Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο αλιβάνιστος, ένα πασχαλινό του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 1 Μαΐου, 2016


Τις μεγάλες τις γιορτές, πιο πολύ τα Χριστούγεννα αλλά και το Πάσχα, τις έχω συνδέσει με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και συχνά βάζω κείμενά του τέτοιες μέρες -για παράδειγμα, πρόπερσι το Πάσχα είχα βάλει το διήγημά του «Χωρίς στεφάνι«, ένα πασχαλινό αθηναϊκό, μαύρο και όχι χαρμόσυνο, διήγημα. Πέρυσι, διάλεξα ένα κομμάτι όχι του Παπαδιαμάντη, αλλά για τον Παπαδιαμάντη, από έναν άλλον μεγάλο τεχνίτη των γραμμάτων μας, τον Κώστα Βάρναλη: το χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη».

Φέτος επιστρέφω στην πεπατημένη, δηλαδή βάζω ένα ακόμα από τα πασχαλινά του Παπαδιαμάντη, τον «Αλιβάνιστο». Βέβαια, το κείμενο υπάρχει στο Διαδίκτυο. Το πήρα μονοτονισμένο και έκανα κάποιον εκσυγχρονισμό στην ορθογραφία. Στο τέλος προσθέτω ελάχιστα λεξιλογικά.

Εξαιτίας της σημερινής γιορτής, το Μηνολόγιο του Μαΐου θα δημοσιευτεί αύριο. Το ιστολόγιο σας εύχεται ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

 

Ο αλιβάνιστος

Αφού εβάδισαν επί τινα ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κι η Φωλιώ της Πέρδικας, κι η Αφέντρα της Σταματηρίζαινας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κι η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάσει. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζί των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι άρχισαν να ομιλούν.

– Πώς αλγεί παπάς; είπεν η θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά και τα άρθρα και άλλα μόρια.

– Νύχτωσε, θα πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

– Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κι αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννη, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθεί ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, είς εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, διά να κάμει Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί, και τινά άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθει, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήσει ο παπάς. Αλλ’ όμως ενύκτωνεν ήδη, και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανεί ακόμη.

– Είνε αργοστόλιστος, θα πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

– Ναι, είδες πώς αργεί να ντυθεί; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματηρίζαινας. Και καμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φαιλόνιον. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθει από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, διά να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθεί το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά, με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν διά να φορτωθούν τ’ αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην, ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ’ από τα δένδρα.

– Σ’ έσκιαξα, θεια Μολώτα! είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε, κι ευθύς επαρουσιάσθη είς νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

– Α! κακό να μην έχεις! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ ‘σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κι αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κι έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

– Να, απ’ τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος… φορτωμένος πράματα, θάματα… κοιτάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξει, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

– Ά! φωτιά που σ’ έ!… έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθει προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ονομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρίζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

– Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμεις την οικοκυρά να κόψει το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

– Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης πού ‘μαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμεις μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου το’ριξα στην ποδιά σου, σ’ ετρόμαξα.

– Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα. Θα μεταλάβου!

– Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

– Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

– Τότε, ας το παρ’ η Σταματηρίζαινα, είπεν ο Σταμάτης.

– Να καβουρώσεις και κάβουρας να γένεις! απήντησεν η Αφέντρα.

– Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνει λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν τής Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα τής Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα τής Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

– Ζουρλάθηκες, βλέπω: δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

– Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζαινα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

– Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπει τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποία άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξει πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή. Εις τον δρόμον άρχισε να διηγείται.

– Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π’ ανέβαινα… πριν σας ενταμώσω στη βρύσι.

– Ποιον ηύρες, είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο, ή τον Αράπη, ή τον Εξαποδώ;

– Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

– Αλήθεια; για πες μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κι ετάχθη εξ αριστερών του Σταμάτη, διά ν’ ακούει καλύτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν τής ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν τού αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθει εις την πόλιν, κι εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανένα άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

– Άμα με είδεν, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτεί. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ’ αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες… Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ’ αυτό την θειά Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

– Έλα! θα ησυχάσεις, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.

                                                                               *  * *

Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσε, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγυιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με την φαμίλια του, κι ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κι εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κι εκοίταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ’ ουρανού, διά να είναι μεσάνυχτα, και πότε θα φθάσει εις εν δυτικόν σημείον, διά να φέξει. Κι επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθει, διά να τους κάμει Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθει.

– Καθώς τ’ ομολογάει η φλάσκα… έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Να το’ξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα, είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

– Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα ρθει, θα ρθει με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κοιτάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχαν αρχίσει να καταλάμπονται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γίνει άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξει εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβεί υψηλά εις το βουνόν, διά να κατοπτεύσει και ακροασθεί αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζί του από τον περίβολον.

– Τι τρέχει;

– Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!…

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχονται βαθιά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

– Τί να είναι;

– Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

– Τί θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

– Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ’ τα χωράφια, κ’ ύστερα έπεσε μέσα στ’ ορμάνι, κ’ εχάθηκε.

                                                                        * * *

Οι δυο βοσκοί κι ο Σταμάτης, κι ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν του βουνού, και απήντησαν διά φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

– Ελάτε!… Εδώ είμαστε!… έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

– Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

– Θα έχουν πέσει μέσα σε κακοτοπιά, στον ίσκιο του βουνού. Το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

– Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κι έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ’ ολίγον φέρων φανάρι αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη, και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ’ ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεραι, και τέλος, εφάνη ο παπάς, ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν’ αντικρίσει το φως του φαναριού.

– Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

– Ο Αλιβάνιστος!

– Μεγάλο θάμα! είπεν ο Μπαρέκος.

                                                                * *   *

– Πώς έκαμες, βλοημένε κι έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

– Μη ρωτάτε… θέλησα να πάω απ’ τον άλλο δρόμο,… απ’ τα Ρόγγια… είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι·… είπε να το σπείρει, κείνος ο Ντανάκιας και τ’ άφησε άσπαρτο… κι εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσους μήνες τώρα… Ας είναι καλά ο άνθρωπος… Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω, κι ενύχτωσα… Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον), και μ’ εβοήθησε να βρω το δρόμο! …Ας έχει την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν’ απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

– Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ’ αφήνουμε… τελείωσε! Φέτος θα κάμομε Ανάσταση μαζί!…

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήσει τα γέλια, άρχισε να κάμνει με το φανάρι το οποίον εκράτει, κινήματα ως να ελιβάνιζε, προς το βάθος εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμην, μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος, κι ήθελε να φύγει.

– Άφσε με, να ζήσεις! Δεν μπορώ!… τι Ανάσταση να κάμω ‘γω… τι με θέλετ’ εμένα… Εσείς κάμετε Ανάσταση. Με γεια σας, με χαρά σας!… Πάω στο καλύβι μου, ‘γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον·

– Να’χεις την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα! … Να πάρεις ευλογία! … Να μοσχοβολήσ’ η ψυχή σου! Έλα ν’ απολάψεις τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικείς τον εαυτόν σου! Μην κάνεις του εχτρού το θέλημα! … Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα! Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίσει!

Ο μπάρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθει, αλλ’ εντρέπετο. Επαραξενεύετο πολύ. Θα επεθύμει να τον απήγον διά της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα τής ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες, έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν’ ακολουθήσει, και τείνοντα ν’ αποσκιρτήσει.

                                                                * *   *

Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, και ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε·

– Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία τής ένευσε να σιωπήσει. Εν τοσούτω, αφού η συνοδία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κι εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλωνιά της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκοίταζε με άπληστον περιέργειαν.

– Τί έπαθες, θειά Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

– Σώπα, σ’ λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγει ακόμα διά πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα.

Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζί με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλει το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κι αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κι εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδεί αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένει έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων, διά τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψει», και τον εβίασε να εισέλθει εις τον ναόν μαζί του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει ‘πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ’ έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κοιτάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, διά να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα τής Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι αυτή το «Χριστός ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματηρίζαινας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον τής Μολώτας.

– Γιατί δεν έρχεσαι μέσ’ στην εκκλησιά; της είπε. Λεχώνα είσαι;

– Σύλε, πιδί μ’, ακούσεις καλό λόγο· της είπεν η Μολώτα. Άφσ’ εμένα.

– Μα τί έχεις;

– Τίποτα.

Επέμεινε.

– Θα μου πεις τί έχεις;

Η γραία ανένευσε, και απεμακρύνθη απ’ αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν’ απέλθει. Μετ’ ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού, κι ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθει. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

– Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

– Γιατί; τί τρέχει;

– Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάστασι;

– Ναι.

– Πώς να πάω ‘γω ν’ ανησπαστώ;

– Πώς θα πας; Με τα ποδάρια σ’, είπεν η Αφέντρα.

– Είδες κείνον άθλωπο;

– Ποιόν;

– Κόλια;

– Τον Αλιβάνιστο; Ε, τί;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

– Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ’ ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστεί φωνή μου, μ’ ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ’ ε… (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κι εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην) μ’ εφίλησε…

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

– Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καημό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ’ εκκλησιά… Εγώ έχω το κλίμα (το κρίμα);

Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

– Ε, καλά, είπε· να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάσταση. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθείς, να το πεις του παπά, και θα σ’ αφήσει να μεταλάβεις.

                                                        * * *

Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν.

Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζί με τας αλλάς γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

– Χριστός ανέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήτον που σ’ ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

– Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!

 Να πούμε και καναδυό λεξιλογικά.

Ο Παπαδιαμάντης και σε αυτό το διήγημα αποτυπώνει φράσεις από τη «γυναικεία» διάλεκτο της Σκιάθου, με εκφράσεις όπως «θα πω», «τα, τι λογάτε», που εμφανίζονται και σε άλλα έργα του, όπως και του Αλ. Μωραϊτίδη, επίσης Σκιαθίτη και ξαδέρφου του.

Να προσεχτεί η επιτιμητική φράση «Κακό να μην έχεις», που εξουδετερώνει την κατάρα, όπως και το επίθετο «αργοστόλιστος», για όποιον αργοπορεί.

Τέλος, το τοπωνύμιο Ρόγγια προέρχεται από τα ρόγγια, όπως λέγονται σε πολλά μέρη της χώρας τα χωράφια που έχουν προκύψει από κάψιμο θαμνωδών εκτάσεων.

Advertisements

111 Σχόλια to “Ο αλιβάνιστος, ένα πασχαλινό του Παπαδιαμάντη”

  1. Γς said

    Καλημέρα
    Καλό μήνα
    Χρόνια Πολλά

  2. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα, ευχές κι από εμένα για χρόνια πολλά.
    Καλό μήνα-φέτος είναι αργία, η απεργία μεθαύριο 🙂

  3. alexisphoto said

    καλημέρα,
    Χρόνια πολλά και καλά.

  4. gpoint said

    Καλημέρα καλό μήνα, χρόνια πολλά

    Μια που είναι η μέρα της αγάπης σ’ αυτήν περιλαμβάνεται και το έτερον ήμισυ…

  5. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Kαλημέρα. Εύχομαι υγεία, τύχη και ευτυχία σε όλους!
    Στον καλό μας Νικοκύρη ιδιαίτερες ευχαριστίες για τη δύναμή του να συντηρεί αυτή τη γωνιά του διαδικτίου, με επιμονή, καρτερία και ήθος!

  6. Παναγιώτης Κ. said

    Θεωρήστε ότι έχω επαναλάβει το σχόλιο του Kid ως ευχές με αφορμή τη σημερινή μέρα !

  7. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Παιχνίδια με το δίπολο «κακό χρόνο να μην έχεις / κακό χρόνο νά’χεις» (ανάλογα με το αν απευθύνονταν σε αγαπητό ή μη πρόσωπο) έκανε συχνά η Λωξάντρα της Ιορδανίδου αλλά νομίζω ότι δεν χρησιμοποιούσε το πρώτο ως εξουδετερωτικό της (άλλωστε μικρού βεληνεκούς) κατάρας αλλά ως δηλωτικό του θα-σε-καταριόμουν-αν-δεν-σε-αγαπούσα-αλλά-πάρε-τώρα-ένα-αγαπησιάρικο-αντίστοιχο-της-κατάρας!
    Καλή Ανάσταση με ευπρόσδεκτο Παπαδιαμάντη!

  8. spiral architect said

    Χριστός Ανέστη αδέρφια!

  9. Γιάννης Ιατρού said

  10. BLOG_OTI_NANAI said

    Χριστός Ανέστη! Χρόνια Πολλά!

    (και καλά ψησίματα σε όλους, είτε σε σούβλες, είτε σε φούρνους!)

  11. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Χαρούμενη Ανάσταση (και ανάταση) σε όλους!

    Ο Παπαδιαμάντης κι ο Αλιβάνιστος του, συμπυκνώνει όλη την ομορφιά της ελληνικής Ανάστασης,της φύσης και της ψυχής.
    Θρησκευτικό, κοινωνικό και ερωτικό αίσθημα.
    >>Αυτός, είπαν, πήλε καημό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ’ εκκλησιά…
    Ο παλιός καημός του Αλιβάνιστου και η μεταστροφή του ετούτη την πασχαλιά, μου φέρνει στο νου αυτόν τον αμανέ:
    Αμέτε με στην εκκλησιά
    να μπω να πέσω στ΄Άγια
    κι α δε με γιάνει η Παναγιά
    τς αγάπης είναι μάγια

    Κι αλλού ποθές δε σμίγαμε
    παρά στο μοναστήρι
    κι επροσκυνούσαμε μαζί
    σ΄ένα προσκυνητήρι
    κι ανάβαμε κι οι δυο μαζί
    στην Παναγιά καντήλι

    υ.γ
    Να σας ξανάβρω στους μπαξέδες του Μάη, των λουλουδιών και των αγώνων.

  12. Γιάννης Κουβάτσος said

    Χριστός ανέστη και χρόνια πολλά! Καλά αυγοτσουγκρίσματα, καλόψητος ο οβελίας και στην Ένωση Αθέων εύχομαι καλή όρεξη με ανάλαδη ταχινόσουπα! 😊

  13. MILTIADES said

    τι όμορφο και πόσο ταιριαστό με την ημέρα! Χριστός Ανέστη αγαπητέ Νίκο

  14. giorgos said

    Καλημέρα
    Καλό μήνα
    Χριστός ανέστη .
    Τό «χρόνια πολλά» είναι λάθος νά τό λέμε σήμερα .
    http://katotokerdos.blogspot.gr/2011/04/blog-post_22.html#more

  15. sarant said

    Καλημέρα, καλό μήνα, Χριστός ανέστη και ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    Καλά ψησίματα, καλά τσουγκρίσματα σε όλους!

  16. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Σημεία των καιρών:Από το χωργιό μού λένε ότι, και επειδή φυσολογά, αλλά κι επειδή οι πυρκαγιές δεν απολείπουνε στον κατακαμένο τόπο, χθες βράδυ για πρώτη φορά δεν κάμανε «φουνάρες»(εθιμική φωτιά με στοίβες κλαδιά έξω από την εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης).
    » Οπροθές εγενήκανε πυρανάλωμα (!) ως και θερμοκήπια » είπε η θεια μου όλο έγνοια. Πυρανάλωμα, ωραίο μεζεδάκι, με πετσούλα ξεροψημένη 🙂

    Πάντως και αρνί και κοκορέτσι (μη παραδοσιακό για μας) έχουν στις σούβλες. Οι απανωμερίτες γαρ, μπολιάζουν από χρόνια με τον πολιτισμό τους.Μέχρι τζιεροσαρμά (εντόσθια με πολλά φρέσκα κρεμμυδάκια στη μπόλια) φουρνίζουνε! Πάει, μας καπέλωσαν οι βόρειοι…ωραία και νόστιμα…

  17. Γς said

    16:
    πυρκαγιές:
    >ωραίο μεζεδάκι, με πετσούλα ξεροψημένη

    Και βρήκαν μέσα στο σπίτι που καιγόταν οι πυροσβέστες ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Απανθρακωμένους.
    Φτου!

    Στις ειδήσεις τώρα

  18. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    17. Φρίκη! Τουλάχιστον κάτω δεν κάηκαν άνθρωποι (κυψέλες και ήμερα ζώα,ναι)

  19. BLOG_OTI_NANAI said

    Πολύ ωραίο και το σημερινό.

    Σχετικά με το συγκεκριμένο, μου φαίνεται μεγάλης αξίας η έκδοση του Αλιβάνιστου στα «Φιλολογικά Χρονικά» τον Απρίλιο του 1944, όπου ο Βαλέτας δίνει έναν πραγματικό θησαυρό σημειώσεων βασισμένων επάνω στο χειρόγραφο, με τέτοιον τρόπο ώστε σε βάζει μέσα στη σκέψη του Παπαδιαμάντη την ώρα που έγραφε, έσβηνε και πάλευε με κάθε λέξη ξεχωριστά.
    Ένα δείγμα από το σχόλιο επάνω στο κομμάτι, «άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη βιαίως προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της […]» :

    Όλο το κείμενο με τις σημειώσεις το «έκοψα» ξεχωριστά σε PDF και το ανέβασα ΕΔΩ.
    Σε εμένα δουλεύει, και αν όλα πάνε καλά, μπορεί κάποιος να το διαβάσει online, αλλά και να το κατεβάσει (δίνει λινκ ακριβώς από κάτω).

    Αν και προσωπικά, το τύπωσα για να το ευχαριστηθώ διαβάζοντας το σε χαρτί

    ΥΓ
    Επίσης, ο Αλιβάνιστος υπάρχει και στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β ΄ Λυκείου του 1982: http://tinyurl.com/jks7bnh
    Περιλαμβάνει και 23 υποσημειώσεις με λεξιλογικά.

  20. Γιάννης Ιατρού said

    19: Κατεβαίνει το pdf, όλα μιά χαρά, ευχαριστώ 🙂

  21. BLOG_OTI_NANAI said

    20: Κι εγώ ευχαριστώ για την ενημέρωση, γιατί καμιά φορά δεν δουλεύουν και μένουμε με την εντύπωση 🙂

  22. sarant said

    19 Εύγε, απαραίτητο συμπλήρωμα ο σχολιασμός του Βαλέτα. Σχετικά με το χειρόγραφο του Αλιβάνιστου είχε γίνει παλιότερα αντιπαράθεση μεταξύ Βαλέτα (πατέρα και γιου) και Τριανταφυλλόπουλου, αλλά δεν θέλησα, χρονιάρα μέρα, να τη θυμίσω, καθώς μου είναι όλοι τους αγαπητοί.

  23. ΚΑΒ said

    Χρόνια πολλά σε όλους σας. Να είστε καλά και να περνάτε ωραία σε πόλεις και χωριά.

    Ευχαριστούμε τον BLOG_OTI_NANAI για το συμπλήρωμα του Βαλέτα στο εξαιρετικό διήγημα του αγαπημένου Παπαδιαμάντη.

  24. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Υπογραμμισμένη στην έκδοση του Παπαδιαμαντικού Αλιβάνιστου που έχω, η ωραιότερη περιγραφή εικόνας ξεδιψάσματος που μου έλαχε: «Η θεία Μολώτα αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν κλπ κλπ» (Και βέβαια, οι «ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες» βοσκοί ακινητοποιούν τον αλιβάνιστο Κόλια «μισοαστεία, μισοσοβαρά»)

  25. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    19.Και σ΄εμένα λειτουργεί.Πολύ ωραία προσθήκη

    20.Χρόνια πολλά! Χάρη στη φροντίδα σου έμαθα κι εγώ να βάνω λινκ με pdf 🙂

  26. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    22. Οι φιλολογικοί «καυγάδες», αφορούν την άγια Πείνα του πνεύματος και αργά ή γρήγορα ο χρόνος τους εξευγενίζει.

    Μια προσέγγιση για τον Αλιβάνιστο, στο περιοδικό Σύγχρονη Εκπαίδευση: Τρίμηνη Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων
    Αρ. 120/121 (2001)
    http://ejournals.lib.auth.gr/1105-3968/index
    Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: «Ο αλιβάνιστος» Κ. Ν. Λ. Β’ Λυκείου, σ. 170 Μια διδακτική προσέγγιση
    Απόστολος Β. Ζορμπάς
    Ερμηνευτικές παρατηρήσεις
    Πριν μπούμε στο κείμενο θεωρούμε ότι είναι απαραίτητες οι επόμενες παρατηρήσεις σχετικά με τα υποσελίδια ερμηνευτικά σχόλια του σχολικού βιβλίου.
    σ. 179: «Καλός λόγος»: Στη Σκιάθο έτσι ονομάζεται ο λεγόμενος «Κατηχητικός λόγος» του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος διαβάζεται στο τέλος της αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας πριν το «Δι’ ευχών». Επομένως αστοχεί αρκετά ο σχολιαστής.
    σ. 180: «Μινυρίζω»: Το ρήμα δεν σημαίνει «μουρμουρίζω», όπως προτείνει το σχολικό βιβλίο, αλλά «σιγοτραγουδώ», «ψάλλω σιγανά». Όμως: μινύρισμα= σιγαλό κελάηδημα. Και το κυριότερο: οι λέξεις αυτές καθώς και το ρήμα «μινύρομαι» χρησιμοποιούνται κυρίως για αηδόνια- κάποτε και για άλλα (…)

  27. Λεύκιππος said

    Θεία Μολώτα. Πόθεν το Μολώτα;

  28. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    27 Καλή ερώτηση. Διέτρεξα πολύ πρόχειρα την ενότητα για τα Βαφτιστικά ονόματα στον 3ο τόμο του Ρηγα (σ. 211-233), εδώ
    http://papadiamantis.net/%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1
    και δεν το βρήκα, αλλά μπορεί και να το προσπέρασα-δεν έχει και ευρετήριο ο ευλογημένος.
    Βρήκα το Φωλιώ, από το Γαρουφαλιώ ή το Τριανταφυλλιώ, λέει.

  29. BLOG_OTI_NANAI said

    22: Ποιο ήταν το κεντρικό ζήτημα της αντιπαράθεσης; Η γνησιότητα;

  30. ΚΑΒ said

    Γράφει ο Βαλέτας ότι ο Παπαδ. έσβησε το ημιαστεϊζόμενοι και έγραψε ημιπαίζοντες. Σίγουρα ο Π. θα σκέφτηκε το αρχαίο σπουδάζων σε συνδυασμό με το παίζων π.χ. ὥστε μοι δοκεῖ ὁ κατήγορος εἰπεῖν περὶ τῆς ἐμῆς ὕβρεως οὐ σπουδάζων, ἀλλὰ παίζων (Λυσίας υπερ αδυνάτου) ή του Ξενοφώντα από τα απομνημονεύματα παίζων οὐδέν ἧττον ἤ σπουδάζων ἐλυσιτέλει τοῖς συνδιατρίβουσι

  31. sarant said

    29 Το ζήτημα ήταν τι απέγινε το χειρόγραφο του Αλιβάνιστου που ο Βαλέτας δεν το έδωσε στον ΝΔΤ (αν και νομίζω ότι έδωσε φωτοτυπία) και αν το πούλησε ή όχι σε συλλέκτη.

  32. BLOG_OTI_NANAI said

    31: Βαριά η κατηγόρια και αν είναι και αλήθεια… άστα…

  33. BLOG_OTI_NANAI said

    Το όνομα της θείας Μολώτας πρέπει να είναι μοναδικό. Μήπως το έφτιαξε ο Παπαδιαμάντης;
    Τα κοντινότερα που βρήκα είναι τα εξής:

    Ο Γριτσόπουλος στο άρθρο του για τα βαπτιστικά της Πελοποννήσου (που λέγαμε και τις προάλλες για την Μπετζέχρω), έχει ένα όνομα «Μολοτού» στην κατηγορία «άδηλα».

  34. cronopiusa said

    Τίποτε δεν τους λείπει αυτών που γράφουν τώρα·
    κι όμως τη χάρη ποιος την έφτασε εκεινού;
    Κανένας άλλος, όση και να πάρει φόρα,
    δε σώνει το χαλκά να πιάσει τ’ ουρανού.

    Primero de Mayo: ¿cuánto sabes de tus derechos laborales?

    Καλή σας μέρα!
    Καλή Πρωτομαγιά και καλό μήνα!
    Χριστός ανέστη!

  35. κουτρούφι said

    Ήρχεν ο Μάης:

  36. Γιάννης Κουβάτσος said

    Όχι, δεν πρέπει να το επινόησε ο Παπαδιαμάντης το όνομα Μολώτα. Το αναφέρει και στη «Σταχομαζώχτρα» νομίζω.

  37. Μαρία said

    31
    Τριαντ. στο υπόμνημα:
    …και μολονότι συχνά παρακλήθηκε – και προκλήθηκε – προφορικά, με επιστολές και με δημοσιεύματα, ούτε το αυτόγραφο δημοσίευσε ούτε δέχτηκε να δώσει φωτοτυπημένο αντίγραφο.

  38. ΣΠ said

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ!

    Συγνώμη που γίνομαι σχολαστικός, αλλά η ευχή του ιστολογίου ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ δεν είναι κατάλληλη για την μέρα του Πάσχα.

  39. Μαρία said

    37
    Η Μολώτα μόνο στον Αλιβάνιστο.

  40. Ανδρέας said

    Μολότα σημαίνει γυναίκα στα περουβιάνικα αν βοηθά αυτό πουθενά.

    molota
    Chamicuro language
    Noun

    molota

    (biol.) female, «she»
    woman

  41. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    39 Εκτός αν το εννοούμε μεταφορικα.

  42. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Φλασιά μετά από 22 κρασιά, μήπως η Μολώτα υποκρύπτει μια …Ευμολπία;

  43. 41

    Και μολότ στα ρούσσικα είναι το σφυρί. Εξού και ο Μολότωφ.

  44. ΚΑΒ said

    30. Αν η σκέψη μου είναι σωστή, έχω την υποψία ότι ο Π. πρώτα έγραψε το ημισπουδάζοντες και μετά αντικατέστησε το ημιαστεϊζόμενοι με το ημιπαίζοντες. Υποθέσεις βέβαια φιλολογικές που όμως ας μένουν μακριά για να μη μειώνουν την ευφροσύνη που νιώθει ο αναγνώστης του διηγήματος.

  45. BLOG_OTI_NANAI said

    Μια που το anyfiles ανεβάζει ωραία τα PDF, πρόσθεσα ένα άρθρο του X.Γ. Σακελλαριάδη από το 1959 για τον «Αλιβάνιστο«, διότι εμένα που προκαλούν τρομερή ευχαρίστηση άρθρα που γράφουν πότε εμφανίστηκε η πρώτη έκδοση, που ήταν τα χειρόγραφα, τι υπάρχει πίσω από κάθε δημοσίευση.

    Οπότε το ανέβασα: περιοδ. «Ελληνικά» 16 (1958-1959), σ. 239-246 (δυστυχώς στην ιστοσελίδα της Ε.Μ.Σ. δεν βιβλιογραφείται ξεχωριστά, αλλά είναι «κρυμμένο» πίσω από τον τίτλο ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ. Την παραπομπή την βρήκα από αλλού και ξεχώρισα τις σελίδες.)

    Την έκδοση του «Αλιβάνιστου» που αναφέρει το άρθρο (Νέον Άστυ, 6 Απρ. 1903, σ. 3-4) αν κάποιος θέλει να τη δει από περιέργεια την ανέβασα εδώ: σ. 3, σ. 4.

    Ας υπάρχουν κι αυτά να είναι μαζεμένα στο άρθρο του Νίκου.

    ΥΓ
    45: Νομίζω και αυτά, τα φιλολογικά, μέρος της απόλαυσης είναι.

  46. Γιάννης Ιατρού said

    Πολύ τσίκνα στο Παρίσι σήμερα. Δεν το ήξερα ότι έχουμε εκεί τόσο μεγάλη ελληνική κοινότητα …

  47. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    46 Α γεια σου!

  48. Εγώ, τελείως απ’ το κεφάλι μου, διαβάζοντας το όνομα «Μολώτα» — που βέβαια δεν θα το έπλασε με τη φαντασία του ο Παπαδιαμάντης, κάπου θα το άκουσε — σκέφτηκα μήπως ήταν παρατσούκλι κάποιας γυναίκας που συνήθιζε να λέει «μολό(γ)α τα».

  49. 47

    Ναι, και δεν αφήνουν τους πολίτες να πάνε για ψώνια, γμτ!

  50. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η Μολώτα,μιας και δεν έλεγε το ρο, μήπως το καθιέρωσαν έτσι, ενώ ήταν Μορώτα; αλλά πάλι δε δίνεται απάντηση.

  51. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Τα, τι λογάτε;
    Πού βρίσκουμε την ακριβή εξήγηση;
    Μου θυμίζει το δικό μας «ίντα λογάται αλάισε! » » παναπεί «ναι βέβαια, αλίμονο, όπως το το λες.»

  52. ΣΠ said

    Το αρσενικό «Μολώτας» υπάρχει σε επιγραφές από τον 3ο αιώνα π.Χ. στην Κέρκυρα.
    Δείτε εδώ: http://epigraphy.packhum.org/text/324945
    και εδώ (γραμμή 37): http://epigraphy.packhum.org/text/42423

  53. Χρόνια Πολλά, Καλό μήνα!
    «Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν»: Νομίζω ότι το «τινα» δεν παίρνει τόνο.

  54. sarant said

    52 «Τα, τι λογάτε;» είναι επιφώνημα για παράξενη κατάσταση.

  55. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πριν από χρόνια είχα αγοράσει από τη Σκιάθο το βιβλίο ενός ντόπιου ερευνητή, στο οποίο αποκάλυπτε ποια υπαρκτά πρόσωπα, συγχωριανοί του Παπαδιαμάντη, κρύβονταν πίσω από τους ήρωες των διηγημάτων. Μεγάλη και λεπτομερειακή πινακοθήκη που αποδεικνύει ότι ο Παπαδιαμάντης απαθανατίζει ανθρώπους της διπλανής πόρτας κυριολεκτικά. Κάπου εκεί μέσα πρέπει να γράφει και για τη Μολώτα, αλλά δεν θυμάμαι πού το ‘χω καταχωνιάσει. 😊

  56. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Είμαι ο τελευταίος που θα παρενέβαλε πολιτικό θέμα σε μιά φιλολογική ιστοσελίδα αλλά ο Αλέκος Παναγούλης ήταν (και θα είναι..) ΕΝΑΣ!

  57. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    57.>>πολιτικό θέμα σε μιά φιλολογική ιστοσελίδα
    Ας βάλουμε τότε κάτι απ’ τον ποιητή Αλέκο Παναγούλη

    Ζωντάνεψα τους τοίχους
    φωνή τους έδωσα
    πιο φιλική να γίνουν συντροφιά.
    Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν
    να μάθουνε που βρήκα την μπογιά.

    Οι τοίχοι του κελιού
    το μυστικό το κράτησαν
    κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού
    Όμως μπογιά δεν βρήκαν

    Γιατί στιγμή δεν σκέφτηκαν
    στις φλέβες μου να ψάξουν

    .Το τέλος μου θα έρθει όπως το θέλουν / αυτοί που έχουν την Εξουσία

  58. sarant said

    56 Κι εγώ αυτό το βιβλίο /μελέτη / εργασία έχω στο νου μου και δεν θυμάμαι ποιο είναι

  59. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Κι αυτό καλό, Έφη, αλλά γιατί να μην βάλουμε κάτι που θυμίζει και τον Αλέκο, και τον Μίκη, και τα νιάτα μας; https://www.youtube.com/watch?v=VjKCnUrpQKQ

  60. Γιάννης Ιατρού said

    57: Γιώργος Κατσέας
    ..o τελευταίος που θα παρενέβαλε πολιτικό θέμα σε μιά φιλολογική ιστοσελίδα..

    Γιώργο Κ., τι παρεμβολή λες, αφού στο Μηνολόγιον Μαΐου αυτού του ιστολογίου, στη 1/5 πάντα μνημονεύεται ο Α.Π. Καλά έκανες και το ανέφερες, κι εγώ το σκέφτηκα το πρωί.

  61. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι, θα τα είπω επιγραμματικώς, διότι προυχώρησεν η νύξ εις το Ρωμέικον…

    1) Εκπλήττομαι που κάποιοι σχολιασταί (Γ. Κατσέας, κ. Έφη-Έφη κλπ) διερωτώνται επί τόσας ώρας διατί είναι εξηφανισμένα τα ποιήματα του τυραννοκτόνου Παναγούλη (Εξεδόθησαν από τον «Παπαζήσην», αλλά ακόμη και ο κ. Σαραντάκος ουδέποτε ετόλμησε μίαν παρουσίασίν των εις τα 8 έτη του Ιστολογίου του). Διατί, άραγε; Η απάντησις είναι απλουστάτη, αλλά κάμνει «τζίζ»: Εκτός από 10-15 ποιήματα αφιερωμένα εις τον Χριστόν που αποδεικνύουν ότι ο Παναγούλης ήτο πιστός χριστιανούλης (πράγμα που αποκρύπτουν οι τάχα «θαυμασταί» του), έχει γράψει υμνητικόν ποίημα διά τον δολοφονημένον (από την προσωπικήν φρουράν του Μακαρίου Μούσκου) Εοκαβίτην Πολύκαρπον Γιωρκάτζην, αλλά – προπάντων – το μεγαλύτερόν από τα ποιήματά του είναι κάργα αντισημιτικόν και υβρίζει τους Εβραίους!..

    Ομιλώ ασφαλώς διά το περίφημον «Στον αδελφό μου υπολοχαγό Γεώργιο Β. Παναγούλη» (πάνω από 250 στίχοι) που έγραψε τω 1971 εις τας φυλακάς Μπογιατίου και δεν τολμώ να παραθέσω ενταύθα, διά να μή δεχθώ κατακέφαλα νέαν πορτοκαλιάν κάρταν. Θα παραθέσω μόνον την επεξηγηματικήν σημείωσιν του ιδίου του Αλέκου εις το τέλος του ποιήματος και όλοι θα αντιληφθήτε περί τίνος πρόκειται

    2) Μοί προκαλεί αλγεινήν εντύπωσιν ότι επέρασε το Πάσχα των Ορθοδόξων Γαλιλαίων και ο κ. Σαραντάκος δεν ετόλμησε να αναρτήση έν άρθρον διά την ελληνικωτάτην λέξιν «ανάστασις» και πώς την εκαπηλεύθησαν οι Γαλιλαίοι. Ελάχιστα αποκαλυπτικόν είναι το λήμμα «resurrection» της αγγλικής Wikipedia, διό επιτρέψατέ μοι να προσφέρω τα δύο κορυφαία βιβλία επί του θέματος (Πώς οι Γαλιλαίοι κατεσκεύασαν την έννοιαν της Αναστάσεως του Ραββίνου Χριστού, πλαστογραφούντες τα ελληνικά κείμενα και τας πατρώας δοξασίας, παρερμηνεύοντες κατά το δοκούν την Παλαιάν Διαθήκην κλπ).

    Ομιλώ, ασφαλώς, διά την μόλις πέρυσιν (2015) κυκλοφορηθείσαν υπό του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης μνημειώδη μελέτην της Outi Lehtipuu «Debates over the Resurrection of the Dead» που το στοκατζήδικον του Μπέζου πωλεί 43 δολάρια. Και μόνον να το ξεφυλλίσητε, θα φρίξητε με τας απάτας των Γαλιλαίων. Καταβιβάσατε ενταύθα

    Επίσης ομιλώ διά το αριστούργημα του<a href="κορυφαίου Νορβηγού θρησκειολόγου«> Dag Øistein Endsjø, «Greek Resurrection Beliefs and the Success of Christianity», (1η έκδοσις 2009) που ο Μπέζος πωλεί 74 δολάρια και – πιστέψατέ με – το αξίζει. (Καταβιβάσατε ενταύθα). Αν προκληθώ υπό των αστοιχειώτων (όσον αφορά την αγγλόφωνον βιβλιογραφίαν) Μεταλληνιστών, θα παραθέσω (από Τετάρτην του Πάσχα) εκτεταμένα αποσπάσματα των δύο συγγραμμάτων, διά να αρχίσητε να συνειδητοποιήτε το μέγεθος της Απάτης των Γαλιλαίων

    3) Περαίνων, επιτρέψατέ μοι να προσθέσω ότι ο χριστιανούλης Χαραλαμπάκης αποσιωπά τα πάντα διά την απάτην των Γαλιλαίων εις το λήμμα «Ανάστασις» του Χρηστικού της Ακαδημίας, ενώ ο ελληνόψυχος Μπαμπινιώτης λέγει αρκετά εις το Ετυμολογικόν του, αλλ’ όχι όλα διά να μή τον κάμη «ντά – ντά» η Εκκλησία. Αναρτώ εν απόσπασμα της εντίμου προσπαθείας του Μπαμπινιώτου να εξυπνήση τους μακαρίως κοιμωμένους Ρωμιούς

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

    ΥΓ: Αναχωρώ διά 48ωρον ησυχασμόν εις το ερημητήριόν μου και θα επανέλθω τα ξημερώματα της Τετάρτης του Πάσχα, διά να σάς ανακοινώσω τον θρίαμβον του Ντόναλδ εις την Ινδιάναν, όπου αι δημοσκοπήσεις μάς δεικνύουν να σαρώνωμε με 50%.

  62. Πέπε said

    Ερώτηση:
    Αυτό, λίγο μετά το Χριστός Ανέστη, που ο παπάς χτυπάει τρεις φορές την πόρτα της εκκλησίας και δεν τον αφήνουν να μπει και γίνεται ένας σχετικά δραματοποιημένος διάλογος (τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;), είναι τοπικό έθιμο η πανελλήνιο; Το είδα φέτος στο Ηράκλειο και κάποιαν άλλη χρονιά στη Νάξο. Όλα τα χρόνια στην Αθήνα δεν το είχα δει, αλλά διερωτώμαι μήπως απλώς έφευγα πολύ νωρίς.

    Απροπό με το νωρίς, άκουσα και για έναν παπά που μετά το Χριστός Ανέστη, αντί για τα κλασικά κλαψιάρικα παρακάλια «μη φεύγετε, κοιλιόδουλοι», είπε λεβέντικα στο μικρόφωνο «και τώρα, σας εύχομαι καλή όρεξη», και συνέχισε -ακριβώς όπως και όλοι οι υπόλοιποι- με όσους φιλεόρτους είχαν αποφασίσει έτσι κι αλλιώς να κάτσουν και στο άφτερ.

    ______________
    Βάταλε, αν οι αρχαίοι νεκροί ξαναζωντάνευαν κάθε μέρα, θα υπήρχε από παλιά ειδική λέξη γι’ αυτό. Μιας και συνέβαινε σπάνια, χρησιμοποιούσαν όποια λέξη βόλευε, δηλ. κυρίως διάφορα συνώνυμα του «ξανασηκώνομαι όρθιος»: ανίσταμαι, εγείρομαι. Όταν ένα συγκεκριμένο ξαναζωντάνεμα έγινε viral, η λέξη με την οποία περιγράφηκε -ανάστασις- ήταν φυσικό τελικά να πάρει ως κύρια σημασία της αυτήν του ξαναζωντανέματος. Αυτό το προφανές λέει ο Μπαμπινιώτης. Από ποιον ύπνο να ξυπνήσει ποιους;;;

  63. Μαρία said

    63
    Όλη η πρώτη σου παράγραφος με 2 λέξεις: Άρατε πύλας! Ήταν πανελλήνιο αλλά με τα χρόνια ατόνισε.
    π.χ.

  64. #63, #64
    Ο δραματοποιημένος αυτός διάλογος είναι από τον 23ο Ψαλμό του Δαυΐδ ( http://www.apostoliki-diakonia.gr/bible/bible.asp?contents=old_testament/contents_Psalmoi.asp&main=psalmoi&file=24.23.htm ).

    Το ίδιο τελετουργικό γίνεται και στα «θυρανοίξια» (επί το λαϊκότερον «θρόνιασμα», δλδ εγκαίνια) νέας εκκλησίας, με τον επίσκοπο να χρησιμοποιή την πατερίτσα του αντί σφυριού (βλ. π.χ. εδώ, διαβάζετε με δική σας ευθύνη 🙂 : http://parembasikariami.blogspot.com.cy/2014/01/blog-post_26.html ).

    Η λογική στο θρόνιασμα είτε ότι πρέπει να καθαγιασθή ο χώρος που θα χρησιμοποιηθή ως οίκος Θεού και γι’ αυτό διατάσσονται όποια δαιμόνια τυχόν βρίσκονταν εκεί να ανοίξουν τις πύλες και να τον παραδώσουν στον Θεό.

    Το Πάσχα συμβολίζονται οι πύλες του Άδη, που ο Βασιλεύς της Δόξης παραβίασε θριαμβευτής.

    Καλή Ανάστασι, λοιπόν, πιστεύσαντες και μη πιστεύσαντες 🙂 , καλόν Μάη και καλή Άνοιξι!

  65. 63 >>> Πέπε said:
    «Αυτό, λίγο μετά το Χριστός Ανέστη, που ο παπάς χτυπάει τρεις φορές την πόρτα της εκκλησίας και δεν τον αφήνουν να μπει και γίνεται ένας σχετικά δραματοποιημένος διάλογος (τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;), που είναι τοπικό έθιμο η πανελλήνιο; Το είδα φέτος στο Ηράκλειο και κάποιαν άλλη χρονιά στη Νάξο. Όλα τα χρόνια στην Αθήνα δεν το είχα δει, αλλά διερωτώμαι μήπως απλώς έφευγα πολύ νωρίς.»

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Εδώ, κύριε Πέπε, ίσως τά ‘χεις μπερδέψει λίγο… Όχι, όμως, αδικηολόγητα γιατί, σε μερικά μέρη (όπως κι εγώ έχω ακουστά) πράγματι οι παπάδες τηρούν ετούτο το «χαλαρό» (στα περισσότερα μέρη δεν γίνεται τίποτε τέτοιο) έθιμο είτε την βραδιά της Ανάστασης είτε το πρωί του Μ.Σαββάτου στην λεγόμενη «πρώτη» Ανάσταση.

    Αυτό, που καταπώς λες, «…. ο παπάς χτυπάει τρεις φορές την πόρτα της εκκλησίας και δεν τον αφήνουν να μπει και γίνεται ένας σχετικά δραματοποιημένος διάλογος (τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;)» δεν γίνεται ακριβώς έτσι και πάντως ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΥΝΗΘΩΣ, καταπώς λες, «λίγο μετά το Χριστός Ανέστη». Στα συντριπτικώς περισσότερα μέρη όπου τηρείται το «έθιμο» αυτό, η τελετουργία γίνεται ΒΡΑΔΥ… Αλλά όχι το βράδυ της Ανάστασης!

    Πρόκειται για ένα έθιμο (που εγώ προσωπικώς, παρότι ΔΗΛΩΜΕΝΟΣ άθρησκος αγνωστικιστής, το βρίσκω γοητευτικότατον συμβολισμό (και μάλιστα πολύ πετυχημένον) για την λαϊκήν εξαπλούστευση του χριστιανικού δόγματος «…θανάτω θάνατον πατήσας» και έξοχα δραματοποιημένη παρουσίαση ενός από τα «Εγκώμια» (της γ’ στάσης) που ακούγονται στον ΕΠΙΤΑΦΙΟ (διότι ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ την Μ. Παρασκευή -η οποία παρουσιάζει την «εις Άδην κάθοδον του Κυρίου»- σχετίζεται το γραφικό «δρώμενο» που αναφέρεις, ΚΙ ΟΧΙ ΜΕ ΤΟ «Χριστός Ανέστη» του Μ. Σαββάτου!), «Εγκώμιο» που ψάλλεται σε ήχο γ’ και λέει «Θάνατον θανάτω σύ θανατοίς, Θεέ μου, θεία σου δυναστεία» (Ουάου…! Οποία έξοχη παρήχηση του «θ»!!!).

    Η στιχομυθία που διαμείβεται σε αυτό το παραδοσιακό «δρώμενο» (όπως κι εύστοχα το χαρακτηρίζεις) είναι παρμένη από τον περίφημο 23ον Ψαλμό του Δαβίδ.

    Εάν είχες διαβάσει τον άλλον κυρ-Αλέξανδρο, τον εξάδελφο του Άγιου Παπαδιαμάντη, τον Μωραϊτίδη, θα θυμόσουνα σίγουρα (απ’ το πασίγνωστο -και σε …»παπαδιαμαντικό» ύφος- διήγημά του «Άρατε Πύλας!…») το ευτράπελο γραφικό περιστατικό με διαλεγόμενους τον παπά και τον ψευδό νεωκόρο της εκκλησιάς, τον μπαρμπα-Κώστα τον «Ολλαντέζο».
    ΕΚΕΙ παρουσιάζονται οι ξεκαρδιστικές λεπτομέρειες στην αγαθά μπουφόνικη ανασύσταση της σχετικής παραδοσιακής τελετουργίας αυτού του εθίμου κατά τήν επιστροφή (μετά την γενόμενη περιφορά του ΕΞΩ από τον ναό) του ανθοστολισμένου κουβουκλίου με τον Επιτάφιο πάλι πίσω στην εκκλησία του χωριού (η οποία, μετά την έξοδο του Επιταφίου, συσκοτείται και η κύρια είσοδός της κλείνει με μόνον τον νεωκόρο να παραμένει μέσα στον σκοτεινό ναό, ακριβώς πίσω από την κλειστήν εξώπορτα). Τώρα πλέον ο σκοτεινός άδειος ναός με την σφραγισμένη θύρα του προσομοιάζεται συμβολικά με τον Άδη όπου κατέρχεται θριαμβικά ο εν σταυρώ τελευτήσας «Νυμφίος της Εκκλησίας» (για την οποίαν άλλωστε «Εκκλησία», ως γνωστόν, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος έγραφε παρεμπιπτόντως «…και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής»):
    -«»»Ανέκραζεν η Κόρη, θερμώς δακρυρροούσα, τα σπλάγχνα κεντουμένη, «- Ώ φώς τών οφθαλμών μου, γλυκύτατον μου τέκνον, πώς τάφω νύν καλύπτη;». «-Τον Αδάμ και Εύαν ελευθερώσαι, Μήτερ, μή θρήνει, ταύτα πάσχω.». «-Δοξάζω σου, Υιέ μου, τήν άκραν ευσπλαγχνίαν, ής χάριν ταύτα πασχεις»»»» (αυτά τα ωραία, πάλι από τά «Εγκώμια» της γ’ στάσης που ψέλνονται στον Επιτάφιο).

    Καταφτάνει, λοιπόν, πίσω στην εκκλησιά ο άδειος μετά την αποκαθήλωση Σταυρός μαζί με το ανθοστολισμένο (με «τα μυρωμένα λουλούδια του Επιταφίου») κουβούκλιο και το χρυσοκέντητο ύφασμα του Επιταφίου επάνω του, και ο παπάς μπαίνει μπροστά, ακριβώς μπροστά στην κλειστήν εξώθυρα της θεοσκότεινης εκκλησιάς, και σείει την κλειστή πόρτα τραντάζοντάς την δυνατά με τα δυό του χέρια. Η θύρα, βέβαια, παραμένει κλειστή εμποδίζοντας την είσοδο οποιουδήποτε απ’ έξω. Τότε ο παπάς …ΓΡΟΝΘΟΚΟΠΕΙ την εξώθυρα φωνάζοντας δυνατά «-Άρατε πύλας!». Τίποτε! (Σε μερικά μέρη όπου έχω πάει αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς πού, σε αυτό το σημείο ο «από μέσα» ρωτάει κάπως χαμηλόφωνα «-Τίς εστίν ο κρούων;» ή, αλλού «-Τίς εστίν ο ερχόμενος;»). Ο παπάς, τότε, επανέρχεται αυτή τη φορά με …ΚΛΩΤΣΙΕΣ δυνατές φωνάζοντας ακόμα πιό δυνατά από πριν «- Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών (των χθονίων δυνάμεων, εννοεί) και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης…!». Τότε, ο κρυμμένος μέσα στη σκοτεινή εκκλησιά και ακριβώς πίσω από την κλειστή εξώθυρά της εκκλησσάρης, με στομφώδες ύφος αποκρίνεται με δυνατή φωνή ρωτώντας «-Και τίς εστίν ούτος ο «βασιλεύς της δόξης»;». Ο παπάς αγέρωχα, χωρίς να απαντήσει και μη θέλοντας να πάρει μέρος στον διάλογο, διαπιστώνοντας την συνεχή άρνηση εισόδου συνεχίζει για δεύτερη φορά το δυνατό κλώτσημα της εξώθυρας επαναλαμβάνοντας με μεγαλύτερη θέρμη και ένταση φωνής την επιταγή «Άρατε πύλας…» για να ξαναλάβει την αυθάδη ερωτηματική απόκριση του «χθόνιου» νεωκόρου από μέσα «Τίς εστίν ούτος ο ερχόμενος «βασιλεύς της δόξης»;». Και τότε ο παπάς, με όλη του την δύναμη χεριών-ποδιών-φωνής, κλωτσάει δυνατά και σπρώχνει με τα δυό του χέρια την κλειστή εξώθυρα αναφωνώντας «-Κύριος των Δυνάμεων! Ούτος εστίν ο Βασιλεύς της Δόξης!…» και με το άκουσμα των πρώτων κιόλας λέξεων αυτής της τελικής απάντησης του παπά, ο εκκλησσάρης από μέσα ξεκλειδώνει αθόρυβα την κλειδωμένη εξώπορτα ώστε το …»αυταρχικό» κλωτσοσμπρώξιμο του παπά κάνει την πότρτα να ανοίξει ΔΙΑΠΛΑΤΑ και να μπει σηκωμένο ψηλά το κουβούκλιο με τον επιτάφιο και τα φώτα της εκκλησίας να ανάβουν το ένα μετά το άλλο καθώς εισέχεται το «Φως» στο «Σκότος» και μέχρι να βρει την θέση του στην μέση του σολέα το ανθοστόλιστο κουβούκλιο η εκκλησία είναι πλέον πάμφωτη και ο παπάς ψέλνοντας μαζί με τους ψάλτες το γνωστό απολυτίκιο «Ότε κατήλθες προς τον θάνατον…» βγαίνει από το Ιερό θυμιατίζοντας για να σταθή μπροστά στόν Επιτάφιο και να ολοκληρώθεί λίγο αργότερα η Ακολουθία.

    Τα έγραψα όλα αυτά διότι ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΕΓΩ, ο ΑΘΡΗΣΚΟΣ, που ΑΜΦΙΒΑΛΛΩ και ΑΜΦΙΣΒΗΤΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ, στέκω πάντοτε με συγκίνηση και πάντοτε σαν υπνωτισμένος μπροστά στον «πεθαμμένον Άδωνη» και πάντα τυχαίνει να φέρνω στον νου μου μαζί και τού Όσιου Λουκά το Μοναστήρι, όπου «από όσους άντρες και γυναίκες του Στυριού… … … «-Μάτια μου, ο Μιχάλης!»… …»

    Ά, όλα κι όλα: Παραδέχομαι δημόσια ότι για μένα η Μεγάλη Παρασκευή (της Ορθοδοξίας) είναι το απαύγασμα της χριστιανικής πνευματικότητας. Είναι η κατά μέτωπον θέαση του θανάτου (από πιστούς και άπιστους)…

    ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ σε όλους σας εδωμέσα, «εχθρούς» και φίλους, θρήσκους ή άθρησκους, μ’ ένα νοερό μπουκέτο πασχαλιές και μυρωμένα άνθη του Επιταφίου και με πολλά γλυκά φιλία της «Αγάπης» σε όλους και ιδιαίτερα στον ΝΙΚΟκύρη του μπλογκ.

    Μακάρι, μαζί με τον αναστημένον Άδωνι, να αναστηθούν μέσα στην καρδιά μας και οι ελπίδες ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να γίνει κάποτε καλός κι εμείς να τον προλάβουμε σαν τέτοιν και να τον χαρούμε…

    Και ακόμα, τέλος, όσοι Γιώργηδες ή Γιωργίες διαβάζουν Σαραντάκο να χαίρονται το όνομά τους, και να τους χαίρονται οι αγαπημένοι τους.

  66. Τώρα μόλις είδα ότι έχει απαντηθεί προτύτερα η απορία του Πέπε, οπότε ζητώ συγγνώμη για τον δικό μου πλεονασμό που σάς φόρτωσα.

  67. BLOG_OTI_NANAI said

    Ο Αλέκος Παναγούλης είναι ο τελευταίος ήρωας της ιστορίας μας. Μακάρι όλοι αυτοί που καταδέχονται έστω και να αναφερθούν σε ονόματα όπως «Ρωμανός», «Μαζιώτης» και άλλες γελοιογραφικές μορφές που… «μάχονται» ένα «καθεστώς» που τους επιτρέπει να φωνάζουν τη μαμά τους, να δουν τι σημαίνει να σε συντρίβουν με οθωμανικά βασανιστήρια και να σε κρατάνε στη ζωή επίτηδες μόνο για να σε βασανίζουν περισσότερο.

    ΥΓ
    Γνωρίζει κανείς ένα ημερολόγιο του Jim Pyrros αν είναι αξιόπιστο;

  68. gpoint said

    # 66

    πολύ ωραίο

    Να το δια βάσει κι ο Μπλογκότινάνες μήπως και καταλάβει τι θα πει άθεος θρησκευόμενος

  69. κουτρούφι said

    #11. Εσύ είσαι αιτία κι αφορμή που σ’ εκκλησιά δεν μπαίνω
    μήτε βαγγέλιο προσκυνώ, μήτε μεταλαβαίνω

    Ακόμη ένας Μανιάς:

    #26. «….ο οποίος διαβάζεται στο τέλος της αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας πριν το «Δι’ ευχών».» Στο τέλος (απόλυση) της αναστάσιμης λειτουργίας δεν λέγεται το «Δι’ ευχών…» αλλά το «Χριστός Ανέστη…». Αυτό θα γίνεται σε όλες ανεξαιρέτως τις ακολουθίες για όλο το επόμενο διάστημα των 40 ημερών μέχρι της Αναλήψεως. Μετά επανέρχεται το «Δι’ ευχών».

  70. Γιάννης Ιατρού said

    69: Gpoint
    Χρόνια σου πολλά!!!

  71. BLOG_OTI_NANAI said

    66: Εξαιρετικό.
    Gpoint πρέπει να καταλάβεις ότι εμένα ουδέποτε με απασχόλησε το εξωτερικό ζήτημα αν κάποιος είναι άθεος ή χριστιανός, και αν είναι χριστιανός πόσο χριστιανός είναι.
    Το ζήτημα που με απασχολεί είναι αν, και με πόση ευκολία κάποιος πετάει στα σκουπίδια μια ζωή και μια ιστορία ζημωμένη με γιορτές, με τον ήχο της καμπάνας, με τις συνήθειες των Χριστουγέννων και των άλλων εθίμων.
    Αυτό που με απασχολεί είναι να σταματήσει ένας άνθρωπος να μπλέκει τον Αμβρόσιο και τον Πειραιώς και τις γιββωνικές βυζαντινές παρερμηνείες με ένα κομμάτι της ίδιας μας της ζωής, με την βάφτιση, με το μνημόσυνο, με την μεγαλοβδομάδα, ακόμα και με τα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα στα προαύλια της Εκκλησίας που με αφορμή τους χαιρετισμούς θα έβλεπες το όμορφο κορίτσι της γειτονιάς.
    Κάπου εκεί θα υπάρχει ένας παπάς μια ενορίας που είναι καλός, που χορεύει, που πίνει ένα κρασί, που λέει κάποιο αστείο, που είναι κοντά στους ανθρώπους κι ας έχει ελαττώματα. Κι αν είσαι άθεος, για εσένα αυτός δεν εκπροσωπεί τίποτα, αλλά είναι απλά ένα μικρό κομμάτι της ζωής του τόπου.
    Να αγαπούμε τη Δύση και όσα όμορφα έχει, την τέχνη της, τη μουσική της (και την εκκλησιαστική που είναι θεσπέσια), την επιστήμη της, τα μουσεία της, να αγαπούμε και τα δικά μας τα Ανατολικά και να ξεμπερδεύουμε από παντού τα ζιζάνια που πάντα θα υπάρχουν. Κι ένας άθεος μπορεί να πει χρόνια πολλά όχι γιατί είναι πιστός, αλλά γιατί είναι έθιμο και παίρνει πιθανώς θέση υπέρ όλων αυτών που λέμε παράδοση, ρίζες.
    Αν πετάμε τα πάντα στα σκουπίδια, τώρα ειδικά που μας χτυπούνε από παντού, θα νομίζουμε ότι όλα γύρω είναι σκουπιδότοπος και θα πετάξουμε και τον τόπο μας μέσα και θα κλείσουμε το καπάκι.

  72. Γς said

    71:
    Α, κι από μένα [τότε]

  73. BLOG_OTI_NANAI said

    Χρόνια Πολλά στους Γιώργηδες!
    Gpoint = Γιώργος; Χρόνια σου πολλά!

  74. Γς said

    72:
    >με πόση ευκολία κάποιος πετάει στα σκουπίδια μια ζωή και μια ιστορία ζημωμένη με γιορτές, με τον ήχο της καμπάνας

    https://sarantakos.wordpress.com/

  75. Γιάννης Ιατρού said

    Και άλλο μερικοί Γιώργηδες του ιστολογίου (κατ΄αλφαβητική σειρά 🙂 ):

    Γιώργης
    Γιωργής Λασκαρίδης
    Γιώργος Γιαννόπουλος
    Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη
    Γιώργος Κεντρωτής
    Γιώργος Λυκοτραφίτης
    Γιώργος Πρίμπας
    ΓιώργοςΜ

    ίσως να μου ξέφυγε και κανένας άλλος, τέλος πάντων, σε όλους σας

    Χρόνια σας πολλά για τη γιορτή σας σήμερα

  76. Γς said

    76:

  77. Γς said

    77:

    και ξέρετε ότι στην Βουλγαρία πιο πολύ γιορτάζουν τον Αγιο Γεώργιο από το Πάσχα

  78. gpoint said

    Ευχαριστώ σας για τις ευχές, εύχομαι και στους άλλους συνονόματους χρόνια καλά και πολλά

  79. ΓιώργοςΜ said

    76 Ευχαριστώ (υποθέτω και εκ μέρους των υπολοίπων)
    77 Ψάχνω αλλά δε βρίσκω εικόνισμα με τον ΑηΓιώργη να κατατροπώνει το κατηραμένο Office (οποιασδήποτε έκδοσης), αλλά φευ…

  80. Alexis said

    Καλημέρα, χρόνια πολλά σε όλους, χρόνια πολλά στους Γιώργηδες και στις Γεωργίες για τη σημερινή τους γιορτή.
    Χρόνια πολλά ιδιαιτέρως στο Νικοκύρη και καλή δύναμη για να συνεχίσει να μας κρατάει συντροφιά με το εξαιρετικό του ιστολόγιο.

    Πολύ ωραίος ο «Αλιβάνιστος»!

    Πώς και ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί τον τύπο «κλώνες»; Ο κλώνος-οι κλώνοι δεν είναι κανονικά;

    #66: Ωραίο σχόλιο… Αποτελεί κατά κάποιον τρόπο και απάντηση σε κάποιους που ανοήτως σχολίασαν προχθές στα «φρασεολογικά της Μεγαλοβδομάδας» πως οι ακολουθούντες με αναμμένα κεριά τον Επιτάφιο έχουν εγκεφαλογράφημα που τείνει προς την ευθεία γραμμή (κοινώς είναι ηλίθιοι! )

    #68: Και ο Σπύρος Μουστακλής θα συμπλήρωνα εγώ. Ακόμα τραγικότερη μορφή από τον Παναγούλη…

  81. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ας αφιερώσουμε, λοιπόν, στον αγαπητό Βάταλο ένα ποίημα του Αλέκου Παναγούλη, για να μην παραπονιέται ότι τον ξεχνάμε. Σημειωτέον, πάντως, ότι το βιβλίο με τα ποιήματά του δεν το αγόρασα νύχτα από μαυραγορίτη, αλλά ημέρα και νομιμότατα από την «Πολιτεία». Κανείς δεν προσπάθησε να με αποτρέψει από την αγορά του.
    ΧΟΥΝΤΑΣ ΟΡΙΣΜΟΣ
    Χτηνώδικες ορμές της βίας
    Χτισμένες με ατσάλι και φωτιά
    Χωμάτινες ιδέες τυραννίας
    Χωμένες σε απάνθρωπα μυαλά.

    Ψεύτικες φωνές φριχτές
    Ψηλότερες μορφές της αδικίας
    Ψυχές θολές γεννήματα ανομίας
    Ψοφίμια άθαφτα του χτες

    Ο πόνος ζυγίζει το ίδιο με τη δράση
    Συνέχισε να πονάς
    Ολοκλήρωσε την προσφορά σου
    (Από το ποίημα Συνέχισε να πονάς)

  82. Γιάννης Ιατρού said

    Και μερικοί τίτλοι από άσματα, λαΪκά (και μερικά δημοτικά, θα έχει κι άλλα πολλά), όλα για Γιώργους/Γιώργαινες, έτσι από ένα γρήγορο ψάξιμο. Το γνωστότερο θάναι (υποθέτω) αυτό με το …μάλαμα 🙂

    ΟΙ ΓΙΩΡΓΗΔΕΣ
    ΓΙΩΡΓΟ ΓΙΑ ΔΕ ΠΑΝΤΡΕΥΕΣΑΙ
    ΓΙΩΡΓΟ ΓΙΩΡΓΑΚΗ
    ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΤΣΕ ΣΤΟ ΣΚΑΜΝΙ
    ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΣ ΠΗΡΕ Η ΆΝΟΙΞΗ
    ΓΙΩΡΓΟ ΜΟΥ ΠΟΙΑ ΣΕ ΧΑΙΡΕΤΑΙ
    ΓΙΩΡΓΟ ΜΟΥ, ΓΙΩΡΓΟ ΜΟΥ
    ΓΙΩΡΓΟ ΠΟΥ ΞΕΡΕΙΣ ΤΑ ΠΟΛΛΑ
    ΔΙΧΩΣ ΓΙΩΡΓΟ ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ
    ΕΙΣΑΙ ΓΙΩΡΓΟ ΕΡΩΤΙΑΡΗΣ
    ΈΜΠΑΙΝΕ ΓΙΩΡΓΟ ΕΜΠΑΙΝΕ
    ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΩΡΓΟ Η ΖΩΗ
    ΚΥΡΑ ΓΕΩΡΓΑΙΝΑ
    ΜΕ ΛΕΝΕ ΓΙΩΡΓΟ
    Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΝΗΡΟΣ…
    ΟΠΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΜΑΛΑΜΑ
    ΠΑΙΞΕ ΓΙΩΡΓΟ ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ
    ΠΕΣ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΟ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΑΣ
    ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΣ ΤΟΝ ΠΙΑΣΑΝΕ

  83. Γς said

    Αυτό;

  84. Γς said

    84:
    Οκ, την είχες ση λίστα [Ιατρού]

  85. cronopiusa said

    Καλη σας μέρα, χρόνια πολλά στις Γιωργίτσες Γεωργίες, στους Γιώργηδες, Τζώρτζηδες, Γιώργους και Γιωργάκια…

  86. Γς said

    86:
    Και τους Πσαράδες!

  87. Γιάννης Ιατρού said

    Να βάλουμε και κάτι «λαογραφικό» για τους Γιώργηδες 🙂

    Να πούμε και του Γιώργου μας ένα καλό τραγούδι,
    η μάνα του τον στόλιζε δέκα λογιών μετάξι,
    με κόκκινο με κίτρινο
    μ άσπρο και με γαλάζιο
    στους ουρανούς το γύριζε,
    στους κάμπους το τυλίγει,
    και μεσ τη μέση της θάλασσας
    κάθονται και το υφαίνουν
    καντίνος είναι ο αργαλειός
    καντίνος και το χτένι,
    του Γιώργου είν ο αργαλειός,
    του Γιώργου και το χτένι

  88. Alexis said

    #83: Η «κυρα-Γιώργαινα» και «ο Γιώργος είναι πονηρός» είναι το ίδιο άσμα βρε Γιάννη! 🙂

    Επί χούντας είχε βγει κι ένα (και καλά) δημοτικό που εξυμνούσε το δικτάτορα, αλλά ας μην λερώσουμε το νήμα, μέρα που ‘ναι…

  89. sarant said

    Καλημέρα από δώ, χρόνια πολλά και από μένα στους Γιώργηδες που τόσο ωραία τους κατέγραψε ένας Γιάννης 🙂

    https://sarantakos.wordpress.com/2014/04/23/george/

  90. Γιάννης Ιατρού said

    89: Σωστός!!!
    Αλλά βλέπεις απαντάται με διαφορετικούς τίτλους, και ….μ΄ έφαγε η βιασύνη, δεν έγινε επισταμένος έλεγχος 🙂

  91. gpoint said

    #91

    πολύ βιάζεσαι Γιάννη…

    «δεν έγινε επισταμένος έλεγχος:)»… ούτε εδώ έγινε επισταμένως έλεγχος !

  92. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Επειδή όλους (όλες) μας βασάνισε ένας Γιώργος (λέμε τώρα 🙂 ), και μιας και τα γνωστά άσματα τα βάλατε ήδη,
    Μα τί είν αυτός ο Γιώργος (δώστε βάση 🙂 https://www.youtube.com/watch?v=b7zDoycezJE

  93. Γιάννης Ιατρού said

    92: φτού, όποιος… σκουντάφτει Τζί !!!

  94. Γιάννης Ιατρού said

    93: ΕΦΗ
    Α, ήρθε η ώρα των απελευθερωτικών εξομολογήσεων; 🙂 🙂

    Καλό!

  95. Avonidas said

    Καλημέρα και χρόνια πολλά στους Γιώργηδες 🙂

    #72.
    Αυτό που με απασχολεί είναι να σταματήσει ένας άνθρωπος να μπλέκει τον Αμβρόσιο και τον Πειραιώς και τις γιββωνικές βυζαντινές παρερμηνείες με ένα κομμάτι της ίδιας μας της ζωής

    Ειλικρινής απορία: δεν σε ενοχλεί που ο Αμβρόσιος και ο Πειραιώς έχουν βήμα και μιλούν σαν εκπρόσωποι της Ελλαδικής Εκκλησίας, που τους πληρώνεις απ’ την τσέπη σου για να ξερνάνε το μίσος τους και να χύνουν τη χολή τους; Και να επρόκειτο για μεμονωμένες περιπτώσεις, πάει καλά, αλλά το είδος τους φαίνεται να ευδοκιμεί ανάμεσα στους ιεράρχες — και πάντα ευδοκιμούσε, εδώ που τα λέμε. Έχουμε την τάση να εξιδανικεύουμε το παρελθόν.

    Κατά καιρούς έχω ακούσει αρκετούς πιστούς που λένε να τους αγνοήσουμε, αλλά δεν έχω δει κανέναν ακόμα που να ζητάει να τους ξηλώσουν, ή μάλλον να τους ξουρίσουν, ενώ αντίθετα δεν έλειψαν διαμαρτυρίες κατά του Παστίτσιου και δεν συμμαζεύεται. Βρίσκω περίεργες τις προτεραιότητες των πιστών ως προς το τι και ποιος προσβάλλει την πίστη τους.

  96. BLOG_OTI_NANAI said

    96: Οι ταλιμπάν σαν τον παστίτσιο, μπορούσαν αν ήθελαν να χτυπήσουν τον κάθε Αμβρόσιο, και όχι τον πεθαμένο Παΐσιο ή να ξερνάνε μισαλλλοδοξία με τις εμετικές καρικατούρες τους κατά του Χριστού ή της Θεοτόκου, που ο άλλος τους σέβεται σαν δεύτερη μάνα και πατέρα και σίγουρα, δεν του έφταιξαν σε τίποτα…
    Απ’ ότι κατάλαβα, εσένα δεν σε απασχολεί ο οχετός του μίσους, αλλά απλά αν προέρχεται από ιεράρχη σε προβληματίζει, ενώ αν ο βόθρος του μίσους έρχεται από την άλλη πλευρά, το επικροτείς.

  97. (63 κ. επ.) Αμ δεν έχετε μελετήσει καλά τα Άπαντα του Νικοκύρη 🙂

  98. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Αβονί και Μπλογκ, σάς συμπαθώ και τους δύο (για διαφορετικούς λόγους τον καθέναν… 🙂 ) αλλά έχετε αρχίσει να κουράζετε με τη συγκεκριμένη «κόντρα». Φιλική παρατήρηση κι ουχί υπόδειξη, κι αν θέλετε τη λαμβάνετε υπόψι. Aν όχι, καλή καρδιά! 🙂

  99. (63 κ. επ.) Αμ δεν έχετε μελετήσει καλά τα Άπαντα του Νικοκύρη 🙂

  100. Avonidas said

    #97. Ίσως δεν το είχες πάρει χαμπάρι, αλλά τον Παΐσιο τον συζητούσαν μια χαρά και όσο ζούσε, κι αν θες τη γνώμη μου δεν ήταν και τόσο πιο αξιέπαινος από τον Αμβρόσιο. Το ότι οι προφητείες του είχαν γίνει επικερδής επιχείρηση (και οι «προφητείες» του, γιατί πολλοί βαθιά θρησκευόμενοι κυκλοφορούσαν ό,τι τους κατέβαινε στο όνομά του) δεν είναι να υποθέσω άξιο σάτιρας ή πρόγκας.

    «Επικροτώ την άλλη πλευρά», λες; Εξακολουθώ να μην έχω δει τις «εμετικές καρικατούρες» του Παστίτσιου, απλούστατα γιατί ποτέ δεν σύχναζα εκεί. Τους πιστούς που τις είδαν και θίχτηκαν αναρωτιέμαι ποιος τους ανάγκασε να πάνε στου Παστίτσιου. Τον Αμβρόσιο, αντίθετα, τον λουζόμαστε από οθόνες και μεγάφωνα. Σ’ εκείνον κανείς θιγμένος δεν πρόκειται να στείλει τους μπάτσους.

    Κατά τα άλλα δεν μου απάντησες, ή μάλλον μου απάντησες έμμεσα, ότι δεν έχεις καμιά διάθεση να συγυρίσεις τα του οίκου σου, περιμένεις από τους άθεους να το κάνουν, αλλά θες να το κάνουν με το γάντι. Έτσι, οι παπάδες θα συνεχίσουν να λένε και να κάνουν ό,τι γουστάρουν, το ποίμνιό τους θα βυθίζεται μέσα στη μαύρη φανατίλα, κι εσύ θα το παίζεις δίπορτο: από τη μια θα τους ανέχεσαι με την πλήρη μούγκα σου, κι από την άλλη θα κράζεις όποιον διαμαρτύρεται με το σκεπτικό ότι επιτίθεται στην πίστη σου και στην «παράδοση».

  101. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Οι Γιώργηδες, εμού συμπεριλαμβανομένου, σας ευχαριστούν για τις ευχές!

  102. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πολλούς, αγαπητέ μπλογκ, ο οχετός του μίσους τούς ενοχλεί μόνον όταν προέρχεται από αντίπαλα στρατόπεδα. Όταν προέρχεται από τον δικό τους ιδεολογικό χώρο, ευωδιάζει και εξωραίζεται ως αγωνιστικό πνεύμα και άλλους ηχηρούς παρόμοιους ευφημισμούς. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω. Όταν αποκαλείς ιεράρχες διάφορους μισαλλόδοξους ανιεράρχες, βάζε τουλάχιστον τη λέξη σε εισαγωγικά για να συνεννοούμαστε.

  103. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Νίκος Καροῦζος – Ὁ ἀκέραιος κὺρ Ἀλέξανδρος

    Θαμνώδη ρήματα καὶ φύλλα καταπράσινα τῆς γλώσσας.
    Μεγάλος ἄνθρωπος κι ἀνέσπερος ποὺ κράτησε
    τὸν πόνο στὸ σωστό του τὸ ὕψος
    ἀγνοώντας καὶ δημοτικισμοὺς καὶ μαρξισμοὺς καὶ μόδες
    ἀγνοώντας τὰ ἑκάστοτε μορμολύκεια
    τὴν ἀσίγαστη γενικότητα τῶν πιθήκων
    ἀγνοώντας τὸν αἰώνα τῆς καλπάζουσας ἐξυπνάδας ὁ ἀνοξείδωτος.
    Ἤδη τὰ θύματα τῆς προόδου ποὺ πρόωρα σκουριάζει
    πᾶνε στὴν πατρίδα του τὴ Σκιάθο
    κι ἀγοράζουν ἐλπίζοντας οἰκόπεδα
    πᾶνε γιὰ λίγο ἀεράκι, γιὰ λίγη θάλασσα καὶ φρέσκο φεγγάρι.
    Μὰ εἶν᾿ ἀδύνατο νὰ κοροϊδέψουμε τὴ ρημαγμένη φύση μὲ ξυπόλητα Σαββατοκύριακα καὶ μὲ τροχόσπιτα.
    Ὁ ἀκέραιος κὺρ Ἀλέξανδρος
    ἐκεῖνος ὁ περιούσιος Παπαδιαμάντης
    καὶ τὸ κεράκι μας ἀκόμη δὲν τὸ θέλει.
    (1972)
    (και άλλα ποιήματα-…μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο)

  104. Xρίστος Δάλκος said

    Σχετικά μέ τό «Μολώτα». Δεδομένου ὅτι τό σκιαθίτικο ἰδίωμα χαρακτηρίζεται ἀπό βόρειο φωνηεντισμό, προφανῶς ἀκουγόταν «Μουλώτα». «Μουλότα» στήν Εὔβοια ὀνομάζεται ἡ μουρλή. Πιθανώτατα ὑπάρχει σχέση μεταξύ τοῦ σκιαθίτικου κύριου ὀνόματος καί τοῦ εὐβοϊκοῦ προσηγορικοῦ.

  105. BLOG_OTI_NANAI said

    105: Μήπως είναι αυτή η λύση του προβλήματος;

  106. Πέπε said

    @Μπλογκ Ό,τι Να ‘ναι:

    Μα έχω την εντύπωση ότι ο Παστίτσιος δεν τα ‘βαζε με τον ίδιο τον (πεθαμένο) Παΐσιο αλλά με τη βιομηχανία που είχε στηθεί πάνω στις γνήσιες ή όχι προφητείες του, και με τους αφελείς που έχαφταν ο,τι πούλαγε αυτή η βιομηχανία.

    Πιθανόν βέβαια και να μην τα θυμάμαι σωστά.

  107. Ανδρέας said

    Πόλεμος εκδοτών είναι με φερετζέ την ιδεολογία κι όλα αυτά για το αρζάν.

    Ρηγόπουλος,Ιωάννα Μακρή -Το αρζάν
    Συνθέτης :Τατασόπουλος . Έτος ηχογρ. 1955
    Στιχουργός Νίκος Ρούτσος.

    Ο κόσμος τώρα σ’ εκτιμά μονάχα απ’ τους παράδες
    κι όσους δεν έχουνε λεφτά τους λένε φουκαράδες.
    Αν σε δουν να πιάσεις φράγκα, θα σε πουν νταή και μάγκα
    κι αν δεν το’ χεις το αρζάν, θα σου πουν αλέ-βουζ-αν!,
    Οι Εύες τώρα την καρδιά, την έχουν στο στομάχι,
    κι ο έρωτας περιφρονεί, τον άντρα που δεν τα ‘χει.
    Αν σε δουν να πιάσεις φράγκα, όλες είναι αυτές για πάντα
    κι αν δεν το’ χεις το αρζάν, θα σου πουν αλέ-βουζ-αν!
    Ό,τι γουστάρεις θα το βρεις, φτάνει να πεις «το θέλω»,
    κι όλοι σε λεν «αφεντικό» και βγάζουν το καπέλο.
    Αν σε δουν να πιάσεις φράγκα, σου κολλάν μια ματσαράγκα,
    κι αν δεν το’ χεις το αρζάν, θα σου πουν αλέ-βουζ-αν!

  108. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  109. #67

    Κάθε απάντησι είναι χρήσιμη.

    #63, #64, #65, #66, #67

    Ιδού βιντεάκι κι από θυρανοίξια ναού, άρτι αφιχθέν από το Κρήτη TV:

    Να σημειώσω εδώ ότι το τελετουργικό αυτό το έχω δει και σε Μεγαλοβδομάδα σε Ορθόδοξη Εκκλησία στην Πολωνία.

  110. Γρηγόρης Κοτορτσινός said

    #100
    Στη συζήτηση που παραπέμπει το σχόλιο, έχω δώσει ένα λινκ στο σχόλιο 88 για το βασικό άρθρο του Άρατε… που δεν δουλεύει και το ξαναβάζω http://epet.nlg.gr/all1.asp?id=852&pg=0

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: