Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Καβο-Μαλιάς, διήγημα του Κωστή Μπαστιά

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2016


Tο σημερινό λογοτεχνικό μας θέμα δεν το είχα προγραμματίσει, προέκυψε ξαφνικά μέσα από τη συζήτηση σε προηγούμενο άρθρο, τη συζήτηση που ξεστράτισε όπως τόσο συχνά συμβαίνει, ιδίως ύστερα από κάποιαν ώρα -και πολλές φορές τα ξεστρατίσματα αυτά βγάζουν σε τοποθεσίες καινούργιες, κάτι που άλλωστε έγινε και τούτη τη φορά.

Ήρθε λοιπόν η συζήτηση στους Μανιάτες -τα «κακαβούλια»- και την πειρατεία την οποία μετέρχονταν, σπρωγμένοι από την ανέχεια. Πειρατεία θαλασσινή, αλλά και στεριανή, με τη λεηλάτηση των ναυαγίων στον καβο-Μαλιά. Και είναι ο καβο-Μαλιάς έτσι κι αλλιώς ζόρικο πέρασμα, αλλά έχει γραφτεί ότι οι Μανιάτες υποβοηθούσαν την τύχη τους με παραπλανητικά σημάδια, στέλνοντας ουσιαστικά τα περαστικά πλοία γραμμή πάνω στα βράχια.

Αυτό είναι το θέμα του σημερινού διηγήματος, του Κωστή Μπαστιά, που το πρότεινε ο φίλος μας ο Corto, και που τόσο πρόθυμα προσφέρθηκε να το πληκτρολογήσει. Τον ευχαριστώ πολύ!

Στο τέλος του διηγήματος, βάζω καναδυό λεξιλογικά.

Κ. Μπαστιάς

ΚΑΒΟ – ΜΑΛΙΑΣ

Άνθρωπος δεν έμαθε ποτές πούθε κρατούσε η σκούφια του. Κι ούτε και για τ’ όνομά του μπορούσε να μαρτυρήσει κανείς με σιγουριά. Στη Μονεμπασιά είχε φουντάρει ένα πρωινό, μέσα σε μια κόκκινη βάρκα, με το λατίνι κουρελιασμένο. Είπε πως τ’ όνομά του είναι Μιχάλαρος. Ίσαμε δω και μη παρέκει. Μιχάλαρος νέτα σκέτα. Έτσι, ο καθένας μπορούσε λέφτερα να φτιάξει με το μυαλό του μιαν ιστορία, απλή ή παράξενη. Για τούτο όμως δεν νοιαζόταν ο Μιχάλαρος. Φορούσε την υδραίικια βράκα του και πορπατούσε ξιπόλυτος. Εξόν από τούτη τη βράκα και μια μπλου φανέλα, κανένα άλλο ρούχο δε σκέπαζε το κορμί του. Τη βάρκα του την είχε δεμένη πίσω από μια ξέρα, και στη Μονεμπασιά δεν απερνούσε παρά μονάχα για ψώνιο. Δυο καρβέλια, ελιά και ρέγγα.

Ήταν ψηλός, με γένι μαυριδερό, δασιά φρύδια και κομμένο το ζερβί τ’ αφτί του.

Κι όσο περνούσανε οι μέρες, τόσο θέριευε το κουβεντολόι. Ένας μαρινάρος μάλιστα, που τον είχε καρφώσει η αρρώστια στον καφενέ της Μονεμπασιάς, ιστορούσε πως τον είχε ανταμώσει σε μακρινά πόρτα. Μα ούτε τούτος ούτε άλλος μπόραγε να ξεδιαλύνει το αίνιγμα.

Και πιότερο απ’ τους άντρες τον κουβεντιάζανε τα θηλυκά. Κι οι λεύτερες κι οι παντρεμένες κι οι χηρευάμενες.

Και την Κυριακή, οχτώ του ερχομού του, η Σταματίνα του κουφού έλειψε ώρες των ωρών απ’ το σπίτι της. Και παραξηγήθηκε, κι ανάγκασε να ξαγρυπνήσει το σοκάκι της ως τη βαθιά τη νύχτα, που φάνηκε πάλι να ξαμπαρώνει την πόρτα της. Πήρε το θάρρος, λέει, να ρωτήξει τούτον τον παράξενο γιομιτζή για τον ξάδερφό της τον Πασχάλη, που ’χε πρατιγάρει δω και δυο χρόνια σε ναπολιτάνικια σκούνα, κι από τότε ουδέ γραφή είχε στείλει, ουδέ ακρόαση. Ξέταξε, λοιπόν, μη τον είχε ανταμώσει τούτος ο άνθρωπος στ’ ανοιχτά ή στα πόρτα. Και, κατά πως έγινε, χρειάστηκε ώρες τρεις για να ξετάσει το πράμα στην εντέλεια, κι άλλες τόσες για να της αποκριθεί όπως νογούσε τούτο το θεριό της θάλασσας. Κι ούτε τούτος ούτε κείνη είχανε να δώσουνε λόγο του καθενός.

Και την Κυριακή, δεκαπέντε του ερχομού του, τον είδανε να σιγοκουβεντιάζει με τον Καφούρο, που χρόνια και χρόνια έλειψε στο Τούνεζι. Τα σουρουπώματα μάλιστα, ο Καφούρος πέρασε στη βάρκα του Μιχάλαρου και κολάτσισε μαζί του. Κι αργά τη νύχτα, τον είδανε να χτυπά τη θύρα της χήρας του Κακαβά και να ξεσηκώνει τον αχαΐρευτο το γιο της, τον γκαβό, που ξύλιζε τη μάνα του, επειδή από δικό της τάχα φταίξιμο είχε χάσει το ζερβί του μάτι.

Το πρωί το κουβεντολόι θέριεψε: Πίσω από την ξέρα η θάλασσα ήταν άδεια. Η βάρκα είχε σαλπάρει και μαζί της ο Καφούρος και ο Κακαβάς.

Στο πέλαο είχε φρέσκο. Όστρια ανάλαφρη κι αστενικιά. Κι αρμενίζανε στον καιρό, μ’ ένα κάρτο γυρισμένο στο γαρμπή.

Τον Κακαβά τον είχανε στην λαγουδέρα και τούτοι οι δύο στην πλώρα σιγοκουβεντιάζανε. Ο Μιχάλαρος όλο έστριβε το τσιγάρο κι όλο τήραγε κατά το γαρμπή. Ουδέ λεφτό όμως δε χάσανε από τα μάτια τη στεριά.

Μεσημέρι κοντά, ο Κακαβάς, παίρνοντας από το χέρι του Καφούρου το ψωμί και τις ελιές, ρώτηξε:

— Για πού αρμενίζουμε, καπετάνιο!

— Για τον Κάβο-Μαλιά, αποκρίθηκε ο Μιχάλαρος.

Ύστερα βούτηξε στην τρούπα της πλώρας, ανάσυρε ένα κομμάτι τενεκέ, έβαλε απάνω δυο-τρία δαδιά, τ’ άναψε και καψάλισε τρεις ρέγγες.

Την πρώτη την πέταξε του Κακαβά, ύστερα έδωσε του Καφούρου και τελευταίος πήρε του λόγου του.

Τ’ απομεσήμερο ο Μιχάλαρος ξαπλώθηκε και το ’στρωσε στον ύπνο. Ανάσκελα, με τα μούτρα κατάφατσα στα επουράνια, ανάσαινε βαθιά και ρουχάλιζε. Ο Καφούρος κρατούσε τη ρότα και λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος, είδανε ολοκάθαρα τον κάβο και το ρημοκλήσι του Ταξιάρχη.

Ο Μιχάλαρος ξύπνησε, τήραξε την όστρια, κι είδε τη θάλασσα να θεριεύει, κι ένα σύγνεφο μαύρο να προβατεί κατά τον κάβο.

Ο αγέρας έφερνε χοντρές ψιχάλες και το κύμα πονούσε την βάρκα. Ο Μιχάλαρος το γύρισε ανοιχτά. Διαφορετικά, αδύνατο να πιάσει τον κάβο. Το ’φερ’ από δω, το ’φερ’ από κει – ήρθε κάπως απάνεμα στη σκέπη της στεριάς.

Από τον κάβο ο καλόγερος του Ταξιάρχη τούς είχε δει. Τους λογάριασε ξεστρατισμένο πλεούμενο. Μα σαν είδε τόσο μαστορικιά τη βόλτα, κατάλαβε πως ο καπετάνιος ήξερε τα σημάδια του κάβου. Κατέβηκε ωστόσο στο μέρος και τους βοήθησε να τραβήξουνε τη βάρκα στη στεριά. Ύστερα κ’ οι τέσσερις αμίλητοι πήρανε το μονοπάτι για τον Ταξιάρχη.

-Σας έπιασε ο καιρός; ρώτηξε ο καλόγερος Γαβριήλ, χωρίς ουδέ λεφτό να σηκώσει το μάτι από τούτους τους μαρινάρους και τον καπετάνιο τους.

-Όστρια μαγγιόρα, αποκρίθηκε ξερά ο Μιχάλαρος.

-Και θεριεύει, π’ ανάθεμά τη, διάκοψε ο Καφούρος.

-Εκάματε άγια και πιάσατε στεριά, είπε ο Γαβριήλ. Θα βρούμε τρόπο να περάσετε στο κελί μου.

Ο Μιχάλαρος έριξε μια παράξενη ματιά. Ύστερα, κοίταξε τον ουρανό. Η μαυρίλα είχε απλωθεί κι η βροχή έρχονταν ξυστή με τον αγέρα.

-Ο Θεός να δώσει λιμάνια σ’ όσους αρμενίζουνε τούτη τη φοβερή νύχτα! ευχήθηκε ο Γαβριήλ, χωρίς να πάρει απόκριση στην ευχή του.

Άμα φτάσανε στον Ταξιάρχη, ο καλόγερος προβάδισε, άνοιξε την πόρτα της εκκλησιάς και τους είπε:

-Περάστε να κάμετε ένα σταυρό, ώσπου ν’ ανάψω εγώ το φανάρι του κάβου. Με τέτοια συννεφιά θα ’ναι το μόνο φως σε τούτο το πέρασμα.

Για πρώτη βολά ο γκαβός ο Κακαβάς γέλασε χαζά και, γυρίζοντας στο Μιχάλαρο, του ’δειξε τον ουρανό λεγοντάς του:

-Ούτ’ ένα αστεράκι, καπετάνιο…

-Στραβός δεν είμαι, αποκρίθηκε θυμωμένος ο Μιχάλαρος.

Και περάσανε στην εκκλησιά.

Άμα βγήκανε απ’ τον Ταξιάρχη και γύρισε ο καλόγερος, είχε ολότελα σκοτεινιάσει.

Τους κάλεσε στο κελί του να κολατσίσουνε, και καθώς μπήκανε, είδανε στο τζάκι αναμμένη μια φουφού και πάνωθέ της ακουμπισμένο ένα πήλινο τσουκάλι.

Ο Κακαβάς, τάχατες αδιάφορα, σίμωσε το τζάκι και οσμίστηκε τη μυρουδιά του χόρτου που έβραζε. Το μάτι του γύρισε ύστερα στο σκάψιμο του τοίχου και είδε το κουμνί με τις ελιές. Ο καλόγερος άναψε τη λουσέρνα και τους κάλεσε να κάτσουνε καταγής.

Όλοι πήρανε θέση γύρω στο τζάκι και ρίξανε λαίμαργη τη ματιά τους στο τσουκάλι. Ο καλόγερος έδωκε από ’να πιρούνι στο Μιχάλαρο και στον Καφούρο, ένα κουτάλι του Κακαβά και λόγου του βολεύτηκε μ’ ένα σουγιά κολοκοτρωνέικο. Γιατί ούτε άλλο πιρούνι πέρσευε, ούτε δεύτερο κουτάλι, βρισκόταν στο νοικοκυριό του. Κατέβασε το τσουκάλι από τη φωτιά, έφερε και το κουμνί τις ελιές, μοίρασε ψωμί, και στρωθήκανε στο φαΐ.

Τρώγανε αμίλητοι και μόνο άμα δείξανε χορτάτοι ο Γαβριήλ τους ρώτησε:

-Από πού έρχεστε, παιδιά;

-Απ’ τη Μονεμπασιά, βιάστηκε ν’ αποκριθεί ο Κακαβάς.

Ο Μιχάλαρος του ’ριξε άγρια τη ματιά του κι ο Κακαβάς ξεροκατάπιε το σάλιο του και ζάρωσε στο ντουβάρι.

-Και για πού με το καλό; συνέχισε ο Γαβριήλ, σα να μην ένιωσε τη ματιά του καπετάνιου.

Οι τρεις άντρες δεν αποκρίθηκαν, παρά κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους. Ύστερα ο Μιχάλαρος τήραξε καλά τον καλόγερο, ζάρωσε τα δασιά του φρύδια και, γελώντας ένα παράξενο γέλιο, είπε του ερημίτη:

-Ποιος ξέρει για πού με το καλό, γέροντα; Ναυτικοί είμαστε, αδικημένοι είμαστε, την τύχη κυνηγάμε και θ’ αρμενίσουμε όπου μας βγάνει η άκρη. Ξέρεις του λόγου σου τι πράττεις την αύριο;

-Μόνον ο Κύριος γνωρίζει, καπετάνιο μου.

-Μπορεί να ’ναι κ’ έτσι. Μα ο Κύριος το κρατάει μυστικό και δεν το ξεμυστηρεύεται κανενού.

Κι οι τέσσερις άντρες πάλι σωπάσανε. Ο αγέρας είχε ξαμολυθεί σ’ ένα ουρλιατό κ’ η βροχή έρχονταν κουβαδιές – κουβαδιές. Την έφερνε έτσι ο αγέρας. Κείνη την ώρα άρχισε και το μπουμπουνητό. Μουγκό κι απόμακρο στην αρχή, κοντοζύγωνε ολοένα κι οι αστραπές σκίζανε το πυκνό σκοτάδι. Ο Γαβριήλ σε κάθε μπουμπουνητό σταυροκοπιόταν.

-Φοβάσαι, παππούλη; τον ρώτηξε ο Καφούρος.

-Όχι για μένα, καπετάνιο μου, αλλά για όσους αρμενίζουνε τέτοια ώρα στο πέλαο. Γι’ αυτούς σταυροκοπιέμαι…

-Η στράτα της θάλασσας έχει και τέτοια τυχερά, διέκοψε ο Καφούρος.

-Και τι ώρα πλαγιάζεις, γέροντα; ρώτησε ο Μιχάλαρος.

-Άμα ο καιρός είναι ήσυχος, με το βασίλεμα του ήλιου πλαγιάζω. Νύχτες όμως σαν την αποψινή ξαγρυπνώ. Κάθομαι στον Ταξιάρχη και δέομαι για τους θαλασσινούς. Κάθε τόσο βγαίνω στο κατώφλι της εκκλησιάς κι αγναντεύω το πέλαο. Βλέπω τ’ αγγομαχητό των καραβιών…

-Ώστε, σα να λέμε, θα ξαγρυπνήσεις κι απόψε;

-Σαν κάθε φορά.

-Και μεις θα ξαγρυπνήσουμε.

-Του λόγου σας γιατί;

-Για να χαρούμε τούτη τη φουρτούνα στη σιγουριά της στεριάς.

Ο Γαβριήλ δεν κατάλαβε. Του φαίνονταν τόσο αλλόκοτοι τούτοι οι άνθρωποι.

Ξάφνου ο Κακαβάς, δίχως κανείς να ρωτήξει, πετάχτηκε:

-Έχουμε και μεις τη δουλειά μας, παππούλη.

Τούτη τη βολά ο Μιχάλαρος δεν κρατήθηκε. Σηκώθηκε στα πόδια του, τράβηξε κατά πάνω, τον άρπαξε από το λαιμό της φανέλας του και τον άρχισε στις γροθιές. Τον βαρούσε αλύπητα, και τούτος ο ναύτης φώναζε και μούγγριζε, μα ο Μιχάλαρος είχε ανάψει.

Ο καλόγερος τότες σίμωσε να τους χωρίσει. Μα ο Μιχάλαρος δίνοντάς του μια δυνατή σπρωξιά τον κόλλησε στο ντουβάρι, φωνάζοντάς του:

-Να μη μπερδεύεσαι στις ξένες έγνοιες!

Ύστερα άφησε ζεματισμένον τον Κακαβά και γύρισε στον καλόγερο.

-Απόψε, γέροντα, του ’πε, θα πλαγιάσεις. Στον κάβο θα φυλάξω του λόγου μου και το μάτι το δικό μου αγναντεύει καλύτερα στο σκοτάδι.

Ο καλόγερος άρχισε να σιγομπαίνει στο νόημα. Μα δε χωρούσε στο μυαλό του πως τούτοι οι άνθρωποι θέλανε ν’ αφανίσουνε έναν ερημίτη, που δεν έδειχνε άλλο βιος εξόν το ράσο του. Άλλο λοιπόν θα ’τανε το σχέδιό τους. Και τούτο δεν κατάφερνε να ξεδιαλύνει. Κοίταζε μ’ απορία πότε τον ένα, πότε τον άλλο, και πότε τον χαζό τον Κακαβά, που ’χε ζαρώσει τώρα κ’ είχε κολλήσει αμίλητος στο ντουβάρι. Ύστερα πάσχισε με το γλυκό να μαλάξει το θυμό του Μιχάλαρου.

-Μη θυμώνεις, καπετάνιο. Ο Θεός να σου χαρίσει δύναμη και βιος, μα από λύπηση μπήκα να χωρίσω. Οι ξένες έγνοιες είναι και δικές μου. Και για δαύτες παρακαλώ τον Κύριο. Ό,τι λοιπόν μου ζητήσεις είμαι στους ορισμούς σου.

-Να πλαγιάσεις στο κελί σου και μεις θα βολευτούμε στην εκκλησιά. Δω μέσα δεν χωράει ούτε κούνουπας.

-Δεν γίνεται στην εκκλησιά, καπετάνιο. Θα το ’χεις στην ψυχή σου το κρίμα…Γιατί στον ύπνο του αδύνατο να ορίσει ο άνθρωπος του κορμιού τις ασκήμιες. Κι άπρεπο είναι, κι άθελά σου, ακόμα, να βρωμίσεις τον άγιο τόπο. Να οσμίζεται η χάρη της κι ο Ταξιάρχης την αποφορά…

Ο καπετάνιος τήραξε άγρια το Γαβριήλ.

-Είπα πως θα πλαγιάσω στην εκκλησιά! του φώναξε χτυπώντας τη γροθιά του. Κι όσο είμαι γω στον κάβο, του λόγου μου ορίζω κι όχι η αφεντιά σου!

-Έχεις τη δύναμη και σαν πουλερικό να με καθαρίσεις. Μα όφελος κανένα δε θα ’χεις. Αν λογαριάζεις σε βιος, ούτε δέκα μπακίρια δε θα βρεις. Ανώφελη λοιπόν σου ’ναι η ζωή μου. Εγώ λάλησα το σωστό. Αφέντης είσαι να πράξεις κατά την ψυχή σου. Μα τούτο σου λέω: Με το Θεό μην τα βάνεις. Μπάτσος θα σου ’ρθει σ’ ώρα που δεν τον προσδοκάς.

Ο καπετάνιος τήραξε γύρω του. Είδε τον Κακαβά ν’ αφουγκράζεται προσεχτικά τα λόγια του γέροντα και τον Καφούρο να φουμέρνει κοιτώντας καταγής. Έριξε και μια ματιά στην πόρτα και σίμωσε στον Γαβριήλ, έσκυψε κάτω από το γένι του και με μια λοξή ματιά κι ένα γέλιο χολιασμένο του ’πε σιγά, σα να ’θελε να ξεπλανέψει ξένο αφτί που παραμόνευε:

-Σιχαίνουμαι τους ανθρώπους που δίνουν ορμήνιες. Κι οι δικές σου, λοιπόν, χαμένα λόγια, καθώς όλες οι ορμήνιες του κόσμου. Κι αλίμονο στον άνθρωπο που πάει κατά τις ορμήνιες τ’ αλλουνού. Κλέφτης λοιπόν είμαι. Κι όλοι κλέφτες είναι. Και κείνοι που ορμηνεύουνε κι οι άλλοι που ακούνε. Πλάγιασε λοιπόν και μη χάνεις τα λόγια σου.

Ο καλόγερος γύρισε κατά το λεβάντε, έκαμε μια μετάνοια, φίλησε το χώμα και σταυροκοπήθηκε. Ύστερα πήγε στην πόρτα, βγήκε όξω, πέρασε στην εκκλησιά και στάλθηκε στο τέμπλο, μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης.

Ο Μιχάλαρος βγήκε στο κατόπι του. Στάθηκε στο ψήλωμα του κάβου κι άφησε τον αγέρα και τη βροχή να χτυπήσουν το μούτρο του. Άστραφτε αριά και πού. Ο αγέρας όμως είχε δυναμώσει και το κύμα ξεσπούσε μανιασμένο στα χαμηλά απόβραχα του κάβου. Αφού τήραξε ώρα το πέλαγο, ήρθε και στάθηκε στην πόρτα του Ταξιάρχη. Είδε τον Γαβριήλ γονατιστό να σταυροκοπιέται, να μετανοίζει και να χτυπά το κόρφο του. Ο Μιχάλαρος έσφιξε τις γροθιές του. Πέρασε το κατώφλι κ’ ήρθε και στάθηκε δίπλα στον καλόγερο. Έριξε μια ματιά στα κατσόμαλλα του ερημίτη κι ύστερα στις εικόνες που μισοφώτιζαν τα δυο αναμμένα καντήλια. Κατόπι χαμογέλασε, κοίταξε τον καλόγερο και γονάτισε δίπλα του:

-Σε χαίρουμαι, του ’πε ο Μιχάλαρος, γιατί ξέρεις τη δουλειά σου. Δεν τη ξεχνάς ούτε μπροστά σε μένα, που δεν τήνε στιμάρω για τίποτα.

Ο καλόγερος μετάνιωσε και πάλι, σα να μην άκουσε. Ο Μιχάλαρος όμως δεν έπαιρνε από τέτοια.

-Σταμάτα το κουβεντολόι, του φώναξε, με τους αγίους κι έλα να κουβεντιάσεις μαζί μου όμορφα και καλά.

Ο καλόγερος σηκώθηκε όρθιος. Για πρώτη βολά η όψη του είχε χάσει το σκέδιο της αγιοσύνης και τα μάτια του είχανε πάρει την αγριάδα του κυνηγημένου ζώου.

-Τι ζητάς από μένα, μωρέ Μιχάλαρε; είπε ο καλόγερος.

Ο καπετάνιος δεν αποκρίθηκε στη στιγμή. Τον κοίταξε τόσο επίμονα, σα να ’θελε να ξεσκίσει τη σάρκα του και να περάσει ως τα κατάβαθα σπλάχνα του.

-Σε μένα, Γαβρίλη, να μην καμώνεσαι τον άγιο. Πες μου πως πορεύεσαι με τον τρόπο σου, καθώς προβατώ εγώ με το δικό μου, να σε παραδεχτώ.

-Μίλα χωρίς να με παιδεύεις…, είπε με τα δόντια σφιγμένα ο καλόγερος.

-Θα σβήσω το φανάρι, είπε ξερά και σίγουρα.

-Δεν είχα γελαστεί πως σχεδίαζες ατιμιά. Μια τέτοια νύχτα και με τέτοιον καιρό!…

-Με τη μπουνάτσα δε γίνουνται οι δουλειές – και το ξέρεις καλύτερα από μένα, διαόλου ράσο.

-Μα δε θα μουγκαθώ για πάντα.

-Θα μουγκαθείς γιατί το θέλω εγώ, και γιατί αλλιώς…

-Θα με σφάξεις…

Και σε λίγο πρόστεσε:

-Μωρέ Μιχάλαρε, μια ζωή είν’ αυτή…

Ο Μιχάλαρος τήραξε τον καλόγερο κι αποκρίθηκε:

-Μια ζωή που για να βαστηχτεί ήρθε σε τούτο το βράχο, γιατί στους Μολάους, ναι Γαβρίλη, στους Μολάους, είχε δυο ξεπλανέματα που την κυνηγούσανε. Βάλε λουκέτο, διαόλου ράσο και πορέψου κατά πώς πορεύεται κι ο Μιχάλαρος.

Και, χωρίς άλλη απόκριση, ο μαρινάρος πήγε στην πόρτα, σφάλιξε μέσα στην εκκλησιά τον καλόγερο και βγήκε.

Ο Γαβριήλ δάγκωσε τα χείλια του. Χολή ξεχείλιζε μέσα του και πενήντα χρόνια ζωής δεν του’ χανε δώσει τόσο θυμό όσο τούτος ο γιομιτζής. Κρατήθηκε όμως. Δεν ήτανε λειψός άντρας, μα έβλεπε τ’ αγκάθια που ’χε κάθε λογομαχία με το Μιχάλαρο.

Τράβηξε μόνο σ’ ένα στασίδι, ανέβηκε, κι απ’ το παραθύρι αγνάντεψε γύρω.

Ο αγέρας φυσομανούσε και οι τρεις γιομιτζήδες σουλατσάρανε και σιγοκουβεντιάζανε. Μαύροι ίσκιοι μέσα στη σκοτεινιά κείνης της νύχτας. Ύστερα είδε το Μιχάλαρο να τραβά και να ξεκρεμνά το φανάρι. Θάμαξε τη σβελτοσύνη του. Και είδε ύστερα τους τρεις, με το φανάρι μαζί, να πορπατούνε προς τα μέσα της στεριάς δυο μίλια περσότερο και να σταματάνε σ’ ένα συκόδεντρο, όπου στυλώσανε το φανάρι.

«Ξεπλάνεμα!» συλλογίστηκε ο Γαβρίλης. Μα, σα να τον έκαψε τούτη η λέξη, την άλλαξε στο μυαλό του και την είπε «ληστεία».

Και περίλυπος, στάθηκε ώρα πολλή σε τούτο το φενιστρίνι, να ιδεί τι θ’ απογίνει.

Περίμενε ώρες δυο, όταν βαθιά στο πέλαγο, πήρε το μάτι του ένα πράσινο φως, πότε ν’ αχνοφαίνεται και πότε να χάνεται μες τη μαυρίλα του νερού και της νύχτας. «Πλεούμενο χαροπαλεύει» συλλογίστηκε. Κι όσο το ’βλεπε ν’ αργοκινάει προς τον κάβο, τόσο το ’νιωθε ζωντανό πλάσμα που σπαρταρούσε από τη λαχτάρα. Πού και πού έπαιρνε και το κόκκινο φως του, αλλά ξεκαθάρισε πως το πλοίο γύρισε ρότα προς το μαΐστρο. «Ο άτιμος ο Μιχάλαρος!», ψιθύρισε μέσα του. «Το τραβάει στην ξέρα της αγριοσυκιάς».

Για κάμποση ώρα έχασε το πράσινο φως από τα μάτια του. Κι όσο κυλούσε η ώρα, δεν ήξερε πώς να ξηγήσει το πράμα. Δεν το ’λεγε να βουλιάξει τούτο το κακορίζικο σκαρί στα νερά του κάβου. Μα δεν άργησε πολύ η λαχτάρα του. Σε λίγο το ξανάδε, αλλά το ξεδιάλυνε πιότερο από ένα μίλι πιο μέσα από τον κάβο και σιμά στην κόστα, με τη ρότα λίγο ανοιχτότερα από την ξέρα της αγριοσυκιάς. Έβλεπε πια ολοκάθαρα το κόλπο του Μιχάλαρου – ξάστερο το σκέδιό του. Κατέβηκε από το στασίδι και σεργιάνισε μέσα στην εκκλησιά. Ύστερα πήγε προς την πόρτα, άνοιξε και βγήκε στη γεναριάτικη παγωνιά. Τήραξε το πέλαγο κι ύστερα το μάτι του γύρισε προς την αγριοσυκιά. Ο διάολος να τον έπαιρνε, μα ήθελε να δει τούτο τον άντρα σ’ όλο του το φέρσιμο. Τράβηξε προς το ψήλωμα και έβλεπε καλύτερα και το πέλαγο και τους τρεις άντρες κοντά στο φανάρι που τραμπάλιζε στο φύσημα της νοτιάς. Αγναντεύανε κι αυτοί το πέλαγο, στίμαραν τη θέση και τη ρότα του καραβιού, κι αμίλητοι βλέπανε το χαροπάλεμα με το νερό και τον αγέρα. Κι όσο κοντοζύγωνε, τόσο ξεκαθάριζε μαύρο το σκέδιό του. Στιμάρανε πως πλώριζε τάχα ανοιχτά, μισό μίλι απ’ το φανάρι. Πού να βάλουνε με το νου τους τούτοι οι θαλασσινοί, πως ο Μιχάλαρος και η παρέα του είχανε μετατοπίσει το φανάρι! Ο Γαβρίλης, που αγνάντευε και τούτος, ένιωθε μιαν απαλάμη σιδερένια να περισφίγγει την καρδιά του. Η ανάσα του έβγαινε δύσκολα. Το αίμα είχε μαζωχτεί στην κεφαλή του. Ένιωθε αντριοσύνη να τον ψυχώνει, κι έτρεξε ως την αγριοσυκιά. Στάθηκε δίπλα στον καπετάνιο και του’πε:

-Αν πας για βιος, θα σου δώσω ό,τι κι αν έχω. Κι είναι πιο σίγουρο τούτο από κείνο που καρτεράς να βρεις στο καράβι. Μπορεί και να μην το ’βρεις.

-Αργά το φέρνεις το μαντάτο, γέροντα, κι ώρα δεν είναι τώρα για κουβεντολόι. Δες το και μόνος σου, αν νογάς. Τόπος για βόλτα δεν τους απομένει κι η ξέρα τους ακαρτερά…είπε ο Μιχάλαρος.

-Και χαίρεσαι για τούτο…

-Λογαριασμός δικός μου, καλόγερα.

Και, χωρίς άλλη απόκριση, πήρε την άκρια της κόστας και κατέβηκε ως τη βάρκα του. Τον ακολούθησε ο Καφούρος και ο Κακαβάς. Σταθήκανε και τηράγανε προς το μαύρο πλεούμενο. Οι φωνές ακούγονταν πια. Κάτι φαίνεται είχανε νιώσει οι ναύτες, μα το γύρισμα δεν ήτανε βολετό. Ύστερα η ξέρα δεν έδειχνε στο πεντασκόταδο της νύχτας. Ο Μιχάλαρος είπε να μπαρκάρουνε. Το στιμάρισε όμως δύσκολο. Το κύμα έβραζε και χόχλαζε όλο αφρούς γύρω από την κόστα. Γίνονταν κι αντιμάμαλο που μπορούσε να τους σκυλοπνίξει σε λίγο μάκρος από τη στεριά. Στάθηκε λοιπόν. Βρήκε σωστότερο να περιμένει. Το ’ξερε καλά το πέρασμα ο Μιχάλαρος και δε ρισκάριζε τσάμπα και βερεσέ. Πρόσμενε λοιπόν τον τράκο και δε χρειάστηκε να μαζώξει όση του βρίσκονταν δύναμη για να βαστάξει στην προσμονή. Σε λίγο κάτι ακούστηκε, ξερή καραμπόλα στην αρχή, κι ύστερα δεύτερος και γερός τράκος. Και σε κάθε κυματοσούρσιμο κάποιο βόγκο άφηναν τα ξύλα, και το πλεούμενο, γερτό πια, είχε βουτήξει την κουπαστή στο νερό.

Από φωνές και λόγια κατάλαβε πως οι άνθρωποι που ταξιδεύανε παλεύανε μες το κύμα. Όμως και πάλι πρόσμενε. Όσο λιγότεροι φτάνανε στη στεριά, τόσο πετύχαινε το κόλπο, συλλογίστηκε. Κι αφέθηκε στο αγνάντεμα, σα να γινόνταν μπροστά του μια φέστα νόστιμη και πετυχημένη. Ο Καφούρος κι ο Κακαβάς είχανε σταθεί δίπλα του και λίγο μακρύτερα ο Γαβριήλ. Ο Κακαβάς τα ’χε χαμένα, μα το ξύλο πόφαγε τον είχε διδάξει να ’χει μετρημένα τα λόγια του. Ο Καφούρος όμως λύγισε· λύγισε μόλις είδε το πλεούμενο. Μια λύπηση ανάβλυσε από μέσα του. Το βλέμμα όμως του καπετάνιου τον έφερε στα συγκαλά του. Λύγισε κι όταν είδε τη ρότα του καραβιού, κι έκαμε να μιλήσει άμα ο Γαβρίλης πήρε το θάρρος να μαλάξει με τα λόγια την καρδιά του καπετάνιου. Σαν είδε όμως τι λογής βράχος ήτανε τούτος ο άντρας, βρήκε πιο φρόνιμο να μουγκαθεί. Ύστερα, τι νόημα μπορεί να ’χαν τα λόγια; Κι αυτός λοιπόν, κι ο Κακαβάς, κι ο καλόγερος κοιτούσαν τον καπετάνιο. Πασχίζανε κι οι τρεις να πιάσουνε τα νήματα του μυαλού του, ν’ αφουγκραστούν της καρδιάς του τους χτύπους. Μα δεν το κατάφερναν. Η όψη του έμενε χωρίς μεταλλαγή. Τραχιά κι ανάλλαγη, σα να ’τανε από πέτρα. Κι όμως δεν είχε λειψή καρδιά τούτος ο άντρας. Μα του ’χε καλά ριζώσει η ιδέα πως ο πόλεμος κουμαντάρει την πλάση. Και τον έκανε τον πόλεμο με τ’ άρματα που λογάριαζε δικά του. Με τον τρόπο του. Καμιά λύπη δεν τόνε λύγιζε. Στην Τσακωνιά, παιδί ακόμη, είχε στιμάρει τι λογής θάματα κατάφερνε μια γροθιά. Ένας μπόμπιρας έκανε κομάντο, γιατί είχε εύκολες τις γροθιές. Κι ύστερα, στα καράβια, μαρκάρισε καλά τα λογής-λογής φερσίματα των καραβοκυραίων. Και στη στεριά είχε γουστάρει στα γιομάτα τα τερτίπια που οδηγάνε στο πολύ το βιος.

Ήξερε καλά και περίκαλα πως με χαζομάρες ανθρώπους δε κουμαντάρουνε, ούτε κερδίζουνε μπιστεμένα κορμιά. Από τη λύπηση του διπλανού του προτίμαγε τον τρόμο του.

Άφησε λοιπόν τους ναύτες του καϊκιού να θαλασσοπνιγούνε. Από τους οχτώ που ταξιδεύανε, τρεις μονάχα καταφέρανε, τσακισμένοι και ανήμποροι, να πιάσουνε την κόστα. Τότες μονάχα έτρεξε με τους ανθρώπους του και τους περιμάζωξε. Κι όχι με το ήμερο, μα με την προσταγή. Τους πήγε ως τον Ταξιάρχη και τους δυο, τους έβαλε στο κελί του Γαβρίλη, τ’ αμπάρωσε καλά, κι έβαλε τον Καφούρο, αρματωμένο, να φυλάει, και τον άλλον τον έσουρε στην εκκλησιά. Εκεί έμαθε πως ήταν φορτωμένοι γεννήματα και πως στο καράβι έμεινε ένας ταξιδιώτης με το σεντούκι του. Κι αφού ξεκαθάρισε τα πράματα, πήρε το σκοινί του πηγαδιού και μια άλλη μεγάλη τριχιά, έδεσε έναν-έναν, έδεσε και το Γαβρίλη και, ξημερώματα, πήρε τον Κακαβά, και με τη βάρκα του έφτασε στον ταξιδιώτη.

Ήτανε καθισμένος στο σεντούκι του. Τον διέταξε με την κουμπούρα στα μηλίγγια του να τ’ ανοίξει, ξάφρισε και την κάμαρη του καπετάνιου, πήρε σκοινιά για τη βάρκα του και άλλα χρειαζούμενα πράματα, κι έφυγε αφού απαράτησε μέσα τον ταξιδιώτη. Άμα ξεμπαρκάρισε στον κάβο, ξεμονάχιασε το Γαβριήλ.

-Μου μίλησες προτερνά για το βιος σου, του ’πε άγρια ο Μιχάλαρος. Πού το ’χεις;

-Φτωχομπακίρια, καπετάνιο…αποκρίθηκε ο καλόγερος.

-Καιρό δεν έχω για χάσιμο. Ή το φέρνεις ή θα ξεκάνω κι αυτούς και την αφεντιά σου.

Ο Γαβρίλης έτρεμε. Τούτο το αναπάντεχο τον είχε χλωμιάσει πιότερο κι από το ναυάγιο κι από όσα είχανε σταθεί κείνη τη νύχτα. Τα όσα όμως είχε δει, τον είχανε δασκαλέψει στην εντέλεια για το τι σόι άνθρωπος ήτανε ο Μιχάλαρος. Ήξερε πως η φοβέρα ήτανε τάξιμο, που δεν απαρατιόνταν για καμιάν αφορμή. Να τον αφήσει, πάλι, να τον σφάξει; Τι το ’θελε τότε το βιος;…

-Θα πάω να σου το φέρω, καπετάνιο.

-Σήκω λοιπόν και θα ’ρθω μαζί σου.

Ο Γαβρίλης τήραξε το Μιχάλαρο σουρωμένος και ολόχλωμος. Προβάτισε όμως. Τους πήγε σ’ ένα μικρό φαράγγι και τους πέρασε σε μια ψευτοσπηλιά. Έσκαψε λίγο κι ανάσυρε ένα κουβά, κι από μέσα ένα σιδερένιο κασέλι.

-Τούτο είναι, τους είπε.

Ο Μιχάλαρος τ’ άνοιξε, κι είδε φλουριά κι αγιοκωσταντινάτα και ριάλια και τάλαρα.

Το σφάλιξε, το πήρε κι αντίς να γυρίσει με τους ναύτες στο ρημοκλήσι, πήρε την κατηφοριά για τη βάρκα του.

Μ’ όλο τον καιρό, ξανοίχτηκε κι άφησε το Γαβρίλη ν’ αγναντεύει το βιος του που χοροπηδούσε στου κυμάτου τον αφρό, ώσπου είδε τη βάρκα, μ’ ένα φλόκο, να χάνεται πίσω από τις στεριές. Και για πρώτη βολά, καθώς γύριζε στο κελί του για να λευτερώσει τούτους τους ναυαγούς, ένιωθε να ’ναι σωστός ερημίτης του κάβου.

Είχα πει πως θα γράψω μερικά λεξιλογικά, αλλά τώρα που ξαναβλέπω το κείμενο δεν ξέρω αν υπάρχει λόγος, οι περισσότερες λέξεις είναι γνωστές, ίσως σε παραλλαγή. Ας πούμε, γιομιτζής είναι ο ναύτης, τουρκικό δάνειο πιο γνωστό στον τύπο «γεμιτζής». Μαρινάρος είναι ο ναυτικός, ενώ στιμάρω θα πει «εκτιμώ» κι εδώ χρησιμοποιείται με δύο σημασίες της λέξης.

Η μόνη κάπως δύσκολη λέξη, πιστεύω, είναι το «κουμνί ελιές», που είναι βέβαια, όπως βγαίνει από τα συμφραζόμενα, είναι το πιθάρι, το κιούπι. Υπάρχει και παροιμία στον Πολίτη, καταγραμμένη στην Πάτμο, «το αψύ το ξίδι χαλάει το κουμνί του».

 

182 Σχόλια to “Καβο-Μαλιάς, διήγημα του Κωστή Μπαστιά”

  1. spiral architect said

    Μονή-μπασιά = Μονεμβασιά

    Καλημέρα.

  2. Γς said

    Καλημέρα

    >Ηταν ψηλός, με γένι μαυριδερό, δασιά φρύδια και κομμένο το ζερβί τ’ αφτί του.

    Φαν [Van] Μίχαλος, Ξυρισμένος

  3. Γς said

    Van Michalaros

  4. Γς said

    Και δεν έχουν φτάσει ακόμα Τούρκικες φρεγάτες στο Κάβο-Μαλιά
    [Να δούμε και τον στρατάρχη Καμμένο με τη στολή του στην Ελαφόνησο]

  5. Παναγιώτης Κ. said

    Πήγα μια φορά στην Μονεμβασιά και θέλω να ξαναπάω!
    Στο έμπα της καστροπολιτείας συναντάς το σπίτι του Ρίτσου. Από την ταράτσα του σπιτιού,που είναι πριν την εξώπορτα, βλέπεις το βαθύ μπλε του πελάγους. Οπότε ένας από την παρέα αστειεύτηκε λέγοντας: Αν είχα γεννηθεί και μεγαλώσει σε αυτή την τοποθεσία θα μπορούσα και εγώ να γίνω ποιητής! 🙂

    Εκεί που πηγαίνει λίγος κόσμος και που αξίζει περισσότερο, είναι το ψηλότερο μέρος του κάστρου. Μου έχει μείνει η εικόνα από τις στέρνες-πηγάδια που υπάρχουν εκεί ψηλά!

    Στην εποχή μας υπάρχουν οπωσδήποτε μεγάλα τεχνικά επιτεύγματα γιατί έχουμε πλούσια τεχνικά μέσα. Αλλά και σε εκείνες τις παλαιότερες εποχές, δεν είναι ευκαταφρόνητα τα διάφορα έργα!

  6. Παναγιώτης Κ. said

    @4. Άμα βρεθείς στην Ελαφόνησο δεν έχεις καμιά όρεξη να δεις τον Καμμένο. Άλλα βλέπεις …που θα έλεγε και ο …Γς. 🙂

  7. Γς said

    6:
    Απέναντι όμως;
    Στο Πόρτο Κάγιο;
    Που δεν έχειφτάσει [ακόμη] το Cesme.

  8. Καλημέρα!
    Το γύρισμα της οπτικής γωνίας στο τέλος ήταν καλό.
    Άκουσα πρόσφατα μια ομιλία για τον Μπαστιά. Πριν τακιμιάσει με τον Μεταξά και τα εθνικά είχε ανεβάσει ένα νατουραλιστικό θεατρικό με θέμα τη ζωή του αθηναϊκού υποκόσμου, το οποίο έκανε μεγάλο ντόρο και σκάνδαλο· μόνο που δεν σώζεται, γιατί το εξαφάνισε στη συνέχεια.

  9. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

  10. sarant said

    8 Ο γιος του έχει βγάλει βιβλία για τη δράση του στον Μεσοπόλεμο, που δίνουν εικόνα όλης της τότε πνευματικής κίνησης.

  11. Γιάννης Ιατρού said

    Corto, ευχαριστούμε πολύ! Ανακηρύσσεσαι σε μέγα χορηγό 🙂

  12. Γς said

    >τον είδανε να σιγοκουβεντιάζει με τον Καφούρο

    Καμία σχέση με τον Μαρινόπουλο του Πριζινίκ

    [προσεχώς Σκλαβενίτη]

  13. atheofobos said

    Το ίδιο θέμα έχει και η ταινία Η Ταβέρνα της Τζαμάϊκα του Άλφρεντ Χίτσκοκ με τους: Μορίν Ο’Χάρα,Τσαρλς Λότον, Ρόμπερτ Νιούτον
    της αγγλικής περιόδου (1939) Εδώ με ελληνικούς υπότιτλους

  14. Γς said

    11:
    >Ανακηρύσσεσαι σε μέγα χορηγό

    Α, και μένα!
    Αν σταματήσω να γράφω;

  15. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  16. 13 Η οποία Ταβέρνα της Τζαμάικα είναι μια κακή ταινία, σίγουρα η χειρότερη του Χίτσκοκ. Να τα λέμε αυτά 🙂 Εξαιρώντας βέβαια την παρουσία του Τσαρλς Λώτον!
    Για κάποιο λόγο τέτοιου είδους ταινίες αποτυγχάνουν. Υπάρχει ένα πολύ ατμοσφαιρικό νεανικό μυθιστόρημα, το Μούνφλιτ (και στα ελληνικά), με λαθρέμπορους, πειρατές και θησαυρούς στις αγγλικές ακτές. Το γύρισε κοτζάμ Φριτς Λανγκ και …το κατέστρεψε. (Βλέπω στο λινκ της βίκι ότι το εκθείασαν τα Cahiers du cinéma –αλλά αυτοί είχαν κόλλημα με τον Λανγκ).

  17. Γς said

    13:

    Που βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα της Δάφνης ντυ Μωριέ, με τον ίδιο τίτλο.

  18. gpoint said

    «σφάλιξε μέσα στην εκκλησιά τον καλόγερο και βγήκε.»
    υποθέτω πως το σφάλιξε είναι από το ασφαλίζω, εδώ με την έννοια, κλειδώνω, αμπαρώνω
    αν είναι όμως έτσι πως γίνεται πιο κάτω ο καλόγερος να…» Ύστερα πήγε προς την πόρτα, άνοιξε και βγήκε στη γεναριάτικη παγωνιά»

  19. Για να ολοκληρωθεί το déjà-vu ας ξαναβάλουμε το λινκ με την κουβέντα για το μυθιστόρημα του Βερν: https://sarantakos.wordpress.com/2012/09/28/yassiada/#comment-135443

  20. (βασικά στο λινκ του #19 πρέπει να δει κανείς τα σχόλια από πάνω, όχι από κάτω)

  21. Γς said

    0, 19:

    >Ήρθε λοιπόν η συζήτηση στους Μανιάτες -τα «κακαβούλια»- και την πειρατεία την οποία μετέρχονταν, σπρωγμένοι από την ανέχεια

    Ποια ανέχεια Νικοκύρη;
    Είναι στο DNA μας. Εμένα ώρες ωρες παίζει το μάτι μου.

    Είναι κι εκείνα τα νοίκια που χρωστάει ο παππούς σου στον παππού μου στο Οίτυλο

  22. atheofobos said

    16
    Για την ακρίβεια το Moonfleet (ελληνικός τίτλος Ο Τζέντλεμαν του Υποκόσμου) με 24 ψήφους από τους 76 σκηνοθέτες , κριτικούς και από κορυφαία στελέχη του γαλλικού κινηματογράφου που ψήφισαν για τα 100 κινηματογραφικά αριστουργήματα των Cahiers du cinéma, βρίσκεται στην θέση 31-36 όπως γράφω σχετικά στο:
    ΤΑ 100 ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ LES CAHIERS DU CINEMA
    http://atheofobos2.blogspot.gr/2009/04/100-les-cahiers-du-cinema.html

  23. ΚΑΒ said

    >>Βλέπω τ’ αγγομαχητό των καραβιών

    Γράφει ο Στράβων:Μαλέας δὲ κάμψας ἐπιλάθου τῶν οἴκαδε

    ὥσπερ ὁ πορθμὸς οὐκ εὔπλους ὁ κατὰ τὴν Σικελίαν τὸ παλαιόν, οὕτω καὶ τὰ πελάγη καὶ μάλιστα τὸ ὑπὲρ Μαλεῶν διὰ τὰς ἀντιπνοίας· ἀφ’ οὗ καὶ παροιμιάζονται “Μαλέας δὲ κάμψας ἐπιλάθου τῶν οἴκαδε.” ἀγαπητὸν οὖν ἑκατέροις ἦν τοῖς τε ἐκ τῆς Ἰταλίας καὶ ἐκ τῆς Ἀσίας ἐμπόροις, ἀφεῖσι τὸν περὶ Μαλέας πλοῦν, κατάγεσθαι τὸν φόρτον αὐτόθι· καὶ πεζῇ δὲ τῶν ἐκκομιζομένων ἐκ τῆς Πελοποννήσου καὶ τῶν εἰσαγομένων ἔπιπτε τὰ τέλη τοῖς τὰ κλεῖθρα ἔχουσι. διέμεινε δὲ τοῦτο καὶ εἰς ὕστερον μέχρι παντός·

    κλείθρα:διαβάσεις

    Ξιπόλυτος. μάλλον ξυπόλυτος

    18.Κι εγώ το παρατήρησα.

  24. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    18-23 Υποθέτουμε ότι αφού φύγανε οι κουρσάροι, ο ασκητής έσπασε την πόρτα ή κατάφερε να βγει από αλλού

  25. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλημέρα!
    Ο Μπαστιάς ήταν σοσιαλιστής στα νιάτα του και εκδότης σοσιαλιστικού περιοδικού. Αλλά, όπως πολλοί Έλληνες λογοτέχνες, ιδίως της γενιάς του ’30, συνεργάστηκε με τη μεταξική δικτατορία και συμφώνησε με τον δικτάτορα πως το Βασιλικό Θέατρο μπορεί να αποτελέσει βιτρίνα του καθεστώτος.
    Ωραίο το διήγημα, δείγμα της έξοχης νεοελληνικής θαλασσινής διηγηματογραφίας.

  26. Γιάννης Κουβάτσος said

    Έχει δίκιο ο Γς. Οι πατριώτες μας οι Μανιάτες το πλιάτσικο και την πειρατεία τα είχαν στο αίμα τους. 😊 Στην άλωση της Τριπολιτσάς πρωτοστάτησαν στη λεηλασία. Αλλά είναι γεγονός πως η φτώχεια ήταν αχώριστη σύντροφός τους. Άγονος το μέρος, λίγο και κακής ποιότητας το νερό. Έξι αδέρφια μικρής ηλικίας έχασε ο πατέρας μου από τύφο εξαιτίας του νερού. Ζόρικος τόπος από κάθε άποψη η Μέσα Μάνη.

  27. sarant said

    26 και πριν: Μανιάτικη αυτοκριτική 🙂

  28. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καλημέρα
    Σφάλιξε τα μάτια σου ,την πόρτα, το στόμα, είναι κλείσε ,όχι και κλείδωσε όπωσδήποτε.
    Στο Ρίτσο αλλά και σε πολλά τραγούδια βρίσκουμε το σφαλιστό,σφαλιγμένο (σπίτι, φλέφαρα, στόμα), όχι πάντα με την έννοια του οριστικά κλειστού, κλειδωμένου.

  29. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Στο διήγημα, μπορεί ο φόβος του Μιχάλαρου να ήταν ο μάνταλος που τους σφάλιξε,(έστω προσωρινά) κι όχι ακριβώς μόνο το κλείσιμο της πόρτας.

    Ο Φάρος της Τζαμάικα που θυμάμαι (χμ,δε λέω Τζαμάικας) είναι άλλο από την Ταβέρνα; Γκούγλισα,φάρος υπάρχει αλλά ταινία όχι 🙂

  30. Γς said

    29:

    Η Ταβέρνα της Τζαμάϊκα

  31. gpoint said

    Πάντως η πειρατεία ανθούσε στον ελλαδικό χώρο (εξ απ’)ανέκαθεν όπως ξέρω για τα μέρη μου.

  32. Γς said

    30:
    Ωχ, δεν είχα καταλάβει

  33. Γς said

    31:

    Ηταν κι οι πειρατες [αρουραίοι] των μεσαίων [κυμμάτων], ραδιοπειρατές

    Κι οι ταξιτζήδες χωρίς άδεια με ΙΧ οχήματα

  34. Corto said

    11 (Γιάννης Ιατρού):
    Να είστε καλά! Ελπίζω να άρεσε το διήγημα.

    Ευχαριστούμε τον κ. Σαραντάκο που μας δίνει το κίνητρο να ξαναέρθουμε σε επαφή με την λογοτεχνία!

  35. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    https://sarantakos.wordpress.com/2015/10/05/capitalcontrols/
    Σχ.48 Λακωνίας Περίπλους
    Χρήστος Τσάγκας (ο αλησμόνητος ) και Ναταλία Καποδίστρια, σε σκηνοθεσία Γιώργου Ζερβουλάκου. Στο γιουτούμπι είναι σε εξι συνέχειες.Αξίζει να το δείτε. Το τραγούδι στο τέλος,εξαιρετικό(κατά το γούστο μου):
    «Από το κάβο γκρόσο ως τον Κάβομαλιά » στο 12:6 με τη φωνή της Μαρίζας Κωχ

  36. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @27. Κάθε άλλο, Νίκο! Το πλιάτσικο ο Μπαστιάς το καταλογίζει στον Υδραίο/ προφανώς Αρβανίτη, Μιχάλαρο!

  37. Spiridione said

    36. Στην Τσακωνιά λέει παρακάτω ότι μεγάλωσε ο Μιχάλαρος.

  38. Ο Μπαστιάς δεν ήταν μανιάτης, αν θυμάμαι καλά συριανός ήτανε.

  39. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πάντως, όλοι οι πειρατές που είχαν ορμητήριο λιμάνια και κόλπους της Μάνης δεν ήταν πάντα Μανιάτες. Σ’ αυτά τα νερά έδρασε και ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, πατέρας του Γέρου.

  40. 38 …και για να το επιβεβαιώσω, πέφτω στο αγιογραφικό άρθρο της ελληνικής βίκης (τη νύχτα της 4ης Αυγούστου 1936, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς προχώρησε στη «μεταβολή», όπως την αποκαλούσε ο ίδιος, του πολιτεύματος, με τη σύμφωνο γνώμη του Βασιλέως Γεωργίου Β΄).

  41. Spiridione said

    Δύτη, γεννήθηκε στη Σύρο, μπορεί να μην ήταν από εκεί. Ο πατέρας του ήταν αξιωματικός, Μπαστουνόπουλος το όνομα, που φέρνει μωραίτικο. Πράγματι, βλέπω ήταν από την Αλαγονία, στον Ταύγετο.
    http://www.fotos-lamprinos.gr/1909/05/04/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%82-%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82-1909-1949/

  42. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    34. Corto, πολλές ευχαριστίες.Μεταφέρθηκα αμέσως στο κλίμα του διηγήματος. Άξιος ο μιστός σου(ο κόπος σου) 🙂

    >>τ’ άναψε και καψάλισε τρεις ρέγγες.
    Δηλαδή, ετσιβίλιασε τρεις φρίσες. 🙂
    Η φράση στη ντόπια λαλιά και κουλτούρα που τη λέμε με τα ξετοπισμένα (όπως κι εγώ) ξαδέλφια, σε ανάμνηση απώτατης ζωής μας, είναι να κατεβούμε το χειμώνα πάμε στς ελιές να βαστούμε φασουλάδα και να τσιβιλιάσομε τη φρίσα στο χωράφι.

  43. giorgos said

    Ενα μικρό κείμενο πού δείχνει τήν διαφορετική ίδεολογική αντίληψη τών πραγμάτων…

    «Οί Αγγλοι έκαμαν τούς προγόνους των πειρατές έθνικούς ήρωες , χωρίς νά τούς άφαιρέσουν τίποτε άπό τήν διασημότητα καί τήν αίγλη τους . Εμείς τούς δικούς μας , άπείρως καλύτερους στό «είδος» (ό Σαχτούρης π.χ. ήταν προφέσσορ μπροστά στόν κάπταιν Αβερυ …) , τούς γελοιοποιήσαμε . Τούς άετογέννητους αύτούς άνθρώπους , τούς γνησιότατους άλβανικής καταγωγής άπόγόνους τού Θεμιστοκλή καί τού Λεωνίδα , γιά νά τούς φαντασθούμε προγόνους μας έπρεπε νά τούς κάνωμε Γερουσιαστές ! Καί αύτό είναι τό γελοίον τής ίδεολογίας μας : έκεί πού ύπήρχαν πράγματι τά ήμίψηλα καί οί ρεντικότες σάν ίστορικές γνησιότητες καί έθνικό κεφάλαιο ,δηλαδή στά Επτάνησα , τά καταργήσαμε ώς «έθνικώς» ύποπτα . Καί θελήσαμε νά φορέσωμε ήμίψηλο στόν Μιαούλη . Ποιό τό άποτέλεσμα ? Νά βγή τό ήμίψηλο ούτε ήμίψηλο ούτε καλυμμαύχι , αλλά κάτι μεταξύ τών δύο !…Αύτά όμως πρέπει νά τά ίδούμε πώς άντανακλούν καί στό…»Σύνταγμα» . Αντί νά θαυμάσωμε τόν Μακρυγιάννη ώς έναν χαρισματικό λωποδύτη , ή ίδεολογία τόν έκαμε…έξάδελφο τού Χριστού . Ο Μακρυγιάννης ώς αύτό πού ήταν είναι ή πιό άξιοσέβαστη φυσιογνωμία (ύπάρχει κανένας πού δέν αίσθάνεται σεβασμό μπρός στό ίστορικό μέγεθος τού Αλ Καπόνε? ) , ώς …»άγιος» όμως είναι ίδεολογική γελοιότης . «

  44. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    36 Εννοούσα τους σχολιαστές!

    41 Είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό το λινκ, συνοψίζει καλά και τα γενεαλογικά των Μπαστουνόπουλων.

  45. ΧΡΟΝΙΚΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ said

    Πολύ ωραίον

    α

  46. sarant said

    45 Δεν διαβάζεται δυστυχώς…..

  47. 41 Στέκω διορθωμένος! Ώστε ήταν και θείος του Φώτου Λαμπρινού…

  48. cronopiusa said

    Ευχαριστούμε πολύ Corto!


    ο Μιχάλαρος από το βίντεο στο Πέραμα

  49. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @37 «Φορούσε την υδραίικια βράκα του»…
    Πάντως ο Μπαστιάς (βαθύς γνώστης των κουρσάρικων ηθών και της συνάντησής τους με τον Χριστό – Μηνάς ο Ρέμπελος) φαίνεται πως ήταν ένας σημαντικότατος πνευματικός άνθρωπος και του οφείλουμε την συμβολή στην συγγραφή της έγκυρης και μετρημένης Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους..

  50. Spiridione said

    Και ευχαριστούμε και τον Corto.
    49. Προφανώς θα ήταν μια γενική ονομασία φορεσιάς.

  51. Corto said

    ΕΦΗ, Cronopiusa, Spiridione και λοιποί φίλοι:

    Να είστε καλά! Χαίρομαι που σας άρεσε το διήγημα. Εμένα μου φάνηκε «κινηματογραφικό», με πολύ ζωντανές εικόνες και αρκετό σασπένς. Αλλά μου άρεσε πολύ και η γλώσσα του Μπαστιά.

  52. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Συγχαρητήρια Corto, πολύ όμορφο και δυνατό, τόσο μικρό και τόσο γεμάτο από αληθινά νοήματα, πάει πολύς καιρός που έχω διαβάσει κάτι ανάλογο, σ΄ευχαριστώ προσωπικά για τον κόπο σου. Για το ιστολόγιο και τον Νικοκύρη, τι να πέι κανείς, οι ευχαριστίες, φαντάζουν λίγες.

  53. Corto said

    Λάμπρο να είσαι καλά! Πράγματι για τον Νικοκύρη οι ευχαριστίες φαντάζουν λίγες.

  54. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    1 – «Μονή-μπασιά = Μονεμβασιά» Και μου θύμισες τον Μπασιά του Λεώνικου, αλλά και την απουσία του από τα σχόλια, για να τον ρώταγα από πού έβγαλε το όνομα (δεν θυμάμαι αν το είχε γράψει) ας είναι καλά όπου κι αν είναι.

    43 – «ύπάρχει κανένας πού δέν αίσθάνεται σεβασμό μπρός στό ίστορικό μέγεθος τού Αλ Καπόνε?» ΕΓΩ!

  55. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @50. Αφού επιμένεις, έχει και ένα άλλο αρβανίτικο χαρακτηριστικό: Το κομμένο αυτί, ως τιμωρία, είναι (παλαιο)αρβανίτικη συνήθεια! (Έχει κι άλλα αρβανίτικα χαρακτηριστικά ο Μιχάλαρος αλλά μη με πιέζεις να συνεχίσω γιατί θα με χωρίσει η γυναίκα μου.. Αυτοί δεν αστειεύονται!)

  56. Spiridione said

    Αφού το λέει ξεκάθαρα ότι ήταν από την Τσακωνιά, τι επιμένεις; Στην αρχή λέει ότι κανείς δεν ήξερε από πού ήρθε, ήταν πάντως στα καράβια, και μετά λέει ότι ήταν από την Τσακωνιά. Ως ναυτικός θα υιοθέτησε προφανώς συνήθειες και ενδυμασία των νησιωτών.

  57. Corto said

    Ωραίο δημοτικό τραγούδι από τον Κάβο-Μαλιά: Μια λυγερή τραγούδησε

    «Παιδιά, μαϊνάρετε πανιά, παιδιά, ρίχτε τα κάτω
    ν’ ακούσουμε την λυγερή σαν τι τραγούδι λέγει…»

    (Κάτω από το βίντεο αναφέρει και πολύ ενδιαφέρουσες λαογραφικές πληροφορίες για την περιοχή)

  58. cronopiusa said

  59. Ριβαλντίνιο said

    Ανάμεσα Τσιρίγο και Κάβο Μαλιά
    Καράβι κινδυνεύει μ’όλη τη συρμαγιά.
    Δεν κλαίω το καράβι, μήτε και τα πανιά ,
    μον’ κλαίω τα ναυτάκια που είναι διαλεχτά.
    Δεν είναι ένα-δύο μήτε και δεκαριά,
    μον’ είναι τετρακόσα μια πεντακοσαριά.
    Γυρίζει τριγυρίζει λιμάνι για να βρει,
    τα κύματα το σπρώχνουν Παναγιά μου ν’αράξει δεν μπορεί.
    Βοήθα Παναγιά μου για να γλιτώσουμε
    κι όσα καντήλια έχεις θα στ’ασημώσουμε.

    ———————————————
    Ευχαριστούμε πολύ τον Corto και τον κο Σαραντάκο !

  60. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @56. Αν δεις σε χάρτες της Πελοποννήσου την σκιασμένη περιοχή της Τσακωνιάς και τις κουκίδες με τα αρβανίτικα χωριά της περιοχής, θα πεισθείς ότι «Τσακωνιά» και «Αρβανίτης» δεν είναι αλληλοαποκλειόμενες έννοιες..

  61. giorgos said

    54. Mπράβο σου , αλλά βιαστηκες! αν κάποιος απ’ αυτούς πού θαυμάζεις γράψει τό αντίθετο τί θά κάνεις?

  62. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>που ’χε πρατιγάρει δω και δυο χρόνια σε ναπολιτάνικια σκούνα,
    πρατιγάρει, είναι ναυτικός όρος , η πράξη της ναυτοσύνης;

    -Ούτ’ ένα αστεράκι, καπετάνιο…
    -Στραβός δεν είμαι, αποκρίθηκε θυμωμένος ο Μιχάλαρος.
    Μα προσέξουμε τη σκληρότητα: το λέει στον γκαβό τον Κακαβά, όπως τον έχει ήδη περιγράψει

  63. Ριβαλντίνιο said

    @ 60 Μανιατομακεδόνας

    Έτσι.

  64. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα σχόλια!

  65. Ανδρέας said

    https://el.wikipedia.org/wiki/Κωστής_Μπαστιάς
    Ο Κωστής Μπαστιάς (Αιμίλιος Κωνσταντίνος Μπαστουνόπουλος) (5 Φεβρουαρίου 1901- 25 Δεκεμβρίου 1972) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, δημοσιογράφος, εκδότης, αρχισυντάκτης και χρονογράφος μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων, γενικός διευθυντής του Βασιλικού (Εθνικού) Θεάτρου (1937-1941), της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (1940-1941 και 1959-1964) και του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (1961-1963) και δημιουργός των νέων θεσμών των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων (1938), της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών (1938), της Πανελλήνιας Καλλιτεχνικής Έκθεσης (1938) στο Ζάππειο, κ.ά.

    Το ίδιο πρόσωπο είναι;

  66. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @63. Κάτι τέτοιο..

  67. Γιάννης Κουβάτσος said

    Άλλο το να μην παραποιούμε συνειδητά τα ιστορικά γεγονότα και να μην αγιογραφούμε τα ιστορικά πρόσωπα και άλλο το να θαυμάζουμε τους χαρισματικούς απατεώνες και τους Αλ Καπόνε. Δηλαδή, θα μπω αύριο στην τάξη και θ’ αρχίσω να εκθειάζω τη μαγκιά και τη λεβεντιά των Αρβανιτάκηδων, επειδή οι Άγγλοι ηρωοποίησαν τον πειρατή Ντρέικ και τον εγκληματικό ιδιωτικό στρατό της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών; Άλλο αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας και άλλο θαυμασμός εγκληματικών πράξεων.

  68. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @65. Το ίδιο!

  69. giorgos said

    67. Η πειρατεία σέ κάποιες ιστορικές περιόδους ήταν αποδεκτή , δέν θεωρούνταν εγκλημα . Οί Αγγλοι τόν πειρατη Ντρέικ τόν έκαναν Σερ .

  70. Ανδρέας said

    Αν είναι ο ίδιος δεν είναι δημοτική αυτό που γράφει, είναι »τεχνητή γλώσσα» ο αντίποδας της καθαρεύουσας ως επίσης τεχνητή γλώσσα. Δημοτική του όποιου »Κολωνακίου» της εποχής.

  71. Ανδρέας said

    Πρόκειται περί »μπολιάσματος» της γλώσσας όχι απαραίτητα κακό.

  72. ΕΦΗ - ΕΦΗ said


    Στο 6:35 το κόλπο των πειρατών τις νύχτες, με κοπάδια κατσίκια που τους έδεναν λυχνάρια στο λαιμό για να ξεστρατίζουν τα καράβια και να κάνουν το ρεσάλτο. Και για το Λυμπεράκη Γερακάρη, θρυλικό μανιάτη πειρατή, ωραία αφήγηση στη συνέχεια.

  73. Ανδρέας said

    Το διήγημα πάντως θύμισε φαρ-ουέστ. Οι μπαντίτος ξανά.

  74. Idom said

    Έι! Μέρα που είναι, περίμενα αφιέρωμα για την μαμά!
    Πού είναι;
    🙂

  75. Γιάννης Κουβάτσος said

    Αυτή η τεχνητή δημοτική που χρησιμοποιούσαν κάποιοι λογοτέχνες καταντούσε αντιαισθητική πολλές φορές όπως π.χ. στην περίπτωση του Καζαντζάκη που διαβάζεται πιο ευχάριστα στα αγγλικά παρά στα ελληνικά. Πόσο πιο φυσική και ωραία η γνήσια δημοτική γλώσσα στους διαλόγους των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη!

  76. Ανδρέας said

    Μάλλον πρέπει να δημιουργηθεί μια υποκατηγορία (αν δεν υπάρχει ήδη) στην Ελληνική λογοτεχνία που να ονομαστεί σπαγγέτι-μυθιστορία όπως τα σπαγγέτι-γουέστερν του ιταλικού κινηματογράφου.

  77. Ανδρέας said

    κουμνί | Ποντιακό Λεξικό
    κουμνί = πιθαράκι
    pontos-news.gr/lexicon/words/κουμνί

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    75. Ως προς τον Καζαντζάκη,μπορεί εξεζητημένη αλλά αντιαισθητική;
    Γράφει ο Καζαντζάκης στην αγωνία του για τη μετάφραση της Οδύσσειας, στα 1929, από το Μούρμανσκ, στο Χαρίλαο Στεφανίδη, γράψε μου λέξεις κρητικές όσες ξέρεις για το κυνήγι, την ψαρική,καράβι.κρασί,ήλιο βροχή θάλασσα έρωτα και πόλεμο.
    Όταν γλωσσοπλάθει για να αποδώσει κάποιες καταστάσεις, φτάνει ίσως στην εκζήτηση αλλά όταν χρησιμοποιεί τη λαϊκή (π.χ.κρητική) λαλιά,γιατί;

    Είναι τελικά ζήτημα γούστου,να χαίρεται κάποιος την (όποια) λογοτεχνική γλώσσα;
    Η ροή, η μουσικότητα του κειμένου δεν είναι ως φαίνεται ίδια σ΄όλα τ΄αυτιά, γιατί εμένα μ΄αρέσει η γλώσσα του Μπαστιά. Έχω δικό του και το Μηνά το Ρέμπελο.Θεματικά,στα κομμάτια των κουρσάρων, αλλά και στο γλωσσικό ύφος μου θυμίζει τον Κόντογλου.
    76. Με ποια σκευή το λέτε αυτό;

  79. Γιάννης Κουβάτσος said

    Στα σημεία που γλωσσοπλάθει αναφέρομαι, Έφη, όχι στις λέξεις της κρητικής ντοπιολαλιάς, που είναι θαυμάσιες. Ιδίως στην «Οδύσεια» κάποιες μακαρονοειδείς συνθέσεις καταντούν κωμικές.

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κουμνί
    Εμείς ανατολικά, κούμο λέμε το κοτέτσι (κουμαρόλι το μικρό) , δυτικά το τυροκέλι,το χώρο όπου ωριμάζουν τα τυριά. Στο μιτάτο (στρούγκα) είναι ο ξώκουμος για το βοσκό κι ο κούμος για τα τυριά.
    Κουκουμάς, το πήλινο δοχείο του κλήδονα, (και το έθιμο αλλού) αλλά και το μελανοδοχείο εποχής.

  81. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    74.Έι! Μέρα που είναι…
    Στις 8 Μαΐου 1945, η Γερμανία συνθηκολόγησε άνευ όρων(αφού αιματοκύλησε την ανθρωπότητα μαζί και την ίδια το στρατό και το λαό της)

  82. Ανδρέας said

    78 Με τη λέξη σκευή εννοείτε σκέψη-σκεπτικό ή εξάρτηση-οπλισμός;

    Αν εννοείτε με ποιο σκεπτικό θα σας απαντήσω.
    Σε παλιότερο θέμα εδώ στο ιστολόγιο σχετικά με την διαχείριση των οικονομικών του επαναστατικού αγώνα στο ποίημα του Βάρναλη η αρχή και το τέλος ήταν σαν από σκηνή ταινίας φαρ-γουέστ.

    sarantakos.wordpress.com/2016/03/20/varnalis-6/

    Αρχή στον τρίτο και τέταρτο στίχο
    περιγράφει το βόλι του μπαντίτο σαν σε μονομαχία στο Ελ Πάσο

    [Ο Καπετάνιος

    (Ένας κλέφτης ακουμπά στο ντουφέκι του και συλλογάται)

    Καλοί μου χρόνοι αλλοτινοί,
    μεγάλοι κι αψηλοί ουρανοί!
    Ίσα μπάλα, δίκιο χέρι,
    πάντα πλούσιο μεσημέρι.[…]

    Τέλος
    Εδώ τα μιστά που περιμένουν οι μπαντίτος.

    […] (δυνατά) Μα πρώτα πάμε κάτου στα
    παράθυρά του τα κλειστά:
    «Λόρδε! πριν να ξεψυχήσεις
    το μιστό να μας μετρήσεις!» […]

    Εδώ άλλο ένα άρθρο περί μιστών
    sarantakos.wordpress.com/2016/03/24/1821-6/

    Σε παρόμοιο ύφος ο Μπαστουνόπουλος στο σημερινό περιγράφει τους μπατίντος.

    Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Έχουμε και παράλληλη δραστηριότητα (φαινομενικά ασύνδετη) στην Άγρια Δύση που μπορείτε να δείτε

    εδώ:
    Rear Admiral Giorgos «Jorge» Kolmaniatis, a native from Hydra who arrived in the United Provinces of the Río de la Plata in 1811, strongly contributed in the Argentine War of Independence by leading and training the newly formed fleet. Samuel Spiro, a fellow naval officer, either from Spetses or Mytilene, scuttled his ship in the Uruguay River rather than surrender it to the Spanish Armada. Both men’s names were honored with Argentine Navy ships christened after them in 1937.

    εδώ
    es.wikipedia.org/wiki/Bartolom%C3%A9_Mitre
    Bartolomé Mitre was the first president of the unified country, when Buenos Aires rejoined the Confederation. Thus, Rivadavia, Urquiza and Mitre are considered the first presidents of Argentina by different historians: Rivadavia for being the first one to use the title, Urquiza for being the first one to rule under the 1853 constitution, and Mitre for being the first president of Argentina under its current national limits.
    en.wikipedia.org/wiki/President_of_Argentina

    και εδώ
    el.wikipedia.org/wiki/Κριστίνο_Νικολαΐδης
    Ο Κριστίνο Νικολαϊδης (Κόρδοβα, Αργεντινή, 2 Ιανουαρίου 1925 – 22 Ιανουαρίου 2011) υπήρξε Αργεντινός στρατηγός και μέλος της Στρατιωτικής Δικτατορίας του 1982-83.

    Συνδέοντας λοιπόν
    δείγματα των πολιτικών και μη δραστηριοτήτων των ατόμων
    το υπόβαθρο
    τους »συμπτωματικά» παράλληλους βίους εθνών όπως της Ελλάδας-Αργεντινής (πιθανά κι άλλων Λατινοαμερικάνικων κρατών μέχρι την στιγμή που γράφουμε)

    γιατί να μην καθιερώσουμε και το αντίστοιχο λογοτεχνικό είδος σπαγγέτι φαρ-γουέστ διήγημα και ποίηση; Τι μας εμποδίζει;

  83. Xρίστος Δάλκος said

    60: «θα πεισθείς ότι «Τσακωνιά» και «Αρβανίτης» δεν είναι αλληλοαποκλειόμενες έννοιες..» Ἔ, ὄχι καί Ἀρβανίτες οἱ ἔρημοι οἱ Τσάκωνες πού κάποτε κάποιοι τούς λέγανε καί Σλάβους, μέχρι νά ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ διάλεκτός τους εἶναι κατ᾿ εὐθεῖαν ἀπόληξη τῆς δωρικῆς!

    62 (ΕΦΗ – ΕΦΗ): πρατιγάρω, πρατικάρω (= συγκοινωνῶ || συχνάζω || προσεγγίζω σέ λιμάνι || προϋπαντῶ, ὑποδέχομαι)
    πράτιγο τό, πράτικο (= ἄδεια ἀπόπλου, ἐκφορτώσεως || ἀνάρρωση || θάρρος || τόπος στόν ὁποῖο συχνάζει κάποιος || «φοίτησις»)
    πράτιγος (= ἔμπειρος)
    πρατικάρισμα τό, (= κατάπλους, προσπέλαση || τελωνειακές διατυπώσεις)
    Πιθανώτατα ἐδῶ: εἶχε πρατιγάρει (= εἶχε μπαρκάρει)

  84. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @83. Θέλει πολύ δημιουργική φαντασία για να ερμηνεύσει κανείς το «»Τσακωνιά» και «Αρβανίτης» δεν είναι αλληλοαποκλειόμενες έννοιες» ως «[είναι] Αρβανίτες οι Τσάκωνες»..

  85. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Και βέβαια, Νίκο, αναμφισβήτητα το κουμνί σημαίνει πιθάρι/-άκι και προέρχεται από το περσικό houm..

  86. Κουμλί το μικρό πιθάρι ή και το βάζο στα Πλωμαρίτικα.

  87. sarant said

    70 Μόνο του Κολωνακιού δεν ήταν. Λογοτεχνική δημοτική, τυπική της εποχής.

    62-83 Πάντως εδω το πρατιγάρω το χρησιμοποιεί με τρόπο που δεν τον έχω ξαναδεί.

  88. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    61 – «Mπράβο σου , αλλά βιαστηκες! αν κάποιος απ’ αυτούς πού θαυμάζεις γράψει τό αντίθετο τί θά κάνεις?» Θα πάψω να τον θαυμάζω, αν και άλλο σεβασμός, κι άλλο θαυμασμός. Με την δική σου λογική, θα έπρεπε να αισθάνομαι σεβασμό και για τον Χίτλερ, αλλά ΔΕΝ.

  89. Ανδρέας said

    Για αυτό στα εισαγωγικά το κολωνάκι.
    Ήταν μια γλώσσα που προσπαθεί ένας αστός να αναπαραστήσει Νικο.

  90. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    83β. Ευχαριστώ πολύ!
    Ίσως έβγαλε φυλλάδιο (άδεια) να μπαρκάρει, αν ίσχυε κάτι έστω υποτυπώδες την εποχή εκείνη.

    Για την Τσακωνικη διάλεκτο
    (…)Γνωρίζουμε ότι απ’ όλες τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους η δωρική της Πελοποννήσου ήταν εκείνη που επέζησε τον περισσότερο χρόνο στα χείλη των χωρικών. Στις πιο απόμακρες περιοχές της Πελοποννήσου φαίνεται εκ των προτέρων πιθανό ότι ακόμα και τόσο αργά στον 6ο αιώνα μιλιόταν μια πολύ δωρίζουσα κοινή, αν όχι γνήσια δωρική, γλώσσα. Για δυο αιώνες οι ορεινοί κάτοικοι της Τσακωνιάς θα πρέπει ουσιαστικά να αποκόπησαν από την υπόλοιπη ελληνόφωνη κοινότητα και η διάλεκτός τους θα πρέπει να είχε αναπτυχθεί χωρίς την παρουσία των τάσεων για ομοιομορφία που επικρατούσαν αλλού. Στις συγκυρίες αυτές θα πρέπει να αποδώσουμε την αρχή της τσακωνικής διαλέκτου και την απομονωμένη θέση της ανάμεσα στις διαλέκτους της νέας ελληνικής λόγω του ότι σε κάποια έκταση είναι ο απόγονος μιας από τις διαλέκτους της αρχαίας ελληνικής. Η μεγάλη απόσταση και η δυσκολία πρόσβασης της πατρίδας έχουν ως σήμερα εμποδίσει την τσακωνική διάλεκτο να αντικατασταθεί από μια από τις γειτονικές διαλέκτους ή από την κοινή δημοτική, αν και δεν έχουν εμποδίσει την τσακωνική να δεχθεί επιδράσεις από αυτές τις ποικιλίες της ελληνικής…
    http://www.komvos.edu.gr/glwssa/odigos/thema_d5/3pop-up.htm

  91. sarant said

    89 Δεν είμαι τόσο σίγουρος πως είναι τεχνητή. Έχουν περάσει 80 χρόνια από τότε. Και υπάρχει και κάτι που λέγεται στιλ.

  92. Ανδρέας said

    91 Αν εννοείς στυλ (ύφος) γραψίματος συμφωνώ. Πάντως είναι σίγουρο ότι δεν είναι φυσικός ομιλητής της γλώσσας που περιγράφουμε. Αναπαριστά κάτι που του φαίνεται ότι έτσι πρέπει να είναι.

  93. Ανδρέας said

    συνέχεια του σχολίου 92

    τρέχα γύρευε δηλαδή

  94. Ανδρέας said

    σαν να γράφουμε σήμερης την λέξη χουρjιό και να ψάχνουμε στα Ελληνικά χουργιά να βρούμε που την λένε έτσι. τζίφος lol

  95. Ανδρέας said

    κανάς ιντελλεκτουέλης μεταξύ κολωνακιού-εξαρχείων να την λέει και μέχρι εκεί.

  96. Γιάννης Ιατρού said

    94: Ανδρέας
    Ρε Ανδρέα, αν δεν νογάς εσύ να βρείς την λέξη χουργιό, τι τζίφος και LOL; Παντού έτσι λέγεται 🙂

    εδώ

  97. Ανδρέας said

    Για πότε μιλάς βρε μαθουσάλα; χαχαχα

  98. ΚΑΒ said

    87β. Στο νησί λέμε πρατιΚάρω: πηγαίνω σε ένα μέρος συνέχεια. λ.χ. » Έχει λερωμένη τη φωλιά του και δεν πρατικάρει καταδώ»

  99. Ιάκωβος said

    Πολύ ωραίο.
    Στο ηθογραφικό μέρος και στο ρυθμό της διήγησης παπαδιαμαντίζει. Βέβαια το γυρνάει σε πιο χολυγουντιανό και γκαγκάν.

    Δεν ήταν απαραίτητο να είναι κανείς Αρβανίτης για να είναι τσαμπουκάς. Και ο Τσάκωνες πρέπει να ήταν πολύ ζόρικοι . Ο Δεληγιάννης τους αναφέρει υποτιμητικά «Τσακώνους βαναύσους».

    Οι πιο μπελαλήδες ήταν οι Μανιάτες. Γι αυτό άλλωστε, οι κοτζαμπάσηδες του Μωριά είχαν βαρεθεί να πληρώνουν τους τζερεμέδες και τα πρόστιμα από τη συμπεριφορά των Μανιατών και έστειλαν βεκίληδες και παραβεκίληδες στην πόλη, στο Σουλτάνο, κατάφεραν να τους πετάξουν έξω από τη δικαιοδοσία τη δικιά τους και του Μόρα βαλεσή και τους έκαναν πάσα στον καπουδάν πασά, διοικητή των νησιών, να τρέχει εκείνος.

  100. Ανδρέας said

    96 Γιάννη τώρα είδα το βίδεον χαχα.
    Έχει μια λέξη να δεις πως την λένε μούμπλε, μούμπλε…
    α! ναι..
    Νοσταλγία

  101. ΚΑΒ said

    77. και σε μας κουμνί:μικρό πιθάρι που το λέμε και βεδούρι

  102. 101

    Από το βεδούρι και η «απλυτοβεδούρα», η αχαΐρευτη, η ανοικοκύρευτη, η βρωμιάρα (από ζήλεια την βρίζουνε)

    https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

    https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B2%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

  103. Ήτανε σκληρή η φτώχεια στη Μάνη εκείνη την εποχή. Τους τρώγανε τις δουλειές οι Κρητικοί. https://pbs.twimg.com/media/Ch8R59dWUAA4Am8.jpg:large

  104. Ανδρέας said

    H πλάκα (διότι περί πλάκας πρόκειται) είναι ότι στο ον-λάιν λεξικό Merriam-Webster έχει ορισμό όσο απίστευτο και να φαίνεται.
    Λέει λοιπόν:

    Aren’t you smart – you’ve found a word that is only available in the Merriam-Webster Unabridged Dictionary. To view the full definition of Kurmi, activate your free trial today.

    http://www.merriam-webster.com/dictionary/Kurmi

    Kumni
    Popularity: Bottom 10% of words
    Definition of Kumni

    variant of kurmi

    merriam-webster.com/dictionary/Kumni

    Kurmi
    noun Kur·mi \ˈku̇rmē\
    Popularity: Bottom 10% of words
    Definition of Kurmi

    plural -s

    : a member of an important agricultural caste distributed throughout India with the exception of the extreme south

  105. Ιάκωβος said

    Praticare ιταλικά σημαίνει και συναναστρέφομαι.
    και pratica η διαπραγμάτευση.

    Άσχετο: Στο πολιτικό σύστημα της Φλωρεντίας επί Δημοκρατίας, υπήρχε και επιτροπή πολιτών που το έλεγαν πράτικα, που ήταν μόνιμη και αντιστάθμιζε κατά κάποιο τρόπο την συχνή εναλλαγή των προσώπων στα όργανα εξουσίας, με κλήρο ανά δυο μήνες.

  106. ΚΑΒ said

    103. Από ζήλεια ή μήπως επειδή «κάθε πράμα του νοικοκυρού του μοιάζει»;

  107. Ιάκωβος said

    εντάξ,ΤΗΝ ελεγαν

  108. Ιάκωβος said

    Κούμνι. Ίσως Γκιούμι; από το Τούρκικο güğüm: Νάτο:

    Υπάρχει και τραγούδι Μακεδονίτικο.

    Πάρε τα γκιούμια σ’ κι έλα να τα γιομίσουμι.
    Κι πέρνα απ’ την αυλή μου, να τα μιλήσουμι.

  109. Γιάννης Κουβάτσος said

    103. Όταν οι Μανιάτες μετανάστευσαν μαζικά στον Πειραιά, μονοπώλησαν όλες τις θέσεις φορτοεκφορτωτών στο λιμάνι. Εξ ου και το θρυλούμενο τηλεγράφημα προς κυβερνητικό βουλευτή «Εγεννήθη άρρεν. Κρατήσατε θέσιν». Στον ΟΛΠ. 😊
    Ύστερα ο Κούλης διαρρηγνύει τα ιμάτιά του για το «υπερτροφικό» δημόσιο. Γιατί δεν ρωτάει τον μπαμπά του;

  110. Παναγιώτης Κ. said

    @75. Είναι γνωστό ότι κάποιοι που δεν έχουν ως μητρική γλώσσα τα Ελληνικά ή έστω η γλώσσα στην οποία σκέφτονται δεν είναι τα Ελληνικά, όταν μιλάνε, σκέφτονται πρώτα στην ξένη γλώσσα και κατόπιν… μεταφράζουν.Παραδείγματα: ΓΑΠ, Τσακαλώτος κ.λπ

    Την κατηγορία των λογοτεχνών που χρησιμοποιούν τεχνητή δημοτική δεν την εξομοιώνω με τους παραπάνω αλλά θαρρώ πως πρώτα σκέφτονται πιο απλά και μετά προσπαθούν να γίνουν πιο…δημοτικοί. Χωρίς να μειώνουμε την αξία του Καζαντζάκη υπάρχει στα έργα του η τεχνητή δημοτική.

    Και αφού η κουβέντα το έφερε, θυμήθηκα την αντίδρασή μου στην ανάγνωση της Οδύσσειας (μετάφραση Ζήσιμου Σιδέρη) στην πρώτη Γυμνασίου. Η εκτεταμένη χρήση των σύνθετων λέξεων ήταν ξένη προς τα γλωσσικά γούστα ενός δωδεκάχρονου. Παρόλα αυτά έτσι συνέβαινε.
    Ο Μαρωνίτης θαρρώ χρησιμοποιεί λιγότερες σύνθετες λέξεις.
    Στην ωριμότητά μου πλέον, μου ταιριάζει περισσότερο ο δεκαπεντασύλλαβος εκείνων των μεταφράσεων και φυσικά, δεν με…ενοχλούν οι σύνθετες λέξεις.

    Το ίδιο μπορεί κανείς να παρατηρήσει στη μοντέρνα ποίηση . Μερικοί λοιπόν ποιητές περίπου εκβιάζουν το λόγο χρησιμοποιώντας ασυνήθιστες λέξεις, τάχα για να αναδειχθεί η ευαισθησία τους ή ο βαθύς στοχασμός και ο υπαινικτικός ποιητικός λόγος.

  111. Παναγιώτης Κ. said

    Υπάρχει και η αστεία πλευρά με την εκ Παρισίων…φαντασμένη που στο τραπέζι δεν ζητάει να της δώσουν π.χ το αλάτι αλλά να της.. «το περάσουν» ( πέρασέ μου του αλάτι…)
    Δεν γνωρίζω γαλλικά αλλά γαλλομαθής φίλη μου είπε την γαλλική φράση και σωστά θυμάμαι κάτι σαν…πας μουα λε σολ είχα συγκρατήσει. 🙂

  112. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Πρῶτα μιὰ ἀποκατάσταση: Ὁ σωστὸς τίτλος ΔΕΝ εἶναι:» Ἡ ταβέρνα τῆς Τζαμάικα» ἀλλὰ «Πανδοχεῖο ἡ Τζαμάικα». Ὁ ὑπόθεση ἐκτυλίσσεται στὴν Κορνουάλλη τὸ 1819 καὶ δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸ νησὶ τῆς Καραϊβικῆς (ἐκτὸς ἀπὸ τ’ὄνομα τοῦ πανδοχείου ποὺ, ὅπως λέει ἡ wikipedia ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει στὸ Bodmin Moor).
    Τὸ λέει ἐξ ἄλλου καὶ ὁ τίτλος στὰ Ἀγγλικὰ (Jamaica Inn).

    Τὸ διήγημα μοῦ ἄρεσε. Ἔχει μιὰ δύναμη καὶ μιὰ τραχύτητα ποὺ ταιριάζουν στὰ ἤθη καὶ τοὺς χαρακτῆρες τῆς ἐποχῆς ποὺ διαδραματίζεται. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ «σπαγγέτι», ποὺ ἀναφέρεται σὲ μιὰ προσπάθεια ἀντιγραφῆς ξενόφερτων στοιχείων (ὅπως ἦταν τὰ γουέστερν γιὰ τὴν Ἰταλία).
    Ἐδῶ ἔχουμε κάτι καθαρὰ ἑλληνικὸ.
    Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ γλώσσα. Ὁ συγγραφέας χρησιμοποιεῖ αὐθεντικὲς λέξεις ἀπὸ τὸ λεξιλόγιο τῆς ὑπαίθρου καὶ τῆς θάλασσας, ποὺ φαίνεται νὰ τὸ κατέχει καλὰ, χωρίς νὰ καταφεύγει σὲ λεξιπλασίες.

    Τέλος γιὰ τὸ «πρατιγάρω», παρὰ τὴν ὁλοκληρωμένη ἐξήγησή του ἀπὸ τὸν Χρῖστο Δάλκο, θὰ προσθέσω ἄλλη μιὰν ἔννοια (http://www.slang.gr/lemma/23639-pratigaro). Ἔτσι τὴν χρησιμοποιοῦσε ἕνας παλιὸς ψαρὰς τῆς Κύθνου.

  113. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    112. Ὅσοι μπεῖτε στὸ προαναφερόμενο λῆμμα τοῦ slang (ποὺ δημοσιεύτηκε πρὶν ἀπὸ ἕναν χρόνο περίπου) ἀξίζει τὸν κόπο νὰ ρίξετε μιὰ ματιὰ στὰ σχόλια. Τὸ #5 ἀναφέρεται σὲ θέματα σχετικὰ μὲ τὸ σημερινὸ ἄρθρο.

  114. ΣΠ said

    112
    Δημήτρη, έχεις δίκιο ότι η σωστή μετάφραση είναι «Πανδοχείο η Τζαμάικα». Όμως στα ελληνικά ο τίτλος και του βιβλίου (www.ianos.gr/i-taverna-tis-tzamaika-0024524.html) και της ταινίας (akas.imdb.com/title/tt0031505/releaseinfo?ref_=tt_ql_dt_2) αποδόθηκε λανθασμένα «Η ταβέρνα της Τζαμάικα». Συμβαίνει συχνά με τους τίτλους ταινιών.

  115. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Σταῦρο, καλησπέρα. Δυστυχῶς αὐτὸ συμβαίνει συχνὰ. Ἄν ἔνα ἔργο γίνει γνωστὸ μὲ κάποιον λανθασμένο τίτλο εἶναι δύσκολο νὰ διορθωθεῖ μετὰ γιατὶ κινδυνεύει νὰ χάσει τὴν ἀναγνωρισιμότητα.

  116. Ριβαλντίνιο said

    @ 74 Idom

    Για σένα και για να δούμε τι τραβάγαν/τραβάνε οι μαμάδες.

    .Ιστ. Αρχ. Μουσ. Μπενάκη, Αρχ. Αγώνος (87), φάκ. 20, έγγρ. 1805 της 12 Ιουλίου 1825

    (Ο Παναγιώτης Γιαννέας Καπετανάκης, γαμπρός του Αναγνωσταρά, αιχμαλωτίστηκε στην Σφακτηρία από τον Ιμπραήμ. (Εκεί έπεσαν ο Αναγνωσταράς και ο Σανταρόζα). Η μαμά του ζητούσε από την ελληνική διοίκηση να κάνει ότι μπορούσε για να ελευθερωθεί.)

    Αναφορά της Γιαννού Καπετανάκαινας για την ανταλλαγή αιχμαλώτων.

    Σεβαστή Διοίκησις
    Δια της παρούσης μου ταπεινής αναφοράς δηλοποιώ ότι έλάβομεν γράμμα από τον υιόν μου Παναγιωτάκην όστις ευρίσκεται αιχμάλωτος από τους εχθρούς εις Μοθώνην, διά τε να λάβωμεν την πρέπουσαν φροντίδα διά την ελευθέρωσίν του, διότι είναι εις κίνδυνον εξ αιτίας του θανατικού οπού ακολουθεί και αποθαίνουν καθημερινά. Αυτό πλέον μας απήλπισε και να χάσωμεν κάθε μας παρηγορίαν· αν ήθελε απωλεσθή πολεμώντας ως και άλλοι της οικογενείας μας ήθελε μας είναι ο θάνατός του ευχάριστος. Αυτός εκτελώντας το χρέος του ακολουθώντας τας διαταγάς της Σ. Διοικήσεως, εστάθη με εν θερμόν ζήλον πολεμώντας ώστε οπού έγινε αιχμάλωτος. Εγώ η τεθλιμένη μητέρα του και δυστυχής συμβία του, δεν έχομεν άλλον να παρηγορηθώμεν, εις αυτόν είχομεν τας ελπίδας μας. Πλήν παρηγορούμεθα ελπίζοντες ότι η Σεβαστή Διοίκησις δεν θέλει αδιαφορήσει διά την ελευθερίαν του. Τώρα όμως με ποίαν παρηγορίαν και υπομονήν να απεράσωμεν ωσάν από καθημέραν προσμένει τον θάνατον εκ της φοβεράς πανώλης. Προστρέχομεν εις το έλεος της Σ: Διοικήσεως. Διά αγάπην θεού· να λάβη την πρέπουσαν φροντίδα να με παρηγορήση με την ελευθερίαν του ωσάν οπού μετά θεόν είμεθα αφιερωμένοι εις την βοήθειαν και ευσπλαχνίαν της Σεβαστής Διοικήσεως, και με σέβας μένομεν.

    Τη 12: Ιουλίου: Λιμένι 1825
    Η τεπεινή
    Γιαννού Καπετανάκαινα

    (Βέβαια η θλίψη και τα παρακάλια μιας Ελληνίδας μάνας μπορεί να φέρουν σκοτούρες σε μια Τουρκάλα μάνα).

    .ΓΑΚ, Συλλ. Βλαχ. Α΄, Εκτ., φάκ. 14, έγγρ. 105 της 14 Αυγούστου 1825

    Η επιτροπή των Πολεμικών διά την ανταλλαγήν του αιχμαλώτου Παναγιώτη Γιαννέα-Καπετανάκη

    Περίοδ. Γ’
    Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος Αριθ.10434
    Προς το Σεβαστόν Εκτελεστικόν Σώμα
    Το Υπυργείον του πολέμου

    Αριστείδης υιός του εν τη μάχη της Σφακτηρίας ενδόξως πεσόντος, Μακαρίτου Αναγνωσταρά, αναφέρεται εις το υπουργείον τούτο ότι επειδή ο γαμβρός του στρατηγός Παναγιωτάκης Γιαννέας, ελήφθη τότε αιχμάλωτος, και ευρίσκεται έως ώρας εις χείρας των Αράβων, και επειδή άλλο μέσον να τον ελευθερώση δεν έχει, εξαιτείται να τω δοθή Σεβαστή επιταγή, να λάβη μίαν Οθωμανίδα μητέρα με δύο θυγατέρας, ότι ευρίσκεται επακουμβισμένη είς τινα Μιστριώτην, ονόματι Δημητράκης Βασιλάκην, όστις ήδη κατοικεί εις Πραστόν, και την μεν μητέραν να την εξαποστείλη εις Μοθώνην, διά μεσιτείαν της ανταλλαγής του γαμβρού με αυτάς, τας δε θυγατέρες να κρατή ως ενέχειρον, έως ότου εκείνη επιστρέψει· και αν η ανταλλαγή επικυρωθή και παρά των εχθρών, να δόση εκείνας και να λάβη τον γαμβρόν του. Το υπουργείον τούτο, καθυποβάλλον την αίτησιν αυτού υπ’ όψιν του Σεβαστού Εκτελεστικού Σώματος, είναι γνώμης να εγκριθή και παρ’ αυτού, να εκπληρωθή η αίτησίς του, επειδή αι ρηθείσαι Οθωμανίδαι δεν είναι τόσον σημαντικά υποκείμενα, με τα οποία δύναται να γένη άλλη αλλαγή σημαντικωτέρα. 🙂 Ταύτα το υπουργείον, το δε Σεβ. Σώμα ας επιτάξη τα δόξαντα.

    Τη 14 Αυγούστου 1825
    Η επιτροπή του Πολέμου
    Εν Ναυπλίω
    Α. Μεταξάς
    Αδάμ Δούκας

    Απάντησις αρ. 10434 Ότι περί την αλλαγήν του Γιαννέα καθώς και των λοιπών αιχμαλώτων εφρόντισε ήδη η Διοίκησις

    Τελικά ο Παν.Γιαννέας Καπετανάκης απελευθερώθηκε αργότερα από τον Ιμπραήμ μαζί με τους Παν.Γιατράκο και Γ.Μαυρομιχάλη.

    http://www.etlasp.gr/meletes/81-meletes/110-tetradia-istorias-ths-manhs

  117. Ριβαλντίνιο said

    @ 99 Ιάκωβος

    Γι αυτό άλλωστε, οι κοτζαμπάσηδες του Μωριά είχαν βαρεθεί να πληρώνουν τους τζερεμέδες και τα πρόστιμα από τη συμπεριφορά των Μανιατών και έστειλαν βεκίληδες και παραβεκίληδες στην πόλη, στο Σουλτάνο, κατάφεραν να τους πετάξουν έξω από τη δικαιοδοσία τη δικιά τους και του Μόρα βαλεσή και τους έκαναν πάσα στον καπουδάν πασά, διοικητή των νησιών, να τρέχει εκείνος.

    Χαχα , προσπάθεια του Κανέλλου να εκθειάσει την οικογενειά του και την τάξη του, ότι δήθεν αυτοί πέτυχαν την απόσπαση της Μάνης από τον υπόλοιπο Μοριά. Στη πραγματικότητα ένα και μόνο γεγονός συνέτεινε στην απόσπαση της Μάνης από τον Μοριά : τα Ορλοφικά.

  118. Corto said

    103 (Σκύλος) και 109 (Γιάννης Κουβάτσος):

    Σχετικά με τις εκτενείς συγκρούσεις Μανιατών και Κρητικών και για την επικράτηση των πρώτων στις θέσεις των φορτοεκφοτωτών στον Πειραιά:

    http://mlp-blo-g-spot.blogspot.gr/2012/09/1906.html

    και επίσης:

    https://maniatika.wordpress.com/2012/09/29/%CE%BF%CE%B9-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%AC/

    Στις συγκρούσεις του 1906 υπήρχαν αρκετά θύματα.

  119. Suitonios said

    Σαράντα μίλια μακρια
    από τον Κάβο Ματαπά

    Παλιό καραβοκυραίικο δίστιχο για τους καπετανέους που περιπλέουν τα νερά της Μάνης, τότε που οι Λόυδς δεν ασφάλιζαν φορτίο και καράβι….

  120. Corto said

    Το εκκλησάκι των Ταξιαρχών και ο ερημίτης αναφέρονται και στο αντίστοιχο λήμμα του «Ηλίου»:

    «ΜΑΛΕΑ ΑΚΡΑ (Γεωγρ.):
    Η Ν. ΝΑ εσχατιά της Πελοποννήσου και της χερσονήσου του Έλους, των Κυθήρων κατέναντι. Το ακρότομον της διαμορφώσεώς του και η γεωγραφική του τοποθεσία, κατέχυνε ριπαίους ανέμους, αλλά και πλειστάκις, καθώς και σήμερον συμβαίνει, και αντιπνοίας, δι’ ό και η παροιμία «Μαλέας δὲ κάμψας ἐπιλάθου τῶν οἴκαδε», ως δε και ο Πολύβιος αναφέρει, ο φόβος των τρικυμιών, αλλά και των εκεί πειρατών, επέβαλεν εις τους εξ Ιταλίας και Ασίας εμπόρους, να μην χρησιμοποιούν δια την μεταφοράν των εμπορευμάτων των της Μαλέας τον περίπλουν, αλλά να τα μεταφορτώνουν εις τον Ισθμόν, δια να τα διαπέμπουν δια του Κορινθιακού. Ο Στράβων την ονομάζει θηλυκώς πληθυντικώς «αι Μαλέαι», ο Παυσανίας δε τονίζει την ύπαρξιν δύο ιερών επί του ανεμοπλήκτου ακρωτηρίου, του Ποσειδώνος προς δυσμάς και του Απόλλωνος προς ανατολάς.
    Κατά τα τέλη του 18ου αιώνος, υπήρχεν επ’ αυτού ερημοκκλήσιον των Ταξιαρχών, του οποίου ο ερημίτης εσήμαινε την καμπανίτσαν του κατά τους παράπλους των πλοίων, δια να του αφήσουν τρόφιμα, το οποίον προθύμως έκαμον, όταν ο καιρός επέτρεπε καθαίρεσιν λέμβου. Κοινώς ονομάζεται Κάβο Μαληάς, επισήμως δε Μαλέας. Έχει φάρον λευκών εκλάμψεων 17 μιλλίων.»

    Αναφέρει επίσης ένα ακρωτήριο στην Λέσβο με το ίδιο όνομα (αλλιώς Αγριληός).

  121. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    118. Πολὺ ἐνδιαφέροντα αὐτὰ ποὺ ἀναφέρονται στὶς παραπομπὲς. Κανονικὸς ἐμφύλιος.

  122. sarant said

    110 Παναγιώτη, κάποτε θα αναφερθούμε σε μερικές ομηρικές μεταφράσεις. Προσωπικά, η μετάφραση του Μαρωνίτη δεν μου άρεσε, τη βρήκα πολύ πεζή, γλώσσα δελτίου του Μέγκα. Με τα χίλια, Σίδερης. Ωστόσο, η κόρη μου όταν τη ρώτησα, δήλωσε προτίμηση στη σύγχρονη γλώσσα του Μαρωνίτη.

    112-113-114 Ωραίο σχόλιο που έβγαλε ζητήματα. Αγνοούσα και το μεταφραστικό με τον τίτλο, δεν έχω δει την ταινία.

  123. Ανδρέας said

    112
    Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ «σπαγγέτι», ποὺ ἀναφέρεται σὲ μιὰ προσπάθεια ἀντιγραφῆς ξενόφερτων στοιχείων (ὅπως ἦταν τὰ γουέστερν γιὰ τὴν Ἰταλία).

    Είστε σίγουρος ότι καταλάβατε τι εννοώ με τον χαρακτηρισμό φαρ-γουέστ διήγημα;

    Ποιοι ήταν οι μπαντίτος και ποιοι οι καλοί κατά την γνώμη σας στην Άγρια Δύση;

  124. Corto said

    123:

    Έχουν γραφεί τουλάχιστον δύο ελληνικά διηγήματα με θέμα ληστές/ μπαντίτος στο Μεξικό:
    α) Ο ληστής Πάντζο Βίλλα, του Ηλία Βενέζη (1954)
    β) Πώς πέθανε ο ληστής Ιγνάτιος Φόβος, του Φώτη Κόντογλου (1967) -το οποίο το έχει αναρτήσει ο κ. Σαραντάκος:

    http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/kontoglou_fobos.htm

  125. Γιάννης Ιατρού said

    123: Ανδρέας
    Ποιοι ήταν οι μπαντίτος και ποιοι οι καλοί… στην Άγρια Δύση;

    Μα ο καθένας με βασική παιδεία (μελέτη και εμβάθυνση στη βιβλιογραφία π.χ. Λούκυ Λουκ, Μικρού Σερίφη κλπ.) τα γνωρίζει αυτά. Τι ρωτάς; 🙂

  126. Ανδρέας said

    http://www.ikariamag.gr/διήγημα-για-τους-παλιούς-καριώτες-μετανάστες-στην-αμερική

    το διήγημα του Ηλία Βενέζη «Ο ληστής Πάντζο Βίλλα»

  127. Γιάννης Ιατρού said

    118: Corto

    Ειδικά η πρώτη παραπομπή είναι απίθανη, με όλες αυτές τις ειδήσεις από τον τότε τύπο! Βράβο ρε Corto, σήμερα μιά με το διήγημα, μια με κάτι τέτοια, έγραψες.

  128. Ανδρέας said

    Του Βενέζη είναι ωραίο του Κόντογλου όχι και πολύ, βέβαια γούστα είναι αυτά.

    κι ο Λούκυ Λουκ ωραίος Γιάννη 🙂

  129. Corto said

    126:

    Λείπουν οι τέσσερις πρώτες παράγραφοι.

  130. Ανδρέας said

    Η πορεία του Μπαστιανού είναι για ανθρωπολογική μελέτη της Ελλάδας του 20ου αιώνα.

  131. Corto said

    127 (Γιάννης Ιατρού):
    Άμα θέλει η παρέα, και ο Νικοκύρης πρώτα από όλα, θα φέρουμε και άλλα κείμενα!

  132. Ριβαλντίνιο said

    Μπαντίδος

    Συνώνυμο του Ντεσπεράντος ;

  133. Ανδρέας said

    Borrowing from Italian bandito ‎(“outlawed”), from Late Latin bannire ‎(“to proclaim”)

  134. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πολύ καλό σχετικό βιβλίο είναι και το «Αδάμαστες ψυχές» του Κόντογλου. Ιστορίες για σκληρά παλικαράκια του σκοινιού και του παλουκιού. 😊

  135. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα! Μπαντίδος στα ελληνικά, ο ληστής, και παντίδος, που έχει μείνει και επώνυμο (είχε έναν ποδοσφαιριστή ο Παναθηναϊκός)

  136. Ριβαλντίνιο said

    Τσικό. Δεξί Μπακ. Δεν έπιασε.

  137. Ανδρέας said

    Σε μια φωτογραφία στο γκούγκλη παρέα με την Μαρία Κάλλας σε ελληνική βέρσιον λέει ότι είναι ο Μπαστιάνος και σε ιταλική ότι είναι ο Γαριβάλδης με τα πλοία. Άντε βγάλε άκρη.

  138. Ανδρέας said

    Corto μπερδευτήκαμε για τα καλά σήμερα με την επιλογή του διηγήματος. 🙂

  139. ΣΠ said

    Σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες – 1970

    Στίχοι:
    Λευτέρης Παπαδόπουλος
    Μουσική:
    Μίμης Πλέσσας

    Σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες
    τώρα που είμαστε αγκαλιά.
    Πάρε τις πίκρες, τις πίκρες μου και ρίχ’ τες
    στο βράχο του κάβο Μαλιά, καλέ μου,
    στο βράχο του κάβο Μαλιά.

    Σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες
    τώρα που είμαστε αγκαλιά,
    και τις βαθιές λαβωματιές σου δείχ’ τες
    να σ’ τις γιατρέψω με φιλιά, καλέ μου,
    να σ’ τις γιατρέψω με φιλιά.

    Σταμάτησε του ρολογιού τους δείχτες
    και τίποτα να μη μου πεις.
    Πέρασα χίλιες, χίλιες άδειες νύχτες,
    νύχτες που πρόσμενα να `ρθεις, καλέ μου,
    νύχτες που πρόσμενα να `ρθεις.

  140. Ανδρέας said

    Αλλά λύνεται κι αυτό δεν είναι ο Γαριβάλδης στην εικόνα στον γκούγκλη

    Στις 9 Αυγούστου 1960, η Μαρία Κάλλας έφθασε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, όπου την περίμενε ο Μπαστιάς να την οδηγήσει στη συνέντευξη τύπου που είχε οργανωθεί στην Αθήνα. Εκεί η Κάλλας είπε στους δημοσιογράφους:

    Θα ‘θελα να καταλάβετε ένα πράγμα. Είμαι ευγνώμων στον κύριο Μπαστιά διότι, όταν ήμουν δεκατεσσάρων, δεκαπέντε ετών, μου φαίνετε, […] έκανα οντισιόν, τότε που γινόταν η Εθνική Λυρική Σκηνή, και ο κύριος Μπαστιάς […] συμφώνησε με την κυρία ντε Ιντάλγκο να μου δώσουν ένα ποσόν για να καθίσω εις την διάθεσιν της Λυρικής Σκηνής να μελετώ. […] Αυτό δεν μπόρεσα να το ξεχάσω. Επομένως, πρώτα απ’ όλα διότι ο κύριος Μπαστιάς έχει μυαλό, αυτιά και, όπως το λένε ιταλικά, μύτη, naso, δηλαδή μυρίζει μια αξία, με εμπιστεύτηκε, και για ευγνωμοσύνη, για να του ανταποδώσω αυτό, είπα, όταν μου έγραψε για την Επίδαυρο, να κάνουμε μια όπερα […], για ευγνωμοσύνη προς αυτή τη χειρονομία του, είπα θα κάνουμε μια όπερα.

    el.wikipedia.org/wiki/Κωστής_Μπαστιάς

  141. Spiridione said

    Αναφέρεται ένας πειρατής από την Τσακωνιά, ο Ανδρέας Τσακώνης, που έδρασε το 1794-1795. Είχε πάει στην Ύδρα, αλλά μετά φαίνεται ότι έκανε πολλές επιδρομές στο νησί, και στα άλλα του Αργοσαρωνικού, και οι Υδραίοι τον κυνηγούσαν. Λέγεται ότι συνεργαζόταν με Τσάκωνες και Μανιάτες, και τον Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη.
    Ένα έγγραφο των Υδραίων, μάλλον προς τους Τσάκωνες, οι οποίοι κατηγορούνται από τους Υδραίους ότι καλύπτουν τον κουρσάρο:
    «Μετά τας οφειλομένας μας προσκυνήσεις σας φανερώνομεν ότι ο Ανδρέας του Τζακώνη, όπου εμετώκησεν από το νησίον μας εις τα μέρη σας, πολλές φορές είναι εβγαλμένος εις τα εδικά μας μέρη και έως πέριξ των εδώ νησίων με έργα κλέπτικα, παίρνοντας μαζί του και άλλους από τα μέρη σας, και κάμνει φθοράν και ζημίαν πολλά μεγάλη, τόσον εις τα εδικά μας μικρά καικάκια ωσάν και των άλλων εδώ πέριξ νησίων. Αυτός ο κλέπτης παραμονεύει εις κρυφά μέρη, και βλέποντας ταις βάρκαις οπού περνούν διά το ταξίδι τους, ταις κιαμάρει επάνω του, και ταις κάμνει ευθύς πρέζα, και ακολούθως τους παίρνει των ανθρώπων των πτωχών οπού είναι μέσα, ό,τι και αν ήθελαν έχουσι μέσα εις την βάρκαν, ή πράγμα ή άσπρα, τα ίδια ρούχα τους, και τους γδυμνώνει ολότελα, άλλους λιανοκοπίζει με το μαχαίρι του. σας λέγομεν κάμνει πράγματα τα οποία δεν ήμεθα αρκετοί να σας γράψωμεν καταλεπτώς. Εις όλον το ύστερον και θάνατον κάμνει. Περιπλέον σας λέγομεν ότι μόλον οπού και δύο και τρεις φορές εβγήκαμεν και τον εκατατρέξαμεν διά να τον επιάσωμεν, όμως δεν εστάθη τρόπος να τον εβγάλωμεν από το μέσον τον τέτοιον φθοροποιόν κλέπτη…».

    Άλλο έγγραφο των Υδραίων προς τον διερμηνέα του Οθωμανικού Στόλου:
    «Περιπλέον σας ειδοποιούμεν, αυθέντα μας, ότι κάποιος κλέπτης Ανδρέας του Τζακώνη ονομαζόμενος, έχει τώρα έχει τώρα σχεδόν χρόνον ολόκληρον επέκει όπου είναι εβγαλμένος με έργα κλέπτικα συντροφευόμενος με διαφόρους ταιφάδες, πότε μεν Μανιάτες, πότε δε με ανθρώπους του γνωστού Ζαχαριά του Μωρέως, και παραμονεύει με μικρές βάρκες εις τα παραθαλάσσια των εδώ πέριξ νησίων, Αιγίνης, Πόρου, Κούλουρης και πέριξ των εκεί παραθαλασσίων, και μας επροξένησεν και μας προξενεί μεγάλον αφανισμόν και ζημίαν, πιάνοντας τα αδύνατα καίκια, και τα καταγδύνει ελεεινώς, από τους ανθρώπους δε οπού ήθελε πιάσει, άλλους μεν σκλάβους παίρνει, άλλους δε, αφού ήθελε τους πάρει ό,τι και αν έχουν, τους πωλεί με τιμήν, άλλους δε καταμαστιγώνει και ημιθανείς τους απαρατά όπου ευρεθή».
    http://www.tsakonianarchives.gr/xronika-a-tsakonis/

  142. Ανδρέας said

    Μπαρμπιτσιώτη απ’ τη μπαρμπύρα βγαίνει;

  143. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι, πιέζομαι αφορήτως υπό της γραίας Βατάλαινας και δεν θα δυνηθώ να τεκμηριώσω επαρκώς το παρόν σχόλιόν μου διά τον αείμνηστον Μπαστουνόπουλον. Εφ’ όσον προκληθώ, θα το πράξω τας προσεχείς ημέρας. Γράφω τας καταιγιστικάς αποκαλύψεις μου όπως μοί έρχωνται εις τον νούν και ζητώ επιείκειαν διά τας επαναλήψεις, τα μικρολάθη κλπ

    1) Μοί προκαλεί αλγεινοτάτην εντύπωσιν ότι εις έν άρθρον διά τον Κωστήν Μπαστουνόπουλον, ουδείς ανέφερε επί 15 ώρας στοιχειώδη πράγματα που καταγράφονται ακόμη και εις την ρωμέικην Wikipedia (το σχετικόν λήμμα είναι άκρως λεπτομερές και εμπεριστατωμένον, διότι το έχει συγγράψει το επιτελείον της «Εκδοτικής Αθηνών» υπό την διεύθυνσιν του υιού του, Ιωάννου Μπαστουνοπούλου

    1Α) Η ιδία η Μαρία Κάλλας ανεγνώριζε μέχρι τέλους ότι ο Κωστής Μπαστιάς ήτο αυτός που την ανεκάλυψε εις ηλικίαν 15 ετών, της έδωκε τον πρώτον ρόλον εις την Λυρικήν Σκηνήν, της συνέστησε Γερμανούς + Ιταλούς αξιωματικούς επί Κατοχής εις τους οποίους η Κάλλας ετραγουδούσε όπερας διά το ξεροκόμματον, την έφερε εις το Ρωμέικον το 50 + το 60 ως πρώτον όνομα της Σκάλας του Μιλάνου, παρά τας κραυγάς των βρωμερών Γαλιλαίων Παπαδούκα και Ψαθά του ΔΟΛ. Αξίζει να αναρτήσω τί έγραφεν ο Δ. Ψαθάς εις τας 5 Αυγούστου 1957

    1Β) Ο Μπαστιάς ήτο ο επίσημος Αρχιλογοκριτής της 4ης Αυγούστου (και ουχί απλούς συνεργάτης του Μεταξά, ως νομίζει ο κ. Σαραντάκος). Ο ίδιος ο μπαρμπα-Γιάννης τον είχε διορίσει εις την πανίσχυρον θέσιν του «Διευθυντού Γραμμάτων» του Καθεστώτος, ως απέδειξα προ ολίγου διά στόματος Ρένου Αποστολίδη

    1Γ) Ο Μπαστιάς εμεγάλωσε εις την Σύρον, εξεπαιδεύθη εις Ρωμαιοκαθολικά σχολεία (διό και ήτο τόσον δαιμόνιος, ενώ θα είχεν αποβλακωθή αν επήγαινε εις τα Ορθόδοξα) και εβαπτίσθη Ρωμαιοκαθολικός διά να υπανδρευθή την πρώτην του εξαδέλφην Κατίναν Μπαστουνοπούλου (και συνεπώνυμον!) τω 1924 εις ηλικίαν 23 ετών. Παρέμεινε Ρωμαιοκαθολικός μέχρι του θανάτου του, πράγμα που αποκρύπτει το λήμμα της Βικιπαιδείας.

    1Δ) Το κυριώτερον που αποκρύπτουν ο κ. Κόρτος, ο κ. Σαραντάκος και οι παμπόνηροι Μεταλληνισταί είναι το εξής: Ο Μπαστιάς εξεκίνησε την σταδιοδρομίαν του ως αντίχριστος εκσυγχρονιστής και μετετράπη εις Ορθόδοξον ταλιμπάν, όπως αποκαλύπτει το περίφημον σύγγραμμά του Χριστόφορος Παπουλάκος, που είναι ό,τι αντιδραστικώτερον έχει γραφή τα τελευταία 70 έτη εις το Ρωμέικον. Αυτό έπρεπε να μάς προσφέρετε, κύριε Κόρτε, και ουχί το παντελώς αδιάφορον διήγημα που καθίσατε και εδακτυλογραφήσατε, γραμμένον εις μίαν απεχθή «ψυχαρικήν» διάλεκτον (Μονεμπασιά κλπ) που κάμνει αδύνατον την ανάγνωσίν του από επαρκείς αναγνώστας ως ο γέρων Βάταλος.

    Τον εξηφανισμένον «Παπουλάκον» του Μπαστιά προσφέρω δωρεάναπόψε από το προσωπικόν μου αρχείον, διά να αντιληφθήτε εις ποία ύψη κρετινισμού οδηγούν ακόμη και τους ευφυεστέρους ανθρώπους αι παρλαπίπαι των Γαλιλαίων. Διά τον «Παπουλάκον» του Μπαστιά έχουσι γράψει ύμνους γνωστοί ορθόδοξοι ταλιμπανισταί, ως ο Κόντογλου, ο Κώστας Σαρδελής, ο αμπελοφιλόσοφος Γιανναράς και άλλοι. Είμαι βέβαιος ότι τον «Παπουλάκον» του Μπαστιά έχουν κάτω από το προσκεφάλι των όλοι οι ενθάδε παροικούντες Μεταλληνισταί, κ.κ. Blog-oti-nanai, Ριβαλδίνιος κλπ., τόσον αντιδραστικόν σύγγραμμα είναι!..

    2) Θα περατώσω τας αποψινάς αποκαλύψεις μου με κάτι που ουδείς θα πιστεύση: Πώς έγινε πιστός ορθόδοξος χριστιανός εις τα τέλη της ζωής του ο αθεράπευτος γυναικάς (είχε το βίτσιον να νυμφεύεται τας εξαδέλφας του!), γλωσσομαθέστατος κλπ. Κωστής Μπαστουνόπουλος; Με τον ίδιον τρόπον που έγινε τόσον σφόδρα αντιαμερικανός ο Γιώργος Καρατζαφέρης: Από κόμπλεξ προς τους πολιτιστικώς ανώτερους Αμερικάνους!.. Μετά τον Πόλεμον, ο Μπαστιάς έζησε επί έτη εις ΗΠΑ ως ανταποκριτής ρωμέικων εφημερίδων και εκεί έτρωγε απανωτά χαστούκια (ήτο πλέον άνω των 40, χονδρός και καραφλός) εις τα γκομενιλίκια του από τους Αμερικάνους. Διά να τους εκδικηθή, προσήγγισε τον τότε Αρχιεπίσκοπον Αμερικής Αθηναγόραν Σπύρου και απεφάσισε να το παίξη Ρωμιός και να αναδείξη το… μεγαλείον της Ρωμιοσύνης διά να… εκδικηθή τους Αμερικάνους!.. Διά τοιαύτην τρικυμίαν εν κρανίω ομιλούμεν

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

    ΥΓ-1: Διατί ο κ. Κόρτος μάς αποκρύπτει την ημερομηνίαν που συνέγραψε το παρόν άχρωμον και άγευστον διήγημα ο Μπαστουνόπουλος;

    ΥΓ-2: Διατί ο κ. Σαραντάκος, ο κ. Κόρτος και οι λοιποί γνώσται, δεν ενημέρωσαν τους αναγνώστας ότι ο Κωστής Μπαστιάς ίδρυσε την «Εκδοτικήν Αθηνών» που εξέδωσε την περίφημον «Ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους»; Και ότι η «Εκδοτική Αθηνών» διευθύνεται από τον υιόν του Ιωάννην Μπαστουνόπουλον, τον οποίον οι πάντες αποκαλούν «Γιάννη Μπαστιά»; Από πότε το καλλιτεχνικόν ψευδώνυμον του πατρός κληρονομείται και εις τον υιόν;

  144. Ριβαλντίνιο said

    @ 142 Ανδρέας

    Απ’την Μπαρμπίτσα. Από εκεί κατάγονται οι Βαρβιτσιώτηδες.

  145. Corto said

    143:
    Δεν αποκρύπτουμε τίποτα!
    Από όσο γνωρίζω το διήγημα προέρχεται από την συλλογή διηγημάτων «Λιμάνια», η οποία δημοσιεύτηκε το 1939.

  146. Βάταλος said

    Κύριον Κόρτον (σχόλιον 145):

    Σάς συγχαίρω!.. Αν το έλεγα εγώ, πιθανώτατα θα εδεχόμην νέαν πορτοκαλιάν κάρταν: Το διήγημα που εδακτυλογραφήσατε και δημοσιεύει σήμερον εις το κοσμαγάπητον Ιστολόγιόν του ο κ. Σαραντάκος, εγράφη μεσούσης της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, από τον ίδιον τον Αρχιλογοκριτήν της!!!..

    Αν δεν είναι αυτό ΕΙΔΗΣΙΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ, αναρωτιέμαι τί σημαίνει είδησις;

    Ας βγή και ας ομολογήση ο αγαπητός κ. Σαραντάκος: ΑΝ εγνώριζε από πρίν ότι το παρόν διήγημα είχε γραφή επί 4ης Αυγούστου από τον ίδιον τον Αρχιλογοκριτήν της Μεταξικής Δικατορίας, θα ετόλμα να το αναρτήση εις την ιστοσελίδα του; Όχι βεβαίως!.. Όπως (ορθώς κάμνει) με τα συγγράμματα του Κ. Πλεύρη, όστις ουδέποτε υπήρξεν Αρχιλογοκριτής κάποιας Δικτατορίας!..

    Περαίνων, αγαπητέ κ. Κόρτε, σάς ερωτώ: Από επιπολαιότητα απεκρύψατε από τον κ. Σαραντάκον την ημερομηνίαν δημοσιεύσεως του Μπαστουνοπούλειου διηγήματος, ή από κάποιον άλλον λόγον;

    Μετά τιμής
    Β.

  147. cronopiusa said

  148. Ριβαλντίνιο said

    Ρε συ Βάτ μην του την σπας ρε συ του ανθρώπου :

    Ασχημομούρης, σκατόφατσα, παλιοχαρακτήρας, απίστευτα μίζερος, γκαντέμης, σπαστικός και γκρινιάρης.
    Έρχομαι στην παρέα σας για να σας χαλάσω την διάθεση.
    Η διασκέδαση μου προκαλεί πλήξη και ανία.
    Αν αυτό είναι το βίτσιο σας, μπορώ να σας… δυσαρεστήσω και να σας την σπάσω αφάνταστα.
    Με επιπλέον αμοιβή έρχομαι και στον δικό σας χώρο για να σας ρίξω ψυχολογικά.
    Αν σας χαλάει που είστε συνεχώς up και high, τηλεφωνήστε μου !

    🙂 🙂 🙂 🙂 🙂 🙂

    —————————————-

    Αυτό με τον Παπουλάκο πρέπει να το έχω ακούσει διαβαστά στην Πειραϊκή Εκκλησία !

  149. Ανδρέας said

    Βάτταλε είσαι με τους καμπόυδες ή με τους ινδιάνους;

  150. Μαρία said

    134
    Απ’ τις αδάμαστες ψυχές: Μπουκανιέροι και φλιμπουστιέροι. Η ανταρσύα του Μπάουντυ.
    http://www.sarantakos.com/keimenamazi.html

  151. Ανδρέας said

    Για να μην απαντάς έχεις λερωμένη τη φωλιά σου. Όλα τ’ άλλα είναι για να μπερδεύεις τον κόσμο.

  152. Corto said

    146:
    Αγαπητέ στο παρόν ιστολόγιο έχουμε κάνει συζήτηση και για πολλά ρεμπέτικα της εποχής 1936 – 1940. Εξάλλου πολλά τραγούδια είχαν στίχους του Αιμίλιου Σαββίδη. Τι να κάνουμε; Να τα καταργήσουμε κι αυτά;

    148 (Ριβαλντίνιο):
    Απίθανο! Πολύ γέλιο!

  153. Ανδρέας said

    Βάτταλε το αφεντικό σου παρασταίνει τον ινδιάνο

    Υπέρ της αύξησης της φορολογίας για τους πλούσιους τάχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ

    εσύ γιατί κάνεις κόνξες;

  154. spatholouro said

    152
    Τι κι αν κάποια τραγούδια είχαν στίχους του Σαββίδη, εφόσον αυτός δεν υπήρξε ποτέ θεσμισμένος Μεταξικός λογοκριτής;

    Άλλο εάν ήταν συμπαθών…

  155. sarant said

    141 Πολύ ενδιαφέροντα και τα έγγραφα και η γλώσσα.

    146 Το εγνώριζε.

  156. Corto said

    154 (Spatholouro):
    Εννοούσα ότι μερικοί γυρεύουν να βρουν σκάνδαλα και χάνουν την ουσία.

  157. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    123. Ἡ παρατήρησὴ μου ἀφοροῦσε τὸ σχόλιο #76:
    » Μάλλον πρέπει να δημιουργηθεί μια υποκατηγορία (αν δεν υπάρχει ήδη) στην Ελληνική λογοτεχνία που να ονομαστεί σπαγγέτι-μυθιστορία όπως τα σπαγγέτι-γουέστερν του ιταλικού κινηματογράφου.»

    Στὸ σχόλιὸ μου ἀναφέρω σχετικὰ:

    «Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ «σπαγγέτι», ποὺ ἀναφέρεται σὲ μιὰ προσπάθεια ἀντιγραφῆς ξενόφερτων στοιχείων (ὅπως ἦταν τὰ γουέστερν γιὰ τὴν Ἰταλία).
    Ἐδῶ ἔχουμε κάτι καθαρὰ ἑλληνικὸ.»

    Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι στὴν κατηγορία αὐτὴ συμπεριλάβατε καὶ τὸ διήγημα «Καβο-Μαλιὰς». Τοὐλάχιστον αὐτὸ κατάλαβα σὲ σχέση καὶ μὲ τὸ ἀμέσως προηγούμενο σχόλιό σας (#73):

    «Το διήγημα πάντως θύμισε φαρ-ουέστ. Οι μπαντίτος ξανά.»

    Ἄν ἡ (λογικὴ κατὰ τὴ γνώμη μου) σύνδεση τῶν δύο σχολίων σας ἀποτελεῖ ἔλλειψη κατανόησης ἀπὸ τὴν πλευρά, μου ζητῶ συγγνώμη.

  158. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    #157. Τελευταία σειρὰ:… ἀπὸ τὴν πλευρὰ μου, …

  159. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Κάποια γενικὰ σχόλια:
    Νομίζω πὼς, ἐν προκειμένῳ, κρίνουμε τὸ ἔργο καὶ ὄχι τὸν συγγραφέα. Νομίζω πάντως πὼς καὶ γι’ αὐτὸν ἔχουν ἤδη εἰπωθεῖ ἀρκετὰ. Ἁπλῶς θὰ προσθέσω κάποια ψήγματα παιδικῶν μου ἀναμνήσεων, σχετικῶν μὲ τὸ θέμα.

    Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἁνδρέας στὸ #65, ὁ Κωστὴς Μπαστιὰς διετέλεσε διευθυντὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ραδιοφωνίας (1961-1963). Ἄν δὲ μὲ ἀπατᾶ ἡ μνήμη μου τὸτε εἶχε μεταδοθεῖ τὸ μυθιστόρημά του » Ὁ Παπουλᾶκος» ἀπὸ τὴν Ραδιοφωνικὴ Βιβλιοθήκη, μιὰ θαυμάσια ἐκπομπὴ ποὺ μετέδιδε λογοτεχνικὰ ἔργα διαβασμένα ἀπὸ μεγάλους ἠθοποιούς τῆς ἐποχῆς. Θὰ μοῦ μείνει ἀξέχαστη ἠ φωνή τῆς Παξινοῦ [στὴ «Φόνισσα» τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Κατράκη στὸν «Πατούχα» τοῦ Κονδυλάκη, ἀλλά καὶ οἱ φωνὲς τοῦ Χόρν, τοῦ Μυράτ, τοῦ Τζόγια, τῆς Ζαβιτσιάνου καὶ ἄλλων μεγάλων ἠθοποιῶν τοῦ θεάτρου τῶν δεκαετιῶν ’50 καὶ «60. Δὲν ξέρω ἄν ὑπάρχουν αὐτές οἱ ἠχογραφήσεις στὸ ἀρχεῖο τῆς ΕΡΤ. Ἄν κάποιος γνωρίζει ἄς μᾶς ἐνημερώσει.

    Τήν ἴδια ἐποχὴ (ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ’60) ἀπὸ τίς θεατρικὲς ἐκπομπές μετέδιδαν, ἀρκετὰ συχνὰ μάλιστα, τὴν «Ταβέρνα τῆς Τζαμάικα» σὲ ραδιοφωνικὴ διασκευὴ. Ἄν κρίνω δὲ ἀπὸ τὶς συχνὲς ἐπαναλήψεις, πρέπει νὰ ἦταν ἀρκετὰ δημοφιλὴς.

  160. Γιάννης Ιατρού said

    159: Δημήτρης Μαρτῖνος
    ἀπὸ τὴν Ραδιοφωνικὴ Βιβλιοθήκη, μιὰ θαυμάσια ἐκπομπὴ ποὺ μετέδιδε λογοτεχνικὰ ἔργα διαβασμένα ἀπὸ μεγάλους ἠθοποιούς τῆς ἐποχῆς..

    Όντως! Κι εγώ την άκουγα, και μου έχει μείνει αξέχαστη. Αν δεν κάνω λάθος ήταν το βραδάκι (κατα τις 8; τις 9;).Δεν θυμάμαι πιά ποιό διήγημα / ποιανού συγγραφέα ήταν, ένα που μιλούσε για τον τρύγο και τα σχετικά … Μόνο το όνομα μιάς «Αφροδίτης», νομίζω ότι έτσι την έλεγαν, που έπαιζε κύριο ρόλο στο διήγημα, θυμάμαι. Ε, πάνε και 50τόσα χρόνια…. από τότε 🙂

  161. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    160: Γιάννης Ιατρού
    Τὴν ἐκπομπὴ μετέδιδε τὸ Δεύτερο Πρόγραμμα στὶς 11 μμ τὶς καθημερινὲς, ἄν θυμᾶμαι καλὰ.

  162. ΓιώργοςΜ said

    160 Ε, πάνε και 50τόσα χρόνια…. από τότε
    Πριν από λίγα χρόνια βρέθηκα σε μια εκδρομή με καραβάκι, διοργανωμένη από ΚΑΠΗ και έναν τοπικό σύλλογο.
    Άφησα τα γυναικόπαιδα κοντά κι έψαξα να παρκάρω. Η πεθερά με περίμενε στη ράμπα, αφού κρατούσε τα εισιτήρια. Ο εκ των συνδιοργανωτών της εκδρομής που εκτελούσε χρέη ελεγκτή είπε: «Α, ο νεαρός είναι;» Είχα πολλλλλά χρόνια ν’ ακούσω κάποιον να με χαρακτηρίζει «νεαρό».
    Δεν ξέρω γιατί, αισθάνθηκα ένα deja vu με τις χρονολογικές αναφορές και είπα να το μοιραστώ… 🙂

  163. Γιάννης Ιατρού said

    161: Δημήτρης Μαρτῖνος
    ..τὸ Δεύτερο Πρόγραμμα στὶς 11 μμ..

    Μπράβο, τώρα το θυμήθηκα καλύτερα, έτσι είναι, στις 11, γιατί το άκουγα σχεδόν πάντα στο κρεβάττι, λίγο πριν κοιμηθώ, και κατ΄εξαίρεση … 🙂

    162: ΓιώργοςΜ
    ..αισθάνθηκα ένα deja vu με τις χρονολογικές αναφορές και είπα να το μοιραστώ…

    Α, να κι άλλο ένα λυκόπουλο…, που άρχισε τις απελευθερωτικλες εξομολογήσεις 🙂

  164. Ανδρέας said

    Μ’ αρέσει αυτό το σύστημα το κάουμποϊκό – Τρίο Κιτάρα

    Fox του 1953 σε μουσική Γιώργου Μουζάκη και στίχους Ασημακόπουλου – Σπυρόπουλου – Παπαδούκα

  165. Ανδρέας said

    Η ράσπα απ’ το Μεξικό – Κούλα Νικολαϊδου Τρίο Κιτάρα

    Raspa του 1949 σε μουσική Consuelo Donato και στίχους Πωλ Μενεστρέλ. Από την μουσική κωμωδία «Μιά γυναίκα σαν κι’ αυτή» του θεάτρου Ρεξ. Εκτελείται στο φινάλε της Β’ Πράξης από όλο το θίασο με επί κεφαλής τις αδελφές Καλουτά. Ο καινούριος χορός που λανσάρουν με μεγάλη επιτυχία αι αφαι Καλουτά. Το τραγούδησε και η Κούλα Νικολαϊδου με το Τρίο Κιτάρα.

  166. christosdtsatsaronis said

    …ωστόσο, οι Μανιάτες πειρατές δρούσαν κυρίως στο «δικό τους» ακρωτήριο. Κι αυτό ήταν το Ταίναρο.

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    badsadstories.blogspot.gr
    badsadstreetphotos.blogspot.gr

  167. Ανδρέας said

    Ο Κουμπατσέρο – Σώτος Παναγόπουλος Τρίο Κιτάρα

    Rumba guaracha του 1950 σε μουσική R. Hernandez και στίχους Κ. Κώστα. Το τραγούδια το έκανε επιτυχία ο Xavier Cugat

  168. Ανδρέας said

    Κάου Μπόυ είν’ ο δικός μου – Νίτσα Μόλλυ

    Ranchero του 1949 σε μουσική Silvano Ramos και στίχους Πωλ Μενεστρέλ. Πρόκειται για το πασίγνωστο Μεξικάνικο «Alla En El Rancho Grande» από το ομόνυμο φιλμ του 1936 που τραγούδησε ο Jorge’ Negrete.

  169. Ανδρέας said

    Νικολαϊδου Κούλα (Να το πάρεις το κορίτσι)1947

    ΚΩΣΤΑ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ-ΖΑΚ ΙΑΚΩΒΙΔΗ
    ΟΡΧΗΣΤΡΑ Μ.ΣΟΥΓΙΟΥΛ

  170. Ανδρέας said

    Να το πάρεις το κορίτσι (Conga) Νίκος Γούναρης

  171. Ανδρέας said

    Να το πάρεις το κορίτσι
    Στίχοι: Κώστας Νικολαΐδης
    Μουσική: Ζακ Ιακωβίδης

    Κάποιο βραδάκι στις οκτώ
    σας είδα πάνω στον Λυκαβηττό
    εσένανε κι εκείνη και είδα να σου δίνει
    χίλια φιλάκια στο λεπτό.

    Σαν ήρθατε στη γειτονιά
    θαρρώ η ώρα ήτανε εννιά
    και οι κοπέλες όλες που ήταν κουτσομπόλες
    φωνάζανε απ’ τη γωνιά:

    Να το πάρεις το κορίτσι
    να το πάρεις, μην το παιδεύεις
    να το πάρεις το κορίτσι είναι κρίμα,
    να κοροϊδεύεις.

    Είν’ κορίτσι από σπίτι
    και δεν είναι όπως τα άλλα
    κι όταν σου μιλά γιά γάμο μην τρομάζεις
    και μη θαρρείς πως είν’ κρεμάλα.

    Δε σου λέμε να το πάρεις με τη βία,
    να το πάρεις επειδή το αγαπάς
    κι αν δεν ξέρεις το χορό του Ησαΐα,
    μη φοβάσαι θα στον μάθει ο παπάς.

    Ελα πάρ’ το το κορίτσι
    και μην κάνεις τον πεισματάρη,
    όλη η γειτονιά φωνάζει να το πάρεις,
    βρε το κορίτσι να το πάρεις.

  172. Ανδρέας said

    Κε Μαρτίνε καμπόυκα είναι και αυτά, μη σας μπερδεύει η γλώσσα.

  173. Ανδρέας said

    Σε μαγικά νησιά – Τρίο Κιτάρα
    Στίχοι: Κώστας Κοφινιώτης
    Μουσική: Τάκης Μωράκης

    Ακρογιαλιές ονειρευτές νοσταλγώ
    πάντα σ’ αυτές την ομορφιά κυνηγώ
    μόνο εκεί μπορεί η αγάπη και ζει
    μόνο εκεί αν θέλεις πάμε μαζί
    όλα κει τ’ ακούς να τραγουδούν
    σαν τα χαρούμενα πουλιά στη σιγαλιά

    Σε μαγικά νησιά θέλω να βρεθούμε
    εκεί που οι καρδιές ξέρουν ν’ αγαπούνε
    μακριά θέλω να βρεθούμε στη Χαβάη
    μακριά σ’ όλη τη ζωή μας εγώ κι εσύ

    Στη γαλανή βραδιά τ’ άστρα που γελούνε
    κιθάρες μαγικές να μας τραγουδούνε
    εκεί στ’ όμορφο νησί μας θέλω να βρεθούμε
    μαζί σ’ όλη τη ζωή μας εγώ κι εσύ

    Σε μαγικά νησιά θέλω να βρεθούμε
    εκεί που οι καρδιές ξέρουν ν’ αγαπούνε
    μακριά θέλω να βρεθούμε στη Χαβάη
    μακριά σ’ όλη τη ζωή μας εγώ

  174. Idom said

    @ 116
    Τράτζικ! Ευχαριστώ πάντως για την καταγραφή.

    @ 81
    Δίκιο έχεις. Τι να πω;

  175. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    172. «Αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ καταλάβει κι ἕνας συνταξιοῦχος» πού ‘λεγε κι ὁ Τσιφόρος.

  176. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    174.β. 🙂
    Είναι και που η μαμά μου έχει πεθάνει 😦

  177. cronopiusa said

    Jamaica Inn (1939) – With Greek Subtitles

  178. Ριβαλντίνιο said

    (Ας αφήσω εδώ αυτό για τον Παπουλάκο)

    Στα χίλια οκτακόσια και στα πενήντα δύο,
    χάλασε το Ρωμαίικο και εγίνη ρεμπελείο.
    Αγιοπατέρας ήρθεκε στον κόσμο να κηρύξη.
    Πού ήταν με τους αλλόφυλους για να μετανοήση.
    Κι ο βασιλιάς τον εζητά για να τον εδεσμέψει.
    Ένα καράβι έστειλε στον Κότρωνα ν’αγνέψει.
    Κι όντες οπό ‘φτασε εκεί και μόλις αριβάρει,
    οι Κοτρωνιώτες σκιάχτηκαν πως θε να τους επάρει.
    -Γύρνα πίζου Σταρόγιαννη με τον Πετροπουλάκη,
    κι εδώ θα το ξοφλήσετε τ’Αλώνι τ’Αλωνάκι.
    Κι ευτούνες οι ψειροποδιές που κρόανε στ’ Αλώνι,
    πα μέσα που εμπήκασι καμμία δεν γλυτώνει.
    Και ο Κουτσογιαννόπουλος πολλά ήτα φαντασμένος,
    μα μεσ’τον πισωγυρισμό λω νάτανε χεσμένος.
    Πάσι από δω εφύγασι, εγιάηνα στη Λαγκάδα
    και τους ελυταρώσανε σαν να ‘τανε ζαρκάδια.
    Και εκείνοι το δοκήθησαν πως θε να φάσι ξύλο.
    Κι ο Πουλικάκος έφευγε σαν το δαρμένο σκύλο.
    Κι ο Σάσσαρης επήδησε κάτου στα Καμπινάρια
    κι όλοι τον εβαρήσασι με πέτρες και λιθάρια.

    Λεξιλόγιο :
    Κότρωνας=παραθαλάσσιο χωριό της Μάνης. Οι Κοτρωνιώτες νόμιζαν πως το πλοίο ήρθε για να συλλάβει αυτούς και όχι τον Παπουλάκο.
    Σταρόγιαννης= ο πλοιοκτήτης του πλοίου από το Γύθειο
    Πετροπουλάκης και Κουτσογιαννόπουλος =οι αρχηγοί της επιχείρησης
    Πουλικάκος και Σάσσαρης = συμμετέχοντες στην επιχείρηση
    Λαγκάδα = περιοχή στην Δυτική Μάνη
    κρόανε = χτυπούσανε
    λω=λέω
    εγιάηνα=επήγαν
    ελυταρώσανε=πολιόρκησαν, περικύκλωσαν
    ψειροποδιές = Στερεοελλαδίτες

    (Μανιάτικο στιχούργμα που δημοσιεύτηκε το 1853 σε εφημερίδα της Τρίπολης)

    http://www.politeianet.gr/books/9789608670815-kassis-d-kuriakos-ichor-antiexousiastes-kai-listes-sta-bouna-tis-elladas-1821-1871-protos-tomos-101055
    σελ.206-7

  179. sarant said

    178
    Το «ελυταρώσανε = πολιόρκησαν» το δίνει ο Κάσσης;
    Περίεργο, γιατί το ληταρώνω σημαίνει δένω (με το λητάρι = ειλητάριον, σκοινί που δένουν τα ζώα)

  180. Ριβαλντίνιο said

    Ναι και εμένα δεν μου καθόταν, αλλά αφού το αντέγραψα από εκεί το άφησα έτσι. Εξάλλου θυμάμαι που ληταρίδια λέγανε τα κρόσσια και τις κλωστές που κρέμονται από τα ρούχα !

  181. Ριβαλντίνιο said

    Στο λεξικό της Πάπυρος βρίσκω ότι το λητάρι προέρχεται από το ειλητός και αυτό από το ειλέω. Το τελευταίο βρίσκω ότι έχει τις σημασίες περικλείω, πιέζω, εμποδίζω, προλαβαίνω, , εγκλείω, καλύπτω, προστατεύω, συμπιέζω, συνθλίβω, συστέλλω, συγκεντρώνω, περιφέρομαι, περιτυλίσσω, δένω, χτυπώ, πλήττω, αποκλείω, εμποδίζω, ξεραίνω, στεγνώνω.

    Μπορεί να απέδωσε κάποια από τις παραπάνω σημασίες με το περικυκλώνω/πολιορκώ.

  182. sarant said

    181 Η ετυμολογία όμως δεν επηρεάζει άμεσα τη σημασία. Η σημασία της λ. λητάρι είναι μόνο «σκοινί για ζώα», δεν είναι τίποτε άλλο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: