Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Χασικλίδικη λογοτεχνία – Τοξικομανείς (Κώστας Βάρναλης)

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2016


Δημοσιεύω σήμερα ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Κώστα Βάρναλη «Άνθρωποι», και συγκεκριμένα από την ενότητα «Αληθινοί άνθρωποι», που περιλαμβάνει το υλικό από ένα εκτενές ρεπορτάζ στο Δημόσιο Ψυχιατρείο, στο Δαφνί, που είχε κάνει το 1938 ο Βάρναλης για λογαριασμό της εφημερίδας «Πρωία». Οι τοξικομανείς κλείνονταν κι αυτοί στο Ψυχιατρείο, τότε. 

Ο φίλος μας ο Corto είχε την πρωτοβουλία να προτείνει τη δημοσίευση και να πληκτρολογήσει το κείμενο, και τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Το μεταφέρω όπως μου το έστειλε διότι δυστυχώς αυτή τη στιγμή δεν έχω πρόσβαση στο πρωτότυπο για να ελέγξω κάποιες γραφές που μου φαίνονται αμφίβολες.

Να σημειωθεί ότι το 1942 ο Βάρναλης χρησιμοποίησε υλικό από το ρεπορτάζ του σε ένα του χρονογράφημα («Τοξικομανείς», Πρωία, 5 Αυγούστου 1942) Παραθέτω λοιπόν και αυτό το χρονογράφημα, το οποίο θα συμπεριληφθεί στον τόμο «Αττικά χρονογραφήματα» που λογαριάζω να κυκλοφορήσει στο τέλος του χρόνου από τις εκδόσεις Αρχείο με 400 χρονογραφήματα του Κ. Βάρναλη σε δική μου επιμέλεια.

ΧΑΣΙΚΛΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Από τους ψυχοπαθείς δε μιλούνε καθόλου ή μιλούνε πολύ λίγο οι ηλίθιοι, οι μελαγχολικοί και οι υστερικοί. Οι ηλίθιοι έχουν άδειο το κεφάλι τους, οι μελαγχολικοί είναι βυθισμένοι στη λύπη τους κι οι υστερικοί, όταν δε βρίσκονται στην περίοδο της κρίσης τους, είναι αφηρημένοι.

Μιλούν όμως πολύ οι μανιακοί κάθε λογής, όταν μάλιστα βρίσκονται σε κατάσταση παροξυσμού. Τότε παθαίνουν «ιδεόρροια», δηλαδή πλήθος ιδέες έρχονται όλες μαζί στο κεφάλι τους κι ο άρρωστος μεταπηδάει από τη μια στην άλλη.

Όμως έξω από τους ηλίθιους, όλοι τους είναι γραφομανείς. Γράφουν κι όσοι ξέρουνε γράμματα κι όσοι… δεν ξέρουν. Αυτοί οι τελευταίοι πιάνουν τους άλλους αρρώστους ή τους γιατρούς ή τους επισκέφτες και τους λένε: «Γράφε»! Κι αρχίζουν να υπαγορεύουν.

Μα τι γράφουν; Ό,τι θες. Αναφορές, υπομνήματα, αιτήσεις, διαμαρτυρίες στο Ψυχιατρείο ή στα υπουργεία· ερωτικά γράμματα, πολιτικούς λόγους, επιστημονικές θεωρίες, φιλοσοφίες, τερερέμ. Αλλά κυρίως γράφουν διηγήματα, μυθιστορήματα, στίχους, αυτοεξομολογήσεις.

Απ’ αυτά τα γραμμένα ντοκουμέντα θα δημοσιέψουμε μερικά. Έχουνε πολύ ψυχολογικό ενδιαφέρο. Προ παντός είναι αυτούσια κι αυθεντικά στοιχεία της διανοητικής και της συναισθηματικής ζωής των αρρώστων. Ενώ οι προφορικές τους κουβέντες, όσο και να πεις, παθαίνουν στη μετακόμισή τους από το στόμα του αρρώστου στο χαρτί… πολλές αβαρίες.

Ήταν στο Ψυχιατρείο κάποιος νεαρός οπιομανής. Δε μας ενδιαφέρει τ’ όνομά του. Έγινε καλά κι έφυγε. Άφησε όμως έναν ολάκερο φάκελο από πεζά και έμμετρα έργα. Είναι γραμμένα σε πολύ καλή δημοτική και δεν έχουν ορθογραφικά λάθη. Ο άρρωστος αυτός ήξερε γράμματα. Ήταν τελειόφοιτος γυμνασίου. Σ’ ένα από τα ποιήματά του υπογράφεται με το ψευδώνυμο «Αυτόχειρ». Γιατί; Έτσι για γούστο. Ούτε…αυτοχτόνησε ποτές του μα ούτε και του πέρασε τέτοια σκέψη από το κεφάλι του.

Διάλεξε αυτό το ψευδώνυμο από χιουμοριστική διάθεση. Γιατί ο «συγγραφέας» κάνει χιούμορ και εις βάρος των άλλων και εις βάρος δικό του. Είναι πικραμένος εναντίον της κοινωνίας· σ’ αυτήν αποδίδει το φταίξιμο και του δικού του ξεπεσμού και των ομοίων του.

Και να τι γράφει ο ίδιος σ’ ένα πεζό του κομμάτι:

Δε μου χει λάχει ν’ αυτοχτονήσω. Δε μου χει περάσει ποτές αυτή η ιδέα από το μυαλό. Αλλ’ αν εσύ σκέβεσαι από καιρό να κάμεις ένα τέτοιο πράμα και σου κολλήσει να πας να πεθάνεις, μια συβουλή έχω να σου δώσω. Αν κάθεσαι την ώρ’ αυτή στο σπίτι σου ή στο καφενείο και σκέβεσαι πού να πας να πεθάνεις, από ποιο δρόμο να πας για τον άλλο κόσμο, σε συβουλεύω: πήγαινε όπου θες. Μα κοίταξε ο τελευταίος τόπος, που θα πατήσεις ζωντανός, να μην είναι νεκροταφείο. Όχι για άλλο λόγο. Αλλά το νεκροταφείο θα σου κόψει την έμπνευση. Μόλις μπεις σε δαύτο με την απόφαση να μείνεις εκεί, θα σου φανεί, ότι τα κρύα χώματά του σου χύνονται στην πλάτη, σα να βιάζονται να σε κουκουλώσουν! Θα σε πιάσει συγκοπή!

Και αν τύχει και πέσει το μάτι σου σε κανέναν καύκαλο, ε, τότε μην τα ρωτάς! Θα σου φανεί, ότι μαζί με την αβάσταχτή του πίκρα κοροϊδεύει το δικό σου πόνο και φκαριστιέται, που μαντεύει την απόφασή σου.

Ο «ΑΥΤΟΧΕΙΡ», έχει συγγραφικό ταλέντο, καθώς θα ιδούμε και στ’ άλλα του κείμενα, που θα παραθέσουμε. Έχει φυσικότητα, ζωντάνια κι ειλικρίνεια ρεαλιστική. Δεν κάνει φιλολογία. Να τώρα πώς περιγράφει τις χαρές και τα βάσανα των χασικλήδων:

Πότε με θρέφει ο λουλάς,
(αμάν, αμάν, αμάαααν… ωώχ!)
πότε μ’ αδυνατάει,
πότε με ρίχνει στο νταλκά
και με παρηγοράαααει!
(Ταρί, ταρί, τατάρι-τάρι, τάρι, τάρι·
ταρί, ταρί, ταρί-νταντράμ, νταρίντα, ντραμ!).

Γλυκά, απαλά η πέννα χαϊδεύει τα τέλια του μπουζουκιού, που καταπίνει τον ήχο σιγά στο καβούκι του, για να τον απλώσει ξερό κλάμα στο βρυκολακιασμένο του είναι, καταχθόνιο παράπονο στο ντουμανισμένο τους κεφάλι.

Η μπουργάνα πού και πού αφήνει ένα ήσυχο βουητό για να στρώσει το κλάμα, άμα πάει να γίνει υστερικό. Ο μπαγλαμάς σβραχνός ακολουθάει το μοιρολόι μ’ αναφυλλητά που βγαίνουνε γαργαλιστά, σα να τον έχουνε πνίξει τα δάκρυά του.

– Μήτσο, θα πιούμε κι άλλονε;

– Πώς! Αμέ! Καν’ τονε , ρε!

Ο μικρός βάζει νερό στο τσιμπουκάκι. Παίρνει το λουλά, του βάζει ψιλοκομμένο τουμπεκάκι μόλις πιο κάτω από τα χείλια, κολλάει 6-8 δοντιές «μαύρο» από πάνω, πιπίζει λίγο τουμπεκάκι πάλι, το πατάει αλαφρά με το χοντρό δάχτυλο του χεριού του και φυσάει τη φωτιά:

Πάτα, φύσα, κάνε τόνε,
τράβα, ρούφα, κι άναφ’ τόνε.

Ύστερα από καμιά δεκαριά τραβηξιές, που πάνε στα κούφια, ο «Θανάσης» είν’ έτοιμος, αναμμένος.

Τραβάει ο ένας, ο άλλος, ο άλλος.

– Γειά μας!
– Γειά μας!
Γειά μας, παιδιά.
Γεια μας, Μήτσο.

Ο τσιλιαδόρος όμως σφυράει κίνδυνο:

-χχχχχχ!…

Ως που να πεις έξι-τρία τα σέα έχουνε θαφτεί στη ζούλα τους. Το πίσω παράθυρο ανοίγει, για να βγει το ντουμάνι. Κι η σκούπα υποβοηθάει στο έργο. Οι μάγκες φτιάνουνται στις καρέκλες τους και κάνουνε τάχα τον αδιάφορο. Ο καθένας κοιτάει να βάνει στη  μορφή του, στη στάση του και στις κινήσεις του την ψυχραιμία, που έχασε στ’ άξαφνα, για να φανεί έτσι στα μάτια της αστυνομίας πιο αθώος. Το «χχχ» του τσιλιαδόρου είναι πραγματικά για δαύτους φίδι, οχιά, που την ανακαλύφτουνε άξαφνα να τους έχει ζώσει κατακρέατα.

Αυτά τα δυο πεζογραφήματα είναι ολάκερα. Μα θα δώσω κι ένα κομμάτι από ένα πολύ μακρύ διήγημά του, όπου περιγράφει μια δεκεμβριάτικη νύχτα σ’ ένα βαγόνι του Λαρισαϊκού στον Περαία. Στο βαγόνι αυτό έχουνε «κουρνιάσει καμιά δεκαπενταριά πρεζάκηδες», ο Κώτσος, ο Φασαρίας, ο Στραβολαίμης, ο Καζάνας, ο Καρδερίνας, η Δέσποινα.

– Ρε παιδιά! ρεεε! Δεν ακούτε ρε! Ρε Κώτσο, ρε Φασαρία!
Τι ναι ρε; Τι κάνει έτσι;…Τι θελα γω να ρθω στο παληοβάγονο για ύπνο; Δεν πήγαινα στο καροτσάκι να κοιμηθώ και να πέφτανε τα νύχια μου από το κρύο παρά που με ξυπνά αυτός δέκα βολές την ώρα. Τι θες ρε, και με ξυπνάς; Τι σόι αρκολίκι έχεις για κουβέντα; Θα μ’ αφήσεις να κοιμηθώ ή θα σου σπάσω την κεφάλα;
Μη βρίζεις, μωρέ Φασαρία! Το ξέρουμε, έχεις δίκιο, σε ξυπνάμε και χαρμανιάζεις αλλά μου φαίνεται, πως πέθανε ο Βασίλης ο…
Αλήθεια ρε; Ρε το φουκαρά το Βασίλη;
Ποιος πέθανε, μωρή ψείρα; του λέει ένας άλλος.
Ο Βασίλης. Ρε Κώτσο!
Για σκούντα τόνε, μην έχει παραβαρέσει και δεν ακούει από τον μοστούρα του.
Μπα!…αφού έχει παγώσει!..

…………………………………………………………………………………..
– Κανένας δε θ’ απλώσει χέρι απάνω του! Εγώ θα τόνε σκαλίσω κι ό,τι του βρω, το πρωί θα τα πάω στην αδερφούλα του (στα Βούρλα) για να τα χει ενθύμια…
Τι ενθύμια να πάρει η αδερφούλα του από το Βασίλη; Τις ψείρες του; Αυτές, άμα πεθάνει ο άνθρωπος, φεύγουν από πάνω του.

…………………………………………………………………………………….
– Για σπρώχτ’ την πόρτα, ρε Καζάνα. Μου φαίνεται πως ξημέρωσε.

Η πόρτα του βαγονιού σούρνεται με δυσκολία ν’ ανοίξει και τρίζει σα να κλαίει. Τρίζει απαίσια σαν πλάκα τάφου.

……………………………………………………………………………………..

Οι αλήτες ένας ένας πηδάνε από το βαγόνι και παίρνει ο καθένας το δρόμο του. Το δρόμο που δεν ξέρει πού πάει. Το δρόμο που πάει και δεν ξέρει αν γυρίζει. Το δρόμο, που πάει και καλύτερα να μη γυρίζει…Το δρόμο που πάει στη φυλακή. Το δρόμο που πάει στο θάνατο…Το δρόμο που πάει στο τραπέζι του Ανατομείου…

Κι ο πεθαμένος; Έμεινε με την κρυάδα του. Με το δικαίωμα στη ζωή. Με το χέρι στην κοιλιά, που σπάραζε από την πείνα, την ώρα, που έβγαινε η ψυχή του!

Οι φυλακές από το Μεταγωγών ήτανε στο ίδιο στενό και απέναντι.

Στο Μεταγωγών τους φέρνανε από δω κι από κει και μόλις γεμίζανε τα κρατητήριά τους, μάτσο όλους μαζί για την Παλιά. Αλλ’ όμως κι η Παλιά το βιολί της! Δε δεχότανε παραπάνω από τους 800- ούτε μισό! Μισό δηλαδή το λέει ο λόγος. Γιατί μισός άνθρωπος δεν υπάρχει. Ή τουλάχιστο κι αν μείνανε μισοί από το πραγματικό τους, αυτό πια, τι να σου πω, αυτό δεν έχει να κάνει. Στα χαρτιά δε μπορείς να γράψεις «μισός»! Α! Να του δίνεις μισή μερίδα, μάλιστα! Αλλά και πάλι δε μπορεί. Μπορεί δηλαδή να του δίνεις μισή μα θα γράφεις ολόκληρη!..

 Να τώρα και δυο μικρά ποιήματα του ίδιου από τα πολλά, που έχει γράψει:

Στων ιδανικών μου το ρέμα αφέθηκα να πλέω
παίρνοντας σχέδιο κολυμπητή πνιμένου.
Αλλάζω στάσες: «Σώμα, υπάκουο στην ψυχή μου γένου».
Γελάω σαρκαστικά, θυμώνω, κλαίω.
Το νου μου αυλακώνουνε πόθοι μοιχοί
και πιλότοι στα ιδανικά μου είναι. Κι ό,τι
αυτοί θέλουν, κάνουν την ψυχή.
Άλλη φωνή, άκου, μέσα μου ηχεί!

Άλλο:

Στο πέλαο του οπίου ταξιδεύοντας εγώ
κι ο άστατος ο λογισμός μου,
βαρύς εγώ κι αυτός ταχύς, γι’ αυτό
έμεινα μοναχός μου.
Για μια στιγμή τα έχασα. Και νόμισα
πως έδωσα στο μέρμηγκα φτερά
(να γύρναγες πάλι κοντά μου, τι χαρά)!
Στην αίσθησή μου έβρεξα ηδονή. Μα χιόνισα
του γυρισμού το δρόμο. Η σκέψη μου έμεινε νεκρά.
Αχ! πόρνη ηδονή μου, φόνισσα!

…………………………………………………………………….

Παιδεύοντας τη σκέψη μου με σκέψη
έλεγα μην κατόρθωσα να βρω πραγματικώς:
μουστούρης είμαι ή σκέπτομαι ορθώς;
Γι’ αυτή την έννοια, ποια πρέπει να βρω λέξη;
Βαριοί καπνοί μυαλό μου βάρυναν και πέψη.
Καθένας κόκκος του όπιου κόσμος
ολάκερος φανταστικός!

 

και τώρα το χρονογράφημα:

ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΕΙΣ (Πρωία, 5 Αυγούστου 1942)

Δόθηκε εντολή από τον αρμόδιο υπουργό να μαζευτούν από τους δρόμους οι τοξικομανείς ή όπως λένε οι ίδιοι τον εαυτό τους οι πρεζάκηδες, οι χασικλήδες, οι λουλάδες.

Υπάρχουνε λοιπόν ακόμα τέτοιοι; Αυτό φαίνεται απίστευτο. Πού και πώς το βρίσκουνε το «μαυράκι»; Αλλ’ αν το βρίσκουνε, πώς μπορούνε και το αγοράζουν άνθρωποι αλήτες, αυτό το μαύρο διαμάντι;

Αλλά για να «περισυλλεχθούν», θα πει πως υπάρχουν και θα πει ακόμα πως το βρίσκουν το αφιλότιμο!

Οι εξοχότητες αυτές των «τεχνητών παραδείσων» φαίνονται από μακριά. Πρόσωπα ωχρά, μάτια θαμπά, σκέψη βυθισμένη στο αχανές, περπάτημα βαρύ. Συνηθισμένα τους «παλάτια» τώρα το καλοκαίρι είναι οι κάσες και οι καλάθες της Αγοράς, τα σπήλαια του Λυκαβηττού, των Τουρκοβουνίων, του Γαλατσιού. Και το χειμώνα –άλλοτες— τα εγκαταλελειμμένα βαγόνια του Λαρισαϊκού. Όταν ονομάζω τα γιατάκια τους «παλάτια», δεν κάνω υπερβολή. Τουναντίον τους… προσβάλλω! Τι είναι ένα παλάτι για το Φασαρία, το Στραβολαίμη, τον Καζάνα, τον Καρπούζα, τον Καρδερίνα, τον Μπουργάνα και τη… Δέσποινα, όταν αυτοί, μαστουρωμένοι, βρίσκονται στον έβδομο ουρανό ή τα παραμυθένια σαράγια της Χαλιμάς, όπου το πάτωμα είναι ασήμι, οι τοίχοι μάλαμα, οι κολόνες ζαφείρι κι από το ταβάνι κρέμεται σε χοντρούς σταλαχτίτες το διαμάντι; Τι είναι το παλάτι του Σαρδανάπαλου με τις χιλιάδες «πήλινες» γυναίκες; Αυτοί έχουνε δίπλα τους τα ουρί του παραδείσου, αιθέρια, άπιαστα κι αθάνατα, με τους μπαγλαμάδες, τα σαντούρια και τα τουμπελέκια και τ’ αηδονíσια κελαδήματα!

Πότε με θρέφει ο λουλάς
(αμάν, αμάν, αμάν, ώωχ!)
πότε μ’ αδυνατάει,
πότε με ρίχνει στον νταλκά
και με παρηγοράει
(ταρί, ταρί, τατάρι, τάρι,
ταρί, νταντράμ, νταρίντα, ντραμ!)

Τώρα όμως θα τους κατεβάσουν από τους εφτά ουρανούς και θα τους κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο του Δαφνιού. Αλλ’ είναι βέβαιο πως θα προσπαθήσουν να ξεφύγουν από την τράτα, που θα πάει να τους ψαρέψει. Αυτοί δε θέλουνε θεραπείες και φάρμακα. Ο «τσιλιαδόρος» (ο μικρός, που σφυράει, άμα εμφανιστεί η αστυνομία) θα λάβει διαταγές να «επαγρυπνεί» περισσότερο.. «Αυτό το σσσσ (το σφύριγμα) του τσιλιαδόρου είναι για μας φίδι οχιά, που άξαφνα μας έχει ζώσει κατακρέατα», όπως λέει ένας απ’ αυτούς.

Αλλά όσοι πιαστούν και οδηγηθούνε στο Ψυχιατρείο μπορούνε τάχα να γιατρευτούν, δηλαδή να το κόψουν; Μπορούνε ως ένα σημείο, θέλοντας και μη. Όταν όμως βγουν από κει, με την πρώτη αφορμή το ξαναρχίζουν. Θα βρούνε πάλι την παρέα τους την παλιά, θα έχουνε σικλέτια, φτώχειες –και θα ζητήσουνε τη «θεραπεία του κακού» στη λήθη, που την χαρίζει πλουσιοπάροχα το ναρκωτικό ή το αλκοόλ.

Στην αρχή θα τους δίνουνε επί 7-10 μέρες σε περιορισμένη δόση από τ’ αγαπημένα τους ναρκωτικά ή σπίρτα. Κι ύστερα θα τους το κόψουν. Γιατί το απότομο κόψιμο μπορεί να τους προκαλέσει αυτοδηλητηρίαση, ακόμα και θάνατο…

Έχω γνωρίσει μερικούς από δαύτους στο Ψυχιατρείο. Είναι λογικοί, δουλεύουνε με προθυμία, έχουν όρεξη να τρώνε κι επιπλέον τους φεύγει η κιτρινάδα και το θάμπος των ματιών. Θα έπρεπε να μείνουν σ’ όλη τους τη ζωή μέσα. Γιατί άμα βγουν, όπως είπαμε, δεν έχουν αρκετή θέληση, ώστε ν’ αντισταθούνε στον πειρασμό. Πολλοί βγαίνουν κι ύστερα από καιρό τους ξαναφέρνουνε πάλι πίσω… Ράβε ξήλωνε δηλαδή.

Μερικοί απ’ αυτούς ξέρουνε γράμματα και τότε δεν είναι δύσκολο να κάνουν και φιλολογία χασικλίδικη. Ένας που είχε το ψευδώνυμο «Αυτόχειρ» έγραψε ποίηση και πρόζα πολύ ενδιαφέρουσα. Αυτό δεν είναι πράγμα σπάνιο. Οι τρελοί, οι εγκληματίες, οι τοξικομανείς κάνουνε τέχνη που έχει δύο «αρετές»: την πρωτοτυπία και την ειλικρίνεια. Να πώς ο «Αυτόχειρ» μάς έδωσε τον ψυχικό του κόσμο σε στίχους, που αν από την τεχνική τους άποψη δεν είναι τέλειοι όμως από ψυχογραφική είναι σπουδαίοι:

Στων ιδανικών μου το ρέμα αφέθηκα να πλέω
παίρνοντας σχέδιο πολεμιστή πνιμένου.
Αλλάζω στάσεις. «Σώμα, υπάκουο στην ψυχή μου γένου»!
Γελάω σαρκαστικά, θυμώνω, κλαίω.
Το νου μου αυλακώνουνε πόθοι μοιχοί·
πιλότοι στα ιδανικά μου είναι. Κι ό,τι
αυτοί θέλουν, κάνουν την ψυχή.
Άλλη φωνή, άκου, μέσα μου ηχεί.

 

114 Σχόλια to “Χασικλίδικη λογοτεχνία – Τοξικομανείς (Κώστας Βάρναλης)”

  1. Γς said

    Καλημέρα
    Ομορφο
    Κια τα ποιήματα. Του Βάρναλη, βέβαια

  2. Γς said

    Και μια επίσκεψη του Γς

  3. A priori, χασίς δεν υπάρχει λόγος να μην υπήρχε στην Κατοχή. Εύκολα καλλιεργείται, ευδοκιμεί στην Ελλάδα και δεν θα το άρπαζαν οι Γερμανοί…

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3 Το βασικό είναι η εξασθένιση του οργανισμού -που κυρίως ισχύει για τους πρεζάκηδες, που η Κατοχή τους θέρισε.

  5. κουτρούφι said

    «Ωρες με θρέφει ο λουλάς»
    Μάρκος, 1933

  6. Μπετατζής said

    Πολυ ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον θα είχε και μια σύγκριση με τις αναμνήσεις του Γιώργη Ζάρκου από το Δαφνί (μια διαφορά είναι ότι ο ίδιος ο Ζάρκος ήταν έγκλειστος) λίγα χρόνια πριν. Ισως πιο βράδυ, όταν βρω το βιβλίο.

  7. Παναγιώτης Κ. said

    Τι ήταν αυτό σήμερα!
    Πάρα πολύ ωραίο!
    Γς τι θέλεις να πεις; Έφτιαξε ένα ανύπαρκτο πρόσωπο ο Βάρναλης για να καταθέσει τις φιλολογικές του επιδόσεις του για αυτή κοινωνική περιοχή; Δεν αποκλείεται!

  8. LandS said

    Πάνε πάνω από 25 χρόνια που διάβασα το «Άνθρωποι» του Βάρναλη. Αν θυμάμαι καλά είχε αιτία που επισκεπτόταν το Δαφνί. Ένας φίλος του, λογοτέχνης κι αυτός νοσηλευόταν εκεί πέρα. Δεν θυμάμαι ποιος. Το άλλο που δεν θυμάμαι. Αν πρόκειται για τον ίδιο που, κάποια εποχή, νοσηλευόταν στο νησάκι του Άη Γιώργη στη Σαλαμίνα. Οι επισκέψεις εκεί έγιναν αφορμή για τον Β. να γράψει για τη ταβέρνα που πηγαίνανε μετά και το πολύ καλό Κουλουριότικο κρασί.

    Μια αμφιβολία που μου γεννήθηκε όταν διάβασα το βιβλίο. Αυτά τα κείμενα των τροφίμων μάλλον ήταν του ίδιου του Βάρναλη που είχε βρει αυτό το τέχνασμα για να τα προλογίσει.

  9. gpoint said

    Ενας που είχε βγάλει προπολεμικά το γυμνάσιο (δεν υπήρχε τότε λύκειο υπενθυμίζω) ήταν πραγματικά μορφωμένος. Από πραγματικά μορφωμένο άνθρωπο δεν διανοούμαι πως θα ακούσω τον τύπο » σκέβεσαι’ που παραπέμπει ευθέως σε σκεύος κι όχι στην σκέψη. Την επιτηδευμένη δημοτική δεν την αντέχω…
    Δεν μπόρεσα να διαβάσω παρακάτω

  10. cronopiusa said

    Talking Heads – Drugs (HQ)

    Oh, Anastasia! Russian folk song – ЭХ, НАСТАСЬЯ! Boris Shtokolov.

    Muddy Waters, Marijuana blues – Champagne and Reefer

    ΤΟ ΜΙΝΟΡΕ ΤΟΥ ΤΕΚΕ, 1932, ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΛΙΚΙΑΣ

    Καλή σας μέρα!

  11. Παναγιώτης Κ. said

    Στην βιογραφία του Βαμβακάρης γίνεται αναφορά για κάποιο δυσπρόσιτο τεκέ στην Πειραϊκή και από την πολλή επήρεια από την χρήση του λουλά μας λέει ότι στα τέσσερα βάδιζε για να πάει στο σπίτι του.
    Ο γιος του ο Στέλιος νομίζω ότι είναι αρκετά μέσα σε αυτό το κλίμα και το αποτυπώνει στις συνθέσεις τους, στο στίχο και πάνω απ όλα στα ταξίμια που υπάρχουν στα τραγούδια του.

  12. nikiplos said

    Καλημέρα… πολύ καλό το κείμενο και οι στίχοι… Κι ο Βάρναλης κατορθώνει να βρει μια από τις κυρίως ειπείν αιτίες που αφορούν την κάθοδο στα ναρκωτικά τον ψυχικό πόνο… Και αντιμετωπίζει τους πρεζάκηδες σαν ανθρώπους… που κάνουν το ταξίδι τους στην «παραμύθα» γιατί δίχως αυτήν θα ήταν μαύρη η αλήθεια και η μιζέρια της ζωής τους… Τα «σικλέτια» τους, η φτώχια τους… Το ρεμπέτικο πριν τον πόλεμο έχει καταγράψει πολύ γλαφυρά τη μάστιγα αυτή…

    οι στίχοι του παρακάτω τραγουδιού χαρακτηριστικοί…

    ΥΓ> Αφήνω μια επιφύλαξη όσον αφορά την περιγραφή των ψυχικών νόσων στην αρχή ο Βάρναλης, αλλά είμαστε ακόμη στο 1942 κι έχουμε να διανύσουμε πολύ δρόμο… 🙂

  13. Γς said

    8:

    Και το Δρομοκαϊτειο. Για να δει τον Ρώμο Φιλύρα, που βρισκόταν έγκλειστος εκεί.

  14. cronopiusa said

    (από το Αυτόχειρ, του Μιχαήλ Μητσάκη

  15. Γς said

    Οι εντυπώσεις του ποιητή Κώστα Βάρναλη απ’ το Δαφνί – Παρουσίαση του βιβλίου: “Αληθινοί Άνθρωποι”
    .
    εδώ
    εδώ
    κι εδώ

  16. Soumela Papadopoulou said

    Έχω κι εγώ κάποιες δεκαετίες που το διάβασα και μου έκανε εντύπωση το κεφάλαιο «Γυναίκες του ψυχιατρίου» . Η Ζαζά η κουρελού, και η Ωραία Ευρώπη. Εγώ είμαι η Ελπίδα, η ωραία Ευρώπη, η ωραιότερη του κόσμου… λέει η Ωραία Ευρώπη!

  17. Γς said

    Η τρέλα στην Νεοελληνική Λογοτεχνία

  18. BLOG_OTI_NANAI said

    Καλημέρα!

    «Τοξικομανείς», το πρωτότυπο σε PDF ΕΔΩ: http://tinyurl.com/hkxbsfo

  19. Corto said

    Καλημέρα κι από μένα, αν και με λίγη καθυστέρηση!
    Θέλω να ευχαριστήσω και πάλι τον Νικοκύρη μας για τις ωραίες λογοτεχνικές Κυριακές που μας προσφέρει.

    (Είμαι εν πλω και γράφω με δυσκολία)

  20. Γς said

  21. Γς said

  22. cronopiusa said

    Marijuana Maria watches Fritz the Cat «Skid Row»

    Μιχαήλ ΜΗΤΣΑΚΗ , Εις τον οίκον των τρελλών, εκδόσεις Πατάκη 2004

  23. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  24. cronopiusa said

    Ευχαριστούμε Νικοκύρη

    Ευχαριστούμε Corto

    до свидания

  25. Γς said

    Ντα σβιντάνια
    Κρόνη

  26. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Ωραίο και το σημερινό Νικοκύρη, πές πές, τελικά, πέρα από την απλή συμπάθεια, θα με κάνεις να τον συμπαθήσω ιδιαίτερα τον Βάρναλη.
    Για ποιό λόγο οι άνθρωποι γίνονται τοξικομανείς-πρεζάκια; (δισεκατομμύρια πλέοιν σήμερα), για μένα ΕΝΑΣ είναι ο λόγος.

  27. gpoint said

    # 26

    ΠΑΟΚάρα, ΠΑΟΚάρα σ’ αγαπώ
    ΠΑΟΚάρα, ΠΑΟΚάρα σ’ αγαπώ
    γιατί είσαι στην Ευρώπη
    το καλύτερο σιρόπι
    ΠΑΟΚάρα, ΠΑΟΚάρα σ’ αγαπώ

  28. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  29. Spiridione said

    Ευχαριστούμε Κόρτο.
    Το άρθρο δημοσιεύτηκε την 4η Αυγούστου (!) 1938 (φύλλο 205 του λινκ).
    Μερικές διορθώσεις (δεν ξέρω αν είναι διορθώσεις της έκδοσης ή αβλεψία του Κόρτο)
    -Στο πρώτο κείμενο του ναρκομανούς γράφει «συβουλή» και «συβουλεύω»
    -… σε κανένα καύκαλο, άι, τότε μην τα ρωτάς
    -Στο τραγούδι λέει «και με «παρηγοράει» όχι «παραγοράει».
    -Ο μπαγλαμάς λέει «σβραχνός» όχι «βραχνός».
    – Οι φύλακες από το Μεταγωγών ήτανε στο ίδιο ΣΤΕΝΟ και απέναντι.
    -Στο ποίημα «αλλάζω στάσες» όχι στάσεις. Επίσης «χιόνισα» όχι «χιόνισσα».
    http://srv-web1.parliament.gr/display_doc.asp?item=38653&seg=

  30. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Τώρα το πήρα είδηση, ( μέχρι να πάρει φωτιά το κάρβουνο☺) και μια και σ’ έχουν ευχαριστήσει οι υπόλοιποι, σ’ ευχαριστώ κι εγώ Κόρτο.

    27 – Συμφωνούμε, αυτή η έλειψη, είναι ο βασικός λόγος.

  31. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια! Είχα βγει, να με συμπαθάτε.

    29 Ευχαριστώ για τις διορθώσεις, περάστηκαν

    Ώστε το «μουστούρης» είναι σωστό.

  32. Pedis said

    Το ‘χει πιάσει το νόημα O B. για το πώς τα περνά(γα)νε οι τοξικομανείς (στον τεχνητό παράδεισο).

    Από πού βγαίνει η έκφραση «Ως που να πεις έξι-τρία …»; Γνωρίζει κανείς;

  33. spatholouro said

    Ευχαριστούμε Corto! (και Spiridione για την ανεύρεση του πρωτοτύπου)
    Να θυμίσω ότι το κομμάτι έχει αναδημοσιευθεί και από τον Πετρόπουλο στα «Ρεμπέτικα Τραγούδια» του (σελ. 234-235).

    Επίσης, άλλη μια διόρθωση: «Οι φυλακές» από το Μεταγωγών, όχι «Οι φύλακες». Και προτιμώ το «ΧασικλΗδικη» του υποτίτλου του πρωτοτύπου. Το «μουστούρης» τώρα βέβαια έτσι είναι γραμμένο στην εφημερίδα, αλλά φοβάμαι πως πρόκειται για τυπογραφικό σφάλμα (αντί «μαστούρης»)

    Ως προς το εάν είναι αυθεντικά τα κείμενα του «οπιομανούς» που παραθέτει Βάρναλης, διατηρώ επιφυλάξεις. Ένας «νεαρός οπιομανής», τελειόφοιτος γυμνασίου, που ήταν μέσα κι έγινε καλά και έφυγε…
    Από τη μια λέξεις (όπως:ποτές/σκέβεσαι/συβουλή/συβουλεύω/φκαριστιέται/πιπίζει/ ανακαλύφτουνε /αρκολίκι/πνιμένου), που μου μοιάζουνε πεποιημένες και δεν μου ταιριάζουν στο προφίλ του νεαρού μας.

    Από την άλλη, «οπιομανής» αυτός να περιγράφει όχι τον κόσμο του αλλά αυτόν των χασικλήδων, με στίχους από επώνυμα ρεμπέτικα αλλοιωμένους… Επίσης, αυτός νεαρός, και θυμάται τα τεκταινόμενα στην Παλιά Στρατώνα, που καταργήθηκε το 1931…

    Δεν ξέρω…

  34. sarant said

    32 Το «ως που να πεις 6-3», είναι μια παραλλαγή της γνωστότερης φράσης με κύμινο (ή με κρεμμύδι). Μπορεί και να μην έχει συγκεκριμένη αρχή.

    33 Δεκτές οι επιφυλαξεις, αλλά δεν ταιριάζει (για πολλούς λόγους) να είναι του Βάρναλη τα κείμενα.
    (Η ορθογραφία εναρμονίστηκε με τα σημερινά, γι’ αυτό κι έγινε χασικλίδικη η λογοτεχνία)

  35. Spiridione said

    32. 34. Παραλλαγή της έκφρασης «ώσπου να πεις τρία».
    Στον Διγενή Ακρίτα υπάρχει στίχος: «Λαγών εις τον ανήφορον τρίτον να τον πιάσω (ή να τον γυρίσω)». Ο Τσοπανάκης εξηγεί ότι το «τρίτον» είναι επίρρημα περισσότερο ή κάτι τέτοιο που αντιστοιχεί με το σημερινό διαλεκτικό (Ρόδου κ.α.) ώσπου να πεις τρία = στη στιγμή
    Σελ. 80
    http://media.ems.gr/ekdoseis/ellinika/Ellinika_17/ekd_peel_17_Tsopanakis.pdf

  36. spatholouro said

    34/33
    Βλέπεις όμως και διαφορές σε ποίημα του «Αυτόχειρα» από το 1938 στο 1942:
    «κολυμπητή» στην εκδοχή 1938, «πολεμιστή» στην εκδοχή 1942
    «στάσες» στην εκδοχή 1938, «στάσεις» στην εκδοχή 1942
    «και πιλότοι» στην εκδοχή 1938, «πιλότοι» στην εκδοχή 1942

    Μοιάζει δηλαδή ωσάν να έτυχαν περαιτέρω επεξεργασίας οι στίχοι από το 1938 στο 1942, ενώ εάν ήταν στανταρισμένο απεξαρχής το ποίημα του νεαρού οπιομανούς, ως αυτό ευρέθηκε στα αρχεία του Ψυχιατρείου, προς τι οι αλλαγές;

  37. Πάνω πούθελα, ο έρμος ο σκύλος, να ευχαριστήσω τους κεραστάς για το ωραίον ανάγνωζμα και να παρατηρήσω πως εκείνη την εποχή τα ναρκωτικά ήταν ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος*, οπότε ένα τέτοιο δημοσίευμα (δεν είμαι σίγουρος αν πρόκειται για ρεπορτάζ) αποτελούσε αληθινή αποκάλυψη για το μέσο αναγνώστη, νάσου πάλι!

    Σύρος πρόσφυγας σκοτώνει γυναίκα με ματσέτα στη Γερμανία. Γμται ο Ζεύς!

    http://news.in.gr/world/article/?aid=1500092067

    * οι φτωχοί και οι χασικλήδες δεν αγόραζαν εφημερίδες

  38. Κι ένα επιτυχημένο: Σκεφτείτε τι θα έλεγαν οι ρεπουμπλικάνοι εάν ο Ομπάμα παρουσίασε στη συνδιάσκεψη των δημοκρατικών τα πέντε παιδιά του από τρεις διαφορετικές γυναίκες!

  39. Γς said

    37:

    Ματσέτες. Από 7,30 ευρώ.
    Διαλιέχτε!

  40. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    37 Άσε….

    36 Είναι όμως «περαιτέρω επεξεργασία» ή απλώς διαφορές που μπορεί να οφείλονται στην αντιγραφή ή στον τυπογράφο; Θα ελεγα, σαφώς, το δεύτερο. Δεν υπήρχε κόπι-πέιστ το 1942.

    35 Α μπράβο.

  41. Pedis said

    # 34, 35; ευχαριστώ, αντιλαμβάνομαι το νόημα της έκφρασης και τις παραλλαγές τις γνωρίζω. Μα αυτό το «έξι-τρια» μου ήταν άγνωστο. Υπάρχει κάτι αντίστοιχο στα ιταλικά («in quattro e quattr’otto») ενώ στα κοντινά τους ισπανικά ή γαλλικά δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι αντίστοιχο (δηλ. μια ανάλογη έκφραση με χρήση μόνο αριθμών).

    Θα μπορούσε, κάλλιστα, να έχει κάτσει η έκφραση «και στο εν-δυο» αντί για «έξι-τρία»… Ντάξει, ψύλλοι στ’ άχυρα.

  42. spatholouro said

    40/36
    Χμ, από «κολυμπητή» σε «πολεμιστή» δύσκολο το βλέπω…
    Ας είναι, απόψεις είναι αυτές…

  43. sarant said

    42 Το ένα από τα δύο μπορεί να είναι λάθος αντιγραφής από χειρόγραφο.

  44. Παναγιώτης Κ. said

    Υπάρχει μια φράση πάλι με αριθμούς αλλά εδώ έχουμε και την προπαίδεια. Χρησιμοποιείται για κάποιον που φοβάται για κάτι.
    «του …πηγαίνει 3(Χ)7 (=) 21» λέει ο …γενναίος για τον φοβισμένο.
    Άραγε πως προέκυψε;

  45. Γς said

    Τρεις εφτά είκοσι μία
    κι ο παπάς τριάντα μία
    βάζω στοίχημα δεκάξι
    κι όποιος βγει
    θα τα φυλάξει !

  46. Corto said

    Τώρα μόλις κατάφερα να βρεθώ σε δίκτυο.
    Να είστε καλά όλοι!

    Spiridione δυστυχώς έχω φύγει και δεν μπορώ να ελέγξω τις παρατηρήσεις σου. Πάντως η αντιγραφή έγινε από τα άπαντα του Βάρναλη από τις εκδόσεις Κέδρος.

    Spatholouro κατά την γνώμη μου, όποιος κι αν έγραψε τα κείμενα (ο ίδιος ο Βάρναλης ή όντως κάποιος οπιομανής), είναι σαφές ότι αναπαράγει στερεότυπα για το περιθώριο του μεσοπολέμου. Μάλλον έχει πάρει πληροφορίες και από τα τραγούδια (π.χ. το βαγόνι ως κατάλυμα για τους πρεζάκηδες, ο τρόπος προετοιμασία του ναργιλέ κλπ), παρά έχει άμεση βιωματική άποψη.

  47. Corto said

    Η παραπάνω παρατήρησή μου βέβαια δεν μειώνει ούτε στο ελάχιστο την λογοτεχνική αξία και το ενδιαφέρον των κειμένων αυτών.

  48. Corto said

    «με τους μπαγλαμάδες, τα σαντούρια και τα τουμπελέκια και τ’ αηδονíσια κελαδήματα!»

    Πολύ ενδιαφέρον είναι και αυτό το στοιχείο, ότι δηλαδή ο Β. συμπεριλάβει το σαντούρι στα μουσικά όργανα των χασικλήδων.
    Για το ζήτημα αυτό, έχουμε αντικρουόμενες πληροφορίες.
    Στον ξεμάγκα του Β. Παπάζογλου οι μπουζουκομπαγλαμάδες (και το χασίς) μπαίνουν σε αντιπαράθεση με το σαντουράκι (και το κρασί).
    Από την άλλη έχουμε την μαρτυρία του Κ. Τζόβενου ότι τον καλούσαν οι πρωτόμαγκες στην φυλακή να τους παίξει σαντούρι με την ορχήστρα του.

  49. sarant said

    44 Η βασική έκφραση για κάποιον που φοβήθηκε πολύ είναι «του πήγε τρεις και μία» και εννοεί ότι ο λεγάμενος χέστηκε, με το συμπάθειο, και δη κατ’ επανάληψη.

  50. gpoint said

    @ 44, 45

    τρεις εφτά εικοσιμία

    τράβα γέρο… την κουρτίνα, λέγαμε μικροί

  51. nikiplos said

    με βάση το @49, κι ένα παλιό ανέκδοτο…

    Ήταν δυό Ιατροί μεγάλου κύρους και περπατούσαν στον δρόμο. Εμπρός τους προπορευόταν ένας συνομήλικός τους που είχε εμφανές πρόβλημα στη βάδιση… Ο εκ δεξιών Ιατρός λέει στον συνάδελφό του με στόμφο: «Είναι προφανές ότι ο τρόπος που περπατάει μαρτυράει μιαν απαρχή απομυελινικής νόσου. Δες τις επαναφορές και την αστάθεια στη βάδιση». Ο άλλος σκέφτεται λίγο και αντιλέγει: «Μα νομίζω πως πρόκειται για διάταση του κοιλιακού συστήματος του εγκεφάλου. Δες τη βάδιση, βαδίζει με τα πόδια ανοικτά». Ο μπροστινός τους που είχε ακούσει τη συζήτηση γυρίζει και τους λέει: «Κύριοι, κάναμε λάθος και οι τρεις!». Οι άλλοι δύο απορώντας τον ρωτούν: «Πως? Μα είστε συνάδελφος?». Κι αυτός τους απαντάει: «Όχι, αλλά κι εγώ νόμιζα ότι θα κλάσω, αλλά χέστηκα»…

    εγώ πάλι το ξέρω «σε πάει μία και τριανταμία» αλλά δεν έχω αίσθηση της προέλευσης της φράσης…

  52. Corto said

    Το ρεπορτάζ και το χρονογράφημα του Βάρναλη, αλλά και τα κομάτια που παραθέτει έχουν πάνω απ’ όλα λογοτεχνική αξία και οπωσδήποτε εμπεριέχουν την σημασία μιας μαρτυρίας από το ψυχιατρείο.
    Αλλά κατά την γνώμη μου περιλαμβάνουν και μία άλλη σημαντική πτυχή: αποτυπώνουν την τυπική εικόνα που είχε διαμορφωθεί για τους χασικλήδες εκείνη την εποχή. Γενικότερα η εικόνα του μάγκα, του ρεμπέτη , του χασικλή κλπ είναι διαμορφωμένη σε κάποιον βαθμό και από ανθρώπους μορφωμένους, λόγιους θα λέγαμε.
    Το αρχέτυπο του μάγκα πιθανότατα θα αναζητηθεί στον καραγκιόζη και στην φιγούρα του Σταύρακα. Από κει και ύστερα άνθρωποι του θεάτρου, συγγραφείς χρονογραφημάτων και στιχουργοί τελειοποίησαν την εικόνα του ως λαικού ήρωα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην πρόζα «ο Σταύρακας μες τον τεκέ» του Μάτσα και του Περιστέρη, ο ένας χασικλής αποκαλεί τον άλλον στραβολαίμη, όπως λέγεται και ένας από τους πρεζάκηδες του διηγήματος.
    Η συσχέτιση λόγιου και λαϊκού στοιχείου γίνεται και εδώ εμφανής.
    Εν γένει ο χασικλής του μεσοπολέμου αγαπήθηκε από τον λαό, ίσως γιατί αντιπροσώπευε ένα είδος απελευθέρωσης από τις κοινωνικές συμβάσεις. Φαίνεται ότι ορισμένοι συγγραφείς μας, όπως ο Βάρναλης, το γνώριζαν αυτό, ασχέτως της κριτικής που κάνουν στα ναρκωτικά, και γιαυτό ενίσχυσαν την συμπάθεια προς τους περιθωριακούς.
    Ο έτερος λαϊκός ήρωας, ο λήσταρχος, δεν είχε τόσο καλή τύχη, ώστε η εικόνα του να ολοκληρωθεί μέσα από λόγιες επιδράσεις. Τα ληστρικά λαϊκά μυθιστορήματα είχαν απαγορευτεί αρκετά χρόνια πριν την μεταξική λογοκρισία.

  53. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τα πρεζόνια του μεσοπολέμου
    {…}
    Κατά τα έτη 1936-1938 νοσηλεύτηκαν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών 171 τοξικομανείς και (50 το 1936, 44 το 1937 και 77 το 1938) και 9 χασισοπότες. Το ίδρυμα αυτό έχει συνολικά 2.000 κλίνες, ορισμένες από τις οποίες διαθέτει αναλογικά και για τη θεραπεία των τοξικομανών. Οι τελευταίοι εισάγονται μετά από αίτηση του κάθε ενδιαφερόμενου και την έκδοση εισιτηρίου από το Υγειονομικό Κέντρο Αττικοβοιωτίας του υπουργείου Υγιεινής. Στο συγκεκριμένο ίδρυμα παρέχεται δωρεάν νοσηλεία μόνον εις τους αποδειγμένα τελείως άπορους τοξικομανείς, ενώ στους υπόλοιπους παρέχεται νοσηλεία έναντι αμοιβής.

    Η κυρίως θεραπεία ενός τοξικομανούς διαρκεί 5-10 ημέρες και κατόπιν ακολουθεί ένα χρονικό διάστημα 1-2 μηνών, που χρησιμεύει για την αποβολή της συνήθειας (κατά την οποία ο πάσχων είναι ακόμα σωματικά αδύναμος, ανίκανος για εργασία και απρόθυμος). Σταδιακά επέρχεται βελτίωση και με την καλή διατροφή τονώνεται η γενικά κατάσταση του πάσχοντος. Τελικά παρατηρείται μια εσωτερική μεταβολή και ο θεραπευόμενος αρχίζει να εργάζεται σωματικά και πνευματικά. Σιγά, σιγά παρατηρείται αύξηση του βάρους του σώματος, καθώς και τόνωση της αμυντικής θέλησης, εναντίον κάθε είδους ναρκωτικών. Κι όταν επιτευχθεί και η εξεύρεση μιας εργασίας για τον πρώην τοξικομανή (αν είναι δυνατόν, σε άλλη περιφέρεια), τότε υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την υπό όρους απόλυση και – αργότερα – για την τέλεια θεραπεία του, για την οποία μπορούμε ν’ αποφανθούμε μόνον μετά την παρέλευση δύο ετών.

    {…}

    «Μην με ρωτάτε (Κοκαΐνη)» μη χορευτικό ταγκό σε μουσική De Angelis και στίχους Σπ. Μεταξά. Ηχογραφήθηκε το 1936 στην ΗΜV με την Βέμπο (η οποία είχε το προσωνύμιο «πρεζού» όπως ξέρουν οι παλαιότεροι και η οποία φαίνεται ότι ξέκοψε μ’ αυτά λόγω Τραϊφόρου γύρω στο 1940). Έχει ανατυπωθεί μια και μοναδική φορά σε κάποιο cd του «Δίφωνου» αφιερωμένο στην Βέμπο.
    http://www.phorum.gr/viewtopic.php?t=51549

    Ο τεκές του μεσοπολέμου/Οι γνωστότεροι τεκέδες
    http://pluton22.blogspot.gr/2014/05/blog-post_2.html

  54. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    44. >> «του πήγε τρεις και μία»
    Μου πάει πέντε κι έξι ,μου πάει ζουμί ντομάτα.

    Εδώ λέει ακόμη, μου πάει πέντε πέντε κλπ
    http://www.lexigram.gr/lex/enni/phrcat/%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%82#Hist0

  55. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    53.Σοφία Βέμπο «Μην με ρωτάτε (Κοκαΐνη)»
    Tango του 1935 σε μουσική Νίκου ντ’ Άντζελις και στίχους Σπύρου Μεταξά, από την επιθεώρηση «Άνω Κάτω» των Νικολαϊδη – Μεταξά – Ντ’Άντζελις. Η παρτιτούρα ανήκει στο ΕΛΙΑ

  56. sarant said

    Πολύ ενδιαφέροντα! Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

  57. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Δεν είναι ακριβώς του άρθρου κι ούτε ακριβώς το τιτίβισμα που δε μπορώ να το ξαναβρώ αλλά σχετίζεται με ουσίες, είναι επίκαιρο, καθαρή …λογοτεχνία και το γράφω όπως το θυμάμαι : Συνελήφθη κοκαϊνη με μικροποσότητα βαποριού 🙂

  58. Corto said

    55: Η ελληνική παραγωγή τραγουδιών με θεματολογία σχετική με τα ναρκωτικά, ,ή έστω με αναφορές σε αυτά, πρέπει να είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο κατά τον μεσοπόλεμο.
    Στην Αμερική την ίδια περίοδο τα σουίνγκ και ραγκ τάιμ τραγούδια με ανάλογο περιεχόμενο, όπως το kickin’ the gong around που τραγουδούσε ο Καμπ Καλογουέι γράφονταν επίσης από μορφωμένους στιχουργούς, που δεν είχαν υποχρεωτικά σχέση με τον υπόκοσμο. Εκεί η τυποποίηση των τοξικομανών βρίσκει το αποκορύφωμά της στην Μίνυ την αλανιάρα (Minnie the moocher) και στον γκόμενό της τον Smokey Joe. Αυτοί οι τύποι είναι δημιουργήματα μάλλον λόγιας έμπνευσης, και όχι καθαρά λαϊκής προέλευσης.

  59. Γς said

    51:

    Σε μισώ!

    Πολύ μικρός άκουσα μια βερσιόν του αηδιαστικού αυτού ανεκδότου [θντκ] κι έχασα κάθε ιδέα για τους μεγάλους. Ευτυχώς όμως γρήγορα το ξεπέρασα, με την ιδέα ότι δεν μπορεί να ήταν αστεία ιστορία. Αλλά μια κάποια μπούρδα της στιγμής ενός ανθρώπου της οικογένειας που εκτιμούσα.
    Και δεν το ξανάκουσα μια ζωή.
    Κι όμως κάτι μου είχε μείνει, στη μνήμη. Σαν παιδικό τραύμα.

    Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι μόνο αυτή την στιγμή δεν περίμενα 60+ χρόνια τώρα.

    Φτου!

  60. Λ said

    Να θυμίσω το γκραφίτι στο φαράγγι του Βίκου που λέει περίπου τα εξής: είμαστε μια ομάδα ναρκομανών που θεραπεφτήκαμε με κρητικιά φούντα.
    Θα ψάξω να βρω τη φωτογραφία

    Πολύ ενδιαφέρον το σημερινό

  61. Μόνο εγώ σκέφτηκα το Λαπαθιώτη διαβάζοντας το άρθρο ε;

  62. spiral architect said

    […] Οι τοξικομανείς κλείνονταν κι αυτοί στο Ψυχιατρείο, τότε […]
    Τι, τότε; Θαρρώ ότι, μέχρι τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια γινόταν αυτό.
    (θα το ψάξω)

  63. spatholouro said

    46/48/52

    Corto, νομίζω έχει τη σημασία του και το ποιος εντέλει έγραψε τα κείμενα του οπιομανούς νεαρού, διότι αλλιώς είναι η emic και αλλιώς η etic προσέγγιση.
    Όντως θεωρώ και εγώ ότι εν γένει το κείμενο του Βάρναλη αναπαράγει τα στερεότυπα της εποχής για τους τοξικομανείς (και θυμίζω ότι γράφει σε πλήρη μεταξική περίοδο).

    Το βαγόνι πάντως ως κατάλυμα πρεζάκηδων θεωρώ ότι δεν το έχει αντλήσει από ρεμπέτικο αλλά από την ίδια την πραγματικότητα. Βλέπε εδώ για τον «Λαρισαϊκό» του Πειραιά (http://mlp-blo-g-spot.blogspot.gr/2010/05/1904.html)
    Ενώ εδώ έχουμε μοναδική φωτογραφία πρεζάκηδων σε βαγόνι του «Λαρισαϊκού» και συναφές κείμενο από την εφημ. ΤΥΠΟΣ 4/7/1935
    http://srv-web1.parliament.gr/main.asp?current=7027844,
    http://srv-web1.parliament.gr/main.asp?current=7027845

    Επίσης εδώ εξαιρετικό φωτορεπορτάζ του Χρήστου Λεβάντα από τον «Λαρισαϊκό» (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 21/9/1936):
    http://srv-web1.parliament.gr/main.asp?current=6928910

    Αυτό με τα σαντούρια ως συνοδευτικά της χασισικής επιτέλεσης θεωρώ ότι δεν αληθεύει, όπως προκύπτει από κείμενα της εποχής, καθώς το συλλαμβανόμενο όργανο, μαζί με τα σέα των χασιστών ήταν βέβαια αποκλειστικά το μπαγλαμαδάκι, στο δε Εγκληματολογικό Μουσείο ήταν τοποθετημένα μαζί, τα «σέα» και το μπαγλαμαδάκι.

    Συμφωνώ ότι τα δύο κείμενα του Βάρναλη αποτυπώνουν την τυπική/συμβατική εικόνα που είχαν οι λόγιοι της εποχής για τους τοξικομανείς. Βρίσκω πάντως ότι τα κείμενα του Βάρναλη δεν υπερβαίνουν το επίπεδο αντιμετώπισης πλειάδας άλλων χρονογραφημάτων από εξειδικευμένους δημοσιογράφους της εποχής. Ούτε πιστεύω πως ο Βάρναλης, με κείμενα σαν αυτά, ενίσχυσε τη συμπάθεια προς τους περιθωριακούς», καθώς λες.

    Όλως αντιθέτως, έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Βάρναλης κάθε άλλο παρά φιλικός ήταν και προς τους χασικλήδες και προς τους ρεμπέτες και το ρεμπέτικο.
    Σε επίρρωση της εντύπωσής μου παραθέτω απόσπασμα κειμένου του (από το 1951 παρακαλώ, δηλαδή με το ρεμπέτικο πλήρως «νομιμοποιημένο»…):
    («Μάγκικος εκδρομισμός», Προοδευτικός Φιλελεύθερος 12/7/1951)

    Μάγκικος, θα μπορούσε να λέγεται και ρεμπέτικος, εκδρομισμός. Όπως λέμε και ρεμπέτικο ή μάγκικο τραγούδι. «Βγήκε ο μάγκας για σεργιάνι, για να βρει κάναν τεκέ». Ο όρος είναι καινούργιος, αλλά το πράμα παμπάλαιο. Αλλά τόρα και λίγα χρόνια θέριεψε και θρασομάνησε το πράμα κι ο όρος θέριεψε κι αυτός κι άπλωσε κ’ επιβλήθηκε κ’ έγινε κ’ αισθητικό ζήτημα , αν το μάγκικο ή ρενμπέτικο τραγούδι είναι λαϊκό (βγαίνει από τη συνείδηση του λαού) ή παραλαϊκό (βγαίνει από μια μερίδα του λαού, που δεν έχει συνείδηση).
    Το γεγονός είναι πως το μάγκικο τραγούδι έπιασε –κυρίως σε κείνους που δεν είναι μάγκες: στους μπλαζέ, στους μεθυσμένους και στους ερωτευμένους του επιστρώματος κι όχι του υποστρώματος. Αυτό είναι κακό σημάδι. Τον παλιό καιρό υπήρχανε ρεμπέτικα τραγούδια («Λεβέντη τόνε θέλω γω τον αγαπητικό μου-να βάζει λάδι στα μαλλιά, να βρίζει το σταυρό μου»), αλλά τα τραγούδια αυτά μένανε μονάχα μέσα στην αυλή του ειδικού υποστρώματος. Επίσης γράψανε μάγκικα τραγούδια ο Αλ. Πανταζής, ο Μαλακάσης, ο Πάλλης, αλλά παίζοντας. Τόρα τα μάγκικα δεν είναι παίξε γέλασε. Είναι μόδα. Αυτή είναι «η ηθικοπλαστική δύναμη των αισθητικών ηθών» του Σίλλερ.
    Κοντά σ’ όλα τ’ άλλα τα καλά που μας έφερε η γενική σαπίλα, μας έφερε κι αυτό, δείγμα των καιρών. Αφού άδειασε η ζωή μας κ’ η ψυχή μας, αφού χάσαμε τα πάντα, μας βολεύει η φυγή από τον εαυτό μας όχι προς το καλύτερο, αλλά προς το χειρότερο>

    Τέλος, παραθέτω κι ένα πολύ ενδιαφέρον νομίζω απόσπασμα από χειρόγραφο της Μαρίας (22 ετών), καπνίστριας χασίς, νοσηλευθείσας στο Δρομοκαϊτιο το 1933 (βλ. Στριγγάρης «Χασίς», β΄ έκδοση 1964: σελ. 243-44):

    Μια μέρα θυμάμαι πήρα μόνη το αυτοκίνητο και τράβηξα για τον ντεκέ του Ανδρέα… Κατέβηκα στη στάση…και τράβηξα για τον τεκέ… Περπατούσα δίπλα από τον Ιλισσό ποταμό έβλεπα τα χελιδονόπουλα, που πετούσαν μέσα στο θολό νερό του ποταμού, περπατούσα σφυρίζοντας ένα μάγκικο αμανέ, ήμουν πλέρια ευτυχισμένη, βουτηγμένη στην ηδονή γιατί πήγαινα για το θείο μεθύσι μου. Στο στρίψιμο του δρόμου φάνηκαν δύο άσπρες παραγκούλες καμωμένες από φτηνές άσπρες σανίδες και ντενεκέδες σκουριασμένους της βενζίνης. Εκεί μέσα φώληαζε η λησμονιά και η λήθη. Αυτά τα σπιτάκια πειά δεν υπάρχουν, γιατί η αστυνομία τα έκαψε μαζύ με το περιεχόμενό τους. Η γυναίκα του λαθρέμπορα με δέχτηκε όπως πάντα με το γέλοιο στο στόμα. Μαριώ τη λένε, ως σαράντα ετών, καθαρή και περιποιημένη, πρώην πεταλούδα των πεζοδρομίων και τώρα πιστή μετανοούσα Μαγδαληνή, αγαπούσε τον αρχηγό της χασικλή (τον άντρα της). Αγαπά πολύ… τη γ άτα της αραπίτσα που μαστουρώνει η καημένη από το ντουμάνι του καπνού κι όλο κοιμάται δίπλα στο μαγκάλι. Γύρω γύρω από το δωμάτιο είναι κρεμασμένα καμμιά δεκαριά κλουβάκια, γεμάτα κοτσύφια, κορυδαλλούς και μια πέρδικα. Τραγουδούν εύθυμες τρίλλιες και μου ανοίγουν την καρδιά μου. Οι μάγκες χασικλήδες έχουν έμφυτη την αγάπη για τα πουλιά και εν γένει τα ζώα. Αγοράζουν άπληστα σ’ αυτό το είδος απ’ όλα, ένας ώμορφος παρδαλός κόκκορας καμαρώνει χτυπώντας τα πόδια του υπερήφανα στο χώμα και ακούγοντας τους χασικλίδικους αμανέδες, που έπαιζε ο φωνογράφος με το μεγάλο πράσινο χουνί… Η Μαριώ με ρωτά εν προτιμώ να κάτσω έξω στα τραπεζάκια που είναι γύρω γύρω γεμάτα από καλαμιές και ήλιους. Όχι της απαντώ, επειδή φοβάμαι τις τσίλιες (κοινώς χωροφύλακες). Βέβαια, πετάγεται ένας χασικλής και λέει, καλά λέει το κορίτσι (σακούλα τη μπουρού και τη μπουρού σακούλα) σακουλεύεσαι αδερφάκι τη μηχανή που στήνουν οι άτιμες οι τσίλιες δλ. καταλαβαίνεις, κοινώς μπαίνεις στο νόημα για τους πόλισμαν. Κάθομαι σε μια καρέκλα αναπαυτικά, ακουμπώντας σε μια δεύτερη καρέκλα τα πόδια μου και τα δυο μου χέρια σε άλλες δύο….Και πίνω ώμορφο καφέ τούρκικο συνοδευόμενο με ένα φίνο τσιγαρλίκι. Αρχίζω και μαστουρώνω, ανεβαίνω στους ουρανούς, πέφτω σε χαλί από πέταλα, ενώ άγγελοι τραγουδούν ωραία τραγούδια και λένε τα τραγούδια τους για τον έρωτα, τα λάγνα χάδια, αγκαλιάσματα…

  64. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ για τα νεότερα!

    63 Πολύ ενδιαφέροντα!

    61 Περιέργως δεν τον σκέφτηκα.

  65. cronopiusa said

  66. Λ said

    Εγώ τον σκέφτηκα το Λάπαθιώτη μαζί με το Σιέλλυ και άλλους. Επίσης σκέφτηκα το διήγημ Μορφέας του Μπουλγκάκωβ. Εκόψαν από τους ποιητές οι ίδιοι οι γιατροί γίνονται πολλές φορές τοξικομανείς γιατί έχουν πρόσβαση σε σκληρά ναρκοτικά. Εγώ έχω μόνο την εμπειρία της πεθετθνης κατά την κολονοσκόπηση, την οποία κολονοσκόπηση αποκαλώ την πιο ενδιαφέρουσα περιήγηση που έκανα ποτέ στη ζωή μου.

  67. Λ said

    Εκτός όχι έκοψαν. Συγγνώμη για τα πολλά λάθη. Όπως λέμε στο χωριό μου απολογούμαι.

  68. Λ said

    Πολύ αργεί το σημερινό άρθρο!

  69. cronopiusa said

    εμένα, το ψευδώνυμο «Αυτόχειρ», μ’ έκανε να σκεφτώ τον Μιχαήλ Μιτσάκη, και να ξαναδιαβάσω Εις τον οίκον των τρελών, είχα την εντύπωση πως το συμπλήρωσε ο Βάρναλης και πως καθρεφτίζει την ηθική και την αισθητική του

    Ένας χασικλής θα έγραφε όπως η Μαρία του spatholouro στο σχόλιο 63

  70. Λ said

    Αναφορικά με τις ψυχικές ασθένειες και τη λογοτεχνία να αναφέρω ένα μυθιστόρημα που ίσως να μην είναι πολύ γνωστό. Ο τίτλος στα αγγλικά είναι wide Sagasso sea και καταπιάνεται με την ιστορία της γυναίκας του Ρότσιεστερ πριν τα συμβάντα που περιγράφει η Μπρόντε

  71. Λ said

    https://en.m.wikipedia.org/wiki/Wide_Sargasso_Sea

  72. Corto said

    Καλημέρα!
    63:
    Spatholouro εξαιρετικά ενδιαφέροντα αυτά που παραθέτεις.
    Ούτε εγώ θεωρώ ότι ο Βάρναλης αποδεχόταν το περιθώριο και τους μάγκες, αλλά ότι εκφράζει συμπάθεια προς τους τοξικομανείς, μόνο ως ψυχικά ασθενείς ή ως θύματα της κοινωνικής ανισότητας.
    Επιπλέον είναι σαφές ότι από το άρθρο του 1951 ότι δεν έχει ολοκληρωμένη εικόνα του ρεμπέτικου. Γράφει:

    «Βγήκε ο μάγκας για σεργιάνι, για να βρει κάναν τεκέ». Ο όρος είναι καινούργιος, αλλά το πράμα παμπάλαιο. Αλλά τόρα και λίγα χρόνια θέριεψε και θρασομάνησε το πράμα.»

    Προφανώς αναφέρεται στα πέντε ή έξι όλα κι όλα χασικλίδικα που ηχογραφήθηκαν το 1946. Αλλά από τότε όχι μόνο δεν θέριεψε το πράμα, αλλά μάλλον εξέλειψε για πάντα. Προφανώς αγνοεί και το προπολεμικό ρεμπέτικο το οποίο δεν είχε παραμείνει μόνο μέσα στην αυλή του ειδικού υποστρώματος, αλλά ακουγόταν από έναν πολύ ευρύτερο κόσμο.

    Το απόσπασμα της Μαρίας έχει σαφώς λογοτεχνικό ύφος. Αποδεικνύει και αυτό την ύπαρξη μιας επικοινωνίας ανάμεσα στην λόγια και την λαϊκή δημιουργία.

  73. spatholouro said

    1)«εκφράζει συμπάθεια προς τους τοξικομανείς […]»

    Αμ, δεν την πολυβλέπω τη συμπάθεια: άνθρωποι αλήτες/οι εξοχότητες αυτές των τεχνητών παραδείσων/αυτοί δε θέλουνε θεραπείες και φάρμακα/θα έπρεπε να μείνουν σε όλη τους τη ζωή μέσα

    2) «δεν έχει ολοκληρωμένη εικόνα του ρεμπέτικου/ προφανώς αγνοεί και το προπολεμικό ρεμπέτικο»

    Εμ, τότε, τι θέλει και φθέγγεται έτσι ανέξοδα και εύκολα περί κακό σημάδι, περί υπόστρωμα και περί αυτό που μας έφερε μαζί με τ’ άλλα η γενική σαπίλα;

    3) «Το απόσπασμα της Μαρίας έχει σαφώς λογοτεχνικό ύφος. Αποδεικνύει και αυτό την ύπαρξη μιας επικοινωνίας ανάμεσα στην λόγια και την λαϊκή δημιουργία»

    Καταρχάς, έχουμε τουλάχιστον βεβαιωμένο ότι αυτό αποτελεί γνήσιο απόσπασμα 100σέλιδου περίπου κειμένου νεαρής χασίστριας, αντλημένου από τα αρχεία του ιδρύματος. Κατά δεύτερο, δεν διαβλέπω όσο εσύ τη σαφήνεια του λογοτεχνικού ύφους, αλλά ότι θα είχε επηρεασμούς από διαβάσματά της, οπωσδήποτε εικάζω ότι θα είχε. Αν εννοείς αυτό, αναφέροντας περί επικοινωνίας λόγιου και λαϊκού στοιχείου, το κατανοώ. Αν εννοείς ότι έπεσε χέρι λογίου στο κείμενό της, δεν θα συμφωνήσω.

  74. sarant said

    63 Να σημειωθεί ότι το «ρενμπέτικο» που υπάρχει άπαξ στο κείμενο του Βάρναλη είναι λάπσους του τωρινού πληκτρολόγου, στο κείμενο της εφημερίδας είναι γραμμένο σωστα.

  75. spatholouro said

    Έτσι ακριβώς είναι, Νίκο, αλλά χαμογέλασα με κείνο το «λάπσους» (αντί του καθιερωμένου lapsus), καθώς το διάβασα, σουρεαλιστικώ τω τρόπω, ωσάν συγκεκομμένο τύπο του (ζου)λάπ’ σους (σώπα δλδ)!

  76. Πέπε said

    Θαρρώ πως έγραψα ένα σχόλιο και δεν μπόρεσε ν’ ανέβει.

    Μετά από τις δέουσες ευχαριστίες προς ανεβάστορες και σχολιαστές, είχα πιάσει δύο σημεία από το @63 του Σπαθόλουρου.

    Στο ένα έλεγα ότι το να κατακρίνει ο Βάρναλης τους ντιστεγκέδες που ακούγανε ρεμπέτικα δεν εκφράζει κατ’ ανάγκην αντιπάθεια προς τα ίδια τα τραγούδια, χωρίς βέβαια και να αποκλείεται αυτό.

    Στο άλλο απορούσα πώς η τεκετζού στο κείμενο της Μαρίας τη ρωτάει αν θα κάτσει έξω ή μέσα κι εκείνη προτιμάει μέσα για να μην καρφώνεται: μα της ίδιας της τεκετζούς λογικά αυτή θα ήταν η πρώτη της και μόνιμη μέριμνα, πώς να μην καρφώνεται ο τεκές της. Πού της ήρθε να ρωτήσει, αντί να πει «εννοείται υποχρεωτικά μέσα, και το νου σου καθώς φεύγεις και όταν ξανάρθεις, μη σε πάρει κάνα μάτι και με δέσουνε»;

  77. sarant said

    76 Δεν βρίσκω δικό σου σχόλιο πιασμένο στα δόκανα 🙂

  78. Spiridione said

    Μια διατριβή που έχει αναφορές για αρκετά πράματα που θίχτηκαν στο άρθρο και στα σχόλια.
    http://pandemos.panteion.gr/index.php?op=record&lang=el&pid=iid:5346

    Καταρχάς, ο μελετητής έχει ψάξει όλους τους φακέλους των τριών βασικών ψυχιατρικών ιδρυμάτων (ΨΝΑ, Αιγινήτειο, Δρομοκαΐτειο). Από τα μητρώα του ΨΝΑ φαίνεται ότι από το 1924 (περιλαμβάνεται και η Αγία Ελεούσα) μέχρι το 1946 έχουμε 822 περιστατικά εισαγωγής εξαρτημένων. Από αυτά, η συντριπτική πλειονότητα αφορά σε χρήστες οπιούχων και κοκαΐνης, κυρίως ηρωίνης σε πολύ μεγάλο ποσοστό, και πολύ μικρό ποσοστό χρηστών χασίς (στα δε άλλα 2 ιδρύματα ελάχιστα).

    Σχετικά με το ρυθμό εισαγωγής κατά τον Μεσοπόλεμο και την Κατοχή:
    «Το 1936, από την δικτατορία του Μεταξά, τίθεται σε εφαρμογή ο νόμος 6025/1934 και
    σημειώνονται μαζικές συλλήψεις εξαρτημένων. Το τελευταίο 4μηνο του 1936 αλλά ιδιαίτερα το 1937, όταν ξεκινούν οι διώξεις και οι εκτοπίσεις των εξαρτημένων, μειώνονται κατά πολύ οι εισαγωγές. Αυτή την περίοδο παρατηρούνται επίσης χαμηλά ποσοστά εισαγωγής «νέων περιστατικών». Είναι σαφές ότι αυτοί που δεν εκτοπίσθηκαν για να αποφύγουν τη σύλληψη, δεν απευθύνονται εύκολα σε υγειονομικές υπηρεσίες.
    Η κατάσταση αυτή διαρκεί έως το 1940, ενώ κατά την περίοδο της κατοχής 1941-1944
    που δεν υφίστανται αυτού του τύπου οι διώξεις παρατηρείται αύξηση των εισαγωγών,
    χωρίς όμως να φθάσουν στα προ του 1936 επίπεδα. Οι εισαγωγές αυξάνουν κατά την Γερμανική Κατοχή, όχι μόνον επειδή οι παλαιότεροι εξαρτημένοι προσεγγίζουν τις υπηρεσίες υγείας με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ότι τα προηγούμενα χρόνια, εξασφαλίζοντας έτσι στέγη και κυρίως τροφή, αλλά διότι εμφανίζεται μια νέα γενιά εξαρτημένων, αποτέλεσμα των τραγικών συνθηκών ζωής που επιβάλουν οι δυνάμεις κατοχής. Από τους εισαχθέντες στο Δημόσιο Ψυχιατρείο κατά τα έτη 1942-1945 το 57,6% δήλωσε διάρκεια χρήσης από 1 έως 18 μήνες. Ακόμη και εάν κάποιοι έδωσαν ψευδείς πληροφορίες σχετικά με την διάρκεια χρήσης, το στοιχείο ότι το 8,2% των εισαχθέντων ήταν ηλικίας μεταξύ 15 και 19 ετών ενισχύει την διαπίστωση ότι ένας αριθμός εξαρτημένων μυήθηκε στις ουσίες κατά την διάρκεια της Κατοχής. Κατά το 1942 παρατηρείται μεγάλη αύξηση εισαγωγών και μάλιστα «νέων περιστατικών», οι οποίες οφείλονται εν μέρει στις συλλήψεις που προέβη η αστυνομία Αθήνας και Πειραιά και ο ακούσιος εγκλεισμός τους στο Δημόσιο Ψυχιατρείο. Από τα στοιχεία των μητρώων φαίνεται ότι η αστυνομία σε μια «επιχείρηση σκούπα» (υπάρχει και αναφορά στο άρθρο του Βάρναλη), η οποία ίσως όχι τυχαία ως προς την σημειολογία, ξεκίνησε την 4η Αυγούστου 1942 και διάρκεσε περίπου δύο μήνες, συνέλαβε τους «σεσημασμένους τοξικομανείς», αλλά και «υπόπτους για τοξικομανία». Αρκετοί από τους συλληφθέντες αρνήθηκαν επίμονα ότι χρησιμοποιούσαν ουσίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει διάγνωση, αλλά η σημείωση «υπό παρακολούθησιν».

    Και μια αναφορά από το αρχείο του ΨΝΑ:
    «Αρχείο Δημοσίου Ψυχιατρείου. Απόσπασμα «ιατρικού ιστορικού». «Δημήτριος Τ., αυξ. αριθ. 13977, ετών 17, ξυλοτορναδόρος. Ημέρα εισόδου 14-8-1942. Ήρξατο την χρήσιν της ηρωίνης από 10 μηνών, παρακινηθείς προς τούτο υπό φίλου, όστις του προσέφερε λέγοντάς του ότι θα του περάση η πείνα. Ημερησίως κατηνάλωνε περίπου ¼ του γραμμαρίου, δια της ρινός και μόνον, ουδέποτε μεταχειρισθείς ένεσιν ή άλλου είδους ναρκωτικόν».

    Σ’ αυτό το σημείο υπάρχει η παρατήρηση από την έρευνα στα αρχεία ότι στα ψυχ. ιδρύματα κατά τη διάρκεια της Κατοχής μειώνονται οι εισαγωγές ψυχικά πασχόντων. Αυτό, λέει, μάλλον οφείλεται, στο ότι «σε περιόδους πολέμου μειώνεται η εμφάνιση ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων στο πληθυσμό, σε σχέση με την ειρηνική περίοδο. Διαπίστωση που σαφώς επιβεβαιώνει τον κοινωνικό χαρακτήρα της ψυχικής ασθένειας, καθώς το κοινωνικό σώμα απελευθερωμένο από τις συμβάσεις της καθημερινότητας θέτει ως προτεραιότητα την επιβίωση, την προφύλαξη και την διατήρηση του είδους. Ενεργοποιεί ψυχικούς μηχανισμούς, αντιστάσεις, όπως επίσης άλλου τύπου συλλογικότητες και σχέσεις των μελών του. Αυτά αφορούν σε όλους, ακόμη και στους αποκλεισμένους ή στους ευρισκόμενους στο κοινωνικό περιθώριο, με εξαίρεση τους μη έχοντες θέση στην κοινωνία, τους «ζωντανούς νεκρούς» – εξαρτημένους από ουσίες. Ίσως με αυτόν τον τρόπο ερμηνεύεται το γεγονός ότι για τα έτη 1942-1944 οι εξαρτημένοι που εισήχθησαν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο αποτελούσαν περίπου το ¼ του συνόλου των εισαγωγών».

    Πρέπει να σημειωθεί επίσης, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο της διατριβής, ότι μεγάλο ποσοστό νοσηλευομένων – και εξαρτημένων – πεθανε κατά τη διάρκεια της Κατοχής, κατά ποσοστό αρκετά μεγαλύτερο από αυτό το γενικού πληθυσμού. Αναφέρεται δε χαρακτηριστικά για το ΨΝΑ ότι είχε ένα κήπο που φύτευαν λαχανικά κλπ, ο οποίος τελικά νοικιάστηκε σε κάποιον τρίτο και πουλούσε τα προιόντα στη μαύρη αγορά.

    Ένα άλλο φαινόμενο που διερευνάται είναι γιατί στην Ελλάδα μετά την πόλεμο μειώθηκε κατά πολύ ο αριθμός χρηστών ναρκωτικών ουσιών – και εισαγωγής τους σε ψυχιατρ. ιδρύματα -, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης μετά τον πόλεμο και με ό,τι γενικά συμβαίνει μετά από κατάσταση πολέμου. Η εξήγηση που δίνεται είναι η εσωτερική μετανάστευση, δηλ. η έλευση πολλών ανθρώπων από την επαρχία στην Αθήνα, κυρίως αγροτικών πληθυσμών, που γι’ αυτούς οι ναρκωτικές ουσίες ήταν ξένες. Η ουσία που γνώριζαν ήταν το αλκοόλ και αυτή χρησιμοποίησαν, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις παρατηρούνται φαινόμενα κατάχρησης.

    Σχετικά με το θέμα, τώρα, του τρόπου αντιμετώπισης των ναρκομανών από την κοινωνία και το κράτος, που είναι τεράστιο θέμα βέβαια:
    » Η θεραπεία των εξαρτημένων στα ψυχιατρεία ήταν ευθυγραμμισμένη με τις απόψεις
    που υποστήριζαν ότι ο εξαρτημένος ήταν εθισμένος σε μια ουσία και όχι σε μία κατάσταση και έναν τρόπο ζωής, που η ουσία απλά τα ενεργοποιούσε. Το κλινικό έργο
    στόχευε στην αποστέρηση της ουσίας και όχι στον τρόπο με τον οποίο ο εξαρτημένος θα βοηθιόταν να ξεπεράσει την συναισθηματική ανάγκη της χρήσης.
    Για τη σωματική αποτοξίνωση, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, χρησιμοποιούνταν μέθοδοι ανάλογοι εκείνων που αφορούσαν σε ψυχικά πάσχοντες. «Απομορφινίζειν μορφινομανή τινά εστί το προκαλείν εις αυτόν, δια της αποκρίσεως του δηλητηριάζοντος αυτόν δηλητηρίου, πραγματικήν νόσον πειραματικήν, ήτις εμφανίζει μεγάλην ομοιότητα προς το συμβαίνον εν τινί λοιμώδει νόσω» ..
    Με την κρατούσα ψυχιατρική προσέγγιση της εξάρτησης δεν συμφωνούσαν πάντα όλοι οι γιατροί και οι λόγοι ήταν δύο. Ο πρώτος διότι οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν ότι με τις γνώσεις και τα μέσα που διέθεταν (ψυχοφάρμακα, ψυχρολουσίες, ηλεκτροσόκ, καθήλωση κ.λπ.) αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν την εξάρτηση.
    Ο δεύτερος λόγος διαφοροποίησης ορισμένων γιατρών από την καθεστηκυία αντίληψη περί του χαρακτήρα της εξάρτησης και του εξαρτημένου μάλλον προέκυψε από τις αντιφάσεις, που εμπεριείχε και γεννούσε το ίδιο το σύστημα της Ψυχικής Υγείας, αλλά και η κοινωνία γενικότερα. Οι εξαρτημένοι ήταν ανεπιθύμητοι από όλους. Η Πολιτεία, αλλά και ο περίγυρός τους, προκειμένου να απαλλαγούν από την παρουσία τους, επέλεξαν ως λύση τον εγκλεισμό τους στις «αποθήκες ανθρώπων» – τα άσυλα. Οι διευθύνσεις των ασύλων με την σειρά τους, όταν είχαν την δυνατότητα, εξέφραζαν την δυσαρέσκειά τους και αρνιόνταν να δεχθούν τις εισαγωγές «ασθενών» αυτού του είδους. Η βασική τους επιχειρηματολογία ήταν ότι οι εξαρτημένοι δεν θεωρούνταν ψυχοπαθείς, δεν υπάγονταν σύμφωνα με την νομοθεσία σε αυτή την κατηγορία και συνεπώς η παρεχόμενη από το ψυχιατρείο θεραπευτική αγωγή δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Επιπροσθέτως, οι εξαρτημένοι λόγω της «εγκληματικής φύσης» τους διασάλευαν την τάξη του ψυχιατρείου, γεγονός το οποίο εγκυμονούσε κινδύνους για «έξωθεν» παρεμβάσεις προς αποκατάσταση της ομαλότητας….
    Η στάση αυτή, τόσο των εξαρτημένων, όσο της κοινωνίας και των θεσμών, συνέβαλε
    κατά πολύ, ώστε η εξάρτηση να χαρακτηρισθεί ως «ανίατος νόσος» και ο εξαρτημένος
    «εγκληματικής φύσεως» προσωπικότητα. Ακόμη και εκείνοι, οι οποίοι κατ’ αρχήν
    έβλεπαν με συμπάθεια τους εξαρτημένους, πρότειναν την απομόνωση, πεισμένοι ότι δεν υπήρχε διέξοδος, ότι δεν υπήρχε άλλη λύση»
    Σε αυτό το σημείο υπάρχει παραπομπή για τοάρθρο του Βάρναλη από την Κατοχή.
    ….» Υπ’ αυτή την οπτική λοιπόν η κοινωνία, αλλά και οι ειδικοί δεν προσδοκούσαν τίποτε περισσότερο από το μοιραίο».

  79. sarant said

    78 Μπράβο Σπυρο!

  80. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    63. «…Μαρίας (22 ετών), καπνίστριας χασίς, νοσηλευθείσας στο Δρομοκαϊτιο το 1933 » Στην μνημη της….

    The Electric Prunes – Kyrie Eleison, Mass in F Minor (1968)

  81. spatholouro said

    76 (Πέπε)

    1)Θα ήθελα να επισημάνω με την ευκαιρία ότι το κείμενο του Βάρναλη (1951) βλέπει για πρώτη φορά το φως της αναδημοσίευσης, όσο ξέρω, και ότι είναι μάλλον το μόνο, πάλι όσο ξέρω, που κάνει κάποιο λόγο για το μάγκικο-ρεμπέτικο ρεμπέτικο τραγούδι, οπότε είναι φτωχό μεν δείγμα της στάσης του προς το ρεμπέτικο, αλλά αυτό είναι που έχουμε…

    Ας δούμε λιγάκι το πλαίσιο, στο οποίο τοποθετούνται οι βαρνάλιες απόψεις. Είναι Ιούλιος του 1951, όταν ο Β. αρχίζει στο κείμενό του και μιλάει περί «ρεμπέτικο ή μάγκικο τραγούδι», κοτσάροντας αμέσως μετά διασαφητικά το «Μάγκας βγήκε για σεργιάνι». Όμως, πώς του έρχεται αμέσως να κατονομάσει αυτό το χασικλίδικο ως δείγμα του «μάγκικου-ρεμπέτικου τραγουδιού»; Το τραγούδι κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1946 και μάνι μάνι τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου απαγορεύεται με αστυνομική διάταξη. Πώς το θυμήθηκε να το «καταγγείλει» ο Β. μετά από 6 χρόνια ανυπαρξίας του άσματος;

    Μετά είναι και το άλλο: δεν είμαστε πια στον Ιούνιο του 1946. Ήδη από τον Ιανουάριο του 1949 κάνει το μπαμ ο Χατζιδάκις με τη γνωστή διάλεξη για το ρεμπέτικο που δημιούργησε σάλο ένθεν κακείθεν των πολιτισμικοϊδεολογικών γραμμών. Και εάν περάσουμε και στο επίμαχο έτος 1951, τη χρονιά που γράφει το κείμενό του ο Βάρναλης, να καινούργιο σάλο τον Φεβρουάριο δημιουργεί η πρώην εχθρά του ρεμπέτικου Σοφία Σπανούδη, δημοσιεύοντας πρωτοσέλιδο επαινετικό κείμενο για τον Τσιτσάνη. Θα ακολουθήσει τον Απρίλιο ο Μανώλης Σκουλούδης, επίσης διθυραμβικά για τον Τσιτσάνη, στον «Προοδευτικό Φιλελεύθερο» ακριβώς!

    Ο Τσιτσάνης, εν τω μεταξύ, θριαμβεύει στο πάλκο και συρρέει λαός και Κολωνάκι. Κι έρχεται τον Ιούλιο ο Βάρναλης να μνημονεύσει το «Μάγκας βγήκε για σεργιάνι» ως εμβληματικό του «μάγκικου-ρεμπέτικου τραγουδιού» και ότι τα μάγκικα τραγούδια τώρα δεν είναι παίξε-γέλασε, γίνανε μόδα και μας τα έφερε η γενική σαπίλα κλπ κλπ…
    Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ένας άνθρωπος της λογοτεχνικής και λοιπής πιάτσας, ένας άνθρωπος που δημοσιογραφούσε χρόνια ολόκληρα, όπως ο Βάρναλης, δεν πήρε χαμπάρι από όλη αυτή την κοσμογονία περί το ρεμπέτικο και έρχεται με τέτοια στάση εν έτει 1951…

    Κατά την ανάγνωση που κάνω λοιπόν, Πέπε, ασφαλώς και «εκφράζει κατ’ ανάγκην αντιπάθεια» ο Β. για τα ρεμπέτικα.

    2)Ο τεκές που πάει στο κείμενό μας η Μαρία, μου μοιάζει οιονεί εξοχικός, κατά την περιγραφή. Οι τέτοιοι λοιπόν τεκέδες είχαν ωραία ωραία και πυκνά καλάμια στον περίβολό τους, άρα ακόμα και εκεί ήταν, ας πούμε, ασφαλές να κάτσεις. Τώρα στη συγκεκριμένη περιγραφόμενη φάση, μάλλον η Μαρία έχει έναν φόβο παραπάνω, υποθέτω, οπότε προτιμάει το «σιγουράκι» του πάρα μέσα. Μια χαρά φουμάρανε και στο προαύλιο του τεκέ, εάν ήταν έτσι καλυμμένο όπως εδώ περιγράφεται

  82. spatholouro said

    Και μια σημειωτέα σύμπτωση: «Βγήκε ο μάγκας» αντί «Μάγκας βγήκε», όπως περίπου αλλοίωνε επώνυμους ρεμπέτικους στίχους ο «νεαρός οπιομανής»…

  83. Corto said

    73:
    Spatholouro, απαντάω με καθυστέρηση, γιατί γράφω με δυσκολία, λόγω προβλήματος σύνδεσης.
    Σε γενικές γραμμές δεν λέμε κάτι διαφορετικό. Ναι υπήρχε προκατάληψη με το ρεμπέτικο, οι άνθρωποι της ακαδημαϊκής τέχνης δεν το γνώριζαν σε βάθος και όταν το ανακάλυψαν ήθελαν να το φέρουν στα μέτρα τους, αποκαθαρμένο από χασικλίδικες και υποκοσμικές αναφορές.(Παρομοίως και οι μεγάλοι μας ακαδημαϊκοί μουσικοί, μικρό μόνο τμήμα του ρεμπέτικου άφησαν να περάσει στο έργο τους.)
    Ο Βάρναλης πάλι εξ ιδεολογίας δεν θα μπορούσε να καλοβλέπει τους λούμπεν, παρά μόνο ως παραστρατημένο προλεταριάτο. Άδικα; Όχι και εντελώς εδώ που τα λέμε, γιατί ο κόσμος της μαγκιάς επί Κατοχής τροφοδότησε σε κάποιον βαθμό τον δωσιλογισμό και το μετέπειτα παρακράτος. Οπωσδήποτε το θέμα είναι τεράστιο και πολύ ενδιαφέρον.

    Για το κείμενο της Μαρίας εννοώ επηρεασμούς από διαβάσματα, κι όχι βέβαια κάποια επεξεργασία από λόγιο.

  84. Εδώ μιλάμε για οπιούχα και άλλα;

  85. spatholouro said

    83
    «ο κόσμος της μαγκιάς επί Κατοχής τροφοδότησε σε κάποιον βαθμό τον δωσιλογισμό και το μετέπειτα παρακράτος»

    Αυτό πράγματι έχει πολύ ενδιαφέρον και πιστεύω πως αξίζει τον κόπο, οποτεδήποτε με την άνεσή σου βρεις καιρό και όρεξη, να το αναλύσεις και να το συνοδεύσεις με τη σχετική τεκμηρίωση, γιατί δεν μου έρχεται σόι να το βλέπω έτσι ορφανό

  86. Corto said

    Όσο μου επιτρέπει η σύνδεση, γιατί η διάθεση είναι δεδομένη, να θυμηθούμε το εξής χαρακτηριστικό παράδειγμα:
    Βαρύμαγκας για παράδειγμα ήταν ο Μπουχός ο μπράβος των Βλάχων, που είχαν το κέντρο Δάσος. Τον Μπουχό από όλους τους ρεμπέτες μουσικούς μόνο ο Μπαγιαντέρας,γνωστός παλαιστής, πρεζάς και νταής, μπορούσε να τον αντιμετωπίσει. Ο Μανώλης Χιώτης έλεγε ότι ο Μπουχός ήταν φασίστας και μάλιστα συνειδητός. Παινευόταν δε ότι έριξε την πρώτη σφαίρα στα Δεκεμβριανά.

  87. Corto said

    Θα επανέλθω στο θέμα εννοείται!

  88. spatholouro said

    Ναι, αλλά είπα «οποτεδήποτε με την άνεσή σου βρεις καιρό και όρεξη», δεν θέλω να αισθάνομαι ότι σε «τρέχω» εν μέσω θερινής ραστώνης, όποτε…

  89. nikiplos said

    59, @Γς, ποτέ δεν ήμαν καλός στ’ ανέκδοτα… δεν είναι το point μου βρε παιδάκι μου… Το συγκεκριμένο το έχω ακούσει σε εκδήλωση του Δήμου Αθηναίων των 80ς από τον Δημοσιογράφο Τζανετάκο και το κοινό είχε γελάσει με την καρδιά του… γούστα είναι αυτά είπεν κι ο πίθηκος κι έφαγε το σαπούνι θα μου πείς…

  90. Γς said

    89:

    Είσαι απαράδεκτος!
    Πάει και τελείωσε!

    Χεχέ 😉

    Σε ν’ ε πα Γς κι παρλ, mais ο πολύ μικρός πιτσιρίκος που υπέστη το σοκ της αποκαθήλωσης των ειδώλων (σικ, ρε).
    Και ναι μεν αυτός είπε το αηδιαστικό και δύσοσμο χωρατό σε κάτι τύπους που το άξιζαν, παρουσία εμού, του νεαρού βλαστού του.
    Εγώ όμως;

    Εύχομαι να μην άφησα ανάλογα ψυχικά τραύματα στο μικρό μου γιό, που με κοίταζε με θαυμασμό όταν νήπιο με ρώταγε «ποιος το έφτιαξε» αυτό, εκείνο [Πανεπιστήμιο, Ακαδημία, Βιβλιοθήκη] και του απαντούσα «Εγώ!».

    Φαντάζομαι να το πήρε απόφαση τελικά ότι είχε να κάνει με πλακατζή μπαμπά.
    Ιδίως όταν έβλεπε ότι αργούσε να έρθει κι η Μερσεντές που του είχα παραγγείλει σύμφωνα με τις προτιμήσεις του, χρώμα, ταχύτητα και τέτοια.

  91. leonicos said

    τ’ αναφυλλητά δεν σου άρεσαν;

  92. sarant said

    87-88 Να το δούμε αυτό, έχει ενδιαφέρον

  93. Corto said

    88 – 92:

    Επανέρχομαι έστω και με καθυστέρηση μια εβδομάδας σχεδόν, στο ζήτημα της σχέσης του χώρου της μαγκιάς με τον δωσιλογισμό και το παρακράτος της Κατοχής, του Εμφυλίου και των πρώτων χρόνων που ακολούθησαν. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα από σχετικά κείμενα, σίγουρα γνωστά στους περισσότερους αναγνώστες του ιστολογίου, αλλά πιστεύω ότι είναι χρήσιμο να είναι συγκεντρωμένα:

    Αναφορές σε χίτες και ταγματασφαλίτες

    Τα ακόλουθα αποσπάσματα είναι από την αυτοβιογραφία του Γιάννη Παπαϊωάννου «ντόμπρα και σταράτα», Κάκτος, 1996 και τις αντίστοιχες σημειώσεις του Κώστα Χατζηδουλή:
    Γιάννης Παπαϊωάννου :
    «Στη Θεσσαλονίκη δουλέψαμε τη πρώτη φορά στο μαγαζί του Κέρκυρα, στην οδό Ειρήνης, που ήταν τα μπουρδέλα και τα τέτοια….Καυγάδες κάθε βράδυ και τέτοια. Ο Κερκύρας ήταν πολύ αγριόμαγκας!» (σελ.70)
    Κώστας Χατζηδουλής:
    Χρήστος Παπαδόπουλος ή Κέρκυρας: παλιός μαγαζάτοτορας της Θεσσαλονίκης και από τα πιο γνωστά κουτσαβάκια της. Για αρκετά χρόνια υπήρξε ο φόβος και ο τρόμος του «υποκόσμου» της συμπρωτεύουσας!(…) Στην Κατοχή, ο Κέρκυρας και ο δεκαπετάχρονος γιος του Γιωργάκης κατατάγησαν στα περιβόητα Τάγματα (Ασφαλείας) του Βήχου και οργίαζαν με άνευ προηγουμένου εγκληματικές πράξεις….(σελ. 81)
    Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας:
    «Οι μπράβοι αυτοί ήταν γνωστά ονόματα στην μαγκιά εκείνη την εποχή που προξενούσαν τρόμο στα κουτσαβάκια όπως και ο ίδιος ο Αντώνης ο Βλάχος που ήταν μεγάλος νταής…Ο Μπουχός ήταν αγριόμαγκας σε σημείο να φοβάσαι και να του μιλήσεις!…» (σελ. 84)
    Μανώλης Χιώτης:
    «…Ξέρεις, ο Μπουχός ήταν φασίστας και μάλιστα συνειδητός. Ίδιας πάστας και ιδεολογίας με το Βλάχο και τους άλλους. Ήταν γνωστός τραμπούκος της δεξιάς, με πολλές και ισχυρές διασυνδέσεις. Πρέπει να σου πω ότι ο Μπουχός στα Δεκεμβριανά έπαιξε σημαντικότατο ρόλο. Ή μάλλον πιο μπροστά όταν τα πράγματα βάδιζαν στην ένοπλη αναμέτρηση. Μέχρι τα τελευταία του υπερηφανευόταν ότι αυτός έριξε την πρώτη πιστολιά στα Δεκεμβριανά!…» (σελ. 115)
    Γιάννης Παπαϊωάννου:
    «Ύστερα από του Μάριου το μαγαζί πήγα στο θέατρο «Περοκέ» από κάτω. Είχανε το μαγαζί οι Κατελάνοι…Δεξιοί ήτανε αυτοί, βασιλικοί φανατικοί, φόβος και τρόμος λέμε. Χιταρία του κερατά!…Ήτανε άγριοι, λέμε, νταήδες. Σκυλόμαγκες…» (σελ. 102)
    «Ξέρεις τις σημαίνει Μπουχός; Είχε κάνει 20 χρόνια φυλακή, και μόλις είχε βγει. Αυτός καταδικάστηκε τρεις φορές σε ισόβια, αλλά όλο έπαιρνε χάρη! Δεξιός κι αυτός, μπράβος ενός πολιτικού.» (σελ. 102)
    – – – – – – – – –
    Άλλες αναφορές:
    «Ερχόντουσαν οι χίτες. Για πες τα, (τα χασικλίδικα τραγούδια) Μάρκο, μη σε νοιάζει τίποτες. Εμείς θα σε φυλάμε.» (Μάρκος Βαμβακάρης, αυτοβιογραφία, εκδ. Παπαζήση, 1978, σελ.209)
    Μεταγενέστερη αναφορά για τη δεκαετία του ’60: «Άλλος μάγκας της εποχής ήταν και ο Τσίγκος. Αυτός υπήρξε Χίτης και ήταν πορτιέρης στο καμπαρέ Αρζεντίνα» (Βασίλης Πισιμίσης, Βούρλα – Τρούμπα, εκδ. Τσαμαντάκη, 2010, σελ. 143)

    Αναφορές σε μαυραγορίτες

    Αγγέλα Παπάζογλου για τον Βαγγέλη Παπάζογλου: «…Αφού δεν ήθελε να παίζει στον πόλεμο να χορεύουνε οι φχαριστημένοι κι οι μαυραγορίτες» (Τα χαΐρια μας εδώ, σελ.344)
    Σύμφωνα με τον Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη: «…Άλλοι «περιθωριακοί» μαζεύουν ψίχουλα από το τραπέζι του κατακτητή και των ντόπιων συνεργατών του. Κάποιοι προσπαθούν να λουφάζουν και αρκετοί τα οικονομούν με την μαύρη αγορά» (Μούσα Πολύτροπος, σελ.380, εκδ. Μετρονόμος 2012)
    Ο Βασίλης Πετρόχειλος θεωρεί ότι ο Σταύρος Παντελίδης στιγματίζει τους μαυραγορίτες με τους παρακάτω στίχους:
    «Οι μαυραγορίτες τον καιρό τον βρήκανε/ κατοχίλιαρα γεμάτοι όλοι φορτωθήκανε
    Όσα τάληρα κι αν φάνε δεν τα λογαριάζουνε/ παλ’ η μαύρη τους ρεφάρει κι όσα θε’ να βγάζουνε»
    (Ένας Σμυρνιός συνθέτης του ρεμπέτικου, σελ. 140, εκδ. Τρόπος Ζωής)
    (Παραταύτα αυτό το τραγούδι κάλλιστα θα μπορούσε να παραλληλιστεί με το προπολεμικό «πάνε για το πράσο» του Καμβύση, ή και τον επίσης κατοχικό «σαλταδόρο» του Γενίτσαρη. Υπό αυτήν την έννοια υποκρύπτει και κάποιον θαυμασμό για την επιτηδειότητα των μαυραγοριτών.)

  94. sarant said

    93 Οι Κατελάνοι έδρασαν ως τη δεκ του 1960 τουλάχιστον.

  95. Γς said

    94:

    Είχα γράψει κάτι σχετκά.

    Διαβάστε και τα σχόλια

    http://caktos.blogspot.gr/2013/02/1961.html

  96. Corto said

    95 (Γς):
    Το έχω διαβάσει. Και τα σχόλια πάρα πολύ ενδιαφέροντα.
    Ο Μάρκος Βαμβακάρης αναφέρει ότι οι Κατελάνοι ήταν τρεις ή τέσσερις:
    «Είχε τεκέ είπαμε ο Γραβαράς στους Αγίους Αναργύρους, που πηγαίναμε για το Μενίδι. Και πήγαν να του κάνουν τον ζόρικο ένα βράδυ που κατεβαίναν αυτοί οι Κακλανοί, τρία τέσσερα αδέλφια. Πλακώνει με το κουμπούρι και ξαπλώνει ένανε. Ζουν αυτοί ακόμη. Αυτούς τους πρόλαβα στα σφαγεία των Αθηνών. Ήτανε χασάπηδες.»
    Ο Παπαϊωάννου αναφέρει προπολεμικό περιστατικό κατά το οποίο οι Κατελάνοι πήγαν στο Δάσος του Βλάχου, για να χτυπήσουν τον Μάρκο Βαμβακάρη, αλλά βγήκε μπροστά ο Μπουχός και έγιναν…μπουχός.

  97. spatholouro said

    93
    Corto, τώρα πήρα είδηση το κείμενό σου και σε ευχαριστώ!

    Εάν η ζητούμενη τεκμηρίωση, για την οποία έκανα λόγο, προκειμένου να θεμελιωθεί ότι «ο κόσμος της μαγκιάς επί Κατοχής τροφοδότησε σε κάποιον βαθμό τον δωσιλογισμό και το μετέπειτα παρακράτος» είναι αυτή που κατέθεσες, πολύ φοβούμαι πως -προσωπικά σε μένα- δεν εξαρκεί.

    Υπάρχει, από την άλλη, και το ακανθώδες ζήτημα του τι θα βάλουμε κάτω από την ομπρέλα του «κόσμου της μαγκιάς», καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να συρρικνώσουμε αυτόν τον κόσμο σε κουμπουράδες-σκοτώστρες και μπράβους-υποκοσμίτες. Ότι οι παρακρατικοί μηχανισμοί στρατολογούσαν για τις ανάγκες τους και τέτοια υποκοσμίτικα στοιχεία, υποθέτω ότι θα αληθεύει, ωστόσο δεν μου φαίνεται εύλογο να την «πληρώνει» το σύνολο του κόσμου της μαγκιάς. Ο κόσμος αυτός ενδεχομένως αποτελούσε μια «δεξαμενή» για ποικίλες χρήσεις και διαχειρίσεις, αλλά τα όσα στοιχεία-μαρτυρίες φαίνεται να υπάρχουν, αφενός είναι πολύ φτωχά και δυσαπόδεικτα και αφετέρου δεν μου μοιάζει να φτάνουν να του προσδώσουν ακραίο πολιτικοϊδεολογικό πρόσημο, και μάλιστα παρακρατικής εκδοχής.

  98. Corto said

    97:
    Spatholouro, καλησπέρα!
    Ομολογώ ότι περίμενα την απάντησή σου με πολύ ενδιαφέρον, και συνεχώς επέστρεφα στο άρθρο για να δω. Σε ευχαριστώ για την απόκριση!

    Επί της ουσίας νομίζω συμφωνούμε -εξ άλλου είναι πλέον ή βέβαιον ότι έχεις πολύ καλύτερη άποψη για τα ζήτημα αυτά από μένα, οπότε αυτά που γράφεις, έτσι κι αλλιώς θα τα λάμβανα πολύ σοβαρά υπόψιν.
    Καταθέτω μόνο μερικές παρατηρήσεις, για να δώσουμε κάποια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση στο θέμα.

    i) Όχι δεν είναι εύλογο να την «πληρώνει» το σύνολο του κόσμου της μαγκιάς. Ούτως ή άλλως από την αρχή είχα γράψει (σχ.83) ότι «σε κάποιον βαθμό» οι παρακρατικοί τροφοδοτήθηκαν από τους μάγκες. Προφανώς δεν αναφέρθηκα σε όλους, αλλά μόνο σε μία μειοψηφία. Υποθέτω μάλιστα ότι στρατολογήθηκαν αποκλειστικά τύποι του βίαιου και του επιθετικού υποκόσμου (νταήδες, μαχαιροβγάλτες, μπράβοι κλπ) και όχι του «παθητικού» (χασικλήδες, παπατζήδες, πορτοφολάδες, μπουκαδόροι).
    Εξάλλου δεν παραβλέπουμε το τεράστιας αξίας γεγονός ότι ένα άλλο τμήμα του κόσμου της μαγκιάς, π.χ. οι σαλταδόροι, επέδειξε έναν αυθεντικά λαϊκό ηρωισμό μέσα στην Κατοχή. Μένει να εξετάσουμε αν και οι μικροί μαυραγορίτες ήταν μια μορφή λούμπεν συμμάχου των λαϊκών στρωμάτων ή στυγνοί εκμεταλλευτές (αν και η ιστορία δεν μπορεί να είναι μανιχαϊστική).

    ii) Bεβαίως σε καμία περίπτωση δεν μιλάμε για κάποιο γενικευμένο πολιτικοϊδεολογικό πρόσημο, διαδεδομένο στα στρώματα αυτά. Παραταύτα, πιθανότατα τα πολύ χαμηλά κοινωνικά στρώματα να αισθάνονταν λίγο πιο κοντά στους Χίτες, παρά στους Ελασίτες. Παραθέτω την σχετική μαρτυρία του Γιώργου Μητσάκη:

    «Γύρω στο 1945, ενώ έχουν ξεκινήσει τα Δεκεμβριανά, εγώ βρίσκομαι κλεισμένος σ’ ένα ξενοδοχείο, το ΚΡΟΝΕΙΟΝ, στην οδό Δώρου. Σ’ αυτό το ξενοδοχείο ήμουν κλεισμένος μέσα σ’ ένα δωμάτιο δεκαεφτά ημέρες. Χωρίς φαγητό, μόνο με νερό. Κι αυτό γιατί από την 3ης Σεπτεμβρίου βρίσκονταν οι Ελασίτες και από την Πατησίων οι Χίτες και οι Πουραντάδες. Όποιος τολμούσε να περάσει ανάμεσα, τον πυροβολούσαν. Πού να βγω έξω;
    Ώσπου κάποια ημέρα ο γερο-Παπανδρέου έδωσε ανακωχή για δυο ώρες, έτσι να πάει ο κόσμος να ψωνίσει. Βρίσκω κι εγώ την ευκαιρία, ταλαιπωρημένος, πεινασμένος, ένα ερείπιο, βγαίνω κι ανηφορίζω μέχρι το Σύνταγμα. Πού να πάω, πού να πάω, σκέφτηκα, δεν πάω στη Βουλή; Εκεί ήταν το στρατόπεδο που είχαν οι Χίτες, ήταν η έδρα τους. Θα πάω να καταταγώ, σκέφτηκα. Τουλάχιστον θα έχω να φάω. Μια και δυο λοιπόν, τραβάω για την Βουλή. Μπαίνω μέσα. Στην είσοδο ο Τίτος ο Πανολιάσκος. Ξέρεις τους Πανολιασκαίους; Έχουν κλείσει σπίτια και σπίτια αυτοί. Στην Κατοχή ήταν το φόβητρο του Μεταξουργείου. Χίτες από τους χειρότερους. Αυτός από κάπου με ήξερε –μάλλον από τα μαγαζιά.
    Ρε Μητσάκη, έλα δω, μου λέει. Το και το. Μη δείξεις ταυτότητα, έμπα μέσα. Θα τα κανονίσω εγώ.
    Άλλο που δεν ήθελα. Θα φάω τουλάχιστον, αυτό ήθελα εγώ, τίποτα άλλο.»
    (Γιώργος Μητσάκης, αυτοβιογραφία, επιμέλεια Νίκος Οικονόμου, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1995)

    iii) Γράφεις ότι η τεκμηρίωση που κατέθεσα δεν επαρκεί. Δεν διαφωνώ ότι είναι ελλιπής, παραταύτα δεν γνωρίζω από πού αλλού μπορεί κανείς να αντλήσει πληροφορίες, αν όχι από τις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών. Πιθανότατα η κατανόηση της εποχής θα προϋπέθετε μια σοβαρή ιστορική έρευνα για την κοινωνική προέλευση των δωσιλόγων (πρότερος βίος, οικονομικό στάτους, μορφωτικό επίπεδο κλπ) . Αν γνωρίζεις κάποια σχετική βιβλιογραφία, θα με ενδιέφερε.
    Το μόνο σχετικό στοιχείο που βρήκα είναι το εξής:

    «Περιγράφοντας τη σύνθεση του Τάγματος Ασφαλείας της Πάτρας αμέσως μετά την Απελευθέρωση, ένας βρετανός δημοσιογράφος επισήμανε τέσσερις κατηγορίες οπλιτών: τους ‘‘σωστούς ανθρώπους που μισούν τους Γερμανούς, αλλά φοβούνται τον κομμουνιστικό μπαμπούλα’’, τους στρατολογημένους που ‘‘δεν διέθεταν άλλη επιλογή’’, τους πεινασμένους που βρήκαν στα τάγματα ένα πιάτο φαΐ, και τους ‘‘αλήτες’’». (Εμφύλια πάθη, Στάθης Καλύβας, Νίκος Μαραντζίδης, Μεταίχμιο, 2015)

    Δεν ξέρω πόση ισχύ έχει η παραπάνω μαρτυρία, πάντως φαίνεται να επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι στρατολογήθηκαν και υποκοσμικά στοιχεία (αλήτες). Αυτά για την Πάτρα, αλλά υποθέτω πως και στην Αθήνα η κατάσταση δεν θα ήταν διαφορετική.

    iv) Για την κατανόηση της στάσης του Βάρναλη απέναντι στον ρεμπέτικο τρόπο ζωής, πρέπει να ληφθεί υπόψιν ένα κείμενο το οποίο είμαι 100% σίγουρος ότι το γνωρίζεις πολύ καλά: εννοώ την «νεκρολογία» που έγραψε ο Βάρναλης για τον Μπέζο (Κωστή). Μπορώ ευχαρίστως να το αναρτήσω σε σχόλιο, προκειμένου να το διαβάσει όποιος άλλος φίλος ενδιαφέρεται, αλλά μόνο αν συμφωνεί και ο Νικοκύρης μας, γιατί αναμένεται η έκδοση με τα χρονογραφήματα και δεν θέλω να κάνω χαλάστρα.

    Ευχαριστώ και πάλι για την απάντηση!

  99. sarant said

    98 Δεν κάνεις χαλάστρα, όχι Το συγκεκριμένο σκεφτόμουν να το ανεβάσω κάποια στιγμή μαζί με σκίτσα του Μπέζου, που τα έχω μαζέψει. Μπορούμε και να το συνδυάσουμε.

    Αλήθεια, ο Γιάννης Μπέζος είναι συγγενής;

  100. Corto said

    99: Κατά πάσα πιθανότητα ο ηθοποιός δενέχει συγγένεια, διότι έχει απώτερη καταγωγή από την Αρκαδία, ενώ ο Κωστής καταγόταν από την Κορινθία.

    Αν είναι να γίνει άρθρο για τον Κώστα Μπέζο, τότε δεν το αναρτώ. Θα κοιτάξω να βρω και τίποτα άλλο υλικό (αν και κατά πάσα πιθανότητα θα το γνωρίζετε) και θα τα στείλω στο μέηλ.
    Να το δακτυλογραφήσω ή το έχετε έτοιμο;

  101. spatholouro said

    7
    Να είσαι καλά Corto,
    Η αλήθεια είναι ότι «διακοπιζόμουν» επί 20ήμερον άνευ δικτύου και φωσφόρου και από την άλλη τα σχόλια χάνονται τόσο γρήγορα που είναι δυσχερές για κάποιον να παρακολουθεί, εάν έχει μάλιστα ανοίξει και πλείονα συζητητικά μέτωπα (με την ευκαιρία, εάν διαβάσει ο Γιάννης Ιατρού, έχω μία παρατήρηση στη συζήτηση για τον θερμαστή του Μπάτη: https://sarantakos.wordpress.com/2016/01/28/thermastis/)

    Κι εγώ νομίζω ότι επί της ουσίας συμφωνούμε. Θα ακολουθήσω την αρίθμησή σου:

    i)Συνυπογράφω την ωραία τοποθέτηση

    ii) «πιθανότατα τα πολύ χαμηλά κοινωνικά στρώματα να αισθάνονταν λίγο πιο κοντά στους Χίτες, παρά στους Ελασίτες»: χμ, δεν ξέρω… «στομαχικοσπλαγχνικώς» ίσως, όπως αφήνει να διαφανεί η μαρτυρία Μητσάκη; Χωρίς να υποβαθμίζω το γεγονός ότι κάτι λέει που επέλεξε να πάρει ένα πιάτο φαΐ από αυτούς που επέλεξε να το πάρει… Δεν ξέρω, αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να γεφυρώσω το τεκμηριωτικό κενό με τα υφιστάμενα μόνο στοιχεία-μαρτυρίες και ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος υπερερμηνείας… με δεδομένο μάλιστα ότι ο όρος «κόσμος της μαγκιάς» είναι μάλλον ευρύχωρος και πολυσυλλεκτικός.

    iii) Πολύ ενδιαφέρον project («κοινωνική προέλευση των δωσιλόγων») αυτό που θέτεις, ωστόσο προσωπικά δεν έχω εγκύψει. Πάντως εύλογη μου μοιάζει η κατηγοριοποίηση του άγγλου δημοσιογράφου.

    iv) Τη νεκρολογία του Μπέζου από τον Βάρναλη τη γνωρίζω, καθώς συμβαίνει την ύπαρξή της να έχω δημοσιοποιήσει από το 2002 (χωρίς και να είμαι βέβαιος ότι δεν είχε ήδη κοινοποιηθεί από άλλους).

    Στο ωραίο κείμενο πάντως αυτό του Βάρναλη, βλέπει κανείς μια ας πούμε «ενσυναισθητική» προσέγγιση του μποέμικου τρόπου ζωής του Μπέζου, χωρίς όμως νομίζω, εάν διαβάζω καλά, να εξικνείται και προς το πεδίο του καθαυτό ρεμπέτικου τρόπου ζωής. Μάλιστα σε ένα σημείο λέει ότι πηγαίνανε και τον βλέπανε σε διάφορα κέντρα «όπου καταντούσε να διασκεδάζη το κοινό», δηλ. μου μοιάζει εδώ πως τα της μουσικοποιητικής επιτέλεσης του Μπέζου δεν τύχαιναν πολύ της αισθητικής «έγκρισης» του Βάρναλη. Αλλά μπορεί να διαβάζω στραβά.

    Ο Μπέζος/Κωστής ήταν πράγματι κεφάλαιο και για το ρεμπέτικο, με κείνα τα 12 τραγούδια του 1930-31. Αλλά και ως σκιτσογράφος ήταν εξαίρετος. Μάλιστα έχει σκιτσάρει πολύ ωραία τη Ρόζα, τον Τομπούλη και τον Σαλονικιό, σε άρθρο του Λιδωρίκη στην ΑΚΡΟΠΟΛΗ στις 14/12/1933.

    Σε ευχαριστώ για τις σκέψεις σου

  102. sarant said

    100 Όχι, μόνο σε απόκομμα το έχω -αν θες, πληκτρολόγησέ το. Είναι κρίμα να μπει σε σχόλιο και να το δουν πολύ λιγότεροι.

  103. spatholouro said

    98/100
    Ως προς το πολιτικοϊδεολογικό πρόσημο που λέγαμε, τώρα θυμήθηκα και τον Γεράσιμο Σταύρου (αν είναι εν τέλει αυτός ο Γ. Σταύρου που υπογράφει) στο πρώτο αριστερό κείμενο, όσο ξέρω, που γράφτηκε για το ρεμπέτικο (ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ, 27/11/1946), με τίτλο «Ρεμπέτικα από την Τρούμπα στο …Κολωνάκι!».

    Ο Σταύρου, λοιπόν, επικρίνοντας το σουξέ που έχουν τα ρεμπέτικα, και ιδίως τα χασικλίδικα, θεωρεί ότι επιδιώκουν τη διατήρηση του «ωραίου μας και υγιούς καθεστώτος», για να συνεχίσει: «Όλοι θυμούνται ότι στην κατοχή, όταν δεν αναστατώνονταν οι Αθηναϊκοί δρόμοι από τα μπλόκα οι εθνικόφρονες τσολιάδες του Ράλλη τσίριζαν κάτω από τα παράθυρα της ανήσυχης πολιτείας: Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω/τη μπεζίνα να σου πάρω/Μπεζίνες και πετρέλαια εμείς θα κυνηγούμε!/γιατί έχουμε πολλά λεφτά και φίνα την περνούμε!»

    Στη συνέχεια αναφέρει ότι δεν θα καταφέρουν να θέσουν εκτός μάχης τον λαό και να τον «εμποτίσουν μουσική του ντεκέ τα ρεμπέτικα τραγούδια», για να καταλήξει ότι «εκείνη η μικρή μερίδα του λαού που γλυστράει στα ωδικά μαστούρια, έχει προηγηθεί το ξεγλύστρημά της το πολιτικό».

  104. Corto said

    Καλημέρα!

    102 (Sarant):
    Θα το πληκτρολογήσω και θα το στείλω σύντομα.

    101 (Spatholouro):
    Από το 2002 ήδη; Απίθανο να έχει προηγηθεί άλλος. Συγχαρητήρια!
    Και χαίρομαι που συμφωνούμε γενικότερα.

    Σας ευχαριστώ αμφότερους.

  105. Γιάννης Ιατρού said

    101a Διαβάζει, διαβάζει. Θα το δώ, ευχαριστώ 🙂

  106. Corto said

    103:
    Εξαιρετικά ενδιαφέρον το αρθρο του Γ. Σταύρου που παραθέτεις.
    Νομίζω -αλλά αυτήν την στιγμή δεν μπορώ να το διασταυρώσω- ότι προηγήθηκε το άρθρο του Α. Ξένου στον Ριζοσπάστη (πιθανότατα 4 Φεβρουαρίου 1946), το οποίο ήταν επικριτικό για το ρεμπέτικο.

  107. spatholouro said

    Όχι, Corto

    Η σειρά είναι:
    Σταύρου (27/11/1946)
    Ανωγειανάκης (28/1/1947) στον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ
    Ξένος (4/2/1947) επίσης ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ

  108. sarant said

    Όπως έχω ξαναγράψει, στο απόγειο της τρομοκρατίας στην ύπαιθρο κι ενώ είχε αρχίσει ο εμφύλιος, ο Ριζοσπάστης έβρισκε χώρο να φιλοξενεί συζητήσιες για το ρεμπέτικο!

  109. 108

    Από ενδιαφέρον για τον πολιτισμό ή μήπως από αμηχανία;

  110. Corto said

    107 (Spatholouro):

    Λάθος μου τότε. Σε ευχαριστώ για την διόρθωση!

    Υπάρχει και το χρονογράφημα του Βάρναλη για το τσιφτετέλι στην Πρωία (21 Φεβρουαρίου 1943), αλλά βέβαια δεν μπορεί να θεωρηθεί «αριστερό κείμενο», μόνο ηθογραφικό -χώρια που καταφανώς αναφέρεται σε ένα τσιγγανάκι, κι όχι σε ρεμπέτες.

  111. spatholouro said

    Εάν τυχόν υπάρχει ενδιαφέρον και εάν συναινεί και μπορεί να το φέρει βόλτα τεχνικά ο Νίκος, θα μπορούσε να αναρτηθεί μια ομιλία που έγινε στο Κοινωνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα «Λαμπηδόνα» («Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση: 1946-1990»).
    Το κακό είναι πως πρόκειται για πυκνό και εκτεταμένο κείμενο (17 και κάτι σελίδες Α4: 10.000 λέξεις περίπου)

    Εναλλακτικά, εάν είναι δυσεπίτευκτο το παραπάνω, θα μπορούσα να το στείλω (αφού του ρίξω ένα μάτι) με μέιλ στον Νίκο και αυτός να το δίνει σε όποιον ενδιαφέρεται, μια που έχει τα μέιλ μας.

  112. sarant said

    109 Από ενδιαφέρον, σαφώς.

    111 Το θέμα έχει πολύ ενδιαφέρον. Παρόλο που είναι (πολύ) μεγάλο, θα μπορούσε θαρρώ να μπει μια μέρα ως άρθρο. Μια Κυριακή, ας πούμε. Ή όποτε θέλεις. Κοίταξέ το, το μέιλ είναι σαραντπαπάκιpt.lu αν δεν σου το έχω δώσει.

  113. spatholouro said

    112
    Ωραία, μερσί! (Κυριακή ή όποτε κρίνεις)

    Όντως μεγάλο, αν και συμπιεσμένο: ομιλία και συζήτηση μάς πήρε κάνα τρίωρο θαρρώ, αλλά άξιζε (η συζήτηση, πάντως)

  114. spatholouro said

    Νίκο, ενημερώνω και από εδώ ότι εστάλη μέιλ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: