Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ιστορίες από το μπάρκο (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2017


Πριν από ένα μήνα είχαμε δημοσιεύσει εδώ το αφήγημα του καινούργιου φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ως ναυτικός το 1994. Προχτές ο Dryhammer μού έστειλε ένα ακόμα πεζογράφημα με «ιστορίες από το μπάρκο», που το παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά, ταιριάζει άλλωστε

(Πρέπει να παραδεχτώ πως η σύμπτωση ήταν τυχερή, διότι χτες, ύστερα από διάφορα που συνέβησαν, δεν είχα ψυχική αντοχή να γράψω εκείνο που είχα κατά νου, που επίσης είχε ναυτικό θέμα, οπότε θα μέναμε χωρίς άρθρο σπάζοντας το σερί που βαστάει τριάμισι χρόνια).

Το αφήγημα έχει μερικές (λιγοστές μάλλον) ναυτικές λέξεις που μπορεί να είναι άγνωστες σε κάποιους, αλλά που δεν εμποδίζουν την κατανόηση -ας γίνουν οι ερωτήσεις στα σχόλια και θα απαντήσει ο Dryhammer.

Ιστορίες από ταξίδια

Στη μνήμη του Μάριου.

 

Άδειαζα το πλαϊνό ντουλάπι του σερβάν, μπας και καταφέρω να πετάξω τίποτα σαβούρες της μάνας μου και κάνω χώρο για να βάλω τις δικές μου, όταν έπεσα σ΄ ένα χαρτονένιο κουτί από παπούτσια.

«Καλέ, τι έχεις εδώ;» τηνε ρώτησα.

«Κάτι χαρτιά του πατέρα σου».

Μέσα είχε φωτογραφίες, κατοχικά χαρτονομίσματα και ανάμεσα στα χαρτιά και δυό φυλλάδια. Το ένα το πιο παλιό που είχε και κούμπωμα, ήταν του πάππου μου (το δεύτερο, το πρώτο είχε υποθέτω γεμίσει) έκδοσης του 1914 και το δεύτερο του πατέρα μου του 1935. Ο πατέρας μου δεν ήταν ναυτικός, ούτε περιστασιακά, αλλά το φυλλάδιο είχε μια ναυτολόγηση σε καΐκι για μερικούς μήνες. Τα χρόνια εκείνα, αγόρι στα Καρδάμυλα, μα και γιατρός να σπούδαζε, έπρεπε να ‘χει φυλλάδιο. Η ναυτολόγηση στο καΐκι ήτανε μαϊμού. Για να μπορεί να μπαρκάρει σε ποντοπόρο, έπρεπε πρώτα να ‘χει υπηρεσία σε ακτοπλοϊκό.

Τελικά, τα ‘φερε ο διάολος κι έβαλα και το δικό μου από πάνω.

Όταν μάθανε οι γύρω μου πως θα φύγω στη θάλασσα, εξεπλάγησαν στην αρχή και μετά άρχισαν τις συμβουλές. Από όλα που άκουσα, θυμάμαι μόνο εκείνη του θείου μου, μάγειρα στα καράβια από το ’48 μέχρι το ‘85-86, όταν με απόβγαλε στο αεροδρόμιο (στο Ελληνικό):

«Γιά δε, σ΄όλα τα πόρτα, παντού μπαλονάκι και είσαι κύριος».

‘Ήταν ο μόνος που δεν ανησυχούσε.

«Γράμματα ξέρεις, εγγλέζικα ξέρεις, σου κόβει, ίντα να φοβάσαι. Το μόνο, να φορείς μπαλονάκι».

Τότε κατάλαβα πως μιλούσε για προφυλακτικό.

Εγγλέζικα ήξερα, πήρα και δυό λεξικά μαζί μου καλού κακού. Το Divry’s  και το Oxford.  Άμα είδε ο καπετάνιος το Oxford,  μου λέει:

«Εμείς, Γιώργη είμαστε του Καρδαμύλιαν Γιουνιβέρσιτι και τα μάθαμε όπως μπορέσαμε»

Κι έτσι ανέλαβα τις συνεννοήσεις με τις αρχές, αλληλογραφία και άλλα «γραμματιζούμενα», παράλληλα με το ματσακόνι και τα λοιπά του τζόβενου. Καλό μού έκανε, καί μάθαινα καί έγραφα υπερωρίες γράφοντας.

Το θέμα όμως ήταν ότι, με το μη Ελληνικό πλήρωμα, έπρεπε να μιλάς βαπορίσια εγγλέζικα για να σε καταλαβαίνουν. Πιο πολλά θα καταλάβαιναν αν μιλούσες σκέτα ελληνικά, που, με τα χρόνια τα μάθανε, παρά αγγλικά του βιβλίου. Το αντιλήφθηκα όταν ήρθε ένας λοστρόμος που ήτανε 20 χρόνια εργοδηγός- αρμαδόρος  στα ναυπηγεία της Σύρου, μέχρι που κλείσανε κι έμεινε  άνεργος, με μετεκπαίδευση στην Αγγλία, πού ήξερε όλο το βαπόρι (και) στα Αγγλικά και πήγε να πει στο  πλήρωμα της κουβέρτας, Φιλιππινέζους και Ινδονησιάνους

«Bring the scrapers, the chippers and the brooms» και τον κοιτούσαν σαν χαζοί.

«Ε, και πώς διάολο να τους πω να φέρουνε τις ξύστρες και τα ματσακόνια;» μου λέει.

Έλαμψαν τα μάτια τους.

« Α, a, xistra, matsakoni» και πήγαν και τα ‘φεραν και κοίταζε εκείνος σα χαζός.

Οπότε η γλώσσα συνεννόησης ήταν ένα μίγμα απλών λέξεων στα αγγλικά με ελληνική βαπορίσια ορολογία και κατάλληλη χρήση του ρε.

«Slack the κάβο, ρε Rohelio».

Ένα άλλο ζήτημα ήταν η δική τους προφορά. Δεν είχαν φ, το πρόφεραν p, το θ το έλεγαν t , το χ παλεβότανε σαν kh.

Την τρίτη – τέταρτη μέρα μου στο βαπόρι, μου φωνάζει ένας ναύτης Ινδονησιάνος από την άλλη άκρη της κουβέρτας:

«Come, come τρίι».

‘Ήμαστε μεσοπέλαγα.

«Where tree ρε;» και του ‘δειχνα γύρω τη θάλασσα.

«No, no, number τρίι» να πάω στο 3 αμπάρι.

‘Όταν απόκτησα αρκετή οικειότητα, πείραζα τον πιο αγγλομαθή Φιλιππινέζο για την προφορά του λέγοντας:

«Πακ -οπ Πιλιπίνο» (Ήξερε πιο καλά αγγλικά από μένα, άλλα όταν μιλούσε γρήγορα ήταν κι αυτός «τρί ο κλοκ») κι εκείνος μου απαντούσε «Oh, shut-up you monkey» επειδή είμαι τριχωτός κι εκείνος φορμάικα.

«Only monkeys have hair from the head to their toes»

«If they see us together, which one they call monkey?» ανταπαντούσα και πήγαινε έτσι μέχρι που έβριζε ο καθένας στη γλώσσα του και μετά βάζαμε τα γέλια.

Οι Φιλιππινέζοι μεταξύ τους μιλούσαν, φυσικά, φιλιππινέζικα. Τέλος πάντων, αυτό καταλάβαινα γιατί κουβέντιαζαν κανονικά και γρήγορα, με έναν ήχο που μου θύμιζε μηχανή που γαζώνει δέρματα, ίσως από την πληθώρα λέξεων με στιγμιαία σύμφωνα. Οι Ινδονησιάνοι όμως είχαν προβλήματα συνεννόησης καί μεταξύ τους με τις πολλές διαλέκτους, σε σημείο που κάποιοι έκαναν το διερμηνέα στους άλλους.  Μεταξύ των δύο εθνοτήτων οι συζητήσεις γινόταν στα αγγλικά (βαπορίσια), ισπανικά (της λατίνας) ή σ΄ έναν αχταρμά αγγλοισπανοελληνικών. Άλλωστε, δεν ήταν και πρώτοι φίλοι, και οι κουβέντες ήτανε κυρίως (για να μην πω μονάχα) απάνω στη δουλειά. Ακριβώς όπως οι μετανάστες από διαφορετικά έθνη στην ίδια χώρα. Προτιμούσαν τους δικούς τους, αντιπαθούσαν τους άλλους (πάνω στη λογική «μας παίρνουν τις δουλειές») και όλοι μαζί στραβοκοιτούσαν τους Έλληνες του κατώτερου πληρώματος (αν υπήρχαν). Υπήρχε και η διαφορά στη θρησκεία. Οι Φιλιππινέζοι είναι καθολικοί, οι Ινδονησιάνοι μουσουλμάνοι, με ότι συνεπάγεται σε θέματα φαγητού, προσευχής, κλπ. Κι ακόμα δεν είχαν αρχίσει οι «ιεροί πόλεμοι» του 21ου αι. Οι Φιλιππινέζοι ήταν πιο ναυτικοί, οι Ινδονησιάνοι πιο υπάκουοι εργάτες. Οι Φιλιππινέζοι ήξεραν πιο καλά αγγλικά και ισπανικά, λόγω αποικιοκρατίας φυσικής ή/και οικονομικής και ήταν πιο «πολιτισμένοι» (= πιο δυτικότροποι). Οι Ινδονησιάνοι, ιδίως οι πρωτόμπαρκοι, είχαν θέματα γλώσσας και ήταν από χωριά, αγρότες και ψαράδες.

Για τους (πιο πολλούς) Έλληνες  και οι δύο ήταν από τις κατώτερες φυλές, ενώ εμείς κρατούσαμε τον παπά απ’ τ’ αρχίδια μια που το βαπόρι ήταν Ελληνικής πλοιοκτησίας, λες κι ήταν δικό μας. Οι Έλληνες αξιωματικοί είχαν και το αξιωματικιλίκι, σαν να μην έκαναν τζόβενα ή κατώτερο πλήρωμα, τη στιγμή που οι πιο πολλοί ήταν πρακτικοί (δηλ. έγιναν ανθυποπλοίαρχοι, γραμματικοί, τρίτοι και δεύτεροι μηχανικοί, από ναύτες και λαδάδες, με τα χρόνια υπηρεσίας). Οι όσοι Έλληνες του πληρώματος, ήταν στραβωμένοι γιατί προτιμούσαν σε δουλειές με υπερωρίες τους «μαύρους», κι ας δούλευαν πιο πολύ, πιο καλά, ήταν και μικρόσωμοι και πολύ πιο ευλύγιστοι για τα δύσκολα σημεία. Επιπλέον, κι ας μην το καταλάβαιναν οι δικοί μας, αυτοί ήταν πιο καλοπληρωμένοι από τους Έλληνες, παρόλο που έπαιρναν πολύ λιγότερα σε ποσό, γιατί στα μέρη τους ήταν 5 με 10 φορές τον εκεί βασικό μισθό, ενώ του αντίστοιχου Έλληνα ήταν 2 – 3 φορές πάνω από το ελληνικό μηνιάτικο. Το τι είχα ακούσει που τους προτιμούσα για παρέα, ιδίως όταν έγινα ανθυποπλοίαρχος, ένας θεός το ξέρει.

«Τι  θες εσύ με τους μαύρους;»

«Πολύ με τα  γατιά κάνεις παρέα, μπας και, θε μου φύλαε;»

«Αυτοί κατεβήκαν από τα δέντρα για να μπαρκάρουνε»

«Αυτωνών οι παππούδες είχαν ουρές» (!)

Εγώ προτιμούσα να μού λένε για τα μέρη τους, για τόπους που είχαν πάει, για τα βαπόρια που κάνανε, για οτιδήποτε παρά να ακούω κουτσομπολιά από τη Χίο, ποιανού η γυναίκα, η κόρη, η ξαδέρφη γαμήθηκε, θάψιμο όποιου δεν ήταν παρών, πολιτικολογίες του κώλου, φιλοσοφίες της πούτσας, από ανθρώπους πού ζούσαν αποσπασματικά τα γεγονότα, μια και τα ¾ της ζωής τους έλειπαν. Δεν ήταν όλοι έτσι, αλλά την ανία του μεγάλου ταξιδιού και της ράδας την διαχειριζόμουν καλύτερα κάνοντας παρέα με μη Έλληνες. Άλλη οπτική γωνία, βρε αδερφέ. Ά, και δεν άκουγαν ελληνικά σκυλάδικα εντός και εκτός πλοίου.

Από κείνα που μου έκαναν εντύπωση, ήταν, όταν περάσαμε από Ελληνικά νερά, και πήραμε φρούτα, πώς τρελαίνονταν για μήλα και ροδάκινα που εμείς τα ψιλοπεριφρονούσαμε. Τάβαλα κάτω και είδα πως για κείνους αυτά είναι τα εξωτικά φρούτα κι όχι οι μπανάνες,  οι ανανάδες και τα μάνγκο.

Εκεί που όλοι συμφωνούσαν, ήταν στις βρισιές. Όταν τσακώνονταν βρίζονταν στα ελληνικά. Κάποια φορά, σε ένα ψιλοκαυγά, ακούω ένα λαδά να βρίζει: «pousti, …gamisou, gamo panagia sou, …proi-proi, …kristo sou» και απόρησα: «Το πρωί-πρωί είναι βρισιά;» Μετά έμαθα ότι, κάθε πρωί οι λαδάδες, καθαριστές κλπ της μηχανής έλεγαν στο 2ο μηχανικό «Good morning, Chief» κι εκείνος τους απαντούσε «Αει γαμήσου πρωί-πρωί» οπότε το πέρασαν στη μνήμη τους σαν ελληνική βρισιά.

Επίσης συμπαθούσαν τις Ελληνικές γιορτές, Χριστούγεννα και Πάσχα λόγω φαγητού (το αρνί το τρώνε όλοι) και κυρίως  ποτού. Οι Φιλιππινέζοι ως καθολικοί δεν είχαν θέμα παρά τις διαφορετικές ημερομηνίες του Πάσχα. Τα Χριστούγεννα, οι μουσουλμάνοι τα προσπερνούσαν με το πρόσχημα του καινούργιου χρόνου, πλην ενός που τα περίμενε. Αυτός τότσουζε άμα τόβρισκε και, γενομένης συζήτησης μου λέει:

«Krismas very good kapita-Yor»

«You muslim, why very good?»

«The bread with the coin, very good»

Την τελευταία πρωτοχρονιά, τούπεσε το φλουρί στη βασιλόπιτα, που ‘χε 100 δολάρια μπόνους οπότε… «κρίσμας βέρι γκούντ».

Κατόπιν η εταιρεία αποφάσισε πως δεν πρέπει να έχει πολλούς από την ίδια φάρα, για να μην γίνονται κλίκες και προστριβές κι έτσι στο επόμενο βαπόρι είχαμε και Ρώσους και Ρουμάνους και Σαλβαδοριάνους, πέρα από τους Ασιάτες. Για μένα βέβαια ήταν λαχείο. Πολιτισμικό νταμάρι.

 

Με τους Έλληνες πακιαρίστηκα πιο πολύ, όταν έγινα ανθυποπλοίαρχος γιατί ως νέος έκανα τη βάρδια 8 με 12 το πρωί και το βράδυ. Εκεί στη γέφυρα, είχα το πρωί τον καπετάνιο και αν δεν είχε δουλειά το μαρκόνη (ο ασύρματος ήταν πίσω από τη γέφυρα στο πιο ψηλό ντεκ) και το βράδυ τον καπετάνιο, τον πρώτο, το δεύτερο, τους δόκιμους κι όποιον ήθελε να έρθει για βεγγέρα πριν πέσει για ύπνο. Όχι βέβαια όλους μαζί αλλά σπάνια έμενα και μόνος με το ναύτη πριν  τις 10μιση – 11 η ώρα. Εκεί ακούς ιστορίες. Από τις πολλές και διάφορες, μια μόνο μού ‘μεινε ύστερα από 22 – 23 χρόνια.

 

Συχνά στα λιμάνια, ειδικά στα εκτός Ευρώπης και Β. Αμερικής, το βαπόρι περιμένει αγκυροβολημένο έξω από το λιμάνι, στη ράδα, να έρθει η σειρά του να μπει για να φορτώσει ή να ξεφορτώσει. Αυτή η αναμονή μπορεί να κρατήσει από μερικές ώρες μέχρι και μήνες. (Στο Λάγος της Νιγηρίας, στα μέσα και τέλη της δεκαετίας του 70, υπήρξαν άνθρωποι που μπήκαν στο βαπόρι ενώ ήταν στη ράδα και ξεμπάρκαραν κι ακόμα το βαπόρι ήταν στη ράδα. 6 μήνες, 8 μήνες ράδα- δεν είναι υπερβολή). Εγώ έχω κάνει 42 μέρες στο Καράτσι του Πακιστάν, μετά από 40 μέρες ταξίδι, γιατί πέσαμε στο Ραμαζάνι.

Εκείνες τις ατελείωτες μέρες παραμονής στη ράδα, συνηθίζεται να ψάχνουν οι αξιωματικοί της γέφυρας στο VHF, για κανένα άλλο ελληνικό βαπόρι κι αν βρεθεί, δημιουργούνται γνωριμίες μέσω της κουβέντας. Άσε που μπορεί να βρεις και γνωστό και συγγενή ακόμα. Σε μια τέτοια περίπτωση, δυο καπετάνιοι, γνωρίστηκαν από το VHF, είχανε κάθε βράδυ κουβέντα, αντάλλασαν πληροφορίες, διηγούνταν ιστορίες (καλή ώρα) μέχρι πού μετά από ένα – ενάμιση μήνα περίπου ήρθε η ώρα να μπουν στο λιμάνι. Τότε, έχοντας γίνει σχεδόν φίλοι, συμφώνησαν το βράδυ του κατάπλου, όταν πια θα έχουν ξεμπερδέψει με όλα τα διαδικαστικά, να βρεθούν κι από κοντά να πιούνε κι ένα ποτήρι.
« Λοιπόν, στις εννιά στην πύλη, ΟΚ;»
« OK! Και πώς θα σε γνωρίσω;»
« Εύκολα. Είμαι κοντός με κοιλιά και έχω και φαλάκρα.»
« Όμορφα σινιάλα έχεις…»
« Άντε ρε γαμήσου, που θα με κοροϊδέψεις κι από πάνω» (ακολούθησε αλληλοχέσιμο και δεν συναντήθηκαν ποτέ…)

 

Τα άλλα μου συνέβησαν σε διάφορους τόπους και χρόνους.

Το πίσω μέρος της γέφυρας είναι ο χώρος με τους χάρτες, το chart room και χωρίζεται από αυτήν με βαριές κουρτίνες, επειδή είναι φωτισμένο ώστε να βλέπεις το χάρτη ενώ η κυρίως γέφυρα το βράδυ είναι σκοτεινή για να βλέπεις έξω. Τη μέρα οι πλαϊνές κουρτίνες είναι συνήθως ανοιχτές. Ένα πρωινό γύρω στις 9, είμαστε στο πέλαγο με πορεία περίπου ανατολική και τον ήλιο χαμηλά και κατάπλωρα να μας φέγγει σαν προβολέας. Ο καπετάνιος τσιγκρωμένος πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά του ήλιου, πού και πού έβαζε και το χέρι αντήλιο, αν νόμιζε ότι είδε κάτι, όταν μπαίνει ο μαρκόνης, μ΄ένα τηλεγράφημα από το γραφείο για ένα πιθανό ναύλο όπου του ζητούσαν να υπολογίσει μέρες και καύσιμα. Όπως ήτανε, μπαίνει στο chart room και τον ακούω να φωνάζει:

«Το φως μου! Έχασα το φως μου! Εγκεφαλικό!»

Σαλτάρω μέσα και τον βλέπω ακίνητο κι άφωνο, τον δε μαρκόνη να έχει γονατίσει κάτω και να ψελλίζει μέσα σε λυγμούς γέλιου:

«Ε, βγάλε τα γυαλιά»

Με πήραν και μένα τα χάχανα. Ο καπετάνιος, μας αγριοκοίταξε και τους δυό, πήρε γρήγορα γρήγορα τους χάρτες που ήθελε και έφυγε λέγοντας:

«Πάω κάτω να τα λογαριάσω  με ησυχία».

Όπως έλεγα και παραπάνω , ο ασύρματος ήταν πίσω από τη γέφυρα κι όταν μιλούσε ο ασυρματιστής με κάποιον, όπως κι όταν τηλεφωνούσες, ακουγόταν όλα μέσα στη γέφυρα .

Μια δόση, ακούμε με τον καπετάνιο, τα βουητά και τα σφυρίγματα του ασύρματου και τη φωνή του μαρκόνη:

«Έλα Παντελή, ο Παντελής είμαι..»

Ο καπετάνιος σκυθρώπιασε και μου λέει:

«Πάει ο μαρκόνης, τα ‘παιξε. Άνοιξε τον ασύρματο και μιλά μονάχος του. Ίντα θα γίνομε…»

Ο μαρκόνης εξακολουθούσε να μιλάει για το ταξίδι και σε ένα δυό λεπτά,  χαιρέτησε κι έκλεισε.

Ο καπετάνιος συγκρυαζόταν, μέχρι που μπαίνει ο μαρκόνης γελαστός:

«Ξέρεις με ποιόν μιλούσα τώρα; Με τον Παντελή τον ΧΧΧΧΧ από το Golden Shimizu. Είναι έξω από το Puerto Quetzal και κατεβαίνουνε για Χιλή. Σου στέλνει χαιρετίσματα».

Δέκα δεκαπέντε δευτερόλεπτα μετά, ο καπετάνιος έσκασε μισό χαμόγελο ενώ εγώ ήδη σκούπιζα τα δάκρυά μου.

«Και …ποιος είναι τώρα καπετάνιος στο Shimizu;»

Ένα από τα πολλά λιμάνια πού είναι σε ποτάμι, είναι εκείνο της Savannah, στη Georgia των ΗΠΑ. Τότε ήμουνα ο ανθυποπλοίαρχος που θα έκανε το δέσιμο της πρύμης. (Στο βαπόρι έχει δύο ανθυποπλοίαρχους. Στο δέσιμο και το λύσιμο, ο ένας είναι στη γέφυρα με τον καπετάνιο κι ο άλλος στην πρύμη με τους μισούς ναύτες. Στην πλώρη είναι ο γραμματικός με το λοστρόμο και τους άλλους μισούς). Καθώς κατέβαινα από την καμπίνα για το καπνιστήριο που περίμεναν οι ναύτες μου να πάμε πίσω, συναντώ ένα τρίτο που τον ξέραμε με το παρατσούκλι μαστρο-κοάλα. Πραχτικός τρίτος, από λαδάς, σχεδόν εξηντάρης, κοντός, στραβοκάνης, αργός, μελαχρινός, με λοξά ματάκια, ίδιος κοάλα. Εκείνος κατέβαινε για τη μηχανή και συναντηθήκαμε στη σκάλα.

«Πώς το λένε το λιμάνι που μπαίνομε;» (Είχε δίκιο να μην το ξέρει, γιατί είχαμε έξη λιμάνια εκφόρτωσης στην Αμερική σ΄ εκείνο το ταξίδι)

«Σαβάνα»

«Τα πούρα της (Σ)αβάνας εδώ τα φτιάχνουνε; ‘Άμα είναι να πάρουμε κανένα»

«…»

 

Ένα άλλο μεγάλο ποταμίσιο λιμάνι είναι της  Guangzhou στη νότια Κίνα. Της παλιάς Καντόνας. Για να φτάσεις εκεί μπαίνεις στον ποταμό Τζου Τζιανγκ που εκβάλλει μεταξύ Χονγκ Κονγκ και Μακάο. Πλησιάζοντας στις ακτές της Κίνας, όπως και κοντά σε κάθε στεριά, το πρώτο που ελέγχει, όποιος δεν έχει δουλειά την ώρα εκείνη, είναι να δει αν πιάνει τίποτα η τηλεόραση. Δεν έχει σημασία η γλώσσα ή το τι παίζει, φτάνει να ακουστεί μια άλλη φωνή και να δεις μια άλλη μούρη, διαφορετική από τις δικές μας κι από τις βιντεοκασέτες που τις είχαμε μάθει απόξω. Έτσι κι εκεί. Μόλις φάνηκαν στεριές, από τη μπούκα του καναλιού, άρχισε η σάρωση μήπως και πιάσει σήμα. Υπήρχε και η περιέργεια για την άγνωστη Κίνα και όλοι ήθελαν μια πρόγευση. Πολλοί δεν είχαν ξαναπάει αν και χρόνια ναυτικοί, γιατί η εταιρεία είχε τα νταραβέρια της στη Λατίνα (Κεντρική και Νότια Αμερική) και πολλοί έψαχναν τέτοια μπάρκα για την πλούσια πανίδα και χλωρίδα των λιμανιών της. Όλοι, μαθημένοι σε κείνα τα μέρη, ήξεραν τις γλώσσες και τα κατατόπια αλλά για τα κρίματά τους βρεθήκανε στο βαπόρι που γύριζε τον κόσμο  και μόνο από κει δεν περνούσε. Άλλοι είχανε να ‘ρθούνε από τον καιρό του Μάο και θέλανε να δούνε πως είναι τώρα ( ’94 –’95).

Το Χονγκ Κονγκ ήταν ακόμα εγγλέζικο και το Μακάο πορτογαλικό. Έτσι περνώντας ανάμεσά τους, πιάσαμε το πρώτο σήμα στην τηλεόραση και βλέπουμε έναν κινέζο με σκούρο κουστούμι να εκφωνεί ειδήσεις. Δίπλα μου καθότανε ένας μπαρμπα-ναύτης της Λατίνας. Μόλις είδε τον παρουσιαστή, σηκώθηκε πήγε κοντά στην τηλεόραση δυνάμωσε τη φωνή και μετά σταυροκοπήθηκε

«Έλα παναγιά μου! Βραζιλιάνικα μιλάν οι Κινέζοι;»

 

Όμως η Κίνα και οι Κινέζοι της είναι υλικό για άλλη ιστορία…

Advertisements

110 Σχόλια to “Ιστορίες από το μπάρκο (αφήγημα του Dryhammer)”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    Καλό!
    Αλλά όχι λάου λάου στα άλλα Μαρκόνικα νερά.

    Πω πω.
    Το λέω και μου σηκώνεται η τρίχα

    Δεν σε παίρνει ούτως ή άλλως.

    Και δεν το θέλεις βέβαια

    Μπράβο.

    Πολύ ωραίο

  2. Είναι ενδιαφέρον το αφήγημα όπως και το προηγούμενο αλλά το διατρέχει μια θλίψη.Μου αρέσει ο τρόπος που γράφετε εσεις, γι αυτό σας παρακολουθώ όπου κι αν είμαι.Θα μου πείτε αυτό είναι διήγημα.Θα το δεχτώ.Εςείς ενώ μας δίνετε πολύτιμες γνώσεις έχετε έναν δίκαιο τρόπο και αφάνταστα διακριτικό να προσεγγίζετε τα θέματα που προκύπτουν.
    Αυτό χαρίζεει στον αναγνώστη νηφαλιότητα να σταθεί απέναντι στο θέμα και κάποιεςφορές ανακούφιση ακόμη και αν το θέμα στεναχωρεί ή πληγώνει.Με αυτά που γράφονται και λέγονται οι αναγνώστες,ακροατές έχουν ανάγκη από τέτοιου είδους προσέγγιση.
    Πρόσφατο κείμενο στην Καθημερινή για το «μνημείο» με αναστάτωσε..Τα κείμενα κάποιων προκαλουν ένταση, ταραχή και σε αφήνουν με ένα τεράστιο ερωτηματικό, του είδους «ποιά είναι η αλήθεια;»»τί θέση μα πάρω»
    Είναι χαρακτηριστικό της εποχής.Βομβαρδισμός με απόψεις που συνεχώς ο αποδέκτης των αναζητά αυτό που κρύβεται σπό πίσω.
    Σας ευχαριστώ πολύ γι αυτο που χωρίς φειδώ μου χαρίζετε.

  3. Γς said

    Και που’ τανε εκείνες οι εποχές χωρίς VHF, Internet, Skype και τέτοια.

    Ενα Ράδιο Αθήναι υπήρχε μόνο στα βραχέα. Κι αυτό της κακιάς ώρας.

    Κι ένα πρωί που το άκουγε ο ραδιοαματερ Γς:

    -Αγιος Γεώργιος! Συνδεσέ με το 838τόσο τόσο.

    – Εγινε! Περίμενε.

    Ντριν -ντριν

    -Ομιλείται με Αγιος Γεώργιος.

    -Σςςς ρε, ο άντρας μου!

  4. Γς said

    3:

    >-Ομιλείται με Αγιος Γεώργιος.

    είχε και αγράμματους χειριστές

  5. Γς said

    2:

    >Σας ευχαριστώ πολύ γι αυτο που χωρίς φειδώ μου χαρίζετε.

    Για δες που πήρε φόρα.

    [το πήρε και προσωπικά]

    😉

  6. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ωραία αφήγηση. Όπως οι περισσότεροι Έλληνες, έχω στο ευρύτερο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον 3-4 ναυτικούς και πάντα μου άρεσε να τους ακούω ν’ αφηγούνται τις ιστορίες τους. Περιμένουμε κι άλλα τέτοια κείμενα, φίλε Ξεροσφύρη.

  7. Γιάννης Ιατρού said

    Νά ΄σαι καλά μάστορα, να μας τροφοδοτείς με τα ωραία σου, και εικόνες και πολύ ζωντανή η αφήγηση, κι απ΄όλα!

    Να κάνουμε και λίγο πλάκα:
    ..Εγγλέζικα ήξερα, πήρα και δυό λεξικά μαζί μου καλού κακού. …
    Μπάαα, πάει το αγγλικό dryhammer, θα του μείνει του ανθρώπου, το Ξεροσφύρης εννοώ (η ναυτική μας παράδοση βλέπεις … Όταν τσακώνονταν βρίζονταν στα ελληνικά 🙂 )

  8. Γς said

    Και ήρθε και η εποχή που Μαρκόνι είναι μόνο ο δρόμος στο Βοτανικό.

    Δεν υπάρχουν πια ασύρματοι και ραδιοβοηθήματα. Η Ασύρματη τηλεγραφία με το σήμα SOS δεν είναι πλέον απαραίτητη.

    Οι περισσότεροι ασύρματοι σταθμοί ξηράς έκλεισαν,κανείς δεν τους χρειάζεται πλέον.

    Ας είναι καλά οι δορυφόροι
    GMDSS (Global Maritime Distress and Safety System).

    Ο αξιωματικός του πλοίου είναι σε θέση να ξεκινήσει την επείγουσα κλήση πατώντας απλώς ένα κουμπί.

    Κατα τα λοιπά τα είπαμε: Ιντερνετ GPS, Skype , Fb και το μπλοκ του Σαραντάκου

  9. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ δῶ.
    Φίλε Γιώργη, νά ᾿σαι καλά. Φύσηξ᾿ ἀγέρας φρέσκος, θαλασσινός. Καὶ τὸν ἔχω τόση ἀνάγκη αὐτὸ τὸ δύσκολο καλοκαίρι.
    Ἡ ἀφήγησή σου, ὅπως πάντα ζωντανή, σπαρταριστή, σὰν τὸ ψάρι ποὺ μόλις ἀκούμπησε στὴν κουβέρτα. Χωρὶς φιοριτοῦρες καὶ περιττὰ φτιασίδια. Μὲ λίγες γραμμὲς ζωγραφίζεις χῶρες, ἀνθρώπους, χαρακτῆρες, ράτσες, θρησκεῖες, πολιτισμούς.
    Περιμένουμε τὸ ἑπόμενο.

  10. constant said

    Απολαυστικό το διήγημα, ιδίως πρωί-πρωί 🙂 .

    Δύο ψιλοσχολαστικές ερωτήσεις:

    «Πολιτισμικό νταμάρι». Γιατί νταμάρι;

    «Οι όσοι Έλληνες του πληρώματος, ήταν στραβωμένοι γιατί προτιμούσαν σε δουλειές με υπερωρίες τους «μαύρους», κι ας δούλευαν πιο πολύ, πιο καλά…». Πώς κολλάει το «κι ας δούλευαν»;
    Αν καταλαβαίνω σωστά οι μαύροι δούλευαν πιο πολύ και πιο καλά. Αν οι Έλληνες δούλευαν πιο πολύ τότε θα κολλούσε το «κι ας δούλευαν πιο πολύ».

  11. Μπούφος said

    Τι σκληρή δουλειά Παναγία μ!
    Εγώ μια απλή μανικιουρίστρα τυγχάνω και λέω πως κουράστηκα, α πα πααα!

    Ξεροσφύρη,
    μπετά και σίδερα, θυσιαζόμενες άνοδοι, και αρμυρό νερό οι κουβέντες σου
    αλλά και το χαμόγελο δεν σου λείπει!»Θεούλης!»

    Συνέχισε τα απομνημονεύματα.
    Τον έκανες τελατίνι τον Καρκαβίτσα, αμέεε!
    😉

    »
    Εκεί που όλοι συμφωνούσαν, ήταν στις βρισιές. Όταν τσακώνονταν βρίζονταν στα ελληνικά. Κάποια φορά, σε ένα ψιλοκαυγά, ακούω ένα λαδά να βρίζει: «pousti, …gamisou, gamo panagia sou, …proi-proi, …kristo sou» και απόρησα: «Το πρωί-πρωί είναι βρισιά;» Μετά έμαθα ότι, κάθε πρωί οι λαδάδες, καθαριστές κλπ της μηχανής έλεγαν στο 2ο μηχανικό «Good morning, Chief» κι εκείνος τους απαντούσε «Αει γαμήσου πρωί-πρωί» οπότε το πέρασαν στη μνήμη τους σαν ελληνική βρισιά»

  12. cronopiusa said

    ευχαριστούμε

  13. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @ 10. Ἀπαντῶ στὰ ἐρωτήματά σου, γράφοντας αὐτὰ ποὺ κατάλαβα ἐγώ:

    «Πολιτισμικό νταμάρι»: ἐπειδὴ ἔχει πολὺ πράμα νὰ βγάλει αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ «σκάψει» κάτω ὰπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων.

    «Οι όσοι Έλληνες του πληρώματος, ήταν στραβωμένοι γιατί προτιμούσαν σε δουλειές με υπερωρίες τους «μαύρους», κι ας δούλευαν πιο πολύ, πιο καλά…». Πώς κολλάει το «κι ας δούλευαν»;

    Δηλαδὴ οἱ Ἕλληνες ἤθελαν σώνει καὶ καλὰ νὰ παίρνουν τὶς δουλειὲς μὲ ὑπερωρίες παρ᾿ ὅλον ὅτι οἱ «μαῦροι» δούλευαν πιὸ πολὺ καὶ πιὸ καλά.

  14. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστω πολύ για τα πρώτα σχόλια -και βέβαια τον Dryhammer για το διήγημα!\

    10-13 Το ίδιο κατάλαβα κι εγώ.

  15. dryhammer said

    Ευχαριστώ όλους, για τα καλά σας λόγια. Αυτοβιογραφικό είναι το κειμενάκι, δεν μπορώ να φτιάξω μια ιστορία απο το μηδέν, μόνο να διηγηθώ κάτι που έζησα ή άκουσα και κάποιος πιό φιλόλογος θα έφτιαχνε ένα διήγημα από κάθε ιστοριούλα. Άν διαβάζοντάς το, σκάσει έστω κι ένα χαμόγελο, τότε πέτυχα.

    2. Την πρώτη μέρα στο βαπόρι μου είπανε «Άμα βρέξεις τον κώλο σου με θάλασσα, δε στεγνώνει ποτέ».

    7. Και στη Χίο με (άλλο) παρατσούκλι με ξέρουνε οι πιό πολλοί. Θα χρειαστεί μεγάλο κηδειόχαρτο για να καταλάβουν ποιός σκόλασε.

    10α Νταμάρι γιατί όσο σκάβεις, τόσο βγάζεις.

    10β. Έχεις δίκιο. Ασυνταξία μου.

  16. Κουτρούφι said

    «……το φυλλάδιο είχε μια ναυτολόγηση σε καΐκι για μερικούς μήνες. …. Η ναυτολόγηση στο καΐκι ήτανε μαϊμού. Για να μπορεί να μπαρκάρει σε ποντοπόρο, έπρεπε πρώτα να ‘χει υπηρεσία σε ακτοπλοϊκό.»
    Στη Σίφνο, η ναυτολόγηση στα καϊκια για την προϋπηρεσία δεν ήταν μαϊμού. Μπαρκάρανε στα καϊκια για μερικούς μήνες, και μάλιστα χωρίς μισθό.

  17. dryhammer said

    11. Υπερβολές

    13 -14. Με προλάβατε

  18. dryhammer said

    16. Για κείνους που θα γινόταν ναυτικοί ίσχυε το ίδιο. Αλλά εκείνος δεν το είχε ποτέ του σκοπό να μπαρκάρει. Απλά καλού-κακού ας υπάρχει

  19. Κουτρούφι said

    #18. OK το ‘πιασα.

    «παρά να ακούω κουτσομπολιά από τη Χίο, ποιανού η γυναίκα, η κόρη, η ξαδέρφη γαμήθηκε, θάψιμο όποιου δεν ήταν παρών, πολιτικολογίες του κώλου, φιλοσοφίες της πούτσας,»

    Εκτός από αυτά, φαντάζομαι, αγαπημένη θεματολογία των ελλήνων ναυτικών θα ήταν τα πέη (pay) τους και πόσα χρόνια υπηρεσία έχουν για τη σύνταξη.

  20. ΚΩΣΤΑΣ said

    «… διότι χτες, ύστερα από διάφορα που συνέβησαν, δεν είχα ψυχική αντοχή να γράψω εκείνο που είχα κατά νου…»

    Παρόλο που έριξα μια σύντομη ματιά στη χθεσινή ανάρτηση, δεν είχα χρόνο να σχολιάσω. Είναι φανερό ότι είμαι εκτός κλίματος, όσον αφορά τον ιδεολογικό προσανατολισμό του ιστολογίου. Αντιλαμβάνομαι όμως, Νικοκύρη, την δικαιολογημένη πικρία σας και είμαι στο πλευρό σας. Εντάξει, μερικές φορές μπορεί να είσθε κάπως πιο οξύς στους ιδεολογικούς αντιπάλους, το θεωρώ όμως απόλυτα δικαιολογημένο και θεμιτό. Θα ήταν μεγάλη αχαριστία εκ μέρους μας να μην αναγνωρίζουμε τι κόπος και τι προσπάθεια χρειάζεται να αναρτάς καθημερινά διαφορετικό θέμα, εμείς να περνάμε ευχάριστα την ώρα μας, να μαθαίνουμε χρήσιμα πράγματα και να κάνουμε εκ του ασφαλούς και κριτική. Αν κάποιες φορές δημιουργείται κάποιο θεματάκι, αυτό μάλλον οφείλεται σε σχολιαστές που θέλουν να φανούν «βασιλικότεροι του βασιλέως».

    Εγώ σας λέω ευχαριστώ και εύχομαι να έχετε τη δύναμη και το κουράγιο να συνεχίζετε την ωραία σας προσπάθεια.

    Και μια προτροπή προς εμάς τους διαφωνούντες, ε! ας παραβλέψουμε και κάτι, αν νομίζουμε ότι μας ενοχλεί ή ας δώσουμε τη δική μας απάντηση, μη αμφισβητώντας όμως ποτέ την καλή προαίρεση, τον κόπο και την υπερπροσπάθεια του κ. Σαραντάκου.

  21. sarant said

    20 Δεν ζητάω αυτό που λες εσύ. Ας είναι όσο οξύς θέλει κανείς, καλό κάνει. Με ενόχλησε όμως η αδικη μομφή οτι το ιστολόγιο δεν ευνοεί την ελευθερία της έκφρασης. Αυτό και μόνο.

  22. ΚΩΣΤΑΣ said

    21 Sarant

    Από τη στιγμή που δεν υπάρχει διαδικασία προέγκρισης των σχολίων, η ελευθερία της έκφρασης θεωρείται για μένα δεδομένη. Κάποιο πρόβλημα μπορεί να δημιουργηθεί εκ των υστέρων, αν υπάρξουν σχολιαστές που «του την πέφτουν» κάποιου, όχι σε επίπεδο επιχειρημάτων, αλλά σε προσωπικό, με χαρακτηρισμούς. Τότε μπορεί να νιώσει ο «θιγόμενος» ότι δεν υπάρχει ελευθερία έκφρασης. Για το λόγο αυτό αναφέρθηκα σε βασιλικότερους του βασιλέως. Τέλος, από μέρους μου κλείνω αυτή την παρέμβαση.

  23. Μπούφος said

    20 Κώστα
    Και γω Πασοκάρα ήμουνα χιχι…αλλά αυτός ο Ροζούλης Νικοκύρης, μου φαίνεται νοστιμούτσικος!

  24. cronopiusa said

  25. ΣΠ said

    Αγαπητέ Dryhammer,

    Πολύ το ευχαριστήθηκα το αφήγημά σου. Ενδιαφέρουσες θαλασσινές ιστορίες. Ένας άλλος κόσμος για μένα. Μ’ αρέσει το ύφος της αφήγησης με τις διάφορες εκφράσεις και παρομοιώσεις όπως «αγγλικά του βιβλίου», «ήχο που μου θύμιζε μηχανή που γαζώνει δέρματα» κλπ. Γέλασα πολύ με το «είμαι τριχωτός κι εκείνος φορμάικα» φέρνοντας στο νου μου την εικόνα της αντίθεσης.

    Το «εμείς κρατούσαμε τον παπά απ’ τ’ αρχίδια» μήπως είναι «τον πάπα»; Εγώ έτσι την ξέρω την έκφραση.

    Μήπως θα μπορούσες να μας πεις δυο λόγια για τον Μάριο στην μνήμη του οποίου το αφιερώνεις;

  26. Ιερόδουλος said

    25 ΣΠ
    εκφράζει και μένα η κριτική σου. Και στο μυαλό μου τον «πάπα» αντηχεί ως ιδιω(μα)τισμός και χαρά σε κείνον που Δεν έχει δει παπά κώλο (ό,τι χειρότερο- μην επιμένεις,δεν θα εξηγήσω, αυτά είναι μυστικά της δουλειάς μου!)

  27. Ιερόδουλος said

    🙂

  28. Μάντις said

    Εγώ έχω δει αυτοκτονία σε καράβι. Έχουν περάσει πολλά χρόνια και ακόμη μέσα μου πονάω για κείνον τον άγνωστο, τυφλό, που φούνταρε, λες τελειώνουν ποτέ οι έρωτες , λες και σταματάει η ζωή, στα είκοσι, στα σαράντα, στα πενήντα, στα ογδόντα, στα ενενήντα, στα εκατόν δέκα! 😦

  29. dryhammer said

    19. Καί τα πέη καί τα pay, ιδίως όπου οι μισθοί δεν είναι «κλειστοί (με δεδομένες τις υπερωρίες από πριν κι όχι όσες βάλουν). Στούς «ανοιχτούς» οι υπερωρίες λειτουργούν και ως bonus.
    Για τα πέη των ασιατών στο βαπόρι δες εδώ https://www.slang.gr/definition/10505-malakia-rouleman#comment-96938

    25. Ο Μάριος μ΄ έπεισε και με βοήθησε να μπαρκάρω πρώτη φορά. Μετα απο 35 χρόνια ΦΙΛΙΑΣ, τον θάψαμε πριν δυό βδομάδες, ακόμα είναι ζεστός.

  30. Μάντις said

  31. aerosol said

    Ωραίο, Ξεροσφύρη. Αν έχεις κι άλλα… τα θέλουμε!
    [Καλό ταξίδι στον παλιό σου φίλο.]

  32. dryhammer said

    25. Τον παπά ήξερα μέχρι που στο σλάνγκρ έμαθα πως το «σωστό» είναι τον πάπα. Βέβαια, υπάρχει και νοηματική διαφορά και προτίμησα αυτό που έγραψα.

    26. Στο βαπόρι, όταν πήζαν τα γάλατα, μας έλεγε ο μάγειρας : «Δέν έχετε δει καλογέρου αρχίδια» (Δεν είναι το ίδιο μ΄αυτό που λές, αλλά το κοντοζυγώνει)
    Οι τρείς δουλειές με φυλλάδιο που λέει κι ο Καββαδίας

  33. Ωραίος, φίλε Ξεροσφύρη!
    Κρίμα για τον Μάριο.

  34. sarant said

    25-32 Κι εγώ τον Πάπα ξέρω.
    Βέβαια, η σεμνότερη παραλλαγή, που είναι «θαρρεί πως κρατεί τον παπα απ’ τα γένια» ταιριάζει πιο πολύ με παπά διότι ο πάπας δεν έχει γένια (αν και αυτός της Αλεξάντρειας…)

  35. odinmac said

    Έξοχη γραφή Dryhammer εύγε! (τώρα διάβασα και το προηγούμενο αφήγημα, δεν μπαίνω συχνά στο δίχτυο)
    μεταδίδει την ουσία, αν και μινιμαλιστική
    εξαιρετικό χιούμορ και, αν δεν την προσλαμβάνω λάθος, έχει και στοιχεία παρωδίας (με την έννοια της διακωμώδησης)
    μ΄αρέσει και αυτή η υφέρπουσα καταθλιπτική χροιά της αφήγησης, ακόμη και όταν χρησιμοποιείς το πρώτο πρόσωπο, η οποία, κατά μυστήριο τρόπο, είναι αναζωογονιτική
    και οι βωμολοχίες βέβαια βγαίνουν αβίαστα και φυσικά, και προκαλούν γέλιο.

    Είσαι σε καλό δρόμο! 🙂

    ….

    «…Οι Ινδονησιάνοι όμως είχαν προβλήματα συνεννόησης καί μεταξύ τους με τις πολλές διαλέκτους, σε σημείο που κάποιοι έκαναν το διερμηνέα στους άλλους…».

    Βέβαια.
    Απ’ ότι διαβάζω η Ινδονησία είναι η δεύτερη χώρα στον κόσμο, μετά την Νέα Γουινέα, με 707 τοπικές γλώσσες-διαλέκτους:

    https://www.ethnologue.com/guides/how-many-languages

  36. Περί των Χιωτών.

    Βροντάδος, καλοκαίρι 1962.
    Μια νεαρή δασκαλίτσα κάνει βόλτα με το μωρό της στο καροτσάκι. Στον περίπατο συναντάει μια «καπετάνισσα», το πρώτο παιδί της οποίας, έχει μαθητάκι στο δημοτικό. Η «καπετάνισσα» έχει κι αυτή γεννήσει πρόσφατα και σπρώχνει ένα καροτσάκι κι αυτή. Το μωρό της «καπετάνισσας» είναι ένα κοριτσάκι σκέτο αγγελούδι, τι πράσινα ματάκια, τι ξανθιές μπούκλες, κουκλί ζωγραφιστό. Το μωρό της δασκάλας, πάλι, είναι στρουμπουλό, καραφλό με έντονα μάτια-χάντρες.
    Η «καπετάνισσα» αρχίζει τις γαλιφιές «τι ωραίο το μωράκι σας» και τέτοια.
    Και η δασκάλα της απαντάει κοφτά «άσε με κι εσύ, δεν το βλέπω το παιδί μου, που είναι σαν μπουλντόγκ;»

    Το μωρό ήμουν εγώ. Από τότε ένιωθα λίγο σκύλος.

  37. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μα τί χαρά πάλι σήμερα!
    Φύγαμε από τα στάσιμα/βαλτο νερα του ελληνικού διαδίκτυου (σαρβάρβαρους, μπογδανο μπουρδες κλπ) κι ανοιχτήκαμε στα πέλαγα. Υγεία κι ανθρωπιά.
    Θερμές (δηλαδή ολόδροσες) ευχαριστίες!

  38. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>πολλοί έψαχναν τέτοια μπάρκα για την πλούσια πανίδα και χλωρίδα των λιμανιών της.
    «Πανίδα» ή κανονική πανίδα που, ναι υπάρχει αλλά στα …λιμάνια; ή θαλάσσια όντα εννοείς; 🙂

    Και στα πραγματολογικά, που τώρα έμαθα/έψαξα χάρη στο πολύ όμορφο/ζωντανό/μ΄ανθρώπινο χνώτο/ αφήγημά σου Γιώργη-Dryhammer 🙂 :
    >>( ’94 –’95).Το Χονγκ Κονγκ ήταν ακόμα εγγλέζικο και το Μακάο πορτογαλικό.
    Μακάο
    Διοικούμενο από την Πορτογαλία ως το 1999, ήταν η παλιότερη ευρωπαϊκή αποικία στην Κίνα, χρονολογούμενη από τον 16ο αιώνα. Η διοίκηση του Μακάο μεταβιβάστηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1999 στη Λ.Δ. της Κίνας και είναι τώρα μία από τις δύο ειδικές διοικητικές περιφέρειες της χώρας, μαζί με το Χονγκ Κονγκ.
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BF%CF%85

  39. dryhammer said

    38 Περί πανίδας και χλωρίδας

  40. Γς said

    38, 39:

    Η πραγματική ιστορία αρχίζει με την Κοκκινοσκουφίτσα να έχει ταράξει τα λουλούδια σε ένα λιβάδι και τον λύκο που προσπαθεί να την ικανοποιήσει σεξουαλικώς.

    Ξανά και ξανά, αλλά τίποτα. Μέχρι που πάπαλα. Εσκασε και τα τίναξε ο Λύκος.

    Και το επιμύθιον [στους τίτλους στο τέλος του βίντεο]:
    Δεν φτάνει που μας ξεπάτωσε η Κοκκινοσκουφίτσα την χλωρίδα, μας τσάκισε και την πανίδα.

  41. Μάντις said

    Γς

    ο ψυχίατρος Χόρχε Μπουκάι στο βιβλίο του «Ο δρόμος των δακρύων» έχει μια χαριτωμένη ιστορία με τίτλο «Ο Άι Γιώργης και ο Δράκος» . Την ξέρεις; Γέλασα πολύ.

    Σκύλε,
    είσαι ακόμη τσιμπημένος με το μωράκι της «καπετάνισσας» ;

  42. Γς said

    41:

    «αντί να μιλάω μαζί σας, μήπως μπορώ να μιλήσω με τον Άγιο Γεώργιο;»

    https://taenoikwkaiendimw.blogspot.gr/2016/05/blog-post_2.html

    που κολλάει όμως:

    στο Σχ. 3;

  43. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    36 Μπουλντόγκ, αλλά αξιαγάπητο!

  44. Γς said

    42:

    Αγιος Γεώργιος στο Σχ. 3 ήταν παπόρι

  45. 41β, 43 Μετά μεγάλωσα και μ’ αγαπούσαν τα κορίτσα!

  46. Γς said

    και ξαναθυμήθηκα αυτό που έγραψα στο άλλο νήμα:

    https://sarantakos.wordpress.com/2017/07/06/bagno/#comment-442925

    Και κοντά 70 χρόνια τώρα ήταν που μπήκε η Χούλα στην κουζίνα που με έπλενε στη σκάφη η μάνα μου.

    Το πόσο ντράπηκα δεν λέγεται.

    Κι έκτοτε δεν της ξαναέδειξα το πουλί μου

    70 χρόνια γαμώτο!

    Αδικαιολόγητος!

  47. Γς said

    Κι εχεις την Αννα Πάνια στο Επσιλον τώρα,

    που εχει πιάσει έναν φουκαρά δικηγόρο μπλόγκερ και εξασκείται στον αυτοδιασυρμό της.

    Φτου!

    Και γαμώ το χρυσό κουφέτο

  48. Μπούφος said

    42 («Αυτός ο Γς, τι πάθος, παιδί μου, με το «πουλί» του!» )

    Γς, βρήκες την ιστορία με το δράκο και τον άγιο Γεώργιο; ευχαριστώ!

    Σκύλε, από μικρός φαινόσουνα ότι θα γίνεις…μέγας! Καλά λέει ο Νικοκύρης;-)

  49. Γς said

    48 γ:

    Α, δεν τρώγεσαι.

    Ολο με το αντίπαλο δέος , ουπς, πέος ασχολείσαι.

    Μήπως να σου έδειχνα κάτι;

  50. Μπούφος said

    49 Γς

    Κακό πράμα, αγαπητοί, η μεγάλη ζέστη!!!!;-( Χάσαμε και τον αξιέραστο κ. Μιχάλη…

    (Πάντως έχω δει αγνώστου κυριούλη, κάτι πεθαμένα… απαυτά σε χρώμα μπλέ μαρέν… σε νεκροτομείο νοσοκομείου όπου εργαζόμουν part time κάποτε! )

  51. Γς said

    Κάπως έτσι ήταν ένα άλλο μωράκι

  52. Γς said

    50:

    Κι επειδή το παρασκλήρυνες, πάρες νά’ χεις!

    1970: Ο Γς. Ανατομική επί Κατρίτση, Ιατρική (που δεν τέλειωσα) Γουδί.

    Με διάφορες πλακούλες προσπαθούμε να απαλύνουμε την αηδία απ την φορμόλη και την πτωματίλα.

    Μια τύπισσα όμως το έχει παρακάνει με τα ‘όργανα’. Τόσο που ενέπνευσε μακάβρια ένα πειραχτήρι της ομάδας:

    Στο λεωφορείο Γουδί-Ακαδημία η δικιά μας μπροστά στον εισπράκτορα βάζει το χέρι της στη τσέπη της καπαρντίνας της. Ψαχουλεύει και ψηλαφίζει κάτι. Τι να είναι; Πολύ σκληρό για να είναι … Λένε ότι το έβγαλε και …

  53. spiral architect 🇰🇵 said

    Μπράβο ρε συ ξερόσφυρε, προχώρα το! 🙂

  54. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    36.Σκύλεμ » Άσκημο στην κούνια όμορφο στη ρούγα»! Δε νομίζω ότι είπε τέτοιο πράμα η μαμα-δασκάλα κιόλας! Μάλλον υστερότερη πλάκα φτιάξατε οικογενειακά, όπως αυτές τις αγοραπωλησίες από και προς τους γύφτους που μας λέγαν λίγο πολύ σε όλα τα μικρά για να μας τσιτώσουν μήπως ησυχάζαμε. Και τί σόι σαχλαμάρα ήταν αυτή, δεν το πιάνω ακόμη. Καλά το «θα σε δώσω στους γύφτους» για να φοβηθούμε (μην αδικώ οι δικοί μου δεν το έλεγαν αυτό το συγκεκριμένο, θα σε φάει κακό παιδί ο μπαμπούγερος, όμως ναι), όμως το «σε πήραμε από γυρολόγο;;» που επίσης κι αυτό δεν ακούστηκε σπίτι μας, μη λέω τώρα…

  55. Γς said

    Εγώ ποτέ δεν πίστεψα ότι μου έλεγαν ψέματα ότι με πήραν από γύφτους

  56. spiral architect 🇰🇵 said

    Από τους γύφτους παίρνουν καρπούζα.

  57. Γς said

    Κοίτα να δεις τώρα.

    Ολα τά’ χαμε, τα υπαρξιακά μας έλειπαν…

    Γιατί υπάρχω , γιατί ζω, γιατί ήρθα σε αυτόν τον κόσμο, ποιό το νόημα της ζωής και άλλα τέτοια…

  58. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    56 >>Από τους γύφτους παίρνουν καρπούζα.
    γυφτοφάσουλα; γυφτάσιμο; 🙂

  59. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    @Dryhammer

    Πολυ καλα τα αφηγηματα σου και δροσερα για μας.

    Το μπαρκο ειναι σκληρη υποθεση. Απο 2 συγγενεις μου ναυτικους ο ενας ξεμπαρκαρε στα 30 του , εκανε επιχειρηση εστιασης , μετα μπαρ στην Κω και τωρα συνταξιοδοτηθηκε αφηνοντας το μαγαζι στον επιστημονα γιο του.

    Ο δευτερος, ξεμπαρκαρε και αυτος και συντομα απ΄την ζωη….

  60. Γς said

    ελα ρε…
    Βάλε κάτι.

    Ασήμωσε σε λέω.

    Εκανε ένα κωλόκρυο που με έκανε να μπω μέσα στο τσαντίρι τους.

    -Τι έγινε ρε μάγκες; Πως τα περνάμε;

    Πάντα είχα μια ιδιαίτερη ικανότητα επικοινωνίας μαζί τους

    [Παρένθεση.

    Μια άλλη ιστορία μέσα σ αυτή την ιστορία.
    ’70. Ηταν ο Θανάσης ο γύφτος απ την Αγια Βαρβάρα που ερχόταν στη σχολή και μας πούλαγε κάνα ρολόι και τέτοια. Ωραίος τύπος. Είχα γίνει και κολλητός του. Τόσο που αν ένας συνάδελφος ήθελε να αγοράσει κάτι με φώναζε για να πετύχω καμιά καλύτερη τιμή.
    Και μια φορά που ήμασταν όλοι μαζεμένοι μου λέει κάποιος:

    -Μην το παίρνεις απάνω σου. Για τη γλώσσα σε φωνάζουνε!

    Και είχε σοβαρά προβλήματα υγείας ο Θανάσης και πέθανε.
    Και στη θέση του ήρθαν δυο άλλοι. Κι απάνω που λέγαμε για τον μακαρίτη πετάγεται ο ένας απ τους δυο και μου λέει μπροστά σ όλους τους συναδέλφους:

    -Και σ αγαπούσε κύριε Γιάννη. Πάντα μας έλεγε “Παιδιά εκεί στη σχολή έχουμε έναν αδελφό”

    Και πολύ ευχαριστήθηκε που με ανέβασε στα μάτια των υπολοίπων που έκαναν τρελές χαρούλες.

    Τέλος της υποϊστορίας.

    Κλείνει η παρένθεση]

    Κι έχω μπει λοιπόν στο τσαντίρι τους, Λιόσα μεριά.
    Μόλις είχα βγει από το αυθαίρετο “εξοχικό” μιας φαντασμένης που μας είχε καλέσει για τα γενέθλια του κανακάρη της.

    Απίστευτη κατάσταση. Παιδιά, Κατίνες, Μήτσοι, βερμούτ, πάστες μιλφέιγ, πικάπ με κομπαρσίτες, καρακιτσαριό, μπόχα!

    Τουλάχιστον εκεί στο τσαντίρι η γυφτιά δεν ήταν δήθεν. Ηταν γνήσια.

    Και πλάκωσαν σιγά σιγά τα γυφτάκια.

    -Θείο, δώσε μου μια δραχμούλα.

    Και μου ήρθε μια φλασιά. Θα σας δείξω εγώ τώρα. Πάρτι γενεθλίων έ;

    -Θέλετε να φάτε καμιά πάστα;

    -Αμέεεε

    Και τους βάζω στη σειρά ένα, δύο, ένα, δυό, στο απέναντι “εξοχικό”.

    -Περιμένετε εδώ. Όταν σας πω θα μπουκάρετε.

    Παίρνω δύο γυφτάκια, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι και μπαίνω μέσα.

    -Να ζήσεις Κωστάκη και χρόνια πολλά. Όπως τα είχα δασκαλέψει.

    Τα χάσανε οι μη γύφτοι. Τι να κάνουνε; Τους βάλανε παστούλα και με αγριοκοίταζαν, τόσο άγρια που την έκανα με ελαφριά πηδηματάκια προς τα έξω που περίμενε το ξυπόλητο τάγμα.

    -Μέσα! Μπουκάρετε!

    Οπερ και εγένετο. Χαμός!
    \
    Μπήκα στ αμάξι μου και έφυγα.

    Ιν_Η αποστολή εξετελέσθη_μουντ

  61. Γς said

    60->58

  62. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    15.>> «Άμα βρέξεις τον κώλο σου με θάλασσα, δε στεγνώνει ποτέ».
    Πολλά χαμόγελα
    «…Θάλασσα πικροθάλασσα γιατί να σ΄αγαπήσω»
    Σεβάχ ο θαλασσινός -για το Γιώργη(όπως κι αν πράγματι λέγεται 🙂 )

    55/57
    Τσιγγάνικο αίμα! ξέρεις εσύ… 🙂

  63. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  64. Γς said

    Την κάναμε λαχείο!

    Αποδείξεις – λαχεία με πλούσια δώρα έως 10.000 ευρώ κάθε μήνα

    http://news247.gr/eidiseis/oikonomia/apodeikseis-laxeia-me-plousia-dwra-ews-10-000-eyrw-kathe-mhna.3175466.html

  65. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Ωραίος, ντράι. Και, εν αναμονή του περί Κίνας γραφτού σου, αισθάνομαι την ακατανίκητη παρόρμηση να σε δώσω έτσι στεγνά, ως ορεκτικό. Τα σχόλια σου εδώ https://www.slang.gr/definition/4456-meint-in-tsaina#comment-102171 εννοώ.

  66. Παναγιώτης Κ. said

    Όταν επισκέφθηκες πρόσφατα την Χίο και το διήγημα αρχίζει από τα…Καρδάμυλα τότε το διαβάζεις με αυξημένο ενδιαφέρον! (Πολύ λίγο με κράτησαν τα Καρδάμυλα….Τίμησα πιο πολύ την κοντινή Λαγκάδα).

    Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα στη Χίο είναι η ομιλία των κατοίκων του νησιού.
    Έπιασα τον εαυτό μου να τη συγκρίνει με την ομιλία των κατοίκων της Λέσβου.
    Στη Λέσβο είναι ιδιάζουσα. Στη Χίο η ομιλία δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο εκτός από την…καθαρότητα!
    Νομίζω ότι οι ναυτικοί διαμορφώνουν μια ομιλία με χροιά που μάλλον Πειραιώτικη θα μπορούσαμε να την πούμε. Περίπου τέτοια ομιλία έχουν και οι Χιώτες. Εξάλλου,αν δεν κάνω λάθος, το κάθε σπίτι έχει και ναυτικό. Όπως στην Ήπειρο ξενιτεύονται, στην Χίο μπαρκάρουν!

    Το διήγημα το διάβασα πολύ ευχάριστα! Ήδη έγιναν κάποια εύστοχα σχόλια.
    Το «όμορφα σινιάλα έχεις»,με κάνει ακόμη και τώρα να γελώ!
    Καίρια και η επισήμανση τι σημαίνει πραγματικός μισθός. ( 5-10 φορές μεγαλύτερος από τον βασικό στην πατρίδα τους ενώ σε μας 2-3 φορές).

    Ανάλογα με τα ιδεολογικά κριτήρια αλλά και τα αισθητικά, που έχει ο κάθε αναγνώστης παίρνει και τα σχετικά στοιχεία από την ανάγνωση του διηγήματος.

    ( Επιστρέφοντας από την Χίο ήμουν βέβαιος ότι το ιστολόγιο θα έδινε την αφορμή να για τις σχετικές αναφορές.Και να που δεν πέρασαν ούτε δέκα μέρες!
    Γενικά το ιστολόγιο δίνει αφορμές για να γράψουν οι σχολιαστές αυτό που νομίζουν πως αξίζει να μοιραστούν!)

  67. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    50 Μπούφε,
    μαζέψου! Πόση τερατολογία θα ξεφουρνίσεις;
    ό,τι δεις στο διαδίκτυο, ό,τι διαβάσεις, από δω και από κει, νομίζεις ότι το ζείς.
    Δεν υποφέρεσαι πιά!;-( Το παράκανες στα παραμύθια.

    Ξεροσφύρι, πολύ καλό. Ξαναγράψε μας.

  68. Παναγιώτης Κ. said

    @54. Έφη, το «θα σε δώσω στους γύφτους» δεν το συνηθίζαμε στη ΄Ηπειρο.
    «Έπαιζε» το » θα σε δώσω ή θα φωνάξω το χωροφύλακα». Και αν τύχαινε να το άκουγε ο χωροφύλακας δεν αντιδρούσε. Ίσως το ευχαριστιόταν επειδή ενέπνεε φόβο!

  69. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    68.Παναγιώτη >>θα σε δώσω ή θα φωνάξω το χωροφύλακα
    Με τόσους χωροφυλάκους η Κρήτη, ανέκαθεν, φαίνεται δεν έπιανε αυτό για φόβητρο 🙂 . Τώρα το σκέφτηκα με την κουβέντα σου. Από τη μια, κάθε σπίτι είχε κάποιον δικό του ή κοντινό σε χωροφύλακα κι από την άλλη, είχε «χεσμένους» τους υπόλοιπους.
    Κουζουλοί, ίντα θες κι ίντα γυρές! 🙂

  70. ΚΩΣΤΑΣ said

    Θα σε δώσω σε γύφτους, θα σε πάρουν οι γύφτοι ή σε πήραμε από τους γύφτους, το άκουγα παλιά να το λένε στην πατρίδα μου. Αν σας πω όμως ότι τη δεκαετία του 1990 άκουσα από μητέρα Ρομά να λέει στα παιδιά της την ώρα που σουρούπωνε, ελάτε σπίτι μπρε, θα σας πάρουν οι Αλβανοί, θα με πιστέψετε;

  71. Γιάννης Ιατρού said

    54: 70: κλπ. (θα σε δώσω..)
    Εγώ θυμάμαι να λένε, θα σε δώσω στους Φράγκους 🙂

  72. Γιάννης Κουβάτσος said

    Να μην ξεχάσουμε να μνημονεύσουμε και τον Μεσημερά, τον μπαμπούλα που απειλούσε να πάρει όσα παιδιά απεχθάνονταν τον μεσημεριανό ύπνο, δηλαδή όλα. 😊

  73. ΚΩΣΤΑΣ said

    Και λίγο να χαλαρώσουμε:

    – Κόρη μ’ εμένα ατελιέ έκει, στον Κουκλκουτζά τσιβάλια ράβει.
    – Άντρα μ’ εμένα μηκανικό είναι, στο Βαρδάρι γκαζόζες πατλατάει.

  74. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή η απειλή ήταν «Θα σε πάρει ο πρόσφυγας». Ελπίζω να μην επανέλθει στο τρομολεξιλόγιο των γονιών, για άλλους πρόσφυγες πια.

  75. Γιάννης Ιατρού said

    Πάντως πρέπει να έπεσε πολύ ξύλο στο Αμβούργο …

  76. ΚΩΣΤΑΣ said

    Τώρα να το σοβαρέψω λίγο. Όλοι απέναντι στο νόμο πρέπει να είναι ίσοι, με τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις. Όταν πάντα μονομερώς τασσόμαστε υπέρ της μιας πλευράς και μόνιμα κατηγορούμε την άλλη, δεν είμαστε δίκαιοι και δεν προσφέρουμε στον αγώνα για επικράτηση του δικαίου.
    Καλά κάνουμε και είμαστε υπέρ των δικαιωμάτων των μειονοτικών ομάδων, αλλά ας πούμε και μια κουβέντα παρηγοριάς στην χαροκαμένη μάνα – δασκάλα που έχασε το παιδί της από αδέσποτη σφαίρα, ενώ και η ίδια έδινε τον δικό της αγώνα για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, εργαζόμενη σε μια τέτοια δύσκολη περιοχή.

  77. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Για να το δέσουμε με το νήμα, μετά από μια σοβαρή αταξία, ήταν μεγάλη η απειλή :
    Να κάμεις το καράβι σου, όταν έρθει ο πατέρας σου. Που σήμαινε, κανόνισε, πρέπει να εξαφανιστείς.
    Και σκέτο «Να κάμεις το καράβι σου» μέσα σε μια ένταση που τρέχαμε πέρα από την εμβέλεια του να μας χερικώσουνε επί τόπου, ήταν σημάδι ότι φέραμε στα όρια τον απέναντι μεγάλο 🙂 .

  78. Γς said

    «Να κάνεις καράβια να φύγεις»

    Πανελληνίως θαρρώ.

  79. ΚΩΣΤΑΣ said

    77 – 78

    Να κάμεις το καράβι σου… ή «Να κάνεις καράβια να φύγεις»

    Εγώ αυτά τα αγνοώ ως εκφράσεις, δεν νομίζω να λέγονται στη βόρεια Ελλάδα.

  80. Γιάννης Κουβάτσος said

    Βρες καράβι να φύγεις.

  81. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    78. κ.ε Αωραία! 🙂
    Γι΄αυτό και ο Καββαδίας πρόκανε :»Μάνα, θα πάω στα καράβια»
    Αυτός ο στίχος εξ αρχής πώς μου κόλλησε «Μάνα θα πάω ΜΕ τα καράβια», μάλλον γλαρόνι την έβλεπα 🙂 .

  82. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>όταν με απόβγαλε στο αεροδρόμιο
    Συναπόβγαλε/συναποβγάνω το αντίστοιχο σ΄εμάς.Συνοδεύω ως το σταθμό,τη στάση, το λιμάνι κλπ για να κατευοδόσω

    Βγάνω/βγάλλω με άλλες προθέσεις:
    ‘ποβγάνω- διώχνω (κακήν κακώς,βίαια)
    ξεβγάνω-σκοτώνω
    παραβγάνω- υπερτιμώ κάτι, λέω παραπάνω λόγια στο κουτσομπολιό

  83. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Δεν πάω για ύπνο,περιμένοντας-δεν το λέω, διαβάζω,γράφω για να μη φαίνεται- ν΄ακούσω το κλειδί ότι μπήκε ο γιος μου από Σ/Κ κάπου στις Κυκλάδες. Κάνω βόλτα στα νέα στο νέτι.Είστε κι όλοι σιωπηλοί και λέω μπας κι έγινε κάνα συγκλονιστικό και σας απέσπασε. Πέφτω σε κάτι που είναι η άλλη πλευρά του νήματός μας: αυτών που μένουν όταν οι άλλοι φεύγουν για μπάρκο:
    Πέντε χαρακτηριστικές ιστορίες από τη ζωή ενός ανθρώπου που ο πατέρας του δουλεύει στα καράβια.

  84. Γς said

    83:

    -Και κοίτα μην σου ξεφύγει και πεις στη γιαγιά ότι ο αδελφός της έχει πνιγεί εδώ και πενήντα χρόνια. Νομίζει ότι ζει στη Γαλλία αφότου σταμάτησε να ταξιδεύει.

    Και τι μ ένοιαζε; Μήπως το ήξερα; Μήπως τον ήξερα;

    Τώρα που το σκέφτομαι όμως, είμαι σίγουρος ότι η γιαγιά έκανε πως το πίστευε για να μην τους στεναχωρήσει…

  85. Γς said

    Κι είχαμε και τους μεγάλους να μας λένε μη τυχόν και μας ξεφύγει και πούμε του Κώστα ότι είναι υιοθετημένος. Πατέρας του ήταν ένας Γερμανός που μετά την κατοχή είχε έρθει και έψαξε γι αυτόν και την αδελφή του, που είχε αφήσει ορφανά η μάνα τους.
    Μάταια όμως. Τον Κώστα τον μεγάλωνε η κυρα-Μήνα με τον κυρ Στέλιο που ταξίδευε και την αδελφή του μια άλλη οικογένεια στον διπλανό δρόμο.

    Κι ήταν περήφανος ο Κώστας για τον πατέρα του τον ναυτικό, που έπεσε με μανία αργότερα στα πιάτα της Αστόριας και τους έστελνε δολάρια.

    Τον συνάντησα πριν 5-6 χρόνια. Τα είχε μάθει όλα.

    Οχι όμως και για την αδελφή του. Ούτε φυσικά κι αυτή, που ερχόταν να τον βοηθήσει [γιατί άραγε;] όταν του ρίχναμε μπουνιές στους τσακωμούς μας!

  86. Γς said

    81:

    >μάλλον γλαρόνι την έβλεπα

    Κι ήταν ένα τσουρμο άσπροι γλάροι που πετούσαν πίσω από το πλοίο από τον Πειραιά μέχρι την Πάρο.

    -Γιατί αυτός ο γλάρος είναι μαύρος ρε μπαμπά;

    -Είχε πάρει η μάνα του από πίσω ένα πλοίο μέχρι την Αφρική.

    Και σιγά μην κατάλαβαν. Οπως τότε που η κόρη μου ρώτησε τη μάνα της:

    -Γιατί ρε μαμά θ αλλάξω ζώδιο;

    -Δεν θ αλλάξεις.

    -Τότε γιατί μου είπε ο μπαμπάς ότι είμαι Παρθένος, προς το παρόν;

  87. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    ΕΦΗ – ΕΦΗ said (81):

    «Αυτός ο στίχος εξ αρχής πώς μου κόλλησε «Μάνα θα πάω ΜΕ τα καράβια», μάλλον γλαρόνι την έβλεπα 🙂»

    Κι ὅμως ἔτσι τό ᾿γραψε ὁ Καββαδίας.
    Τὴν ἀλλαγὴ τὴν ἔκανε ὁ Μικρούτσικος.

  88. Alexis said

    Ωραίο το αφήγημα του Dryhammer!
    Το «μπαρμπα-ναύτης» το λέγαμε και στο Πολεμικό Ναυτικό. Ήταν ο «παλιός» ναύτης, και καλά.
    «Έπιασα τον παπά απ’ τ’ αερχίδια»: Παλιότερα ακουγόταν και έτσι. Τώρα έχει …επικρατήσει ο Πάπας, κατά κράτος! 😆

    #74: Αυτό το είχα ακούσει από την πρόσφυγα γιαγιά μου. Ο πρόσφυγας ήταν το φόβητρο με το οποίο φοβερίζανε οι ντόπιοι τα παιδιά τους.

    #76: Σωστός…

  89. Alexis said

    Είδατε; Ο μπαρμπα-Μέφρι συνωμότησε για να μην γράψω παλιοκουβέντα! 😆

  90. dryhammer said

    81, 87 Το «πάω κι εγώ με τα καράβια» είναι επίσης παροιμιώδης έκφραση, για κείνους που νομίζουν θα είναι όλα έυκολα, σε χώρους και τόπους που δεν τους γνωρίζουν παρα μόνο εξ ακοής και βέβαια η πραγματικότητα τους προσγειώνει ανώμαλα και επιπλέον δεν μπορούν να φύγουν κι όποτε θέλουν. Θα το υποστούν τουλάχιστο μέχρι το λιμάνι (παλιότερα μέχρι το λιμάνι της επιστροφής).

  91. cronopiusa said

  92. dryhammer said

    Ο Καββαδίας βαστούσε Κεφαλλονίτης το αντίπαλον δέος των Χιωτών στη θάλασσα. Ο Φαντέμης ήτανε απο Οιννούσες (συστάδα νησακιών απέναντι σε Λαγκάδα και Καρδάμυλα)

  93. καλημέρες said

    Γς 57

    απάντηση από Τολστόι στα ερωτήματά σου:
    https://salograia.blogspot.gr/2011/05/blog-post_5796.html

  94. @Γς
    ή
    5.
    Λυπάμαι που η διακριτικότητα σημαίνει για σας ότι «παίρνω φόρα».
    Μίλησα κύριε για λογαρισμό μου ,εσείς μπορειτε να μην αισθάνεσθε ότι σας «χαρίζουν χωρίς φειδώ»
    😦

  95. Γς said

    94:

    Καλώς το διατυπώσατε.
    Εγώ θεώρησα τάχα μου ότι μας τα παίρνετε όλα…
    😉

  96. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    72 Τον Μεσημερά τον είχα υποστεί κι εγώ…

    95 Καλό είναι να μη φερόμαστε με γαϊδουρινή οικειότητα στους νεοφερμένους και κυρίως στις νεοφερμένες.

  97. cronopiusa said

    These mind-blowing photos from Mosul reveal the horror of the Islamic State war

  98. Γς said

    96 β:

    ογκηθμός:

    Μ έστειλες!

  99. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Έλειψα το Σ/Κ και το σημερινό το διάβασα χτες το βράδυ, απνευστί μεν, πολύ κουρασμένος για να σχολιάσω οτιδήποτε δε. Οπότε οι ευχαριστίες μου σήμερα, εμείς οι στεριανοί οφείλουμε ευγνωμοσύνη στους ναυτικούς που μοιράζονται την αφρόκρεμα των εμπειριών τους με εμάς που δεν έχουμε βρέξει κώλο στη θάλασσα (παρά μόνο για κολύμπι).
    Τω καιρώ εκείνω, στα τέλη της εφηβείας, η καλοκαιρινή παρέα είχε δομή πληρώματος: Ο μεγαλύτερος είχε μπει (ή μήπως έδινε εξετάσεις ακόμη) στην Εμποροπλοιάρχων και ήταν φυσικά καπετάνιος, εγώ γραμματικός (ηλικιακή η ιεραρχία), ενώ ο τρίτος, λίγο μικρότερος από εμένα, ήταν ο μοναδικός της παρέας που είναι σήμερα μάχιμος ναυτικός, με ψηλό βαθμό μάλιστα σε μεγάλη εταιρεία.
    Ακόμη και τα κορίτσια της παρέας είχαν κάποια θέση στο πλήρωμα, ο πιο μικρός δε (γυμνασιόπαιδο), ήταν φυσικά ναυτόπαις.
    Θέλω να πω με τα παραπάνω πως δεν είναι τυχαία η γοητεία της θάλασσας, ίσως είναι αρχέγονη ανάγκη το θαλάσσιο ταξίδι.

  100. Mπούφος said

    96 Sarant

    «γαιδουρινή οικειότητα» χαχα!

    Καλέ, Νικοκύρη, μη μου στενοχωριέσαι, ο Γς κουβαλάει χρυσή καρδιά. Αυτά που του ξεφεύγουνε, λόγω πληθώρας αγαπησιάρικης διάθεσης του ξεφεύγουνε. Ποτέ δεν τον παρεξήγησα!
    Όταν καταλάβουν και οι νέες επισκέπτριες, θα γελάνε!

    97 Crono…Συγκλονιστική η φωτό με το κοριτσάκι. Ποίημα ανεπίγνωστης και βουβής οδύνης!

  101. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @96α, 72.
    Ἐμεῖς στὰ Θερμιὰ δὲν εἴχαμε Μεσημερά. Στὸ Μέριχα, τὸ λιμάνι τοῦ νησιοῦ, τὴν δεκαετία τοῦ ᾿50 εἴχαμε τὴν «Καπότα». Ἦταν ἡ κυρα-Μαρία, ἡ Μπουλαζέραινα ποὺ τὸ σπίτι της ἤταν καταμεσὶς τῆς ἄμμου. Ὅλο τὸ πιτσιρικομάνι μαζευόμαστε ἐκεῖ μπροστά, κολυμπούσαμε, παίζαμε καὶ χαλούσαμε τὸν κόσμο μὲ τὶς φωνές μας. Ὅταν πιὰ περνοῦσε ἡ ὥρα κι ἔπρεπε νὰ μαζευτοῦμε στὰ σπίτια μας, γιὰ νὰ ἡσυχάσει κι ὁ κόσμος, κουκουλωνόταν μὲ μιὰ κουβέρτα κι ἐρχόταν πρὸς τὸ μέρος μας φωνάζοντας:
    «Οὔου! Οὔ!»
    Στὴ στιγμὴ ἔπεφτε τὸ σύνθημα:
    «Ἡ Καπότα!»
    καὶ τρέχαμε τοῦ σκοτωμοῦ στὰ σπίτια μας.

  102. sarant said

    100 Δεν είναι υποχρεωμένες οι νέες επισκεπτριες να ανέχονται τα σαλιαρίσματα του καθενός και δεν είναι η πρώτη φορά που γίνονται αυτά. Πιο πολύ με τον εαυτό μου τα έχω διότι έπρεπε να έχω διαγράψει το αρχικό γαϊδουροσχόλιο.

  103. Mπούφος said

    100 «Ποίημα ανεπίγνωστης και βουβής οδύνης!»

    (αυτήν την τελευταία φράση, μάλλον σε βαρέων βαρών βιβλιοπαρουσίαση θα την άκουσα και την ξεφούρνισα τώρα, έτσι για να παρουσιάσω επιτέλους, το χαζοπούλι, μια στάλα κουλτούρα- γαμώ τον Λεβαδειακό μου! )

  104. Mπούφος said

    102 Sarant
    Εντάξει. Η σελίδα εδώ, πράγματι, είναι σοβαρή, πλην…μακροθύμησον…κάνει και ζέστη είπαμε…εξάλλου ο στρατηγός, στα άλλα του ψευδώνυμα παρουσιάζει κυριλέ χαρακτήρα. Το χαρακτήρα του πέφτουλα και του καραφλοχαίτουλα τον κρύβει άσο στο μανίκι του, απλώς…για εφέ! ίσα για τις πρώτες εντυπώσεις, των ανυποψίαστων, χαχα! Εμείς,(πληθυντικός της ταπεινοφροσύνης, καλέ) μανικιουρίστες μπορεί να είμαστε, αλλά… – τα ζωντανά- δεν μασάμε ταραμά, αφεντικό! 😉

  105. Γς said

    102:

  106. Mπούφος said

    105 Γς
    πού πάς και τα βρίσκεις! πού πάς και τα βρίσκεις! Μας κάνεις τζούντο συναισθηματικό και μας τουμπαίρνεις, βρε αθεόφοβε! 🙂

  107. Αθώος κι απονήρευτος, σε ηλικία που δεν είχα ακόμη ακούσει για τα @@ του Πάπα ή του παπά, έτυχε να διαβάσω ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή έναν Καθολικό παπά που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει σε μια φτωχογειτονιά του Μπρούκλιν και είχε διατηρήσει επαφές με κάποια γειτονόπουλά του που είχαν γίνει από μικροκακοποιοί έως μεγαλομαφιόζοι. Εκεί υπήρχε εξής διάλογος:
    — Να σου ζητήσω κι εγώ μια χάρη;
    — Λέγε, τι;
    — Να σου πιάσω λίγο τ´ @@;
    — Τι λες, ρε; Τρελάθηκες ή πούστεψες;
    — Όχι, αλλά στο χωριό του πατέρα μου λένε πως φέρνει γούρι να πιάσεις τ´@@ παπά Και όπως καταλαβαίνεις…
    — Τι να καταλάβω;
    — Ε, είσαι ο μόνος παπάς που μπορώ να του ζητήσω τέτοιο πράμα!

    Τότε σκέφτηκα «για δες προλήψεις που έχουνε στη Σικελία!» Λίγα χρόνια αργότερα έμαθα την αντίστοιχη ελληνική έκφραση…

  108. Μπούφος said

    107 Άγγελέ μου
    γέλασα! Στην Καλαμάτα, υπάρχει και η ατάκα που λέει: » δεν έχει δει παπά κώλο» με την έννοια ότι αν τον δει ο χριστιανός, κάτι πολύ δυσάρεστο θα του συμβεί. Ποιος ξέρει; Μια παπαδιά, ίσως θα διαφώτιζε τη συζήτηση! 😉

  109. Αιμ said

    Και » δεν έχεις δει καλογερο με νακα » λενε στη Καλαμάτα

  110. Μπούφος said

    πς
    αν δεν απαντήσω σε κάποιο σχόλιο οποιουδήποτε, οποτεδήποτε, σημαίνει ότι ΔΕΝ το έχω δει για οποιουσδήποτε λόγους. Σας ευχαριστώ για την κατανόηση. Καλό υπόλοιπο καλοκαίρι!;-)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: