Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Για το Μανώλη μας δεν ξέρω (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 30 Απρίλιος, 2017


Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα που μου έστειλε πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος, που κι άλλες φορές έχει δημοσιεύσει το ιστολόγιο διηγήματά του που περιγράφουν τη ζωή στα Θερμιά -την Κύθνο δηλαδή.

Όπως λέει στις σημειώσεις στο τέλος του άρθρου, το διήγημα είναι καθαρή μυθοπλασία, σε αντίθεση με τα προηγούμενα δικά του.

Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και γλωσσάρι, επίσης καταρτισμένο από τον Δημήτρη, που για χάρη του έκανα τα στραβά μάτια και άφησα και το πολυτονικό που προτιμάει.

Γιὰ τὸ Μανώλη μας δὲν ξέρω

«Ὁ ἔμπο’ααας, ὁ ἔμπο’ας!» ἡ φωνὴ τοῦ Μιχαλιοῦ τοῦ ἔμπορα ἀντήχησε στὰ στενὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ, ταράζοντας τὴν πρωινὴ γαλήνη. Τὸ ρὸ τό ‘λεγε κανονικὰ ὅταν μιλοῦσε, μόνο στὸ διαλάλημά του τό ‘τρωγε. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σῆμα του. Ἀκούοντάς τον οἰ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς ξέρανε πὼς ἔφτασε ὀ Μιχαλιὸς κι ὄχι ἄλλος πραματευτὴς. Ἔτρεχαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν κι ἅς μὴν ἤθελαν νὰ ψωνίσουν.  Γιατί, μαζὶ μὲ τὴν πραμάτεια πού ‘χε φορτωμένη στὸ γάιδαρο -βελόνες, κλωστές, πανιά, κορδόνια, λάστιχα, φακαρόλες, ρόμπες, νυχτικὰ καὶ μισοφόρια- κουβαλοῦσε καὶ τὰ νέα ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό.

Ὁ γάιδαρος, φτάνοντας δίπλα στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς, σταμάτησε μοναχός του στὸν ἴσκιο τοῦ κυπαρισσιοῦ. Τόσα χρόνια πιὰ εἶχε μάθει τὸ δρομολόγιο μὲ κάθε λεπτομέρεια. Ὁ Μιχαλιὸς ἄρχισε νὰ ξεδιπλώνει τὴν πραμάτεια του, τυλιγμένη μὲ τάξη σὲ καθαρὰ σεντόνια γιὰ νὰ μὴ σκονίζεται στὸ δρόμο, καὶ νὰ τὴν ἀκουμπᾶ προσεκτικὰ στὴν πεζούλα τῆς ἐκκλησιᾶς. Πρίν καλὰ-καλὰ τὴν ἁπλώσει ἄρχισαν νὰ φτάνουν οἱ πρῶτες πελάτισσες γελώντας καὶ πειράζοντας ἡ μιὰ τὴν ἄλλη. Ὁ Μιχαλιὸς ἔβγαλε τὸ τεφτέρι κι ἄρχισε νὰ μοιράζει τὶς παραγγελιὲς ποὺ εἶχε πάρει τὴν προηγούμενη βδομάδα: Τὸ μαλλὶ καὶ τὶς βελόνες γιὰ πλέξιμο τῆς κυρα-Καλλιόπης (τὸν εἶχε, βλέπεις, χαϊδεμένο τὸν κανακάρη της καὶ τὸ μαλλὶ τοῦ προβάτου, ποὺ ἔγνεθε στὴ ρόκα της, τοῦ ‘πεφτε σκληρό), δυὸ πῆχες κάμποτο τῆς κυρα-Μαρίας γιὰ σώβρακα τοῦ ἄντρα καὶ τοῦ γιοῦ της, ἕνα ρετάλι τσίτι  τῆς κυρα-Θοδώρας -γιὰ κανα φουστανάκι τῆς μικρῆς κι ὅ,τι περισσέψει ποδιὰ γιὰ ‘κείνη- καὶ μιὰ νυχτικιὰ, μεγάλη σὰ στραπούντα*, γιὰ τὴν Ἑλενάρα, τὴ χοντρὴ. Μαζὶ τους εἶχαν ἔρθει κι ἄλλες γειτόνισσες γιὰ νὰ μάθουν τὰ νέα ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ χωριὰ καὶ νὰ κουτσομπολέψουν. Ὁ Μιχαλιὸς δὲν ἤθελε παρακάλια γιὰ ν’ ἀρχίσει. Τόσα χρόνια ποὺ νταραβεριζότανε μὲ τὶς γυναῖκες τοῦ ‘χε γίνει συνήθειο, τ’ ἄρεσε κι ὅλας. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως ἔφερνε νὲα τρανταχτὰ, εἶχε βουίξει ὁ τόπος. Οἱ γυναῖκες κρέμονταν ἀπὸ τὸ στόμα του.

«Γιὰ πές μας, Μιχαλιὸ, ἔγιν’ ὁ γάμος;»

«Ὁ γάμος εἶχε γίνει δυὸ-τρεῖς μῆνες πιὸ μπροστὰ. Τώρα ἔγινε ἡ στεφάνωση» τοὺς ξεκαθάρισε ὁ Μιχαλιὸς κι ἄρχισε νὰ τοὺς λέει τὰ καθέκαστα. Γιὰ τὰ «καλὰ», τὰ προικιὰ τοῦ γαμπροῦ, ποὺ «τὰ πήανε στὸ νυφικὸ τὴν προπαραμονὴ τοῦ γάμου μὲ ἕξι ζύες* βιολιά, φέρανε κι ἀπὸ τὴν Ἀθήνα-δὲν τῶνε φτάνανε τὰ ντόπια- ὁ σεβντάς, ὁ βήχας κι ὁ παρὰς δὲ κρούβεται.  Τὸ παστέλι; μὲ τσὶ τάβλες τὸ μοιράζανε. Σφαχτά, φαγιά, κρασιά-τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαάκ τ’ ἀγαθά».

«Αὐτὰ τὰ περιμέναμε» τὸν ἔκοψε ἡ Πελέγρα* «γιὰ τ’ ἄλλο πές μας, ὁ Δημητρὸς -ὁ παλαβὸς ντὲ- τραούδησε;»

«Ἄλλο καὶ δὲν ἤτανε. Αὐτὸ ἔλειπε δὰ, νὰ μὴν τραουδήσει ὁ Δημητρός», ἀποκρίθηκε ὁ Μιχαλιός. Ἔχει ἀφήσει γάμο καὶ βάφτιση ἀτραούδιστα; Καλεσμένος, ἀκάλεστος πάει καὶ τὰ λέει σὲ ξένους, ὄχι ἐδῶ ποὺ ἤτανε δικοί του ἀθρῶποι!»

Δημητρὸ τὸν εἴχανε βγάλει, ὅμως ὅλο τὸ χωριὸ παλαβὸ τὸν ἔλεγε καὶ δὲν τὸν ἔννοιαζε, τὸ ‘χε συνηθίσει. Ὁ πατέρας του, ὁ Τζώρτζης, «δὲν εἶχε πολλὰ σπίρτα»* κι αὐτὸς. Φτωχὸς, μεροκαματιάρης δούλευε στὰ ξένα χωράφια. Ὅμως εἶχε σκαρώσει ἕνα τσοῦρμο παιδιὰ.  Ὁ Σπύρος, μεγαλονοικοκύρης μὲ χωράφια καὶ ζωντανὰ, τὸν συμπονοῦσε καὶ βοηθοῦσε ὅπως μποροῦσε. Αὐτὸν ἔπαιρνε πρῶτον γιὰ μεροκάματο, ὅποτε εἶχε δουλειὲς. Τοῦ ‘χε νοικιάσει –τάχατες- καὶ κάτι βορνὲς*, ποὺ ‘χανε μείνει χέρσες, γιὰ νὰ βάζει ὁ Τζώρτζης τὰ ζωντανά του. Νοίκι ὅμως δὲν τοῦ ‘παιρνε. Τὸν συμβούλευε κι ὅλας, κι ἄς εἶχε ὁ Τζώρτζης κοντὰ τὰ διπλά του χρόνια.

«Τί θὰ γίνει, κάθε χρόνο καὶ παιδὶ; Κάνε λιγάκι κράτει μωρὲ!»

«Ἅμα τὰ στέλνει ὁ Θεὸς, ἀφεντικὸ, τὶ νὰ κάμουμε;»

«Δὲ σοῦ φταίει ὁ Θεὸς, βάλε καὶ καμιὰ καπότα!»

Μετὰ ἀπὸ πεντέξι μῆνες, μόλις ἀπόκοψε τὸ μωρὸ ποὺ βύζαινε, πάλι γκαστρωμὲνη ἡ Τζώρτζαινα.

« Μωρὲ δὲ σοῦ ‘πα νὰ βάλεις καπότα;» τὸν ἀποπῆρε καλόκαρδα ὁ Σπύρος.

«Τὴν ἔβαλα, ἀφεντικό! Καὶ μὲ τσὶ μάνικες! Μὰ ‘κείνη γκαστρώθηκε.»

«Τὴν καπότα τοῦ τσομπάνη ἔβαλες μωρὲ;» τοῦ ‘πε ὁ Σπύρος βάζοντας τὰ γέλια. «Δὲν πειράζει, μὲ τὸ καλὸ νὰ λευτερωθεῖ ἡ γυναίκα καὶ θὰ τὸ βαφτίσω ἐγώ.»

Στὸ σχολειὸ ὁ Δημητρὸς τὰ βρῆκε σκοῦρα. Οὔτε νὰ γράψει, οὔτε νὰ διαβάσει τὰ κατάφερε. Μονάχα στὸ τραγούδι ἤτανε πρῶτος, φωνὴ καμπάνα. Σ’ ὅλες τὶς σχολικὲς γιορτὲς τὸν βάζανε καὶ τραγουδοῦσε τὰ «Σαράντα παληκάρια», «Τοῦ  Κίτσου ἡ μάνα» κι ἄλλα τέτοια πατριωτικά. Ὅταν ξεσκόλισε -δεκαπεντάρης πιά, τὸν βαρεθήκανε καὶ τοῦ δώσανε ἀπολυτήριο- πῆγε παραγιὸς στὸ σπίτι τοῦ Σπύρου, τοῦ νονοῦ του. Σὰν παιδὶ τους τὸν εἴχανε. Κι ὁ Μανώλης, ὁ μοναχογιὸς τους, σὰν μικρὸ ἀδερφό του. Τότε ἦταν ποὺ ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ στὰ γλέντια, στὶς χαρὲς καὶ στὰ πανηγύρια. Σκάρωνε καὶ κάτι στιχάκια γουστόζικα καὶ τὸν κάνανε χάζι.

Σ’ ἕνα γλέντι, ἐκεῖ ποὺ οἱ χορευτὲς ἦταν στὸ τσακὶρ κέφι καὶ τραγουδοῦσαν

πανάθεμα τὴ μάνα σου ποὺ σ’ ἔκανε μοδίστρα
καὶ τὴν καρδιά μου τύλιξες σὰ νά ‘ταν κουβαρίστρα

ἐκεῖνος, βλέποντας πὼς μιὰ ἀπὸ τὶς ντάμες δὲ χόρευε πάνω στὸ σκοπό, ἀπάντησε τραγουδιστὰ

πανάθεμα τὴ μάνα σου ποὺ σ’ ἔκανε λεβέντρα
νὰ βοηθήσει ὁ Θεὸς νὰ γίνεις καὶ χορεύτρα
.

Ἄλλη φορὰ πάλι, σὲ μιὰ βάφτιση  τραγουδοῦσαν τὰ παινέματα

νά ζήσει ὁ νεοφώτιστος καὶ νὰ γενεῖ μεγάλος
νά ‘ χει τὶς χάρες τοῦ νονοῦ ποὺ δὲν τὶς ἔχει ἄλλος

κι ἐκεῖνος, πιὰνοντας τὸ νῆμα τοῦ τραγουδιοῦ, συνέχισε

νά ‘χει τὶς χάρες τοῦ νονοῦ, σ’ ἕνα νὰ μὴν τοῦ μοιάζει
ὅταν θὰ μπαίνει στὸ χορὸ σεντὸνια μὴν τινάζει

γιατὶ ὁ νονὸς, ποὺ δὲν τὰ πολυκατάφερνε στὸ χορὸ,­­ ἀνεβοκατέβαζε τὰ χέρια του σὰ νὰ τίναζε σεντόνια ὅταν χόρευε .

«Δικοί του ἀθρῶποι, ἀπὸ ποῦ κι ὡς ποῦ;» ρώτησε ἡ Μαρία ποὺ, κατὰ πὼς φαίνεται, δὲν γνώριζε καλὰ πρόσωπα καὶ πράματα.

«Ὁ Δημητρὸς, εἶναι φιλιότσος* τοῦ πατέρα τοῦ γαμπροῦ, τοῦ Σπύρου -τοῦ πισωγλέντη ντὲ-» ἀποκρίθηκε ἡ Πελέγρα.

«Ἀμ’ ἡ συμπεθέρα του, ἡ Φρόσω, δὲ πάει πίσω» συμπλήρωσε ἡ Ἑλενάρα. «Δὲν ἔχει ἀφήσει σερνικὸ γάτη!»

Οἱ δυὸ φαρμακόγλωσσες δὲν ἔχασαν τὴν εὐκαιρία γιὰ νὰ θυμήσουν παλιὲς ἰστορίες. Γιὰ τὸ Σπύρο κάτι εἶχε ἀκουστεῖ ἀπὸ  τότε, στὰ νιάτα του, ποὺ τὸν εἴχανε βάλει ἐσωτερικὸ σ’ ἕνα ἀκριβὸ σχολειό, νὰ μάθει γράμματα καὶ τρόπους. Ὅταν γύρισε ἄρχισε τὸ σούσουρο. Μὲ τὸ κομψὸ, εὐρωπαϊκό του ντύσιμο, τοὺς λεπτοὺς τρόπους ποὺ ἔμαθε στὸ σχολειὸ καὶ τὴν πρωτευουσιάνικη μιλιά του ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους νέους. Στὸ στρατὸ δὲν τὸν κρατήσανε. «Γιὰ λόγους ὑγείας» εἶπαν οἱ δικοί του, ἀλλὰ στὸ χωριὸ φούντωσαν τὰ κουτσομπολιά. Τότε ἦταν ποὺ τὸν εἴπανε πισωγλέντη καὶ τοῦ ‘μεινε. Κι ἄς παντρεύτηκε μετὰ κι ἔκανε καὶ παιδὶ. Κι ἄς μὴν ἀκούστηκε τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ τότε.

Ὅσο γιὰ τὴ Φρόσω, τὴ συμπεθέρα του, ὄμορφη γυναίκα, γλεντζοῦ κι ἀνοιχτόκαρδη, ἀκούγονταν διάφορα. Τὴν περνοῦσε, βλέπεις ὁ ἄντρας της κάμποσα χρόνια κι ἔβρισκαν εὐκαιρία ὄσες τὴ ζήλευαν νὰ χύσουν τὸ φαρμάκι τους. Ὅ,τι καὶ νά ‘κανε πάντως, χαλάλι της.

«Μὴν ἀλλάζετε τὴ κουβέντα» τὶς ἔκοψε ἡ Θοδώρα. «Γιὰ πές μας Μιχαλιό, τί στιχάκια εἶπε ὁ Δημητρός;»

«Στὴν ἀρχὴ, στὸ τραπέζι ἀρχίσανε τὰ παινέματα οἰ πιὸ κοντινοὶ συγγενεῖς, ξέρεις, αὐτὰ ποὺ λένε τὰ συνηθισμένα, νὰ ζήσει τ’ ἀντρόγυνο, οἱ συμπεθέροι, οἱ κουμπάροι καὶ τὰ τέτοια. Μόλις ἄρχισε ὁ Δημητρὸς οὗλοι κάνανε ἡσυχία ν’ ἀκούσουνε. Ξεκίνησε μὲ τὸ γαμπρὸ ποὺ ἔχασε τὴ μάνα του πιόπερσυ* καὶ κοντέψαμε νὰ βάλουμε τὰ κλάματα.

Γαμπρὲ νὰ μὴ λυπάσαι πιὰ
ἀμάν-ἀμὰν καὶ πάλι ἀμάν
ὁποὺ δὲν ἔχεις μάνα.

Μετὰ ὅμως εἴδαμε καὶ πάθαμε μέχρι νὰ  ξετελέψει τὸ δεύτερο στιχάκι. Ἄσε ποὺ τὸ τράβηξε καὶ παραπάνω μὲ τὸ ἀμάν-ἀμάν.

Τώρα θὰ ἔχεις μάνα σου
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τὴ Φρόσω τὴ, τὴ Φρόσω τὴ
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τὴ Φρόσω θά ‘χεις μάνα.

Ἡ συμπεθέρα εἶχε γίνει κόκκινη σὰν τὸ πατζάρι μέχρι νὰ τ’ ἀποσώσει. Καὶ δὲν τὸν ἔφτανε αὐτό, εἶπε καὶ γιὰ τὴ νύφη.

Νύφη γιὰ σὲνα εἶν’ ἡ χαρὰ
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
γιὰ σένα καὶ τὸ γλέντι.

Γιατὶ ἐπῆρες γι’ ἄντρα σου
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τὸ γιὸ τοῦ Πι, τὸ γιὸ τοῦ Πι
ἀμάν-ἀμάν καὶ πάλι ἀμάν
τοῦ Πίπη τοῦ λεβέντη.

Μέχρι νὰ τὸ ξετελέψει κι αὐτὸ ὁ νονός του κόντεψε νὰ ‘πομείνει ξερός. Στὸ τέλος ὅμως τὸν ἐφίλησε ἀνακουφισμένος».

‘Εκεῖ τέλειωσε τὴν ἀφήγησή του ὁ Μιχαλιὸς καὶ κίνησε γιὰ τὸ Κατωχώρι ποὺ τὸν περιμένανε κι ἄλλες πελάτισσες. Τὰ ὑπόλοιπα, γιὰ τὸ πῶς φτάσανε στὸ γάμο, τά ‘μαθε ἡ Μαρία ἀπὸ τὶς ἄλλες ποὺ τὰ ξέρανε ἀπὸ παλιότερο ταξίδι τοῦ Μιχαλιοῦ.

« Ὁ Σπύρος, ὁ πατέρας τοῦ γαμπροῦ ἤτανε νοικοκύρης. Ἄν εἶχε κι ἕνα κουσούρι -ἄσε ποὺ μπορεῖ νὰ τὰ λέανε κι ἀπὸ ζήλεια- οὔτε ὁ πρῶτος ἤτανε, οὔτε ὁ τελευταῖος. Καὶ μπορεῖ νὰ βρῆκε περιουσία ἀπ’ τὸν πατέρα του, ἔφτιαξε κι αὐτὸς. Εἶχε στὸ σταῦλο του σερνικὰ ζωντανὰ σοϊλίδικα, ξενικὰ. Εἶχε ταῦρο, ἄλογο, χοῖρο κι ἕνα τράο* μαλτέζικο, χώρια οἱ τράοι καὶ τὰ κριάρια ποὺ ‘χε στὰ κοπάδια. Οἱ χωριανοὶ  φέρνανε τὰ ζωντανὰ τους γιὰ γκάστρωμα καὶ τοῦ πληρώνανε λαστικά*. Ἔτσι μιὰ μέρα ἔφερε τὴ ζίκα* τους κι ἡ Κατερνιώ, ἡ κόρη τοῦ Κώστα, τοῦ μυλωνᾶ. Τοῦ Μανώλη τοῦ καλάρεσε  καὶ ἄρχισε νὰ τὴ γυροφέρνει. Ἐκείνη ὅμως ντράπηκε καὶ κρατήθηκε. Τὴν δεύτερη φορὰ ὄμως δἐν κρατήθηκε. Μπῆκε μαζὶ μὲ τὸ Μανώλη στὸ κελὶ κι ἔγινε τὸ κακό. Ὁ Δημητρὸς  κοιμούντανε στὸν κῶλο τοῦ κελιοῦ*, μέσα στ’ ἄχερα καὶ δὲν τὸν πήρανε χαμπάρι. Ξύπνησε ὅταν ἄκουσε τὴν Κατερνιὼ νὰ λέει μὲσ’ τὰ βογγητά: «Ἄχου Μανωλιό μου γλύκα! Δὲν τὸ ‘ξερα νὰ σοῦ ‘δωνα ἀπὸ τὰ πέρσυ!» Ἤτανε κατὰ πὼς φαίνεται στὶς μέρες της κι αὐτή, ὅπως ἡ ζίκα καὶ γκαστρώθηκε μὲ τὴν πρώτη. Μόλις τό ‘μαθε ὁ Κώστας, ὁ πατέρας της, ἔψαξε νὰ βρεῖ τὸ Σπύρο. Δὲν ἤτανε στὸ σπίτι καὶ τράβηξε γιὰ τὸ σταῦλο. Ἐκεῖ βρῆκε τὸ Δημητρό.»

«Ποῦ ‘ναι ὁ νονός σου ρὲ σύ;» τὸν ρώτησε.

«Λείπει μπαρμπα-Κώστα. Εἴντα* τόνε θὲς;» ἀποκρίθηκε ὁ Δημητρός.

«Πές μου ποῦ εἶναι νὰ πάω νὰ τόνε βρῶ»

«Πές μου εἴντα θὲς, γιὰ νὰ σοῦ πῶ κι ἐγὼ ποῦ εἶναι» πείσμωσε ὀ μικρὸς.

«Νὰ μωρὲ, γιὰ τὸ Μανώλη ποὺ γκάστρωσε τὴν Κατερνιώ», τοῦ ‘πε φουρκισμένα ὀ Κώστας.

«Νὰ σοῦ πῶ μπαρμπα-Κώστα. Γιὰ τὸν τράο καὶ τὸ χοῖρο παίρνουμ’ ἕνα δεκάρικο, γιὰ τὸν ταῦρο καὶ τ’ ἄλογο πενήντα. Γιὰ τὸ Μανώλη μας δὲν ξέρω!»

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

βορνὴ: βορεινή, χωράφι σὲ πλαγιὰ μὲ βόρειο προσανατολισμὸ

δὲν εἶχε πολλὰ σπίρτα: δὲν εἶχε πολὺ μυαλὸ

εἴντα: τί

ζίκα: ἡ κατσίκα

ζύα: ζυγιὰ μουσικῶν ὀργάνων (βιολὶ-λαοῦτο)

κελὶ: πετρόχτιστη ἀγροικία

κῶλος τοῦ κελιοῦ: τὸ πίσω μέρος τοῦ κελιοῦ

λαστικά: πληρωμὴ τοῦ ἐπιβήτορα, τὲλη ἐπίβασης

Πελέγρα: γυνακεῖο ὄνομα, Πελαγία

πιόπερσυ: πρόπερσυ

σοῦ ‘δωνα: σοῦ ‘δινα

στραπούντα: μεγάλος ὑφαντὸς σάκος ἀπὸ μαλλὶ κατσίκας.

τράος: τράγος

φιλιότσος: βαφτιστικὸς

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Τὸ γραφτὸ αὐτὸ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ προηγούμενα ποὺ φιλοξενήθηκαν στὸ ἱστολόγιο, εἶναι ἐξ ὀλοκλήρου προϊὸν δικῆς μου μυθοπλασίας. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦν κάποιοι διάλογοι, ἀνεκδοτολογικοῦ χαρακτήρα, ποὺ ἔχω ἀκούσει στὰ Θερμιὰ καὶ δὲν ξέρω ἄν εἶναι πραγματικοὶ ἤ κατασκευασμένοι.

Κάποια ἀπὸ τὰ τραγούδια ποὺ ὑπάρχουν στὸ κείμενο (τὰ πιὸ γενικά) τραγουδιοῦνται σὲ ἀνάλογες περιστάσεις (γλέντια, γάμους καὶ βαφτίσια). Τὰ πιὸ εἰδικὰ τὰ σκάρωσα ὁ ἴδιος γιὰ τὴν περίσταση.

  1. Λεξιλογικὸ ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ λέξη λαστικὰ. Εἶναι παράγωγο τοῦ ρήματος λάνω. Γιὰ περισσότερες πληροφορίες δεῖτε: https://www.slang.gr/lemma/23777-lano

 

Advertisements

108 Σχόλια to “Για το Μανώλη μας δεν ξέρω (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)”

  1. Πέπε said

    Πώ πω πω περιβόλι!

    Να ‘σαι καλά Δημήτρη! Εύγε.

  2. Πέπε said

    Ποια εποχή συνυπήρχαν οι καπότες (και μάλιστα στα χωριά) με τον πραματευτή με τον γάιδαρο, τις γυναίκες που έραβαν όλα τα ρούχα του σπιτιού κλπ.;

  3. leonicos said

    Πολύ νόστιμο κείμενο, από το νόστος

    Νίκο, γράφω σήμερα το πρωί κάτι για τα παρασύνθετα στο χτεσινό νήμα

    Ως συνήθως… σου τα ψέλνω ελαφρώς

  4. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστω πολύ για τα πρώτα σχόλια!
    Θα τα ξαναπούμε το βράδυ!

  5. Παναγιώτης Κ. said

    Βιολί+λαούτο=ζυγιά
    Κλαρίνο+ντέφι+βιολί(ή ακορντεόν μετά το ΄50) +λαούτο=κομπανία

  6. Παναγιώτης Κ. said

    «Τα έβαλα αφεντικό και με τσι μάνικες! Μα ΄κείνη γκαστρώθηκε».
    Διαβάζεται ως χωρατό αλλά δεν παύει να δείχνει την τραγικότητα της κατάστασης του πληθυσμού της χώρας λόγω του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Απότοκο της αδιαφορίας της Πολιτείας η οποία Πολιτεία, στα περισσότερα πράγματα πορεύεται τυχαία και χωρίς πρόγραμμα. Ένα «βλέποντας και κάνοντας» είναι ο κανόνας.

    Θυμήθηκα ένα σχετικό ανέκδοτο.
    Ο Τσόρτσιλ κουβεντιάζει με έναν κλόουν του τσίρκου και μεταξύ των άλλων τον ρωτάει:
    -Πόσα παιδιά έχεις;
    -Δώδεκα, σερ απαντάει γεμάτος υπερηφάνεια ο κλόουν.
    -Βρε παιδί μου και σε μένα αρέσει το πούρο αλλά το βγάζω που και που από το στόμα!

  7. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα. Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλὰ σας λόγια.
    #2. Ἡ εἰκόνα τοῦ πραματευτῆ μὲ τὸ γάιδαρο μοῦ εἶναι οἰκεία ἀπὸ τὰ παιδικὰ μου χρόνια, τὴ δεκαετία τοῦ ’50. Καπότες ὑπῆρχαν ἀπὸ πιὸ παλιὰ. Ὁ Καζαντζάκης ἀναφέρει πὼς τὸ Γιουσουφάκι («ὁ Χριστὸς ξανασταυρώνεται») τὸ βρῆκε ὁ πασᾶς σὲ κάποια πόλη ποὺ πουλοῦσε ἐγγλέζικες καπότες, ἄν θυμᾶμαι καλά. Στὸ νησὶ τὶς ἔφερναν οἱ ντόπιοι ποὺ τὰ καλοκαίρια δούλευαν στὰ κεραμοποιεῖα τῆς Ἀθήνας. Τὸ περιστατικὸ μὲ τὴν καπότα εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ἀνεκδοτολογικοῦ χαρακτήρα ἱστορίες ποὺ ἀναφέρω στὶς σημειώσεις. Ὑποτίθεται πὼς συνέβει στὸ μεσοπόλεμο.

  8. cronopiusa said

    πολύ όμορφο
    ευχαριστούμε

  9. spatholouro said

    Μπράβο Δημήτρη με τα ωραία σου! Είσαι γεννημένος αφηγητής!

    Για τα «λαστικά» κλπ, ενδιαφέρον και το λήμμα σου όπου παραπέμπεις. Βλέπω και στον Β΄ τόμο των Παροιμιών του, ο Πολίτης αναφέρει με αφορμή το «καλή λασιά τον Άουστο και γέννα το Γενάρη»:
    Λασιά (έλασις) ή λάσιμο (εκ του λάμνω, ήτοι ελαύνω) λέγεται η οχεία των ποιμνίων. Κατ’ ανακοίνωσιν του κ. Βάλληνδα, εν Κύθνω λέγουσι περί των κτηνών ότι λάμνουν (οχεύουν) και λάμνονται (οχεύονται). Ομοίαν σημασίαν μεταφορικήν είχε το ρήμα ελαύνω και εν τη αρχαία γλώσση […]

    Μια απορία: Εσύ στην εν λόγω παροιμία γράφεις «Αύγουστο», ο Πολίτης «Άουστο», ενώ ο Βάλληνδας «Άγουστο» http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/2/7/2/metadata-312-0000002.tkl
    Τι από τα τρία λεγόταν εν Κύθνω;

    Και μια δεύτερη απορία: τη «ζύα» τη γράφεις με ύψιλον (ώστε να διαφαίνεται η παραγωγή από το ζυγιά), ωστόσο σε εφημεριδούλα που πέτυχα και σου τη φυλάω όταν με το καλό συναντηθούμε («Τα Θερμιά», Μάρτιος 1953), αναφέρει ότι «μία ζία βιολιά έπαιξε θερμιώτικους μπάλλους»: δηλαδή αφενός με ιώτα και αφετέρου η ζυγιά μπορούσε να ήταν και από βιολιά μόνο;

  10. cronopiusa said

  11. κουτρούφι said

    Πατριώτη, υπέροχο! Τι να πρωτοσχολιάσω!
    Προς το παρόν, για τα λαστικά. Στη Σίφνο υπάρχει το «λάμνω» όπως καταγράφεται στο #9. Στη μετάφραση της Οδύσσειας του Σιδερη που κάναμε στο γυμνάσιο τη δεκαετία του 70 αναφέρεται το λαμνοκόπος κλπ με την έννοια του κωπηλάτη. Φυσικά, εμείς σπάγαμε πολύ πλάκα όποτε συναντούσαμε τη λέξη και οι ξενόφερτοι φιλόλογοι απορούσαν.

    Έχει καταγραφεί και το παρακάτω αλληγορικό δίστιχο:
    Στο Κατσανέικο μαντρί είναι δυο κατσικάρες
    που οι τράοι δεν τσε λάσουνε και βάζουν τις φωνάρες

    (ειπώθηκε για δυο αδελφές μεγαλοκοπέλες που δεν παντρεύτηκαν και είχαν τη συνήθεια να τραγουδούν χωρίς να έχουν καλή φωνή)

  12. Πέπε said

    @5:
    > > Βιολί+λαούτο=ζυγιά

    Γενικότερα, κάθε σύνολο από δύο ειδών όργανα (που μπορεί όμως και να είναι τρία όργανα, αν τα δύο είναι ίδια):

    βιολί + λαούτο («τα βιολιά» – ψιλοπαντού)
    τσαμπούνα + τουμπάκι («τα τουμπάκια» – Νάξος κ.ά. Κυκλάδες)
    τσαμπούνα + λύρα («τα λυροτσάμπουνα» – 12νησα)
    Λύρα + λαούτο (πολλαχού)
    λύρα + νταουλάκι («τα λυροντάουλα»: Έυβοια, Αν. Κρήτη, …)
    2 ζουρνάδες + νταούλι («τα νταούλια» – ηπειρωτική Ελλάδα)

    Όλα αυτά είναι ζυγιές.

    Της κομπανίας η σύνθεση είναι σχετικά πιο στανταρισμένη. Βέβαια κομπανία λέμε και για τα ρεμπέτικα (μπουζουκομπαγλαμάδες, κιθάρα, κάποτε και ακορντεόν) και για τα σμυρναίικα (βιολί + ποικίλα συνοδευτικά, μπορεί να είναι ούτι, κιθάρα, σαντούρι, κρουστό, κανονάκι κλπ.).

  13. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νεώτερα σχόλια.

    @Cronopiusa (#8). Μὲ συγκίνησες. Τὸ τραγούδι αὐτὸ εἶναι ἀπὸ μιὰ ἠχογράφηση ποὺ ἔκανε ὁ Φοῖβος Ἀνωγεινάκης τὸ 1958 στὰ Θερμιὰ. Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς φωτογραφίες εἶναι καὶ ὁ πατέρας μου ποὺ κερνᾶ τὴν παρέα ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι μας στὴ Δρυοπίδα. Βιολὶ παίζει ὁ Κώστας Γονιδάκης (Ταχυδρόμος). Λαοῦτο καὶ τραγούδι ὁ Γιώργης Μαρτῖνος (τοῦ Βρετοῦ).

    @spatholouro (#9). Σχετικὰ μὲ τὸν Ἄουστο, Ἄγουστο, Αὔγουστο. Πιστεύω πὼς τὸ καθένα λεγόταν σὲ διαφορετικὴ χρονικὴ περίοδο. Λογικὸ εἶναι ν’ ἀλλάζει τὸ γλωσσικὸ αἰσθητήριο μὲ τὴν ὲπαφὴ μὲ πιὸ λόγιες μορφές τῆς γλώσσας.

    Ὅσο γιὰ τὴν ὀρθογραφία τῆς ζύας κι ἐγὼ μὲ γιῶτα τὴν ἔγραφα πιὸ παλιὰ ἐπειδὴ μοῦ πήγαινε πιὸ καλὰ στὸ μάτι. Τὼρα τὴ γράφω μὲ ὕψιλον λόγῳ τῆς ἐτυμολογίας της.

  14. ΣΠ said

    Καλημέρα.

    Δημήτρη, πάντα απολαμβάνω να διαβάζω τα διηγήματά σου. Έχεις έναν ελκυστικό τρόπο γραφής που αναδεικνύει με ζωντανό τρόπο την τοπική κοινωνία του νησιού. Σκέφτηκες ποτέ να τα εκδώσεις;
    Παρατήρησα ότι σε πολλές λέξεις χάνεται το γάμμα: πήανε, τραούδησε, τράος κλπ. Υπάρχει κάποιος κανόνας;
    Μια σχολαστική παρατήρηση: η σωστή ορθογραφία είναι πρόπερσι.

    Πώς είναι το πόδι σου;

  15. «Τὴν ἔβαλα, ἀφεντικό! Καὶ μὲ τσὶ μάνικες! Μὰ ‘κείνη γκαστρώθηκε.»
    «Τὴν καπότα τοῦ τσομπάνη ἔβαλες μωρὲ;»

    Ποιες είναι, εν προκειμένω, οι μάνικες και ποια η καπότα του τσομπάνη;

  16. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @14.Σταῦρο, εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σου λόγια.
    Ἐπίσης καὶ γιὰ τὴ διόρθωση. Ἐπειδὴ γράφω στὸ πολυτονικὸ δὲν ἔχω κορέκτορα καὶ μοῦ ξεφεύγουν μερικά.

    Τὶς ἱστορίες αὐτὲς τὶς ἔγραψα ἐξ αἰτίας τοῦ φιλόξενου ἱστολογίου τοῦ Νίκου. Ἤδη τὶς ἔχετε διαβάσει ἀρκετοί. Δὲν ξέρω ἄν θὰ ἐνδιέφερε κάποιον ἐκδότη νὰ τὶς ἐκδώσει σ’ αὐτὴ τὴ δύσκολη ἐποχή. Γνωρίζω κάποιους, ἀλλὰ δὲν θά ‘θελα νὰ τοὺς βάλω σὲ μιὰν ἱστορία ποὺ δύσκολα θὰ βγάλει τὰ ἔξοδά της. Προσωπικὰ μ’ ἀρέσει αὐτὸς ὁ τρόπος. Μοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπικοινωνῶ μὲ φίλους, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ πληρώσουν κάποιο ἀντίτιμο. Ἐξ ἄλλου ὑπάρχει ἤδη ἕνας συγγραφέας στὴν οἰκογένεια, ὁ ἀδελφός μου. Μπορεῖς, ἄν θέλεις, νὰ διαβάσεις βιβλιοκριτικὴ γιὰ τὸ τελευταῖο βιβλίο του (ἐκδόθηκε πέρυσι τὸν Ἰούνιο) στὸ ψηφιακὸ περιοδικὸ Fractal. http://fractalart.gr/ena-paramythi-tis-anatolis/

  17. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    16. (Συνέχεια) Σταῦρο, τὸ πόδι μου βελτιώνεται σιγὰ-σιγά. Ἤδη ἄρχισα νὰ ὀδηγῶ σὲ κοντινὲς ἀποστάσεις, ἀλλὰ μετὰ πρέπει νὰ τὸ ἀνεβάζω ψηλὰ ἐπειδὴ πρήζεται. Σ’ εὐχαριστῶ πολύ.

    @15. Ὁ Τζώρτζης ἀγνοοῦσε τὸ προφυλακτικὸ καὶ γι’ αὐτὸ χρησιμοποίησε τὴν καπότα ποὺ ἤξερε: τὴν κάπα τοῦ τσομπάνη.

  18. ΣΠ said

    16 Την βιβλιοκριτική για το βιβλίο του αδερφού σου την διάβασα. Είχες βάλει το λινκ νομίζω στο χθεσινό άρθρο. Είδα και τον φωτογραφία του. Μοιάζετε;

    17 Το πόδι θα συνεχίσει να βελτιώνεται. Θέλει υπομονή. Εμένα μου έβαλαν βίδες στο γόνατο και χρειάστηκε 1,5 χρόνος για να πάψει να με ενοχλεί.

    15 Μάνικες, υποθέτω, είναι τα μανίκια.

  19. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @18α. Δὲ μοιάζουμε καθόλου. Ἐκεῖνος εἶναι μοκροπρόσωπος, μὲ κανονικὸ ἀνάστημα καὶ σωματικὴ διάπλαση, ἐνῶ ἐγὼ στρογγυλοπρόσωπος, πολὺ ψηλὸς καὶ ὑπέρβαρος. Μόνο στὸ γράψιμο μοιάζουμε.

  20. 6 Η ατάκα αποδίδεται στον Μαρξ, τον Γκράουτσο Μάρξ

    και υπήρχε η λέξη «πισωγλέντης» εκείνη την εποχή;
    μου φαίνεται σχετικά καινούργια.

  21. ΣΠ said

    Σε ποια εποχή αναφέρεται το διήγημα;

  22. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    20β. Κι ἐγὼ δὲν ξέρω ἄν ὑπῆρχε. Εἶχα ἀκούσει τὸ «πισωδέχτης» πιὸ παλιὰ, ἀλλὰ τὸ «πισωγλέντης» μοῦ ‘βγαζε καλύτερη ρίμα στὰ στιχὰκια ποὺ ἔφτιαξα γιὰ τὰ παινέματα τοῦ γάμου.

  23. 21 Μου δημιουργεί μια ατμόσφαιρα σαν 1950κάτι

    22 Μια χαρά κι έτσι, από περιέργεια ρώτησα

  24. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    #21. Στὸ μεσοπόλεμο.

  25. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  26. ΚΑΒ said

    . Πολύ ωραίο.

    . Ζίκα:κατσίκα. Είναι γνωστή βέβαια η ζούλα. Τη λέξη δεν την είχα ξανακούσει με αυτήν τη σημασία. Τη γνώριζα μόνο από τον ιό ζίκα που είχε πριν από 2 χρόνια κατατρομάξει τον ΠΟΥ.

    . λαστικά: πληρωμὴ τοῦ ἐπιβήτορα . Από το ρ. λάζομαι < λάμνομαι < αρχ. ἐλαύνομαι ἐλαύνω:γαμώ (και σχ. 9)

    Αριστοφ. 'Εκκλησιάζουσαι 39

    ὁ γὰρ ἀνήρ, ὦ φιλτάτη, Σαλαμίνιος γάρ ἐστιν ᾧ ξύνειμ' ἐγώ, τὴν νύχθ' ὅλην ἤλαυνέ μ' ἐν τοῖς στρώμασιν,

    μάνικες. Έτσι το λέτε με τόνο στην προπαραλήγουσα; ή ο αναβιβασμός του τόνου μόνο από τον Δημητρό. Σε μας η μανίκα;το μανίκι.

  27. Γς said

    Πάρα πολύ ωραίο Δημήτρη!

    Αλλά εμένα θα μου επιτρέψεις:

    >δυὸ πῆχες κάμποτο τῆς κυρα-Μαρίας γιὰ σώβρακα τοῦ ἄντρα καὶ τοῦ γιοῦ της,

    Γς said
    20 Σεπτεμβρίου, 2015 στις 11:48

    1:
    >Tις θυμάμαι έντονα αυτές τις εκλογές του 85! Δούλευα παρτ-τάιμ σε βενζινάδικο, και γινόταν χαμός από τα σημαιοστολισμένα αμάξια, παπάκια,φορτηγά. Αν δεν έβλεπες όχημα με λάβαρα…ήταν είδηση.

    Εκλογες του 85.

    2 Ιουνίου. Κι ο Γς μόλις έκλεινε τα 40. Ψήφισε και μετά πήγε με τα παιδιά στη Θάλασσα.

    Πράγματι πολύ πράσσινο στ αυτοκίνητα. Σημαίες του ΠΑΣΟΚ και τέτοια.

    Κι εκεί στην Λεωφ, Βάρης μετά τα Βλάχικα στον δρόμο προς την Βάρκιζα, κόβουν πράσινο πανί από τόπια για τ αυτοκίνητα.

    Σταματήσαμε κι εμείς και παίρναμε μέτρα και μέτρα από δαύτο.
    Κι οι Πασοκτζήδες καμαρώνανε με τα πιτσιρίκια μου.

    Μέχρι που:

    -Μα τι θα το κάνετε τόσο πανί;

    -Σωβρακάκια.

    -Τι;

    -Ετσι είπε ο μπαμπας

  28. Γιάννης Ιατρού said

    Από το ερημητήριο, Δημήτρη, τα χαιρετίσματά μου και μπράβο για την σημερινή ανάρτηση

  29. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Δημήτρη πολύ όμορφο το διήγημά σου, αν και με κούρασε αρκετά το διάβασμά του επειδή είναι πολυτονικό και στο τάμπλετ δεν βγαίνουν τα πολυτονισμένα φωνήεντα, οπότε έπρεπε να αυτοσχεδιάσω.☺
    Έχοντας την τύχη να σε γνωρίζω προσωπικά, μπορώ να πώ πως αυτό το διήγημα εκφράζει την ψυχοσύνθεσή σου, έτσι λιτή, απλή και όμορφη είναι κι αυτή.

  30. Γς said

    μάνικες

    και κάνικες. [ή κάνιγκες Δεν τις ξέρετε; είναι οι [μπιπ] οι αμερικάνικες.

    Πάντως με τέτοιες κάνικες μπορείς να φτιάξεις μάνικες.

    Και μάνικες είναι σωλήνες ποτίσματος, πυρόσβεσης και μεταφοράς υγρών γενικά

    Κι έλεγε μια φίλη μου ελληνοαμερικάνα:

    -Αν τις ενώσω όλες τις κάνικες [μπιπ αμερικάνικες] θα φτιάξω μια μεγάλη μάνικα για να φέρω πετρέλαιο στην Ελλάδα.

  31. Μυλοπέτρος said

    Το λάμνω με την έννοια της οχείας το χρησιμοποιούν και στο Πυργί της Χίου.

  32. Γς said

    16:

    >Ἐξ ἄλλου ὑπάρχει ἤδη ἕνας συγγραφέας στὴν οἰκογένεια, ὁ ἀδελφός μου.

    Εχετε ακούσει που λένε «εχει αλλο τέτοιο παιδί η μάνα σου»;

    Ε, εδώ ταιριάζει. Εχω ζήσει περίπου 40 χρόνια δίπλα στο φίλο μου τον Νίκο Μαρτίνο. Είναι ένα κομμάτι χρυσάφι, ολόιδιος, απ το ίδιο γλυκύτατο DNA, με τον αδελφό του. Το Δημήτρη μας εδώ.

  33. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὰ καινούργια σχόλια.

    @ΚΑΒ(#26). Πολὺ ἐνδιαφέρουσα ἡ παραππομπὴ στὶς Ἐκκλησιάζουσες τοῦ Ἀριστοφάνη. Θὰ συμπληρώσω τὴν ἀνάρτησή μου στὸ σλανγκρ.
    Καὶ ἐπειδὴ ἐδῶ λεξιλογοῦμε νὰ σημειώσω ὅτι στὸ ρῆμα λάνω καὶ τὰ παράγωγά του ἄλλοτε διατηρεῖται τὸ ν ἀπὸ τὸ λάμνω (ἀπ’ ὅπου προέρχεται) καὶ ἄλλοτε τὸ μ, ὅπως στὸ λάμεται γιὰ θηλυκὸ ζῶο ποὺ «ζητάει», δηλ. βρίσκεται σὲ περίοδο ἀναπαραγωγῆς καὶ στὸ λαμάτος ποὺ σημαίνει σωματώδης, ρωμαλέος. Θὰ ἦταν ἐνδιαφέρον ν’ ἀκούσουμε τὴν ἄποψη τῶν εἰδικῶν γι’ αὐτό.

    Μάνικα τὸ λέμε τὸ μανίκι στὴ ντοπιολαλιά, ὅπως τὴ μάνικα τῆς πυροσβεστικῆς, τὸ λάστιχο ποτίσματος κλπ, ποὺ λέει ὁ Γς στὸ #30.

    @Μυλοπέτρος (#31). Ἀπ’ ὅ,τι λέει καὶ ὁ πατριώτης μου, τὸ Κουτρούφι (στὸ #11) τὸ λένε καὶ στὴ Σίφνο, μπορεῖ κι ἀλλοῦ.

  34. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Γς (#32). Γιάννη μὴ μοῦ γράφεις τέτοια. Κοκκινίζω.

  35. leonicos said

    Δημήτρη, συγχαρητήρια και από μένα.

    Για το υ και το ι της ζ@άς.

    Υποθέτω, αν τονίζεται στην παραλήγουσα, θα είναι με υ λόγω ετύμου. Αν τονίζεται στη λήγουσα θα είναι με ι λόγω συνίζησης.

    Βέβαια, στην παραλήγουσα το είδα στο άρθρο.

  36. #17 Ωραίο! Ευχαριστώ.

  37. leonicos said

    Ζίγρα, καινούργια λέξη για μένα: το καστανόχωμα σε βάθος 1-2 εκ., το καλύτερο λίπασμα

    από Πήλιο μεριά

    Ξέρει κανείς τίποτα περισσότερο;

  38. nikiplos said

    φτου ούτε τώρα με ενέκρινε η σπαμιέρα…

    Το πρόβλημα είναι ότι έφυγα οριστικά από το σπίτι που ήμουν (και το IP που μου έδινε εκεί ο ΟΤΕς… )

  39. nikiplos said

    Τώρα με ενέκρινε η σπαμιέρα… Λοιπόν:

    Είπα και πριν πως το διήγημα ήταν πολύ ωραίο… καταπληκτικό… μου άρεσε πάρα πολύ…

    Είχα πει πως δεν ξέρω τι είναι οι φακαρόλες…

  40. «για χάρη του έκανα τα στραβά μάτια και άφησα και το πολυτονικό που προτιμάει.»
    Κι εμάς με τις ταμπλέτες δε μας σκέφτεται κανένας σςς;
    Ας είναι. Θα μείνει γι’ αύριο που θα επιστρέψω δτη βάση 🙂

  41. 39 Nikiplos: Είχα πει πως δεν ξέρω τι είναι οι φακαρόλες…

    Δερμάτινα κορδόνια, νομίζω

    Αν και το γκούγκλε δείχνει υφασμάτινες κορδέλες

    https://www.google.gr/search?hl=en&site=imghp&tbm=isch&source=hp&biw=1787&bih=826&q=%CF%86%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B1&oq=%CF%86%CE%B1%CE%BA%CE%B1&gs_l=img.1.0.0l4j0i30k1l6.4354.5526.0.9342.7.7.0.0.0.0.175.644.0j4.4.0….0…1ac.1.64.img..3.4.642.0.FwrTm2VQr3c

  42. nikiplos said

    Merci Σκύλε ‘μ…

    Έχω πακετάρει 70 κούτες, έχω τυλίξει 50 μέτρα σελοφάν, έχω ξοδέψει 24 ταινίες συσκευασίας και έχω δέκα Ισπανικά σπαθιά στη μέση, στην πλάτη και στον αυχένα να με καρφώνουν… από το κουβάλημα φυσικά… και είχα και συνεργείο… φαντάσου να μην είχα…

    χθες και σήμερα σχολιάζω από λαπιτόπι φίλης…

    αυτά έχουν οι «παράξενοι ταξιδιώτες» …

  43. leonicos said

    Κρόνη, μας ανέβασες πάλι στον ουρανό!10

  44. leonicos said

    Φακαρόλα, την ξέρω σαν υφαΣΜΆΤΙΝΗ ΚΟΡΔΈΛΑ, ΣΑΝ ΑΥΤΉ ΠΟΥ ΒΆΖΟΥΜΕ ΣΤΙς ΠΥΤΖΆΜΕς

    Αλλά τόσα ξέρω, τόσα λέω

  45. 42 Σε νιώθω. Πριν ένα μήνα μετακόμισα στην επαρχία. Έχω τακτοποιήσει τα περισσότερα αλλά έχω και τη γριά μάναμ’ να μου υπενθυμίζει να τακτοποιήσω και τα υπόλοιπα. Θα βολευτούν όλοι οι φυλακισμένοι του Αγίου Στεφάνου Πατρών.

  46. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὰ καινούργια σχόλια καὶ συγγνώμη σὲ ὅσους ταλαιπώρησα μὲ τὸ πολυτονικό. Δυστυχῶς ὁ φίλος μου ὁ Μιχάλης ποὺ ἔχει λογισμικὸ ποὺ τὰ μονοτονίζει αὐτὸματα εἶναι στὸ νοσοκομεῖο (κάποιος μᾶς μούτζωσε φαίνεται).

    @nikiplos (#39). Σωστὰ τὰ λέει ὁ Λεώνικος στὸ #44. Εἶναι ὑφασμάτινα κορδόνια γιὰ πιτζάμες, σώβρακα κλπ ροῦχα ποὺ «σουρώνουν». Παλιότερα (δεκαετίες ’50 καὶ ’60) τὶς χρησιμοποιοῦσαν γιὰ κορδόνια στὰ ποδοσφαιρικὰ παπούτσια.

  47. sarant said

    Επανήλθα από τον Δούναβη, ευχαριστώ για τα σχόλια!

    Πολύ ωραία η συμπλήρωση του ΚΑΒ για τον Αριστοφάνη!

  48. spatholouro said

    Μου άρεσε το φακαρόλα=λινοκόρδελο, που είδα στην Επετηρίδα Λαογραφικού Αρχείου 1939

  49. Γιάννης Ιατρού said

    47: Πήγες Blaubeuren με τη βαθιά λίμνη κλπ.;

  50. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Χάρη (και) στα ωραία αφηγήματα σας εδώ κύριε Μαρτίνο, γίναμε θιασώτες θερμοί των Θερμιών και των Θερμιωτών. Συγχαρητήρια κι ευχαριστούμε!
    Πολύ κεφάτη, αβίαστη γραφή που σπαρταρά βίωμα. Οικείες οι αναφορές. Στο χωργιό φέρνανε τς αίγες κατά τον Ιούλιο-Αύγουστο, όταν αρχίζανε να «θυμίζουνε», να λαστούνε* στον τράο (χωρίς γ ) που είχε πάντα ο παππούς μου. Το λάσιμο* πληρωνόταν βέβαια, δε θυμάμαι πόσο, αλλά μια χρονιά έστειλε ο παππούς τον αδελφό μου-γυμνασιόπαιδο- να κάνει τις εισπράξεις για «τα λαστικά*» από τους ιδιοκτήτες των αιγών (όλες θεωρούνταν λασμένες*) και θυμάμαι που ήρθε μ΄ενα ματσάκι εκατοστάρικα και λέει στη γιαγιά , μπροστά σ΄εμένα το κουτσούβελο,ξεδιάντροπα, «αυτά τα έβγαλε η ψ@λίτσα του τράου μας. Δεν ΄πόμεινε καμιά άλαστη».*
    -«Βιολοντάουλα» λέγανε για το λυράρη με τους πασαδόρους. Βιολί ή λύρα με λαούτο/α (ή με κιθάρα τα νεότερα χρόνια- μέσα στην πόλη-) το σχήμα. Οργανοπαίχτες η λέξη που χρησιμοποιού(σα)με.
    «Μπαξίσι στους οργανοπαίχτες να χορέψει στην ομπρός μερά».

    *προσπάθησα να δώσω τις λέξεις από το ρήμα λάνεται

  51. spatholouro said

    Τώρα για το «πισωγλέντης» στον Μεσοπόλεμο, όχι θα έλεγα… Και εάν κρίνω από το ότι δεν το λημματογραφεί ο Τσούκας («Μικρό λεξικό σεξουαλικών όρων») το 1982, εικάζω ότι η λέξη πρέπει επινοήθηκε αρχές δεκαετίας του 1990.

  52. Τσούρης Βασίλειος said

    Ωραιότατο! Ευχαριστούμε κύριε Δημήτρη.

  53. sarant said

    49 Όχι στις πηγές. Στο Ουλμ και πιο πριν σε ένα χωριό.

    51 Και η δική μου εντύπωση είναι η ίδια.

  54. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    «Βάλε το καποτάκι σου» (το παλτουδάκι-το μπουφάν-το πανωφόρι του χειμώνα) μας έλεγε η γιαγιά μου.

  55. Πέπε said

    Λαστικά λοιπόν είναι τα γαμησιάτικα.
    Στην Κάρπαθο το ρήμα είναι «λάζω» (προφέρεται λάντζω). Είτε έτσι είτε σε όλες τις άλλες εκδοχές που αναφέρατε, είναι εντελώς ακατανόητο για όποιον δεν το ξέρει, άρα και πρόσφορο για δουλέματα…

  56. Πέπε said

    @50:
    Βιολοντάουλα η λύρα με το λαούτο! 🙂 🙂
    Επειδή οι μόδες στη γλώσσα αλλάζουν πιο αργά απ’ ό,τι στην πράξη.*
    Και στην Κάσο, λύρα και/ή βιολί με λαούτο λέγονται λυροτσάμπουνα.
    Και στη Σίφνο, …
    …άσε, ας το πει εκείνος που μου το ‘μαθε κι εμένα.

    ____________
    *Μ’ αρέσει πολύ το παράδειγμα «τραβάω το καζανάκι»: πλέον σπανιότατα, σε παλιά μη ανακαινισμένα σπίτια, έχει κάτι να τραβήξουμε, συνήθως πατάμε, όσο για το καθαυτού καζανάκι (κατσαρολάκι) προφανώς είναι ανάμνηση από πριν μπει το τρεχούμενο νερό στα σπίτια.

  57. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τώρα στην Ερτ 2, η Σφαγή του Λάντλου (Λούης Τίκας)

  58. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Λάντλοου

  59. Corto said

    Δημήτρη, συγχαρητήρια για το συγγραφικό τάλαντο! Ευχαριστούμε για την πολύ ωραία και εύθυμη αφήγηση!

    Παίρνω αφορμή από την καπότα του τσομπάνη και βάζω δύο τραγουδάκια:

    Προσέξτε στο δεύτερο τραγούδι την ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια ότι καπότα σήμαινε και το γυναικείο πανωφόρι, αστικής μάλιστα (όχι αγροτικής) ενδυματολογίας.

  60. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    58
    http://webtv.ert.gr/ert2/

  61. spiral architect 🇰🇵 said

    Συγχαρητήρια!

  62. Μυλοπέτρος said

    Η φακαρόλα είναι στενή λουρίδα υφασμάτινη άσπρου χρώματος. Παλιά την χρησιμοποιούσαν για βρακοζώνα πριν έλθει το λάστιχο. Εξ ου και το δράμα της θειας Αμερτσούδας. Τη φακαρόλα τη συνάντησα στη στρατιωτικη ορολογία: δέσιμον εκ φακαρόλης. Βρισκόμαστε στο 1971…

  63. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὰ νέα σχόλια καὶ τὰ θερμά σας λόγια. Μοῦ δίνουν κουράγιο κι ἔμπνευση νὰ ξαναγράψω. (Αὐτὸ νὰ μὴν θεωρηθεῖ ἀπειλή). Ὄχι πολὺ σύντομα πάντως, Ἀνάρια-ἀνάρια τὸ φιλὶ νά ‘χει καὶ νοστιμάδα ποὺ λένε καὶ στὸ χωριό μου.

  64. Γς said

    61:

    Τελείωσε.

    Πολύ ωραίο!

  65. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    65. Ναι,καλή δουλειά ήταν. Πολύ αρχειακό υλικό.

    >> «Ὁ Δημητρὸς, εἶναι φιλιότσος
    Φιλιότσος και σ΄εμάς ο βαφτισιμιός και σάντολος ο νονός.

  66. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>στραπούντα: μεγάλος ὑφαντὸς σάκος ἀπὸ μαλλὶ κατσίκας.
    Μου θύμισε το δραπόντι. Ήταν το μεταφερόμενο στρώμα που κοιμόμασταν έξω το καλοκαίρι, στα πεζούλια της αυλής ή στις ταράτσες (πρόλαβα και χωμάτινες στέγες). Μεγάλος υφαντός σάκος γεμισμένος με κάποια χόρτα,νομίζω σπάρτους, που τη μέρα το τυλίγαμε ρολό σε μια άκρη κι απάνω βάναμε το βράδυ τα μαξιλαροσέντονα. Αυτό ήταν το δραπόντι.

    Και φακαρόλα για χειρουργική χρήση
    https://www.digas.gr/el/fakarola-traheiostomias-se-rollo
    http://www.iatrikionline.gr/Orl_38/03.pdf

  67. spatholouro said

    #50
    Ακριβώς, Corto, για την καπότα στο δεύτερο τραγούδι:
    «ευρύ και μακρόν γυναικείον επανωφόριον αχειρίδωτον» (γράφει ο πολύτομος Δημητράκος), «ομοιάζον με μπέρταν», προσθέτει ο Σταματάκος, ο οποίος επίσης αναφέρει ότι έτσι λεγόταν και «είδος μικρού γυναικείου πίλου»

  68. spatholouro said

    68~~60

  69. cronopiusa said

    Kαλη σας μέρα!

  70. κουτρούφι said

    #50. Και στη Σίφνο χρησιμοποείται το «θυμάται» για τα ζώα όταν βρίσκονται σε διέγερση (για τις γαδάροι πιο πολύ, αλλά και για τα κατσικοπρόβατα). Στα Θερμιά το έχετε, Δημήτρη;
    Όπως φαίνεται, το λάμνω με όλες τις παραλλαγές του βρίσκεται σε όλο σχεδόν το Νότιο Αιγαίο. Νομίζω ότι το νοτιοανατολικότερο όριο δεν είναι η Κάρπαθος αλλά φτάνει μέχρι και την Κύπρο.
    Υπήρχε μια εκπομπή με τη Β. Φλέσσα και το Μπαμπινιώτη που έθετε το ερώτημα. «Τί εννοούν στις Κυκλάδες, όταν λένε «λάμνω»». Στην εκπομπή εννοούσαν το «τραβάω κουπί» αν θυμάμαι καλά. Τους διέφυγε η άλλη χρήση. Προσωπικά, πάντως, δεν έχω ακούσει να χρησιμοποιείται το «λάμνω» για την κωπηλασία.
    #56. Βιολολάουτα στη Σίφνο. (προφέρονται βιολλολάουτθα). Η ζυγιά (βιολί-λαούτο) λέγεται «τακίμι».

    Στραπούντα. Σήμερα χρησιμοποείται για να χαρακτηρίσει ένα χοντροκομένο πανωφόρι. «Ίντα στραπούντα φορείς;»

    Ήρχε ο Μάης, φίλες και φίλοι. Ο εθνικός ύμνος των Θερμιών με τη Ρίτα Αμπατζή και το Δ. Σέμση στο βιολί:

  71. sarant said

    Καλημέρα από εδώ

    71 Λόγω του λινκ σε ειχε πιάσει η παγίδα. Πάντως, το λάμνω με την έννοια της κωπηλασίας θα το έλεγα πανελλήνιο, όχι κυκλαδίτικο

    60 Στη Στρίγγλα μάνα του Παπαδιαμάντη ακούγεται το Κρέμεται η καπότα στην αλυγαριά, σχεδόν παροιμιώδες.

  72. Πέπε said

    @71 β:
    Όχι μωρέ, δεν εννοούσα αυτό. Βιολί + λαούτο = βιολολάουτα, αυτό είναι προφανές.

    Μαζί με το «βιολοντάουλα = λύρα + λαούτο» επειδή παλιά παίζανε βιολί και νταούλι, θυμήθηκα και το σιφναίικο «λυριά = μουσική με βιολί» επειδή παλιά παίζανε λύρα!

  73. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα καὶ καλὸ Μάη.
    Κι ὅπως λένε στὰ Θερμιὰ τὸ γάδαρό σου νὰ χαρεῖς καὶ καλὸ Μάη νά ‘χεις.

    @67. δραπόντι-στραπούντα Μοιάζουν πολὺ, τόσο ἠχητικὰ ὅσο καὶ ἐννοιολογικά. Πρέπει νὰ ἔχουν τὴν ἴδιαν ἐτυμολογία. Τί λένε οἱ εἰδικοὶ;

    @71. Καὶ στὰ Θερμιὰ λένε τὸ θυμᾶται γιὰ τὰ ζῶα ποὺ εἶναι σὲ οἶστρο. Εἰδικὰ γιὰ τὴ γαδάρα λένε ἀνεμασιέται ἐπειδὴ ἀνοιγοκλείνει τὰ σαγόνια της, κάνοντας μάλιστα κι ἕναν χαρακτηριστικὸ ἤχο σὰν νὰ μασάει. Θυμᾶμαι ὅταν ἤμαστε μικροὶ ποὺ πηγαίναμε κοντὰ σὲ βαρβάτους γαδάρους καὶ κάναμε τὸν ἴδιον ἦχο κι αὐτοὶ χαλούσανε τὸν κόσμο ἀπὸ τὸ γκάνισμα.

    Οὔτε στὰ Θερμιὰ χρησιμοποιοῦν τὸ λάμνω μὲ τὴν ἔννοια τοῦ κωπηλατῶ.

    Νά ‘σαι καλὰ γιὰ τὸ Μάη ποὺ ἔβαλες.

  74. 64 Ωραιότατον, σήμερα που είμαι στην κομπιούτα μου το απόλαυσα. Καλές οι απειλές για συνέχεια, αλλά άμα γερέψει το πόδι και ποδαρώσεις, δύσκολο το βλέπω να τις πραγματοποιείς…

    50 Ακριβώς τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιούν στα μέρη μου (Πλαγιά, Πλωμαρίου, Μυτιλήνης αλλά και στα πιο έξω) για τα κατσικοπρόβατα (όχι τόσο για τα «μεγάλα» ζώα, γαϊδούρια μουλάρια κλπ. Και προφανώς σε συνδυασμό με τη γονιμοποίηση, ακόμα κι όταν χρησιμοποιείται αργκοτικά μεταξύ ανθρώπων: «Θα σε λάσω» δεν είναι απλώς θα σε πηδήξω, αλλά θα σε γκαστρώσω κιόλας. Έτσι, να επεκταθούν παρακαλώ τα γεωγραφικά όρια του «λάζω» (κι όχι «λάνω», αλλά δεν νομίζω να τα χαλάσουμε) που μπήκαν στο #71!

  75. Το Blaubeuren δεν τόξερα, αλλά (απ’ ότι βλέπω στο χάρτη εκεί δεν είν’ οι πηγές. Κοντά στο Τρίμπεργκ (απ’ όπου πήρα και τον κούκο μου) τις ξέρω, η μία του Μπρίγκαχόπου και η σχετική η πινακίδα κι άλλη η του Μπεργκ (έχω κάνει διατριβή στο Δούναβη -που λέει ο λόγος – αλλά κι ειδικότερα στις πηγές του που τις έψαχνα επιτόπου).

  76. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @Γιάννης Μαλλιαρός (#75). Γιάννη, εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σου λόγια. Μὴν ἀκοῦς τί λέω. Τραβᾶτε με κι ἄς κλαίω. (Ἄθελά μου ἔκανα καὶ ρίμα.)

  77. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @77. (Συνέχεια) Τὸ τελευταῖο ἀφοροῦσε καινούργια γραψίματα.
    Στὰ σοβαρὰ τώρα. Ἔχω στὸ μυαλό μου νὰ γράψω μιὰν ἱστορία, πραγματικὴ αὐτὴ τὴ φορὰ, ἀπὸ τὴν Κατοχὴ. Ἀφορᾶ καὶ τὴ Μυτιλήνη. Ἔκανα καὶ μιὰ μικρή ἔρευνα σὲ στρατιωτικὰ ἀρχεῖα, ἀλλὰ δὲν προλαβα νὰ τὴν ὁλοκληρώσω μὲ τὸ ἀτύχημά μου.

  78. sarant said

    78 Ωραία, μην το αμελήσεις!

  79. Αυτό με την καπότα και το τέλος που αγνοεί πόσο χρεώνει ο Μανώλης, μοιάζουν να ανήκουν στα αναρίθμητα τοπικά ανεκδοτάκια του στυλ «ο παππούς του Γιάννη, όταν ήταν μικρός είχε ένα γάιδαρο για το χωράφι, που ήταν πολύ πεισματάρης. Ένα καλοκαίρι, πριν τον πόλεμο, …»

    78, 77 συνέχισέ το, τώρα που έχεις χρόνο, λόγω περιορισμένης κινητικότητας.

    ΥΓ κι έγώ έχω κάτι στα σκαριά αλλά βαριέμαι, ο τεμπέλης.

  80. Λ said

    Σε μας το λάνω/λάζω δεν το έχω ακούσει καθόλου.Έχουμε όμως το βατεύω (βατέφκω) που έχει επίσης μέση φωνή. Ουσιαστικό το βάτεμα

  81. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    #60, 72β.Μὲ ἀφορμὴ τὸ δημοτικὸ τραγούδι Κρέμεται ἡ καπότα θυμήθηκα τὴν ἔκφραση κρέμασα τὴν κάπα μου ποὺ βρίσκουμε σὲ κάποια ρεμπέτικα π.χ.
    Ὁ Νῖκος ὁ τρελάκιας τοῦ Ἀνέστη Δελιᾶ σὲ στίχους Νίκου Μάθεση

    Την κάπα του την κρέμασε εδώ και λίγα χρόνια,
    γι’αυτό και τον εβγάλανε τρελάκια τα κορόιδα.

    Την κάπα μου την κρέμασα τοῦ Γιώργου Μητσάκη (στίχοι-μουσική).

    την κάπα μου την κρέμασα
    απ’ τον καιρό που σ’ έχασα

    Ψάχνοντας στὸ γκούκλ βρῆκα αὐτό:
    Την κάπα μου την κρέμασα…

    Η εξήγηση είναι λανθασμένη.
    Δίνω το λήμμα κάπα από το Λεξικό του Ρεμπέτικου που περιμένει εναγωνίως να εκδοθεί…

    κάπα η, ουσ.[+](λατ. cappa) πανωφόρι |κρεμάω την κάπα μου : ανεπιβεβαίωτη έκφραση. 1η εκδοχή: Ετοιμάζομαι για μάχη, αδιαφορώ, τα παίζω όλα για όλα ( Ηλ.Πετρ.). O ίδιος υποστηρίζει αλλού, την παρακάτω εξήγηση 2 , κατα- γραμένη και στο χειρόγραφο « Νίκος Μάθεσης. Απομνημονεύματα. (Ιανουάριος 1969)» που ο Πετρόπουλος παρα- θέτει στομεγάλο τόμο «Ρεμπέτικα τραγούδια», σελ. 261. Ο Ν. Μάθεσης γράφει : «… να του κάνη τον υπηρέτη, πιός! αυτός που είχε κρεμάση την κάπα του στην φυλάκη! λέγωντας την κάπα του στήν φυλακή σημένη ότι σε λίγο θα ξαναπήγενε να την βρη και ήταν περιτώ να την πάρη μαζή του. Γι αυτό έλεγαν αυτός έχει κρεμάση την κάπα του και προσεχέτον αν δεν τον ξέρης είναι ο Τάδες» (ακολουθήθηκε πιστά η ορθογραφία του Ν.Μάθεση).
    Μ’ όλ’ αυτά εννοεί πως ο άρτι απολυθείς θα έκανε καινούριο φονικό και θα επέστρεφε στη φυλακή. Πιστεύω πως, τουλάχιστο γιά την εξήγηση αυτής της έκφρασης, μπορούμε να τον εμπιστευτούμε τον Ν. Μάθεση. Την άποψη αυτή
    την πέρασε με τους στίχους του στο τρ. του Ανέστη Δελιά « Ο Νίκος ο τρελάκιας» (1934) όπου τον αποκαλούνε τρελάκια, γιατί ετοιμάζεται για κάτι, σα να τό’χει βάλει πείσμα να ξαναγυρίσει στη φυλακή : ”Την κάπα του την κρέμασε εδώ και λίγα χρόνια, γι αυτό και τον εβγάλανε ( = του δώσαν το παρατσούκλι) τρελάκια, τα κορόιδα ”. Η ίδια φράση συναντιέται ακόμα μιά φορά στο τρ. του Γ. Μητσάκη « Την κάπα μου την κρέμασα» (1951) με τον συνθέτη, τον Τατασόπουλο και τη Μ. Νίνου : ”την κάπα μου την κρέμασα απ’ τον καιρό που σ’ έχασα ”(προφανώς ταιριάζει η 1η εκδοχή – μπαίνω σε διαδικασία φόνου)

    Φιλικά
    Κώστας Λαδόπουλος

    http://www.rembetiko.gr/forums/showthread.php?t=16455&page=127

    Τὶ λένε γι’ αὐτὸ οἱ ρεμπετολόγοι-ἐρευνητές μας;

  82. Corto said

    82:
    Δημήτρη, αναμένοντας την άποψη των φίλων ερευνητών για αυτό το ενδιαφέρον θέμα, να προσθέσω το παρακάτω:

    «Την κάπα του ο βοσκός την παρατάει μια και καλή. Όταν αποσυρθεί από την ενεργό δράση, γιατί τα χρόνια θα τον βαρύνουν ή όταν για κάποιο λόγο παραιτηθεί από το επάγγελμα του κτηνοτρόφου. Τότε είναι που έλεγαν οι Σαρακατσαναίοι ότι ο τάδε «κρέμασε την κάπα του». »

    http://sarakatsanoi.blogspot.gr/2015/09/blog-post.html

  83. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    #83. Corto, πολὺ ἐνδιαφέροντα τὰ γραφόμενά σου καὶ ἡ παραπομπή. Στὰ Θερμιὰ πάντως δὲν πολυχρησιμοποιοῦσαν τὶς κάπες αὐτὲς ἐπειδὴ τὸ κλῖμα εἶναι ἤπιο. Μόνο σὲ εἰδικὲς περιπτώσεις, ὅπως ἔκανε ὁ Τζώρτζης τοῦ διηγήματος. 🙂
    Πιὸ πολὺ χρησιμοποιοῦσαν τὸ γιακαλί, ἕνα γιλέκο ἀμάνικο, μὲ ὕφανση παρόμοια μὲ τὴν κάπα. Ἦταν ζεστὸ καὶ ἀδιάβροχο καὶ προστάτευε τὸν κορμὸ ἀφήνοντας ἐλεύθερα τὰ χέρια γιὰ σκάψιμο, ὄργωμα, σπορὰ καὶ χτίσιμο. Τὸ χτίσιμο ἦταν μιὰ πολὺ σημαντικὴ ἀγροτικὴ ἐργασία. Ὅσοι ἔχουν πάει στὰ νησιὰ τὸ καταλαβαίνουν. ‘Υπάρχουν ἀτέλειωτα χιλιόμετρα ξερολιθιᾶς ποὺ συγκρατοῦν τὸ χῶμα (ἀναβαθμίδες) ἤ χωρίζουν τὰ χωράφια.

  84. Corto said

    84:
    Δημήτρη υποθέτω, αλλά χωρίς να έχω σοβαρή τεκμηρίωση, ότι η κάπα (τουλάχιστον στην ηπειρωτική Ελλάδα) είχε και κάποιον συμβολισμό, γιατί μάλλον ήταν χαρακτηριστικό πανωφόρι όχι μόνο των τσομπάνων, αλλά και των Κλεφτών (εξάλλου και μετά την Τουρκοκρατία πολλοί ορεινοί τσομπαναραίοι ήταν ληστοτρόφοι, ενώ οι Λήσταρχοι με τα λύτρα από τις απαγωγές και τις ληστείες αγόραζαν αιγοπρόβατα, που τα παραχωρούσαν σε δικούς τους).
    Θυμόμαστε και τον Κολοκοτρώνη που είπε «συμπεθέρεψε η γούνα με την κάπα», όταν έκανε νύφη από την οικογένεια των Καρατζάδων.
    Αναρωτιέμαι λοιπόν μήπως η έκφραση «κρεμάω την κάπα μου» είχε και μια σημασία αποστράτευσης, παραίτησης από την κλεφτουργιά.

  85. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    #85. Πολὺ λογικὸ μοῦ φαίνεται.

  86. Κρέμασε τα γάντια του ο Μωχάμετ Άλη
    Κρέμασε τα παπούτσια του ο Νίκος Γκάλης
    κλπ κλπ

  87. sarant said

    83-85 Ετσι το καταλαβαίνω κι εγώ, αποστράτευση.

  88. spatholouro said

    #82
    Έχω κρεμάσει την κάπα μου: έχω αποφασίσει ότι δεν τόχω σε τίποτα να ξαναγυρίσω οποτεδήποτε πίσω στη φυλακή. Ακούγεται και στο τραγούδι «Με πιάνουνε ζαλάδες» του Κωστή/Μπέζου («Την κάπα μου την κρέμασα, ρε σπλάχνο, στη στρατώνα/και όποιος πει για σένανε θα τόνε φάει το χώμα»).

    Ο Κονδυλάκης (ΕΜΠΡΟΣ, 3/3/1917) είναι επ’ αυτού σαφέστατος: «Είνε γνωστή η φράσις των: “Έχω αφήσει την κάπα μου κρεμασμένη στη φυλακή”. Η φράσις σημαίνει ότι ζητεί αφορμήν να επανέλθη».

  89. sarant said

    89 Μου φαίνεται πως έχουμε δύο εκφράσεις.
    α) Κρέμασα την κάπα μου = αποσύρομαι
    β) Έχω κρεμάσει την κάπα μου *στη φυλακή* (έμφαση δική μου) = έχω κάνει σπίτι μου τη φυλακή και δεν το έχω σε τίποτα να ξαναγυρίσω

  90. Στίβω την κεφάλα μου να θυμηθώ πού είχαμε ξανασυζητήσει ‘δώ μέσα για το κρέμασμα της κάπας.

  91. Corto said

    Να βάλουμε και το σχετικό απόσπασμα του Ηλία Πετρόπουλου (Παροιμίες του Υποκόσμου, εκδ.Νεφέλη, σελ.10)

    «Πρόσεξε, γιατί την κάπα μου την κρέμασα στην φυλακή!
    Βαρύτατη απειλή, που σημαίνει: μη μου κολλάς, γιατί δεν το ’χω τίποτα να ξαναμπώ, εξαιτίας σου, στη φυλακή. Ως γνωστόν τα παλικάρια του 1821, πριν να κάνουν γιούργια, πετάγανε την κάπα τους στα πουρνάρια, μένοντας με το γιλέκο. Τον παλιό καιρό, όταν τουφέκιζαν κάποιον, άφηναν τα ρούχα του κρεμασμένα πάνω από το ντιβάνι του.»

    (Ως συνήθως ο Η.Π. δεν τεκμηριώνει τα γραφόμενά του, οπότε οι πληροφορίες που δίνει πρέπει να ελεγχθούν.)

  92. spatholouro said

    Σοφοκλής Καρύδης: «Είμεθα εξ εκείνων, οίτινες έχουν κρεμασμένην την καππόταν των εις την φυλακήν» (ΦΩΣ 30/7/1860)

  93. ΓιώργοςΜ said

    Καλησπέρα,
    κι αφού ευχαριστήσω για το υπέροχο κείμενο (δεν εκπλήσσομαι πια…), να σημειώσω την αμυδρή ομοιότητα με το αγγλικό «wherever I lay my hat is my home»: Αν και το αγγλικό σημαίνει τον περιπλανώμενο, «όπου γης και πατρίς» ένα πράμα, δίνει και την έννοια του σημαδέματος της περιοχής με ένα προσωπικό αντικείμενο. Όπως αφήνουμε μια ζακέτα ή κάτι τέτοιο στο κάθισμα του σινεμά όταν πάμε για ποπκόρν.

  94. Μαρία said

    91
    Μήπως θυμάσαι αυτό; https://sarantakos.wordpress.com/2016/11/06/bezos/#comment-393156

  95. Corto said

    93:
    Διάνα!
    Αφού είναι τόσο παλιά η έκφραση, τολμώ να υποθέσω ότι αναφέρεται σε κάπα/ καππότα των ορεινών πληθυσμών, που πιθανότατα χρησιμοποιούσαν και οι λήσταρχοι της εποχής. Εν πάση περιπτώσει η χρονολόγηση της φράσης τόσο παλιά, παραπέμπει στην διαμόρφωση του πρώιμου αστικού υποκόσμου, όταν συνυπήρχαν φουστανελάδες και φραγκοφορεμένοι, όπως στην γνωστή γκραβούρα:

    https://alphalinenet.files.wordpress.com/2009/05/cf86cf85cebbceb1cebaceb5cf83-cebdceb1cf85cf80cebbceb9cebfcf85005-cebccf80cebfcebbceba.jpg?w=500&h=373

    Υπενθυμίζω ότι κατά τον μεσοπόλεμο, αρκετοί ληστές (π.χ. οι Ρετζαίοι) φραγκοφορούσαν.

  96. 95 όχι

  97. Corto said

    Βασιλεύς των ορέων φέρει χαρακτηριστική κάπα:

  98. spatholouro said

    #96
    Πολύ φοβάμαι, αγαπητέ Corto, πως η περί ης ο λόγος καπότα δεν ήταν ορεινή αλλά του ιδίου του θεατρικού συγγραφέα και εκδότη του ΦΩΤΟΣ Σ. Καρύδη, που μπαινόβγαινε στις φυλακές του Γκαρμπολά εξαιτίας των γραφομένων του στην εφημερίδα…

  99. spatholouro said

    #91
    Πώς ξεχνάτε έτσι εσείς οι σκύλοι;;;
    https://sarantakos.wordpress.com/2015/10/05/capitalcontrols/
    (σχόλιο 96 κ.ε.)

  100. Corto said

    99:
    Καταπληκτικός ο Καρύδης! Πολύ γέλιο!
    «Και ο δείνας και ο τάδες είναι όλοι μασκαράδες. Κι ο συντάκτης τού «Φωτός» μασκαράς είναι κι αυτός»

  101. 100 Μπορεί νάναι αυτό

  102. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Μὲ τὴν κάπα θυμήθηκα τὸν ναυτικὸ ὄρο ἀλα κάπα. Ψάχνοντάς τον στὸ γκούγκλ βρὲθηκα ἐδῶ: https://sarantakos.wordpress.com/2010/07/24/rados/.
    Εἶναι μιὰ ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρουσα ἀνάρτηση (γιὰ μένα). Τόσο τὸ ἄρθρο, ὅσο καὶ τὰ σχόλια ἔχουν ἰδιαίτερο λεξιλογικὸ ἐνδιαφέρον. Ἐπὶ πλέον θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσω τὸ ἔργο ἑνὸς ἀξιόλογου ναυτικοῦ συγγραφέα, μέσῳ τοῦ συνδέσμου ποὺ δίνει ὁ Νικοκύρης.

    Τελικὰ ὅ,τι ψάχνεις τὸ βρίσκεις ἐδῶ.

  103. 103 όλοι οι δρόμοι οδηγούν … κλπ

  104. 103 Δημήτρη, αν σου αρέσει η ναυτική λογοτεχνία, ψάξε τον καπετάν Τζώρτζη Μαράτο, εκδόσεις Καστανιώτη.

  105. Spiridione said

    «Εγώ έτσι κι έτσι την κάππα μου την έχω κρεμασμένη εις τον Μενδρεσέ, κι είναι αδύνατον αν δε φάω τα κόλυβα κανενού τώρα εις την εκλογήν»
    https://sarantakos.wordpress.com/2016/12/19/trabuco-2/

  106. Είμαι περίεργη… που το βρήκε το πολυτονικό στο πληκτρολόγιο? Υπάρχει?

  107. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @ Ευθυμία (107). Μπορεῖτε νὰ τὸ βρεῖτε ἐδῶ:
    http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/diafora/Polytoniko.htm

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: