Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

52 λέξεις της κοινής βορειοελλαδικής

Posted by sarant στο 2 Μαρτίου, 2017


Μια και βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη αυτές τις μέρες, είπα σήμερα να παρουσιάσω ένα άρθρο γλωσσικό -όμως ένα άρθρο που να έχει ως αντικείμενο όχι ακριβώς τις λεξιλογικές διαφορές βορρά και νότου, αφού έχουμε ήδη ασχοληθεί με το θέμα αυτό παρουσιάζοντας το βιβλίο Μπαγιάτηδες και χαμουτζήδες του Μπάμπη Μεταξά, ούτε τον τύπο «σε λέω» (με τον οποίο έχουμε επίσης ασχοληθεί), αλλά λέξεις που θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι αρκετά διαδεδομένες στη Βόρεια Ελλάδα όχι όμως στη Νότια.

Θα μου πείτε, δεν είναι ιδιωματισμοί αυτοί; Η απάντηση είναι θέμα οπτικής γωνίας. Σε ένα λεξικό της κοινής νεοελληνικής κανονικά δεν έχουν θέση οι ιδιωματισμοί, ας πούμε ο κρητικός μπέτης, τα ποντιακά καρτόφια ή το επτανησιακό τζαντζαμίνι. Ωστόσο, σε ένα λεξικό της κοινής νεοελληνικής που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όπως το ΛΚΝ, υπάρχουν λέξεις που δεν τις περιλαμβάνουν τα λεξικά της κοινής νεοελληνικής που έχουν εκδοθεί στην Αθήνα. Οι λέξεις αυτές, επομένως, μπορούν να θεωρηθούν λέξεις της «κοινής βορειοελλαδικής», αφού είναι αρκετά κοινές ώστε να θεωρούνται άξιες λημματογράφησης σε ένα «θεσσαλονικιό πανελλήνιο» λεξικό -αλλά όχι σε ένα «αθηναϊκό» πανελλήνιο λεξικό.

Πρακτικά, ζητάμε λέξεις που να τις έχει το ΛΚΝ (το λεγόμενο και λεξικό Τριανταφυλλίδη, το οποίο εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη) και να μην τις έχει το Λεξικό Μπαμπινιώτη ή το Χρηστικό της Ακαδημίας, αλλά βέβαια λέξεις λαϊκές και όχι λόγιες ή επιστημονικές -διότι βέβαια η μη συμπερίληψη ενός όρου σε ένα λεξικό μπορεί επίσης να οφείλεται σε διαφορές στη λεξικογραφική νοοτροπία και πολιτική του κάθε λεξικού.

Έφτιαξα λοιπόν τον εξής κατάλογο, με 52 λέξεις που τις καταγράφει το ΛΚΝ και που, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, χρησιμοποιούνται στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά δεν τις συμπεριλαμβάνει το λεξικό Μπαμπινιώτη. Φυσικά, τα λήμματα του ΛΚΝ που δεν υπάρχουν στο λεξικό Μπαμπινιώτη είναι πολύ περισσότερα -στον μικρό μας κατάλογο έχω 52 μόνο λήμματα, που όλα είναι δάνεια, 51 από τα οποία είναι δάνεια από τα τουρκικά. Αυτό οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο συνέταξα τον κατάλογο, διότι θα ήταν πρακτικά αδύνατο να συγκρίνω το συνολικό λημματολόγιο των δύο λεξικών.

Στον κατάλογο παραθέτω το περιεχόμενο του ΛΚΝ για τα σχετικά λήμματα, χωρίς δικό μου σχολιασμό.

Οι 52 λέξεις:

  1. αβτζής ο : (παρωχ., λαϊκότρ.) κυνηγός, καλός σκοπευτής. [τουρκ. avcι ]

2. ανταλής ο : (λαϊκότρ.) νησιώτης, ιδίως αυτός που κατάγεται από τα νησιά του ανατολικού Aιγαίου ή της Προποντίδας. [τουρκ. adalι (ada `νησί΄)]

3. αντάμης ο : (λαϊκ.) θαρραλέος, παλικαράς: Mας κάνει τον αντάμη. || φίλος, λεβέντης, άντρας. [τουρκ. adam `άνθρωπος, άντρας΄ -ης· αντάμ(ης) -ισσα]

4. αντέτι το : (λαϊκότρ.) συνήθεια, έθιμο. (έκφρ.) το ΄χω ~, το συνηθίζω. κάνω το ~ μου, κάνω ό,τι θέλω· ΣYN έκφρ. κάνω το δικό μου. [τουρκ. âdet (από τα αραβ.) ]

5. ασουρές ο : είδος ανατολίτικου γλυκίσματος από βρασμένο σιτάρι, που σχηματίζει μια πολτώδη μάζα και όπου προσθέτουν σταφίδες και καρύδια. [τουρκ. aşure (από τα αραβ.) ]

6. αχμάκης ο : (λαϊκότρ.) για άνθρωπο αφελή, απλοϊκό: Tην έπαθε σαν ~. || για άνθρωπο νωθρό. [τουρκ. ahmak -ης· αχμάκ(ης) -ισσα]

7. γκιούμι το : μεταλλικό δοχείο με λαβή και με λαιμό που στενεύει. [τουρκ. güğüm (χαλαρή άρθρ. του [ğ] στα τουρκ.) με απλοπ. των δύο όμ. φων.]

8. ζαρίφης ο : (λαϊκότρ., για πρόσ.) κομψός, λεπτός, ευγενικός στους τρόπους. [τουρκ. zarif -ης· ζαρίφ(ης) -ισσα]

9. καζάζης ο : (παρωχ.) αυτός που κατεργάζεται το μετάξι. [μσν. καζάζης < τουρκ. kazaz -ης]

10. κανάτι το : (τεχν., λαϊκότρ.) παραθυρόφυλλο από συμπαγές ξύλο, χωρίς γρίλιες. [τουρκ. kanat ]

11. καπάντζα η & καπαντζές ο : (λαϊκότρ.) 1. είδος παγίδας για πουλιά ή για ποντίκια. 2. καταπακτή. [τουρκ. kapanca· ίσως τουρκ. kepenk, -gi `καταπαχτή΄ -ές με επίδρ. της λ. καπάντζα]

12. κεζάπι το : κοινή ονομασία για το υδροχλωρικό οξύ. [τουρκ. kezzap (αραβ. kezzab)]

13. κερεστές ο : (λαϊκότρ.) οικοδομήσιμη ξυλεία. [τουρκ. kereste ]

14. λεμόντοζου το  & λεμόντουζου το  (άκλ.) : το κιτρικό οξύ, στη μαγειρική, ως υποκατάστατο του ξιδιού ή του χυμού του λεμονιού: Έβαλε ~ στο γλυκό που έκανε για να μη ζαχαρώσει. [τουρκ. limontozu, limontuzu με τροπή [i > e] κατά το λεμόνι]

15. λεμπλεμπί το  (συνήθ. πληθ.) : (λαϊκότρ.) τα μαλακά στραγάλια. [τουρκ. leblebi]

16. μάσαλα επιφ. : (λαϊκότρ., παρωχ.) για να εκφράσουμε θαυμασμό, επιδοκιμασία, επιβράβευση ή για αποτροπή βασκανίας: ~ το παιδί, πόσο ψήλωσε! [τουρκ. maşallah (από τα αραβ.)]

17. μασάλι το : (προφ., σπάν.) ψέμα ή σαχλαμάρα. [τουρκ. masal `παραμύθι, ψέμα΄ (αραβ. mesel) ]

18. ματζίρης ο : (προφ.) ο τσιγκούνης ή ο κακομοίρης. [τουρκ. muhacir -ης (από τα αραβ.) `πρόσφυγας΄ με αποφυγή της χασμ.· ματζίρ(ης) -ισσα]

19. μισμίζης ο : (προφ.) άνθρωπος μίζερος ή σχολαστικός. [τουρκ. mιzmιz `αναποφάσιστος, δυσάρεστα λεπτολόγος΄ -ης· μισμίζ(ης) -α]

20. μουχαλεμπί το : γλύκισμα τουρκικής προέλευσης με γάλα και ρυζάλευρο. [τουρκ. muhallebi (από τα αραβ.)]

21. μουχαμπέτι το : ψιλοκουβέντα: Tους βρήκα να το ΄χουν ρίξει στο ~. (έκφρ.) αμέτι* ~. [τουρκ. muhabbet (από τα αραβ.) `φιλική κουβεντούλα΄]

22. μπάρεμ επίρρ. : (λαϊκότρ.) τουλάχιστο. [τουρκ. bari, barim (από τα περσ.) `τουλάχιστον΄]

23. μπατάλης ο : (προφ.) για άνθρωπο μεγαλόσωμο και άχαρο ή δυσκίνητο. || (ως επίθ.).

24. μπεζεστένι το : γενική ονομασία για στεγασμένη αγορά σε τουρκικές ή αραβικές πόλεις. [μσν. μπεζεστένι(ν) < τουρκ. bezesten `αγορά υφασμάτων΄ (από τα περσ.) ]

25. μπουγάς ο : (λαϊκότρ.) ο ταύρος, ιδίως ο επιβήτορας. [τουρκ. boğa ( [o > u] από επίδρ. του χειλ. [b] )]

26. νισαντίρι το : συνθετικά παρασκευασμένη χημική ουσία, που ανήκει στα αμμωνιακά άλατα και που χρησιμοποιείται στη βιομηχα νία χρωμάτων, στην ηλεκτροτεχνία και για τον καθαρισμό της επιφάνειας των μετάλλων· χλωριούχο αμμώνιο. [τουρκ. nιşadιr (από τα περσ.) ]

27. νούτικος : νούτικη κωμωδία, αυτοσχέδια μονόπρακτη κωμωδία που την έπαιζαν σε λαϊκές συγκεντρώσεις. [τουρκ. nut(u)k `διάγραμμα θεατρικής παράστασης για τους δόκιμους δερβίσηδες΄ με προσαρμ. στο επίθημα -ικος]

28. ντεμέκ : (προφ., λαϊκ.) δήθεν, τάχα: Ρώτησε πού σε γνώρισα· ~ δεν ήξερε. || σε θέση επιθέτου για να προσδιορίσει ή να δηλώσει κτ. προσποιητό, ψεύτικο που παρουσιάζεται ως αληθινό: Ήταν, λέει, ~ συμμαθήτριά του. [τουρκ. demek]

29. ντουγάνι το : άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει, που είναι ξεροκέφαλος ή αμαθής. [ίσως τουρκ. doğan `γεράκι΄ με τροπή [o > u] από επίδρ. του υπερ. [γ] ]

30. όζα η : βερνίκι για τα νύχια. [μάλλον από γαλλ. auge μέσω τουρκ.]

31. πεσκίρι το  : (λαϊκότρ.) η πετσέτα του προσώπου. [τουρκ. peşkir (από τα περσ.) ]

32. ραγάνι το : (λαϊκότρ.) καταιγίδα με ανεμοστρόβιλο· (πρβ. τυφώνας). [τουρκ. urağan (< γαλλ. ouragan) με αποβ. του αρχικού άτ. φων.]

33. ρεντές ο : (παρωχ.) σκεύος της κουζίνας που χρησιμοποιείται για να τρίβουν τυρί, κρεμμύδι κτλ.· τρίφτης. [τουρκ. rede ]

34. σαν φιστίκ το : φιστίκι Aιγίνης. [τουρκ. şamfιstιğι (“φιστίκι της Συρίας”) με διαίρεση στα δύο συνθετικά, τροπή του τελικού [m > n] και προσαρμ. στη λ. φιστίκι]

35. σελτές ο : (λαϊκότρ.) το στρώμα. [τουρκ. şilte `λεπτό στρώμα΄ με τροπή [si > se] ]

36. σουλιμάς ο : (οικ., συνήθ. χλευ.) παρασκεύασμα, συνήθ. σε μορφή αλοιφής, για τον καλλωπισμό του προσώπου· φτιασίδι, ψιμύθιο. [τουρκ. sulama `διάλυση με νερό΄ ]

37. ταρατόρι το : (σπάν.) τζατζίκι. [τουρκ. tarator ]

38. τιτίζης ο : (μειωτ., προφ.) άνθρωπος σχολαστικά λεπτολόγος. [τουρκ. titiz -ης· τιτίζ(ης) -α]

39. τόκα η : αγκράφα ζώνης. [τουρκ. toka (ίσως από τα βεν.)]

40. τούρνα η : μόνο στη ΦΡ γίνομαι / είμαι ~ (στο μεθύσι), για άνθρωπο πολύ μεθυσμένο. [ίσως < ιταλ., σύγκρ. τουρκ. turna ( [túr-] ) `γερανός 1, όν. ομαδικού παιδικού παιχνιδιού΄]

41. τσαμπάσης ο : (λαϊκότρ.) ζωέμπορος, κυρίως αλόγων. [τουρκ. cambaz -ης με αποηχηροπ. του αρχικού [dz > ts] αναλ. προς άλλες λ. με παρόμοια εναλλ.]

42. τσάταλο το  & τσατάλι το  : 1. (λαϊκότρ.) διχαλωτός πάσσαλος· φούρκα. 2. (μτφ., λαϊκ.) α. ξυλοδαρμός: Θα πέσει ~. β. αυστηρή επίπληξη. [τουρκ. çatal -ο, -ι]

43. τσατί το : (λαϊκότρ.) ο ξύλινος σκελετός της στέγης και ο χώρος που σχηματίζεται μετά την κάλυψη της στέγης. [τουρκ. çatι]

44. τσατμάς ο : στη λαϊκή αρχιτεκτονική, είδος τοιχοποιίας η επιφάνεια της οποίας κατασκευάζεται από λεπτές σανίδες ή από πλεγμένα καλάμια που τα γεμίζουν με λάσπη ή με τούβλα και τα καλύπτουν με σοβά. [τουρκ. çatma ]

45. τσελίκι : 1. (λαϊκότρ.) ατσάλι. 2. (μτφ., οικ.) για άνθρωπο με ατσάλινη υγεία, πολύ γερό. [τουρκ. çelik -ι· υποχωρ. αφομ. [e-i > i-i] ]

46. τσιβί το : (οικ.) 1. ξύλινο καρφί. 2. (μτφ.) για κτ. πολύ ενοχλητικό, δυσάρεστο ή δύσκολο. [τουρκ. çivi (στη σημ. 1)]

47. τσιλές ο : κούκλα 2: Nήματα σε τσιλέδες. [τουρκ. çile ]

48.  τσιμένι το : ουσία με την οποία καλύπτουν τον παστουρμά. [τουρκ. çemen (από τα αρμεν.) με τροπή [tse > tsi] αναλ. προς άλλες λ. με παρόμοια εναλλ.: τσελίκι – τσιλίκι ]

49. τσινάρι το : λαϊκός τύπος νεαρού ατόμου που είναι μοντέρνα αλλά πολύ κακόγουστα ντυμένος. [παλ. σημ.: `πλατάνι΄ < τουρκ. çιnar ]

50. φαρφάρας ο : (προφ.) άνθρωπος φλύαρος, που λέει πολλά και χωρίς ουσία λόγια. [τουρκ. farfar(a) ( [-fará] ) -ας (από τα αραβ., σύγκρ. φαμφαρόνος)]

51. χαντούμης ο : (λαϊκότρ., υβρ.) ευνούχος, ανίκανος. [τουρκ. hadιm -ης]

52. χικ μικ : (προφ.) για να δηλώσουμε ότι δε δεχόμαστε αντιρρήσεις ή δικαιολογίες: Θα πας οπωσδήποτε· ~ δεν έχει. [τουρκ. hιk mιk για έκφραση υπεκφυγής ή δισταγμού, hιk: ηχομιμ. `γκλου γκλου΄, mιk: τροποποίηση του hιk, δες στο μ-]

 

Advertisements

246 Σχόλια to “52 λέξεις της κοινής βορειοελλαδικής”

  1. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Λείπει ο Χαμουτζής στο χου, ο Καρντάσης στο κου και φυσικά η Μπαογκάρα στο μπού!

  2. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Παρντ’ον! Λείπει και το Κλάιν μάιν στο κου!

  3. π2 said

    Τις περισσότερες δεν τις ήξερα. Για την ακρίβεια ήξερα μόνο τα: αντέτι, αχμάκης, ζαρίφης, καζάζης, μάσαλα, μασάλι, μισμίζης, μουχαλεμπί, μουχαμπέτι (μουχαμέτι το ήξερα), μπατάλης, μπεζεστένι, ντεμέκ, ντουγάνι, πεσκίρι, σουλιμάς, τούρνα, τσιμένι, τσινάρι.

  4. Παναγιώτης Κ. said

    Ακριβώς στη βάση! Από τις 52 λέξεις γνωρίζω τις 26! 🙂

  5. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Toν τσατμά πάντως (και το «παγδατί», «παγδαντί «- ένα είδος σκελετού από πηχάκια για να πιάνει το κονίαμα) τον λένε τα μαστόρια και στή Ρούμελη .

  6. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Αθηναίος ων, ξέρω περίπου το 1/3 από αυτές τις λέξεις. [Προφανώς είναι κατανοητό ότι «Αθηναίος» δε σημαίνει όποιον δεν έχει ακούσει ή διαβάσει τίποτε που να μην προέρχεται από τα όρια του δήμου Αθηναίων.]

    Μερικές τις ακούω ταχτικότατα από Βορείους, π.χ. την όζα, το σαν φιστίκ, πολύ κοινές λέξεις. Κάποιες τις λέω κι εγώ, είτε σε ρέοντα λόγο (ντεμέκ) είτε σε αποκρυσταλλωμένες φράσεις (κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς κι αντέτι).

    Για ορισμένες που σημαίνουν τεχνικές τοιχοποιίας ή ξέρω γω άλλα εξειδικευμένα πράγματα, το να μην τις έχω ακούσει δε σημαίνει τίποτε (ούτε τις «αθηναϊκές» αντίστοιχες ξέρω). Για κάποιες άλλες πάλι, απορώ: υπάρχουν άνθρωποι σήμερα που λένε λ.χ. τον νησιώτη «ανταλή»; Ίσως οι Πριγκιπονησιώτες, αλλά για βορειοελλαδική κοινή περίεργο μού φαίνεται.

    Για μία μόνο λέξη έχω ένσταση: το τσιμένι. Μπορεί στη νότια Ελλάδα ο παστουρμάς να μην έχει παραδοσιακά τόσο έντονη παρουσία στο διαιτολόγιό μας, αλλά όταν θέλουμε να πούμε το τσιμένι, δεν έχουμε άλλη λέξη, τσιμένι το λέμε κι εμείς.

  7. Πέπε said

    συμπλ. @6:

    > > Για μία μόνο λέξη έχω ένσταση: το τσιμένι.

    Και το μουχαλεμπί. Στο μέτρο που υπάρχει, δεν ξέρω να λέγεται αλλιώς.

  8. Πέπε said

    Μπατάλης: δεν είμαι σίγουρος αν το έχω ξανακούσει, οικείο σίγουρα δε μου είναι, κατανοητό όμως ναι, γιατί χρησιμοποιώ το ρήμα μπαταλεύω (γίνομαι άχαρος μεγαλώνοντας).

  9. Πέπε said

    Τσατάλι: το λέμε στη στερεότυπη έκφραση «γίναν τα νεύρα μου τσατάλια» (αλλά χωρίς επίγνωση της κυριολεξίας – προφανώς υπονοεί ότι το κάθε νεύρο μου έγινε σαν τρίχα με ψαλίδα).

  10. spatholouro said

    Από όσο είδα στα περί λημματολογίου του ΛΚΝ, (http://www.greek-language.gr /greekLang /modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/general.html) κριτήριο περί «βορειοελλαδικότητας» δεν αντιλήφθηκα να περιλαμβάνεται. Και πράγματι με ξενίζει η ιδέα να εκδίδεται ένα λεξικό «πανελλήνιο» στον Πειραιά π.χ. και εξ αυτού του λόγου (καταγωγής της έκδοσης δηλαδή) να αναμένει ο αναγνώστης «κάλυψη» σε ειδικώς «πειραϊκής» χρήσης λήμματα. Όταν φτιάχνεις «πανελλήνιο» λεξικό, θαρρώ πως ξεχνάς τέτοιες μερικότητες και έχεις διαρκώς προ οφθαλμών την κοινή πανελληνίως χρήση.

    Οπότε, η συντριπτική πλειοψηφία των παρουσιαζομένων λημμάτων θεωρώ ότι δεν είχε λόγο ύπαρξης σε ένα λεξικό της «κοινής νεοελληνικής», αλλά είχε θέση μόνο σε ένα λεξιλόγιο/γλωσσάρι της «μη κοινής νεοελληνικής».

  11. Πέπε said

    Καπατζές (παγίδα για πουλιά): ούτε αυτό ξέρω να έχει άλλη ονομασία.

    Τελικά λίγο βιάστηκα για το #6!

  12. Πάνος με πεζά said

    Καλημέρα !
    Τις περισσότερες λέξεις πράγματι δεν τις γνωρίζω.
    Και, στα χιουμοριστικά, λείπει και το «φούιτ» = σκάσιμο ελαστικού… 🙂

  13. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    Η ανάρτηση είχε σκοπό να προκαλέσει σχόλια περί λεξικογραφικής πολιτικής. Το κριτήριο του Πέπε για το τσιμένι μού φαίνεται σωστό.

    Ενδιαφέρον επίσης έχει ότι κάποιες από αυτές τις λέξεις τις μάθαμε και εμείς οι χαμουτζήδες σε μεγαλύτερη ηλικία και τις χρησιμοποιούμε και ενεργητικά π.χ. το ‘ντεμέκ’.

    Τέλος, να πω ότι εφάρμοσα αυστηρά το κριτήριο «υπάρχει στο ΛΚΝ – δεν υπάρχει στον Μπαμπινιώτη». Έτσι, απεκλεισα μερικές λέξεις που ενώ είναι τυπικά βορειοελλαδίτικες, περιέργως τις καταγράφει ο Μπαμπ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το παϊτόνι που νομίζω ότι δεν λέγεται στον νότο -λέμε αμαξάκι, μόνιππο κτλ. Όμως το έχει ο Μπαμπ ίσως επειδή έχει ενδιαφέρουσα ετυμολογία.

  14. Θυμίζω τα περί αντάμη:
    https://sarantakos.wordpress.com/2016/12/19/trabuco-2/
    (πώς θυμάμαι ότι πρόσφατα συζητούσαμε για μια αναφορά σε ένα ΣΚΡΙΠ σχετικά με τους αντάμηδες της Αθήνας… αλλά αδύνατο να το βρω)

  15. Alexis said

    Καλημέρα.
    Πολλές από αυτές τις έχω ακούσει κατ’ επανάληψη μιας και η μάνα μου είναι Βορειοελλαδίτισσα και υπάρχει σόι εκεί πάνω. Το μουχαμπέτι π.χ. μου είναι πολύ οικείο στη φράση «ασ’ τα μουχαμπέτια=άσ’ τα λόγια».
    Και τον τσορμπατζή έχω ακούσει που δεν τον βλέπω στον κατάλογο.
    Το παρτάλι βλέπω επίσης να λείπει, το οποίο δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει, αλλά βρισιά πρέπει να είναι, το θυμάμαι από έναν θείο μου (μακαρίτη πλέον) που όταν ήθελε να χαρακτηρίσει κάποιους ανθρώπους ως άχρηστους, ανίκανους κλπ. τους αποκαλούσε «χαμένα παρτάλια».
    Επίσης νομίζω ότι οι Βορειοελλαδίτες χρησιμοποιούν πολύ περισσότερο τις ηχομιμητικές φράσεις τύπου «χικ μικ» «τσάντζαλα μάντζαλα» «αμέτι μουχαμέτι» κλπ.

    ΥΓ: Οι διάφορες μπουγάτσες με …κάτι, τα πιτόγυρα, τα σουβλάκια και οι αλοιφές πιάνονται για βορειοελλαδίτικοι ιδιωματισμοί; 😆

  16. Noμίζω ότι «Σαμ» δεν λέγεται γενικά η Συρία, αλλά η Δαμασκός

  17. sarant said

    15 Τον τσορμπατζή δεν τον είχε το ΛΚΝ, ενώ το παρτάλι το είχε και ο Μπαμπινιώτης, γι’ αυτό και τα απέκλεισα εφαρμόζοντας το κριτήριο που είχα θέσει εξαρχής.

  18. Γς said

    Αντά, το νησί.

    Και το κοντινό στην Σάμο τούρκικο νησί, απέναντι απ την Ψιλή Αμμο στις Μυκάλης το στενό, στην Σάμο.

    Νησί που δεν χρειάζεται και σημαία.

    Είναι από μόνο του. Το νησί Μπαϊράκ.

  19. spiral architect said

    Τούρνα

  20. spatholouro said

    14
    Δύτα μου:
    https://sarantakos.wordpress.com/2017/02/07/730turkish/

  21. Ανδρέας Τ said

    Τη λέξη νισαντήρι την άκουγα από μάστορες που δούλευαν τον κασσίτερο (καλάι) και το τσίγκο (λευκοσίδηρο;). Καθάριζαν με νισαντήρι εκεί που έβαζαν το καλάι για να κολλήσουν τα δύο φύλλα τσίγκου. Και το παγδατί, το λέγαμε μπαγλαντί, στον Πειραιά, για να χαρακτηρίσουμε την οροφή από καλάμια ή πηχάκια επιχρισμένα με ασβέστη.

  22. Corto said

    Καλημέρα!
    Από ό,τι κατάλαβα πρόκειται για ένα σύνολο λέξεων τούρκικης προέλευσης ή τούρκικων γλωσσικών υπολειμμάτων. Πιθανόν και στην Παλαιά Ελλάδα να ήταν διαδεδομένες, αλλά να εξέλειψαν νωρίτερα. Για να δούμε την γεωγραφική τους εμβέλεια πρέπει, νομίζω, να δούμε αν υπάρχουν με κάποια σχετική μορφή και στην Κρήτη, στην Κύπρο, στα Γιάννενα, στο Ανατολικό Αιγαίο κ.ο.κ.
    Για παράδειγμα το μουχαλεμπί υπάρχει και στην Κύπρο ως μαχαλεπί, ενώ στην Πόλη και στην Θράκη ως μαλεμπί.

  23. Babis said

    26. νισαντίρι

    Το νισαντίρι δεν έπρεπε να είναι στην λίστα γιατί χρησιμοποιείται σε όλη την Ελλάδα.
    Η επίσημη ορολογία είναι χλωριούχο αμμώνιο, αλλά μόνο οι χημικοί το αναφέρουν έτσι, οι υπόλοιποι το λέμε απλά νισαντίρι.

  24. Panagiotis said

    Το «χικ μικ» εγώ δεν το ξέρω. Οι δικοί μου χρησιμοποιούσαν το «γκουκ μουκ» 😛

  25. Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου said

    Ἔχω διαβάσει πολλὴ γαλλικὴ λογοτεχνία καὶ τὰ γαλλικὰ τὰ ἔχω μάθει μὲ τὸ petit Robert κι ὄχι μὲ γαλλοελληνικὸ λεξικό, διότι στὴν ἐποχή μου δὲν ὑπῆρχε ἕνα τῆς προκοπῆς. Ὑπῆρχε ὁ Βαρβάτης γαλλοελληνικὸ καὶ τὸ mandeson ἑλληνογαλλικό. Γιὰ τὸ Βαρβάτη ἔπρεπε νὰ ξέρης ἀρχαῖα ἑλληνικὰ ἀλλὰ καὶ πάλι πολλὲς ἀποδόσεις εἶναι λανθασμένες ὅσο γιὰ τὸ mandeson ἐκτὸς ἀπὸ ἐλλιπές, ἂς πάει κάποιος στὸ λῆμμα γεννάω τ γιὰ νὰ γελάση μὲ τὴν ψυχή του καὶ τοῦ ἀρκεῖ γιὰ νὰ καταλάβη περί τινος πρόκειται. Αὐτό, λοιπόν ποὺ ἔχω νὰ πῶ γιὰ τὸ petit-Robert εἶναι ὅτι ποτὲ μὰ ποτὲ δὲ βρῆκα λέξη ἢ φράση, ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἐποχὴ ἀλλὰ κι ἀπὸ ἰδιώματα Καναδᾶ, Βελγίου, Ἑλβετίας κοκ ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχει. Ποτέ. Τόσο ποὺ τὄχω καημό. Θεωρῶ, λοιπόν, ὅτι καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα πρέπει νὰ ἀποκτήση ἕνα τέτοιο λεξικό, ποὺ νὰ μὴν ἀφήσει λέξη γιὰ λέξη, τουλάχιστον ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γραμματεία. Ἀλλὰ καὶ στὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ καὶ ἀπὸ τὶς ντοπιολαλιές. Φυσικὰ μὲ τὴν ἔνδειξη (τοπική, παλιά, κοκ). Πιστεύω ὅτι κάτι τέτοι ὁραματίστηκε ὁ Δημητράκος ἀλλὰ τὸ ἄφησε στὴ μέση. Βέβαια γιὰ νὰ γίνη αὐτό, χρειάζεται κάποιος μὲ ἀνοιχτὸ μυαλὸ ἀπελευθερωμένος ἀπὸ προκαταλήψεις καὶ ἰδεοληψίες τοῦ παρελθόντος. Ἕνας ποὺ νὰ ἀγαπάη τὸν ἑλληνικὸ λόγο ἀπ’ὅπου κι ἂν προέρχεται, χωρὶς νὰ θέλη νἀ ἀποδείξη ὅτι ἀνήκει ἢ δὲν ἀνήκει κάπου.

  26. Πολύ εύστοχο. Κι εγώ, πολλές από αυτές τις λέξεις τις έμαθα από τη Θεσσαλονικιά (μικρασιατικής καταγωγής) γυναίκα μου: αντέτι, ασουρές, κανάτι, κεζάπι, λεμόντουζου, μάσαλα, μασάλι, μουχαλεμπί, μπεζεστένι (ως κύριο όνομα), ντεμέκ, όζα, ρεντές, σάνφιστικ, τσιβί, τσιμένι. Και αν κρίνω από κείνην, ο ‘ρεντές’ δεν είναι διόλου παρωχημένος: συστηματικά έτσι τον λέει.
    Αλλη λέξη που έμαθα από το αγαπημένο της εστιατόριο, αλλά που νομίζω πως την έχουμε ξανακουβεντιάσει εδώ, είναι το μπούκοβο: καρύκευμα από ξεραμένη και ψιλοκομμένη πολύ καυτή πιπεριά. Αυτήν όμως ούτε το ΛΚΝ την έχει…

  27. 20 Ναι μπράβο: σχόλια 39, 73, 83-85, 94-95

  28. Raptakis Dimitrios said

    Εν τάχει
    1. Μπάρεμ, ως μπάρε μου στα νησιά ( πχ. https://sarantakos.wordpress.com/2015/02/13/cretadverbs/). Μαντινάδα από μνήμης: μισοσφαγμένο σαν πουλί μ’έχεις κι εγώ ταράσσω/γή πόσφαξέ με, μπάρε μου, γ’αφήσ’ με να πετάξω.
    2.Σουλιμάς: στη Μάνη το δηλητήριο. Μεταφορικά για τον πικρό καφέ. Σουλιμά τον έκανες.
    3. Σελτές: πανελλήνιας διάδοσης με τη σημασία: βρεφικό πλαστικοποιημένο σεντονάκι για άλλαγμα πάνας μωρού.

  29. Καλημέρα! Το μπεζεστένι το χρησιμοποιούν και στην Μεσσηνία!

  30. Zbeebz said

    Ενδιαφέρον άρθρο, διότι περιλαμβάνει και μερικές λέξεις που, μολονότι παντελώς βόρεια, δεν τις ξέρω.
    Με την ευκαιρία, καταθέτω ένα… ψυχικό τραύμα της παιδικής μου ηλικίας. Όταν πρωτοάκουσα για το σαν φιστίκ, έπαθα κοκομπλόκο: «Τι πάει να πει σαν φιστίκ; Ή είναι φιστίκι ή δεν είναι!»
    24. Κι οι δικοί μου (συγγενείς και φίλοι) γκουκ μουκ έλεγαν. 🙂

  31. Κωνσταντίνα Βαδάση said

    Τι μου θυμίσατε τώρα! Προσώπικα δούλεψα στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών – Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη για ένα διάστημα και θυμάμαι συζήτηση επ’ αυτού μια μέρα: πώς το προσωπικό του λεξικού μπορεί να επηρεάσει την επιλογή των λημμάτων (ακούσια φυσικά). Συγκεκριμένα έγινε συζήτηση για το «σινί» στα πλαισια ενός «ψιλογκάλοπ» (χχ) μεταξύ μας: όσοι είχαμε καταγωγή από Β.Ελλάδα το θεωρούσαμε αυτονόητο ότι θα μπει. Προσωπικά μάλιστα εξεπλάγην όταν αντιλήφθηκα ότι ορισμένοι (καταγωγή από Πάτρα, Ρόδο κ.α.) το αγνοούσαν παντελώς!!

  32. sarant said

    23 Αν είναι έτσι κακώς δεν την έχει ο Μπαμπινιώτης

    28-29: Μπορεί να λέγονται και αλλού αυτές οι λέξεις, αλλά κρίθηκε από τον λεξικογράφο ότι δεν ανήκουν στην «αθηναϊκή πανελλήνια».

    31 Ευχαριστώ για το άκρως διαφωτιστικό σχόλιο!

  33. Mod said

    Φούιτ; Δεν είναι βορειοελλαδίτικο…

  34. Mod said

    Φούιτ; Δεν είναι βορειοελλαδίτικο;;;; (φτου!)

  35. Corto said

    «52 μόνο λήμματα, που όλα είναι δάνεια, 51 από τα οποία είναι δάνεια από τα τουρκικά»

    Αν το ένα που εξαιρείται είναι το υπ’ αριθ.23 (μπατάλης), εδώ το βλέπω και αυτό ως τούρκικο δάνειο (έστω γαλλικής απώτερης αρχής):

    μπατάλης < τουρκική battal < αραβική بطال battāl ,ή < ιταλική batali < γαλλική bataille

    https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82

  36. IN said

    Καλημέρα κι από μένα,

    @Νίκο: Εσύ είσαι εκεί, κι εγώ είμαι εδώ 🙂

    Καταρχήν, αναρωτιέμαι αν μπορεί να μιλήσει κανείς για «κοινή βορειοελλαδική», με δεδομένο ότι, ειδικά η Βόρεια Ελλάδα, έχει μια μεγάλη ποικιλία γλωσσικών παραδόσεων, ιδιωμάτων ή, ακόμη ακόμη, και άλλων γλωσσών (δηλαδή: ντόπια ιδιώματα της Ελληνικής γλώσσας, ιδιώματα των «προσφύγων» π.χ. ποντιακά αλλά και θρακιώτικα, μη Ελληνικές γλώσσες που μιλιόταν και, σε κάποιο βαθμό, μιλιούνται ακόμη ήτοι βλάχικα, «ντόπια» ή σλαβομακεδονικά, τουρκικά –υπήρχαν τουρκόφωνοι πρόσφυγες). Βέβαια, τίποτε δεν αποκλείει κάποιες λέξεις να είναι κοινές σε όλες ή πολλές από αυτές τις γλωσσικές παραδόσεις.

    Σε ό,τι με αφορά, είμαι Βορειοελλαδίτης με γλωσσική παράδοση το (Ελληνικό) τοπικό ιδίωμα της Κοζάνης και, σε μικρότερο βαθμό, της Σιάτιστας (παρά το γεγονός ότι απέχουν μεταξύ τους μόλις 28 χλμ, οι δύο αυτές πόλεις δεν έχουν το ίδιο ακριβώς ιδίωμα) καθώς και, σε πολύ μικρότερο βαθμό, τα βλάχικα που μιλούσαν μεν ο παππούς και η γιαγιά μου από τη μητρική γραμμή αλλά που εγώ (δυστυχώς) δεν τα έμαθα ποτέ εκτός από κάτι βασικά. Ξέρω και χρησιμοποιώ τις εξής λέξεις του καταλόγου:

    Αντέτι· και έκφραση «για τ’ αντέτ’», δηλαδή επειδή έτσι είναι η συνήθεια (το θυμάμαι από έναν συνάδελφο δικηγόρο που μου το είπε για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι πήρε μια συμβολική αμοιβή για μια, μάλλον ασήμαντη, δουλειά που έκανε και που θα μπορούσε να την είχε κάνει και τζάμπα).

    Γκιούμι· αυτό το ξέρω παιδιόθεν και είχαμε-έχουμε ακόμη γκιούμια (ορίστε! Ντροπή! Μου το κοκκινίζει το χαμουτζίδικο Word!). Στην Κοζάνη υπάρχει και έκφραση «γκιούμ’ τ’ Αη Νικόλα» που λέγεται για άνθρωπο που τον βάζουν να κάνει τις δουλειές των άλλων – από το γκιούμι του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Νικολάου που το δανείζονταν όλοι)

    Κανάτι: έκπληξη υπ’ αριθμ. 1. Καλά, δεν το λέτε αυτό;

    Κεζάπι: έκπληξη υπ’ αριθμ. 2. Όπως παραπάνω.

    Λεμόντοζού: με δύο τόνους το έλεγε η γιαγιά μου, Θεός σχωρέστην. Άραγε να πουλάνε ακόμα;

    Λεμπλεμπί: δεν έχω ακούσει, αλλά νομίζω (με επιφύλαξη) ότι υπάρχει και η ονομασία «μπιμπλίκια» για τα μαλακά στραγάλια , προφανώς από την ίδια ρίζα.

    Μάσαλα

    Μασάλι

    Ματζίρης, αλλά εγώ το ξέρω μιτζίρης (το έχω ακούσει, αλλά δεν το χρησιμοποιώ).

    Μουχαμπέτι: Μουαμπέτι σε μας

    Μπάρεμ, το μόνο που ξέρω μόνον από τη μητρική γραμμή.

    Μπεζεστένι, αλλά μόνον ως μέρος στη Θεσσαλονίκη, όχι ως γενικότερη έννοια

    Ντεμέκ: το έχω ακούσει από Θεσσαλονικείς, αλλά σε μας δεν λεγόταν, νομίζω.

    Όζα: έκπληξη υπ’ αριθμ. 3. Καλά, μόνο στη Β. Ελλάδα λέγεται αυτό;

    Πεσκίρι

    Ταρατόρι, τιρατόρ’ σε μας

    Τόκα, αλλά εγώ το λέω «τοκάς» και, ειλικρινά, δεν ξέρω κάποια άλλη λέξη για να το πω (άκου «αγκράφα»!).

    Τσαμπάσης, τσαμπάζης για μένα, περισσότερο όμως ως επώνυμο και λιγότερο ως λέξη.

    Τσατμάς: μεγάλωσα σε σπίτι με τοίχους από τσατμά 🙂

    Τσατάλι, μόνο στην έκφραση «έγιναν τα νεύρα μου τσατάλια» που, όμως, όπως έγραψε και κάποιος άλλος, δεν νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικά Βορειοελλαδίτικη.

    Τσιβί: το έχω ακούσει με τη μεταφορική έννοια, αλλά δεν το χρησιμοποιώ.

    Τσινάρι: με επιφύλαξη, νομίζω ότι προέρχεται από το όνομα λαϊκής συνοικίας της Θεσσαλονίκης, τις ενδυματολογικές προτιμήσεις των νέων της οποίας κορόιδευαν οι υπόλοιποι από τις πιο «ευγενείς» περιοχές.

    Χαντούμης

    Χικ μικ, με τη διαφορά ότι εμείς το λέμε γκ΄κ μ’κ, όπου η απόστροφος αντιπροσωπεύει το αυτό το «μισό» φωνήεν που στο διεθνές φωνητικό αλφάβητο αντιπροσωπεύεται από το σύμβουλο που λέγεται «σουά».

    Σκορ, αν καλά μέτρησα, 24/52.

  37. IN said

    26: Έκπληξη υπ’ αριθμ. 4. Καλά, μόνο εμείς το λέμε μπούκοβο;

    Ο Νίκος έχει ήδη αναφερθεί σε λέξεις που ο ίδιος τις θεωρούσε κοινές και που, με κατάπληξη ανακάλυψε κάποτε, ότι δεν ήταν συνηθισμένες. Φαντάζομαι όλοι έχουμε τέτοιες εμπειρίες και ίσως θα άξιζε να κάνει μια ειδική ανάρτηση γι’ αυτό.

    28.3: Α, μα ναι, βέβαια, με αυτή την έννοια την ξέρω κι εγώ τη λέξη «σελτές» (ως υποκοριστικό, «σελτεδάκι») και, φυσικά, την έμαθα όταν απέκτησα μωρά. Κατά σύμπτωση στη Θεσσαλονίκη, αλλά απλώς γιατί εκεί γεννήθηκαν τα μωρά και αγοράσαμε τον… απαραίτητο εξοπλισμό.

  38. Corto said

    Για το μπεζεστένι θεωρώ ότι δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις λέξεις ενός τοπικού ιδιώματος, γιατί χρησιμοποιείται αποκλειστικώς για τα συγκεκριμένα οθωμανικά κτίσματα, όπου σώζονται.
    Δεν νομίζω να χρησιμοποιείται π.χ. για τα σύγχρονα κλειστά πολυκαταστήματα.
    Αντιστοίχως βέβαια δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «αθηναϊκή» λέξη ο μεντρεσές.

  39. Mπούφος said

    Σας χαιρέτησα; Δε σας χαιρέτησα! Έμαθα πράμα, πάλι σήμερα!
    😉

  40. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα, τα γνωστά σε μένα, κυρίως από την προσφυγική καταγωγή από την πλευρά της μάνας μου (κοντά στην Κωνσταντινούπολη), και όχι από τη Β. Ελλάδα:
    αντέτι, λεμπλεμπί, μασάλι, μπατάλης, ντεμέκ, ντουγάνι, τσατάλι, τσιμένι
    Οι ειδικές έννοιες ή παραφθορές:
    αντέτι: «για να γίνει τ’ αντέτι»: κάτι που κάνουμε συνήθως, κομμάτι μιας διαδικασίας, μιας υποχρέωσης.
    μπλεμπλιά (λεμπλεμπιά): παιδική παραφθορά μάλλον για τα στραγάλια (λιχουδιά-κέρασμα για τα πιτσιρίκια τις δεκαετίες 40-50).
    μασάλι: παραμύθι, ιστορία, «Για πες κανένα μασάλι να περάσει η ώρα»
    ντεμέκ: κυρίως μαζί με το πρόθεμα, «νε ντεμέκ» (=»τι θα πει» στα τούρκικα), με την έννοια «δεν καταλαβαίνω» (την έννοια «δήθεν» την έμαθα αργότερα από Σαλονικιούς φίλους).

  41. spatholouro said

    Με την περίφημη φυλακή του Μεντρεσέ εν μέσαις Αθήναις, μια χαρά «αθηναιοποιήθηκε» θαρρώ η λέξη, φίλε Corto.

  42. Μαρία said

    Απο τις 52 δεν ξέρω τις παρακάτω 6: αβτζής, αντάλης, καπάντζα, κερεστές, ραγάνι, τσατί.
    Απο τις υπόλοιπες τη νούτικη κωμωδία την έμαθα απο ένα άρθρο στο ένθετο της Καθημερινής 7 ημέρες για τα μπουλούλια όπου και παρετυμολογείται « κωμωδία έβγαινε απο το νου τους».

  43. Μαρία said

    28
    Μήπως μπερδεύεις τον σουλιμά με τον σουμπλιμέ;

    36
    Λεμόντοζου πουλάνε αλλά με την κοινή ονομασία ξινό.
    Το ντεμέκ προσφυγικό πρέπει να είναι. Κι εγώ μεγάλη το έμαθα.

  44. derwanderer said

    Ας βάλω κι εγώ δύο, που χρησιμοποιούνταν περιστασιακά από την οικογένεια του πατέρα μου, κυκλαδικής καταγωγής που, όμως, μετέφερε τις επαγγελματικές της δραστηριότητες στη Θεσσαλονίκη, αμέσως μετά την προσάρτησή της στο ελληνικό κράτος. Η γιαγιά μου πάντως, ως τα βαθιά της γεράματα, κάθε φορά που άκουγε τους γιους της να χρησιμοποιούν κάποιες από τις λέξεις κι εκφράσεις της λίστας του Νικοκύρη, αρκετά σπάνια, ομολογουμένως (πεσκίρι, τσινάρι, ντεμέκ, ειδικά το σαν φιστίκ…) στραβομουτσούνιαζε και τους διόρθωνε: «Μην τα λέτε αυτά τα τούρκικα ! Πετσέτα, φυστίκι Αιγίνης κλπ λέγοται!»
    1. Το κ ε π έ ν γ κ ι (το έχω δει γραμμένο και κεπέγκι, χωρίς ν που οξυγονώνει τον εγκέφαλο 😉 εγώ ωστόσο πάντα με ευδιάκριτο, προφερόμενο ν το άκουγα ) :
    Το εξωτερικό σιδερένιο ρολό που κατεβαίνει και σφραγίζει τα μικρά καταστήματα, ειδικά αυτά των κεντρικών/σκεπαστών αγορών που συχνά δεν έχουν βιτρίνα. Μόνο το μασίφ όμως, όχι το σιδερένιο πλέγμα. Ο πατέρας μου το χρησιμοποιούσε ενίοτε κυριολεκτικά, πιο συχνά όμως μεταφορικά και στον πληθυντικό: «Ώρα να καταβάσουμε τα κεπένγκια» = ώρα να φεύγουμε, να τελειώνουμε. Ή «Ο τάδε είναι έτοιμος τα ρίξει τα κεπένγκια» = είναι έτοιμος να πτωχεύσει, να βαρέσει κανόνι.
    2. Το σ ι χ τ ι ρ π ι λ ά φ ι :
    Το τελευταίο κέρασμα ή ποτό μιας επίσκεψης που κράτησε ήδη περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, με υπαιτιότητα είτε του προσκεκλημένου (που γίνεται, πλέον, φορτικός) ή του οικοδεσπότη (που επιμένει να σερβίρει ή να καθυστερεί την αναχώρηση του προσκεκλημένου, ο οποίος αρχίζει να δυσανασχετεί και να γυρεύει ευκαιρία να αποχωρήσει). Κάτι σαν το » [αυτό] κι έξω απ’ την πόρτα». Προφανής η ετυμολογία, νομίζω.
    Αλλά και μεταφορικά, για το τελευταίο τραγούδι ενός μουσικού προγράμματος, την τελευταία σκηνή μιας παράστασης, την τελευταία ομιλία μιας ημερίδας κοκ, ειδικά αν το όλον είναι μάλλον βαρετό ή πλατειάζει: «Ελπίζω αυτό να είναι το σιχτίρ πιλάφι, ξημερωθήκαμε πια, μπαφιάσαμε».

    ΥΓ : Δεν έχω τσεκάρει αν οι λέξεις βρίσκονται στα γνωστά λεξικά. Αν ναι, ας με συγχωρήσει ο Νικοκύρης. Το σιχτίρ πιλάφι όμως το έχω σίγουρα συναντήσει στο slang.gr

  45. Πέπε said

    @37:
    > > Έκπληξη υπ’ αριθμ. 4. Καλά, μόνο εμείς το λέμε μπούκοβο;

    Όχι ακριβώς μόνο εσείς. Κανείς δεν το λέει αλλιώς, αλλά πολλοί δεν το λένε τίποτα γιατί δεν το συνηθίζουν. Πάντως, τόσο στα πατσατζήδικα της Αθήνας όσο και στις συσκευασίες του σουπερμάρκετ απανταχού της ελληνικής γης, μπούκοβο το λένε. Και πέρα από πατσατζήδικα, σε οιοδήποτε εστιατόριο της Αθήνας ζητήσεις μπούκοβο, μπορεί μεν να μην έχουν αλλά θα καταλάβουν τι ήθελες.

  46. Πέπε said

    @44:
    Νομίζω ότι και τα δύο τα λέμε και στην Αθήνα. Το κεπέγκι (χωρίς ν: όταν ακούμε ng, γράφουμε γκ, π.χ. άγκυρα) δεν μπορώ να πω ότι το ακούω συχνά, αλλά αν και το «ρολό» επικρατεί, ωστόσο το κεπέγκι είναι σαφώς ακριβέστερο. Άρα, κι αν δεν το λέμε θα ‘πρεπε να αρχίσουμε να το λέμε. Ρολά είναι πολλώ λογιώ.

    Όσο για το σιχτίρ πιλάφι, το ξέρω μ’ αυτήν ακριβώς την έννοια, που είναι βέβαια χιουμοριστική. Οπότε υποψιάζομαι ότι μάλλον ανήκει στα λεγόμενα τούρκικα ανέκδοτα (τσογλάν μαντρί, σαματά κιφτέ κλπ.) και αυτονομήθηκε, παρ΄αότι προέρχεται από κάποια ντοπιολαλιά με πιο έντονες τούρκικες επιδράσεις απ’ ό,τι η κοινή νεοελληνική.

    Εκτός βέβαια και αν υπάρχει και άλλη, κυριολεκτικότερη έννοια (τύπου στην τάδε τελετουργία σερβίριζαν κι ένα ειδικό πιλάφι…). Στην Αθήνα σαφώς δεν είναι γνωστή τέτοια έννοια.

  47. Πέπε said

    *παρά ότι* (#46)
    όχι «παρ’ ότι»

  48. Corto said

    41:
    Μα Spatholouro γιαυτό την ανέφερα, λόγω της ιστορικής βαρύτητας που είχε ο Μεντρεσές για την Αθήνα. Νομίζω όμως ότι τέτοιου τύπου λέξεις δεν έχουν πλέον γενικότερη χρήση, αλλά αναφέρονται μόνο στα συγκεκριμένα κτίρια. Έχουν μετασχηματισθεί σε τοπωνύμια, κατά κάποιον τρόπο, οπότε δεν ξέρω αν μπορούν να συμπεριληφθούν σε έναν κατάλογο με τοπικούς ιδιωματισμούς.
    Κάτι ανάλογο νομίζω ισχύει και για την λέξη μπούρτζι. Ναι μεν σημαίνει γενικότερα πύργος, αλλά πλέον η λέξη νοείται κυρίως ως το γνωστό νησάκι-φρούριο του Ναυπλίου. Δεν μπορεί να θεωρηθεί όμως τοπική λέξη της Αργολίδας.

  49. Ας πω και γω τις λέξεις που ήξερα και από που

    ασουρές και μουχαλεμπί από την θητεία μου στο Oriental της Φ.Ν.την δεκαετία του 60 και αρχές 70 (αργότερα μετακόμισα στου Φλόκα )

    ραγάνι από ψαράδες στο Γαλαξίδιοι οποίοι όλοι ήταν μικρασιατικής καταγωγής, Γαλαξιδιώτες μόνο ναυτικοί υπήρχανε

    τσατμάς γιατί μ’ αυτόν χωρίζανε τον ενιαίο χωρο του τελευταίου ορόφου στα γαλαξιδιώτικα σπίτια που είχαν για να φιάχνουν τα πανιά.

    αντάμης από τον μπάρμπα της τον Παναή

    ντεμέκ γιατί έγινε της μόδας τελευταία και στην Αθήνα

    και χαντούμης γιατί έτσι έλεγαν τους εκτομίες οι σταυλίτες

  50. # 49

    το άσμα ξέχασα

  51. ΓιώργοςΜ said

    44 >σιχτιρπιλάφι
    Με την έννοια αυτή το γνωρίζω κι εγώ, ο εύσχημος (σύνήθως) τρόπος για να δείξεις στους καλεσμένους/θαμώνες την έξοδο.
    Ρώτησα κάποτε έναν Τούρκο συμφοιτητή αν υπάρχει εκεί η ίδια έκφραση με τον ίδια έννοια. Μου απάντησε πως η έννοια είναι κάπως διαφορετική, πως σημαίνει μπούχτισα, βαρέθηκα (βλ «όχι άλλο κάρβουνο» στα καθ’ ημάς 🙂 ).
    (Το πιλάφι θεωρείτο το καλύτερο φαγητό, αλλά όταν το τρως συνέχεια, το βαριέσαι)

  52. # 51

    ….Το πιλάφι θεωρείτο το καλύτερο φαγητό… μόνο στο Πολεμικό Ναυτικό γι αυτό και τους μονιμάδες τους λένε πιλάφια. Κι εκεί είχαν τότε΄κάποιο δίκιο γιατί έτρωγαν μόνο ξερή τροφή οπότε το ρύζι τους φαινότανε φασιανός με γαρνιτούρα αστακούς !

  53. Corto said

    Παραβαίνοντας το αυστηρό κριτήριο της συμπερίληψης μιας λέξης στο ΛΚΝ, μπορούμε να προσθέσουμε την έκφραση μπιζ μπιζέ. Νομίζω είναι κατεξοχήν βορειοελλαδίτικη.
    Το βικιλεξικό πάντως την καταγράφει:
    https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%B6_%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%B6%CE%AD

  54. derwanderer said

    @ Πέπε, # 46
    Ναι, ασφαλώς, και γι αυτό άλλωστε ανέφερα ότι το βρήκα γραμμένο χωρίς ν. Ωστόσο, προτίμησα να το προσθέσω τελικά, για αυτούς που πιθανόν δεν το έχουν ακούσει ποτέ αλλά και γιατί έτσι το άκουγα να το λένε.
    Όσο για το σιχτίρ πιλάφι (δύο λέξεις, μέα κούπλα!) θα με εντυπωσίαζε αν ήταν «ανέκδοτο» μια που το χρησιμοποιούσαν άνθρωποι πραγματικά ηλικιωμένοι, με φυσικότητα, πριν αυτά τα ανέκδοτα γίνουν μόδα (εκτός κι αν ήταν ήδη μόδα/υπαρκτά γύρω στα τέλη του 60-αρχές 70 όπου εγώ τα πρωτοάκουσα).
    Α! και μόλις ήρθε κι ο ΓιώργοςΜ, #51 που επιβεβαιώνει την ύπαρξη συγκρίσιμης σε νόημα τουρκικής έκφρασης.
    Χιουμοριστικά, φυσικά, όπως σωστά παρατηρείτε. Κι εγώ δεν νομίζω να υπήρχε ειδικό «καταληκτικό» πιλάφι.

  55. derwanderer said

    * εγώ πρωτοάκουσα το «σιχτίρ πιλάφι», όχι τα ανέκδοτα.

  56. cronopiusa said

    «Το Ψάρι και του Σουλιμά τα δυο κεφαλοχώρια, χαράτσι δεν πληρώνουνε, Τούρκο δεν προσκυνάνε, γιατί ‘ναι ο Ντάρας το θεριό και ο Τάσης Παπατσώρης, πιάνουν και στέλνουν μήνυμα σ’ όλα τα παλικάρια, πάρτε τα καρυοφύλλια σας και πιάστε καραούλι, ποδάρι Τούρκου να μην μπει μεσ’ στα Σουλιμοχώρια, γιατί ’ναι οι Ντρέδες ξακουστοί και πρώτοι στο σημάδι, βόλι δεν πάει αλάθευτο και γιαταγάνι κούφιο».

  57. ΚΑΒ said

    Από τις 52 λέξεις όχι αυτές που ξέρω, αλλά αυτές που είναι γνωστές στο νησί είναι οι ακόλουθες 7:

    κερεστές
    μπάρεμ(ου)
    μπουγάς
    τσάταλο (τσατάλια:διχαλωτα ξύλα στα οποία τοποθετούνται τα κουπιά, όταν δε χρησιμοποιούνται)
    τσατμάς
    μπατάλης (μπατάλικο ζώο)
    σουλιμάς.

  58. Alexis said

    #36: Κανάτι: έκπληξη υπ’ αριθμ. 1. Καλά, δεν το λέτε αυτό;

    Όχι ρε φίλε! Κανάτι λέμε το κανάτι!
    Σαν αυτά που έριχνε η Βασιλειάδου στους υποψήφιους γαμπρούς στη «Θεία από το Σικάγο»! 😆 😆 😆

  59. Μαρία said

    53
    Ε ναι. Ο νότος προτιμάει το entre nous 🙂

    54
    Με την ίδια σημασία για αρμένικες βίζιτες η γιαγιά μου προτιμούσε τον σικτίρ καφεσί (γουγλίζεται siktir kahvesi)

  60. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ιδιότυπο λεξικό στην υπηρεσία της προπαγάνδας…Σκέτη θλίψη ο Βλαστάρης…
    http://www.efsyn.gr/arthro/ena-antilexiko-gia-ton-syriza

  61. Alexis said

    Θλίψη πράγματι… Ειδικά των «παλιών και νέων στελεχών του ΠΑΣΟΚ» ο πόνος για το μέλλον του τόπου θα είναι φαντάζομαι αγνός και άδολος (σαν την Πανάθα!)

  62. Corto said

    59:
    Ή εμείς και εμείς, κατά το συνηθέστερον!

  63. IN said

    58: Καλά, κι εγώ, αν μου πείτε τη λέξη «κανάτι» έτσι, χωρίς συμφραζόμενα, και με ρωτήσετε τι σημαίνει, εκεί (στα σκεύη που πετούσε η Βασιλιάδου) θα πάει το μυαλό μου. Αλλά ξέρω και την άλλη έννοια και μου κάνει εντύπωση που θεωρείται αποκλειστικά «Βορειοελλαδίτικη».

    62: Νομίζω ότι το biz bize είναι «μεταξύ μας» το entre nous που λέει και η Μαρία όχι «εμείς κι εμείς» (δηλαδή τρεις κι ο κούκος).

  64. Μαρία said

    60
    Τώρα κατάλαβα απο πού είναι το βίντεο με το ντου της Λουκά.

  65. Μαρία said

    63
    Αυτά που πετιούνται στη θεία απ’ το Σικάγο τα λέμε μπαρντάκια κι έτσι δεν τα μπερδεύουμε με τα κανάτια των παραθύρων 🙂

  66. Pirros said

    16

    Όντως. Η Δαμασκός στην τουρκική γλώσσα λέγεται Σαμ. Συνεπώς Σαμ φιστίκ -> Σαν φιστίκ = Φυστίκι Δαμασκού.

  67. Νάνσυ said

    Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη, μου είναι οικείες οι ακόλουθες λέξεις:
    5. ασουρές: τον σερβίρουν 2 μεγάλα ζαχαροπλαστεία της πόλης που ειδικεύονται στα πολίτικα γλυκά, αλλά δεν έχω δει ποτέ να τον σερβίρουν σε σπίτι για παράδειγμα

    12. κεζάπι: είναι από αυτές τις λέξεις που δε χρησιμοποιώ ούτε ακούω καθημερινά. δεν μπορώ να θυμηθώ αν την άκουσα από τη θρακιώτισσα γιαγιά μου στο χωριό (από την ντόπια σίγουρα όχι) ή αν τη διάβασα σε κάποιο βιβλίο.

    15. λεμπλεμπί: αυτή σίγουρα δεν την έχω ακούσει ποτέ σε καθημερινές ομιλίες, αλλά πρέπει να τη θυμάμαι από κάποιο βιβλίο τύπου «Λωξάντρα», «Μάγισσες της Σμύρνης» κλπ

    16. ματζίρης: λέξη που χρησιμοποιείται καθημερινά και από νεότερους

    19. μισμίζης: λέξη που δεν ακούω συχνά, ωστόσο αμέσως καταλαβαίνω το νόημα (αλλιώς αυτόν που παραπονιέται πολύ τον λέμε και «μιχ-μιχ»)

    21. μουχαμπέτι: αρκετά κοινή λέξη, θεωρείται πάντως κάπως λαϊκιά

    23. μπατάλης: συνήθως χρησιμοποιούμε το ρηματικό τύπο μπαταλεύω, «αυτός μπατάλεψε μετά τα 40». στη θέση του ουσιαστικού συνηθίζεται περισσότερο νομίζω ο «αμπντάλης».

    24. μπεζεστένι: άλλη μια λέξη που μου είναι περισσότερο οικεία από τα βιβλία και από ταξιδιωτικούς οδηγούς της Εγγύς Ανατολής

    28. ντεμέκ: κοινή λέξη που τώρα τελευταία έχει γίνει και της μόδας

    29. ντουγάνι: αρκετά οικεία λέξη, δε χρησιμοποιείται και τόσο συχνά, ωστόσο θεωρώ πως οι περισσότεροι καταλαβαίνουν το νόημά της

    30. όζα: λέξη που χρησιμοποιείται καθημερινά και από νεότερους (αν θες να φανείς πιο σοφιστικές όμως πλέον θα πεις «βερνίκι»)

    31. πεσκίρι: άλλη μια λέξη που μου είναι περισσότερο οικεία από τα βιβλία, δεν είμαι σίγουρη αν την έχω ακούσει ποτέ σε καθημερινή ομιλία

    34. σαν φιστίκ: περισσότερο διαδεμένη λέξη για το «φιστίκι Αιγίνης» στους 55+, οι νεώτεροι την καταλαβαίνουν αλλά δεν τη χρησιμοποιούν

    38. τιτίζης: αρκετά συνηθισμένη λέξη για τον «ψείρα»

    39. τόκα: τόσο οικεία που δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι μπορεί να αποτελεί ιδιωματισμό

    40. τούρνα: πιο λαϊκή λέξη, ωστόσο κατανοητή από όλους

    46. τσιβή: δεν την έχω ακούσει ποτέ με αυτή την έννοια, τη συμπληρώνω απλώς μια από τις καλύτερες φίλες της γιαγιάς μου στην Πέλλα ονομάζεται Τσιβή (από το Παρασκευή) και από παιδάκι θεωρούσα ότι είναι το πιο περίεργο όνομα που έχω ακούσει

    48. τσιμένι: την έμαθα 20 χρονών, όταν με έσυραν πρώτη φορά να φάω πασά

    49. τσινάρι: λέξη που χρησιμοποιείται και από νεότερους, αν και τα τελευταία χρόνια έχει χάσει έδαφος από τον «κάγκουρα» και το «καρακιτσαριό»

    Τις υπόλοιπες λέξεις δεν τις γνωρίζω καθόλου!

  68. daeman said

    «Κι έρχεται ένα τσινάρι κοστουμάτο, τσοσμπά πρέπει να ‘τανε…»

  69. ΚΑΒ said

    Από τις 52 λέξεις του ΛΚΝ. το λεξικό του Πάπυρου δεν έχει τις:

    κεζάπι
    λεμόντοζου
    ματζίρης
    μισμίζης
    μουχαμπέτι
    ντεμέκ
    ντουγάνι
    όζα
    σαν φιστίκ
    ταρατόρι
    τούρνα
    τσιλές
    τσιμένι
    τσινάρι
    χικ μικ

    το μάσαλα το γράφει μάσαλλα(χ) και μασαλά

  70. Corto said

    63:
    Ναι, το «μεταξύ μας» είναι πιο εύστοχη απόδοση.

  71. Μαρία said

    67
    >ασουρές…αλλά δεν έχω δει ποτέ να τον σερβίρουν σε σπίτι για παράδειγμα
    Κάθε χρόνο της Αγίας Βαρβάρας με κερνάει η γειτόνισσά μου.

    Αυτό το μπεζεστένι πώς το λέτε εσείς οι νέες; http://www.seleo.gr/seleo-tv/167257-bezesteni-i-skepasti-othomaniki-agora-tis-thessalonikis-foto#.WLgODvJ8t_k

    Το τσινάρι είναι καθαρά σαλονικιώτικο και πρέπει να σχετίζεται με τη λαϊκή συνοικία Τσινάρι στην Άνω Πόλη.

  72. daeman said

    Maşallah!

    Rοmpi rompi rompi rompi maşallah

    Ράμπι Ράμπι

    Rompi Rompi Rompi Rompi
    Şimdi de geldi konak vakti

  73. leonicos said

    Κι εγώ ήθελα να πω κάτι για τα λάθη της λαθολόγου Ιωάννας Παπαζαφείρη, κι έπεσα στο άρθρο Πριν το Χάραμα Μετά από το Ξενύχτι, του 2012, αλλά θυμήθηκα τι υποσχέθηκα χτες, και…

    Υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν στο Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη και δεν ξέρουν το σινί; Πάει να πει ότι δεν έχουν διαβάσει ούτε καν τον Καβάφη. Δεν είναι απίστευτο;

    Σ’ ένα σπίτι με ανθρώπους που συχνομιλούσαν τούρκικα, δεν θα μπορούσες να πεις τον νησιώτη ανταλή, ή να πεις ντεμεκ μιλώντας ελληνικά, διότι θα θεωρούνταν τούρκικα.

    Το λεξικό όλων των λέξεων υποτίθεται ότι θα το συνέτασσε κάποτε η Ακαδημία, η οποία το εγκατέλειψε στο Γ νομίζω κι έβγαλε το ‘Χρηστικό’ δηλαδή περιορισμένης χρονικής εμβέλειας, και ξόφλησε.

    Το ότι τα λεξικά ακολουθούν ‘πολιτική λημματογράφησης’ είναι κι εκνευριστικό και γελοίο. Τι θα πει βορειοελλαδίτικο και νοτιοελλαδίτικο πανελλήνιο; Αστειευόμαστε;

    Η Παπαζαφείρη καταχέριζε τους ‘νοσταλγούς της καθαρεύουσας’ και το πέταγε στα μούτρα όποιου έκανε χρήση τύπου που δεν της φαινόταν σωστός δημοτικά…..
    Από την άλλη, το βασικό λάθος των λαθολόγων είναι ότι συχνά το παίζουν στρατάρχες.

    Όσο για το άρθρο καθεαυτό, πολλές από τις λέξεις που ο Σερ Σαρ θεωρεί βόρειες είναι πιο πανελλήνιες.

    Και φυσικά το ‘πιο πανελλήνιες’ είναι λάθος

  74. daeman said

    Muhabbet – Omar Faruk Tekbilek & Richard Hagopian

    μασλάτι, ψιλοκουβέντα ανάμεσα στα όργανα, μουχαμπέτι τσίλικο

  75. ΣΠ said

    Αν και γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Θεσσαλονίκη από μικρασιάτες γονείς, ήξερα μόνο 17 από τις λέξεις:
    αχμάκης, κανάτι, κεζάπι, λεμόντουζου, λεμπλεμπί, ματζίρης, μισμίζης, μουχαμπέτι (ως μουχαμέτι), ντουγάνι, όζα, πεσκίρι, σαν φιστίκ, τιτίζης, τσιβί (ως τζιβί), τσιλές, τσινάρι, χαντούμης.

    Το ντεμέκ το έμαθα αργότερα όταν άρχισε να χρησιμοποιείται ευρύτερα.

  76. κουτρούφι said

    #57. Ποιο νησί, αν επιτρέπεται;

    Στη Σίφνο (με μεγάλη Σιφνέικη παροικία στην Πόλη μέχρι και το 30-40 περίπου) σε χρήση είναι
    4. αντέτι
    10. κανάτι. Γενικά, κάθε παραθυρόφυλλο και όχι μόνο το συμπαγές. Στην πράξη δεν πολυχρησιμοποείται το κανάτι για το πήλινο σκεύος.
    22. μπάρε μου (όπως σχολιάστηκε και για άλλα νησιά και την Κρήτη)
    31. πεσκίρι. Αυτό είναι για μένα η έκπληξη. Νόμιζα ότι είναι πανελλήνιο.

  77. Corto said

    Απορία:
    Τι σημαίνει «διάγραμμα θεατρικής παράστασης για τους δόκιμους δερβίσηδες»;

  78. Γιάννης Κουβάτσος said

    Όποιες χρησιμοποιούν στα κείμενά τους ο Ιωάννου, ο Καζαντζής, ο Χριστιανόπουλος και ο Σκαμπαρδώνης τις ήξερα. Τις άλλες…

  79. Ριβαλντίνιο said

    @ 28 Raptakis Dimitrios

    Σουλιμάς: στη Μάνη το δηλητήριο. Μεταφορικά για τον πικρό καφέ. Σουλιμά τον έκανες.

    Τι μου θύμισες … !

    Μήπως ξέρεις τι σημαίνει (αν σημαίνει κάτι) το «τσατσάλε» ;

  80. Γς said

    67:
    >την έμαθα 20 χρονών, όταν με έσυραν πρώτη φορά να φάω πασά.

    Ελα ρε!

    Τον Τεπελενλή;

  81. ΚΑΒ said

    76. από την άλλη πλευρά.

    Τσατάλια τα νεύρα μου. που δε μου πρόσφεραν πολίτικα τσατάλια που μόλις τα είχαν φτάξει και μύριζε το σπίτι.

  82. Το μπούκοβο δεν είναι τούρκικη λέξη, ΠΓΔΜίτικη είναι. Είναι όνομα χωριού που καλλιεργεί… μπούκοβο!

    https://www.google.gr/maps/@40.995121,21.3280455,13z?hl=en

    Ψαχνοντας το μπεζεστένι στους γκουγκλοχάρτες βρήκε και τρία τοπωνύμια, Λάρισσα, Θεσσαλονίκη και Σέρρες.

    29 Στον Μελιγαλά, το ’44, οι διάφοροι γερμανοτέτοιοι είχαν οχυρωθεί στο μπεζεστένι της κωμόπολης. Μετά, κατέληξαν στην Πηγάδα.

  83. ΚΩΣΤΑΣ said

    Από αναγνώσματα σχεδόν τις ξέρω όλες, θα αναφέρω όμως αυτές που, αραιά ή συχνότερα, ακούω ή λέω σε συζητήσεις σε Θεσσαλονίκη και Θεσσαλία:
    αντέτι, αχμάκης, γκιούμ, κανάτι, κεζάπ, λεμόντουζου, μασαλα, μασάλι, ματζίρης, μουχαμπέτι, μπατάλης, μπεζεστένι, μπουγάς (και μπίκας), ντεμέκ, ντουγάνι, όζα, σαν φιστίκ, σελτές, σουλιμάς, ταρατόρι, τόκα, τούρνα (και σαν ψάρι), τσαμπάσ(ζ)ης, τσατάλι, τσ(ι)ατί, τσατμάς, τσελίκι (τσιλίκι=παιχνίδι), τσιβί (και ως μ@μήσι), τσινάρι, φαρφάρας, χαντούμης, χικ-μικ (ουκ-μουκ).
    Σύνολο 32, άρα αρκετά βόρειος!

  84. voulagx said

    Το Μπεζεστενι της Λαρισας

  85. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  86. voulagx said

    #83: «τσιβί (και ως μ@μήσι),»
    ναι, το λενε και οι Πινκ Φλοϋντ: «γουη ντον΄τ νηντ νο τσιβι κοντρολ» 🙂

  87. ΣΠ said

    Αν δεν είναι κεζάπι, πώς είναι η κοινή ονομασία (αν υπάρχει) του υδροχλωρικού οξέος στην Αθήνα;

  88. 87 HCl 😎

    84 Voulagx, περίεργο: και του Μελιγαλά το μπεζεστένι είναι (ήταν;) σε λοφίσκο. Γιατί άραγε; Για καλύτερο αερισμό ή μήπως επειδή όταν μια πόλη/κωμόπολη μεγάλωνε τόσο ώστε να χρειάζεται μπεζεστένι, οι εκτάσεις ήταν φτηνότερες έξω από τον οικισμό;

  89. ΣΠ said

    Στην Αθήνα την όζα άκουσα να την λένε μανόν.

  90. ΚΩΣΤΑΣ said

    86
    «το λενε και οι Πινκ Φλοϋντ: «γουη ντον΄τ νηντ νο τσιβι κοντρολ»
    Α! ρα! δεν ξέρου βλάχ’κα!!! 🙂

  91. alexisphoto said

    καλησπέρα,
    Και τα δικά μου ποσοστά πάντως είναι γύρω στο 50% !

    Θα προσέθετα και τον «μπουραντά = ρουφιάνο»
    Υπάρχει και η «τσίκνα = μυρωδιά από ούρα»
    Δεν είναι σλανκ.
    Δεν υπάρχει στο λεξικό του Μπαμπινιώτη, είναι όμως δεύτερος ορισμός στο λεξικό του Μαλλιάρη.
    Για το χρηστικό δεν ξέρω.
    Ευχαριστώ

  92. Πέπε said

    @87:
    Ακουαφόρτε νομίζω.

  93. 89 Κάπου είχα ξαναγράψει εδώ αυτό τον διάλογο με Σαλονικιά φίλη, στην αιώνια συζήτηση για τις διαφορές: «Αμ το άλλο; Η όζα;» – «Ποια όζα;» – «Το μανό.» – «Ποιο μανό;»

  94. nikiplos said

    Ο σελτές είναι κοινή ορολογία για το σεντονάκι που βάζουν κάτω οι νέοι γονείς για να αλλάζουν τα μωρά στην αλλαξιέρα… 🙂

  95. nikiplos said

    Την Όζα την πρωτοακούσαμε φυσικά από τους Χειμερινούς Κολυμβητές εμείς οι χαμουτζήδες… 🙂
    από τους Δακοκτόνους, 1991…

    μάκρυνες τα νύχια των χεριών σου, τά ‘βαψες με όζα διαφανή…

  96. ΣΠ said

    93
    Ακουαφόρτε είναι το νιτρικό οξύ. Στην βικιπαίδεια έχει για κοινές ονομασίες του υδροχλωρικού οξέος το κεζάπι και το σπίρτο του άλατος.

  97. Πάνος με πεζά said

    Επίσης (αυτό δεν είναι λεξιλογικό), στη Θεσσαλονίκη, οικοδομή=πολυκατοικία (κατοικημένη, εννοείται), στην Αθήνα οικοδομή=γιαπί.

  98. Πέπε said

    @95:
    Μα πώς είναι δυνατόν να υπάρχει λέξη που να είναι περίπου ιδιωματική, να είναι τουρκογενής (δηλαδή παλιά), και να σημαίνει ένα σύγχρονο βιομηχανικό προϊόν;

    Στον σελτέ αναφέρομαι.

  99. 99 Χωρίς να γνωρίζω ακριβώς, πιστεύω πως το όνομα προϋπήρχε για τα χειροποίητα στρωματάκια κι απλά, όταν ήρθαν τα βιομηχανοποιημένα, αυτοί που το έλεγαν σελτέ τα αναγνώρισαν ως σελτέδες.

    Σκέψου, ας πούμε, το μπρίκι. Και τα χειροποίητα μπρίκια τα λέγαμε, και τα βιομηχανικά πάλι μπρίκια τα λέμε.

  100. Το νισαντίρι θυμάμαι ότι το είχε ένα από τα σχολικά βιβλία φυσικής πειραματικής ή στην 5η δημοτικού ή στις αρχές του γυμνασίου, όπου ο Φαρενάιτ, έλεγε, κατέγραψε στο θερμόμετρό του το μηδέν με βάση την χαμηλότερη θερμοκρασία που μπόρεσε να πετύχει χρησιμοποιώντας «αμμωνιακόν άλας (νισαντίρι.

  101. «Για ζιαφέτι ή μουχαμπέτι (να βρεθούμε)» το λένε αρκετοί φίλοι μου από Θεσσαλία και πάνω.

  102. Πάνος με πεζά said

    @ 99 : Όπως και ο σομιές.

  103. Προσπαθώντας να μην επαναλάβω ό,τι προστέθηκε ήδη, και δίχως να είμαι σίγουρος για το αν εμπίπτουν στον ορισμό, ας βάλω κι εγώ μερικά:

    αριάνι, τσεσβές, ρεμίζα, κουρσούμια, πατάζα ή κομπίνα, τσατάλα είναι η σφεντόνα, ο καβουρμάς είναι κάτι άλλο απ’ ότι νότια, το πεπεσίρι δεν ξέρω αν είναι μόνο στις βορειοελλαδίτικες στέκες, τρώμε ερίκια και καΐσια, και ουγγαρέζα, και τσούσκες, λέμε τζάμπα κι όχι τσάμπα, κι η τυροσαλάτα είναι πάντα καφτερή, οπότε ο όρος τυροκαφτερή είναι πλεονασμός. Και το ντιπ είναι πιο συχνό μόριο από το ντεμέκ.

  104. Πάνος με πεζά said

    Ο σομιές όμως είναι γαλλική λέξη (μετά τη βιομηχανική επανάσταση 🙂 )

  105. Και μια φορά τη βδομάδα είχαμε κι έχουμε παζάρι. Φαντάζομαι λαϊκές έχουν οι μεγαλύτερες πόλεις, όπου γίνονται περισσότερα από ένα παζάρια τη βδομάδα σε διαφορετικές συνοικίες.

  106. Πάνος με πεζά said

    @ 104 : Οι δε σαλάτες σε επαλειφόμενη μορφή (από τζατζίκι μέχρι τυροκαυτερή και μελιτζανοσαλάτα), λέγονται γενικώς «αλοιφές», Αδερφέ, από αλοιφές τί έχεις;

  107. Οι αλοιφές μέχρι το 2000 δεν είχαν εμφανιστεί ως όρος.

  108. 103, 105.

    Ναι αλλά ο σομιές είναι βιομηχανική κατασκευή. Για την κατασκευή του απαιτούνται μηχανές. Ενώ ένα παλιόμπρικο το φτιάχνει και ο πλανόδιος γύφτος.

  109. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Στου Σαλουνίκη, στου τσιαρσί, κάτω στο μπεζεστένι
    χίλιοι ραφτάδες έραφταν κι χίλια μαθητούδια.
    Ράφτει κι ένα ραφτόπουλο για την καλή του γούνα.
    Εμ το ‘ραβε, εμ το ‘λεγε, εμ το ράβει, εμ του λέει:
    -Γαϊτάνι μου διπλόραφτο κι διπλογαζωμένου,
    που σι κρατώ στα γόνατα να ‘χα και την κυρά σου.
    Στου Σαλουνίκη, στου τσιαρσί, ντουλγκέρι μ΄, ντουλγκιράκι μου
    κάτω στο μπεζεστένι, θα δε σι διω πιθαίνου

  110. Πάνος με πεζά said

    Ας πάρουμε και λίγο εικόνα Θεσσαλονίκης, από παλιότερο Γιάννη Μηλιώκα σε ομώνυμο τραγούδι. Πιάνο σόλο, ο Χάρης Ανδρεάδης.

  111. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μα να μην έχει περιλάβει ο Μπάμπι το μπεζεστένι…
    Απ΄το Ηράκλειο, τη Θεσ/νίκη,Σέρρες, Γιάννενα, Λάρισα,Καλαμάτα ως τη φωτιά της Σμύρνης:
    Σμύρνη φτωχομάνα Σμύρνη
    τίποτα δεν έχει μείνει
    κάηκε από θεμέλια
    σκεπαστά καιτα μπεζεστένια.

  112. Νίκος Κ. said

    Υπάρχει στο ΛΚΝ και δεν υπάρχει στον Μπαμπινιώτη:

    τσαούλι το [tsaúli] Ο44 : (λαϊκότρ.) σαγόνι: Θα σου σπάσω τα τσαούλια! Θα μου φύγουν τα τσαούλια για να μασήσω τόσο σκληρό κρέας.
    [< διαλεκτ. (βόρ. διάλ.) τσαγούνι (προφ. [tΚa] ) με αποβ. του μεσοφ. [γ] και εναλλ. [n-l] ) ts] για ισχυροπ. της άρθρ., ( [tsιa > tΚa] ) και τροπή [o > u] από επίδρ. του υπερ. [γ] και του [n] ]
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9&dq=

    Σε αντίθεση με το τσαουλί (ποικιλία φασολιών) που υπάρχει και στα δύο

  113. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>ο κρητικός μπέτης
    Από τς αδυνατές καρδιές
    είχα κι εγώ στο μπέτη
    μα ΄δα οι πόνοι κι οι καημοί
    την κάνουνε νομπέτι

    Αλήθεια ο μπεϊζαντές (αρχοντόπουλο), ακούγεται αλλού; Μόνο σ΄αυτή τη μαντινάδα,στο παλιό τραγούδι,κρητική σούστα, του Νίκου Ξυλούρη την έχω ακούσει:
    Απόψε μουσαφίρης σου
    κι ό,τι κι αν θες μέ κάμε
    μπεϊζαντές θα μου φανεί
    ανε θέσω `γω και χάμαι.

  114. Λ said

    Κάποιες λέξεις τις έχουμε και εδώ.Πχ.τσατάλι είναι το διχαλωτό εργαλείο με το οποίο φόρτωναν τα δεμάτια σανού (πάλες) στα κάρα αλλά και το παντελόνι (διχαλωτό κι αυτό). Το τζατζίκι το λέμε ταλαττούρι. Ο αχαμάκκης είναι ο αργόσχολος, ο τεμπέλης.

  115. Στην Κύπρο είχαμε μια έκφραση (δεν ακούγεται ιδιαίτερα τώρα) που έλεγαν «να σου βάλω κεζζάψουγιου» εννοώντας να του βάλουν οξύ, να τον σκοτώσουν κτλ. Διερωτόμουν πολύ καιρό από που προέρχεται αυτή η περίεργη λέξη (κεζάπι το : κοινή ονομασία για το υδροχλωρικό οξύ). Ευτυχώς έχουμε τον κ. Νίκο και μας λύνει τις απορίες

  116. Να ρωτήσω κάτι που τώρα μου έκανε κλικ. Η τόκα η : αγκράφα ζώνης. [τουρκ. toka (ίσως από τα βεν.)] υπάρχει περίπτωση να έχει σχέσει με την τόκκα που λέμε στην Κύπρο εννοώντας την χειραψία;

  117. Λεύκιππος said

    Φουίτ δεν είναι το σκάσιμο του ελαστικού, είναι η απλή τρύπα. Το σκάσιμο είναι κλατάρισμα.

  118. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    36.>>Τσινάρι: με επιφύλαξη, νομίζω ότι προέρχεται από το όνομα λαϊκής συνοικίας της Θεσσαλονίκης,
    (Δεν ξέρω τίποτε σχετικό,αλλά παρεμπιφτού πήγε εδώ ο νους ):
    Μπεξινάρι, Μπεχ Τσινάρ
    Ονομαζόταν παλιότερα η περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου σήμερα βρίσκονται τα Σφαγεία, μέσα στο λιμάνι της πόλης. Κατά λέξη, «πλατανόκηπος».
    [τούρκ. Bes = πέντε, cinar = πλατάνι].
    http://www.tampouloukia.gr/2014/01/rempetiki-dialektos-1.html

  119. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Μπορεί να ξεκίνησε το aqua fortis για το νιτρικό οξύ, αλλά το ακουαφόρτε λέγεται πλέον κυρίως για διάλυμα υδροχλωρικού οξέος.

  120. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Eξώδικο λεει του Ιβάν Σαββίδοφ στον Κούλη. (δεν είναι άσχετο με την ανάρτηση. Της κοινής βορειοελλαδική είναι κι ο Ιβάν)
    http://www.nooz.gr/greece/eksodiko-ivan-savvidi-se-kuriako-mitsotaki

  121. Λεύκιππος said

    Νομίζω ακόμη ότι λέξεις που άκουγα στην Μακεδονία αλλά όχι στην υπόλοιπη Ελλάδα είναι ακόμη σκεμπές (η προτεταμένη ανδρική κοιλιά) κιμπάρης (ας πούμε αξιοπρεπής) απτάλης (άχρηστος) και το αφού στο τέλος της πρότασης, πχ σε είδα να τρως αφού.

  122. 121 Ναι, του την λέει άσκημα του Κούλη. Αλλά όχι και της κοινής βορειοελλαδικής ο Ιβάν. Από Ακαντέμ Γκοροντόκ και πέρα.

    https://gfycat.com/ifr/MeatyGoodAnemone

  123. IN said

    119: Άλλο το Τσινάρι κι άλλο το Μπεχτσινάρι ή Μπες τσινάρι. Και, φυσικά, η ονομασία του τελευταίου δεν σημαίνει «κατά λέξη» πλατανόκηπος, «κατά λέξη» σημαίνει πέντε πλατάνια (αλλά δε φταις εσύ, το γλωσσάρι που αντέγραψεςφταίει 🙂 ).

  124. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    123. O εκάστοτε πρόεδρας της Μπαογκάρας ανήκει στην κοινή βορειοελλαδική. 🙂
    (εξαίρεση ο καημένος ο Μπάτμαν (Μπατατούδης) που έφυγε φτυσμένος και νύχτα, αν και ξόδεψε ένα σκασμό λεφτά στα παρτάλια του Βορρά…και πήρε και μια κούπα με θριαμβευτικό ντόρτι στο Θρήνο, στα -παλαι πότε- Φιλαδέλφεια)

  125. Πάνος με πεζά said

    @ 121 : Κάτσε να προκριθεί ο Ιβάν, γιατί για τα επόμενα 10 λεπτά θα τον πάει τρεις και μία…

  126. Μπαμπριγιώτης said

    Και για το φούιτ τι έχετε να πείτε;;;;;;

  127. Νίκο, στο 46. «τσιβί» πρόσθεσε και τρεις ακόμη έννοιες: χρέος που δεν θα πληρωθεί, υπερβολικά υψηλή τιμή, κωλοδάχτυλο

  128. Προσωπική ιστορία, όταν ζούσα Αθήνα: Βγήκα για ψώνια και μετά με ρωτάει φίλη: «Τι ψώνισες;» «Τερλίκια», απαντάω. «Τι είναι τα τερλίκια;» «Παπαλάκια για μεγάλους». «Και τι είναι τα παπαλάκια;»

  129. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    124. Α, ευχαριστώ, να το το τσινάρι λοιπόν! Ο Νικοκύρης να τ΄ακούει που βολτάρει στη Σαλονίκη ετούτες τις περίλαμπρες μέρες 🙂

    ‘Αλλη απορία: ο μπερεστές μου φαίνεται τούρκικος,είναι; ακούγεται αλλού;
    Ο Νίκος Ξυλούρης,πάλι, λέει:
    Ω! μερακλίνα κοπελιά
    κι ερωντοχτυπημένη
    στο μπερεστέ απού μ’ έφερες
    λυπήσου με καημένη

  130. ΕΦΗ²

    Πάρε και μιαν ωραία βρύση κάτω απόνα τσινάρι. Στη Σαλλλλονίκη, βεβαίως.

    http://valiacaldadog.blogspot.gr/2012/02/blog-post_07.html

  131. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεοτερα!

    Διάβασα πολλά πολύ καλά σχολια και χαίρομαι για τη συζήτηση που έγινε.

    36-37 Πολύ διαφωτιστικές οι ‘εκπλήξεις’ σου

    49 Ενδιαφέρον αυτό για τους Γαλαξιδιώτες ψαράδες

    60 Θα κοιτάξω να το φυλλομετρήσω χωρίς να το αγοράσω. Η λύσσα των ανθρώπων αυτων με χαροποιεί ιδιαίτερα.

    61 Η Πανάθα είναι και ατρόμητη 🙂

    71 και πριν: Νομίζω πως το τσινάρι πήρε πλατιά διάδοση περί το 1978 Ίσως να γεννήθηκε και τότε ή λίγο νωρίτερα.

  132. ΚΩΣΤΑΣ said

    Διαφορετικές τοποθεσίες τα: Τσινάρι (άνω πόλη). Μπέχτσιναρ (περιοχή λιμανιού καθώς μπαίνουμε δυτικά Θεσ/νίκη), Μπαξέ Τσιφλίκι (Νέοι Επιβάτες, ξεχωριστός οικισμός, ανατολικά, σήμερα ανήκει στο Δήμο Θέρμης).

  133. Alexis said

    #113: Ναι αλλά το τσαούλι δεν είναι μόνο βορειοελλαδίτικο, λέγεται και αλλού.

  134. sarant said

    Και συνεχίζω

    76 Και η μυτιληνιά η γιαγιά μου το έλεγε το πεσκίρι. Ωστόσο δεν πρέπει να λέγεται πολύ π.χ. στον Μοριά.

    96 Και το τι ραμόνια έχει προκαλέσει η οζαδιαφανή στους χαμουτζήδες δεν λέγεται!

    104 Πεπεσίρι; Όχι τεμπεσίρι;
    Επίσης βορειοελλαδίτικο είναι το «αλοιφές»

    107 Τι λέγαμε;

    113 Μερσί

    114 Και ως επίθετο, Βεϊζαδές

    117 Αυτό είναι από το ιταλ. toccare.

    127 Γαλλικό, fuite, της εποχής της γαλλοκρατίας κατά τον 1ο πόλεμο μάλλον

    129 Ωραια ιστορία!

  135. Ψιτ, ψιτ —> http://www.naftemporiki.gr/story/1210461/epimorfotiki-imerida-apo-ton-omiro-sti-nea-elliniki-diaxronikes-proseggiseis-stin-elliniki-glossa

  136. Το τσατάλι δεν το ήξερα,
    αλλά διάσημη είναι η λέξη τσατάλ από τον
    ανασκαμμένο προϊστορικό οικισμό στο
    Çatalhöyük.

    (Το λες και
    «Δικέφαλη Τούμπα«,
    αν ΠΑΟΚGς.)

  137. Alexis said

    #129: Α, τα ξέρω τα τερλίκια, τα έλεγε κι η μάνα μου! Είναι αυτές οι χοντρές πλεχτές κάλτσες που τις φοράς μες στο σπίτι αντί για παντόφλες.

  138. Πατίκια, ρε π’δίμ’!

  139. Alexis said

    Προκρίθηκε τελικά ο ΠΑΟΚ. Με την ψυχή στο στόμα.
    Φεύγω τώρα για τον διαθέτοντα OTE TV καφενέ για το Ατρόμητος-Θρήνος.
    Θα ανακατευτώ με τους γαύρους και αναλόγως της εξέλιξης θα τους «κουρντίζω» 😆

  140. Λ said

    Δεν ξέρω για το τσιγάρο αλλά θυμάμαι όταν κακολογούσα κανένα ιερωμένο η μάνα μου μου απαντούσε κάθε πρόβατο από το τσουνάρι του κρέμμεται, δηλαδή ο καθένας θα κριθεί ανάλογα με τα δικά του κρίματα. Τσουνάρι αντιλαμβάνομαι είναι μέρος του ποδιού του προβάτου.

  141. Alexis said

    #139: Α γειά σου, έτσι τα λένε και στου χουργιό της γυναίκας μ’ ! 🙂

  142. 142 Ηπειρώτ’σα η κυρά; Είναι βασταγερές ‘σα πάν’!

  143. 135γ: πυπογραφικό λάθος… 🙂

  144. leonicos said

    Τα σαμφιστίκια, στην Κύπρο, δεν τα λένε χαλεπιανά;

    τα λένε

  145. Μάθετε να γράφετε, γατάκια https://athens.indymedia.org/post/1569858/

  146. Το φουίτ είναι γαλλικό, πιστεύω:
    fuite = διαρροή (αέρα από τρύπα στο λάστιχο)

  147. Alexis said

    #143: Ξηρομερίτ’σα!

  148. sarant said

    141 Κάθε αρνάκι από το ποδαράκι του (κρέμεται), λέμε εμείς.

  149. 147 Λογικό. Τα πρώτα ελαστικά πρέπει νάρθαν με τη γαλλική κατοχή της Σαλλονίκης.

  150. anthik said

    Το ταρατόρι δεν είναι τζατζίκι ακριβώς. Παρασκευάζεται με τα ίδια μεν υλικά αλλά αραιώνεται αρκετά με (κρύο) νερό. Τρώγεται το καλοκαίρι με κουτάλι σαν σούπα (ο παππούς μου προσέθετε και παγάκια).

    Η τούρνα είναι και ψάρι του γλυκού νερού (Esox lucius).

  151. 141, 149

    Ψιλομακάβριο: τ’ αρνάκια κρέμονται από τα (πίσω) ποδαράκια μετά το σφάξιμο και πριν το γδάρσιμο.

  152. Μαρία said

    100
    Σχετικό και το επάγγελματα του χαλάτση που μ’ αυτό το εργαλείο

    τίναζε στρώματα και παπλώματα, για να ξαναφρατέψει το βαμβάκι.

    Το μνημείο που αφορά τους προσφυγες είναι στην Κάτω Κόνιτσα και απεικονίζει ένα εργαλείο που χρησιμοποιούσαν οι παπλωματάδες, που ήταν και το κύριο επάγγελμα των Μυστιλίδων (απο το χωριό Μυστή της Καππαδοκίας) προσφύγων. Αυτό το εργαλείο πια δεν χρησιμοποιείται στην Κόνιτσα, αλλά έχει γίνει ένα σύμβολο για τους πρόσφυγες της πόλης. http://users.uoi.gr/gramisar/pdfs_docs/meta/konitsa_monum.pdf

  153. Mπούφος said

    στο 21 μουχαμπέτι
    θυμήθηκα αυτό που λέω εγώ και το γράφει και ο Μπαμπινιώτης » αμέτι μουχαμέτι» =με κάθε τρόπο, οπωσδήποτε για να δηλωθεί το πείσμα και η επιμονή κάποιου π.χ. έχει βαλθεί αμέτι μουχαμέτι να με πείσει να της αγοράσω αυτοκίνητο.
    Νικοκύρη είναι σχετικό;

  154. 153 τους έχω προλάβει στου Ζωγράφου, δεκαετία ’70.

    154 χωρίς να είμαι ειδήμων, νομίζω πως το «αμέτι-μουχαμέτι» σχετίζεται/παραβάλλεται με τις πεισματώδεις προσπάθειες προσηλυτισμού στο Ισλάμ (Μουχαμέτης ο Μωάμεθ)

  155. Γιάννης Κουβάτσος said

    132. Η λύσσα κατανοητή. Δύο χρόνια εκτός νυμφώνος είναι πολλά. Προκαλούν στερητικό σύνδρομο με αφρίζοντα συμπτώματα. Αλλά Όργουελ και 1984; Έλεος, λίγη πρωτοτυπία! Εκτός αν το συριζέικο καθεστώς απαγόρευσε την κυκλοφορία του βιβλίου, συνέλαβε τους παρευρισκόμενους στην εκδήλωση και γενικώς ακολούθησε κατά γράμμα τη γνωστή κατασταλτική διαδικασία, γνωστή από παρελθούσες δεκαετίες, μόνο που τότε δεν κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Έγινε τίποτα τέτοιο; Εκτός αν έγινε και μας το κρύβει το …ολοκληρωτικό καθεστώς. 😊

  156. sarant said

    154-155 Το αμέτι μουχαμετι ειναι αυτοτελής έκφραση που η ετυμολογική της διαδρομή εξηγείται αναλυτικά εδώ:
    https://sarantakos.wordpress.com/2011/02/21/ametibasorf/

    Κάποιοι λένε αμετι-μουχαμπέτι, από έλξη.

  157. αμέτι-μουχαμέτι: https://sarantakos.wordpress.com/2011/02/21/ametibasorf/

  158. ουπς!

  159. 157, 158 πωπωωω, έχω ξεχάσει διδαγμένα πράγματα.
    Ευτυχώς που δεν έβαλε ο Νικοκύρης κάνα πρόχειρο διαγώνισμα.

  160. Sarant said:

    3. αντάμης ο : (λαϊκ.) θαρραλέος, παλικαράς: Mας κάνει τον αντάμη. || φίλος, λεβέντης, άντρας. [τουρκ. adam `άνθρωπος, άντρας΄ -ης• αντάμ(ης) -ισσα]

    – Ουζούν αντάμ, ακμάκ ολού (ο ψηλός στο μπόι είναι ακμάκης=μαλθακός) είναι μια παροιμία που έλεγαν οι παλιοί.

    10. κανάτι το : (τεχν., λαϊκότρ.) παραθυρόφυλλο από συμπαγές ξύλο, χωρίς γρίλιες. [τουρκ. kanat -ι]

    – Εκτός από τα παραθυρόφυλλα, κανάτια έλεγαν και τα παραπέτια που έβαζαν στους αραμπάδες όταν ήθελαν να μεταφέρουν συμπαγές φορτίο, π.χ., τσουβάλια με στάρι. (για μεταφορά ξηρού χόρτου κλπ, χρησιμοποιούσαν τις λώτρες ή αλώτρες).

    16. μάσαλα επιφ. : (λαϊκότρ., παρωχ.) για να εκφράσουμε θαυμασμό, επιδοκιμασία, επιβράβευση ή για αποτροπή βασκανίας: ~ το παιδί, πόσο ψήλωσε! [τουρκ. maşallah (από τα αραβ.)]

    – Μά-σια-λά (με δύο τόνους) =μπράβο

    17. μασάλι το : (προφ., σπάν.) ψέμα ή σαχλαμάρα. [toyrk. masal `param;yui, c;ema; (arab. mesel) -i]

    – και με την έννοια του «ανέκδοτου»

    26. νισαντίρι το : συνθετικά παρασκευασμένη χημική ουσία, που ανήκει στα αμμωνιακά άλατα και που χρησιμοποιείται στη βιομηχα νία χρωμάτων, στην ηλεκτροτεχνία και για τον καθαρισμό της επιφάνειας των μετάλλων• χλωριούχο αμμώνιο. [τουρκ. nιşadιr (από τα περσ.) -ι]

    – Το χρησιμοποιούσαν οι γανωτήδες (μαζί με το καλάι). Είχα την εντύπωση ότι ήταν νιτρικός άργυρος.

    39. τόκα η : αγκράφα ζώνης. [τουρκ. toka (ίσως από τα βεν.)]

    – Το λέγαμε τοκάς (ο)

    45. τσελίκι : 1. (λαϊκότρ.) ατσάλι. 2. (μτφ., οικ.) για άνθρωπο με ατσάλινη υγεία, πολύ γερό. [τουρκ. çelik -ι• υποχωρ. αφομ. [e-i > i-i] ]

    – τεμάχιο ξύλου, μορφωμένο σε πλάγιο παραλληλεπίπεδο με το οποίο παίζαμε το παιχνίδι τσιλίκ(ι) ή τσιλίκ(ι)-τσιουμάκ(ι), όπου τσιουμάκ(ι)=ραβδί

  161. Πέπε said

    @153:
    > > αυτό το εργαλείο

    Το «δοξάρι», αν δεν απατώμαι.
    Εγώ δεν τους πρόλαβα, μου το ‘χουν περιγράψει μόνο. Στα χρόνια μου η αντικατάσταση είχε ήδη αρχίσει να αντικαθιστά την επισκευή σε πολλά (στα στρώματα πάντως σίγουρα).

  162. Πέπε said

    @161:
    > > Ουζούν αντάμ, ακμάκ ολού:

    Μπράβο! Το είχα ακούσει (από θείο που επ’ ουδενί δεν ήξερε τούρκικα, αλλά το είχε έτσι ενσωματωμένο στον ελληνικό λόγο του), αλλά πού να το θυμάμαι… Ωστόσο θυμάμαι τη μετάφραση, μάλλον κάπως χαλαρή, που έδινε ο ίδιος: ψηλός άντρας, αχμάκης άντρας.

  163. Πέπε said

    Το μουχαμπέτι το ήξερα να σημαίνει γλέντι. Ίσως ειδικότερα το καθιστικό, επιτραπέζιο γλέντι (τραγουδούμε και παίζουμε όργανα τρωγοπίνοντας, χωρίς χορό).Ίσως είναι η ποντιακή έννοια αυτή.

  164. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>ματζίρης ο : (προφ.) ο τσιγκούνης
    καϊρης σ΄εμάς ο τσιγκούνης

    >>μπουγάς ο : (λαϊκότρ.) ο ταύρος, ιδίως ο επιβήτορας
    ντανάς το κρητικό ταυρί

    >>σουλιμά
    Μάριος Πλωρίτης Δεκ.2002-Βήμα/Τα μυθεύματα και τα ψιμύθια.
    (ο τέως)με ψιμύθια και σουλιμάδες και μπαντανάδες
    http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=147597

  165. Μαρία said

    163
    αχμάκ ολούρ

  166. Μαρία said

    164
    Και μουχαμπετσής/ού o causeur/euse 🙂

  167. και: κισά αντάμ τσακμάκ ολούρ. Χαρά εμείς οι κοντοί!

  168. nikiplos said

    Καλησπέρα… Το Τσινάρ είναι και παλιά πόλη προσφύγων, από όπου κατάγεται και η γιαγιά μου… Το παλιό της όνομα ήταν Αγία Κυριακή και ήταν στον κόλπο της Βιθυνίας με μέτωπο προς την πόλη… Μεγάλη κοντινή πόλη είναι η Γιάλοβα…

    Φυσικά η μετάφραση πλατάνι, υποδηλώνει πολλά τοπωνύμια και στην κυρίως (σημερινή) Ελλάδα…

  169. sarant said

    156 Ε μα!

  170. 60, 132, 156, 170

    Μακριά κι αλάργα, λέμε! Επανεμφανίστηκε για να διεκδικήσει πολιτικό ρόλο.

  171. Μαρία said

    168
    Τον Κισά μπατζάκ σκέφτομαι και δεν μπορώ να χαρώ 🙂

    171
    Στην Κυρ. Ε τότε είχε παίξει με Ντόρα.

  172. 150,
    Μάλλον.
    Το λέει κι ο Νικοκύρης στο #135 προτελευταίο
    (που δεν το πρόσεξα πριν γράψω το #147).

  173. Μαρία said

  174. IN said

    161.39 (τοκάς): πέστα, ρε άνθρωπε του Θεού, κι εγώ έτσι το ξέρω (βλ. 36 παραπάνω), θα μας τρελάνει ο Σαραντάκος (ή, έστω, το ΛΚΝ)….

  175. Alexis said

    Στην εκπομπή της Στεφανίδου το μεσημέρι είχαν βάλει υπότιτλο:
    Π. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ:ΤΣΑΜΠΑ ΜΑΓΚΙΑ Η ΜΗ ΨΗΦΙΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ.
    Προφανώς εννοούσαν κάποιον πρωτοξάδερφο του Βαγγέλα, Παναγιώτη ας πούμε ή Παρασκευά. Ή Πολύδωρο. 😀
    Αλλά τι ψάχνω κι εγώ…. Τατιανιές…

  176. smerdaleos said

    Τα πατσάρια = ψέματα (μας φλόμωσε στα πατσάρια, πουλάει πατσαρντέ) μπορούν να θεωρηθούν μέρος της βορειοελλαδίτικης κοινής;

    Ο όρος χρησιμοποιείται σε νότιο Ελλάδα και νησιά;

  177. Alexis said

    Το μπατάλης είναι προφανώς αντιδάνειο. Από το αρχαιοελληνικόν βάταλος. Να τα λέμε κι αυτά! Μη μας πάρουν σβάρα οι Τουρκαλβανοί… 😆

  178. Μαρία said

    175
    Αυτό το ο του τΟκά με τρελαίνει 🙂

    177
    Η λέξη μου είναι εντελώς άγνωστη.

  179. Μαρία said

    τσιλές

    κούκλα

  180. IN said

    179: Δεν το κατάλαβα. Τι σε τρελαίνει; Ότι είναι αρσενικό, ή ότι γράφουμε «ο» αντί για «ου», όπως θα το προφέραμε (τουλάχιστον εγώ), αφού πρόκειται για άτονο «ο»;

  181. Μαρία said

    181
    Το 2ο. 🙂
    Ου τουκάς απ’ του καΐσιμ. Καΐσ’ έλεγαν οι παλιοί το λουρί.

  182. και μουλινές

  183. spatholouro said

    Φαίνεται πως γύρω στα μέσα του 1950 οι 30 από τις 51 λέξεις ανήκαν ακόμα στην «κοινή νοτιοελλαδική» και κρίθηκε ότι μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα «αθηναϊκό πανελλήνιο» λεξικό. Μετά από μισό αιώνα, δίκην παρατύπων μεταναστών, φαίνεται πως πήραν την άγουσα προς βορειότερο κονάκι…

    Το «Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσης» του Σταματάκου (1952-1955) καταγράφει τα παρακάτω λήμματα:

    2/3/4/5/6/8/9/10/11/13/15/16/17/20/22/23/24/25/26/31/32/33/36/39/42/44/45/46/50/51

  184. Πέπε said

    104:
    > > λέμε τζάμπα κι όχι τσάμπα

    Και στην Αθήνα το λέμε το τζάμπα. Δεν ξέρω σε τι αναλογία. Πάντως εγώ έτσι την πρωτοέμαθα τη λέξη. Σε γραπτό, το τσάμπα συνηθίζεται αρκετά και μου χτυπάει κάπως ενοχλητικά (βέβαια εγώ λέω και «σμπρώχνω», και χτυπάει ενοχλητικά στους άλλους – ο καθένας όπως μάθει απ’ το σπίτι του 🙂 ). Πιστεύω ότι και προφορικά αν το ακούσω αλλιώς απ’ ό,τι είναι στην προσωπική μου ιδιόλεκτο, πάλι θα μου χτυπήσει. Και εφόσον δε μου συμβαίνει συχνά αυτό, ίσως τελικά λέμε περισσότερο τζάμπα αλλά γράφουμε περισσότερο τσάμπα.

    Παρεμπ, έχω προσέξει ότι εδώ στο Ηράκλειο οι λέξεις με τσ και στη διπλανή συλλαβή μπ ή γκ ή ντ λέγονται με τζ: τζιγγούνης, τζιμπάω, ατζίγγανος, αλλά έτσι/ετσά/ετσέ με κανονικό τσ. Υπάρχει και μεζεδοπωλείο με την κομψή επωνυμία «Τζίμπα ένα με το συμπάθειο».

  185. Γιάννης Ιατρού said

    Μοι προκαλεί κατάπληξιν το γεγονός ότι επί 12ωρον ουδείς εκ των αργόσχολων χριστιανομπολσεβίκων συνταξιούχων σχολιαστών εδώ μέσα δεν έκανε αναφορά στο σερσερής 🙂

  186. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Σουλιμάδες είναι επίσης κάποιο φαγητό,κρεατικό. Βρήκα σε δυο τρία μπλόγκια να αναφέρουν τις σουλιμάδες κατά τη γουρονοχαρά ή μαζί με τα κοκορέτσια.

  187. 185: Τσα ή τζα;

  188. voulagx said

    #88 @Σκυλος: Ενδιαφερουσα η παρατηρηση σου αλλα δεν εχω απαντηση. Εχω διαβασει σ’ ενα βιβλιο (καπου πρεπει να τοχω) οτι στον λοφο του Φρουριου της Λαρισας κατοικουσανε οι χριστιανοι και γυρω-γυρω οι τουρκοι (μεταφερω απο μνημης). Αν βρω το βιβλιο θα επανελθω.

  189. B. said

    Αν και ξέρω κάμποσες λέξεις από τη συναναστροφή με βορείους, στην μάλλον νοτίου ιδιώματος Ικαρία έχουμε αχ(ου)μάκη, μασαλά, πεσκίρι – εικάζω από τις πολιτιστικές ανταλλαγές με τη Μ. Ασία (εγκατάσταση Τούρκων δεν είχαμε).

  190. B. said

    Ειρήσθω εν παρόδω, η τσαταλίνα-μανταλίνα δεν είναι σε κανένα λεξικό; (αν και στον Έβρο ενθυμούμαι να το λένε μακριά γκατζόλα).

  191. leonicos said

    στο ΄ρθρο της 22/2/17, μετά από τα τραγούδια τηςς φωτιάς, βγαίνεινη Μαγική Πόλη.

    Δεν είναι σχόλιο!!!! Πληροφορία είναι

  192. Greco said

    Ποιά βορειοελλαδικη ρε παιδια? Ολες τουρκικες ειναι και κακοηχες

  193. leonicos said

    Πέπε, από το 185, δεν σμπρώχνεις, αλλά ζμπρώχνεις.

    Κι ένα κουίζ. Ποια πρωτεύουσα νομού της Θεσσαλίας αρχίζει από ζ;

  194. leonicos said

    Επειδή δεν φτάνει το νιονιό σου να το βρεις, το αποκαλύπτω.

    Η Ζγκαρδίτσα

  195. ΚΩΣΤΑΣ said

    88 Σκύλος
    Αν μου επιτρέπεις, να πω εγώ δυο λόγια για το μπεζεστένι της Λάρισας και ζητώ συγνώμη και από τον Voulagx.
    Το μπεζεστένι χτίστηκε στα τέλη του 15ου με αρχές του 16ου αιώνα μ.Χ. επί εποχής Ομέρ μπέη, στο λόφο του παλιού φρουρίου της Λάρισας. Ο χώρος αυτός ανήκε στην εκκλησία, εκεί ήταν ο παλιός βυζαντινός ναός του Αγίου Αχιλλίου. Γκρεμίστηκε ο ναός, χτίστηκε το μπεζεστένι και στην εκκλησία δόθηκε άλλος χώρος πάλι εκεί κοντά. Ανήκε στην κατηγορία μπεζεστένια με εξωτερικά μαγαζιά και αναδείχθηκε σε ακμαίο εμπορικό κέντρο. Δίπλα χτίστηκε και ένα τζαμί, το Τζαμί Παζάρ.
    Με τα χρόνια έγιναν πολλές αλλαγές, σήμερα διασώζεται ένα μέρος του. Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, όταν ο θεσμός των λαϊκών αγορών δεν είχε πάρει έκταση, εκεί γινόταν κάθε Τετάρτη το εβδομαδιαίο παζάρι της Λάρισας.
    Για περισσότερες πληροφορίες ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, τόμος 52, 2007, Λάρισα, σελ. 49-78

  196. ΚΩΣΤΑΣ said

    194
    Όχι! πάω Ζγκαρδίτσα. 🙂

  197. leonicos said

    Μασάλι, στο σπίτι μου, ήταν το παραμυθι ή η αφήγηση. Κανονική λέξη, όχι ανέκδοτο ούτε ψέμα υποχρεωτικά

  198. leonicos said

    253, 162

    Το δοξάρι ή τόξο, το έχω δει να χρησιμοποιείται δυο φορές. Πειριπλανώμενοιπαπλωματάδες κυκλοφορούσαν μ,έχρι τη δεκαετία του 50 (τέλος) περί τις Κουκουβάουνες, Ν. Ιωνία κλπ

  199. gazakas said

    Στην πολύ ωραία ανάρτηση και στην εξίσου ωραία συζήτηση που την ακολούθησε (και η οποία δείχνει ότι οι συντάκτες του ΛΚΝ έπιασαν κάποιες λέξεις στο περίπου) θα ήθελα να συνεισφέρω με τις λέξεις που γνωρίζω ο ίδιος (30/52), όντας γεννημένος στα τέλη του ’70 σε ημιαστικό περιβάλλον, με πληθυσμό αποτελούμενο από απόγονους μικρασιατών, θρακιωτών, ανατολικορωμυλιωτών, ποντίων και ντόπιων (σλαβόφωνων) μακεδόνων, καμιά 40αριά χιλιόμετρα δυτικά της Θεσσαλονίκης (αγροτικό/εργατικό και θρακιώτικο/μακεδονίτικο -ελληνόφωνο και σλαβόφωνο- το γλωσσικό περιβάλλον της δικής μου οικογένειας). Ακολουθούν οι λέξεις με κάποια δικά μου σχόλια:

    4. αντέτι (όπως έγραψε άλλος σχολιαστής, σχεδόν πάντα στη φράση «για τ’ αντέτ'(ι)» και με σημασία κάπου ανάμεσα στο έθιμο και τη συνήθεια)

    6. αχμάκης (τυπικός υποτιμητικός χαρακτηρισμός που ακουγόταν πολύ στα παιδικά μου χρόνια)

    7. γκιούμι (όχι απλώς ξέρω τη λέξη, αλλά στο χωριό της μητέρας μου χρησιμοποιούσαμε πολύ γκιούμια, ιδίως το καλοκαίρι)

    9. καζάζης (ως οικογενειακό επίθετο μόνο)

    11. καπάντζα (ως είδος παγίδας για πουλιά μόνο)

    12. κεζάπι (χωρίς το τελικό -ι)

    16. μάσαλα (συχνά στη φράση «φτου, μάσαλά [με δύο τόνους]»)

    17. μασάλι (κυρίως με τη σημασία ευφάνταστης ιστορίας αμφίβολης αλήθειας που λέγεται για να περάσει η ώρα -θυμίζει το μπεντροβάτο, κατά μία έννοια)

    18. ματζίρης (ο τσιγγούνης φυσικά, αλλά, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, νομίζω ότι την είχα πρωτοακούσει πολύ μικρός στο Canto του Σαββόπουλου)

    19. μισμίζης (ο ψείρας)

    20. μουχαλεμπί (μαχλεμπί το έχω ακούσει μόνο)

    21. μουχαμπέτι (στο μουχαμπέτι κατά κανόνα λέγονταν μασάλια)

    23. μπατάλης (χωρίς να είμαι σίγουρος, πρέπει να πρόκειται για το «αμπ(ν)τάλης» που χρησιμοποιείται με την ίδια σημασία)

    24. μπεζεστένι (το έχω ακούσει συνδεδεμένο μόνο με το Μπεζεστένι της Θεσσαλονίκης που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως σκεπαστή αγορά υφασμάτων)

    25. μπουγάς (μόνο ως οικογενειακό επίθετο)

    28. ντεμέκ (μου φαίνεται απίστευτο που δεν υπάρχει στον Μπαμπινιώτη· το θυμάμαι πάντα σε συχνότατη χρήση)

    29. ντουγάνι (και ντογάνι, και πάλι χωρίς με το τελικό -ι να παραλείπεται συνήθως)

    30. όζα (μόνο όταν βρέθηκα φοιτητής στα Γιάννενα συνειδητοποίησα ότι δεν χρησιμοποιείται σε όλη τη χώρα αυτή η λέξη)

    33. ρεντές (μάλλον η λέξη χρησιμοποιείται περισσότερο από τον τρίφτη)

    34. σαν φιστίκ (επίσης το ξέρω πιο κοντά στην τούρκικη λέξη: σαμ φιστίκ)

    37. ταρατόρι (όπως έχει επισημανθεί ήδη, το ταρατόρ(ι) ΔΕΝ είναι ακριβώς τζατζίκι)

    39. τόκα (μόνο με τη σημασία «κόλλα το!»)

    40. τούρνα (ή αλλιώς «λιάγκρα, η»)

    41. τσαμπάσης (επίσης μόνο ως οικογενειακό επίθετο· Τζ(ι)αμπάζης)

    42. τσατάλι (μόνο στον πληθυντικό στη φράση «τα νεύρα μου τσατάλια»)

    46. τσιβί (μόνο ως κάτι πολύ δύσκολο, βαρύ, αβάσταχτο, συχνά ως κάτι που θα μας μπει στον κώλο)

    47. τσιλές (ακόμη δεν είμαι σίγουρος σε ποιο ακριβώς είδος πλεξίματος αντιστοιχεί)

    48. τσιμένι (νομίζω ότι την έχω ακούσει και σε άλλα συμφραζόμενα και όχι μόνο σε σχέση με τον παστουρμά)

    49. τσινάρι (εμείς τσινάρι λέγαμε ένα δέντρο με λεπτό κορμό, κλαδιά που απαλλαγμένα από τα φύλλα μοιάζουν με βίτσες, και φύλλα που όταν κοπούν μυρίζουν άσχημα· για κάποιον άγνωστο λόγο φυτρώνει σε άδεια οικόπεδα)

    52. χικ μικ (όπως και γκουκ μουκ)

  200. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεοτερα!

    198 Μήπως από την εβραϊκή λέξη;

    184 Χρήσιμη η έρευνα, ευχαριστώ!

    177 Δεν ξέρω τέτοια λέξη

  201. Λ said

    145. Τα χαλεπιανά είναι τα Αιγίνης. Τα σαμφυστίκια ποια είναι;

  202. Πέπε said

    Πάρε τα γκιούμια σ’ κι έλα να τα γιομίσουμε
    κι έλα στη γειτονιά μου να τα μιλήσουμε.

    Συγκαθιστό Γρεβενιώτικο.

    @202

    Πάλι τα Αιγίνης.

  203. sarant said

    200 A μπράβο!

    202 Τα Αιγίνης είναι

  204. Λ said

    Στο 3 αναφέρονται τα τσιατάλια-πανταλόνια

    http://www.geocities.ws/parscal/poetry/55.html

  205. Μαρία said

    200
    Κι εγώ άλλο δέντρο ξέρω για τσινάρι και πάντως όχι το πλατάνι. Το ακούγαμε και με τη μεταφορική σημασία για στείρο, όχι χαντούμη 🙂 , άντρα. Γι’ αυτό έγραψα παραπάνω οτι το τσινάρι-κάγκουρας είναι σαλονικιώτικο.

  206. Γς said

    199:

    Ναι.
    Και στο Βύρωνα.

    Και τι ωραία που ακουγότανε [εν ώρα υπηρεσίας!]

    Γκαπ – γκούπ, υπόκωφα

  207. alexisphoto said

    Άλλες δυο που μου ήρθαν ξαφνικά και δεν τις έχει ο Μπαμπινιώτης αλλά ακούγονται αρκετά:
    «Τσιρικιτζής = Τσιγκούνης»
    «Τιτίζης = Λεπτολόγος, κολλημένος με τις λεπτομέρειες»
    καλημέρες

  208. sarant said

    208 Όχι «τσιΚιρικιτζής»;

  209. Raf said

    Δεν ήξερα καμία! Αλλά από την άλλη μεγάλωσα στα Δωδεκάνησα και τώρα ζω Κρήτη…

  210. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Για λέξεις είπαμε πολλά, και θα ειπωθούν ακόμα. Πρέπει να πω όμως και για τα λεξικά κάτι.

    Αν ισχύει η εντύπωση του Νίκου ότι η επιλογή των λημμάτων που θα περιληφθούν στο λεξικό επηρεάζεται από τον τόπο όπου γίνεται η δουλειά και από το λεξιλόγιο των συντακτών και του περιγύρου τους, αυτό είναι σοβαρό μειονέκτημα. Δουλειά του λεξικογράφου, και του κάθε επιστήμονα, είναι ίσα ίσα η διάκριση ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό. Αν θεωρούν ότι μια λέξη υπάρχει επειδή τη λένε ή την ακούνε συχνά οι ίδιοι, ή ότι δεν υπάρχει επειδή δεν την ξέρουν, τότε χάνουν αυτό το θεμελιώδες.

    Έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για λεξικά που μπορεί να εκδόθηκαν εδώ ή εκεί, αλλά πωλούνται σ’ όλη την Ελλάδα και δεν απευθύνονται σε κοινό από συγκεκριμένες περιοχές. (Όχι ότι αυτό θα το έσωζε δηλαδή.)

    Τουλάχιστον οι λέξεις που λέγονται περισσότερο μεν στον Βορρά, επειδή το σημαινόμενο απαντά συχνότερα εκεί, αλλά και στον Νότο δεν αντικαθίστανται από άλλες, π.χ. το μπούκοβο, θα έπρεπε να περιλαμβάνονται σε όλα τα λεξικά. (Και το ίδιο όχι μόνο για Βορρά – Νότο αλλά για κάθε περιοχή. Τα τρόφιμα είναι χαρακτηριστική περίπτωση: ένα τυρί ή οποιαδήποτε άλλη τοπική σπεσιαλιτέ που βγαίνει παραδοσιακά σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος αλλά θα τη δούμε σε μερικά σουπερμάρκετ και εστιατόρια σ’ όλη την Ελλάδα, και θα διαβάσουμε τ’ όνομά της στον Γαστρονόμο και θα το ακούσουμε στον Μαμαλάκη κλπ, είναι πανελλήνια λέξη. Ο μπάτζος, η στάκα, το βισάντο, όπου κι αν βρεθείς έτσι λέγονται. Και αυτό δεν αλλάζει ούτε και στην περίπτωση που ο Γαστρονόμος ή ο Μαμαλάκης δεν έχουν ακόμα καταπιαστεί μαζί του.)

  211. Raf said

    210 Γράψε λάθος, γνώριζα το «ντεμέκ». 🙂

  212. alexisphoto said

    ΤσιΡΙκιτζης το ξέρω,
    αλλά από ότι βλέπω δεν έχει πολλά γκουγκλισματα.
    μπορεί κανείς να το επιβεβαιώσει;
    Ευχαριστώ καλημέρα

  213. antonislaw said

    καταθέτω τη λεξιπενία μου. προσωπικά (κρητικός στα 42 μου που ζω εκτός Κρήτης από τα 18 μου σε Αθήνα, Ρόδο και Πάτρα) γνωρίζω μόνο 5 αυτούσιες λέξεις από τις 52 (μπατάλης, όζα, μουχαμπέτι, τσατμάς, κεζάπι) εκ των οποίων χρησιμοποιώ μόνο τις 2 ( μπατάλης -ως μπατάλικος- και τσατμάς).
    Επίσης συμπέρανα άλλες 3 μέσω των κρητικών:
    19. μισμίζης: στα κρητικά μιζμιτζής
    22. μπάρεμ: >> μπάρε μου
    45. τσελίκι: >> τσελέκια: οι χειροπέδες
    (47. τσιλές: >> υπάρχει επίθετο Τσιλεδάκης αλλά δεν ήξερα τι σημαίνει)
    Ένα λεξικό της όλης ελληνικής με τα επιμέρους ιδιώματα πολύ χρήσιμο θα ήταν!

  214. Στούμπος said

    Στον Νότο κανείς δεν έφαγε ποτέ πατσά ντουζλαμά ούτε παγωτό καιμάκι ή ντοντουρμά; Φυσικά όλες οι λέξεις είναί δάνεια από την τουρκική την οποία μιλούσαν στον Βορρά πολλά πολλά περισσότερα χρόνια μέχρι την απελευθέρωση, από ότι στον Νότο. Θυμάμαι την γιαγιά μου στα χρόνια 1950-1960 να λέει το γκιούμι με προφορά γκιγιούμ (ι) όπως γράφεται στα τουρκικά (νυκοκύρης 7)

  215. antonislaw said

    215 «Θυμάμαι την γιαγιά μου στα χρόνια 1950-1960 να λέει το γκιούμι με προφορά γκιγιούμ (ι) όπως γράφεται στα τουρκικά (νυκοκύρης 7)»

    τώρα που το λες και εμένα η γιαγιά μου στην Κρήτη έλεγε γιγουμάκι, όταν αναφερόταν σε μικρό μπρούτζινο αγγείο (ας πούμε μου είχε πει ότι όταν είχε βρει καταλάθος μια χειροβομβίδα στον πόλεμο την πέρασε για γιγουμάκι με φλουριά)

  216. Μαρία said

    213
    ΤσιΚιρικιτζής. Το λέει κι ο Φωτόπουλος στα «Φτωχαδάκια και λεφτάδες».

  217. spatholouro said

    Τσικιρικιτζής: ψιλικατζής («Λεξικό της Πιάτσας», Βρ. Καπετανάκη)

    Τσικιρικιτζής: καταφερτζής («Λεξικό της Λαϊκής» Κ. Δαγκίτση)

  218. smerdaleos said

    @201, Νίκο: 177 Δεν ξέρω τέτοια λέξη
    —–

    Λοιπόν, τα πατσάρια είναι τα ψέματα (κατά κανόνα τα αυτοεπαινετικά). Ο όρος λέγεται σίγουρα σε Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλία. Δεν ξέρω τι γίενται στις άλλες περιοχές

    https://www.slang.gr/lemma/21756-patsarianos
    https://www.slang.gr/definition/22100-patsarde

    Άλλη λέξη είναι η ματιά = λουκάνικο από το παχύ έντερο του γουρουνιού.

    Ο όρος προέρχεται από τον ύστερο δημώδες λατινικό πληθυντικό >b>*matia = «έντερα» που συνεχίζει στο βλαχικό mats(u)/matsã, στο ρουμανικό maț/mațe και σε ορισμένες επιχώριες διαλέκτους/γλώσσες της Ιταλίας (λ.χ. Νάπολι, Σαρδηνία κλπ).

    https://en.wiktionary.org/wiki/mats#Aromanian
    https://en.wiktionary.org/wiki/ma%C8%9B#Romanian

    Το ενδιαφέρον του ελληνικού όρου ματιά είναι ότι εισήλθε στην Ελληνική πριν την υστερολατινική ουράνωση ty>ts (λ.χ. puteus = «πηγάδι» > putju > ιταλικό pozzo, βλαχικό puts(u), ρουμανικό puț), που συνήθως χρονολογείται στον 4ο μ.Χ. αιώνα.

    Αντίστοιχο παράδειγμα ελλειπούς ουράνωσης λατινικού δανείου είναι ο όρος hospitium > ὁσπίτιον > σπίτι, που στις ρωμανικές ποικιλίες απαντά ουρανωμένος (λ.χ. ιταλικό ospizio, βλαχικό uspets(u), ρουμανικό ospăț).

    https://en.wiktionary.org/wiki/ospizio
    https://en.wiktionary.org/wiki/uspets

  219. Λ said

    Είναι και κάτι λουλούδια που τα λένε κιρίτσιτσι

  220. Μαρία said

    60
    http://www.efsyn.gr/sites/efsyn.gr/files/styles/teaser_big/public/field/image/2017-03/vlastaris_0.jpg?itok=u7rpVdWb

  221. 221 Στις ενδοΠΑΣΟΚικές κόντρες ο Βλ. είχε υποστηρίξει Μπένυ. Θεούλης στις προβλέψεις του!

  222. Μαρία said

    222
    Ο οποίος Μπένυ στην άλλη φωτό κάθεται στα αριστερά του Μελισσανίδη. Στη φωτό του 221 ο Μελισσ. στο βήμα αλλά ρεπορτάζ για την τοποθέτησή του δεν έχουμε. http://www.efsyn.gr/arthro/koita-poioi-milisan

  223. (κ)αφρόκρεμα λέμε!

  224. Alexis said

    Λοιπόν, τα πατσάρια είναι τα ψέματα (κατά κανόνα τα αυτοεπαινετικά). Ο όρος λέγεται σίγουρα σε Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλία. Δεν ξέρω τι γίνεται στις άλλες περιοχές

    Ζω 17 χρόνια στην Ήπειρο και δεν το έχω ακούσει. Τοπικά στα Γιάννενα μπορεί να λέγεται αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι «λέγεται σίγουρα στην Ήπειρο». Έχω πάντως την υποψία ότι πρόκειται για ένα ακόμα λήμμα αμφίβολης εγκυρότητας του slang.gr.
    Κάποιος που θυμάται μια λέξη από τον παππού του, σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, την ανεβάζει στο σλανγκρ και την ανακηρύσσει σε «τοπικό ιδιωματισμό».
    Υπόθεση κάνω, δεν το λέω με σιγουριά, αν κάποιος Γιαννιώτης ξέρει κάτι διαφορετικό ας με διαψεύσει…

  225. Εγώ ξέρω το «μαχλέπι», το οποίο είναι ένα ζεστό, γλυκό ποτό σαν σιρόπι, και το χρησιμοποιούσαν και σαν γιατροσόφι για τον πονόλαιμο. Το πουλάνε ακόμη και σήμερα πλανόδιοι πωλητές στους δρόμους γύρω από την παλιά αγορά στη Θεσσαλονίκη. Βγαίνει από την ίδια ρίζα με το μουχαλεμπί;
    Επίσης, θυμάμαι από μικρός ότι τσινάρια λέγαμε τους κακοντυμένους, τα «κιτσαριά», αλλά ο όρος παρέπεμπε στους κατοίκους της πολύ «λαϊκής» τότε συνοικίας «Τσινάρι», όνομα που όντως προέρχεται από τον πλάτανο στα τουρκικά, γιατί στην πλατεία της υπάρχει, ακόμη και σήμερα, ένας τεράστιος πλάτανος.

  226. Μαρία said

    226
    Σαλέπι πουλάνε.

  227. smerdaleos said

    @225, Αλέξη: Ζω 17 χρόνια στην Ήπειρο και δεν το έχω ακούσει.
    —-

    Τότε διορθώνω. Ο όρος «πατσάρια» λέγεται σίγουρα σε κεντρική και δυτική Μακεδονία (Ημαθία, Κοζάνη, Γρεβενά) και σύμφωνα με το slang.gr σε Γιάννενα και Καρδίτσα.

  228. Μαρία said

    Περιοχή Ιωαννίνων και περιχώρων
    Εχει πανω απο ενα χρονο μια επικινδηνη λακουβα στο δρομο για το Γραμμένο πριν απο τη στροφη για τους Ανάργυρους. Αμα πατε για Γραμμένο θα πεσετε σιγουρα μεσα. Και ο κ. Παπαγγέλης που ειναι συμβουλος απο τα Γραμμενοχωρια ολο οτι θα την βουλωση λεει. Το ιδιο και για την αλλη μπροστα στο Γραμμένο. Ολο πατσάρια χορτασαμε. Αμα δε μπορεις κ. Παπαγγελη μη λες λογια μεγαλα. Μια αγκαλια πισα θελει. Αλλα σε εχει γραμμενο ο Ρογκότης και σενα και…ολους μας εδω στο Γραμμένο.
    αναγνωστης απο το Γραμμένο http://zitsagate.blogspot.gr/2011/11/blog-post_2899.html

    Ο Νομάρχης τι έχει να μας πεί;Μάλλον είναι απασχολημένος με την επίσκεψη του Σαμαρά και το χρίσμα που θα του δώσει. Άντε με το καλό κ. Νομάρχα,Εμείς μαθημένοι είμαστε απο τα πατσάρια σας τόσα χρόνια, άλλο ένα δεν πειράζει. http://epirusgate.blogspot.gr/2010/07/blog-post_8538.html

  229. Στούμπος said

    Άλλο Τσούλι και άλλο τσουλί. Τσούλι στα χωριά του Παγγαίου έλεγαν και μπορεί να το λένε ακόμη, το (μικρό) υφαντό χωρίς πέλος πρόχειρο χαλί. Το έλεγαν και χράμι, το κιλιμι είναι κάτι άλλο.

  230. 230 Πανελληνίως γνωστό ως τσόλι, το φτηνό χαλάκι στην είσοδο για τις λάσπες και τις σκόνες των παπουτσιών.

  231. Μαρία said

    230
    Στο υποκοριστικό όμως τσουλάκι συμπίπτουν 🙂

  232. sarant said

    230-231 Και στον νότο το έχω ακούσει «τσούλι» το χαλάκι

    226-7 Μαχλέπι πρέπει νάναι αυτό που βάζουν στα τσουρέκια, το ποτό που πουλάνε είναι το σαλέπι, πράγματι.

  233. Τα οποία τσουρέκια, δεν ξέρω τι εννοείς ότι είναι, Νίκο, γιατί στην Κρήτη τουλάχιστον, είναι κάτι άλλο από αυτό που λέμε στη Β. Ελλάδα…

  234. τσουρέκια, Στάζυμπε, είναι και στην Αθήνα και στη Θεσ/νίκη γλυκά ψωμιά με γάλα και αυγό, συνήθως σε σχήμα πλεξούδας. Ξακουστά είναι του Τερκενλή, από τη Θεσ/νίκη. Τι είναι τα τσουρέκια στην Κρήτη;

  235. Μαρία said

    234
    Ε όχι και ποτό, αφέψημα. Σαλεπιτζής περνάει κι απ’ τη γειτονιά μου.

    235
    Η Κρήτη εξαιρείται 🙂

  236. Νέο Kid L'Errance d'Arabie said

    Και στην Κύπρο τα τσουρέκια είναι τσουρέκια. Αν και προτιμάμε να τρώμε τις φλαούνες που έχουν μεγαλύτερη flexibility . Μπορεί να είναι γλυκές, αλμυρές, ή και mix (αλμυρόγλυκες). Έχω κι εγώ περιέργεια να μάθω τί αποκαλούνε τα κρητικάτσια «τσουρέκια»… 🙂

  237. Γιάννης Ιατρού said

    238 (τέλος): Λόγω της μαγιάς, που κάνει τα τσουρέκια να φουσκώνουν… 🙂

  238. sarant said

    235-6 E, αυτά εννοώ 🙂

  239. spyros chamenos said

    Πολλά από αυτά δεν τα ήξερα, αρκετά δεν ήξερα ότι τα λέγαμε μόνο στο Βορρά, ακόμα έχω το σοκ από την τόκα! Την είχα για ιταλική…
    Υ.Γ.: Αν βάλουμε τον «ασουρέ», δεν θα έπρεπε να βάλουμε και το καζάν ντιπί, το ταούκ γιουκσού και άλλα γλυκά; Α, το μαχλέπι είναι μυρωδικό που βάζουμε στο τσουρέκι, όχι μόνο στου Τερκενλή, σε όλα τα τσουρέκια…

  240. sarant said

    Για την τόκα: η αρχή μπορεί να είναι ιταλική, αλλά το πήραμε από τα τούρκικα.

    Ως προς το καζάν ντιπί κτλ. δεν τα έχει το ΛΚΝ.

  241. Χότζας said

    Η μυθολογία της Θεσσαλονίκης καλλιεργήθηκε κρατικοδίκαια και ακριβοδίαιτα δι’ ασμάτων («λαδάδικα»-«αρχαία μακεδόνισσα/σ’ αναζητώ» κλπ), αοιδών των οποίων το μόνο προσόν ήταν η πιασάρικη μετονομασία (ο τάδε -> Μακεδόνας) ή η προέλευση (ο δείνα «κατέβηκε από την Θεσσαλονίκη με τα τραγούδια του»), μοντέλων που νικούσαν σε σικέ καλλιστεία επαναλαμβάνοντας ad nauseam «I am from Thessaloniki i.e. Macedonia», εκπομπών, εκδόσεων, δημοσίων έργων, στερεοτύπων, συλλαλητηρίων κλπ, μετά την κρίση του «Μακεδονικού» του 1990 προκειμένου να ενισχυθεί η εθνική ώσμωση και εν τέλει ταυτότητα, αλλά μάλλον απέτυχε τόσο προς τα έξω (διότι έπεισε μόνον τους εγχώριους χάχες) όσο και προς τα έσω (διότι απομάκρυνε έτι περαιτέρω την Β. Ελλάδα), οι Θεσσαλονικείς καβάλησαν το καλάμι «αφού».

    Την τελευταία δεκαετία μάλιστα, φοριέται ένα δήθεν δίπολο Αθήνα (ποιά απ’ όλες? – πρωτεύουσα των «πονηρών» – γιατί? – νοτιοελλαδιτών – ποιών απ’ όλους?) – Θεσσαλονίκη (πρωτεύουσα των «αδικημένων» – γιατί? – βορειοελλαδιτών – ποιών απ’ όλους?), το οποίο αναρωτιέται κανείς σε τί αποσκοπεί διότι είναι και ανιστόρητο και επικίνδυνο απηχώντας αμαρτίες του 1916 (όθεν ο κολακευτικός πλην εγκαιροφλεγής τίτλος «Συμπρωτεύουσα»), ιδίως όταν οι χαρτζιλικωμένοι Θεσσαλονικείς δεν χάνουν ευκαιρία να αποστούν οποιασδήποτε ομοιόμορφης πρακτικής ακολουθεί το πανελλήνιο με ηγέτη (γιατί όχι?) την Αθήνα.

    Συναφώς, κάθε φορά που δεν γίνονται δεκτά τα αιτήματα βορειοελλαδικών συλλογικοτήτων (π.χ. αγροτών, ποδοσφαιρικών ομάδων κλπ) η μόνιμη απειλητική επωδός είναι είτε «θα κόψουμε την Ελλάδα στα δύο» είτε «θα κατεβούμε στην Αθήνα».

    Ώστε λοιπόν φτάσαμε να μιλάμε για «κοινή βορειοελλαδική» και «κοινή νοτιοελλαδική» ως να ήταν δυο (2) διακριτές και ενιαίες διάλεκτοι συμπαγών φορέων με σαφή τοπικά κεντρική εκπροσώπηση?

    Μάλιστα…

  242. alexisphoto said

    @209 & 217
    ‘Ετσι είναι, δεν καταφερα να το διασταυρώσω τελικά.
    Μάλλον δικό μου το παράκουσμα.
    καλημέρα

  243. stella said

    Μπουκοβο αλλα και Μπουκοβι , για τους ολυμπιακακηδες, μεγας προπονητης τους την δεκαετια του 60.
    Καλα, στην Κρητη δεν εχει κανεις γευτει τον ασουρε?
    Οσο για τον τσορμπατζη , τον μπροσταρη ή το κριαρη που παει μπροστα, πρωτο. Συχνα στις Σερρες( καταγωγη γαρ ) εναλασσομενο με το ζορμπατζης εξου μαλλον και ο Ζορμπας, ο πρωτοπορος, ο αρχηγος.

  244. Νάνσυ said

    #71 ευχαριστώ για το σχόλιο, με κολακεύετε! Λοιπόν, τη σκεπαστή αγορά την αποκαλούμε… «Σκεπαστή Αγορά» κι όμως!!! Δυστυχώς εμένα η γειτόνισσα μόνο κοινόχρηστα μου φέρνει!

    #80 Τον Τεπενενλή δυστυχώς δεν τον γνωρίζω, εμένα στον «ΤΣΑΡΟΥΧΑ» με πήγαν! Έκτοτε έχω πάει πολλές φορές για τα μαγειρευτά του (και γιατί πιστεύει στην ανακαίνιση), αλλά πατσά δεν ξανάφαγα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: