Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Να είσαι και να μην είσαι (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)

Posted by sarant στο 9 Οκτώβριος, 2016


Ο συγγραφέας Αντώνης Σουρούνης πέθανε προχτές στα 74 χρόνια του. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, είχε ζήσει αρκετά χρόνια στη (Δυτική, τότε) Γερμανία για σπουδές και κάνοντας διάφορες δουλειές και τα πρώτα του έργα αφηγούνταν εμπειρίες από τη ζωή του αυτή. Εννοώ τα μυθιστορήματα «Οι συμπαίχτες» και «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι» και τις συλλογές διηγημάτων «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» και «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου», που εκδόθηκαν από το 1977 έως το 1985.

Μου είχαν αρέσει πάρα πολύ αυτά τα βιβλία, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα, και νομίζω ότι σε ένα βαθμό έχουν επηρεάσει τα διηγήματα που έγραψα τότε. Ύστερα, ξενιτεύτηκα εγώ στην Ευρώπη και ήρθα να ζήσω στο περιβαλλον των βιβλίων του Σουρούνη ενώ εκείνος συνέχισε με ελλαδική θεματολογία -και περιέργως ή όχι τα έργα του μου άρεσαν λιγότερο. Εννοώ το Πάσχα στο χωριό, ενώ τον Γκας τον γκάγκστερ δεν μπόρεσα να τον αρχίσω, ίσως όμως να φταίω εγώ. Μου είπε ένας φίλος που τον εμπιστεύομαι ότι το Μονοπάτι στη θάλασσα, γραμμένο το 2006, όπου περιγράφει τα παιδικά του βιώματα από τη Θεσσαλονίκη, είναι εξαιρετικό, ενώ δεν έχω διαβάσει τον Χορό των ρόδων, που πήρε κρατικό βραβείο.

Αλλά και μόνο τους Συμπαίχτες και τα Μερόνυχτα Φραγκφούρτης να ‘χε γράψει, θα είχε κερδίσει μιαν από τις πρώτες θέσεις στον λογοτεχνικό μας κανόνα.

Τα Μερόνυχτα δεν τα έχω εδώ μαζί μου, οπότε διάλεξα σήμερα να παρουσιάσω το διήγημα «Να είσαι και να μην είσαι» από τα Τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου -με εμπειρίες όχι πια από τη Γερμανία και τη χαρτοπαιξία, αλλά από τα χρόνια που δούλεψε ναυτικός. Μονοτονίζω.

 

Να είσαι και να μην είσαι

Ξαναμέτρησα τα λεφτά μου. Δεν είχε άλλάξει τίποτα — ήταν πάντα εννιά δολάρια. Ούτε και σε μένα είχε αλλάξει τί­ποτα — ήμουν ακόμα στην Κωνστάντζα. Για να φτάσω στη Θεσσαλονίκη και να χαρώ τον κόλπο της και τον κόλπο τής Σοφίας, έπρεπε να διασχίσω ολόκληρη Ρουμανία και Γιουγ­κοσλαβία. Αποφάσισα να μη βγω και να πέσω για ύπνο. Ή­μουν υπεύθυνος γι’ αυτό το ανήλικο ποσό και είχα καθή­κον να το προστατέψω από τις κακοτοπιές, πού σίγουρα θα παρασυρόταν μαζί μου.

Ξύπνησα πολύ νωρίς και μέτρησα πάλι τα δολάρια· τουλάχιστον ήταν ακόμη εννιά. Βγήκα στο αποχωρητήριο του διαδρόμου και γυρνώντας σκόνταψα πάνω σε μια γυ­ναίκα που σφουγγάριζε.

— Συγνώμη…

Σήκωσε απότομα το κεφάλι.

— Έλληνας είσαι, γιε μου;

— Μάλιστα.

— Από πού είσαι, παιδί μου;

— Από τη Θεσσαλονίκη.

—  Άαα, τη θυμάμαι τη Θεσσαλονίκη… Εγώ είμαι από τη Δράμα. Ναυτικός είσαι;

— Μάλιστα.

— Και γυρίζεις τώρα στην Πατρίδα, κανακάρη μου;

— Αν θέλει ο Θεός, θεία…

— Ο Θεός πάντα θέλει, γιε μου. Οι άλλοι δεν θέλουν…

Είχε δίκιο. Σηκώθηκε και μ’ ακολούθησε στο δωμάτιο.

—  Εγώ σ’ αυτό το ξενοδοχείο βλέπω πολλούς Έλληνες. Καμιά φορά τυχαίνει να ‘ναι τόσοι πολλοί, που νομίζω πώς βρίσκομαι στην Πατρίδα…

Καθώς έφτιαχνα τα πράματά μου, τράβηξα από το σά­κο μια κολόνια κι ένα ζευγάρι νάιλον κάλτσες. Αυτά κατάφερα και τα ‘σωσα· και από τις γυναίκες και από τούς άν­τρες. Οι τελωνειακοί στο λιμάνι με είχαν αφανίσει. Με υπο­χρέωσαν και τ’ άπλωσα όλα στο πάτωμα, λες και τα είχα για πούλημα. Φώναξαν κι άλλους από τα γύρω γραφεία, με κύ­κλωσαν κι άρχισε ένας περίεργος σαματάς, σαν να θέλανε στ’ αλήθεια να τα παζαρέψουν. Ώσπου να μου δώσουν το ελεύθερο να περάσω, τα μισά μου υπάρχοντα είχαν εξαφανιστεί. Γνώριζαν πως δεν έφευγα από τη σκάλα του βαπο­ριού και πως θα κάνω το κορόιδο — όπως και το ‘κανα.

—  Να, πάρε αυτά, θεία… Εμένα δεν μου χρειάζονται πια. Ένα για σένα κι ένα για την κόρη σου…

—  Αχ, σ’ ευχαριστώ, γιε μου… να ‘σαι καλά και να ‘χεις την ευχή μου. Εγώ μόνο αυτό μπορώ να σου δώσω — την ευχή μου. Με το καλό να σε δει ή μανούλα σου και το κορίτσι σου…

—  Θεία, μήπως υπάρχει εδώ μέσα κανένας καλός άνθρωπος να μας αλλάξει αυτά τα τέσσερα δολάρια; Είναι μεγάλη ανάγκη…

— Δώσ’ τα, παιδί μου… Θα δω τι μπορώ να κάνω.

Γύρισε τόσο γρήγορα, που σκέφτηκα πως ο μαυραγορίτης θα περίμενε έξω από την πόρτα. Της έδωσα κι εγώ την ευχή μου κι αποχαιρετιστήκαμε.

Έμεινα δυο ώρες στο καφενείο του σταθμού περιμένοντας το τρένο και χαζεύοντας τούς άλλους. Οι άλλοι ήταν πιο τυχεροί — χάζευαν εμένα. Από το σάκο μου κρέμονταν δυο σπαθιά αφρικάνικα κι ένα πολύχρωμο ψάθινο καπέλο. Τα είχα αγοράσει στην Γκάνα για τη Σοφία. Λαϊκή τέχνη. Της άρεζαν κάτι τέτοια. Λαϊκή μουσική, λαϊκή ζωγραφική, λαϊκή χειροτεχνία, λαϊκή τέτοια, λαϊκή αλλιώτικια. Το σπίτι της μπορεί να μη βρισκόταν σε λαϊκή συνοικία, όμως ήταν γεμάτο απ’ όλα αυτά που ανέφερα. Ακόμα κι εγώ ό ίδιος σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες ανήκα.

Στο Βουκουρέστι θα με περίμενε ο Νικόδημος, για να μου βγάλει το εισιτήριο και να συνεχίσουμε παρέα. Δέκα ή ώρα το βράδυ στην μπιραρία του σταθμού. Αυτός έφευγε κανονικά με φυλλάδιο και μπροστάντζα. Θα υπήρχε και μή­νυμά του στη δεξιά κάτω γωνιά της πόρτας από την τελευ­ταία τουαλέτα. Το τρίμηνο που πέρασε είχαμε δώσει οι δυο μας τέσσερις ή πέντε παραιτήσεις, που ο καπετάνιος τις κομμάτιαζε μπροστά μας. Ώσπου έδωσε λόγο, πως στην Κωνστάντζα θα μάς άφηνε να φύγουμε. Πρωί πρωί τη μέ­ρα που ήταν να σαλπάρουμε ο Νικόδημος έφερε με τις φω­νές του το βαπόρι τα πλώρα-πρύμνα, μέχρι που ο καπετά­νιος του ‘δωσε το φυλλάδιο για να ξεκουμπιστεί. Εγώ ό­μως έπρεπε να μείνω, μέχρι να κλείσουμε και το τελευταίο αμπάρι και να ρίξουμε την τελευταία μουσαμαδιά. Είχα δώ­σει κι εγώ το λόγο μου κι έμεινα. Δεν μπόρεσα να τον πάρω πίσω κι ήταν γραφτό από τότε να ζώ δίχως λόγο. Τυλίξαμε το βαπόρι στα φασκιά του κι έψαξα για τον καπετάνιο, όμως δεν βρισκόταν. Είχε γίνει άφαντος. Οι αστυνομικοί είχαν τε­λειώσει το ψάξιμο με τα καθρεφτάκια, ούτε κι αυτοί βρήκαν τίποτα κι έδωσαν το ελεύθερο για αναχώρηση. Και τότε εμφανίζεται ο καπετάνιος στη βαρδιόλα.

— Βίρα!…

Σαλτάρω στο αμπάρι τής πλώρης, για να με βλέπει κα­λά.

— Καπετάνιε! Είχες πει…

— Βίρα, είπα!…

Τα φοβόμουν κάτι τέτοια και είχα το σάκο έτοιμο ανάμεσα στα δυο αμπάρια. Τον αρπάζω και τον πετάω έξω στο μουράγιο. Οι κάβοι είχαν λασκάρει και το πλοίο απομακρυ­νόταν σιγά σιγά από τη στεριά. Ανεβαίνω στην κουπαστή και πηδάω και πέφτω στην αγκαλιά του σάκου μου. Γυρνώντας ν’ αποχαιρετήσω τούς συντρόφους μου από το κά­τεργο, βλέπω τον καπετάν-μαλάκα να έχει βγάλει το φυλ­λάδιό μου από την τσέπη και να μου το κουνάει σαν κουδουνίστρα. Τον άφησα λίγο, μέχρι να καυλώσει με το παι­χνίδι του, για να τη φάει δυνατότερα. Είχα φλος. Ο κόσμος είναι γεμάτος από κακούς ανθρώπους και όσα περισσότερα χαρτιά κουβαλάς μαζί σου, τόσο ευκολότερα μπορείς να τούς ξεφεύγεις. Βγάζω λοιπόν κι εγώ το διαβατήριο και του το παίζω με τον ίδιο τρόπο. Λίγο ακόμα και το βαπόρι θα γι­νόταν κομμάτια πάνω στον ντόκο. Οι θεατές, που ως εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσαν το παιχνίδι με θλίψη, αμόλησαν τούς κάβους από τα χέρια, για να χειροκροτήσουν. Κα­ταπληκτική παρτίδα. Η καλύτερη που έπαιξα πάνω στο κωλοβάπορο.

Το πρώτο που έκανα φτάνοντας στο Βουκουρέστι ή­ταν να κατεβώ στις τουαλέτες. Χρειαζόμουν κιόλας ένα κα­τούρημα. Όπως το φοβόμουν, η τελευταία ήταν πιασμένη. Η τελευταία είναι πάντα πιασμένη. Αν όχι από κάποιον που χέζει, από κάποιον που ψάχνει ή ψάχνεται. Κατούρησα κι έ­κοβα βόλτες πάνω κάτω με το σάκο κρεμασμένο στον ώμο, απ’ όπου κρέμονταν τα πράματα τής Σοφίας. Μπήκαν δυο τρεις και βγήκαν άλλοι τόσοι κοιτώντας με όλοι μ’ ένα μάτι. Κάποτε άδειασε κι αυτός που μ’ ενδιέφερε αδειάζοντάς μου και τη γωνιά. Μπήκα μέσα, μαντάλωσα, κι αυτό που αντίκρισα με κατατρόμαξε. Η πόρτα ήταν βαμμένη με με­λάνι. Ακόμη και τα μεγάλα γράμματα ήταν γεμάτα με μικρά γράμματα. Γονάτισα να ψάξω. Μαζί με μένα γονάτισαν κι οι ελπίδες μου. Υπήρχαν σε διάφορες γλώσσες διάφορες συμβουλές και παροτρύνσεις, αλλά για μένα ούτε λέξη. Έψαξα και στην άλλη γωνιά, μήπως έγινε κάποιο λάθος, κι έ­πειτα και στις άλλες γωνιές. Τίποτα. Σκέφτηκα πως ίσως να μη βρήκε κενό χώρο στις γωνιές και ακουμπώντας το σάκο καταγής, έψαξα πόντο πόντο ολόκληρη την πόρτα. Βρήκα κι ένα ελληνικό «ΓΑΜΙΕΣΑΙ», αλλ’ αυτό βέβαια δεν αφορούσε εμένα. Αν έγραφε κάτι τέτοιο ο Νικόδημος, θα το ‘γραφε στη γωνιά που είχαμε συμφωνήσει, για να το βρω αμέσως.

Ανέβηκα στο καφενείο και ήπια μια μπίρα. Κάποιος πλησίασε και με ρώτησε αν πουλάω τα σπαθιά. Όχι. Το τζιν που φοράω; Ούτε. Ήπια κι άλλη μπίρα. Πλησίαζε η ώ­ρα δέκα και όπου να ‘ναι έπρεπε να φανεί ο Νικόδημος. Ξύ­πνιο παιδί, ο μπαγάσας — η αλήθεια να λέγεται. Στα λιμάνια σπάνια βλέπανε τον παρά του, γι’ αυτό και ήταν πάντα φορ­τωμένος. Τζάμπα έπινε, τζάμπα γαμούσε. Όχι επειδή ήταν τίποτε ωραίος, αλλά είχε γερά πόδια κι έτρεχε. Κι επειδή συνήθως βγαίναμε παρέα, έπρεπε να τρέχω κι εγώ ξοπίσω του.

Η ώρα δέκα ήρθε, αλλά όχι κι ο Νικόδημος. Με ζώσα­νε μαύρα φίδια. Έμεινα άλλη μισή ώρα εκεί ελπίζοντας κι έπειτα σηκώθηκα και έψαξα σ’ όλο το σταθμό για κείνο το μουστερή με τα σπαθιά. Είχε χαθεί. Το μόνο γνωστό πράμα που βρήκα εκεί μέσα, ήταν ένα τηλέφωνο. Στάθηκα μπρο­στά του κοιτώντας το. Έξω είχε πέσει μαύρη νύχτα «Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος». Σαν τί φύσαγε; Σαν γύφτος, σου λέω. Να πάρει ο διάβολος! Σ’ αυτή την πόλη ζούσε κάποιος που είχε σπαράξει την εφηβική μου καρδιά και μου είχε δη­μιουργήσει την εντύπωση πως ή ζωή δεν είναι άλλο, παρά «ο λάκκος των λεόντων». Άνοιξα τον κατάλογο κι έψαξα, αλλά το όνομά του δεν υπήρχε. Σταμάτησα στο πρώτο ελ­ληνικό όνομα που είδα. Σκηνοθέτης, έγραφε δίπλα. Καλό αυτό, σκέφτηκα, άνθρωπος με φαντασία. Πήρα τον αριθμό και περίμενα. Κάτι ακούστηκε στην άλλη άκρη.

— Με συγχωρείτε. Έλληνας είστε;

Το κάτι που ακούστηκε πριν, ξανακούστηκε. Συνέχισα.

—  Είμαι ναυτικός κι έχω ξεμείνει στο Βουκουρέστι. Δεν έχω ούτε λεφτά ούτε γνωστούς. Μήπως ξέρετε πού θα μπορούσα να πάω, για να περάσω τη νύχτα;

Περίμενα. Θα ‘χει πλάκα, λέω, τώρα να μου πει, «Εδώ, παιδί μου, εδώ. Το κρεβάτι τής κόρης μου είναι αρκετά φαρδύ και θα βολευτείτε. Νύχτα είν’ αυτή, θα περάσει….» Όμως δεν ακούστηκε τίποτα — ούτε εκείνο το κάτι.

— Αν δεν ξέρετε εσείς, δώστε μου το τηλέφωνο του κυ­ρίου Λουντέμη. Αυτός θα καταλάβει τη θέση μου.

— Πάρτε την κυρία Τάδε στον αριθμό τάδε.

Κι έκλεισε. Πήρα την κυρία Τάδε κι επανέλαβα το κεί­μενό μου, αλλά αυτήν τη φορά έβαλα περισσότερο αίσθη­μα στη φωνή μου. Την έπεισα.

— Καλώς ήρθατε. Είναι στον αριθμό έτσι κι έτσι.

Μόλις άκουσα τη φωνή, κατάλαβα πως μιλάω με συγ­γραφέα. Του είπα τα ίδια και με το ίδιο αίσθημα — τη φορά αυτή ήταν αληθινό. Δίστασε λίγο. Δικαιολογημένα — βρι­σκόμαστε στα 1971…

— Πού είστε τώρα;

—  Στο σταθμό. Παίρνω από το τηλέφωνο δίπλα από την είσοδο…

—  Μείνετε εκεί. Σε δέκα λεπτά θα έρθει ή γυναίκα μου να σάς πάρει…

Δόξα Σοι! Δόξα στους συγγραφείς και στα τηλέφωνα και στις γυναίκες των συγγραφέων!… Ακόμα και στο χαμούρη τον Νικόδημο λίγη δόξα, που πήγε να μου κάνει κακό και μου ‘βγαινε σε καλό.

Μόλις την είδα, τη γνώρισα. Εδώ είχαμε τα ίδια γούστα με τον μπαρμπα-Λουντέμη. Φορούσε μπότες, μπερέ και καμπαρντίνα. Έμοιαζε με ρωσίδα πριγκίπισσα, που είχε ασπαστεί το σοσιαλισμό εξαιτίας του έρωτά της για κάποιο συνάδελφο, να πούμε. Ήταν πολύ όμορφη και τις πολύ όμορφές γυναίκες μόνο συγγραφείς θα ‘πρεπε να τις πιά­νουν στα χέρια τους. Η ομορφιά για να μείνει ομορφιά και να μείνει και κοντά σου, χρειάζεται συνέχεια σκάλισμα και πότισμα και τέτοια γαϊδουρινή υπομονή μόνο τα γαϊδούρια και οι συγγραφείς έχουν. ‘Ακόμα και συγγραφείς σαν και μένα, που δεν έχουν γράψει τίποτα προς το παρόν — αυτοί κι αν πρέπει να ‘χουν υπομονή…

—  Πώς είναι να ζει κανείς με ένα μεγάλο συγγραφέα; τη ρωτάω στο δρόμο.

— Πολύ ωραία και πολύ άσχημα…

Όπως και με μένα, δηλαδή. Νόμιζα πως άκουγα τη Σο­φία. Εγώ δεν είχα γράψει σχεδόν τίποτα ακόμη, αλλά το πράμα μιλούσε από μόνο του. Σταματήσαμε σε μια μονοκα­τοικία. Φαντάστηκα πως θα ήταν να ζούσα εγώ σ’ αυτό το σπίτι μ’ αυτήν τη γυναίκα.

—  Ωραίο σπίτι… λέω δήθεν αδιάφορα. Εδώ γίνεσαι συγ­γραφέας και χωρίς να ‘σαι…

Χαμογέλασε ευγενικά. Περάσαμε ένα δωμάτιο, όπου βρισκόταν το γραφείο, και μπήκαμε σ’ ένα άλλο, όπου βρι­σκόταν ο Λουντέμης. Ήταν ξαπλωμένος στην πολυθρόνα με το πόδι πάνω σε σκαμνί κι έβλεπε τηλεόραση. Πρώτη φορά αντίκριζα ένα συγγραφέα εκτός από μένα τον ίδιο, και ή διαφορά ήταν τεράστια. Στο μόνο που βρήκα κάποια ομοιότητα ήταν το βλέμμα, όμως το βλέμμα θεωρείται εργαλείο στο συγγραφέα κι όλα τα κατσαβίδια λίγο πολύ μοιάζουνε.

Η γυναίκα έφερε ένα μπουκάλι ούζο και μεζέδες κι εγώ άρχισα την ιστορία μου. Στα μισά με διέκοψε ο Λουν­τέμης, τράβηξε ένα χέσιμο τούς εφοπλιστές και μετά συνέ­χισα. Βγήκα από την ιστορία μου ρακένδυτος και κακομοί­ρης, αλλά τροπαιοΰχος σαν ήρωας ιστορίας δικιάς του.

— Θα κοιμηθείς εδώ απόψε… λέει συγκινημένος.

Φρέσκα νέα από την Πατρίδα δεν είχα και σε λίγο πιάσαμε να μιλάμε για τούς ‘Έλληνες ποιητές και συγγραφείς.

Ο μπαρμπα-Λουντέμης γέμισε ολόκληρο κενοτάφιο, αλλά ποιους έθαψε και πού τούς έθαψε, αυτό δεν το μαρτυράω. Εξάλλου εγώ κρατούσα το φανάρι, να τού φέγγω. Όταν σιγουρεύτηκα πως δεν υπήρχε άλλος κενός χώρος στο μνημούρι, αποκάλυψα το αληθινό μου πρόσωπο.

— Ξέρετε, γράφω κι εγώ… τού λέω κοιτώντας εκείνη.

Ο Λουντέμης γύρισε απότομα και με κοίταξε με κείνο το βλέμμα του, που μου θύμιζε το δικό μου, μέχρι που πεί­στηκα πως κατά κάποιο τρόπο είχα προδώσει τον ίδιο μου τον εαυτό. Πήγα κι ήρθα πάνω στην καρέκλα.

—  Ά, μπα!… έκανε και πήγε κι ήρθε κι αυτός πάνω στην ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ. Ελπίζω να διαβάσω κάποτε κάτι δικό σου. Το γράψιμο είναι μεγάλη τέχνη, αγαπητέ μου… Να, ας σου πει η γυναίκα μου τί έκανε όταν μετέφραζε κάποιο βιβλίο μου. Ήταν στο γραφείο της και με πήρε τηλέφωνο. Πες του τι έγινε…

—  Έκλαιγα… Του τηλεφώνησα και του είπα, δεν μπορώ άλλο, κλαίω συνέχεια.

Δεν μίλησα. Ο καθένας έχει τον τρόπο του.

—  Να μεταδίνεις στον άλλο τη συγκίνησή σου… Τότε θα μπορέσεις να γράψεις. Καταλαβαίνεις τί θέλω να πω;

— Μάλιστα…

Ένα δείγμα τής μαστοριάς μου είχα φανερώσει κιόλας με την ιστορία μου, όμως δεν είπα τίποτα. Ό,τι και να ‘λεγα δεν θα ‘βρισκα το δίκαιό μου. Έπιασε από το ράφι ένα χον­τρό φάκελο.

—  Μπορείς να περάσεις αυτό το χειρόγραφο στην Πατρί­δα; Είναι το τελευταίο μου μυθιστόρημα.

— Και βέβαια μπορώ.

Μιλήσαμε κάμποσο γι’ αυτό το μυθιστόρημα κι έπειτα η γυναίκα σηκώθηκε. Πλησίαζαν μεσάνυχτα.

— Πάω να σάς στρώσω…

—  Μια στιγμή… κάνει σκεφτικός ο Μέλιος. Νομίζω πως θα ‘ταν καλύτερα αν κοιμόταν στο ξενοδοχείο. Τον τελευταίο καιρό μου κάνουν πολύ συχνά έλεγχο… τονίζει γυρνώντας σε μένα.

— Όπως θέλετε…

Άφησα με τρόπο το προτελευταίο μπουκάλι ουίσκι δί­πλα από την καρέκλα που καθόμουν και σηκώθηκα.

— Το χειρόγραφο;

— Χειρόγραφο; Ά, δεν βαριέσαι… Ας μείνει εδώ…

Βέβαια, και να έμενε εκεί, δεν θα χαλούσε. Ίσως να είχε γνωρίσει κι εκείνος στο βλέμμα μου το βλέμμα του, ί­σως πάλι να ήταν προληπτικός και να πίστευε πως δεν θα ξημέρωνε η μέρα, έτσι και κοιμόμασταν οι δυο μας κάτω από την ίδια στέγη. Αντί το χειρόγραφο, μου έδωσε ένα τυπωμένο βιβλίο.

— Γράφετε «και για τη Σοφία» παρακαλώ; του λέω καθώς έγραφε την αφιέρωση. Σάς αγαπάει πολύ…

Μου έδωσε και τριακόσια λέι. Του είπα πως τα παίρνω δανεικά και πως κάποτε θα του επέστρεφα τα λέι μαζί μ’ έ­να βιβλίο δικό μου. Το ‘κανα. Το σωστό θα ήταν να του επέστρεφα τα λέι μαζί με δυο βιβλία δικά μου. Του ευχήθηκα να τον ξαναδώ στην Ελλάδα πια και χωρίσαμε. Μπήκα με τη γυναίκα στο αυτοκίνητο και πήραμε πάλι τούς δρό­μους. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο χωρίς να πούμε λέξη κι άποχαιρετιστήκαμε μπροστά στο σκοπό χωροφύλακα. Δεν την ξανάδα — ούτε και τον Λουντέμη. Το πρωί που κατέβη­κα, έμαθα πως ο λογαριασμός ήταν πληρωμένος· κι ακόμα πως το ρουμάνικο χρήμα δεν είχε πέραση στη Γιουγκοσλαβία. Έβγαλα εισιτήριο μέχρι τη Θεσσαλονίκη και μου έμει­ναν και μια χούφτα λέι για φάγωμα. Όλο το ταξίδι το πέρασα στο μπαρ του τρένου. Είχα αφήσει τα λεφτά πάνω στο τραπέζι και είπα στο γκαρσόνι να φέρνει και να παίρνει. Ή­μασταν μόνοι εκεί μέσα και τόσο σιωπηλοί, που ο καθένας μας ένιωθε δυο φορές μόνος. Σκεφτόμουν. Η επαφή μου μ’ ένα συγγραφέα με είχε κολλήσει «συγγραφικότητα» και βιαζόμουν να βρεθώ κοντά στη Σοφία για ν’ αρχίσω κι εγώ να γράφω τα «πάθια μου». Έφτασα στα σύνορα μόνο με κείνα τα πέντε δολαριάκια και οι Γιουγκοσλάβοι τα θέλανε όλα για τη βίζα. Τούς τα ‘δωσα.

Βράδιαζε όταν αντίκρισα το σπίτι της Σοφίας. Η θυρωρίνα μου έπιασε το χέρι κι άρχισε να κλαίει. Έκλαιγε όχι σαν να φτάνω, αλλά σαν να φεύγω. Ακόμα δεν ήξερα γιατί. Την παρακάλεσα να πληρώσει το ταξί και να μου ανοίξει την πόρτα από το διαμέρισμα. Τα έκανε όλα κλαίγοντας.

Ξάπλωσα στο στενό κρεβάτι τής Σοφίας κι αποκοιμήθηκα αμέσως. Με ξύπνησε ο ήλιος και το χέρι που μάλαζε την πλάτη μου. Όλοι ήμασταν εδώ, λοιπόν. Γύρισα. Ή Σο­φία μου χαμογελούσε με κείνο το πονεμένο της χαμόγελο, που ευχόσουν καλύτερα να μη σου χαμογελάει. Το ‘βλεπες, πως υπόφερε για λογαριασμό σου. Είχε μπανιαριστεί και φορούσε μπουρνούζι. Το άνοιξα για να δω και τα βυζιά της· μου είχαν λείψει περισσότερο κι από την ίδια.

— Όχι… πρέπει να φύγω…

Την τράβηξα πάνω μου και με βοήθησε να τής βγάλω το μπουρνούζι. Έπειτα μ’ έπιασε με το χεράκι της και με οδήγησε στη σπηλιά, που κάποτε παίζαμε, φοβούμενη ίσως πως μόνος μου δεν θα ‘βρισκα πια το δρόμο. Έτσι ήταν ή Σοφία — βοηθούσε όλο τον κόσμο. Όση ώρα καθόταν πά­νω μου κουνιόταν μπρος πίσω, έτσι όπως κουνιούνται και οι μοιρολογήτρες. Το πρόσωπό της είχε πλημμυρίσει και τα δάκρυα κατρακυλούσαν στα μούτρα μου και ήταν σαν να γαμώ κάποια που μόλις κήδεψε τον αγαπητικό της ή σαν να γαμούσε εκείνη το πτώμα του. Όταν φτάσαμε στο τέρμα, ξεκαβαλίκεψε απότομα και βγήκε από το δωμάτιο. Γύρισε σχεδόν αμέσως ντυμένη και με το ταγάρι της φουσκωμένο.

— Μπορείς να μείνεις εδώ δυο τρεις μέρες. Χάρηκα που είσαι καλά… Πρέπει να σου πω ότι αγαπάω ένα συγγρα­φέα…

Έμεινα στο κρεβάτι και άκουγα τις πόρτες μια μια ν’ ανοίγουν και να κλείνουν. Πρώτα εκείνη του διαμέρισματος, μετά του ασανσέρ, ξανά του ασανσέρ και τέλος τη με­γάλη εξώπορτα. Τότε σηκώθηκα να ετοιμαστώ κι εγώ. Με­τά τόσες μέρες ξεκρέμασα τα σπαθιά και το καπέλο από το σάκο και τ’ άφησα στο τραπέζι. Επιτέλους, απαλλαγόμουν άπ’ αυτές τις έγχρωμες μαλακίες. Μαζί άφησα και το βιβλίο του Λουντέμη.

Αντικρίζοντάς με ή θυρωρίνα έβαλε πάλι τα κλάματα.

— Φεύγετε, ε;

Κούνησα το κεφάλι. Αυτηνής ήμουν ο τύπος της.

— Πού θα πάτε — ακόμα δεν ήρθατε…

—  Στον Πειραιά… Μήπως έχετε τίποτε λεφτά να μου δανείσετε για το εισιτήριο;

Έβγαλε το πορτοφολάκι και κλαίγοντας το αναποδογύρισε πάνω στο θυρωρείο. Μου τα μέτρησε όλα στη χού­φτα, ακόμα και τα κέρματα. Όσο κράτησε αυτή ή δουλειά, κουνούσε το κεφάλι — πως δεν καταλάβαινε τίποτε πια. Εγώ καταλάβαινα· ούτε και φέτος θα γινόμουν συγγρα­φέας.

Advertisements

66 Σχόλια to “Να είσαι και να μην είσαι (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    >Για να φτάσω στη Θεσσαλονίκη και να χαρώ τον κόλπο της και τον κόλπο τής Σοφίας

  2. gpoint said

    # 1

    και η σπηλιά ; σου ξέφυγε ;

  3. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλημέρα!
    Συμφωνώ. Τα πρώτα βιβλία του Σουρούνη είναι τα καλύτερά του. Είχαν γνησιότητα που χάθηκε στη συνέχεια, όταν το γράψιμο έγινε επαγγελματική υποχρέωση. Αυτό συμβαίνει με πάρα πολλούς συγγραφείς.

  4. Γς said

    Δικός μου.
    Τον πάω.
    Κρίμα που δεν τον ήξερα.

    Παίρνω τλφ την φίλη μου Αρετή, τη βιβλιοπόλισσα να δώ τι βιβλία του έχει και τι να μου παραγγείλει

    Να βάλουμε και μια φωτογραφία του

  5. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3 Από την άλλη, αν τρέχει για τον βιοπορισμό πώς να γράψει;

    4 Πολύ χαίρομαι 🙂

    Θα λείψω για μερικές ώρες.

  6. cronopiusa said

    «Η γειτονιά που μένω είναι γεμάτη από συγγραφείς κι από γάτες. Πηγαινοέρχονται ή κάθονται σκόρπια πάντα σε βαθιά απομόνωση και σε βαθύτερη συλλογή. Για τις γάτες μπορώ να φανταστώ ποιοι λόγοι και ποιες αιτίες λειτουργούν, ώστε φτάνοντας εδώ να καταλάβουν ότι έφτασαν στη γατοελβετία και να τερματίσουν το ταξίδι τους, όμως για τους συγγραφείς δεν είμαι απόλυτα βέβαιος. Δεν μπορώ, δηλαδή, να φανταστώ πως τους έλειπαν τόσο πολύ οι αναγνώστες κι ήρθαν εδώ, στην οδό Αναγνωστοπούλου, για να τους βρούνε. Ακόμα κι εμένα, που, όσο και να πεις, κάποιοι μου λείπουνε, δεν κουβαλήθηκα εδώ για να ‘μαι κοντά ούτε σε αναγνώστη ούτε σε αναγνωστόπουλο. Πάντως, η άφιξη μου ενίσχυσε αυτόν τον περίεργο πληθυσμό κατά ένα συγγραφέα και κατά ένα γάτο…».

    Τοῦ Αντώνη Σουρούνη δεηθῶμεν.

    Καλή σας μέρα!

  7. atheofobos said

    Το γράψιμο του πετυχαίνει να σου δίνει την αίσθηση ότι αυτά που διαβάζεις είναι σαν να βρίσκεσαι κάπου, όπου υπάρχει ένας γλαφυρός αφηγητής, που όλοι κρέμονται από το στόμα του καθώς αφηγείται πραγματικές ιστορίες από την ζωή του.
    Όταν υπήρξαν οι πρώτες αντιδράσεις για τους μετανάστες από όσους δεν μπορούσαν να αντιληφθούν και να αποδεχθούν τις πολιτιστικές διαφορές που έχουν από μας, θυμήθηκα την μοναδική περιγραφή του Σουρούνη για την απέχθεια που είχε η Γερμανίδα σπιτονοικοκυρά του για τους Έλληνες νοικάρηδες της, γιατί το σπίτι της μύριζε από τα κρεμμύδια που τσιγάριζαν!

  8. Ωραίο, πολύ ωραίο. Νάχε γνωρίσει στ’ αλήθεια τον Λουντέμη; Θυμάμαι το Πάσχα στο χωριό, εκ των υστέρων μου θυμίζει τα παρισινά του Χεμινγουέι — και τις επιφυλλίδες στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.

  9. Γιάννης Κουβάτσος said

    5. Γράφει διηγήματα, ένεκα το μεράκι. Είναι σύμπτωση ότι οι Έλληνες λογοτέχνες είναι ανέκαθεν καλύτεροι διηγηματογράφοι και ποιητές παρά μυθιστορηματογράφοι;

  10. cronopiusa said

    Εργογραφία

    Μυθιστόρημα

    Ένα αγόρι γελάει και κλαίει,1969

    Οι συμπαίχτες, Θεσσαλονίκη, Νέα Εγνατία, 1977

    Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι, Αθήνα:Νέα Σύνορα – Λιβάνης, 1985

    Πάσχα στο χωριό, νουβέλα, Αθήνα:Καστανιώτης, 1991

    Ο χορός των Ρόδων, Αθήνα:Καστανιώτης, 1994 (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1995)

    Γκας ο γκάνγκστερ, Αθήνα: Καστανιώτης, 2000

    Το μονοπάτι στη θάλασσα, Αθήνα: Καστανιώτης, 2006

    Διηγήματα

    Μερόνυχτα Φραγκφούρτης, Αθήνα: Ύψιλον, 1982

    Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου, Αθήνα: Νέα Σύνορα – Λιβάνης, 1983

    Υπ’ όψιν της Λίτσας, Αθήνα: Καστανιώτης, 1992

    Μισόν αιώνα άνθρωπος, Αθήνα: Καστανιώτης, 1996

    Κυριακάτικες ιστορίες, Αθήνα: Καστανιώτης, 2002

    Νύχτες με ουρά, Αθήνα: Καστανιώτης, 2010

    Άλλα έργα

    Το μπαστούνι, παραμύθι. Σκίτσα: Σπύρος Γούσης. Αθήνα:Καστανιώτης, 1996

    Συλλογικά έργα

    Τέλος καλό, όλα καλά, Καστανιώτης, 2012

    Η Θεσσαλονίκη των συγγραφέων, Ιανός, 2011

    Ο δρόμος για την Ομόνοια, Καστανιώτης, 2005

    Το παιχνίδι των τεσσάρων, Καστανιώτης, 1998

    Άσεμνες ιστορίες, Πατάκης, 1997

    ΠΗΓΗ: Book Bar

  11. alekos81 said

    https://www.thepressproject.gr/article/101292/To-proteleutaio-keimeno-tou-ThePressProject

  12. Γς said

    4:

    Είπα για την Αρετή και θυμήθηκα τη παρέα μας.

    https://sarantakos.wordpress.com/2016/06/04/meze-222/#comment-361788

    Μονο που δεν θα είναι η Ειρήνη εκεί όταν θα μιλάμε για τον Σουρούνη.

    Δώδεκα μέρες τώρα, κάτω από δυο μέτρα χώμα.

    «Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι αν είμαι έρχεσαι»

  13. Επειδή λόγω τηε ώρας που δημοσιεύτηκε πέρασε απαρατήρητο, δείτε κι αυτό να φρίξετε:
    https://sarantakos.wordpress.com/2013/09/04/mathematics-lang/#comment-386955

  14. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ποιο, Άγγελε, το έμεσμα του Παναγιώτη Π; Ε, καλά, γεμάτο το διαδίκτυο βρισιές ψευδώνυμων καραγκιόζηδων και η Αθήνα περιττώματα σκύλων. Αμφότερα τα προσπερνάς, προσέχοντας μη λερωθείς.

  15. nikiplos said

    Μου άρεσε το διήγημα. Μου άρεσαν και οι Κυριακάτικες ιστορίες στην Ελευθεροτυπία, τις είχα ξεχωρίσει κάπως. Μετά το μιλένιουμ, διάβασα επιφυλίδες του, όμως δεν μου άρεσαν πολύ. Δεν είχε να κάνει ενδεχομένως τόσο με τον ίδιο, όσο με εμένα που καθώς ζούσα στο εξωτερικό, τα ερεθίσματα που μετέδιδε και εξέπεμπε ήταν φιλτραρισμένα από την απόσταση και την δική μου εξωραϊσμένη οπτική γωνία για τον τόπο, πασπαλισμένη με ολίγη φαντασμένη ευρωπίλα που έπρεπε επιτέλους κι εμείς να φθάσουμε… Μπορείς όμως να περιγράψεις το Μοδιάνο σε κάποιον χωρίς τις οσμές? Αντίστοιχα την οδό Αυλητών στο Μοναστηράκι της Αθήνας και τα παρακείμενα σε αυτήν ψευτοκυριλέ-στενάκια χωρίς την τελειωμένη πρέζα και την κατουρίλα? Ο Αντώνης Σουρούνης μου άρεσε γιατί μετέδιδε τρόπον τινά αυτές τις οσμές στα βιβλία του, και γιατί δεν εξωράϊζε τίποτε. Αν ήταν Άγγλος, αναμφισβήτητα θα τον είχαν κάνει ταινία…

  16. Σουμελα said

    Τον αγαπώ πολύ τον Αντώνη Σουρούνη γιατί γράφει με αυτό που είναι, εκείνο που ζει.
    Σουμέλα

  17. Γς said

    13:

    >είστε κάτι παραπάνω από ένα απόλυτο τίποτα μέσα σε ένα άπειρο σύμπαν

    παρακάτω ήθελε να πει ο τύπος, αλλά τεσπά.

  18. Pedis said

    Ευχαριστούμε Νικοκύρη. Δεν είχε τύχει να διαβάσω τίποτα δικό του. Διασκεδαστικός. Άλλος ένας της μεγάλης σχολής Χέμινγουέι. (Αλήθεια, πριν τον Χ. υπήρξε άλλος με το δικό του στυλ και να ‘ναι επιτυχημένος;
    Δύσκολο στυλ, διότι φαίνεται απλό.)

    Αν το συγκεκριμένο διήγημα είναι χαρακτηριστικό του τρόπου γραφής, τότε δεν αποκλείεται να μην πέσω έξω αν πω ότι και του λόγου του θα έχει επηρεάσει μερικούς από τους σημερινούς μπλογκραφιάδες που έχουν πετυχεσά.

  19. Alexis said

    Ωραίο διήγημα!
    Λιτή εξιστόρηση που κυλάει αβίαστα και απλά…

    Πολύ καλή επιλογή το σημερινό Νίκο!

  20. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Δεν τον ήξερα τον Σουρούνη, σήμερα τον έμαθα, εδώ στο ιστολόγιο της αβίαστης γνώσης. Μου αρέσει το γράψιμό του, και θα πάρω τα τέσσερα βιβλία

  21. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Καλά άμα μάθω εγώ να γράφω στο τάμπλετ χωρις να μπερδεύω το Παρίσι με το κυπαρίσση, θα ανατείλει ο ήλιος από την δύση.
    Συνεχίζω, τα τέσσερα βιβλία της αρχής του άρθου, εμπιστευόμενος τις κριτικές σας.

  22. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δεν θα βρεις τους «Συμπαίχτες», Λάμπρο, γιατί είναι εξαντλημένο. Ίσως το επανεκδώσει ο Καστανιώτης λόγω του θανάτου του Σουρούνη, και καλά θα κάνει, αφού είναι το πιο δυνατό «μυθιστόρημα» του μακαρίτη. Τα άλλα τρία κυκλοφορούν και είναι θαυμάσια.

  23. cronopiusa said

    Πόσοι από εμάς έχουν ταξιδέψει με τον Μιαούλαρο;

    και τι ωραία τον περιγράφει στο ΧΑΡΙΕΤ 1, σχόλιο 10

  24. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    22 – Ευχαριστώ για την πληροφορία Γιάννη.

  25. ΓιώργοςΜ said

    Φαίνεται πως όλοι πέσαμε με τα μούτρα στην ανάγνωση και δεν είδαμε το λαθάκι δακτυλογράφησης στον τίτλο, ε;

  26. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    «Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»

  27. ΣΠ said

    Σε εκείνο το «απαλλαγόμουν», που γράφει προς το τέλος, σκόνταψα. Το «απαλλασσόμουν» είναι πολύ καθαρευουσιάνικο;

  28. Στράτος Βασδέκης said

    Πολύ ωραίο το διήγημα: αβίαστο, κελαριστό γράψιμο, λιτό ύφος, λόγος πηγαίος, λαικός και μεστός, πικρό χιούμορ και καλή καρδιά!
    Ανεπιφύλακτα συνιστώ και το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Το μονοπάτι στη θάλασσα», Καστανιώτης, 2006.

  29. spiral architect said

    Τον Χορό των Ρόδων θυμάμαι ότι τον έφερε σπίτι η σύντροφος. Έτσι έμαθα τον Σουρούνη, το αλανιάρικο και μποέμ στυλ του, αλλά και τη στρωτή κι ανθρώπινη γραφή του. Να πω την αλήθεια ήταν η περίοδος που πίστευα (κι εν πολλοίς ακόμα πιστεύω) ότι, δεν υπάρχουν ή δεν εκδίδονται) «σοβαροί» νεοέλληνες συγγραφείς. Μ’ έκανε να αλλάξω γνώμη λίγο.
    Καλό του ταξίδι. 😐

  30. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα -μόλις γύρισα.

    Χαίρομαι που σας άρεσε ο Σουρούνης

    27 Περίμενα πως θα σχολιαζόταν ο τύπος αυτός. Το ‘απαλλασσομουν’ δεν μου πηγαίνει σε αυτό το ύφος.

    11 Κρίμα. Θα στείλω κάτι.

  31. Γιάννης Κουβάτσος said

    28. Ναι, κύριε Βασδέκη, έχετε απόλυτο δίκιο. Μεγάλη παράλειψη να μην αναφέρουμε το «Μονοπάτι…». Το βιβλίο της ζωής του.

  32. spiral architect said

    @11, 30δ: Κάτι του είπα τουιτερικά, αλλά ίσως δεν μετράει πολύ ο λόγος μου:

  33. sarant said

    32 Δηλαδή να ανατρέψει τον καπιταλισμό αντί να ψάχνει για χρηματοδότηση;

  34. sarant said

    25 Και βέβαια, σε απόλυτη εφαρμογή του νόμου του Μέρφι, το λάθος φάτσα-φόρα στον τίτλο έγινε τη μοναδική μέρα που έλειπα από το πρωί!

  35. spiral architect said

    @33: Μωρέ να ψάξει, έτσι κι αλλιώς αυτό κάνει. Αλλά οι θέσεις που διαχρονικά έπαιρνε και παίρνει το μέσο του (πέρα από τα αποκαλυπτικά άρθρα τύπου Luxleaks κλπ) ήταν υπέρ της «αριστεροποίησης» του καπιταλισμού.
    Γίνεται; Δεν γίνεται.

  36. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Σαν παλιό σινεμά. Γς, αν θες διάβασέ το ως το τέλος. 🙂
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=17089

  37. spatholouro said

    #24
    Για ρίξε ένα μάτι εδώ Λάμπρο:
    http://www.oldbooks.gr/books/cc/book/18653?catid=79

  38. Pedis said

    # 35 – Το ένα είναι άσχετο από τ’ άλλο. Πρέπει να αναγνωρίσεις ότι το μέσον αυτό, αν και γενικώς φιλοσυριζικό από τότε που βγήκε στη φόρα, δεν τους τη χάρισε από τον Ιούνη του ’15 και μετά.

    Και συχνά δημοσιεύονται αρκετά καλά και εμπεριστατωμένα άρθρα.

    Διάβασα την επιστολή του και μπερδεύτηκα. Το στυλ της επιστολής του δεν μου καλάρεσε, αν και δεν θα τον κρίνω αυστηρά διότι βρίσκεται κάτω από πίεση. (Το κακό με τις δημοσιεύσεις στο ίντερνετ και στα μπλογκ είναι ότι, για κάποιο παράξενο λόγο, ο γράφων έχει την εντύπωση ότι απευθύνεται -μόνο- σε φίλους του ή ότι γράφει ημερολόγιο. Είμαι σίγουρος ότι αν δημοσίευε στο χαρτί δεν θα έγραφε και δεν θα έλεγε ούτε τα μισά.) Τέλος πάντων, τις δυσκολίες τις καταλαβαίνω και πιστεύω στην ειλικρίνειά του και όλα όσα λέει για το μεράκι του, τα προβλήματα κλπ. Αλλά, σκέφτομαι ότι τέτοιου είδους εγχειρήματα τα κάνεις με φίλους ή τουλάχιστον με όσους είσαι σίγουρος, κι εκείνοι βέβαιοι για σένα, ότι έχετε κοινούς σκοπούς, όχι με ανθρώπους που είναι εργαζόμενοί σου.

    Δεν κατάλαβα τι έχει (είχε) στο μυαλό του σχετικά με το ΤΤΡ.

  39. Μαρία said

    32, 33
    Νόμιζα οτι το ΤΡΡ ήταν συλλογικό εγχείρημα, συνεταιριστικό. Βλέπω τώρα οτι πρόκειται για ατομική επιχείρηση. Πώς είναι δυνατόν να βασίζεσαι για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων σου στα λεφτά που θα μαζέψεις απο έρανο; Αυτό τηρουμένων των αναλογιών θυμίζει τις εγγυήσεις του αέρα για τα θαλασσοδάνεια των κομμάτων.

  40. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μισόν αιώνα πριν τρελαινόμασταν από χαρά επειδή μας προσλάμβαναν στη δουλειά, σήμερα τρελαινόμαστε από λύπη επειδή μας απολύουν από τη δουλειά. Τι έγινε, στ’ αλήθεια; Ποιος φταίει για τη στραβοτιμονιά που οδηγεί το αμάξι μας στον γκρεμό; Εμείς δουλεύαμε το οχτάωρό μας κι έπειτα πηγαίναμε να κοιμηθούμε, για να ξυπνήσουμε το πρωί φρέσκοι και ξεκούραστοι για να ξαναδουλέψουμε – σε τι φταίξαμε; Βλέπαμε την τηλεόρασή τους για να μάθουμε πώς να ντυθούμε, πώς να πλυθούμε, πώς να μιλούμε, πώς να συμπεριφερθούμε, πώς ν’ αγαπάμε και πώς ν’ αγαπηθούμε. Ο,τι μας λέγανε, το πιστεύαμε και το εκτελούσαμε αμέσως, γιατί τώρα δεν μας αποδέχονται και μας εγκαταλείπουν;
    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=25656

  41. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    37 – Spatholouro σ’ ευχαριστώ πολύ, κρυμμένος θησαυρός είναι για μένα η διεύθυνση που μου έδωσες, νάσαι καλά.

  42. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    32-33 – Aν δεν εκμεταλευτείς τα όπλα του (εχθρού) καπιταλισμού που δεν τα προστατεύει και είναι δωρεάν, δεν έχεις καμία πιθανότητα να τον νικήσεις, και ελάχιστες να επιβιώσεις. Όσο μεγάλη κι αν είναι η δύναμη του εχθρού, πάντα υπάρχει μιά φανερή μικρή αδυναμία που μπορεί να τον καταστρέψει, κι ας φαίνεται άτρωτος, αρκεί να την δεί κάποιος.

  43. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    35 – Εν αντιθέση με την καπιταλισμοποίηση της αριστεράς, που έγινε μιά χαρά και εύκολα. Η εργατική αλληλεγγύη, είναι σαν την χριστιανική αγάπη, ανύπαρκτη.

    40 – «Εμείς δουλεύαμε το οχτάωρό μας κι έπειτα πηγαίναμε να κοιμηθούμε, για να ξυπνήσουμε το πρωί φρέσκοι και ξεκούραστοι για να ξαναδουλέψουμε – σε τι φταίξαμε;»
    Κοιτάζω το συμφέρον μου διαβάζω εφημερίδα, και στο στρατό υπηρέτησα για την μαμά πατρίδα.

    » Ο,τι μας λέγανε, το πιστεύαμε και το εκτελούσαμε αμέσως, γιατί τώρα δεν μας αποδέχονται και μας εγκαταλείπουν;»
    ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ, ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΓΚΗ.

  44. Pedis said

    Έχω ένα πρόβλημα για τον Γιάννη Ιατρού που είναι μανούλα να βρίσκει έγκυρα στατιστικά στοιχεία (προσπάθησα αλλά βρίσκω μονάχα συγκεντρωτικούς καταλόγους).

    Διαβάζω εδώ, σύμφωνα με στοιχεία του Μητρώου Ανθρωπίνου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου, ότι μισθοδοτούνται 9.298 κληρικοί και 7.271 γιατροί του ΕΣΥ + 800 των Κέντρων Υγείας.

    Είναι αδικία! Γιατί, δηλαδή, οι γιατροί, αν θελήσουν να εξομολογηθούν -και ταυτόχρονα, άμα λάχει- να μπορούν να απευθυνθούν και να βρουν έναν, τουλάχιστον, ελεύθερο παπά, μένουν και καμιά τρακοσαριά ως βάρδια ασφαλείας, ενώ όσοι ανήκουν σε πολυπληθείς κατηγορίες εργαζομένων να είναι υποχρεωμένοι να μπαίνουν σε λίστα αναμονής;

  45. Παναγιώτης Κ. said

    Αξιοζήλευτη γραφή!

    » Να μεταδίδεις στον άλλο τη συγκίνησή σου…
    Τότε θα μπορέσεις να γράψεις «

  46. Παναγιώτης Κ. said

    @27. Για φαντάσου! Και εγώ σε αυτό σκόνταψα και αναρωτήθηκα αν «παίζει» και αυτός ο τύπος και αν ναι πως και δεν τον ξανασυνάντησα.

  47. Παναγιώτης Κ. said

    @42. Αυτό είναι! Να εκμεταλλευτείς τα όπλα του.
    Πολλοί όμως άνθρωποι κάθονται και κλαίνε την μοίρα τους και προσδοκούν κάποια…τελική λύση.

  48. Αγαθίας ο Σχολαστικός said

    Αγαπητοί συμπατριώται,

    εν αναμονή του αποψινού ξεκωλιάσματος (4 π.μ. ώρα Ρωμέικου) της ετοιμοθάνατης Χίλαρυ από τον ελληνόψυχο Ντόναλντ, είπαμε να διαβάσουμε και το Ιστολόγιό σας. Δηλώνουμε ότι εκπλαγήκαμε: Επί 15 ώρες ο μακαριστός Σουρούνης παρουσιάζεται ως λίαν αγαπητός συγγραφέας με χιλιάδες αναγνώστες και ουδείς τόλμησε να πεί το πιό βασικό: Στην κηδεία του την περασμένη Πέμπτη 6/10/2016 στην Αγία Αναστασία της «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων» δεν παρευρέθησαν ούτε 30 άτομα!.. Τόσο πολύ τον ήξεραν και τον αγαπούσαν οι συμπατριώτες του οι Θεσσαλονικείς. Ούτε οι ίδιοι του οι συγγενείς δεν πήγαν να τον ξεπροβοδίσουν…

    ΙΔΟΥ και το σχετικό τεκμήριο για να μή βγούν τίποτε συνταξιούχοι αναγνώστες και μάς διαψεύσουν.

    Αν δεν ήτο η «Ελευθεροτυπία» να δημοσιεύει τόσα χρόνια τα χρονογραφήματά του, δεν θα τον ήξερε κανείς στο Ρωμέικο. Όταν ζούσε στην Αθήνα (όπως μάς πληροφορούν μέλη της Κοινότητός μας, που τον έζησαν μεταξύ 1985-1995), ήτο τακτικός θαμών της Βαρβακείου Αγοράς και των πέριξ κακοφήμων πορνοσινεμάδων, τάχα για να αποκομίσει συγγραφικές εμπειρίες όπως έλεγε.

    Υπάρχει και σχετικό βίντεο από παλιά εκπομπή του Άρη Σκιαδόπουλου (ΕΡΤ) που δείχνει τον Σουρούνη να μπεκροπίνει στην Βαρβάκειο τρώγοντας «βρώμικα» και συνομιλώντας με τους εκδοροσφαγείς. Μετά, η κάμερα μάς δείχνει τον Σουρούνη να κατεβαίνει τα σκαλιά του «Αρίωνα» για να δεί τσόντα. Τέτοιο ρεμάλι ήταν ο μακαρίτης: Φιλοδοξούσε να γίνει ο Ρωμιός Μπουκόφσκι και – φυσικά – απέτυχε παταγωδώς…

  49. Γς said

    48:

    Δεν μπορούσες να περιμένεις κανα δυο μέρες ακόμα; Για τον Σουρούνη.

    Και να δεις που στην περίπτωσή σου [και την δική μου άλλωστε] θα περιμένουν πολύ πριν γράψουν κάτι [αν γράψουν, που δεν θα γράψουν…]

  50. Γς said

    48:

    Δηλαδή η Ειρήνη που γέμισε μια μεγάλη εκκλησία, εδώ και κάτω στο μοναστήρι ήταν κάτι παραπάνω απ τον Σουρούνη.

    Αστα. Πήγαμε απόψε με την κόρη μου και τον δικό της να φάμε πάνω στο δάσος της Αγίας Τριάδας.

    Και με βλέπει μια φίλη της από διπλανό τραπέζι¨

    -Που είναι το κορίτσι μας.
    -[Το και το]

    Κι αρχίζει η καομοίρα να πάίρνει τηλέφωνα.

    -Πέθανε η αραπίνα!

    Κλαίγοντας…

  51. Γς said

    50

    >Δηλαδή η Ειρήνη που γέμισε μια μεγάλη εκκλησία, εδώ και κάτω στο μοναστήρι ήταν κάτι παραπάνω απ τον Σουρούνη; ;;;

  52. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πάντως ο Σουρούνης δεν έκανε ποτέ παρέα με ακροδεξιά σκουπίδια.

  53. spiral architect said

    Τι λένε οι δημοσκοπήσεις ρε ελληνόψυχοι απ’ τα Κιούρκα; Πάει μπροστά ο Τρόμπας;

  54. sarant said

    49 Δεν μπορούσε, βεβαια…

  55. leonicos said

    Μια γραφή. Τίποτα παραπάνω

  56. Γς said

    55:

    >Μια γραφή. Τίποτα παραπάνω

    Ανάμεσα σε τόσες άλλες.

    Που εμένα μου άρεσε.

    Μία γραφή πολύ παραπάνω από πολλές άλλες.

  57. ΓιώργοςΜ said

    54 Κάπου είδα (και την κράτησα) μια στιχομυθία που αποδιδόταν (τότε, προ Ίντερνετ) στον Κομφούκιο με τους μαθητές του. Τους ρώτησε αν, πηγαίνοντας σε μια άγνωστη πόλη, θα θεωρούσαν καλό άνθρωπο κάποιον για τον οποίο όλοι έχουν κάτι καλό να πουν. Όταν οι μαθητές αποκρίθηκαν θετικά, αυτός τους διόρθωσε: Ένας πραγματικά καλός άνθρωπος κρίνεται ως καλός από τους καλούς και ως κακός από τους κακούς.

    Τον Σουρούνη δεν τον ήξερα, κρίνοντας από εκείνους που τον κρίνουν, μια χαρά θα ήταν.

    (Σημειωτέον ότι η στιχομυθία/παραβολή αφορά ανθρώπους εν ζωή, θέλει αρκετή μικρότητα να λοιδωρείς τους νεκρούς).

  58. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,

    44: Pedis

    Δεν κατάλαβα τι ψάχνεις ακριβώς, αλλά αν θέλεις μιά ανάλυση των ΔΥ, δες τον παρακάτω πίνακα (από Εθνικό Λογιστήριο του Κράτους, τα bold δικά μου)

    Κατηγορία προσωπικού και απασχολούμενοι σε αυτό.

    Πολιτικό Προσωπικό: 194.430
    Στρατιωτικοί: 78.183
    Στελέχη Σωμάτων Ασφαλείας: 68.111
    Εκπαιδευτικό Προσωπικό Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης: 67.761
    Εκπαιδευτικό Προσωπικό Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης: 67.651
    Νοσηλευτικό Προσωπικό: 36.333
    Ιατροί Ε.Σ.Υ.: 7.271
    Μέλη Δ.Ε.Π.: 7.187
    Δικαστικοί Υπάλληλοι: 6.418
    Κληρικοί: 9.298
    Δικαστές: 2.827
    Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό: 977
    Μέλη Ε.ΔΙ.Π.: 888
    Μέλη Ε.Τ.Ε.Π.: 801
    Ιατροί σε Κέντρα Υγείας: 800
    Εκπαιδευτικό Προσωπικό Τ.Ε.Ι.: 683
    Σπουδαστές Παραγωγικών Σχολών Δημοσίου: 636
    Διπλωματικοί Υπάλληλοι: 516
    Μουσικοί: 434
    Ερευνητές / Ειδικοί λειτουργικοί Επιστήμονες: 405
    Εκπαιδευτικό προσωπικό Ειδικής Αγωγής: 404
    Κύριο προσωπικό Ν.Σ.Κ.: 393
    Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι: 336
    Δικηγόροι με Έμμισθη Εντολή: 263
    Μέλη Ε.Ε.Π.: 234
    Δημοσιογράφοι: 106
    Ναυτικό Προσωπικό: 104
    Εκπαιδευτικό Προσωπικό και Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού: 72
    Λοιπές Κατηγορίες: 356
    Δεν έχει ορισθεί κατηγορία Προσωπικού: 13.035

    Γενικό Σύνολο: 566.913

  59. Γιάννης Ιατρού said

    58: Κι εδώ η οθονιά

  60. Γιάννης Ιατρού said

    59: Τα στοιχεία αφορούν 31/12/2015, ενημερωτικά 🙂

  61. Pedis said

    # 58,59,60 – Μπράβο Γιάννη!! Τα στοιχεία που δημοσίευσε το ΠΡΙΝ ήθελα να διασταυρώσω. Και τα βρήκες. Μιλ μερσί!

    Ιατροί Ε.Σ.Υ.: 7.271 + 800 (Κέντρων Υγείας)

    Κληρικοί: 9.298

    Πρόκειται για μια εξοργιστικά άδικη αναλογία για τους κληρικούς.

    Περί τους 300 κληρικούς δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στον γιατρό που τους αντιστοιχεί με βάση τα νούμερα.

    Έπεται ότι οι γιατροί είναι σε πλεονεκτική θέση. Μπορούν να κάνουν ταίρι τους έναν κληρικό, ως προσωπικό εξομολογητή, και μένουν και τρακόσοι ελεύθεροι για εξωσυζυγικές εξομολογήσεις.

  62. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    #61. Γιὰ νὰ κάνουμε καὶ λίγο μαῦρο χιοῦμορ.

    Ὑπάρχει πάντως σχετικὴ ἰσοδυναμία (μεταξὺ γιατρῶν καὶ παπάδων) στὰ δὺο ἀλλεπάλληλα στάδια τῆς παραγωγικῆς διαδικασίας, μὲ μικρὸ ποσοστὸ σχολάζοντος δυναμικοῦ στὸ δεύτερο στάδιο, πρὸς ἀποφυγὴ τυχὸν καθηστερήσεων (bottleneck).

  63. Γιωργος Μαυροειδής said

    Κυριε Σαραντάκο ΄θάνατος του Αντωνη Σουρούνη που είχα την τύχη να τον γνωρίζω προσωπικά ήταν ενα μεγάλο πλήγμα για την ελληνική λογοτεχνία ,γιατι πιστεύω ότι είχε πολλά να προσφερει ακόμα.
    Τωρα οσον αφορά τα βιβλία του είναι το ένα καλλίτερο απο το άλλο ,προσωπικα όμως πιστεύω ότι το Μονοπάτι στη θάλασσα είναι το κορυφαι.
    Στο δε Πασχα στο χωριό εχουμε για πρώτη φορά (απ΄οτι γνωρίζω) στην ελληνική λογοτεχνία την περιγραφή των αντίθετων πολιτικών πεποιθήσεων του πατέρα και του γιού με έναν πολύ προτότυπο τρόπο
    Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος στο διήγημα τον πατέρα φανατικό δεξιό στην κατοχή τον κυνηγούσε το ΕΑΜ , το δε γιό που ηταν στρατευμένος αριστερος στην διάρκεια της επταετίας τον κυνηγούσαν οι παλαιοί συναγωνιστές του πατέρα του .
    Αυτό το γεγονός που αποτελούσε ένα συνηθισμένο φαινόμενο στίς Ελληνικές οικογένειες απο όσο γνωρίζω για πρώτη φορά παρουσιάζεται στην Ελληνική λο γοτεχνία .Θα ήθελα τη γνωμη σου πανω σε αυτό

  64. Γιάννης Ιατρού said

    61 Pedis

    Μήπως σου διαφεύγει ότι και οι παπάδες γιατροί είναι (οι περισσότεροι ;;;), της ψυχής 🙂
    (Εγώ κατευθείαν στον παράδεισο θα πάω, χωρίς ενδιάμεση στάση στο καθαρτήριο!)

  65. nikiplos said

    @48, στο είπε ευενικά ο Γσ, εγώ θα στο πω λιγάκι πιο ωμά:

    Είσαι μεγάλος Trumpας… Σκέφτηκες ποτέ ότι οι ερωτικές προτιμήσεις του καθενός μας είναι αδιάφορες? Πχ αν κάποιος τη βρίσκει με γριές, μικρούλες, γίδια, κότες, ομόφυλους, χοντρές κοκ. Γιατί παιδούλα δεν μου φαίνεσαι να αγνοείς τι ανωμαλιάρηδες κυκλοφορούν εκεί έξω… (και στα μεγάλα και υπεράνω υποψίας σαλόνια βεβαίως βεβαίως)…

    Το τι σταυρό σηκώνει ο καθένας στην προσωπική του ζωή, νομίζω ότι πρέπει να τον σεβόμαστε για τον καθέναν. Ιδίως όταν είναι εκλιπών και δεν μπορεί (πλέον) να υπερασπιστεί (ή να επεφημήσει) τον εαυτό του.

    Ενδεικτικά για την μόρφωσή μας, η ταινία Ευδοκία στο τέλος εκτός από τον Λοχία που κινείται έχει και την ίδια την Ευδοκία να αποδέχεται το μοιραίο, δηλαδή να ξανακυλήσει στο βούρκο, αλλά και τον «κακό» να την σώνει, να την αγαπάει, να πονάει…

    (ζητώ συγνώμη από τους υπόλοιπους… )

  66. sarant said

    63 Αγαπητέ, καταρχάς σας ζηλευω που τον γνωρίσατε προσωπικά. Το Πάσχα στο χωριό, τότε που το διάβασα (πάνε 25-30
    χρόνια, όταν βγήκε τέλος πάντων) με είχε απογοητεύσει, το είχα βρει ρηχό, μιαν αρπαχτή σαν της ηρωίδας του της τραγουδίστριας. Μπορεί αν το ξαναδιαβάσω να αλλάξω γνώμη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: