωμένη φιλολογική σελίδα της εφημερίδας, με τίτλο «Γλωσσικά και άλλα», από τον Ιούνιο του 1947 έως τον Οκτώβριο, που οι αρχές έκλεισαν τον Ριζοσπάστη.

Προγραμματικός σκοπός της στήλης ήταν «να διορθώσει, να διαφωτίσει και να καθοδηγήσει το κοινό μας απάνω στα κακώς γλωσσικά κείμενα». Προκαλεί εντύπωση ότι μέσα στο 1947, ενώ μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος κι ενώ το ΚΚΕ και τα έντυπά του απολάμβαναν μια τυπική μόνο νομιμότητα, ο Ριζοσπάστης είχε χώρο για τέτοιου είδους ύλη. Οι γλωσσικές συμβουλές του Κοτζιούλα είναι εύστοχες και αρκετές διατηρούν την αξία τους ως τα σήμερα, ενώ άλλες έχουν ξεπεραστεί από την εξέλιξη της γλώσσας μέσα σε αυτά τα 70 χρόνια. Για παράδειγμα, ο Κοτζιούλας είναι της γνώμης ότι ο σύνδεσμος «μετά» δεν έχει θέση στη δημοτική και πρέπει να χρησιμοποιείται αντί γι’ αυτόν το «ύστερα» ή το «έπειτα». Ολοφάνερο είναι πως από το 1947 μέχρι σήμερα η δημοτική μας μπόρεσε να ενσωματώσει το «μετά». Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ότι στο έργο του ο Κοτζιούλας (ερεύνησα τόσο τα ποιήματα, όσο και τα αυτοβιογραφικά του πεζά) δεν χρησιμοποιεί ούτε μία φορά το ««μετά». Βλέπουμε δηλαδή την απόλυτη συνέπεια θέσεων και πράξεων, αλλά και το ότι οι κανόνες που εφαρμόζει στη γλώσσα είναι βιωμένοι από τον ίδιον πολύ πριν τους διατυπώσει. Για να αναφέρω και μιαν άλλη ορθογραφική ιδιοτροπία του, το αναφορικό «ό,τι» το γράφει «ότι», χωρίς κόμμα –όπως ποτέ δεν χρησιμοποιεί τον ειδικό σύνδεσμο ότι, δεν θα πει ποτέ «έμαθα ότι ήρθες», αλλά «έμαθα πως ήρθες», κι έτσι δεν υπάρχει περιθώριο σύγχυσης.

Για το υπόλοιπο βιβλίο, μίλησαν οι προλαλήσαντες κι εγώ, ως μη αμερόληπτος, θα είμαι επιγραμματικός. Αυτό που πρέπει να πιστώσουμε στη συγγραφέα είναι ότι, έχοντας να κάνει με έναν «αενάως αυτοβιογραφούμενο», για να δανειστώ τη δική της έκφραση, λογοτέχνη, όπως είναι ο Κοτζιούλας, ο οποίος συχνά καταγράφει το ίδιο γεγονός της ζωής του με περισσότερους από έναν τρόπους (π.χ. σε ποίημα ή σε ημερολογιακή καταχώρηση ή σε επιστολή), η Βογιατζόγλου άφησε τον Κοτζιούλα να μιλήσει, σε ένα βιβλίο που καταφέρνει να συνδυάσει τη φιλολογική στερεότητα με την κριτική ευαισθησία, κάτι που δεν είναι και αυτονόητο εδώ που τα λέμε, ένα βιβλίο που συνδυάζει την έρευνα με την ερμηνεία, ένα βιβλίο, τέλος, που είναι αφιερωμένο σε μια αδικημένη μορφή των γραμμάτων μας αλλά και ένα έργο υποδομής που ασφαλώς θα βοηθήσει μελλοντικούς μελετητές που θα στρέψουν την προσοχή τους είτε στον Κοτζιούλα είτε σε άλλους λογοτέχνες του μεσοπόλεμου.

Τέλος, δεν θα ήταν περιττό να επισημάνουμε ότι, παρά τον όγκο πληροφοριών που περιέχει, το βιβλίο είναι ευκολοδιάβαστο. Πράγματι, θα ήταν αναντίστοιχο να γραφτεί για τον Κοτζιούλα, που ήταν απλός, ανεπιτήδευτος και ξεκάθαρος, μια περίπλοκη θεωρητική ή υφολογικά περισπούδαστη και δυσνόητη μελέτη, που να απευθύνεται μόνο σε ειδικούς.

Μια συμβουλή που έδινε ο Κοτζιούλας σε όσους έγραφαν ήταν να παραμένουν απλοί ή αλλιώς, όπως έμμετρα είχε συμβουλέψει τον νεαρό τότε Τάσο Βουρνά, «στοχάσου μόνο τον απλό, οπού θα σε διαβάσει». Η Αθηνά Βογιατζόγλου το στοχάστηκε αυτό. Σας ευχαριστώ.

Αθησαύριστο κείμενο «Εις μνημόσυνον…» του Γιώργου Κοτζιούλα

Εις μνημόσυνον…

Πολυδούρη, Σαράβας, Βαλταδώρος, Κουζόπουλος… ονόματα νέα και πρόσωπα νέα, που πέρασαν για μια στιγμή από τις σελίδες του αιωνίου βιβλίου και ζήσανε πιο λιγοήμερα κι από τα ρόδα τα ελεγειακά. Έφυγαν και τι απόμεινε από την παραμονή τους εδώ; Οι λίγοι στίχοι, το βιαστικό πεζογράφημα, η ανολοκλήρωτη εικόνα, η επιχειρημένη μελέτη που μας άφησαν ήταν η πιο εξωτερική μορφή του εαυτού τους. Από την κοντινή τους επαφή, μονάχα λίγες υποψίες γνωριμίας: ένας περίπατος αμίλητος μέσα στο πράσινο άλσος, μια ώρα πλημμυρισμένη από διάθεση για εξομολόγηση κι εμπιστοσύνη, ένα δείξιμο στο δρόμο κι ένα κοίταγμα, κάποια λόγια συμπάθειας και στοργής συγκινημένου φίλου. Ο κύκλος της ζωής του συμπληρώθηκε σα να ’ταν ένα σχήμα απλό απάνω σ’ ένα λείο ευκολοχάραχτο χαρτί.

Κι όμως η ζωή δεν είναι αυτό το μετρημένο που δίνουν τα βιβλία ούτε τ’ άλλο τ’ αμυδρό που βγαίνει από τυχαίες πληροφορίες· είναι κάτι λεπτομερειακό, αεικίνητο, απατηλό κι ωστόσο ζωντανό, περιγραμμένο, γενικό. Όποιος θα ’χε την κλίση και την περιέργεια να γνωρίσει έναν άνθρωπο καλά, από πού θα μπορούσε να ορμηθεί και ποιο σημείο θα ’βανε για τέλος; Κι όταν επιτηδευόμαστε στο γράψιμο, όταν υποκρινόμαστε στα λόγια, όταν κρυβόμαστε πίσω από τις πράξεις μας τις ίδιες, πώς περιμένουμε να μας γνωρίζουν, να μας περιγράφουν, να μας συγκρατούν; Κι επιτέλους, μένουμε για να μας μαθαίνουν ή φεύγουμε για να μας θυμούνται; Ω ερωτήματα σκληρά που ορθώνεστε από την αδυναμία και πνίγεστε από την αξιοπρέπεια!

Αύριο θα ’ρθει ο αυστηρός κριτής και θα σβήσει το τελευταίο ίχνος της παρουσίας των. Εκεί όπου ως τα χτες κυκλοφορούσε η αδημονία κι η ενέργεια γύρευε πόρο για να βγει, θα μπει ένα ερωτηματικό και τίποτε άλλο. Το αστάθμιστο βάρος θα λογαριαστεί ίσως μ’ έναν αριθμό και το μεγάλο, το άπειρο, το αιώνιο θα γίνει μια συγκεκριμένη περιοχή.

Πέρα από την Πολυδούρη, μνημονεύονται επίσης ο πεζογράφος Νίκος Σαράβας, ο ζωγράφος Γιώργος Βαλταδώρος, και ο κριτικός Βασίλης Κουζόπουλος, φίλοι του όλοι, που όλοι βρήκαν τον θάνατο νεότατοι, το 1930-31, όλοι από φυματίωση, από την οποία βασανίστηκε αργότερα κι ο ίδιος. Ο Κώστας Κοτζιούλας πειστικά χρονολογεί τη γραφή του κειμένου στα 1931 ή στις αρχές του 1932 (επειδή δεν μνημονεύει τον φίλο του Μίνω Ζώτο, που πέθανε το 1932) και σωστά υποθέτει πως το κείμενο γράφτηκε για να δημοσιευτεί -αν όμως δημοσιεύτηκε, και πού, δεν το ξέρουμε.

Και το χειρόγραφο του κειμένου:

kotz-mnimosuno

Advertisements

123 Σχόλια to “Για τον Κοτζιούλα στο Polis Art Café”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    >σκέφτηκα σήμερα να παρουσιάσω το ηχητικό αρχείο που είχα πάρει από την εκδήλωση

    για να πάρουμε κι εμείς τον πρωϊνό μας Κοτζιούλα στο Polis Art Café

  2. gpoint said

    Καλημέρα

    Εξαιρετικό άρθρο

  3. sarant said

    Καλημέρα! Ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια.
    Θα λείψω για λίγο.

  4. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα! Ιδανικό κυριακάτικο άρθρο, στον κορμό της θεματολογίας, τροφή για μας τους βιβλιόφιλους και χωρίς λαβές για έριδες.
    (Κυριακή είναι, λίγο λιβάνισμα επιβάλλεται! 🙂 )

  5. Γς said

    4:

    >Κυριακή είναι, λίγο λιβάνισμα επιβάλλεται!

    και λίγα βάγια και πσάρι [#2]

    Κυριακή των Βαΐων σήμερα

  6. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    «..και χωρίς λαβές για έριδες.»
    Are you sure?
    Eμένα ας πούμε μού τη δίνει αυτό το Polis Art Café. Άσε που το διαβάζω «πολίς» και ο νους πάει σε μπάτσους, χαράμια,ασσασίνους…
    Θα έπρεπε να είναι Πόλις Αρτ Καφέ!

  7. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,

    4: ..μέρα πού είναι…
    και τι μέρα, μετά βαΪων και κλάδων!

  8. Γς said

    >αυτοαναφορικότητα

    και

    >του παγόβουνου της συμμετοχής μου

    όλα αψεγάδιαστα

  9. Γς said

    4:

    Μα κι αυτοί οι Τούρκοι. Δεν φτάνει που μας πήρανε την Πόλη, μας μαγάρισαν και την «πόλις».

    Δεν μπορούσαν να ονομάσου την Αστυνομία τους αλλέως πως;

    Καρακόλι π.χ.

  10. Πολύ ενδιαφέρουσες περιπτώσεις ο Σαράβας και ο Βαλταδώρος! (για τον Κουζόπουλο δεν βρήκα σχεδόν τίποτα…). Θα άξιζε να μαθαίναμε κάτι παραπάνω.

  11. Υαλτις said

    Αμα ακούσω ακόμα μια φορά το Κοτζιουλας,θα τιναξω τα μυαλά μου στον αέρα

  12. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    11.Πόσα να ΄ναι αυτά;

  13. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    10 Θα βάλουμε κάτι του Σαράβα, τότε. Νομίζω ότι έβγαλε ένα βιβλίο του ο Φαρφουλάς.

    11 Κοτζιούλας.

  14. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Και στο κρητικό ιδίωμα το ψίκι, και το σύνθετο καλοψίκια, οι ανθοί που ραίνουν τη γαμήλια πομπή και τα γλυκά που κερνούσαν στην περιδιάβαση του ζευγαριού καθώς και το τρατάρισμα σε γεννητούρια αλλά και στη βάφτιση,το πλούσιο κέρασμα στα παιδιά που τρέχαν να αναγγείλουν το όνομα του νεοφώτιστου στη μάνα, που όπως ήταν έθιμο, παρέμενε στο σπίτι.

  15. Κουνελόγατος said

    11. Κοτζ…

  16. Κουνελόγατος said

    11 (συνέχεια): …αμάν άντρας;;; και φέρεσαι σα μωρό… :mrgreen:

  17. Γιάννης Ιατρού said

    13β

  18. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Είνορο έλεγε και η κυρα Βαγγελή από τη Λάκα Σούλι.Βάσταξε ως τα 92 θαλερή και μας αποχαιρέτησε προ πενταετίας.
    16. Ένα σίγμα ξέχασες ενώ πλεονάζει το σα.

  19. Γιάννης Ιατρού said

    18: Υποπτεύομαι προβοκάτσια του κουνελόγατου 🙂

  20. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    5. Κυριακή των Βαΐων σήμερα
    Βάγια,είπαμε τα φοινικόκλαδα.
    Κυριακή των Βαΐων στη Μόσχα με συμμετοχή του Τσάρου Αλέξανδρου Β’. (πίνακας του V. Greg. Schwarz, 1865).

  21. Πέπε said

    @5:

    Αυτά δεν είναι λίγα βάγια, είναι λίγη βάγια. Άλλο πράγμα.

    Θαρρώ πως στα μέρη που λένε την πικροδάφνη δάφνη, λένε τη δάφνη βάγια.

  22. gpoint said

    # 21

    Κι εγώ έτσι νομίζω, βάγια πως είναι τα δαφνόφυλλα και κλάδοι τα φοινικόφυλλα, μετα βαΐων και κλάδων που λένε

  23. Γιάννης Ιατρού said

    ..Οι χαραμήδες είναι οι ληστές. Η λέξη από τα τουρκικά, παράγωγο της λ. haram που είναι το δικό μας χαράμι…

    Υπάρχει και σαν επώνυμο, Χαραμής.
    Μάλιστα, στη εκπομπή «Μην αρχίζεις την μουρμούρα», στο δεύτερο ζευγάρι, ο (λογιστής) Ηλίας (Βλαδίμηρος Κυριακίδης), που φέρεται με καταγωγή από την Άρτα, λέγεται έτσι. Ληστής-λογιστής… 🙂 🙂

  24. Κουνελόγατος said

    18. Ναι, έτσι σκέφτηκα στην αρχή, όμως είπα να μην πυροδοτήσω… 🙂

  25. gpoint said

    ο έρωτας κι ο πόλεμος, ένα πόνημα

  26. Γς said

    18:

    >Είνορο έλεγε και η κυρα Βαγγελή από τη Λάκα Σούλι.Βάσταξε ως τα 92 θαλερή και μας αποχαιρέτησε προ πενταετίας.

    Κι η κυρα Φρόσω, η Γιάννοβα, η γιαγιά του Γς, απ τη Λάκα Σούλι κι αυτή, τα Δερβίζιανα. Που εφυγε στα 94 προ σαρανταπεταετιας.

  27. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Οι ρίζες του ονόματος Κοτζιούλας ;
    Σαν από δέντρο μού μοιάζει.Ίσως να έχει ειπωθεί εδώ ή από τον ίδιον;

  28. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Μετὰ βαΐων καὶ …Κυκλάδων.

  29. Γς said

    22, 21:

    Πάντα ήξερα ότι βάγιες είναι φύλλα δάφνης.
    Ευλογημένα και θαυματουργά για την κατσαρόλα.

    Γι αυτό το έβαλε σε βαζακι το ματσάκι βάγιες που έφερε σήμερα απ την εκκλησία η θεούσα κυρά μου

  30. vk said

    Θα περίμενα κάτι για τον Σαιξπηρ. Στο μηνολόγιο λέει για 22/4, η βικιπαίδεια 23/4. Με το Γρηγοριανό 3/5. Σε κάθε περίπτωση συμπληρώνονται 400 χρόνια φέτος.

  31. Γιάννης Ιατρού said

    27: Από το Κώστας, δες εδώ

  32. Γς said

    28:
    >Μετὰ βαΐων καὶ …Κυκλάδων.

    Κλαδων, Κυκλάδων

    Κλαδική Κυκλαδική

    http://caktos.blogspot.gr/2013/06/blog-post_12.html

  33. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Εμείς κλαδιά ελιάς-κλάδους ελαίας-, στη θέση των «κλάδων».
    Εικονογραφείται με ελιά και φοίνικες η κάθοδος στα Ιεροσόλυμα και μοιράζουν μαζί με τα βάγια κι ένα λιόκλαδο στην εκκλησία,όπως εδώ αντίστοιχα τη δάφνη.
    Όλα εξάλλου (δάφνη ,ελιά και βάι μαζί με τη μυρτιά) είναι δοξαστικά δέντρα.

  34. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Σήμερα μοιράζουν (εξακολουθούν,μου είπαν οι δικοί μου) και σταυρούς από βάγια στην εκκλησία.

    Άσχετο- συγγνώμη- αλλά της ημέρας:
    Γς και Γιαννη Ιατρού, οι νεολαίοι μου θα ρθουν προς τα μέρη σας, για πέστε καμιά καλή επιλογή για ψάρι.

  35. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    15-16: 🙂

    27: Όχι, ο Κοτζιούλας έχει πιο πεζή ετυμολογία, το όνομα Κώστας – Κώτσιος – Κωτσιούλας. Θα έπρεπε να το γράφει με ωμέγα αν ήθελε τη διαφάνεια, αλλά κάπως αστείο δείχνει.

    30: Το ξέρω, αλλά είναι πολύ δύσκολο θέμα….

  36. MA said

    Καλημέρα,
    Ενδιαφέρον άρθρο όπως πάντα
    Για τον Βαλταδώρο εδώ:http://www.karditsa-net.gr/2014/people/valtadoros.htm

    Για τον Σαράβα, το παρακάτω κείμενο τον αναφέρει και ως ζωγράφο
    Μπάγκειον, πλατεία Ομονοίας

    Οι καταραμένοι ποιητές και οι εναλλακτικοί καλλιτέχνες της πλατείας Ομoνοίας συνευρίσκονταν, τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, στο υπόγειο του φημισμένου ξενοδοχείου Μπάγκειον, στη γωνία της οδού Αθηνάς. Από τα πρώτα μέρη που τόλμησαν να σερβίρουν αψέντι και να ακούσουν τη στεντόρεια φωνή του Θωμά Γκόρπα, ενός θαμώνα που πολλοί, τη δεκαετία του ’20, παρομοίαζαν με τον Ρεμπό, να αντηχεί στο αχανές του υπόγειο. Στην πραγματικότητα, το Μπάγκειον λειτουργούσε ως καφενείο, αλλά τις πρώτες βραδινές ώρες μεταλλασσόταν σε αμαρτωλό καταφύγιο για τους ανένταχτους και τους απανταχού αποσυνάγωγους. Οι θαμώνες του τολμούσαν να ομολογήσουν ότι λάτρευαν την κλασική λογοτεχνία και τις ουσίες, ενώ διάβαζαν απαρεγκλίτως για όλη σχεδόν τη δεκαετία του ’20 το πρώτο free press στην ιστορία της Αθήνας, το «Φραγγέλιο», το οποίο εξέδιδε ο περιώνυμος Γκόρπας. Στα τραπέζια του έγραφε ο καταραμένος ποιητής Μίνως Ζώτος παθιασμένα ποιήματα στη λατρεμένη του Μαρία Πολυδούρη – οι φήμες, μάλιστα, λένε πως αυτοκτόνησε για χάρη της λίγες ώρες αφότου άφησε ένα ποίημα στο περβάζι του Μπάγκειου.

    Θαμώνες: Ο Τέλλος Άγρας κατέβαινε συχνά τα σκαλιά του Μπάγκειου, όπως το ίδιο έκαναν οι Τερζάκης, Βάρναλης, Μυρτιώτισσα, Μήτσος Παπανικολάου, Νίκος Σαράβας –ο πρώτος, για πολλούς, σουρεαλιστής ζωγράφος– ακόμα, όμως, και ο Ρίτσος, που σύχναζε εδώ σε νεαρή ηλικία.

    Χαρακτήρας: Το καφέ στεγαζόταν σε ιστορικό κτίριο του Τσίλερ, που υπέστη πολλές καταστροφές και σήμερα θεωρείται διατηρητέο. Ψηλά ταβάνια, περίτεχνος διάκοσμος, τεράστια παράθυρα απ’ όπου έμπαινε το περιώνυμο αττικό φως. Ακόμα και στο υπόγειό του μπορούσε κανείς να απολαύσει την ατμόσφαιρα ενός κτιρίου που απέπνεε Αθήνα, ενώ οι λουκουμάδες που ψήνονταν τακτικά είχαν ποτίσει με τη γλυκάδα τους τους τοίχους.

  37. Ανδρέας said

    βάι βάι βάι

  38. Γς said

    34:

    Πολλές αλλά… άσε.
    Δεν την ξαναπατάω.
    Καλά να περάσουν.

  39. Ανδρέας said

    κοτζάμ Βάι τα’χουμε ξαναπεί

  40. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    36. Τώρα στην ΕΡΤ1 ταβέρνες-καλλιτεχνικά στέκια

  41. Γιάννης Ιατρού said

    34: Τέλος ΕΦΗ,
    μιάς κι ο Γς επιφυλάχθηκε, ας τολμήσω εγώ εδώ μιά δική μου γνώμη, αλλά ας δούν και μόνοι τους!!!

  42. Γιάννης Ιατρού said

    41: Εννοώ τα μυθικά του Ομήρου πλάσματα, δεν είναι ξεκάθαρο στο link τι εννοώ 🙂

  43. Γς said

    Γιατί οι ξιφίες είναι του πεταμού;

  44. Ανδρέας said

    Κίχλη ή κελαηδότσιχλα, Turdus philomelos philomelos

  45. Παναγιώτης Κ. said

    » να δεις το ψίκι πούρχεται
    πεζούρα και καβάλα »
    Απόσπασμα στίχων από, περισσότερα από ένα, ηπειρώτικα τραγούδια.
    Ναι πρόκειται για την γαμήλια πομπή. Ακολουθούσαν εκείνα τα χρόνια στα χωριά κάποιο τελετουργικό και δεν επρόκειτο για απλή μετάβαση από το σπίτι του γαμπρού ή από το σπίτι της νύφης στην εκκλησία.

  46. Γιάννης Ιατρού said

    43: Αυτό είναι ψαράδικο ρε Γς, όχι φαγάδικο 🙂

  47. Γς said

    Πλάκα κάνω βρε

  48. Παναγιώτης Κ. said

    «Από μικρός στα γράμματα
    μικρός στα πινακίδια»

    Και αυτό είναι απόσπασμα από το ηπειρώτικο τραγούδι με τίτλο «Παπαγιώργης» το οποίο μπορεί να ακούγεται λίγο αλλά όταν ακουστεί αρέσει σε πολλούς!

  49. Γιάννης Ιατρού said

    47: τό ‘δες το mail;

  50. Ανδρέας said

    Λέτε από την κίχλη να βγήκε η έκφραση »δεν θέλω κιχ»;

  51. Γς said

    Για πες μου Γιάννη, μαζί είχαμε μιλήσει γι αυτό το μαγαζί;

  52. Γς said

    49:
    Το είδα και μου ξύπνησες μνήμες

  53. Γς said

    40:
    Ωραίο ήταν

  54. Παναγιώτης Κ. said

    @Sarant. Άραγε ένας νέος <30 πως θα εισπράξει την έκφραση "από το τέλος του περασμένου αιώνα" καθώς διαβάζει Σαραντάκο; 🙂

  55. Γιάννης Ιατρού said

    50: Ανδρέας κιχ από το ομηρικό ρήμα «κιχήναι» = προλαβαίνω

  56. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    38/41 Ευχαριστώ! Μάλλον πάνε κοντά, Χαλάνδρι,που τους ξέρουμε (π.χ.ο Μήτσος της πλατείας, σεμνός και ταπεινός, αλλά όλα φρέσκα).
    Η παραλιόβολτα, μετά.

  57. Ανδρέας said

    Γιάννη δες κι αυτό
    κιχλίζω
    (ρ.) [κίχλη] φωνάζω όπως η τσίχλα || γελώ ηλίθια || παράγ. κιχλισμός, ο (ουσ.) ηλίθιο γέλιο, καγχασμός

  58. Γιάννης Ιατρού said

    55: συνέχεια: βλ. Οδ. Ραψ. π (16), στ. 378-379
    (ένας μνηστήρας παραπονιέται ότι, ενώ είχαν προετοιμάσει στον Τηλέμαχο άγριο φόνο, δεν πρόλαβαν)

    ἐρέει δ᾽ ἐν πᾶσιν ἀναστὰς
    οὕνεκά οἱ φόνον αἰπὺν ἐράπτομεν οὐδ᾽ ἐκίχημεν·

    Μετφρ. Εφταλιώτη
    μὰ πρόφταξε καὶ σώθη.
    Κι ἄνομα τέτοια ἀκούγοντας ἐκεῖνοι δὲ θὰ στέρξουν

  59. Γιάννης Ιατρού said

    57/58: Ναι, αλλά η έκφραση «δεν έκανε κιχ» φέρνει περισσότερο στο «δεν πρόφτασε να κάνει..». Ας μας πούν και οι ειδήμονες 🙂

  60. Ανδρέας said

    έφαγε σφαλιάρα; χαχαχα

  61. Ανδρέας said

    μοιάζουν και τα δύο ναι

  62. Γιάννης Ιατρού said

    56: Ε, μέρες πού ΄ναι, και Κυριακή σήμερα… Σοφόν 🙂

  63. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Γς ερτ2 τώρα.Γαλλικές εξοχές με πρόβατα και μέλισσες, ό,τι προλάβεις

  64. Γς said

    63:
    Ημουν στην ΕΡΤ1 που μας έστειλες και μετά τις ταβέρνες είδα για τον Κώστα Γεωργάκη

  65. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Ομιλία της Χριστίνας Ντουνιά,
    Είχα ένα βιβλίο της με διηγήματα,πάνω από δεκαπέντε χρόνια πίσω, το δάνεισα αγύριστα, όπου αφηγείται τη συνοδεία του νεκρού ηπειρώτη πατέρα από την κόρη, για την ταφή του στην κακοτράχαλη πατρώα γη. Δεν ήξερα τίποτα πριν για τη συγγραφέα και αδιόρατα θυμάμαι είχα σκεφτεί τον Κοτζιούλα, κι όταν είδα ότι είναι,έγινε καθηγήτρια νεοελληνικών σπουδών κι ότι ασχολείται με τον Κοτζιούλα, ήταν ένα όμορφο ξάφνιασμα θυμούμενη τα διηγήματά της και τη σκέψη μου.

  66. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    64.Σκέψου δε στήνομαι καθόλου στην τηλεόραση. Ανεβοκατεβαίνω από την κουζίνα στον οργιώδη κήπο, σας διαβάζω πληκτρολογώ την αράδα μου και ξανακατεβαίνω (ανθοί, μέλισσες, πεταλούδες και η Μιαούλα κάπου γέννησε και της δίνω μεζέδες) αλλά έχω δω έναν «ερτ-άκια» που με προτρέπει να δω τούτο και τ΄άλλο, εν μέσω μπακαλιαροκροκετών και ντολμαδακίων 🙂

  67. Γς said

    64:
    Ναι αλλα τις ντιρεκτίβες σου τις εξαπολύεις [#63]

  68. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    66 Α τι ωραία εικόνα!

  69. Ανδρέας said

    πήγα να δω το εκίχαμεν και τους έπιασα πάνω στα κρασοκεράσματα χικ!

    ἐκ δ᾽ ἄρα οἱ χειρῶν πέσον ἄγγεα, τοῖς ἐπονεῖτο,
    κιρνὰς αἴθοπα οἶνον. ὁ δ᾽ ἀντίος ἦλθεν ἄνακτος

    Νικοκύρη τα σκουλικάκια δεν τ’ απόφυγες στο Fίδεον 🙂

  70. spatholouro said

    36
    Μήπως στο κείμενο που παραθέτεις μπερδεύτηκε ο Ν. Βέλμος και έγινε Θ. Γκόρπας; Γιατί το 1920 ο Γκόρπας ήταν -15 ετών…

  71. Πέπε said

    Το «μην ακούσω κιχ» / «δεν έβγαλε κιχ» κλπ. μερικοί το λένε και με τσικ. Μου κακοφαίνεται λιγάκι, αλλά μάλλον είναι θέμα συνήθειας.

    Δε θα αναζητούσα καμία ετυμολογία. Το νόημα είναι σαφές (αν δεν κάνω κανένα χοντρό λάθος): «ούτε τον ελάχιστο ήχο», όπως λέμε δεν έβγαλε άχνα. Το αν οι περισσότεροι θεωρούν ως ελάχιστο ήχο το κιχ και μερικοί άλλοι το τσικ δεν έχει να λέει τίποτε. (Με την επιφύλαξη φυσικά ότι δεν αποκλείεται και εντελώς να έχει μια ενδιαφέρουσα και πολυκύμαντη ιστορία η έκφραση, απλώς δεν το πολυφαντάζομαι.)

    Πιο πολύ ενδιαφέρον έχει η τσιμουδιά. Ο Μπαμπινιώτης την ανάγει, μετ’ επιφυλάξεων, στο ελληνιστικό σιμωδία = φάλτσα νότα στο τραγούδι. Το ΛΚΝ απλώς απορεί.

  72. gbaloglou said

    14 Το σκέφθηκα αυτό παρακολουθώντας το βίντεο της βιβλιοπαρουσίασης, καθώς συσχέτισα το «ψίκι» με την «ψιχάλα» και την παλαιότερη αυτής «ψεκάδα» … φαίνεται όμως ότι πρόκειται για σύμπτωση!

  73. Σωτηρία Μελετίου said

    Για το κείμενο που παραπέμπει ο 36 έχω να διορθώσω κάποιες απ’ τις ανακρίβειες που υπάρχουν εκεί. Πιθανό και η πανεπιστημιακός κυρία Χριστίνα Ντουνιά το ίδιο να διάβασε και γι’ αυτό μετέφερε στην ομιλία της το λάθος του κειμένου, αν και θα έπρεπε να διασταυρώσει ως καθηγήτρια τα γραφόμενα.
    1. Δεν σύχναζε κανείς από ποιητές και άλλους στο υπόγειο του ξενοδοχείου «Μπάγκειο». Αυτοί κάθονταν (σπάνια) είτε στο ζαχαροπλαστείο του, που βρισκόταν στο ισόγειο (με ένα σκαλάκι κατέβασμα), κυρίως όμως στο «ΠΑΤΑΡΙ» του στον ΠΡΩΤΟ οροφο, όπου γίνονταν συζητήσεις, απαγγελίες κλπ. Στο ΙΣΌΓΕΙΟ επίσης έμπαιναν για λίγη ξεκούραση η για λουκουμάδες χαμάληδες, πόρνες, άνθρωποι της αγοράς.
    2. Ο Μίνως Ζώτος φυσικά και ΔΕΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ, αφού πεθανε φυματικός το 1932 και, βέβαια δυο χρόνια μετά την Πολυδούρη και μάλιστα στην πατρίδα του στο Νιοχώρι.
    3 Σιγά μην ο Θωμάς Γκρόπας, γεννημένος το 1935, σύχναζε στο Μπάγκειο κατά τη δεκαετία του ’20 και μάλιστα απήγγελε τότε και τα ποιήματά του που τ’ άκουγαν οι άλλοι ή έβγαζε και το «Φραγκέλιο» του Ν. Βέλμου!!!
    4. Κάποιοι απ’ τους αναγραφόμενους πήγαιναν εκεί, αλλά και πολλοί άλλοι, μεταξύ τους κι ο Κοτζιούλας – μια βδομάδα μεγαλύτερος από τον Κοτζιούλα, που ΔΕΝ «σύχναζε εδώ σε νεαρή ηλικία»- ήταν που σύχναζαν στο «ΠΑΤΑΡΙ» του 1ου ορόφου, όπως είπαμε.
    Η παρανόηση ξεκινά από ένα ποίημα του ΟΡ. ΛΑΣΚΟΥ που πράγματι στην πρώτη στροφή αναφέρεται σε «υπόγειο» με ποιητική άδεια, αφού υπήρχαν εσωτερικά τόξα-αψίδες στο ΙΣΟΓΕΙΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ στο οποίο σερβίρονταν πάστες και λουκουμάδες, όπως λέει σε άλλο ποίημα ο ΣΤΕΦ. ΜΠΟΛΕΤΣΗΣ. Η παρανόηση επιτείνεται, όταν κάποιοι δήθεν «Αθηναιολόγοι», περιγράφουν, αντιγράφοντας ο ένας το λάθος του άλλου, τη συνάθροιση των λογοτεχνών και άλλων καλλιτεχνών σε υπόγειο «Μπάγκειο», γιατί έτσι ΦΤΙΑΧΝΟΥΝ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ που προφανώς κατά την αισθητική τους φαντασίωση, μόνο τέτοια υπογειακή ταιριάζει σε ποιητές.
    Υ.Γ.Για τον Βέλμο και το «Φραγκέλιο» έχει γράψει κι ο κύριος Σαραντάκος.

  74. Μαρία said

    36, 70
    Και μάλιστα Φραγκέλιο.

  75. Σωτηρία Μελετίου said

    ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ:
    – μια βδομάδα μεγαλύτερος από τον Κοτζιούλα… ΝΑ ΓΊΝΕΙ : – μια βδομάδα μεγαλύτερος από τον Ρίτσο…

  76. Μαρία said

    74
    http://www.monumenta.org/article.php?IssueID=2&ArticleID=942&CategoryID=6&lang=gr

  77. Μαρία said

    https://sarantakos.wordpress.com/2012/06/03/fragkelio/

  78. sarant said

    73-75 Καλά τα λέτε. Αξίζει να γράψω ένα άρθρο και να βάλω κι αυτά τα ποιήματα.

  79. Ανδρέας said

    παλαιά καφενεία της Αθήνας
    http://tinyurl.com/hk4elsl

  80. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι, επιτρέψατε παρακαλώ και εις έναν Έλληνα της Υπερατλαντικής Διασποράς να εκφράση ωρισμένας ρηξικελεύθους απόψεις επί της παρούσης αναρτήσεως, χωρίς τον φόβον νέας πορτοκαλιάς κάρτας, της δεδοκιμασμένης αυτής μεθόδου των μισελλήνων Γαλιλαίων (με αφορισμούς και καυλοκοπάς εδιοίκησαν επί 11 αιώνας το Βυζάντιον, αφού πρώτα εγενοκτόνησαν τους Έλληνας, με μεθόδους που θα εζήλευε και αυτός ο Αδόλφος, αλλά και ο ίδιος ο πατερούλης Στάλιν…) και των πάσης φύσεως μπολσεβίκων οπαδών της Κοινοκτημοσύνης (omnia communia)…

    1) Καταγγέλλω δημοσίως τον κ. Σαραντάκον, διότι εκατάφερε να μάς αποκρύψη (επί 7 έτη το αποκρύπτει, εδώ που τα λέμε…) το πλέον θεμελιώδες που ελέχθη εις την παρουσίασιν του βιβλίου της κ. Αθηνάς Βογιατζόγλου. Ποίον είναι αυτό; Το απεκάλυψεν (με εμφανή αμηχανίαν, διά να μή τον πλακώσουν στις καρπαζιές οι παριστάμενοι μπολσεβίκοι…) εις το 1:31:43 με 1:32:10 του βιδέου ο υιός του Κοτζιούλα, ο κύρ-Κώστας. Μεταφέρω επί λέξει…

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ: «Δυστυχώς, δεν ζή ο μεγάλος Ηλίας Καζαντζόγλου, πρόκειται για τον Ηλία Καζάν. Ο οποίος, σε πολύ συχνές επαφές που είχαμε στην Αθήνα όταν ερχόταν και μέ έπαιρνε τηλέφωνο και συναντιόμασταν στο «King George» όπου έμενε, σκόπευε να γυρίσει ταινία – βιογραφία του Κοτζιούλα. Ήξερε πολύ καλά τον Κοτζιούλα ο Καζάν»!..

    ΕΡΩΤΩ: Διατί, άραγε, ο ρέκτης κ. Σαραντάκος, αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι να μάς ενημερώση επί 8 έτη (εις τας δεκάδας κοτζιουλικάς δημοσιεύσεις που αναρτά ενταύθα) ότι ο Μέγας Καζάν εγνώριζε την περίπτωσιν Γιώργη Κοτζιούλα και ενδιεφέρετο να γράψη σενάριον διά τον βίον του; Και αν ακόμη το ηγνόει (πράγμα ασυγχώρητον, διότι έχει συναναστραφή εκατοντάδες ώρας τον κύρ-Κώσταν Κοτζιούλαν), θα έπρεπε να το καταγράψη εις την παρούσαν ανάρτησιν, αφού ήτο παρών εις την βιβλιοπαρουσίασιν και το ήκουσεν ιδίοις ωσίν…

    Ο γέρων Βάταλος είχε γνωρίσει τας δεκαετίας 1970 + 1980 τον Ηλίαν Καζάν εις το διαμέρισμά του εν Μανχάτταν και ήτο παρών εις τας τελευταίας στιγμάς της δευτέρας συζύγου του Βαρβάρας Λώδεν τω 1980 από καρκίνον του στήθους. Δύο από τας εγγόνας του Καζάν, η Ζωή και η Μαία Καζάν (ηθοποιοί αμφότεραι) ήσαν συμμαθήτριαι της εγγόνας μου και γενικώς σχετίζομαι με την οικογένειαν Καζάν εδώ και ήμισυ αιώνα…

    Επιβεβαιώ, λοιπόν, αυτό που λέγει ο κύρ-Κώστας Κοτζιούλας και αποσιωπά ο κ. Σαραντάκος: Ο Καζάν ενδιεφέρετο τα μάλα διά τήν περίπτωσιν Γιώργη Κοτζιούλα (όχι διά ταινίαν, όπως νομίζει ο κύρ-Κώστας, αλλά διά βιβλίον) και ιδού διατί: Τον Καζάν απησχόλει επί δεκαετίας το πρόβλημα που βασανίζει και τον γερο-Βάταλον: Πώς είναι δυνατόν ΟΛΑ τα στελέχη του Κομμουνισμού εις το Ρωμέικον να είναι πρώην φανατικά χριστιανόπουλα, πράγμα που δεν συμβαίνει εις καμμίαν άλλην χώραν του Κόσμου;..

    Ο Γιώργης Κοτζιούλας ήτο δεδηλωμένος χριστιανός μέχρι τον θάνατόν του (πράγμα που επίσης αποσιωπά επί 8 έτη ο κ. Σαραντάκος, αλλά και ο κύρ-Κώστας Κοτζιούλας ότε τον ηρώτησα προ μηνών εις το παρόν Ιστολόγιον!..), αλλά αυτό καθόλου δεν τον ημπόδισε να ταχθή εις το πλευρόν του (επίσης πιστού χριστιανού!..) Θανάση Κλάρα, όστις υπό το καλλιτεχνικόν ψευδώνυμον Άρης Βελουχιώτης κατέσφαξε χιλιάδες αποβλακωμένων Ρωμιών τω 1943-44, διότι τάχα ήσαν γερμανοτσολιάδες!..

    ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΜΑΚΡΗΓΟΡΩ: Αυτό που είλκυε τον Καζάν εις την περίπτωσιν Γιώργη Κοτζιούλα ήτο η συνύπαρξις των ιδιοτήτων του χριστιανού και του μπολσεβίκου εις τον ίδιον άνθρωπον, πράγμα που μόνον εις το αποβλακωμένον Ρωμέικον συμβαίνει…

    2) Ενδιαφέροντα είναι και τα όσα λέγει ο κύρ-Κώστας (1:29:00 με 1:30:00 του βιδέου) διά την αυτού Μεγαλειότητα το Χρήμα, και την ικανότητα της κ. Αθηνάς Βογιατζόγλου εις το να συγκεντρώνη καπιταλιστικάς δωρεάς προκειμένου να εκδίδη τα βιβλία της, πράγμα που ουδέποτε θα διενοείτο ο χριστιανομαρξιστής Γιώργης Κοτζιούλας, αλλά ούτε και ο υιός του ο κύρ-Κώστας, ο οποίος παραδέχεται (1:29:51) ότι εντρέπεται να ζητή χρήματα από τους καπιταλιστάς, διά να εκδώση τα πρωτότυπα συγγράμματα του μπολσεβίκου πατρός του!..

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

    ΥΓ: Διά να προλάβω τυχόν αναγνώστας που θα σπεύσουν να υποστηρίξουν τον κ. Σαραντάκον ότι τάχα αποσιωπά επί 8 έτη το ενδιαφέρον του Καζάν διά τον Γιώργην Κοτζιούλαν, επειδή ο Καζάν ήτο ρουφιάνος και κατέδωσεν εις την επιτροπήν Αντιαμερικανικών Υποθέσεων τους συντρόφους τους εις το Κομμουνιστικόν Κόμμα των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων και τον Εβραίον σύζυγον της Μελινάρας Μερκούρη, Jules Dassin, απαντώ: Όλα αυτά έχουν αποδειχθή ψευδέστατα με πληθώρα βιβλίων (αν προκληθώ, θα τα αναρτήσω) και προέρχονται από τον ίδιον τον Τζούλην Ντασσέν, όστις δεν ηδύνατο να χωνέψη τας λαμπράς εισπρακτικάς επιτυχίας του παλιού του συντρόφου του Ηλία του Καζάν εις το Χόλλυγουδ, εις μίαν εποχήν που εμερουράνει ο ελληνόψυχος Σπύρος Σκούρας της 20th Century Fox…

    Περαίνω, μεταφέρων ενταύθα την μοναδικήν μνείαν που κάμνει ο ελληνόψυχος Καζάν εις τον Σιωνιστήν μπολσεβίκον Τζούλην Ντασσέν εις την μνημειώδη αυτοβιογραφίαν του «Elia Kazan, A life» (1η έκδοσις 1988)

    «I must have had twenty-five telegrams waiting for me at my New York hotel. And phone calls! Jules Dassin got me on the phone. He said, ‘Go down to the lobby and call me back at this number from a public phone.’ I said, ‘I’m very comfortable up where I’m talking. Go ahead.’ He said, ‘Your line is being tapped, believe me.’ I said, ‘Come on, Julie, cut it out.’ He said, ‘All right, I’ll talk to you later.’ But I never heard from him again. Next thing I knew, he’d fled to France and begun to work as a director there».

    Τον έγραψεν εις τα παπάρια του, όπως βλέπετε, εξ ού το θανάσιμον μίσος του Τζούλη…

  81. ΓιώργοςΜ said

    4 (αυτοαναφορά!) Αν ανοίξεις το στόμα σου, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες….

  82. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τα φιλολογικά καφενεία-Μπάγκειο του Νίκου Τριανταφυλλίδη (Σοβαρός σκηνοθέτης,γιος του Χάρρυ Κλυνν)

  83. BLOG_OTI_NANAI said

    80: Αν δεχτούμε ότι όντως ο Καζάν ήταν αυτός που κατέδωσε τον Ζυλ Ντασσέν για κομμουνισμό (και δεν ήταν και ο μόνος που κατέδωσε) τότε μπορούμε να δεχτούμε ότι κάποιος σαν τον Βάταλο θα μπορούσε να τον γνωρίζει, όπως άλλωστε ο Βάταλος μας έλεγε για τη φιλία του με τον παππού πανεπιστημιακό που είχε καταγγελθεί ότι παρενοχλούσε τις φοιτήτριες, και επίσης είναι οπαδός του Τραμπ και νεοπαγανιστής.
    Άρα, για τον Βάταλο, η δικτατορία του Παπαδόπουλου ήταν αριστερό κίνημα. Ο Βάταλος είναι από Πινοσέτ και πάνω.

  84. MA said

    mea culpa για το σχόλιο 36 😔
    να δικαιολογηθώ: αντιγραφή χωρίς δεύτερη ματιά, καλά να πάθω

    ωραίο το 82. Για φιλολογικά καφενεία και σαλόνια υπάρχει και ένα βιβλίο του Γ. Παπακώστα

  85. spatholouro said

    73
    Κυρία Μελετίου, εγώ πάλι θεωρώ ότι ήξερε πολύ καλά τι έγραφε ο Λάσκος, και έγραφε για όντως υπάρχον υπόγειο. Εάν σύχναζαν όλοι οι αναφερόμενοι δεν παίρνω όρκο, αλλά ότι σύχναζε ο Λαπαθιώτης παίρνει όρκο ο αυτόπτης- μάρτυς ρεπόρτερ ΚΩΜΠΙΚΑΡ, στην ΑΚΡΟΠΟΛΗ στις 23/2/1936.
    Και εδώ δεν μιλάμε για λουκουματζίδικο, αλλά για κανονικότατο ρεμπετάδικο.
    Ιδού το ρεπορτάζ που μας προσφέρει μια σπαρταριστή φέτα «υπόγειας» ζωής:

    ΤΟ ΜΠΑΓΚΕΙΟΝ
    Το κοσμικό κέντρο της σάρας και της μάρας της νύκτας είνε το παρά την Ομόνοιαν υπόγειον Μπάγκειον. Ένα μουρμούρικο βιολί και ένα πιάνο με παρασύρουν ως εκεί, αφήνοντας τις σκιές-φαντάσματα να συνεχίσουν το γύρο της Ομονοίας.
    Κατεβαίνω μερικά πέτρινα σκαλοπάτια και βρίσκομαι στην μακρόστενη φωτισμένη σάλλα. Δεξιά και αριστερά κόσμος και κοσμάκης. Φτωχοί και πλούσιοι μαζί πίνουν την μπύρα των ή το κονιάκ των ή τα ουζάκια των και παρακολουθούν την Ζαμπέτ που χορεύει και κτυπά το στολισμένο με μεταξωτές κόκκινες και πράσινες κορδέλλες ντέφι επάνω στο παλκοσένικο του Μπαγκείου, που θυμίζει τα προ εικοσαετίας «καφεαμάν» της οδού Αθηνάς. Η γκαρσόνες πηγαινοέρχονται με τους δίσκους πλήρεις οινοπνευματωδών ποτών, χαρούμενες, γελαστές, γιατί θα βγη καλό «νυκτοκάματο». Και για να μιμηθούμε τον συντάκτη της κοσμικής αθηναϊκής κινήσεως, αναφέρομεν ότι μεταξύ των παρευρισκομένων διακρίνομεν το μουσικόν συγκρότημα της «Μονμάρτρης», αποτελούμενον από τους κ.κ. Παπαδόπουλον, Πλατσαίον, Σουγιούλ, Μανιατάκην και λοιπούς. Επίσης τον τενόρον της Πλαζ της Γλυφάδας κ. Μπακέα να ελαττώνη τα έσοδά του, πίνοντας και προσφέροντας μπύρα εις την Συρανούς, που με τους χορούς της και τις προκλητικές της φιγούρες κάνει των θαμώνων τα μάτια να γουρλώνουν. Και κοντά σ’ αυτούς τους θαμώνας διακρίνομε στην απόμερη γωνιά τον γνωστότατον εκκεντρικόν ποιητήν και υιόν στρατηγού, που ουδέποτε τον έχει θωπεύσει ήλιου ακτίνα ή τον έχει ιδή ημέρας φως. Επίσης τον επίσημον λογιστήν μεγάλης αθηναϊκής εφημερίδος να πίνη και να ερωτοτροπή με μία από τις γκαρσόνες. Μεταξύ αυτών μερικά περίεργα εργατάκια της ημέρας, φίλοι της της τράμπλας, άνεργα της μαγγιάς του Καζοχωρίου παιδιά, δανδήδες ξεπεσμένοι, «Μημουάπτου», τζογέδες, «αδερφάκια», «Μημεστραβοκυττάζεις», ανταποκριταί επαρχιακών εφημερίδων, ένας πρώην ιερεύς, «βλάμισσες» πρώην φτωχές μα τίμιες υπηρέτριες ή μοδιστρούλες ή εργάτριες καπνεργοστασίων και νυν ζωές του βούρκου κλπ κλπ
    Σε μια ταμπέλλα που είνε κρεμασμένη σ’ ευδιάκριτο σημείον του «Μπαγκείου» έχουν κακοχαραχθή: «Απαγορεύονται οι ζεμπέκικοι χοροί και τα άσματα». Ο διευθυντής του κέντρου ασφαλώς είχε λησμονήσει όταν κρεμούσε την ταμπέλλα, ότι ο Ρωμηός κάνει ό,τι του λες να μη κάνη. Απόδειξις που δεν επιδέχεται διάψευσι, οι κεφάτοι πελάται του κέντρου, που χορεύουν ζεϊμπέκικους χορούς υπό τους ήχους του βιολιού του Μανήσαλη και του πιάνου του Νίκου Κοντού. […]

  86. sarant said

    73-85 Πρέπει να λέει κάτι ο Παπακώστας στο βιβλίοτου για τα φιλολογικά στέκια και δεν προλαβαίνω να ψάξω. Υπήρχαν δύο χώροι στο Μπάγκειο =και υπόγειο, και ισόγειο/πατάρι, και στους δύο σύχναζαν λόγιοι, όχι οι ίδιοι.

  87. Σωτηρία Μελετίου said

    85-86
    Πράγματι υπήρχε υπόγειο νυχτερινό κέντρο στο Μπάγκειο, όπως ακριβώς περιγράφει ο 85. Δεν έκρινα σκόπιμο να κάνω την ίδια περιγραφή, γιατί αναφέρθηκα στο κείμενο που ανέβασε ο 36 σε σχέση με ό,τι γράφεται για τους ποιητές κά. Αυτοί πήγαιναν ισόγειο για καμιά πάστα και πατάρι για τα ποιητικά τους. Ο Λαπαθιώτης πήγαινε και στους τρεις χώρους του Μπάγκειου, για διαφορετικούς λόγους στον κάθε χώρο. Ίσως και ο Παπανικολάου. Ο Λάσκος ενδιαφερόταν γι’ αυτούς τους χώρους, τόσο λόγω της σκηνοθετικής του ροπής, όσο, κυρίως, γιατί έπαιρνε ιδέες, αφού αργότερα άνοιξε κι αυτός μουσική (θεατρική) σκηνή, ‘οπου «άρμεγε» τους μαυραγορίτες. Πράγματι ο Παπακώστας έχει γράψει για τα φιλολογικά στέκια. Γνωρίζει, εξάλλου αδημοσίευτο κείμενο του Κοτζιούλα όπου δίνει αναλυτικές πληροφορίες για το Μπάγκειο και τις χρήσεις του.

  88. Σωτηρία Μελετίου said

    82
    Γνωρίζω το ντοκιμαντέρ. Σημασία δεν έχει ο σκηνοθέτης, αλλά αυτοί που μιλάν, οι «Αθηναιογράφοι» και οι πηγές τους.

  89. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    88.Ναι,βέβαια, αλλά έχει την ευθύνη της επιλογής προσώπων και πηγών. Προσθετικά έβαλα το ντοκιμαντέρ.Νομίζω ότι δεν αποκλίνει στα βασικά από αυτά που επισημάνατε, π.χ περί Ζώτου, Γκόρπα κλπ

  90. spatholouro said

    87
    Ο Χαρίλαος Παπαντωνίου (που τον γουστάρω και κυνηγάω γραπτά του), σε κείμενό του από τη σειρά που δημοσίευσε με τίτλο «Οι Νεοκεντρίται», με επίκεντρο τον Στέφανο Μαρτζώκη («Ελληνική», 29/1/1928) είναι θαρρώ ξεκάθαρος.

    Στην παράγραφο που τιτλοφορεί ΚΑΙ ΠΕΡΙ «ΜΠΑΓΚΙΤΩΝ», απευθύνεται νοερά στον Μαρτζώκη και του λέει: «Εάν δε θέλης να λάβης είδησιν και διά τους σημερινούς ομοτέχνους σου, ας αντικατοπτρίση το πνεύμα σου και την εικόνα των αυτήν, καμωμένη από ένα εκ των νεαρωτάτων λυρικών ποιητών, συμπατριώτην σου, ο οποίος μας παρουσιάζεται υπό το όνομα Στέφανο Μπολέτσι, και εμφανίζουσαν ένα γρουπ νεοττιδέων στιχουργών, κριτικών, λογίων, κομμουνιστών, θηρευτών της Τέχνης, ενσκηνωμένον έως πέρυσιν εις το απέραντον υπογειακόν Καφενείον, Ζαχαροπλαστείον, Γαλακτοπωλείον κλπ «Μπάγκειον». Η εικών επιγράφεται «Το Χάνι των Ποιητών». Την παραθέτω ως ένα αναμνηστικόν της παλαιάς εκείνης φωλεάς μας, όπου διεδραματίζοντο βεβαίως και τοιαύτα, πανομοιοτύπως[…]

    (Ακολουθεί το ποίημα του Μπολέτση, αποτελούμενο από 8 τετράστιχα και όχι από μόνο 3 που βλέπω να κυκλοφορούν στο διαδίκτυο)

    Άρα, νομίζω πως από το κείμενο αυτό μάς προκύπτει ότι ολόκληρη αυτή η ομάδα των ποιητών, λογίων κλπ, είχε στέκι της ένα φεγγάρι το υπόγειο του Μπαγκείου.

  91. sarant said

    90 Α, σ ευχαριστώ για την παραπομπή -έχουμε βγάλει κι εδώ ένα του Χαρίλαου.

  92. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Από το γλωσσάρι του βιβλίου «Ποίηση και πολεμική: Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα» που επιμελήθηκε ο Νικοκύρης,λίγες λέξεις ,ελάχιστες, θα μου ήταν άγνωστες. Μερικές τις λέμε ακριβώς έτσι κι εμείς:
    Αγρικώ/γρικώ, ακούω,νιώθω
    αμάλαγος, ανέγγιχτος
    Ανέγνωρος,αγνώριστος
    Ανεμική, η καταιγίδα :
    Με τον καιρό οι ανεμικές
    παύουνε κι οι αντάρες
    θα πάψουν και τση μάνας σου
    οι άδικες κατάρες
    απανωβάνω,απανωβγάνω εμείς , προσθέτω εκ των υστέρων στην τιμή
    βασταερός/βασταγερός,ανθεκτικός αλλά και ο οικονομημένος δηλαδή που «βαστά η τσέπη ντου»
    το διάφορο,το έχος(τα έχητα), μπόρεση, νεροφαγιά, ξάμωμα, ομάδι, ρουμάνι, σφοντύλι/σφεντύλι, τεψί, χαζιροφάης, χοροστάσι,ψίκι

  93. sarant said

    Κάποια στιγμή θα βάλω κι ένα γλωσσικό-λεξιλογικό άρθρο για το θέμα 🙂

  94. κουτρούφι said

    85 και τα σχετικά. Ο βιολιστής Μανησαλης (Δημήτρης Λαδόπουλος-Μανησαλής) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους οργανοπαίκτες, επιπέδου Σέμση και Δραγάτση. Μερακλήδες όσοι συχνάζανε σε εκείνο το υπόγειο.

  95. Spiridione said

    71. Ναι, έχει ενδιαφέρον η τσιμουδιά, που στα Επτάνησα και σε αλλού λέγεται τσιμουτιά. Δεν ξέρω πού βρήκε ο Μπάμπι ότι η σιμωδία είναι φάλτσα νότα. Σιμωδία, αλλιώς ιλαρωδία, ήταν κάποιου είδους χορευτικό άσμα που έπαιρνε τις υποθέσεις του από την τραγωδία (άλλη άποψη που υπάρχει στο διαδίκτυο είναι ότι ήταν άσεμνο είδος τραγουδιού). Πάντως φαίνεται ότι έχει σχέση με τη μιμική, επομένως είναι εύλογη η υπόθεση που κάνει στο άρθρο εδώ ο Τσαντσάνογλου, δηλαδή ότι η τσιμουδιά πρέπει να προήλθε από τα πολύ χαμηλόφωνα τραγούδιι που συνόδευαν τους μίμους, σαν μουρμουρητά, τραγούδια με μισόκλειστο το στόμα, που τα έλεγαν και τερετίσματα.
    http://media.ems.gr/ekdoseis/ellinika/Ellinika_21_2/ekd_peel_21_2_Symmikta.pdf

  96. Alexis said

    Πολύ ωραίο άρθρο και πολύ ενδιαφέροντα σχόλια!
    Από όσο (λίγο) ξέρω το έργο του Κοτζιούλα, κυρίως μέσω των δημοσιευμάτων του Νικοκύρη, τον θεωρώ ως έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές μας, με πηγαίο ταλέντο και απλότητα γραφής.
    Τα ποιήματά του διαβάζονται το ίδιο ευχάριστα από έναν διανοούμενο και από έναν αγρότη π.χ. ενός ορεινού χωριού στην Ήπειρο.
    Μεγάλο πράμα αυτό και όχι εύκολο να το πετύχεις!

  97. Σωτηρία Μελετίου said

    ΓΙΑ ΤΟ ΜΠΑΓΚΕΙΟ
    Μια παραπομπή αρκεί για να μην πω πολλά:
    «Η παρέα μου (το απάνω Μπάγκειον)» του Στ. Μπολέτση που δημοσιεύτηκε στο περ. Πυρσός, τχ. 3 (25/7/1928)
    Νομίζω ότι ο Μπολέτσης απαντά με τον τίτλο του.
    Εξάλλου δεν γίνεται να είναι κάτω το επάνω, εκτός αν είναι κάτω κι υπάρχει και παρακάτω.

  98. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,
    97: Σωτηρία και προηγ.
    εκτός αν είναι κάτω κι υπάρχει και παρακάτω..

    Βάλτε ρε παιδιά και μία εικόνα από καμιά τομή, να γίνει πιό κατανοητό το θέμα.
    Τόσους αρχιτέκτονες έχουμε εδώ στο μπλογκ, κλέφτες θα γίνουν; 🙂

  99. Κουνελόγατος said

    Το τροπάρι άλλαξε ελαφρά στην εισαγωγή, αλλά ο χαβάς ίδιος…

    Υ.Γ. Τελικά, πόσα χρόνια μας κρύβει πράγματα, 7 ή 8, μπερδεύτηκα…

  100. sarant said

    98: 🙂

  101. Alexis said

    #99: Ε, τι να πει «προυχώρησεν η νυξ», αφού το σχόλιό του έχει ώρα 19:19 😀
    Τα 8 χρόνια πρέπει να του ξέφυγαν, 7 χρόνια και 2 μήνες έχει το ιστολόγιο του Σαραντάκου…

  102. Κουνελόγατος said

    101. Μα το γράφει περισσότερες φορές (3), ενώ το 7 μια φορά. Να κληθεί να δώσει εξηγήσεις, δε μπορεί ένας φιλαλήθης και φερέγγυος αναγνώστης, να παραπληροφορεί.

  103. Γιάννης Ιατρού said

    101, 102: Τά ‘χουμε χιλιοπεί αυτά… ΠΡΟΚΑΤ εξ ΗΠΑ 🙂

  104. Γιάννης Ιατρού said

    103: Συμπλήρωμα
    Παρακαλώ να δώσετε την δέουσα προσοχή στο γεγονός ότι δεν γίνεται πλέον μνεία της γραίας. Υπάρχουν βάσιμες υποψίες, ότι αφ΄ενός έπαιξαν σημαντικό ρόλο τα σχόλια περί ενδοοικογενειακής βίας κλπ. στο προπροηγούμενο νήμα «Πως χτυπάνε οι άντρες» και ότι αφ΄ετέρου την Κυριακή φαίνεται να τηρείται σχετική εγκράτεια 🙂

  105. Κουνελόγατος said

    «την Κυριακή φαίνεται να τηρείται σχετική εγκράτεια»…

    Μα γιατί; Δε @#$%^σαν την Κυριακή οι ΑΗΠ; :mrgreen: Εκτός αν εννοείς κάτι άλλο.

  106. Γιάννης Ιατρού said

    105: Πρόκειται περί κρυπτο-χριστιανούλη! Η Κυριακή αφιερώνεται «…τη δε ημέρα τη εβδόμη …Κυρίω τω Θεώ σου» κατά παράφραση (και προσαρμογή στας συνηθείας των ΗΠΑ) της 4ης εντολής 🙂

  107. Κουνελόγατος said

    106. Λοιπόν αυτό είναι, μου άνοιξες τα μάτια. Και μας κάνει τον Ελληνόφρονα.

  108. spatholouro said

    73/97
    Καθόλου δεν μου αρκεί προσωπικά μία παραπομπή, για αυτό άλλωστε προσάγω όσες μπορώ να βρω, μήπως βγάλουμε άκρη.

    Τώρα που είδα και του Παπακώστα το βιβλίο (για το Μπάγκειο, βλ. στις σελ. 296-302), επιβεβαιώνει και αυτός από τις επικαλούμενες πηγές του ότι οι Άγρας, Ανθίας, Ζώτος, Λαπαθιώτης, Γιοφύλλης, Κριναίος, Μαγγανάρης, Σαράβας, Μπολέτσης κλπ κλπ είχαν στέκι τους τον υπόγειο χώρο του Μπαγκείου, «το υπόγειο λουκουματζίδικο».

    Εάν κάποιοι από αυτούς, μετά το 1927 που αναφέρει ως terminus ο Παπαντωνίου, μετακόμισαν σε άλλο όροφο (άλλωστε το παραπεμπόμενο από τον «Πυρσό» είναι του 1928…) δεν το γνωρίζω, αλλά και δεν ενδιαφέρει θαρρώ τόσο την ουσία του προβληματισμού μας: κάνανε στέκι ένα φεγγάρι όλοι αυτοί την υπόγα ή όχι;.

    Τεκμηριώνεται, λοιπόν, πως η παρέα αυτή για ένα φεγγάρι την πέρασε στην υπόγα, underground σα να λέμε. Καμμία παρανόηση του Λάσκου, κανένα λάθος εξ αντιγραφής και καμμία κατά αισθητική φαντασίωση κατασκευασμένη υπογειακή ατμόσφαιρα δεν διακρίνω, όπως ισχυρίζεται το #73…

    Ιδού και κατατοπιστικότατο ρεπορτάζ του Ψαθά (περ. «Η Κυριακή του Ελευθέρου Βήματος», 24/4/1927, σελ. 8):
    http://srv-web1.parliament.gr/display_doc.asp?item=37879&seg=
    (πάνω δεξιά: μετάβαση σε σελίδα 158)
    [εάν κάποιος φίλος μπορεί να μου υποδείξει πώς να παραπέμπω κατευθείαν, θα είμαι ευγνώμων]

  109. spatholouro said

    Και μια και θεωρήθηκε στο # 73 ότι κακώς ο Λάσκος γράφει στο ποίημά του «Κάτω απ’ τα τόξα του υπογείου», να πώς τιτλοφορείται κείμενο του Μ. Βαϊάνου: «Νέοι και παλαιοί λογοτέχνες κάτω από τα τόξα ενός υπογείου ζαχαροπλαστείου», περ. «Οθόνη», 12/3/1927. (αναφέρεται στο Παπακώστας)

  110. BLOG_OTI_NANAI said

    108: Για το ακριβές λινκ πιο εύχρηστος είναι ο Chrome.
    – Πηγαίνεις στο λινκ που έδωσες.
    – Επιλέγεις δεξιά τη σελίδα 158
    – Κάνεις δεξί κλικ κάπου γύρω ή επάνω στη σελίδα και από το μενού που εμφανίζεται επιλέγεις το «Έλεγχος».
    – Στις πληροφορίες που θα εμφανιστούν θα δεις ξεκάθαρα το λινκ: h**p://srv-web1.parliament.gr/main.asp?current=7297479

  111. BLOG_OTI_NANAI said

    110: Μόλις επιλέξεις το «Έλεγχος», για να μην αντιγράφεις ολόκληρη τη λίστα με τις πληροφορίες που εμφανίζονται, μπορείς να κάνεις διπλό κλικ ακριβώς επάνω στο λινκ, και τότε θα μετατραπεί σε μορφή τέτοια που μπορείς να το αντιγράψεις και να το επικολλήσεις απευθείας.

  112. spatholouro said

    Ευχαριστώ πολύ!

  113. BLOG_OTI_NANAI said

    112: Παρακαλώ 🙂

  114. Γιάννης Ιατρού said

    108: Πέπε, αν δεν έχεις γκουκλοτέτοιον 🙂 κι έχει απ΄τον άλλον:

  115. BLOG_OTI_NANAI said

    114: Βέβαια… έχουμε και τον Στηβ Τζομπς εδώ που τα ξέρει όλα… 🙂

  116. Γιάννης Ιατρού said

    Ρε ΟΤΙ_ΝΑΝΑΙ, δεν έχουν όλοι γκουκλοχρώμιο, υπάρχουν κι άλλοι, ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ 🙂

  117. BLOG_OTI_NANAI said

    116: Α, μάλιστα… Αιρετικοί ε; Για κάτσε να βρω τι γράφουν οι Οικουμενικές Σύνοδοι για την περίπτωση αυτή και τα ξαναλέμε… 🙂

  118. Γιάννης Ιατρού said

    117: χα χα χα, καλό!
    Θα δώ, και στην ανάγκη θα ζητήσω την βοήθεια …άλλων σχολιαστών 🙂 🙂 (έ, να φτάσει το νήμα τουλάχιστον τα 666 σχόλια..)

  119. BLOG_OTI_NANAI said

    118: Απ! Πρόλαβα κι έκλεισα τα μάτια και έτσι δεν με ανάγκασες να δω το τελευταίο νούμερο που έγραψες! 😀

  120. skolotourou said

    Ευχαριστώ πολύ για την αναφορά (και στην ομιλία και στο βιβλίο) και ζητώ συγγνώμη από τον σπιτο-Νικο-κύρη και τους σχολιαστές, που με απασχολούν άλλα θέματα και δεν σχολιάζω συχνά πια και άργησα να δω και το άρθρο. Η αγάπη μου για την ποίηση Κοτζιούλα είναι γνωστή και δεδομένη ! Καλό Πάσχα σε όλους! Σοφία Κολοτούρου

  121. sarant said

    Καλό Πάσχα Σοφία!

  122. spatholouro said

    Υπάρχει όμως και το υπόγειον «Μπάγκειον», το οποίον είνε καφενείον και ζαχαροπλαστείον και μπαρ, όπως υπάρχει και το ανώγειον «Μπάγκειον», το οποίον είνε το γνωστόν ξενοδοχείον.
    Το υπόγειον «Μπάγκειον» υπήρξε κατά τα τελευταία έτη κέντρον μιας μεγάλης ομάδος νέων λογίων, οι οποίοι εσύχναζαν αυτού. Επί κεφαλής της ομάδος ήτο ο αγαπητός κ. Μάριος Βαγιάνος […] Έπειτα ο κ. Βαγιάνος έφυγε για την πατρίδα του την Χίον και επί καιρόν είχε χαθή από τας Αθήνας. Όταν δε επέστρεψεν ο κ. Βαγιάνος από την Χίον, ουδείς νέος λογοτέχνης εσύχναζε εις το υπόγειον «Μπάγκειον».

    Κ. Φαλτάιτς: «Το Μπάγκειον» («Η Εθνική» 21/9/1938)

  123. sarant said

    Καλά κάνεις και τα καταθέτεις εδώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: