Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το δείπνο (διήγημα του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2017


Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα το έχει γράψει ο Μυκονιάτης συγγραφέας Παναγιώτης Κουσαθανάς -το επώνυμο θα είναι γνωστό σε όσους πηγαίνουν συχνά στη Μύκονο αν όχι από τον ίδιο αλλά επειδή είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα στο νησί, μαζί με τον Ζουγανέλη και μερικά ακόμα. Αλλά και ο ίδιος ο Κουσαθανάς είναι δίκαια γνωστός για το έργο του, ποιητικό και πεζογραφικό -και το μη λογοτεχνικό, αφού έχει γράψει πολλά για την ιστορία του νησιού του και έχει συντάξει και ένα πολύ αξιόλογο «Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου».

Το σύντομο αυτό διήγημα είναι το πρώτο από τη συλλογή διηγημάτων «Αναπάντεχες συναντήσεις» (εκδ. Ίνδικτος, 2011· πρώτη δημοσίευση, πρδ. Εντευκτήριο, 2007). Ο υπότιτλος της συλλογής είναι Μυθ-ιστορίες για σημαδιακά συναπαντήματα. Το είχα διαβάσει πριν από 2-3 χρόνια στο αεροπλάνο, θυμάμαι, μου άρεσε πολύ και ήθελα να το παρουσιάσω εδώ, όμως το αμέλησα -επανορθώνω τώρα.

Ίσως ξενίσει ο ιδιότυπος τρόπος στίξης του συγγραφέα: δεν χρησιμοποιεί τελείες, ούτε κόμματα, μόνο σπανίως άνω τελείες. Η αρχή των προτάσεων βέβαια δηλώνεται από το κεφαλαίο γράμμα. Επίσης, κατά το ισπανικό συνήθειο, προτάσσει το ερωτηματικό (αν και όχι ανεστραμμένο) πριν από μια ερωτηματική πρόταση. Δεν είμαι βέβαιος ότι οι καινοτομίες αυτές προσθέτουν κάτι, πάντως τις διατήρησα, όπως και την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην μονοτονικού. Στο τέλος του διηγήματος, έχω κι ένα βιντεάκι όπου μπορείτε να ακούσετε τον ίδιο τον συγγραφέα να διαβάζει το διήγημά του.

Ίσως χρειαστεί να πούμε δυο λόγια για μερικές λέξεις και φράσεις, με τη σειρά που εμφανίζονται.

* Το μότο του διηγήματος Cum mortuis in lingua mortua, παραπέμπει, όπως αναφέρει στο επίμετρο ο συγγραφέας, στον τίτλο αποσπάσματος από τις «Εικόνες από μια έκθεση» του Μουσόργκσκι. Σημαίνει «με τους νεκρούς σε νεκρή γλώσσα»

* οργιά είναι η ουρά

* «ν’ απολο’χάνει» θα πει υποθέτω «να κατακάτσει». Στο μυκονιάτικο λεξικό του ο Κουσαθανάς λημματογραφεί τη φράση «ν’ απολοχάνει το φαγητό» με τη σημασία «να το αφήσουμε να κρυώσει λίγο».

* «ξίγγικος στο ξίδι», πρέπει να είναι αυτό που λέμε ξίκικος, εδώ με τη σημασία λειψός, λιγοστός

* ‘ρέ’εται, δηλαδή ορέγεται.

* minaccioso e sinis­tro, απειλητικά και δυσοίωνα

 

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ
(Συνάντηση με τον Ι.Π.Κ. α’)
Cum mortuis in lingua mortua

Εκείνος μαγείρευε κι εγώ δίπλα του τον παρακο­λουθούσα με κατάνυξη αυτή τη φορά όμως συνέβη το αντίθετο Ζωσμένος την ποδιά μου πολεμούσα στον πάγκο της κουζίνας με τα χαντζάρια και τα τηγάνια μου κι εκείνος καθισμένος σε μια καρέκλα με συμβούλευε κάνοντας πως δεν βλέπει το σκόρδο που περίμενε καθάρισμα στο τραπέζι αυτός που δεν με άφηνε να μαλάζω τα χέρια μου με μυρωδιές «—Ο σαραβάς! αλλού τόνε λένε γλανιό ή σαλούβαρδο Δεν υπάρχει καλύτερο ψάρι για τηγάνισμα και σαβόρε αλλά να ’ναι φρέσκος κι όταν λέμε φρέσκος εννοούμε φρέσκος της ώρας “η κεφαλή στο τηγάνι η οργιά στη θάλασσα” όπως λέμε αλλιώς δεν αξίζει Λαδάκι της ελιάς της ελιάς τού θεού ;άκουσες; όχι τα παλιόλαδα που πάτε κι αγοράζετε· μακριά απ ’ αυτά όλο αρρώστια και χολέρα είναι Στο σαβόρε θα βάζεις καινούργιο λάδι όχι εκείνο με τα καμένα αλεύρια απ’ το τηγάνι­σμα αυτό περίχυνέ το στα μουλιασμένα ξεροκόμματα για τις όρνιθες γιατί ’ναι κρίμα να πηγαίνει χαμένο Το ψιλοκομμένο σκορδάκι με το αλεύρι να μην τσιγαρίζεται πολύ και πικραίνει Το δεντρολίβανο πλυμένο καλά γιατί το κουτσουλούν οι σπουργίτες στην αυλή και ;πού ’σαι; να βάζεις ολόκληρο το κλαδάκι μην το μαδάς μέσα κι ύστερα τρως και φτύνεις τα ξύλα Το σαβόρε πρέπει να τ’ αφήνεις για μια μέρα στην μπάντα εκτός ψυγείου να ζυμώνονται οι γεύσεις του κι οι μυρωδιές άντε για πρώτη και τελευταία φορά δεν πειράζει που δεν θα μείνει ν’ απολο’χάνει αφού κι εγώ απρόσκλητος σου ’ρθα και ;βλέπεις; τα μάτια σου δεκατέσσερα το ξίδι από το βαρελάκι της αποθήκης να το βάνεις στο φαΐ με το σταγονόμετρο γιατί ’ναι Τούρκος!»

Έκανε μια μικρή παύση «-Σού ’χω πει το πιπεροξιδάτο κατόρθωμά μου μια φορά; Του ‘γνεψα πως όχι κι άρχισε να μου εξιστορεί το χωρατό που θυμήθηκε πάντα του άρεσε να διηγιέται τα καμώματά του στρατιωτικά κυνηγετικά αλιευτικά αγροτικά και επαγγελματικά «—…ο καημένος ο φίλος μου ο Γιακουμάκης ακόμα θα φυσά το στόμα του για να του περάσει η καήλα! αλλά ;ποιο στόμα το ’δες που πάλι το ξέχασα μπας κι έχουν χείλια οι αποθαμένοι να φυ­σούν όταν καούν και να μιλούν όταν συναντιούνται καληώρα σαν κι εμάς τώρα;» Γελάσαμε κι οι δυο με το πάθημα του Γιακουμάκη κι ύστερα συνέχισε τις συνταγές του για το δείπνο μας από εκεί όπου είχε σταματήσει «—Δεν έχει καλύτερη σαλάτα που να ται­ριάζει με το σαβόρε από τη μαρουλοσαλάτα που κόβεις τώρα» μου είπε «έτσι μπράβο! κρεμμυδάκι τρυφερό ψιλοκομμένο άνηθο λίγο αλατάκι χωρίς τσιγκουνιά το λάδι αλλά το ξίδι με φρονιμάδα “ξίγγικος στο ξίδι μπόλικος στο λάδι φρόνιμος στ’ αλάτι και λωλός στο τάραγμα” που λέγανε κι οι παλαιοί το πολύ πολύ να βάλεις καμμιά θρούμπα μέσα και δυο-τρεις κάππαρες με τα φυλλαράκια και τ’ αγγουράκια τωνε Δεν πάει να πει πως βάνομε και τα σαράντα φτύσματα μόνο και μόνο επειδή τή λέμε “σαλάτα” άλλη ιστορία αν απλώσεις μερικές πιπεράτες σαρδέλες “Λούκας” πάνω πάνω Λιγοστά μα στυλωτικά πράματα ’ρέ’εται η ψυχή και το σώμα του ανθρώπου αλλά εσείς μου ’χετε πιασμένες καινούργιες μόδες τώρα… άμα ξέρεις τι τρως το τρως με άλλη όρεξη όπως τον χορό που τον χορεύεις ασίκικα όταν γνωρίζεις τον σκοπό που σου παίζουνε» Γύρισα με τρόπο από την άλλη με­ριά και κρυφά χαμογέλασα άνοιξα το ντουλάπι πάνω από τον νεροχύτη κι έβγαλα μια κονσέρβα πικάντικες σαρδέλες τις άνοιξα τις στράγγιξα και τις άπλωσα πάνω στη σαλάτα ξέροντας πως η μόνη παραχώρηση που έκανε στις κονσέρβες ήταν σ’ αυτές ακριβώς τις πορτογαλέζικες σαρδέλες για τις οποίες τρελαινόταν· όσο ετοίμαζα τη σαλάτα εκείνος συνέχιζε τον χαβά του «—Αφερίμ! βλέπω πως δεν πήγαν χαμένα τα μαθήματα που σου ’δωσα έτσι κόβουν οι καλοί μαγείροι μαζεμένα τα δάχτυλα προς τα μέσα μη φάμε και ωμό κρεατικό μαζί! ;δεν είπαμε πως όσο πιο απλά και λίγα πράματα στη σαλάτα στο φαΐ και στη ζωή τόσο το καλύτερο;» είπε με προσποιητή σοβαρότητα Αμέσως μετά ξαφνικά κι απρόσμενα με ρώτησε «—;Πώς τα πας με τη ζωή σε μεταχειρίζεται καλά;» Είπε «μεταχειρίζεται» σαν να ’μουν σκλάβος της πράμα ή παιγνιδάκι δεν είπε «συμπεριφέρεται» όπως συνηθίζομε να λέμε βάζοντας υποτιμητικά τη ζωή στη θέση του άτακτου παιδιού που επιδέχεται σωφρονισμό διά της γνωστής δοκιμασμένης μεθόδου Διακρίνοντας τον προστατευτικό τόνο στην ερώτησή του βιάστηκα να κουνήσω το κεφάλι καταφατικά θέλοντας να του δείξω πως αρμενίζω χωρίς ιδιαίτερα μπουρίνια και φουρτούνες ωστόσο απορημένος αναρωτήθηκα από μέσα μου «—Καλά ;τί ’ναι τούτο πάλι; αυτός προσγειωμένος και χωμάτινος ξεζουμίζει με τον τρόπο του την κάθε στιγμή της ζωής κι έμαθε κι εμένα να κάνω το ίδιο χωρίς να γκρινιάζω ;πώς του’ ρθε τώρα πως μπορεί και να παραπονιέμαι;»

Έχοντας πια τελειώσει το «μάθημα» της μαγειρικής πήρε φόρα κι άρχισε να με ρωτά κι άλλες ερωτήσεις προσωπικές και μάλλον αδιάκριτες ενώ δεν ήταν του χαρακτήρα του και ποτέ άλλοτε δεν το είχε κάνει. Από την πρώτη κιόλας ερώτηση διέβλεψα μέσα του ως να ήταν τώρα πια ομοιοπαθής συνοδοιπόρος της δικής μου ζωής την άκακη φιλάλληλη μάλλον και συμφιλιωτική «πονηριά» που μόνο οι έξυπνοι άνθρωποι διαθέτουν Το σκανταλιάρικο χαμόγελό του δεν άφηνε αμφιβολία ότι γνώριζε πολύ περισσότερα για τον εαυτό μου από εμένα τον ίδιο και είχα συνεχώς την εντύπω­ση ότι παρά το ανυπόκριτο ενδιαφέρον του απαντούσα σε έναν άνθρωπο που ήξερε κιόλας τις απαντήσεις Ανακουφισμένος λες κι αυτό ήταν που μια ζωή περίμενα αποκρινόμουν με αφοπλιστική ειλικρίνεια και με μια πρωτόγνωρη για μένα τον δειλό άνεση χωρίς καθόλου να δυσανασχετώ αντιθέτως ένιωθα να φεύγει σιγά σιγά ένα βάρος από πάνω μου να με θωρακίζει μια μακροφτέρουγη προστασία και να με κατακλύζει μια ηρεμία λυσιμελής και ενώ το βλέμμα του στην αρχή της κάθε ερώτησης έδειχνε ανείπωτη ανησυχία μετά από τις απαντήσεις μου το πρόσωπό του γέμι­ζε από αγαλλίαση λάμποντας σαν ήλιος Ύστερα και άλλη παύση αυτή τη φορά μεγαλύτερη όπως εκείνες τις απειλητικές και δυσοίωνες στη Μουσική που λένε πιο πολλά από το ίδιο το μέλος («minaccioso e sinis­tro» θα σημείωνα στην παρτιτούρα αν έγραφα τώρα νότες αντίς για λέξεις) Κατάλαβα πως δεν είχε να με ρωτήσει τίποτε άλλο «—;Κρασάκι ή μπιρίτσα θα πιούμε;» του πέταξα αν και ήξερα πως του άρεσε να πίνει με το φαΐ ένα ποτηράκι ’λιαστό κρασί Απάντη­ση δεν πήρα τον ξαναρώτησα γυρνώντας να κοιτάξω στην καρέκλα όπου καθόταν Άφαντος! «—Αχ πατέρα πατέρα!» ψέλλισα «πάντα έρχεσαι γλιστράς και σαν πουλί φεύγεις! αυτή τή φορά τουλάχιστο πρόλαβα να σου πω όσα είχα στοιβαγμένα μέσα μου εγώ όμως μόνο για σένα μαγείρεψα! ;γιατί δεν μού ’πες πως οι πεθαμένοι δεν κάθονται να δειπνήσουν στην ίδια τάβλα με τους ζωντανούς;»

Εδώ ακούμε -και βλέπουμε- τον Παναγιώτη Κουσαθανά να διαβάζει «Το δείπνο»

 

Advertisements

141 Σχόλια to “Το δείπνο (διήγημα του Παναγιώτη Κουσαθανά)”

  1. Νέο Kid Al Kuwaiti said

    Αυτή η γραφή «αλά Σαραμάγκου» δεν αντέχεται στο διάβασμα! Πονέσαν τα μάθκια σου στις τρεις πρώτες σειρές, …αλλά πά να συνεχίσω -για το ονόρε ρε γαμώτο!

  2. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καλημέρα!
    «ν’ απολοχάνει το φαγητό» με τη σημασία «να το αφήσουμε να κρυώσει λίγο»
    Ν΄αποχλιάνει ή να χλιάνει, το φαϊ,λέμε μεις.
    «Δεν τον αφήνει να χλιάνει» έκφραση για τη γυναίκα που έχει από κοντά το συμβίο,γιο κλπ (και τον κουμαντάρει,επηρεάζει-υπονοεί)

  3. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μονανασεμιά το διάβασα.Ποια στίξη και ποια ερωτηματικά.Ούτε κι όσα είχε δεν είδα! στο τέλος πήδηξαν τα δάκρυα σα να τσίμπησε ακαριαία βελόνα το κάτω βλέφαρο.

  4. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Η έλλειψη της στίξης το κάνει λίγο δύσκολο, αλλά είναι τόσο καλό όλο το υπόλοιπο που δεν έχει σημασία.
    Δεν ξέρω ποια συμπαντική συνομωσία το κανόνισε, αλλά το σημερινό ταιριάζει γάντι με τη μέρα: Ο πατέρας μου μας άφησε πριν από ένα χρόνο, 8 του Μάρτη, κι έψαχνα αφορμή να ευχαριστήσω το ιστολόγιο που τις μέρες εκείνες, είτε της αναμονής είτε τις επόμενες, μου πρόσφερε ένα χώρο που η ζωή συνεχίζεται και οι ωραίοι του άνθρωποι ανταλλάσσουν απόψεις, πειράγματα, χάδια και καρπαζιές.
    Περιττό λοιπόν να επισημάνω το αίσθημα της ταύτισης με το συγγραφέα…

  5. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ό,τι πρέπει.Σάββατα των ψυχών.

    Ένας άνδρας στη Μύκονο κόβει μαρουλοσελάτα. «Με το μέτρος» τα μυρωδικά,το ξίδι που ‘ναι δραπέτι και τον τρόπο, μπρος στον έκτακτο μουσαφίρη.
    «Η σελάτα θέλει νυκοκερά να τηνε κόψει και χούρδα να τηνε ΄νεκατώσει», γλυκογελά η συχωρεμένη η μάνα μου.

  6. Κλασσικά οι επαγγελματίες ψαράδες πουλάνε τα πρώτα και τα δεύτερα ψάρια κι έπειτα φιάχνουν συνταγές για την περισσευούμενη σκαρταδούρα. Το καλύτερο ψάρι στο τηγάνι είναι η κατσούλα- πέρα βέβαια από το μπαρμπούνι που είναι μια κατηγορία μόνο του. Από κει και πέρα στο τηγάνι μπαίνει όποιο ψάρι δεν μπορεί να φαγωθεί αλλιώς για διάφορους λόγους (φρεσκάδα, μέγεθος κ.λ.π.). Εννοείται πως στοτηγάνι χάνεται όλη η ωφέλεια από την ψαροφαγία.
    Υπήρχε καλόγερος σε μοναστήρι στον Αη Μηνά που έχω ακούσει πως του δίνανε να μαγειρέψει τις καλόγριες (που δεν τις τρώνε ούτε οι γάτες καλά-καλά) και γλύφανε τα δάχτυλά τους.
    Από την άλλη μια φοβερή συνταγή ήξερε ένας χταποδάς για να μαγειρεύει τους ολούς που του περίσσευαν όταν πούλαγε τα χταπόδια.

    Το ξίδι Τούρκος τόλεγε κι ο μπακάλης του χωριού

    Ο βάζων αλάτι στην (οποιανδήποτε) σαλάτα δεν κατέχει από γεύσεις, είναι σ’ αυτούς που βάζουν ζάχαρη στον τούρκικο

  7. atheofobos said

    Στο Ιστορικό Λεξικό του Μυκονιάτικου Ιδιώματος του Σταύρου Μάνεση το απολοχαίνω (από την προθ από και το ους. λόχη) έχει τις παρακάτω σημασίες:
    -Για φαγητό, χάνω τη λόχη, τη φλόγα, την θερμότητα, κρυώνω λίγο.
    -Μεταφ. χάνω την ένταση,την πρώτη έντονη εντύπωση.
    -Συνέρχομαι από κόπο, ανακουφίζομαι

  8. Πέπε said

    Υπέροχο, λέξη προς λέξη, μέχρι την απρόσμενη κορύφωση-ανατροπή. Τόσο μα τόσο αληθινό!

    Κρίμα που δε διαβάζεται. Το άκουσα από τον ίδιο στο βίντεο. Είναι εξαιρετικός αναγνώστης, και εκτός των άλλων απόλαυσα και την προφορά του, μια προφορά (όχι ιδιωματική, αθηναϊκή) που την ακούμε μόνο σε παλιούς ηθοποιούς, τραγουδιστές, και σήμερα ίσως καμιά φορά στο Τρίτο Πρόγραμμα.

  9. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και χαίρομαι που σας άρεσε το διήγημα!

    4 Νάσαι καλά!

    5 χούρδα είναι η τσαπατσούλα ή κάτι τέτοιο, έτσι;

    6 Θα τόχουμε ξαναπεί, αλλά έχετε κατσούλες και στον Κορινθιακό;

    8 Α γεια σου

  10. #10 γ

    Παλιά ελάχιστες και στα βαθιά, είχα πιάσει με την καθετηή !. Τώρα τις βλέπω και στα ρηχά με την μάσκα αλλά ποιός ψαρεύει με πεταχτάρι πια…

  11. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>(Κουσαθανάς) ένα από τα πιο διαδεδομένα στο νησί, μαζί με τον Ζουγανέλη και μερικά ακόμα.
    Ρουσουνέλος μου ‘ρχεται η τριάδα στα χαρακτηριστικά μυκονιάτικα επίθετα.
    Εδώ στο ιστολόγιο ο Πάνος μ.π. θαρρώ είναι Μυκονιάτης.

    6. Σκάρους πρωινούς,απ΄τις ψαρόβαρκες της Γεράπετρος με παπούλες σαλάτα μου λένε θα έχουνε οι δικοί μου κάτω σήμερα στο τραπέζι. Ψητοί οι σκάροι.Συμφωνείς Τζη; Καλημέρα σου 🙂

  12. # 11

    Πάντως για να ακριβολογούμε, μιλάω για τα νερά του Κρισσαίου κόλπου…το ότι η οδός Κρίσσης είναι 50 μέτρα από το σπίτι μου το θεωρ’ω συμπτωματικό !

  13. # 12

    Εξαιρετικός μεζές, έτρωγα στον Πόρο. Δεν έχουμε στα νερά μας. Για την σαλάτα δεν ξλέρω αλλά είμαι επιφυλακτικός αν κρίνω από την ωμή αγγινάρα και τα χλωρά κουκιά

  14. Triant said

    Καλημέρα.
    Κατσούλες έχει παντού, πιθανόν με άλλο όνομα. Εγώ τις πρωτοέμαθα ως παπαγάλους.

  15. # !2

    Ξέχασα την καλημέρα. …Στο Ρέθυμνο τις κατσούλες τις έλεγαν παπαγ’αλους. Αυτό που είναι απίστευτο είναι που όταν την κυνηγάς η κατσούλα χώνεται σε χρόνο μηδέν ΚΑΘΕΤΑ μέσα στην άμμο σαν να ήταν η άμμος αέρας !!!

  16. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    14. Εμ, είναι από τα αγαθά της ζωής στα νησιά.Για το αντικείμενό σου,τους σκάρους -ψητούς- έλεγα 🙂 .
    Οι παπούλες,γι΄αυτούς που ορέγονται γενικά τις ωμές πράσινες σαλάτες,πέρα από μαρούλι, είναι γευστικότατες.Δηλαδή (επειδή αναφέρθηκες) οι λεπτοκομμένες αγκινάρες μέσα στις παπούλες ή στο μαρούλι,με λεμόνι ή ξύδι ή και τα δυο («μέ μέτρος»),εμένα πολύ μ΄αρέσουν.Βέβαια είναι και που τα τρώγαμε παιδιόθεν,ειδικά αυτήν εποχή της νηστείας.
    15/16.Για τις κατσούλες-παπαγάλους, δεν ξέρω. Ξεριζώθηκα νωρίς και δε μου πρόκυψε ν΄ακούσω από τους «επαναπατρισθέντες» εκεί δικούς μου.

  17. giorgos said

    6. Στούς Παξούς , αυτά τά ψάρια (καλογριες) γίνονται ανάρπαστα ! Είναι τά πρώτα πού «φεύγουν» από τόν πάγκο τού μανάβη . Αυτό τό πράγμα μόνο εκεί τό έχω δεί . Δέν έχω δεί πουθενά αλλού νά πουλιέται αυτό τό ψάρι .

  18. Γς said

    7:

    Ας το δούμε κι έτσι

  19. # 18

    ελπίζω πως μιλάμε για το ίδιο ψάρι ένα μικρό, κατάμαυρο που ζει κοπαδιαστό στα λιμάνια και τις ακτές

  20. Triant said

    @20
    Ξεχασες το ‘γεμάτο κόκκαλα και άγευστο’ 🙂

  21. giorgos said

    20. Ναί ! Αύτό τό μικρό καί κατάμαυρο , πουλιέται ακριβώτερα καί άπό τήν σαρδέλα στούς Παξούς . Μού έχει κάνει μεγάλη εντύπωση

  22. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  23. Πάνος με πεζά said

    Καλημέρες ! Εγώ πάντως τόσα καλοκαίρια στη Μύκονο, το πιο συχνό ψάρι που είδα να πουλιέται φρέσκο είναι ο σκάρος. Που, αν έχω καταλάβει καλά, πάει πιο πολύ για βραστό. Φυσικά υπάρχουν τα πάντα από ψάρια – ακόμα και μεγαλεμπορίες κατεψυγμένων-, δεν ξέρω όμως από πού έρχονται.

    Για το αλάτι θα διαφωνήσω με τον G, το Μυκονιάτικο θαλασσινό αλάτι που σπάει στα δάχτυλα, και που έχω την τύχη να το φέρνω κι εδώ στην Αθήνα, δίνει άλλη γεύση, ακόμα και σε σαλάτες. Και ταιριάζει ακόμα και στις πρωτοποριακές σαλάτες που φτιάχνει η σύζυγος, που μπορεί να έχουν από μαρούλι και γκότζι-μπέρι, μέχρι ξερά σύκα… Βεβαίως έχει έχει πολλή και ανόθευτη αλατότητα, και θέλει μέτρο…

    Μου κάνει εντύπωση που δεν είδα το «ατζούρι», το κολοκυθάγγουρο δηλαδή, πολύ διαδεδομένο στα μυκονιάτικα μποστάνια.

    Από επώνυμα, ο Κουκάς μπαίνει στην τριάδα των πιο διαδεδομένων, κι από κει και πέρα υπάρχουν σίγουρα πάμπολλοι Μπουγιούρηδες, Νάζοι, Καμμήδες, Ξυδάκηδες και άλλοι. Φυσικά, υπάρχουν και στη Μύκονο τα παρατσούκλια.

    Το κείμενο είναι δουλεμένο, η γραφή δύσκολη, το περιεχόμενο γνήσια αληθινό.

    Εδώ, η «μπάγκα» της Χώρας, όπου θα βρείτε ό,τι υπάρχει σε φρέσκο ψάρι, φυσικά μέχρι τις 8-9 το πρωί… Κάποιοι γνλωστες πάνε στα βόρεια, στο Μερχιά, κι αγοράζουν από ψαράδες «με τον κουβά», ό,τι έχει βγάλει. Κάποιοι άλλοι, με την απόχη στον Καλαφάτη, βγάζουν σακούλες μικρά ψαράκια, τα πετάνε στον καταψύκτη και τα έχουν για καιρόι ετοιμοπόλεμα σε κάθε μεζεδοκατάνυξη..

    και μια ωραία, πρό «μπάγκας’ φωτογραφία : http://neamykonos.blogspot.gr/2014/07/1960.html

  24. Πάνος με πεζά said

    Να συμπληρώσω ότι το 1996 στη Μήλο, με έστειλαν κάπου ως «το μόνο μέρος για να βρεις φρέσκι ψάρι», ό,τι έχει, και τελικά έφαγα κάπου στα Κλήματα,,,σάλπες, ενώ το 2007 στην Κάρπαθο, πάλι η ταβέρνα με το καλό ψάρι, έστελνε ανταποκριτή κάθε απόγευμα στο αεροδρόμιο…

  25. κουτρούφι said

    #24. «το πιο συχνό ψάρι που είδα να πουλιέται φρέσκο είναι ο σκάρος. Που, αν έχω καταλάβει καλά, πάει πιο πολύ για βραστό.»
    Σε πολλά μέρη υπάρχει η εξής παροιμία:
    «Σκάρος είμαι και ψήσε με και βάλε με στο πιάτο
    μπόλικο λάδι ρίξε μου και το σκατό μου φάτο»

    Νομίζω για ψήσιμο είναι ο σκάρος (αν και το «βράσε με» ταιριάζει στο μέτρο του δίστιχου). Στη φουφού.

  26. Πέπε said

    @24:
    > > …ο σκάρος. Που, αν έχω καταλάβει καλά, πάει πιο πολύ για βραστό.

    Αυτό πάλι δεν το ‘ξερα. Τον ήξερα μόνο ψητό, και μάλιστα ακαθάριστο (τρώμε και τα εντόσθια, σ’ άλλους αρέσουν, σ’ άλλους όχι) και λέπια φαίνεται ότι δεν έχει ή ότι είναι πολύ μαλακά. Εξαιρετικός, και όχι βέβαια μεζές που αναφέρθηκε πιο πάνω, αλλά κανονικό πιάτο και μάλιστα πολυτελείας. Να δοκιμάσουμε και τον βραστό.

    Υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στους κόκκινους και τους γκρίζους;

  27. Πάνος με πεζά said

    Σίγουρα γίνονται και ψητοί, αλλά νομίζω ότι ο πεθερός μου τους έκανε κακαβιά, μαζί με σκορπίνες. Τώρα, μπορεί να θυμάμαι και λάθος, μια-δυο φορές θα έχω φάει. Και σαν να θυμάμαι ότι έχει και πολλά κόκαλα.
    Για να αφιερώσουμε και κάτι στο φίλο μας τον G, τραγούδι που πρωτοέμαθα από οικοδόμο, που είχε και βάρκα και ψάρευε. Κατ’ άλλους είναι παραδοσιακό, κατ’ άλλους είναι σύνθεση του Μπάμπη Μπακάλη. Φυσικά το «σαν πεθάνω» είναι εκτός της αφιέρωσης… Ακόμα ένα τραγούδι που μιλάει για θάνατο, κι έιναι ματζόρε !

  28. sxoliko said

    Μια και αναφέρθηκαν οι τόποι καταγωγής, να μια μέτρηση που θα μπορούσε να γίνει στους θαμώνες του ιστολογίου: Να δηλώσει ο καθένας πού βρίσκεται/διαμένει. Όπως οι λέξεις της χρονιάς, ανώνυμα, γιατί κάποιος/α μπορεί να μην θέλει να το δηλώσει στα σχόλια.

  29. Γς said

    Κι είχα αρχίσει να διαβάζω το σημερινό όταν πήρε η φίλη της η Ρεβέκκα.
    Γύρισε απ την Ελβετία που πετάγεται πυκνά συχνά στην κόρη της.

    -Είπα να δω τι κάνεις. Πως περνάς χωρίς την Ειρήνη.

    -Μα μαζί της είμαι!

    -Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ ώρες ώρες της μιλάω.

    Τι να της πω;
    Να της πω ότι είναι στην κουζίνα; Δίπλα στο ψυγείο με τις ανοιχτές πόρτες, που λέγαμε χτες;

    Μαζί μαγειρεύουμε. Και όλα τα κάνω όπως αυτή. Τα υλικά, η προετοιμασία, η ηλεκτρική κουζίνα, τα μπαχαρικά στο ντουλάπι, τα μαχαιροπίρουνα στα συρτάρια τους, τα πιάτα στο νεροχύτη.
    Κι ούτε μια σταγόνα νερό στο πάτωμα. Όπως αυτή.

    Και μετά πήγα να διαβάσω τη συνέχεια.
    Κι αυτή εκεί. Μέσα. Στον υπολογιστή της.

    Και δεν αγχώνομαι να προλάβω να της πω όσα έχω στοιβαγμένα μέσα μου.

    Εχουμε μια ζωή μπροστά μας…

  30. κουτρούφι said

    #28. Η συγκεκριμένη είναι διασκευή (στίχοι – μουσική) του Μπ. Μπακάλη παραδοσιακού.
    Εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=-l79nOOsT-E προγενέστερη εκτέλεση (διασκευή κι αυτή) με το Γ. Κατσαρό (αυτόν με τα μαλλιά, όχι το σαξοφωνίστα)

  31. nikiplos said

    Καλημέρα… το διάβασα κι εγώ με τη μία… Βασικά δεν με άφηνε να σταματήσω, το ίδιο το διήγημα… Δεν με ενόχλησε (ούτε που την πήρα χαμπάρι) η στίξη του.
    Τα σαβόρε, λυσιμελής μου είναι άγνωστες λέξεις και τις θέτω στην ομαδική σοφία του ιστολογίου.

    Κουσαθανάδες είχα τρεις στο στρατό. Και οι τρεις αντικατόπτριζαν τις τρεις τάξεις του νησιού κι είχαν μικρή συγγένεια μεταξύ των…

    Το «—;Πώς τα πας με τη ζωή σε μεταχειρίζεται καλά;» μου θύμισε τον Μικρασιάτη παππού μου, που έλεγε συχνά: «δεν του φέρθηκε καλά η ζωή»…
    Αυτή η έκφραση, τότε περνούσε απαρατήρητη σε μένα. Σήμερα όμως παρατηρώ ότι πρόκειται για μια παγανιστική, προχριστιανική άποψη, που απενεχοποιεί τον άνθρωπο αφού τον βάζει να μην μπορεί να ορίσει τη μοίρα του πάντοτε… Τα πορίσματα της σύγχρονης νευροεπιστήμης έρχονται να επιβεβαιώσουν τέτοιες αρχέγονες απόψεις, που βγάζουν από το τραπέζι το μύθο της ελεύθερης βούλησης…

    Επίσης μου έκανε εντύπωση, η απουσία της γυναίκας. Οι άντρες στην κουζίνα ήταν ιεροσυλία για την παλιά επαρχιακή ελλάδα, δεν ξέρω αν η Μύκονος είχε άλλη φόρμα. Η μαγειρική σοφία του πατέρα ενδεχομένως να υποννοεί κάποιον πρώην ταβερνιάρη ή σεφ της κουζίνας. Υπόρρητα όμως μαγειρεύουν μόνο οι δημιουργικοί άνθρωποι, οι άνθρωποι με γαστρονομική κουλτούρα. Ιδίως εκείνη την παλιά εποχή που η κουζίνα ήταν γυναικείο καθαρά βασίλειο…

  32. Ολα τα ψάρια τρώγονται βραστά, τα καλά όμως ψητά. Τα λέπια στο ψήσιμο λιώνουν-αποτελούνται από λίπος, στο βράσιμο όχι.

    Οσο για το αλάτι αντικαθίσταται πανεύκολα από καλό ξίδι και εύγευστο λεμόνι- μια δοκιμή στην αρχή σε τηγανητές πατάτες(!) μπορεί να σας πείσει για το μάταιον του αλατίσματος σε ότι δεν μαγειρεύεται σε κατσαρόλα ή ψήνεται σε ταψί…

    Ειδα τα μπαρμπούνια στην φωτό και θυμήθηκα τα μπαρμπούνια της Πάρου… τόσο όμορφα στην όψη, όσο άχυρο στην γεύση

  33. Γς said

    33:
    >θυμήθηκα τα μπαρμπούνια της Πάρου… τόσο όμορφα στην όψη, όσο άχυρο στην γεύση
    \
    Επ! Θα σου πω τίπουα για τον Πόρο σου!

  34. Παναγιώτης Κ. said

    Πάντα βάζουμε λίγο αλάτι έστω και αν είμαστε… υπερτασικοί!
    Το βάζουμε για να δ έ ν ο υ ν οι γεύσεις.
    Στις πράσινες σαλάτες ενισχυμένες από τη φαντασία μας, βάζουμε πρώτα το αλάτι μετά το ξύδι ή το μπαλσάμικο οπότε το αλάτι διαλύεται και απλώνεται παντού και στο τέλος το ελαιόλαδο.

  35. Πάνος με πεζά said

    Σαβόρε η γεύση, γενικότερα το φαγητό (ίισως και το σαβουριάζω, από εκεί).

  36. sarant said

    32-36 To ψάρι σαβόρε, σαβόρ πιο συχνά, είναι αυτό που μαγειρεύεται μαρινάτο, με δεντρολίβανο και άλλα πράγματα. Υπάρχει και σε ένα Αστερίξ 🙂
    Βεβαια σαβόρε είναι η γεύση, αλλά άλλο ετυμολογία κι άλλο σημασία 🙂
    http://www.newsbomb.gr/bombplus/blogs/story/438247/syntagi-gia-psaria-savor-marinata

    32 λυσιμελής, που σου λύνει τα μέλη, σε χαλαρώνει

  37. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ!
    Τὸ ρούφηξα στὴν κυριολεξία. Δὲν μὲ δυσκόλεψε καθόλου ἡ (μὴ) στίξη. Ἤμουνα βέβαια σὲ οἰκεῖο περιβάλλον. Ἡ ντοπιολαλιὰ σχεδὸν ἴδια, ὄπως καὶ οἱ εἰκόνες καὶ τὰ συναισθήματα. Καὶ στὸ τέλος, ὅπως τόσο ὅμορφα τὸ λέει ἡ Ἔφη, «πήδηξαν τὰ δάκρυα».
    Νά ‘σαι καλὰ Νικοκύρη !

    Μερικὰ ψαρευτικὰ τώρα:

    Γιὰ τὸ σαλούβαρδο https://www.slang.gr/lemma/23790-saloubardos

    καὶ γιὰ τὸ σκάρο ps://www.slang.gr/lemma/24590-skarontoufeko

  38. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    38. Γιὰ τὸ σκάρο https://www.slang.gr/lemma/24590-skarontoufeko

  39. nikiplos said

    36@, 37@ ευχαριστώ για τις απαντήσεις! Λοιπόν αυτό το διήγημα θα με οδηγήσει κατευθείαν στην κουζίνα… 🙂

    κι έχω και φρέσκια τσικουδιά από Ιεράπετρα…

  40. Πάνος με πεζά said

    @ 37 : Σωστότατο. Κι υπάρχει και στην παραλλαγή «σαβόρο». Η σάλτσα σαβόρ, με διάφορες παραλλαγές, μπαίνει και σε τηγανητό συκώτι, όπως διάβασα. (βραστό με σάλτσα μέντας…κακόμοιρο ζωντανό 🙂 )

  41. Πάνος με πεζά said

    @ 40 : «Άσε με στο μεθοκόπι, φτιάχνω μυλοκόπι», που λέει κι ο Νταλάρας.

  42. Καλλιόπη said

    10. Χούρδος είναι ο ακατάστατος. Συνήθως χρησιμοποιείται για τις κότες (χούρδα όρνιθα): κότα με ανακατεμένα φτερά. Ελπίζω να βοήθησα.
    Όμορφο το διήγημα, αλλά εκνευριστική η απουσία των σημείων στίξης.

  43. Γς said

    43:

    >εκνευριστική η απουσία των σημείων στίξης.

    Μην εκνευρίζεστε μανδάμ…

    Εγώ ούτε που πήρα χαμπάρι την απουσία τους

  44. Γς said

    Και ποιος κάθεται τώρα να τηγαμήσει ψάρια..,.

  45. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

  46. Alexis said

  47. Πάνος με πεζά said

    Και 12 του Μάρτη, όπως έχουμε ξαναπεί, έχει φύγει από κοντά μας ο συνθέτης του τραγουδιού, ο Σταύρος Κουγιουμτζής…

  48. Ριβαλντίνιο said

    Θα σου πώ ένα μυστικό τώρα…

    …αυτός ο μπάφος είναι υπέροχος !

  49. κουτρούφι said

    Η ανάπτυξη του διηγήματος μού θύμισε την «Κόντρα» του Σαμαράκη.

  50. spatholouro said

    «πρδ. Εντευκτήριο»
    Μέχρι τώρα ήξερα ότι το περιοδικό συντομογραφείται ως περ.

    Είναι δική σου επινόηση Νίκο;

  51. Παρακολούθησα στο youtube τον συγγραφέα να διαβάζει και το άλλο του διήγημα «Η μάνα μου», εξ ίσου (ή πιο) συγκλονιστικό.

  52. νεσσίμ said

    καμιά στίξη δεν είδα κι εγώ, όπως λέει και η Ε Ε στο 2, αλλά πρέπει να έχουν κάποια σήμανση, προειδοποίηση τέτοια κείμενα, όχι να κυκλοφορούμε βουρκωμένοι και να ρωτάει το μικρό «τι έχεις;»

  53. # 24, 35

    Φάτε τρεις φορές σαλάτα ή βραστά χόρτα χωρίς αλάτι για δοκιμή και την επόμενη φορά που θα έχει αλάτι η σαλάτα θε ξυνίσει το πρόσωπό σας. Δοκιμασμέν.
    Ρωτήστε όσους έχουν μάθει στον σκέτο τούρκικο αν αντέχουν έστω στη μύτη του κουταλιού ζάχαρη στον καφέ τους
    Το αλάτι και η ζάχαρη έξω από το μαγείρεμα χρησιμοποιούνται για να καλύψουν γεύσεις

    Πάνο το αλάτι από τα βράχια μου αρέσει…σκέτο ή στα φαγητά. Περισσότερα εδώ : https://gpointsnovel.blogspot.gr/2013/04/blog-post_14.html

  54. Εγώ γιατί την γεύση την ξέρω sapore ;

  55. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα και ειλικρινα πολύ χαίρομαι που σας άγγιξε το διήγημα (52-53)

    51 Ναι, εγώ το χρησιμοποιώ, δεν νομίζω να το έχω δει κάπου. Το «περ.» τώρα που το λες, μου φαίνεται πιο ασαφές. Αλλά είναι επειδή έχω συνηθίσει το δικό μου.

  56. Ωραίο, λυγμ, κλαψ.

  57. Ο συγγραφέας έχει καμιά σχέση με τη συγγραφέα αυτού του εξαίρετου βιβλίου;

  58. Γιάννης Ιατρού said

    Ωραίο διήγημα, αλλά καλά που δεν έγραφε και βουστροφηδόν, χωρίς διαστήματα και όλα με κεφαλαία …. Τυχεροί ήμασταν …:)

    Τα σχόλια θα τα διαβάσω το βράδυ, τώρα δεν προλαβαίνω …

  59. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το διήγημα είναι εξαιρετικό. Απ΄αυτά που (η φτωχή) ζήλεψα τη μαστοριά τους. Ο συγγραφέας αφήνει χαλίκια/οδοδείχτες που σαν φτάσεις στο τέλος επιστρέφεις και τις βρίσκεις τις σημάνσεις:
    Δείπνο/νεκρόδειπνο, με τους νεκρούς σε νεκρή γλώσσα , μια μακροφτέρουγη προστασία, αυτός προσγειωμένος και χωμάτινος(εδώ βρήκα , μετά,μια σπίθα πικρού χιούμορ-που μου φερε γλαυσίγελω).

    10β. Ναι,χούρδα είναι η τσαπατσούλα,η ακατάστατη και χούρδο λέμε και χούρδικα.

  60. Μαρία said

    Έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τον πατέρα ο Κουσ. 🙂

    52
    Η μάνα μου αλλά Ο πατέρας. Απο την ίδια συλλογή «Η κουνιστή πολυθρόνα», 1996

    Η αρχή του αφηγήματος:
    Ετούτος ήταν άλλο πράγμα. Δε με πήρε στα γόνατα, δε με χάιδεψε. Είχα φάει ξύλο απ’ το χέρι του κι απ’ το λουρί του. Επειδή ήμουνα σιντιλόμος στα φαΐ, επειδή έσκυβα στην άκρια του μόλου να καμαρώσω τις άγκυρες, που έσταζαν δροσερές κι απροσδόκητες απ’ τα βάθη μες στης αλυσίδας το μουγκρητό. Τα ίδια τα καράβια, αυτές οι νοητές γέφυρες, οι κλωστές που ενώνουν στεριές κι ανθρώπους, κι ύστερα πάλι τους χωρίζουν, δε με συγκινούσαν. Μ’ άφηναν πάντα στην άκρια του μόλου με μια γεύση αλμύρας κι ένα ζωντανό κάψιμο απ’ του πατέρα το λουρί.
    Όμως στα δύσκολα εκείνα χρόνια πάλευε τίποτα να μη μου λείψει. Φόρεσα βέβαια κι εγώ τα μπαλωμένα μου, μα όταν τ’ άλλα παιδιά μασουλούσαν ξερογωνίδα, εγώ είχα το ψωμί μου θρεψίνη· όταν δεν είχαν ζάχαρη, αυτός μου έφερνε μέλι με την κερήθρα. Το καλαμίδι του έπιανε τα πιο νόστιμα πετρόψαρα, το καλάθι του κουβαλούσε τα πρώτα συκοστάφυλα του νησιού· νοτινός, βλέπεις ο κήπος μας κι οι καρποί του γυάλιζαν πρώτοι.
    Ιούλιο γεννήθηκα και μου λένε πως στα βαφτίσια μου κερνούσε τα πρωτοφανούσιμα αχλάδια απ’ το κηπαράκι μας. Μαμούνι του χωριού και της χώρας. Στην μπουζού του έκρυβε τα γλυκύτερα πορτοκάλια. Κι όλα αυτά για μένα, μόνο για μένα. Ωστόσο έτρωγα ξύλο απ’ το χέρι του κι απ’ το λουρί του. Μου αγριοφώναζε, κι ήθελα θάνατο. Ξεχνούσα και τη θρεψίνη τότε και την κερήθρα. Καλύτερα να ‘λειπαν τα γλυκούδια και να ‘ταν πιο γλυκά τα λόγια του. Σπάνια που τύχαινε να σκάσει τ’ αχείλι του, άνοιγε η καρδιά μου σαν τριαντάφυλλο

  61. σιντιλόμος όπως gentile homme; Ευγενής;

  62. Μαρία said

    62
    Ιδιότροπος απ’ την πολλή ευγένεια.
    https://sarantakos.wordpress.com/2015/04/02/gentluomo/#comment-280858

  63. 62, 63 Έχω ξεχάσει κι ό,τι κολλυβογαλλικούλι ήξερα.

  64. Για τον σκάρο, οι όποιες γνώσεις μου…
    Πολύ γλυκό ψάρι, κόκκινο ή γκρι που γίνεται με όλους τους τρόπους, ανάλογα με το μέγεθος. Οι γνωρίζοντες αφαιρούν μόνο τη χολή του ψαριού, αφήνοντας τα εντόσθια. Είναι νοστιμότατα, αν μείνει η χολή πικραίνουν και δεν αξίζουν. Ο σκάρος βοσκάει στο σκαρόχορτο που δίνει , λένε, και τη νοστιμιά στα εντόσθια.
    Μια ένδειξη για το αν και κατά πόσο ανεβαίνει η θερμοκρασία της Μεσογείου λέγεται ότι είναι η ύπαρξη του σκάρου βορειότερα, από όπου ψαρευόταν παλιότερα. Σε εμάς (στην Εύβοια) υπάρχουν πια σκάροι στην πλευρά μας του Αιγαίου.

  65. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>* ‘ρέ’εται,
    ‘ρέγεται, ΄ρέχτηκε ,ρεχτεί, λέγεται και συναντιέται και στον Ερωτόκριτο (αλλά και ορέχτη κλπ-όπου το απαιτεί ο στίχος)

    43. Καλλιόπη τώρα είδα.Τί μου θύμισες!
    Σ’εμάς «χούρδα όρνιθα» μαζί, σαν επιτατικό της χούρδας, όχι της όρνιθας 🙂 που εξ ορισμού είναι χούρδα αφού σκαλίζει και πετά τα χώματα δω κι εκεί στην αυλή . Νάσαι καλά, γέλασα μαζί και μελαγχόλησα. Η μάνα μου έλεγε «χουρδάκι ορνιθάκι» την ανηψιά μου κι εγγονή της που έμπαινε σίφουνας και πέταγε τη σάκα και το μπουφάν όπου να ΄ναι.

  66. Περί γονέων

  67. Ριβαλντίνιο said

    Πάει τα’χουν παίξει οι Δημοκρατικοί. Το γάρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη. Τώρα ανασύρουν τις χίπισσες βαβόγριες μανάδες τους από την επιθανάτια κλίνη και τις αναγκάζουν να διαδηλώνουν όπως πρίν από μισό αιώνα. Τι άλλο θα δούμε ; 🙂 🙂 🙂

  68. 68 καλός προβοκάτορας είσαι! ❤

  69. Ριβαλντίνιο said

    @ 69 Σκύλος

    Μπορώ και καλύτερα ! Σηκώνω βελτίωση ! 🙂

  70. Καλλιόπη said

    66. ‘Εφη, ο πατέρας μου, όποτε βλέπει τον αδερφό μου με ανακατεμένα μαλλία τον προσφωνεί χούρδα όρνιθα :). Κι εσύ μου θύμισες τη δεκαετία του ’80 με τη σάκα(χειροποίητη από τη γιαγιά). Τώρα που το σκέφτομαι η ανιψιά σου πετούσε τη σάκα και τον σάκο 🙂

  71. Πέπε said

    @62:
    Στα μυκονιάτικα το τσ προφέρεται σ (κασίκι κ.ά.). Άρα ο σιντιλόμος, τζεντιλ-ουόμο, που αλλού τον είδαμε τζιτζιλόμο κλπ., εδώ προϋποθέτει ένα τύπο *τσιντιλόμος.

    Το νόημα είναι ακριβώς όπως όταν λέμε ότι κάποιος είναι αριστοκράτης, δηλαδή σνομπ, δηλαδή ιδιότροπος στα γούστα, ανικανοποίητος (δηλαδή τελικά ότι δεν του αρέσει αυτό που θα θέλαμε να του αρέσει).

  72. Corto said

    Μία μυστηριώδης σύμπτωσις:

    Πρώτη φορά έμαθα το πιάτο σαβόρε σήμερα, διαβάζοντας το διήγημα. Και λίγο αργότερα το είδα στην τηλεόραση!
    Σήμερα είχε η ΕΡΤ 2 την εκπομπή «Τοπικές κουζίνες», για το αυγοτάραχο Μεσολογγίου. Στο τέλος της εκπομπής δείχνει την παρασκευή πιάτου σαβόρο! Ο κύριος Χρήστος Μοσχόπουλος ετοιμάζει σαβόρο και λέει και την ιστορία του. Ήταν λέει φαγητό των Δανών πειρατών Βίκινγκς!

    Στο 35.00:

    http://webtv.ert.gr/ntokimanter/topikes-kouzines/11mar2017-topikes-kouzines/

  73. ...?! said

    Γάτα ο Nikiplos, πράγματι ο πατέρας του Κουσαθανά ήταν ταβερνιάρης, και ναι σκύλε Παναγιώτης και Αννουσώ είναι πρώτα ξαδέρφια.

  74. ΣΠ said

    67
    Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι οι δύο αφίσες είναι πανομοιότυπες εκτός από το όνομα. Είτε πρόκειται για φωτοσοπιά είτε η γιαγιά είχε φυλαγμένη την αφίσα επί 43 χρόνια και απλώς άλλαξε το NIXON σε TRUMP.

  75. 75 Τώρα που το λες, βλέπω πως έχεις δίκιο. Μπορεί, φυσικά, να μεγέθυνε την παλιά φωτογραφία και να αναπαρήγαγε την πικέτα, αντικαθιστώντας μόνο το όνομα.

  76. Νέο Kid Al Kuwaiti said

    73, «Μία μυστηριώδης σύμπτωσις: …»
    Eχμμ… δε λέγεται σύμπτωσις αυτ’ο που σού συμβαίνει ,αλλά συχρονικότητα (synchronicity)

  77. ΓιώργοςΜ said

    76 Μέχρι ν’ αποφανθεί το CSI του ιστολογίου, τείνω να πιστέψω πως είναι αληθινή, εκεί που κρατάει την πικέτα έχει καμπυλωθεί το χαρτί και τα γράμματα. Ή, ο φωτοσοπάς έκανε καλή δουλειά.

  78. Corto said

    77:
    Μπορείς να το πεις και έτσι…Αν και δεν απέδωσα κάποιο ιδιαίτερο νόημα στο γεγονός…

  79. Παναγιώτης Κ. said

    @77. Δεν το λέμε σύμπτωση το λέμε συγχρονικότητα.
    Ενδιαφέρον! Να το καθιερώσουμε;
    Από την άλλη, σύμπτωση μπορεί να σημαίνει χρονική σύμπτωση δηλαδή συγχρονικότητα.

  80. ΚΑΒ said

    .Για τη Μαγδαληνή: σὺν γὰρ ἀνδρείαι καὶ ὁ λυσιμελὴς Ἔρως ἐνὶ Χαλκιδέων θάλλει πόλεσιν.

    .Τις καλόγριες δεν τις ψαρεύουν στο νησί.

    65.για τους σκάρους ακριβώς έτσι. 14 € έκαναν το κιλό το Καλοκαίρι.Λένε πως οι κόκκινοι είναι καλύτεροι,αλλά δε νομίζω. Μόνο ψητοί, ποτέ βραστοί.

  81. Μαρία said

    73
    Σωστός ο παππούς, δεν βάζει δεντρολίβανο που βάζουν άλλοι.
    Πρόσεξες οτι τη δάφνη τη λέει βάι;

  82. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    74.>>Παναγιώτης και Αννουσώ είναι πρώτα ξαδέρφια.
    και η κουτσομπόλα: ο Νορβηγός άνδρας της Αννουσώς, ήταν αρχιτέκτονας στου Κ.Δοξιάδη.

  83. ΚΩΣΤΑΣ said

    Όπως λέει και ο ΓιώργοΜ, «δεν ξέρω ποια συμπαντική συνωμοσία το κανόνισε» να ξαναζήσω σήμερα, με αφορμή τον Κουσαθανά, μια μεταφυσική εμπειρία, ένα «βίωμα-όνειρο» δικό μου.

    Ο πατέρας μου χάθηκε πριν αρκετά χρόνια, σχετικά νέος (60και κάτι). Καμιά δεκαριά χρόνια μετά είχα μια αναπάντεχη συνάντηση. Κάθομαι με τον πατέρα μου στην αυλή του σπιτιού μας και έχουμε μια πολύ όμορφη και γλυκιά συζήτηση. Για τη μάνα μου, για τα’ αδέρφια μου, για τις οικογενειακές μας υποθέσεις, για συγγενείς και φίλους. Ξαφνικά θυμάμαι ότι ο πατέρας μου δε ζει, όνειρό λέω θα είναι. Τσιμπιέμαι και νιώθω τον πόνο, πάω στην κουζίνα, ρίχνω στο πρόσωπό μου λίγο νερό, καταλαβαίνω τη δροσιά του, βγαίνω ξανά στην αυλή, βλέπω απέναντι το γείτονα, τον καλημερίζω και μιλάμε για λίγο. Όχι δεν είναι όνειρο, ζω μια πραγματικότητα! Η κουβέντα μας συνεχίζεται, ο πατέρας μου παίρνει πιο σοβαρό ύφος, μου λέει να πλησιάσω και μου δίνει συμβουλές και οδηγίες για όλα. Σε εμπιστεύομαι μου λέει, είμαι σίγουρος ότι όλα αυτά που σου είπα θα τα κάνεις. Έχω λίγη δουλειά μου λέει ξαφνικά, θα πάω στο χωράφι, θα ξαναγυρίσω, θα τα ξαναπούμε!

    Όταν το πρωί ξύπνησα ένιωθα συγκλονισμένος, ακόμη δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν όνειρο, νόμιζα ότι πραγματικά βρέθηκα με τον πατέρα μου και όταν έφυγε απλά κοιμήθηκα. Ζούσα με την προσμονή να ξανάρθει πάλι κατά τον ίδιο τρόπο . Δεν ξανάρθε, αραιά και που έβλεπα φευγαλέα στα όνειρα τον πατέρα μου, χωρίς κάτι το συγκλονιστικό και ιδιαίτερο.

    Την ιστορία αυτή τη διηγήθηκα στους δικούς μου, αργότερα στα παιδιά μου και σε αρκετούς φίλους. Σήμερα τη γράφω κι εδώ. Πιστέψτε με, είναι αληθινή. Μερικές φορές ακόμη σαν να βρίσκομαι σε δίλημμα, ήταν όνειρο ή μήπως ξανασυνάντησα τον πατέρα μου; Με τη λογική μου ξέρω ότι ήταν όνειρα, το συναίσθημά μου όμως με προβληματίζει.

    Στο διήγημα τώρα, λόγω αυτής της σύμπτωσης ο Κουσαθανάς με συγκλόνισε. Πέρα απ’ αυτό, λόγω και της έλλειψης των σημείων στίξης με κούρασε.

    Αύριο ή τις προσεχείς ημέρες θα πάω να ανάψω ένα κερί και θα δώσω μια μικρή βοήθεια σε όποιον αναξιοπαθούντα συναντήσω τυχαία μπροστά μου. Έτσι κάνω πάντα όταν ονειρεύομαι κάποιον που δε ζει. Σήμερα βέβαια δεν ονειρεύτηκα τον πατέρα μου, ξανάζησα όμως το όνειρο!

  84. Corto said

    82:
    Πράγματι την λέει βάι. Επίσης αν το ακούω καλά, λέει «φρέσκη» ντομάτα (όχι φρέσκια). Είναι γοητευτικός ο τρόπος που περιγράφει.

  85. ΚΑΒ said

    >>η κεφαλή στο τηγάνι η οργιά στη θάλασσα

    Η παροιμία αυτή μου θύμισε μια άλλη:Το τηγάνι στη φωτιά και τα ψάρια στο γυαλό

    για την υπεραισιοδοξία λ.χ. των κυβερνώντων για την περίφημη β΄ αξιολόγηση.

  86. ΚΑΒ said

    γιαλός

  87. Μαρία said

    86
    Αυτό λέγεται reductio ad syrizam.

  88. ...?! said

    @83 😉

  89. sarant said

    84 Φοβερή η ιστορία σου!

    66 Τάχα και το επίθετο Χουρδάκης να είναι από παρατσουκλι χούρδος;

    61 Πολυ ωραίο και αυτό!

  90. 90β, κι εντοπισμένο στην Κρήτη

    http://apps.vrisko.gr/apo-pou-krataei-i-skoufia-sou/%ce%a7%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b4%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82

  91. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    90.Μόνο οι χορδές κοντινό αλλά έχουμε και Χορδάκηδες.

    85. >>λέει «φρέσκη» ντομάτα (όχι φρέσκια).
    φρέσικη εμείς 🙂

  92. Corto said

    92:
    Φρέσικη ντομάτα, ωραίος ιδιωματισμός!

  93. Και τ΄αυγουλάκια εδώ-χάμου, φρέσικα τα λέμε όταν τα παίρνουμε από το κοτέτσι.

  94. ΓιώργοςΜ said

    90 β Κωλύομαι να πω περισσότερα, αλλά από κάποιον που γνωρίζω, ταιριάζει!

  95. nikiplos said

    @73, Αγαπητέ Corto, ομοιοπαθής ως προς τον συγχρονισμό (και την προτίμηση στην τηλεθέαση)… 🙂

  96. Corto said

    94 (Σκύλος):
    Αυτό που έχω παρατηρήσει και μου έχει κάνει εντύπωση στην ορεινή Αχαΐα. είναι ότι οι κάτοικοι δεν έχουν καθόλου «χωριάτικη» προφορά. Η προφορά τους είναι «αθηναίικη».

  97. 97 Corto, εδώ στην ανατολική Αχαΐα δεν έχουν καμιά ιδιαίτερα βαριά προφορά αλλά πολλοί συνομίληκοί μας μιλάνε γρήγορα! Δεν ξέρω γιατί. Αυτός είναι κι ένας λόγος που δυσκολεύομαι (ένεκα βαρηκοΐας) να συνεννοηθώ στο καφενείο, ας ειπούμε. Πάντως, ακόμα και κτηνοτρόφοι των 70 ετών, πού ‘χουν βγάλει Δημοτικό, μιλούν αυτά τα «αθηναίικα».

  98. Corto said

    96:
    Πολύ ευχάριστο αυτό, Νίκιπλε! Αλληλο-συγχρονιστήκαμε!
    Ομολογώ ότι δεν είχα ξαναδεί αυτήν την εκπομπή, αλλά μου άρεσε πολύ. Είναι μαγευτική η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου.

  99. Καππαδοκης said

    Χουρδακης επίθετο που συνανταται στην Αγία Παρασκευή Καστελλίου Πεδιάδος. Χουρδος ο τσαπατσουλης με την ίδια σημασία και ο γρουσουζης σε μας στην Κρήτη.

  100. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Εδώ για τον πεντακοσίαρχο Θεόδωρο Χούρδο
    http://www.e-sfakia.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B5%CF%82/36–1821/186——1821

    κι εδώ επίσης αναφορά στη συμμετοχή και το θάνατό του
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%82_%CE%99._%CE%9E%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82

  101. Corto said

    98:
    Επειδή έχει τύχει να μιλήσω με πολλούς κτηνοτρόφους και αγρότες της περιοχής, μιλούν πράγματι πολύ «καθαρά». Και στην δυτική Αχαΐα το ίδιο. Περιέργως περισσότερο έντονη είναι η τοπική προφορά μέσα στην Πάτρα (όχι βέβαια από όλους) παρά στα χωριά. Φαντάζομαι ότι μέσα στην Πάτρα η προφορά πρέπει να έχει δεχτεί κάποια επίδραση επτανησιώτικη (ζακυνθινή κυρίως).

  102. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Χούρδος ή Χουρδάκης

    Ποῦ εἶστε οἱ Σπαντιδιανοί καί Μπούρμπαχοι, καί ἄλλοι ;
    καί Χούρδιδες, καί Σφακιανοί οὖλοι μιτσοί μεγάλοι;
    Ἄλλους ἔφα’ ὁ πόλεμος, κ’ ἄλλ’ ἐξενιτευτήκα,
    http://www.e-sfakia.gr/2010-06-04-22-56-50/156—
    …………………………………………..
    Χούρδος Ρούσσος, γενναίος οπλαρχηγός του 1821, αδελφός του Θεοδώρου,
    αν και από τους δυνατότερους αγωνιστές του 1821 οι Μυλοποταμίτες δεν τον έκαμαν αρχηγό λόγω της σκληρότητας του χαρακτήρα του. Το 1823 με 200 άνδρες του πολέμησε τον Χασάν στη διαδρομή του προς το Οροπέδιο Λασιθίου. Το 1826 συνελήφθηκε και φυλακίσθηκε στις φυλακές Χανίων.
    Χούρδος παπα Μανούσος αδελφός του Θεόδωρου και του Ρούσσου, αναφέρεται σε επίσημα έγγραφα ως <<αγωνιστής της Ελευθερίας

  103. 98, 102 σκέφτομαι πως η εισαγωγή της τηλεόρασης στα 70’ς πρέπει να έχει παίξει ρόλο στην διάχυση μιας κοινής προφοράς. Παλιά ήταν μόνο το ραδιόφωνο κι ο δάσκαλος με τη βίτσα, τη μουροκλαρίδα πούλεγε κι ο πατέρας μου.

  104. Corto said

    104:
    Σίγουρα η τηλεόραση έπαιξε τεράστιο ρόλο. Αλλά ίσως και το σινεμά ήδη από το ’50.

  105. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Χούρδος, γενναίος, θαρραλέος λέει εδώ. Μήπως ,στο βάθος, Κούρδος ;
    https://el.wiktionary.org/wiki/%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82

  106. Καππαδοκης said

    Υπάρχει και η οδός Ρούσσου Σούτσου στο Ηράκλειο Κρήτης

  107. 105 Στα χωριά πού σινεμά; Θυμάμαι αρχές δεκαετίας ’70, στο χωριό της μάνας μου, στη Μεσσηνία, τον πλανόδιο σινεματζή με το βανάκι και το σεντόνι-οθόνη που έκανε προβολές στην πλατεία. Τα καθίσματα τα φέρναμε από το σπίτι του παπού.

    106 ΕΦΗ² κι εγώ αυτό σκεφτόμανε. Αλλά τους Κούρδους η ελληνική γλώσσα τους γνώρισε το ’22 ως Τσέτα, ως εχθρούς. Θυμάμαι τον ΘουΒου σε μια ταινία ασπρόμαυρη να παίρνει το δίκανο μέσα στο μαγαζί του για να κυνηγήσει κάποιον που δεν-θυμάμαι-τι, λέγοντας του «Φύγε, ρε Κούδρε!». Έτσι, Κούδρος.

  108. Ριβαλντίνιο said

    Α Να Χαθειτε Κουρδοι Εδω Μεσα

  109. Corto said

    108:
    Σωστά, δεν υπήρχε παντού σινεμά.
    Αυτό κι αν είναι ενδιαφέρον θέμα για διερεύνηση, όχι μόνο από κοινωνιολογική άποψη, αλλά και από γλωσσική. Ως γνωστόν στις παλιές ελληνικές ταινίες, στις λίγες περιπτώσεις που παρουσιάζεται η ελληνική ύπαιθρος, ακούγονται κυρίως κακές απομιμήσεις τοπικής προφοράς.

  110. 109 Εισ΄ωραίος και το ξέρεις! Αλλά το θυμάμαι σε άλλη φάση, σε μαγαζί με οικιακά είδη στην στοά Κοραή. Και με δίκανο. Επιπλέον εδώ το λέει σωστά.

  111. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

  112. 110 Αλλά, μάστορα, αυτή η έρευνα θέλει κότσια και γνώσεις. Δεκαετία ’60 άντε να υπήρχε από μια τηλεόραση στο καφενείο κάθε χωριού. Θυμάμαι την προσελήνωση του Άρμστρονγκ στο καφενείο λίγο πιο πάνω από ΄δώ. Στη δεκαετία ’70 έγινε το «μπαμ» που κάθε σπίτι πήρε τηλεόραση. Και τα παιδιά κόψαν τις αλάνες και κάθονταν στο χαζοκούτι.

  113. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    -Στη Μύκονο, το μανουσάκι το λένε αβιόλα
    …αρχές του Δικέ’μβρη, π’ άνθσε η πρώτη αβιόλα του χειμώνα και σαν πρώτη μύριζε καλύτερα απ’ ούλες τις άλλες, π’ ακ’λουθούνε στρατός. Μπερδεμένες με τη μυρωδιά του μανταρινιού, τ’ άσπρο με το πορτοκαλί, […] θυμίζουν στις μεγάλοι τα παιδικά τωνε χρόνια είτ’ αυτά ‘ ταν πικρά είτ’ ευτυχισμένα, σαλπίζοντας γι’ άλλη μια φορά τη νίκη της γελαστής άνοιξης μες στην παγωμένη καρδιά του χειμώνα. Ήτυχε να ΄μαι παρών σ’ αυτό το μέγα γεγονός κι είδια τη λαλά να χώνει το μουσούδι της μες στ’ άσπρα ά’θια , τα μοσκομυριστά, και λέει στον κόσμο αλάκερο:

    -Αχ, ά’θρωπε! Όσο η αβιόλα ξυπνά, ξεπετιέται με τη βροχούλα κι α’θίζει μέσ’ απ’ το χώμα του καλοκαιριού οπού ‘ναι θαμμένη κι αμύριστη, υπάρχ’ ελπίδα για τη γης. Για τη γης , λέω, γιτί για να πούμε το ίδιο και για τον ά’θρεπο πρέπ’ το δίχως άλλο να ξέρομε είναμο’ τήνε προυπαντήρει και την ‘ποδέχεται ο καθαείς.

    -Τι θες να πεις , λαλά, τήνε ρωτάω.

    -Άλλος τήνε φιλεί και τρυγά μακαρίζοντας την ευωδιά τ’ς που τέχτηκε να μαλακώνει σαν το ζυμάρι τ’ ά’θρεπου την ψυχή, κι άλλος περνώντας από δίπλα τ’ς τήνε ποδοπατεί με σκληρότη’ κι αδιαφορία. Αν ούλοι οι α’θρώποι μαζί σαν ένας σκύβανε, γυιόκα μ’ , να μυρίσουνε την πρώτη αβιόλα κι εψέλνανε με μια φωνή την ευχαρίστησή τωνε για το δώρο τ’ς ζωής, δε θα ξοδεύομαστε σε πράξεις ανάξιες και ντροπιασμένες.

    Βλέποντας , φαίνεται, τη δυσπιστία και την απορία στα μάτια και στο αθέλητο χαμόγελό μου, εξήγησε:

    -Η σωτηρία μας κρέμεται κι απ’ τ’ς πρώτης αβιόλας την υποδοχή, αφέντη μ’».
    ………………………………………………………………..
    «Μυζήθρα, ζυμήθρα». Ένα αληθινό παραμύθι, που έγραψε ο Παναγιώτης Κουσαθανάς μνημονεύοντας τις γιαγιάδες του
    http://peopleandideas.gr/2014/02/05/grandmothers/

  114. Ριβαλντίνιο said

    @ 110 Corto

    Και αρβανίτικα ακούγονται στην «Κυρά μας την Μαμή» . Ανάρτηση του Σμέρδ :

    Η ΙΕ ρίζα *mei- «πράος, άκακος»: Ο Παντελής Ζερβός και ο Μειλίχιος Ζεύς

    – Ε άι μιρ ; ( = Και αυτός είναι καλός ; )

    – Κουσουρί ε παρë καμ , μος γιε μιρ ; ( = Τον έχω πρώτο ξάδελφο, πώς να μην ειναι καλός ; )

    https://smerdaleos.wordpress.com/2016/04/10/%ce%b7-%ce%b9%ce%b5-%cf%81%ce%af%ce%b6%ce%b1-mei-%cf%80%cf%81%ce%ac%ce%bf%cf%82-%ce%ac%ce%ba%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%82-%ce%bf-%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%ae%cf%82-%ce%b6/

  115. Corto said

    113:
    Βέβαια, όπως το λες, είναι πολύ δύσκολη έρευνα. Παρεμπιπτόντως είχαν γίνει προσπάθειες για «τοπικό» σινεμά στην Ελλάδα. Μία από αυτές ήταν η εταιρεία «ΚΟΝΤΑΞΗΣ ΦΙΛΜΣ», του σκηνοθέτη Βασίλη Κονταξή, με έδρα τα Τρίκαλα. Γύρισε τέσσερις ηθογραφικές ταινίες μεταξύ των οποίων και τον «Σακαφλιά» του 1967, όπου έπαιζαν και ντόπιοι ηθοποιοί και κομπάρσοι.
    Οπωσδήποτε, όπως σωστά επισημαίνεις, η TV σάρωσε τα πάντα.

  116. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    113.>>Στη δεκαετία ’70 έγινε το «μπαμ» που κάθε σπίτι πήρε τηλεόραση.
    Κατέβαινα στο χωργιό τις διακοπές και στο καφενείο άκουα συχνά πυκνά τη φράση: που λέει ο μπαρμπα Γιώργος και που λέει ο μπαρμπα Γιώργος(Διον.Παπαγιαννόπουλος). Χάθηκαν τα ελέγανε ο τάδε μας κι ο δείνα μας και μπήκανε λόγια από τις φιγούρες της τιβι. Η θεια το Μαρούλι από δίπλα ακουγόταν το καλοκαίρι που καληνύχτιζε απαντητικά,γλυκά, τον εκφωνητή ειδήσεων τα μεσάνυχτα.

  117. Corto said

    115 (Ριβαλντίνιο):

    Και ο Βέγγος λέει αρβανίτικα: Γκέγκε ή νούκου γκέγκε;

    Στην τανία σχολή για σωφερίνες στο 1.06.

  118. Corto said

    115:
    Να προσθέσω ότι η προφορά που μιμείται ο Ζερβός στην «κυρά μας την μαμή» δεν είναι καθόλου αρβανίτικη.

  119. Μαρία said

    119
    Όλοι τα ρουμελιώτικα του μπαρμπα-Γιώργου μιμούνται.

  120. Corto said

    120:
    Ακριβώς. Η αφετηρία είναι ο Καραγκιόζης, η ελληνική κομέντια ντελ άρτε.

  121. nikiplos said

    Αυτό με την τηλεόραση και τη γλώσσα, το έχω πρωτοακούσει από τον Ιταλό συγγραφέα (αστυνομικής λογοτεχνίας) Andrea Camilleri (Αντρέα Καμιλιέρι)…

    Έχει πει, πως από το 1960 που η Ιταλική Τηλεόραση εισέβαλε σε κάθε σπίτι, χάθηκαν οι τοπικές διάλεκτοι της Ιταλίας, κυρίως στις νέες γενιές που ήθελαν να ομογενοποιηθούν με τους πρωτευουσιάνους…

    Στην ταινία του Μάριο Μονιτσέλι, «ο κλέψας του κλέψαντος» ο Τοτό, που παίζει τον Σικελό, μιλάει την σιτσιλιάνικη διάλεκτο (που όντως διαφέρει σημαντικά από την κλασσική Ιταλική – αν υπήρξε ποτέ τέτοια) για να μην τον καταλάβουν οι θαμώνες ενός καφενείου. Χωρίς να έχει αντιληφθεί ο καψερός ότι τηλεφωνεί από σιτσιλιάνικο καφενείο της μεγαλούπολης…

    Άλλωστε μέχρι και τα 80ς, στο κέντρο της Αθήνας υπήρχαν τα καφενεία της κάθε ελληνικής επαρχίας, όπου σύχναζαν (και αλληλοβοηθιούνταν) οι τοπικοί πατριώτες.

    Η τηλεόραση έκανε το ίδιο σε όλον τον κόσμο λοιπόν…

  122. Ριβαλντίνιο said

    @ 111 Σκύλος

    Εισ΄ωραίος και το ξέρεις!

    Στο τέλος

  123. Πέπε said

    @118:
    > > Και ο Βέγγος λέει αρβανίτικα: Γκέγκε ή νούκου γκέγκε;

    Αυτό έχει περάσει ως έκφραση και στα ελληνικά, δεν το λένε μόνο οι αρβανιτόφωνοι.

    @
    > > καί Χούρδιδες, καί Σφακιανοί …
    …………………………………………..
    Χούρδος Ρούσσος, γενναίος οπλαρχηγός του 1821…

    Εδώ είναι ένας παράξενος κρητικός ιδιωματισμός που έχω παρατηρήσει εδώ και καιρό:

    Τα σχετικώς λίγα κρητικά επώνυμα που λήγουν σε -ος κάνουν πληθυντικό σε -ηδες: Χούρδος, Χούρδηδες, Βρέντζος, Βρέντζηδες, Σιγανός, Σιγανήδες.

    Και σ’ άλλες περιοχές τα επώνυμα έχουν δική τους κλίση. Δεν ξέρω από πού ακριβώς προέρχονται (σήμερα ακούγονται αραιά αλλά πανελληνίως) οι πληθυντικοί σε -αίοι, όταν ο ενικός λήγει σε οτιδήποτε: Μακρυκωσταίοι, Πετροπουλαίοι, Μαυρομιχαλαίοι, Θεοδωριδαίοι.

  124. Πέπε said

    124β @103

  125. Μαρία said

    122
    Ο Τοτό έπαιζε τον «καθηγητή».
    Η περίπτωση της Ιταλίας είναι διαφορετική με τη δική μας. Εκεί δεν υπήρχε αμοιβαία συνεννόηση, μιλάμε για κανονικές διαλέκτους όπως σε μας τα ποντιακά.

  126. Πέπε said

    @126:
    Έως και διαφορετικές γλώσσες.

    Είναι φυσικά γνωστό ότι τα όρια ανάμεσα στη διαφορά δύο γλωσσών και τη διαφορά δύο διαλέκτων χωρούν πολύ νερό, αλλά τουλάχιστον για την περίπτωση των βενετσιάνικων ακόμη και τα λεξικά δείχνουν να τα θεωρούν διαφορετική γλώσσα, όταν λένε ότι η τάδε ελληνική λέξη είναι ενετικό (και όχι ιταλικό) δάνειο.

    Νομίζω (δε βάζω το χέρι μου στη φωτιά) ότι και για τα σικελικά είναι αρκετά διαδεδομένη η παραδοχή ότι είναι γλώσσα.

  127. Μαρία said

    127
    Βαβυλωνία https://it.wikipedia.org/wiki/Lingue_parlate_in_Italia#Lingue_centromeridionali

    https://it.wikipedia.org/wiki/Lingua_siciliana

  128. Γς said

    1992 Τολό.

    Ανεβαίναμε από το Ναύπλιο όταν κυριολεκτικά μας βούτηξαν στην παρέα τους.
    Σ ένα τρικούβερτο γλέντι. Αξέχαστο.
    Τόσο, που συχνά μέχρι σήμερα το αναφέραμε με την Εύη.

    Και να δεις που μας είχαν δώσει το τηλέφωνό τους για να ξανασυναντηθούμε,

    Ε, χτες το βρήκα σε κάτι παλιές σημειώσεις μου.

    Και τα λέγαμε ώρες, σαν να μην πέρασαν 25 χρόνια…

    Και βέβαια θα ξαναβρεθούμε!

  129. Pedis said

    # 122 – Ο Νίκιπλος έχει δίκιο (και η παρατήρηση της Μαρίας είναι ορθή αλλά μη σχετική) αν και οι διάλεκτοι δεν χάθηκαν.

    Μεταξύ τηλεόρασης, επαγγελματικής αναβάθμισης μέσω της δυνατότητας πρόσληψης στο δημόσιο τομέα με γενικούς διαγωνισμούς, στρατιωτικής θητείας και εσωτερικής μετανάστευσης με αποκλειστική φορά νότος-βορράς, υποτίθεται ότι, οι δύο πρώτες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην γενικευμένη αποδοχή και χρήση της επίσημης ιταλικής γλώσσας όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο.

    Τα υπόλοιπα δύο για διάφορους λόγους είχαν δευτερεύοντα/τριτεύοντα ρολο.

    Η επιβολή της επίσημης γλώσσας χάρη στα κοινά -όσον αφορά τη γλώσσα- πανεθνικά σχολικά προγράμματα είχε προφανή αποτελέσματα, όπως παντού αλλού στον κόσμο των εθνικών ολοκληρώσεων , αλλά οι δάσκαλοι, γενικά παρατηρούνταν ότι, είχαν καταγωγή από τον τόπο που δίδασκαν κι αυτό δυσκόλευε το όλο εγχείρημα.

    Ούτε οι ντοπιολαλιές, ούτε οι διάλεκτοι έχουν χαθεί. Το αντίθετο. Οι Ιταλοί, τουλάχιστον στο αυτί, όλοι τους, είναι «δίγλωσσοι».

  130. sarant said

    130 Στην Ιταλία και τα συνδικάτα παραπονιούνταν -μιλάμε για το 1950-60- που εξαιτίας των διαλέκτων δυσκολεύονταν να συνεννοηθούν και να οργανώσουν τους εργάτες από τον Νότο.

  131. Pedis said

    # 131 – Ναι, και σε αυτό όπως και σε πολλές άλλες εκδηλώσεις συνετέλεσε στο διαίρει και ξαναδιαίρει.

    Με την ευκαιρία να σημειωθεί κάτι που δεν ίσως δεν το γνωρίζουν ούτε οι Ιταλοί οι γεννημένοι το ’70 και δώθε. Μέχρι τα μισά του ’60, μου φαίνεται ήταν το ’63 που καταργήθηκε ο σχετικός νόμος, η εσωτερική μετανάστευση δεν ήταν ελεύθερη αλλά διέπονταν από ισχυρούς περιορισμούς (για άδεια εγκατάστασης, διαμονής και εργασίας), οι οποίοι παρακάμπτονταν με τη βοήθεια και συνδρομή οργανωμένων κυκλωμάτων προσφοράς (ακόμη περισσότερο) χαμηλοπληρωμένης εργατικής δύναμης στις φάμπρικες του βορρά.

    Τα εργατικά συνδικάτα του ιταλικού βορρά για αρκετούς λόγους τα έκαναν ψιλοσκατά και σε αυτό το σημείο. Ήταν απροετοίμαστα και ιδεολογικά και «εθνικά».

    Αλλά πάει μακριά η βαλίτσα.

  132. Πέπε said

    @98, 102, 104 και όλα τα σχετικά σχόλια:

    Ξεκινήσαμε από το ότι τα χωριά της Πάτρας, αντίθετα από την ίδια την Πάτρα, μιλούν σαν αθηναίικα. Συζητήθηκε ο ρόλος που μπορεί να έχει παίξει η τηλεόραση.

    Είμαι επιφυλακτικός.

    Ένα έστω ελαφρύ αξάν είναι συνήθως το τελευταίο που απομένει από μια ντοπιολαλιά, ακόμη και στις γενιές που έχουν αποβάλει κάθε ιδιωματισμό στη γραμματική, τη σύνταξη κλπ.. Άλλωστε, η επίδραση της τηλεόρασης στα συγκεκριμένα χωριά δεν μπορεί να ήταν διαφορετική απ’ ό,τι παντού αλλού.

    Μήπως είναι πιθανότερο αυτή να ήταν ανέκαθεν η προφορά τους; Αν είναι τόσο «καθαρή», χωρίς φθόγγους που χάνονται και με κάθε φώνημα να αντιστοιχεί σε έναν φθόγγο (ή έστω σε δύο με πολύ ξεκάθαρα κριτήρια και χωρίς τόσο έντονη διαφορά μεταξύ του όσο π.χ. το [k] από το [tsh]), είναι εύλογο να επικράτησε σταδιακά ως πανελλήνια και σήμερα να τη θεωρούμε αθηναίικη. Ότι σε άλλα σημεία, γραμματικοσυντακτικά και γενικότερα όσα δεν εξαρτώνται από το αν ο λόγος είναι γραπτός ή προφορικός, η επίσημη νεοελληνική έχει στηριχτεί εν πολλοίς σε μοραΐτικα ιδιώματα, είναι νομίζω δεδομένο. Για την προφορά βέβαια δεν είναι εύκολο να οριστεί και να επιβληθεί μία επίσημη, αλλά ακόμη και σε εποχές όπου υπήρχαν μόνο ιδιώματα και καμία «κοινή», ήταν βέβαια δυνατό να διακριθεί αν μια προφορά έχει περισσότερους ή λιγότερους ιδιωματισμούς.

  133. Corto said

    133:
    Συμφωνώ με αυτά που γράφεις. Αλλά την τηλεόραση την αναφέραμε για την επίδραση που είχε γενικότερα στην Ελλάδα, όχι μόνο στην συγκεκριμένη περιοχή.
    Ειδικά για την Πάτρα, έχει ενδιαφέρον να γνωρίζουμε ότι είναι η πατρίδα του Καραγκιόζη, άρα από εκεί ξεκίνησε και η τυποποίηση της προφοράς των διαφόρων τοπικών τύπων.

  134. sarant said

    132 Ε αυτό δεν το ήξερα!

  135. Το τοπικό παράρτημα CSI απεφάνθη…

    https://sarantakos.wordpress.com/2017/03/13/aquavitae/#comment-420140

    Μιλάμε περί του https://sarantakos.wordpress.com/2017/03/12/kousathanas/#comment-419805 είναι μούφα!

  136. Pedis said

    # 135 (# 132) – με την ευκαιρία που φρέσκαρα τη μνήμη μου, διορθώνω μία ανακρίβεια: ο νόμος που έθετε περιορισμούς στην εσωτερική μετανάστευση και προέβλεπε έγκριση των αρχών ήταν του ’39 και παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1961 (κι όχι μέχρι το ’63 όπως έγραψα παραπάνω).

    A History of Contemporary Italy: 1943-80, Paul Ginsborg, κεφ. 7, σελ. 218 (δεν τη βρίσκω στον γκουγκλομπούκη)

    κατά συνεπεια το μεγαλύτερο μέρος εσωτερικών μεταναστών μέχρι τότε (η ανάπτυξη το απαιτούσε να) ήταν παράνομοι …

  137. Γιάννης Ιατρού said

    136: Ξέχασες το
    «Κατάθεσις ενστάσεων διά αποχαρακτηρισμό, αρκούντως χαρτοσημασμέναι και μεθ΄απάντων των δικαιολογητικών εις δπλούν, εντός 30ημέρου (12/4/2017) στην εν Αιγιαλεία γραμματεία»

  138. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    «* «ν’ απολο’χάνει» θα πει υποθέτω «να κατακάτσει». Στο μυκονιάτικο λεξικό του ο Κουσαθανάς λημματογραφεί τη φράση «ν’ απολοχάνει το φαγητό» με τη σημασία «να το αφήσουμε να κρυώσει λίγο».»

    Στὰ Θερμιὰ τὸ λέγανε «ν’ ἀπολαχάνει» μὲ τὴν ἔννοια «νὰ ξεκουραστεῖ», κυριολεκτικὰ, π.χ. «περίμενε λιγάκι ν’ ἀπολαχάνω, ἤτανε πολὺς ὁ ἀνήφορος» ἤ μεταφορικὰ, στὴν περίπτωση τοῦ φαγητοῦ ποὺ μόλις κατέβηκε ἀπὸ τὴ φωτιά.
    Πιθανὴ προέλευση ἀπὸ τὸ λαχάνιασμα.
    Ἀλλοῦ ὑπάρχει καὶ ἡ ἔκφραση «λάχα-λάχα» ποὺ σημαίνει βιαστικά. Τὴν ἄκουγα ἀπὸ τὴ μακαρίτισσα τὴν πεθερά μου, γεννημένη καὶ μεγαλωμένη στὴν Εὔβοια μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, ἀλλὰ τὴ βρῆκα καὶ στὸ σλανκγρ (https://www.slang.gr/definition/7892-firi-firi-fyri-fyri).

  139. Μαρία said

    139
    Το λάχα λάχα είναι σχεδόν πανελλήνιο. Όχι απλώς βιαστικά αλλά ασθμαίνοντας.

  140. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    140. Ἄρα μποροῦμε νὰ τὸ συσχετίσουμε μὲ τὸ λαχάνιασμα.
    Ἀπ’ ὅ,τι βλέπω στὸ βικιλεξικὸ τὸ λαχανιάζω ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὸ μεσαιωνικὸ ἀναχανιάζω (https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89).
    Εἶναι πράγματι ἔτσι;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: