Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το περίπτερο (Δημήτρης Μαρτίνος)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2016


Ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος είχε δημοσιεύσει εδώ, σε συνεχόμενα σχόλια, πριν από μερικές μέρες, το αφήγημά του «Το γριπάκι», όπου περιγράφει ιστορίες από νεανικά καλοκαίρια στα Θερμιά. Του ζήτησα να μου το στείλει ολόκληρο να το βάλω κάποια στιγμή το καλοκαίρι, κι έτσι έγινε, και μαζί μού έστειλε κι ένα μικρότερο, το Περίπτερο, που το παρουσιάζω σήμερα.

Μια και ο Δημήτρης είναι παλιός συνάδελφος, και είναι και μεγαλύτερός μου, από σεβασμό δεν αλλάζω το πολυτονικό που διαλέγει να χρησιμοποιεί, παρόλο που η γλώσσα του είναι καθαρή, στρωτή νεοελληνική, δηλαδή δεν έχει ανάγκη τα αλεξαντριανά σκουληκάκια σε τίποτα. (Τελικά, ο φίλος μας ο Στάζιμπος μού έστειλε μονοτονισμένο το κείμενο και το βάζω στο τέλος για όσους διαβάζουν από κινητές συσκευές και έχουν πρόβλημα με τους τονισμένους χαρακτήρες).

Νησιώτικο το αφήγημα και ψαράδικο, έχει και την ανάλογη ορολογία. Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε στο τέλος λέω δυο πράγματα.

 

ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Σεπτέμβρης τοῦ ᾿79, τελευταῖο Σαββατοκύριακο. Μὲ δυὸ φίλους ταξιδεύουμε, Σάββατο πρωί, γιὰ τὰ Θερμιὰ μὲ τὸ Ἅγιος Γεώργιος, τὸ πρῶτο, τὸ μικρὸ φερυμπὼτ τοῦ Βεντούρη. Δεύτερος μηχανικὸς στὸ βαπόρι ἕνας ᾿ξάδερφος καὶ μᾶς προσκαλεῖ γιὰ καφὲ στὸ σαλόνι τῆς πρώτης θέσης. Μετὰ τὰ γενικὰ ἡ κουβέντα γυρίζει στὸ ψάρεμα.

-«Τί γίνεται ρὲ ψηλέ, πιάνεις κανένα ψάρι;» μὲ ρωτάει.

-«Νὰ σοῦ πῶ», τοῦ ἀπαντῶ. «Ἔχω βρεῖ ἕνα περίπτερο κάτω ἀπ᾿ τὸ Φανάρι. Θὰ περάσω τ᾿ ἀπόγεμα νὰ πάρω δυὸ σαργούς, ἴσαμ᾿ ἑνάμισι κιλὸ κι οἱ δυὸ μαζί.»

-«Καλὰ, δεμένα τά ᾿χεις;» ξαναρωτάει ὁ ᾿ξάδερφος.

-«Αὔριο τ᾿ ἀπόγεμα ποὺ θὰ γυρίζουμε θὰ σοῦ πῶ», τοῦ ξαναλέω.

Δὲν συνήθιζα νὰ κάνω «δηλώσεις» τέτοιου εἴδους πρὶν ἀπὸ τὸ ψάρεμα, γιατὶ εἶχα ἀρκετὴ πεῖρα ὁ ἴδιος γιὰ νὰ ξέρω πὼς δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ ἀβέβαιο. Ἐκτὸς αὐτὰ ποὺ λέγαν οἱ παλιοί: «τὰ ψάρια στὸ γιαλό, τὸ τσουκάλι στὴ φωτιὰ» ἢ «τοῦ κυνηγοῦ καὶ τοῦ ψαρᾶ τὸ πιάτο δέκα φορὲς εἶν᾿ ἀδειανὸ καὶ μιὰ φορὰ γεμᾶτο» εἶχα καὶ ὁ ἴδιος «πικρὰν πεῖραν». Δὲν ξεχνοῦσα τὸ κάζο ποὺ εἴχαμε πάθει λίγα  χρόνια πρίν. Ἐκεῖ κατὰ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70 εἴχαμε φτιάξει στὸ Μέριχα μιὰ παρέα νεανική, φοιτητὲς οἱ περισσότεροι, τὴν περίφημη «κουσέρβα». Τ᾿ ὄνομα τὸ «κλέψαμε» ἀπὸ τοὺς ψαράδες ποὺ ὀνόμαζαν ἔτσι τοὺς περιστασιακοὺς συνεταιρισμοὺς ποὺ ἔκαναν, ὅποτε μαζεύονταν γιὰ νὰ κάνουν ψαρέματα ποὺ ἤθελαν πολλὰ χέρια ἢ πολλὰ σκάφη.

Βασικές μας ἀσχολίες τὸ ψαροντούφεκο καὶ τὸ «καμάκι». Τὸ ψαροντούφεκο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διασκέδαση ποὺ μᾶς ἔδινε,  τροφοδοτοῦσε  τὶς βραδινές μας κρασοκατανύξεις μὲ λαχταριστοὺς θαλασσινοὺς μεζέδες.  Συνήθως ὅ,τι πιάναμε  τὰ πηγαίναμε στὶς ταβέρνες τῆς κυρα-Ρήνης ἤ τῆς Καλλιόπης ποὺ μᾶς τά ᾿φτιαχναν καὶ παίρναμε ἀπὸ τὸ μαγαζὶ τὶς σαλάτες καὶ τὸ κρασί. Ἔτσι τὴ βγάζαμε πολὺ φτηνά, γιατὶ τὰ λεφτά μας ἦταν λιγοστά. Τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς τὸ ρεφενὲ τὸν πλήρωναν κάποιοι φίλοι, μεγαλύτεροι στὴν ἡλικία, οἰκογενειάρχες, ἐργαζὸμενοι, πιὸ ἄνετοι οἰκονομικὰ ἀπὸ ἐμᾶς τὸ φοιτηταριό, ποὺ γουστάρανε τὴν παρέα μας καὶ συχνὰ μᾶς συντρόφευαν σ᾿ αὐτὲς τὶς κρασοκατανύξεις.

Συνήθως ἀκολουθοῦσε γλέντι, μὲ κασέτες  τὶς περισσότερες φορές, ἐνῶ, πιὸ σπάνια, σὲ  εἰδικὲς περιπτώσεις, παίρναμε  τὰ βιολιά. Τὰ γλέντια αὐτὰ κρατοῦσαν μέχρι τὸ πρωὶ συνήθως καὶ ξενυχτούσαμε ὅλο το Μέριχα μὲ τὶς φωνές, τοὺς χοροὺς καὶ τὰ τραγούδια μας. Κανένας ὅμως δὲ μᾶς γκρίνιαζε, γιατὶ χαιρόταν ποὺ ἐμεῖς οἱ «ἀξύριστοι μαλλιάδες» γλεντούσαμε Θερμιώτικα.

Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ πίναμε καφὲ στὸν καφενὲ τοῦ Μάρκου κοντὰ στὴ θάλασσα, πέρασε ὁ Μανώλας μὲ τὸ παραγάδι παραμάσχαλα. Παλιὸς ψαράς, παραγαδιάρης καὶ «φουσεκάς». Παρ᾿ ὅλο πού ᾿χε γιὸ πιὸ μεγάλον ἀπὸ μᾶς, γούσταρε τὴν παρέα μας καὶ πάντα εἶχε ἕτοιμο τὸ καλαμποῦρι γιὰ νὰ μᾶς πειράξει, συνήθως γιὰ τὶς τουρίστριες πού, ὅπως εἴπαμε, ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς βασικές μας ἀσχολίες. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως μᾶς ζύγωσε μὲ ὕφος συνωμοτικὸ καὶ μᾶς εἶπε μὲ χαμηλὴ φωνή:

«Ρὲ σεῖς, ἔχω σκοτώσει κάτι ψάρια ἐκειδὰ στὴν ξέρα τοῦ Μπιλίνου, ἀπὸ τὴ μέσα μεριά, στὸ μπουγαζάκι. Μάζεψα κάτι λίγα ποὺ βγήκανε στὸν ἀφρό, ὅμως τὰ πιὸ πολλὰ βουλιάξανε. Άντέτε νὰ τὰ μαζέψετε, δὲν εἶναι βαθιὰ, πεντέξι ὀργιές. Ὅμως τὸ νοῦ σας, τσιμουδιὰ σὲ κανέναν!»

Στὸ λεπτὸ πάρθηκε ἡ ἀπόφαση καὶ κανονίστηκε ποιοὶ θὰ πήγαιναν. Ἐγὼ εἶχα κάποια δουλειὰ καὶ δὲ θὰ πήγαινα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς, ἐκτὸς ἀπ᾿  τὴ δουλειά, ψιλοφοβόμουνα κιόλας γιατὶ μοῦ ᾿χε πεῖ ὁ Δημήτρης, ὁ γιὸς τοῦ Μανώλα, πὼς μιὰ φορὰ ποὺ εἶχε βουτήξει γιὰ σκοτωμένα ψάρια, ἦρθε μούρη μὲ μούρη μ᾿ ἕνα σκυλόψαρο ποὺ εἶχε πάει νὰ τὰ φάει.  Ἔτσι ἀποφασίστηκε νὰ μὴν πάει ὁλόκληρη ἡ παρέα γιὰ νὰ μὴν ἁπλώσει πολὺ τὸ πράμα καὶ μαθευτεῖ. Ἐξ ἄλλου τὰ ψάρια περίμεναν ἐκεῖ, σκοτωμένα, κι οὔτε κυνῆγι ἤθελαν, οὔτε ντουφέκισμα.

Ὅπως κι ἔγινε. Ὅσοι πῆγαν μάζεψαν τὰ ψάρια στὸ ἅψε-σβῆσε καὶ μετὰ ἄρχισαν νὰ τὰ τρυποῦν μὲ τὸ καμάκι πάνω στὴ βάρκα. Σὲ λίγη σχετικὰ ὥρα  γύρισαν στὸ λιμάνι, ὅπου εἶχε μαζευτεῖ καὶ ἡ ὑπόλοιπη παρέα μαζὶ μὲ τοὺς συνηθισμένους περίεργους. Καθὼς  τοὺς εἶδαν νὰ γυρίζουν νωρὶς ἄρχισαν τὰ σχόλια τοῦ τύπου «νηστικοὶ θὰ μείνουμε ἀπόψε»  ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν ξέρανε τί ἔτρεχε ἀκριβῶς. Μόλις ὅμως εἴδανε τὰ ψάρια μείνανε μὲ τὸ στὸμα ἀνοιχτό. Ἕνας εἶπε μάλιστα: «Γιὰ δὲς ἀστεῖα-ἀστεῖα οἱ μαλάκες!», φράση ποὺ ἔμεινε παροιμιώδης γιὰ τὴν παρέα καὶ τὴ θυμόμαστε ἀκόμα, ὅποτε βρισκόμαστε ὅσοι ἔχουμε ἀπομείνει.

Τὸ βράδυ ἀκολούθησε ψαροφαγία καὶ οἰνοποσία, ὅπου καὶ ἀποφασίστηκε μεγάλη ἐξόρμηση γιὰ τὴν ἄλλη μέρα. Θὰ πήγαινε ὅλη ἡ ὁμάδα σὲ πλήρη σύνθεση καὶ μάλιστα μὲ δυὸ βάρκες,  ἐπειδὴ δὲ χωρούσαμε σὲ μιά. Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ Κώστας, ποὺ δὲν ἤξερε τὸ μυστικὸ τῆς τελευταίας ψαριᾶς, προσφέρθηκε νὰ κάνει τὸ μάγειρα: «Ρὲ σεῖς δὲν ἐρχόσαστε αὔριο στὸ σπίτι μου, στὴν Πισκοπή; Θὰ πάρω τὸ καζάνι τοῦ πανηγυριοῦ ὰπὸ τὸν Ἅι-Βλάση καὶ θὰ φτιάξουμε κακκαβιά!» Βλέποντας τὴν ποσότητα τῶν ψαριῶν ποὺ εἶχε πιάσει ἡ μισὴ ὁμάδα σὲ λίγη ὥρα, ἦταν σίγουρος πὼς τὴν ἑπομένη, ποὺ θά ᾿μαστε ὅλοι καὶ μάλιστα ἀπὸ νωρίς, θὰ σηκώναμε ὅλη τὴ θάλασσα. Γι᾿ αὐτὸ τὴν ἄλλη μέρα φορτώθηκε τὸ καζάνι (ποὺ μέσα του βράζανε ὁλάκερο ἀρνὶ ἢ κατσίκι στὰ πανηγύρια), καθάρισε καὶ μισὸ τσουβάλι πατάτες καὶ κρεμμύδια γιὰ την κακκαβιὰ καὶ μᾶς περίμενε νὰ φέρουμε τὰ ψάρια. Κι ὁ διάολος τά ᾿φερε ὅλα στραβὰ τὴ μέρα ἐκείνη.Ὄχι μόνο δὲν πιάσαμε τὰ ψάρια τῆς προηγούμενης μέρας, ἀλλὰ οὔτε αὐτὰ ποὺ πιάναμε τὶς πιὸ πολλὲς φορές. Ἔτσι τὸ βράδυ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καζούρα, φάγαμε μπριζόλες καὶ πατάτες τηγανητές. Ὅσο γιὰ τὰ κρεμμύδια, βάλαμε ὅσα μπορέσαμε στὴ σαλάτα καὶ τὰ ὑπόλοιπα μείνανε γιὰ κατάπλασμα!

Ὁ ξάδερφος, ἄν καὶ ἔλειπε ὅταν ἔγιναν αὐτὰ ποὺ γράφω παραπάνω, τὴν ἤξερε τὴν ἱστορία γιατὶ  ἄκουγε νὰ τὴ λέμε συχνὰ ὅποτε μαζευόμαστε. Ἄν καὶ μεγαλύτερός μας, ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τὸν περίγυρο τῆς παρέας κι  ὅποτε ξεμπαρκάριζε καὶ βρισκόταν  στὸ νησὶ  ἐρχόταν στὰ γλέντια μας. Δὲν εἶπε  τίποτα, μονάχα μὲ κοίταξε μ᾿ ἕνα αἰνιγματικὸ χαμόγελο σὰ νὰ μοῦ ᾿λεγε: «Καλά, αὐτὰ ποὺ λὲς μᾶς τά ᾿παν κι ἄλλοι»  καὶ φύλαξε τὸ δούλεμα γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς.

Ἐγὼ πάλι, δὲν ξέρω γιατί, εἶχα μιὰ σιγουριὰ ὅτι τὰ ψάρια θά ᾿ταν ἐκεῖ νὰ μὲ περιμένουν.Ὄχι χωρὶς λόγο βέβαια. Πρὶν ἀπὸ κανα μήνα εἶχα ἀνακαλύψει, κάτω ἀπὸ τὸ Φανάρι, στὴ μπούκα τοῦ λιμανιοῦ, μιὰ τρύπα γεμάτη σαργούς. Τὴν πρώτη φορὰ εἶχα χτυπήσει ἕναν γὺρω στὰ τρία τέταρτα. Ξαναπῆγα ἄλλα δυὸ Σάββατα (τότε πήγαινα κάθε Σαββατοκύριακο στὸ νησί). Τὴ μιὰ φορὰ πῆρα ἕναν καὶ τὴν ἄλλη δυό: ἕναν στὸν πηγαιμὸ (ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Μέριχα πρὸς τὴν Πισκοπὴ) κι ἕναν στὸ γυρισμὸ στὴ βάρκα (τὴ φουντάριζα λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Φανάρι). Ὅλα τὰ ψάρια ἦταν μεγάλα, πάνω ἀπὸ μισόκιλο. Τὸ Φανάρι ἦταν τότε φοβερὸς ψαρότοπος. Ὁ βυθὸς πανέμορφος, γεμᾶτος μεγάλες πέτρες σωριασμένες στὸ βυθὸ ἀπὸ τὴ μανία τῆς θάλασσας ποὺ σφυροκοπάει τὸν κάβο χιλιάδες, ἑκατομμύρια χρόνια. Κάποιες φορὲς εἶχα μείνει νὰ κοιτάζω ἔκπληκτος τὸν πλοῦτο τῶν ψαριῶν, χωρὶς τελικὰ νὰ πιάνω τίποτα. Σαργοί, ροφοί, στεῖρες, συναγρίδες ὅλα μαζὶ σ᾿ ἕνα μαγικὸ μπαλέτο τοῦ βυθοῦ καὶ νὰ μὴν ξέρεις ποῦ νὰ πρωτοβουτήξεις. Στὸ τέλος, ὅταν τ᾿ ἀποφάσιζες νὰ βουτήξεις, τά ᾿βλεπες νὰ σκορπίζουν σιγὰ σιγὰ καὶ νὰ κατηφορίζουν στὸ γαλάζιο χάος. Ἡ τρύπα ἐκείνη ὅμως ἦταν ἀλλιώτικη. Οἱ σαργοὶ τριγύριζαν ἀπ᾿ ἔξω καὶ μόλις βούταγα ἔμπαιναν μέσα καὶ τριγύρναγαν στὸ βάθος της. Φακὸ δὲν εἶχα (τότε τὰ ψάρια ἦταν πιὸ ἀπονήρευτα καὶ δὲν χρειαζόταν).  Ἔβαζα μέσα τὸ κεφάλι καὶ μόλις συνήθιζαν τὰ μάτια στὸ μισοσκόταδο ἔβλεπα τὶς ἀσημένιες σιλουέτες καὶ ντουφέκιζα. Τότε δὲν ἤξερα τί γίνεται. Σήμερα ὅμως, μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ψαροντούφεκο, εἶμαι σίγουρος πὼς κάπου ἐκεῖ στὸ βάθος τῆς τρύπας, στὰ σκοτεινά, θαλάμιαζε ἕνας μεγάλος ροφός. Γι᾿ αὐτὸ «κοπάδιαζαν» ἐκεῖ οἱ σαργοί, ἀναγκάζοντάς με νὰ τὴν ὀνοματίσω «περίπτερο».

Τὸ ἀπόγευμα συναντηθήκαμε μὲ τὴν παρέα στὸ μόλο, μπροστὰ στὴ βάρκα μου. Μπονάτσα, χαρὰ Θεοῦ, μὲ μιὰν ἀραιὴ συννεφιά. Ἡ γλύκα τῆς ἀρχῆς τοῦ φθινοπώρου. Μόλις φτάσαμε στὸν τόπο σταμάτησα τὴ βάρκα κι οὔτε ποὺ φουντάραμε τὸ σίδερο. Ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ ἄλλοι δυὸ εἶχαν ἔρθει γιὰ παρέα καὶ θά ᾿μεναν στὴ βάρκα.

Τότε δὲν εἶχαν βγεῖ ἀκόμα τὰ καινούργια ψαροντούφεκα μὲ τὶς μακριὲς λεπτὲς βέργες ποὺ καταλήγουν σὲ αἰχμή, τὶς ταϊτιέν, καὶ ψάρευα μὲ τρίαινα. Δὲν ξέρω γιατί, ἴσως κάτι μέσα μου, αὐτὸ τὸ ἔνστικτο τοῦ κυνηγοῦ τὸ ἀρχέγονο, μ᾿ ἔκανε νὰ ξεβιδώσω τὴν τρίαινα καὶ νὰ βάλω τὴ δελφινιέρα. Μόλις ἔπεσα στὴ θάλασσα εἶδα ἀμέσως τὰ γνωστὰ σημάδια τῆς τρύπας. Τὴν εἶχα μάθει πιὰ τόσο καλὰ ποὺ σταμάτησα τὴ βάρκα σχεδὸν ἀπὸ πάνω. Πῆρα δυὸ-τρεῖς βαθειὲς ἀνάσες καὶ βούτησα. Μόλις ἔφτασα στὴν τρύπα καὶ κοίταξα μέσα ἦταν πιὸ σκοτεινὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες φορές. Ὁ φθινοπωριάτικος ἥλιος μὲ τὴν ἀραιὴ συννεφιὰ δὲ φώτιζε καὶ τόσο καλά. Γρήγορα ὅμως τὰ μάτια μου συνήθισαν καὶ ξεχώρισαν μιὰ κίνηση στὸ βάθος. Χωρὶς ἀργοπορία σημάδεψα πρὸς τὰ ᾿κεῖ,  ντουφέκισα κι ἀμέσως τράβηξα τὸ κορδὸνι τῆς βέργας. Ἡ βέργα ὅμως δὲν ἐρχόταν. Γιὰ κάποια δευτερόλεπτα σκέφτηκα μὴπως τὸ ψάρι ποὺ χτύπησα  ἦταν ροφὸς κι εἶχε «βραχώσει». Χώθηκα λοιπὸν μέσα στὴν τρύπα, ὅσο πιὸ βαθιὰ χωροῦσα καὶ κατάφερα νὰ πιάσω τὴ βέργα. Μὲ δυὸ-τρία ἀπότομα κουνήματα κατάφερα νὰ τὴν ξεμπλέξω καὶ τὸτε τί νὰ δῶ: δυὸ μεγάλοι σαργοί, ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλον, περασμένοι «σουβλάκι» στὴ βέργα!

Ἀνέβαινα κρατώντας μὲ τὰ δυό μου χέρια τὴ βέργα ὰπὸ τὶς ἄκρες της καὶ τὰ ψάρια ἀνάμεσα. Ἔτσι ξεμπρόβαλα μέσα ἀπὸ τὸ νερὸ μὲ τὰ χέρια στὴν ἀνάταση καὶ μιὰ κραυγὴ θριάμβου ποὺ ἑνώθηκε μὲ τὶς φωνὲς τῶν δυὸ φίλων ἀπὸ τὴ βάρκα.

Δημήτρης  Στεφ. Μαρτῖνος

 

Λεξιλογικά-φρασεολογικά

Να πω δυο πράγματα λεξιλογικά, παρόλο που το ψάρεμα δεν είναι καθόλου το φόρτε μου -ουσιαστικά δεν έχω ψαρέψει ποτέ.

* Ο συγγραφέας παραθέτει τη γνωστή παροιμία για «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο». Να προσθέσω κι άλλες δύο που τις βρίσκω στα Κεφαλονίτικα γνωμικά του Λουκάτου, ο οποίος έχει και την παραπάνω.

«Του κυνηγού και του ψαρά, έρμο είναι το σπίτι του», αλλά και:

«Το ψάρι θέλει πομονή και το κυνήγι πείσμα», μια ακόμα από τις πολλές παραλλαγές στο ίδιο μοτίβο, που εδώ φαίνεται εξαιρετικά εύστοχη.

* φουσεκάς, ο ψαράς που δουλεύει με δυναμίτη (φουσέκι)

* κουσέρβα, μια πολύ ενδιαφέρουσα λέξη που είναι δάνειο από τα βενετικά -και βέβαια, από την ίδια ρίζα, αλλά από τα γαλλικά, έχουμε δανειστεί την πολύ πιο κοινή κονσέρβα.

Κουσέρβα στο αφήγημα του Δημήτρη είναι οι περιστασιακοί συνεταιρισμοί που έκαναν οι ψαράδες όταν μια αλιευτική εξόρμηση χρειαζόταν πολλά χέρια ή πολλά σκάφη. Η σημασία αυτή πράγματι υπάρχει, αλλά η λέξη έχει και μια δεύτερη σημασία, τα πλοία που πηγαίνουν μαζί ή το ένα πίσω απ’ το άλλο.

Ο όρος υπάρχει στους Χαλασοχώρηδες του Παπαδιαμάντη, όπου ο ναυτικός μπαρμπα-Στεφανής, αγανακτισμένος από το εκλογικό ψηστήρι που του κάνει ο κυρ Μανώλης, εξεγείρεται και αρχίζει να του τα ψέλνει, χρησιμοποιώντας αρμαθιά ναυτικούς όρους, και λέει, ανάμεσα στα άλλα: «Για καμιά τσομπανοφλοέρα με πήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να σου κατέβηκε να σε τραβήξω γιουντέκι ή ν’ αρμενίσουμε κουσέρβα;»

Αλλά και στο διήγημα «Για τα ονόματα», ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει δυο φιλους που παίρνουν γραμμή τα σπίτια όσων γιορτάζουν για να δεχτούν κεράσματα: συνήθιζον οι δύο να πηγαίνουν «κονσέρβα», ως έλεγαν, δηλ. ως δύο συμπλέοντα πλοία, να φέρουν γύραν εις όλας τας οικίας όσαι εώρταζον

Μονοτονική μορφή

ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Σεπτέμβρης του ’79, τελευταίο Σαββατοκύριακο. Με δυο φίλους ταξιδεύουμε, Σάββατο πρωί, για τα Θερμιά με το Άγιος Γεώργιος, το πρώτο, το μικρό φερυμπώτ του Βεντούρη. Δεύτερος μηχανικός στο βαπόρι ένας ’ξάδερφος και μας προσκαλεί για καφέ στο σαλόνι της πρώτης θέσης. Μετά τα γενικά η κουβέντα γυρίζει στο ψάρεμα.

 

-«Τι γίνεται ρε ψηλέ, πιάνεις κανένα ψάρι;» με ρωτάει.

-«Να σου πω» του απαντώ. «Έχω βρει ένα περίπτερο κάτω απ’ το Φανάρι. Θα περάσω τ’ απόγεμα να πάρω δυο σαργούς, ίσαμ’ ενάμισι κιλό κι οι δυο μαζί.»

-«Καλά δεμένα τα ’χεις;» ξαναρωτάει ο ’ξάδερφος.

-«Αύριο τ’ απόγεμα που θα γυρίζουμε θα σου πω» του ξαναλέω.

Δεν συνήθιζα να κάνω «δηλώσεις» τέτοιου είδους πριν από το ψάρεμα, γιατί είχα αρκετή πείρα ο ίδιος για να ξέρω πως δεν υπάρχει τίποτα πιο αβέβαιο. Εκτός αυτά που λέγαν οι παλιοί: «τα ψάρια στο γιαλό, το τσουκάλι στη φωτιά» ή «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο δέκα φορές είν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο» είχα και ο ίδιος «πικράν πείραν». Δεν ξεχνούσα το κάζο που είχαμε πάθει λίγα χρόνια πριν. Εκεί κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχαμε φτιάξει στο Μέριχα μια παρέα νεανική, φοιτητές οι περισσότεροι, την περίφημη «κουσέρβα». Τ’ όνομα το «κλέψαμε» από τους ψαράδες που ονόμαζαν έτσι τους περιστασιακούς συνεταιρισμούς που έκαναν, όποτε μαζεύονταν για να κάνουν ψαρέματα που ήθελαν πολλά χέρια ή πολλά σκάφη.

Βασικές μας ασχολίες το ψαροντούφεκο και το «καμάκι». Το ψαροντούφεκο, εκτός από τη διασκέδαση που μας έδινε, τροφοδοτούσε τις βραδυνές μας κρασοκατανύξεις με λαχταριστούς θαλασσινούς μεζέδες. Συνήθως ό,τι πιάναμε τα πηγαίναμε στις ταβέρνες της κυρα-Ρήνης ή της Καλλιόπης που μας τα ’φτιαχναν και παίρναμε από το μαγαζί τις σαλάτες και το κρασί. Έτσι τη βγάζαμε πολύ φτηνά, γιατί τα λεφτά μας ήταν λιγοστά. Τις πιο πολλές φορές το ρεφενέ τον πλήρωναν κάποιοι φίλοι, μεγαλύτεροι στην ηλικία, οικογενειάρχες, εργαζόμενοι, πιο άνετοι οικονομικά από εμάς το φοιτηταριό, που γουστάρανε την παρέα μας και συχνά μας συντρόφευαν σ’ αυτές τις κρασοκατανύξεις.

Συνήθως ακολουθούσε γλέντι, με κασέτες τις περισσότερες φορές, ενώ πιο σπάνια, σε ειδικές περιπτώσεις, παίρναμε τα βιολιά. Τα γλέντια αυτά κρατούσαν μέχρι το πρωί συνήθως και ξενυχτούσαμε όλο το Μέριχα με τις φωνές, τους χορούς και τα τραγούδια μας. Κανένας όμως δε μας γκρίνιαζε, γιατί χαιρόταν που εμείς οι «αξύριστοι μαλλιάδες» γλεντούσαμε Θερμιώτικα.

Μια μέρα, εκεί που πίναμε καφέ στον καφενέ του Μάρκου κοντά στη θάλασσα, πέρασε ο Μανώλας με το παραγάδι παραμάσχαλα. Παλιός ψαράς, παραγαδιάρης και «φουσεκάς». Παρ’ όλο που ’χε γιό πιο μεγάλον από μας, γούσταρε την παρέα μας και πάντα είχε έτοιμο το καλαμπούρι για να μας πειράξει, συνήθως για τις τουρίστριες που, όπως είπαμε, ήταν μια από τις βασικές μας ασχολίες. Αυτή τη φορά όμως μας ζύγωσε με ύφος συνωμοτικό και μας είπε με χαμηλή φωνή:

«Ρε σεις, έχω σκοτώσει κάτι ψάρια εκειδά στη ξέρα του Μπιλίνου, από τη μέσα μεριά, στο μπουγαζάκι. Μάζεψα κάτι λίγα που βγήκανε στον αφρό, όμως τα πιο πολλά βουλιάξανε. Αντέτε να τα μαζέψετε, δεν είναι βαθειά, πεντέξι οργιές. Όμως το νου σας, τσιμουδιά σε κανέναν!»

Στο λεπτό πάρθηκε η απόφαση και κανονίστηκε ποιοι θα πήγαιναν. Εγώ είχα κάποια δουλειά και δε θα πήγαινα. Η αλήθεια είναι πως, εκτός απ’ τη δουλειά, ψιλοφοβόμουνα κι’ όλας γιατί μού ’χε πει ο Δημήτρης, ο γιός του Μανώλα, πως μια φορά που είχε βουτήξει για σκοτωμένα ψάρια, ήρθε μούρη με μούρη μ’ ένα σκυλόψαρο που είχε πάει να τα φάει. Έτσι αποφασίστηκε να μην πάει ολόκληρη η παρέα για να μην απλώσει πολύ το πράμα και μαθευτεί. Εξ άλλου τα ψάρια περίμεναν εκεί, σκοτωμένα κι ούτε κυνήγι ήθελαν, ούτε ντουφέκισμα.

Όπως κι έγινε. Όσοι πήγαν μάζεψαν τα ψάρια στο άψε-σβύσε και μετά άρχισαν να τα τρυπούν με το καμάκι πάνω στη βάρκα. Σε λίγη σχετικά ώρα γύρισαν στο λιμάνι, όπου είχε μαζευτεί και η υπόλοιπη παρέα μαζί με τους συνηθισμένους περίεργους. Καθώς τους είδαν να γυρίζουν νωρίς άρχισαν τα σχόλια του τύπου «νηστικοί θα μείνουμε απόψε» από εκείνους που δεν ξέρανε τι έτρεχε ακριβώς. Μόλις όμως είδανε τα ψάρια μείνανε με το στόμα ανοιχτό. Ένας είπε μάλιστα: «Για δες αστεία-αστεία οι μαλάκες!», φράση που έμεινε παροιμιώδης για την παρέα και τη θυμόμαστε ακόμα, όποτε βρισκόμαστε όσοι έχουμε απομείνει.

Το βράδυ ακολούθησε ψαροφαγία και οινοποσία, όπου και αποφασίστηκε μεγάλη εξόρμηση για την άλλη μέρα. Θα πήγαινε όλη η ομάδα σε πλήρη σύνθεση και μάλιστα με δυο βάρκες, επειδή δε χωρούσαμε σε μια. Ακούγοντας αυτά ο Κώστας, που δεν ήξερε το μυστικό της τελευταίας ψαριάς, προσφέρθηκε να κάνει το μάγειρα: «Ρε σεις δεν ερχόσαστε αύριο στο σπίτι μου, στη Πισκοπή; Θα πάρω το καζάνι του πανηγυριού από τον Άι-Βλάση και θα φτιάξουμε κακκαβιά!» Βλέποντας την ποσότητα των ψαριών που είχε πιάσει η μισή ομάδα σε λίγη ώρα, ήταν σίγουρος πως την επομένη, που θα ’μαστε όλοι και μάλιστα από νωρίς, θα σηκώναμε όλη τη θάλασσα. Γι’ αυτό την άλλη μέρα φορτώθηκε το καζάνι (που μέσα του βράζανε ολάκερο αρνί ή κατσίκι στα πανηγύρια), καθάρισε και μισό τσουβάλι πατάτες και κρεμμύδια για την κακκαβιά και μας περίμενε να φέρουμε τα ψάρια. Κι ο διάολος τα ’φερε όλα στραβά τη μέρα εκείνη. Όχι μόνο δεν πιάσαμε τα ψάρια της προηγούμενης μέρας, αλλά ούτε αυτά που πιάναμε τις πιο πολλές φορές. Έτσι το βράδυ, εκτός από την καζούρα, φάγαμε μπριζόλες και πατάτες τηγανητές. Όσο για τα κρεμμύδια, βάλαμε όσα μπορέσαμε στη σαλάτα και τα υπόλοιπα μείνανε για κατάπλασμα!

Ο ξάδερφος, αν και έλειπε όταν έγιναν αυτά που γράφω παραπάνω, την ήξερε την ιστορία γιατί άκουγε να τη λέμε συχνά όποτε μαζευόμαστε. Αν και μεγαλύτερός μας, ήταν κι αυτός ένας από τον περίγυρο της παρέας κι όποτε ξεμπαρκάριζε και βρισκόταν στο νησί ερχόταν στα γλέντια μας. Δε είπε τίποτα, μονάχα με κοίταξε μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο σα να μού ’λεγε: «Καλά αυτά που λες μας τα ’παν κι άλλοι» και φύλαξε το δούλεμα για το ταξίδι της επιστροφής.

Εγώ πάλι, δεν ξέρω γιατί, είχα μια σιγουριά ότι τα ψάρια θα ’ταν εκεί να με περιμένουν. Όχι χωρίς λόγο βέβαια. Πριν από κανα μήνα είχα ανακαλύψει, κάτω από το Φανάρι στη μπούκα του λιμανιού, μια τρύπα γεμάτη σαργούς. Την πρώτη φορά είχα χτυπήσει έναν γύρω στα τρία τέταρτα. Ξαναπήγα άλλα δυο Σάββατα (τότε πήγαινα κάθε Σαββατοκύριακο στο νησί). Τη μια φορά πήρα έναν και την άλλη δυο: έναν στο πηγαιμό (από τη μεριά του Μέριχα προς τη Πισκοπή) κι έναν στο γυρισμό στη βάρκα (τη φουντάριζα λίγο πριν από το Φανάρι). Όλα τα ψάρια ήταν μεγάλα, πάνω από μισόκιλο. Το Φανάρι ήταν τότε φοβερός ψαρότοπος. Ο βυθός πανέμορφος, γεμάτος μεγάλες πέτρες σωριασμένες στο βυθό από τη μανία της θάλασσας που σφυροκοπάει τον κάβο χιλιάδες, εκατομμύρια χρόνια. Κάποιες φορές είχα μείνει να κοιτάζω έκπληκτος τον πλούτο των ψαριών, χωρίς τελικά να πιάνω τίποτα. Σαργοί, ροφοί, στήρες, συναγρίδες όλα μαζί σ’ ένα μαγικό μπαλέτο του βυθού και να μην ξέρεις πού να πρωτοβουτήξεις. Στο τέλος, όταν τ’ αποφάσιζες να βουτήξεις, τα ’βλεπες να σκορπίζουν σιγά-σιγά και να κατηφορίζουν στο γαλάζιο χάος. Η τρύπα εκείνη όμως ήταν αλλιώτικη. Οι σαργοί τριγύριζαν απ’ έξω και μόλις βούταγα έμπαιναν μέσα και τριγύρναγαν στο βάθος της. Φακό δεν είχα (τότε τα ψάρια ήταν πιο απονήρευτα και δεν χρειαζόταν). Έβαζα μέσα το κεφάλι και μόλις συνήθιζαν τα μάτια στο μισοσκόταδο έβλεπα τις ασημένιες σιλουέτες και ντουφέκιζα. Τότε δεν ήξερα τι γίνεται. Σήμερα όμως, μετά από τόσα χρόνια ψαροντούφεκο, είμαι σίγουρος πως κάπου εκεί στο βάθος της τρύπας, στα σκοτεινά, θαλάμιαζε ένας μεγάλος ροφός. Γι’ αυτό «κοπάδιαζαν» εκεί οι σαργοί, αναγκάζοντάς με να την ονοματίσω «περίπτερο».

Το απόγευμα συναντηθήκαμε με την παρέα στο μόλο, μπροστά στη βάρκα μου. Μπονάτσα, χαρά Θεού με μιαν αραιή συννεφιά. Η γλύκα της αρχής του φθινοπώρου. Μόλις φτάσαμε στον τόπο σταμάτησα τη βάρκα κι ούτε που φουντάραμε το σίδερο. Έτσι κι αλλιώς οι άλλοι δυο είχαν έρθει για παρέα και θα ’μεναν στη βάρκα.

Τότε δεν είχαν βγει ακόμα τα καινούργια ψαροντούφεκα με τις μακριές λεπτές βέργες που καταλήγουν σε αιχμή, τις ταϊτιέν και ψάρευα με τρίαινα. Δεν ξέρω γιατί, ίσως κάτι μέσα μου, αυτό το ένστικτο του κυνηγού το αρχέγονο, μ’ έκανε να ξεβιδώσω την τρίαινα και να βάλω τη δελφινιέρα. Μόλις έπεσα στη θάλασσα είδα αμέσως τα γνωστά σημάδια της τρύπας. Την είχα μάθει πια τόσο καλά που σταμάτησα τη βάρκα σχεδόν από πάνω. Πήρα δυο-τρεις βαθειές ανάσες και βούτησα. Μόλις έφτασα στην τρύπα και κοίταξα μέσα ήταν πιο σκοτεινά από τις άλλες φορές. Ο φθινοπωριάτικος ήλιος με την αραιή συννεφιά δε φώτιζε και τόσο καλά. Γρήγορα όμως τα μάτια μου συνήθισαν και ξεχώρισαν μια κίνηση στο βάθος. Χωρίς αργοπορία σημάδεψα προς τα ’κει, ντουφέκισα κι αμέσως τράβηξα το κορδόνι της βέργας. Η βέργα όμως δεν ερχόταν. Για κάποια δευτερόλεπτα σκέφτηκα μήπως το ψάρι που χτύπησα ήταν ροφός κι είχε «βραχώσει». Χώθηκα λοιπόν μέσα στην τρύπα, όσο πιο βαθειά χωρούσα και κατάφερα να πιάσω τη βέργα. Με δυο-τρία απότομα κουνήματα κατάφερα να την ξεμπλέξω και τότε τι να δω: δυο μεγάλοι σαργοί, ο ένας δίπλα στον άλλον, περασμένοι «σουβλάκι» στη βέργα!

Ανέβαινα κρατώντας με τα δυο μου χέρια τη βέργα από τις άκρες της και τα ψάρια ανάμεσα. Έτσι ξεμπρόβαλα μέσα από το νερό με τα χέρια στην ανάταση και μια κραυγή θριάμβου που ενώθηκε με τις φωνές των δυο φίλων από τη βάρκα.

 

Advertisements

142 Σχόλια to “Το περίπτερο (Δημήτρης Μαρτίνος)”

  1. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Άσεμνες παραλλαγές: To ψάρι* θέλει υπομονή και το νιμού κυνήγι.
    *υπάρχει και με «πρέφα» αντί για «ψάρι»

  2. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    https://books.google.com.bh/books?id=Iz9aAAAAcAAJ&pg=PA5&lpg=PA5&dq=conserva+moti+navale&source=bl&ots=U3mehHObIV&sig=s1YPCi1dZCY-hwS7nyz1aPo555E&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwigq5_Oi-3MAhXHtRQKHU2ABj4Q6AEIIjAB#v=onepage&q=conserva%20&f=false

  3. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  4. Γς said

    Καλημέρα

    Ωραίο

    [κι ο Νικοκύρης λουφάρει]

    >τὰ γλέντια αὐτὰ κρατοῦσαν μέχρι τὸ πρωὶ συνήθως καὶ ξενυχτούσαμε ὅλο το Μέριχα μὲ τὶς φωνὲς, τοὺς χοροὺς καὶ τὰ τραγούδια μας. Κανένας ὅμως δὲ μᾶς γκρίνιαζε, γιατὶ χαιρόταν ποὺ ἐμεῖς οἱ «ἀξύριστοι μαλλιάδες» γλεντούσαμε Θερμιώτικα.

    η ψυχή τους το ξέρει

  5. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Δελφινιέρα (μονόφτερη. υπάρχει και με δύο φτερά, ένθεν κι ένθεν του κορμού)
    https://encrypted-tbn1.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcToKf08EZN557qdjMrVzM9HF6TyD00Zj79ip9gZyL0T8AOBp_Bh

  6. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  7. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστω πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1: Με την πρέφα υπάρχει και το «και το πικέτο τέχνη» Αλλά δεν έμαθα πικέτο να ξέρω αν ισχύει.

    4: Για να μην πείτε ότι λουφάρω ασύστολα, έβαλα τα της κουσέρβας. Οπότε, λουφάρω διακριτικά.

    5: Καλά κάνεις και προσθέτεις, αυτά τα σύνεργα εγώ δεν τα ξέρω.

  8. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλημέρα!
    Δυστυχώς, το αντρόιντ που έχω εύκαιρο αυτή τη στιγμή αρνείται να διαβάσει τόνους και πνεύματα και να εμφανίσει τα από κάτω τους στεγαζόμενα γράμματα. Φανατικά μονοτονικό το σκασμένο. Καλή ευκαιρία λοιπόν για γλωσσική άσκηση: Μάντεψε τι λέει ο ποιητής και θυμήσου πού μπαίνει ψιλή και δασεία, οξεία και περισπωμένη. Πάντως, εκείνα τα μνημοτεχνικά στιχουργήματα για εύκολη απομνημόνευση των δασυνόμενων λέξεων τα θυμάμαι ακόμα : ένα, έξι και εφτά, εκατό και ερπετά, Ερμής, Έλλη και Ελένη, η Ελλάδα η τιμημένη, έδρα, έτοιμο, ενώνω, μια εβδομάδα σιδερώνω, εορτή και η εστία, επομένως και ευρίσκω, εταιρεία κι ερμηνεία.
    Τι σαβούρα συγκρατεί η μνήμη και πόσα χρήσιμα τα εξαφανίζει η άτιμη! 😊

  9. Γς said

    >σαν να σου κατέβηκε να σε τραβήξω γιουντέκι ή ν’ αρμενίσουμε κουσέρβα;

    και γουντέκι είναι [από το τουρκ. yedek] τορυμουληούμενο

  10. Γς said

    το ρυμουληούμενο

  11. Γς said

    ρυμουλκούμενο! γμτ

  12. spiral architect said

    @8: Οι κινητοταμπλέτες που τρέχουν λειτουργικό μεγαλύτερο του Android 4 (5.0, 6.0) διαβάζουν τα Greek polytonics. Αν έχεις 4.x.x θέλει ένα πρόσθετο apk. Oδηγίες εδώ

    Καλημέρα σ’ όλους.

  13. Γιάννης Κουβάτσος said

    12.
    Σ’ ευχαριστώ πολύ! 👍

  14. cronopiusa said

    Δέκα Μικροί Νέγροι

    Καλή σας μέρα!
    πολύ ωραίο Δημήτρη Μαρτίνο, ευχαριστούμε!

  15. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Συγχαρητήρια Δημήτρη, και για το διηγηματάκι αλλά και για τα «σκουληκάκια»- κι ασ’ τον τον Νίκο να λέει.. (Στο κάτω κάτω, αν δεν έχουν σκουληκάκια οι ψαράδες, ποιοί θα έχουν;). Και για όσους αγαπούν τις ψαράδικες και ψαροντουφεκάδικες ιστορίες αλλά παρέλειψαν μέχρι τώρα να εφοδιαστούν με τα βιβλία του «Πατριάρχη» του είδους, Θέμου Ποταμιάνου, ας σπεύσουν! Δεν ξαναγράφονται τέτοια βιβλία..

  16. Κουνελόγατος said

    Μπράβο Δημήτρη Μαρτίνο, καλημέρα.
    Μου άρεσε πολύ το κρεμμύδια κατάπλασμα, το λέμε συχνά για τέτοιες περιπτώσεις. Όσο για τη φασαρία από γλέντια, το βλέπω στο γυναικοχώρι, που είναι άδειο όλον τον χρόνο και πάμε οι «ΑθηναίοΗρακλειώτες» και τους αλλάζουμε τα φώτα. Συνήθως δε γκρινιάζουν…
    Για το ψάρεμα και τις υπερβολές, υπάρχει και πρόσφατη διαφήμιση, έπιασα έναν χάνο 5 κιλά, μπορεί και περισσότερο… :mrgreen:

  17. BLOG_OTI_NANAI said

    Ωραίο, καλοκαιρινό.

    ΥΓ
    Προσωπικά δεν ασχολούμαι με ψάρεμα ή κηνύγι. Όταν κάτσεις δίπλα σε ψαράδες ή κυνηγούς και αρχίσουν τα «εγώ είχα πάει…» και «εγώ είχα πιάσει…», αμέσως αντιλαμβάνεσαι τι τραβάνε οι γυναίκες, όταν για κακή τους τύχη αρχίσουμε να μιλάμε ώρες ατέλειωτες για το στρατό… Βεβαίως τα ίδια τραβάμε κι εμείς όταν μιλάνε οι γυναίκες με ενθουσιασμό για χτενίσματα, ρούχα και καλλυντικά.

    Υπάρχει και άλλη μια συζήτηση που πήζουν χοντρά οι άλλοι ανεξαρτήτως φύλου, όταν εκείνοι που έχουν παιδιά αρχίσουν να μιλάνε για τα παιδιά τους, και οι υπόλοιποι ακούνε βαριεστημένα.

  18. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    8 Το σκέφτηκα ότι μπορεί να έχουν πρόβλημα οι κινητούχοι και είπα να το μονοτονίσω ή να βάλω δύο βερσιόν, αλλά μετά, ομολογώ, βαρέθηκα.

  19. Spiridione said

    Και μια νοταριακή πράξη συμφωνίας καπεταναίων για άσκηση πειρατείας (!) στη Ζάκυνθο το 1716:

    «Την σήμερον ενεφανίσθησαν κατέμπροσθεν εμού και υποκάτωθεν τιμίων μαρτύρων παρών και σωματικοί, από το ένα μέρος ο καπετάν Αντώνιος Παπακωστόπουλος, ο καπετάν Γεωργάκης Νίκλος, ο καπετάν Νικολέτος Μουζάκης και ο καπετάν Αντζουλέτος Κονάκης, τα οποία μέρη εσυμφώνησαν ως κάτωθεν. Μέλλοντος Θεού θέλοντος εις το παρόν βιάτζο να κάμουν κουσέρβα αναμεταξύ τους δια να κουρσέψουν τον κοινόν εχθρόν, θέλουν και σταμπιλίρουν με τη θέλησί τους και με τη βουλή ουλουνώνε των άνωθεν καπεταναίων και οφιτζιάλωνε τους, ότι πρώτα με τη δύναμι και θέλησι του αφεντός του Θεού και δεύτερο με ούλη τους την καρδία να πάνε να κουρσέψουν μέσα από τα καστέλια του Έπακτου, και όποιος από τους άνωθεν καπεταναίους δεν ήθελε να μπουκάρη με το μπαστιμέντο του μέσα από τα καστέλια, μόνε ήθελε αμπαντονάρει ταις κουσέρβαις του, να είναι ομπλιγάδος χωρίς λόγο και κρίσεως να πληρώνη των κουσέρβωνέ του όλαις ταις έξοδαις και σπέζαις όπου κάμουν εις το παρόν βιάτζιο, και να μη ημπορή να πρετεντέρη από ταις πρέζαις οπού θέλουν κάμουν το ουδέν τίποτες εις το μερτικό του, και ανίσως και εκείνος γυρίζοντας οπίσω ήθελε κάμει καμμία πρέζα να μην έχει μήτε από κείνη τίποτες, μόνε να είναι και αυτή των αλλονώνε των κουσέρβωνέ του, μα Θεού θέλοντος κάμνοντας ότι λογής πρέζα και αν είναι να ημπορή να μοιράζεται εις δέκα τρία ήμισυ μερτικά, ήγουν τα τέσσερα ήμισυ μερτικά να λαβαίνη ο καπετάν Νικολέτος Μουζάκης με τη γαλιότα του και παντιέρα ντεμόνακο, τέσσερα μερτικά ο καπετάν Γεωργάκης Νίκλος με τη γαλιότα του, δύο ήμισυ μερτικά ο Αντώνιος Παπακωστόπουλος με το περγαντίνον του, και ο καπετάν Αντζολέτος Κονάκης με την φελούκα του άλλα δύο ήμισυ μερτικά, ξεκαθαρίζοντας ότι ανίσως ο Αντώνιος Παπακωστόπουλος έχει περισσότερους ανθρώπους από τη φελούκα του ετότες να ημπορή να βιαίνη το μερτικό τους εκείνωνε των περισσότερων από ούλη τη κουσέρβα κατά πως κάμουν και οι άλλοι μερτικό, και ούτω ποιούν και υπόσκουνται να μαντινιέρουν την παρούσα εις ούλα της τα μέρη εις υπόσκεσες ρετσιπροκαμέντε με τα καλά τους και τα εξής εις μαρτυρίας και βεβαίωσις …»

    σταμπιλίρω: σφραγίζω
    βιάτζιο: ταξίδι, δρομολόγιο
    μπαστιμέντο: πλοίο
    αμπαντονάρω: εγκαταλείπω
    ομπλιγάδος: υποχρεωμένος
    σπέζα: τρόφιμα αγοραστά, ψώνια
    πρετεντέρω: διεκδικώ
    πρέζα: λεία
    μαντινιέρω: τηρώ
    ρετσιπροκαμέντε: κοινή, αμοιβαία

    http://mopseus-aa.imis.athena-innovation.gr/document/44946.pdf

  20. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    19. !! Αυτό είναι που λένε μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια! 🙂
    Πολύ ωραίο Σπυρέτο!

  21. κουτρούφι said

    «σὲ εἰδικὲς περιπτώσεις, παίρναμε τὰ βιολιὰ.»
    Μια άλλη φορά, κύριε Μαρτίνο, να μας γράψετε και καμιά ιστορία με βιολιά!

  22. Γς said

    N. Ago
    ‏@NikoAgo
    Σύμφωνα με την Bank of America, «η ανάπτυξη στην Ελλάδα, τους επόμενους μήνες θα μας εκπλήξει θετικά».
    Να είστε όλοι εκεί.

    Ωπα, το ρίξαμε και στις τσαχπινιές.

  23. sarant said

    19 Χαχά, καλό!
    Βέβαια δεν κουρσεύουν γενικά, αλλά τον εχθρό 🙂

  24. giorgos said

    Ωραίο διήγημα . Τή λέξη κοσέρβα ή κονσέρβα τήν λέμε καί στήν Λευκάδα καί έννοούμε τόν συνεταιρισμό δύο καικιών , γρι-γρί . Δέν τό ήξερα ότι είναι ιταλική λέξη .

  25. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Όλο αυτό το θαλασσινό μου θύμισε το Λοΐζο:

  26. atheofobos said

    8
    Από την σαβούρα της μνήμης!
    Αν πριν ένα ρήμα έχουμε να, αν εάν, ίνα, ας όπως, όταν, βάζουμε η στο ρήμα λόγω υποτακτικής!

    Το ωραίο αυτό διήγημα μου θύμισε αξέχαστες στιγμές ψαρέματος.
    5 μέρες στην σειρά πήγαινα στην Μακρόνησο και έβλεπα κάτω από ένα βράχο 4 θρεμμένους σαργούς βαθειά χωμένους όμως ,που όμως δεν τους έφτανε το καμάκι από το κοντό μου ψαροντούφεκο..
    Είχα φτάσει στην απελπισμένη απόφαση να γυρίσω στην Αθήνα να πάρω ένα άλλο ψαροντούφεκο σαν αυτό της φωτογραφίας με βέργα Ταϊτής
    http://must-dive.gr/eshop/index.php?main_page=product_info&cPath=25_6_3171_3174&products_id=19680&zenid=b76e5ce81052ba860c0a3d6b9763f49c
    όταν για καλή μου τύχη την 5η φορά βρήκα μια άλλη μικρή τρύπα πάνω από εκεί που φώλιαζαν και έτσι σε 5΄λεπτά πήρα τους 2 ενώ οι άλλοι δύο φοβισμένοι πήγαν μπροστά οπότε μέσα σε ένα 10λεπτο επέστρεφα θριαμβευτής πίσω και με τους 4 γιατί το ψάρεμα για εκείνη την μέρα είχε για μένα τελειώσει.
    Έντρομη η γυναίκα μου καθώς με είδε να γυρνάω ύστερα από 3/4 που είχα φύγει φώναζε από την ακτή:
    -Τι έγινε; Είδες κανένα σκυλόψαρο;
    Εκείνες τις μέρες οι εφημερίδες έγραφαν ότι κυκλοφορούσε ένα σκυλόψαρο.
    Η διάθεση της έφτιαξε όταν είδε να ανοίγει η ράχη τους την ώρα που ψήνονταν στα κάρβουνα, όπως σε όλα τα φρέσκα ψάρια.

  27. Spiridione said

    Άλλη μέθοδος ομαδικής αλιείας η τσέτα ή λεντισιά, που έχει απαγορευτεί
    http://www.slang.gr/lemma/24745-tseta-i-lentisia

  28. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  29. Xρίστος Δάλκος said

    Εὖγε στόν Δημήτρη τόν Μαρτῖνο πού τό περίπτερό του μυρίζει φρέσκια, θερμιώτικη θάλασσα. Εὖγε του καί πού ἐπιμένει στό «Θερμιά» καί «θερμιώτικα», ἡ περίπτωση τῆς μετονομασίας τῶν Θερμιῶν σέ Κύθνο εἶναι ἕνα δεῖγμα (ἀπό τά πάμπολλα) τῆς νεοελληνικῆς μικρόνοιας πού στό ὄνομα τοῦ ἔνδοξου (ἀρχαιο)ελληνικοῦ παρελθόντος παραγκωνίζει καί περιφρονεῖ βαθύτατα τό (νεο)ελληνικό παρόν. Μάλιστα, στήν περίπτωση τῶν Θερμιῶν ἡ «ἑλληνολατρική», ὑποτίθεται, μικρόνοια ἀποκτάει διαστάσεις σχιζοφρένειας, καθώς τό «Θερμιά» εἶναι ἑλληνικώτατο, ἐνῷ τό «Κύθνος» πιθανόν ὄχι.
    Εὖγε του καί γιά τά «ἀλεξανδρινά σκουλήκια» πού ἐνδέχεται στό μέλλον νά ἀποδειχθοῦν ἐξ ἴσου χρήσιμα μέ τά σκουληκάκια στό ψάρεμα. Πρός τό παρόν, ἄς υἱοθετήσουμε κι ἐμεῖς οἱ μοναχικοί πρός ὥρας θιασῶτες τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας ἕναν ἀντίστοιχο ὅρο γιά τήν μονοτονική γύμνια. Προτείνω τό «πασοκικοί γυμνοσάλιαγκες», ἀλλά εἶμαι «ἀνοιχτός» σέ ἄλλες, ἀπό τό ζωολογικό πάντα βασίλειο εἰλημμένες, προτάσεις.

  30. Γς said

    Ειλικρινά δεν την ήξερα την έκφραση αυτή των ψαράδων, «τον πήρα». Το ροφό, το σαργό κλπ.

    Οι γνώσεις μου περί παρσίματος έφταναν μέχρι εκεί που δεν έφταναν κάποιας μεταφράστριας που απέδιδε το «πάρε με, αγάπη μου» ως «απέλ μουά, μον αμούρ»

    Επέστρεφε συχνά και παίρνε με

  31. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Σᾶς εὐχαριστῶ ὅλους. Κατ’ ἀρχὰς τὸν Νικοκὺρη, ποὺ δημοσίευσε τὸ ταπεινὸ πόνημά μου. Τὸ θεωρῶ ἄκρως τιμητικὸ νὰ δημοσιεύεται κάτι δικὸ μου σὲ μιὰ στήλη ποὺ ἔχει φιλοξενήσει ἔργα σπουδαίων λογοτεχνῶν μας. Εὐχαριστῶ καὶ ὅλους ὅσοι ἔγραψαν σχόλια γιὰ τὸ ἀφήγημα. Θὰ ἤθελα ν’ ἀκούσω καὶ κάποια ἄλλα σχόλια, ὄχι κατ’ ἀνάγκην θετικὰ. Καλὸ κάνουν, βοηθοῦν νὰ γινόμαστε καλύτεροι. Πάντως, παρὰ τὰ ὅσα λέγονται γιὰ τὶς ἱστορίες τῶν ψαράδων, ὅλα τὰ γεγονότα ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἱστορία εἶναι πραγματικὰ.

    Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω νὰ μὴν μοῦ ἀπευθύνεστε στὸν πληθυντικὸ. Ἄν καὶ ἄρχισα νὰ συμμετέχω στὸ ἱστολόγιο πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ, αἰσθάνομαι οἰκεῖα, ἐπειδὴ βρίσκομαι μαζί μὲ ἀνθρώπους ποὺ μοιραζόμαστε τὴν ἴδια ἀγάπη γιὰ τὴ γλώσσα, πέρα ἀπὸ τὶς τυχὸν διαφωνίες ποὺ εἶναι φυσικὸ νὰ ὑπάρχουν. Δημήτρης λοιπὸν.

    21. Εἶναι δύσκολο νὰ περιγράψει κανεὶς αὐτὰ ποὺ νοιώθει κάποιος ποὺ συμμετέχει «ψυχῇ τε καὶ σώματι» στὴ μυσταγωγία ἑνὸς παραδοσιακοῦ γλεντιοῦ. Ἐπίσης ὑπάρχει φόβος νὰ μᾶς βαρεθοῦν αὐτοὶ ποὺ δὲν τὸ ἔχουν ζήσει. Πάντως θυμᾶμαι ἀπὸ τὰ παιδικὰ μου χρόνια, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ γλέντια μὲ τοὺς Θερμιῶτες ὀργανοπαῖκτες, γλέντια στὴ Δρυοπίδα μὲ τὸν ἐξαιρετικὸ Σιφνιὸ βιολιτζὴ Ἀντώνη Ξανθάκη.

    27. Τὸ σχετικὸ μὰ τὴν τσέτα ἤ λεντισιὰ λῆμμα στὸ slang.gr εἶναι δικὸ μου πόνημα κι αὐτὸ, ὅπως καὶ ἄλλα ποὺ ἀφοροῦν, θάλασσα, ψάρεμα ἤ τὴ ντοπιολαλιὰ τῆς Κύθνου. Τὶ νὰ κάνουμε, ὁ καθένας μὲ τὶς ἐμμονές του.

  32. Παναγιώτης Κ. said

    @26. Ναι, ναι να μας γράψει ιστορίες με βιολιά!

    Ωραίο να διαβάζεις πράγματα που αναφέρονται σε οικεία σχήματα!

    Το κολύμπι δεν το άρχισα ακόμη αλλά νοερά σήμερα έκανα την πρώτη βουτιά! 🙂

  33. Παναγιώτης Κ. said

    Ενισχυμένη έκδοση της γνωστής παροιμίας: » Του χαρτοπαίχτη, του ψαρά, του κυνηγού το πιάτο
    δέκα φορές είν΄αδειανό και μια φορά γεμάτο «

  34. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Η εμμονή στο πολυτονικό εκλεκτών σε όλα -κατά τα λοιπά- σχολιαστών με εμπνέει!
    Θα αρχίσω να λύνω πλάκες και δοκάρια με επιτρεπόμενες τάσεις… 😆
    (μην αρχίσω να χρησιμοποιώ και τον λογαριθμικό κανόνα πάλι…)

  35. Μπράβο, ωραίο κι αρμυρό!
    Και βέβαια σαν το φρέσκο ψάρι δεν έχει!
    Σχετικά με «φουσεκίσματα»:
    Τον Αύγουστο του 1994 έχω κατέβει στην Κρήτη κι έχω στήσει τσαντήρι στο ξακουστό Ροδάκινο.
    Ένα πρωί ξυπνάω από φασαρία, ριπές απ’ το βουνό και γδούπους απ’ τη θάλασσα.
    «Τι έγινε, ρε παιδιά;» ρωτάω τον ταβερνιάρη.
    «Ε, κυνηγάνε ρίφια στο βουνό και μαζεύουν ψάρια στη θάλασσα» μου απαντά.
    «Γιατί έτσι;»
    «Έχει έρθει ο Λαλιώτης* και δεν ξέρομε αν θα παραγγείλει κρέας ή ψάρι!» με αποστόμωσε.

    * Τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ, μπροστασίας του μπεριβάλλοντος, δηλαδής!

    16 Κουνελό: http://www.telegraph.co.uk/content/dam/news/2016/05/20/potd_restricted_pig-large_trans++eo_i_u9APj8RuoebjoAHt0k9u7HhRJvuo-ZLenGRumA.jpg

  36. @35 Και δικτυωματα με Κρεμόνα και προφανώς τα φορτία σε τόνους και τονόμετρα 😉

  37. gpoint said

    Ωραίο το διήγημα, μια ένσταση έχω…Γνώρισα αρκετούς και από πολλά μέρη μ’ ένα χέρι, λειψά δάχτυλα κ.λ.π.. Ποτέ δεν άκουσα την έκφραση έχω σκοτώσει ψάρια, όλοι έχω κάψει λέγανε.

  38. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    36. Κρεμόνα πλαν! Tι ωραίο πράμα! Μπράβο που το θυμήθηκες Παναγιώτη!
    (Kαι μέθοδος Cross στη Στατική. 🙂 )

  39. Γς said

    32:

    >Ναι, ναι να μας γράψει ιστορίες με βιολιά!

    Σαντιβαριους, αν είναι δυνατό.

    31:

    Εξοχο Δημήτρη.

    Και πολύ πλουμιστό άν και σε αφτιασίδωτο στυλ

  40. Αλλά γιατί ονόμασε τη σαργοφωλιά περίπτερο?

  41. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    26.

    Ψάρεμα με παραγάδι (μεσογειακο/βαλακνικο πολιτικο μικροδιηγημα (θριλλερ), υποκατηγορια του Mediterranean Noir*)

    Αποβραδίς έβγαλαν 2 κιλά κρέας από τον καταψύκτη. Αργά το μεσημέρι είχε ξεπαγώσει. Με κοφτερό μαχαίρι το έκοψαν σε κομματάκια στον πάγκο της κουζίνας, και το έβαλαν σε μια σακούλα. Πέταξαν τα κόκαλα στο δοχείο σκουπιδιών. Πήραν τα σύνεργα ψαρέματος απ’ την αποθηκούλα και μπήκαν στο αυτοκίνητο.
    -Μην πας από ΑΤΤΙΚΗ να πληρώσουμε 3,5 ευρώ, πάμε από τον παλιό για Λαύριο.
    – Ναι δίκιο έχεις, είπε ο Χάρης.

    Η διαδρομή ήταν καλή, δεν υπήρχε πολύ κίνηση το χειμωνιάτικο απομεσήμερο. Πέρασαν την Κερατέα και σε λίγο, στα αριστερά τους, φάνηκαν οι καμινάδες της ΔΕΗ. Το παλιό LADA έστριψε δεξιά, πέρασε μέσα από την πόλη και σταμάτησε έξω από ένα σουβλατζίδικο.

    Η κοιλιά του Φάνη, που είχε “πέσει” λόγω της κρίσης, γουργούριζε..
    – Ρε συ Χάρη έχουμε 2 κιλά κρέας, δεν μαγειρεύουμε μισό κιλό στο σκάφος; είπε ο Φάνης .
    -Δεν είμαστε αποκλεισμένοι στα χιονιά των Άνδεων να γίνουμε κανίβαλοι, είπε ο Χάρης και συμπλήρωσε, «άσε που όπως είναι πεινασμένα τα ψάρια, με μισό κιλό παραπάνω δόλωμα θα πιάσουμε τουλάχιστον ψάρια 10πλασιου βάρους»
    -Καλά λες. είπε ο Φάνης και μέσα του κατηγόρησε τον εαυτό του για λαιμαργία, τσιγκουνιά και απερισκεψία .

    Πήραν από ένα διπλό πιτόγυρο, 3 ευρώ έκαστος και έτρεξαν να πάρουν απ’ το διπλανό σουπερμάρκετ μια εξάδα ολλανδικές μπύρες, τις πιο φτηνές .

    Τρώγοντας τον γύρο με διπλή πίττα , άνοιξαν 2 κουτιά και άρχισαν να πίνουν και να τρώνε. Έστω και αν είναι άνοιξη του 2015, αυτό είναι ευτυχία : παρέα , ένα γύρος με διπλή πίττα και 2 μπύρες ο καθένας, σκέφτηκε ο Φάνης., μου θυμίζει την εφηβεία μας το τέλος της δικτατορίας.

    Και θυμήθηκε τον Θεαγένη , ένα σουβλατζίδικο στα σύνορα Χολαργού – Παπάγου και την παλιοπαρέα, τον Αντώνη, που εδώ και 25 χρόνια ήταν στην Arizona , έξω από ένα μεταλλευτικό καταυλισμό, τον Χάρη, 20 χρόνια καπετάνιο εμπορικού ναυτικού και ήδη 15 χρόνια ξέμπαρκος και ημιαπασχολούμενος, τον Γιώργο τον pop-άνθρωπο που από το 1987 ήταν στο Sao Paolo, παντρεμένος με Βραζιλιάνα και με μεγάλα πια παιδιά,…

    -Πάμε να ρίξουμε τα παραγάδια στην ξέρα στην νότια μύτη της Μακρονήσου; ρώτησε ο Φάνης .
    -Δεν πάω εκεί, είναι τόπος μαρτυρίου, του λέει κοφτά ο Χάρης.
    – Λοιπόν ξεκόλλα, άσε με με τα ψευτοκομμουνιστικά σου, πάνε 65 χρόνια από τότε,, φώναξε ο Φάνης.

    Mόλις έφαγαν, επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο, πετάξαν στο πίσω κάθισμα τα άδεια κουτιά σε μια σακούλα για ανακύκλωση αλουμινίου (50 κουτιά 1 ευρώ), προσπέρασαν την μαρίνα, που είχε σχεδόν αδειάσει ήδη από το 2013, μόνον τουρίστες και ξένοι που διέμεναν σχεδόν μόνιμα στην χωρά, έδεναν εκεί τα σκάφη τους, γιατί το ενοίκιο για ένα δεκάμετρο παλιό σκάφος σαν του Χάρη κόστιζε 4.500 το έτος, σχεδόν όσο οι ετήσιες αποδοχές ενός μισθωτού στα 24 , που έπιανε την πρώτη του δουλειά., και έφθασαν σε ένα λιμανάκι οπού είχε ρίξει άγκυρα ο Χάρης στο σκάφος του, διπλά στο σπίτι ενός φίλου του από τα καράβια, που του το πρόσεχε από κλεφτρόνια και την θαλασσοταραχή.

    Ο captain Νίκος καθισμένος στην βεράντα τους χαιρέτισε.
    -2 καφέδες στο 4, φώναξε ο Χάρης.
    – έφτασαν!!! απάντησε μάγκικα ο Νίκος.

    Έβγαλαν από το LADA δυο πανέρια , το ένα άδειο και άλλο με τα παραγάδια, την σακούλα με το δόλωμα και κάθισαν στις καρέκλες της βεράντας περιμένοντας τον Νίκο να φέρει τους τούρκικους καφέδες.

    -Άντε βιάσου , θα νυχτώσει, βοήθα με να δολώσουμε , φώναξε ο Φάνης.
    – Χωρίς να πιω τον καφέ μου δεν πιάνω δουλειά, είπε ο Χάρης
    – Παλιοκομμουνιστή, τις 6.46 εργάσιμες ώρες το οκτάωρο τις κάνατε 4, κακοί εργαζόμενοι με βαλκάνιους εργοδότες, για αυτό έφτασε η χώρα σ’ αυτή την κατάντια, άρχισε ν’ αγορεύει ο Φάνης ενθυμούμενος τις μετρήσεις καθαρού χρόνου στο μάθημα της Οργάνωσης Παραγωγής και Διοίκησης Επιχειρήσεων που είχε διδαχθεί, πριν 40 χρόνια στο Μετσόβιο.

    Οι καφέδες έφτασαν, ο Χάρης έστριψε ένα τσιγάρο, ήπιε μια ρουφηξιά και ανάβοντας το άφιλτρο στριφτό του, έπιασε την κουβέντα με τον Νίκο. Ο Φάνης είχε αρχίσει να δολώνει περνώντας κυκλικά το δολωμένο τμήμα του παραγαδιού στο άδειο πανέρι . Μετά κάμποση ώρα, φώναξε τον Χάρη να συνεχίσει γιατί ο καφές του είχε ήδη κρυώνει, αλλά αυτός είχε πιάσει για καλά την κουβέντα με τον Νίκο, για λιμάνια, κραιπάλες με λιμανίσιες γκόμενες στην Κούβα, την Βραζιλία, τον Παναμά,…
    -Σκάσε επιστήμονα της κακιάς ώρας και δόλωνε, εγώ θα οδηγήσω το σκάφος πήγαινε –έλα κι εσύ θα ασχοληθείς με το ψάρεμα, είπε ο Χάρης.

    Το σούρουπο, πήραν τα παραγάδια, τις προμήθειες σε σάντουιτς και πόσιμο νερό, χαιρέτισαν τον Νίκο και επιβιβασθήκαν στο σκάφος. Έβαλαν μπρος την 37 ίππων ντηζελομηχανή που κατανάλωνε μίγμα βιοντήζελ από τηγανέλαια και ντήζελ από την Βουλγαρία που έμπαινε λαθραία με μικρά εμπορικά πλοία.
    -Να ανοίξουμε και τα πανιά είπε ο Φάνης.
    – Ρε βλάκα δεν αντιλαμβάνεσαι ότι επικρατεί νηνεμία;
    -Kαλά , ίσως στον γυρισμό αύριο το πρωί να φυσάει και να κάνουμε οικονομία.
    -Το σκάφος πήγαινε σιγά, η μηχανή λίγο παραπάνω από το ρελαντί.

    Η αντίσταση του σκάφους είναι ανάλογη με την τρίτη δύναμη της ταχύτητας του, σκέφτηκε ο Φάνης, οπότε αν διπλασίαζαν την ταχύτητα, η κατανάλωση θα οκταπλασιαζόταν.

    Στην διαδρομή συνάντησε βάρκες ερασιτεχνών και επαγγελματιών ψαράδων που έριχναν δίκτυα η παραγάδια, που θα τα σήκωναν με την ανατολή του ηλίου. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του, ο Χάρης, τελικά οδήγησε το σκάφος με κατεύθυνση ΝΑΑ, προς την ξέρα στο νότιο άκρο της Μακρονήσου, γιατί υπήρχε ένας κολπίσκος, οπού θα μπορούσαν να ρίξουν άγκυρα. Για λόγους οικονομίας θα κοιμόντουσαν στο σκάφος και θα μάζευαν τα παραγάδια μόλις ξύπναγαν.

    Έριξαν την σημαδούρα και στην συνεχεία άρχισαν να απλώνουν τα παραγάδια στο σκοτεινό νερό που φώτιζε αμυδρά μια γκρίζα ημισέληνος

    -Με τέτοιο δόλωμα, θα πιάσουμε πρώτο ψάρι, είπε ο Φάνης
    -Ναι το δόλωμα βρωμάει χαβιάρι , καπνιστό σολομό και είναι ποτισμένο με την ακριβότερη γαλλική σαμπάνια, είπε ο Χάρης.
    -Σκάσε ηλίθιε θα μας ακούσουν.
    -Ποιος να βρίσκεται κοντά μας, 5 ναυτικά μιλιά ΝΑ του λιμανιού του Λαυρίου;
    -Ποτέ δεν ξέρεις, απάντησε ο Φάνης
    Συνέχισαν σιωπηλά να απλώνουν τα παραγάδια και όταν τέλειωσαν κατευθύνθηκαν προς τον μικρό κολπίσκο.
    Πλέοντας προς τα κει, μόλις διακρίνονταν τα ερειπωμένα κτίρια του Παρθενώνα του φιλοσόφου, ακαδημαϊκού και πολιτικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου.
    Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Νίκος Κούνδουρος συναντά τον Μπιθικώτση, τον Βέγγο,….

    Έριξαν άγκυρα κι ο Χάρης έσβησε την μηχανή. Έβγαλαν τα σάντουιτς και τις μπύρες και άρχισαν να τρώνε το βραδινό τους.
    -Τελικά, ρε χοντρέ, η κρίση σου έκανε καλό, ποσά κιλά έχεις χάσει; ρώτησε ο Χάρης.
    -Καμιά δεκαριά από την συντεταγμένη πτώχευση, τον Δεκέμβρη του 2013.
    – Αντέχεις ακόμη, έχεις να κάψεις ακόμη …αρκετό λίπος.
    -Δεν στο έλεγα, με είκοσι κιλά παραπάνω το 2012, και ετήσια κατανάλωση 4 κιλά θα αντέξω έως τον Ιανουάριο του 2017, οπότε παίρνω σύνταξη σχεδόν το 40% απ’ αυτήν που πρόβλεπα, 1000 ευρώ , μ΄ άλλα λόγια 333 σουβλάκια με διπλή πίττα .
    -Καλά το μυαλό σου είναι συνέχεια στο φαγητό.
    -Δεν βλέπεις τι γίνεται; Άνθρωποι πεθαίνουν κυριολεκτικά από την πείνα, εδώ και δυο χρόνια. Γιατί κάποιοι υπουργοί από προμήθειες και δημόσια έργα άρπαξαν μόνον την περίοδο του υψηλού δανεισμού από το 2000 έως το 2009, από 100 εκατομμύρια κατά μέσο όρο .ο καθένας, ενώ σκορπίζανε μίζες σε μεσαία στελέχη που ξεπερνούσαν το δεκαπλάσιο του μισθού τους.
    -Καλά του κάναμε, τελικά, τον κάναμε δόλωμα για να ψαρεύουμε είπε ο Χάρης.
    -Οι Έλληνες έχουν εξαιρετική ευφυΐα , δες πόσους καθηγητές έχουμε σε όλη την γη, αλλά ταυτόχρονα είμαστε παιδιά –θαύματα, ανεξαρτήτως ηλικίας, με πολύ χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη, ανώριμοι και πολύ εγωιστές, άρχισε ν’ αγορεύει ο Φάνης και συνέχισε.
    -Ο μαλάκας νόμισε ότι είχε πιάσει την καλή, με το ένα πόδι στον τάφο ήθελε έρωτες με την σαραντάρα και την παντρεύτηκε κιόλας. Αλλά όταν η οργάνωση τον τσάκωσε και ζήτησε τα λύτρα , τα περισσότερα από τα οποία θα πήγαιναν στον λογαριασμό για την μείωση του χρέους, στον οποίο κανένας ξεφτίλας Έλληνας εφοπλιστής, επενδυτής, μεγαλολαμόγιο δεν έβαλε δεκάρα, η γυναίκα του άλλο που δεν ήθελε.
    Είχε εραστή, αφού μια φορα την βδομάδα δεν της έφθανε, άσε που’ χε γίνει σαν δράκουλας απ’ τα γηρατειά. Και αφού του κάναμε την ένεση ευθανασίας, τον καταψύξαμε στο εργοστάσιο και στην συνέχεια κόψαμε αναίμακτα τα 74 κιλά του με την κορδέλα κατεψυγμένων σε 37 κομμάτια των δυο κιλών και αποφασίσαμε να τα ξεπαγώνουμε λίγο-λίγο και να το χρησιμοποιούμε ως δόλωμα.
    -Όχι σαν τους ηλίθιους τους Ιταλούς της mafia που θα τον τσιμέντωναν σε θεμελίωση οικοδομικού έργου η θα τον φούνταραν τσιμενταρισμένο ανοικτά στην θάλασσα, συμπλήρωσε περήφανα ο κοσμογυρισμένος Χάρης, και συνέχισε: άσε που η mafia με 60 δις. διαθέσιμα δανειοδοτεί τις ιταλικές επιχειρήσεις….
    -Μια ζωή άχρηστος ήταν, ας γίνει τουλάχιστον μετά θάνατον χρήσιμος, συμπλήρωσε ο Φάνης.

    14-2-2012

    *Mediterranean Noir…. refers to noir fiction in a Mediterranean setting. Sex, crime, and physical violence often figure prominently in Mediterranean Noir narratives. Social and historical issues specific to the region – particularly governmental corruption and instability, war, and racial strife – are frequently underlying plot considerations. Prominent authors of the movement include Jean-Claude Izzo, Andrea Camilleri, Massimo Carlotto, Eduardo Mendoza, Batya Gur and Enrico Teodorani.

    According to the Italian publisher Sandro Ferri, Mediterranean Noir is remarkable for its attention to a unique duality of Mediterranean life:

    The prevailing vision in the novels belonging to the genre known as Mediterranean noir is a pessimistic one. Authors and their literary inventions look upon the cities of the Mediterranean and see places that have been broken, battered, and distorted by crime. There is always a kind of dualism that pervades these works. On one hand, there is the Mediterranean lifestyle– fine wine and fine food, friendship, conviviality, solidarity, blue skies and limpid seas– an art of living brought almost to perfection. On the other hand, violence, corruption, greed, and abuses of power.

  42. Γς said

    35:

    >κρέας ή ψάρι!

  43. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @29. Δεν ξέρω αν υπήρξαν κίνητρα που πήγαζαν από το νεοελληνικό ψώνιο αρχαιοελληνικού μεγαλείου αλλά το «Κύθνος», από μόνο του, είναι ένα μονολεκτικό ποίημα με ενσωματωμένη μουσική, πολύ πριν πέσει στα πρωτομαστορικά χέρια του Ελύτη και καλώς καθιερώθηκε! (Οι χρήστες της ιστορικής ορθογραφίας είναι περισσότεροι απ’ αυτούς που φαίνονται. Του λόγου μου αυτήν χρησιμοποιώ στον χειρόγραφο λόγο αλλά επειδή είμαι αστοιχείωτος στα τεχνολογικά των υπολογιστών, εδώ χρησιμοποιώ το μονοτονικό…)

  44. Θύτης said

    Ωραίο! Και όντως ξεκούραστο για όποιον (όπως εγώ) δεν έχει μάθει πολυτονικό.

  45. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!
    Ανέβασα στο τέλος του κειμένου και μια μονοτονική βερσιόν.

    31 Κι εμείς ευχαριστούμε Δημήτρη!

    40 Θα απαντήσει ίσως ο ίδιος, αλλά κατάλαβα πως το λέει «περίπτερο» επειδή ξέρει πως όταν πάει εκεί θα βρει ψάρι, όπως πάμε στο περίπτερο για να ψωνίσουμε.

  46. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    ««Ρὲ σεῖς, ἔχω σκοτώσει κάτι ψάρια ἐκειδὰ στὴ ξέρα τοῦ Μπιλίνου, ἀπὸ τὴ μέσα μεριὰ, στὸ μπουγαζάκι. Μάζεψα κάτι λίγα ποὺ βγήκανε στὸν ἀφρὸ, ὅμως τὰ πιὸ πολλὰ βουλιάξανε. Άντέτε νὰ τὰ μαζέψετε, δὲν εἶναι βαθειὰ, πεντέξι ὀργιὲς. Ὅμως τὸ νοῦ σας, τσιμουδιὰ σὲ κανέναν!»»

    Το 1987 ειχαμε παει διακοπες δεκαπενταγουστο στο ωραιο χωριουδακι Σκουτάρι, μετα το Γύθειο. Καποια μερα πηγαμε μια μεγαλη εκδρομη και καταληξαμε στον Κοτρωνα*. Εκει ειδα μερικους μονοχειρες αντρες. Ρωτω κια καποιος μου ειπε οτι ψαρευαν με δυανμιτη και εσκασε στα χερια τους!

    *Το χωριό Κότρωνας είναι το μεγαλύτερο παραθαλάσσιο χωριό της ανατολικής Μάνης. Βρίσκεται νότια της Σπάρτης και σε απόσταση 87 χλμ. από αυτήν και σε απόσταση 41 χλμ. από το Γύθειο.

  47. Γς said

    40:

    >Αλλά γιατί ονόμασε τη σαργοφωλιά περίπτερο?

    >Γι’ αὐτὸ «κοπάδιαζαν» ἐκεῖ οἱ σαργοὶ, ἀναγκάζοντάς με νὰ τὴν ὀνοματίσω «περίπτερο».

  48. Xρίστος Δάλκος said

    34 (Νέο Kid L’Errance D’Arabie) Ἄν ἐπαληθευθῇ στό μέλλον ἡ (βάσιμη) ὑπόθεση ὅτι ἡ νέα ἑλληνική ἔχει τίς ἀπαρχές της στήν πρωτοελληνική, τότε θά προβάλῃ ὡς ἐπιτακτική ἀνάγκη ἡ ἀντιπαραβολική μελέτη νέας – ἀρχαίας ἑλληνικῆς πού θά μποροῦσε νά ἀποτελέσῃ μιά ἀπό τίς βασικές παραγωγικές / δημιουργικές δραστηριότητες τῶν νεοελλήνων, στό πλαίσιο τοῦ παγκόσμιου καταμερισμοῦ ἐργασίας. Καί τότε, βέβαια, θά ἀρχίσουν τά ντράβαλα: Ἡ λέξη «γέφυρα» εἶναι μᾶλλον πρωτοελληνική γιατί τονίζεται παρά τόν κανόνα! Ποιόν κανόνα; Ποῦ νά ξέρουμε ἐμεῖς πού ‘χουμε καταργήσει ὅλη αὐτή τή «σαβούρα», τή «βλαβερή ἐπιβάρυνση τῆς μνήμης» πού ‘λεγε κάποια ψυχή γιά τίς λέξεις «ἄρτος» καί «οἶνος»; Δέν πειράζει, θά μᾶς τά ποῦν οἱ ξένοι, πού ἐπιμένουν νά ἀσχολοῦνται μέ τίς σαβοῦρες. Κι ἔτσι θά μείνουμε πάλι στόν ἄσο γιατί ἤμασταν πολύ προοδευτικοί πανάθεμά μας!

  49. Στις Κυκλάδες βρίσκανε τις θαλάσσιες νάρκες, βουτούσαν και τους έκοβαν την αλυσίδα της άγκυρας, τις ρυμουλκούσαν στο νησί, τις άνοιγαν με καλέμι κι έβγαζαν το εκρηκτικό υλικό. Στη Φολέγανδρο είχα δει και βιολιτζή, κουλό από ψάρεμα με δυναμίτη: στερέωνε το δοξάρι στο ψεύτικο χέρι και τούδινε και καταλάβαινε!

  50. ΣΠ said

    Δημήτρη, πολύ όμορφο. Μύρισε καλοκαίρι και θάλασσα. Ένιωσα την ανάγκη να πάω να ρίξω καμιά βουτιά, αλλά δυστυχώς είμαι εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την θάλασσα. Αφού θέλεις κριτική, διόρθωσε δύο τυπογραφικά λάθη. Το «πείρα» θέλει περισπωμένη (προφανώς πρόκειται για αβλεψία, δύο γραμμές πιο κάτω είναι γραμμένο σωστά). Το «συνομωτικό» πρέπει να γραφεί «συνωμοτικό».

  51. Να πω το εξής για πολυτονικό σε κινητά και τάμπλετ, το είχα ξαναπεί παλιότερα. Τουλάχιστον στο android που έχει τα θεματάκια του με τα σκουληκάκια, μόνο ο Firefox παρέχει πολυγλωσσική υποστήριξη που καλύπτει και τους πολυτονιάτικα κείμενα. Το τσεκάρω τώρα και για τα δυο είδη συσκευών που έχω και διαβάζονται μια χαρά και απροβλημάτιστα.

  52. Xρίστος Δάλκος said

    43 (Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη) «το «Κύθνος», από μόνο του, είναι ένα μονολεκτικό ποίημα με ενσωματωμένη μουσική, πολύ πριν πέσει στα πρωτομαστορικά χέρια του Ελύτη και καλώς καθιερώθηκε!»
    Ἄμ, τό «Θερμιά» δέν εἶναι ἀπό μόνο του ἐπίσης ἕνα μονολεκτικό ποίημα ἤ καί «τραγούδι»; Ἤ ὁ «Σύλλακας» (μπορεῖ καί «Σίλακας», τό χωριό τοῦ Δ. Μαρτίνου) πού ἀντικαταστάθηκε ἀπό τό «Δρυοπίδα»; Καί τί θά ποῦμε στήν περίπτωση αὐτή, ὅτι ἡ ὀξύτονη «Δρυοπίς» εἶχε ὡραιότερη «ἐνσωματωμένη μουσική» ἀπό τόν προπαροξύτονο «Σύλλακα»; Δέν ἀντικαταστάθηκε λόγῳ μουσικῆς, ἡ ξυπασιά μας τόν ἔφαγε!

  53. sarant said

    48 Γι’ αυτό πρέπει να φτιαχτούν κλασικά γυμνάσια-λύκεια που να βγάζουν τους λιγοστούς πολύ καλά καταρτισμένους κλασικούς φιλολόγους που έχουμε ανάγκη. Και παράλληλα να καταργηθεί η διδασκαλία των αρχαίων στο γυμνάσιο στα άλλα γυμνάσια. Διότι έτσι όπως πασαλείβουμε σήμερα, διδάσκουμε αρχαία συνεχώς και αρχαία δεν μαθαίνει κανείς.

  54. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    48. Προσωπικά κύριε Δάλκο, δε γράφω σε μονοτονικό επειδή είμαι προοδευτικός,αλλά απλά γιατί αυτό είναι το επίσημο σύστημα γραφής και αυτό έμαθα . Πρόλαβα και το πολυτονικό . Προτιμώ το μονοτονικό διότι είναι απλούστερο και λογικότερο στην εποχή μας.
    Για τα θέματα που λέτε, φυσικά και οι εξειδικευμένοι μελετητές και επιστήμονες πρέπει να γνωρίζουν τις παραδοσιακές ορθογραφίες και συστήματα. Αλλά δεν βλέπω το πώς απαντιέται το «θα μας τα πουν οι ξένοι» που γράφετε ,με τη γενίκευση ή επαναφορά του πολυτονικού.
    Ούτως ή άλλως, ανέκαθεν οι ξένοι μας τάλεγαν …

  55. Trois frères unis. Trois licornes de conserve voguant au soleil de midi parleront. Car c’est de la lumière que viendra la lumière. Et resplendira la croix de l’aigle.
    Γαλουχημένος με τις περιπέτειες του Tintin, θυμάμαι ακόμα απ’έξω τη φράση με το μυστικό του θησαυρού του Ράκαμ του Κόκκινου. Μόλις σήμερα όμως έμαθα τι ακριβώς σημαίνει αυτή η τόσο απροσδόκητη ‘κονσέρβα’. Ευχαριστώ, Δημήτρη και Νίκο!

  56. ΓιώργοςΜ said

    49 Παραδοσιακοί βουτηχτάδες οι Καλύμνιοι, αν δεν ήταν οι πρώτοι διδάξαντες, σίγουρα είναι από τους πιο γνωστούς για τη σχέση τους με τους δυναμίτες και την τεχνική που λες.
    Από τη θητεία μου στην Κω, θυμάμαι τόσο τακτικές διακομιδές (τότε η Κάλυμνος δεν είχε αεροδρόμιο, νοσοκομείο ούτε τώρα έχει), που αν περνούσαν καναδυό βδομάδες χωρίς συμβάν παραξενευόμασταν. Εκτός από το ψάρεμα, δε γινόταν γάμος ή βάφτιση χωρίς εκρήξεις, το δε Πάσχα δε συζητάμε… Είμαι περίεργος αν έχει γίνει στατιστική για τους ακρωτηριασμούς εκεί.

  57. Γιάννης Κουβάτσος said

    Κάθε εποχή και η ειδωλολατρία της. Τονολατρία και πνευματολατρία. 😊
    Οκ, κουμάντο στα γούστα δε σηκώνει, ιδίως όταν δεν βλάπτουν τους άλλους. Το κατέχω το πολυτονικό, μ’ αυτό τέλειωσα το σχολείο, μ’ αυτό έδωσα επιτυχώς εισαγωγικές εξετάσεις , κάθε μέρα έρχομαι σ’ επαφή μαζί του διαβάζοντας αγαπημένους λογοτέχνες. Αλλά… αλλά ως εκπαιδευτικός αισθάνομαι ευγνώμων για την κατάργησή του, αφού γλιτώνει κι εμένα και τα μαθητούδια μου από σπατάλη χρόνου και από τη διδασκαλία και εκμάθηση άχρηστων γνώσεων. Κι αυτόν τον χρόνο που εξοικονομούμε, τον εκμεταλλευόμαστε πολύ δημιουργικότερα, όπως πιστεύω και ελπίζω.

  58. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    40. Ἄν καὶ ἔχει ἤδη ἀπαντηθεῖ, ἐπιβεβαιώνω τὰ προλεχθέντα (45, 47). Τὸ ὀνόμασα ἔτσι ἐπειδὴ ἔβρισκα συχνὰ σαργοὺς στὴ συγκεκριμένη τρύπα. Παλιότερα εἶχα ἀρκετὰ περίπτερα, ὄχι μὸνο μὲ σαργοὺς ἀλλὰ καὶ μὲ ροφοὺς. Δυστυχῶς, σήμερα ἔχουν «κλείσει». Μιὰ προφανὴς αἰτία εἶναι ἡ ὑπεραλίευση, ἐνῶ μιὰ ἄλλη, πιθανὴ, ἡ αὔξηση τῆς θερμοκρασίας ποὺ ὁδηγεῖ τὰ ψάρια σὲ μεγαλύτερα βάθη. Αὐτὸ τὸ ἐπιβεβαιώνουν καὶ ἐπαγγελματίες ψαράδες.

  59. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    53. Για το φαλάγγιον και το ταρανδούλιον δεν θα έχει κανα άρθρο; 🙂

  60. Xρίστος Δάλκος said

    54 (Νέο Kid L’Errance D’Arabie) «δε γράφω σε μονοτονικό επειδή είμαι προοδευτικός,αλλά απλά γιατί αυτό είναι το επίσημο σύστημα γραφής και αυτό έμαθα»

    Ἔ, αὐτό τό «ἐπίσημο σύστημα γραφῆς» τό ἐπέβαλαν οἱ «προοδευτικοί» πασοκᾶδες ἐν ἔτει 1982. Σ’ αὐτούς ἀναφέρομαι. Καί, γιά νά ἀπαντήσω καί στόν Νῖκο, ἐγώ μίλησα γιά «μιά ἀπό τίς βασικές παραγωγικές / δημιουργικές δραστηριότητες τῶν νεοελλήνων, στό πλαίσιο τοῦ παγκόσμιου καταμερισμοῦ ἐργασίας», ἡ ὁποία εἶναι φανερό πώς δέν μπορεῖ νά ἀπασχολήσῃ «λιγοστούς πολύ καλά καταρτισμένους κλασικούς φιλολόγους», γιατί εἶναι κάτι πού ἀφορᾷ σ’ ἕνα ὁλόκληρο ἔθνος. Πρᾶγμα πού ἀπαντάει καί στό πῶς πρέπει νά διδάσκωνται ὄχι μόνο τά ἀρχαῖα ἀλλά καί τά νέα ἑλληνικά. Μίλησα γιά ἀντιπαραβολική ἐξέταση καί ὄχι γιά τήν ἀξιοθρήνητη «ἐπικοινωνιακή» προσέγγιση τοῦ σημερινοῦ ἀνεγκέφαλου ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Μέ συγχωρεῖτε ὅμως πού πρέπει νά ἐγκαταλείψω, δέν μέ καλεῖ καμμία «γραῖα Βτάλαινα» (γιά νά θυμηθῶ τόν ἀκατονόμαστο), ἀλλά μέ περιμένουν κάτι ψυχές πού, ἤδη, τίς ἔστησα.

  61. voulagx said

    #39 @Γς: Να σου κανω αντιπραξη; https://www.youtube.com/watch?v=HDMUraUAAY4 Σαντιβαριους ή Στραντιβαριους;

  62. ΣΠ said

    Η μετατροπή πολυτονικού κειμένου σε μονοτονικό μπορεί να γίνει εύκολα online εδώ:
    http://www.translatum.gr/converter/p2m/polytonika-se-monotonika.php
    και εδώ:
    http://melobytes.gr/app/polytomonotonic
    Για το αντίστροφο, που προφανώς είναι πιο απαιτητικό, δεν έχω βρει κάτι σχετικό.

  63. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Ωραια νεορεαλιστικο νησιωτικο μικροδιηγημα με ψαρεματα και γλεντια ντοπιων και ξενητεμενων στην Αθηνα που επιστρεφουν συχνα.
    ……………….
    Με το φυσιολατρικο κυνηγι * ειχα ασχοληθει την δεκαετια του 70 , ενω σε μεγαλυτερη ηλικια εμαθα ψαροντουφεκο απο εναν φιλο απο το στρατο, τον Αυγουστο του 1987 στην ωραια ψαροθαλασσα της περιοχης Σκουταριου Μανης. Εκτοτε συνεχισα το φυσιολατρικο επιφανειακο ψαροντουφεκο εως το 2005 (χωρις στολη και βαρυδια, μονο με μια βαμβακερη μπλουζα για προστασια απο εγκαυμα εως βαθος 8 μ) , μαζευοντας -συνηθως με βολες εν κινησει- ενα βαθυ πιατο πετροψαρα για σουπα, και σπανιως ενα χταποδι. Σε αμμωδεις βυθους αν ησουν δυνατος βουτουσες και εβγαζες σχετικες μεγαλες πινες. Απο τα πιο παραξενα που επιασα ηταν μελιδονι στην Σαμο, σουπια, ζαργανα καθως κια μρτα 3 ωρες στο Σουνιο, το ηλιοβασιλεμα οταν πλεον εβαγαινα ενα χταποδι στο 1μ βαθος, πανω απο κιλο.

    *φυσιολατρικο κυνηγι σημαινει
    οτι η κυνηγετικη εκδρομη/πεζοπορια στη φυση ειναι το κυριως κινητρο
    χρησιμοποιειται μονοκανο ή δικανο (οχι επαναληπτκη καραμπινα)
    πυροβολισμος οταν εισαι σιγουρος οτι θα πετυχεις το θηραμα
    και αν δεν εχεις αρκετα θηραματα μαζευεις χορτα,σταφυλια, βατομουρα, αναλογα την εποχη

  64. ΓιώργοςΜ said

    Το θέμα του πολυτονικού έχει συζητηθεί αρκετά εδώ και αισθάνομαι πως τα εκατέρωθεν επιχειρήματα έχουν εξαντληθεί. Επειδή η συζήτηση παίρνει κάπως το χαρακτήρα ψηφοφορίας, να σημειώσω κι εγώ που έζησα το μεταίχμιο της μεταβολής πως δεν αισθάνομαι κάποιας μορφής αναπηρία ή έλλειψη με την απουσία των τόνων. Θεωρώ πως άλλα προβλήματα είναι μεγαλύτερα στη διδασκαλία της γλώσσας και όχι οι τόνοι. Για παράδειγμα, η μειωμένη έκθεση σε πλούσια από γλωσσική άποψη κείμενα, τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην καθημερινότητα (τηλεόραση, ραδιόφωνο, λογοτεχνία).
    Οι θιασώτες του φυσικά μπορούν να το χρησιμοποιούν όσο θέλουν, καταλαβαίνω απόλυτα πως ακόμα και αισθητικά το κείμενο μοιάζει γυμνό χωρίς αυτά τα σημαδάκια για όσους το έχουν συνηθίσει, αλλά αυτό δεν οφείλεται φυσικά σε κάποια εγγενή οπτική αρμονία των τόνων και των πνευμάτων αλλά στην για δεκαετίες εκπαίδευση του ματιού να τα αναζητά.

  65. Γς said

    61:

    Στραντιβάριους!

    Παραλίγο Αντιβάιρους ;(

  66. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    50. Σταῦρο εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σου λόγια καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ἐπισήμανση τῶν ἀβλεψιῶν μου. Ἤδη ὁ Χρῖστος ὁ Δάλκος εἶχε τὴν καλοσύνη νὰ μοῦ τὸ στείλει διορθωμένο κι ἐγὼ τὸ ‘στειλα στὸ Νικοκύρη «διὰ τὰ περαιτέρω»

  67. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    49. Ἔχω ἀκούσει ἀπὸ φίλους γι ἀὐτὸν τὸν βιολιτζὴ καὶ, ἄν δέν μὲ ἀπατᾶ ἡ μνήμη μου, τὸν ἔχω δεῖ σὲ κάποιο πρόγραμμα τῆς δημόσιας τηλεόρασης.

    63. Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλὰ λόγια.
    Κι ἐγὼ πιὰ, λόγῳ ἡλικίας, μέχρι 10-12 μέτρα πάω. Τὰ συνήθη μου ἁλιεύματα εἶναι σκάροι (ἔχουν αὐξηθεῖ λόγῳ ἀνόδου τῆς θερμοκρασίας). Γι’ αὐτὸ τώρα τὸ λέω «σκαροντούφεκο» (http://www.slang.gr/lemma/24590-skarontoufeko).

  68. Γς said

    67:

    >Κι ἐγὼ πιὰ, λόγῳ ἡλικίας, μέχρι 10-12 μέτρα πάω

    Κι εγώ.
    Τόσο αντέχω. Μέχρι 10-12 μέτρα πάω, οριζοντίως στην άμμο.

  69. κουτρούφι said

    67.
    Σκάρος είμαι και ψήσε με και βάλε με στο πιάτο,
    μπόλικο λάδι βάλε μου και το σκατό μου φάτο

    Σχετικά με το ψάρεμα των σκάρων στα μέρη μας, υπάρχει δημοσίευμα του Ιάκωβου Δραγάτση στο Ημερολόγιο του Σκόκου (1904 ή 1905) με τίτλο:
    «Η αλιεία των σκάρων εν Σίφνω και ο Αιλιανός».
    Δυσκολεύομαι να το βρω online

  70. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    69. Αὐτὸ γιὰ ἔναν «σκαροφονιὰ» ποὺ σαλπάρισε γιὰ πάντα.

  71. raf said

    Θαυμάσια η γλώσσα του διηγήματος και ζωντανές οι εικόνες του, αλλά είμαι ο μόνος που θεωρεί ότι λείπει η κλιμάκωση και ένα ικανοποιητικό κλείσιμο, ακόμα και για το μικρό μήκος του;

  72. spatholouro said

    69
    Εδώ πρέπει να είναι (Blog, μ’ έχεις κάνει μάγκα με το κόλπο σου…)

    http://srv-web1.parliament.gr/main.asp?current=7888899

    http://srv-web1.parliament.gr/main.asp?current=7888900

    http://srv-web1.parliament.gr/main.asp?current=7888901

  73. sarant said

    55: Κοίτα τι θυμάται ο άνθρωπος!

    57: Ετσι!

    66 Ανέβασα λοιπόν το διορθωμένο κείμενο.

    72 Ποιο κόλπο;
    Πάντως δεν μου ανοίγουν τα λινκ (ή μάλλον ανοίγουν αλλά βγαίνει κενή σελίδα)

  74. ΓιώργοςΜ said

    73 Τα λινκ του 72 ανοίγουν, αλλά είναι μεγάλο το περιθώριο (σκαναρισμένο μικρό βιβλίο σε σκάνερ Α3).

  75. sarant said

    74 Δίκιο έχεις, τώρα τα βλέπω κι εγώ.
    Κανονικα το Ημερολόγιο Σκόκου το έχει ψηφιοποιήσει η Κοσμόπολις, αλλά το σάιτ τους είναι πεσμένο τώρα.

  76. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    71. Εὐχαριστῶ γιὰ τὸ σχόλιο· ἰδιαιτέρως γιὰ τὸ δεύτερο μέρος. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ παρατηρήσεις βοηθοῦν ὅλους ὅσοι ἔχουν τὴν «πετριὰ» μὲ τὸ γράψιμο νὰ γίνονται καλὺτεροι. Γιὰ νὰ τὸ πετύχεις θέλει μεγάλη μαστοριὰ, ἰδιαίτερα ὅταν ἀφηγεῖσαι μιὰν ἀληθινὴ ἱστορία. Αὐτὸ τὸ χάρισμα τὸ εἶχαν κάποιοι παλιοὶ ἄνθρωποι τῆς θάλασσας ποὺ εἶχα τὴν τὺχη νὰ συναντήσω στὴ ζωὴ μου. Αὐτοὶ βέβαια εἶχαν ζήσει πολέμους, φουρτοῦνες, ληστοπειρατὲς καὶ πολλὲς φορὲς εἶχαν παίξει τὴ ζωὴ τους κορώνα-γράμματα, δέκα ζωὲς σὰν τὶς δικὲς μας. Κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς ἧταν καὶ καλοὶ παραμυθάδες καὶ ἔμπλεκαν τὸσο καλὰ τὸ πραγματικὸ μὲ τὸ φανταστικὸ, ποὺ δὲν τὰ ξεχώριζες. Κάποια στιγμὴ ἐλπίζω νὰ τὰ καταφέρω κι ἐγὼ καλύτερα. Μικρὸς εἶμαι ἀκόμα, στὰ ἑξηντατέσσερα.

  77. spatholouro said

    73/72
    Δεν γνώριζα πώς να παραπέμπω κατευθείαν στη σελίδα που θέλω

  78. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    72.69. Αὐτὸν τὸν τρόπο ψαρὲματος τὸν εἶχα ἀκούσει ἀπὸ τὸν παπποῦ μου, τὸν καπτα-Μῆτσο. Ἔχω παρατηρήσει πὼς οἱ ἀρσενικοὶ σκάροι (οἱ γκρίζοι, ποὺ εἶναι μεγαλύτεροι) προστατεύουν τὸ χῶρο τους καὶ γίνονται ἐξαιρετικὰ ἐπιθετικοὶ ἀπέναντι σὲ ἄλλους ἀρσενικοὺς ποὺ τὸν παραβιάζουν. Αὐτὸ προφανῶς γίνεται γιὰ νὰ ἔχουν τὴν ἀποκλειστικὸτητα στὴ γονιμοποίηση τῶν αὐγῶν ἀπὸ τὶς θηλυκὲς ποὺ βρίσκονται στὴν ἐπικράτειὰ τους.

  79. Μίλησε κανείς για σκυλόψαρα;

  80. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    79. Δὲν εἶναι σκυλόψαρα, μεγάλα κεφαλόπουλα εἷναι 🙂

  81. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    71. Αν θελεις, σχολιασε και το προ 4-ετιας balcan noir polar 🙂 μικρoδιηγημα μου στο 41.

  82. Πολύ μεγάλα όντως! Και πολύ ορεξάτα τα άτιμα!

  83. ΣΠ said

    Από 1/1/2017 ο φόρος στο ίντερνετ:
    http://news247.gr/eidiseis/oikonomia/oikonomika/epispeudetai-h-epivolh-forwn-sth-mpura-kai-to-internet.4072050.html

  84. sarant said

    77 Κατάλαβα, ευχαριστώ!

  85. Corto said

    Δημήτρης Μαρτίνος και Sarant:

    Συγχαρητήρια για το ωραίο αφήγημα που μας προσφέρατε! Ευχαριστούμε πολύ!

  86. κουτρούφι said

    «μὲ τὸ Ἅγιος Γεώργιος, τὸ πρῶτο, τὸ μικρὸ φερυμπὼτ τοῦ Βεντούρη»
    O οποίος «Άγιος Γεώργιος» είχε τον καταπέλτη στο πλάι και όχι πίσω όπως τα φερρυ που ξέρουμε σήμερα.

    Την τύχη του δεύτερου Αγίου Γεωργίου την ξέρουμε. Μετονομάστηκε σε «Παναγία Τήνου» και έχει τώρα μπατάρει στον Πειραιά.

  87. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    86. Πολὺ σωστὰ!

  88. Θύτης said

    Για όποιον δεν έχει χρόνο να διαβάσει 2,5 εκ. λέξεις… Σύντομη ενημερωση (σατυρική) περί «memorandum of understanding» και του τί ψηφίζει η κυβέρνηση.

  89. Xρίστος Δάλκος said

    64 (ΓιώργοςΜ) «Το θέμα του πολυτονικού έχει συζητηθεί αρκετά εδώ και αισθάνομαι πως τα εκατέρωθεν επιχειρήματα έχουν εξαντληθεί.»

    Συγχωρῆστε μου ὅτι δέν συμμετεῖχα σέ παλαιότερες συζητήσεις τοῦ ἱστολογίου καί δέν ἔχω γνώση τῶν ἑκατέρωθεν ἐπιχειρημάτων. Παραθέτω πάντως μιά ἄποψη, πού ἴσως νά συνιστᾷ ἕνα ἐπιχείρημα πού δέν εἶχε προβληθῆ:

    Ἄν σκεφθοῦμε ὅτι στὸν μεμονωμένο φθόγγο i ἀντιστοιχοῦν στὴν ἀρχαία 17 διαφορετικὰ ἀπὸ ἄποψη σημασίας i [1) η (= ἦτα), 2) η΄ (= ὀχτώ), 3) ἡ (= ὀνομαστικὴ ἑνικοῦ θηλυκοῦ ἄρθρου), 4) οἱ (= ὀνομαστικὴ πληθυντικοῦ ἀρσενικοῦ ἄρθρου), 5) ἥ (= ὀνομαστικὴ ἑνικοῦ θηλυκοῦ ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας ὅς, ἥ, ὅ), 6) ᾗ (= δοτικὴ ἑνικοῦ θηλυκοῦ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας), 7) ᾗ (= δοτικὴ ἑνικοῦ θηλυκοῦ τῆς κτητικῆς ἀντωνυμίας ὅς, ἥ, ὅν), 8) οἵ (ὀνομαστικὴ πληθυντικοῦ ἀρσενικοῦ ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας), 9) οἱ (= δοτικὴ ἑνικοῦ γ΄ προσώπου προσωπικῆς ἀντωνυμίας), 10) εἰ (= ὑποθετικὸς σύνδεσμος), 11) ἤ (= διαζευκτικὸς σύνδεσμος), 12) εἶ (β΄ ἑνικὸ πρόσωπο ὁριστικῆς ἐνεστῶτος τοῦ ρ. εἰμί), 13) ᾖ (= γ΄ ἑνικὸ πρόσωπο ὑποτακτικῆς τοῦ ρ. εἰμί, εἶμαι), 14) ἦ (= ἀντὶ ἦν, παρατατικὸς τοῦ ρ. εἰμί, εἶμαι), 15) ἦ (= ἀντὶ ἔφη, γ΄ ἑνικὸ πρόσωπο παρατατικοῦ ἢ ἀορίστου β΄ τοῦ ρ. ἠμί, λέγω) 16) ᾗ (= γ΄ ἑνικὸ πρόσωπο ὑποτακτικῆς ἀορίστου τοῦ ρ. ἵημι), 17) ἦ (= ἐπιφώνημα)] μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὸν ἐξέχοντα ρόλο τῆς δασείας ἀλλὰ καὶ γενικὰ τῶν λεπτῶν ὀρθογραφικῶν διακρίσεων στὴν κατανόηση τῶν κειμένων. Σὲ περίπτωση μάλιστα ποὺ τὸ κείμενο ὑπαγορεύεται (μιὰ σοφὴ παλαιὰ πρακτικὴ ποὺ ἐφάρμοζε στὴν πράξη τὴν λειτουργικὴ διδασκαλία τοῦ λόγου) τὸ πνεῦμα τοῦ μαθητῆ ἀσκεῖται στὶς συσχετίσεις μὲ τὰ συμφραζόμενα, σὲ λεπτὲς σημασιολογικὲς διακρίσεις κ.λπ., ποὺ θὰ ἦταν ἀδύνατες χωρὶς τὶς ἀντίστοιχες ὀρθογραφικές.
    Ἀλλὰ καὶ οἱ διάφοροι κανόνες τονισμοῦ μποροῦν νὰ συναφθοῦν μὲ φαινόμενα τῆς νέας ἑλληνικῆς ὥστε, ἂν μή τι ἄλλο, νὰ γίνουν κατανοητοί. Γιατί π.χ. μακρὸν πρὸ μακροῦ ὀξύνεται; Ἡ ἀνάλυση τoῦ καθενὸς μακροῦ ἦτα τῆς λέξης μνήμη σὲ δύο e ποὺ τὸ καθένα συνιστᾷ ξεχωριστὴ συλλαβή (ἤτοι: μνε-έ-με-ε) δείχνει γιατί δὲν μπορεῖ σ᾿ αὐτὴν τὴν περίπτωση νὰ περισπᾶται τὸ πρῶτο ἦτα: διότι τότε ἡ μνήμη θὰ προφερόταν στὰ ἀρχαῖα μνέ-ε-με-ε, ὁπότε θὰ εἴχαμε παραβίαση τοῦ νόμου τῆς τρισυλλαβίας, κάτι ποὺ ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν νέα ἑλληνική, ἐξαιρουμένων ἐλαχίστων περιπτώσεων, τοῦ τύπου «εἴχαμενε», «ἤρθαμενε» κ.τ.τ.
    Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρὰ ἡ προπαραλήγουσα δὲν τονίζεται: στὴν περίπτωση π.χ. τῆς γενικῆς τοῦ «τράπεζα», τραπέζης, οἱ ἀρχαῖοι δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ τονίσουν τρά-πε-ζε-ες, γιατί πάλι θὰ παραβίαζαν τὸν νόμο τῆς τρισυλλαβίας.
    Ἐπὶ πλέον, σὲ περιπτώσεις ποὺ ὁ κανόνας παραβιάζεται, ὅπως π.χ. αὐτὴ τοῦ ὀνόματος γέφυρα (θὰ ἀναμέναμε γεφύρα, λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ –α εἶναι «καθαρόν», ἑπομένως μακρό), ἕνας γνώστης τῶν κανόνων τονισμοῦ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ διαπιστώσῃ τὴν σύμπτωση τοῦ νεοελληνικοῦ τονισμοῦ μὲ τὸν τονισμὸ τῆς λεγομένης «προελληνικῆς» (μιᾶς καὶ ἡ λ. γέφυρα θεωρεῖται «προελληνική») καὶ ἐπιπροσθέτως νὰ συναγάγῃ ἐνδιαφέροντα συμπεράσματα γιὰ τὶς ἰδιάζουσες σχέσεις «νέας» ἑλληνικῆς καὶ «προελληνικῆς».
    Παρ᾿ ὅλο ποὺ ἡ νέα ἑλληνικὴ συνολικὰ δὲν ἔχει διατηρήσει τὴν προσωδιακὴ ἐκφορὰ τοῦ λόγου, ὑπάρχουν μεμονωμένα παραδείγματα ποὺ εἶναι σὲ θέση νὰ μᾶς βοηθήσουν ὄχι μόνο νὰ καταστήσουμε πιὸ κατανοητὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἐκφορὰ καὶ τὸν τονισμὸ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, ἀλλὰ ἐνδεχομένως καὶ νὰ διαφωτίσουμε ὡρισμένες σκοτεινὲς πλευρὲς τοῦ ζητήματος.
    Ἐνδεικτικὸς εἶναι ὁ τσακωνικὸς καὶ κ.ν.ἑ. τύπος μαλάζω (= κάνω κάτι μαλακὸ τρίβοντάς το μὲ τὰ χέρια, πλάθω, ζυμώνω). Οἱ ἐναλλακτικοὶ τσακωνικοὶ τύποι μαάζω, μαάσσω, μαάχω, μάσσου, ποὺ δημιουργοῦνται μὲ ὑπερωΙκὴ ἐκφορὰ τοῦ ὑγροῦ, εἶναι φανερὸ ὅτι παραπέμπουν στὸ ἀρχαῖο μάσσω (= χειρίζομαι, ψηλαφῶ, «δουλεύω» τι διὰ τῶν χειρῶν, ζυμώνω), ποὺ φαίνεται νά προέκυψε μέσῳ μιᾶς παρόμοιας διαδικασίας φωνητικῶν ἐξελίξεων ἀπὸ τὸ ἐπίσης ἀρχαῖο μαλάσσω (= κάνω κάτι μαλακό, μαλακώνω).
    Ἄρα, στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς συνυπάρχουν ὁ πρωτογενὴς τύπος μαλάσσω καὶ ὁ παραγόμενος μάσσω, κάτι ποὺ ἐπιβεβαιώνει καὶ ἡ παράλληλη ὕπαρξη τῶν οὐσιαστικῶν μάλαγμα (= μαλακτικὸν φάρμακον, κατάπλασμα) καὶ μᾶγμα (= πηκτή ἀλοιφή). Τὸ τελευταῖο παράδειγμα, ὅπου τὸ α περισπᾶται, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ μάσσω, τοῦ ὁποίου τὸ α ὀξύνεται, μπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ, ἀξιοποιουμένων βεβαίως τῶν μαρτυριῶν τῆς τσακωνικῆς, γιὰ νὰ γίνῃ κατανοητὴ ἡ διαφορὰ τῆς ὀξείας ἀπὸ τὴν περισπωμένη (πρβλ. μαάσσω, μάαγμα).

  90. Γς said

    Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση International Journal of Sports Medicine δείχνει ότι τα παιδιά που γεννιούνται το φθινόπωρο και συγκεκριμένα το Νοέμβριο τρέχουν κατά 10% πιο γρήγορα και πηδούν κατά 12% ψηλότερα από τα παιδιά ίδιας ηλικίας που γεννήθηκαν τον Απρίλιο, το Μάιο ή τον Ιούνιο.

    Εχω γεννηθεί Ιούνιο κι δεν πιστεύω τα στμπεράσματα της μελέτης.

    Πάντως έχω ασχολήθεί κι εγώ κάπως με το θέμα

  91. giorgos said

    «Υψηλή Δημοτική» , «Αστική Δημοτική» , «Πολυτονικό «, «Μονοτονικό» κλπ. Αν θέλετε διαβάστε εδώ . Εγώ γιά νά είμαι ειλικρινής δέν καταλαβαίνω καί πολλά.
    http://katotokerdos.blogspot.gr/

  92. Πάνος με πεζά said

    Off-topic : Αααχ…πέντε λεπτά μόνο άκουσα ομιλία Τσίπρα…Είναι σαν το ανέκδοτο που πανηγύριζε η ομάδα πόλο, που πρώτο φορά δεν πνίγηκε κανείς…
    Επιχειρηματολογία του κ@λου, του στυλ «εσείς θα μειώνατε, εσείς θα κόβατε, εμείς γλυτώσαμε τα άλλα τόσα δις που μας ζητούσαν» κι εμείς τα κάναμε όλα καλά (αν και αντίθετα απ’ όσα είχαμε πει…)
    Μετά είπε για το ταμείο…Καλά, αυτά τα 99 χρόνια δε σας θυμίζουν το ανέκδοτο «φτιάξε 99 σουβλάκια, γιατί 100, ποιός θα τα φάει»; Προφανώς κάποιος εγκέφαλος σκέφτηκε ότι «όχι μωρέ, σε 100 χρόνια ποιος ζει ποιός πεθαίνει, κάνε τα 99″…

    Αααχ, τι πικρός τρόπος να κλείνει το Σαββατοκύριακο…Κάτσε να βγει και η λυπητερή από τη δήλωση, οσωνούπω, και σίγουρα με βλέπω ν’ αναφωνώ «…… γιε, Πρωθυπουργιέ»…

  93. Spiridione said

    Ο Γ.Χ. εμπνέεται απ’ το ιστολόγιο φαίνεται.
    http://www.efsyn.gr/arthro/pos-velaze-arhaioelliniko-provato

  94. sarant said

    Και το ιστολόγιο από τον ΓΧ πιθανώς

  95. Πάνος με πεζά said

    @ 86 : Ο ίδιος «Άγιος Γεώργιος», αυτός που μισοβυθίστηκε είναι. Να τον με καταπέλτη από το πλάι, σε παλιά φωτογραφία.

  96. 73: Το ‘χεις πάρει απ’ το πρωί, και με ορθότερη μετατροπή…

  97. Πάνος με πεζά said

    Και μετασκευασμένος.

  98. Γιάννης Ιατρού said

    Δημήτρη, πολύ το χάρηκα το σημερινό, ευχαριστώ 🙂
    Μου θύμησες εποχές που ψάρευα κι εγώ με ψαροντούφεκο στη Κύθνο (Κανάλα), το 1982 νομίζω

  99. κουτρούφι said

    #95, 97. Α, όχι. Για δυο διαφορετικά βαπόρια πρόκειται. Ο πρώτος (95) δεν ξέρω τι απέγινε. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του πρώτου ήταν και η σχετικά μυτερή πλώρη του (δεν φαίνεται στη φωτό).

  100. Γιάννης Ιατρού said

    99: Τι όχι, δεν καταλαβαίνεις ότι το μωρό μεγάλωσε; 🙂 🙂

  101. Πάνος με πεζά said

    Kι εγώ δεν πιστεύω ότι πρόκειται για διαφορετικά πλοία…Οι μετασκευές πολλές φορές τα κάνουν αγνώριστα. Εξάλλου, ο δεύτερος «Άγιος Γεώργιος» είναι του 1972, χρονολογία που καλύπτει και το «σουλούπι» και τον πλάγιο καταπέλτη (μέχρι και το ΄80 υπήρχαν και πλοία που βάζανε τα αυτοκίνητα από το κατάστρωμα, με γερανό και φασκιές…)

  102. Πέπε said

    Πάρα πολύ ωραίο, εύγε κ. Μαρτίνο. Θα μπορούσε να είναι μια εντελώς ασήμαντη αφήγηση ενός ψαρά, σύντομη, χωρίς χάρη, μόνο με πληροφορίες, κι αυτές ελάχιστες (στην ουσία μόνο το φινάλε: τα δύο ψάρια) και που επιπλέον δε θα τις πιστεύαμε κιόλας. Αντ’ αυτού, η εμπνευσμένη οπτική και η ωραία πένα φτιάχνουν από αυτή τη διήγηση ένα εξαιρετικό διήγημα.

  103. Πάνος με πεζά said

    Κι ένα αφιέρωμα στο πλοίο, από το έγκυρο «Aρχιπέλαγος», ένα γενικώς καταπληκτικό, εξειδικευμένο site.
    http://www.arxipelagos.com/forum/showthread.php?t=15068

  104. Ευάγγελος said

    Δημήτρη σ ευχαριστούμε πολύ για το σημερινό,ιδιαίτερα εμείς που αγαπάμε τη θάλασσα και το ψάρεμα.
    Ο Μανώλης Γλέζος στο εξαιρετικό του βιβλίο «η συνείδηση της πετραίας γης» ανακηρύσσει τους Θερμιώτες ως τους καλύτερους χορευτές
    απ όλους τους κυκλαδίτες,πράγμα που είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω στην μοναδική μου επίσκεψη στο νησί σου,το καλοκαίρι του μακρινού 95.
    ΥΓ.Μιά ταβέρνα στις Λεύκες–νομίζω Γιαννούλα λέγανε την ιδιοκτήτρια–άραγε υπάρχει ακόμη;

  105. Πάνος με πεζά said

    Όμως πράγματι τελικά αποδεικνύεται, με βάση τις πώτες φωτογραφίες του HENGIST, ότι ναι, μιλάμε μάλλον για δύο διαφορετικά πλοία !

  106. Πέπε said

    @86:
    > > Την τύχη του δεύτερου Αγίου Γεωργίου την ξέρουμε. Μετονομάστηκε σε «Παναγία Τήνου» και έχει τώρα μπατάρει στον Πειραιά.

    Η Παναγία της Τήνου δεν είναι η θρυλική (ήδη από τον καιρό του πρώτου της ονόματος) Ρομίλντα; Ή είναι και πρώην Αγ. Γεώργιος;

  107. ΓιώργοςΜ said

    89 Κύριε Δάλκο πιθανότατα είμαι πιο πρόσφατος θαμώνας του ιστολογίου από εσάς και σίγουρα έχω το πολύ μικρότερο βεληνεκές στα σχετικά με τη γλώσσα ενός ερασιτέχνη. Με τον προσήκοντα σεβασμό τα παρακάτω:

    Αν συνοψίζω σωστά, το επιχείρημα για το πολυτονικό που παραθέτετε αφορά την ικανότητά του να αποδίδει καλύτερα τις λεπτές διαφορές, την οποία ικανότητα προσυπογράφω.

    Όμως το εξαιρετικό παράδειγμα που δίνετε δε νομίζω πως περνά στο μέσο μαθητή και μετέπειτα ενήλικο χειριστή της γλώσσας.
    Ανήκετε προφανώς σε ένα πολύ μικρό ποσοστό των συνομηλίκων σας που χειρίζονται ή κατανοούν εξαιρετικά τη γλώσσα και τις λεπτές διαφορές, όμως πόσο κοντά σ’ εσάς είναι ο μέσος λχ συμμαθητής σας της πρώτης γυμνασίου;
    Αν πάλι κάνουμε την ίδια κατανομή στην ικανότητα χειρισμού ή κατανόησης της γλώσσας (εννοώ προφανώς τα νέα ελληνικά), στη δική μου γενιά (το μονοτονικό με βρήκε στο γυμνάσιο), θα έχει άραγε σημαντική διαφορά ο μέσος μαθητής; Αν δηλαδή δώσουμε τα ίδια κείμενα σε 100 τυχαίους ανθρώπους θα δούμε διαφορές στην κατανόηση των γλωσσικών διαφορών επί της ουσίας;
    Δεν ανήκω στο χώρο κι έτσι δε γνωρίζω πόσο καλύτερο είναι το κορυφαίο κομμάτι των φιλολόγων πριν από πχ 30 χρόνια σε σύγκριση με τους σύγχρονους. Δε νομίζω όμως πως πρέπει το σύνολο των μαθητών να μπαίνει σε μια πολυετή διαδικασία για να διατηρείται το επίπεδο των ειδικών σε ένα αντικείμενο υψηλό. Είναι σαν να επιμένουμε η χημεία να ξεκινά με έμφαση από το δημοτικό ώστε να έχουμε τους καλύτερους χημικούς.
    Είναι νομίζω ειλικρινέστερο και ενδεχομένως πιο έντιμο να οριστεί ένα επιθυμητό επίπεδο στο οποίο να είναι εφικτό να φτάσουν όλοι (ή έστω οι περισσότεροι), αφήνοντας τη δυνατότητα όσων έχουν και την έφεση και την επιθυμία να εμβαθύνουν όσο θέλουν.
    Άλλωστε, υπάρχουν χώροι σαν αυτόν που φιλοξενούμαστε όπου ο καθένας μπορεί να ακονίσει τις ικανότητές του.

  108. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    95. Αὐτὸ εἶναι τὸ πλοῖο στὸ ὁποῖο ἀναφέρομαι. Τὸ ἄλλο στὸ 97 εἶναι διαφορετικὸ.Εἶναι πολὺ μεγαλύτερο καὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ βούλιαξε πρόσφατα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ.
    98, 102, 104. Εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὰ καλά σας λόγια.
    104ΥΓ. Ἡ ταβέρνα τῆς Γιαννούλας ὐπάρχει ἀκόμα στὶς Λεῦκες.

  109. cronopiusa said

    88

    «Επειδή δύσκολα συμβαίνει και να πίνεις πολύ και να καπνίζεις πολύ και να καταναλώνεις πολλούς καφέδες, μοιράσαμε το ποσόν σε διάφορα είδη».
    Αφροδίτη Θεοπεφτάτου

  110. κουτρούφι said

    Α. #102, Στο site που παραπέμπει το #101 φαίνονται οι διαδοχικές ονομασίες του δεύτερου «Άγιος Γεώργιος». Πράγματι, όταν πρωτοήλθε στη Ελλάδα το 1992 ήταν του Αγούδημου και λεγόταν Ρομίλντα, μετά άλλαξε ιδιοκτησίες και ονομασίες και από το 2004 έγινε «Άγιος Γεώργιος». Πριν δυο-τρία χρόνια, έγινε «Παναγία Τήνου», πήγε κάνα-δυο φορές στα Κύθηρα, έδεσε στον Πειραιά και, τελικά, έκατσε (κυριολεκτικά).
    Εν τω μεταξύ, ο Αγούδημος πήρε, αργότερα, άλλο βαπόρι που το ονόμασε «Ρομίλντα» και υπήρχε πριν μερικά χρόνια. Από το ίδιο site η ιστορία του:
    http://www.arxipelagos.com/forum/showthread.php?t=10278
    Άρα, η «θρυλική» Ρομίλντα που αναφέρεις μάλλον είναι το δεύτερο.

    Ο Βεντούρης, πάλι, είχε τη δεκαετία του 90 άλλο βαπόρι με το όνομα «Παναγία Τήνου». Το χε βάλει και αυτό κάποια στιγμή στη γραμμή Δυτικών Κυκλάδων.

    Β. Σχετικά με το ψάρεμα του ροφού (ρουφός, είναι στα σιφνέικα). Εντάξει, από μια περίοδο και μετά εμφανίστηκε το ψαροντούφεκο. Πριν όμως; Ποιος ήταν ο παραδοσιακός τρόπος;
    Στη Σίφνο εκείνο που έκαναν ήταν να δένουν σε κάποιο βράχο μια χοντρή πετονιά με δόλωμα (ψάρι νομίζω) και να την αφήνουν. Την άλλη μέρα πήγαιναν και έβλεπαν τι είχε πιαστεί. Η τέχνη και η εμπειρία, φαντάζομαι, ήταν να αναγνωρίσεις ποιο από όλα τα βραχάκια ήταν δυνατό να κρύβει ροφό από κάτω. Μάστορας ήταν ένας θείος μου, μακαρίτης πια. Εγώ λίγες φορές στη ζωή μου έχω πάει για ψάρεμα. Ένα πρωινό αποφάσισα να τον ακολουθήσω στο ψάρεμά του με το μικρό βαρκάκι του. Από την προηγούμενη, είχε βάλει δίχτυα αλλά είχε αφήσει και πετονιές για ροφούς. Πλησιάσαμε το βράχο (απ’ έξω από τις Καμάρες ήταν, προς τη Μήλο) και ανέλαβα να δω αν είχε πιαστεί κάτι. Σε μια πετονιά διαπίστωσα ότι κάτι καλό είχε πάνω.
    -Θείε! έχει! έχει! άρχισα να φωνάζω και να χοροπηδώ στο βαρκάκι.
    -Μωρέ, Γιάννη, σταμάτα, θα μπατάρουμε!
    Πράγματι, ήταν ένα ροφουδάκι 2-3 κιλά, καμιά σχέση με τα πολύ μεγαλύτερα που έπιανε ο μπάρμπας μου. Έγώ, πάντως, που είχα εμπειρία μόνο από περκόχανα, ένοιωσα δέος.
    (Συγγνώμη, για την πολυλογία σήμερα αλλά έχω αφορμές)

  111. Πάνος με πεζά said

    Mε λίγη προσοχή θα είχα διαβάσει ότι ο δεύτερος «Άγιος Γεώργιος» το 1978 ονομαζόταν ακόμα Ηengist, μάλιστα μέχρι το 1992. Και μετά Ρομίλντα, Απόλλο Εξπρές ΙΙ, Παναγία Εκατονταπυλιανή, Εξπρές Άρτεμις, πάλι Παναγία Εκατονταπυλιανή, και μόλις μετά το 2004 «Άγιος Γεώργιος»…

  112. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    110B. Πράγματι, ἔτσι τοὺς ἔπιαναν τοὺς ροφοὺς παλιὰ. Ὁ ἄλλος (νόμιμος) τρόπος ἦταν τὸ παραγάδι. Παρέλειψα τὴ ζόγκα ποὺ κι αὐτὴ ψαρεμα τοῦ ἀγκιστριοῦ ἤτανε. Τὸτε ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ψυγεῖα, πέρναγαν μιὰ πετονιὰ ἀπὸ τὸ σπάραχνο τοῦ ροφοῦ καὶ τὸν ἔδεναν στὸ καΐκι ἤ στὸ μόλο. Ἔτσι τὸν κρατοῦσαν ζωντανὸ γιὰ μέρες μέχρι νὰ βρεθεῖ ἀγοραστὴς ἤ νὰ περάσει τὸ βαπόρι. Τὰ ἀναπολοῦμε νοσταλγικὰ τώρα, ἀλλὰ ἦταν δύσκολα χρόνια. Χωρὶς τακτικὴ συγκοινωνία (χάνονταν ἄνθρωποι ἀπὸ μιὰ σκωληκοειδίτιδα), χωρὶς ψυγεῖα (ὅ, τι δὲ χάλαγε τό ‘βαζαν στὸ φανάρι μὲ τὴ σήτα) ἀλλὰ μὲ φοβερὴ δύναμη καὶ διάθεση γιὰ ζωὴ (καλλιεργοῦσαν κάθε σπιθαμὴ γῆς).

  113. Γιάννης Ιατρού said

    Θυμάμαι κάτι μικρά φερρυ που έκαναν το δρομολόγιο Μέριχας – Λαύριο. Συνέφερε γιατί και πιό φτηνό και πίο σύντομο ήταν (η βενζίνη τότε ήταν ακόμα προσιτή…)

  114. Γιάννης Κουβάτσος said

    88, 105:
    Όλα τα μέτρα εδώ και 6 χρόνια λαμβάνονται για το καλό μας. Η ουσιαστική κατάργηση π.χ. του ολοήμερου σχολείου δεν έγινε για να εξοικονομηθούν μερικές χιλιάδες θέσεις δασκάλων και να μην πραγματοποιηθούν οι εντελώς απαραίτητες, και υποσχεμένες, προσλήψεις εκπαιδευτικών. Όχι, προς Θεού ή προς Μαρξ. Έγινε για να υπάρξει ισότητα μεταξύ των μαθητών όλης της χώρας και για να μην κουράζονται τα παιδιά λόγω της παρατεταμένης παραμονής στο σχολείο. Μας δουλεύουνε; Όχι βέβαια. Απλώς προσπαθούν να ακονίσουν τις αντιληπτικές μας ικανότητες, ώστε να ανεβάσουμε επίπεδο και να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε τις απώτερες αγαθές προθέσεις τους. 😇

  115. BLOG_OTI_NANAI said

    72: 🙂

  116. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    Απορώ πως το 114 απαντάει στο 105 -ή έγινε κάποια αλλαγή στην αρίθμηση;

  117. Υαλτις said

    Δημήτρη σ ευχαριστώ και γω ,που μοιράζεσαι μαζί μας τις ανεπιτήδευτες διηγήσεις σου .
    Ομολογώ ότι στην αρχή ,πχ στο πρώτο σου που ήταν σε συνέχειες, κάθε στιγμή περίμενα να έχει μια σκοτεινή κατάληξη .
    -Βαστά να δεις τι κρύβεται πίσω απ αυτήν την ανεμελιά ,σκαφτόμουν .
    Πχ όταν αργούσαν να γυρίζουν απ την βόλτα με τις κοπέλες ,ο νους μου πήγαινε στο κακό .Πάει λέω, τα παιδιά τα έρημα .
    Και σε τούτο δω ,όταν κατέβηκες και δεν μπορούσες να βγάλεις τα ψάρια με το κοντό καμάκι – πάει, να θα καρφώθηκε η θα έπαθε νόσο τω δυτών.
    Μα εσύ έτσι απλά ,με μια μικρή ιστορία αναμνήσεων χωρίς συνταρακτική πλοκή, χωρίς την ανάγκη κάθαρσης, φρέσκαρες την μνήμη , μου ξανάρθαν οι εικόνες, μύρισα την θάλασσα της νιότης σου και γεύτηκα τους σαργούς που έβγαλες .
    Να σαι καλά

  118. (89) Μα κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι περισπωμένες, οι δασείες και οι υπογεγραμμένες είναι χρήσιμες στα αρχαία ελληνικά — γι’ αυτό άλλωστε επινοήθηκαν. Το ζήτημα είναι αν έχει κανένα νόημα να χρησιμοποιούνται στα νέα ελληνικά.
    Επίσης, κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι κανόνες (που δεν ήταν και απαράβατοι, πρβ. ίλεως, της πόλεως, των πόλεων…) για τον τονισμό λέξεων με μακρά παραλήγουσα δεν ήταν αυθαίρετοι, όπως μας τους δίδασκαν στο σχολείο, παρά απέρρεαν από το νόμο της τρισυλλαβίας, που ισχύει και σήμερα. (Αν και γεννάται η απορία γιατί η μακρά παραλήγουσα δεν εμπόδιζε τον τονισμό της προπαραλήγουσας, π.χ. δίκαιος.) Και λοιπόν; Εάν και όταν διδάσκονται αρχαία ελληνικά, βεβαίως να διδάσκεται και η φωνητική εξήγηση αυτών των κανόνων· αλλά το ότι είχαν νόημα πριν από 2500 χρόνια είναι λόγος να στολίζουμε τις λέξεις μας με σημαδάκια που σήμερα δεν έχουν νόημα;
    Τέλος, ο κανόνας για το καθαρό και το μη καθαρό α των πρωτόκλιτων θηλυκών πιστεύω ότι έχει παρερμηνευθεί. Η αρχική κατάληξη των πρωτόκλιτων θηλυκών ήταν είτε -α μακρό, είτε -jα με α βραχύ. Στην ιωνική διάλεκτο όλα τα μακρά α εξελίχθηκαν σε η· στην αττική διάλεκτο, ξανάγιναν α μετά από φωνήεν ή ρ. Ως εκ τούτου, σε άλλα περιβάλλοντα το τελικό -α («μη καθαρό») των πρωτόκλιτων θηλυκών ήταν οπωσδήποτε βραχύ, ενώ μετά από φωνήεν ή ρ («καθαρό») ήταν συνήθως μακρό· τίποτε όμως δεν εμπόδιζε την παρουσία αρχικού -jα και μετά από φωνήεν ή ρ, και έτσι έχουμε τις ουκ ολίγες περιπτώσεις με α «καθαρό» αλλά βραχύ: γραία, μαία, μυία, μοίρα (< *μόρ-jα), σφαίρα, σφύρα… (όλα προπερισπώμενα), καθώς και τα προπαροξύτονα σαν το γέφυρα, το -α του οποίου ήταν, υποθέτω, βραχύ.

  119. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ήρθα πολύ αργά μα δε γινόταν να μη σας διαβάσω. Τί ωραίο! Όλα τα καλοκαίρια του κόσμου(με όλες τις έννοιες) συμπυκνωμένα σ΄ένα μικρό κυκλαδονήσι, σ΄ένα μόνο Σ/Κ .Παίρνω τις εικόνες και πάω να ονειρευτώ βαρκάδες,γλέντια και ψαριές, τις πιο όμορφες που δεν κάναμε ακόμα.
    Δημήτρη, το διήγημα ήταν όμορφο, στο είδος που αγαπώ,δεν πιστεύω βέβαια ότι έπιασες με μια καμακιά δυο ψάρια σουβλιστά 🙂 🙂 αλλά ήταν πολύ ταιριαστός επίλογος για έναν αφηγητή-ψαρά. 🙂 🙂

  120. gpoint said

    Οι εφημερίδες γράφουν και οι τηλεοράσεις δείχνουν παιχνίδια από γυναικείο μπάσκετ, γυναικείο βόλλεϋ, γυναικείο πόλο, ΠΟΤΕ όμως από γυναικείο ποδόσφαιρο.

    Ο λόγος είναι απλός

  121. spiral architect said

    Καθένας με τον πόνο του …

  122. Γς said

    119:

    >δεν πιστεύω βέβαια ότι έπιασες με μια καμακιά δυο ψάρια σουβλιστά 🙂 🙂 αλλά ήταν πολύ ταιριαστός επίλογος για έναν αφηγητή-ψαρά

  123. Γς said

    119:

    >Παίρνω τις εικόνες και πάω να ονειρευτώ βαρκάδες,γλέντια και ψαριές, τις πιο όμορφες που δεν κάναμε ακόμα.

  124. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    123 Ούτε στο τηγάνι, ούτε…

  125. Γς said

    124:

    Ναι. ούτε να τις τηγανίσεις, ούτε να τις …

  126. maderius said

    http://kourseva.gr/

  127. Γς said

    Το περίπτερο.

    Κι ήταν κι εκείνο το περίπτερο που έπεσε στην Πανεπιστημίου, όταν ο Μετροπόντικας έσκαβε από κάτω για το Μετρό.

    Πέρασαν 20 χρόνια κι ακόμα ψάχνω το «Περίπτερό» μου, ένα ποηματάκι μου, στον Logos, που τα αρκάιβς του είναι κλειδωμένα.

    Ο Νικκύρης όμως έχει κάποια πρόσβαση

  128. sarant said

    Καλημέρα και από εδώ!

    126 Ωστε κουρσέβα στην Πάρο, πολύ ενδιαφέρον!

    (Κάνουν αντιμετάθεση, θα μας πει ο Χρήστος Δ. ότι είναι προελληνική λέξη!)

    127 Θα ρίξω μια ματιά μήπως το βρω

  129. Γιάννης Κουβάτσος said

    Σωστά, το 114 στο 88 και στο109. 🙂

  130. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καλημέρα
    126/128α
    >>κουρσέβα στην Πάρο,
    στην Ιεράπετρα «Καερέτι» και λέει ότι προέρχεται από την τούρκικη λέξη “gayret” που σημαίνει προσφέρω μια μικρή βοήθεια σε κάποιον (ψυχικό), και η ρίζα της είναι αραβική.
    http://tvxs.gr/news/topika-nea/topiko-diktyo-ierapetras-karaeti-i-zoi-xoris-xrima

  131. Xρίστος Δάλκος said

    118 (Ἄγγελος) «αλλά το ότι είχαν νόημα πριν από 2500 χρόνια είναι λόγος να στολίζουμε τις λέξεις μας με σημαδάκια που σήμερα δεν έχουν νόημα;»

    Ἀλλά αὐτό προσπαθῶ νά πῶ, ὅτι μπορεῖ νά ἀποκτήσουν ἕνα ἄλλο νόημα, νά μᾶς ἐπιτρέψουν τήν εὐχερέστερη πρόσβαση στά ἀρχαῖα ἑλληνικά, ἡ ὁποία θά μᾶς ἐπιτρέψῃ νά ἀξιοποιήσουμε τίς πολλαπλές σχέσεις τῆς νέας ἑλληνικῆς μέ τήν πρωτοελληνική. Ἄν δέν ὑπάρχῃ γνώση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς εἰς βάθος, δέν μπορεῖ νά ἀξιοποιηθῇ ὁ ἀνεκμετάλλευτος πλοῦτος τῆς νέας ἑλληνικῆς. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἀποκτοῦν βαρύνουσα σημασία τά «σημαδάκια που σήμερα δεν έχουν νόημα». Εἶναι σάν νά διαθέτῃς πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου καί νά μήν τά ἐκμεταλλεύεσαι γιατί «τό πετρέλαιο δέν πίνεται».

  132. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    117. Εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὰ καλά σου λόγια.
    119. Ἐπίσης εὐχαριστῶ. Πάντως αὐτὴ ἡ ἱστορία εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἀληθινὴ. Δὲν χρειάστηκε νὰ κάνω τὶς μικροαλλαγές ποὺ, γιὰ εὐνόητους λόγους, ἔκανα στὸ «γριπάκι». Τὸ νὰ χτυπήσει κανεὶς δυὸ ψάρια ποὺ εἶναι τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο (σουβλάκι ποὺ λέμε οἱ ψαροντουφεκάδες) δὲν εἶναι κάτι σπάνιο. Νὰ ἕνα βίντεο ἀπὸ τὸ γιουτοῦμπι καὶ μάλιστα σύγχρονο. Τότε τὰ ψάρια ἦταν περισσότερα καὶ πιὸ άπονήρευτα.

  133. sarant said

    132 Αυτό που λες (και το ξαναείπες) για τα απονήρευτα ψάρια, έχει ενδιαφέρον.

  134. giorgos said

    Την Πέμπτη στόν ΑΛΦΑ ή έκπομπή «60 λεπτά Ελλάδα » είναι αφιερωμένη στήν Κύθνο .

  135. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    132. Καλημέρα
    Αστειεύτηκα, «ίνα πληρωθεί το ρηθέν» για τις υπερβολικές ιστορίες κυνηγών και ψαράδων.
    Να πω τη ιστορία που μου θύμισε το νταμπλ:
    Μια παρέα κυνηγών,χωρίστηκε σε δυο υποομάδες και σε μια στιγμή,ταυτόχρονα, έβγαλαν από αντίθετα σημεία δυο λαγούς που τρέχοντας τρακάρανε κατακέφαλα(οι λαγοί!) και πέσανε ξεροί κάτω χωρίς να πέσει ντουφεκιά. 🙂 🙂

  136. ΓιώργοςΜ said

    135 Εγώ πάλι που πήγα κυνήγι τις προάλλες, έριξα σ΄ ένα πουλί και δεν το πέτυχα. Όμως αυτό πετώντας από την πέτρα που καθόταν την έριξε, αυτή παρέσυρε μια μεγάλη κι αυτή έπεσε δέκα μέτρα παρακάτω στο κεφάλι ενός αγριογούρουνου και το σκότωσε. Το κάναμε με μανιτάρια, πολύ νόστιμο! 🙂

  137. Κουνελόγατος said

    Για τους φίλους κυνηγούς:

    Ένας παππούς 80 χρονών πάει στο γιατρό για γενικό τσεκάπ.

    – Πώς αισθάνεστε;

    – Ποτέ δεν ένιωσα καλύτερα. Είμαι παντρεμένος με μια 25χρονη, με την οποία περνάω θαυμάσια, και μάλιστα είναι και έγκυος. Μου ετοιμάζει παιδί.

    Ο γιατρός τον κοιτάει για λίγα δευτερόλεπτα σκεπτικός …

    – Να σας πω μια ιστορία… Ήταν ένας φίλος μου κυνηγός, ο οποίος καθώς έφευγε από το σπίτι του, αντί να πάρει το όπλο του, πήρε κατά λάθος την ομπρέλα.

    Αφού περπατούσε για κάμποση ώρα στο δάσος, είδε μπροστά του ξαφνικά μια άγρια αρκούδα. Σηκώνει λοιπόν την ομπρέλα του και κάνει να πυροβολήσει και η αρκούδα… πέφτει κάτω νεκρή, τέζα.

    – Αποκλείεται φωνάζει ο παππούς, άλλος την πυροβόλησε.

    – Έτσι μπράβο, λέει και ο γιατρός!!

  138. Υαλτης said

    137
    κορυφαίο!

  139. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    133. Εἶναι, στὰ πλαίσια τῶν ἀδήριτων κανόνων ποὺ ἐπιβάλλει ἡ ἐξέλιξη τῶν εἰδῶν· ὅποιος δὲν προσαρμόζεται, ἐξαφανίζεται. Θυμᾶμαι τὸν πρῶτο ἐρασιτέχνη ψαρὰ ποὺ μᾶς ἔδειξε πῶς νὰ ψαρεύουμε κεφάλους μὲ πολυάγκιστρο στὰ Θερμιὰ, πρὶν ἀπὸ κάμποσα χρόνια. Τὸ ψάρεμα εἶναι πολὺ ἁπλὸ: τυλίγεις μιὰ πετονιὰ ἀπὸ τὴν ὁποία κρέμονται καμιὰ δεκαριὰ ἀγκίστρια γύρω ἀπὸ ἕνα ξεροκόμματο ψωμιοῦ. Οἱ κέφαλοι πέφτουν σὰν τρελοὶ στὸ ψωμὶ καὶ πιάνονται ἀπὸ τ’ ἀγκίστρια ποὺ κρέμονται. Τὶς πρῶτες μέρες πιάναμε ἀρκετοὺς, σιγά-σιγὰ ὅμως τό ‘μαθαν τὸ κόλπο καὶ γύριζαν γύρω-γύρω τρώγοντας τὰ ψίχουλα ἀπὸ τὸ ψωμὶ ποὺ διαλυόταν σταδιακὰ καὶ κανένας δὲν πὴγαινε σὲ ψωμὶ μὲ ἀγκίστρια. Ἄν πέταγες ἕνα «καθαρὸ» ξεροκόματο ἀκολουθοῦσαν τὴν κανονικὴ τους συμπεριφορὰ κι ἔπεφταν πάνω του σὰν τρελοὶ.

  140. Υαλτης said

    133
    Αν όμως τυλίξεις το πολυάγκιστρο γύρω απο ωμή σαρδέλα γίνεται ακόμα χαμός.Μην ξεχάσεις την διπλή θελία στην ουρά.
    Βοηθάει τόσο το μαλακό σώμα της και τα ακγίστρια κρύβονται μέσα της,οσο και η δύνατή μυρωδία της , που προσελκύει πολλα ψάρια.
    Εναλλακτικά βάζαμε και σαφρίδι γδαρμένο.

  141. maderius said

    καλησπερα
    να σχολιασω και εγω το αφηγημα που μου αρεσε παρα πολυ
    αν και συμφωνω με τον φιλο πιο πανω που μιλησε για κλιμακωση και κορυφωση (71)
    μαλλον για την ελλειψη τους
    αλλα ηταν πολυ καλογραμμενο και μου θυμισε(νομιζω σε αρκετους) καταστασεις(κυριως) και συναισθηματα που εχουμε ζησει και θυμομαστε με νοσταλγια οχι μονο γιατι ημασταν πιο νεοι αλλα επειδη ειχαμε την αισθηση της παρεας.

    Η κουρσεβα υπηρχε στους ψαραδες της παρου και αλλων νησιων
    τα παλια χρονια υπηρχε παντα συνεργασια και στους αγροτες και στις νοικοκυρες
    και στους περισσοτερους ανθρωπους ηταν θεμα επιβιωσης
    κανενας δεν μπορουσε να ειναι ατομικιστης στον σημερινο βαθμο

    Τα συγχαρητηρια μου στον κυριο Μαρτινο.

    Με αφορμη τα αρκαιβς του Γς που ειναι κλειδωμενα και την αναφορα του οικοδεσποτη οτι εχει
    πεσει το κοσμοπολις
    θυμηθηκα οτι ειχε καποτε μια αναρτηση για τα ψηφιακα αρχεια που δεν μπορω να βρω
    και ισως εναι ευκαιρια να γραψετε μια καινουργια με τις πιθανες αλλαγες (οχι πολλες φανταζομαι)

  142. sarant said

    141 Μάλλον εννοείς αυτό το παλιό άρθρο
    https://sarantakos.wordpress.com/2010/08/27/cyberpontix/

    Δες και τα σχόλια οπου συνεχώς προστίθενται νέα λινκ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: