Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τριήμερο στα κάγκελα (Φώντας Κονδύλης)

Posted by sarant στο 13 Νοεμβρίου, 2016


Καθώς πλησιάζει η επέτειος της 17 του Νοέμβρη σκέφτηκα να βάλω κάποιο πεζογράφημα γραμμένο για την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Παρουσιάζω ένα εκτενές απόσπασμα από το χρονικό του Φώντα Κονδύλη «Τριήμερο στα κάγκελα»: την πρώτη μέρα.

Το απόσπασμα αυτό το είχα ανεβάσει το 2008 στον παλιό μου ιστότοπο, μαζί με πολλά άλλα λογοτεχνικά έργα, ποιήματα τα περισσότερα, για τις 17 του Νοέμβρη. Σε αυτά να προσθέσουμε και το αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Ο τοίχος με τα κάγκελα» που το δημοσιεύσαμε εδώ πρόπερσι.

Ο Φώντας Κονδύλης (1939-2002) ήταν ηθοποιός και συγγραφέας, αλλά και συνάδελφος, μεταφραστής, με πολύ και αξιόλογο μεταφραστικό έργο. Είχε αντιδικτατορική δράση και είχε πάρει μέρος στα γεγονότα τότε.

ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΣΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ –
Πρώτη μέρα, Τετάρτη 14 Νοέμβρη 1973

Χαράματα

Ξύπνησα από ΄ναν εφιάλτη. Δεν ήταν τόσο το φίδι που με τρόμαξε, όσο η αίσθηση πως αν τολμούσα ν΄ ανοίξω τα μάτια μου, θάκανε μια «χραπ» και θα με καταβρόχθιζε, γιατί το φίδι, βόας τεράστιος, πύθωνας των τροπικών, βρισκόταν κουλουριασμένο στο κέντρο της μικρής μου κάμαρας, χοντρό, με το κεφάλι του στητό κοιτάζοντάς με καθώς κοιμόμουν, έτοιμο να με καταπιεί μόλις άνοιγα τα μάτια μου. Δεν μπορούσα να φανταστώ τις διαστάσεις του. Μπορούσα όμως με κλειστά τα μάτια να ζωγραφίσω τα χρώματά του, ιθαγενής εγώ στον τοίχο των σπηλαίων, με μόνο ξόρκι τις βαφές – οι φίλοι μου τ΄ αγριοβότανα. Κλειστά τα μάτια και τα χρώματα να ορμούν απ΄ όλες τις γωνιές στο κοίλον του πανικού μου. Αν καταφέρω να σε ζωγραφίσω, αν σ΄ αποδώσω πιστά, μ΄ όλη σου τη φριχτή μεγαλοπρέπεια, τότε θ΄ ανοίξω τα μάτια μου, φίδαρε, γιατί τότε θα μπορώ να σε σκοτώσω άκοπα, ακινητοποιημένος καθώς θάσαι στον τοίχο, έργο του τρόμου μου, μ΄ ένα όργανο αιχμηρό, στο κεφάλι, θα σου λιώσω το κεφάλι με την πέτρα, πρώτα αυτό, κι εσύ δε θα κουλουριαστείς στο κορμί μου, δε θα μπορέσεις, θα σούχω λιώσει κιόλας το κεφάλι, θα σε γδάρω μετά, με υπομονή, θα βρω τα εργαλεία, σιγά σιγά, το δέρμα σου, απ΄ το κεφάλι ως την ουρά, κι έπειτα θα φορέσω το δέρμα σου, και θάχω ψεύτικο κεφάλι. Τότε θ΄ ανοίξω τα μάτια μου, φίδι, πύθωνα, δράκε.

Αργεί πολύ να ξημερώσει. Είδα κι έπαθα ώσπου ν΄ ανοίξω τα μάτια μου. Τώρα τι γίνεται; Αν τα ξανακλείσω, είναι βέβαιο πως αυτή τη φορά θα πέσω κυριολεκτικά μέσα στο λάκκο των λεόντων. Και νυστάζω. Ο ύπνος τουλάχιστον… Η αποχαύνωση. Να σηκωθώ καλύτερα. Σκέφτομαι πως τις μέρες αυτές τις σπαταλάω σε άσκοπες χρονοτριβές. Τι κοιμισμένος, τι ορθός, η ίδια αίσθηση αχρηστίας. Και μου κοστίζει ακριβά κάθε φορά η επιστροφή στις άγραφες σελίδες. Χαζεύω ενσυνείδητα. Κοιμάμαι πολύ. Παρηγοριέμαι έτσι. Άλλες φορές παρασύρομαι και πιστεύω πως πρέπει να κοιμάμαι λιγότερο, γιατί, λέει, έχω πολλά να κάνω, κι ακόμα περισσότερα να προσφέρω στους άλλους. Συγγραφέας λέει! Σκατά στα μούτρα μου έτσι που έχω καταντήσει.

Τούτο το καλοκαίρι, είν΄ αλήθεια, δεν είχε καμιά δόξα για κανένα. Ο Παναγούλης φυλακή. Το ξημέρωμα φρίκη. Η Δικτατορία δαγκώνει λυσσασμένη όσο ποτέ. Η στέρηση κι η στέγνια έχουν πάψει πια νάναι άσκηση. Γίνηκαν κάτι αχαμνό και στείρο. Πενία. Είπα πως φταίει ο ήλιος και το ξεδιάντροπο φως, η χυδαιότητα της ασφάλτου, η προστυχιά των αυτοκινήτων κι αυτοκινούμενων νευρόσπαστων της χειρότερης πόλης του κόσμου. Στον «Αρίωνα» τίποτα δεν πάει καλά. Οι σχέσεις μας διαλυμένες. Το βιβλιοπωλείο που ανοίξαμε φαγάνα. Τα οικονομικά μας σπαραγμός. Αξιοπρέπεια μηδέν. Δεν έχουμε να πληρώσουμε ούτε το ούζο που πίνουμε κάθε βράδυ στην πλατεία – το πιο φτηνό που μπορείς να πιεις χωρίς να σε κάψει. Και καυγάδες. Ατέλειωτοι. Καυγάδες που ΄χουν την τραγικότητα του γελοίου. Κουβεντολόι γύρω απ΄ την κατάστασή μας και την πολιτική. Ισχυριζόμαστε πως έχουμε διαφορές αγεφύρωτες. Με κατηγορούν για εστετισμό και ιδεοφροσύνη. Αδιαφορώ λένε για την πραγματικότητα που σπαράζει γύρω μου κι είμαι τυλιγμένος σ΄ ένα σύννεφο υποκειμενισμού που μετατρέπει τα πάντα σε ατομιστική χαύνωση.

Έτσι είν΄ όμως; Κι αυτός ο διχασμός που με κόβει στα δυο; Σχιζοφρένεια. Από τη μια τ΄ ανατριχιαστικά γεγονότα της εποχής – δικτατορία, συλλήψεις, όργιο και φασισμός – κι από την άλλη οι επιπτώσεις του απροκάλυπτου κακού στο χαρακτήρα μας – στο δικό μου κυρίως – η φοβία, οι νευρώσεις, η ηττοπάθεια κι ο μηδενισμός. Το ένα μου ζητάει να παρατήσω τα χαρτιά και τα μολύβια και ν΄ αρπάξω ό,τι βρεθεί στο χέρι μου, τ΄ άλλο με παρασέρνει σε αβύσσους αυτοεγκατάλειψης, σάμπως να πρέπει να τιμωρηθώ για το δισταγμό μου να πάρω μιαν απόφαση. Το ένα με ξεπερνάει σαν δυναμική ζωής, τ΄ άλλο μου θυμίζει την ακατάπαυτη μεταμόρφωση σχημάτων και εννοιών. Το ένα με σπρώχνει ν΄ αρπάξω το φραγγέλιο, τ΄ άλλο μου αναστέλλει την κίνηση, μια αέναη μετατόπιση απ΄ το ένα στο άλλο, απ΄ τη λαχτάρα για δράση, στην περίσκεψη, απ΄ τον πυρετικό οραματισμό, στην αίσθηση του μάταιου, από το θάρρος να κάνω ακόμα και σφάλματα, στο σκυθρωπό ζύγιασμα των πιθανοτήτων κι απ΄ την ψυχρή κριτική στην αλόγιστη συναισθηματική σπατάλη. Με ποιον να τα μοιραστώ όλ΄ αυτά; Το ζήτημα είναι να ξέρεις ν΄ αρχίζεις τη ζωή σου απ΄ την αρχή, κάθε λεπτό, μαζί με τους άλλους, να μοιράζεσαι μαζί τους την ανάσα σου και την ελιά που θα κρύβεις στο ντορβά σου για την ώρα της έσχατης ανυπακοής. Δεν ξέρω πια τι είν΄ εκείνο που ζητάμε. Η δημοκρατία τάχα, ή, το λιγότερο, η αποκατάστασή της; Υποψιάζομαι ότι κανείς δεν πιστεύει πια σε μια δημοκρατία που μηχανεύεται τυράννους. Η Κίνα μπλέκεται συχνά στη γλώσσα μας. Είναι σίγουρο πως εκεί πέρα κάτι συνταρακτικό γίνεται, μα πάντα εγώ τρομάζω κάθε φορά που βλέπω φωτογραφίες απ΄ τη μακρινή χώρα: πολλούς ανθρώπους μαζί, εκατοντάδες, χιλιάδες, ντυμένους όλους με το ίδιο ρούχο, μ΄ όλων στα μάτια την ίδια έκφραση, την ίδια στάση, το ίδιο χαμόγελο. Όλοι σαν άνθρωπος ένας! Είναι ασύλληπτο.

 

Η ώρα περνάει (το ρολόι μου έχει σταματήσει)

Και πώς να μην είναι; Πώς εμείς, οι δυτικοθρεμένοι, να μη νιώθουμε δέος στη σκέψη ότι μπορεί ν΄ αφομοιωθεί ο θλιβερός εγωισμός μας απ΄ την πλατύτερη αγκαλιά που γνώρισε ποτέ ο κόσμος; Ποτάμι μοναχικό που κυλά και χάνει το σχήμα του μόλις ρουφηχτεί απ΄ τη θάλασσα. Είναι καιρός να δούμε προς το μέλλον. Θ΄ αρέσει το μέλλον αυτό στους πολλούς. Οι λίγοι θα παραμεριστούν. Η ιστορία δεν έχει μνήμη, δεν έχει ηθική. Ζούμε σ’ εποχές συλλογικής μοίρας. Σε πείσμα της θηλειάς, του πολυβόλου και του φόβου, βρίσκει μια οπή το πνεύμα της μοίρας αυτής κι απλώνεται άξαφνα σαν κηλίδα λαδιού πάνω στο νερό. Κάποτε, σ΄ άλλες εποχές, η σφαγή της Χιλής δε θάφτανε ως εμάς. Κι αν έφτανε, θα είχε ξεθυμάνει σαν ήρεμο κυματάκι κι ας είχε ξεκινήσει από πολύ μακριά σα βιβλική θεομηνία. Τα μέσα επικοινωνίας… Το τηλέτυπο. Οι άνθρωποι του σκοταδιού τα χρησιμοποιούν όσο μπορούνε πιο πλατιά. Σωστά. Μεγάλωσε πια, και μεγαλώνει καθημερνά ο αριθμός των λαών που έχουν μια ελευθερία να θρηνούνε. Καθημερνά και πιο πολύ, η ανάγκη να εξουδετερωθούν, ν΄ αποβλακωθούν εκατομμύρια μάζες πάνω στον πλανήτη μας είναι η κύρια μέριμνα των μαζικών μέσων ενημέρωσης της νεοαποικιοκρατίας. Όμως αυτά ακριβώς τα μέσα γίνονται κι ο λάκκος της. Αρκεί μια είδηση να φτάσει ως τις εσχατιές του πλανήτη μας, έστω και σακατεμένη, μια είδηση σφαγής συνήθως κι αγριότητας, για να φουσκώσει το κύμα εκατομμυρίων ανθρώπων πάνω στη γη που δεν πιστεύουνε πια στους ήρωες κανενός πολέμου, γιατί ο πόλεμος δεν είναι πια υπόθεση τιμής, δεν προασπίζεις πια κανένα πάτριο έδαφος, το έδαφός σου έχει από καιρό κατακτηθεί. Στην εποχή μας, ούτε η δικιολογία πια του εξωτερικού εχθρού αρκεί για να βγούνε στους δρόμους τα τανκς. Ο εχθρός είν’ εσωτερικός, υπήρχε μέσα μας από πάντα. Καραδοκούσε σε στρατώνες, χτυπώντας ανυπόμονα την άδεια καραβάνα του. Είμαστε σαν το νερό οι σκλαβωμένοι λαοί. Το σταματάς από δω, το φράζεις από κει, το κάνεις τέλμα, μα κείνο βρίσκει μυστικές οπές, τρυπώνει κι ανοίγει υπόγεια χάσματα και κυλάει. Αναιρεί το βούρκο. «Αισιόδοξη σκέψη» λέω μέσα μου. Αισιόδοξη σε μια εποχή που τελειοποιήσαμε τα όργανα της εξόντωσής μας. Παλεύουν, λένε, δυο θεριά. Ποιο θα νικήσει; Πού πάει ο πλανήτης μας;

Η ώρα περνάει (βάζω το ρολόι κουτουρού)

Δεν τα κατάφερα, λέω μέσα μου. Δεν τα κατάφερα να ξεκαθαρίσω κι αυτή τη φορά τις σχέσεις μου με το θέατρο. Οι πρόβες που έκανα στο καινούργιο έργο, όχι απλώς δε με γέμισαν, αλλά κι ανάγλυφα μου παρουσίασαν κι αυτή τη φορά τη ντροπή που λέγεται αστικό θέατρο. Τίποτε όσο ένας αστικός θίασος, τίποτε όσο αυτός – σκέφτομαι – δεν εκφράζει με τόση ενάργεια τις δομές του ίδιου του συστήματος και την επίδρασή τους πάνω στις σχέσεις των ανθρώπων: πόζα, ψευτιά, στόμφος και κουφότητα απ΄ τη μια, κι από την άλλη ψυχρός υπολογισμός, αδυσώπητη δημιουργία στεγανών, ιεράρχηση! Θεέ μου τι πρόστυχη λέξη! Τι αποτρόπαιη έννοια. Το μισώ αυτό το είδος θεάτρου. Δεν αδιαφορώ μισώντας το. Μακάρι να μπορούσα να συμβάλω στην καταστροφή του. Θυμάμαι την πρεμιέρα πριν από λίγο καιρό. Δε θυμόμουνα τίποτα απ΄ τα λόγια μου. Κόσμος πολύς στην πλατεία. Γέροι οι περισσότεροι. Νέοι καθόλου. Ανάμεσα στο πλήθος, γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων. Ο θίασος Χ. παρουσίαζε κάποιο έργο του Ζ. Το έργο άρχισε μέσα σε μια παγερή αναμονή. Το θυμάμαι σαν τώρα. Φτάνει το δεύτερο μέρος, κι η αναμονή εντείνεται. Το θέμα του έργου, δε γίνεται, θάρθει στιγμή που θα σαρκωθεί σε γνήσιο θέατρο. Δε βαριέσαι. Το έργο τελειώνει, η αναμονή μένει μετέωρη, το κοινό διαψεύδεται. Όχι ότι ο συγγραφέας δημιούργησε ελπίδες. Ο συμπαθής αυτός άνθρωπος, όταν ανάβουν τα φώτα της ράμπας για να φωτίσουν τα σκαριφήματα που ονομάζει θεατρικά έργα, γίνεται ένας αφελής κομπογιαννίτης, που πασχίζει να θεραπεύσει με ξόρκια και μαγιοβότανα έναν απλό πονοκέφαλο. Το κοινό καγχάζει. Αλλά στο τέλος του έργου χειροκροτεί. Θα έλεγα με θερμότητα. Το ίδιο αυτό κοινό που κάγχαζε και ειρωνευόταν ανοιχτά, ανεβαίνει στα παρασκήνια συγκινημένο και συγχαίρει από βάθους καρδιάς την πρωταγωνίστρια, το συγγραφέα και τους άλλους ηθοποιούς. Όταν φύγει από τα παρασκήνια, το ίδιο αυτό κοινό θ΄ αρχίσει με λύσσα αγριότερη από πριν τον καγχασμό και τη χλεύη. Αξιολάτρευτο, γοητευτικό κοινό της μπουρζουαζίας.

Μεσημέρι

Κατάθλιψη, κι ένα βούρκωμα ανεξήγητο μέσα μου. Ναι, ζω μια κοινή ζωή με τα παιδιά του Αρίωνα, όμως αυτή την εγκατάλειψη, αυτή την παγωνιά που διαπερνάει το στέρνο μου, πώς να την κάνω κοινό κτήμα μαζί τους; Τι είναι συλλογικότητα; Πού τελειώνουν τα όρια του ατόμου;

Το υπόγειο του Αρίωνα, στην Κυψέλη, είναι σα να βουβάθηκε. Μονάχα ένα ασπρόμαυρο γατί, κι εγώ. Ξαναδουλεύω τη «Δίκη του Μεσημεριού». Είναι η τρίτη μορφή της. Ελπίζω κι η τελευταία. Με κουράζει. Δεν προχωράει. Φαίνεται ότι με ξεπερνάει το υλικό. Τα χρώματα είναι σκληρά. Θέλουν απάλυνση. Το ρυθμό προπαντός. Άμα βρω το ρυθμό, θα κυλήσει. Δε γίνεται. Με παιδεύει πολύ το πρόσωπο της κοπέλας που την εκτελούν την ώρα που γράφει το σύνθημα στον τοίχο. Πώς θ΄ απολογηθεί στο στρατοδικείο αφού είναι πεθαμένη; Πρέπει να λύσω το πρόβλημα αισθητικά, όχι πραγματιστικά. Κι ο Έκτορας; Ο πρωταγωνιστής; Βρίσκω πως είναι φορτωμένος με πολλά υποκειμενικά δικά μου. Θα του αφαιρέσω βάρος. Πρέπει να γίνει διάφανος. Πρέπει να βρω τρόπο να του περάσω στοιχεία δικά μου, απ΄ τη δική μου ατομικότητα, αλλά να γίνουν βιώματα δικά του. Πώς όμως; Πώς;

Από τότε που ανοίξαμε το βιβλιοπωλείο, ένα μεγάλο μέρος παρηγοριάς μετατοπίστηκε. Ο Αρίωνας έγινε τώρα κάτι επίσημο και υπεύθυνο, κάπως μακρινό πια. Τις λίγες ώρες που μαζεύονται τα παιδιά, όταν κλείνει το βιβλιοπωλείο, εγώ απουσιάζω. Είμαι στο θέατρο και θρηνώ προκαταβολικά τις ώρες που χάνω. Το θέατρο δεν έχει κόσμο. Είκοσι ως εικοσπέντε άτομα σε κάθε παράσταση. Κι οι πιο πολλοί με προσκλήσεις. Τώρα μάλιστα που έχω αναλάβει να κάνω μια μετάφραση με κείμενα απ΄ τη Χιλή, η αίσθηση της σπατάλης του χρόνου με καταθλίβει. Όχι επειδή δεν έχω αρκετό χρόνο να μεταφράσω αυτά τα συγκλονιστικά κείμενα, μα επειδή η άμεση μετάφρασή τους είν΄ ό,τι ουσιαστικότερο θα μπορούσα να προσφέρω αυτή τη στιγμή.

Πεντέμισι το απόγευμα

Φεύγω. Το γατί νιαουρίζει. Όλοι λείπουν. Μπαίνω στο τρόλεϊ. Σήμερα έχουμε δυο παραστάσεις. Είπα δυο-τρεις κουβέντες με τον κυρ Θανάση τον περιπτερά, ένα χρυσόν άνθρωπο, πάναγνο σαν νεροπηγή. Τα μάτια του και σήμερα μιλούσαν. Η διαδρομή ως το Σύνταγμα μου φαίνεται ατέλειωτη. Νιώθω αποχαυνωμένος. Η νέκρα θριαμβεύει πάνω μου.

Το πρώτο ρίγος στη ραχοκοκαλιά το νιώθω όταν ακούω τις φωνές. Έρχονται από μπροστά οι φωνές, αξεδιάλυτες στην αρχή, οπωσδήποτε ρυθμικές, σα συνθήματα. «Πολυτεχνείο», φωνάζει ο εισπράχτορας, κι ανοίγει τις πόρτες.

Ο κόσμος ξεμπουκάρει, και μέσα στο τρόλλεϋ μπουκάρουν οι φωνές, ρυθμικές, αναρίθμητες φωνές παιδιών που φωνάζουν σα να τραγουδάνε. Και τότε δέχομαι ζεματιστό κατάστηθα το μήνυμα. Με εικόνες τούτη τη φορά. Τεράστια πανώ στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, κι από μέσα, παιδιά σκαρφαλωμένα, κι ως έξω απ΄ την είσοδο παιδιά, νέα παιδιά, εκεί, γύρω στα είκοσι, κορίτσια αγόρια, να φωνάζουνε ρυθμικά. Μα τι φωνάζουνε; ακούω πλάι μου μια φωνή. Σε λίγο μ΄ άφησε το σύγκρυο. Το τρόλλεϋ έχει ξεκινήσει. Η νέκρα με ξανακυριεύει. Τίποτε δε γίνεται, λέω. Ο δικτάτορας δε θα τους πειράξει. Θα τους αφήσει να φωνάξουνε, να ξελαρυγγιαστούνε, να εκτονωθούνε, κι ύστερα μόνα τους θα φύγουνε. Τα παιδιά. Των 18 και 20 χρόνων. Έτσι έγινε και πέρυσι στη Νομική. Ακριβώς τέτοιο καιρό. Κλειστήκαν τα παιδιά στη Νομική δυο μέρες. Τη δεύτερη πείνασαν, κουράστηκαν, γύρισαν στα σπίτια τους. Προηγουμένως, βέβαια, πράκτορες μυστικοί είχαν ανοίξει από μέσα τις πόρτες και χύμηξαν οι αστυνομικοί με τα γκλομπς στο χέρι. Δείρανε με την ψυχή τους. Χόρτασαν. Τραυμάτισαν κιόλας. Τα παιδιά ξαναγύρισαν στα θρανία. Πέρυσι, τέτοιο καιρό, τα πράγματα στο Πολυτεχνείο πήραν άλλη τροπή. Κλειστήκαν κι εκεί τα παιδιά, κάποιος από μέσα άνοιξε τις πόρτες, χυμήξαν οι αστυνομικοί, τραυμάτισαν πολλά. Ταυτόχρονα, ο δικτάτορας ψήφιζε αναγκαστικό νόμο: αίρεται η αναβολή κατατάξεως στο στρατό. Τότε, πολλά παιδιά πήραν το δρόμο του στρατιωτικού, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα έντασης και τρομοκρατίας. Σείστηκε το πανελλήνιο. Αλλά σε λίγο τα πνεύματα καταλάγιασαν. Νέα συγκλονιστικά γεγονότα μας έκαναν να ξεχάσουμε όλα τ΄ άλλα συγκλονιστικά που είχαν προηγηθεί: παραίτηση των στρατιωτικών της κυβέρνησης, συγκέντρωση όλων σχεδόν των εξουσιών στα χέρια του αυτοανακήρυχτου Προέδρου της Δημοκρατίας, ορκωμοσία Μαρκεζίνη και λοιπά. Είναι τρομαχτικό αυτό που συμβαίνει εδώ κι έξι χρόνια. Το κάθε τι που συμβαίνει είν΄ από μόνο του συγκλονιστικό. Φτάσαμε στο σημείο, οτιδήποτε καινούργιο να είναι συγκλονιστικότερο απ΄ όλα τα προηγούμενα, και αυτομάτως να σε κάνει να τα ξεχνάς. Κι ο χρόνος για την αφομοίωση του κάθε τι να είναι απελπιστικά λίγος. Πώς να τ΄ αφομοιώσεις όλα, να τ΄ αξιολογήσεις και να τα ταξινομήσεις; Ούτε καν να τα πληροφορηθείς δεν προφταίνεις. Έτσι ήταν που ξεχάστηκαν γρήγορα τα γεγονότα της Νομικής μπροστά στο σκάνδαλο Γουώτεργκεητ, που ανακήρυξε το Νίξον ως το μεγαλύτερο παλιάτσο όλων των εποχών, έτσι ξεχάστηκε η στράτευση των φοιτητών μπροστά στη σφαγή της Χιλής, για να ξεχαστούν σιγά-σιγά κι οι σφαγές της Χιλής μπροστά στην ανακήρυξη του γελωτοποιού Μαρκεζίνη σε πρωθυπουργό της χώρας μας, μιας χώρας που άρχισε κιόλας να πεινάει, να κρυώνει και να διαστέλει τα μάτια πιο πολύ. Έτσι είπα μέσα μου, έπειτα απ΄ τον πρώτο συγκλονισμό – «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» – είπα μέσα μου ότι κι αυτό το συγκλονιστικό από μόνο του γεγονός να κλειστούνε και πάλι τα παιδιά μες στο Πολυτεχνείο, θα οδηγηθεί στο ίδιο φινάλε, για ν΄ αρχίσει αμέσως κάτι άλλο, μέσα στα πλαίσια πάντα της αμφίβολης ανοχής των αρχών, και της ανοργανωσιάς που δέρνει την αγανάκτηση του λαού. «Θα εκφυλιστεί» λέω μέσα μου, και μπαίνω στο θέατρο.

Αργά το βράδι

Μετά τις δύο παραστάσεις. Η Ιωάννα κι εγώ. Πήραμε να κατεβαίνουμε την Πανεπιστημίου. Με την Ιωάννα παίζουμε μαζί στο ίδιο έργο. Οι κριτικοί μάς γράψανε καλά. Για μας τους δυο. Καλά. Είχαμε διαβάσει ολόκληρη την κριτική νωρίς το βράδι πριν την παράσταση, και τότε καταλάβαμε γιατί ο θίασος μάς έκανε μούτρα. Είχαμε γελάσει. Η Ιωάννα θα πήγαινε στα Βριλήσσια, στο σπίτι της. Θα τηνε πήγαινα ως την αφετηρία, κι έπειτα θάφευγα κι εγώ. Η αφετηρία για το σπίτι της είν΄ ακριβώς πάνω απ΄ το Πολυτεχνείο.

— Λες να γίνουνε τίποτα επεισόδια; με ρωτάει η Ιωάννα.

Έχω το χέρι μου περασμένο στον ώμο της.

— Δε φαντάζομαι. Δε βλέπεις γύρω σου την ησυχία; της απαντάω.

Άδεια σχεδόν η Πανεπιστημίου. Μόνο ταξί που κατεβαίνουν προς την Ομόνοια.

— Τι ωραία που είναι η Αθήνα δίχως κόσμο… λέω αφηρημένα. Και το πιστεύω αυτό που λέω.

— Δεν έχει λεωφορεία; Τι ώρα είναι; με ρωτάει.

Τότε κι εγώ αντιλαμβάνομαι πως δεν υπάρχουν λεωφορεία. Τα λεωφορεία Αμπελόκηποι – Πατήσια που περνούν ακριβώς μπροστά απ΄ το Πολυτεχνείο…

Με πιάνει σύγκρυο για δεύτερη φορά.

— Πώς δεν έχει! της απαντάω. Απλούστατα είναι περασμένη η ώρα κι έρχονται κάθε τέταρτο.

Στα χέρια μου κρατάω τη μπροσούρα για τη Χιλή. Στο εξώφυλλο, ένα τεράστιο κόκκινο αστέρι αριστερά, και στο κέντρο, γαλάζιος ένας χάρτης όλης της Νότιας Αμερικής, μόνο της Νότιας Αμερικής. Εκεί, προς τα πάνω, που πλαταίνει η Νότια Αμερική, και γίνεται σαν παλάμη, ένα τουφέκι οριζόντιο που το κρατάει σφιχτά αυτή η ίδια παλάμη, αυτή η ίδια κι ολάκερη Νότια Αμερική. Ταυτόχρονα βλέπουμε και τους μπάτσους. Έρχονται από δεξιά. Μπρος στο Πανεπιστήμιο, κλούβες γεμάτες μπάτσους που περιμένουν.

— Κρύψε το βιβλίο στο ταγάρι σου, της λέω.

Το ταγάρι της κρέμεται στον αριστερό ώμο της, απ΄ τη δική μου μεριά. Βάζω τη μπροσούρα στο ταγάρι. Η Ιωάννα, ως συνήθως, κουβαλάει μες στο ταγάρι της ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου νους. Η μπροσούρα δε χωράει. Φαίνεται. Δε σταματάμε να περπατάμε. Οι μπάτσοι μας φτάνουν. Σφιγγόμαστε πιο πολύ ο ένας πάνω στον άλλο. Περνάμε ανάμεσά τους. Άγρια πρόσωπα, κιτρινωπά, καφετιά.

— Λες να επιτεθούν; ξανά η Ιωάννα.

— Γιατί να επιτεθούν; Άλλωστε, δε γίνεται τίποτα σπουδαίο. Μια απλή συγκεντρωσούλα. Φοβάσαι;

— Ναι. Φοβάμαι τη βία.

— Αυτοί κάνουνε τη δουλειά τους, λέω πιο πολύ για να την καθησυχάσω. Κι είναι πολύ φυσικό να υπάρχουν αστυνομικοί όπου υπάρχουν συγκεντρώσεις…

Και νιώθω σε μια στιγμή να την τραβάω για να περπατήσουμε πιο γρήγορα καθώς πλησιάζουμε στα Χαυτεία.

— Δεν ακούω φωνές. Θα έφυγαν φαίνεται. Τι λες; μιλάει πάλι η Ιωάννα.

— Α! Σίγουρα! της απαντάω και νιώθω να την τραβάω ακόμα πιο πολύ.

— Τι με τραβάς; Ας περπατάμε πιο σιγά. Είναι ωραία η βραδιά.

Στρίβουμε στα Χαυτεία. Παίρνουμε δεξιά την Πατησίων. Όσο προχωράμε προς το Πολυτεχνείο, διασταυρωνόμαστε με αραιούς διαβάτες στην αρχή, έπειτα πέφτουμε πάνω σε μικρές ομάδες που πυκνώνουν ολοένα. Οι φωνές, από μακριά ακόμα, φτάνουν στ΄ αυτιά μας σαν απροσδιόριστο κάλεσμα. Εκεί είν΄ ακόμα! λέω μέσα μου, και κάποια ταραχή, μισή χαρά, μισή φόβος, με κάνει ν΄ ανοίξω ακόμα πιο πολύ το βήμα μου. Η Ιωάννα, γατζωμένη απάνω μου, με ακολουθεί με δυσκολία όσο ο κόσμος πληθαίνει γύρω μας, κι οι φωνές γίνονται όλο και πιο ξεκάθαρες. Αστυνομία πουθενά.

Περνάμε τη Χαλκοκονδύλη και πέφτουμε πάνω στο μεγάλο πλήθος, κι ανοίγουμε τ΄ αυτιά μας στις φωνές, κι αναγαλλιάζει κάτι στο στήθος μου.

— Πότε μαζεύτηκε τόσος κόσμος; λέω. Τ΄ απόγευμα που πέρασα, ήταν πολύ λίγος. Πώς μαζεύτηκαν τόσοι πολλοί;

— Άρα, η κυκλοφορία έχει σταματήσει, κι όχι πως είναι αργά και πως τα λεωφορεία περνάνε κάθε τέταρτο, λέει η Ιωάννα.

— Όχι βέβαια, όχι βέβαια, κι ανοίγω το βήμα μου. Τη σέρνω κυριολεκτικά. Την ώρα αυτή, μια τεράστια κραυγή, σάμπως βγαλμένη από μυριάδες στόματα, κάνει τις βιτρίνες να τρίζουν.

«Απόψε, Πεθαίνει, ο φα-σι-σμός»

Κοκκαλώνουμε κι οι δυο. Έχουμε φτάσει στη Στουρνάρα. Δέκα μονάχα βήματα μάς χωρίζουν απ΄ το πεζοδρόμιο του Πολυτεχνείου.

«Έξι χρόνια είν΄ αρκετά, δε θα γίνουνε εφτά»

«Κάτω η Χούντα»

— Ξενοφώντα, εγώ θα στρίψω δεξιά, λέει η Ιωάννα αποφασιστικά. Δε μπορώ να σ΄ ακολουθήσω. Έλα και συ. Μην πας. Πάμε από δω.

— Όχι Ιωάννα. Ας χωρίσουμε εδώ καλύτερα. Καληνύχτα.

— Πρόσεχε! Πρόσεχε σε παρακαλώ.

Τη χαιρετάω κι ετοιμάζομαι να περάσω απέναντι. Κάνω δυο – τρία βήματα. Τότε θυμάμαι το βιβλίο. Στρέφω, ψάχνω να τη βρω εκεί που χωρίσαμε πριν από λίγο. Πήχτρα ο κόσμος. Ξαναγυρίζω. Ανοίγω δρόμο με τους αγκώνες μου, φωνάζω Ιωάννα, δεν ξέρω γιατί, δε θέλω απόψε ν΄ αποχωριστώ τη Χιλή. Σε αρκετή απόσταση, κάποιο γυναικείο ξανθό κεφάλι γυρίζει προς τα πίσω.

— Το βιβλίο! της φωνάζω. Ξέχασα να πάρω το βιβλίο.

Τηνε καληνυχτίζω ακόμα μια φορά και ξαναγυρίζω. Χώνουμαι μέσα στο πλήθος, σα να ζητάω να προφυλαχτώ. Στέκομαι για λίγο στο απέναντι πεζοδρόμιο, και σε λίγο πραγματοποιώ τα δέκα μεγάλα βήματα της ζωής μου, ως εκεί που αρχίζει το πεζοδρόμιο του Πολυτεχνείου, οι τοίχοι του, τα τείχη του κι η ζωή του.

Περπατάω αργά, σα να ξύπνησα άξαφνα στο κέντρο κάποιου εξαίσιου παραμυθιού. Ποτέ δεν είδα τόσα πρόσωπα φωτεινά, ποτέ τη νιότη δεν την αντίκρυσα με τόσες τύψεις για μιαν άλλην νιότη χαμένη άδοξα. Ηλεκτρίζομαι. Βαδίζω σαν υπνωτισμένος, μ΄ ένα μούδιασμα ακόμη στα μέλη μου, με δυσκολία στη φωνή μου. Πόσο καιρό τηνε περίμενα μια στιγμή τέτοια! Κλείνω τα μάτια σε μια στιγμή κι αφήνομαι να με παρασύρουν οι φωνές, να χορτάσω ύμνους, να πλημμυρίσουνε τα κύτταρά μου ηχοφωτιές, να γίνω ολάκερος ένας ηχοβασίλειο. Πόση δίψα για φωνές! Θεέ μου, πόσο την είχα συνηθίσει τέτοια δίψα, και δεν τόξερα.

Κι αρχίζω αργά την περιπλάνηση ανάμεσα στα πρόσωπα και τα μάτια. Απόψε, όλος ο κόσμος μοιάζει σα να κατοικήθηκε από μάτια και χείλη. Παιδιά, όλα παιδιά, κανένα κάτω απ΄ τα δεκάξι, κανένα πάνω απ΄ τα εικοσιδυό. Κάποιος ρωτάει την ώρα. Κάποιος άλλος του λέει πως είναι δωδεκάμισι τη νύχτα. Πώς τόσο γρήγορα απ΄ το Ψωμί, την Παιδεία, πώς τόσο γρήγορα απ΄ την Ελευθερία του απογεύματος να φτάσουμε ως εδώ, ως αυτή τη στιγμή της ύστατης άρνησης;

Κοιτάζω προς τα πάνω άθελά μου. Στις ταράτσες των κτιρίων. Κι η σκέψη με παραλύει. Κάνω να το βάλω στα πόδια. Κάποιος μέσα μου με γραπώνει απ΄ το λαιμό. «Εδώ θα κάτσεις. Πρώτα θ΄ αποφασίσεις για το φόβο σου, κι έπειτα θα φύγεις. Γι΄ απόψε τουλάχιστο». Το βλέμμα μου απογειώνεται και πάλι στις ταράτσες και τα μπαλκόνια των τελευταίων ορόφων. Από κει, λέει, από κει άξαφνα να ξεπροβάλουν. Οι κάννες. Οι κάννες των πολυβόλων στραμμένες όλες καταπάνω μας. Και χωρίς καμιά προειδοποίηση ν΄ αρχίσουν να φτύνουν…

Αυτή τη φορά δε μούρχεται να το βάλω στα πόδια. ‘Εχω κιόλας δει τις κοπέλες με την ποδιά του σχολείου, τ΄ αγόρια με τα μπλου τζηνς και τα μακριά μαλλιά και τα γένια, να σταματάνε τ΄ αυτοκίνητα και να γράφουνε πάνω τους συνθήματα, λεωφορεία, γιώτα χι, ημιφορτηγά που έρχονται προς το κέντρο, πολλά αυτοκίνητα, αφύσικα πολλά για τέτοιαν ώρα προχωρημένη, να γράφουνε πάνω τους συνθήματα, και να ζητάνε από τους οδηγούς να βαράνε συνέχεια τα κλάξον, και να φωνάζουν μαζί τους κι αυτοί για το φασισμό που απόψε πεθαίνει, τα έχω δει όλ΄ αυτά. Πώς να το βάλω στα πόδια; Κάποιο παιδί μ΄ αναγνωρίζει μες στο πλήθος.

— Φώντα!

Στρέφω να δω.

— Σώτο!

Με πλησιάζει. Είναι μαζί του και κάποιο άλλο παλικάρι.

— Εσύ; Πώς βρέθηκες εδώ; λέω σα να ψελλίζω.

— Εδώ είν΄ η θέση μου, απαντάει χωρίς χαμόγελο.

— Πόσο χαίρομαι… Τι να πω. Θες τσιγάρο;

— Ναι, ξέμεινα τελείως. Τα μοίρασα όλα.

— Πάρε, δώσε και στο φίλο σου.

Του απλώνω όλο το κουτί. Τότε το βλέπω.

— Τι έπαθε το χέρι σου; Τόσπασες;

Το χέρι του τ΄ αριστερό, είναι βαλμένο στο γύψο. Μέχρι τον αγκώνα.

Γελάει ο Σώτος…

— Όχι, δεν τόσπασα… και μου κλείνει το μάτι.

Τα χάνω. Το δικό μου μάτι πέφτει τώρα και στο χέρι του φίλου του, τ΄ αριστερό. Κι αυτουνού το χέρι σπασμένο. Κι άξαφνα, παραβιάζεται η μακάρια αθωότητά μου.

— Κρατάς απάνω σου καμιά κιμωλία; ρωτάει ο Σώτος.

— Κιμωλία; Πώς; Όχι… τραυλίζω. Δεν το σκέφτηκα.

— Καλά, δεν πειράζει, μου χαμογελάει ο Σώτος. Θα ζητήσω από κάποιον άλλο.

Κι απομακρύνεται ο Σώτος, και περνάει ανάμεσα απ΄ τ΄ αυτοκίνητα, που σταματούν για λίγο, φορτώνονται συνθήματα, κι έπειτα ξεκινούν κορνάροντας ρυθμικά για να τα μεταδώσουν στα πέρατα της ελπίδας, και ξανάρχεται ο Σώτος, λίγο πιο κάτω από κει που ΄μαι εγώ, κι αρχίζει πάλι να γράφει με κόκκινη κιμωλία, ο Σώτος, να γράφει σε τζάμια, σε παρ-μπριζ, σε πόρτες και θόλους αυτοκινήτων, συνεχίζει να γράφει, παιδί δεκαοχτάχρονο ο Σώτος, κλεμμένο ανάστημα κυπαρισσιού, συνεχίζει να γράφει την καινούργια ιστορία που άρχισε σήμερα το πρωί.

Τα μάτια μου τρέχουνε. Περίεργο! Κλαίω. Κλαίω επί τέλους.

Παίρνω το δρόμο για το σπίτι μου. Πάω να ξεσηκώσω ό,τι βρω. Χαρτιά, μολύβια, κιμωλίες, μαρκαδόρους, κραγιόνια και νερομπογιές. Θα ξανάρθω. Ξεκαθάρισα πια θαρρώ τους λογαριασμούς μου με το φόβο. Περπατάω βιαστικά. Βγαίνω απ΄ το πλήθος. Πίσω μου οι φωνές και τα συνθήματα, μοιάζουν δοξαστικό για κάποιο άγνωστο ξημέρωμα που πλησιάζει.-

Από το «Τριήμερο στα κάγκελα, απ΄ το ημερολόγιο των σκοτεινών ημερών», Καστανιώτης 1979, σ. 13-35.

 

64 Σχόλια to “Τριήμερο στα κάγκελα (Φώντας Κονδύλης)”

  1. Νεο kid Al Kuwaiti said

    Κανένας ακόμα;…τεσπα.
    Τιμή και Δόξα στο Πολυτεχνείο!

  2. gpoint said

    Καλημέρα

    Οπως έχω ξαναπει Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη έβλεπα τα τεκταινόμενα από ενα ρετιρε ενός φίλου στην Στουρνάρη απένντι από το Πολυτεχνείο. Την Παρασκευή δεν μας άφησαν οι αστυφύλακες να επισκεφτούμε τον φίλο μας και καταλάβαμε πως κάτι θα γίνει οπότε είδα τα τεκταινόμενα μέχρι την είσοδο του τανκ από την Πατησίων, στο Μουσείο. Είμαι βέβαιος πως κάθε ένας από ους χιλιάδες που είμαστε κεί είδε διαφορετικά πράγματα, έτσι σμβαίνει πάντοτε.

  3. Reblogged στις Το σημειωματάριο του Χριστόφορου και σχολίασε
    Τρυφερό, ζωντανό, ευαίσθητο γράψιμο. Να είσαι καλά Νίκο.

  4. Babis said

    Δεν ξέρω για σας αλλά οι δύο τελευταίες παράγραφοι από το «Χαράματα» περιγράφουν ακριβώς την ψυχολογική κατάσταση που βρίσκομαι σήμερα.

  5. Γιάννης Ιατρού said

    ….Περνάμε τη Χαλκοκονδύλη και πέφτουμε πάνω στο μεγάλο πλήθος….

    και ‘κει, στη γωνία με Κάνιγγος, στην πλατέια επάνω, ήταν το φαρμακείο που δούλευε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου (ακόμα υπάρχει, αλλά είναι αλλουνού τώρα…..). Και δίπλα, στη Χαλκοκονδύλη, ήταν το τμήμα με την αστυνομία αλλοδαπών. Και διανυκτέρευε εκείνο το βράδυ το φαρμακείο, τυχαία (και για να στέλνει υλικό …). Κι είχε τιγκάρει και το υπόγειο με κάτι καλόπαιδα, κτυπημένα τα περισσότερα. Ευτυχώς που δίπλα ήταν των αλλοδαπών, κι έτσι δεν το υποψιαστήκανε και δεν το ψάξανε, αλλιώς, σαν τους ποντικούς στη φάκα θα τους έπιαναν! Σπίτι γύρισε μετά από κανά δυο μέρες, όταν άδειασε τελικά η υπόγα🙂

  6. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2-5: Θα άξιζε να γραφτούν και άλλες αναμνήσεις από τότε…

  7. cronopiusa said

    «[…] Συλλογίζομαι πως αν όλες οι πολυκατοικίες στη Στουρνάρα και στον οδόν Πολυτεχνείου άνοιγαν διάπλατα τις πόρτες και τα παράθυρα, αν φώτιζαν όλα τα δωμάτια και τα μπαλκόνια, ετούτα τα μεσάνυχτα δε θα μπορούσαν να μας μακελέψουν. Κι ήξερα πως ό,τι γίνει απόψε εδώ, θα γίνει με την ανοχή των πολυκατοικιών- της σιωπηλής πλειοψηφίας. Κι αυτό που λέει ο Φράντς Φανόν για τους δειλούς και τους προδότες, ήταν εδώ ακριβώς που εφάρμοζε απόλυτα. Αναρωτιόμουν τι να κάνουν στα σπιτάκια τους. Θα κοιμούνταν άραγε; Σκέφτηκα τον πατέρα μου- την προηγούμενη είχε έρθει και μ’ έψαχνε, μ’ είχε κατασυγκινήσει όταν σε μια στιγμή με πήρε στην αγκαλιά του τραυλίζοντας τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι, και με φίλησε στα μαλλιά κι εγώ το καταλάβαινα μια για πάντα πως θα τον αδικώ και θα τον κρίνω, αλλ’ όμως αυτός είναι ο πατέρας μου, κι εγώ σ’ ευχαριστώ, του ψιθύρισα, που μ’ έμαθες να διαβάζω Σολωμό. Με παρακαλούσε να προσέχω, οι πληροφορίες δεν είναι ευχάριστες, αλλά δεν έχει το δικαίωμα να με κρατήσει πίσω, μόνο με παρακαλεί να προσέχω και με φίλησε. Κι εγώ σαν να ‘μαι η διαιώνισή του, μην το ξεχνώ ούτε στιγμή, από μένα κρατήθηκε τόσα χρόνια, όλα τ’ άλλα, με θερμοπαρακαλεί να τον πιστέψω, όλα δεν ήταν παρά οι παρενθέσεις γύρω από μένα. Έτσι τον ξεπροβόδισα ως την Ομόνοια σαν ν’ αποχαιρετιόμαστε παραμονές θανάτου. Και τώρα τον σκεφτόμουν μ’ αγάπη- τον είδα στον καναπέ ν’ ακούει τις εκκλήσεις του Σταθμού και να σφίγγει τα μελίγγια του κατεβάζοντας το ένα κονιάκ μετά το άλλο. Είδα και τον Ανέστη, αιωνία του η μνήμη, ότι θα κλαίει πάλι αυτήν την ώρα, κι η Ζωίτσα θα τον παρηγορεί πως όλα είναι ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. ζητούμε να μας δώσουν από μέσα βενζίνη να φτιάξουμε καμιά μολότωφ, εδώ αυτοί μας βαρούν στο ψαχνό κι εμείς ούτε ξυλαράκια για προσάναμμα. Αλλά δε θέλουν οι επιτροπές, δεν εγκρίνουν αυτήν τη μορφή πάλης. επειδή ο εμφύλιος, ω εμφύλιε. Αυτοί που στοίχειωσαν στους Λίβανους και στις Γκαζέρτες και στις Βάρκιζες, γιατί δε δένουν καλύτερα μια πέτρα στο λαιμό τους να πάνε γρηγορότερα στον πάτο οι πνιγμένοι. δε γουστάρω ρε μαλάκα άλλες ήττες, μπήκες; Αόρατη κι όμως πανταχού η Συντονιστική- άντε δίνε του με τα βελουχιώτικά σου, άντε ανάρχα αριστεριστή, προβοκάτορα βομβιστή, μικροαστέ εξτρεμιστή, κι όλα τα σκατά στο στόμα τους. Μετά εμφανίζεται η Ελένη, έχομε πολλούς βαριά τραυματισμένους, αρκετούς νεκρούς. Κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος, τανκς κατευθύνονται προς εμάς, αλλά εμείς η ψυχωμένη μεραρχία με τα χαρτομάντιλα και τα τσιγάρα, τις σοκολάτες και τα μπισκότα θα τους υποβάλουμε τους όρους μας:

    Α) Η εκκένωση να γίνει ώρα πρωινή, το ενωρίτερο στις οχτώ, ώστε να έχει αρχίσει η κίνηση στους δρόμους.
    Β) Να παρευρίσκονται τα ξένα διπλωματικά σώματα και εκπρόσωποι του Ερυθρού Σταυρού για να παραλάβουν τους τραυματίες.
    Γ) Ζητούμε εγγύηση ότι βγαίνοντας δε θα μας λιντσάρουν.
    Αν αρνηθούν τους όρους μας εμείς δε θ’ ανοίξουμε την καγκελόπορτα. Έτσι κι αλλιώς το ίδιο παλούκωμα θα επακολουθήσει. Το φρόνημα όλων μας είναι υψηλό εις τους αιώνας- σφάξε με αγά μου ν’ αγιάσω, χορωδιακώς σφάξε με, σαν ρεμπέτικο παλιό αγά μου από σένα ελπίζω την αθανασία μου, στεντόρεια, διθυραμβικά σφάξε με, σφάξε με. […]»

    Η αρχαία σκουριά, Μάρω Δούκα.

  8. cronopiusa said

    «Τα παιδιά της δικτατορίας» του Κωστή Κορνέτη
    ωραία αφήγηση, καθαρή μάτια, και πολύ εύστοχα σχόλια για την ψυχοσύνθεση της γενιάς αυτής.

  9. gpoint said

    # 7

    Οι πολυκατοικίες στην Στουρνάρη ήταν υπό περίπου κατάληψη από την πρώτη μέρα. Επρεπε να δείξεις ταυτότητα για να μπείς και φυσικά κάποιος ένοικος να σε προσκαλέσει. Η ταράτσα ήταν γεμάτη από άνδρες της ασφάλειας, οπότε αυτά που γράφει η Μάρω Δούκα χαϊδεύουν αυτιά αλλά απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια. Απο εκεί βάβαια βλέπαμε πανοραμικά τι συνέβαινε ενω όσοι ήταν κάτω στους δρόμους όχι και περισσότερο η άποψή τους στηρίζεται σε όσα άκουγαν από διάφορους χωρίς να μπορούν να τα επαληθεύσουν, όπωε έγινε και με μ΄΄ενα το βράδυ της Παρασκευής, από την διασταύρωση Μάρνη και Πατησίων που ήμουνα δεν μπορούσα να δω τι γινότανε στο Πολυτεχνείο μέχρι που μπήκε το τανκς και διαλύθηκε το πλήθος

  10. cronopiusa said

    Κάποτε, σ΄ άλλες εποχές, η σφαγή της Χιλής δε θάφτανε ως εμάς.

    «[…] Για πολλές ώρες είχαμε βυθιστεί σε λήθαργο. Μόνο η κοπέλα με το σπασμένο χέρι ακουγόταν που βογγούσε μα κι αυτή άτονα, κουρασμένα. Ακούγαμε ελικόπτερα που πετούσαν. Μετά έρχεται ένας φρουρός, ορμά πάνω μας και μας βαρούσε στην τύχη. Αυτή με το σπασμένο χέρι στριγγλίζει και σκεπάζει τις βρισιές του φρουρού. Πουτάνες, μας λέει, ζει ο Αλλιέντε; Ζει; Πουτάνες, τι κάνατε τρεις μέρες στο μπουρδέλο; Μας δέρνει και μας φωνάζει να πούμε ότι ο λαός είναι μηδέν, ζήτω ο στρατός, ο Αλλιέντε πέθανε. Μας αφήνει και ορμά στο διπλανό κελί. […]»

    Η αρχαία σκουριά, Μάρω Δούκα.

    Αλίντα Δημητρίου – Τα κορίτσια της βροχής

  11. gpoint said

    Τόσα χρόνια όμως δεν έχω δει πουθενά να γράφεται πως αυτοί που μεταφέρανε τα θρανία για οδόφραγμα στο δρόμο μπροστά στην πύλη αφήνοντας αρχικά μια μόνο λουρίδα να περνάνε τα τρόλλευ την Τετάρτη(;) το πρωί και να καλούν τον κόσμο σε συμπαράσταση ήταν οι γνωστοί μαυραγορίτες εισιτηρίων ποδοσφαιρικών αγώνων της Ομόνοιας και άλλα γνωστά μπουμπούκια των σφαιριστηρίων της Κάνιγγος. Η συντονιστική θα συνεδρίαζε μέσα…

  12. Γιάννης Ιατρού said

    8: Απ΄αυτά που έχει, σίγουρα, ο ILL-Οινόης, στην προσωπικήν του βιβλιοθήκην… για να το προσφέρει σήμερα το μεταμεσονύκτιον🙂🙂

    11: Ρε Γιώργο, το ό,τι πουλάγανε και κανένα εισητήριο (τι, κλέφτες θα γίνονταν🙂 ) κλπ. ή παίζανε στα μπιλλιάρδα, δεν σημαίνει ότι ήσαν και μαύροι στην ψυχή… Εκτός κι αν υπάρχουν κι άλλα, που δεν ανέφερες…

  13. cronopiusa said

    # 9

    Η Σοφία Βέμπο τη βραδιά της εξέγερσης του Πολυτεχνείου

  14. gpoint said

    # 12

    Σιγά μην παίζανε μπιλιάρδο- θέλει ένα στοιχειώδες μυαλο- ποδοσφαιράκι στοίχημα παίζανε κι όταν χάνανε την φαλτσέτα στο δεξί και την καρέκλα στοα ατιστερό. Μια που είπες πως εκεί κοντά ήταν το φαρμακείο που δούλευε ο πατέρας σουμ, από του Ματζαβίνου δεν πέρασες ποτέ σαν νεανίας ; Στην Ομόνοια γινότανε παζάρι εισιτηρίων και από κάποιους που στήνονταν στην ουρά να πάρουν ένα δυο και τα πούλαγαν ε διάφορο αλλά μαυραγορίτες λέγαμε αυτούς που είχαν δεσμίδες τα αριθμημένα (που τα εύρισκαν άραγε ; έλα μου ντε) και ξέρανε ποτε θα έρθει η αστυνομία και πότε όχι- καλή ώρα όπως γίνεται και σήμερα με τους παπατζήδες στην Αθηνας και την Πανεπιστημίου. Και σε πληροφορώ πως από το παρουσιαστικό τους τους μαυραγορίτες δενθα τους πέρναγες ποτέ για φοιτητές…

  15. gpoint said

    # 13

    Ε όχι και βραδιά, λάμπει ο ήλιος !

  16. Νίκος Κ. said

    2,6 Το βράδυ της επίθεσης είχαν αρχίσει τα προεόρτια, συγκρούσεις με την αστυνομία στα Χαφτεία (οι φήμες είπαν πως εκεί ήταν οι οικοδόμοι). Γρήγορα η περιοχή στην Πατησίων άρχισε να αδειάζει. Πραγματικά η μνήμη είναι επιλεκτική, γι αυτό καλές θα ήταν κι οι αναμνήσεις όσον αφορά τους ήχους: ακούγονταν σαν κροτίδες που δεν έδινες σημασία. Πολύ αργότερα διαβάσαμε για ελεύθερους σκοπευτές και νεκρούς στη γύρω περιοχή.

  17. Αυτό με τον ψεύτικο γύψο τι εννοεί; Είχαν βάλει γύψο για να φαίνεται ότι τους είχαν δείρει πιο άγρια από όσο τους είχαν όντως δείρει; για να μην τους ξαναδείρουν; συμβολικά, για το γύψο του Παπαδόπουλου;
    Θυμάμαι — άσχετο — πως τον καιρό που έφευγαν μαζικά οι Αιγυπτιώτες από την Αίγυπτο, ακούστηκε ότι κάποιος έβαλε ψεύτικο γύψο και ρουφιάνεψε τον εαυτό του ότι έχει μέσα λίρες, οπότε στον έλεγχο του τον έσπασαν, τον έψαξαν, δεν βρήκαν τίποτα και του ζήτησαν και συγνώμη, αλλά φυσικά δεν έφυγε. Την άλλη μέρα που εμφανίστηκε, με καινούργιο γύψο παραγεμισμένον αυτή τη φορά με λίρες, δεν τόλμησαν να τον ξαναψάξουν — δεν είχαν φαίνεται ακτίνες — και έφυγε σαν κύριος…

  18. cronopiusa said

    «Ποιοι ήταν στο Πολυτεχνείο και ποιοι το αντάλλαξαν με αξιώματα…».

  19. https://kanali.wordpress.com/2009/11/16/emp1973_sk/

  20. Γς said

    17:

    Καλό!

    http://caktos.blogspot.gr/2013/02/blog-post_22.html

  21. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Δημήτρης Παπαχρήστος τώρα στο Ρίαλ, για το Πολυτεχνείο.

  22. Γς said

    Ξυδάκης στον ΣΚΑΙ ΤιΒι τώρα:

    -Στεναχωρηθήκατε που δεν είστε στη νέα κυβέρνηση;
    -…
    -Σας προτάθηκε άλλο υπουργείο;
    -Είπα να βρεθώ λίγο έξω…

  23. Reblogged στις anastasiakalantzi50 και σχολίασε
    ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΖΕΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ !!!

  24. gpoint said

    # 20

    χαλκέντερος είναι ο ανηψιός του θειοχαλκέντερου

    θειοχαλκέντερος είναι αυτός που τρώει άπλυτες ντομάτες και άπλυτα σταφύλια (ραντισμένα με θειοχαλκίνη)

  25. Γς said

    24:

    Μα, επιτρέπεται Πσαρά μου, εσύ ο χταποδάς του ουρανίσκου μας, το αγλάΙσμα του ιστολογίου να μιλάς για γαλαζόπετρα;

  26. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια, για τα παραθέματα και για τις αναμνήσεις!

    (Πάντως, η Ελένη Βλάχου είχε χαρακτηρίσει τους νέους που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις των Ιουλιανών αρουραίους των υπογείων σφαιριστηρίων της Ομονοίας)

  27. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Αφωτίστου Φιλέλληνος, Σχέδιο αφηγήματος “ΔΕΚΑ ΕΞΙΜΙΣΗ ΝΟΕΜΒΡΗ”

    καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

    (ΕΝΩ ΕΧΕΙ ΔΙΑΝΥΘΕΙ Η ΜΙΣΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ 16 ΝΟΕΜΒΡΗ
    ΚΑΠΟΙΑ ΑΛΛΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΠΡΙΝ ΕΡΘΕΙ Η 17 ΝΟΕΜΒΡΗ 1973)
    ΚΑΙ ΑN ΓΙΝΟΤΑΝ ΕΤΣΙ;

    Σκηνή πρώτη :
    (Παρασκευή απόγευμα 16 Νοεμβρίου 1973)

    Μετά από τριήμερη κατάληψη του Πολυτεχνείου, και εξαιτίας της καταπίεσης, της πρωτόγνωρης φτώχειας και των προβλημάτων λόγω της πρώτης ενεργειακής κρίσης, ο λαός της Αθήνας, έχει συγκεντρωθεί στο κέντρο της πόλης και οι πιο επαναστατικοί ήδη έχουν καταλάβει κρατικά κτίρια.

    Βέβαια, φάνηκε κάτι περίεργο : ανάμεσα στο επαναστατημένο πλήθος που ήδη από το βράδυ της Πέμπτης είχε καταλάβει κρατικά κτίρια, είχαν ανακατευτεί και έλληνες φοιτητές από την Ιταλία και την Γαλλία, με μερικούς “φιλέλληνες’ επαναστάτες από τον Μάη του 68, φέροντες όπλα που τα είχαν εισάγει σταδιακά και λαθραία τα καλοκαίρια, από το ’70 κι ύστερα, την περίοδο των διακοπών.
    Δυό μελαχροινές κοπέλες η Μαρίνα και η Αρετή και δύο φοιτητές, o Λάκης με λεπτά χαρακτηριστικά και κατσαρά μαλλιά κι ο Μάκης, συντοπίτης των δυό φοιτητριών, κοντός με ελάχιστο λαιμό απ’ όπου φύτρωνε ένα πελώριο κεφάλι, από την κατάληψη του Πολυτεχνείου μιλάνε με έναν αγριεμένο νέο φοιτητή που γυάλιζε το μάτι του, τον Λέοντα.

    Ο Λέων, ήταν ο γεροδεμένος μοναχογιός αριστερού μικροεργολάβου, ντυμένος με αμπέχωνο, χοντρό μπουτζίν και άρβυλα, αξύριστος. Έσερνε μια μπετόβεργα μήκους ενός μέτρου, διαμέτρου 12 χιλιοστών, που την είχε προσάγει για αυτοάμυνα μαζί με τσέρκια από κοντινή οικοδομή για να κάνει “φιόγκο’ τις πόρτες της περίφραξης του ΕΜΠ.
    Πρώτος μίλησε o Λάκης :

    – “Ο αέρας μυρίζει μπαρούτι , πρέπει να διαλύσουμε την κατάληψη’.
    – “Μα τι λετε τώρα , ο λαός έχει ξεσηκωθεί, δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω θα γίνουμε ρεζίλι’, είπε ο Λέων
    – “Είσαι προβοκάτορας’, του είπε προκλητικά o Λάκης.

    Ήδη από την Τετάρτη, οι οργανωμένοι φοιτητές προσπαθούσαν να σταματήσει η κατάληψη, γιατί δεν μπορούσαν να ελέγξουν το αυθόρμητο.

    Η Μαρίνα, μία νοστιμούλα φοιτήτρια, μέλος της ΑΝΤΙΕΦΕΕ , κόρη αξιωματικού της χωροφυλακής, με ένρινη φωνή του είπε :

    -“Συνάδελφε έχει δίκιο ο Λάκης, αν δεν φύγουμε θα χυθεί αίμα.’
    -“Πρέπει να κρατήσουμε τις Θερμοπύλες’, είπε ο Λέων και σκέφθηκε ότι έπρεπε να δέσει με πρόσθετους φιόγκους από τσέρκια τις σιδερένιες πόρτες της Στουρνάρη και της Τοσίτσα
    -“Είσαι προβοκάτορας’, επανέλαβε ο Λάκης.

    Ο Λέων εκνευρίσθηκε, οι φλέβες στο λαιμό του διογκώθηκαν, ένοιωσε κάτι σαν να τον τσίμπησε αλογόμυγα και ουρλιάζοντας «φύγε ρε πούστη μη σε σκοτώσω» πήρε στο κυνήγι τον Λάκη στην αυλή του κτιρίου των Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων, αλλά ο Λάκης ήταν ταχύτατος και άρχισε να κάνει κύκλους γύρω από τις μπασκέτες. Σύντομα, ο Λέων αντιλήφθηκε το γελοίον του πράγματος και παράτησε το κυνηγητό.

    Σκηνή δεύτερη :
    (Παρασκευή απόγευμα 16 Νοεμβρίου 1973, 16:17)

    Μέχρι το ηλιοβασίλεμα (18:11) οι πιο επαναστατικοί είχαν πλαισιωθεί από αγριεμένους άνεργους οικοδόμους που είχαν πληγεί από την κρίση και αγωνιστικά στοιχεία από το Θριάσιο πεδίο (απόγονους ομόθρησκων αρβανιτών που με τους έλληνες είχαν συμμετάσχει στην ελληνική επανάσταση) .
    Οι καταλήψεις κρατικών κτιρίων, συνέχισαν επιτυχημένα, με εκθετικό ρυθμό, έως το βράδυ, λόγω της ελάχιστης αντίστασης που έδειχναν οι αστυνομικοί και της σφοδρότητας των επιθέσεων από τους αγριεμένους άνεργους οικοδόμους και από έλληνες φοιτητές εξωτερικού, ενώ οι λίγοι “φιλέλληνες’ επαναστάτες του Μάη του 68, έπαιζαν περισσότερο οργανωτικό ρόλο.

    Ο στρατός, η ηγεσία του οποίου είχε διαβρωθεί από μέσα, ενόψει του σχεδιαζόμενου πραξικοπήματος του Ιωαννίδη εναντίον του Γ. Παπαδόπουλου, δεν μπόρεσε να αντιδράσει σε μεγάλο βαθμό και μετά από σύντομο πόλεμο στην περιοχή Πρωτευούσης, ήρθαν σε διαπραγματεύσεις με τους επαναστάτες. Η επικράτηση της αντ-‘’επανάστασης’’ καθυστέρησε μόνον στην Βόρεια Ελλάδα (των πρώην «νέων χωρών» όπως ονομάσθηκαν μετά το 1913), λόγω της συντηρητικότητας των κατοίκων (κυρίως μετανάστες ελληνικής καταγωγής από άλλες χώρες πόντιοι, μικρασιάτες πρόσφυγες και Ελληνοσλάβοι μαζί με τους ολιγότερους γηγενείς μακεδόνες και θράκες.)

    Οι ηγέτες της χούντας είχαν εκπονήσει σχέδιο διαφυγής, σε περίπτωση αντεπανάστασης. Οι γρηγορότεροι, δηλαδή ο ηγετικός πυρήνας έφυγαν με στρατιωτικά αεροπλάνα για την Ισπανία και την Πορτογαλία, που είχαν δικτατορικά καθεστώτα, και – από εκεί –με πολιτικά αεροπλάνα , διασκορπίστηκαν σε χώρες της κεντρικής και νότιας Αμερικής, κυρίως στην Βραζιλία. Ένα δεύτερο κύμα έφυγε με τα πλοία της γραμμής για Ιταλία.

    Μερικοί τολμηροί με στρατιωτικά μεταγωγικά αεροπλάνα που εκείνη την εποχή γεμάτα είχαν ακτίνα δράσης μόλις 2500 χιλιόμετρα έφθασαν στην Ισπανία ή την Πορτογαλία. Από εκεί ακόμα και αν ανεφοδιάζονταν έφθαναν μέχρι τις Αζόρες, 1500 χιλιόμετρα από την Λισαβόνα αλλά η πορτογαλική κυβέρνηση δεν διέθετε πολλά καύσιμα .

    Έτσι ή αλλιώς από εκεί οι ανατολικές Ακτές της Νότιας Αμερικής απέχουν 3900 χιλιόμετρα. Ο κατ΄ευθείαν διάπλους του Ατλαντικού ήταν αδύνατος. Το μόνο μέρος που μπορούσαν να προσεγγίσουν ήταν η παγωμένη νήσος Νέα Γή δίπλα στην χερσόνησο Λαμπραντόρ, η ανατολικότερη περιοχή του Καναδά στον Ατλαντικό.

    Πραγματικά 17 φανατικοί χουντικοί αεροπόροι, μετά από ανεφοδιασμό στην Πορτογαλία με την βοήθεια ενθουσιώδους χουντικού σμηνάρχου, προσεγγίζουν την Νέα Γή, αλλά παγώνουν οι πτέρυγες του αεροπλάνου, αλλάζει η αεροδυναμική συμπεριφορά του αεροπλάνου και, πριν αυτό συντριβεί, πέντε απ΄ αυτούς προλαβαίνουν να πηδήξουν με αλεξίπτωτο , τρείς πεθαίνουν από το ψύχος στα παγωμένα νερά του Ατλαντικού και δύο κατορθώνουν να επιζήσουν με την βοήθεια ψαράδων από την φυλή Innu από το Λαμπραντόρ

    Οι πιο αργοπορημένοι – και ενώ ο πόλεμος μαινόταν στην Β. Ελλάδα- μεταμφιεσμένοι και με πλαστά διαβατήρια κατόρθωσαν να επιβιβασθούν σε πολιτικά αεροπλάνα….

    […]

    Για συνεχεια βλ.

    http://www.poiein.gr/archives/11622/index.html

    ΥΓ Γραμμενο το 2010. Ζητουνται χρηματοδοται για συγγραφη σχετικου σεναριου🙂.

  28. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    ΕΠΙΜΥΘΙΟΝ του Σχεδίου Αφηγήματος
    “ΔΕΚΑ ΕΞΙΜΙΣΗ ΝΟΕΜΒΡΗ”

    Ενώ έχει διανυθεί η μισή ημέρα της 16 Νοέμβρη κάποια άλλα γεγονότα (που υποδηλώνουν την σοβαρότητα και την προνοητικότητα των Ελλήνων) συμβαίνουν πριν έρθει η 17 Νοέμβρη 1973.
    Και αν γινόταν έτσι;

    Δηλαδή αν:

    • οι δημοκρατικές δυνάμεις (και οι οργανωμένοι φοιτητές ) ήταν –έμπρακτα- στο σύνολό τους εναντίον της δικτατορίας, χωρίς να τορπιλίζουν με χαρακτηρισμούς όπως “προβοκάτορες” αυτούς που ήθελαν λαϊκή και όχι κομματική κυριαρχία
    • οι πιο τολμηροί οργάνωναν ένοπλη αντίσταση στις πόλεις και στην ύπαιθρο αντί να βρεθούν “αυτοεξόριστοι “στο Παρίσι, στο Λονδίνο και σ’ άλλες ευρωπαϊκές πόλεις
    • από την 15η Νοεμβρίου, οι καταλήψεις κρατικών κτιρίων, συνέχιζαν επιτυχημένα, έως το βράδυ και στη συνέχεια έως τα μισά της επόμενης μέρας
    • οι αξιωματικοί και οπλίτες, σε μεγάλο ποσοστό, δήλωναν την άρνησή τους να επιτεθούν με όπλα στον λαό
    • ο στρατός στην περιοχή Αττικής, που είχε διαβρωθεί από μέσα, ενόψει του σχεδιαζόμενου πραξικοπήματος του Ιωαννίδη, δεν μπορούσε ν’ αντιδράσει σε μεγάλο βαθμό και μετά από σύντομο πόλεμο, η δικτατορική κυβέρνηση ερχόταν σε διαπραγματεύσεις με τους επαναστάτες και αποχωρούσε από την εξουσία.

    Αν –επομένως- λίγο μετά τα μεσάνυχτα δεν εμφανίζονταν τα πρώτα τανκς και το τεθωρακισμένο όχημα AMX 30 δεν γκρέμιζε τη σιδερένια πόρτα της περίφραξης του Πολυτεχνείου.

    Οπως προανέφερα, παράπλευρο ευτύχημα μιας τέτοιας λαϊκής επανάστασης θα ήταν η μη ανατροπή του Μακαρίου και η μη εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, και τα μετέπειτα γεγονότα ( η κατοχή μεγάλου μέρους της νήσου, η φυγή των προσφύγων και η εποίκιση του κατεχόμενου τμήματος της νήσου με Τούρκους ) και πρόσφατα η φυγή πολλών Τουρκοκύπριων από τα κατεχόμενα στην Κυπριακή Δημοκρατία, στην Μ. Βρετανία και αλλού.

    Αξίζει τέλος να δούμε (έστω και περιληπτικά σε πρώτη φάση) την- μυθιστορηματική πάντα- προκύπτουσα μορφή διακυβέρνησης, την εξέλιξη των ηγετικών προσώπων της αντίστασης, την δράση πολιτικών ομάδων και συμπεριφορές συγκεκριμένων ατόμων.

    Κάθε ομοιότητα με χαρακτήρες, καταστάσεις, συμπεριφορές μεμονωμένων προσώπων ή ομάδων, ονοματεπώνυμα , τοπωνύμια κ.λ.π. είναι συμπτωματική.
    Όλα τα μυθιστορούμενα είναι αποτέλεσμα της φαντασίας του γράφοντος, αλλά παρά την φιλότιμη προσπάθειά του – δυστυχώς- η ατομική και συλλογική συμπεριφορά ανθρώπων ή ομάδων υπερβαίνει κατά πολύ την ατελή φαντασία του.

    Στοιχείο κλειδί όπως έγραψα και σ’ ένα ποίημα μου:
    Τα όπλα των πολιτικών είναι απλώς η ατελής του ανθρώπου φύσις :
    «ο φόβος του αγνώστου, η θρησκεία,
    η οδός της ήσσονος προσπαθείας
    η απληστία
    κι άλλα πολλά….»

    στις 17-11-2010 6:25 pm

  29. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Το πληρες Σχέδιο αφηγήματος “ΔΕΚΑ ΕΞΙΜΙΣΗ ΝΟΕΜΒΡΗ” με τις υποσημειωσεις εχει δημοσιευθει και στο
    http://aristeristrouthokamilos.blogspot.gr/2011/11/n.html

  30. Babis said

    #26 (Παρασκευή απόγευμα 16 Νοεμβρίου 1973, 16:17)

    Ακούγεται αναχρονιστικό να μετράς με ακρίβεια λεπτού το 1973, αν και υπήρχαν ρολόγια ακριβείας που μπορούσαν να το κάνουν, δεν αποτελούσε μέρος του καθημερινού λόγου.
    Ίσως αν έβαζες 16:11 που παραπέμπει στο 16/11 …

  31. gpoint said

    # 26

    Νίκο εγώ δεν είπα αυτό. Δεν ξέρω ποιοί ήταν μέσα στο πολυτεχνείο και τι αποφάσιζαν τις πρώτες μέρες. Αυτό που έγραψα είναι προσωπική μου εμπειρία, ηταν γνωστές φάτσες αυτοί που έστηναν το οδόφραγμα και όντως εκεί που γράφει η Βλάχου έκαναν πιάτσα. Τώρα αν οι ίδιοι χρησιμοποιότουσαν (ή εκμεταλλευότουσαν) και σε άλλες περιστάσεις δεν το ξέρω, το θεωρώ όμως πιθανόν.

  32. Κασσάνδρα said

    Η φώτο με την Βέμπο ,το βράδυ του Πολυτεχνείου, μου θυμίζει τον ηρωισμό του στρατιώτη Κουκίδη.

  33. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    30. Μην γινεσαι σχολαστικος🙂 . Η ωρα που εγραψα ελεγχθηκε ως προς την χρονικη στιγμη της δυσης του ηλιου εκεινη την μερα.

  34. …και στο κέντρο, γαλάζιος ένας χάρτης όλης της Νότιας Αμερικής, μόνο της Νότιας Αμερικής. Εκεί, προς τα πάνω, που πλαταίνει η Νότια Αμερική, και γίνεται σαν παλάμη, ένα τουφέκι οριζόντιο που το κρατάει σφιχτά αυτή η ίδια παλάμη, αυτή η ίδια κι ολάκερη Νότια Αμερική.

  35. gpoint said

    # 9
    Κρόνη απ’ ότι έχω ακούσει η Βέμπο έμενε Πατησίων και Μάρνη και όχι Πατησίων και Στουρνάρη που φαίνεται στην (μάλλον φιαχτή) φωτό. Γενικά η Lifo είναι κάτι χειρότερο από το για τα μπάζα, δεν μου εμπνέει την παραμικρή εμπιστοσύνη

  36. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Στον «Αρίωνα» τίποτα δεν πάει καλά. Οι σχέσεις μας διαλυμένες. Το βιβλιοπωλείο που ανοίξαμε φαγάνα.

    Στη διάρκεια της χούντας ιδρύει τη φοιτητική – καλλιτεχνική ομάδα «Αρίωνας», οποία υπερασπίστηκε κατηγορούμενους σε στρατοδικεία, συνέταξε υπομνήματα και συνέλεξε υπογραφές για την αποφυλάκιση πολιτικών κρατουμένων κ.ά. Ο ίδιος συμμετείχε στο «Μανιφέστο» των 18 συγγραφέων εναντίον της χούντας.

  37. sarant said

    32-35 Και ο αρθρογράφος λέει ότι η φωτογραφία δεν είναι από την εξέγερση

  38. Γιάννης Ιατρού said

    37: Δεν είναι καν από τη Στουρνάρη που γράφει, αλά από την Πατησίων. Και το contrast είναι αξιοπρόσεκτο, αυτό του γενικού πλάνου δεν ταιριάζει καθόλου με αυτό της Βέμπο … Αν προκληθώ θα το ερευνήσω περισσότερον🙂

  39. ΓιώργοςΜ said

    39 Έτσι, για να δώσω κίνητρο🙂 , λέω πως η διαφορά της αντίθεσης οφείλεται στο βάθος πεδίου – το βάθος του μπαλκονιού είναι επίσης φλου.

  40. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    16. Ως πρωτοετης φοιτητης του ΕΜΠ, εζησα τα γεγονοτα απο τις πρωτες γενκες συνελευσεις εως τις 20.00 της Παρασκευης, οποτε αναγακστηκαμε να διαφυγουμε λογω δακρυγονων στην Πατησιων. Λογω γειτονιας μερικοι φιλοι φοιτητες πηγαμε το βραδυ κοντα στην πλαινη πορτα του Ρυθμιστικου και ακουγαμε τα ασθενοφορα….

    Οντως υπηρξαν αρκετοι νεκροι οχι μονον την Παρασκευη, αλλα και το Σαββατο και την Κυριακη, οπως γραφει ο Τσεβας.

    Το Σαββατο ξανακατεβηκα απο το σπιτι μου και περασα μπρστα απο την γκρεμισμενη πυλη της Πατησιων και αμεσως μαυρισε ο τοπος στην Αβερωφ-Τοσιτσα απο αστυνομικους οποτε διαφυγαμε προς την πλατεια Αιγυπτου. Ακουγαμε καποιους κροτους αλλα τοτε ως πρωτοετης και απειρος δεν μπορουσα να καταλαβω οτι ηταν πυροβολισμοι. Περι τις 10.45 ειδα οδοφραγματα με λεωφορεια μεταξυ ΑΣΣΟΕ και πλατειας Αιγυπτου (Αλεξανδρας και Πατησιων) και κοσμο να διαδηλωνει στα καθετα στενα στην Μαυρομματαιων. Συνεχισαμε την πορεια μας στην Μαυρομματαιων και καναμε ωτοστοπ στην Ευελπιδων σε εναν ελληνα φοιτητη στην Γαλλια (Renault 5TL με κιτρινες γαλλικες πινακιδες) που μας πηγε μεσω περιφερειακου ως τον Χολαργο….
    Στις 11.00 απο το ραδιοφωνο του αυτοκινητου ακουσαμε οτι κηρυχθηκε απαγορευση κυκλοφοριας……

  41. Περί Βεμποφωτογραφίας:
    Η νοικοκυρεμένη σειρά των τρόλεϊ και τα τακτοποιημένα μπλοκ των ανθρώπων, με οδηγούν στο συμπέρασμα πως δεν πρόκειται για τις ημέρες της εξέγερσης.
    Η απουσία πανό μου λέει πως δεν πρόκειται για ημέρα πορείας του Πολυτεχνείου.
    Θα έλεγα πως πρόκειται για κάποια μέρα από τον τριήμερο εορτασμό της επετείου.
    Και δεδομένου ότι η Βέμπο πέθανε το 1978, θα έλεγα πως πρόκειται για 1974-1975.

  42. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    39. Κι εγώ η άσχετη,αυτό σκέφτηκα.Σαν «φυτεμένη» η Σ.Β. όπως στις φωτοσοπιές. Τη φωτογραφία του δρόμου,σαν να την ξέρουμε απ΄αλλού.
    Το σπίτι πρέπει να ήταν εκεί,Στουρνάρη κα Πατησίων γωνία.Στη φωτό,απέναντι διακρίνεται η Υπεραγορά-που ήταν σ΄αυτό το ύψος
    Εδώ λέει κάτι πιο συγκεκριμένο:
    Από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου το μήνυμα φτάνει παντού: «Στο σπίτι της κυρίας Βέμπο, Στουρνάρα 23, έχει στηθεί πρόχειρος σταθμός πρώτων βοηθειών»…
    http://vlahopoulou.blogspot.com/2009/03/blog-post.html#ixzz4Pue4BTCr

  43. Γιάννης Ιατρού said

    43: ΕΦΗ
    ..Στουρνάρη κα Πατησίων γωνία…
    Ναι, αυτό (το γωνία) μπορεί να εξηγήσει και τα δύο, σηλ. την πληροφορία για Στουρνάρη (πιθανώς η είσοδος) και την Πατησίων που βλέπουμε απ΄το μπαλκόνι). Μου έμεινε η απορία, γι αυτό που λέει ο Τζι στο #35, αλλά απ΄την άλη γράφει και με κάποια επιφύλαξη (ότι το έχει «ακουστά», δηλ. δεν είναι κάτι που έχει εξακριβώσει ο ίδιος).

    40 και 42: Και στα δύο συμφωνώ.
    ΓιώργοΜ, μάλλον την έχουν πάρει με μεγάλο άνοιγμα φακού (ίσως είχαν όχι τόσο ευαίσθητο φιλμ κλπ.), γιαυτό η θολούρα. Πάντως και της ΕΦΗς της φάνηκε κάπως φυτευμένη η Σ.Β.

  44. Babis said

    Μπήκα στον πειρασμό να ψάξω λίγο την φωτογραφία. Καταρχήν δεν δείχνει πειραγμένη το βάθος πεδίου είναι σωστό τόσο στο υπόβαθρο όσο και στην Βέμπο, ο θόρυβος επάνω στην Βέμπο είναι ίδιος με αυτόν του υποβάθρου στο επίπεδο της Βέμπο. Αυτά με κάνουν να πιστεύω ότι η φωτογραφία είναι αυθεντική, Από την άλλη μεριά ψάχνοντας λίγο στο google, η μόνη εμφάνιση της φωτογραφίας είναι στο lifo.
    Που την βρήκαν;

  45. ΚΩΣΤΑΣ said

    Χάριν πλουραλισμού και μόνο, το παρακάτω λινγκ

    https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/11/13/gcw-598/

  46. Babis said

    Μετά από περισσότερο ψάξιμο την βρήκα. Είναι από μία έκθεση που είχε κάνει ο φωτορεπόρτερ Βασίλης Καραγεώργος στην Φθιώτιδα μάλλον πέρσι τέτοιες μέρες.

  47. Spiridione said

    47. Λογικά θα είναι σε αυτή την έκδοση
    http://www.flippress.gr/index.php/publication

    Εδώ
    https://trelogaidouri.blogspot.gr/2013/11/blog-post_7763.html
    Ο Βασίλης Καραγεώργος είναι ένας από τους τέσσερις φωτογράφους που κατόρθωσαν να απαθανατίσουν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τη νύχτα 16 προς 17 Νοεμβρίου. Από χρόνια καθιερωμένος φωτογράφος, έχοντας καλύψει μεγάλα γεγονότα της δεκαετίας του 1960, με θητεία και στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, για τον οποίο δούλευε αποκλειστικά για οκτώ χρόνια, έως το 1972, διατηρούσε τότε πρακτορείο στη Χρήστου Λαδά.

    Επειδή η κατάσταση ήταν έκρυθμη, είχε μείνει στο γραφείο του μέχρι αργά και δέχθηκε τηλεφώνημα από δημοσιογράφο των «ΝΕΩΝ» τα μεσάνυχτα, που τον πληροφορούσε ότι τα τανκς είχαν βγει από το Γουδή.

    «Ηταν φανερό πια ότι πήγαιναν στο Πολυτεχνείο», μας λέει. «Αρματώνομαι λοιπόν τις μηχανές και βγαίνω στην Πανεπιστημίου. Πήγα στο Οφθαλμιατρείο και περίμενα. Τα είδα να έρχονται και άρχισα να βαδίζω δίπλα τους. Δεν μου είπε κανείς τίποτα, ούτε υπήρχε Αστυνομία εκεί. Οταν έστριψαν στην Πατησίων εγώ τα άφησα, πέρασα από τη Χαλκοκονδύλη και πήγα και άραξα στη γωνία Στουρνάρη και Πατησίων. Από εκεί έβγαλα όλες αυτές τις φωτογραφίες».

    Πρόκειται για περίπου 250 φωτογραφίες. Από αυτές επέλεξε, μαζί με τον επιμελητή Θανάση Αλατά, περίπου 130 και τις δημοσιεύει για πρώτη φορά, ακριβώς 40 χρόνια μετά. Αρκετές από αυτές έχουν δημοσιευθεί παλαιότερα, άλλες είναι αδημοσίευτες, όλες όμως είναι τώρα τυπωμένες από τα αρχικά φιλμ και όχι από τις διάφορες αναδημοσιεύσεις, που είχαν κακή ποιότητα και κόκκο. «Τότε δεν είχαμε τα μηχανήματα που βγήκαν αργότερα», λέει στα «ΝΕΑ». «Εβγαλα με τη Nikon, με φακό των 100 μιλιμέτρ. Χωρίς φλας, γιατί αν σε έβλεπαν σε καθαρίζανε. Μας βοήθησε το γρήγορο φιλμ».

    Η εξέγερση ξεκίνησε την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου. «Ημουν εκεί συνεχώς», θυμάται ο Β. Καραγεώργος. «Επειδή μάλιστα γνώριζα ότι η Σοφία Βέμπο έμενε δίπλα, στην Πατησίων, της χτύπησα το κουδούνι την Πέμπτη και δέχθηκε να φωτογραφιστεί στο μπαλκόνι της, να κοιτάζει τα πλήθη που άρχιζαν να συρρέουν. Υπήρχαν 40.000-50.000 κόσμος κάτω. Οι συγκοινωνίες είχαν διακοπεί. Καθώς περνούσαν οι ώρες, η συγκέντρωση φούντωνε. Και δεν ήταν πια μόνο φοιτητές αλλά και εργάτες. Και νεολαία γενικά. Την Πέμπτη παρουσιάστηκαν και τα πρώτα πανό. Αρχικά υψώθηκε σε ένα γιαπί το πανό με το σύνθημα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία». Υπήρχαν και μερικά πολύ σκληρά συνθήματα, όπως «Λαέ πεινάς, γιατί δεν τους κρεμάς». Σταματούσαν λεωφορεία και τρόλεϊ και έγραφαν πάνω τους συνθήματα. Σταματούσαν μέχρι και στρατιωτικά οχήματα της ΑΣΔΕΝ γράφοντας πάνω τους «Εξω η χούντα»».

    Και προσθέτει για τη μοιραία νύχτα της Παρασκευής προς Σάββατο: «Μετά τη 1 η ώρα φωνάζανε να ανοίξουνε την πόρτα. Το τανκ πέταξε προβολείς πρώτα. Το άκουσα και μετά, αλλά το ένιωσα και εγώ εκείνη την ώρα: φαίνεται πως η εντολή είχε δοθεί αλλά ο φαντάρος δεν μπήκε αμέσως. Είχε Αστυνομία από τη Στουρνάρη μέχρι την Πλατεία Βάθη. Αρχικά δεν μου έκαναν τίποτα. Είχα τη γνώμη ότι τα παιδιά κατεβήκανε από την πόρτα. Λένε πως ένας φοιτητής δεν πρόλαβε να κατέβει. Εκείνη την ώρα περνούσαν συμπτωματικά δύο αστυνομικοί, ο ένας ήταν βαθμοφόρος. Με παίρνουν αγκαζέ…

    Με άφησαν εκεί που είναι τώρα ο ΟΣΕ, στο τέρμα της Στουρνάρη, εκεί που τότε ήταν το Περοκέ. Κάθησα σε ένα πεζούλι να πάρω ανάσα, δάκρυσα και μονολογούσα: Πού είσαι, ρε λαέ; Εξω δεν υπήρχε κανείς. Τα άλλα βράδια υπήρχε κόσμος, αυτό τίποτα. Τους είχαν διώξει πριν αρχίσει η επιχείρηση. Ισως όμως αν ο κόσμος ήταν εκεί να μην έμπαιναν μέσα. Γύρισα στο γραφείο. Με περίμενε ένας γερμανός δημοσιογράφος για να στείλουμε φωτογραφίες στο εξωτερικό. Τυπώνω 40 και προλαβαίνουμε τη Λούφτχανσα στις 4-4.30 το πρωί. Ημασταν τυχεροί γιατί μία ώρα μετά, μόλις γυρίσαμε δηλαδή από το αεροδρόμιο, είχε ήδη κηρυχθεί στρατιωτικός νόμος και δεν θα μπορούσαμε πια να κάνουμε τίποτα.

    Το πρωί ήπιαμε έναν καφέ με τον γερμανό δημοσιογράφο και ξανακατέβηκα στο Πολυτεχνείο. Τα τανκς είχαν πατήσει αυτοκίνητα και η Πυροσβεστική καθάριζε με τις μάνικες τα συντρίμμια. Είναι σίγουρο πως υπήρξαν νεκροί, όχι μόνο ή όχι αναγκαστικά μέσα στο Πολυτεχνείο. Μία κοπέλα τη σκότωσαν στην είσοδο της Στουρνάρη. Εγώ φωτογράφισα αίματα στο τέρμα της Πανεπιστημίου, στην Ομόνοια, και ο μαγαζάτορας δίπλα μού είπε ότι μόλις είχαν καθαρίσει κάποιον».

  48. NM said

    Είμαι αρκετά μεγάλος ώστε να τα έχω ζήσει όλα, αλλά και αρκετά μικρός για να μην έχει γίνει ακόμα η μνήμη μου χυλός.
    -1. Τις μέρες του ’73 για την Βέμπο δεν είχα ακούσει τίποτα. Τη θυμάμαι όμως πολύ καλά στην πρώτη επέτειο του ’74 (είχε πέσει ήδη η Χούντα – το γράφω για τους νεανίες αναγνώστες) να χαιρετάει από το παράθυρο (όχι μπαλκόνι) Στουρνάρη & Πατησίων γωνία, το πλήθος που παραληρούσε. Δεν θυμάμαι τον όροφο, πάντως ήταν χαμηλός (1ος , 2ος;) γιατί έβλεπα το προσωπό της πεντακάθαρα. Θυμάμαι μάλιστα που ρώτησα: «Ποιά είναι αυτή;» και μου απάντησαν: «η Βέμπο». Ηταν συγκινημένη και μαζί της ήταν και ο σύντροφός της. Κάποια στιγμή μάλιστα έφερε και πέταξε στον κόσμο 33άρηδες δίσκους πικ απ.
    Μέχρι τότε την Βέμπο την ήξερα μόνο από τις σχολικές γιορτές της 28ης. Τη θεωρούσα κάτι σαν μυθικό πρόσωπο. Δεν ήξερα καν ότι ζούσε ακόμη.
    -2. Θεωρώ εξωφρενικό να συνέβη αυτό που αναφέρεται σε κάποιο λίκνο. Την αναγγελία δηλαδή από τον ραδιοσταθμό ότι: «Στο σπίτι της κυρίας Βέμπο, Στουρνάρα 23, έχει στηθεί πρόχειρος σταθμός πρώτων βοηθειών». Τέτοιο αυτορουφιάνεμα μου φαίνεται αστείο και το ποιος μίλαγε και το τι έλεγε από το μικρόφωνο πέρναγε από τα 40 κύματα…
    -3. Γράφτηκε κάτι για ενεργή και οργανωμένη συμμετοχή τύπων –που τότε χαρακτηρίζαμε «Ομονοιακούς»- οι οποίοι μάλιστα υποτίθεται ότι έπαιρναν και πρωτοβουλίες να στήνουν οδοφράγματα τις πρώτες ώρες της εξέγερσης (σημείωση: Αν κάποιος εκείνες τις ώρες ακριβώς, μου ονόμαζε τα γεγονότα «εξέγερση», θα τον πέρναγα για ελαφροίσκιωτο). Αυτόν τον ισχυρισμό (ή τη μαρτυρία) τη θεωρώ επίσης εξωφρενική. Δεν αποκλείω βέβαια την ατομική συμμετοχή μερικών λούμπεν στοιχείων, αυτό συμβαίνει παντού και πάντα σε τέτοιες καταστάσεις. Αλλά ειδικά τις πρώτες ώρες αποκλείεται να μπαινόβγαιναν άσχετοι και να παίρνουν μάλιστα και θρανία μέσα από το ΕΜΠ. Τα θρανία που ήταν τοποθετημένα στη σειρά στην Πατησίων τα θυμάμαι πολύ καλά όπως και τα πρόσωπα που χειριζόντουσταν την κατάσταση. Για την ιστορία: Η ιδέα των θρανίων ήταν –νομίζω- της ΑΑΣΠΕ που τοποθέτησε τα πρώτα, πριν ακόμα συγκροτηθεί και πάρει στα χέρια της την κατάσταση η Συντονιστική.
    Αν υπονοείται ότι οι μηχανισμοί της Χούντας και ειδικά των οπαδών του Ιωαννίδη που «είχαν κόψει χαρτάκι» για να πάρουν την εξουσία, ήταν σε θέση να οργανώσουν προβοκατόρικη εξέγερση ή έστω το παραμικρό γεγονός, τότε έχουν πολύ μεγάλη ιδέα για το μυαλό και τις οργανωτικές ικανότητες των χουνταίων.
    Εντάξει είπαμε ότι η εξέγερση ήταν αυθόρμητη. Δεν είπαμε ότι ήταν και αφελής..!

  49. ΓιώργοςΜ said

    44 Αν και ντρέπομαι λίγο να κάνω τον Σέρλοκ Χολμς κάτω από ένα τέτοιο κείμενο, να συμπληρώσω πως αν το σπίτι της Βέμπο ήταν στη Στουρνάρα 23 (και η αρίθμηση δεν έχει λόγο να είναι διαφορετική τότε και τώρα), τότε αυτό ήταν στο πίσω μέρος του Πολυτεχνείου, απέναντι από το Πλαίσιο. Η φωτό είναι Στουρνάρη και Πατησίων (φαίνεται το «ΘΕΤΙΚΟΝ» διαγώνια απέναντι), ίσως κατοπινή κατοικία. Και για να μην αδικούμε το φωτογράφο, βρίσκω πιθανότερο να είναι ηθελημένο το ρηχό βάθος πεδίου, είναι προσέγγιση εκλογής για πορτραίτα.

  50. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

  51. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    49. Ε ναι. Φαίνεται βλακώδες ότι το λέγανε τάχα από το σταθμό, εκτός αν ήταν σε ακραία στιγμή που έβραζε η κατάσταση. Για τη διευθυνσή της το έβαλα. Εδώ ακόμη πιο «λίγη» Β. Γίνεται τεχνικά αυτό εκ των υστέρων;

  52. cronopiusa said

    Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΊΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΏΝ: Ροβήρος Μανθούλης

    Π. Βούλγαρης – Το Χρονικό της Δικτατορίας 1967-1974 Full movie

    Η Δοκιμή – The Rehearsal του Jules Dassin
    https://www.youtube.com/watch?v=Q4AJ_N3l7GA U2 –

  53. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

  54. cronopiusa said

    Τα φωτογραφικά ντοκουμέντα του Πολυτεχνείου
    Ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας, είναι ο μοναδικός φωτορεπόρτερ που κατάφερε να απαθανατίσει τη στιγμή της εισόδου του τανκ στο Πολυτεχνείο και μαζί με το φιλμάκι των μόλις 35 δευτερολέπτων του Ολλανδού οπερατέρ Άλμπερτ Κουράντ, αποτέλεσαν τα μοναδικά ντοκουμέντα και διέψευσαν την αρχικές δηλώσεις της αστυνομίας ότι «στο Πολυτεχνείο δε συνέβη το παραμικρό».

    41 χρόνια μετά, μας αφηγείται μέσα από τις φωτογραφίες του, τις κρίσιμες ώρες πριν και μετά την εισβολή στο Πολυτεχνείο, αποδεικνύοντας ότι η ιστορία καταγράφεται, και μέσα από το φακό κάποιων ανθρώπων στις μνήμες μας και περνά στις νεότερες γενιές.

  55. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια!

    Δεν έχω να προσθέσω κάτι, αλλά η όλη συζήτηση είναι πολύ ενδιαφέρουσα!

  56. Αγαθίας ο Σχολαστικός said

    Αγαπητοί συμπατριώται,

    διακόπτουμε την σιωπήν μας διά μία έκτακτον είδησιν: Προ ολίγων λεπτών τα αμερικανικά μέσα ανεκοίνωσαν ότι ο Ντόναλντ επέλεξε ως νέο Προσωπάρχη του Λευκού Οίκου το εξέχον μέλος της Κοινότητός μας (Ελληνόψυχοι Ελληνοαμερικανοί του Ιλλινόϊ) Reince Priebus. Άλλη μιά ιστορική επιτυχία του Επιτελείου μας που το έχει ανακοινώσει εδώ και 72 ώρες από το παρόν Ιστολόγιο. Ήδη, στελέχη του Επιτελείου μας εμβήκαν και στην αγγλική Wikipedia και ήλλαξαν το σχετικό λήμμα.

    Όπως αντιλαμβάνεσθε, η Κοινότης μας από τας 20 Γενάρη θα έχει άμεση πρόσβασι στα άδυτα του Λευκού Οίκου, διό και απαιτούμε τον προσήκοντα σεβασμόν από τους χριστιανομπολσεβίκους αναγνώστας του παρόντος Ιστολογίου που δεν χάνουν ευκαιρία να μάς υβρίζουν και να μάς λοιδορούν, μόνο και μόνο επειδή τυγχάνουμε Ελληνόψυχοι.

    ΥΓ-1: Κύριον Σμερδαλέον (βλέπε αναρτήσεις στο χθεσινό νήμα): Εξαίρετε νέε, μή στενοχωρείσθε με τα ύβρεις του εξορίστου στην Αραπιά Νεογιδίου. Εμείς οι ελληνόψυχοι είμεθα μαζί σας, διότι γνωρίζουμε πόσον μέγας Ιστορικός είσθε και πόσον δικαίως αποκαλείσθε «Σάθας του 21ου Αιώνος…

    Όσο για το «Σμερδάλοφ», ενημερώνουμε το κοινό του Ιστολογίου ότι σάς διαβάζει και σάς εκτιμά ακόμη και ο κάργα Ελληνόψυχος Αντώνης Παπαδόπουλος, (πατήρ του Γ. Παπαδόπουλου), επί χρόνια πρόεδρος της Παμμακεδονικής Ιλλινόϊ + Ιντιάνα. Συνεπώς, μή δίδετε σημασία στην κριτική του ιστορικώς αγραμμάτου Νεογιδίου που πουλάει φτηνό πνεύμα, νομίζοντας ότι απευθύνεται σε κάφρους. Ελπίζουμε ότι από τον Φλεβάρη ο κ. Νεογίδιος θα κάτσει στ’ αυγά του, αντιλαμβανόμενος ότι με ένα απλό τηλέφωνο του Ράϊνς προς την τεχνική εταιρεία που τον απασχολεί στην Αραπιά, μπορεί να μείνει άνεργος και να αναγκαστεί να τρέφεται στα συσσίτια της Εκκλησίας

    ΥΓ-2: Κύριε Σμερδαλέε, σάς ενημερώνουμε πως αν δεν δεχθεί ο κ. Σαραντάκος να μάς πωλήσει το Ιστολόγιό του τον Φλεβάρη (με τους όρους που έχουμε θέσει προ μηνών σε κάποια ενθάδε ανάρτησι), θα κάμουμε πρότασι σε εσάς, με τον όρο βεβαίως να εργάζεσθε πλήρως και αποκλειστικώς σε αυτό και να σταματήσετε τις ανθελληνικές αναρτήσεις που από καιρού εις καιρό κάμνετε, για να βγάλετε κανένα χαρτζιλικάκι. Για παράδειγμα, γιατί σήμερα 13 Νοέμβρη δεν ενημερώσατε τον κοσμάκη πως η Αγία Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη του κορυφαίου αντισημίτη Ιωάννου Χρυσοστόμου που έγραψε τους περιφήμους 8 «Κατά Ιουδαίων Λόγους» στους οποίους στηρίχτηκε η αντιεβραϊκή προπαγάνδα του Αδόλφου; Μήπως σάς δίνουν κανένα χαρτζιλικάκι οι Μεταλληνισταί, που έχουν εξαφανιστεί από το παρόν Ιστολόγιο;

  57. cronopiusa said

  58. smerdaleos said

    @57, Αγαθία: ΥΓ-2: Κύριε Σμερδαλέε, … Μήπως σάς δίνουν κανένα χαρτζιλικάκι οι Μεταλληνισταί, που έχουν εξαφανιστεί από το παρόν Ιστολόγιο;

    Βρε Βάταλε … αφού από πέρυσι ήδη κατάλαβες ότι έχω εξαγοραστεί από τους παπαμεταλληνικούς και διαδίδω ότι ο αοίδιμος εν βασιλεύσι Μέγας Κωνσταντίνος εκχριστιανίστηκε στιγμιαία το 312 μια μέρα πριν την μάχη της Μιλβίας γέφυρας, όταν η φωνή Κυρίου του ψιθύρησε «in hoc signo vinces» μέ έναν σταυρό να διαφαίνεται στον ουρανό.

    Οι Μεταλληνιστές με πληρώνουν για να διαδίδω ότι πρόκειται για αίσχιστο ψεύδος το ότι ο Κωνσταντίνος παρέμεινε πολυθεϊστής τουλάχιστον μέχρι το 323, όταν έπαψε να εκδίδει τα νομίσματα που ήταν αφιερωμένα στον Sol Invictus Comes.

  59. Αγαθίας ο Σχολαστικός said

    Κύριον Σμερδαλέον (σχ. 59):

    Είσθε περισσότερον μέγας απ’ όσον υποψιαζόμεθα. Από την προσωπική μας βιβλιοθήκη προσφέρουμε στον υβριστή σας Νεογίδιο το μνημειώδες σύγγραμμα «TAKEN AT THE FLOOD, The Roman Conquest of Greece» του Robin Waterfield (2014) που μνημονεύσατε προ ολίγου στο χθεσινό νήμα, με την ελπίδα ότι θα καταλάβει πόσον ιστορικώς αναλφάβητος τυγχάνει…

  60. spiral architect said

    Ολόκληρο ιστολόγιο θα πάρεις, για την πρ(οβ)ατίνα κάνεις το παπί. Πολύ τσίπηδες είστε εσείς οι τραμβισταί.
    (άμα περιμένεις ανοιχτοχεριά απ’ το κεφάλαιο, σώθηκες!)

  61. gpoint said

    # 61

    την προβατίνα την θέλει για άλλη χρήση ,a la pecorina που λένε οι Ιταλοί σιγά μην την κάνει θυσία στον σαβουρογάμη Δία …άμα τα κοπελλομάθεις δεν τα γεροντοξεχνάς

  62. cronopiusa said

    Keiser Report: Gaddafi-like Death to Clinton’s Political Career (E992)

  63. Γιάννης Ιατρού said

    61/62: Ρε σεις, άστε τον έρμο στην ντάλα του, κι απ΄ ό,τι μαθαίνω ακόμα του χρωστάνε τα δεδουλευμένα…🙂 Σε λίγο τον βλέπω στα συσσίτια αυτών που θαυμάζει τόσο…..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: