Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ποιήματα για τη μέρα της ποίησης -και πάλι

Posted by sarant στο 21 Μαρτίου, 2017


Η άνοιξη ξεκίνησε από χτες, διάβασα, αλλά η σημερινή μέρα, κι αν δεν είναι η πρώτη μέρα της άνοιξης είναι όμως η Παγκόσμια μέρα της ποίησης. Το ιστολόγιο, καθώς έχει προγραμματικό αντικείμενο «τη γλώσσα, τη λογοτεχνία» και μετά όλα τα άλλα, έχει κι άλλες χρονιές τιμήσει τη μέρα τούτη, άλλοτε με ποιητικό κουίζ και άλλοτε  με αθησαύριστα ποιηματα.

Για φέτος λέω να επαναλάβω κάτι που έκανα πριν από τρία χρόνια: θα βάλω εγώ τρία ποιήματα, που είναι (σχεδόν) αγκούγκλιστα, δηλαδή δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο ή τουλάχιστον δεν βγαίνουν αν κάνεις αναζήτηση στο Γκουγκλ -δεν βγαίνουν, να διευκρινίσω, τώρα που γράφω το άρθρο, αφού σε λίγες ώρες από τώρα τα ποιήματα αυτά θα γκουγκλίζονται, καθώς θα τα έχει καταγράψει το αδηφάγο και παντεποπτικό μάτι του γκουγκλ· αλλά αυτός είναι ο σκοπός μου, να αυξηθεί έστω και λίγο η παρουσία της ποίησης στο Διαδίκτυο.

Ωστόσο, για να το κάνω αυτό χρειάστηκε να ψάξω κάμποσην ώρα, ν’ ανοίξω κιτάπια -δεν έχουν όλοι τη δική μου την πετριά. Οπότε, ενώ σας προσκαλώ να βάλετε στα σχόλια ένα ή περισσότερα ποιήματα που αγαπάτε, δεν βάζω σαν όρο να μην γκουγκλίζονται. Αν τα ποιήματα που διαλέξατε δεν είναι και πολύ γνωστά, αυτό αρκεί. Και γνωστά να είναι, δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας, άλλωστε είναι και υποκειμενικό το τι είναι γνωστό -ε, δεν θα βάλετε και την Ιθάκη, φαντάζομαι 🙂

Εγώ θα ξεκινήσω με ένα ποίημα του Λαπαθιώτη, βέβαια. Ο Λαπαθιώτης έχει πολύ έντονη παρουσία στο Διαδίκτυο -είναι άλλωστε από τους περισσότερο μελοποιημένους ποιητές μας- κι έτσι δυσκολεύτηκα αρκετά να βρω κάποιο δικό του που να μ’ αρέσει και να μην υπάρχει ήδη στον κυβερνοχώρο. Βρήκα ένα από τα πολύ πρώτα του ποιήματα, που «γκουγκλίζεται εν μέρει», με την έννοια ότι υπάρχουν αποσπάσματά του στο διαδίκτυο. Μάλιστα, το είχαμε αναφέρει στη Λεξιλογία διότι περιέχει τον πληθυντικό τύπο «οδύνες», που συγχέεται με τον τύπο «ωδίνες».

Πρόκειται για το ποίημα «Στα περασμένα», που δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1906, όταν ο Λαπαθιώτης ήταν 18 χρονών:

ΣΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ

Μας ξεπλανάτε σε όνειρα σαν τις Σειρήνες,
στο εξωτικό τρεμόσβημα θλιμμένης δύσης,
και μας μεθάτε με γλυκύτατες οδύνες!
Ανάθεμά σας, κολασμένες αναμνήσεις!

Ο δρόμος σας δε χάνεται βαθιά στη λήθη,
και το φως σας την τυφλή σκέψη ξαναπάγει
στα μαγικά και στα φαρμακερά σας βύθη…
Πνιγείτε πια στης νύχτας τα βουβά πελάγη!…

Μας γκρεμίζει μια δύναμη, τρομερή που ’ναι,
στους ροδινούς σας κόσμους, που δε γυρνούν πίσω.
Γύρω θωρώ τόσες ψυχές που λησμονούνε:
γιατί κι εγώ να μη μπορώ να λησμονήσω;

Ω μνήμη! Τη φτωχή την ύπαρξή μου, αχ, άσε!
Σε λήθης μαύρα κύματα καταποντίσου!
Καρδιά τρελή, πολύπαθη, γιατί θυμάσαι;
Στου χρόνου τους χειμάρρους πνίξε την ορμή σου!

Ένα φιλί σας στέλνω, αγάπες μου! Είστε οι ξένοι,
που βιάζονται η ώρα της φυγής τους να σημάνει.
Η λάμψη σας θαμπώθηκε, σιγά πεθαίνει…
Ας ήταν κι η καρδιά μου να σιγοπεθάνει!

Το δεύτερο ποίημα είναι του Κώστα Βάρναλη και είναι πολύ κοντινό χρονολογικά με το πρώτο. Ο Βάρναλης, βέβαια, υπάρχει ολόκληρος στο Διαδίκτυο, στον ιστότοπο της Ανεμόσκαλας, οπότε για να βρεις ποίημά του που να μη γκουγκλίζεται πρέπει να μην το έχει συμπεριλάβει σε ποιητική συλλογή του ή στην κάθε άλλο παρά πλήρη έκδοση των ποιητικών του (διότι δεν έχουμε αξιωθεί να αποκτήσουμε τα Άπαντα ποιήματα του μεγάλου μας ποιητή).

Το χαρακτήρισα «κοντινό» με του Λαπαθιώτη επειδή είναι γραμμένο το 1908, και αρχικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηγησώ που το έβγαζε μια δεκάδα νέων τότε ποιητών -Βάρναλης, Λαπαθιώτης, Φιλύρας, Καρβούνης, Πολίτηδες κτλ. Το συγκεκριμένο τεύχος (το δέκατο και τελευταίο της Ηγησώς) υπάρχει σε κάποιον ιστότοπο του ΑΠΘ οπότε το ποίημα «μισογκουγκλίζεται», καλύτερα όμως να το βάλω κι εδώ να υπάρχει. Τον τελευταίο στίχο τον είχαμε συζητήσει κάποτε στο ιστολόγιο.

Είναι άτιτλο κι είναι το τελευταίο από πέντε άτιτλα ποιήματα με τον γενικό τίτλο «Τραγούδια»

Ξυπνάω το ροδοχάραμα και τα πουλιά με ξέρουν
και πληγωμένη η γη ευλογεί την κοφτερή μου αξίνα·
νέος είμαι και χαρούμενος γιατί όλα εμέ μου λείπουν
και του τσιγάρου μου ο καπνός είναι η ιδέα του πλούτου.
Είναι το πνεύμα μου ένα δίχτυ ολούθε ξεσκισμένο:
μπαίνουν οι ιδέες και χαίρουν και, όσο φεύγουνε, πλιο ωραίες
και καρτερώ κάποιο τρανό και χρυσολέπιο ψάρι.
Ωραία είναι τ’ αναστήματα των ψυχών όλων πέρα
που αργοκινούνται σαν ανθοί του κάμπου στ’ αγεράκι.
Βαράω λαγούτο ολόγλυκο το βράδυ στην παρέα
κι ήθελα το τραγούδι μου περνώντας τα χωράφια
ν’ ανέβαινε στα ψηλά δεντρά να γλυκαντηχήσει·
κι όλοι με λένε σεβνταλή κι αφού το λένε θα’μαι….

Και η τριάδα θα ολοκληρωθεί με τον τρίτο αγαπημένο μου ποιητή, τον Γιώργο Κοτζιούλα. Θα παρουσιάσω ένα ποίημα που το θέμα του κατέχει κυρίαρχη θέση στην ποίηση του Κοτζιούλα, τη νοσταλγία του εγκατεστημένου στην πόλη ποιητή για το χωριό του και τα παιδικά του χρόνια. Είναι αφιερωμενο στη συγγραφέα Έλλη Παπαδημητρίου, φίλη του Κοτζιούλα. Δημοσιεύτηκε στη φιλολογική σελίδα της Καθημερινής στις 20 Ιουλίου 1936 και αργότερα στη συλλογή «Δεύτερη ζωή» (1938). Στο τέλος εξηγώ καναδυό λέξεις.

ΑΓΡΟΤΙΚΟ

                        Στην Έλλη Παπαδημητρίου.

Μικρός πηδούσα απάνου στο κοκκινοπήλι,
τον είχα τότε στην καρδιά μου τον Απρίλη.
Μάθαινα για την αλεπού και την αρκούδα,
με της γελάδας τη νουρά έφκιανα πλεξούδα.

Αφού απολάγαμε τα γίδια στη δαφνιώνα,
πλάι στη φωτιά μας δεν ενιώθαμε χειμώνα·
λίγα ξερόκλαδα αναμμένα μπρος στην πέτρα,
της ευτυχίας μας αυτά ήτανε τα μέτρα.

Με γνώριζε και το σκυλί μου κι η αρνάδα,
που έβοσκε, πλάσμα του Θεού, στην πρασινάδα
(λουρίδα κόκκινη είχε γύρα στο λαιμό της
κι ήταν φροντίδα της αγάπης μου της πρώτης).

Μπομπότα βρίσκαμε το βράδι στο μεσάλι,
καλά της γης, όσο δεν ήμασταν μεγάλοι.
Μα το ξερό ψωμί το νοστιμεύει η πείνα,
όμοια με σούμπρο ήταν γλυκό τα χρόνια εκείνα.

Τι να μου δώκουν τώρα οι κινηματογράφοι;
Ας είχα μόνο το μεγάλο εκειό χωράφι
μπροστά στο σπίτι μου όπου στήναμε δραμπάλα
κι ως το σουρούπωμα ήταν όνειρο κι αντράλα

* μεσάλι: το τραπεζομάντιλο. Και η μεγάλη πετσέτα που τη δίπλωναν γύρω από το καρβέλι του ψωμιού.

* σούμπρο: η ψίχα του καρυδιού

* αντράλα: ζάλη

Αυτά είχα να πω εγώ. Περιμένω τα δικά σας ποιήματα -γιατί όχι και δικά σας ποιήματα- για τη Μέρα της Ποίησης!

Προσθήκη

Ήθελα να το βάλω αλλά χτες δεν το έβρισκα. Το βρήκα τώρα, ψάχνοντας κάτι άλλο. Ένα νεανικό ποίημα του πατέρα μου, γραμμένο το 1947, όταν ήταν 18 χρονών.

Μες΄ στη γλυκιά βραδιά γύρω σου οι τόμοι
που υψώνονται, σου φράζουνε το νου
κι απ΄ τη γαλήνη του αστροφώτιστου ουρανού
στη γη σε φέρνουν και πιο κάτω ακόμη.

Μπροστά σου αραδιασμένες εξισώσεις,
τη λύση τους αμείλιχτα ζητούν,
μα γύρω τα ζουζούνια που πετούν,
ζητάν αλλού την προσοχή να δώσεις.

Αναρωτιέσαι αν θα κερδίσεις ή θα χάσεις
τη μαγική γλεντώντας τη βραδιά
γύρω σου Άνοιξη, μέσα σου φωτιά
και σε τρεις μέρες να ΄χεις εξετάσεις
(1947)

 

 

Advertisements

126 Σχόλια to “Ποιήματα για τη μέρα της ποίησης -και πάλι”

  1. Κουνελόγατος said

    Καλημέρα, ευχαριστούμε για το δώρο.

  2. spiral architect said

    Καλημέρα.

    Δεν είναι τίποτα η κληρονομιά.
    Για τίποτα.
    Κόρες μόνες πολλές γκάνγκστα.
    Πιτσιρίκες του ’60 της πλατείας Καραμανλάκη.

    (all time classic) 😛

  3. raf said

    2 Θα σε διορθώσω:
    Δεν είναι τίποτα η κληρονομιά
    γιο, τίποτα

    Θα πρόσθετα και άλλα στιχουργήματα από τη συλλογή αλλά κάποιος θ’ αγαναχτήσει…

    Κάτι λοιπόν ανάμεσα σε στίχο και ποίηση, από τον αγαπημένο Άλκη Αλκαίο, για τη μνήμη του.

    Μύστες της ερήμου

    θαμπώσαν οι ανάσες μας στο τζάμι
    και συ μιλάς για χρόνια της αλμύρας
    μπροστά σε αδειανά μπουκάλια μπύρας
    με βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι

    έξω κυλάει της πόλης το ποτάμι
    δεν μου ‘πες στα ταξίδια σου τι είδες
    αν όπως πήγες γύρισες, δεν πήγες;
    στου κόσμου το πολύχρωμο χαρμάνι

    δώσε μου την αλμύρα σου και πάρε τη βροχή μου
    και άκου τα λόγια που έλεγαν οι μύστες της ερήμου
    φωτιά γυρεύει η φωτιά και η αγάπη πόνο
    τον εαυτό σου δεν θα βρεις αν δεν χαθείς στον κόσμο

    θαμπώσαν οι ανάσες μας στο τζάμι
    και συ μ’ ένα δαφνόφυλλο στα χείλη
    πως θα’ σαι πάντα λες, σκιά μου, φίλη
    και στρίβεις μ’ ένα αντίο στο λιμάνι

  4. ΣΠ said

    Καλημέρα.

  5. spatholouro said

    Αφού μας προτρέπεις, το κρίμα στο λαιμό σου:

    Άμποτε μιας αυγής
    το Πάσχα να μας βρει
    ντυμένους ως μας γέννησε
    το ρίγος της αγάπης

    Να στάζουμε ανήκουστοι
    στο χείλος μιας ζωής
    πως δεν χρυσίζαμε απλώς
    ανθοί της αυταπάτης

  6. ΚΩΣΤΑΣ said

    Κύριε Σαραντάκο, καλημέρα!

    Σήμερα είμαι χαρούμενος γιατί μου δίνετε, ίσως, την ευκαιρία να ξεδιαλύνω μια χρόνια απορία μου. Έχω ένα ποίημα από παιδί δημοτικού, μουσουλμανάκι, μου άρεσε πάρα πολύ, και το δημοσίευσα σε κάποιο τοπικό έντυπο πριν κάμποσα χρόνια. Διατηρώ όμως μια επιφύλαξη αν είναι όντως γραμμένο από το παιδί ή το αντέγραψε από κάπου. Με την άδειά σας, θα το δημοσιεύσω κι εδώ και θα παρακαλέσω τα άριστα «ψαχτήρια» του ιστολογίου να ανακαλύψουν αν είναι κάποιου άλλου ποιητή το ποίημα που με ενδιαφέρει.

    Το παραμυθένιο δάσος

    Σε δάσος ολόδροσο
    και σμαραγδένιο
    δρομάκι σ΄οδηγεί
    παραμυθένιο.

    Πίσω από τους θάμνους
    παίζουν φλογέρα,
    πνεύματα αόρατα,
    παιδιά του αέρα.

  7. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα καἰ σὲ τοῦτο τὸ νῆμα.

    ΜΥΤΙΛΗΝΙΟ

    Περνώντας ἀπ’ τὴν Ἄντισσα
    μιὰ καλλονὴ συνάντησα.
    Μιὰ μάντισσα στὴν Καλλονὴ
    τὰ λέει μὲ σίγμα καὶ μὲ νί.

    Ἡ καλλονὴ ἀπ’ τὴν Ἄντισσα
    εἶναι -μοῦ λέει- φάντισσα
    τέτοια πολιτικάντισσα
    δὲν ἐματασυνάντησα.

    Τράβα -μοῦ λέει- γιὰ τὴ Σ’καμιὰ
    πού ‘χει τὰ πιὸ καλὰ τὰ μνιὰ
    καὶ μακριὰ ‘π’ τὴν Ἐρεσσὸ
    ποὺ πάει ἡ Φωφὼ μὲ τὴ Σωσώ.

    Ἀπὸ τὴ Γέρα πέρασα
    -ἐγὼ ‘κεῖ πέρα γέρασα-
    ὅμως στὸ Σίγρι γύρισα
    καὶ ὅλους τοὺς συγύρισα.

    Ἐπέρασα κι ἀπ’ τὸ Πλωμάρι
    -οὖζο καλὸ μὲ καλαμάρι-
    μετὰ κολύμπησα στὸ Τάρτι
    -τότε δὲν ἤτανε στὸ χάρτη.

    Ὕστερα πῆγα στὴν Ἀγιάσο
    μὰ δὲ μ’ ἀφήσανε ν’ ἁγιάσω
    γυρίσαμε στὸ Μανταμάδο
    οὗλοι ἕνα τσοῦρμ’ ἀντάμα ‘δῶ.

    Ἔφαγα πάνω στὸ Βαφειὸ
    ρύζι στὸν κολοκυθανθὸ
    στὴν Πέτρα ἐροβόλησα
    καὶ τοὺς ἐπετροβόλησα.

    Καὶ στὰ βαθειὰ γεράματα
    -εἶπα δὲ θέλω κλάματα-
    θὰ πάω κατὰ τὸ Μόλυβο
    νὰ καρτερῶ τὸ κόλυβο.

  8. sarant said

    Καλημέρα από εδώ, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    7 Μυτιληνιό, ανάμεσα σε Ελύτη και Μανούσο Φάσση, μου άρεσε!

    6 Γιά να δούμε τι θα βγάλει η συλλογική σοφία

    5 Κάποτε πρέπει να μαζέψουμε τις «ριμες της αγάπης», μαζί και τις χαλαρές όπως η αυταπάτη.

    2 Προειδοποιεί ο κόσμος!

    3 Ευστοχο αυτό για τον Αλκαίο!

  9. Πάνος με πεζά said

    Kαλημέρα !
    Θα έβαζα λίγο Κουράκη για να τιμήσω τη μέρα, αλλά ας μην το τερματίσουμε…

    Μια που μπαίνει η ωραιότερη εποχή της Ελλάδας, και ο ήλιος όλο και μας δίνει κουράγιο καθημερινά,

  10. Νέο Kid Al Kuwaiti said

    Για να γνωρίσω το μυστήριο της ζωής
    κούπας τα χείλη άγγιξα, πήλινης, φτωχιάς.
    Χείλος στο χείλος μού ψυθίρισε: ‘Οσο ζεις πίνε!
    Τι σαν πεθάνεις, δεν ξαναγυρνάς.

    του Ομάρ Καγιάμ

  11. ilias said

    «Πευκοβελόνες»

  12. sarant said

    Χτες έψαχνα ώρες να βρω ένα νεανικό ποίημα του πατέρα μου και δεν το έβρισκα.
    Το βρήκα τώρα, ψάχνοντας κάτι άλλο και το πρόσθεσα.

    Λοιπόν, ενα νεανικό ποίημα του πατέρα μου, γραμμένο το 1947, όταν ήταν 18 χρονών.

    Μες΄ στη γλυκιά βραδιά γύρω σου οι τόμοι
    που υψώνονται, σου φράζουνε το νου
    κι απ΄ τη γαλήνη του αστροφώτιστου ουρανού
    στη γη σε φέρνουν και πιο κάτω ακόμη.

    Μπροστά σου αραδιασμένες εξισώσεις,
    τη λύση τους αμείλιχτα ζητούν,
    μα γύρω τα ζουζούνια που πετούν,
    ζητάν αλλού την προσοχή να δώσεις.

    Αναρωτιέσαι αν θα κερδίσεις ή θα χάσεις
    τη μαγική γλεντώντας τη βραδιά
    γύρω σου Άνοιξη, μέσα σου φωτιά
    και σε τρεις μέρες να ΄χεις εξετάσεις

  13. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Καλημέρα!

    Σήμερα, πάντως, εκτός από Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, είναι:
    -Παγκόσμια Ημέρα Δασοπονίας,
    -Παγκόσμια Ημέρα (κατά) του Ρατσισμού,
    -Παγκόσμια Ημέρα Δασοπονίας,
    -Παγκόσμια Ημέρα (κατά, υποθέτω) του Συνδρόμου Down ΚΑΙ
    -Παγκόσμια Ημέρα … Ύπνου.

    Τα λόγια και οι γιορτές έχουν χάσει πια τη σημασία τους…

  14. spiral architect said

    @13: Έλα ντε!

  15. Πάνος με πεζά said

    @ 12 : Μεγάλη πίκρα για τα διαβάσματα, ο μπαμπάς… Μου θύμισε τα χρόνια τα δικά μου, που όλη η διασκέδαση ήταν να σηκωθώ να πάω μέχρι την κουζίνα (βλ. παρακάτω τραγούδι)… Πολύ ωραίο και αληθινό ποίημα !

  16. cronopiusa said

    Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων
    Τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά και το καθαρό
    τους νόημα καθρεφτίζει παντού μια φανταστική
    ευτυχία, που ποτέ δε θα πυρποληθεί.

    Τάκης Σινόπουλος

    Ο 105,5 Στο Κόκκινο γιορτάζει την παγκόσμια ημέρα ποίησης με ένα μεγάλο αφιέρωμα

    Καλή σας μέρα, ευχαριστούμε!

  17. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    13,

    δεν ξέρω γιατί η «δασοπονία» επαναλήφθηκε -δεν έχω συστρατευθεί με τον Σκάι…

  18. Γιάννης Κουβάτσος said

    Θα μας στρώσεις στην πληκτρολόγηση σήμερα, Νικοκύρη. 😊 Χαλάλι, η ποίηση αξίζει τον κόπο. Το μεσημέρι που θα ‘χω χρόνο.

  19. spigaro said

    @13 η παγκόσμια ημέρα ύπνου είναι η τελευταία Παρασκευή πρίν την εαρινή ισημερία . Το χω ψάξει 😉

  20. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Sarant (8α=>7)
    Καὶ ποῦ νὰ τ’ ἀκούσεις μὲ τὴ μουσική του. 🙂

  21. atheofobos said

    Στο βιβλίο Ο Κίτσος ο λεβέντης και άλλες αγγελίες του Θανάση Γιοχάλα και της Ζωής Βαϊου (Εστία) βρήκα μια χιουμοριστική αγγελία για τον αγαπημένο σου Λαπαθιώτη.

    Το νέον βιβλίον «Σκουληκομηρμηγκότρυπα»του κ. Ναπ. Λαπαθιώτη ετέθη εν κυκλοφορία και απεσύρθη από αυτήν ο συγγραφεύς της.
    Το Χιούμορ
    Αρ 2
    5 Μαρτίου 1938

    Το παρακάτω ποίημα που δεν γουγκλίζεται είναι του ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΜΠΑ και το δημοσίευσε ο Τ.Κ.Παπατζώνης στην Καινούργια Εποχή το 1958.

    Όταν σείσαν την αχλαδιά
    όσοι λάχαν τόσοι φάγαν
    (Λαϊκή παροιμία)

    Όταν σείσαν την αχλαδιά
    Μέσα στον μεγάλο κήπο

    Σαν άστρα πέσαν πάνω στο καταπράσινο
    χορτάρι,
    οι χρυσοί, οι ζουμεροί ,καρποί,
    οι καλά ωριμασμένοι.

    Και γέμισε χαμόγελα, ο κόσμος ολόγυρα
    γέμισε χαρά, μ΄αυτά τα δώρα της φύσης.

    Κι όσοι λάχαν,
    γεμίσανε τα καλάθια και τις ποδιές
    και τις τσέπες ακόμη.
    Και τα μάτια γέμισαν έλεος
    από τον πλούσιο καρπό,
    από την δροσερή και την γλυκιά του σάρκα.

    Όσοι λάχαν όμως
    τόσοι φάγαν

    Οι άλλοι που κυνηγούσαν όνειρα πάνω στα βουνά
    ή ψάχναν θησαυρούς μέσα στ΄αγκάθια

    Δε φάγαν

    Και φύτρωσε μέσα τους ένας φθόνος
    γέμισε το στόμα τους χολή.

    Κ΄ήταν άσκημο πράγμα.

    Για τον ποιητή Ανδρέα Καμπά έχω γράψει παλιότερα δυο ποστ
    Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΜΠΑΣ
    http://atheofobos2.blogspot.gr/2007/11/blog-post.html
    και
    Η ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΜΠΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ
    Σε προηγούμενο ποστ για την ποίηση έχω βάλει και άλλο ποίημα του.
    https://sarantakos.wordpress.com/2014/03/21/poems/

  22. Πάνος με πεζά said

    Από τον αγαπημένο «ποιητή της γειτονιάς μας» Νικηφόρο Καχριμάνη, φιλόλογο και καθηγητή της Ριζαρείου, κάτι που σώζεται στο διαδίκτυο :

    Στὸν μπαρμπα-Γιάννη Παναγιωτόπουλο-Κοῦρο (1881-1975)
    ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

    Τῆς λεβεντογέννας Ἀρκαδίας ἀκριβὸ γέννημα θρέμμα…

    τῶν Μουσῶν – τῆς ὑψηλῆς Τέχνης – χαρισματοῦχε δέκτη…

    τῆς μουσικῆς πανδαισίας – θύραθεν καὶ ἐκκλησιαστικῆς –

    μακροῦ βεληνεκοῦς πομπέ…

    ἡδυμελίφθογγε ψάλτη, τραγουδιστῆ κι ἄλλων καλῶν Τεχνῶν

    δεξιοτέχνη ἀκάματε…

    ἡ γλώσσα – λέξη λειψὴ νὰ ἱστορήσει τὸ βάθος, τὸ εὖρος

    καὶ τὸ ὕψος τῆς μεγαλοσύνης σου!

    Κοῦρε ἀρχαϊκέ, τὸ μήνυμα τῆς τέχνης σου πάντα ἐπίκαιρο…

    Κολώνα δωρική… καὶ μὲ ἰωνικὴ χάρη ἔμπλεως…

    Ἀκρόπολη στητὴ κι ὁλόρθη…, ἀταλάντευτη…

    «Παγὰ λαλέουσα»…

    «τοῖς ζωηῤῥήτοις ὕδασι» νοῦ καὶ ψυχὴ δροσίζεις

    μ᾿ ἀνοιχτοσύνη καθαρῆς καρδιᾶς…

    ἔκφραση ἐλπίδας, ἀγάπης κι ἀνθρωπιᾶς…!

    ΑΝΘΡΩΠΕ..!

    Νικηφόρος Καχριμάνης
    Φιλόλογος – Λυκειάρχης
    (†2005)

    Ο Νικηφόρος Καχριμάνης ασχολήθηκε και με το είδος του χαϊ-κου, όπως έχω ξαναγράψει, αφήνοντας πάνω από 2000 δείγματα, ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την οργάνωση της βιβλιοθήκης της Ριζαρείου. Περισσότερα εδώ.

    Ως μικρός φόρος τιμής…

  23. Sarant said: «* μεσάλι: το τραπεζομάντιλο. Και η μεγάλη πετσέτα που τη δίπλωναν γύρω από το καρβέλι του ψωμιού».

    Μεσάλι (ή μισάλι): Ορθογώνιο μακρύ ύφασμα (διαστάσεων περίπου 3χ0,40 μ). Με αυτό «έντυναν» την πινακωτή:Ξύλινη κατασκευή, με 8 «κυψελίδες» όπου έβαζαν τα ωμά πλαστά (καρβέλια). Το «ντύσιμο» με μεσάλι βοηθούσε (α) να μην κολλήσει το ζυμάρι στο ξύλο της πινακωτής (β) κυρίως όμως διευκόλυνε την «μεταφόρτωση» του πλαστού στο ψωμόφτιαρο (οπότε το πλαστό ελάμβανε την άγουσαν μέσα στον καυτό φούρνο). Στο μισάλι τύλιγαν και τα πλαστά, μόλις τα έβγαζαν από το φούρνο. Όταν κρύωναν, τα τοποθετούσαν στην πουλίτσα (ράφι).

  24. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    21 Ευχαριστώ, το αγνοούσα

  25. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ο Κράου Στοκόκκινο 105.5 ποίηση «στον τοίχο». Αλόη στη χλόη.

  26. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    19,

    έχεις δίκιο: ήταν την Παρασκευή 17.

  27. Ας ευλογήσουμε λίγο τα γένια μας: https://sarantakos.wordpress.com/2009/11/02/dynasty/#comment-15229

  28. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Προσπαθώ να τα διαβάζω όλα αυτά, αλλά λογοτεχνία και πολύ περισσότερο ποίηση από την οθόνη δεν έχω μάθει ακόμα να διαβάζω με την ίδια συγκέντρωση όπως στο χαρτί. Επομένως, το μόνο που αντιλαμβάνομαι είναι η μορφή, κι αυτή εν μέρει.

    Έτσι, έφαγα σκάλωμα με το Μυτιληνιό του Δημήτρη Μ., που τη δεύτερη ή τρίτη φορά το απήγγελλα ψιθυριστά διαβάζοντας.

    Η πρώτη στροφή, μουσική. Η στροφή με τη Γέρα, ακόμη περισσότερο. Με τον Μανταμάδο, πολλαπλές τρικλοποδιές – αλλά τελικά ορθοπόδησα. Τη στροφή με την Καλλονή, την ανακάλυψα στην 4η ανάγνωση, ενώ μέχρι τότε τη θεωρούσα μαγική εικόνα άνευ εικόνος (στην Άντισσα / μια καλλονή). Η μάντισσα στην Καλλονή, υποθέτω ότι τα λέει με shίγμα και με gnι 🙂 . Το απότομο σοβάρεμα στο φινάλε, σοβαρολογεί ή μας κοροϊδεύει;

  29. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  30. sarant said

    27 Ωραία ήταν, καλά που το θυμήθηκες!

  31. Είμαι απ’ την Αιλλάδα κι εγώ
    κι έτσι που τρέχω ολημερίς μοιάζω με βζονάκ’ γουργό !
    Είχα και πατέρα αντάρτη
    ζωσμένο με της λευτεριάς τα πάθη στου αγώνα το κατάρτι.
    Μα σήμερα πια τί να πρωτοπώ
    για της »γελάδας» μου το βήμα το χαρωπό?
    Με παρασέρνει μία τρέλα, μιά αντράλα
    στης βίας, και στης κοινωνίας τη ξεχαρβάλα !
    Μα ας μη πω ότι φταίν’ οι προηγούμενοι,
    οι ανίδεοι τέως, μα εμείς κι οι επόμενοι.
    Είν’ τελείως πια αποκοτιά
    να μη ξεσηκωθεί το κάθε ποδάρι από δω ίσαμε τη ξενιτιά !
    Ακούστε με που σας το λέγω
    θυμούμαι τα προηγούμενα σα τώρα και τα μελλούμενα σα να προλέγω !
    Κασσάνδρα μ’ έλεγε η μάνα
    και ζωγράφιζα από παιδί λευτεριάς λέξεις σα κι αυτές του θεού Πάνα !
    Μα ίσως πρέπει να προσγειωθώ
    κι απ’ τα τρελά μου όνειρα να λευτερωθώ.
    Δε μου έφταιξε κανείς για της πατρίδας μου το χάλι,
    μόν’ οι πολλοί φίλοι και συμμάχοι, μα πιο πολύ της απαιδεψιάς μου το ξερό κεφάλι !
    Να όμως που η ελπίδα μου κρυφοκαίει
    σα το σιγανό καντήλι και μου σιγολέει :
    -Μη κιοτεύεις μωρε και μη λυπάσαι,
    τα παιδιά σήμερα σε οδηγούν σε άλλο Δρόμο, μη φοβάσαι !
    [άρτι συντιθέν ποιηματάκι, έμπνευση της στιγμής, αφιερωμένο ειδικά πολλή αγάπη και εκτίμηση στο καλό μου φίλο Νίκο Σαραντάκο]
    Καλή μας Άνοιξη γενικά και ειδικά για το τόπο μας και για τις γενιές πούρχονται.

  32. cronopiusa said

  33. (23) Υποθέτω από​ το λατινικό mensale < mensa = τραπέζι, από όπου και το αντιμήνσιο της εκκλησίας.

  34. ΣΠ said

    Είπα να βάλω δύο ποιήματα από ποιητές που είναι και Χημικοί Μηχανικοί. Ο Ξενοφών Βερύκιος συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Ο Αντώνης Σκιαθάς υπήρξε φοιτητής μας.

    ΤΟ ΟΝΟΜΑ

    Είμαι πολύ μικρός για να’ χω όνομα
    δικό μου.

    Όμως, τα καλοκαίρια
    ο ίσκιος μου μακραίνει.
    Σκαρφαλώνει σε μαντρότοιχους
    και κλέβει ονόματα κοριτσιών
    και ρόδα.

    Το φθινόπωρο σπέρνω όσα φωνήεντα
    δεν έχουν εξατμιστεί
    και προσμένω να φυτρώσουν φθόγγοι.
    Το όνομά μου είναι διαλυμένο
    στις σταγόνες της βροχής και βάφει
    το χώμα κόκκινο.

    Το χειμώνα δεν υπάρχω
    και η ανάγκη για όνομα δικό μου
    εκμηδενίζεται σχεδόν.

    Την άνοιξη κυοφορώ την ύπαρξή μου.
    Κλέβω νέκταρ από τις πασχαλιές
    αυξάνοντας ισόποσα τη δύναμή μου
    κι αγναντεύω στο σύμπαν
    το αληθινό μου όνομα.

    ΞΕΝΟΦΩΝ ΒΕΡΥΚΙΟΣ

    ΣΕΛΙΔΕΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
    …Β…
    Γυμνή και άπειρη, στις απογευματινές αναζητήσεις, της αύρας του πελάγους,
    χειροκροτάς για τους κόλακες, που ανούσια έκαναν το όρος της Ιθάκης,
    τεμένος της θείας ηδονής, ποιού, αυτού του αλήτη του Οδυσσέα.
    Και συ, εκεί ψηλά να φορτίζεις το σώμα της νύχτας, με τα μεγάλα λάβαρα του Έρωτα.
    Άγγελος όπως πάντα,
    η Επτάνησος, σε μια απογευματινή αιώρα, στο πέλαγος ,με τα κόκκινα σύννεφα
    και το πλοίο της γραμμης, να ζωγραφίζει ναύτες και μυστικές θάλασσες,
    για τους άγιους, του άτιτλου της γέννησης,
    να εικονογραφεί λοιπόν, πάλι και πάλι Παντοκράτορες.

    ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΚΙΑΘΑΣ

  35. Σουμέλα said

    Ελληνικό άγαλμα

    Με την αρωγή των ανθρώπων και άλλων στοιχείων ο χρόνος δούλεψε σκληρά πάνω του.

    Πρώτα του πήρε τη μύτη, ύστερα τα γεννητικά όργανα,
    στη συνέχεια, το ένα μετά το άλλο, τα δάχτυλα στα χέρια και τα πόδια,
    με το πέρασμα των χρόνων τα μπράτσα, το ένα μετά το άλλο,
    τον δεξιό μηρό, τον αριστερό μηρό,
    την πλάτη και τους γοφούς, το κεφάλι και τους γλουτούς,
    κι όλα αυτά που έπεσαν κάτω τα έκανε κομμάτια, τα έκανε παλιόπετρες, χαλίκι, άμμο.

    Όταν πεθαίνουν μ’ αυτό τον τρόπο οι ζωντανοί, χύνεται αίμα πολύ σε κάθε χτύπημα.
    Όμως τα μαρμάρινα αγάλματα πεθαίνουν λευκά και όχι πάντα εντελώς.

    Από το συγκεκριμένο απέμεινε ο κορμός
    και μοιάζει τώρα με ανάσα, που κρατά κανείς με κόπο,
    τώρα που οφείλει να συγκεντρώσει πάνω του
    όλη την αξιοπρέπεια και τη χάρη των χαμένων κομματιών.

    Και το καταφέρνει, το καταφέρνει ακόμα, καταφέρνει, σαγηνεύει,
    σαγηνεύει και μένει –
    κι εδώ πρέπει να γίνει μια εύφημη μνεία στο χρόνο
    που διέκοψε τη δουλειά του κι ανέβαλε ένα μέρος της γι’ αργότερα.

    Βισουάβα Σιμπόρσκα

  36. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ένας αγαπημένος μου ποιητής, ο Βύρων Λεοντάρης… Από τα «Νυχτερινά»:
    «Έσπασα πια τις σάλπιγγες
    έκαψα τις σημαίες.
    Τώρα μιλώ με την ανθρώπινη φωνή μου,
    αχ, τώρα σας μοιράζω την ψυχή μου
    – κι εσείς γυρνάτε αλλού το πρόσωπο…»

  37. Σουμέλα said

    36 το ποίημα υπάρχει στο διαδικτυο, αλλά δεν είναι πολύ διαδεδομένο.
    31 εξαιρετικό το ποίημα, ευχαριστούμε και για τις ευχες kalantziznastasia

  38. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια και για τα ποιήματά σας, δικά σας και άλλων!

    33 Ναι, από εκεί.

  39. Γς said

    Στίχοι από μια παλιά λίστα
    Posted by sarant στο 29 Μαΐου, 2016

    Ο Γς [Κάκτος] το ποίημα αυτό το είχε γράψει το 1997 σε μήνυμα που έστειλε σε μια ιντερνετική λίστα στην οποία ήμασταν κι οι δυο μέλη για ένα περίπτερο που βούλιαξε στην Πανεπιστημίου επειδή από κάτω έσκαβε ο Μετροπόντικας

    ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ ΖΕΙ!

    Είδατε το περίπτερο χθες το βράδυ στην τηλεόραση;
    Όμορφο, γεμάτο του κόσμου τα καλά στην Πανεπιστημίου.
    Πλουμιστό με τα πολύχρωμα περιοδικά του, τα ELLE του,
    τα NITRO του, τα PCW του, τα Σαϊντίφικ Αμερικάνικά του,
    τα Ζυντόιτσετ Τσαϊτουνχικά του, και τους Δαυλούς του.

    Όλα τα καλά του κόσμου,
    που μας διασκεδάζουν, μας μορφώνουν, μας πληροφορούν, μας προβληματίζουν και ίσως μας τσαντίζουν.
    Με το ψυγείο του, τα αναψυκτικά του, τις κόκα κόλες του,
    τα σπράιτ του, τα σεβενάπια του,
    Τα τσιγάρα του, τις καραμέλλες του τα προφυλακτικά του.

    Ολα τα καλά του κόσμου
    Ολος ο κόσμος.

    Και σε ένα δευτερόλεπτο -ΜΠΑΦ- πάνε όλα μέσα στη μαύρη τρύπα.

    Ούτε γάτα ούτε ζημιά.
    Σκέπασαν όλα τα καλά του κόσμου, όπως ήταν, αμέσως
    με τσιμέντο.
    Θα μπεί και η μαύρη πίσσα της ασφάλτου αργότερα
    και κανείς δεν θα θυμάται ότι από κάτω είναι θαμμένα
    τόσα καλά του κόσμου.

    Στη θέση του αργότερα θα μπει ένα καινούργιο περίπτερο
    το ίδιο στητό, πλουμιστό με το ψυγείο του, με τα μέα του τα σέα του
    και όλα τα καλά του κόσμου.

    Και να δείτε που θα έχει ακριβώς τα ίδια καλά πράγματα
    του κόσμου με εκείνο που θάψαμε ζωντανό.

    Γς. 5-10-1997

  40. Γιάννης Κουβάτσος said

    Μανόλης Πρατικάκης «Της νεαρής καθηγήτριας και κολυμβήτριας Π.Β. που χάθηκε στ’ ανοιχτά της Ιεράπετρας.»

    «Με υπέροχο κρόουλ μετράει την απόσταση
    προς το όνειρο και το χαμό. Με αδιάκοπες
    απλωσιές μεγεθύνει το σώμα της. Ντυμένη
    το δέρμα του πελάγου ανοίγει τις πτυσσόμενες πόρτες του βυθού και μπαίνει
    στην αίθουσα διδασκαλίας. Ακούει το γέλιο
    των απέραντων παιδιών. «

  41. spiral architect said

    Για να δικαιολογήσουμε τα μιστά και τα εξτρά μας, βάζουμε και ολίγη από Βάρναλη:

  42. 43 Ε, τι; Έγινε σήμερα το θαύμα. Αθώοι όλοι για το Βατοπέδι*!

    * ή Βατοπαίδι

  43. Γς said

    Ο Πούτιν!

  44. Γς said

    Πόετρι. Πριν 60 κοντά χρόνια

  45. sarant said

    43 Βρε τον καημένο τον Βάρναλη

  46. Γιάννης Κουβάτσος said

    Αργύρης Χιόνης, από τις «Μεταμορφώσεις»…

    «Με μια σταγόνα νερό μες στην παλάμη μου
    Πρέπει να προλάβω πριν εξατμιστεί
    Ν’ αναπαραστήσω τις πηγές του ποταμού
    Τον καταρράκτη και τον ποταμό τον ίδιο
    Και τη θάλασσα και τη βροχή με μια σταγόνα ελάχιστη
    Που τρέμει κι εξατμίζεται μες στην παλάμη μου»

  47. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    ΣΤΗ Μ.

    Τα μικρά τα μεγεθύνεις υπερβολικά
    αιώνιους όρκους φιλίας κι’ αγάπης ζητάς ή δίνεις.

    Με τον καιρό η ανάγκη της μυωπίας
    θα ατροφήσει τα αισθητήριά σου :
    η σκόνη της ωριμότητας θα σκεπάσει
    ότι ήταν ορατό δια γυμνού οφθαλμού
    δυσάρεστα λόγια και οσμές
    δεν θα σ’ ενοχλούν στο τέλος.

    Θα λές : κάποτε έβλεπα τα πάντα
    τώρα θα πρέπει ν΄ αλλάξω γυαλιά

    5.Χ.02

  48. leonicos said

    23 Γιώργο,
    μεσάλι είναι οτιδήποτε επίμηκες πάνινο πράγμα με το οποίο τυλάνε, προστατευουν κοκ, ανάλογα με το ποιος το λέει και πού λέγεται. βασική σημασία αλληλουχία, πράγματα το ένα μετά το άλλο, μακρυνάρι με σημασιολογική μετατροπή από τα ατέλειωτα παραμύθια.

  49. Γιάννη Κουβάτσο σου απάντησα στο προχθεσινό νήμα

  50. Ριβαλντίνιο said

    Αυτό το έλεγε ο προππάπος μου :

    Στά ένιακόσια δώδεκα άρχάς τού Οκτωβρίου,
    ξεκίνησε ό πόλεμος με θέλημα Κυρίου.
    Τά κράτη τά Βαλκανικά τά τέσσαρα ήνωμένα,
    γιά νά κτυπήσουν την Τουρκιά ήταν συφωνισμένα,
    νά διώξουνε τούς τύραννους τούς παλιομουσουλμάνους,
    νά πάψουνε τά βάσανα στούς χριστιανούς πού κάνουν.
    (…)

    Δυστυχώς δεν το βρήκα ολόκληρο στο γκούγλ μπούκ και δεν θυμάμαι πάνω απ’τους 2 πρώτους στίχους.

    ===================================================
    Απόσπαμα από σάτυρα του Αλέξανδρου Σούτσου :

    (…)
    Σιώπα Σούτσε ! Στους κακούς μην πρόσφερε καθρέπτας
    Μήπως δεν είδαμεν ημείς τόσους Επάρχους κλέπτας ;
    Μήπως δεν είδαμε ημείς ν’ αρμέγουν την Ελλάδα
    Εκτελεσταί και Υπουργοί καθείς με την αράδα ;
    Και όμως σιωπήσαμεν, αφήσαμεν να τρέχη
    Και να πηγαίνει πάντοτε το πράγμα όπως
    Αφήσαμεν τους κόλακας να γλύφουν τους Μεγάλους,
    Και, λόγιοι, αφήσαμεν λογιωτάτους άλλους
    Εις των Προκρίτων ταις αυλαίς να κοίτωνται ριμμένοι
    Σαν ψιττακοί να φλυαρούν εις το κλουβί κλεισμένοι,
    Δεν σε αρέσκωμεν ημείς ; Σιώπα ! Βουβός μείνε !
    Καθένας Διπλωματικός δεν ημπορεί να είναι
    Ατιμωρήτως χαμερπής, ψεύτης και Φαρισαίος ;
    Όποιον εμπρός σου κι αν ιδής, ας είναι και δικαίως,
    Πρέπει να κάθεσαι κρυφά να τον ζωγραφίζης ;
    Ή έργον χριστιανικόν, θεάρεστον νομίζεις
    Το να πληγώνης όλους μας για μια ξερή πατρίδα ;
    Εκείνος τι σ’επείραξεν αν έχη αυτιά Μήδα ;
    Αν έχει γάτου κύτταγμα, μορφήν αλωπεκώδη,
    Αν έχη καύκαλα βωδιού, αν φέρεται σαν βώδι ;
    Τι πολεμάς τα ήθη μας ; ήλθες να δώσης νόμους ;
    Ωσάν πιθήκους τι τραβάς τους Γραμματείς στους δρόμους ;
    Τι προσκαλείς απάνθρωπα τον κόσμον εμπροστά των
    Και προξενείς τον γέλωτα με τα σκιρτήματά των ;
    Αυτά τα τόσα γέλια σου θέλουν σε φέρει θρήνους,
    τι πιάνεσαι αστόχαστα με τούτους και με κείνους ;
    Αν η Ελλάς κατέστρεψεν Αγάδων χιλιάδες ,
    Είναι Γραικοί Βεζίρηδες , είναι Γραικοί Πασάδες,
    Είναι Μουφτήδες ρασωτοί και μοναχοί Δερβίσαι,
    Την μέθην των την λύσσαν των πώς Σούτσε, δεν φοβείσαι ;
    (…)
    (Άπαντα Αλεξάνδρου Σούτσου, Αθήνα 1863 , 26-27)
    (Από την Ιστορία των Ελλήνω της Δομής, Κεφ. 14, σελ.742 – 3, της φιλολόγου Ελένης Κωβαίου)

    ====================================================

    Ωραία στιχουργήματα εδώ :

    https://books.google.gr/books?id=39UUAAAAQAAJ&pg=PA675#v=onepage&q&f=false

    Tού βασιλέως κυρού Μανουήλ τού Παλαιολόγου
    στίχοι Ανακρεόντειοι πρός τινα αμαθή
    και πλείστα φληναφούντα.

    Ακριτόμυθε Θερσίτα,
    Oς βοάς μεν μάλιστά γε,
    Σιωπάς δε ήκιστά γε,
    Πώς σέ τις παύση ληρούντα,
    Φλυαρούντα, φληναφούντα,
    Και μη ράβδω σου συνθλάση
    Το κρανίον εύ ποιήσας ;
    Εάν γάρ τις σου την γλώσσαν
    Πρόρρίζον εξανασπάση,
    Αλλά σύ και ταύτη πλέον
    Παρελθών διενοχλήσεις,
    Και φωναίς άσήμοις αύθις
    Ουκ άνέξεις ώς γλωττίζων
    Έρδες κόρακας το τάχος,
    Ουδε γάρ ανέχομαι σου.

    και άλλο ένα απόσπασμα ( ολόκληρο το βρίσκεται στο λίνκ παραπάνω ) που αντιγράφω από τον φίλο Νταρνάκα από εδώ
    https://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=51&t=230841&p=5210131&hilit=%CE%9D%CE%B5%CF%8C%CF%86%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82#p5210131
    για να μην κάθομαι να ξαναγράφω.

    Κατραρής κατά Νεοφύτου :

    Tίς ουκ οίδεν των απάντων
    τον Νεόφυτον τον πάνυ;
    ός από τινός ονείρου
    και δαιμονιώδους θέας
    τον εγκέφαλον εσείσθη
    και τινά φρικώδη λέγει
    και παρακεκινημένα
    και φαντάζεται γενέσθαι
    μετ’ ολίγον Πατριάρχης
    ήν πολλήν ανθήσει γένυν
    δαιμονιάριν καλογέριν
    και τρελόν φιλοσοφούδι 🙂
    Τίς και πόθεν ο γεννάδας;
    των Σωσκών φασί γενέσθαι
    και των Μολυσκών πατρίδας
    και πατέρας Βλαχιώτας
    Στάναν και Φρατζίλαν όντας
    το δε γένος Αλβανίτου
    συγκραθέντας μετά Βλάχων
    τούτον έφυσαν τον μέγαν
    μιξοβάρβαρον τι τέρας
    Βούλει και μορφήν ακούσαι;
    την μεν γέννην έστι Βλάχος
    Αλβανίτης δε την όψιν
    του δε σώματος την θέσιν
    Βουλγαραλβανιτοβλάχος
    (…)
    όταν δε και συντυγχάνει
    το κλοκοτενίτζιν λέγει
    και το χλάβα και το βοίνον
    και το κάρα τεκοβέτα
    τι ποτέ σφέτι Δημήτρι
    νταμιμπιγρεςμπεςλοτρίτζα
    μπράπα τα κολοφιλιέτα
    και Νεόφυτος ακούει
    Μωμοτζίλας ών το πρώτον
    ούτω βουληθείς και πράξας
    βούλεται σοφός γενέσθαι
    καθαρθείς την γλώτταν τέως
    εκ της πρώην συνηθείας
    και τα πρώτα μεν εκβάλλει
    το τρετζέ καρέ τρεκάρε
    και κολόταν πρετζεφέρε.
    Έπειτ’ εγχειρεί τοις λόγοις
    και τινά ποιεί δ’ εξαίφνης
    δόγματα κατά Λατίνων
    προ μικρού βοσκός τυγχάνων
    πάντα δε μεστά σολοίκων
    και βαρβάρων τρισμυρρίων
    ή μικρών τινών δεόντων
    την γραμματικήν γαρ πρώτον
    ουκ ηξίου παιδευθήναι
    της αυτού μηδόλως ταύτην
    φύσεως αξίαν κρίνας
    όθεν τον μεν Ευρυπίδην
    στόμαργον καλεί και λάλον
    τον δ’ Αισχύλον τραχυλέκτην
    τον δε Σοφοκλήν,τον πάνυ,
    δύσκολον κατονομάζει
    ουκ Αριστοφάνην οίδεν
    ουχ’ ημέρας Ησιόδου
    ουδέ την Θεογονίαν
    ου τα γνωμικά Μενάνδρου
    ουδέ Πίνδαρον ανέγνω,
    ουχ’ ωμίλησεν Ομήρω
    τω των λόγων κολοφώνι
    τα βουκολικά δε μόνον
    έμαθεν του Θεοκρίτου
    όθεν έμαθε συρίττειν
    και το σιττ’ αμνάδες λέγειν
    και καλώς αμέλγειν αίγας
    (…)
    ως δ’ ουν ανηλικιώθη
    ματζουκάτος εκαλείτο
    και χοιροβοσκός την κλήσιν
    εκορδάκιζε συρίττων
    έπαιζε και το θαμπούριν
    αίγας έβοσκε και χοίρους
    και τα νήπια των μόσχων
    (…)
    υπετίθει δε το στόμα
    τοις μαστοίς τοις των προβάτων
    ως τι φάρμακον το γάλα
    καθαρτήριον προπίνων
    ίνα και φιλοσοφίαν μάθη
    των μεν ουν αιγών τας πλείστας
    λύκοι δήπουθεν φανέντες
    διεσπάραξαν ευθέως
    όθεν δήσας τους δεσπότας
    εις Θεσσαλονίκην τρέχει
    τας λοιπάς αφείς εννόμους
    ένθα κείρεται την κόμην
    και καλείται Ναζαραίος
    ο γεννάδας των θρεμμάτων

    ================================================================

    Απόσπασμα που μου άρεσε απ’το ποίημα ‘Φοίβου Δώρον», του Τσαντίλη Νικόλα, μαθητή της Ελληνικής Αγωγής Λαρίσης του Άδωνη :

    (…)
    Κι αφού ο Ορφεύς σταμάτησε τις θεϊκές ωδές
    τα δώρα όλοι φέρανε και αρχίσαν τις ευχές
    (…)
    Κι ευχήθηκε ο Απόλλωνας στο θεϊκό ζευγάρι
    πως ο πρωτότοκος ο γιός θα γίνει παλληκάρι,
    θα γεννηθεί αθάνατος θα γίνει ξακουστός
    της θεϊκής της Θέτιδας και του Πηλέα ο γιός.
    Ευχαριστήθηκε ο Πηλεύς κι η Θέτιδα με δάκρυ
    σκάει στου Φοίβου ένα φιλί στου στόματος την άκρη.
    Που να’ξερε η κακόμοιρη και ο βασιλιάς μαζί,
    ο Φοίβος ο ίδιος θα’παιρνε του γιού τους τη ζωή.

    ===========================================
    Ινδιάνικη Ποίηση, Στα ίχνη του Ανέμου, Ειρήνη Βρής, Οδός Πανός :

    Ερωτικό τραγούδι (Nahuatl) :

    Δεν ξέρω αν έλειψες ποτέ :
    Κοιμάμαι μαζί σου, Ξυπνώ μαζί σου.
    Στα όνειρα είσαι μαζί μου.
    Αν τα σκουλαρίκια στα αυτιά μου κουδουνίσουν
    ξέρω είσαι εσύ που κινείσαι στην καρδιά μου.

    Δεν μπορώ να σε ξεχάσω
    (Makah) :

    Όσο σκληρά κι αν προσπαθώ
    πάντα στις σκέψεις μου γυρνάς.
    Όταν μ’ακούς να τραγουδώ,
    στ’αλήθεια κλαίω για σένα.

    Τραγούδι της Συζύγου
    (Eskimo) :

    Αγαπημένη γυναικούλα, αγαπημένη γυναικούλα.
    Μην κλαίς, μην νοσταλγείς το σπίτι σου.
    θα σου δώσω λίπος να φάς
    νόστιμο λίπος
    και μάτια – νόστιμα μάτια
    όλα αυτά θα στα δώσω
    και τρυφερά ζουμερά κομμάτια πλάτης
    θα σου δώσω για δώρα
    τρυφερό ζουμερο κρέας πλάτης.

    (Ρε τον τσιγγουνοφτηνιάρη τον Εσκιμώο ! Ο Ναβουχοδονόσορ έφτιαξε για την γυναίκα του τους Κρεμαστούς Κήπους της Βαβυλώνας και αυτός προσπαθεί να την βγάλει με παϊδάκια στα βλάχικα της Βάρης ! 🙂 🙂 ).

    ====================================================
    Γράφει ο Καργάκος (Ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης) :

    Το 1834 γεννιέται η νέα Σπάρτη. Ο κόσμος του Μυστρά μετακυλίεται προς αυτή. Το κάστρο σβήνει από άποψη πληθυσμού. Ο Κ. Βάρναλης στο έργο του «Άνθρωποι» γράφει πως κατά τις συχνές κρασοκατανύξεις των λογοτεχνών του κύκλου του «Νουμά», ο Κ. Παρορίτης (1878 – 1932) , όπως ήταν το φιλολογικό ψευδώνυμο του εκπαιδευτικού Λεωνίδα Σουρέα και πρώτου λογοτεχνικού εκφραστή των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα, τραγουδούσε ένα τραγούδι που είχε άλλοτε πλατειά διάδοση στη Λακωνία :

    Παρόρι με τα κρύα νερά
    κι Αγιάννη μου με τ’άνθη
    και συ καημένε μου Μυστρά
    σε μάρανεν η Σπάρτη.

  51. Τσούρης Βασίλειος said

    Κρόσσια
    δεμένα μου όνειρα
    ξέφτια
    αγαπημένοι μου πόθοι
    ———————————-
    Το μέγεθος της συμφοράς
    μια μέρα με βροχή:
    λάσπη τα όνειρά μου
    ———————————-
    Βόσκει η νύχτα τ΄όνειρο
    κι η μέρα την ελπίδα

    Τάσος Κανάτσης- Κρόσσια και ξέφτια Γιάννενα 89

  52. sarant said

    50 Λεώνικε, φοβάμαι πως παρετυμολογείς ασύστολα το μεσάλι από το μασάλι

    52τέλος Αμυδρά θυμάμαι πως το τραγούδι για το Παρόρι δεν το έλεγε ο Παρορίτης αλλά ο Πασαγιάννης, πρέπει να το τσεκάρω.

  53. Corto said

    52 (Ριβαλντίνιο):

    Το Παρόρι το έχει ηχογραφήσει και η Μαρίκα Παπαγκίκα στην Αμέρικα.

  54. sarant said

    52-55 Σωστά θυμόμουν, για τον Πασαγιάννη το λέει ο Βάρναλης. Τσαπατσούλης σε όλα ο Καργάκος!

  55. Γιάννης Κουβάτσος said

    Κι ο Σαράντης «Δίκτυο 21» Καργάκος υπέρμαχος της αριστείας. Γράφει βιβλίο και δεν φροντίζει να ελέγξει τις πηγές. Αν το ‘κανε κάνας μαθητής, θα οίκτιρε την κατάντια της εκπαίδευσης.

  56. Corto said

    52:
    Στο ποίημα του Ιωάννη Κατράρη αξιοσημείωτο το «έπαιζε και το θαμπούριν».

  57. sarant said

    Εχει πολλά αξιοπρόσεκτα το ποίημα αυτό

  58. Γιάννης Ιατρού said

    44: Σκύλε, κι αυτά που μας έλεγε τότε ο Κωστάκης;;;; https://www.youtube.com/watch?v=jaTi_JbzJ-o για να μην ξεχνάμε 🙂

  59. Ριβαλντίνιο said

    @ 56 Corto

    Σε ευχαριστώ πολύ !

    @ 55β) sarant
    @ 57 sarant

    Ευχαριστώ πολύ ! Θα το διορθώσω και εγώ με μολύβι επάνω στο βιβλίο : » Ο Ν. Σαραντάκος λέει ότι ο Βάρναλης γράφει για τον Πασαγιάννη και όχι για τον Παρορίτη. Κάνει λάθος ο καργάκος.» 🙂

    @ 58 Γιάννης Κουβάτσος

    Μάλλον θα τους μπέρδεψε ο Σαράντος Καργάκος γιατί ήταν και οι δύο Μανιάτες. Βρίσκει και άλλα λαθάκια σε αυτό του το έργο κάποιος αν ανατρέξει στις πρωτογενείς πηγές. Π.χ. σε κάποια στιγμή γράφει για Ευρυτάνες, ενώ το πρωτότυπο λέει για Ακαρνάνες.
    ==========================================================

    Μανιάτικο στιχούργμα που δημοσιεύτηκε το 1853 σε εφημερίδα της Τρίπολης (το έχω ξαναβάλει, αλλά δεν θα το είδαν και πολλοί εκτός απ’τον Νικοκύρη, το ξαναβάζω γιατί έχει πλάκα). Αφορά τα γεγονότα με τον Παπουλάκο.

    Στα χίλια οκτακόσια και στα πενήντα δύο,
    χάλασε το Ρωμαίικο και εγίνη ρεμπελείο.
    Αγιοπατέρας ήρθεκε στον κόσμο να κηρύξη.
    Πού ήταν με τους αλλόφυλους για να μετανοήση.
    Κι ο βασιλιάς τον εζητά για να τον εδεσμέψει.
    Ένα καράβι έστειλε στον Κότρωνα ν’αγνέψει.
    Κι όντες οπό ‘φτασε εκεί και μόλις αριβάρει,
    οι Κοτρωνιώτες σκιάχτηκαν πως θε να τους επάρει.
    -Γύρνα πίζου Σταρόγιαννη με τον Πετροπουλάκη,
    κι εδώ θα το ξοφλήσετε τ’Αλώνι τ’Αλωνάκι.
    Κι ευτούνες οι ψειροποδιές που κρόανε στ’ Αλώνι,
    πα μέσα που εμπήκασι καμμία δεν γλυτώνει.
    Και ο Κουτσογιαννόπουλος πολλά ήτα φαντασμένος,
    μα μεσ’τον πισωγυρισμό λω νάτανε χεσμένος.
    Πάσι από δω εφύγασι, εγιάηνα στη Λαγκάδα
    και τους ελυταρώσανε σαν να ‘τανε ζαρκάδια.
    Και εκείνοι το δοκήθησαν πως θε να φάσι ξύλο.
    Κι ο Πουλικάκος έφευγε σαν το δαρμένο σκύλο.
    Κι ο Σάσσαρης επήδησε κάτου στα Καμπινάρια
    κι όλοι τον εβαρήσασι με πέτρες και λιθάρια.

    Από το θαυμάσιο έργο :
    ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΛΗΣΤΕΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (1821-1871) (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ) , ΚΑΣΣΗΣ Δ. ΚΥΡΙΑΚΟΣ
    σελ.206-7

    ==============================================
    The Bundy Credo – Hooters, Hooters, Yam, Yam, Yam

    ======================================

    Για την Καταλανοκρατία ( το θυμάμαι από την Λαογραφία του Κ. Ρωμαίου ) :

    Φράγκο, Βαράγκο,
    Πίτσι Καταλάγκο
    νιβεσαι , στολίζεσαι
    και με λίγδα αλείφεσαι.

    ==========================================
    Αυτό έγινε και τραγούδι :

    Τον εκάνανε λοχία
    δίχως να ‘χει την αξία.
    Του φορέσανε γαλούνια
    που τα’νε να βόσκει γρούνια.

    Κίνησε αποσπασματάρχης
    για να πάει στη Μέσα Μάνη.
    Του τηλεγραφάει η Κοίτα
    κάτσε κάτω Τσακανίκα.

    Τι στην Μάνη
    δεν περνάνε
    τους Ευζώνους
    τους χτυπάνε.

    ===============================================
    Εχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
    κι είν’ έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει·
    μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τηνε μαραίνει
    και τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει.

    Κι αλίμονό μου! εγώ της έχω αγάπη τόση…
    Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
    και με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζω
    τη μυγδαλιά που ‘χει στον κήπο μου φυτρώσει.

    Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει·
    όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα
    και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα.
    Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει

    Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ’ αγάπη τόση…

    Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
    πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα
    που αγαπιέται.

    http://karyotakis.awardspace.com/poems/ponos/mygdalia.htm

    =============================================

    Απόσπασμα απ’την Ιστορία της Μάνης του Νικήτα Νηφάκου ( 1798 ). Βάζω τα σημεία που προκαλούν ευθυμία.

    (…)
    Και απ΄εκεί να έλθωμεν εις τους λυκοπατάδες
    τους κατζικογιδόκλεφτες και νυκτοπερπατάδες
    να γράψωμεν την χώρα τους, των κατζικοφαγάδων
    τρουπάδων, μουλαρόκλπτων και των γιδοφονιάδων.
    (…)
    Εις την Ζαρνάτα βρίσκονται δύο καπετανίες
    ή να ειπώ καλύτερα πως είναι τυραννίες
    (…)
    Αλλά να μην εμάλωναν ο ένας με τον άλλον
    και ο μικρός να γνώριζε να τίμα τον μεγάλο
    και φόνοι να μη γίνονταν και κούρσοι και κλεψίες
    και να μη εχαλούσανε και σπίτια κ΄εκκλησίες,
    Αλλά για την πατρίδα τους και την ελευθερία
    ευθύς-ευθύς μονογνωμούν και τρέχουν σαν θηρία.
    Αχ, αχ, Μανιάτες αδελφοί, να κάμνατ΄ένα πράμα
    κ΄εγώ Μανιάτης γίνομουν , σας έδιδα και γράμμα
    Να κάμνατε στον τόπο σας κανένα δυο σχολεία
    αυτά να γέννουν ημπορούν με δίχως δυσκολία
    Να μάθουν οι παπάδες σας και να ξεστραβωθούνε,
    για να διδάσκουν τον λαόν να τον καθοδηγούνε,
    να μάθουν τα κουμάντα σας να κυβερνούν τους άλλους
    και οι μικροί να πέιθωνται στους πρώτους , τους μεγάλους,
    και τότε να εβλέπατε με πόσην ευκολία
    και κέρδος και ωφέλειαν σας δίδουν τα σχολεία
    Να τιμηθή ο τόπος σας, χώρες να ησυχάσουν,
    να ειρηνεύσουν τα χωριά και τα κακά να χάσουν,
    να ακοσθήτε και εσείς παντού να τιμηθήτε
    ειδέ και δεν θελήσετε , άμε να χαθήτε!
    Κ΄εγώ πολλά πικραίνομαι και φεύγω λυπημένος
    και από την πατρίδα σας εβγαίνω πικραμένος.
    Με λύπην άκραν στην ψυχή και στην καρδιά δειλίαν
    πηγαίνω στα Θεούρια και στην Κακκαβουλίαν
    να γράψω τη πατρίδα τους, να μην χασομερήσω,
    χωρία, χώρες, ήθη τους , ιντράδες να ΄στορήσω.
    (…)
    Άλλος αλλούθε περπατεί να εύρη τι να κλέψη
    και άλλος άλλον καρτερεί δια να τον φονέψη
    Άλλος τον πύργον του κρατεί να μην τον πιάση άλλος
    και άλλος άλλον κυνηγά και άλλον πάλιν άλλος.
    Και γείτονας τον γείτονα, κουμπάρος τον κουμπάρον
    και αδελφός τον αδελφόν τον βλέπει σαν το χάρον
    Και άλλος φονικόν χρωστά και άλλου χρωστούσι,
    εις άλλος φίλοι τάζονται και άλλον απιστούσι,
    Άλλος γυρεύει αδελφόν και τον πατέραν άλλος
    και άλλος πάλιν πάππον του και τον προπάππον άλλος
    και άλλος πρώτον ξάδελφον , άλλος ανεψιόν του
    και άλλος άλλον συγγενή και άλλος τον υιό του
    Γιατί όσοι πηγαίνουσι στον Άδη σκοτωμένοι
    και δεν τους εδικιώσουσι , μεινέσκουν κολασμένοι
    Δεν θέλουν να αλλάξουσι, δεν θέλουν να πλυθούσι
    και μήτε μπαρμπερίζονται , αν δεν δικαιωθούσι,
    Τους βλέπεις με τα γένεια και καταλερωμένους
    σαν βρυκολάκκους άγριους και παντ΄αρματωμένους,
    και γέρους ογδοήκοντα χρονών και παραπάνω
    τους βλέπεις με τ΄αρματα να τα βαστούν απάνω.
    Το κοίταγμα τους άγριο, άσχημη θεωρία
    και μάτια έχουν κόκκινα και νύχια σαν θηρία,
    Αν αποθάνη και κανείς ασκότωτος , τον κλαίσι,
    ασκότωτον, αρμάτωτον , αδίκιωτον τον λέσι,
    τον κλαίουσι και σκούζουσι γιατί δεν ημπορούσι
    μηδέ ελπίζουσι ποτέ τον χάρον να ευρούσι
    δια να τον σκοτώσουσι και να δικαιωθούσι,
    να πάρουσι το δίκιο τους να παρηγορηθούσι.
    (…)
    Τους ξένους όταν τύχωσι στον τόπο τους να πάγουν,
    κουμπάρους τους εκάμνουσι και τους καλούν να φάγουν
    και όταν θέλη να εβγή ο ξένος, τον κρατούσι
    και ωσάν φίλοι του λαλούν και τόνε νουθετούσι:
    «Κουμπάρε», λέγουσιν «ημείς θέλομεν το καλό σου
    και τούτα, όπου σου λέγομεν , βάλε τα στο μυαλό σου
    και έβγαλε την φέρμελην , γελέκι και ζωνάρι
    και το βρακί μπορεί κανείς εχθρός να σου το πάρη
    και να σε γδύσουσι εχθροί, να σου τα πάρουν άλλοι,
    ζημίαν φέρνεις εις εμάς και εντροπή μεγάλη
    Για τούτο κουμπαρούλη μου, σωστά να σου τα ειπούμε,
    και φέσι και πουκάμισο να αφήσης αγαπούμε
    Και τα παπούτσια βγάλε τα , τι χρειάζονται σε σένα;
    ετώρα είσαι σίγουρος μη σκιάζεσαι κανέναν.»
    Και έτσι τον ταλαίπωρον τον ξένον τον εγδύνουν,
    κατάσαρκον οι άσπλαχνοι να τρέχη τον αφήνουν
    Αν τύχη και καμμιά φορά καράβι να ξεπέση
    από τις αμαρτίες του στον τόπο τους να πέση,
    Φραντζέσκο, σπανιόλικο, Εγκλέζικο ή άλλο
    ή Τούρκικον, Μοσκόβικο , μικρί ή και μεγάλο,
    καθένας το μερίδι τους να πάρη , γιέ , θέλει
    και τάβλες το μοιράζουσι , καθόλου δεν τους μέλει
    Ανθρώπους δεν εντρέπονται, Θεόν και δεν φοβούνται
    πτωχούς δεν ευσπλαχνίζονται, τους ξένους δεν λυπούνται
    Πολλήν έχουν ωμότητα και θηριογνωμίαν,
    δεν έχουν ομοιότητα ανθρώπινην καμμίαν,
    Ετούτοι μαγαρίζουσι τον τόπο που πατούνε,
    γιατί και τον διάβολον κοντά τους τον βαστούνε
    Αυτοί την Μάνην την λοιπήν την κακονοματίζουν
    και όπου πάγουν τ΄όνομα αυτής το μαγαρίζουν
    Γυναίκες, άνδρες, γέροντες και τα μικρά παιδία
    δεν έχουσι απάνω τους ανθρώπου μυρωδία,
    Με τούτους όποιος γευθή βέβαια μαγαρίζει
    και την ψυχή του κόλασε και δεν το εγνωρίζει
    Μηδέ χαιρετισμόν κανείς δεν πρέπει να τους δίδη
    αλλά να φέυγη απ΄αυτούς ωσάν από το φίδι.
    Οι Τζιμοβιώτες μοναχά είναι καλοί ανθρώποι,
    τους μαρτυρούν τα ήθη τους και οι καλοί τους τρόποι
    στο φανερόν πραγματευταί και στον κρυφόν κουρσάροι,
    μικρούς, μεγάλους άνεμος και λίχνη να τους πάρη,
    Αχάριστοι απάνθρωποι , ψεύτες κατεργαραίοι,
    μπαρόνηδες και κόλακες κ΄οι εργαστηριαραίοι.

    Πλην τούτα όλα γίνονται από την απειθίαν
    αυτή πάλιν προέρχεται από την αμαθίαν
    από αυτή πάλιν προέρχεται και η ασυμφωνία
    και η επικατάρατος η δεισιδαιμονία,
    πως τάχα την παππουδικήν κρατούν ελευθερία
    και τούτο δεν είν΄άλλο τι, παρά πολλή μωρία
    Και δι αυτό δεν θέλουσι να πείθωνται εις άλλους
    μηδέ ακολουθούν ποτέ συμφώνως τους μεγάλους,
    Αλλ΄όταν τις αλλόφυλος, αν ήθελε θελήσει
    να έλθη στην πατρίδα τους για να τους πολεμήση,
    ετότες συμφωνούν ευθύς και τρέχουν σαν θηρία
    να δείξουν την ανδρεία τους και την ελευθερία.

    Ολόκληρο το βρίσκεται εδώ :
    http://www.omorfimani.gr/wp-content/uploads/2016/06/%CE%9D%CE%B7%CF%86%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%A4%CE%BF-%CE%A0%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%99%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%9C%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%82.pdf

  60. ΣΠ said

    ε, δεν θα βάλετε και την Ιθάκη, φαντάζομαι

    ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ ΙΘΑΚΗ

    Μια ημέρα τον παλιό καιρό
    στου Οδυσσέα την παρέα
    πάνω στο πλοίο το μελαγχολικό
    ανοίξαν του πόθου τα πανιά.

    Μα θα πρέπει στα αυτιά
    να μου βάλουνε κερί
    γιατί θα μου πάρουνε τα μυαλά
    των Σειρηνών τα χείλη.

    Ακόμα και τα πουλιά της θάλασσας
    τραγουδούν με της μούσας τη λαλιά,
    και της Ήρας
    ξυπνούνε τα παιδιά.

    -Γιατί δε με παίρνεις μαζί σου
    γλυκέ μου αέρα,
    τη γη να δω από τα ουράνια
    και τη νήσο τη μακάρια;

    -Αχ, παιδί μου καλό,
    θα είναι ωραία
    μα θα θες να μείνεις για πάντα
    στον δρόμο του αιώνα.

    Και ανοίξανε τα πανιά
    στων Σειρηνών να πέσουμε την αγκαλιά.

    -Εσύ, θαρραλέε πολυμήχανε
    που γκρέμισες τα τείχη τα ψηλά,
    η ψυχή σου την πατρίδα
    και της Πηνελόπης τα πλεκτά
    ή της Σειρήνας τα χείλη λαχταρά;

    -Ξένε, λόγια μου λες πονηρά,
    την ψυχή σου η έρις μήπως τυραννά;

    -Αχ Οδυσσέα μου, ανήκω σε άλλη γενιά
    που τα ιδανικά σου τα ξεχνά.
    Της Ιθάκης θα δεις την ομορφιά,
    ενώ εγώ της λήθης τα στενά
    και της Σειρήνας την αγκαλιά!

    Η δικιά σου η σοφία
    ταξιδεύει αιώνια στα γαλάζια τα νερά
    ενώ μεγαλώνει η νέα η γενιά.
    Ξεχνιούνται τα ανώτερα τα πράματα
    και στη θάλασσα πνίγονται,
    των ποταμών τα νερά στερεύουν και γίνονται ξερά.

    Στης Κίρκης τη φωτιά
    ρίχνω της νύχτας τη ματιά
    από τους πνιγμένους να φύγω τη συντροφιά.
    Τα λόγια είναι μαγικά,
    του μονάκριβού σου την καρδιά
    με πόδια φτερωτά η θεά την φυλά.

    Δαιμόνια με τριγυρνάνε φοβερά
    μα στου Κύκλωπα τη σπηλιά
    όνειρα βλέπω μοναχικά.

    ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΑΒΕΛΑΣ

  61. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και η ποίηση της εξέδρας: 😊
    https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://grekamag.gr/28535/&ved=0ahUKEwjW55K96OfSAhUJchQKHfzPDcgQFggfMAE&usg=AFQjCNHJCe_peb6vczrsQjwi4KHnoukY8w&sig2=MHJM7rsSugv3jrYFqSlmDA

  62. sarant said

    Ωραία σχόλια!

  63. Μαρία said

    ΟΔΥΣΣΕΩΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
    Σε μια στιγμή τρέλας ξερίζωσα
    τις μαύρες τριανταφυλλιές
    που με τόσο κόπο φύτευα
    κατά τη διάρκεια της ζωής μου· πέρασα
    την αγριεμένη θάλασσα αιωρούμενος·
    απάντησα σε αινίγματα·
    σε τίποτα δεν ωφέλησε η αστραπή της νεότητας·
    όλοι θα τελειώσουμε τη ζωή μας
    σ’ ένα άσυλο γερόντων.

    Σταμάτης Πολενάκης, φίλος του δύτη, Η ένδοξη πέτρα, 2014

  64. 66 Χα, χαίρομαι που σ’ αρέσει!

  65. ΄<3 https://www.youtube.com/watch?v=3cOLn1JKvjQ

  66. Σουμέλα said

    Το μαχαίρι
    Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
    έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
    Στο μεταξύ
    όσο δουλεύεις στον τροχό
    πρόσεχε μην παρασυρθείς
    μην ξιππαστείς
    απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
    Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
    Άρης Αλεξάνδρου

  67. Μαρία said

    67
    Ναι. Μόνο αυτή τη συλλογή έχω αλλά είναι poeta doctus και θα ήθελε κάποιες υποσημειώσεις. Ευτυχώς που υπάρχει κι η θεία.
    Διόρθωσα το r σε R του Rose.

    ΣΥΝΤΟΜΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ

    Hier ist die Rose σύντροφοι· εμείς κληρονομήσαμε
    αυτά τα ένδοξα κουρέλια της νύχτας· εμείς
    μια αιωνιότητα από φλεγόμενα τριαντάφυλλα.
    Το λάθος ήταν στον υπολογισμό
    των αστρικών αποστάσεων.
    Να μεταβάλουμε τον κόσμο είναι εύκολο·
    δυσκολότερο είναι να τον ερμηνεύσουμε.

  68. ΣΠ said

  69. Πάνος με πεζά said

    Θυμίζω για όσους ίσως δεν το έχουν διαβάσει εδώ, το σχετικό ανέκδοτο :

    Ένας φέρελπις -κατά τον εαυτό του- ποιητής, ταχυδρομεί τα χειρόγραφα της συλλογής του με τίτλο «ΓΙΑΤΙ ΖΩ», σε έναν εκδοτικό οίκο, με την ελπίδα να εκδοθούν.
    Μετά από μια εβδομάδα, λαμβάνει την ταχυδρομική απάντηση του εκδοτικού οίκου :
    » Αγαπητέ, ζείτε γιατί, ευτυχώς για σας, μας στείλατε τα ποιήματά σας ταχυδρομικώς…»

  70. Σουμέλα said

    Ρέκβιεμ
    Όχι, δεν ζήτησα τον ξένον ουρανό,
    ούτε φτερούγας ξένης προστάσία-
    είμουν με τον λαό μου τότε εδώ
    όπου ο λαός μου ζούσε μες στη δυστυχία…

    Άννα Αχμάτοβα. (μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου)

  71. Κι ένα για το σινάφι.

  72. Γιάννης Κουβάτσος said

    Κι άλλος Αργύρης Χιόνης, αδυναμία μεγάλη…

    «Τοπία μαγικά που, χαραγμένα στο ταβάνι, η όραση τα βρίσκει και τα χάνει. Της μοναξιάς τοπία, τυλιγμένα στην ομίχλη απανωτών τσιγάρων, μόνο εν κατακλίσει ορατά, τοπία στοργικά που παρεμβάλλονται ανάμεσα στην τόσο φοβερά παρούσα γη και τον απαίσια απόντα ουρανό.»

  73. Μαρία said

    61
    Αυθεντικό https://sarantakos.wordpress.com/2017/03/18/meze-263/#comment-421958

  74. leonicos said

    Όπως έγραψα, προχτές κατέθεσα έξι ποιητικά βιβλία δικά μου.
    Αλλά το βρίσκω σαχλό να βάλω κάτι δικό μου εδώ, ακριβώς επειδή μπορώ. Διόρθωση: όχι σαχλό αλλά αηδιαστικό.

    (ΣΗΜ: Δεν αναφέρομαι στα ποιήματα των σχολιαστών εδώ, που τους προέτρεψε και ο Νικ Νοικ, αλλά στην κατάχρηση που θα έκανα, διότι θα έβαζα μεγάλα κομμάτια. Είναι συνεχής λόγος)

    Θα κάνω παρουσίαση και κάποιοι θα έρθουν. Όσοι δεν έρθουν ή δεν γίνεται εκ των πραγμάτων να έρθουν, αιτούνται άνευ χαρτοσήμου, το η-μέηλ παρά τω νοικοκύρη, και τους στέλνονται χωρίς αντικαταβολή, δεδομένου ότι η ποίηση χαρίζεται και δεν πουλιέται, όπως και το φιλί!

    Όχι σαν τον Γς που το παίζει συνοδός κυριών (ο τόνος στο ω)

    Έχω όμως εκδώσει και άλλους ποιητές, και μπορούμε να φιλοξενήσουμε εδώ την Μαρία Καλλιαντά και τη σκληρή, πονεμένη ποίησή της.
    Από την ομότιτλη: Ξεχασμένοι Άνθρωποι

    >>>>>>Ξεχασμένοι Άνθρωποι
    Κουράστηκα να περιμένω
    κάθε ημέρα μια αγάπη.
    Έφτιαξα μια δική μου
    μ’ ένα διαμπερές τραύμα στην καρδιά.
    Την έστειλα στον ήλιο
    που όταν μαζεύεται το σούρουπο
    τη σπέρνει παπαρούνες.
    Ταλαντεύεται
    στις τεντωμένες υποσχέσεις.
    Κρύβεται
    στην υπερβολή του ενθουσιασμού
    και ορκίζεται πως δεν πιστεύει
    τις ευχές των ανθρώπων
    παρά μόνο στα έργα τους.

    Τ’ άγουρα μάτια του εργάτη
    συνοδεύει το χάραμα
    και οπλίζει την υπομονή του στρατιώτη
    στην σκοπιά,
    μα καταριέται τον πόλεμο.

    Μα ίσως μ’ έχει παγιδέψει
    η αγάπη της μάνας μου.
    Μού ’λεγε πως η ζωή είναι σκυτάλη.

    Αλίμονο.
    Δεν πορεύτηκα ποτέ μαζί της.
    Είδα τον εαυτό μου αχθοφόρο
    να μεταφέρω τα βάρη
    μιας άλλης ζωής
    και άοπλη να περιμένω
    στο χαράκωμα του σπιτιού μου
    τη δική σας χαριστική βολή.

    Δεν μπορώ κάθε ημέρα
    να περιμένω μια αγάπη.
    Έφτιαξα μια δική μου.
    Κάθε εσπερινό την ονειρεύομαι
    στις γνωριμίες των άγνωστων φίλων
    στις περαστικές ματιές
    και παζαρεύω
    την αντοχή μου στο αύριο.

    >>>>>Για μια Ακτίνα Φωτός

    Κοπάδια πουλιών
    ταξιδεύουν σε πεδιάδες
    ονειρικών τοπίων
    κι ένα μπουκέτο μαραμένων φιλιών
    έμειναν κρεμασμένα
    στο άνυδρο ποτήρι.

    Ξεχασμένα όνειρα
    ζωγραφίζουν στους τοίχους
    μουχλιασμένες σκιές,
    φαντάσματα διάφανων στιγμών.
    Μυριάδες πούπουλα αιωρούνται
    από το σχισμένο μαξιλάρι του νόστου·
    γεμίζουν ασφυκτικά το δωμάτιο
    καλύπτουν τα πάντα.

    Ζητάς να πετάξεις
    για να βγεις από το βάρος σου.
    Απλώνεις τα χέρια
    και αρπάζεις μιαν ακτίνα φωτός
    αυτήν που τρυπάει
    το στέγαστρο της ελευθερίας σου.

    >>>>>>>Τότε

    Τότε που τα όνειρα
    ήτανε πιο δυνατά από τις πράξεις
    και οι απογοητεύσεις
    κρυμμένες στις γωνιές
    των ευκαιριών…
    Τότε που δεν πουλιόταν η ελπίδα
    και ο έρωτας
    αρωματισμένος με τις ευωδίες
    της προσδοκίας
    καρτερούσε
    σε κρυψώνες ευτυχίας…

    Τότε ζούσα πραγματικά.

    >>>>>>Το Μυστικό Ρολόι

    Δεν κατόρθωσα να δω
    το είδωλό μου στο ποτάμι
    στα τρεχούμενα νερά του•
    ούτε στη λίμνη
    γιατί γέμιζε ρυτίδες
    η όψη της στο πρώτο θρόισμα.
    Τον άπονο καθρέφτη εμπιστεύτηκα.

    Η προδοσία του χρόνου με πόνεσε
    γιατί με παρέσυρε
    στον ξέφρενο χορό μαζί του.
    Το εκκρεμές χτυπούσε
    χωρίς να σταματάει
    τα πόδια μου κουράστηκαν
    τα χέρια παρέλυαν
    το βλέμμα θόλωνε.
    Με αποδυνάμωσε εντελώς,
    και ο καταρράκτης με απομάκρυνε
    από το παρελθόν.
    Δεν το έβλεπα πια.
    Ξαφνιάστηκα.
    Είχα ξεχάσει το μυστικό ρολόι του.
    Όταν τον ρώτησα
    για την ώρα της ηλικίας
    μου θύμισε καγχάζοντας
    ότι γέρασα.

    >>>>>>Σε Πίστεψα

    Αγάπη σε πίστεψα!
    Αθάνατη στιγμή σε πίστεψα!
    Μοναδικό γεγονός, μεγαλειώδες,
    σε πίστεψα!

    Ποτίζοντας γλάστρες με βασιλικό
    με τα μαλλιά λυμένα
    στους ώμους της φυγής
    απ’ όλα τα ανούσια
    και τα φθαρτά.

    Πίστεψα το πεπρωμένο…
    πέλαγο γαλανό
    ολάνοιχτη αγκαλιά,
    κι ολοκαίνουργιο σκαρί.

    Μόνο… ναι, μόνο
    που στα κατάρτια μου
    κούρνιασαν γλάροι κουρσάροι
    κι εγώ
    ξέχασα
    ή δεν είχα καιρό,
    ίσως να μην τόλμησα κι όλας
    ν’ ανοίξω πανιά.

    >>>>>>Γιορτή Μνήμης

    Σ’ αυτή τη γιορτή
    θέλω να είμαστε μαζί·
    στης μνήμης το σοκκάκι
    θα στείλω τ’ αστέρια της νύχτας μου
    στον ήχο της αναζήτησής σου.
    Κι ένα ζεστό καρβέλι
    θ’ αχνίζει με της αγάπης μου
    την καυτή ανάσα.
    Τα μαλλιά μου βρεγμένα
    από τον ιδρώτα της αγωνίας σου
    θα μαρτυράνε τις αιώνιες στιγμές
    που κανένας χρόνος
    δεν σβήνει.
    Σ’ αυτή τη γιορτή
    θέλω να είμαστε μαζί·
    μπορεί να μην αναγνωρίσουμε
    ο ένας τον άλλο
    γιατί οι μάσκες
    παραλλάζουν την εμφάνισή μας.
    Κι όμως θα είμαστε μαζί·
    θα έρχεσαι δίπλα μου
    εκεί που θα μαζεύω
    το κουβάρι των ημερών μου.

    >>>>>>Βιαστικός πεζοπόρος

    Μην περάσεις
    απέναντι στο δρόμο·
    κανένα φως δεν άναψε
    για σένα…
    βιαστικέ πεζοπόρε.

    Πίκρα και οργή
    οι δρόμοι γεμάτοι•
    ξεπερνάνε τα όρια,
    σπάνε τα φρένα
    κι εσύ
    τραγική ιστορία
    ζητάς να περάσεις
    απέναντι.

    >>>>>>Φθινοπωρινά Τοπία

    Φυλλορροούν οι μνήμες
    φθινοπωρινά τοπία·
    γυμνοί ερωδιοί
    ανάμεσά τους.
    Διασχίζω
    τους τραυματισμένους κορμούς·
    τα χαραγμένα πάνω τους
    ονόματα
    θυμίζουν πόσο μάτωσαν
    οι στιγμές
    στους προσωρινούς όρκους.

    >>>>>>Γεύση Πληρότητας

    Θα σε δω
    την ώρα της κρίσης·
    τις τελευταίες στιγμές
    οπτασία των μη πεπραγμένων.

    Την ώρα που θα σκεπάζεις
    με τον μανδύα του μονομάχου
    τα μάτια μου•
    που θ’ αποχαιρετώ το κορμί,
    τη γήινη υπόστασή μου
    κουνώντας το χέρι
    στα θνητά μου όνειρα
    τους προσωρινούς μου στοχασμούς
    τις πεπερασμένες μου ελπίδες•
    καθώς θ’ ανεβαίνω στητή
    στη ράχη σου
    για να γευθώ
    την πληρότητά μου
    στην υποδοχή
    της άλλης διάστασης.

    >>>>>>Εφηβεία

    Ένα άνοιγμα
    κι ένα κλείσιμο των βλεφάρων
    ήταν η εφηβεία•
    αυτό το ουράνιο τόξο των νεανικών χρωμάτων,
    που διαχύθηκε,
    αφήνοντας ένα σύννεφο σταγόνων
    για ένα αβέβαιο αύριο.

    Χάθηκαν οι νεράιδες,
    έφυγαν τα χερουβείμ,
    σκόρπισαν τα πουλιά•
    κι απέμεινε μια κυρτή σκιά•
    κι εγώ προσκυνώ
    κάθε σούρουπο,
    έναν θεό
    ολοδικό μου.

    >>>>>Αιώνιες Ευθύνες

    Χόρτασα από την ένδεια
    της αδυναμίας μου.

    Ταΐζω με ψίχουλα
    στο περβάζι του νου
    τα πουλιά των θέλω μου•
    και όταν το βράδυ
    κουρνιάζουν
    στης υπομονής μου
    τα κλαδιά
    τους λέω τραγούδια•
    τα νανουρίζω
    ν’ αποκοιμίσω
    τις αιώνιες ευθύνες.

    >>>>>>>>Ελπίδα

    Πώς προλαβαίνει η σκέψη
    της σιωπής τα ταξίδια.

    Ξημερώνω τις αγρύπνιες μου
    φοβάμαι το θάνατο της νύχτας
    αυτόν που γεννάει όνειρα·
    και ανοίγω στην οροφή μου
    το δικό μου παράθυρο
    για την υποδοχή μιας
    ελπιδοφόρας ημέρας

    >>>>>>>>Κύριε ελέησον
    Χάιδευε με τα μάτια
    την ανατολή•
    δάκρυζε στη δύση
    τότε
    που μάτωνε ο ήλιος στα βουνά.

    Πολυκατοικίες
    τσιμεντένια κλουβιά
    κρυμμένες γυάλινες ματιιές
    πετρωμένα σώματα
    πίσω από παντζούρια σφαλιστά.

    Άγιος ο Θεός•
    και πού να βρει χλόη ο πιστός
    να γονατίσει•;
    να βρει λίγο χώμα
    να προσευχηθεί;

    Κύριε, Κύριε, ελέησον ημάς.

    >>>>>>>>Όσων Υποψιάστηκαν

    Τσίρκο η ζωή
    κι εμείς οι γελωτοποιοί·

    οι περισπωμένες των φρυδιών·
    των δακρύων η ανάγκη·

    λιοντάρια διαπερνούν στεφάνια
    φλεγόμενους κύκλους•
    ραγισμένη η υπομονή των θεατών•
    χειροκροτούν ό,τι φοβούνται
    κι επαινούν
    τη δυστυχία των ζώων
    τη μικρότητα των κλόουν

    στων ανοιχτών μυαλών τα περάσματα
    στεγνώνουν τα μαντίλια
    όσων υποψιάστηκαν.

    >>>>>>>>Έλα, σου δίνω χέρι

    Πές μου τι χρώμα έχει
    η σιωπή της μοναξιάς,
    η λύπη
    σαν ουράνιο τόξο
    στον γκρίζο θόλο.

    Σφυρίζουν τρένα, πλοία
    που εσύ δεν τ’ άκουσες
    γιατί πέφτανε σαν κεραυνοί
    οι παράλογές σου σκέψεις
    να ξεματιάσουν τις πικραμένες ώρες
    καθώς στέκεσαι σ’ ένα παράθυρο θολό
    από το χνώτο της απουσίας.

    Έλα, σου δίνω χέρι
    να καρτερείς το αύριο
    και μουσικές πουλιών
    να ξεπερνάς
    ό,τι σήμερα υπάρχει.

    >>>>>>>>Να μ’ αφουγκράζεσαι

    Εγώ θα σε λέω σιωπή
    κι εσύ θα με λες φωνή γάργαρης πηγής.
    Θα κουρνιάζω τις ελπίδες μου
    στη φωλιά της αγάπης σου.
    Εσύ με φωνάζεις ζωή, Άνοιξη,
    κι εγώ θα κλείνω
    τους παγωμένους ωκεανούς
    των ματιών σου
    μ’ ένα ήλιο φιλί,
    να σου λειώνει τα χιόνια.
    Μπορεί να μ’ αφουγκράζεσαι τις νύχτες
    από τα θυμωμένα σύννεφα

    >>>>>>>>Πικρό ερωτικό

    Κράτησα την ανάσα σου
    στην καρδιά μου
    για να μπορεί να χτυπάει.

    Στο μυαλό μου φτερουγίζει
    η ανάμνησή σου
    για να σε σκέφτεται.

    Μέθυσα
    από το πρώτο σου φιλί
    τόσο που
    μέχρι το θάνατο
    δεν θα συνέλθω.

    Υπάρχω
    για να συντροφεύω τη ζωή
    με δακρυσμένα όνειρα.

    >>>>>>>>Ψυχή χωρίς σκεπή

    Άφησες χωρίς σκεπή την ψυχή σου
    και τώρα η βροχή
    τρέχει από τα μάτια σου.
    Μα, βλέπεις, από το θάμπωμά τους
    στις διάφανες σταγόνες που φέγγουν
    βρίσκουν το δρόμο
    στα ρυάκια των ρυτίδων
    που έζησες.
    Όνειρα ίσως οι διαδρομές σου
    που παίδεψαν τον ύπνο σου,
    μια σκάλα που όλο σε τράνταζε
    ότι θα πέσει
    και ξύπναγες τρομαγμένη
    για να γευτείς τον τρόμο
    του ψέματος.
    Άφηνες τα όνειρα
    δώρο στον ύπνο σου
    και κράτησες τα έργα
    για τη ζωή σου.

    >>>>>>>>Καφενείον Η Νεότης

    Τότε που καρφώναμε αστέρια
    στους δικούς μας ουρανούς,
    ήταν εκείνο το μικρό καφενείο
    που είχε μια μοναδική επιγραφή
    που τότε
    δεν της δίναμε πολλή σημασία.

    Στον περίβολό του
    ψιλόλιγνες λεύκες κι ευκάλυπτοι
    που στα κλαδιά τους
    φωλιάζανε τα όνειρα·
    μπαίναμε φορτωμένοι τις σάκες μας
    και μυρωδιές από γράμματα
    που προσπαθούσαμε να ερμηνεύσουμε.

    Ήταν κείνο το μικρό καφενείο…
    λεύκες κι ευκάλυπτοι
    και μια μοναδική επιγραφή
    που σήμερα τη θυμάμαι
    και δακρύζω.

    Μεγάλο δείγμα για μια μεγάλη, κατά τη γνώμη μου, ποιήτρια

  75. Ε, αφού δεν βάζει ο Λεώνικος, ας θυμηθούμε έναν αγαπημένο 3,14159οιητή του ιστολογίου https://twitter.com/samoporadidop/status/684091016249491456

  76. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Πέπε (28). Σ’ εὐχαριστῶ ποὺ ἀφιέρωσες χρόνο στὸ στιχούργημά μου διαβάζοντάς το τόσες φορές. Κι ἐγὼ δυσκολεύομαι νὰ διαβάσω ποίηση, μοῦ εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ τὴν ἀκούω.

    Εἶναι μιὰ στιχουργικὴ ἀπόπειρα, πιὸ πολὺ παιχνίδι μὲ τὶς λέξεις θά ‘λεγα, μὲ ἄλλοθι κάποια τοπωνύμια τῆς Λέσβου καμιὰ δεκαπενταριὰ χρόνια μετὰ ἀπὸ καλοκαιρινὲς διακοπὲς στὸ νησί.
    Στὸ στὶχο:
    τὰ λέει μὲ σίγμα καὶ μὲ νί
    ὁ ποιητὴς (λέμε τώρα) θέλει νὰ πεῖ πὼς τὰ λέει «μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σίγμα» ποὺ λέγαμε παλιά, δηλ. μὲ κάθε λεπτομέρεια.
    Τέλος, ὅσον ἀφορᾶ στὴν τελευταία στροφή, θὰ μπορούσαμε νὰ μιλήσουμε γιὰ χαρμολύπη, γιὰ τὸ κατὰ Ζουράριν συναμφότερον καὶ ἄλλα τέτοια ὡραῖα καὶ φιλοσοφικὰ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς αὐτὸ (τὸ κόλυβο) εἶναι ποὺ βρῆκα νὰ ριμάρει μὲ τὸ Μόλυβο.

    Τραγουδιέται κι ὅλας, σὲ ρυθμὸ ἀπτάλικο.

  77. AΓΓΕΛΙΚΗ said

    Α Ν Ο Ι Ξ Η

    Πάνω που λες πως όλα τέλειωσαν
    κι αρχίζεις πια να συνηθίζεις στην ιδέα
    κάποιο ανεπαίσθητο άρωμα σε παγιδεύει
    και σκαλώνει το βλέμμα σου στο πρώτο κλαδί:
    Μικρές, αυθάδεις, πεισματάρικες ελπίδες
    βαλθήκανε να μπουμπουκιάζουν
    και σε κοιτάζουν περιπαιχτικά
    ανατρέποντας την τάξη των πραγμάτων.

    Αμαλία Τσακνιά

  78. Γιάννης Κουβάτσος said

    Κι ένα ποίημα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Γεννημένος στα Χανιά το 1932, της Οικογενείας μάλλον, αλλά παρά το ατυχές ονοματεπώνυμό του τιμάει την γλώσσα μας…
    ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ
    Θέλω μαζί σου
    να ξεπεράσω
    το σημείο της μοναξιάς.
    Τη θλίψη του άδειου δρόμου
    Του ήλιου τη μόνωση
    Της θάλασσας την ευθεία.
    Την πλήξη των ωρών.
    Κι εκεί,
    στη δύση του ονείρου
    χωρίς την τυραννία του μόνου
    μια γλύκα από θαλασσανθούς
    να ροδίση το κουρασμένο μου μέτωπο.
    Αληθινά!
    Μόνο όταν πλανάσαι στη σκέψη μου
    στις πύρινες ώρες του δειλινού
    έχω νικήσει το φράγμα της μόνωσης.
    Τότε με κυριεύει η τρυφερότητα
    κι η κρύα μοναξιά μακραίνει…»

  79. leonicos said

    55

    Σοβαρά, την πάτησα; Κάποια στιγμή το φοβόμουν, αλλά πάτησα ‘δημοσίευση’ κι έφυγε

    Βγάλε μου ένα ρούμπο, ή σβήσ’ το να μην ξεγελάει

  80. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    82 Πού να το βρίσκω τώρα..

  81. ΠΑΣΟΚ, ΟΥΙΣΚΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΕΡΛΕΓΚΑ ΔΙΣΚΟΙ!! https://pbs.twimg.com/media/C7a0k1NX0AAwINm.jpg

  82. 70 ώστε poeta doctus, δεν τόξερα αυτό. Ναι, είναι ορισμός του εν λόγω ο φίλος μου 🙂

  83. Γς said

    Πολλοί έχουν γράψει ποιήματα.

    Τεχνοκράτες π.χ. που καμία σχέση δεν είχαν με την τέχνη και την ποίηση πολλές φορές έχουν κάποιους σκελετούς κρυμμένους μακριά από το βιογραφικό τους.

    Η ιστορία αληθινή:

    Πάσχιζε ο φουκαράς να φύγει στην εσπερία προς απόκτηση δεύτερου πτυχίου. Δύσκολα όμως θα γινόταν δεκτός από την Εκόλ Σουπεριέρ ντ Ελεκρισιτέ, ας πούμε.

    Το κλειδί ήταν ένα πρώτο όνομα. Καθηγητής και Ακαδημαϊκός που είχε στενές σχέσεις με τη Σχολή (ονόματα δεν λέμε).

    Δύσκολος όμως. Δεν υπήρχε τρόπος να τον πλησιάσει. Πόσο μάλλον να του πάρει καμιά συστατική επιστολή του.

    Και τι κάνει ο μπαγάσας; Κάθεται τυχαία τάχα μου δίπλα του σε μια διάλεξη μιας ημερίδας στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών. Παρακολουθεί και κρατάει σημειώσεις.
    Σε μια στιγμή ευγενέστατα ρωτά τον “άγνωστο” δίπλα του για μια λέξη που δεν άκουσε καλά:

    -Ντελανσέρ?

    –Ντεκλανσέρ.

    -Α, ουί. Μερσί.

    Κάνα δυό ακόμη τέτοια και στο τέλος της ομιλίας ο μεγάλος έτεινε το χέρι στο λαμπρό και μελετηρό νεανία.

    –Καραπαπαγιαννοτέτοιος.

    -Kαραπαπαγιαννοτέτοιος είπατε;

    -Ναι, ο τέτοιος και τέτοιος. Με κάποια δυσφορία ίσως που δεν τον ήξερε.

    –Ναι ξέρω, αλλά θυμήθηκα το “Ξημερώνει η αυγούλα το πρωί με τη δροσούλα”, δικό σας δεν είναι; ‘Η το άλλο “Κι όταν θα φύγεις στα ξένα, να θυμάσαι και μένα” εσείς είστε;

    Μία ποιητική συλλογή είχε εκδώσει όλη κι όλη ο μεγάλος πριν γίνει μεγάλος κι αυτήν στη ζούλα, στα παιδικάτα του.

    Που στο διάολο την ανακάλυψε ο δικός μου;

    Και φυσικά τον βοήθησε, μέχρι και υποτροφία του βρήκε.

  84. Γς said

    Ποιητής και Μούσα

    Ημέρα τής Ποίησης γάρ

    Νίκος Εγγονόπουλος, ελαιογραφία, 1938, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα

  85. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ποίηση είναι ένας ξεχωριστός τρόπος να συνειδητοποιείς τον κόσμο,να συνδέεσαι με την πραγματικότητα.
    {ο ποιητής}… μπορεί να προχωρήσει πέρα από τα όρια της αυστηρής λογικής,και να αποδώσει τη βαθιά πολυπλοκότητα και αλήθεια των ανέγγιχτων αρμών και των κρυμμένων φαινομένων της ζωής.
    Αντρέι Αρσένιτς Ταρκόφσκι.Σμιλεύοντας το χρόνο. Νεφέλη 1987. Μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζας

  86. Σχολιαστής said

    Μια γυναίκα στην ακμή της ηλικίας της, με υπέροχο σώμα και πνεύμα αντισυμβατικό, γεννάει στην ψυχή ενός γηραιού άνδρα μια σφοδρή επιθυμία, η οποία, εξαιτίας των αυστηρών προδιαγραφών του χρόνου, μη μπορώντας να ικανοποιηθεί, διοχετεύεται ακέραια στο βλέμμα του και στη φωνή του προσδίδοντάς τους μιαν ασυνήθιστη, σχεδόν υπέργεια ομορφιά.

    (Νάσος Βαγενάς – Ο λαβύρινθος της σιωπής)

  87. sxoliko said

    Οι λέξεις είναι ψάρια στο νερό

    Οι λέξεις είνια ψάρια στο νερό.
    Χιλιάδες μαζί κολυμπούν
    ή και μόνα τους
    με φιγούρες περίπλοκες
    ή ολόισια στο στόχο.
    Κάτι ψάχνουν να βρουν, είναι βέβαιο.
    Αν προλάβουν-
    γιατί έχει νόμους σκληρούς
    το νερό.
    Το μικρότερο ψάρι πάντα κινδυνεύει.

    Για μας μένουν
    τ’ αμφίβια τέρατα
    που ξεβράζουν την πείνα τους στη στεριά.
    Κάτι δυσκίνητοι κροκόδειλοι.

    Γιάνης Βαρβέρης, Αναπήρων πολέμου

  88. sxoliko said

    Οχ! Έγινε Βαρουφάκης ο Βαρβέρης.

  89. Corto said

    Έντγκαρ Λη Μάστερς (Edgar Lee Masters)

    Δύο συνεχόμενα ποιήματά του από την «Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ» (Spoon River Anthology, 1915), τα οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο στα ελληνικά. Υπενθυμίζω ότι τα ποιήματα της συλλογής είναι υποτιθέμενα επιτύμβια επιγράμματα από το κοιμητήριο της φανταστικής πόλης Σπουν Ρίβερ.

    ΝΟΟΥΛΝΤ ΟΧΕΪΜΕΡ

    Ήμουνα η πρώτη σοδειά της μάχης του Μίσιονρι Ριτζ.
    Όταν αιστάνθηκα τη σφαίρα να μπαίνει στην καρδιά μου
    Πεθύμησα να ’μουν στο χωριό κλεισμένος φυλακή
    Γιατί βούτηξα τα γουρούνια του Καρλ Τρέναρι,
    Και να μην το ’χα σκάσει τρέχοντας να στρατολογηθώ.
    Χίλιες φορές καλύτερα στα κρατητήρια του χωριού
    Παρά να κείτομαι κάτω από τ’ άγαλμα αυτό με τα φτερά,
    Και τούτο το γρανιτένιο βάθρο
    Που απάνω γράφει: «Pro Patria»
    Τι να σημαίνει ωστόσο;

    ΛΙΝΤΙΑ ΠΑΚΕΤ

    Ο ΝΟΟΥΛΤ ΟΧΕΪΜΕΡ το ’σκασε πηγαίνοντας στον πόλεμο
    Την προηγούμενη μέρα που ο Καρλ Τρέναρι
    Ορκίστηκε να βγάλει ένταλμα συλλήψεως μέσω του Δικαστή Άρνετ
    Για την κλοπή των γουρουνιών.
    Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που γίνηκε στρατιώτης.
    Με τσάκωσε να φεύγω με τον Λούσιους Άθερτον.
    Καβγαδίσαμε και του είπα ποτέ πια
    Να μην τον ξαναδώ μπροστά μου.
    Τοτ’ έκλεψε τα γουρούνια κι έτρεξε στον πόλεμο –
    Πίσω από κάθε στρατιώτη κρύβεται μια γυναίκα.

    (μετάφραση Σπύρος Αποστόλου)

    Γενικώς δεν υπάρχουν στο ίντερνετ πολλά ποιήματα της ανθολογίας στα ελληνικά. Άλλα τέσσερα ποιήματα σε μετάφραση Ρίτας Μπούμη Παπά, υπάρχουν σε παλαιότερο άρθρο, στα σχόλια 65, 71, 72 και 76:

    https://sarantakos.wordpress.com/2016/04/10/savvaspavlou/#comment-348167

  90. Πέπε said

    @79 (Δ. Μαρτ.):

    Καλέ αλίμονο, το κατάλαβα το νι και το σίγμα. Πλάκα έκανα. (Οι Μυτιλjηνjοί προφέρουν njι, και τουλάχιστον σε μερικά χωριά έχουν κι έναν καθαρά δικό τους ιδιωματισμό, το shι, π.χ. ιshύ – εσύ.)

    Μπορώ να το φανταστώ κάλλιστα σε απτάλικο.

  91. sarant said

    93 Κι εγώ το λέω το νι και το έχω πάρει από εκεί.

  92. Corto said

    Και ένα ακόμα ποίημα από την Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ:

    ΡΟΟΥΖΙ ΡΟΜΠΕΡΤΣ

    ΗΜΟΥΝ άρρωστη, μα πιο πολύ ήμουν φουρκισμένη
    Με την άτιμη αστυνομία και τ’ άτιμο παιχνίδι της ζωής.
    Γι’ αυτό μήνυσα στον αστυνόμο της Πιόρια:
    «Βρίσκομαι εδώ στο πατρικό μου σπίτι στο Σπουν Ρίβερ,
    Πεθαίνοντας αργά.
    Μα να ’ρθεις και να με συλλάβεις, σκότωσα το γιο
    Του μεγαλέμπορα στης Μαντάμ Λου,
    Κι οι εφημερίδες που ’γραψαν πως σκοτώθηκε μόνος του
    Μέσα στο σπίτι του καθώς καθάριζε το δίκαννο –
    Ψεύδονταν σαν το διάβολο για να σκεπάσουν το σκάνδαλο,
    Επειδή τις δωροδόκησαν για να γράψουν έτσι.
    Τον σκότωσα μέσα στην κάμαρά μου, στης μαντάμ Λου,
    Γιατί με πέταξε κατάχαμα σαν του ’πα
    Πώς, στο πείσμα των παράδων του,
    Είχα δει τον ερωμένο μου την νύχτα εκείνη».

    (μετάφραση Σπύρος Αποστόλου)

  93. Γς said

    Και πήγα να φτιάξω πιλάφι τ απόγευμα και μου βγήκε λαπάς.

  94. Γς said

    Poetry + John

    Εριξα αυτές τις δυο λέξεις στο γκούγκλ και μου’ βγαλε και ένα ποίημα του Τζον Τάδε.

    Και διαβάζω το σχόλιο ενός από κάτω:

    «Οι ποιητές είναι ηλίθιοι. Κάνουμε πολέμους για να σκοτώνουμε ανθρώπους. Κοιτάξτε που φτάσαμε με όλους αυτούς τους ηλίθιους. Που αν δεν σκοτώσουμε τους Βορειοκορεάτες θα μας φάει κανένας πύραυλός τους»

    Α, ο Τζον Τάδε είναι ο John Donne
    Και το ποίημα το No Man Is An Island

  95. nikiplos said

    Εμ σπαταλήσατε τα χρήματά σας στα ποτά και τις γυναίκες,

    http://www.newsbeast.gr/world/arthro/2626475/ntaiselmploum-spatalisate-ta-chrimata-sas-se-ginekes-ke-pota

    εμ το ρίξατε και στην ποίηση εσείς οι Νότιοι!

  96. Μαρία said

    Το λάθος

    Τα ρούχα της δουλειάς
    σε χάρτινη σακούλα, φίρμα,
    με το σκοινάκι της,
    να μοιάζει δώρο αγάπης ακριβής.
    «Α, ένας από μας…»
    άκουγε μέσα του την ξένη σκέψη.
    Ένιωθε ίδιος όσο την κρατούσε,
    στη στάση του λεωφορείου,
    ασφαλισμένος, έγκυρος ,
    όπως ο γέροντας
    που κάρφωνε στα δόντια του το σπίρτο
    βγαίνοντας Κυριακή στο καφενείο του χωριού
    να δείξει ένα γεύμα πλούσιο
    που καν δεν το ‘χε ονειρευτεί.

    Έπιανε θέση μονάχα αν ήταν άδειες οι μισές.
    Απόθετε στα πόδια τη σακούλα, απαλά,
    πρόχειρο αναλόγιο,
    και πάνω της ένα βιβλίο.
    Το ίδιο πάντοτε,
    ελληνικό,
    με το εισιτήριο σελιδοδείκτη.
    Το ‘χε ζητήσει από το αφεντικό του,
    κι εκείνος του ‘δωσε το Λάθος.
    Σπάνια γύριζε σελίδα.
    Θάλασσα οι λέξεις,
    κι αυτός, πέτρα βουνού,
    δεν ήξερε από αρμυρά ταξίδια,
    βυθιζόταν.

    Ένα μονάχα ήξερε:
    Το εισιτήριό του, το κανονικό,
    το σίγουρο,
    αυτό που απέτρεπε τους ελεγκτές
    και ημέρωνε το βλέμμα το καχύποπτο
    ήτανε το βιβλίο.
    Δεν διάβαζε.
    Ούτε της γλώσσας του τα γράμματα
    δεν ήξερε να βάλει σε μια τάξη.
    Όσα χαρτιά κι όσες σφραγίδες
    κι αν έσερνε στην τσέπη του ο φόβος,
    το διαβατήριό του για τον κόσμο των ομοίων
    ήτανε το βιβλίο με τις ελληνικές σελίδες.
    «Α, ένας από μας…»

    Κι έτυχε σε ελεγκτή φιλαναγνώστη
    και καν τον τίτλο δεν μπορούσε να του πει
    ο αλαργινός
    σπουργίτι τρομαγμένο και πολέμαγε
    μέσα στο σώμα του να φύγει να κρυφτεί.
    Και πλήρωσε το Λάθος.
    «Χα, ένας από μας…»
    βρόντηξε ο χλευασμός και τον κεραύνωσε.
    Έκτοτε μετράει την έρημο πεζοπορώντας.
    Όπως κι όταν δρασκέλιζε τα σύνορα.

    Παντελής Μπουκάλας, Ρήματα, 2009.

  97. sarant said

    52 Ριβαλντίνιο, το παράθεμα από τον Καργάκο είναι ακριβές, έτσι;

    Διότι εξελίσσεται σε Καραβίδα -δεν το γράφει ο Βάρναλης στο έργο του Άνθρωποι, αλλά στα Αισθητικά-Κριτικά.

  98. cronopiusa said

    Ο Ντικ – Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος, Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, Ερμηνευτές:Δημητριάδη, Μπουλάς

    Η πέτρα σταυρωμένη απ’ τον άνεμο
    ο άνεμος, η σιγαλιά,
    δεν ακούγεται τίποτα
    μόνο το καρδιοχτύπι της πέτρας
    κι πέτρα της καρδιάς που δουλεύεται
    με το θυμό και με τον πόνο
    βαριά, σιγά και σταθερά
    Μπόλικη πέτρα
    μπόλικη καρδιά
    να χτίσουμε τις αυριανές μας φάμπρικες
    τα λαϊκά μέγαρα
    τα κόκκινα στάδια
    και το μεγάλο μνημείο των Ηρώων της Επανάστασης

    Να μην ξεχάσουμε και το μνημείο του Ντικ
    ναι, ναι, του σκύλου μας του Ντικ
    της ομάδας του Μούδρου
    που τον σκοτώσαν οι χωροφυλάκοι
    γιατί αγάπαγε πολύ τους εξόριστους

    Να μην ξεχάσουμε, σύντροφοι, τον Ντικ
    το φίλο μας τον Ντικ
    που γαύγιζε τις νύχτες στην αυλόπορτα άντικρυ στη θάλασσα
    κι αποκοιμιόταν τα χαράματα
    στα γυμνά πόδια της Λευτεριάς
    με τη χρυσόμυγα του αυγερινού
    πάνω στο στυλωμένο αυτί του

    Τώρα ο Ντικ κοιμάται στη Λήμνο
    δείχνοντας πάντα το ζερβί του δόντι

    Μπορεί μεθαύριο να τον ακούσουμε πάλι
    να γαυγίζει χαρούμενος σε μια διαδήλωση
    περνοδιαβαίνοντας κάτου απ’ τις σημαίες μας
    έχοντας κρεμασμένη στο ζερβί του δόντι
    μια μικρή πινακίδα «κάτω οι τύραννοι»

    Ήταν καλός ο Ντικ

  99. Μαρία said

    100
    Βραβείο τσαπατσούλιζερ παίρνει ο Καργ. Φαίνεται γράφει απο μνήμης κι ότι κατεβάσει η κούτρα του.
    Δες «παράθεμα» απο Σολωμό «Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς,

    βόλι Τουρκιᾶς, τόπ’ Ἄγγλου

    πόλεμος μέγας πολεμᾶ

    βαρεῖ τό καλυβάκι…»
    Μέγας είσαι, Κύριε.

  100. Γς said

    98:

    >Εμ σπαταλήσατε τα χρήματά σας στα ποτά και τις γυναίκες

    Ενώ αυτοί [μας] πήδαγαν τζάμπα

  101. Alexis said

    Δεν θα βάλουμε την Ιθάκη αλλά θα βάλουμε ποίημα με την Ιθάκη:

    -Να μαστε πάλι εδώ Αντρέα, οι δρόμοι τρέχουν χιαστί
    σημείο χ και μεις παρέα και ας φύγαν χίλιοι δυο καιροί
    -Μένω κατάπληκτος Μανώλη, δεν ξέρω αλήθεια τι να πω
    πώς γίνεται ο καθένας όλοι, και όλοι πώς γίνονται εγώ

    -Σαν μια Ιθάκη είναι το τώρα, που όλο γυρίζω να τη βρω
    και με των Δαναών τα δώρα, γελώ τον δόλιο μου εαυτό
    -Αμάν βαριά φιλοσοφία, ας πούμε κάτι πιο απλό
    καλές οι Η.Π.Α. κι η Ρωσία, μα έχω το δράμα μου κι εγώ

    -Μια από τις σχέσεις που δεν ξέρεις μου φώναξε ένα πρωινό
    κάνεις εσύ αυτό που θέλεις, γι’ αυτό βαθιά και σε μισώ
    -Κι εγώ δεν είμαι με τη Μαίρη κι όμως μαζί της έχω γιο
    με σεργιανά σ’ άγνωστα μέρη, χάνομαι, βρίσκομαι και ζω

    -Ελπίδες μέσα στη φορμόλη και πολλαπλάσιοι οι καιροί
    άλλαξε τόσο αυτή η πόλη, μα ‘μεινε ίδιο κατιτί
    -Το πρώτο πρώτο μας τραγούδι, αυτό θαρρώ πως θες να πεις
    κάλλιο στο χώμα το λουλούδι παρά σε βάζο περιωπής

    -Περνούν γερνούν τα γεγονότα, μα είναι καλό που ‘μαστε εδώ
    φαντάσου φτάνει και μια νότα κι αλλάζεις όλο το σκοπό
    -Νομίζω έτσι και η ζωή μας σαν όπως λεν τα πάντα ρει
    στη θάλασσα η εκβολή μας και όμως γυρνάμε στην πηγή

    -Ναι, το ποτάμι δε στερεύει, καθάριο τρέχει το νερό
    ενώνει, δε μεταναστεύει, πηγή και γη με ωκεανό
    -Κάλλιο που όσο και να κλαίει ο κάθε που θα νοσταλγεί
    η ζήση δε γυρνάει ριπλέι κι οι δρόμοι τρέχουν χιαστί

    Μανώλης Ρασούλης

  102. cronopiusa said

    Ξανθός Απρίλης – Βασίλης Χριστοδουλόπουλος
    Ποίηση: Διονύσιος Σολωμός
    Μουσική: Τιμόθεος Αρβανιτάκης

    Η Συντομία του Ονείρου
    διαβάζει: Καρούζος Νίκος, Ελληνικός λόγος: Ποίηση, ΕΡΑ 1999

  103. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    102 Από πού είναι αυτό;

  104. Ριβαλντίνιο said

    @ 100 sarant

    Σόρρυ που καθυστέρησα να απαντήσω, αλλά έπρεπε να δώ και τα χάιλαϊτς της Πανάθας και ταυτόχρονα βλέπω Σαρβάιβορ ! 🙂

    Σαράντος Ι. Καργάκος
    ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΣΠΑΡΤΗΣ
    Τόμος Β΄
    Από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο έως τον 4ο μ.Χ. αιώνα
    Εκδόσεις Gutenberg 2006
    Χορηγός : Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λακωνίας
    σελ. 753 – 754

    Το 1834 γεννιέται η νέα Σπάρτη. Ο κόσμος του Μυστρά μετακυλίεται προς αυτή. Το Κάστρο σβήνει από άποψη πληθυσμού. Ο Κ. Βάρναλης στο έργο του «Άνθρωποι» γράφει πως κατά τις συχνές κρασοκατανύξεις των λογοτεχνών του κύκλου του «Νουμά», ο Κ. Παρορίτης (1878 – 1932) (120) , όπως ήταν το φιλολογικό ψευδώνυμο του εκπαιδευτικού Λεωνίδα Σουρέα και πρώτου λογοτεχνικού εκφραστή των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα, τραγουδούσε ένα τραγούδι που είχε άλλοτε πλατειά διάδοση στη Λακωνία :

    Παρόρι με τα κρύα νερά
    κι Αγιάννη μου με τ’άνθη
    και συ καημένε μου Μυστρά
    σε μάρανεν η Σπάρτη.

    (120) Ο Κώστας Παρορίτης έχει γράψει τα βιβλία «Οι νεκροί της ζωής» (εξ αιτίας των ιδεών που διατυπώνει στο έργο αυτό είχε προσκαίρως, το 1907, παυθεί από την εκπαίδευση), «Στο άλμπουρο» (1910), «Το μεγάλο παιδί» (1916), «Ο πατέρας» (1921), «Ο κόκκινος τράγος» (1924) και «Οι δύο δρόμοι» (1924). Ο Κ. Παρορίτης ήταν φανατικός οπαδός της Δημοτικής αλλά και επικριτής του Ψυχάρη που δεν ακολούθησε το δρόμο των σοσιαλιστικών ιδεών (ο Ψυχάρης ήταν μοναρχικός).

    Το παραπάνω κείμενο είναι όλο στο πολυτονικό.
    Στην βιβλιογραφία του δεν αναφέρει τον Βάρναλη, συνεπώς μπορεί να μην ανέτρεξε σε αυτόν, αλλά να έγραψε από μνήμης, αφού στην σελ. 754 τελειώνει το έργο του.

    Γενικά έχω το δίτομο έργο του και είναι πολύ καλό. Επειδή τα θετικά είναι πολλά, θα πώ μόνο αυτά που είναι αρνητικά.Σε μερικά σημεία φαίνεται να ακολουθεί κατά γράμμα τους Ηρόδοτο, Θούκυ και Ξέν, και κάποιον μπορεί να τον ενοχλήσει αυτό – όχι εμένα- και να αναρωτηθεί γιατί να μην διαβάσω την πρωτογενή πηγή καλύτερα και όχι Καργάκο ; ! Έχω βρεί και μερικά λαθάκια, τα περισσότερα απροσεξίας.
    Το παραπάνω απόσπασμα δεν μπορούσα να το ελέγξω γιατί δεν διαθέτω τις πρωτογενείς πηγές. Συνεπώς σόρρυ αν μετέφερα βλακείες.

  105. Μαρία said

    106
    http://www.sarantoskargakos.gr/content/%CE%B7-%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C

  106. cronopiusa said

    άΧρηστος Φαταούλ-ας‏ @chrisfas61 Παγκόσμια ημέρα παραποίησης

  107. ΚΩΣΤΑΣ said

    6 – 8β

    Μπα! δώδεκα και ούτε ένα τηλεφώνημα, η συλλογική σοφία αποκοιμήθηκε, κι εγώ θα μείνω πάλι με… την απορία στο χέρι!

    Και είναι σημαντικό για μένα να το ξεδιαλύνω πλήρως.

  108. leonicos said

    96
    Γς, αγόρι μου, πάρε σταράκι που δεν λασπιάζει. Όλο λαπάδες τρως και τα θεωρείς πιλάφια. Καταλαβαίνω τι σου βγήκε σήμερα. Ριζόνερο!

  109. sarant said

    107-108 Μερσί

    110 Μπορεί να είναι και δικό του, αφού κανείς δεν το αναγνώρισε.

  110. Γς said

    111:

    Εμ, με ρύζι γλασέ; Πιλάφι δεν γίνεται.

    Μόλις τελείωσα το γνωστό μου ρυζόγαλο.
    Οχτώ κανελομένα μπολάκια, είναι ήδη παρατεταγμένα .
    Περιμένω να κρυώσουν για να τα βάλω στο ψυγείο που λέγαμε τις προάλλες.

    Δλδ. που μου λέγατε τι να κάνω για να πάρει μπρος.
    Εχει γίνει καινούργιο, Μέχρι κι οι κόκα κόλλες μέσα γίνονται παγάκια…

    Κι ήταν κι εκείνες οι κρέμες που ήθελαν να τους ρίξουμε κανένα, ουπς, κανέλα:

    1962.

    -Θα ρίξουμε κανέλα;

    -Θα ρίξουμε κανέλα;

    Ολοι αυτό ρωτούσαν εκείνη την στιγμή στην κατασκήνωση του Υπουργείου Πορνοίας, ουπς, Προνοίας στο Καβούρι όπου εμείς οι παλιοί εκπαιδεύαμε τους καινούργιους ομαδάρχες.

    Ηταν η τελευταία από τις 5 μέρες και θα ακολουθούσε γιορτή.

    Απόγευμα λοιπόν και είχε σερβιριστεί η κρέμα (όπως θα γινόταν στην πραγματική κατασκήνωση) Παρόντες και υψηλά προσώπατα από το Υπουργείο κλπ.

    Μόλις είχα βγει από την κουζίνα όπου η φίλη μου η Αννα έκανε ότι μπορούσε. Εγώ όμως πειραχτήρι:

    -Τι θα γίνει μωρή, θα ρίξουμε κανέναν.

    –Σκάσε ρε, μη φωνάζεις!

    Μια δυο, τελικά έσκασα.
    Παίρνει λοιπόν η Αννα τη κατσαρόλα με την υπόλοιπη κρέμα και πάμε να τη σερβίρουμε.
    Οπότε της φωνάζω μπρος σε όλους:

    -Τι θα γίνει ρε Αννα; Θα ρίξουμε κανένα;

    Πάγωσε, Μου φαίνεται ότι πρασίνισε κιόλας. Πάντως η κατσαρόλα της έφυγε από τα χέρια.

    Και κανείς δεν κατάλαβε ότι δεν είπα «κανέλα»!

    .

  111. Γς said

    107:

    >Σόρρυ που καθυστέρησα να απαντήσω, αλλά έπρεπε να δώ και τα χάιλαϊτς της Πανάθας και ταυτόχρονα βλέπω Σαρβάιβορ ! 🙂

  112. spiral architect said

    Παράφραση στίχων γνωστού(;) λαϊκού άσματος ειδικά για την περίπτωση. Ο (αλήτικος πολιτικός) λίκνος ανοίγει ιδία ευθύνη:

    Το ποτό και οι γυναίκες
    λένε πως σκοτώνουν
    και πως άμα δεν τα κόψω
    θα καταστραφώ.

    Μα ο πόνος ο δικός σου
    δυο φορές σκοτώνει
    και δεν έχω άλλο τρόπο
    για να ξεχαστώ.

  113. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δεν είναι γνωστό ποίημα, Κώστα. Γιατί να μην είναι του παιδιού; Ολιγόστιχο, ομοιοκατάληκτο, παιδικό, γιατί όχι;

  114. Κουνελόγατος said

    Μόλις είδα κάτι που ανέβασε το κουνέλι μου στο f χθες.
    «Sei bella come un gol al 90!».

    Καλημέρα σας.

  115. Πέπε said

    110, 112, 116:

    Πάντως είναι εύλογη η υποψία του Κώστα. Έχει αρκετά παλιομοδίτικο στυλ.

  116. 117

  117. Πέπε said

    @117, 119:

    Πρβλ. και το κάτωθι

  118. Γιάννης Κουβάτσος said

    118. Και μουσικότητα απρόσμενη για παιδί του δημοτικού, είναι αλήθεια. Ποιος ξέρει…

  119. Νάνσυ said

    Μάτση Χατζηλαζάρου

    Σε περιβάλλω με μια μεγάλη
    αναμονή.
    Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο
    κιούπι το λάδι.
    Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής
    τού καραβιού ρουφάει
    μες στα πλεμόνια του το δειλινό
    το μπάτη.
    Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση
    που ο Ερυθρόδερμος
    κολλάει το αυτί του χάμω,
    για ν’ ακούσει τον
    καλπασμό τού αλόγου.

  120. Ριβαλντίνιο said

    @ 114 Γς

    😥 😥 😥
    😦 😦 😦
    😥 😥 😥
    😥 😥 😥
    😦 😦 😦

  121. ΚΩΣΤΑΣ said

    112 – 116 – 118 – 121 κλπ

    «… Η Εμιγιέ, μαθήτρια της ΣΤ΄ Δημοτικού, διέκοψε τη φοίτηση στο σχολείο της στο μέσον περίπου της σχολικής χρονιάς και δεν προσήλθε να πάρει το απολυτήριό της, ούτε φοίτησε στο Γυμνάσιο, όπου αυτοδικαίως γράφτηκε, επειδή, με απόφαση των γονέων της έδωσε υπόσχεση αρραβώνα και δεν ήταν πλέον επιτρεπτό, για τα δικά τους ήθη, να φεύγει από το σπίτι. Η Φατμέ, από τα μέσα της Δ΄ τάξης, είχε ελλιπή φοίτηση στο σχολείο της, συχνά έκλαιγε και παραπονιόταν ότι ένιωθε πόνους από ένα είδος κλειτοριδεκτομής που της έκαναν, με πρωτόγονα μέσα και χωρίς ιατρική παρακολούθηση. Κατά πληροφορίες δεν συνέχισε στο Γυμνάσιο. Η Αϊσέ, μαθήτρια με καλές επιδόσεις στα μαθήματα, αποτέλεσε το όνειρο και την ελπίδα των δασκάλων της, ότι θα δουν ένα κορίτσι της μειονοτικής αυτής ομάδας να προχωράει στις σπουδές του. Ως δείγμα της αξίας της, παραθέτω ένα ποίημα που έγραψε με την ευκαιρία περιβαλλοντικών δραστηριοτήτων του σχολείου της.

    Το παραμυθένιο δάσος

    Σε δάσος ολόδροσο
    και σμαραγδένιο,
    δρομάκι σ΄ οδηγεί
    παραμυθένιο.

    Πίσω απ΄τους θάμνους
    παίζουν φλογέρα,
    πνεύματ΄ αόρατα,
    παιδιά του αέρα!

    Η ποιητική ωριμότητα, κυρίως της δεύτερης στροφής, με κάνει να έχω κάποιες αμφιβολίες, μην τυχόν και δεν είναι δικό της το ποίημα. Και όμως, η Αϊσέ, αφού παρακολούθησε και κάποιες τάξεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σταμάτησε την προσπάθειά της, άγνωστο γιατί. Ανάλογη πορεία, όσον αφορά τις σπουδές τους έχουν και τα αγόρια. …»

    (ένα απόσπασμα από παλιό δημοσίευμά μου σε τοπικό έντυπο)

    Μερικά σημερινά σχόλια

    Τα προαναφερόμενα στο απόσπασμα είναι πραγματικά γεγονότα και έγιναν προ 15ετίας περίπου, το δημοσίευμα λίγα χρόνια αργότερα. Ήμασταν μια μικρή ομάδα «φευγάτων» άμισθων εθελοντών, για εκπαίδευση και ένταξη ειδικών ομάδων. Ύστερα … ήρθαν οι ΜΚΟ, οι Αλληλέγγυοι και Ελληνοβαρεμένοι…

    Τα ονόματα είναι εικονικά, το πραγματικό του κοριτσιού με το ποίημα είναι Σερτζάν.

    Για το ποίημα: Γεννήθηκα και πέρασα τα νεανικά μου χρόνια σε αγροτική περιοχή. Βιωματικά, είχε εντυπωθεί μέσα μου η «μουσική» από το θρόισμα των φύλλων και το σφύριγμα του ανέμου ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων. Επίσης, άκουγα πολλές ιστορίες για νεράιδες, ξωτικά κλπ, που τραγουδούσαν και χόρευαν στις ρεματιές. Γι΄αυτό τα λόγια «πίσω απ΄τους θάμνους παίζουν φλογέρα, πνεύματ΄ αόρατα, παιδιά του αέρα» με συγκλόνισαν, πιο πολύ γιατί τα άκουσα από ένα μειονοτικό παιδί μιας τσιμεντούπολης (Θεσσαλονίκη).

    Συγνώμη για το σεντόνι, τέλος.

  122. sarant said

    124 Μπράβο. Πάντως μετά τη θέσπιση της ποσόστωσης, πολλά κορίτσια της μειονότητας επωφελούνται και φτάνουν στο πανεπιστήμιο.

  123. Πέπε said

    Στο #118 έγραφα ότι το ποίημα έχει παλιομοδίτικο στυλ (εννοώντας: πόσα τέτοια ποιήματα, γραμμένα πριν γενιές, να έχει διαβάσει ένα παιδάκι ώστε να του εμπνεύσουν το στυλ για το δικό του ποίημα;).

    Τώρα με την τελευταία παράγραφο του #124 το ξανασκέφτομαι. Αυτό που για μας στα αστικά κέντρα είναι παλιομοδίτικο, μπορεί σ’ ένα χωριό που από μόνο του ζει σε παλιότερους ρυθμούς να ήταν, γύρω στο 2000, ακόμη επίκαιρο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: