Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Αποκριάτικη νυχτιά – διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2017


Τα Χριστούγεννα συνηθίζουμε τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, το ίδιο και το Πάσχα -αλλά σήμερα έχουμε άλλη γιορτή κι έτσι θα δούμε κάτι πιο σπάνιο, ένα αποκριάτικο διήγημα. Όχι σκιαθίτικο, παρά αθηναϊκό -από τα όχι λίγα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που διασώζουν σκηνές της ζωής του φτωχόκοσμου της πρωτεύουσας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Σπύρος Βεργουδής είναι ολοφάνερα άλτερ εγκο του ίδιου του Παπαδιαμάντη, το δε διήγημα διαφέρει από τα περισσότερα παπαδιαμαντικά καθώς χαρακτηρίζεται από χιούμορ και ανάλαφρο ύφος, και όχι μόνο στο ιντερμέδιο με τα αλλεπάλληλα γλωσσικά μαργαριτάρια του κυρ Ζαχαρία.

Μερικά λεξιλογικά-πραγματολογικά, με τη σειρά που εμφανίζονται στο διήγημα:

  • Αγιοταφίτικο: εννοεί την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, μετόχι του Παναγίου Τάφου, γωνία Πρυτανείου και Ερεχθέως.
  • πρόσφωλο: το φώλι, το αυγό που βάζουν στη φωλιά της κότας για να προσελκύσουν την όρνιθα να γεννήσει κι άλλα. Εδώ βέβαια μεταφορική η χρήση, το έναυσμα.
  • έβαζε μαναφούκια: διέβαλλε, συκοφαντούσε (από το τκ. münafιk)
  • πομπιωμένη: διαπομπευμένη
  • ανειμένα κατά το φαινόμενον: χαλαρά φαινομενικώς (από το ρήμα ανίημι, απ’ όπου και η άνεση)
  • μηναρές: να σημειωθεί η στρατιωτική αργκό για την ποινή φυλάκισης ενός μηνός
  • τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα: σήμερα θα λέγαμε «πήρε τα βρεμένα του»
  • έδωσε νάμι: έβγαλε όνομα

 

Αποκριάτικη νυχτιά

Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρει δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ’ ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα-Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά-Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της τής Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιάς ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογεί την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέσει το φουστάνι της», κι έλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!» Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρείον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι’έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν’ απαντά εις τας μομφάς των. Αλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι’ ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.

Την εσπέραν πάλιν, ο Σπύρος ο Βεργουδής θα εύρισκε δουλειάν, αν ήθελε, με σβηστήν την λάμπαν, να μένει εις το ανώγεων δωμάτιόν του και να ίσταται όπισθεν του ανατολικού παραθύρου, κατασκοπεύων τους εισερχομένους, ή να κολλά το ούς εις την κλειδότρυπαν, ακροώμενος λόγους και κρότους και ψιθυρισμούς. Αύτη ήτο η κυρία είσοδος της οικίας, δι’ ης εισήρχετο και αυτός εις το πενιχρόν δωμάτιόν του, είσοδος επίσημος, δια της οποίας έμβαιναν όλοι οι συγγενείς, φίλοι και γνώριμοι της οικίας, κατά εκατοντάδας αριθμούμενοι. Και αν ήθελε να μεταβή προς στιγμήν εις το άλλο παράθυρον του δωματίου του, προς μεσημβρίαν βλέπον, απ’ εκεί θ’ αντίκρυζε την άλλην, την μικράν είσοδον, συνεχομένην με το μαγειρείον, όπου διημέρευε συνήθως η κυρία Ζαχαρού, η μήτηρ της οικογενείας, καπνίζουσα ανέτως τα τσιγαρέτα της. Ήτο οικία όπου ηδύνατό τις να παίξει εν ανέσει το κρυφτάκι, και άλλας παιδιάς. Δύο άνθρωποι, ο πρώτος κυνηγούμενος υπό του δευτέρου, ή αδιακρίτως κυνηγούντες αλλήλους, χωρίς να φαίνεται τις ο διώκων και τις ο φεύγων, ηδύναντο να εισέρχονται και να εξέρχονται αλλεπαλλήλως δια των δύο θυρών, επί ημέρας και νύκτας, χωρίς ο είς να φθάσει ποτέ ή ν’ αντικρύσει τον έτερον.

Και αν επέστρεφε πάλιν προς το παράθυρον το ανατολικόν, ή προς την μικράν του θύραν, και επεσκόπει την κυρίαν είσοδον, εκεί ήκουεν, άμα ενύκτωνε, κάθε πέντε κάθε δέκα λεπτά, να κρούεται η θύρα, και εισήρχοντο οι επισκέπται, και τότε ήκουε καλησπέρες και χαιρετισμούς και προσρήσεις, κι ενίοτε φιλήματα… μεταξύ γυναικών, οία συνηθίζουσι φορτικώς ν’ ανταλλάσωσιν αι απόγονοι της Εύας, κατά τα εξιππασμένα και φραγκοποτισμένα ήθη μας. Σπεύδω να είπω, προς καθησύχασιν του αναγνώστου, ότι τα ήθη της οικογενείας, περί ης ο λόγος, ανειμένα κατά το φαινόμενον, πράγματι ήσαν αυστηρά. Αλλ’ η οικία έπλεεν εις το μεταίχμιον το αόριστον και αβέβαιον, εις το λυκόφως εκείνο, μεταξύ παραδόσεως και νεωτερισμού, όπερ ως λυκόφως δεν δύναται να διαρκέσει, αλλ’ αναγκαίως θα υποχωρήσει εις τον ζόφον και θα γίνη νύξ. Ήσαν ομολογουμένως άνθρωποι αισθηματίαι, φιλόφρονες, ανοικτόκαρδοι. Γνωρίμους είχαν το ήμισυ της πόλεως και αν ημέρα παρήρχετο χωρίς ν’ αυξήσωσι κατά μίαν τουλάχιστον τας γνωριμίας των, αι δύο κόραι θα εθεώρουν ως χαμένην την ημέραν εκείνην.

Επειτα, ήσαν αι ημέραι της Απόκρεω, και ο κόσμος έξω διεσκέδαζε. Μόλις ενύκτωνε, και ο νέος, ο μονάζων εν τω δωματίω του, ήκουε φωνάς, άσματα, κιθαρισμούς, έξω της αυλής. Και αν επ’ ολίγα λεπτά έμενεν έρημος εισερχομένων επισκεπτών ο μικρός πρόδρομος, και ο άγριος νέος ετόλμα να εξέλθει έως τον εξώστην με την παλαιάν λιθίνην κλίμακα, τον ζευγνύοντα την οικίαν με τον τοίχον της αυλής, και προέκυπτε την κεφαλήν δια της αυλείου θυρίδος, της φραγμένης με σίδηρα, ως θυρίδος ειρκτής, δια να κοιτάξει εις την οδόν, θα έβλεπε, κατά ζεύγη, κατά τετρακτύας, κατά εξάδας, ισταμένους τους κιθαρωδούς της νυκτός κάτωθεν της θυρίδος, επί του όχθου της ανωφερούς οδού, εξαγγέλοντας «εν χορδαίς και οργάνω» τα αιώνια παράπονά των κατά της σκληρότητος των δύο νεανίδων. Διότι όλοι οι νέοι της γειτονιάς, και όχι ολίγοι από άλλας συνοικίας ήσαν ερωτευμένοι με τας δύο αδελφάς. Τούτων τινές ηγάπων μάλλον την Μέλπω, άλλοι μάλλον την Κούλαν• οι δε πλείστοι τας ηγάπων και τας δύο. Πολλοί αυτών ήσαν εκ των γνωρίμων της οικίας, αλλ’ εάν ήσαν προς καιρόν, εκ μικράς παρεξηγήσεως, εις δυσμένειαν, ή εάν εκ του πλήθους των επισκεπτών, δεν υπήρχε δι’ αυτούς χώρος εν τη συναναστροφή μιάς εσπέρας, έπαιρναν την κιθάραν των, τα μανδολίνα των, τες φυσαρμόνικες των, και με τους φθόγγους της μουσικής εζήτουν ν’ αποκοιμίσωσι τον πόνον της καρδίας.

***

Την ημέραν εκείνην, μεσοβδόμαδα της Τυρινής, είχον αυξήσει, ως πάντοτε, κατά μονάδας τινάς, αι γνωριμίαι της οικίας. Μεταξύ άλλων είχεν έλθει ανθυπασπιστής νεαρός, ξανθός, με αγκιστροειδή μύστακα, όν είχε εισαγάγει είς των τριτεξάδελφων της οικογενείας. Δυστυχώς αι δύο νεαραί κόραι έλειπαν. Είχον εξέλθει συνοδευόμεναι υπό δύο ανεψιαδών της μητρός των δια να κάμωσιν οψώνια εις την οδόν Ερμού. Εις την οικίαν ευρίσκετο μόνη η γραία, ήτις εκάπνιζεν το τσιγαρέτον της εις το μαγειρείον, η υπηρέτρια, ήτις εσκούπιζε τας δύο κλίμακας, και το μέρος της αυλής, το έξω της δικαιοδοσίας των τριών πλυντριών, και ο κυρ Ζαχαρίας, ο οικοδεσπότης, ιδιότροπος γέρων, ζων από τα ολίγα εισοδήματα των δύο οικιών και τριών μαγαζιών του, τον οποίον, αν ήκουε τις, αιωνίως μεμψιμοιρούντα, φωνάζοντα, επιπλήττοντα, θα έλεγε, «Να αυστηρός πατέρας!» Και όμως, τα της οικίας εκυβέρνων η γραία και αι δύο κόραι, όλαι δ’ αι φωναί του γέροντος ήσαν μόνον ήχος και πάταγος δια ν’ ακούεται. Οι τέσσαρες νέοι δεν εμαζεύοντο ποτέ εις την οικίαν. Ο τριτότοκος είχε νυμφευθεί ήδη, δεκαοκταέτης, άνευ της αδείας των γονέων του, ο δε υστερότοκος είχε σχέσεις με μίαν οικογένειαν, όπου διημέρευε, προτιμών να φοιτά εκεί μάλλον παρά εις την β’ του γυμνασίου• ο πρωτότοκος ήτο υπάλληλος μιας των Τραπεζών, τρεφόμενος από την οικίαν και δαπανών αλλού τους μισθούς του, ο δευτερότοκος ήτο λοχίας του πεζικού. Ως και ο κουμπάρος, ο μόνος, όστις είχεν εγκαθιδρυθεί εις την οικίαν, ως εις οικίαν του, επί τη προφάσει ότι δεν είχεν οικογένειαν ιδικήν του, ενώ είχε τρία νόθα τέκνα έκ τινος απατηθείσης πτωχής, ο ασυνείδητος, δεν ευρέθη παρών, ήτο εις τας εργασίας του, κατά την ώρα της επισκέψεως του ανθυπασπιστού. Με πολλήν του δυσαρέσκειαν, ο κυρ Ζαχαρίας, ηναγκάσθη να δεχθεί αυτός την επίσκεψιν του τριτεξάδελφου, του οδηγούντος τον νεαρόν στρατιωτικόν. Ο ξανθός σπαθοφόρος είχεν ιδεί εις εμπορικόν τας δύο αδελφάς, όπου είς των φίλων του τού τας έδειξε, λέγων περί αυτών πολλούς αμφιβόλους επαίνους. Αι δύο νεάνιδες τού ήρεσαν. Είτα πάλιν τας επανείδεν εις τον περίπατον, ότε ο μετ’ αυτού συμπεριπατών τας εχαιρέτισεν, εξηγήσας αυτώ ότι ήσαν εξαδέλφαι του. Ο ανθυπασπιστής του είπεν: «Έμαθα ότι είναι πολύ κοινωνικές, ότι έχουν ανοικτό σπίτι». «Θέλεις να σε συστήσω; του είπεν ο εξάδελφος, όρεξη να’ χεις• θα ευχαριστηθούν πολύ, γιατί έχουν κι’ αυτές έναν αδελφόν λοχίαν». Και την επαύριον τον ωδήγησεν εις την οικίαν.

Ο ανθυπασπιστής, περιμένων να ίδει ενώπιον του τας δύο ανθηράς μορφάς και ευρεθείς αίφνης ενώπιον της σκυθρωπής όψεως και της λευκής γενειάδος του κυρ Ζαχαρία, περιήλθεν εις αμηχανίαν και δεν ήξευρε πως ν’ αρχίσει την ομιλίαν. Εν τούτοις ο γέρων, οφείλων κάτι να είπει, έδειξε διά του παραθύρου την ευρείαν έκτασιν μέρους της πόλεως και του ελαιώνος, λέγων;

– Έχουμε από δω κύριε ανθυπασπιστά, ωραίαν θεάν.

– Μάλιστα, είπεν ο ανθυπασπιστής, και μέσα του εμορμύρισεν: «έχετε, μάλιστα, δύο θεάς».

Είτα επ’ ολίγα λεπτά, όλοι εσιώπησαν.

– Έμαθα ότι έχετε κι ένα υιόν εις τον στρατόν, είπεν ο ανθυπασπιστής.

– Ναι, είπεν ο κυρ Ζαχαρίας, όστις ηπόρησε πώς δεν εσυλλογίσθη να το αναφέρει πρώτος. Αυτός δεν ηθέλησε να πάει κατά το ένθιμον, και άμα έληξε η θητεία του, έμεινεν εις τον στρατόν. Να περιμένει τώρα προβιβασμόν! αν έχει τύχη, όπως τον εκατήντησαν τον στρατόν με τα κόμματά τους! Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμα τους! Εγνώρισα εγώ, στα χρόνια μου, λοχίους και δεκαενείς, οπού είναι, έως αυτής της ημερός, συνταγματαρχαίοι και ταγματαρχαίοι! Πόσο εμετάγνοιωσα που δεν επήγα στον στρατό, στα χρόνια του Οθωνος! Θα ήμουν τώρα συνταγματάρχης!

– Και βλέπω ότι έχεις τουλάχιστον έν προσόν, θείε, είπεν ο τριτεξάδελφος αινιττόμενος τας μεταμφιέσεις των λέξεων του γέροντος.

– Όλοι αυτό λέγουν, κύριε, είπε μειδιών ο ανθυπασπιστής. Βέβαια, όλοι οι εξηντάρηδες θα ήσαν από τότε, συνταγματάρχαι, και όλοι οι εβδομηντάρηδες θα ήσαν αντιστράτηγοι. Μόνον, ποιος θα εδούλευε για να πληρώνει φόρους, δια να βγαίνουν τόσοι μισθοί… Βέβαια, ο στρατός, εξηκολούθησεν ο ανθυπασπιστής, είχε, και έχει ακόμα τα καλά του, δεν σας λέγω. Μόνον τα καλά του αυτά, προσέθηκε φιλοσοφικώς, είναι όσα φαίνονται κακά, κι εκείνα ίσα-ίσα τα οποία ο Ρωμιός δύσκολα συνηθίζει, και δι’ αυτό βλέπουμε όλους να φεύγουν τον στρατόν, και να νομίζουν ως ημέραν εορτής την ημέραν που θα πάρουν την άφεσίν των. Και δια τούτο τόσον ολίγοι είναι οι έχοντες την υπομονήν και την θέλησιν ν’ ακολουθήσουν το στρατιωτικόν στάδιον.

– Και ποία είναι αυτά τα καλά, ημπορούμεν να σας ερωτήσωμεν; είπεν ο κυρ Ζαχαρίας.

– Αυτά τα καλά είναι η τακτική ζωή, η πειθαρχία, η σκληραγωγία, τα γυμνάσια, αι αγγαρείαι, η στρατιωτική τραχύτης εν γένει, η σκαιότης… από καμμιά φορά πέφτει και κανένας φούσκος… οι άγραφοι κανονισμοί, οι οποίοι ισχύουν περισσότερον από τους γραπτούς.

– Και οι άγραφτοι κανονισμοί ποίοι είναι; ηρώτησεν ο οικοδεσπότης.

– Άγραφοι κανονισμοί είναι, όταν, παραδείγματος χάριν, συλλάβουν κανέναν λιποτάκτην… να τον σπάζουν στο ξύλο…

– Α! έτσι; είπεν ο κυρ Ζαχαρίας… αγκαλά και το μέσον μου φαίνεσται βάρβαρον, δεν είμαι όμως και πολύ ενάντιος. «Το ξύλο βγήκε απ’ την Παράδεισο.»

Και λέγων εστέναξεν, ενθυμηθείς ίσως τους τέσσαρας υιούς του.

– Έπειτα είναι, εξηκολούθησεν ο ανθυπασπιστής, και άλλα βασανιστήρια… Τα ελληνικά ζωύφια, το νοσοκομείον, η βελόνα, το μάρμαρο… Το πειθαρχείον, οι οχτάρες, οι δεκαπεντάρες, οι μηναρέδες

– Οι μηναρέδες!… όχι να μην είναι χοτζάδες! είπεν ο οικοδεσπότης.

– Οι μηναρέδες, ναι… σας φαίνεται παράξενο, κυρ Ζαχαρία;

– Θείε, είπε γελών ο τριτεξάδελφος, μηναρέ εις τον στρατόν ονομάζουν την μηνιαίαν φυλάκισιν.

– Α! έκαμεν ο κυρ Ζαχαρίας. Τότε ενδιαφέρει.

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα εις τον πρόδρομον. Ήσαν αι δύο νέαι, επιστρέψασαι από της οδού Ερμού, συνοδευόμεναι υπό των δύο ανεψιαδών. Εισήλθον ελαφραί, χαρίεσσαι, μετ’ ιδιορρύθμου κομψότητος ενδεδυμέναι, με αλλόκοτους το σχήμα πίλους και με κόκκινα πτερά, η Μελπομένη καστανή, κοντούλα, ευτραφής, χλωμή, αισθηματική, ρωμαντική, η Κυριακούλα, στακτερόξανθος, υψηλή, λιγνή, ισχνή, με ζωηροτάτους ηδυπαθείς οφθαλμούς, οίτινες ήσαν απροσδιορίστου χρώματος κι εφαίνοντο διηγούμενοι μυρίας ιστορίας. Πονηρά, άστατος, είρων, γοητεύουσα με τον τρόπον και απογοητεύουσα με τον λόγον, θωπεύουσα με το βλέμμα και σχίζουσαν με την γλώσσαν, είχε πολλάς δωδεκάδας εργολάβων, εις όλους έδιδεν ελπίδας, και όλους τους επερίπαιζε. Τοιαύτη ήτο η χαϊδεμένη Κούλα.

Έγινεν η παρουσίασις. Ο ανθυπασπιστής εμαγεύθη από τας δύο νεάνιδας και δεν ήξευρε ποίαν να πρωτοαγαπήσει. Απήλθεν μετά ημίσειαν ώραν, αιχμαλωτισμένος, λαβών πρόσκλησιν να έλθη μίαν των νυκτών τούτων της τελευταίας εβδομάδος της Απόκρεω, ότε κατά πάσαν εσπέραν εγίνετο συναναστροφή και χορός.

***

Την τελευταίαν εσπέραν της Τυρινής του έτους 188… εχόρευσαν τόσον εις του κυρ Ζαχαρία, ώστε ήτο φόβος μη πέσει το σαθρόν σκωληκόβρωτον πάτωμα της παμπαλαίου οικίας επί των κεφαλών της κυρα-Κατίγκως της Χρίσταινας, της γραίας Βασιλικής της Λεμονούς και της Σταματούλας της Γεμενίτσας, το μόνο μέσον δι’ ου αι τρεις αύται θα έπαυον διά πάντοτε τους καθημερινούς καυγάδες των.

Η ανατολική θύρα της οικίας δεν επρόφθανε ν’ ανοίγει και να κλείει. Εισήρχοντο κατά ζεύγη, κατά ομάδας, άνδρες, γυναίκες, μετημφιεσμένοι και άλλοι, προσωπίδες και πρόσωπα. Έτριζεν η θύρα με τους στροφείς, εστέναζε το πάτωμα, αντήχει ο διάδρομος, εβόμβει η αίθουσα από το πλήθος των προσκεκλημένων. Αι δύο νεάνιδες δεν επρολάμβανον να τρέχωσιν ανά παν δεύτερον ή τρίτον λεπτόν εις την θύραν, προϋπαντώσαι τους ερχομένους, ή προπέμπουσαι τους τυχόν απερχομένους, να επιστρέφωσιν εις την αίθουσαν, περιποιούμεναι τους μένοντας, να μεταβαίνωσιν εις τα δωμάτια, ανταλάσσουσαι ομιλίας με τους οικειοτέρους. Και ο χορός έπαυε και ανενεούτο κάθε δέκα λεπτά. Η Κούλα εχόρευεν ως να είχε πτερά εις τους πόδας, εκλέγουσα αυτή δια νεύματος τους συγχορευτάς της, επιτρέπουσα ως βασίλισσα να την παρακαλέσωσι να χορεύσει. Η Μέλπω εδέχετο πάσαν πρόσκλησιν, συμπονετική, μη θέλουσα ν’ απορρίψει κανενός την παράκλησιν. Και η αυλή και η κλίμαξ εφεγγοβόλει, και από όλα τα παράθυρα εξήρχοντο ήχοι μουσικής, ως να ήτο η οικία όλη γιγαντιαίον κύμβαλον εναρμονίως ηχούν εκεί εις το ανασηκωμένον κράσπεδον της παλαιάς πόλεως. Και όταν επί μίαν στιγμήν έπαυον τυχόν οι τόνοι της μουσικής, τότε, έξωθεν της αυλής ηκούετο μελαγχολική καντάδα των κιθαρωδών της γειτονιάς, όσοι διά τινα αφορμήν δεν ήσαν δεκτοί ν’ ανέλθωσιν εις την πολυθόρυβον και φιλόκοσμον οικίαν. Τότε η Κούλα ύψωνε αορίστως το υγρόν όμμα εις το κενόν, ενώ η Μέλπω ηκούετο ψιθυρίζουσα με τους οδόντας της: «Οι καημένοι!»

Ερρέμβαζεν εξηπλωμένος επί της κλίνης του, ο Σπύρος ο Βεργουδής, πτωχός σπουδαστής, πρωτοετής της φιλοσοφικής σχολής, όστις και αν ήθελε να εισέλθει εις τον κόσμον δεν είχε τα μέσα.

Είναι αληθές ότι αι δύο κόραι τον είχον προσκαλέσει να μετάσχει της εσπερινής διασκεδάσεως, αλλά πώς να υπάγει αυτός, δειλός, άπειρος του κόσμου, κακοφορεμένος, εν μέσω τόσων αγνώστων; Έπειτα προς την μίαν αυτών, την Κούλαν, έτρεφε αβρόν συναίσθημα ερωτικόν, και ήτο ζηλιάρης• δεν θα ηνείχετο να την βλέπει να χορεύει με τόσους και τόσους… και αυτός να μην ηξεύρει ευρωπαϊκόν χορόν! Είχε δειπνήσει την εβδόμην ώραν κι επειδή την εσπέραν εκείνην ενωρίς τα καφενεία έκλεισαν, ησθάνετο δε και ελαφρόν πόνον εις τους οδόντας, απεσύρθη από της ογδόης εις το δωμάτιόν του με το παράπονον εκείνο, οίον ο ξένος έχει μέσα του εις τοιαύτας ημέρας. Αλλ’ άμα έφθασεν εις το δωμάτιον, η λύπη του διεσκεδάσθη, και τώρα εξηπλωμένος επί της κλίνης του  ερρέμβαζε κι επαρηγορείτο, σκεπτόμενος ότι αυτός ήτο αναμφιβόλως ο ευδαιμονέστερος, διότι χωρίς να παρευρίσκεται εις καμμίαν διασκέδασιν, μετείχε τριών η τεσσάρων συγχρόνως. Ήκουε τον απερίγραπτον θόρυβον της οικίας, όστις μόνος του ήξιζε δια τρεις ή τέσσαρας εορτάς, κι εχόρευε μετά της κλίνης του ακουσίως νανουριζόμενος από τα άσματα, την μουσικήν και τας ορχήσεις. Είτα κατά το διάλειμμα του χορού, ήκουσε το μελαγχολικόν άσμα και την κιθάρα εις την οδόν, και λησμονήσας εαυτόν, ηρώτα μέσα του: «Δεν έχουν τάχα πού ν’ αποκρέψουν, οι δυστυχισμένοι;» Είτα πάλιν εσκέφθη: «Αναμφιβόλως θα έχουν πού ν’ αποκρέψουν, αλλά προτιμούν να βλέπουν τα φωτισμένα παράθυρα». Έπειτα ήκουε και άσμα και χορόν  εντόπιον εις δύο γειτονικάς οικίας. Ιδού, όλων αυτών των διασκεδάσεων μετείχε, χωρίς να είναι παρών. Έλεγε δε καθ’ εαυτόν «Χωρίς άλλο διά να εκτιμήσει τις μουσικήν και χορόν, πρέπει να είναι ακροατής μακρόθεν. Από σιμά ο γινόμενος θόρυβος εκκωφαίνει τα ώτα και εκπτοεί την κρίσιν». Αίφνης ησθάνθη παραδόξως εις τους αλγούντας οδόντας του κάτι ως αιμωδίασιν, και ενθυμηθείς τον μύθον εψιθύρισεν: «Όμφακες εισί».

Αλλ’ ιδού ακούει κάτω από τας πόδας το και άλλον θόρυβον και άλλην διασκέδασιν. Εχόρευον τον συρτόν ή τον καλαματιανόν, κι ετραγουδούσαν το «Μαύρο γεμενί» και το «Μύλο της θειας μου της Κοντύλως».

Υπό τους πόδας του ακριβώς, κατώκει εις το ισόγειον η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της, της Μαρουσώς. Φαίνεται ότι την εσπέραν εκείνην είχαν κάμει αγάπην και αι τρεις, με την Λεμονού και την Χρίσταιναν, μετά της Φρόσως και της Γεώργαινας και του συζύγου της, και είχαν αποφασίσει «ν’ αποκρέψουν» ομού. Τώρα δε, αφού έφαγαν, είχαν στήσει και αυταί τον χορόν, είς ανήρ και πέντε γυναίκες, με τρία μικρά παιδία. Ενωρίς ακόμη, όταν ο Σπύρος είχεν έλθει από το μαγειρείον, όπου έφαγε, μόλις ανέβη εις το δωμάτιον του, και ήναψε την λάμπαν, ακούει ελαφρόν κτύπον εις την θύραν του. Ο πρόδρομος ήτο ακόμη γαλήνιος, διότι δεν είχαν αρχίσει να επέρχονται τα κύματα των προσκεκλημένων. Ο Σπύρος ενόμισεν ότι θα ήτο η κυρία Ζαχαρού, και ότι θα ήλθε δια να επαναλάβει προς αυτόν την πρόσκλησιν, ήν του είχαν κάμει ήδη αι κόραι της. Εσπευσε ν’ ανοίξει. Ηπατάτο, δεν ήτο η γραία. Ήτο η Μαρούσα, η ψυχοκόρη της Σταματούλας, δεκατεσσάρων ετών κορασίς, μελαγχροινή, νόστιμη, με μάυρα όμματα, με λευκόν μανδήλιον περί την κεφαλήν, την οποίαν προ δύο ετών, όταν ήτο μαθητής του γυμνασίου και κατώκει εις γειτονικόν δωμάτιον, ενθυμείτο μικράν άσχημην παιδίσκην, μαύρην, ζαρωμένην, αληθές «γυφτοκόνισμα», και ήτις τώρα είχε «ξετρίψει» κι εγίνετο ωραία. Ήτο δευτέρα ή τρίτη φορά καθ’ ην η μικρά ανέβαινεν εις το δωμάτιόν του. Είχεν έλθει άλλας δύο φοράς δια να λάβει τα προς πλύσιν ενδύματα του, ή δια να φέρει πλυμένα δια των χειρών της θετής μητρός της. Και την φοράν ταύτην, ο Σπύρος ενόμισεν ότι ήλθε να του ζητήσει ρούχα, και ήτο έτοιμος να την ερωτήσει: «Θα πλύνει αύριο η μάννα σου, Καθαρή Δευτέρα;» Αλλ’ η κορασίς, προλαβούσα, του λέγει:

– Κύριε Σπύρο, είπ’ η μητέρα μου, δεν κοπιάζεις κάτω, ν’ αποκρέψουμε, αν αγαπάς;…

Ο Σπύρος δεν επερίμενε την πρόσκλησιν ταύτην, και χωρίς να σκεφθεί απήντησεν.

– Ευχαριστώ, κορίτσι μου, έφαγα εγώ, απόκρεψα, να μου την χαιρετάς.

Η παιδίσκη επανέλαβε:

– Κι αν έφαγες είπ’ η μητέρα μου, να κοπιάσεις ύστερα, που θα χορέψουμε…

– Μπράβο! έχω ευχαρίστησιν, είπε μειδιών ο νέος• ποιοι και ποιοι θα είσθε;

– Θα’ μαστε η μητέρα μου κι εγώ κι η κυρα-Χρίσταινα κι η Φρόσω κι η κυρα-Βαγγελή κι η κυρα-Γιώργαινα με τον κυρ Γιώργη, κι ο Νίκος κι ο Τάσος κι ο Αντωνάκης της κυρα-Γιώργαινας.

– Κάτι πολλοί! είπε μετά θαυμασμού ο Σπύρος. Και τα έχετε καλά τώρα με την κυρα-Χρίσταινα και με την κυρα-Βαγγελή;

– Δεν έχουμε τίποτα…

– Τόσο καλύτερα… Χαιρέτα μου τη μητέρα σου, θα είχα μεγάλη ευχαρίστηση… μα έχω πονόδοντο και θα κοιμηθώ νωρίς.

Ήθελε να είπει ναι, και έλεγεν όχι. Δεν του εφαίνετο αξιοπρεπές να υπάγει «ν’ αποκρέψει» με την πλύστραν του, άλλως δε θα τον έτυπτεν η συνείδησις, διότι ο μετά τόσων γυναικών, ων τινες ήσαν νέαι, συγχρωτισμός δεν θα ήτο ακίνδυνος δι’ αυτόν, και η πρόθεσίς του, αν εδέχετο την πρόσκλησιν, αδύνατον να ήτο αθώα. Μάλλον θα επροτίμα να φιλήσει εκεί εις τα κρυφά την μικράν κορασίδα, την οποίαν απερισκέπτως έστελλε προς αυτόν η ψυχομάννα της, αλλά δεν ήτο τολμηρός, ούτε απολύτως διεφθαρμένος.

Απέπεμψε την παιδίσκην αλώβητον, και αυτός εξηπλώθη φιλοσοφικώς επί της σκληράς μαθητικής στρωμνής του. Ευχαριστήθη, διότι ενίκησε τον πειρασμόν, ήτο ήσυχος τώρα, σχεδόν ευτυχής. Ιδού λοιπόν ότι τα τρία εμπόλεμα μέρη του ισογείου είχαν ειρηνεύσει, και συνήλθον ομού να εορτάσωσι την τελευταίαν νύκτα της Τυρινής. Καλά που το επήραν πονηρά, εσκέπτετο ο Σπύρος, κι εξέλεξαν ως τόπον της διασκεδάσεώς των το οίκημα της Σταματούλας, ακριβώς υπό το δωμάτιον το ιδικόν του, διότι αν κατέρρεεν αίφνης το πάτωμα του ανωγείου υπό το βάρος των χορευτών, εκεί ήτο ελπίς να γλυτώσουν, εκτός αν έπιπταν και οι τοίχοι, και τότε ψυχή δεν θα εσώζετο. «Τι ωραία, τι αφελή έθιμα έχει ο ελληνικός λαός, διενοείτο ο Σπύρος. Ιδού ότι τρεις οιονεί οικογένειαι, ενώ όλον τον χρόνον ήσαν εις διάστασιν, απεφάσιζαν την τελευταίαν ημέραν της Απόκρεω να φιλιωθώσι, δια να εορτάσωσι ομού την νύκτα της τυροφαγίας. Δια τους μεν (τι τα θέλετε;) ο βίος αυτός είναι διηνεκής Απόκρεως, δια τους δε είναι μακρά και θλιβερά σαρακοστή. Ευτυχώς λαμβάνει πέρας! Ως όασις εν τη ερήμω ας είναι τουλάχιστον διά τους δευτέρους η νύξ αύτη της Απόκρεω!» Και αυτός οδοιπόρος ήτο εις την ματαιότητα του κόσμου. Και δι’ αυτόν η ζωή ήτο ανήφορος ατελείωτος, και οδός τραχεία και μακρά τεσσαρακοστή. Πότε θα έφθανεν εις το τέρμα; Ισως να εδειματούτο από μορμολύκεια της φαντασίας του, αλλ’ εμαντεύετο δυσοίωνα περί του μέλλοντός του• το μόνον καλόν ήτο ότι εφιλοσόφει εκ προκαταβολής δια πάν το αποβησόμενον ως προς αυτόν.

Εκ των ρεμβασμών του τον απέσπασε τραχεία φωνή γέροντος, αναμειχθείσα εις τον χορόν τον υποκάτω των ποδών του, εις το οίκημα της Σταματούλας.

Η φωνή βραχνή και μετά ιδιαζούσης προφοράς έψαλλε:

Πώς το τρίβουν το πιπέρι,
του διαβόλου οι καλογέροι!

Την φωνήν ταύτην ανεγνώρισε πάραυτα ο Σπύρος. Ήτο του μπάρμπ’ Αντώνη, του συζύγου της γραίας Βαγγελής, τον οποίον αύτη είχε πρό πολλού διωγμένον. «Α! ήρθε λοιπόν ο μπάρμπ’ Αντώνης πίσω;» εσκέφθη ο νεαρός σπουδαστής. Ενθυμείτο ότι, προ τινων μηνών, όταν ο γέρων ήτο άρρωστος, η γρια-Βαγγελή παραπονούμενη περί αυτού έλεγε:

– Τι-σου-κάμει δα κι αυτός ο καμέναρος! Έχει και το σύναχό του… έχασε και τις παπούτσες του… θέλει και τον τσίγαρο!…

Αλλ’ όταν ανέρρωσεν ολίγον, και δεν ήθελε να δουλεύει, η γραία τού έδωκε τα δικά της τα πασουμάκια να φορέσει, και τον απέπεμψε λέγουσα: «Ας πα να’ βρει τσωμί να φά!» Αλλ’ ιδού ότι ο γέρων, αφού εκυλίσθη επί τόσους μήνας τις οίδε πού εργαζόμενος δια να ζει, ενθυμήθη κατά την Απόκρεων να έλθει προς την γραίαν του όπως κάμει αγάπην μετ’ αυτής… ίσως μάλιστα να της έφερε και ολίγα κερμάτια.

Το αποκριάτικον δίστιχον του μπάρμπ’ Αντώνη, το επανέλαβεν ευθύς ύστερον δροσερά γλυκεία φωνή νεάνιδος, την οποίαν ο Σπύρος ανεγνώρισε επίσης. Ήτο η φωνή της Φρόσως, της αδελφής της κυρα-Χρίσταινας. Την είχε ερωτευθεί πρό τινος χρόνου την χλωμήν λεπτοφυή κόρην, την πτωχήν κι εργατικήν, την είχεν ερωτευθεί ως ηρωτεύετο σήμερον την Κούλαν, με πλατωνικόν έρωτα. Τόσον ολίγον μάλιστα την επλησίασεν, ώστε κατ’ αρχάς ηγνόει και τ’ όνομά της. Ήκουεν εις το ακρινόν διαχώρισμα του ισογείου δύο ονόματα γυναικών. Φρόσω και Κατίναν, Κατίναν και Φρόσω. Αυτός Φρόσω ενόμιζε την κυρα-Χρίσταινα και Κατίναν ενόμιζε την αδελφήν της. «Επήρε την Φρόσω για Κατίγκω», ως έλεγεν αργότερα ο ίδιος. Και εις τους στίχους τους οποίους έγραψε δι’ αυτήν (διότι έγραφε, φευ! και στίχους, τους οποίους ευτυχώς δεν εδημοσίευε) την ωνόμαζε, καλή τη πίστει, Κατίναν.

Ειπέ μου, τι τους έκαμες Κατίνα ρημασμένη!
Πώς κάθε όμμα βάσκανον εσένα μόνο βλέπει,
και κάθε γλώσσα διά σε λαλεί φαρμακωμένη;
Α! όχι τούτο διά σε, Κατίνα μου, δεν πρέπει…

Αν υπανδρεύθης, έκαμες κακόν; Θεός φυλάξει!
Ομοίως υπανδρεύονται όλοι οι φτωχοί, Κατίνα,
κι οι μαύρες σου γειτόνισσες, η τύχη σαν αλλάξει,
που λέγουν τόσα διά σε, κι εβόιξ’ η Αθήνα.

…………………………………………………………….

Την συμφορά που πέρασες και την ζωή που ζούσες
την μέτρησες με βάσανα, την πλήρωσες με μίση
σκυμμένη πάντα προς την γην, ως να παρακαλούσες
την Μοίραν να σε σπλαχνισθεί και να σε βοηθήσει.

………………………………………………………………

Στον δρόμον χθες της μάμμης σου μ’ αντάμωσεν η φίλη
μιά καλή νοικοκυρά, κι ετάνυσε το στόμα,
και δια σέν’ αγλύκαντα και διαστρεμμένα ωμίλει.
Χαίρε, Κατίνα! κι οι γριές σ’ εζήλεψαν ακόμα…

***

Εις το τρίτον τετράστιχον υπηνίσσετο το επάγγελμα της κόρης, βοηθούσης εις την πλύσιν την αδελφήν της. Εις το τελευταίον απόσπασμα η γραία, περί ης γίνεται λόγος, ήτο ίσως αυτή η Βαγγελή η Λεμονού. Σημειωτέον ότι η κόρη δεν είχε υπανδρευθεί, αλλ’ είχεν αρραβωνισθεί πρό τινος χρόνου μικροκάπηλον τινα, όστις πληροφορηθείς ότι δεν είχε μετρητά, την παρήτησεν, αφού δωρεάν την εξέθεσεν εις τας κακολογίας των φιλοψόγων γυναίων. Αλλ’ ο Σπύρος, όστις εθεώρησε κατ’ αρχάς τον γάμον βέβαιον κι έγραφεν εις τους στίχους του ότι η κόρη «υπανδρεύθη», ελυπήθη διά την διάλυσιν του συνοικεσίου όσον εθλίβη κατ’ αρχάς διά τον αρραβώνα, διότι, εν τω μεταξύ, έπαυσε πλέον να την αγαπά, και ηρωτεύθη αντ’ αυτής την Κούλαν, ήτις άδηλον αν ηγάπα τινά, αλλ’ αυτόν βεβαίως όχι… Και όμως, την νύκτα ταύτην, η φωνή της νεάνιδος, με όλον το σατυρικόν του άσματος, τον συνεκίνησε… Και έπλαττε κατά φαντασίαν ολόκληρον ειδύλλιον ουδέποτε μελλούσης να πραγματοποιηθή συμβιώσεως μετά της νεαράς πλυντρίας, ήτις δεν εφαίνετο άμοιρος αισθημάτων τρυφερών.

***

Εκ της οπτασίας ταύτης τον εξήγειραν αποτόμως άγριαι φωναί, ακουσθείσαι εν μέσω βόμβου ψιθυρισμών, και διακοπέντος αίφνης του άσματος και του χορού, εν τη αιθούση του κυρ Ζαχαρία. Ήκουσεν ευκρινώς δύο λέξεις, αίτινες με αγανάκτησιν και με πάθος βροντοφωνηθείσαι, επεκράτησαν όλου του θορύβου, και εγέννησαν μακράν σιωπήν• τας λέξεις: «ανάγωγε» και «αφιλότιμε».

Έτεινε το ούς. Αλλά δεν ήκουε πλέον τίποτε. Μετά τινά δευτερόλεπτα μόνον ήκουσεν εσπευσμένα βήματα δύο ή τριών ανθρώπων, κατερχομένων την κλίμακα την μεσημβρινήν, της μικράς εισόδου. Ανεπήδησε διά μιάς και έτρεξεν εις το παράθυρον. Αλλ’ οι κατελθόντες την κλίμακα είχαν κάμψει την γωνίαν του νοτίου τοίχου και μετ’ ολίγας στιγμάς ήκουσε μόνον τον κρότον της ανοιχθείσης και κλεισθείσης αυλείας θύρας, δι’ ης εξήλθον οι φεύγοντες.

Εντός της αιθούσης ήκουε μόνον ομιλίας, εξ ων ουδεμίαν λέξιν διέκρινεν. Επανήλθεν εις την κλίνην του και εξηπλώθη. Τι να συνέβαινε άρα γε; Δεν ήτο και πολύ περίεργος, και δεν τον έμελεν. Εν τούτοις έκαμε ποικίλας εικασίας περί της αιτίας του γενομένου θορύβου, και με τας εικασίας απεκοιμήθη, διότι αρκετά είχε βαυκαλισθεί ήδη από τα άσματα και τους χορούς. Ούτε η μήτηρ του δεν τον είχε ναναρίσει ποτέ τόσον ηδυπαθώς, ότε ήτο παιδίον, όσο τον ενανάρισαν την εσπέραν εκείνην αι κραυγαί και αι διαχύσεις της γειτονιάς.

Μόνον μετά πολλάς ημέρας συνέβη να μάθη από την Σταματούλαν, την πλύστραν του, ήτις τα ήξευρε όλα, ότι «εκείνος ο αξιωματικός, ο ξανθομούστακος, είχε θυμώσει, στο χορό απάνου, με έναν που φορούσε προσωπίδα… που είχε πειράξει μιά κόρη… ξαδέρφη των κοριτσιών, καλέ!… ανηψιά της κυρα-Ζαχαρούς… που είχε ‘ρθει στον μπάλο μαζί με τ’ αδέρφι της… και μ’ έναν άλλον κύριον, που λέν πως θα την πάρει… Παντρεύουνται ο κόσμος, να σου πω, δεν είναι σαν εμάς… Πώς θα γεννοβολήσουν, να πληθύν’ η πλάση;»

Σημειωτέον ότι, όσον αφορά την Σταματούλαν, ήτο μυστήριον διατί είχε χωρίσει τον άνδρα της. Αλλ’ αυτή ηγάπα πάντοτε να ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν είχεν υπανδρευθεί. Ήτο τριανταπέντε ετών, υψηλή, ισχνή, οστεώδης. Αλλά δεν ωμολόγει ποτέ ότι ήτο παραπάνω από εικοσιπέντε ετών. Η Σταματούλα εξηκολούθησε:

«Κι ένας άλλος, που δεν θέλησε να βγάλει την προσωπίδα του, την είχε πειράξει, φαίνεται στο χορό απάνου… και τότες ο αξιωματικός, ο ξανθομούστακος, εξεσπάθωσε, και ήθελε να τον κόψει, και τον είπε αφιλότιμο… κι εκείνος που δεν ήθελε να βγάλει την προσωπίδα, τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα… και το ‘στριψε μαζί με άλλους δύο φίλους του, που είχαν έρθει μαζί… μα η διαγωγή του αξιωματικού του ξανθομούστακου έκαμε μία εντύπωση… κι’ έδωκε εις όλους νάμι… κι οι δυο κόρες της σπιτονοικοκυράς τον αγαπήσανε… κι εκείνος δεν ξέρει ποια να πάρει ποια ν’ αφήσει… Μα να σου πω, ως τη Λαμπρή θαρρώ πως θα έχουμε γάμους της Κούλας με τον αξιωματικό τον ξανθομούστακο… Παντρεύουνται ο κόσμος, να σου πω!…»

***

Την αυτήν εσπέραν, καθ’ ην η Σταματούλα διηγείτο ταύτα εις τον Σπύρον, ο νέος ωνειρεύθη ότι του έπεσεν είς των οδόντων του, εκείνος όστις προ πολλού του επόνει. Και έως το Πάσχα, ότε ετελούντο οι γάμοι της Κούλας μετά του νεαρού αξιωματικού, έπαυσαν οριστικώς να του πονούν οι οδόντες.

 

Advertisements

108 Σχόλια to “Αποκριάτικη νυχτιά – διήγημα του Παπαδιαμάντη”

  1. Νέο Kid Al Kuwaiti said

    Ωραιο! Αλλες Εποχές ,αλλά οι «αλήτες πολιτικοί » αλήτες πολιτικοί, ο «ένας λοχίας ρε παιδιά!» ένας λοχίας, και η Ερμού … Ερμού! 🙂

  2. Γς said

    >δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι’ ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν

    Α, η αλυσιβα!

    Την πρόλαβα…

    «Με την αλισίβα γινόταν η «μπουγάδα». Δηλαδή αφού τα ασπρόρουχα πλενόντουσαν καλά, τοποθετούνταν σε ένα ψηλό καλάθι, στο «μπουγαδοκόφινο», το οποίο όμως καλυπτόταν προηγουμένως εσωτερικά με μια μεγάλη άσπρη χοντρή μαντήλα ή ύφασμα το λεγόμενο «σταχτόπανο» και που τα άκρα της (του) έβγαιναν έξω από το κοφίνι. Στη συνέχεια διπλώνονταν τα πλυμένα ασπρόρουχα και στοιβάζονταν μέσα στο μπουγαδοκόφινο και στο τέλος σκεπάζονταν αυτά από τις άκρες του σταχτόπανου.»

    Από τη Βίκη

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B2%CE%B1

  3. Γς said

    2:

    Στάχτη από ξύλα δηλαδή, η οποία διαλυόταν με νερό και στη συνέχεια σουρωνόταν μέσα από το σταχτόπανο.

  4. Γς said

    Κι ήθελε η νοικοκυρά να κρύψει τη χαρά της [και το ενδιαφέρον της] για τον καινούργιο νοικάρη απέναντι:

    -Να μωρέ μήπως θέλει το παιδί να του πλύνω κανα ρούχο

    Το’ λεγε στον άντρα της κι ο πιτσιρικάς Γς έπαιρνε μαθήματα…

  5. Γς said

    4:

    Και όντως ήταν παιδαγωγικοί, αλλά και εξόχως διασκεδαστικοί οι καυγάδες των γυναικών στο Βύρωνα. Οταν διαταύρωναν τα ξίφη τους κυράδες απ το Γαλαξίδι και παστρικιές από τη Σμύρνη.

    -Σε ξέρουμε αρί, που ταΐζεις τσι γκόμενοι κι αφήνεις τα παιδιά νηστικά.

  6. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και πάω για τα αρχαία!

    Και αύριο λογοτέχνημα θα έχουμε -αλλά ενός ξένου με ελληνικό ενδιαφέρον.

  7. Αγαπητό ιστολόγιο καλημέρα. Το συγγραφικό ταλέντο του Παπαδιαμάντη δεν σταματάει να με εκπλήσσει καθώς διαβάζω και ξαναδιαβάζω το έργο του. Και πάντα καταλήγω στο ρητορικό ερώτημα τι θα έγραφε αν ζούσε στην εποχή μας, αν είχε πρόσβαση στις πληροφορίες που έχουμε εμείς, αν είχε τη δυνατότητα να ταξιδέψει, την ευκολία στην επικοινωνία με ομότεχνούς του, αν..

    Και ένα όχι τόσο ρητορικό ερώτημα: Θα ήθελα για άλλη μια φορά να καταφύγω στη συλλογική σοφία των συμμετεχόντων για ένα ζητηματάκι που με απασχολεί. Ψάχνω την καταγωγή και την ετυμολογία του όρου «προοικονομία», που όπως θα ξέρει η ομήγυρις αφορά το αντικείμενο που στα αγγλικά ονομάζεται forshadowing αν έχω καταλάβει καλά. Από πότε χρησιμοποιείται και από ποιον και γιατί είναι τόσο άστοχος στην περιγραφή; Κάποιος που δεν γνωρίζει τι αφορά, αποκλείεται να το μαντέψει από τη σύνθεση της λέξης (έχω κάνει το πείραμα). Γιατί τον χρησιμοποιούμε και τον διδάσκουμε στα παιδιά μας; Υπάρχει στα σχολικά βιβλία, δεν θυμάμαι που ακριβώς, αλλά από εκεί ξεκίνησε η έρευνα για την καταγωγή του. Χελπ πλιζ?

    Ευχαριστώ και εύχομαι καλή πτήση στον αετό σας.

  8. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας,
    «τση κόλλας» λέμε τον κολλαριστό, τον ατσαλάκωτο.

    >>δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γη
    Ο θερμός ήταν το ζεματιστό νερό στο καζάνι για πλύσιμο,λούσιμο ή για μάδημα όρνιθας,χοίρου κλπ στην αυλή ή στο παράσπιτο.

    >>κι οι δυο κόρες της σπιτονοικοκυράς τον αγαπήσανε…
    στερεοτυπικό μοτίβο σε μύρια λογοτεχνήματα,ταινίες κλπ

    >>οία συνηθίζουσι φορτικώς ν’ ανταλλάσωσιν αι απόγονοι της Εύας, κατά τα εξιππασμένα και φραγκοποτισμένα ήθη μας.
    Πού είσαι μπαρμπα Σπύρο (Κυρ Αλέξανδρε) να δεις τα τόσα αεροκοπανιστά μάτσα μούτσα της σήμερον. Άσε τα ηλεφιλιά ή τα προφορικά. Σας φιλώ 🙂

  9. Γιάννης Κουβάτσος said

    Να, σ’ αυτό υπερέχει η λογοτεχνία της ιστορίας: απαθανατίζει τις Λεμονούδες, που αλλιώς δεν θα τις θυμόντουσαν ούτε τα εγγόνια τους, τα φτωχικά γλέντια τους, τους καβγάδες τους, την «ασήμαντη» ζωή τους…
    Κι αυτός ο κυρ Αλέξανδρος! Πάντα θεατής, πάντα από απόσταση, να πονάει το δοντάκι του και να μην κάνει τίποτα γι’ αυτό…
    Α, μια διορθωσούλα, αν επιτρέπεται, Νικοκύρη: πρόδομος, όχι πρόδρομος.

  10. sarant said

    7 Είναι αρχαίο το ρήμα

  11. Γς said

    >Ευχαριστώ και εύχομαι καλή πτήση στον αετό σας.

    Α, ήτανε και κάτι παράσημα που κολλούσαμε στους αετούς μας την Καθαρή Δευτέρα.

    Παράσημον Καλής Πτήσεως και τέτοια.

    Σε δυο τρεις χαρταετούς που ήταν τόσο μαγκιόροι και καλοφτιαγμένοι που για πολλά χρόνια τους κατέβαζαν τα πιτσιρίκια μου απ το πατάρι αυτές τις μέρες

  12. ενίοτε φιλήματα… μεταξύ γυναικών, οία συνηθίζουσι φορτικώς ν’ ανταλλάσωσιν αι απόγονοι της Εύας, κατά τα εξιππασμένα και φραγκοποτισμένα ήθη μας. Σπεύδω να είπω, προς καθησύχασιν του αναγνώστου, ότι τα ήθη της οικογενείας, περί ης ο λόγος, ανειμένα κατά το φαινόμενον, πράγματι ήσαν αυστηρά. Αλλ’ η οικία έπλεεν εις το μεταίχμιον το αόριστον και αβέβαιον, εις το λυκόφως εκείνο, μεταξύ παραδόσεως και νεωτερισμού, όπερ ως λυκόφως δεν δύναται να διαρκέσει, αλλ’ αναγκαίως θα υποχωρήσει εις τον ζόφον και θα γίνη νύξ.
    ——————————–
    Αυτή πρέπει να είναι μια από τις ελάχιστες (ή μήπως η μόνη;) περιπτώσεις που ο Παπ. παρεμβάλλει ρητά δικές του γνώμες σε διήγημα.

    Προς στιγμή με μπέρδεψε αυτό το «εν χορδαίς και οργάνω»: http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?1367-%CE%B5%CE%BD-%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%82-EN-with-pomp-and-circumstance-with-great-pomp-FR-en-grande-pompe Είδα και τους εργολάβους που κουβεντιάζαμε.
    Ενδιαφέρουσα η μίξη των χορών – ευρωπαϊκοί πάνω με τους αξιωματικούς, δημοτικοί κάτω.

  13. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Αφιερωμένο στο γυναικομάνι του Παπαδιαμάντη.

    «Γριές Γυναίκες» σε μουσική και ερμηνεία της Μαρίζας Κωχ.
    Την απόδοση των στίχων στα Ελληνικά, από ένα ποίημα του πολωνού ποιητή Τιοντορ Ρούζεβιτς, την έκανε ο Νικος Κούνδουρος.Χθες η Μαρίζα τον αποχαιρέτησε μ΄ένα σπαραχτικό μοιρολόι πάνω από το κιβούρι του.

  14. Γιάννης Κουβάτσος said

    Όχι, ο Παπαδιαμάντης παρεμβάλλει προσωπικές απόψεις και σε άλλα διηγήματά του, και συνήθως το κάνει άκαιρα και άκομψα (π.χ. «Λαμπριάτικος ψάλτης»). Ο Ελύτης τον ψέγει γι’ αυτό στη «Μαγεία του Παπαδιαμάντη».

  15. spatholouro said

    Προοικονομία τοίνυν εστίν η τα μέλλοντα διατίθεσθαι προπαρασκευάζουσα λέξις

    Ηρωδιανός («Περί σχημάτων»)

  16. Πέπε said

    > > Εχόρευον τον συρτόν ή τον καλαματιανόν, κι ετραγουδούσαν το «Μαύρο γεμενί» και το «Μύλο της θειας μου της Κοντύλως».

    (Το πρώτο πρέπει όντως να είναι αυτό. Το δεύτερο το λένε σ’ όλη την Ελλάδα σε διάφορες παραλλαγές, αυτή είναι μικρασιάτικη, απλώς ενδεικτικά.)

  17. Αξεπέραστος ο Κοσμοκαλόγερος.

    Και δύο λεξιλογικά
    (α) «πρόσφωλο: το φώλι, το αυγό που βάζουν στη φωλιά της κότας για να προσελκύσουν την όρνιθα να γεννήσει κι άλλα…»
    Εμείς το λέγαμε (λέμε) προσφώλ(ι). Η μάννα μου ζωγράφιζε πάνω στο προσφώλι 8 (οιονεί) μεσημβρινούς, χρησιμοποιώντας ένα κάρβουνο, προφανώς για να μην μπερδεύεται το προσφώλι με το φρέσκο αβγό.
    Και μια και το έφερε ο λόγος, ένα άλλο «είδος» αυγού το λέγαμε πορλόκ(ι). ‘Ηταν ένα αβγό ασυνήθως μικρό σε μέγεθος (περίπου) καρυδιού, το οποίο δεν τρώγαμε, θεωρώντας το ίσως δαιμονισμένο! Η ίδια λέξη χρησιμοποιούνταν και σαν βρισιά για παιδιά. «Μάζεψ΄τα μαρή τα πουρλόκια΄σ», έλεγε κάποια στη γειτόνισσά της που δεν χώνευε! Πάντως, τα αβγά-πορλόκια οφείλονταν προφανώς στην …ασιτία των αρνιθιών.
    (β) «…τα εξιππασμένα και φραγκοποτισμένα ήθη μας…».
    Εμείς χρησιμοποιούμε το επίθετο αυτό (εξιππασμένος) γι’ αυτόν που μεγαλοπιάνεται αφ΄εαυτού ή και …έχει καβαλήσει το καλάμι. Εγώ θα το έγραφα «ξεπασμένος» ή (σερραϊστί) «ξηπασμένος», φαίνεται όμως ότι η ορθογραφία του Κοσμοκαλόγερου έχει βάση. «Αυτην η γ΄ναίκα είναι πολύ ‘ξιππασμέν(η)», για κάποια που θέλει να παραφαίνεται κοκότα, να μεγαλοπιάνεται από μόνη της κλπ.

  18. Ευχαριστώ πολύ Σπαθόλουρο (?) με φώτισες ως προς το πρώτο σκέλος, αλλά βρίσκω τον όρο άκομψο, μήπως ξέρεις κάτι για την ετυμολογία του;

  19. spatholouro said

    Προ-οικονομώ
    διευθετώ, τακτοποιώ, προετοιμάζω

    προ-οικονομία
    η προτέρα οικονομία, διευθέτηση

    Λειτουργώ προοικονομικώς=κατά προτέραν διευθέτησιν

    (από τον μεγάλο Δημητράκο)

  20. Ευχαριστώ και πάλι, εξακολουθώ όμως να μην καταλαβαίνω την εννοιολογική τοποθέτηση του όρου. Τι δουλειά έχει η οικονομία δηλαδή στα μέλλοντα διατίθεσθαι…

  21. Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου said

    Καλημέρα καὶ καλὲς ἀποκριές. Ἡ βελόνα καὶ τὸ μάρμαρο ξέρουμε τί εἶναι;

  22. Avonidas said

    Να σαι καλά, Νικοκυρη, τι γέλιο εριξα!

    Κανονική Δέσποινα Στυλιανοπούλου ο κυρ Ζαχαρίας με τα μαργαριτάρια του 😀

  23. κουτρούφι said

    Πολύ συχνά, διαβάζοντας κείμενα του Παπαδιαμάντη, βρίσκω σημεία που μου είναι οικεία. Τις περισσότερες φορές τα κοινά αυτά σημεία είναι τυχαία αλλά δεν παύουν να με κάνουν να σηκώνω αυθόρμητα το φρύδι και να γουρλώνω τα μάτια όταν τα συναντώ στα κείμενά του. Στο παρόν τέτοια περίπτωση είναι το παρατσούκλι(;) μιας εκ των πρωταγωνιστριών: Της Λεμονούς. Δεν φαίνεται από το κείμενο πώς προκύπτει το παρατσούκλι αυτό. Για μένα το Λεμονού έχει ιδιαίτερη αξία. Έτσι αποκαλούσαν τη λαλά μου, λόγω του επιθέτου του παππού μου (Λεμονής) στον Αρτεμώνα, στη Σίφνο. Έτσι αποκαλούσαν και την πεθερά της. Από πρωτοχρονιάτικα κάλαντα του 1935 για ένα πιτσιρικά που ήταν στη γειτονιά της προγιαγιάς μου:
    «Φωνάζει, Κω, η Λεμονού, κι εκεί ακούω κι αλλουνού
    «Ίντα θέτε, λέω, πάλι;» «Τρέξε, Κω μου, στο μπακάλη»

  24. 20 οικονομία είναι αρχικά η διευθέτηση του οίκου, και συνεκδοχικά η διευθέτηση γενικώς.

  25. ΚΑΒ said

    για το ξιπάζομαι

    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9&sin=all

  26. ΚΑΒ said

    τα ανειμένα ήθη των νέων

    το αρχ. ίημι σύνθετο με πολλές προθέσεις

    αφίημι άφεση αμαρτιών
    ενίημι ένεση
    εφίημι έφεση
    παρίημι εγκεφαλική πάρεση
    συνίημι σύνεση· ο δε παράνομος Ιούδας ουκ ηβουλήθη συνιέναι
    υφίεμαι ύφεση
    επαφίεμαι, επαφίεται

  27. ΚΑΒ said

    Το διήγημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εφημερίς» στις 17 Φεβρ. 1892, όταν ο Π. ήταν 41 ετών.

  28. Avonidas said

    Ευχαριστήθη, διότι ενίκησε τον πειρασμόν

    Ο μόνος τροπος να απαλλαγείς απο εναν πειρασμό ειναι να ενδώσεις σ’ αυτόν.

    (Ο Όσκαρ Ουάιλντ το έχει πει, νομίζω)

  29. Avonidas said

    Ο Σπύρος ο Βεργουδης με την εγκράτειά του μου θύμισε το ανέκδοτο με τους πανεπιστημιακους κόκορες:

    http://asteiakia.gr/anekdota/panepistimiakoi_kokkores

  30. </div>Νίκος Κούνδουρος: Η οικογένειά του αρνήθηκε να τελεστεί δημοσία δαπάνη η κηδεία του

  31. Ωραίος πάντοτε ο Παπαδιαμάντης

  32. Ριβαλντίνιο said

    Τα σημεία που μου άρεσαν περισσότερο από όλα :

    Δύο άνθρωποι, ο πρώτος κυνηγούμενος υπό του δευτέρου, ή αδιακρίτως κυνηγούντες αλλήλους, χωρίς να φαίνεται τις ο διώκων και τις ο φεύγων, ηδύναντο να εισέρχονται και να εξέρχονται αλλεπαλλήλως δια των δύο θυρών, επί ημέρας και νύκτας, χωρίς ο είς να φθάσει ποτέ ή ν’ αντικρύσει τον έτερον.

    τότε ήκουε καλησπέρες και χαιρετισμούς και προσρήσεις, κι ενίοτε φιλήματα… μεταξύ γυναικών, οία συνηθίζουσι φορτικώς ν’ ανταλλάσωσιν αι απόγονοι της Εύας, κατά τα εξιππασμένα και φραγκοποτισμένα ήθη μας.

    Αλλ’ η οικία έπλεεν εις το μεταίχμιον το αόριστον και αβέβαιον, εις το λυκόφως εκείνο, μεταξύ παραδόσεως και νεωτερισμού, όπερ ως λυκόφως δεν δύναται να διαρκέσει, αλλ’ αναγκαίως θα υποχωρήσει εις τον ζόφον και θα γίνη νύξ.

    Τούτων τινές ηγάπων μάλλον την Μέλπω, άλλοι μάλλον την Κούλαν• οι δε πλείστοι τας ηγάπων και τας δύο.

    Και όμως, τα της οικίας εκυβέρνων η γραία και αι δύο κόραι, όλαι δ’ αι φωναί του γέροντος ήσαν μόνον ήχος και πάταγος δια ν’ ακούεται.

    ερρέμβαζε κι επαρηγορείτο, σκεπτόμενος ότι αυτός ήτο αναμφιβόλως ο ευδαιμονέστερος, διότι χωρίς να παρευρίσκεται εις καμμίαν διασκέδασιν, μετείχε τριών η τεσσάρων συγχρόνως.

    ================================================================

    Μία παρεμβολή του Παπαδιαμάντη που μου άρεσε πολύ ήταν στην Γυφτοπούλα :

    Τὸ μυστήριον ὅπερ ἐξ ἀνάγκης περιέβαλλε τὰς σχέσεις τῶν δύο κυριωτέρων προσώπων τοῦ διηγήματος τούτου, ἄκοντος ἐμοῦ, ἠλέκτρισε παραδόξως τῶν ἀναγνωστῶν τινάς. Τοῦτο τῇ ἀληθείᾳ οὐδόλως ἐκολάκευσε τὴν ἡμετέραν φιλαυτίαν, ὡς λογογράφου. Νομίζομεν ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς περιεργείας εἶναι τεκμήριον τῆς ἐλλείψεως παντὸς διαφέροντος. Πλανῶνται δὲ οἱ συγχέοντες τὰ δύο ταῦτα ὅλως διάφορα πράγματα. Ἢ εἰς τὴν καρδίαν πρέπει ν᾽ ἀπευθύνεται διήγησίς τις ἢ εἰς τὴν φαντασίαν, ὅστις δὲ στοχάζεται τοῦ ἑνός, ἐξ ἀνάγκης ἀστοχεῖ τοῦ ἑτέρου. Ἀλλ᾽ ὅστις καὶ τοῦ πρώτου ἀστοχεῖ καὶ τοῦ δευτέρου ἀποτυγχάνει εἶναι ἀτυχὴς συγγραφεὺς ἄξιος οἴκτου.

  33. Γιάννης Κουβάτσος said

    30. Ιδίοις εξόδοις έζησε, ιδίοις εξόδοις θα ταφεί. Συνέπεια και ήθος.

    Ότι θα πλήρωνα 4 ευρώ για να αγοράσω την «Εστία»…Έχει όμως προσφορά ένα εξαιρετικό «Αποκρηάς Ανθολόγιο» με διηγήματα και χρονογραφήματα παρελθουσών δεκαετιών κι έτσι αμάρτησα. Η εφημερίδα και μια άλλη προσφορά για τον Βασιλέα Κωνσταντίνο (ε, ρε κόλλημα) αναπαύονται σε κάδο της πλατείας Βικτωρίας.

  34. 33
    …αναπαύονται σε κάδο της πλατείας Βικτωρίας

    Είδες για να μην έχεις τζάκι;

  35. Παραμονή της καθαρής Δευτέρας, είπα να αποπλύνω τας αμαρτίας του παρελθόντος, τας ως αμαρτωλός Γουσού ποιήσας…

    καλημέρα, καλημέρα…
    στη καρδιά μου μια μαχαίρα
    την τρυπάει πέρα ως πέρα
    πως θα βγάλω κάθε λέρα
    μένει μόνο μια μέρα
    για την Καθαρή Δευτέρα
    χαρταετός εις τον αέρα
    μια φωτό στην εταζέρα
    και η σκέψη στον αιθέρα
    μακριά στην Αγγλετέρα
    όταν βγήκα απ’ την γαλέρα
    κει που γνώρισα την Κιέρα
    κρεολή απ’ την Κρουιζέρα
    και της εδωσα την βέρα
    που εφόραγα στην χέρα
    μνήμη απ’ την ωραιοτέρα
    κόρη της Μορένα Σιέρα
    που την βρήκα στην βεγγέρα
    όαση μέσα στην ξέρα
    μια αξέχαστη εσπέρα
    στο λιμάνι, στη Μαδέρα

  36. Ριβαλντίνιο said

    @ 33 Γιάννης Κουβάτσος

    Ποιον βασιλιά μας πέταξες ; Τον Κωνσταντίνο ΙΒ΄ που διπλασίασε την χώρα ή τον τελευταίο μας που ήταν ο μόνος που αντιστάθηκε κατά της χούντας ; 😆 😆 😆

  37. Γιάννης Κουβάτσος said

    34. Ναι, αλλά θα πάνε για ανακύκλωση. Και τι ανακύκλωση: βασιλική! 😉
    36. Όχι τον αντιστασιακό, τον άλλο, τον στρατηλάτη, κορώνι. Ε, ρε, και να το μάθουν κάτω! Θα με πνίξουν στο Λιμένι. 😊

  38. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  39. Μαρία said

    Το διήγημα το είχε συμπεριλάβει ο Παναγιώτης Μουλλάς στον τόμο Α.Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος, Ερμής, 1974.
    Απο την εισαγωγή: «Για τους έρωτές του δεν ξέρουμε παρά ελάχιστα πράγματα … Το ίδιο και στην αθηναϊκή του περίοδο, κάποιες αισθηματικές ιστορίες των ηρώων του, όπως λ.χ. ο «πλατωνικός έρωτας» του Σπύρου Βεργουδή για την Κούλα (Αποκριάτικη νυχτιά), απηχούν πιθανότατα προσωπικές του εμπερίες από την πολύχρονη εργένικη ζωή του. Αλλά τίποτε δεν επιτρέπει, πάντως, στον τομέα αυτόν, την κατασκευή φανταστικών ρομάντζων.
    Ό,τι μπορούμε να ξέρουμε λοιπόν με βεβαιότητα δεν είναι οι έρωτες του Παπαδιαμάντη, αλλά ο ερωτισμός του: αυτό το φουσκωμένο ποτάμι που, μολονότι ξεστρατισμένο από την κοίτη του, ξεχύνεται ακράτητο και ταυτόχρονα υποδεικνύει τις ρωγμές ενός ακρωτηριασμένου ανθρώπου.»

  40. B. said

    Αυτό που λέει ο κυρ-Ζαχαρίας «Εγνώρισα εγώ, στα χρόνια μου, λοχίους και δεκαενείς, οπού είναι, έως αυτής της ημερός, συνταγματαρχαίοι και ταγματαρχαίοι!» αν θυμάμαι καλά το χρησιμοποιεί ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος ως μότο σε ένα διήγημα της συλλογής Φύλλα-Φτερά.

    (Δεν το έχω πρόχειρο)

  41. vequinox said

    Reblogged στις Greek Canadian Literature.

  42. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα, εγώ πήγα να δω τ’ αρχαία κι εσείς λύσατε ολες τις απορίες

    21 Εκτός από το μάρμαρο και τη βελονα που δεν ξέρω τι είναι.

  43. Corto said

    Ο τύπος της πλύστρας που καβγαδίζει στην αυλή αποδίδεται υπέροχα από την Ρόζα Εσκενάζυ και στο περίφημο τραγούδι με πρόζα «τα βάσανα της πλύστρας» του Δημήτρη Σέμση (1936). Κάποια μέτρα της μελωδίας χρησιμοποιήθηκαν αργότερα από τον Τσιτσάνη στα «καβουράκια».

  44. Γς said

    42 β:

    >Εκτός από το μάρμαρο και τη βελόνα που δεν ξέρω τι είναι.

    Στρατιωτικά καψόνια.

    μάρμαρο

    και

    βελόνα

  45. spatholouro said

    Μάρμαρο: είναι το στρατιωτικό παράγγελμα «μάρμαρο το κορμί» (συνώνυμο του «κούτσουρο το κορμί»), δηλ. στήσιμο του φαντάρου σε συνεχή στάση προσοχής

    Βελόνα: καψόνι ως εξής: ο φαντάρος κάθεται προσοχή με τα πόδια να σχηματίζουν στο έδαφος ορθή γωνία. Το αριστερό χέρι μπαίνει στη μέση ενώ το δεξί τεντώνεται στο πλάι σαν βελόνα ρολογιού. Με το παράγγελμα αρχίζει να κινείται κυκλικά προς τα δεξιά χωρίς κατά τη μετακίνηση να χαλάσει η ορθή γωνία των ποδιών. Η κίνηση προκαλεί ίλιγγο και αν δεν διακοπεί το καψόνι ο τιμωρούμενος γρήγορα σωριάζεται στο έδαφος.

    (Από το Γλωσσάρι στον Β΄ τόμο των Απάντων του Δόμου: πληροφορητής ο Θανάσης Παπαθανασόπουλος)

  46. Γς said

    45:

    Σε πρόλαβα!

  47. Γιάννης Κουβάτσος said

    Όχι που δεν θα ‘ρχόταν στο καπάκι η απάντηση. 😊 Αναρωτιέμαι, στα τόσα χρόνια που υπάρχει το ιστολόγιο, έχει μείνει κάποια απορία άλυτη;

  48. 47 Μόνο μία. Και γι’ αυτήν δεν μιλάμε ποτέ.

    https://sarantakos.wordpress.com/2014/01/27/orthop8dikos/

  49. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    48. Κι ακόμα μία. Ποιος στο διάτανο είναι ο Μέρφι; (Ο Μέφρι είναι γνωστό ποιος είναι.)

  50. Corto said

    «Την τελευταίαν εσπέραν της Τυρινής του έτους 188… »

    Είναι ακριβώς η δεκαετία κατά την οποία διαμορφώνεται το αστικό καρναβάλι της Αθήνας και της Πάτρας.

    http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26510&subid=2&pubid=113006328

  51. https://en.wikipedia.org/wiki/Murphy%27s_law

  52. Μαρία said

    Σημειώνω τις ασυνέπειες και ελληνικούρες του Παπαδ. στις αυξήσεις των ρημάτων
    α. καθαρευουσιάνικη κατάληξη αλλά αύξηση γιοκ
    έμβαινον
    ανανεούτο
    ενθυμείτο
    ευχαριστήθη
    β. αύξηση σε σύνθετα ρήματα πριν απ’ την πρόθεση
    επερίπαιζε
    επρολάμβανον
    επαρηγορείτο
    ήναψε

  53. sarant said

    44-45-47-48 🙂

    52 Νομίζω ότι άλλες φορές έχει τους «σωστούς» τύπους

  54. Απόκριες στην Αθήνα (από εδώ: http://www.rchumanities.gr/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BD/ )

  55. 54 Δύτη, υποψιάζομαι πως εκ των ομιλητών, ο κ. Μιχάλης Μερακλής θα αναφερθεί στα σαρακοστιανά μεζεδάκια, ε;

  56. Ολα επιτρέπονται όταν αντίπαλος είναι ο στόχος ενός ακόμα παραρτήματος…

    http://www.sport24.gr/football/omades/Iraklis/me-ropala-kai-koykoules-oi-opadoi-toy-hraklh-sto-ekdothrio-ths-thuras-10.4548499.html

  57. Μαρία said

    53
    Με την περί νομίζω οτι κάνει το λάθος συστηματικά. Κατα τα άλλα δεν υπάρχει συνέπεια, κάνει ότι του καπνίσει. Κάτι τέτοια επισήμανε κι ο Δημαράς.

    Το εδειματούτο γιατί το παρέλειψες απ’ το γλωσσάρι; 🙂

  58. Γιάννης Κουβάτσος said

    52. Ε, ήταν και άβολες οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγραφε ο Παπαδιαμάντης…Πότε χορτάτος, πότε νηστικός, συνήθως πιωμένος και μελαγχολικός, πότε στην μπακαλοταβέρνα του Καχριμάνη, πότε στα μισοσκότεινα γραφεία κάποιας εφημερίδας, θέλοντας να προλάβει και το ηλιοβασίλεμα, δικαιολογείται η προχειρογραφία του. Μερογράφι-μεροφάι μια ζωή. Παρ’ όλα αυτά, η μαγεία του ακέραιη…

  59. Πέπε said

    @25 (για το ξιπάζομαι):

    Μάλιστα, πολύ ενδιαφέρον.

    Φαίνεται περίεργο πώς το ίδιο ρήμα, εκτός από τη συνήθη σημασία «καβαλώ το καλάμι», «τη βλέπω κάποιος», έχει κάποτε και την εντελώς άσχετη σημασία «ξαφνιάζομαι». Σε ορισμένες δε ντοπιολαλιές υπάρχει ξεχωριστό αλλά παρόμοιο ρήμα για τη δεύτερη σημασία, «ξεσπιέμαι» (αόρ. ξεσπάστηκα, π.χ. όταν τρομάζουμε από την παρουσία κάποιου ενώ νομίζαμε ότι ήμασταν μόνοι μας, ή από έναν όχι πολύ δυνατό αλλά απροσδόκητο θόρυβο, κλπ.).

    Έτσι όμορφα που τα εξηγεί το ΛΚΝ, η σχέση ανάμεσα σ’ όλα αυτά φωτίζεται.

  60. ΣΠ said

    49

  61. 49, 60

    Σωστά! Αργότερα έγινε διάσημος ως…

  62. Μαρία said

    59
    Αυτή είναι η παλιά σημασία κι αυτή έχουμε κρατήσει κι εμείς, όταν λέμε ξιπάσκα, με ξίπασες με το ξ και σ παχιά 🙂
    http://www.greek-language.gr/greekLang/medieval_greek/kriaras/search.html?lq=11477&dq=

  63. 61 εντάξ’ μια πλάκα κάμαμε

    https://en.wikipedia.org/wiki/Edward_A._Murphy_Jr.

  64. Πέπε said

    > > ανειμένα κατά το φαινόμενον: χαλαρά φαινομενικώς (από το ρήμα ανίημι, απ’ όπου και η άνεση)

    Πρόκειται για συγκεκριμένη λέξη με δικό της νόημα, δεν είναι απλώς ένας ρηματικός τύπος του ανίημι. (Δηλαδή, γραμματικά αυτό είναι φυσικά, μετοχή μέσου πρκ., αλλά χρησιμοποιόταν και από ανθρώπους που σαφώς δεν έλεγαν ανίημι, ούτε ίημι, σε κανέναν άλλο χρόνο και τύπο.)

    Είναι πολύ ωραία λέξη, γιατί σημαίνει το αντίθετο του αυστηρού, χωρίς όμως να εννοεί κάτι τόσο χαλαρό (ξεχαρβαλωμένο) όσο συνήθως εννοούμε με το «χαλαρό». Έτσι π.χ. ανειμένη πειθαρχία είναι μια κατάσταση όπου υπάρχει μεν πειθαρχία, δεν έχει διαλυθεί ποσώς, απλώς δεν είναι αυστηρή. Ανειμένη καθαρεύουσα είναι η όχι αυστηρή καθαρεύουσα. Μέσα σε μια κατάσταση ανειμένη αισθάνεται κανείς άνετα.

    Ανειμένα ήθη είναι τα απλώς όχι αυστηρά. Εδώ υπάρχει βέβαια ειρωνεία, γιατί είναι φανερό από τα συμφραζόμενα ότι αυτά τα ήθη ο Ππδ τα θεωρεί ξεχειλωμένα, αλλά τα περιγράφει με μια πολύ πιο μετριοπαθή έκφραση, μάλλον επίτηδες.

  65. ΣΠ said

    61, 63
    Πολύ γέλασα με τον Eddie Murphy. Στο λινκ δεν έβαλες την τελεία στο τέλος και βγάζει λάθος.
    https://en.wikipedia.org/wiki/Edward_A._Murphy_Jr.

  66. ΣΠ said

    65
    Και σε μένα το ίδιο έγινε. Το σωστό:
    https://en.wikipedia.org/wiki/Edward_A._Murphy_Jr.

  67. ΣΠ said

    Πού θα πάει, θα το πετύχω.
    Edward A. Murphy Jr.

  68. Corto said

    54 (Δύτης):

    Διάβασα την εισήγηση του Νίκου Ποταμιάνου για τις απόκριες στην Αθήνα 1800-1940. Ενδιαφέρον οπωσδήποτε.

    http://www.rchumanities.gr/wp-content/uploads/2017/02/POTAMIANOS_HMERIDA_03-12-2016_%CE%9F%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%91%CF%80%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%91%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1-1800-1940.pdf

    Ωστόσο αυτά που γράφει στο εισαγωγικό κείμενο περί ηγεμονίας και επιβολής πολιτισμικής κυριαρχίας της ελίτ νομίζω ότι είναι κάπως ασαφή. Πώς δηλαδή μια μερίδα της αστικής τάξης εμβάθυνε την ηγεμονία της με την καθιέρωση της παρέλασης;

  69. Γιάννης Ιατρού said

    58: Άσε που μπορεί να είχε κανένα ακατανόμαστο καθαρευουσιάνο γείτονα 🙂

  70. 68 Νομίζω εννοεί με τον «εκπολιτισμό» των εθίμων. Στο βιβλίο του έχει ολόκληρο κεφάλαιο: http://www.cup.gr/book/i-nikokirei/

  71. Μαρία said

    68
    Επιβάλλοντας συγκεκριμένες προδιαγραφές για τη συμμετοχή στην παρέλαση, στην προσπάθειά της να εξευγενίσει το καρναβάλι.

  72. Μαρία said

    70
    Πιάσε κόκκινο.

    Και στην επαρχία λέγοντας καλά καρναβάλια εννοούσαμε τα καρναβάλια με στολές προδιαγραφών μπαλ μασκέ ή μπαλ ντ’ ανφάν, τα οποία όμως περιφρονούσαμε σε αντίθεση με τα αυτοσχέδια δικά μας, όταν ντυνόμασταν στη γειτονιά με διάφορα παρτάλια, αρκεί να μην αναγνωριζόμασταν, συνήθεια που διατήρησα μέχρι πρόσφατα 🙂

  73. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και στην Εφσυν ο Ποταμιάνος:
    http://www.efsyn.gr/arthro/i-eximerosi-toy-karnavaloy

  74. Μαρία said

    73
    Το διάβασα χτες και λυπήθηκα με το ΥΓ.

    Στο σχολείο ντύνεσαι;

  75. Γιάννης Ιατρού said

    70: Για ενδιαφερόμενους, εδώ το εν λόγω βιβλίο (πιντιεφι)

  76. 75 Ε, όχι όλο — η εισαγωγή μόνο.

  77. 75: Το δωρεάν απόσπασμα (συνήθως η εισαγωγή) που έχουν πάντα οι ΠΕΚ στο σάιτ τους.

  78. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    57 Εμ, μου ξέφυγε -αλλά αφού δεν ρώτησε κανείς θα το ήξεραν όλοι 🙂

  79. Corto said

    70 και 71:
    Ευχαριστώ για τις απαντήσεις!
    Το βιβλίο δεν το έχω διαβάσει, πιθανόν εκεί να το εξηγεί ολοκληρωμένα.
    Πάντως στο κείμενο της εισήγησης δεν διακρίνεται καμιά σοβαρή πράξη «επιβολής πολιτιστικής κυριαρχίας». Από ό,τι γράφει, τα κομιτάτα βασικά εισήγαγαν την παρέλαση. Δεν φαίνεται να έκαναν κάποια παρέμβαση σε κάποιον ήδη υπάρχοντα θεσμό. Τα λαϊκά έθιμα (γκαμήλα, γαϊτανάκι κλπ) δεν τα πείραξε κανείς, άλλο ζήτημα αν δεν άντεξαν στον χρόνο.

    (Σοβαρή πράξη επιβολής θα ήταν π.χ. η λογοκρισία. Στην Πάτρα για παράδειγμα κάποτε είχαν απαγορευτεί ορισμένα άρματα πολιτικής σάτιρας).

  80. ΚΑΒ said

    Θα μου επιτρέψετε να διορθώσω κάποια λάθη:

    1.η απουσία τόνου στη λήγουσα προπαροξύτονης λέξης σε πολλές περιπτώσεις.
    2. α΄παράγρ.: πως αντί πώς
    3. γ΄παράγρ. απουσιάζει φράση μετά το «να κρούεται η θύρα» Και ήχει εσωτερικώς ελαφρόν βήμα και θρους εσθήτος,
    4.δ΄παραγρ. 3 σειρές από το τέλος μιάς
    5.στην παράγρ. «Ναι, είπεν ο Ζαχαρίας» μετά το «κόψιμο θέλουν όλοι τους» παραλείπεται η φράση : εγώ γίνομαι μπόγιας εις αυτουνούς.
    6. Στην παραγρ. «Την στιγμήν εκείνην» α΄σειρά: εις τον πρόδομον , 4η σειρά : αλλοκότους
    7. στην παραπάνω παραγρ. τρεις σειρές από το τέλος: σχίζουσα
    8. στην παραγρ. «Την τελευταίαν εσπέραν» 4η σειρά : της γραίας Βαγγελής της Λεμονούς
    9.στην επόμενη παραγρ. 8η σειρά: ανταλλάσσουσαι
    10. Στην παράγρ. «Είναι αληθές» 17η σειρά: κιθάραν
    11. Στην επόμενη παραγρ.: κάτω από τους πόδας του
    12. Στην παράγρ. μετά το « πώς το τρίβουν το πιπέρι»: παραπονουμένη
    13. Στην τελευταία στροφή του ποιήματος: μία

  81. ΚΑΒ said

    80. Προσθέτω στο 1:ενώ ακολουθεί εγκλιτικό.

  82. Ο Μέρφυ ήταν και ρομαντικός όταν δεν έψαχνε για πετρέλαιο.

  83. Πέπε said

    @73:
    Πολύ ενδιαφέρον άρθρο, αλλά απορώ που αφήνει να εννοηθεί πως όσα γίνονταν πολύ παλιά στα καρναβάλια ακόμη και της Αθήνας τώρα γίνονται μόνο στης Αγιάσου. Η πολιτική σάτιρα είναι κλασικό στοιχείο πολλών τοπικών καρναβαλιών. Δε σημαίνει ότι πρόκειται πάντοτε για σάτιρα επιπέδου -είναι μια δύσκολη τέχνη κι ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί- αλλά το κόνσεπτ σαφώς και διατηρείται.

    Άλλωστε το ίδιο συμβαίνει και σε καρναβάλια εκτός Ελλάδος. Συγκεκριμένα το έχω δει ιδίοις όμμασι στο πολύ ιδιαίτερο καρναβάλι της Βασιλείας, αλλά δεν πιστεύω απ’ όλη την Ευρώπη να το κάνουν μόνο εκεί.

    Τώρα, η Αγιάσος πρέπει να είναι ιδιαίτερη περίπτωση χωριού, γιατί το Αναγνωστήριο με την πολύ μακρά παράδοσή του φαίνεται πως έχει πετύχει έναν ωραίο και δημιουργικό συγκερασμό μεταξύ των ορμών του λαϊκού πολιτισμού και των μεθόδων του λόγιου.

    Όσο για το ΥΓ του Ποταμιάνου, το γεγονός καθ’ εαυτό είναι βέβαια τραγικό, αλλά η αναστολή του καρναβαλιού λόγω πένθους είναι απολύτως αξιέπαινη. Είτε πρόκειται για καρναβάλι, είτε για πανηγύρι, ακόμη και για οργανωμένες πολιτιστικές εκδηλώσεις, το έχω δει να συμβαίνει σε πολλά χωριά σε παρόμοιες περιπτώσεις. Πέραν του ότι συνήθως είναι φυσική αυθόρμητη αντίδραση των ίδιων των πενθούντων και όσων συγχωριανών τους σέβονται το πένθος τους, επιπλέον τονίζει και τον κοινοτικό χαρακτήρα αυτών των γιορτών: όταν η κοινότητα είναι τεθλιμμένη, δε θα γιορτάσει, ακόμη κι αν κάποιοι περίμεναν αυτή τη γιορτή όλο τον χρόνο.

  84. ΚΑΒ said

    84. Και σε χωριό του νησιού μου δεν έγινε φέτος η καθιερωμένη αποκριάτικη γιορτή, επειδή είχαν τελευταία πολλοί αποθάνει και μάλιστα νέοι.

    Συμφωνώ απόλυτα με την τελευταία παράγραφο.

  85. sarant said

    80 Ώστε έχει τόσο πολλά λάθη η μεταγραφή; Πρέπει να τα διορθώσω, ελπίζω να μην το αμελήσω.

  86. Πέπε said

    @68:
    Κόρτο, μου φαίνεται περίεργη η απορία σου.

    Έχεις από τη μια πλευρά μια λαϊκή τάξη που, χωρίς ιδιαίτερη διαφοροποίηση από τις αντίστοιχες των καθαρά αγροτικών περιοχών, τελεί έθιμα μαγικά, βακχικά, γονιμικά, άσεμνα, ανατρεπτικά, αμετροεπή και αχαλίνωτα, και στα οποία μπορεί να υπάρχει, με κατά καιρούς εξάρσεις, και το στοιχείο της σάτιρας, της αμφισβήτησης. (Ότι τα έθιμα αυτά μπορούσαν να λάβουν και βίαιη μορφή, πέρα απ’όλα τα παραπάνω, δεν το ήξερα, τώρα στο άρθρο το πρωτομαθαίνω και δεν είναι σαφές αν ήταν κάτι στάνταρ ή μια, έστω και καθιερωμένη, παρεκτροπή). Επιπλέον δε, τα έθιμα αυτά τελούνται συμμετοχικά, χωρίς θέαμα και θεατές.

    Από την άλλη, έχεις μια νεότευκτη και εν πολλοίς ξενόφερτη αστική τάξη, που αντί εθίμων έχει τη συνήθεια να οργανώνει μπαλ μασκέ κ.τ.ό. με πρότυπα βενετσιάνικα ή ξέρω γω τι άλλα, όπου πρυτανεύει η κομψότητα, η τάξη και η χάρη.

    Και μετά η αστική τάξη αποφασίζει να εξοβελίσει τα έθιμα της λαϊκής τάξης, ή, όσα δεν μπορεί να εξαλείψει, να τα καπελώσει.

    Ε, δεν είναι προφανές πώς αυτό ήταν ένα βήμα εμβάθυνσης της πολιτισμικής κυριαρχίας της πρώτης επί της δεύτερης; «Δε θα γιορτάζετε όπως ξέρατε τόσα χρόνια. Μπορείτε να επιλέξετε αν θα γιορτάσετε όπως γιορτάζουμε εμείς ή δε θα γιορτάσετε καθόλου, γιατί έτσι όπως το κάνατε εσείς είναι ρυπαρό και χυδαίο και τρισάθλιο, και γιατί επιπλέον θα το απαγορεύσουμε κιόλας, ενώ έτσι όπως το κάνουμε εμείς παίζει και χρηματικό έπαθλο.»

    Είναι σαν να σου αλλάζουν τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα τοπωνύμια ή την ενδυμασία.

  87. cronopiusa said

    83 στο Κάντιθ

    Coplas republicanas recuerdan el 80 aniversario de prohibición del carnaval

  88. Πέπε said

    Διόρθ. @86:

    Δεν ήταν ίσως πολύ εύστοχο να μιλήσω για αστική τάξη. Η «ελίτ», που αναφέρεις εσύ Κόρτο, είναι καλύτερος όρος, αφού δεν υπήρχε μόνο αστική αλλά και αριστοκρατική τάξη (και οι δύο από την ίδια πλευρά εν προκειμένω). Η λεπτή αθηναϊκή κοινωνία, παραθέτει η ίδια η εισήγηση.

    > > Τα λαϊκά έθιμα (γκαμήλα, γαϊτανάκι κλπ) δεν τα πείραξε κανείς, άλλο ζήτημα αν δεν άντεξαν στον χρόνο.

    Ούτε και τη δημοτική μουσική και τους ζουρνάδες.

    Αλλά η εισήγηση δεν ισχυρίζεται ότι ασκήθηκε άμεσα εξουσία (διώξεις, καταστολή, ξύλο, ποινές) κατά των λαϊκών εθίμων. Το κύρος τους ήταν που υποβαθμίστηκε, αφενός με τη σχετική προπαγάνδα μιας περιόδου και αφετέρου από τον άνισο συναγωνισμό με τα εντυπωσιακότερα, μεγαλειωδέστερα, κομψότερα νέα συνήθεια.

    Η κομψότητα, η λεπτότητα, η μεγαλοπρέπεια, δεν ήταν ζητούμενο ή κριτήριο για τα παλιά έθιμα. Αν ήταν άκομψα, δεν οφειλόταν σε προσπάθειες για κομψότητα που δεν πετύχαιναν, αλλά στο ότι δεν είχε ποτέ τεθεί τέτοιο ζήτημα. Μόλις, διά της συγκρίσεως, τέθηκε και αυτό το ζήτημα, ήταν απολύτως αναμενόμενο ότι η σύγκριση θα απέβαινε εις βάρος τους.

  89. Πέπε said

    Θέλω να πω, ο ένας ντύνεται με αρκουδοτόμαρο και τρέχει σαν δαιμονισμένος στους δρόμους μ’ ένα κοντάρι, και η άλλη ράβει στις καλύτερες μοδίστρες, με τις λεπτότερες δαντέλες, στολή της αυλής του Λουδοβίκου δέκατου τέτοιου και χορεύει καντρίλιες. Ε, τι περιμένεις να γίνει;

  90. Πέπε said

    Επειδή με εντυπωσίασε το κείμενο αυτό του Ποταμιάνου, έχω κι άλλα σχόλια.

    Μιλάει κάπου για «συγκέντρωση όλων των Αθηναίων στους Στύλους του Ολυμπίου Διός την Καθαρά Δευτέρα, σ’ ένα πανηγύρι που επισκίαζε σε ζωηρότητα τις καθαυτό Απόκριες και που γνώρισε τη μεγαλύτερή του ακμή κατά την οθωνική περίοδο, [και που] επιβεβαίωνε τους δεσμούς της κοινότητας μεταξύ όσων ΄΄έτρωγαν ψωμί΄΄ μαζί».

    Δε μας λέει όμως αν ήταν αποκριάτικο πανηγύρι, με κάτι από όλα αυτά τα βάρβαρα γονιμικά κλπ. έθιμα, ή σαν όλα τα πανηγύρια (με κανονικά ρούχα, κανονικούς χορούς κλπ.). Γιατί στα περισσότερα σημερινά αγροτικού τύπου καρναβάλια, η Καθαρά Δευτέρα είναι όχι απλώς Αποκριά αλλά η κορύφωση της Αποκριάς. Ναι μεν στο διαιτολόγιο εισάγεται η νηστεία, αλλά όλα τα υπόλοιπα, μεταμφιέσεις, μουντζουρώματα, τρίψιμο πιπεριού, φαλλικά διάφορα, γαμοτράγουδα, έθιμα με γάμους και κηδείες, τότε είναι που κατεξοχήν γίνονται.

    Εδώ η προσωπική μου εμπειρία από το καρναβάλι της Καρπάθου.

    Για να το δέσουμε και με το άλλο, για τα έθιμα που δεν τελούνται λόγω πένθους (#83-84), θα καταθέσω μια συγκλονιστική εμπειρία, πάλι από την Κάρπαθο.

    Στο λινκ εδώ αμέσως παραπάνω γίνεται λόγος για τα αποκριάτικα έθιμα του Όθους, που φέρουν τη γενική ονομασία «Πιπέρι». Μια χρονιά, τις παραμονές του Πιπεριού, πέθανε ένας άνθρωπος από αυτό το χωριό που ήταν νέος, αγαπητός και σεβαστός σ’ όλο το νησί και φυσικά κατεξοχήν στο χωριό του, και επιπλέον αξιολογότατος και μαχιμότατος οργανοπαίχτης και γλεντιστής, ένας από τους στυλοβάτες της μουσικής παράδοσης του Όθους για τη γενιά του.

    Το Πιπέρι ματαιώθηκε χωρίς συζήτηση. Το περίμεναν άνθρωποι απ’ όλο το νησί, αλλά όλοι καταλάβαιναν.

    Ο μακαρίτης είχε ένα γιο, επίσης αξιόλογο οργανοπαίχτη και γλεντιστή. Εκείνος, λόγω πένθους, απείχε από κάθε είδους διασκέδαση επί πολύ καιρό, δεν έπαιζε δε ούτε επαγγελματικά (σε διασκεδάσεις άλλων), αφού στην Κάρπαθο δεν πολυυπάρχει αυτό το πράγμα – όσο επαγγελματικά και να παίζεις, είσαι πάντοτε ένας από τους γλεντιστάδες που συμμετέχουν, δεν είσαι το τζουκ-μποξ.

    Εν πάση περιπτώσει, στα δυο χρόνια περίπου ο γιος αρραβωνιάστηκε, οπότε το πένθος λύθηκε. Στο μεθεπόμενο Πιπέρι μετά από εκείνο που δεν έγινε, έκανε την πρώτη του επανεμφάνιση με τη λύρα, εν είδη δημόσιας ανακοίνωσης ότι βγήκε από το πένθος. Έκατσε λοιπόν στο καφενείο, από το πρωί, κι έπαιζε στη φάση εκείνη που περιγράφω στο λινκ, το γλέντι το αφιερωμένο στους πεθαμένους. Από τις πρώτες μαντινάδες που ακούστηκαν ήταν μια που απευθυνόταν στον ίδιο: «Έτσι που σε βλέπω τέτοια μέρα με τη λύρα, θυμούμαι τον πατέρα σου…». Φυσικά, αυτό άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, γιατί όλοι άρχισαν να μνημονεύουν με μαντινάδες τον μακαρίτη που τόσο τους τον θύμιζε ο γιος του, που τόσο έλειπε μια τέτοια μέρα, που τόσο ήταν αγαπητός και το ‘να και τ’ άλλο – και που αντίστοιχα τον είχαν μνημονεύσει και την προηγούμενη χρονιά, αλλά χωρίς την παρουσία κανενός οικείου του, αφού όλοι πενθάγαν και απείχαν, οπότε ίσως δε θα τα είχαν πει και με τόση ζέση. Ο γιος τρανταζόταν από λυγμούς, έλιωνε στα δάκρυα. Αλλά η λύρα, λύρα! Κανείς δεν προσπάθησε να αλαφρύνει το κλίμα με παρηγοριές, «δεν πειράζει, η ζωή συνεχίζεται, κοίτα καλύτερα τις χαρές σου» και τέτοιες ελαφρότητες. Όχι: όταν κλαίμε, κλαίμε. Πάει να πει πως το ‘χουμε ανάγκη. Το γλέντι δεν είναι παρηγοριά και απολησμονιά, δεν είναι ξεφάντωση, είναι κάθαρση.

    Αυτό τράβηξε για κάμποση ώρα, και δε σταμάτησε παρά μόνο όταν όλοι όσοι είχαν κάτι να πουν για τον μακαρίτη το είχαν πει, και ήταν καιρός να θυμηθούν και τους υπόλοιπους μακαρίτες.

    (Και πού να δείτε το κλάμα που έπεσε, με μαντινάδες της ίδιας θεματικής (πού ‘ν’ ο πατέρας σου να σε καμαρώσει κλπ.), στους γάμους του παλικαριού! Εκείνες τις μέρες είχα επίσκεψη την Αθηναία μάνα μου, και αφού ήμουν καλεσμένος στον γάμο την πήρα μαζί μου, να δει τι είναι τέλος πάντων αυτή η περίφημη καρπάθικη παράδοση. Και με ρώτησε, καλά στις κηδείες τι παραπάνω κάνουν;)

    Φυσικά, τόσο στο Πιπέρι όσο και στον γάμο, όταν με την υπομονή έφτασε και η ώρα για το εορταστικό μέρος του γλεντιού, έγινε κανονικότατα και με τρελό κέφι.

  91. Πέπε said

    *εν είδει*

  92. κουτρούφι said

    #90. Θα τα ξέρεις βέβαια, υπάρχουν αρκετά βιντεάκια με Καρπάθικους γάμους και από τις Απόκριες. Δεν βάζω συνδέσμους. Αγριεύομαι.

  93. Γς said

    Jumbo!

    Στα Σουαχίλι σημαίνει Καλημέρα!

  94. Γς said

    Ντάξει, Jambo

  95. Γς said

    94:

    Εχω μία Porsche 911 του 87 και μία Ferrari F355 του 95, ώστε να καταστήσω σαφές οτι έχω μία ΕΛΑΧΙΣΤΗ εμπειρία για το τι εστί supercar και πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι… Δεν έχω την παραμικρή ψευδαίσθηση ότι έχω την εμπειρία να εκμεταλλευτώ στο 100% τις δυνατότητές τους. Ειδικά τις 911 δεν είναι τυχαίο που τις αποκαλούν «widowmakers». Παρεμπιπτόντως, η συγκεκριμένη Porsche μαλλον ήταν Boxster ή Cayman που είναι σχετικά πιο «εύκολες» από μία 911, αλλά -εκ του αποτελέσματος- μάλλον «ακαδημαικού ενδιαφέροντος» είναι τέτοιου είδους παρατηρήσεις… [Σχόλιο αναγνώστη]

  96. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  97. cronopiusa said

  98. Corto said

    86, 88 και 89:

    Πέπε σύμφωνοι. Είναι γνωστό ότι η ελίτ στην Ελλάδα ήταν εμμονικώς στραμμένη προς την Δύση και ότι υπήρχε διάσταση με τον λαό που επέμενε στα έθιμά του και στις παραδόσεις του.
    Η επιφύλαξη ή απορία που έχω για το κείμενο του Νίκου Ποταμιάνου αφορά εκφράσεις όπως οι εξής:
    «η εκσυγχρονιστική μερίδα της αστικής τάξης προσπάθησε να εμβαθύνει την ηγεμονία της»
    «οι αστοί πέτυχαν τους στόχους τους»
    «επιβολή … της πολιτισμικής κυριαρχίας της ελίτ»
    Οι παραπάνω διατυπώσεις παραπέμπουν σε οργανωμένο σχέδιο καταστροφής ή εξάλειψης του λαϊκού πολιτισμού και σε ένα είδος πολιτικής δράσης με σκοπό την περαιτέρω καταπίεση των λαϊκών στρωμάτων. Αυτό μου φαίνεται υπερβολικό ή εν πάση περιπτώσει δεν βλέπω να τεκμηριώνεται από την εισήγηση. Σε άλλες εργασίες ενδέχεται ο συγγραφέας να έχει πληρέστερη ανάλυση και τεκμηρίωση για το θέμα. Στο συγκεκριμένο όμως κείμενο που διαβάσαμε, το μόνο που αναφέρεται είναι η υιοθέτηση ενός δυτικότροπου εθίμου (αποκριάτικη παρέλαση). Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί σε αυτό πρέπει οπωσδήποτε να αποδοθούν πολιτικές προεκτάσεις, αντί να το ερμηνεύσουμε απλά ως την αισθητική επιλογή της δυτικίζουσας κυρίαρχης τάξης.
    Με την ίδια λογική θα έπρεπε να πούμε ότι το χριστουγεννιάτικο δέντρο το έφεραν οι Βαυαροί στην Ελλάδα με σκοπό να μας κάνουν πειθήνιους, ή ότι ο Φιξ έφερε στην Ελλάδα την μπύρα για να καταστρέψει την παραγωγή της πατροπαράδοτης ρετσίνας κ.ο.κ.

  99. Πέπε said

    @98:
    Μπορεί να μην υπήρχε συνειδητός, ρητός στόχος. Στις συνέπειες όμως θεωρώ ότι μπορεί κανείς να δει (και χωρίς «χρωματιστά γυαλιά») πολιτικές συνέπειες.

    Θα είχε ίσως ενδιαφέρον να συνεχίσουμε τη συζήτηση προσθέτοντας νέα δεδομένα από το σημερινό καρναβάλι που ήμουν, αλλά αυτή τη στιγμή είναι αργά. Αν προλάβω (και προκληθώ βεβαίως) θα επανέλθω.

  100. sarant said

    99 Πού ήσουν;

  101. Corto said

    99:
    Δεν διαφωνώ. Η καθιέρωση ενός πολιτιστικού προτύπου έναντι ενός άλλου οπωσδήποτε μπορεί να επιφέρει πολιτικές συνέπειες.
    Γενικώς το θέμα πηγαίνει σε μεγάλο βάθος και έχει πολλές πτυχές. Για παράδειγμα θα άξιζε να διερευνηθεί όχι μόνο η αντίσταση, αλλά κυρίως η συναίνεση των λαϊκών στρωμάτων έναντι του εξευρωπαϊσμού.

  102. giorgos said

    Στήν Ελλάδα ύπάρχουν τρείς μεγάλες πολιτιστικές όμάδες , οί άγρότες πού μένουν μόνιμα στό χωριό τους , οί άγρότες πού πούλησαν τά χωράφια τους καί έγκαταστάθηκαν στίς πόλεις καί οί αστοί επιχειρηματίες τών πόλεων . Οί δύο πρώτες ομάδες είναι «φορείς πολιτισμού , οί δέ «αστοί» τών πόλεων είναι οί «άποδέκτες » . Περισσότερα εδώ http://katotokerdos.blogspot.gr/2016/02/blog-post.html

  103. Πέπε said

    100 + προηγ.:

    Το ακριβές χωριό προτιμώ να μην το αναφέρω, λόγω της κριτικής που θα ακολουθήσει. Πάντως κάνουν εκεί μια Αποκριά που θα ήταν το όνειρο όποιου έχει διαβάσει για τις διονυσιακές καταβολές της Αποκριάς: και μουντζουρώματα, και τραγόμορφοι κουδουνάτοι, και κηδεία με ανάσταση, και γάμος με γέννηση, και τρίψιμο πιπεριού, και φαλλοί (όχι καθ’ υπερβολήν), και στολισμοί αρμάτων με πρασινάδες, και τελετουργικό όργωμα κλπ.. Παράλληλα, γνήσια καρναβαλίστικη ατμόσφαιρα, με χιλιάδες λαού, περούκες, σερπαντίνες, γέλιο, φασαρία, πειράγματα.

    Ότι αυτά αποτελούν τον απόηχο αρχαίων εθίμων είναι πασίγνωστο. Πασίγνωστο δεν ήταν πάντα. Δεν ξέρω από πότε το πρωτοδιαπίστωσαν οι λαογράφοι-ανθρωπολόγοι. Μπορεί πολύ παλιά, ήδη από τον καιρό του Ν. Πολίτη. Αλλά έχω την εντύπωση ότι η εκλαΐκευση και γενική διάδοση αυτής της πληροφορίας ήρθε με τη Δόμνα Σαμίου.

    Το θέμα είναι ότι πλέον το ξέρουν και οι ίδιοι που το κάνουν. Έτσι, το παιδάκι που γεννήθηκε από τον γάμο του σκετς το βαφτίσαν Διόνυσο. Ένας σ’ ένα μικρόφωνο έλεγε ότι αυτά είναι έθιμα 4 χιλιάδων ετών, διάβασε κάτι αρχαία αποσπάσματα σε μετάφραση με περιγραφές των Διονυσίων, και ανέφερε κάτι με τη φράση «Ελλήνων Δρώμενα». Αυτή η πτυχή του πράγματος ήταν τελείως ξενέρωτη. (Και ανιστόρητη, αφού τα ‘λεγε όπως τα είχε καταλάβει, άρτζι μπούρτζι.)

    Πριν καμιά δεκαριά χρόνια, συμμετέχοντας στο αντίστοιχο και πολύ παρόμοιο δρώμενο της Καρπάθου, άκουσα, καθώς περνούσαμε με την πομπή μπροστά από την εκκλησία, τον παπά να καταδικάζει το έθιμο από τα μικρόφωνα, καλώντας όσους ήταν μέσα στην εκκλησία να μην έρθει μαζί μας.

    Πιο υγιές θεωρώ αυτό παρά το άλλο. Μπορεί να είναι κάπως στενόμυαλο να φαντάζεται κανείς, 21 αιώνες μετά Χριστόν, ότι η παλιά και η νέα θρησκεία είναι ακόμη αντίπαλες, αλλά η απόρριψη εκ μέρους της Εκκλησίας μπορεί και να είναι κίνητρο για τη διατήρηση του εθίμου (από αντίδραση). Αντίθετα, το να θεωρεί κανείς -επειδή κάτι πήρε σκόρπια τ’ αφτί του- ότι κάνει διονυσιακές τελετές, από κει που τόσους αιώνες έκανε απλώς το τοπικό έθιμό του, είναι …πώς να το χαρακτηρίσω τώρα… πάντως σίγουρα κάτι που δεν ανήκει στο έθιμο!
    _____________

    Λοιπόν, σ’ αυτό εγώ βλέπω μια άλλη εκδοχή της διείσδυσης του λόγιου πολιτισμού στον λαϊκό. Λαϊκός πολιτισμός είναι το έθιμο, λόγιος είναι η ανάλυση. Όταν η ανάλυση (έστω ένας παρανοημένος απόηχός της) εντάσσεται στο ίδιο το έθιμο, αυτό είναι μια μορφή καπελώματος. Δεν υπήρχε βέβαια κανένα πανεπιστήμιο ή κάτι τέτοιο που να θέσει ρητό στόχο «θα καπελώσουμε το Καρναβάλι», αλλά το αποτέλεσμα ήταν αυτό.

    Άλλες πολιτικές προεκτάσεις μπορεί κανείς να δει κι από το πώς η αρχαιότητα -ακόμη και ως αντίθετος πόλος της Ορθοδοξίας- χρησιμοποιείται ως στοιχείο υπερηφάνειας, εθνικής ή τοπικής.

    Και ούτω καθεξής.

  104. sarant said

    103 Έστω -στην ηπειρωτική παλαιά Ελλάδα είναι το χωριό;

  105. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    104. Θα παίξουμε τις 20 ερωτήσεις;… Αφού δε θέλει να πει ο άνθρωπος. Τί επιμένεις; 🙂

  106. Πέπε said

    Κι επειδή πρέπει πάντα να γράψω τις σκέψεις μου πρώτα, για να τις καταλάβω καλύτερα και να βρω πώς έπρεπε να τις γράψω:

    Στην Κάρπαθο ένας φορέας του άνωθεν πολιτισμού (ο παπάς) έλεγε: Ντροπή σας, αυτά είναι παγανιστικά (έστω και αρχαία). Στο άλλο, ένας άλλος φορέας (τα διαβάσματα ή ακούσματα των ανθρώπων του χωριού) έλεγε το αντίθετο: Εύγε, αυτά είναι αρχαία (έστω και παγανιστικά).

    Μένει η γενική εικόνα ότι το πρώτο δεν έπιασε, ενώ το δεύτερο έπιασε.

    (Βέβαια, στην Κάρπαθο οπωσδήποτε υπήρχαν άνθρωποι μες στην εκκλησία που δεν έρχονταν στη γιορτή – ο παπάς δε νομίζω να μίλαγε μόνος του στον άδειο ναό, μόνο για να τον ακούσουν οι απέξω από τα μεγάφωνα. Και στο άλλο, δεν ξέρω αν τα περί Διονύσου ειπώθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη όλων, ή αν όλοι είχαν οποιαδήποτε γνώμη, μπορεί απλώς να κανόνισαν «εσύ που έχεις λέγειν κάτσε στο μικρόφωνο» και να είπε μόνος του ό,τι νόμιζε. Πάντως αυτό που βγήκε δημόσια ήταν αυτό που περιέγραψα.)

  107. spiral architect said

    Το παπαδαριό είναι κατά της Αποκριάς και των εθίμων της, γιατί είναι ίσως η μόνη γιορτινή περίοδος που δεν έχει έσοδα το μαγαζί τους. 😉

  108. Πέπε said

    Και τους Αναστενάρηδες, ο δεσπότης δεν τους παντρεύει, και καλά ότι δεν είναι χριστιανοί (ενώ οι ίδιοι αισθάνονται χριστιανότεροι όλων), και φεύγουν να παντρευτούν σε άλλες μητροπόλεις. Δεν ξέρω αν αυτό συμβαίνει στην πολυπροβεβλημένη Αγία Ελένη, με τα πολλά ντοκιμαντέρ και ερευνητές κλπ., αλλά σε αναστενάρικα χωριά που επιδιώκουν να το κρατήσουν για τον εαυτό τους κι όχι για τη δημοσιότητα, έτσι μου είχαν πει οι ίδιοι.

    Και φυσικά εκεί το αναστενάρικο πανηγύρι είναι πολύ πιο δυνατό από της Αγίας Ελένης.

    Οι παπάδες κάνουν την παραδοσιακή δουλειά τους και οι Αναστενάρηδες / καρναβαλιστές (λιλιπούτειοι και μη) κλπ. τη δική τους. Αυτές είναι ισορροπίες που έχουν πλέον κατακαθίσει από τους αιώνες. Όταν μπαίνουν νέες δυνάμεις στο παιχνίδι, ερευνητές, δημοσιογράφοι, στην περίπτωση του Ποταμιάνου η ελίτ με τα νέα και πιο γυαλιστερά ήθη της, σε άλλες περιπτώσεις ο απότομος και δυσανάλογος εκσυγχρονισμός (γιγαντοηχεία, ντραμς και αρμόνια, μπαλέτα με φορεσιές), εκεί αλλάζει το πράγμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: