Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι

Posted by sarant στο 28 Αυγούστου, 2016


Κάπως παλιοκαιρίσιος ακούγεται ο τίτλος, δεν βρίσκετε; Αναμενόμενο είναι, μια και το χειρόγραφο που φέρει περίπου αυτόν τον τίτλο γράφτηκε τον προπερασμένον αιώνα. Λέω «περίπου αυτόν» διότι ολόκληρος ο τίτλος του χειρογράφου είναι «Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι (Κεφαλληνία – Επαρχία Πάλης) τους 1842», οπότε έχουμε και μια χρονολογική ένδειξη (αν και το χειρόγραφο ολοκληρώθηκε αργότερα). Προσέξτε ότι λέει «τους 1842» και όχι «το 1842» διότι εννοεί «τους 1842 χρόνους» -ακουγόταν αυτό τότε.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το χειρόγραφο για το οποίο σας μιλάω εκδόθηκε πρόσφατα σε βιβλίο από τις εκδόσεις Άγρα, σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα και του Παντελή Μπουκάλα. Πρόκειται για μια ανώνυμη συλλογή δημοτικών τραγουδιών και παροιμιών, που φέρει τον παραπάνω μακροσκελή τίτλο. Ο άγνωστος συλλογέας δεν αρκέστηκε στη συλλογή του υλικού, αλλά προχώρησε και σε σύντομο σχολιασμό του, με σχόλια που έδειχναν άνθρωπο λόγιο, βαθιά καλλιεργημένο και με ποιητική ευαισθησία αλλά και γνώση της μετρικής.

Ο Παπακώστας, γνωρίζοντας την πολύχρονη ενασχόληση του Μπουκάλα με το δημοτικό τραγούδι, του έδειξε τη συλλογή θέλοντας να εξακριβώσει αν είναι πρωτότυπη. Τελικά, η εμπλοκή του φίλου Παντελή στο εγχείρημα ήταν τέτοια που την έκδοση την πραγματοποίησαν και οι δυο από κοινού.

Έμενε να βρεθεί ο ανώνυμος συλλογέας των δημοτικών τραγουδιών. Ύστερα από κοπιαστικές έρευνες που εκτίθενται αναλυτικά στον πρόλογο (το κομμάτι αυτό διαβάζεται σχεδόν σαν αστυνομικό μυθιστόρημα!), κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, πέρα από κάθε αμφιβολία, η συλλογή οφείλεται στον Ανδρέα Λασκαράτο (1811-1901), τον πολύ γνωστό Κεφαλλονίτη (και Ληξουριώτη) λόγιο, ποιητή και πεζογράφο. Αυτό βεβαίως αναβαθμίζει κατακόρυφα την αξία της συλλογής και δικαιολογεί και την έκδοσή της σε βιβλίο από έναν εκδοτικό οίκο που απευθύνεται στο ευρύ κοινό και όχι μόνο στους ειδικούς. Είναι γνωστό από πολλές πηγές ότι ο Λασκαράτος στα νιάτα του μάζευε δημοτικά τραγούδια, είχε μάλιστα κάνει και ταξίδια για τον σκοπόν αυτό. Η ταύτισή του με τον ανώνυμο συλλογέα είναι απολύτως σίγουρη.

Είχα το βιβλίο με τα «τραγουδάκια» που μάζεψε ο Λασκαράτος συντροφιά μου στο αεροπορικό ταξίδι της επιστροφής από την Ελλάδα πριν από μερικές μέρες. Ξεκίνησα διαβάζοντας το υλικό, δηλαδή τα δημοτικά τραγούδια, ενώ την εισαγωγή τη διάβασα μετά.

Τα «τραγουδάκια» είναι τα περισσότερα ερωτικά, αλλά υπάρχουν και αρκετά «σατιρικά» ή «αστεία». Τα περισσότερα είναι τετράστιχα, σαν τα δίστιχα του ημεροδείκτη (δυο δεκαπεντασύλλαβοι δηλαδή) αλλά υπάρχουν και δίστιχα. Να δώσουμε ένα δείγμα των τραγουδιών (που αρκετά θα σας είναι γνωστά από άλλες συλλογές, αυτούσια ή σε παραλλαγές) και του σχολιασμού.

  1. Μάτια που με σαϊτεύετε
    με την ταπεινοσύνη,
    περικαλώ σας κάνετε
    για μένα ‘λεημοσύνη

Σχόλιο: Εις τούτο το μικρό τραγουδάκι, καθώς και εις τα επίλοιπα, απαντώμεν πάντοτε πνευματικάς ωραιότητας. Και είναι να θαυμάσει κανείς, όταν στοχασθεί ότι τα τραγουδάκια τούτα είναι ποιήματα της υστέρας τάξεως των ανθρώπων της κοινωνίας μας. Εδώ δεν επαινούνται μάγουλα, βυζιά, στήθια και άλλαι παρόμοιαι υλικαί ωραιότητες, αλλά η ταπεινοσύνη και τα ερωτικά μάτια μιας παρθένου είν’ εκείνη που σαϊτεύει την καρδιά του ποιητού μας και τον κάμνει να ζητά μόνον ελεημοσύνην. Πόση λεπτότης, πόση ευγένεια εις τα αισθήματα!

Η έκφρασις της ωραίας τούτης ιδέας είναι εξίσου ευτυχής. Τιποτε δεν λείπει, τίποτε δεν περισσεύει. Μία τέλεια κυριολεξία παρασταίνει τα πράγματα (…)

Συνήθως ο σχολιασμός είναι πιο συνοπτικός, παράδειγμα:

20. Ω ουρανέ, μη βρέξεις πλια
και κάμε μου τη χάρι.
Κι εγώ με τα ματάκια μου
ποτίζω το χορτάρι.

Το τραγουδάκι τούτο δεν μας λέγει άλλο παρ’ότι ο ποιητής είναι θλιμμένος και ρίπτει εξακολουθητικά δάκρυα. Είναι όμως αξιοσημείωτο και τούτο διά την ωραίαν απλότητα που χαρακτηρίζει σχεδόν πάντα τα εθνικά τούτα τραγουδάκια εις την έκθεσίν τους.

ή και λακωνικός:

76. Σαράντα βρύσες με νερό
εξηνταδυό πηγάδια,
δε μου τη σβηούνε τη φωτιά
πο’χω στα φυλλοκάρδια.

Αξιοσημείωτο μόνο διά την υπερβολήν.

ενώ από ένα σημείο και μετά τα ερωτικά τραγουδάκια παρατίθενται χωρίς σχολιασμό. Ξεχωρίζω ένα που έχει ρίμα με ομώνυμα, και πρέπει να προστεθεί σε εκείνον τον κατάλογο που είχαμε κάνει πριν από μερικούς μήνες σε ένα άρθρο:

100. Κυρά μου τσ’ ομορφάδες σου
μην τις φυλάς του Χάρου,
μ’ εμένα παίξε-γέλασε
και τη ζωή σου χάρου [= να χαίρεσαι]

Ένα δείγμα από τα σατιρικά:

4. Ω γειτονιά περήφανη,
καινούργιο περιβόλι,
πο’χεις μια γλυκολεμονιά
και την ποτίζουν όλοι.

Σχόλιο: Ο σαρκασμός είναι δυνατός. Η ιδέα είναι χοντρή, αλλ’ είναι ενδυμένη με μεγάλην αγχίνοιαν, η οποία κάμνει την ωραιότητά της. Κρίνομεν εύλογον εις τας χοντροειδείς ιδέας να μην δίδομεν πολλάς αναπτύξεις.

Επίσης υπάρχει μια ενότητα με (δίστιχα) «Τσακίσματα» ή, όπως σημειώνει επίσης ο Λασκαράτος, Ritornelli.Refrains, για παράδειγμα

1. Κοίταξέ τη, ανάθεμά τη,
πώς το παιζει εκειό το μάτι.

2. Κοίταξέ τη ομπρός κι οπίσω,
πώς να μην την αγαπήσω!

Ακολουθεί ένα δεύτερο τετράδιο (σταχωμένο, όπως λέγεται στην ορολογία των χειρογράφων, βιβλιοδετημένο δηλαδή πάνω στο πρώτο) πάλι με τετράστιχα ερωτικά και σατιρικά αλλά και με παροιμίες.

27. Εσύ κοιμάσαι ξέγνοιαστα
κι εγώ κακονυχτάω.
Κακονυχτάω γιατί πονώ,
πονώ γιατί αγαπάω.

«Ωραία τούτη η πρόοδος των αισθημάτων», σημειώνει ο Λασκαράτος.

Δεν είναι όλα του τα σχόλια επαινετικά πάντως. Σε μερικά τετράστιχα επισημαίνει ατέλειες στη μετρική ή αδυναμίες στην ποιητική έκθεση. Αλλού:

30. Γειτόνισσες, δαιμόνισσες
π’ ό,τι δε ιδείτε λέτε,
μπορούσετε τον άνθρωπο
μες στη φωτιά τον καίτε.

Σχόλιο: Εδώ η Γραμματική αδικήθηκε· και αδικήθηκε με τρόπο που δεν ήθελε του δώσω τόπον εις την συλλογήν μου, αν δεν ήθελε το κάμω διά την ιδέα, που μου εφάνηκε περίεργη.

Λέει δηλαδή ο Λασκαράτος πως επειδή το τετράστιχο παραβιάζει τους κανόνες της γραμματικής δεν θα το έβαζε στη συλλογή του αν δεν ήταν πρωτότυπη η ιδέα. Και αλλού λέει ότι δεν θα έβαζε το ένα ή το άλλο τετράστιχο επειδή έχει ελαττώματα αλλά τα συμπεριέλαβε επειδή έχουν κάποιο χαρακτηριστικό που τα σώζει. Μας υποβάλλει δηλαδή την ιδέα ότι δεν παραθέτει όλο το υλικό που συνάντησε, ότι πιθανώς να απέρριψε κάποια τραγούδια που τα βρήκε μη ικανοποιητικά. Οι σύγχρονοι συλλογείς βέβαια δεν θα συμφωνούσαν με τη μεθοδολογία -αλλά από την άλλη, το μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι ο Λασκαράτος τουλάχιστον δεν «διορθώνει» τους στίχους που του φαίνονται ατελείς, όπως έκαναν άλλοι συλλογείς της εποχής του.

Σταχυολογώ μερικά ακόμα δείγματα:

36. Τι ναν της κάμω τση μικρής
που’ναι μικρή και κλαίει,
κι αν της χαϊδέψω τα βυζιά
τση μάνας της το λέει.

39. Εσύ στο παρεθύρι
κι εγώ στα βάσανα.
Ρίξε μου το μαχαίρι
να μάσω λάχανα.

Σχόλιο: Έως εις το ύστερο προσμένει ν’ ακούσει κανείς κάτι το λυπηρόν, και τότε βγαίνει όξου η αστειότητα, η οποία είναι ωραία.

Ένα αστείο:
90. Ένα καράβι επλάκωσε
μέσ’ από τη Λισμπόνα.
Κάπου άφησες το μάτι σου
και προβατείς με το’να.
[Σχόλιο δικό μου: Προβατείς θα πει περπατείς. Αλλά ότι θα υπήρχε η Λισαβόνα σε δημοτικό τραγούδι, δεν το περίμενα!]

94. Ποιος είδε πράσινο άλογο
και θάλασσα σπαρμένη,
ποιος είδε τούτον τον καιρό
αγάπη ‘μπιστεμένη.
[Σχόλιο δικό μου: Ένα ακόμα παράδειγμα χρήσης της εικόνας του πράσινου αλόγου για δήλωση του αδύνατου -να το βλέπουν όσοι ακόμα πιστεύουν την ανόητη θεωρία για την ανύπαρκτη φράση «πράσσειν άλογα» –δείτε και το άρθρο μας]

68. Άσπρη κατάσπρη δε φελά,
σαν πατημένο χιόνι.

Μελαχρινή και νόστιμη,
γλυκιά σαν το πεπόνι
.

[Σχόλιο δικό μου: Ένα μοτίβο στην Κεφαλονιά, πιθανώς και αλλού, είναι να παινεύουνε τις μελαχρινές σε σύγκριση με τις ξανθές και ανοιχτόχρωμες στο δέρμα. Ίσως υπάρχει υλικό για άρθρο].

Θα μπορούσα να παραθέσω πολλά ακόμη, αλλά ίσως σας κουράζω. Πάντως αξίζουν έπαινο οι επιμελητές του βιβλίου, διότι πέρα από τις πολύ ενδιαφέρουσες εκτενείς εισαγωγές έχουν κάνει καλή επιμέλεια. Για παράδειγμα, έχουν αναζητήσει παράλληλα τετράστιχα σε άλλες γνωστές συλλογές τραγουδιών (όχι βέβαια εξαντλητικά, κάτι τέτοιο θέλει πάρα πολλή δουλειά) ενώ σωστά εξηγούν και τις κάμποσες δύσκολες λέξεις του κειμένου. Επίσης η έκδοση είναι πολύ καλαίσθητη και για τον φιλοπερίεργο αναγνώστη παρατίθενται και καμποσες φωτογραφίες σελίδων του χειρογράφου.

Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ, ίσως και θα έπρεπε, αλλά το επαγγελματικό κουσούρι με σπρώχνει να κάνω 2-3 διορθώσεις στο βιβλίο. Θα ήταν άδικο να θεωρηθούν κάτι περισσότερο από παρωνυχίδες, έστω κι αν αναπόφευκτα χρειάζεται περισσότερη έκταση για να τεκμηριώσεις μιαν αδυναμία ή ένα λάθος παρά για να παινέψεις τα καλά του βιβλίου. Ωστόσο, ίσως οι επιμελητές βρουν χρήσιμες τις παρατηρήσεις, αφού βελτιώνουν το κείμενο σε τρία σημεία.

* Καταρχάς, στη σελ. 161, ο Λασκαράτος παρουσιάζει το σατιρικό τραγουδάκι:

Έχασα τη γυναίκα μου
μ’ ένα βουρλιά στο χέρι.
Όποιος την εύρει ας τη χαρεί,
και το βουρλιά να φέρει.

Σχολιάζει αναλυτικά την αστεία εικόνα που προκύπτει από το ότι ο σύζυγος προτιμάει να του φέρουν πίσω ένα σκοινί από βούρλα (τον βουρλιά) και να κρατήσουν τη γυναίκα του, και καταλήγει: Η ιδέα είναι περιεργότατη και νέα· η έκφρασίς της είναι από τες πλέον επιτυχημένες. … Η στροφή τούτη δεν ήθελε κάμει άδικο μήτε του Béranger, μήτε του P***

Οι επιμελητές εξηγούν ότι πρόκειται για τον δημοφιλή Γάλλο ποιητή και στιχουργό Pierre-Jean de Béranger και σημειώνουν ότι το όνομα Ρ*** είναι δυσανάγνωστο. Λέει δηλαδή ο Λασκαράτος πως ούτε ο διάσημος Μπερανζέ, ούτε ο Ρ*** θα ντρέπονταν να υπογράψουν τέτοιο τετράστιχο.

Κατά σύμπτωση, στο βιβλίο παρατίθεται φωτογραφία της συγκεκριμένης σελίδας του χειρογράφου, και βλέποντάς το συμπεραίνω με βεβαιότητα ότι ο Λασκαράτος γράφει «του Piron». Πράγματι, πρόκειται για τον Alexis Piron (1689-1773), που ήταν πανέξυπνος ποιητής και τραγουδοποιός, και που είχε γράψει και το περίφημο επιτύμβιο επίγραμμα για τον εαυτό του:

Ci-gît Piron
qui ne fut rien,
Pas même académicien.

Το έχω δει να κυκλοφορεί και σε πεζό («Δεν έγινα τίποτα στη ζωή μου, ούτε καν ακαδημαϊκός») αλλά δεν ξέρω αν αποδίδεται και σε άλλον.

Οπότε, αν γίνει δεύτερη έκδοση πρέπει να μπει το όνομα του Piron στο κείμενο. Επίσης, νομίζω ότι η υποσημείωση για τον Béranger θα μπορούσε να συμπληρωθεί και να αναφερθεί ότι πρόκειται για τον δημοφιλέστατο στιχουργό που συνέθεσε μια σειρά φιλελληνικά ποιήματα την εποχή της επανάστασης του 1821 και που για το λόγο αυτό το όνομά του έχει δοθεί στην οδό Βερανζέρου στο κέντρο της Αθήνας.

* Δεύτερον, στην ενότητα με τις παροιμίες, στη σελ. 173, υπάρχει και η παροιμία:

Επόταξ’ ο φτωχός βρακί
κι όπου πάει το φορεί.

Οι επιμελητές σωστά εξηγούν ότι το επόταξε σημαίνει «απέκτησε» (είναι το ρήμα ‘αποτάζω’, στο οποίο έχουμε αναφερθεί σε παλαιότερο άρθρο), ενώ υπάρχει υποσημείωση στο «φορεί», στην οποία αναφέρουν: Στο χφ. θορεί, πιθανότατα εκ παραδρομής.

Με όλο το θάρρος, διαφωνώ με τη διόρθωση και πιστεύω ότι σωστά ο Λασκαράτος γράφει «θορεί», δηλαδή «θωρεί». Η ανορθογραφία δεν είναι εμπόδιο, διότι όπως εξηγούν οι επιμελητές στο χειρόγραφο έχει πολλά ορθογραφικά λάθη, διοτι ο Λασκαράτος, παρά τη βαθιά καλλιέργειά του, ήταν ανορθόγραφος (γράφει, ας πούμε, νηιότη αντί για νιότη, χίλος αντί για χείλος, Συρίνες αντί για Σειρήνες) Οπότε, η γραφή «θορεί» αντί «θωρεί» δεν είναι απίθανη.

Το θέμα είναι ότι η παροιμία είναι γνωστή και από άλλες πηγές, σε δεκάδες παραλλαγές, που δείχνουν ότι πιθανότατα δεν υπήρξε παραδρομή και όταν ο Λασκαράτος έγραφε «θορεί» εννοούσε «θωρεί» και όχι «φορεί». Είναι και πιο λογικό, ο φτωχός που εδέησε να αποκτήσει καινούργια περισκελίδα (αυτό είναι το βρακί), βγήκε στη γειτονιά και σε κάθε βήμα του την κοιτούσε και τη θαύμαζε.

Στον τρίτο τόμο των Παροιμιών του Νικ. Πολίτη, στο λήμμα «βρακί» (σελ. 232 κ.ε.) βρίσκουμε, ανάμεσα σε άλλες, και τις εξής παραλλαγές της παροιμίας:

  • Αβράκωτος βρακί ‘βαλε σε κάθε πόρτα το ‘δειχνε
  • Άμαθος βρακίν εφόρει, κάθε πάτημα το θώρει [και ζακυνθινή]
  • Ανάξιος έβαλε βρακί, έσκυφτε κι εθώρει το, κι εγελοκακάνιζε
  • Ανάξιος ήβαλε βρακί, σε κάθε πόρτα το ‘δειχνε.
  • Απόχτησε ο άβρακος βρακί, κάθε ώρα και το λει [= το λύνει]
  • Αφύσικος βρακί φορεί, κι όθε πάει το θωρεί [κεφαλονίτικη]
  • Έβαλε ο φτωχός βρακί, κάθε ώρα και το λει
  • Ξεβράκωτος βρακί έβαλε, πόρτα πόρτα το’δειχνε.

Το μοτίβο είναι θαρρώ εμφανές. Νομίζω ότι το «θορεί» του χειρογράφου πρέπει να το εννοήσουμε «θωρεί» και όχι «φορεί».

3. Πάλι στις παροιμίες, σελίδα 176, υπάρχει και η εξής:

Πάρ’ την πομπή, χτύπα τση γούνας.

Οι επιμελητές σωστά εξηγούν ότι πομπή είναι η διαπόμπευση, η ντροπή. Ωστόσο, είμαι βέβαιος και χωρίς να έχω δει το χειρόγραφο ότι κακώς διάβασαν «γούνα» και ότι το σωστό είναι «γάνα».

Γάνα είναι η σκουριά των χάλκινων σκευών, και γι’ αυτό τα πηγαίνουμε στον γανωματή, είναι όμως και η μουτζούρα και, συνεκδοχικά, η διαπόμπευση, διότι αυτούς που διαπόμπευαν τους αποσβόλωναν, τους πασάλειβαν τα μούτρα με κάπνα. Κατ’ επέκταση, όπως λέει και το λεξικό του Δημητράκου, γάνα είναι ο άξιος διαπομπεύσεως, ο ρεζίλης θα λέγαμε σήμερα.

Και αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι πως η έκφραση «πομπή και γάνα» είναι στερεότυπη έκφραση για κάτι το άξιο καταφρονήσεως. Ο Δημητράκος δίνει την παροιμία «ψηλός άντρας σαν άγγελος, κοντός πομπή και γάνα».

Πιο σημαντικό, η έκφραση «πομπή και γάνα» επιχωριάζει στην Κεφαλονιά. Πράγματι, στα «Κεφαλονίτικα γνωμικά» του Λουκάτου βρίσκω «Ο κοντός με την κοντή είναι γάνα και πομπή» (αρ. 297), και «ψηλός άντρας απόστολος, κοντός πομπή και γάνα» (αρ. 367).

Αξίζει άρθρο για τη γάνα, αλλά το βέβαιο είναι πως η σωστή μορφή της παροιμίας που κατέγραψε ο Λασκαράτος είναι «Πάρ’ την πομπή και χτύπα τη γάνα», που είναι μια παραλλαγή της πανελλήνιας «πάρε τον ένα και χτύπα τον άλλον», όταν αναφερόμαστε σε δύο πρόσωπα που είναι εξίσου αχρεία και τα δύο. Άλλωστε, με τη γούνα στη θέση της γάνας δεν βγαίνει καν νόημα.

Ελπίζω κάποιος από τους συντελεστές του βιβλίου να δει το άρθρο ώστε να εξετάσει και το βάσιμο των επισημάνσεων που κάνω. Και μακάρι το βιβλίο να κάνει δεύτερη έκδοση, ώστε να γίνουν αυτές οι τρεις απαραίτητες διορθώσεις. Το αξίζει άλλωστε, είναι πολύ ενδιαφέρον, αφού όχι μόνο το λαογραφικό υλικό έχει ενδιαφέρον αλλά και ο σχολιασμός του Λασκαράτου, που μας λέει πολλά για τον ίδιον, ενώ η εισαγωγή θα γοητεύσει όσους έχουν έφεση στα φιλολογικά.

 

 

 

105 Σχόλια to “Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι”

  1. Alexis said

    Εξαιρετικό, μας έφτιαξες τη μέρα!
    Πάω για μια βουτιά στη θάλασσα και θα επανέλθω δημήτριος! :mrgreen:

  2. LandS said

    Πολύ όμορφο και διασκεδαστικό.
    1. Θα κάνεις δύο μήνες στη θάλασσα; 🙂

  3. Γς said

    Καλημέρα

    Αν τα «Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι»
    ήταν από τραγουδιστάδες της Καστοριάς, τότε θα ήταν γούνα και όχι γάνα

  4. Βαγγέλης από τη Χίο said

    Καλημέρα. Ορισμένα όπως τα 68 και 90 (με τη Λισαβόνα )ίσως να είναι στιχάκια του κλήδονα
    Το 68 μάλιστα λεγόταν ίδιο στον Κλήδονα στη Χίο, όπως πχ και τα:

    Είσαι μακριά κι ανάλατη
    και βάρκα πισωμένη
    και καρακάξα του γιαλού
    ποιος διάολος σε θέλει [σε άλλού αναφέρεται : σέρνει]

    ή

    Μια άσπρη εκαυχίστηκε
    πάνω στην ασπριά της
    και πέρασε μελαχροινή
    και κάηκε η καρδιά της.

    Κυριάκου Πρωάκη Λαογραφικοί θησαυροί Θυμιανών 1985

  5. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλημέρα!
    Εξαιρετικές από κάθε άποψη οι εκδόσεις «Άγρα»! Σίγουρα θα λάβει υπόψη του τις εύλογες επισημάνσεις σου ο Παντελής σε μια βελτιωμένη δεύτερη έκδοση.

  6. Γς said

    3:

    Υπερ της γούνας θα ήταν κι ο πρώην βουλευτής Καστοριάς Βαγγέλης Διαμαντόπουλος, που λέει εδώ ο Νικοκύρης

  7. Γς said

    >και πέρασε μελαχροινή
    και κάηκε η καρδιά της.

    Μερικές όμως είναι πολύ μαύρες για να τις πεις μελαχρινές.

    -Τι κάνει η θεία η γκρί;

    Ετσι την είχε πει όταν την είδε ξαφνικά στα 2-3 του χρόνια.

    Και το θυμάται ακόμα…

  8. Γς said

    5:

    Χρήσιμες επισημάνσεις

    [και τζάμπα]

  9. Γς said

    >Ένα καράβι επλάκωσε

  10. Γιάννης Κουβάτσος said

    Βλέπω ότι ο πολυώνυμος σχολιαστής μαυρίζει σωρηδόν στην ψηφοφορία. Γιατί όμως; Αφού επέστρεψε θριαμβευτικά, έστω και με καινούριο ψευδώνυμο. 😊

  11. Γς said

    Μελαχρινές, αλλά και

    Ντάιλα με μπλιοντίνα ντάιλα με μπλιοντά.

    [Dammela a me biondina dammela a me Bionda»]

  12. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    10 Ο κομπλεξικός που ρίχνει αράδα κακούς βαθμούς δεν ειναι ο πολυώνυμος.

  13. Γς said

    Θα ρίξω ένα ακόμη και θα φύγω…

  14. takis#13 said

    Nίκο νομίζω έχεις δίκηο για το «θωρεί» . Έλεγε η γιαγιά μου «είχε κ’ η ποφτή ποφτό , είχε και το θώρει ‘το» και εννοούσε πως η ποφτή (μία τυχαία-ανάξια) καμάρωνε για κάτι ανάξιο λόγου , πως ήταν μία ξιπασμένη , το ποφτό μάλλον δεν ήταν το βρακί 🙂

    Όσο για την γυναίκα με το λευκό δέρμα σαν το χιόνι , έμαθα πρόσφατα ένα παρατσούκλι που είχε μια γιαγιά στο χωριό : η χιουνέλλα . Και όταν ρώτησα γι’αυτό μου είπαν πως την έλεγαν έτσι για το λευκό δέρμα της (σε ένα χωριό που όλοι ήταν μαυροτσούκαλα).

  15. sarant said

    14 Αυτό πυο έλεγε η γιαγιά σου το έχω ακούσει κι εγώ (σε παραλλαγή) και νομίζω πως υπάρχει καταγραμμένο σε συλλογές.

  16. κουτρούφι said

    Για το 30.
    «Γειτόνισσες, δαιμόνισσες
    π’ ό,τι δε ιδείτε λέτε,
    μπορούσετε τον άνθρωπο
    μες στη φωτιά τον καίτε.»

    για το δεύτερο και τρίτο στίχο ξέρω:
    «χωρίς να δείτε λέτε
    τον άνθρωπο το μερακλή»

    Για το 90, στο ίδιο μοτίβο αλλά χυδαιότερο:
    Ένα καράβι έρχεται από την Ιγγλετέρα
    τον π@@@σο έχει άλμπουρο και το μ@@@νί παντιέρα

    Ο Λασκαράτος το 1842 επέλεξε φαίνεται να τα γράφει σε τετράστιχη μορφή όταν ο Φωριέλ, 20 χρόνια νωρίτερα, τα έγραφε στη μορφή δίστιχου δεκαπεντασύλλαβου.

  17. Πέπε said

    Καλημέρα. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η παρουσίαση (δηλαδή: εξαιρετικά ενδιαφέρον φαίνεται το παρουσιαζόμενο βιβλίο).

    «Τσακίσματα» σημαίνει δίστιχα πιο σύντομα από 15σύλλαβα (δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα είναι τα περισσότερα που έχει μαζέψει ο Λασκαράτος κι όχι τετράστιχα των 8 και 7 συλλαβών εναλλάξ), που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα 15σύλλαβα δίκην ρεφρέν. Δεν είναι ρεφρέν γιατί δεν είναι τα ίδια κάθε φορά σ’ ένα τραγούδι. Σε ορισμένες παραδόσεις συνηθίζεται να μπαίνουν και ανάμεσα στους δύο στίχους του κυρίως διστίχου, του 15σύλλαβου, κι εκεί γίνεται τελείως εμφανής η σημασία της ονομασίας: τσακίζουν το δίστιχο, το κόβουν στη μέση.

    (Τσακίσματα είναι επίσης και οι μικρότερες φράσεις ή λέξεις ή συλλαβές που κατά το τραγούδι παρεμβάλλονται μέσα στον κυρίως στίχο, π.χ. τα διάφορα «αμάν-αμάν» [ειδικά αυτό δε θα υπάρχει φαντάζομαι στα 7νησα αλλά είναι ευκολονόητο παράδειγμα]. Πια πιστή καταγραφή με το αφτί, λέξη λέξη, από δημοτικούς στίχους τραγουδισμένους σχεδόν ποτέ δε δίνει ούτε 15σύλλαβο ιαμβικό ούτε κανένα άλλο στάνταρ μέτρο. Για να ακουστεί το μέτρο πρέπει να αφαιρεθούν νοερά τα τσακίσματα.)

    > > 20. Ω ουρανέ, μη βρέξεις πλια και κάμε μου τη χάρι.
    Κι εγώ με τα ματάκια μου ποτίζω το χορτάρι.

    Αυτό το έχει καταγράψει με μια ελάχιστη και άνευ σημασίας παραλλαγή (κάμε μου αυτή τη χάρη) ο Μπο-Μποβί στην Κάρπαθο γύρω στο 1930. Το έχει και σε ηχογράφηση, σε εμπορικά διαθέσιμο δίσκο.

    > > 30. Γειτόνισσες, δαιμόνισσες π’ ό,τι δε ιδείτε λέτε,
    μπορούσετε τον άνθρωπο μες στη φωτιά τον καίτε. – Σχόλιο: Εδώ η Γραμματική αδικήθηκε.

    Και γιατί δεν είπε «μες στη φωτιά να καίτε», που θα τηρούσε και τη γραμματική και το μέτρο;

    Γιατί μάλλον η πλήρης σύνταξη είναι: «Αν μπορούσετε (=-ατε), θα τον καίγατε», και όχι «μπορούσατε να τον καίτε». Έτσι δε βγάζει περισσότερο νόημα;

    Περίεργο πάντως ο λαϊκός στιχουργός να επιλέγει αυθαίρετα μια τόσο ελλειπτική έκφραση, παραλείποντας εκείνες ακριβώς τις λέξεις που δίνουν το νόημα. Πώς περίμενε να τον καταλάβουν, και πώς τελικά τον κατάλαβαν (γιατί τον κατάλαβαν, αλλιώς δε θα είχε επιτυχία το δίστιχο, δε θα το τραγουδούσαν, και δε θα το άκουγε κι ο συλλογέας να το καταγράψει). Μήπως μια τέτοια σύνταξη υπάρχει ήδη, ως κάτι καθιερωμένο και κατανοητό, στον λαϊκό ποιητικό λόγο; Όχι πως το έχω ξανακούσει, αλλά σε παροιμίες λ.χ. δε θα μου φαινόταν απίθανο να συνηθίζεται.

    > > Ένα μοτίβο στην Κεφαλονιά, πιθανώς και αλλού, είναι να παινεύουνε τις μελαχρινές σε σύγκριση με τις ξανθές και ανοιχτόχρωμες στο δέρμα.

    Στην Κρήτη το αντίθετο:

    «Το νάζι της μελαχροινής η άσπρη δεν το πιάνει»

    αλλά μετ’ επιφυλάξεων:

    «…εκτός αν βάλει κόκκινο ή βυσσινί φουστάνι».

    (Λίγο φτωχιά μαντινάδα κατά τη γνώμη μου, αλλά πάντως από τις πολύ γνωστές.)

    tbc

  18. Spiridione said

    Ωραίο.
    Τον Πιρόν τον υποδεικνύει και ο Θεοδόσης Πυλαρινός σε μια βιβλιοκριτική του
    http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2016/07/blog-post_89.html
    Ο οποίος όμως νομίζω ότι μας προσφέρει μεζεδάκι.
    «… πρόκειται για τον Alexis Piron (1689-1773), εξαιρετικό σατιρικό, γνωστό από την κωμωδία La métromanie (H μητρομανία)»
    Μετρομανία όμως είναι ο τίτλος, δηλ. η μανία για τη στιχουργική. Σήμερα βέβαια με τα μνημόνια έχει πάρει άλλη σημασία

  19. Γς said

    14:

    >η χιουνέλλα […] την έλεγαν έτσι για το λευκό δέρμα της (σε ένα χωριό που όλοι ήταν μαυροτσούκαλα).

    Οχι όμως κι έτσι:

  20. Πέπε said

    Διέκοψα το #17 χωρίς να εξαντλήσω τα σχόλια που είχα, απλώς για να μη γίνει ακόμη μακρύτερο, και θα συνέχιζα. Στην πορεία όμως θυμήθηκα την εξής συμπλήρωση:

    Στο σχόλιο του #17 για το τραγούδι 30 και την ελλειπτική σύνταξη:

    Σε παροιμίες, οι υποθετικές προτάσεις συχνά εισάγονται χωρίς το αν ή άλλο σύνδεσμο, σαν κύριες, είτε ερωτηματικές είτε σκέτες, π.χ. «γείτονα έχεις [προαιρετικό ερωτηματικό], θεόν έχεις». Να το λοιπόν. Υπάρχουν πολλά ακόμη παραδείγματα, θα μου ‘ρθουν στο νου ίσως αργότερα, στο μοτίβο «έχεις ΧΧ, έχεις ΨΨ» (= αν έχεις ΧΧ, έχεις ΨΨ»).

  21. Πέπε said

    > > Έχασα τη γυναίκα μου μ’ ένα βουρλιά στο χέρι.
    Όποιος την εύρει ας τη χαρεί, και το βουρλιά να φέρει.

    Πανελλήνιο. Υπάρχει και ως παιδικό τραγουδάκι, που δε λέει «τη γυναίκα μου» αλλά «τη γαϊδουρίτσα μου» (κι ας είναι υπέρμετρο, μες στη μαλωδία ακούγεται κανονικό). Το ήξερα από μικρός, μ’ ένα σκοινί δεμένη και όχι βουρλά που είναι πιο δύσκολη λέξη.

    Στη Νάξο, τουλάχιστον στην Κωμιακή, υπάρχει πιο εκτεταμένη εκδοχή, όπου το δίστιχο σπάει και κάθε στίχος συμπληρώνεται και γίνεται καινούργιο δίστιχο:

    Από τον Άη Λάζαρο ως τη Φανερωμένη
    ήχασα τη γυναίκα μου με μια βουρλιά δεμένη.

    Όποιος τη βρει να τη χαρεί, μόν’ τη βουρλιά να φέρει
    γιατ’ είναι τση ‘ειτόνισσας και θα μου τη γυρεύει.

    Τραγουδιέται και χορεύεται στον σκοπό της Βλάχας, που ιστορικά είναι αποκριάτικος.

    Δε θα απέκλεια αυτό με τη γαϊδούρα να είναι το ορίτζιναλ, και με τη γυναίκα σατιρική παράφραση.

  22. Γιάννης Κουβάτσος said

    Σόρι, πολυώνυμε. 😇
    Διαβάζοντας και αυτή τη συλλογή δημοτικών τετράστιχων, καταλαβαίνω γιατί ακόμα και οι πιο δύσκολοι κριτικοί σαν τον Αποστολάκη ή τον καθηγητή μου, τον μακαρίτη τον Λιαντίνη, υποκλίνονται στη δημοτική ποίηση. Εκπληκτικός συνδυασμός πυκνότητας, χάρης, αμεσότητας και ακριβολογίας. Μνημεία λόγου.

  23. Corto said

    Καλημέρα! Καταπληκτικό άρθρο!

    «Σαράντα βρύσες με νερό
    εξηνταδυό πηγάδια,
    δε μου τη σβηούνε τη φωτιά
    πο’χω στα φυλλοκάρδια.»

    Αυτό το είχε κάνει χασάπικο ο Τούντας το 1938, με τον Στράτο και τον Στελλάκη:

  24. Πέπε said

    > > 39. Εσύ στο παρεθύρι κι εγώ στα βάσανα.
    Ρίξε μου το μαχαίρι να μάσω λάχανα.

    Σχόλιο: Έως εις το ύστερο προσμένει ν’ ακούσει κανείς κάτι το λυπηρόν, και τότε βγαίνει όξου η αστειότητα, η οποία είναι ωραία.

    Εσύ στο παραθύρι κι εγώ στον καφενέ,
    ρίξε ένα μεταλλίκι να πιω έναν καφέ.

    Τραγουδιέται σε σκοπούς μικρασιάτικους, καλύμνικους κ.ά. του Ανατολικού (τουλάχιστον) Αιγαίου. Δεν ξέρω αν πρέπει να θεωρηθεί πιο σοβαρό από το άλλο με τα λάχανα, ή σατιρικό κι αυτό, πάντως σαν σοβαρό το έχω ακούσει – δηλαδή συνδυασμένο με άλλα σοβαρά δίστιχα σε τραγούδια που συνολικά δεν προδίδουν σατιρική διάθεση. (Αλλά, τώρα, είναι σοβαρό πράγμα να εκφράζεις τον έρωτά σου επαιτώντας ένα κέρμα για καφέ, σαν το πρεζάκι; …)

    Στο συγκεκριμένο μέτρο, που δεν είναι ούτε ούτε 15σύλλαβο ούτε ιαμβικό, το μοτίβο του παραθυριού είναι συνηθισμένο:

    Έβγα στο παραθύρι να δεις τι γίνεται,
    το αίμα της καρδιάς μου για σένα χύνεται.

    Έβγα στο παραθύρι να δεις τον ουρανό,
    πώς παίζει το φεγγάρι με τον αυγερινό.

    Έβγα στο παραθύρι κρυφά της μάνας σου
    και κάνε πως ποτίζεις τη μαντζουράνα σου.

    …κλπ.

    Ανάλογα με τις διάφορες μελωδίες, αυτά τα δίστιχα μπορούν να είναι είτε τα κύρια ενός τραγουδιού, είτε τσακίσματα ανάμεσα σε 15σύλλαβα που, τότε, αυτά (τα 15σ.) είναι τα κύρια.

  25. (5) «Εξαιρετικές από κάθε άποψη οι εκδόσεις «Άγρα»! »
    Αυτό ξαναπέστο. Αξιοθαύμαστος ο ενθουσιασμός, η κρίση και ο επαγγελματισμός του Πετσόπουλου. Εχω και προσωπικούς λόγους να του ‘εχω ευγνωμοσύνη 🙂

  26. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα (εξαιρετικά!) σχόλια.

    16 Και δεν «αδικεί» και τη Γραμματική η σιφονιάτικη παραλλαγή.

    17τελος: ίδιο δεν είναι; Πάλι τη μελαχρινή παινεύει (το νάζι το εκλαμβάνω θετικά)

    21 Πολύ ενδιαφέρουσα η ναξιώτικη ‘ανάπτυξη’

    23 Πάμπολλες τελικά οι χρήσεις δημοτικών μοτίβων σε ρεμπέτικους στίχους

  27. Παναγιώτης Κ. said

    @sarant.Χωρίς καμιά αμφιβολία το σωστό είναι το γάνα.
    Λέμε στην Ήπειρο: Ντροπηηή, ντροπή και γάνα.

  28. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα!

  29. Alexis said

    #2: Χαχα, καλό! 🙂
    Εξαιρετική η θάλασσα αλλά εξαιρετική και η εκπομπή «Το Αλάτι της Γής» που παίζει αυτή τη στιγμή στην ΕΡΤ, με δύο μεγάλους δεξιοτέχνες της δημοτικής μας μουσικής, τον Γρηγόρη Καψάλη (κλαρίνο) και τον Χρήστο Ζώτο (λαούτο).
    Μιας και το θέμα του άρθρου είναι τα δημοτικά τραγούδια είπα να το συνδέσω λίγο…

    Η γάνα έχω την αίσθηση ότι σήμερα πλέον λέγεται μόνο με τη σημασία της μουτζούρας, της καπνιάς, και όχι της σκουριάς.
    Σε όλη τη Δυτική Στερεά, Ήπειρο και Λευκάδα, στην περιοχή δηλαδή όπου έχω γλωσσικά βιώματα, μ’ αυτή τη σημασία την έχω ακούσει.
    Και μάλιστα δεν είναι οποιαδήποτε μουτζούρα, αλλά η μουτζούρα της καπνιάς, του κάρβουνου, του μισοκαμένου ξύλου…
    Για κάποιον π.χ. που έχει λερώσει τα χέρια του με μελάνι δεν θα πουν «γανώθηκε» ή » γάνωσε τα χέρια του».

    Το «αποτάζω» το λέει βεβαίως και ο Βαμβακάρης στο «Όσοι έχουνε πολλά λεφτά»:
    Εγώ ψιλή στην τσέπη μου ποτές δεν αποτάζω
    κι όλα τα ντέρτια μου περνούν μόνο σα μαστουριάζω

  30. Γς said

    29:

    >αλλά εξαιρετική και η εκπομπή «Το Αλάτι της Γής» που παίζει αυτή τη στιγμή στην ΕΡΤ,

    Ναι, την παρακολουθώ απ την αρχή.

    Κι η Βασιλαρχόντισσα τώρα. Η κόρη του Νίκου Αβέρωφ

  31. Γς said

    27:

    Η βυζαντινή ασβόλη, μούτζα, γάνα.

    Η μούτζα που νόμιζα ότι ήταν ενδημική.

    Πότε θα μιλήσουμε για τις παραλλαγές της και τη Μουτζογεωγραφία της;

  32. Γιάννης Κουβάτσος said

    Από τη γάνα δεν βγαίνει και το γανιάζω; Θυμάμαι τη γιαγιά μου να μου λέει αγανακτισμένη «Γάνιαξα να σε φωνάζω, κτόγιαννε! Δε χόρτασες πια παιχνίδι;». Άλλη μια λέξη που χάνεται μαζί με τις γιαγιάδες…

  33. geobartz said

    Sarant said: ’’Οι επιμελητές σωστά εξηγούν ότι πομπή είναι η διαπόμπευση, η ντροπή. Ωστόσο, είμαι βέβαιος και χωρίς να έχω δει το χειρόγραφο ότι κακώς διάβασαν «γούνα» και ότι το σωστό είναι «γάνα»…….’’

    Παρ’ ημίν χρησιμοποιούνταν (και χρησιμοποιούνται ακόμα) ΚΑΙ τα ρήματα που αντιστοιχούν στις λέξεις πομπή και γάνα (που μάλιστα λέγεται γάνιασμα):
    «Όλη τη μέρα αυτή η σκρόφα πομπέυει τον ψυχογιό της», δηλαδή του σούρνει διάφορα.
    «Μη με γανιάζεις όλη την ώρα με τις γκρίνιες και τα παρακάλια σου», δηλαδή μη με κάνεις και αγανακτώ (μάλιστα παλαιότερα, το ρήμα γανιάζω αντικαθιστούσε πλήρως το αγαναχτώ, που ήταν σχεδόν άγνωστο). [Βλέπω ότι μόλις με πρόλαβε ο Γιάννης Κουβάτσος (σχόλιο 32) για το γανιάζω].

  34. Γς said

    Κι αυτό το «κτο στο «κτόγιαννε»;

  35. Γς said

    ¨34->32

  36. Alexis said

    #34: «κτόγιαννε»=»κουτόγιαννε» γιατί ως γνωστόν «σαράντα πέντε Γιάννηδες…» 😀

  37. Πέπε said

    @26 > 17 τέλος:

    Ναι, φυσικά. Το μπέρδεψα. (Κι όμως, το σκεφτόμουνα πολλή ώρα: γιά να δούμε, τελικά ποια είναι η πιο όμορφη εδώ και ποια εκεί; δύσκολο, ε; και στα δύο η μελαχροινή είναι! Απλώς ο Κρητικός αφήνει και κάποιες πιθανότητες στην άσπρη.)

    Το νάζι ασφαλώς και είναι θετικό: το σκέρτσο, η γοητεία.

    Πάντως έχει κι άλλο τραγούδι όπου ούτε η άσπρη φελά ούτε η μελαχροινή:

    Σα θέλεις για να παντρευτείς, γυναίκα για να πάρεις,
    έλα ρώτα με κι εμένα
    να σου πω ποια ‘ναι για σένα:
    Άσπρη γυναίκα μήν παρεις, σακκί αλευρωμένο:
    το σακκί τ’ αλευρωμένο
    είναι πάντα λερωμένο.
    Μαύρη γυναίκα μήν παρεις, σουπιά τηγανισμένη:
    η σουπιά η τηγανισμένη
    είναι πάντα μαυρισμένη.
    Ψηλή γυναίκα μήν παρεις, δεντρί ξεριζωμένο:
    το δεντρί ξεριζωμένο
    είναι πάντα μαραμένο.
    Χοντρή γυναίκα μήν παρεις, βουτσί του ταβερνιάρη:
    το βουτσί του ταβερνιάρη
    ο καθείς το κουμαντάρει.
    Να βρεις γυναίκα έμορφη και καλονεθρεμμένη,
    αν τύχει και ξεροφαγιά, να ‘ναι συνηθισμένη.
    Τετάρτη και Παρασκευή να παίρνει το σκοινί της
    να πά’ σου φέρνει τα κλαδιά πάνω στην κεφαλή της.
    Να ζυμώνει, να φουρνίζει
    και να μη σου μουρμουρίζει.
    Μια φορά την εβδομάδα
    να σου κάνει και μπουγάδα.

    (Ροδίτικο, καλύμνικο, χιώτικο και αλλαχόθεν του Αν. Αιγαίου.)

  38. Γιάννης Κουβάτσος said

    Σωστά, κουτόγιαννε. Για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο η γιαγιά μου επέμενε να με φωνάζει έτσι, όταν την έσκαγα. 😊

  39. Γς said

    33:

    >αυτή η σκρόφα πομπέυει τον ψυχογιό της

    πομπεύει; Κι είχα πάρει λάθος το ΟθελοΣεξπιρικόν

  40. Alexis said

    #26: Πάμπολλες τελικά οι χρήσεις δημοτικών μοτίβων σε ρεμπέτικους στίχους

    Από τη «Φεγγαροπρόσωπη» (παραδοσιακό Ζαγορίου):
    Μαύρα μάτια μαύρα φρύδια, ζωντανό με τρων τα φίδια

    Κι ο Μάρκος:
    Μαύρα μάτια μαύρα φρύδια μαύρα κατσαρά μαλλιά…

  41. Πέπε said

    32, 33 κ.ά.:

    Όπως τα ξέρω εγώ, που δεν είναι και πολύ διαφορετικά δηλαδή, το γανιάζω είναι αμετάβατο (γάνιασα να σου λέω τα ίδια εκατό φορές και να μη μ’ ακούς), και το γανώνω μεταβατικό (μου γάνωσε το κεφάλι).

    Φανάζομαι ότι στην αρχική τους κυριολεξία το μπακιρένιο σκεύος γανιάζει, δηλαδή σκουριάζει, πιάνει πατίνα, και ο γανωματής/γανωτζής το γανώνει, δηλαδή του την αφαιρεί (το *ξεγανώνει, όπως βοτανίζω σημαίνει *ξεβοτανίζω και ψειρίζω σημαίνει *ξεψειρίζω).

    Η μούντζα συνδέεται με τη μουντζαλιά, τη μουντζούρα (από φούμο): στάχτωσ’ τα και μούντζω τα, δηλαδή άσ’ τα να πάνε, χέσε μέσα. Μουζώνω, εδώ στην Κρήτη, βάφω τη μούρη μου (ή του αλλουνού) με φούμο, η πανελλήνια αποκριάτικη συνήθεια (είτε να μεταμφιέζονται με μουντζουρωμένες μούρες ανάμεσα στα άλλα στοιχεία της μεταμφίεσης, είτε να μουντζουρώνουν ο ένας τον άλλο για εθιμικό παιχνίδι).

  42. Πέπε said

    @40:
    Ο Βαμβακάρης, ένας άνθρωπος που τα θεμέλια της παιδείας του ήταν προνεωτερικά, έχει αφήσει έργο που κατά 50% (λέω τώρα χοντρικά) είναι δημοτικό και όχι προσωπικό. Έχοντας ως απόλυτα δεδομένο ότι τα δίστιχα πηδούνε ελεύθερα από σκοπό σε σκοπό και αντιστρόφως, ότι κάθε δίστιχο μπορεί να ταιριάξει με κάθε άλλο σ’ ένα κομποσχοίνι, κι ότι ο καθένας που βγάζει καινούργια δίστιχα ή καινούργιες μελωδίες τα ρίχνει, μαζί με τα παλιά, σ’ αυτό το κοινό ταμείο απ’ όπου αντλεί η κάθε εκτέλεση, δεν ξεχώριζε τα δικά του από τα παλιά, δηλαδή δε συνελάμβανε αυτό που σήμερα λέμε πνευματικά δικαιώματα.

    Ο Τούντας ήταν πιο σύγχρονος άνθρωπος. Εκείνος δεν αποκλείω να έκανε και συνειδητές λογοκλοπές.

  43. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  44. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Πολὺ ἐνδιαφέρον καὶ τὸ σημερινὸ ἄρθρο.
    Ὅπως προαναφέρθηκε (#23 Corto, #26δ Νικοκύρης) εἶναι συχνὴ ἡ χρήση στίχων ἀπὸ παραδοσιακὰ τραγούδια στὸ ρεμπέτικο. Μοῦ ‘ρχεται πρόχειρα τὸ «Ψηλὰ τὴ χτίζεις τὴ φωλιὰ» τοῦ Μάρκου ποὺ τραγουδιέται (σὲ πιὸ ἀργὸ τέμπο, καὶ κάπως διαφορετικὴ καὶ, κατὰ τὴ γνώμη μου, πιὸ μερακλίδικη μελωδία) σὰν τραγούδι τοῦ τραπεζιοῦ στὰ Θερμιὰ. Στὸ σκοπὸν αὐτὸ τραγουδιοῦνται καὶ τὰ «παινέματα» σὲ γάμους ἤ βαφτίσια. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ πρῶτο δίστιχο) τοῦ τραγουδιοῦ:

    Ψηλὰ τὰ παραθύρια σου καὶ μακριὰ* κοιτοῦνε
    κι ὅταν μὲ δοῦνε κι ἔρχουμε δίχως ἀέρα κλειοῦνε.

    *»χαμηλὰ» στὴ Θερμιώτικη ἐκδοχὴ.

    Μποροῦμε νὰ παραβάλουμε τοὺς παραπάνω στίχους μ’ αὐτοὺς ποὺ ἀναφέρει ὁ Παπαδιαμάντης στὸ διήγημά του «Χήρα παπαδιὰ»:

    «Ὡς καὶ τὰ παραθύρια της,
    ξάδερφε Μηνᾶ,
    ἀμάχη μοῦ βαστοῦνε·

    Ὅταν γυρίσω καὶ τὰ ἰδῶ,
    ξάδερφε Μηνᾶ,
    χωρὶς ἀέρα κλειοῦνε.»

    (http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/198-02-03-h-xhra-papadia-1888)

  45. Πέπε said

    @44:

    Σαμοθρακίτικο

  46. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    44. Γράφαμε μαζὶ μὲ τὸν Ἀλέξη (#40) καὶ τὸν Πέπε (#42) γιὰ τὰ δάνεια τοῦ Μάρκου ἀπὸ τὸ δημοτικὸ τραγούδι.
    Ἐπίσης, συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψη τοῦ Πέπε ὅτι αὐτὸ δὲν ἦταν ἐνσυνείδητη λογοκλοπὴ, ἀλλὰ χρήση ἑνὸς «κοινοῦ κτήματος».

  47. aerosol said

    Πολύ ωραία ανάρτηση!

    Και το γνωστό «Σ’ ένα παπόρο μέσα» που έβαλε ο Γς με συγκινεί ιδιαίτερα. Αυτό που χάνεται εύκολα όταν ακούς το τραγούδι -ειδικά αν παραλείπονται οι τελευταίοι στίχοι- είναι πως πρόκειται για τραγούδι επανάστασης, αντίστασης και εκτέλεσης.
    «Στην Κέρκυρα μας πάνε, να μας κρεμάσουνε», εκεί που πήγαιναν τους Επτανήσιους «ριζοσπάστες» που αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση από τους Βρετανούς και την ένωση με την Ελλάδα. Ο τελευταίος στίχος βρίσκω πως είναι πολύ δυνατός:

    «Μα εμείς θα τραγουδάμε ώσπου να φτάσουμε»

    Αυτή η πολύ ελληνική (αν μπορώ να την ονομάσω έτσι) δήλωση μετατρέπει τον χαρούμενο σκοπό σε χειρονομία ελευθερίας και δείχνει το πνεύμα που βρίσκεται πίσω από την φαινομενική ελαφράδα που συναντάμε συχνά στην έκφραση των Επτανήσιων.

  48. ΓιώργοςΜ said

    20 Ενα άλλο ελλειπτικό γνωμικό που άκουσα φέτος και δεν ήξερα, είναι το «μαύρη ράγα, μαύρη κάπα», συνώνυμο του «από Αύγουστο χειμώνα». Το γράφω εδώ για να μην το ξεχάσω κι εγώ, σε περίπτωση πο δεν είναι ευρέως γνωστό.

  49. κουτρούφι said

    Εδώ:
    http://www.kathimerini.gr/834942/opinion/epikairothta/politikh/o-laskaratos-san-syllogeas-dhmotikwn-tragoydiwn
    ένα άρθρο του Π. Μπουκάλα στην Καθημερινή, με ημερομηνία 18-10-15 που έχει κάποιες πληροφορίες παραπάνω.

  50. Παναγιώτης Κ. said

    Δεν έχω κάνει κάποια έρευνα. Με μόνο οδηγό την αγάπη προς τα δημοτικά. ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια και τις πολλές ώρες ακρόασής διαπίστωσα σε κάμποσες περιπτώσεις την κοινότητα των στίχων. Π.χ Στίχους από σμυρνέικο τραγούδι συναντούμε σε ηπειρώτικο.Μεταφορές στίχων από μια περιοχή της χώρας σε άλλη για να ντυθούν οι στίχοι αυτοί με τις τοπικές μουσικές. Η μεταφορά αυτή γινόταν από από τους τοπικούς οργανοπαίχτες και τις «ζυγιές» τους.
    Αποτέλεσε έκπληξη για μένα όταν πληροφορήθηκα ότι τα μέλη κομπανίας μουσικών στην περιοχή Κόνιτσας δεν έκαναν άλλη δουλειά παρά μόνον πρόβες και παίξιμο, σε πανηγύρια και γάμους. Και όλα αυτά προπολεμικά! Παρ όλη δηλαδή την φτώχεια της εποχής εκείνης.
    Επαγγελματίες λοιπόν, ήθελαν να εμπλουτίσουν το ρεπερτόριό τους οπότε χρησιμοποιούσαν στίχους που είχαν δοκιμαστεί σε άλλους τόπους κάνοντας οπωσδήποτε και την προσωπική τους αξιολόγηση σε αυτό που μετέφεραν αν θα δέσει με τις τοπικές νοοτροπίες και αντιλήψεις.
    Εξάλλου όλα αυτά λειτουργούν με βάση την πανάρχαια αρχή: Αρέσει κάτι; Τότε διατηρείται. Δεν αρέσει; Πάει στα αζήτητα.

  51. gpoint said

    Εξαιρετικό άρθρο !!

    Σχετικά με τις γυναίκες και το χρώμα τηςεπιδερμίδας τους, αντικειμενικά ισχύει πως οι ξανθές είναι καλύτερες ντυμένες κι οι μελαχροινές γυμνές

  52. Πέπε said

    @50:
    > > Μεταφορές στίχων από μια περιοχή της χώρας σε άλλη για να ντυθούν οι στίχοι αυτοί με τις τοπικές μουσικές. Η μεταφορά αυτή γινόταν από από τους τοπικούς οργανοπαίχτες και τις «ζυγιές» τους.

    Πιστεύω περισσότερο από τον ίδιο τον κόσμο, όχι τους μουσικούς, τους υπόλοιπους.

    Στις παλιές κοινωνίες των χωριών (άλλο οι πόλεις), ο ρόλος του οργανοπαίχτη ήταν να κάνει αυτό που δεν μπορούσε να κάνει ο καθένας. Το ίδιο κι ο σιδεράς, ο καμινάς, και διάφοροι άλλοι εξειδικευμένοι τεχνίτες.

    Να τραγουδήσει όμως, μπορεί ο καθένας. Και ο καθένας το έκανε. Πέρα από το να τραγουδάνε σε διάφορες στιγμές της ζωής τους όπως όταν έχει ποδαρόδρομο, όταν έχει διάφορες δουλειές που είναι μονότονες και χρειάζεται λίγο να ξαχαστείς ή, αντιθέτως, είναι έντονες και χρειάζεσαι τον ρυθμό, όταν έχει νανούρισμα παιδιού, όταν έχεις ένα μήνυμα -ερωτικό ή και όχι μόνο- που θα ακουστεί σ’ όλη τη γειτονιά αλλά κάποιος θα καταλάβει ότι είναι ειδικά γι’ αυτόν, επιπλέον τραγουδούσαν και στις διασκεδάσεις: γάμους, πανηγύρια, τυχαία γλεντάκια.

    Για ανθρώπους που -πέρα από τη σιδεράδικη τέχνη, την οργανοπαιξία και μερικές άλλες ιδιαίτερες περιπτώσεις- βασικά κάλυπταν μόνοι τις διάφορες ανάγκες τους, ως αγρότες, κτηνοτρόφοι, ψαράδες, και γυναίκες πολυτεχνίτισσες με ρόκες και αργαλειούς, ήταν αυτονόητο και το να τραγουδούν μόνοι τους.

    Το τραγούδι δεν ήταν για να το ακούς, ήταν για να το λες. Η εμφάνιση του τραγουδιστή ως ξεχωριστού ρόλου, που υποκαθιστά τον καθένα που έχει κάτι να πει και που μετατρέπει το μήνυμα σε ακρόαμα, είναι μεταγενέστερη. Κι αν στις χώρες του κλαρίνου (Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία, Ρούμελη, Μοριά) προηγήθηκε, στο Θράκη και το Αιγαίο έχει μέρη όπου ακόμη και σήμερα δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι τραγουδιστές παρά τραγουδάει ο καθένας (τι άλλο μπορεί να σημαίνει «δημοτικό τραγούδι»;).

    Παναγιώτη, η προπολεμική αυτή κομπανία στην Κόνιτσα είχε και τραγουδιστή;

  53. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Πέπε said:

    «Το τραγούδι δεν ήταν για να το ακούς, ήταν για να το λες. Η εμφάνιση του τραγουδιστή ως ξεχωριστού ρόλου, που υποκαθιστά τον καθένα που έχει κάτι να πει και που μετατρέπει το μήνυμα σε ακρόαμα, είναι μεταγενέστερη. Κι αν στις χώρες του κλαρίνου (Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία, Ρούμελη, Μοριά) προηγήθηκε, στο Θράκη και το Αιγαίο έχει μέρη όπου ακόμη και σήμερα δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι τραγουδιστές παρά τραγουδάει ο καθένας (τι άλλο μπορεί να σημαίνει «δημοτικό τραγούδι»;»

    Συμφωνῶ ἀπολύτως.
    Στὰ Θερμιὰ ἔτσι λειτουργοῦσε τὸ παραδοσιακὸ γλέντι (σὲ πανηγύρια, σὲ γάμους, βαφτίσια, ἀλλὰ καὶ σὲ γλέντια τῆς παρέας σὲ σπίτια ἤ μαγαζιὰ) μέχρι πρόσφατα. Αὐτὸ ἄλλαξε μὲ τὴν εἰσαγωγὴ μικροφωνικῶν ἐγκαταστάσεων ἀπὸ κάποιους ὀργανοπαῖκτες. Χάθηκε ἔτσι ἡ συμμετοχὴ ἀπὸ τοὺς γλεντιστάδες ποὺ εἶχαν μάθει νὰ χορεύουν καὶ νὰ τραγουδοῦν τὰ τραγούδια ποὺ ἀγαποῦν. Ὑπάρχουν ἀκόμα κάποιες «ἑστίες ἀντίστασης» ἀπὸ παλιοὺς μερακλῆδες ποὺ ἐπιμένουν νὰ γλεντοῦν χωρὶς μικρόφωνα σὲ μικρὰ πανηγύρια ποὺ γίνονται σὲ ξωκκλήσια, συνήθως ἐκτὸς καλοκαιριοῦ.

  54. Περιβόλι Γρεβενών, 2007

    Αντάμωμα Περιβολιωτών (το χωριό τίγκα στο κυριλλέ αμάξι)

    Οι άντρες κάνουν κύκλο. Οι γυναίκες σε άλλον, εξωτερικό κύκλο. Τραγουδάει ο πρώτος, απαντάνε οι άλλοι. Όλα βλάχικα, δεν καταλαβαίνω Χριστό. Η ορχήστρα παίζει χωρίς τραγουδιστή.

    http://valiacaldadog.blogspot.gr/2007/11/blog-post_26.html

  55. sarant said

    49 Δεν την είχα προσέξει αυτή τη δημοσίευση, ούτε την κριτική που βρήκε ο Σπύρος στο 18 -ευχαριστώ αμφοτέρους!

    52 Και επειδή δεν υπήρχε ούτε ραδιόφωνο,ούτε πικάπ ούτε τίποτα, είχαν και περισσότερες ευκαιρίες να τραγουδούν οι ίδιοι

  56. Παναγιώτης Κ. said

    @52. Βέβαια είχε και τραγουδιστή. Ήταν ο Νίκος ο Χαλκιάς ή Μπέτσας από την Βούρμπιανη ο οποίος τραγουδούσε και φυσικά έπαιζε κλαρίνο.Η μουσική αυτή οικογένεια συνεχίζει μέχρι σήμερα την δράση.Έχει και σήμερα στη σύνθεση της πολύ καλό τραγουδιστή κατά τη γνώμη μου.Καλός σημαίνει καλή φωνή και γνώστης της παράδοσης.
    Βέβαια στην παραδοσιακή ηπειρώτικη ζυγιά τραγουδούν όλοι.

    Είχα τελευταία την χαρά να ακούσω έναν τριαντάχρονο κλαρινίστα από την συγκεκριμένη οικογένεια, Δημήτρης Χαλκιάς το ονοματεπώνυμό του, και…ησύχασα διότι η παράδοση καλά κρατεί.

    Οι καλές φωνές στο δημοτικό τραγούδι δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Όσοι τραγουδούσαν καλά τους απορροφούσε το λαϊκό πάλκο διότι οι αμοιβές ήταν καλύτερες. Έτσι λοιπόν η ανανέωση των τραγουδιστών δημοτικής μουσικής έγινε μια δύσκολη υπόθεση.

    Έχουμε όμως και την περίπτωση άλλης ζυγιάς όπου τα μέλη της ήταν σιδεράδες.

    Ο ρόλος του κόσμου δεν αμφισβητείται. Είναι αυτός που εγκρίνει ή απορρίπτει. ( Το έγραψα στην τελευταία παράγραφο του προηγούμενου σχολίου μου).

  57. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Παναγιώτης Κ. said:

    «Έχουμε όμως και την περίπτωση άλλης ζυγιάς όπου τα μέλη της ήταν σιδεράδες.»

    Στὴν ἠπειρωτικὴ χώρα (ἀλλὰ καὶ στὰ Βαλκάνια γενικὰ) πολλοί ὀργανοπαῖκτες ἦταν Ρομὰ (ἤ γύφτοι, ὅπως τοὺς ἔλεγε ὁ κόσμος). Ἡ ἴδια ἐθνοτικὴ ὁμάδα κατεῖχε καὶ τὰ μυστικὰ τῆς μεταλλουργίας καὶ πολλὲς φορὲς οἱ ὀργανοπαῖκτες ἔκαναν καὶ τὶς δυὸ δουλειὲς: μεταλλουργοὶ (χαλκιάδες ἤ σιδεράδες) καὶ ὀργανοπαῖκτες. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι σὲ πολλὰ μέρη τοὺς σιδεράδες τοὺς ἔλεγαν «γύφτους» ἀκόμα κι ἄν δὲν ἀνῆκαν στὴ συγκεκριμένη ἐθνοτικὴ ὁμάδα.

  58. Παναγιώτης Κ. said

    Ως προς την αναπαραγωγή του δημοτικού τραγουδιού έχω την εμπειρία των εξής εκδοχών.
    Εκδοχή 1η : Στο χοροστάσι τραγουδάνε οι ίδιοι οι χορευτές.Δεν έχουμε δηλαδή όργανα.( Μέρα που είναι αύριο, αυτό έκαναν εκ συστήματος οι αντάρτες καθώς μου έχουν πει οι παλαιότεροι)
    Εκδοχή 2η: Στην γαμήλια διαδικασία τραγουδούν το κάθε δίστιχο, συνήθως οι γυναίκες και κατόπιν το μουσικό θέμα το επαναλαμβάνουν τα όργανα. ( Ο ωραιότερη για μένα εκδοχή και δυστυχώς σπάνια πλέον)
    Εκδοχή 3η: Μουσική και τραγούδι είναι πια αρμοδιότητα του συγκροτήματος. Οι χορευτές απλά… χορεύουν. Και αν τραγουδάνε δεν τους ακούει κανείς γιατί η φωνή τους σκεπάζεται από τον ήχο των μεγαφώνων.

  59. Ιάκωβος said

    Εξαιρετικό.

    Επόταξ’ ο φτωχός βρακί
    κι όπου πάει το φορεί.
    Σίγουρα θωρεί.

    Από Έλυμπο Καρπάθου:

    Έκαμε η κουκού μουνί, κι έσκυβε και ‘θωρεί το.
    Κουκού είναι η κουκουβάγια.

    50, Παναγιώτης Κ.
    …στην περιοχή Κόνιτσας δεν έκαναν άλλη δουλειά παρά μόνον πρόβες και παίξιμο…

    Μην ξεχνάμε ότι στην ηπειρωτική Ελλάδα, οι επαγγελματίες μουσικοί παλιά ήταν σχεδόν όλοι τσιγγάνοι. Η έκφραση -Φέρτε τους γύφτους, σήμαινε φέρτε τους μουσικούς.
    Βέβαια υπήρχαν νταερέδες, κουταλάκια και άλλα που έπαιζαν γυναίκες και άντρες του χωριού ή οι φλογέρες των βοσκών και φυσικά υπήρχε η φωνή.

    Μου έχει πει μουσικολόγος ότι στις πρωτόγονες κοινωνίες δεν υπάρχουν παράφωνοι.

    Πχ η αφρικάνικη πολυφωνία:

  60. Ιάκωβος said

    Όσοι έχουνε πολλά λεφτά…. στο 1.40
    Στην Πανόρμου, πριν το χρώμα. Μετά, ο Γιανίτσαρης.

  61. cronopiusa said

  62. Γιάννης Κουβάτσος said

    Το ότι πρέπει να είναι θωρεί κι όχι φορεί, συνάγεται και από όσα ξέρουμε για τις παλαιότερες εποχές: οι φτωχοί, όταν σπανίως αποκτούσαν καινούρια ρούχα ή παπούτσια, τα φορούσαν σε ειδικές περιπτώσεις και τα πρόσεχαν σαν τα μάτια τους. Άρα, μάλλον θωρεί.

  63. Ηύρ’ ο άβρακος βρακί, κάθε πόρτα και το λεί, λέμε στο χωριό μου.

  64. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    60. Πολὺ ἐνδιαφέροντα ὅσα λέει ἐδῶ ὁ μουσικολόγος Μάρκος Δραγούμης.

    Τὸ 1979 χορεύοντας ζεϊμπέκικο στὴν ταβέρνα τῆς Ξανθῆς στοῦ Στρέφη, θέλησα νὰ κάνω τὰ κόλπα τῶν ΖεΙμπέκων μὲ τὰ μαχαίρια (ποὺ λέει ὁ μουσικολὸγος) μετὰ ὰπὸ γερὴ οἰνοποσὶα. Πρῶτα ἔκανα μερικὲς στροφὲς μ’ ἕνα μαυρομάνικο κρητικὸ μαχαίρι στὰ δόντια καὶ στὴν τελευταία στροφὴ τὸ κάρφωσα στὸ ξύλινο πάτωμα. Κι ὅπως ἦταν ἱδρωμὲνο τὸ χέρι μου, γλύστρισε ἀπὸ τὴ λαβὴ στὴ λεπίδα καὶ μοῦ πῆρε τὰ δυὸ δάχτυλα. Ἀποτέλεσμα μιὰ νύχτα στὸν Ἐρυθρὸ ποὺ ἐφημέρευε, ἕνας κομμένος τένοντας στὸν παράμεσο τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ, μιὰ ἀποτυχημένη ἐγχείρηση συρραφῆς τοῦ τένοντα (ἀργότερα στὸ ΚΑΤ) καὶ μῆνες ταλαιπωρίας μὲ φυσικοθεραπεῖες γιὰ ν’ ἀνοίξει τὸ δάχτυλο ποὺ εἶχε μείνει ἀγκυλωμένο σὲ ὀρθὴ γωνὶα (ὅπως στὸ γνωστὸ ἀνέκδοτο: «καὶ μὲ τὴν ἄδεια τῆς ἀστυνομίας») μετὰ τὴν ἐγχείρηση.

  65. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια!

  66. 64 Ώχ!

    65 Νικοκύρη, θα κάνομε καμιά κουβέντα για τις τηλεοπτικές άδειες; Βλέπω τους καναλάρχες με το σκατό στην κάλτσα…

  67. sarant said

    66 Πότε είναι η δημοπρασία;

  68. 66

    Τρίτη, 30 του μηνού. Κεκλειζμένων των θυρών, λέμε!

  69. sarant said

    Ωχ, δεν προλαβαίνω.

  70. Ε, καλά, δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς δεν εξελίσσεται δημόσια για να χαβαλεδιάσουμε.

  71. Γιάννης Κουβάτσος said

    67. 😅
    Ρε παιδιά, είν’ αληθινά τώρα αυτά; Δεν παίζει τόσο κρετινιλίκι, είναι δυνατόν; 🐵

  72. Για το 68 λέτε, κε Κουβάτσο; Δεν έχω Φέησμπουκ αλλά δεν βλέπω λόγο να μην είναι αληθινά. Στην Ελλάδα ζούμε… 😦

  73. sarant said

    73 Πρέπει να είναι αληθινό.

  74. Ριβαλντίνιο said

    Ευαίσθητες ψυχές τα ΧΑβγουλα ! 🙂 🙂 🙂

  75. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ναι, 68, όχι 67, Σκύλε, το κινητό δεν βγάζει αρίθμηση και μπερδεύομαι.
    Εντάξει, για χρυσαβγίτες μιλάμε, αλλά τόση …ευφυΐα πια, καταντάει απίστευτη. 😄

  76. Γιάννης Κουβάτσος said

    Χα, χα, χα! Να ‘σαι καλά, Σκύλε!

  77. Ριβαλντίνιο said

    @ 76 Σκύλος

    😆 😆 😆 😆 😆 😆 😆 😆 😆 😆 😆 😆 😆 😆

    Ρε το μλκ ! 😆 😆 😆 😆 😆 😆 😆 😆

    Πάρε άλλο ένα :

  78. cronopiusa said

  79. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Σαράντα βρύσες με νερό
    και δεκοχτώ πηγάδια
    δε μου τη σβήνουν τη φωτιά
    που ΄χω στα φυλλοκάρδια.
    Η γιαγιά μου αποχαιρέτησε τη ζωή με αυτό το τετράστιχο.Ήταν η μια απ΄τις δυο επιθανάτιες μαντινάδες που είπε, όπως μας το μετέφερε η μητέρα μου που ήταν κοντά της στο νοσοκομείο.Ίσως το έχω ξαναπεί.

    Πέπε η μαντινάδα
    «το νάζι τση μελαχρινής η άσπρη δεν το κάνει
    εχτός να βάλει κόκκινο ή βυσσινί φουστάνι»
    ήταν νεοτερική μαζί με μια σειρά άλλες, στη γλώσσα και στο νόημα (στην εποχή της),του Νίκου Ξυλούρη,με επιστροφή στα κρητικά.αρχή της μεταπολίτευσης στο δισκάκι Τζαναμπέτισσα:
    Εβγήκε τζαναμπέτισσα
    και τα χωργιά γυρίζει
    κι όπχοιο κι α δει τον αγαπά
    κι ας μην τονε γνωρίζει.
    Σα δε σ΄αρέσει χωργιανός
    παρ΄ ένα ξενομπάτη
    να ξεγνοιαστούμενε κι εμείς
    μια δεκαρά νομάτοι
    κλπ.
    και κλείνει-φαινομενικά ασύνδετα-με το βυσσινί φουστάνι, μα τα τετράστιχα αυτά λέγονταν και μόνα τους,όπως φαντάζομαι θα τα άκουσες κι εσύ σε γλέντι ή δισκάκι ή γιουτουμπάκι κοκ από αλλον/ους.

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μόνο στς αγκάλες σου ξαθιά
    μπορώ να βρω ραχάτι
    γιατί με τη μελαχρινή
    καίγομαι αναθεμάτη

    Δέκα ξαθές να μαζωχτού
    και άσπρες άλλες δέκα
    δεν κάνουνε το νάζι σου
    μελαχρινή γυναίκα

    ‘Ενα σγουρό μελαχρινό
    ω θε μου κάλλη τάχει,
    επήρε μου τη την καρδιά
    χωρίς να δώσει μάχη

  81. Αγαθίας ο Σχολαστικός said

    Αγαπητοί συμπατριώτες κάτω στο Ρωμέικο,

    η κοινότης μας (Ελληνοαμερικανοί του Ιλλινόϊ) σάς ενημερώνει για μιά συνταρακτική δημοσκόπηση που θα ανακοινώσει απόψε το βράδυ (ώρα ΗΠΑ) το τηλεοπτικό δίκτυο «FOX». Την αποκαλούμε συνταρακτική, γιατί αποδεικνύει πως οι Εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ είναι βασικά μιά πληθυσμιακή μάχη μεταξύ Λευκών Αμερικανών και Λοιπών Μαυρ-ανάκατων: Το 78% των Λευκών Ευαγγελικών ψηφίζει Τράμπ και μόνο το 17% ψηφίζει Χίλαρυ. Υπόψιν ότι οι Ευαγγελικοί στις ΗΠΑ αποτελούν το 27% του συνολικού πληθυσμού (95% εκατομμύρια νοματαίοι)

    Επίσης, χθές βράδυ, το Department of the Treasury ανεκοίνωσε επισήμως ότι κατά την 7ετή θητεία του ηλιοκαμμένου Ομπάμα, το Δημόσιο Χρέος των ΗΠΑ αυξήθηκε από τα 10,6 τρίσ. δολάρια στα 19,4 τρίς δολάρια. Μιλάμε για μιά αύξηση ρεκόρ 83% του Δημοσίου Αμερικανικού Χρέους μέσα σε 7 χρόνια, που δεν κατάφερε να κάνει στο ξεφτιλισμένο Ρωμέικο ούτε ο μπουχέσας Καραμανλής.

    Όσοι ξέρουν από Δημόσια Οικονομικά, θεωρούν ότι η αύξηση αυτή του Δημοσίου Αμερικανικού Χρέους από τον ηλιοκαμμένο Ομπάμα μυρίζει Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί κατέληξαν οι ανθρωπιστικές μαλακίες του μοναχογιού της νεγρολάγνας Αμερικανιδούλας Ann Dunjam που πέθανε στα 53 της από καρκίνο της μήτρας, λόγω των τριτοκοσμικών σπερμάτων που είχε δεχτεί κατά την διάρκεια της ζωής της, όπως επισήμως κάνει λόγο η ιατρική γνωμάτευση του «Memorial Sloan–Kettering Cancer Center» (του «Αγίου Σάββα» της Νέας Υόρκης)

    Παρουσιάζουμε τις δύο ειδήσεις που σάς δώσαμε, όπως τις ανέβασε προ ολίγου στο Twitter ο αυριανός Πλανητάρχης

  82. Ριβαλντίνιο said

    @ 83 Αγαθίας ο Σχολαστικός

    Χαχα. Θες πάλι να αλλάξεις ψευδώνυμο γι’ αυτό και τα εμετικά/ρατσιστικά. Βρε δεν χρειάζεται να καταφεύγεις σε τέτοια. Μπορείς να αλλάζεις το όνομά σου κατευθείαν !

  83. gryphon said

    Aυτη η ιστορια με το δυστυχημα στην Αιγινα δεν θα τελειωσει καλα για την κυβερνηση παρα του οτι καθε μερα εμφανιζεται και καποιος νεος ψευδομαρτυρας.
    Θα μου πει καποιος και τι σχεση εχει αυτο με το θεμα.
    Καμμια απαντω αλλα ετσι σχηματισα αυτη την εντυπωση παρακολουθωντας την τελευταια βδομαδα τις εξελιξεις.
    Θα αποδειχθει μεγαλυτερο προβλημα και απο την δημοπρασια των καναλιων και απο τον ενγια και απ ολα.
    Δεν σωζεται με τιποτα εκτος αν οι συγγενεις των θυματων παρουν παρα παρα πολλα λεφτα και διωξουν τον Κουγια.
    Αλλα και παλι δυσκολο.

  84. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ο τύπος δεν είναι γραφικός. Είναι αηδιαστικός. Διαβάζεις και δεν πιστεύεις τόση σκατοψυχιά.

  85. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Εσύ κοιμάσαι ξέγνοιαστα
    κι εγώ κακονυχτάω.
    Κακονυχτάω γιατί πονώ,
    πονώ γιατί αγαπάω.
    Απ’ αγαπά πάντα πονεί πάντα παραπονάται
    τρώει πεινά, πίνει διψά, θέτει και δεν κοιμάται

  86. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>πο’χεις μια γλυκολεμονιά
    και την ποτίζουν όλοι.

    Τα μάτια σου ναι καφενές
    τα φρύδια σου περβόλι
    κι έρχουνται και καθίζουνε
    οι μερακλήδες όλοι

  87. sarant said

    Γεια σου βρε Εφη με τις μαντινάδες σου, σκορπίζεις και τα παράσιτα!

  88. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η γαϊδουρίτσα (παιδικό σκωπτικό τραγουδάκι, το λέγαμε στην κατασκήνωση)
    Έχασα τη γαϊδούρα μου με μια βουρλιά δεμένη
    όποιος τη βρει να τη χαρεί μα τη βουρλιά να φέρει
    Ντεεε ,ντεεε ντε, ντε γαϊδουρίτσα ντε
    Απ΄το να πόδι είναι κουτσή κι απ΄τ΄άλλο δεν πατάει
    απ΄το ‘να μάτι είναι στραβή κι απ΄τ΄άλλο αλληθωρίζει
    ντεεε ντεεε ντε, ντε γαϊδουρίτσα ντε
    Απ΄τόνα αυτί είναι κουφή κι απ΄τ΄άλλο δεν ακούει
    απ΄το ΄να δόντι είναι λειψή κι απ΄τ΄αλλο δε μασάει
    ντεεε…
    Έχασα τη γαϊδούρα μου με ξύλα φορτωμένη
    όποιος τη βρει να τη χαρεί τα ξύλα να μου φέρει
    ντεεε…

  89. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Τι ναν της κάμω τση μικρής
    που’ναι μικρή και κλαίει,

    Να τηνε κλέψεις δε βαστάς
    είναι μικρή και κλαίει
    κι ανε ν της πεις και τίποτα
    της μάνας της το λέει

  90. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    41.>>(γάνιασα να σου λέω τα ίδια εκατό φορές
    Ναι, παρόμοιο:»Εγάνιασε η γλώσσα μου να του αλλάξω γνώμη,αλλά πού.Ξεροκέφαλος.»
    Έκανε ας πούμε μαύρη πέτσα από το πες πες, αφού γανιασμένος είναι ο μαυρισμένος από βρώμα ή από ήλιο.

  91. Γιάννης Ιατρού said

    Δεν πρόγρασα να σχολιάσω σήμερα στο νήμα, τώρα βασικά πέρασε η φούρια και η επικαιρότητά του. Αλλά για να διακόψουμε την παραγραφή δηλαδή … μια παρατήρηση:

    91: ΕΦΗ
    Ωραίο το στιχάκι, εναλλακτικό αυτού που γράφει ο Νίκος στο άρθρο του (στιχάκι #36) 🙂
    Αλλά τι να πω, το περίεργο με τα σημερινά κορίτσια είναι ότι θέλουν να τις αγαπήσει ένας που είναι πολύ έξυπνος, για να βγάζει πολλά λεφτά, και συγχρόνως πολύ βλάκας, για να τα μοιράζεται μαζί τους. Κι έτσι δεν το αποφασίζει κανείς εύκολα να τις κλέψει 🙂
    Πάνε οι παλιοί καιροί …

  92. Γιάννης Ιατρού said

    πρόγρασα ==> πρόφτασα 🙂

  93. Αιμ said

    Γκανιαξα , μεσσηνιακο.
    Δηλαδή εννοεί έπαθα ότι και ένα σκεύος από πολλή χρήση και εγώ νόμιζα ότι έλεγε έκλεισε η φωνή μου που σε φώναζα και δεν άκουγες . Ενδιαφέρον

  94. Πέπε said

    @87, Έφη:
    Έχει και μιαν άλλη, μα βλέπω πως δεν τη θυμάμαι ολόκληρη:

    Θαρρώ πεινώ. μα δεν πεινώ, […???] νυστάζω
    μα δε νυστάζω, ξαγρυπνώ για σε κι αναστενάζω

    @81, πάλι Έφη:

    Αυτές οι μαντινάδες του Ξυλούρη, σε σχέση με διάφορες άλλες που έχουν μείνει κλασικές, ξεχωρίζουν γιατί είναι απλές, δεν έχουν την καθιερωμένη ποιητική αερολογία άλλων (με βιόλες, με την καρδιά ή τη σκέψη που κάνουν διάφορα μόνες τους κλπ.). Παρόμοια κι εκείνες που λέει στο «Μαριό», «η μάνα σου λέει το ναι» κ.ά..
    Χωρίς να ξέρω το μπαγκράουντ, υποψιάζομαι ότι πρέπει να είναι αληθινές μαντινάδες, δηλαδή να αυτοσχεδιάστηκαν από κάποιον σε συνθήκες ποιητικού διαλόγου σε παρεάκι, και αργότερα να τις ηχογράφησε επειδή τις είχε συγκρατήσει. Γι’ αυτό και δύσκολα βγάζουν νόημα, αφού κανονικά στέκουν μέσα σε συγκεκριμένο συμφραζόμενο και όχι μόνες τους.
    Έχουν όμως την απλότητα, ακόμη και αφέλεια πες την, εκείνου που κοιτάει να πει αυτό που θέλει να πει κι όχι να πουλήσει ποίηση και διανόηση. Γι’ αυτό και έμειναν, μάλλον. Το ύφος και τη μανιέρα των περισσότερων μαντινάδων από «επαγγελματίες» μαντιναδολόγους το βρίσκω από σκέτο φούμαρο έως, συχνά, και σκυλάδικο. Αυτές δεν είναι έτσι.

    @90, και πάλι Έφη:

    Ναι!! Αυτή τη γαϊδουρίτσα θυμόμουν. Αλλά όχι με μια βουρλιά δεμένη, που λες, ούτε μ’ ένα σκοινί, που έγραψα εγώ, αλλά απλώς με ξύλα φορτωμένη.

  95. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    93. >>δεν το αποφασίζει κανείς εύκολα να τις κλέψει
    Σήμερα ακούγεται ,αραιά και που,κάτω το «εκλεφτήκανε», όταν δε θένε οι δικοί τους. Από κοινού η ενέργεια. Στην Αρκαδία μου έδειξαν μια σπηλιά πάνω σε μια γκρεμίλα, όπου «την πήγε όταν την έκλεψε τυλιγμένη στο σάισμα,στον ώμο,» ένας παππούς τη γιαγιά, τότε.

  96. Γιάννης Ιατρού said

    97: ΕΦΗ
    … ένας παππούς τη γιαγιά, τότε…

    Τι τότε; Και σήμερα, και σήμερα, τι νομίζεις, μόνο τα λυκόπουλα κρατούν πλέον ζωντανές τις παραδόσεις 🙂
    (Άσε, κι έχω πικραθεί με τα μαντάτα … γμτ#$%@, πολύ άδικο!)

  97. smerdaleos said

    @83, Αγαθία:

    Αγαπητοί συμπατριώτες κάτω στο Ρωμέικο,

    η κοινότης μας (Ελληνοαμερικανοί του Ιλλινόϊ) σάς ενημερώνει για μιά συνταρακτική δημοσκόπηση που θα ανακοινώσει απόψε το βράδυ (ώρα ΗΠΑ) το τηλεοπτικό δίκτυο «FOX». Την αποκαλούμε συνταρακτική, γιατί αποδεικνύει πως οι Εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ είναι βασικά μιά πληθυσμιακή μάχη μεταξύ Λευκών Αμερικανών και Λοιπών Μαυρ-ανάκατων:
    ————

    [00:35] So what are you going to do about it Whitey? (Τι θα κάνεις λοιπόν Λευκούλη;)

    https://en.wiktionary.org/wiki/whitey

    «whitey»: (African American Vernacular, pejorative, ethnic slur) A white person, a person of European descent, a Caucasian.

  98. smerdaleos said

    @83, Αγαθία (συμπλήρωμα).

    Δώτορ,

    Κοίτα πως κατέληξε η άλλη κοινότης του Ιλλινόι:

    Μην την πατήσετε και εσείς αν μάθετε ότι ο Elwood κατοικούσε στην οδό 1060 West Addison …

  99. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Πέπε καλημέρα, καλά πας 🙂
    96.α.Σωστά! Ευθέως ανάλογο! Είναι το Λιανοτράγουδα από το δίσκο του Δ.Παπαδημητρίου Τραγούδια για τους μήνες: θαρρώ πεινώ μα ΄γω διψώ μα δε διψώ νυστάζω,μα δε νυστάζω ξαγρυπνώ για σε κι αναστενάζω.Με την Ελ΄Αρβανιτάκη. Από τους καλύτερες δουλειές του, μπορεί κι η καλύτερη για μένα.
    96β.Δίκιο έχεις για τις μαντινάδες αυτές. Στέκονται και τραγουδιούνται και μόνες τους κι ας έχουν ένα ιστορικό, ένα συμβάν από πίσω. Είναι εύληπη η κατάσταση. Διαολίζομαι όταν βλέπω σε ιστότοπους με στίχους που συνήθως ανατρέχουμε ψάχνοντας τα λόγια τραγουδιών, κι έχουν λάθη που είτε στρεβλώνουν και το νόημα αν δε χάνεται ντίπι ή γράφουν ανύπαρκτες λέξεις.(π.χ. στη Τζαναμπέτισσα η αργατινή έγινε γαργαδινή, ο ξενομπάτης,ξενομπάντης, ήθελ΄ ΄α μου κλουθούνε ήθελα μου κλουθούνε κλπ)
    «η μάνα σου λέει το ναι»,
    να τη γράψω ολόκληρη γιατί επίσης την έχουν κατακρεουργήσει:
    Η μάνα σου λέει το ναι
    κι ο αδερφός σου όχι
    τάξε πως θα μοιράσομε
    στ΄Αγάκου το μετόχι.
    Στ΄Αγάκου είναι κάποια περιοχή και μετόχια λέγανε οι βουνίσιοι (Ανωγειανοί εδώ) τα κτήματα με ελιές που φρόντιζαν να έχουν στα χαμηλώματα, στη γιαλιά, για το λάδι τους και είχαν μοιράσι (μοιράδι) όλα τα παιδιά- κληρονόμοι. Ε ο ποιητάρης λέει πως ενώ συμφωνεί η μάνα γι΄αυτόν τον έρωτα, ο αδελφός της έχει ενστάσεις σα να πρόκειται (τάξε-επίρρημα) να μοιράσουνε το (πολύτιμο) κτήμα με τις ελιές.Κι εδώ είναι όμορφα κρυμμένο το εύθυμο του πράγματος που δίνει την αξία στη μαντινάδα, αφού η παντρειά ασφαλώς είναι σοβαρότερη από τη μοιρασιά χωραφιών, αλλά συνήθως για τέτοια μάλωναν τ\οι αδερφοί , υπονοεί 🙂

  100. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>ένα αστείο…..Κάπου άφησες το μάτι σου και προβατείς με το’να.
    Μα γω θα πα να παντρευτώ
    μέσα ΄πο τον Κρουσσώνα
    που΄χει δυο μάτια όμορφα
    αλλά τση λείπει το΄να

    98. 🙂 τις μασέλες στο σακούλι κι εμπρός! 🙂 🙂 Γι΄άλλους λέμε. Εμείς είμεθα της σχολής:
    Αχι να παντρευόντανε
    τα ξαναπαντρεμμένα
    να ξαναπαντρευτώ κι εγώ
    μα πάλι με τα σένα.

    >> (Άσε, κι έχω πικραθεί με τα μαντάτα … γμτ#$%@, πολύ άδικο!)
    Ποια μαντάτα;

  101. Γιάννης Ιατρού said

    102: ΕΦΗ,
    Δες στο προηγούμενο νημα (τα τελευταία μεζεδάκια) 😦

  102. spatholouro said

    Για τις διαπομπεύσεις πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Βλαχογιάννη στην «Πρωία» 31/1/1932, με τίτλο ακριβώς «Πομπή και γάνα»:

    http://srv-web1.parliament.gr/main.asp?current=7670014

    http://srv-web1.parliament.gr/main.asp?current=7670017

  103. sarant said

    104 Α γεια σου!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: