Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)

Posted by sarant στο 6 Αύγουστος, 2017


Η φίλη μας η Ranele, που μας είχε στείλει πριν από δυο μήνες τη μετάφραση ενός κεφαλαίου από το μυθιστόρημα Σάνκια του Ζαχάρ Πριλέπιν, μου έστειλε τέσσερις ιστορίες από τα Ουράλια του Πάβελ Πετρόβιτς Μπαζόφ, πάλι σε δική της μετάφραση. Το συνολικό κείμενο είναι πολύ μεγάλο, οπότε αποφάσισα να τις παρουσιάσω σε δύο δόσεις, δύο ιστορίες τούτη την Κυριακή και τις δύο άλλες την επόμενη. Βοηθάει σ’ αυτό το γεγονός ότι η πρώτη και η δεύτερη ιστορία συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, το ίδιο και οι δυο επόμενες.

Ο Πάβελ Μπαζόφ (1879-1950) έγραψε ιστορίες βασισμένες σε λαϊκά παραμύθια των Ουραλίων, που όμως δεν είναι απλή καταγραφή αλλά δική του λογοτεχνική δημιουργία με βάση λαογραφικό υλικό. Πάνω σε δικό του κείμενο, που θα το δούμε την επόμενη Κυριακή, είναι βασισμένο το μπαλέτο «Το πέτρινο λουλούδι» του Προκόφιεφ. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα διηγήματα αυτά σε έκδοση του 1970 που είναι εξαντλημένη. Η Ranele μού έστειλε κι ένα δικό της εκτενές σημείωμα για τη ζωή και το έργο του, αλλά επειδή ήδη το κείμενο ήταν πολύ μεγάλο αποφάσισα να μην το δημοσιεύσω.

Έκανα κάποιες αλλαγές στη μετάφραση της Ranele. Κάποιες λέξεις σημειώνονται με αστερίσκο και εξηγούνται στο τέλος. Ο μαλαχίτης, που πρωταγωνιστεί στις ιστορίες, είναι ορυκτό του χαλκού με χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα. Στα Ουράλια υπάρχουν τα μεγαλύτερα κοιτάσματά του.

 

 

Η Κυρά του Χάλκινου Βουνού

Κάποτε δύο άντρες από το εργοστάσιό μας πάγαιναν στα λιβάδια τους να ιδούν αν έφτασε ο καιρός για κόσισμα(*).

Η νομή(*) τους βρισκότανε κάπως μακριά, κάπου πιο πέρα από το ποτάμι Σεβερούσκα.

Ήτανε γιορτή και σχόλη. Είχε δυνατό λιοπύρι και μια κουφόβραση άλλο πράμα. Και οι δυο τους δουλεύανε μες στα ορυχεία των Αλωνιών. Σπάγανε τον μαλαχίτη και τον αζουρίτη – μεταλλεύματα πλούσια σε χαλκό. Πού και πού βρίσκανε και αυτοφυή χαλκό σε κόκκους ή σε περίτεχνους κρυστάλλους, καμιά φορά τους τυχαίνανε κι άλλα πετρώματα.

Ένας από αυτούς, ο νεαρός, ήτανε ανύπαντρος, μα τα μάτια του ήδη είχανε πάρει μιαν πράσινη μαλαχιτένια απόχρωση. Ενώ ο άλλος, ο μεγαλύτερος, είχε σκεβρωθεί τελείως από τη χαμαλίκα των ορυχείων. Τα μάτια του, αλλά και τα μάγουλά του, είχαν αποχτήσει ακόμη πιο γκριζοπράσινη απόχρωση ωσάν της μούχλας. Και έβηχε σερί εκείνος ο κακομοίρης.

Μες στο δάσος ήταν σκέτη καλοσύνη. Τα πουλάκια τιτίβιζαν χαρμόσυνα, η γης ανέδιδε μια λεπτή ευωδιά. Εκεί που λες, τους έπιασε νύστα. Με τα πολλά με τα λίγα φτάσανε ίσαμε το ορυχείο του Κόκκινου Βράχου. Εκείνον τον καιρό αυτού μέσα βγάζανε μεταλλεύματα σιδήρου. Με το που ξάπλωσανε χάμω στο χορτάρι κάτω από μια σουρβιά, ευθύς τους πήρε ο ύπνος. Μόνο που ο νεαρός κάποια στιγμή πετάχτηκε απάνου σαν να του΄δωκε κανείς μια γερή σπρωξιά στα παΐδια. Κοίταξε ολόγυρα και τι να ιδεί; Ακριβώς μπροστά του απάνω σε ένα σωρό από πέτρες, σιμά στο μεγάλο βράχο καθότανε μια γυναίκα. Καθότανε αυτού με την πλάτη της γυρισμένη στο νεαρό, μα από την πλεξούδα της ήτανε ολοφάνερο πως επρόκειτο για νεαρή κοπέλα. Η πλεξούδα της ήτανε μαύρη κατράμι και δεν πήγαινε πέρα δώθε όπως στα κορίτσια μας, σάμπως ήτανε γερά κολλημένη πάνω στη ράχη της. Στο τελείωμά της είχε κορδέλες που φαντάζανε άλλοτε κόκκινες και άλλοτε πράσινες. Λάμπανε και κουδουνίζανε σαν ελάσματα χαλκού.

Το παλικάρι καθώς θαύμαζε την πλεξούδα της, παρατηρούσε κι άλλα πράματα πάνω της. Η κοπελιά αυτή ήτανε μετρίου αναστήματος, καλοφτιαγμένη και τόσο ζωηρή που δεν καθότανε μήτε λεπτό σ΄ένα μέρος. Μια έσκυβε μπροστά της σάμπως να΄ψαχνε κάτι χάμω στα ποδάρια της, μετά πάλι τιναζότανε κατά πίσω, ύστερις λύγιζε από τη μια μπάντα και μετά από λίγο απ΄την άλλη. Σηκωνότανε απάνω, κούναγε τα χέρια της και έπειτα πάλι έσκυβε μπροστά της. Με μια λέξη, σβούρα. Ακουγότανε σαν να κουβέντιαζε, μα τι σόι λαλιά ήτανε – ένας θεός ξέρει και με ποιον τάχα μίλαγε, μήτε κι αυτό φαινότανε. Μονάχα όλο γέλαγε. Θα είχε κάποιο λόγο λοιπόν.

Εκεί που το παλικάρι κάτι πήγαινε να της πει, άξαφνα σαν να τον κτύπησε κατακούτελα μια πετριά.

«Μανούλα μου, μα τούτη΄δω είναι η ίδια η Κυρά! Να μέχρις κι η περιβολή είναι δική της. Πώς δεν το΄χα προσέξει νωρίτερα; Λες να με μπέρδεψε η πλεξούδα της;»

Και πράγματι το φουστάνι της ήτανε τέτοιο που όμοιό του δεν έβρισκες πουθενά στον κόσμο. Που λες, ήτανε από ατόφιο μεταξένιο μαλαχίτη. Υπάρχει, μαθές, μια τέτοια ποικιλία. Πέτρα είναι, μα στο μάτι φαντάζει σαν μετάξι, έτσι που σού΄ρχεται να την χαϊδέψεις με το χέρι.

«Συμφορά μου! – συλλογίστηκε το παλικάρι. Τώρα πώς να την κοπανήσω δίχως να με πάρει είδηση;»

Είχε ακουστά από τους παλιακούς πώς η Κυρά Μαλαχιτένια έκαμνε το γούστο της ζουρλαίνοντας ανθρώπους. Δεν πρόκαμνε  να το πολυσκεφτεί και κείνη γύρισε κατά μέρος του. Τον κοίταξε χαρούμενα, χαμογέλασε φαρδιά πλατιά και του λέει περιπαικτικά:

-Από τι, Στεπάν Πετρόβιτς, χαζεύεις την κοριτσίστικη ομορφιά; Τσάμπα θαρρείς είναι το μάτι;  Έλα σιμά μου να τα ειπούμε λιγάκι.

Το παλικάρι μαθές φοβήθηκε, μα δε δείχτηκε. Κορδώθηκε. Εκείνη αν και είχε μαγικές δυνάμεις, δεν έπαυε να ΄ναι μια κοπελίτσα. Και σαν παλικάρι που ήτανε ντρεπότανε να λακίσει μπροστά σε μια κοπέλα.

-Δεν έχω καιρό, της λέει,  για κουβέντες. Ήδη έχουμε χασομερήσει. Προκάνουμε δεν προκάνουμε να ιδούμε τα λιβάδια μας.

Εκείνη άφησε πρώτα ένα γελάκι και ύστερα του λέει:

-Ας τα αυτά. Έλα που σου λέω, σου΄χω μια δουλειά.

Το παλικάρι είδε πως δε γινότανε αλλιώς. Καθώς κίνησε σιμά της, εκείνη του΄γνεψε με το χέρι να περάσει το σωρό με τα πετρώματα από την άλλη μπάντα. Εκείνος υπάκουσε, πήγε λοιπόν από την άλλη. Κοίταξε χάμω και τι να ιδεί; Καταγής είχε ένα σωρό γουστερίτσες και όλες τους ήτανε διαφορετικές. Μερικές, λόγου χάριν, ήτανε πράσινες, άλλες γαλάζιες, κάποιες μπλαβίζανε, κάποιες άλλες δείχνανε σαν πηλός ή σαν άμμος με χρυσαφιά στίγματα. Μερικές λαμπυρίζανε άλλοτε σαν γυαλί και άλλοτε σαν μαρμαρυγίας, άλλες κιτρινίζανε σαν τα καμένα βούρλα και άλλες πάλι είχανε λογής λογής ξόμπλια στη ράχη τους.

Η κοπελιά ξεκαρδίστηκε στα γέλια :

– Στεπάν Πετρόβιτς, πρόσεχε μην πατήσεις το ασκέρι μου, του λέει. Δες πόσο τρανός και βαρύς είσαι, ενώ ετούτες είναι μια σταλίτσα μόνο.

Ύστερις αφού χτύπησε τις απαλάμες της, οι γουστερίτσες σκορπήσανε, αφήνοντάς του χώρο να διαβεί.

Σίμωσε το παλικάρι, σταμάτησε και κείνη  πάλι βάρεσε τα παλαμάκια της και του΄πε, χαχανίζοντας:

-Τώρα δεν έχεις πού να πας. Έτσι και πατήσεις μια από τις θεραπαινίδες μου– αλλοίμονο σου!

Κοίταξε εκείνος καταγής – άφαντη η γη. Σάμπως στρώθηκε στα πόδια του ένα περίτεχνο χαλί από γουστερίτσες που μαζευτήκανε ολούθε σ΄ένα μέρος. Κοίταξε καλύτερα ο Στεπάν, – θεούλη μου, μα ετούτες μοιάζουνε σαν τα λογής λογής καλογυαλισμένα πετρώματα του χαλκού! Είχε και τον μαρμαρυγία και τον σφαλερίτη και άλλα πολλά που γυαλίζανε και ομοιάζανε στον μαλαχίτη.

-Τώρα, Στεπάνουσκο, κατάλαβες ποια είμαι εγώ; – τον ρωτά η Μαλαχιτένια ενώ η ίδια ξεκαρδίζεται στα γέλια.

Ύστερις από λίγο του λέει:

-Μη φοβάσαι. Δεν σου κάμνω κακό.

Το παλικάρι πληγώθηκε που η κοπελιά τον περιγελούσε και του΄λεγε τέτοιες κουβέντες. Θύμωσε γερά και φώναξε με γινάτι:

– Εγώ που δουλεύω στα έγκατα της γης ποιον να φοβηθώ;!

-Πολύ καλά,  του απαντά η Μαλαχιτένια. Τέτοιον ακριβώς γυρεύω, που να μη φοβάται κανένανε. Αύριο, σαν φτάσει η ώρα να κατεβείτε μες στο ορυχείο, θα΄ναι αυτού και ο επιστάτης του εργοστασίου, πες του λοιπόν και πρόσεξε μην ξεχάσεις τα λόγια μου:

«Η Κυρά του Χάλκινου Βουνού εσένανε, Βρομερό Τραγί, σε ορίζει να πάρεις πόδι από το ορυχείο του Κόκκινου Βράχου. Άμα συνεχίσεις να χαλνάς το σπίτι μου, όλον το χαλκό που υπάρχει στα Αλώνια, θα τον θάψω σε τέτοιο βάθος που δεν πρόκειται στον αιώνα τον άπαντα να τον ευρείτε».  Το ΄πε και στένεψε τα μάτια της εξεταστικά:

-Το κατάλαβες, Στεπάνουσκο; Λες πως δουλεύεις στα σωθικά της γης και δεν φοβάσαι κανένανε. Πες το, λοιπόν, στον επιστάτη, πες το όπως σε διέταξα. Και τώρα σύρε στο καλό και πρόσεξε να μην πεις τίποτα στο σύντροφό σου. Δεν ωφελάει να τον ανησυχούμε και να τον μπλέκουμε τον καψερό χτικιάρη. Ίσα ίσα που παράγγειλα στην γαλαζόπετρα να τον γιάνει λιγουλάκι.

Πάλι χτύπησε τα παλαμάκια της και όλες οι γουστερίτσες μεμιάς σκορπίσανε δεξιά ζερβά.

Ύστερις πετάχτηκε ορθή, άδραξε το βράχο, έδωσε έναν πήδο για να ανέβει, και ίδια γουστερίτσα έτρεξε απάνου. Στη θέση των άκρων φανήκανε τα πράσινα ποδαράκια, πίσω φύτρωσε η ουρά και η μαύρη πλεξούδα της γίνηκε μια λουρίδα που έφτασε ίσαμε τη μέση της ράχης, μα το κεφάλι της παρέμεινε ανθρωπίσιο. Σκαρφάλωσε στην κορφούλα, γύρισε το κεφάλι της και λέει:

-Μην το ξεχάσεις, Στεπάνουσκο, όπως είπαμε: ορίζει εσένανε , Βρομερό Τραγί,  να πάρεις πόδι από τον Κόκκινο Βράχο. Άμα μου κάμνεις τούτο το χατίρι, θα σε παντρευτώ!

Το παλικάρι έφτυσε από σιχαμάρα.

-Φτου, κακανθρώπισμα!  Που ακούστηκε να παντρευτώ μια γουστερίτσα!

-Εντάξει!,  φωνάζει εκείνη, θα τα ειπούμε ύστερα. Μπορεί ως τότε να το καλοσκεφτείς.

Είπε και κρύφτηκε πίσω από το βράχο τόσο γοργά, που ο Στεπάνουσκο μόλις πρόκανε να ιδεί τη λάμψη της ουράς της.

Το παλικάρι έμεινε μόνο του. Τριγύρω στο ορυχείο επικρατούσε ησυχία. Ακουγότανε μονάχα το ροχαλητό του φίλου του, που ήτανε ξαπλωμένος πίσω από το σωρό των πετρωμάτων. Τον εξύπνησε. Τραβήξανε κατά τα λιβάδια τους, είδανε τη νομή τους και με το σούρουπο γυρίσανε στα σπίτια τους, μα τον Στεπάν ένα πράγμα τον τυραγνούσε και δεν έλεγε να φύγει απ΄το μυαλό του: πώς να πράξει; Να ειπεί στον επιστάτη ούλα τούτα – δεν ήτανε δα απλή υπόθεση, αν κι εκείνος πράγματι ήτανε βρομερός. Λέγανε πως είχε σαπίλα μέσα του. Το να μην πει τίποτες πάλι ήτανε επίφοβο, αφού επρόκειτο για βουλή της κοτζάμ Κυράς. Εκείνη όποιο μετάλλευμα θες ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να το κάμνει στείρο. Άντε τότες να βγάλεις το μεροκάματό σου. Μα το χειρότερο από όλα γι΄αυτόνανε ήτανε να φανεί φαφλατάς στα μάτια της κοπελιάς.

Τα΄κλωθε στο μυαλό του ώσπου τελικά πήρε την απόφαση να δοκιμάσει την τύχη του:

-Θα τα παίξω όλα για όλα. Θα κάμνω όπως μου΄πε εκείνη.

Την άλλη μέρα το πρωί, αφού μαζευτήκανε οι εργάτες στο καρούλι του καθελκυστήρα, έσκασε μύτη και ο επιστάτης. Όλοι, μαθές, βγάλανε τα σκουφιά τους και σωπάσανε, μα ο Στεπάν βγήκε ομπρός και του λέει:

-Ψες είδα την Κυρά του Χάλκινου Βουνού και μου παράγγειλε να σου πω. Προστάζει σε σένανε, το Βρομερό Τραγί, να της αδειάσεις τη γωνιά και να πάρεις πόδι από τον Κόκκινο Βράχο. Και άμα της χαλάσεις το σιδερένιο της σπίτι, εκείνη όλον το χαλκό που υπάρχει στα Αλώνια θα τον θάψει σε τέτοιο βάθος που δεν πρόκειται να τον βγάλουμε στον αιώνα τον άπαντα.

Σαν τ΄ άκουσε αυτά ο επιστάτης, γίνηκε πυρ και μανία, έτσι που και τα μουστάκια του ακόμη αρχίνησαν να τρέμουν.

-Πας καλά; Μήπως είσαι πιωμένος; Μήπως παλάβωσες τελείως; Για ποια κυρά μου τσαμπουνάς; Σε ποιον τολμάς να λες τούτες τες παλαβομάρες; Θα σε σπάσω στο ξύλο και θα σαπίσεις μες στο ορυχείο.

-Όπως ξέρεις, λέει ο Στεπάν, έτσι μου ΄παν,  έτσι σου λέω.

-Μαστιγώστε τον,  ούρλιαξε ο επιστάτης, ύστερα κατεβάστε τον στο ορυχείο και δέστε τον με την αλυσίδα μες στη γαλαρία! Να του δίνετε από τα αποφάγια σκύλων ίσα ίσα να μην ψοφήσει, μα τη νόρμα(*) να του τη ζητάτε στο ακέραιο, όπως ορίζει το αφεντικό. Και με το παραμικρό, να τον μαυρίζετε στο ξύλο.

Τι να γένει; Αφού μαστιγώσανε το παλικάρι, το πήγανε μες στο ορυχείο. Ο φύλακας του μεταλλείου – από τους πρώτους σατράπηδες – μες στη στοά τού όρισε ένα μέρος της κακιάς ώρας. Καλό μετάλλευμα δεν είχε, είχε όμως μπόλικη υγρασία. Έπρεπε να το΄χαν παρατήσει εδώ και καιρό. Αυτού λοιπόν τον δέσανε με μια μακριά αλυσίδα για να ημπορεί να δουλεύει.

Ως γνωστόν, στα πέτρινα χρόνια της δουλοπαροικίας είχαν βρει χίλιους δυο τρόπους για να βασανίζουνε τον κοσμάκη.

Ο φύλακας του λέει λοιπόν:

-Κάτσε εδώ πέρα να δροσιστείς λιγουλάκι. Και του έβαλε μια νόρμα, ατόφιο μαλαχίτη, που ήτανε πέρα για πέρα άπιαστη.

Τι να κάνει ο έρμος;  Σαν αλάργυνε ο φύλακας, ο Στεπάν έπιασε την αξίνα και αρχίνησε να την δουλεύει. Ήτανε άξιο παλικάρι, δεν την φοβότανε τη δουλειά. Και τι να ιδεί; Ο μαλαχίτης έπεφτε λες και τον έριχνε κανείς με τις χούφτες. Μεμιάς στράγγισε και το νερό και έφυγε όλη η υγρασία.

«Ωραία, συλλογιέται. Φαίνεται πως η Κυρά δε μ’ έχει αποξεχάσει».

Μόλις το σκέφτηκε, αίφνης κάτι έλαμψε και ομπρός του εμφανίστηκε η Μαλαχιτένια.

-Είσαι παλικάρι του λόγου σου, Στεπάν Πετρόβιτς, του λέει. Σε τιμά που δε φοβήθηκες το Βρομερό Τραγί. Πολύ ωραία του τα΄πες. Πάμε, λοιπόν, να ιδούμε τα προικιά μου γιατί κι εγώ μαθές ξέρω να κρατώ το λόγο μου.

Κι η ίδια έσμιξε τα φρύδια της σάμπως να αισθανόταν μιαν αμηχανία. Χτύπησε τα παλαμάκια της, έτρεξαν ολούθε οι γουστερίτσες, του΄βγαλαν την αλυσίδα και ύστερις η Κυρά τις διέταξε:

-Σπάστε διπλάσια ποσότητα μεταξένιου μαλαχίτη, να΄ναι τεφαρίκι πράμα.

Και έπειτα λέει στον Στεπάν:

– Έλα, μνηστήρα μου, να ιδούμε τα προικιά μου.

Κίνησαν, λοιπόν, εκείνη μπροστά, ο Στεπάν καταπόδι. Όπου παγαίνανε, όλα ανοίγονταν φαρδιά πλατιά ομπρός της. Σάμπως περπατούσανε μέσα σε μεγάλες υπόγειες κάμαρες, καθεμιά με άλλου χρώματος ντουβάρια. Κάποιες είχανε βαθυπράσινο χρώμα, άλλες κίτρινο με χρυσά στίγματα. Σε κάποιες πάλι φαντάζανε τα χάλκινα λούλουδα. Υπήρχαν ακόμη και μπλάβες και γαλάζιες κάμαρες, που είχανε λογής λογής πλουμίδια άφατης εμορφιάς. Καθώς προχωρούσανε ακόμα και το φουστάνι της Κυράς όλο άλλαζε χρώματα. Μια έλαμπε σαν το κρούσταλλο, ύστερα ξαφνικά έχανε τη στιλπνότητα του και μετά πάλι λαμπύριζε σαν τη διαμαντόσκονη ή έπαιρνε πυροχάλκινες ανταύγειες και έπειτα πάλι αντιφέγγιζε σαν το πράσινο μετάξι. Εκεί που προχωράγανε, λοιπόν, εκείνη ξαφνικά κοντοστάθηκε.

-Από΄δω και πέρα, λέει,  για πολλά στάδια ακόμα απλώνονται τα διάστικτα γκριζοκίτρινα πετρώματα. Δεν έχει κατιτίς που να αξίζει να το ιδείς. Εδώ όμως που στεκόμαστε είμαστε ακριβώς κάτω από τον Κόκκινο Βράχο. Εδώ πέρα μαζί με τα Αλώνια είναι τα πιο αγαπημένα μου λημέρια.

Βλέπει ο Στεπάν μια τεράστια κάμαρα, και όλα μέσα της – κλίνες, τραπέζια, σκαμνάκια – είναι χυμένα από ατόφιο χαλκό. Τα ντουβάρια ήτανε φτιαγμένα από μαλαχίτη με διαμαντικά, ενώ απάνω στο βαθυκόκκινο νταβάνι φιλοτεχνημένο με σαβάτι(*) ανθίζανε λογής λογής χάλκινα λούλουδα.

-Ας καθίσουμε, -του λέει, – να τα ειπούμε λιγάκι. Καθίσανε, λοιπόν, στα σκαμνάκια και η Μαλαχιτένια τον ρωτά:

-Τα΄δες τα προικιά μου;

-Τα΄δα, λέει ο Στεπάν.

-Τι λες, λοιπόν, για τον γάμο;

Ο Στεπάν τι να ειπεί; Εκείνος, που λες, είχε μια αρραβωνιάρα, πολύ καλή κοπελιά,  ορφανή. Μα δεν μπορούσε μαθές να παραβγεί στην ομορφιά με την Μαλαχιτένια! Είχε ομορφιά θνητής κοπέλας. Ο Στεπάν κόμπιασε αρχικά και της λέει:

-Τα προικιά σου είναι αντάξια των τσάρων, μα εγώ δεν είμαι παρά ένας φτωχός εργάτης.

-Καλέ -, του λέει, – μην τα μασάς. Λέγε καθαρά αν με παίρνεις γυναίκα σου ή όχι; Και η όψη της συννέφιασε πέρα για πέρα.

Τότες ο Στεπάν της απάντησε καθαρά και ξάστερα:

-Δεν μπορώ, έχω δώκει το λόγο μου σε άλλη.

Έτσι της μίλησε και ο ίδιος συλλογιέται: τώρα θα ξεσπάσει η οργή της. Μα κείνη σάμπως να χάρηκε.

-Μπράβο, του λέει, Στεπάνουσκο. Για τον επιστάτη σου΄πα έναν καλό λόγο, μα γι΄αυτό θα σε παινέψω διπλά. Δεν σε θαμπώσανε τα πλούτη μου, δεν πρόδωκες τη Νάστενκά σου για χάρη μιας πέτρινης καλλονής. – Την αρραβωνιαστικιά του παλικαριού πράγματι την λέγανε Νάστια.

– Να, του λέει, πάρε ένα δώρο για την καλή σου, και του δίνει μια μεγάλη μαλαχιτένια μπιζουτιέρα.

Η μπιζουτιέρα ήτανε γιομάτη κάθε λογής γυναικεία στολίδια: σκουλαρίκια, δαχτυλίδια και άλλα, που δεν τα΄χε ακόμη και η πιο περιζήτητη νύφη.

-Πώς θα φανερωθώ με τούτο΄δω απάνω; την ρωτά το παλικάρι.

-Μη σκοτίζεσαι. Όλα θα τα βολέψω: ακόμα κι από το ζυγό του επιστάτη θα σε γλιτώσω. Έπειτα θα ζήσεις άνετα με τη νεαρή γυναικούλα σου. Μόνο άκου τη συμβουλή μου: εμένανε να με ξεγράψεις. Αυτή θα΄ναι η τρίτη σου δοκιμασία. Και τώρα κόπιασε να φας λιγουλάκι.

Χτύπησε τα παλαμάκια της, έτρεξαν ολούθε οι γουστερίτσες – γιόμισαν το τραπέζι με λογής λογής καλούδια. Τον φίλεψε ωραιότατη λαχανόσουπα, ψαρόπιτα, αρνί, πλιγούρι και άλλα που προσφέρονται κατά τα ρούσικα έθιμα. Ύστερις του λέει:

-Αντίο, Στεπάν Πετρόβιτς, και να με ξεχάσεις. –Μα η ίδια βούρκωσε. Άπλωσε το χέρι της και τα δάκρυά της πέσανε στάλα στάλα μες στην απαλάμη της και γενήκανε κρύσταλλοι. Γέμισε η χούφτα της με κόκκους. – Ορίστε, πάρ΄τα για συρμαγιά. Για τούτες τις πετρούλες ο κόσμος δίνει πολλούς παράδες. Θα γένεις πλούσιος – και του τα προσφέρει.

Οι πετρούλες ήτανε παγωμένες, μα το χέρι, ακούς εκεί, ζεστό και σπαρταριστό σαν ζωντανό.

Ο Στεπάν δέχτηκε τις πετρούλες, της έκαμε ένα βαθύ τεμενά και την ρωτά:

-Πώς θα βγω από΄δω πέρα; – Και ο ίδιος συννέφιασε.

Εκείνη σήκωσε το δείκτη της κι ευθύς ομπρός του άνοιξε μια στοά με άπλετο φως.

Μπήκε ο Στεπάν σε τούτη την στοά – και πάλι το μάτι του θαραπαύτηκε(*) κοιτάζοντας τα πλούτη της γης ώσπου κάποια στιγμή έφτασε ακριβώς στο μέρος που τον είχανε δεμένο. Μόλις πάτησε εκεί, πίσω του έκλεισε η φωτεινή στοά και όλα γινήκανε όπως και πριν. Μια γουστερίτσα έτρεξε σιμά του και του πέρασε την αλυσίδα στο πόδι του, και η μπιζουτιέρα με πλούσια δώρα άξαφνα γίνηκε τοσοδούλα ώστε να χωρέσει στον κόρφο του. Μετά από λίγη ώρα έσκασε μύτη ο φύλακας. Ήτανε έτοιμος να σπάσει την πλάκα του με τον καψο Στεπάν, μα είδε πως εκείνος είχε βγάλει τη νόρμα του με το παραπάνω και ο μαλαχίτης του ήτανε διαλεχτός, πρώτης τάξεως πράμα, σκέτο τεφαρίκι. «Τι γίνεται εδώ πέρα; -σκέφτηκε, Από πού τα έβγαλε ούλα τούτα;» Χώθηκε μέσα στο μέτωπο(*) για να το΄ξετάσει καλύτερα και του λέει:

-Σε τέτοιο μέτωπο ο καθείς μπορεί να σπάσει όσα τραβάει η όρεξή του. – Και τον οδήγησε σ΄ένα άλλο, ενώ σε τούτο έβαλε το ανίψι του.

Την επομένη έπιασε ο Στεπάν τη δουλειά και ο μαλαχίτης πάλι έπεφτε βροχή, και κάπου κάπου του τύχαινε και ο ατόφιος χαλκός, ενώ το ανίψι – τζίφος, όλο σαβούρα και στείρο πράμα. Τότες του φύλακα του μπήκανε ψύλλοι στα αφτιά. Έτρεξε στου επιστάτη. Το και το συμβαίνει του λέει.

-Μαθές, του λέει, ο Στεπάν πούλησε την ψυχή του στο διάολο.

Ο επιστάτης σ΄αυτό του απαντά:

-Τι σε μέλλει σε ποιον την επούλησε, εμείς μια φορά δε χάνουμε τίποτες ίσα ίσα θα κοιτάξουμε να βγάλουμε και κανένα μπαχτσίσι. Τάξε του πως θα τον λευτερώσουμε άμα βρει έναν μαλαχιτένιο ογκόλιθο χιλίων οκάδων.

Τελικά ο επιστάτης πράγματι διέταξε να βγάλουνε την αλυσίδα από τον Στεπάν και έδωκε εντολή να σταματήσουν τις εργασίες στον Κόκκινο Βράχο.

-Ποιος τον ξέρει, – λέει. Μπορεί μες στην τρέλα του να΄πε κατιτίς λογικό. Το μετάλλευμα αυτού πράγματι αρχίνησε να μπασταρδεύεται με το χαλκό, μονάχα ζημιά κάμνει στο μαντέμι.

Ο φύλακας ντελάλησε στο Στεπάν, τι του ζήταγε ο επιστάτης και κείνος του απαντά:

-Ποιος δεν την λαχταρά τη λευτεριά; Θα, δοκιμάσω, μα ποιος ξέρει αν είναι το τυχερό μου;

Πολύ σύντομα ο Στεπάν τους βρήκε έναν ογκόλιθο ακριβώς όπως του το ζήταγαν.

Τον έσυραν απάνω. Κοκορεύονταν: «Να, ορίστε, καμαρώστε μας!». Μα τον Στεπάν δεν τον αφήκανε λεύτερο.

Για τον ογκόλιθο εμήνυσαν και τον εργοστασιάρχη. Και κείνος ήρθε αυτοπροσώπως, ακούς εκεί, από την ίδια την Αγία Πετρούπολη. Έμαθε πώς ακριβώς συνέβηκαν τα πράγματα και καλεί τον Στεπάν σιμά του.

-Άκου λοιπόν, του λέει, στο λόγο της τιμής μου θα σου δώκω λευτεριά, άμα μου ξετρυπώσεις  τέτοιον μαλαχίτη ώστε να πελεκήσουμε κολόνες δέκα πήχες ύψους.

Ο Στεπάν του απαντά:

-Ήδη με έχουν κοροϊδέψει μια φορά. Δεν την ξαναπατάω. Πρώτα θα μου κάμνεις την απελευθερωτική επιστολή με υπογραφή και βούλα και μετά, θα βάλω τα δυνατά μου κι ό, τι βρέξει ας κατεβάσει.

Ο άρχοντας μαθές, φώναξε, αρχίνησε να χτυπά τα ποδάρια του, μα ο Στεπάν το δικό του:

-Α! Λίγο έλειψε να ξεχάσω, γράψε μια απελευθερωτική και για την αρραβωνιάρα μου, αλλιώς τι χαΐρι,  ο ίδιος να΄μαι λεύθερος ενώ η γυναίκα μου δούλα;

Ο άρχοντας βλέπει πως το παλικάρι είναι βράχος. Του΄γραψε, λοιπόν, το επίσημο χαρτί.

-Ορίστε, του λέει, – μονάχα προσπάθησε να τα καταφέρεις.

Και ο Στεπάν πάλι το βιολί του:

-Αν είναι το τυχερό μου…

Το βρήκε, μαθές, ο Στεπάν. Ήτανε παιγνιδάκι για αυτόνανε, αφού ήξερε απ΄έξω και ανακατωτά όλα τα σωθικά του βουνού, είχε με το μέρος του και την εύνοια της Κυράς. Πελεκήσανε από τον ογκόλιθο αυτό ό, τι κολόνες ζήταγε η αφεντιά του, τις ανασύρανε απάνου και ο άρχοντας τις έστειλε ως προσφορά στον καθεδρικό ναό της Αγίας Πετρούπολης. Μα ο πρώτος ογκόλιθος που βρήκε ο Στεπάν λένε τάχα πως μέχρι και σήμερα βρίσκεται στην πόλη μας και τον φυλάγουνε σαν ένα σπάνιο εύρημα.

Από τον καιρό που ο Στεπάν γίνηκε λεύθερος όλος ο έγγειος πλούτος στα Αλώνια  εχάθη λες και τον κατάπιε η γης. Απέμεινε μονάχα η γαλαζόπετρα, μα πιο πολύ τα στείρα. Για τον ατόφιο χαλκό σε κρύσταλλο δεν είχε ματακουστεί πια, ο μαλαχίτης εξαντλήθηκε και το ορυχείο αρχίνησε να μπάζει νερά. Έτσι από τον καιρό εκείνο τα Αλώνια περιέπεσαν σε μαρασμό και ύστερις ολωσδιόλου πλημμυρίσανε. Ο κοσμάκης έλεγε πως η Κυρά δεν έστερξε και εξοργίστηκε που τις κολόνες της τις βάλανε στην εκκλησιά.

Μα και ο Στεπάν δεν ευτύχησε στη ζωή του. Παντρεύτηκε, έκαμνε φαμελιά, νοικοκυριό, όλα καθώς πρέπει. Θα μπορούσε να ζει και να βασιλεύει, μα εκείνος γίνηκε άκεφος κι έχασε την υγειά του. Έλιωνε μέρα με τη μέρα.

Άρρωστος όπως ήτανε σκέφτηκε να πάρει ένα τουφέκι, αρχίνησε να παγαίνει για κυνήγι. Κι όλο, που λες, στο ορυχείο του Κόκκινου Βράχου κατέληγε, μα στο σπίτι γύρναγε με χέρια αδειανά. Μια μέρα του φθινοπώρου έφυγε για κυνήγι και δεν ξαναγύρισε. Τον περιμένανε και κείνος δεν ερχότανε… Πού πήγε άραγες; Μαζεύτηκε ο κοσμάκης και όλοι ξαμοληθήκανε να τονε ψάξουνε. Και κείνος ακούς εκεί, στο ορυχείο, στα ριζά του μεγάλου βράχου κειτότανε νεκρός και σάμπως χαμογελούσε. Το τουφέκι που βρέθηκε πλάι του ήτανε άθικτο. Όσοι τον βρήκανε πρώτοι, λέγανε πως δίπλα στον πεθαμένο είδανε μιαν πράσινη γουστερίτσα, μα τόσο μεγάλη που δεν είχαν ματαδεί τέτοιες στα μέρη μας. Καθότανε σιμά στο νεκρό λες και τον μοιρολόγαγε, σήκωνε το κεφάλι και τα δάκρυά της πέφτανε στάλα -στάλα.

Μόλις φτάσανε πιο κοντά, εκείνη σκαρφάλωσε στο βράχο και ποιος την πιάνει; Σαν φέρανε το νεκρό στο σπίτι και αρχίνησαν να τον λούζουν, τι να ιδούν; Το ένα του χέρι ήτανε σφιγμένο σε γροθιά και φαινότανε ότι μέσα είχε κάτι πράσινους κόκκους. Μια χούφτα γιομάτη. Ταίριασε να βρίσκεται αυτού ένας που γνώριζε από δαύτα, τα κοίταξε απ΄την άκρια της χούφτας και τους λέει:

-Μα τούτα΄δω είναι τα σμαράγδια! Σπάνια και πολύτιμα πετράδια! Σου΄μεινε, Ναστάσια, μεγάλη κληρονομιά. Σε ποιο μέρος θα τα βρήκε άραγες;

Η Ναστάσια, η γυναίκα του, αρχίνησε να τους ξηγάει, πως ο συχωρεμένος δεν είχε πει κουβέντα για τέτοια πετράδια. Μονάχα προτού παντρευτούνε, της χάρισε μιαν μπιζουτιέρα, μια μεγάλη μαλαχιτένια μπιζουτιέρα. Μέσα είχε πολλά καλούδια, μα τέτοια πετράδια δεν υπήρχανε μήτε και ΄κει. Δεν τα΄χε ματαδεί.

Σαν αρχίνησαν να βγάζουν εκείνα τα πετράδια από την χούφτα του Στεπάν, γινήκανε σκόνη. Έτσι και παρέμεινε για πολλά χρόνια επτασφράγιστο μυστικό σε ποιο μέρος τα βρήκε ο Στεπάν. Κατόπιν τούτου ο κόσμος όλο άνοιγε τρύπες στον Κόκκινο Βράχο, του κάκου όμως – όλο πέτρες καφετιές με χάλκινες ανταύγειες και τίποτες παραπάνω.

Αργότερα κάποιος έμαθε, ότι κείνα που κράταγε ο Στεπάν στη χούφτα του ήτανε τάχα μου τα δάκρυα της Κυράς του Χάλκινου Βουνού. Ακούς εκεί, δεν τα πούλησε, τα φύλαγε κρυφά από τους δικούς του και με αυτά δέχτηκε το θάνατό του; Ε;

Να τι σόι Κυρά είναι! Ο κακός να την απαντήσει – όλεθρος, ο καλός –  πάλι συμφορά!

 

 

Η μαλαχιτένια μπιζουτιέρα

Η μαλαχιτένια μπιζουτιέρα με τον πλέριο γυναικίσιο στολισμό απέμεινε στα χέρια της Ναστάσιας, χήρας του Στεπάν. Αυτού μέσα υπήρχανε λογής λογής δαχτυλίδια, σκουλαρίκια και πολλά άλλα γυναικίσια στολίδια. Την είχε προσφέρει στον Στεπάν ως γαμήλιο δώρο για την καλή του η ίδια η Κυρά του Χάλκινου Βουνού με σάρκα και οστά, τότες που εκείνος ετοιμαζότανε να την παντρευτεί.

Η Ναστάσια, που είχε μεγαλώσει στην ορφάνια, δεν ήξερε τίποτες από λούσα, άσε που δεν την πολυένοιαζε η κοκεταρία. Μαθές, τα πρώτα χρόνια μετά το γάμο της με τον Στεπάν, όλο και κάτι φόραγε από κείνην την μπιζουτιέρα, μα δίχως να τα λαχταρά η καρδούλα της. Άμα έβαζε το δαχτυλίδι … Ίσα-ίσα της έκαμε, μήτε την έσφιγγε μήτε της έφευγε, μα σαν πάγαινε εκκλησιά ή καμιά άλλη επίσκεψη – την τυραγνούσε, δεν την βαστούσε ο τόπος. Το δάχτυλο σταματούσε σκέτο μολύβι και στον πάτο μελάνιαζε ολάκερο. Τρισχειρότερα τράβαγε, άμα κοτούσε να βάλει τα σκουλαρίκια στ΄αυτιά της. Την ενοχλούσανε τόσο που της πρήζονταν τα αφτιά και την ψοφούσανε στον πόνο.  Κι όμως άμα τα ζύγιαζες στη χούφτα σου, ήτανε δεν ήτανε πιο βαριά από κείνα που φορούσε η Ναστάσια καθημερινά. Τις χάντρες, έξι ή επτά αρμαθιές, μια φορά όλη κι όλη τις είχε δοκιμάσει και της φανήκανε ωσάν τα τσουχτερά παγάκια που την πλακώνανε ολούθε και δεν λέγανε με τίποτες να πάρουνε λίγη ζεστασιά από το κορμί της.  Έξω δεν τα΄βαζε ντιπ. Ντρεπότανε από τον κόσμο που θα΄λεγε:

– Κοίτα, τι σόι τσαρίνα ξεφύτρωσε στα καλά του καθουμένου στην Πολεβά!

Μα μήτε κι ο Στεπάν την πολυζόριζε να στολίζεται με τα μπιχλιμπίδια από την μπιζουτιέρα. Μια φορά κιόλας της είπε:

– Δεν την κρύβεις πουθενά, μην βρούμε κανέναν μπελά.

Από τότες η Ναστάσια την έκρυβε στον πάτο του μπαούλου όπου φύλαγε τα υφαντά της μαζί με κάτι άλλα πράγματα για ώρα ανάγκης.

Σαν απόθανε ο Στεπάν και στην απαλάμη του βρήκανε κάτι πετράδια, η Ναστάσια (για να διαλύσει την γλωσσοφαγιά του κόσμου) ξαναγκάστηκε να τους δείξει κείνα τα στολίδια. Ένας που γνώριζε από δαύτα και μπόρεσε να΄ξηγήσει τι σόι πετράδια είχε ο Στεπάν στη χούφτα του, μόλις αραίωσε ο κοσμάκης της είπε:

-Πρόσεχε, ετούτην την μπιζουτιέρα, μην την δώκεις για ψίχουλα. Έχει μεγάλη αξία.

Εκείνος ο άνθρωπος, ήτανε γραμματιζούμενος, από τους λεύθερους εργάτες. Άλλοτε δούλευε μάστορας στα ορυχεία, μα τον εδιώξανε, δεν ήτανε τάχατες αρκετά σκληρός με τον κοσμάκη.  Δεν αποστρεφότανε όμως και το κρασάκι. Ήτανε γερό ποτήρι. Κρίμας όμως να μιλάμε έτσι για τον συχωρεμένο, αφού κατά τα άλλα ήτανε άγιος άνθρωπος. Είτε να σου γράψει καμιά παρακλητική επιστολή, είτε να πάρει δείγμα από τα ορυκτά για να το εχτιμήσει– όλα τα έκαμνε δίχως μπαμπεσιά, όχι όπως κάποιοι άλλοι που νοιάζονταν μονάχα να τους τρατάρεις κανένα ποτηράκι. Κάποιον άλλον θα τον έκαμε πέρα ο λαουτζίκος, μα αυτόνανε τον κέρναγε σ΄όλες τις γιορτές και σχόλες. Έτσι έζησε σιμά στο εργοστάσιό μας από την ελεημοσύνη του κοσμάκη ώσπου τελικά απόθανε.

Η Ναστάσια είχε ακουστά από τον καλό της ότι ο μάστορας αυτός ήτανε τίμιος και σκάμπαζε από πετρώματα, μα κριματίστηκε μόνον επειδής τον καβαλίκεψε το πάθος του για το πιοτί. Γι΄αυτό άλλωστε η Ναστάσια έδεσε κόμπο τη συμβουλή του.

-Έγινε, λέει, θα την φυλάξω για ώρα ανάγκης. Και ξανάβαλε την μπιζουτιέρα στην παλιά της κρυψώνα.

Παραχώσανε τον Στεπάν, του κάμανε τα σαράντα κατά τη συνήθεια του τόπου. Η Ναστάσια όμως ήτανε γυναίκα φτασμένη, ζουμερή και ευκατάστατη. Αρχινήσανε, λοιπόν, να την προξενεύουνε. Μα εκείνη καθώς ήτανε ξύπνια, έλεγε σ΄όλους:

-Ακόμη κι ένα κομμάτι μάλαμα να ΄ναι ο δεύτερος άντρας, για τα παιδούλια μου θα’ναι πάντα πατριός.

Μετά από κάμποσο καιρό κοπήκανε και τα προξενιά.

Ο Στεπάν άφηκε στην φαμελιά του καλή περιουσία: σπίτι γερό, άλογο, γελάδα, πλέριο νοικοκυριό. Η Ναστάσια ήτανε εργατικιά, τα παιδιά – πειθαρχικά, ζούσαν άνετα, δίχως στερήσεις. Περνάει ο πρώτος χρόνος, περνάει ο δεύτερος, περνάει και ο τρίτος…

Απάνω στον τέταρτο τα πράματα αρχινάνε να σφίγγουνε. Πού να τα φέρει βόλτα μια γυναίκα μονάχη με τα παιδούλια;! Πού να βρει κανένα γρόσι για να πάρει έστω ένα δράμι αλάτι; Τότες όλο το σόι αρχίνησε να της τριβελίζει τ΄αφτιά:

-Πούλα την μπιζουτιέρα! Τι να την κάμεις; Τζάμπα κάθεται το λογάρι!(*) Κοίτα μπιχλιμπίδια που΄χει!  Έτσι κι αλλιώς και η Τανιούσκα, σαν μεγαλώσει δεν πρόκειται να τα φορέσει. Τούτα τα πράματα είναι για αρχόντους και εμπόρους μονάχα. Πού να τα ταιριάξουμε με τα κουρέλια μας; Άμα την έδινες, θα΄παιρνες παράδες, θα΄ταν μεγάλο δεκανίκι για το σπιτικό σου.

Με μια λέξη κουβέντα στην κουβέντα πείθεται η Ναστάσια. Και μάνι μάνι μαζεύονται σαν τα κοράκια πάνω από τα κόκαλα οι επίδοξοι αγοραστές, όλοι τους εμπόροι. Άλλος δίνει εκατό ρούβλια, άλλος διακόσια.

– Χάρη σου κάμουμε. Τα παιδούλια σου, που ορφανέψανε, λυπούμαστε.

Προσπαθήσανε να την πιάσουνε κορόιδο, μα βρήκανε τον μάστορή τους.

Η Ναστάσια θυμότανε καλά κείνα που της ορμήνεψε ο γερο-μάστορας. Δεν την δίνει για ψωροδεκάρες. Κρίμας! Όπως και να΄χει ήτανε το γαμήλιο δώρο, ενθύμιο του ανδρός της. Και περισσότερο επειδής το μικρότερο της κοριτσάκι είχε πλαντάξει στο κλάμα, παρακαλώντας την:

-Μανούλα, μην την δώκεις! Μην την δώκεις! Κάλλιο να ξενοδουλέψω παρά να χάσουμε το ενθύμιο του μπαμπάκα μου.

Ο Στεπάν, βλέπεις, άφηκε πίσω του τρία παιδούλια. Τα δύο αγόρια ήτανε παιδιά σαν παιδιά, εκείνη όμως, ως λένε, μήτε στη μάνα της μήτε στον κύρη της όμοιασε. Σαν ζούσε ακόμα ο Στεπάν και κείνη ήτανε μικρή, όλος ο ντουνιάς απορούσε με τούτο το κορίτσι. Όχι μονάχα οι τρανές γυναίκες και νιές, μα και οι άντρες του λέγανε του Στεπάν:

– Τούτη΄δω, Στεπάν, δίχως άλλο σου ξέφυγε από το καλούπι… Σε ποιον άραγες όμοιασε;

Πράματι, βγήκε μελαχρινούλα και ευμορφούλα με πράσινα ματάκια. Δεν όμοιασε με κανένα από τα ντόπια κορτσούλια.

Ο Στεπάν φορές έκαμε καλαμπούρι:

-Πού ΄ν΄ το παράξενο που ξεβγήκε μελαχρινούλα αφού ο μπαμπάκας της από τα μικράτα του πάλευε μες στη γης. Και ότι τα ματάκια της είναι πράσινα και τούτο ξηγιέται. Μήπως ήτανε λίγος ο μαλαχίτης που΄σπασα για το χατίρι του άρχοντα Τουρτσανίνωφ;  Να ορίστε, μου ΄μεινε και το ενθύμιο.

Έτσι, λοιπόν, το κορτσούλι εκείνο το φώναζε Ενθυμία. –Έλα, Ενθυμία μου!

Όποτε ταίριαζε να πάγει στο παζάρι, πάντοτε της έφερνε κατιτίς σε γαλάζιο ή πράσινο χρώμα.

Μ΄αυτά και μ΄αυτά μεγάλωνε εκείνο το κορτσούλι και ο κοσμάκης δεν το άφηνε από τα μάτια του. Σάμπως στα αλήθεια ξηλώθηκε και έπεσε κάτω μια φανταχτερή κλωστούλα μέσα από το γιορτινό ζουνάρι:  σου γυάλιζε στο μάτι από μακριά. Και παρόλο που δεν πολυπήγαινε στους ξένους, όλοι την αγαπούσανε και δεν την έβγαζαν από το στόμα τους. Κάθε τόσο άκουγες: Τανιούσκα από΄δω, Τανιούσκα από΄κει. Ακόμη και οι πιο ζηλιάρες γυναίκες την κάμανε χάζι. Τι να ειπεί κανείς; Κούκλα! Όλοι θαυμάζανε. Μονάχα η μάνα της αναστέναζε πού και πού:

-Πράματι καλλονή, μα αλλόκοτη. Σάμπως μου την άλλαξαν.

Τούτο το κορτσούλι θρηνούσε πολύ για το χαμό του Στεπάν. Πλάνταξε ολάκερο στο κλάμα, έρεψε, στο πρόσωπο μείνανε τα δυο ματάκια μονάχα. Τότες η μάνα σκέφτηκε να δώκει στην Τανιούσκα εκείνη την μπιζουτιέρα από το μαλαχίτη –ας την να παίξει μπας και ξεχαστεί. Αν και ήτανε μικρή, της άρεσε να σουλουπώνεται, όπως σε κάθε κορίτσι άλλωστε. Η Τανιούσκα αρχίνησε να ψαχουλεύει όλα τα στολίδια. Και ω, θάμα! Ό, τι δοκίμαζε της ταίριαζε γάντι λες κι είχε φτιαχτεί για κείνην και μόνο. Κι ενώ η μάνα της δεν είχε χαμπάρι πώς έπρεπε να φοριούνται μερικά από τα μπιχλιμπίδια, εκείνη τα΄ξερε όλα. Κι έλεγε κιόλας:

-Μανούλα, πόσο όμορφο είναι του μπαμπάκα το δώρο! Τόση θαλπωρή βγάνουνε τα πετράδια που θαρρείς πως σε χαϊδεύουνε απαλά σάμπως λιάζεσαι ψηλά στη ραχούλα του βράχου.

Μα και η Ναστάσια τα έβαζε κάποτες και θυμότανε καλά το πώς μούδιαζαν τα δάχτυλά της, το πώς πόναγαν τα αυτιά της, το πώς πάγωνε ο λαιμός της. Συλλογιέται, λοιπόν: «Κάτι τρέχει, δεν είναι τυχαίο, διόλου τυχαίο!» – και άντε να τα μαζέψει άρον άρον και να τα κρύψει πίσω στο μπαούλο. Μόνο που η Τανιούσκα από τότες αρχίνησε πού και πού να της τα ζητάει:

-Μανούλα, δώσ΄μου να παίξω με του πατερούλη το δώρο!

Η Ναστάσια αν κι ήτανε αυστηρή μαζί της, η καρδούλα της την λυπότανε και στο τέλος λύγιζε. Ένα της έλεγε μονάχα:

-Μη χαλάσεις τίποτες!

Αργότερα, σαν μεγάλωσε η Τανιούσκα, αρχίνησε να παίρνει την μπιζουτιέρα στα κρυφά. Άμα έφευγε η μάνα με τα τρανύτερα αδέρφια της για το κόσισμα ή καμιά άλλη δουλειά, η Τανιούσκα έμενε ξοπίσω για τα χουσμέτια(*) του σπιτιού. Πρώτα, μαθές, θα αποσώσει ό,τι της παράγγειλε η μάνα της. Θα πλύνει τα πιάτα, θα τινάξει το τραπεζομάντηλο, θα φουκαλίσει(*) την ίσμπα και τον προθάλαμο, θα ταΐσει τις κότες, θα κοιτάξει το φαΐ. Θα τα ξεπετάξει όλα γλήγορα για να κάτσει ύστερα καμιά ωρίτσα με την μπιζουτιέρα. Από τα επάνω μπαούλα ως τότε είχανε ξεπουληθεί όλα μονάχα ένα είχε μείνει, μα και κείνο γινότανε όλο και πιο ελαφρύ, καθώς λιγόστευε το βιός τους. Η Τανιούσκα, λοιπόν,  το΄σπρωχνε στο σκαμνάκι, έβγαζε από μέσα την μπιζουτιέρα, ψαχούλευε τα πετράδια, τα χάζευε, τα δοκίμαζε.

Μια φορά στο σπίτι τους μπήκε ένας κλέφτης. Ετούτος ή θα είχε κρυφτεί από νωρίς κάπου σιμά στο φράχτη ή αργότερα θα΄χε χωθεί λάθρα μες στον περίβολο έτσι, που κανείς από τη γειτονιά δεν τον πήρε μυρουδιά.  Ήτανε ένας ξωμερίτης. Φάνηκε σάμπως κάποιος απ΄τους ντόπιους τον είχε βοηθήσει ξηγώντας του τα κατατόπια.

Μόλις έφυγε η Ναστάσια, η Τανιούσκα τσάκα τσάκα ξεπέταξε όλες τις δουλειές του σπιτιού και ύστερις μπήκε μες στην ίσμπα για να παίξει με τα πετράδια του μπαμπάκα της. Φόρεσε την τιάρα, πέρασε τα σκουλαρίκια. Εκείνη τη στιγμή ο ληστής έκανε ένα ντου για να μπει στην ίσμπα. Η Τανιούσκα γύρισε να δει ποιος ήτανε και από την τρομάρα της έμεινε στήλη άλατος. Στο κατώφλι πρόβαλε ένας ξένος άντρας με ένα τσεκούρι στο χέρι. Μα το τσεκούρι ήτανε δικό τους. Τ΄αφήνανε στον προθάλαμο μέσα σε μια γωνίτσα. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα από τότες που η Τανιούσκα το΄βαλε στην μπάντα καθώς φουκαλούσε εκεί πέρα. Ο ληστής από την άλλη μόλις αντίκρισε την Τανιούσκα, ευθύς έμπηξε μια στριγκλιά, άφηκε να του γλιστρήσει από την απαλάμη το τσεκούρι και ζούπηξε και με τα δυο του χέρια τα μάτια του, λες και είχανε τσουρουφλιστεί από μια δυνατή φλόγα. Χτυπιέται, φωνάζει:

-Άουτς! Πάγει, Θεούλη μου! Γκαβάθηκα για τα καλά! – και ο ίδιος δώστου να τρίβει τις ματάρες του.

Η Τανιούσκα βλέπει – ο άνθρωπος δεν πάγει καλά, αρχίνησε να τον ρωτά:

-Πώς βρέθηκες εδώ, μπάρμπα; Και τι το θες το τσεκούρι;

Και κείνος δώστου να βογκάει και να τρίβει τα μάτια του. Τότες η Τανιούσκα τονα λυπήθηκε – γιόμωσε ένα μαστραπά νερό, ήθελε να του το προσφέρει, μα ο άντρας σκιάχτηκε και κόλλησε με την πλάτη του στην ξώθυρα.

-Μπρε, μη ζυγώνεις! – Ιδού, έκατσε στον προθάλαμο σφραγίζοντας την πόρτα, μην τυχόν και πεταχτεί όξω η Τανιούσκα. Μα κείνη δεν κώλωσε, βγήκε από το παραθύρι και πετάχτηκε ως τα γειτόνια. Μαζεύτηκε ο ντουνιάς. Βαλθήκανε να τον ρωτούν ποιος ήτανε και πώς βρέθηκε στα μέρη τους; Εκείνος αφού άνοιξε τα ζαβά του, αρχίνησε να τους ξηγάει πως ήτανε περαστικός και είχε σκοπό να ζητήσει κανέναν οβολό, μα στα καλά του καθουμένου του΄ρθε μια σκοτοδίνη και γκαβάθηκε.

-Σάμπως να με χτύπησε κατάματα ο ήλιος. Φοβήθηκα πως θα τυφλωνόμουν πέρα για πέρα. Πού ξέρω; Θα το΄παθα από το λιοπύρι.

Για το τσεκούρι και τα πετράδια η Τανιούσκα δεν είπε κουβέντα στους γειτόνους. Και κείνοι δεν βάλανε κάτι κακό με το νου τους:

«Πού΄ν΄το παράξενο; Μπορεί κι η ίδια να είχε ξεχάσει να αμπαρώσει την πύλη, και να ορίστε, ο περαστικός τρύπωσε μέσα και αυτού έπαθε αυτό που έπαθε. Άνθρωποι είμεθα, τάχατες λίγα μπορούνε να μας συμβούνε;»

Ωστόσο τον περαστικό τον κρατήσανε ώσπου να γυρίσει η Ναστάσια. Σαν έφτασε εκείνη με τους γιους της, ο άνθρωπος της είπε ό, τι ακριβώς και στους γειτόνους. Κι αφού η Ναστάσια σιγούρεψε πως όλα τα σέα ήτανε στη θέση τους σώα και αβλαβή, δε θέλησε να δώκει άλλη συνέχεια στο συμβάν. Τέλος καλό, όλα καλά, ο ξένος έφυγε να πάγει στο καλό και οι γειτόνοι επίσης.

Μόνο τότες η Τανιούσκα ξεφούρνισε στη μάνα της πώς ακριβώς γενήκανε τα πράματα. Αμέσως η Ναστάσια κατάλαβε, ότι κείνος ο άνθρωπος είχε έρθει συστημένος για την μπιζουτιέρα, μα δεν ήτανε, όπως φάνηκε, διόλου απλό να την βάλει κανείς στο χέρι. Η ίδια όμως αποφάσισε:

«Πρέπει να την κρύψω καλύτερα».

Την πήρε και την παράχωσε πίσω από το φούρνο κρυφά από την Τανιούσκα και τα άλλα παιδιά.

Σαν χρειάστηκε να ξαναφύγουνε οι δικοί της για δουλείες, η Τανιούσκα κατά το συνήθειό της πήγε να πάρει την μπιζουτιέρα. Άφαντη εκείνη, λες και έκανε φτερά. Πικράθηκε η Τανιούσκα, μα άξαφνα την συνεπήρε μια παράξενη θαλπωρή. Τι πράμα ήτανε τούτο; Από πού ερχότανε; Κοίταξε τριγύρω της και τι να ιδεί; Από κάτω από τα πατώματα έβγαινε μια λάμψη. Η Τανιούσκα αρχικά τρόμαξε μη δεν έπιασε πουθενά καμιά φωτιά. Κοίταξε στην κρυψώνα πίσω από τον φούρνο κι εκεί από μια γωνίτσα είδε να βγαίνει το φως. Άρπαξε έναν κουβά, πήγε να ρίξει νερό, μα δεν είχε μήτε φωτιά μήτε καπνό. Έσκαψε σε εκείνο το σημείο και τι να ιδεί; Νάτη η μπιζουτιέρα! Την άνοιξε και τα πετράδια της φανήκανε ακόμα πιο όμορφα. Ιριδίζανε με διάφορα χρώματα και λάμπανε σαν τον ήλιο. Ετούτη τη φορά η Τανιούσκα δεν έβγαλε την μπιζουτιέρα στον οντά, μα έμεινε να παίζει στην κρυψώνα πίσω από τον φούρνο μέχρις να την αποχορτάσει.

Από ΄κει και πέρα τούτο γινότανε σκοινί κορδόνι. Η μάνα συλλογιότανε: «Τι καλά που τα βόλεψα, μήτε η θυγατέρα μου μήτε κανείς άλλος δεν την βρίσκει πια». Ενώ η κόρη οπόταν έμενε ξοπίσω για τα χουσμέτια του σπιτιού όλο και ξέκλεβε καμιά ωρίτσα για να παίξει κρυφά με το ακριβό δώρο του μπαμπάκα της. Όσο για πούλημα η Ναστάσια δε δεχόταν κουβέντα από το σόι της.

-Άμα σφίξουν τα πράγματα και φτάσουμε στο σημείο να ζητιανέψουμε, τότες μονάχα θα τη δώκω.

Αν και δύσκολα τα΄βγαζε πέρα, δεν το ΄βαζε κάτω. Έτσι κούτσα-κούτσα πέρασαν ακόμα μερικά χρονάκια, και ύστερα τα πράματα αρχίνησαν να στρώνουνε. Τα μεγαλύτερα παιδιά ξεκίνησαν να φέρνουν κανένα μεροκάματο. Όμως και η Τανιούσκα δεν έκατσε με σταυρωμένα τα χέρια. Εκείνη, άκου το, έμαθε να κεντά με μετάξι και πούλιες. Και ήτανε τόσο καλή που ακόμη και οι καλύτερες κεντήστρες του άρχοντα χτυπούσανε τις απαλάμες τους από τη σκασίλα τους κι όλο απορούσανε από πού τάχα εκείνη έβρισκε τα σχέδια και το μετάξι;

Και τούτο επίσης γίνηκε τυχαία. Μια φορά τους χτύπησε την πόρτα μια γυναίκα, μικροκαμωμένη, μελαχρινή, συνομήλικη της Ναστάσιας, με πολύ ζωηρά μάτια και όπως φαινόταν τετραπέρατη, κάτσε καλά. Στον ώμο ντορβάς, στο χέρι γκλίτσα από αγριοκέρασο, όμοιαζε με μια περιπλανώμενη ζητιάνα.

Παρακάλεσε τη Ναστάσια:

-Μπορώ, κυρά μου, να ξαποστάσω μια δυο μερούλες στο σπιτικό σου; Δε με βαστούνε τα ποδάρια μου και έχω μεγάλη στράτα να διαβώ.

Της Ναστάσιας πρώτα πέρασε η σκέψη μην την έστειλε κανείς για την μπιζουτιέρα, μα τελικά την άφηκε να μπει στο σπίτι της.

-Χίλιοι καλοί χωράνε, έχουμε μπόλικο μέρος. Δε το λυπούμαι, γιατί μήτε να το χαλάσεις μήτε να το κλέψεις είναι μπορετό. Μα το φαΐ μας είναι λιγοστό, της ορφάνιας. Για πρωινό κρεμμυδάκι και μηλόκρασο, για βραδινό μηλόκρασο και κρεμμυδάκι, να όλη κι όλη η ποικιλία μας. Άμα δε σε τρομάζει η πείνα, καλώς να ορίσεις και μείνε όσο θες.

Δεν πρόλαβε να αποσώσει την κουβέντα της η Ναστάσια, και η ζητιάνα ήδη είχε βάλει κατά μέρος την γκλίτσα της, είχε ακουμπήσει τον ντορβά της στον πάγκο της σόμπας και είχε βγάλει τα ποδήματά της.

«Κοίτα θράσος! Δεν πρόκαμα να την καλωσορίσω και αυτήν ορίστε καλή και ξεδιαλεγμένη έβγαλε κιόλας τα ποδήματα της και έλυσε τον ντορβά της».

Η γυναίκα, πράματι, άνοιξε τον ντορβά της και νεύει με το δάχτυλό της την Τανιούσκα:

-Έλα, κορίτσι μου, να ιδείς το εργόχειρό μου. Άμα σ΄αρέσει, θα μάθω κι εσένα … Κάτι μου λέει πώς του λόγου σου έχεις καλό χέρι εσύ!

Η Τανιούσκα σίμωσε και η γυναίκα της έδωκε μια μικρή μπόλια με κεντημένες άκρες.

Και τέτοια ξόμπλια είχε επάνω της εκείνη η μπόλια, που με μιας μες στην ίσμπα όλα γενήκανε και πιο φωτεινά και πιο ζεστά.

Η Τανιούσκα γούρλωσε τα μάτια της και η γυναίκα άφηκε ένα γελάκι.

-Φαίνεται, κόρη μου, πως σ΄ άρεσε το εργόχειρό μου. Θες να σε μάθω;

-Θέλω, της απαντά.

Η Ναστάσια γίνηκε πυρ και μανία:

-Να το ξεχάσεις! Δεν έχουμε να πάρουμε αλάτι κι εσύ ζητάς μεταξωτές κλωστές! Τούτα τα ύπεργα(*) στοιχίζουνε μια περιουσία.

-Όσο γι΄ αυτά μη σε μέλλει, κυρά μου, – λέει η ζητιάνα. –Αν η θυγατέρα σου μάθει την τέχνη, θα΄χει και τα ύπεργα. Για να σου ξεπληρώσω την καλοσύνη σου, θα της τ΄αφήκω, θα κρατήσουν κάμποσο καιρό. Και μετά βλέποντας και κάμνοντας. Η τέχνη μας πληρώνεται ακριβά. Δεν δουλεύουμε τζάμπα. Το βγάζουμε το ψωμάκι μας.

Η Ναστάσια θέλοντας και μη υποχώρησε.

-Αφού θα της δώκεις τα ύπεργα, γιατί να μη μάθει. Ας μάθει και όσα πιάσει. Μόνο ευχαριστώ θα σου πω.

Έτσι η γυναίκα στρώθηκε να μαθαίνει την Τανιούσκα. Εκείνη τ΄άρπαζε στον αέρα, λες και τα΄ξερε από πριν. Ακόμη και τούτο: η Τανιούσκα δεν ήτανε ποτές ιδιαίτερα στοργική όχι μονάχα με τους ξένους, αλλά και με τους δικούς της ακόμα, ενώ με τούτη τη γυναίκα δέθηκε για τα καλά. Η Ναστάσια όλο τις λοξοκοιτούσε:

«Βρήκε το καινούριο της σόι. Δε ζυγώνει τη μάνα της, μα με τούτην την ξένη γίνηκε κώλος και βρακί!»

Και εκείνη λες κι εξεπίτηδες όλο «παιδάκι μου» ή «κόρη μου» φώναζε την Τανιούσκα σάμπως αποστρεφότανε το βαφτιστικό της. Η Τανιούσκα ένιωθε, ότι η μάνα της ζοριζότανε, μα δεν μπορούσε να κάμει ζάφτι τον εαυτό της. Και άκου το, τέτοια εμπιστοσύνη είχε αυτηνής της γυναίκας που της μαρτύρησε ακόμα και για την μπιζουτιέρα!

-Έχουμε, -λέει, – ένα ακριβό ενθύμιο από τον μπαμπάκα μου – τη μαλαχιτένια μπιζουτιέρα. Εκεί να ιδείς πετράδια! Θα τα χάζευα με τις ώρες.

-Θα μου τα δείξεις, κόρη μου; – ρωτά η γυναίκα.

Της Τανιούσκας μήτε που της πέρασε κάτι κακό από το μυαλό.

-Αμέ, λέει, σαν λείψουν οι δικοί μου.

Μόλις δόθηκε μια τέτοια ευκαιρία, η Τανιούσκα φώναξε τη γυναίκα στην κρυψώνα. Έβγαλε την μπιζουτιέρα, αρχίνησε να της τα δείχνει, μα η γυναίκα τα κοίταξε λίγο και της λέει:

-Και δεν τα βάζεις απάνω σου να τα ιδώ καλύτερα.

Άλλο που δεν ήθελε η Τανιούσκα. Αρχίνησε να τα βάζει πάνω της και κείνη όλο την παίνευε:

-Τι καλά που σου πρέπουν, κόρη μου! Κάτσε μονάχα να στα σιάξω λιγάκι.

Την σίμωσε και αρχίνησε να ακουμπά με το δάχτυλό της ένα ένα όλα τα πετράδια. Όποιο άγγιζε, ευθύς έπαιρνε άλλη λάμψη. Για την Τανιούσκα άλλα ήτανε φανερά και άλλα αφανέρωτα. Ύστερα η γυναίκα της λέει:

-Σήκω απάνω, κόρη μου.

Η Τανιούσκα σηκώθηκε και η γυναίκα δώστου να της χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά, την πλάτη. Κι αφού όλη την περιέβαλε με τα χάδια της, την ορμηνεύει:

– Πρόσεξε μόλις σου πω να γυρίσεις, μην κοιτάξεις κατά πίσω να με ιδείς. Κοίτα μονάχα ομπρός σου και τήρα τι θα γίνεται αυτού χωρίς να βγάλεις άχνα.  Άντε, γύρνα!

Γύρισε η Τανιούσκα. Ομπρός της πρόβαλε μια αίθουσα, που όμοιά της δεν είχαν δει ποτές τα μάτια της. Μην ήτανε καμιά εκκλησιά, μην κανένα άλλο πράμα;  Ετούτη λοιπόν η αίθουσα φαινότανε ψηλοτάβανη με κολόνες από ατόφιο μαλαχίτη. Ακόμα και όλα τα ντουβάρια ήτανε ντυμένα με το μαλαχίτη ίσαμε εκεί που΄φτανε το μπόι του ανθρώπου και από πάνω τα έζωνε ένα γύρο μια φάσα με περίτεχνο σχέδιο σκαλισμένο στο μαλαχίτη. Η Τανιούσκα σαν να τα΄βλεπε όλα μες στο μεγάλο καθρέπτη. Ίσια ομπρός της στεκότανε μια καλλονή, που όμοιές της μονάχα μες στα παραμύθια υπάρχουνε. Είχε πράσινα μάτια και μαλλιά μαύρα κατράμι. Και από την κορφή ως τα νύχια ήτανε στολισμένη με ακριβά πετράδια. Φορούσε ένα φουστάνι από πράσινο γυαλιστερό βελούδο σαν κι αυτά που έχουνε οι τσαρίνες στους πίνακες. Πώς και δε γλιστρούσε από τους ώμους της; Οι ντόπιες, οι δικές μας γυναίκες του εργοστασίου, κάλλιο να τις κατάπινε η γης παρά να φορέσουν όξω ένα τέτοιο ξώπλατο φουστάνι, μα ετούτην η πρασινομάτα καθόταν ατάραχη, σαν να μην έτρεχε τίποτες. Η σάλα ήτανε γιομάτη από κόσμο. Όλοι, ντυμένοι όπως ντύνονται οι αφέντες, έπλεαν στο χρυσάφι και στα παράσημα. Μερικοί τα είχανε κρεμασμένα ομπρός, άλλοι από πίσω, τρίτοι από όλες τις μεριές. Θα΄λεγες πως είχανε μαζευτεί τα πιο τρανά αφεντικά μαζί με τις κυράδες τους. Και τούτες κυκλοφορούσανε με ξώπλατα και αμάνικα, όλες φορτωμένες διαμαντικά. Μα πού να τα βγάλουν πέρα με την πρασινομάτα! Καμιά τους δεν έφτανε μήτε στο μικρό της δαχτυλάκι.

Δίπλα στην πρασινομάτα σειότανε και λυγιότανε ένας ξανθούλης. Είχε λοξά μάτια και πεταχτά αφτιά, ίδιος λαγός. Και τα ρούχα του ήτανε σκέτη τρέλα. Θα του ΄πεσε λίγο το χρυσάφι και άκου τι πήγε και έφτιαξε: έβαλε στα ποδήματά του από μιαν τρανή κοτρόνα που μια στο τόσο βρίσκεται μες στα σπλάχνα της γης. Ευθύς τον έκοβες για κανένα εργοστασιάρχη με ορυχεία. Ετούτος ο λαγός, λοιπόν, όλο μίλαγε και μίλαγε στην πρασινομάτα μα κείνη μήτε μια φορά δεν είχε σηκώσει το φρύδι της σάμπως περιφρονούσε αυτά που της έλεγε κείνος.

Η Τανιούσκα εκεί πού κοίταζε ετούτη την αρχόντισσα κι όλο την εθαύμαζε, έξαφνα πρόσεξε κάτι πολύ περίεργο απάνω της:

–  Καλέ, τα πετράδια που φορεί είναι του μπαμπάκα μου! –αναφώνησε η Τανιούσκα και ευθύς όλα χάθηκανε από μπροστά της.

Η γυναίκα εκείνη της γέλασε καλόβουλα:

-Δεν πρόκαμες να τα ιδείς όλα, κόρη μου! Μη σεκλετίζεσαι, με τον καιρό θα γίνει και τούτο.

Η Τανιούσκα, μαθές γύρεψε να μάθει πού βρισκότανε εκείνη η σάλα.

-Μα αυτή, λέει, είναι μες στο παλάτι του Τσάρου. Είναι εκείνη η ξακουστή αίθουσα που με το μαλαχίτη από τούτα΄δω τα μέρη έχει πλουμιστεί. Ο συγχωρεμένος ο μπαμπάκας σου τον είχε βγάλει μες από τα σπλάχνα της γης με τα ίδια του τα χέρια.

-Και ποια είναι εκείνη που φορούσε τα στολίδια του μπαμπά μου; Και ποιος είναι εκείνος ο λαγός που σειότανε δίπλα της;

-Μμ, αυτό δεν μπορώ να στο μαρτυρήσω, αργά ή γρήγορα θα τα μάθεις μόνη σου.

Την ίδια μέρα που γύρισε σπίτι η Ναστάσια, η γυναίκα αρχίνησε να μαζεύει τα μπογαλάκια της. Έκαμνε έναν τεμενά στη νοικοκυρά, έδωκε στην Τανιούσκα έναν μπόγο με μεταξωτές κλωστές και πούλιες. Ύστερις έβγαλε μια μικρή γυαλισμένη πούλια από απλό γυαλί ή από χαλαζία και την έδωκε στην Τανιούσκα λέγοντας:

-Δέξου το, κόρη μου, ως ενθύμιο για μένανε. Άμα ξεχάσεις τίποτες ή δυσκολευτείς πουθενά, κοίταξε μέσα σε τούτην την πούλια. Ευθύς θα βρεις τη λύση.

Έτσι μίλησε και έφυγε. Δεν την ξανάδανε πια.

Από τότες γίνηκε η Τανιούσκα χρυσοχέρα –μαστόρισσα, και όταν μπήκε στα χρόνια της παντρειάς, γίνηκε και περιζήτητη νύφη. Τα παλικάρια από το εργοστάσιο βγάλανε τα μάτια τους κοιτάζοντας τα παραθύρια της Ναστάσιας, μα πού να πλευρίσουνε την Τανιούσκα; Δεν κοτούσαν. Εκείνη έστεκε πάντα αυστηρή και σοβαρή. Κι ύστερις ποια λεύθερη θα καταδεχότανε να πάρει έναν δουλοπάροικο; Ποια θα ήθελε να μπει κάτω από το ζυγό;

Κάποτε η φήμη για την Τανιούσκα-χρυσοχέρα έφτασε μέχρι το αρχοντόσπιτο. Αρχίνησαν να της στέλνουνε παλικάρια. Ντύνανε έναν υπηρέτη, τον πιο νέο και τον πιο ωραίο ωσάν κύριο, του περνάγανε και το ρολόι με την καδένα και τον στέλνανε στην Τανιούσκα, τάχατες για κάποια δουλειά.  Δε θα τσίμπαγε άραγες η κοπελιά βλέποντας ένα μορφονιό, σαν κι αυτόν; Άμα γινότανε τέτοια δουλειά, ύστερα μπορούσες εύκολα πια να βάλεις και την ίδια στο χέρι. Μα όλα τα κόλπα τους πήγανε στράφι. Η Τανιούσκα έλεγε ό,τι είχε να πει για τη δουλειά της, όσο για τα γλυκόλογα του λακέ δεν τα πρόσεχε καν. Άμα τον βαριότανε κιόλας, αρχινούσε να τον δουλεύει ψιλό γαζί:

-Καλέ μου άνθρωπε, δε φεύγεις τώρα! Αφού σε περιμένουνε. Θα ανησυχούνε μην τυχόν και χαλάσει το ρολόι ή ξεθωριάσει η καδένα. Αφού έτσι που είσαι άμαθος όλο τα ψαχουλεύεις.

Τούτα τα λόγια για τους λακέδες ή άλλους υπηρέτες από το αρχοντικό ήτανε όπως το νέφτι για το σκυλί. Ο κακομοίρης έτρεχε σαν λυσσασμένος και ξεφυσούσε λέγοντας από μέσα:

-Μα είναι κοπελιά αυτή; Σκέτο ξόανο από πέτρα με πράσινα μάτια! Σιγά μη σκάσω. Υπάρχουνε κι αλλού πορτοκαλιές που κάμουν πορτοκάλια!

Μόλο που ξεφυσούσε, είχε δαγκώσει για τα καλά τη λαμαρίνα. Και όποιον στέλνανε, δεν μπορούσε πια να αποξεχάσει την εμορφιά της Τανιούσκας. Τον τραβούσε εκείνο το μέρος λες κι του είχανε κάμει μάγια. Ο κόσμος να χαλάσει έπρεπε να περάσει μπρος από τα παραθύρια της, να ρίξει κατά μέσα έστω μια ματίτσα. Στις γιορτές σχεδόν όλα τα ανύπαντρα παλικάρια μαζεύονταν όλως τυχαία τάχα για κάποιες δουλειές στο δρόμο της. Ανοίξανε με τα ποδήματά τους ένα μονοπάτι κάτω από τα παραθύρια της, μα η Τανιούσκα δεν τους έδινε ντιπ σημασία. Οι γειτόνισσες αρχίνησαν να την κακολογούνε στη Ναστάσια:

-Από τι η Τατιάνα σου σήκωσε ψηλά τον αμανέ; Μήτε φιλενάδες έχει, μήτε παλικάρια θέλει. Μπας και περιμένει κανένα πριγκιπόπουλο ή μήπως τάχα ετοιμάζεται για καλόγρια;

Τι να πει η Ναστάσια σε τούτες τις κατηγόριες; Αναστέναζε μονάχα.

-Αχ! Πού να ξέρω κι εγώ η κακομοίρα; Από μικράτα το κορίτσι μου ήτανε παράξενο, μα κείνη η πλανόδια μάγισσα την έχει κάμει πέρα για πέρα απόμακρη. Πας να της μιλήσεις και εκείνη σαν στυλώσει το βλέμμα της στη μαγική της πούλια, μιλιά δεν της παίρνεις. Θα την επέταγα την καταραμένη, μα την έχει αποκούμπι στο εργόχειρό της. Όταν είναι να αλλάξει το μετάξι ή κάτι άλλο, συμβουλεύεται την πούλια. Μου΄δειχνε κι εμένανε, μα τα μάτια μου γκαβωθήκανε, δε βλέπω πια καλά. Ώρες ώρες μου΄ρχεται να της ρίξω ένα χέρι ξύλο, μα δεν ημπορώ. Σκέψου πως από τον κόπο της μονάχα και ζούμε. Είναι πολύ εργατικιά. Μια φορά τα έκλωθα όλα τούτα μες στο μυαλό μου και σαν με παίρνουνε κάτι κλάιματα… Τότες, λοιπόν, εκείνη έρχεται και μου λέει: «Μανούλα μου, δεν είναι γραφτό να μείνω εδώ πέρα. Γι΄αυτό και δε δίνω θάρρος σε κανένανε, δεν πάγω σε γιορτές και πανηγύρια. Για ποιο σκοπό να βάζω τους κακόμοιρους τζάμπα σε νταλκάδες; Και αν κάθουμαι στο παραθύρι, τούτο το κάμω μονάχα για το εργόχειρό μου. Από τι με ξεσυνερίζεσαι; Τι κακό έκαμα;» Τι να της πεις τώρα!

Κι όμως η ζωή τους αρχίνησε να στρώνει. Τα κεντήματα της Τανιούσκας γινήκανε πολύ του συρμού. Όχι μονάχα στο εργοστάσιο ή στην πόλη μας, αλλά και στα άλλα μέρη διαδόθηκε η φήμη της και οι παραγγελιές αρχίνησαν να πέφτουνε βροχή και να πληρώνονται αδρά. Έβγαζε τόσα όσα μονάχα ένας γερός δουλευταράς μπορούσε να φέρει στο σπίτι.

Τότε τους βρήκε μεγάλη συφορά. Το σπίτι τους έπιασε φωτιά. Τούτο συνέβηκε νύχτα. Ο στάβλος, το υπόστεγο, η φοράδα, η γελάδα και διάφορα ύπεργα –  όλα γενήκανε στάχτη και μπούρμπερη. Μείνανε μ΄αυτά που πετάχτηκαν όξω. Μονάχα την μπιζουτιέρα πρόκαμε να περισώσει η Ναστάσια. Την επομένη τους λέει:

-Ήρθε για μας, ως φαίνεται, η μαύρη μέρα. Δίχως άλλο πρέπει να δώκουμε την μπιζουτιέρα.

Οι γιοι της φωνάζουνε με μια φωνή:

-Δώσ΄την, μανούλα. Μονάχα μην την δώκεις τζάμπα.

Η Τανιούσκα κρυφοκοίταξε την πούλια κι από ΄κεί η πρασινομάτα της έγνεψε «ας την δώκουνε». Στενοχωρήθηκε η Τανιούσκα, αλλά και τι να κάμνει; Έτσι κι αλλιώς το ενθύμιο του μπαμπάκα θα κατέληγε σε εκείνη την πρασινομάτα. Αναστέναξε και λέει:

– Τι να γένει; Ας την πουλήσουμε.

Και δεν θέλησε καν να ιδεί τα πετράδια για τελευταία φορά. Να ειπούμε την αλήθεια, δεν είχε και μέρος να τ΄απλώσει αφού στριμωχτήκανε πέρα στους γειτόνους.

Με το που αποφασίσανε να την πουλήσουνε, στο άψε σβήσε πλακώσανε κι οι αγοραστές. Έμοιαζε πως  κάποιος από δαύτους έκαψε εξεπίτηδες το σπίτι τους για να βάλει χέρι στην μπιζουτιέρα τους. Τι σόι άνθρωποι, θαρρείς   – αϊτονύχηδες!

Γλέπουνε, τα παιδιά μεγαλώσανε, τάζουνε περισσότερα ετούτη τη φορά. Ένας πεντακόσια, άλλος επτακόσια, ο τρίτος ανέβηκε στα χίλια ρούβλια. Ήτανε ένα σεβαστό ποσό για τους εργάτες του εργοστασίου. Με αυτό άνετα μπορούσες να στήσεις ένα καινούριο σπιτικό απ΄την αρχή. Μα η Ναστάσια ζητούσε δυο χιλιάρικα ακατέβατα. Της κάμανε παζάρια, παριστάνανε τους καλούς. Σιγά σιγά ανεβάζανε την προσφορά κρυφά ο ένας από τον άλλον. Δεν μπορούσανε να τα βρούνε μεταξύ τους, επειδής ένα τέτοιο κελεπούρι δε ήθελε να το χάσει κανείς τους. Τον καιρό που την Ναστάσια την πολιορκούσανε οι αγοραστές, στο εργοστάσιο της Πολεβά κατέφτασε ένας καινούριος επιστάτης.

Συνήθως οι επιστάτες δεν αλλάζανε συχνά, μα κείνα τα χρόνια έπεσε μια γκίνια απάνω τους. Τον έναν, επονομαζόμενο Βρομερό Τραγί, που έκαμε κουμάντο στο εργοστάσιο σαν ζούσε ακόμα ο Στεπάν, ο γερο-εργοστασιάρχης τον ξαπόστειλε στο ορυχείο του Κριλάτοβσκο για το βρομερό του χνώτο. Ύστερα ήρθε ο Ψημένος Πισινός. Για τα καμώματά του τον απίθωσαν οι εργάτες απάνω σε μιαν πυρωμένη πλάκα μετάλλου. Αυτού πάλι ανέλαβε ο Σεβεριάν ο Φονιάς. Αυτόνανε τον έθαψε μες στα στείρα πετρώματα η Κυρά του Χάλκινου Βουνού. Ήρθανε ακόμα κανένα δυο ή τρεις ασήμαντοι και μετά ήρθε ετούτος, ο καινούριος.

Αυτός λέγεται πως ήτανε από τα ξένα, τάχα μιλούσε φαρσί άλλες γλώσσες, μα τα Ρούσικα τσάτρα πάτρα. Μόνο μια κουβέντα ήξερε να λέει καθαρά –«βούρδουλα!». Και την έλεγε κάπως συρτά σάμπως να τραγούδαγε: «Βού-ρδου-λα!». Ό, τι στραβό και ανάποδο του αναφέρνανε ένα μονάχα ήξερε και φώναζε: «Βούρδουλα!». Έτσι ο κοσμάκης Βούρδουλα τον εβάφτισε.

Να ειπούμε την αλήθεια ετούτος ο Βούρδουλας δεν ήτανε σαν τους άλλους μοχθηρός. Μόλο που φώναζε, δεν έστελνε τον κοσμάκη στον τόπο μαστιγώματος. Στα χρόνια του οι μπόγιες βαρούσανε μύγες, μα ο ντουνιάς πήρε μια ανάσα.

Άκου να δεις τώρα τι έγινε. Εκείνο τον καιρό ο γερο –εργοστασιάρχης είχε κουραστεί πολύ, δεν μπορούσε πια να μαζέψει τα ποδάρια του. Σκέφτηκε, λοιπόν, να παντρέψει το γιο του με καμιά κόμισσα ή άλλη καμιά αριστοκράτισσα. Μα ετούτος ο νεαρός Τουρτσανίνωφ είχε μια αγαπητικιά και της είχε μεγάλη αδυναμία. Πώς να κάμει, λοιπόν; Το ζήτημα ήτανε λεπτό. Τι θα λέγανε τα συμπεθέρια;  Έτσι, λοιπόν, αρχίνησε ο γέρος να γυροφέρνει εκείνη τη γυναίκα, την αγαπητικιά του γιού του, για να της πασάρει έναν μουσικάντη. Ο μουσικάντης αυτός ήτανε στην υπηρεσία του γέρου. Μάθαινε τα παιδιά του μουσική και ξένη λαλιά, όπως ταίριαζε στην αφεντιά τους.

-Κάλλιο, της λέει, να παντρευτείς παρά να ζεις με το κακό όνομα στην κοινωνία. Θα σου δώκω προίκα και τον άντρα σου θα τον βάλω επιστάτη στο εργοστάσιο της Πολεβά. Αυτού θα βρει μια στρωμένη δουλειά, μονάχα να κρατά σφιχτά τα λουριά του κοσμάκη. Παρότι μουσικάντης, θαρρώ πως δεν είναι ντιπ άχρηστος, έχει κότσια για τούτο. Κι εσύ θα περάσεις ζωή χαρισάμενη στην Πολεβά. Θα΄σαι η πρώτη κυρία, να ειπούμε. Θα΄χεις και τις τιμές και το σεβασμό του κόσμου. Άσχημα τάχα σου πέφτει;

Η γυναικούλα αποδείχτηκε συνεννοήσιμη. Ίσως και να ήτανε μαλωμένη εκείνον τον καιρό με το νεαρό αφεντικό ή μπορεί απλά να ήτανε πονηρή ωσάν τη γάτα.

-Καιρό, του λέει, το σκέφτομαι, μα δεν τολμούσα να τ΄ομολογήσω.

Ο μουσικάντης όμως αρχικά τσιτώθηκε:

-Δεν την θέλω, κυκλοφοράει πολύ κακή φήμη γι΄αυτήνανε, λένε τάχα πως είναι ελευθέρων ηθών.

Μα ο γέρος ήτανε παμπόνηρος γάτος. Δεν ήτανε διόλου τυχαίο που απόχτησε τόσα εργοστάσια. Γλήγορα τον κατάφερε ετούτον τον μουσικάντη. Μπορεί να τον φοβέρισε με κάτι, να του΄ταξε τίποτες ή να τον μέθυσε –δικός του λογαριασμός, μονάχα πολύ σύντομα έγινε ο γάμος και οι νιόπαντροι φύγανε για την Πολεβά. Έτσι ο Βούρδουλας βρέθηκε στο εργοστάσιό μας. Δεν έζησε όμως για πολύ. Να λέμε του στραβού το δίκιο, ετούτος ο άνθρωπος ήτανε εντάξει, δεν έβλαψε κανένανε. Ο κοσμάκης έπινε νερό στο όνομά του, ιδίως σαν ήρθε στη θέση του η Τροφαντή Μούρη που η σκούφια του κρατούσε από τους ντόπιους εργάτες.

Ήρθε λοιπόν ο Βούρδουλας με την κυρά του ακριβώς τον καιρό εκείνο που οι εμπόροι πολιορκούσανε τη Ναστάσια. Η γυναίκα του καινούριου επιστάτη ήτανε από τις πολύ εμφανίσιμες. Ξανθιά με κάτι κόκκινα μάγουλα, με μια λέξη ένα ξερολούκουμο. Πώς αλλιώς θα την είχε αγαπητικιά του το νεαρό αφεντικό; Σιγά μην είχε ό,τι κι ό,τι εκείνος. Μπα, θα διάλεγε καιρό! Η γυναίκα του Βούρδουλα, λοιπόν, το μυρίστηκε κι αυτή, ότι τάχα πουλιέται μια μπιζουτιέρα. «Ας ρίξω κι εγώ μια ματιά, -σκέφτηκε -μπορεί πράματι να αξίζει τον κόπο». Ετοιμάστηκε στο άψε σβήσε και πήγε στη Ναστάσια. Άλλωστε τα αλόγατα του εργοστασίου ήτανε πάντοτε στη διάθεσή της!

-Καλέ, της λέει, δείξε μου, τι σόι πετρούλες πουλάς;

Η Ναστάσια έβγαλε την μπιζουτιέρα να της την δείξει. Οι ματάρες της κυρίας επιστάτου αρχίνησαν να τρέχουν πέρα δώθε. Άκου το, αυτή μεγάλωσε στην κοτζάμ Αγία Πετρούπολη, είχε πάγει και στο εξωτερικό με τον αγαπητικό της, γνώριζε λοιπόν από στολίδια. «Τι γίνεται εδώ πέρα; -σκέφτεται. Η ίδια η τσαρίνα δεν έχει τέτοια κοσμήματα κι εδώ πέρα στην Πολεβά κάτι ξεβράκωτοι –ορίστε μας! Δεν πρέπει να χάσω ετούτο το κελεπούρι».

-Πόσα, την ρωτάει, ζητάς;

Η Ναστάσια της λέει:

-Θέλω δυο χιλιάρικα ακατέβατα.

-Άντε, καλέ, ετοιμάσου! Πάμε σπίτι μου με την μπιζουτιέρα. Αυτού θα σε πλερώσω στο ακέραιο.

Η Ναστάσια δεν έστερξε σε τούτο.

-Δεν έχουμε τέτοιο συνήθειο να τρέχει το ψωμί ξοπίσω από την κοιλιά. Μου φέρνεις τους παράδες, σου δίνω την μπιζουτιέρα.

Η κυρά βλέπει ότι η γυναίκα είναι βράχος και καθώς φεύγει για να της φέρει τους παράδες, της ορμηνεύει:

– Το καλό που σε θέλω μην την δώκεις αλλού.

Η Ναστάσια της απαντά:

-Για τούτο μην ανησυχείς. Ξέρω να κρατώ το λόγο μου. Θα σε περιμένω ως το βράδυ, από κει και πέρα η συμφωνία μας χαλάει.

Μόλις έφυγε η γυναίκα του Βούρδουλα, πλακώσανε οι εμπόροι που δεν την αφήνανε από τα μάτια τους. Την ρωτάνε, λοιπόν, πώς και τι.

-Την επούλησα, τους απαντά η Ναστάσια.

-Πόσο;

-Για δυο χιλιάρικα, όπως ζητούσα εξαρχής.

-Τρελάθηκες, φωνάζουνε, πάγει έχασες το μυαλό σου! Στα ξένα χέρια δίνεις ενώ τους ντόπιους τους περιφρονάς! – κι δώστου να ανεβάζουν την τιμή.

Η Ναστάσια όμως δεν τσίμπησε σε τούτα.

– Εσείς, τους λέει, δεν το΄χετε σε τίποτα να λέτε και να ξελέτε ενώ εγώ κάτι τέτοια δεν τα ημπορώ. Έδωκα το λόγο μου στη γυναίκα και τέρμα!

Η γυναίκα του Βούρδουλα δεν άργησε να γυρίσει. Της έφερε τα λεφτά, τα΄δωκε χέρι με χέρι, ύστερα βούτηξε την μπιζουτιέρα και άιντε δρόμο στο σπίτι. Με το που βγαίνει στο κατώφλι, έρχεται η Τανιούσκα που΄λειπε για κάποια δουλειά όσην ώρα γινότανε το αλισβερίσι.

Βλέπει μια κυρά με την μπιζουτιέρα παραμάσχαλα. Την τηράει η Τανιούσκα με μισό μάτι. Μπα! Δεν ήτανε εκείνη που είχε δει τότες στον καθρέπτη. Η γυναίκα του Βούρδουλα πειράχτηκε από το βλέμμα της Τανιούσκας, βαρύ και ασήκωτο.

-Πώς τολμάς; Ποια είσαι του λόγου σου; -την ρωτά.

-Η θυγατέρα μου είναι, της απαντά η Ναστάσια. Αυτή είναι η κληρονόμος της μπιζουτιέρας που πήρες. Δε θα την έδινα άμα δεν είχαμε μεγάλη ανάγκη. Από μικράτα αγαπούσε να παίζει με τούτα τα στολίδια. Έπαιζε και όλο παίνευε πόση θαλπωρή και αγαλλίαση σκόρπαγαν. Τι να λέμε! Πάγει, χαθήκανε πια!

-Κακώς, καλή μου, σκέφτεσαι έτσι, της λέει η γυναίκα του Βούρδουλα. – Είναι σε σίγουρα χέρια, θα τα προσέξω καλά ετούτα τα πετράδια. –Κι από μέσα της συλλογιέται: «Τι καλά που ετούτη η πρασινομάτα δεν γρικά τι λογής δύναμη έχει. Έτσι και παρουσιαζότανε στην Αγία Πετρούπολη, και τους τσάρους ακόμη θα τους είχε στο τσεπάκι της. Ευτυχώς που ο πρώην μου, ο χαζό-Τουρτσανίνωφ, δεν την έχει δει.»

Με αυτό χωριστήκανε και η καθεμιά τράβηξε το δρόμο της.

Η γυναίκα του Βούρδουλα σαν γύρισε στο σπίτι, αρχίνησε να κοκορεύεται:

-Τώρα, καλέ μου, δεν έχω ανάγκη μήτε εσένα μήτε τον ίδιο τον Τουρτσανίνωφ. Το παραμικρό και έφυγα – αντίο και γεια χαρά σας! Φεύγω στην Αγία Πετρούπολη ή ακόμη παραπέρα, στο εξωτερικό, πουλώ την μπιζουτιέρα και τέτοιους άντρες σαν κι εσένα αγοράζω με τη σέσουλα, άμα χρειαστεί.

Αφού κοκορεύτηκε, θέλησε κιόλας, σαν γυναίκα που ήτανε, να προβάρει απάνω της το καινούριο απόχτημα! Έτρεξε στον καθρέπτη και πρώτα πρώτα έβαλε την τιάρα. – Αμάν! Δε βαστώ! Πώς τραβάει έτσι τις τρίχες μου! Πάνε τα μαλλιά μου! –  Είδε κι έπαθε να λευθερώσει το κεφάλι της. Κάποια άλλη θα σταματούσε εκεί, μα ετούτη δεν κρατιότανε.  Έβαλε τα σκουλαρίκια – της πρηστήκανε τα αφτιά. Πέρασε το δαχτυλίδι -της μούδιασε το δάχτυλο. Αμάν να το βγάλει με το σαπούνι. Ο άντρας της την περιγελούσε: Δεν είναι για τα μούτρα σου!

Και εκείνη σκέφτηκε από μέσα: «Τι στο καλό τρέχει; Πρέπει να κατέβω στην πόλη για να τα δείξω σε κανένα μάστορα. Ας μου τα φέρει στα μέτρα μου, μονάχα μη μου νοθέψει τα πετράδια.»

Το είπε και το έκαμε. Την επομένη πρωί πρωί έφυγε για την πόλη. Για την τρόικα του εργοστασίου ήτανε μια απόσταση μηδαμινή. Μάζεψε πληροφορίες για το ποιος από τους μαστόρους ήτανε ο πιο αξιόπιστος και τράβηξε ντουγρού σε αυτόνανε. Ο μάστορας αυτός είχε τα χρονάκια του, μα στην τέχνη του ήτανε πρώτος. Ξέτασε την μπιζουτιέρα, ρώτηξε από ποιον είχε αγοραστεί. Η κυρά του είπε ό, τι ήξερε. Ο μάστορας έριξε ακόμη μια ματιά στην μπιζουτιέρα, μα τα πετράδια δεν τα΄δε ντιπ.

– Και να μου δώκετε ό,τι έχετε και δεν έχετε δεν το αναλαβαίνω, -της λέει. Δεν είναι δουλειά ντόπιων μαστόρων. Πού να συναγωνιστούμε με τους άλλους;

Η κυρά, μαθές, δεν κατάλαβε ποιο ήταν το κώλυμα, ρουθούνισε μονάχα και έτρεξε σε άλλους μαστόρους. Μόνο που όλοι τους σαν να ήτανε μιλημένοι μεταξύ τους: κοιτάζουνε την μπιζουτιέρα, την θαυμάζουνε, μα αποστρέφουνε το βλέμμα τους από τα πετράδια και με τίποτες δεν αναλαβαίνουνε τη δουλειά. Τότες η κυρά πονηρεύτηκε και είπε, ότι την μπιζουτιέρα την είχε φέρει η ίδια από την Αγία Πετρούπολη. Εκεί φτιαχτήκανε κι όλα τα κοσμήματα. Ο μάστορας στον οποίο τα ξεφούρνισε, γέλασε μονάχα:

-Γνωρίζω, της λέει, σε ποιο μέρος έχουνε φτιαχτεί και το μάστορα πολλά τον έχω ακουστά. Κανένας από εμάς δεν έχει τα κότσια να παραβγεί μαζί του. Ο μάστορας αυτός  ό,τι φτιάχνει το φτιάχνει στα μέτρα ενός ορισμένου ανθρώπου, σε άλλον δεν πρόκειται να ταιριάξει ο κόσμος να χαλάσει.

Η κυρά δεν τα πολυκατάλαβε αυτά, εννόησε μονάχα ότι το πράγμα περιπλέκεται επειδής φοβούνται κάποιονα μάστορα. Θυμήθηκε πως η παλιά ιδιοκτήτρια διηγούνταν ότι της κόρης της τάχα άρεσε να φοράει αυτά τα στολίδια.

«Έχει γούστο να έχουν πράγματι φτιαχτεί στα μέτρα εκείνης της πρασινομάτας; Συφορά μου!»

Ύστερα τα έκλωθε καλύτερα στο μυαλό της:

«Τι με κόφτει εμένανε!  Θα την πουλήσω σε καμιά ζάπλουτη χαζή. Ας παιδεύεται εκείνη και ΄γω θα έχω τα λεφτουδάκια μου!» Αφού αποφάσισε έτσι, έφυγε για την Πολεβά.

Με το που γύρισε, μαθαίνει τα μαντάτα: τους μήνυσαν ότι ο γερο-άρχοντας αποδήμησε εις Κύριον. Τον Βούρδουλα μια χαρούλα τον ξεγέλασε, μα κι ο Χάρος ξεγέλασε εκείνονε πριν προλάβει να παντρέψει το γιο του, που τώρα γίνηκε απόλυτος ιδιοκτήτης ολάκερης της περιουσίας του. Σε λίγο καιρό η γυναίκα του Βούρδουλα έλαβε ένα ραβασάκι. Το και το, αγαπούλα μου, μόλις λιώσουν τα χιόνια θα΄ ρθω να επισκεφτώ τα εργοστάσιά μου και θα σε πάρω κοντά μου, όσο για τον μουσικάντη σου, θα τον στείλουμε στον αγύριστο. Σαν το ΄μαθε ο Βούρδουλας, ξεσήκωσε όλους με τις φωνές και τις φοβέρες. Τι θα πει ο κόσμος; Κοτζάμ επιστάτης και να του πάρουνε τη γυναίκα του με το έτσι θέλω! Αρχίνησε να τα κοπανάει παρέα με τους υπαλλήλους του. Εκείνοι πάλι δεν κάμνανε κράτει μιας και τους ερχότανε τζάμπα το πιοτί. Μια φορά που τα πίνανε, κάποιος από την παρέα κοκορεύτηκε:

-Τράνεψε στο εργοστάσιό μας μια καλλονή που όμοιά της δεν υπάρχει σε ολάκερο τον κόσμο.

Ο Βούρδουλας τους ρωτά:

-Τίνος είναι; Σε ποιο μέρος κάθεται;

Με τα λίγα με τα πολλά του τα΄πανε. Δεν παραλείψανε να του αναφέρουνε και για την μπιζουτιέρα: «Από την φαμελιά εκείνη η γυναίκα σας αγόρασε την μπιζουτιέρα.»  Ο Βούρδουλας τότες τους λέει:

– Θα ΄θελα να την ιδώ.

Η μπεκροπαρέα δεν άργησε να του βρει ένα καλό πρόσχημα.

– Και τώρα παγαίνουμε όπως είμεθα. Τάχατες να ελέγξουμε, αν η καινούρια τους ίσμπα είναι εντάξει. Αν και η φαμελιά τους είναι από τις λεύθερες, κάθουνται όμως στη γης που ανήκει στο εργοστάσιο. Αν δούμε κάτι στραβό μπορούμε κιόλα να τους στριμώξουμε.

Προθυμοποιήθηκαν δυο ή τρεις να συνοδεύσουν τον Βούρδουλα. Κουβαλήσανε και την κορδέλα για να μετρήσουνε το οικόπεδο, μην τυχόν και η Ναστάσια καταπάτησε το γειτονικό χτήμα. Μετρούσανε αν βγαίνουν σωστά οι σπιθαμές ανάμεσα στα παλούκια. Με μια λέξη ψάχνανε για αφορμή. Ύστερα μπήκανε στην ίσμπα. Έτυχε εκείνη την ώρα να είναι η Τανιούσκα μονάχη της μέσα. Μόλις την αντίκρισε ο Βούρδουλας, έχασε τη λαλιά του. Σε καμιά άλλη χώρα δεν είχε δει μια τέτοια εμορφιά. Στεκότανε ομπρός της αποσβολωμένος ενώ εκείνη καθότανε ατάραχη, σαν να μην την αφορούσε το παραμικρό. Κάποτες συνήλθε λιγάκι ο Βούρδουλας, αρχίνησε να ρωτά:

-Τι φτιάχνετε αυτού;

Η Τανιούσκα του λέει:

-Κεντάω παραγγελιές, – και του΄δειξε το εργόχειρό της.

– Μπορώ κι εγώ να κάμω καμιά παραγγελιά;

-Γιατί όχι, άμα τα βρούμε στην τιμή.

-Γίνεται άραγες, – την ρωτάει πάλι ο Βούρδουλας, -να μου κεντήσετε με μετάξι το πορτραίτο σας;

Η Τανιούσκα κρυφοκοίταξε την πούλια της. Αυτού μέσα η πρασινομάτα της γνέφει να δεχτεί την παραγγελιά, μα με το δάχτυλο δείχνει τον εαυτό της. Η Τανιούσκα του απαντά:

-Το δικό μου δε γίνεται να φτιάξω, μα΄χω κατά νου μια κοπέλα με φουστάνι τσαρίνας και πολύτιμα πετράδια, αυτήνανε την κεντάω ευχαρίστως. Μόνο που η δουλειά αυτή θα σας κοστίσει.

-Τούτο, της λέει, μην σε μέλλει, θα πλερώσω όσο όσο. Τι εκατό, τι διακόσα – αρκεί να μοιάζει με σας.

-Στο πρόσωπο, του απαντά, θα υπάρχει ομοιότης, μα τα φουστάνια θα΄ναι άλλα.

Συμφωνήσανε στα εκατό ρούβλια. Η Τανιούσκα όρισε ένα μήνα προθεσμία. Στο μεταξύ ο Βούρδουλας περνούσε ταχτικά από το σπίτι τάχατες να ιδεί πώς πάει η παραγγελιά, μα ο ίδιος είχε άλλο σκοπό. Είχε χάσει το μυαλό του κι αυτός, μα η Τανιούσκα δεν τού ΄δινε ντιπ σημασία. Θα του πει δυο τρία λογάκια –αυτή είναι όλη κι όλη η κουβέντα τους. Τα φιλαράκια στο ποτήρι αρχίνησαν να τον τσιγκλούν:

-Δεν έχεις καμιά ελπίδα με αυτήνανε. Τζάμπα χαραμίζεσαι!

Και λοιπόν, κέντησε η Τανιούσκα εκείνο το πορτραίτο. Το κοιτάει ο Βούρδουλας – Θεέ μου και Κύριε! Η κοπέλα στο πορτρέτο ήτανε ολόιδια Τανιούσκα, μόνο που ήτανε ντυμένη με τουαλέτα και στολισμένη με πετράδια. Της πρόσφερε τρία χαρτονομίσματα των εκατό, μα η Τανιούσκα πήρε μόνο το ένα.

-Δεν το΄χουμε συνήθειο να δεχόμαστε δώρα. Βγάζουμε τίμια το ψωμί μας.

Έτρεξε ο Βούρδουλας σπίτι, έκρυψε το πορτραίτο και κάθε τόσο το θαύμαζε κρυφά χωρίς να το φανερώνει στη γυναίκα του. Έκοψε την κραιπάλη, αρχίνησε να μπαίνει σιγά σιγά στο νόημα της δουλειάς.

Την άνοιξη έφτασε στα εργοστάσια ο νεαρός ιδιοκτήτης. Ήρθε και στην Πολεβά. Μαζέψανε τον κοσμάκη, τελέσανε την Δοξολογία και ύστερα στο αρχοντικό στήσανε ένα γλέντι τρανό. Το λαό τον κεράσανε δυο βαρέλια κρασί να συγχωρηθεί ο μακαρίτης και να ζήσει ο καινούριος άρχοντας. Όλοι οι Τουρτσανίνωφ άλλωστε γνωρίζανε καλά να το παίζουνε γενναιόδωροι βάζοντας σε πειρασμό τον κοσμάκη. Σαν κοπανήσει κανείς ύστερα από ένα κερασμένο ποτηράκι άλλα δέκα πλερωμένα, το γλέντι θα φαντάζει τρικούβερτο, μα την επομένη σαν συνέρθει, θα μετανιώσει ότι σκόρπισε τζάμπα τις τελευταίες του πενταροδεκάρες. Την άλλη μέρα ο κοσμάκης πάγαινε για δουλειά, μα στο αρχοντικό πάλι στηνότανε γλέντι. Τούτο γινότανε σκοινί κορδόνι. Θα κοιμηθούνε κάμποσο και ύστερα πάλι το ρίχνουν στο ξεφάντωμα. Κάνουν βαρκάδες, βόλτες μες στο δάσος καβάλα στα άλογα, παίζουν μουσική και διάφορα τέτοια. Ο Βούρδουλας από το πρωί ως το βράδυ ήτανε στουπί στο μεθύσι. Ο άρχοντας εξεπίτηδες έβαλε σιμά του τα πιο γερά ποτήρια της παρέας –μεθάτε τον μέχρις εκεί που δεν παίρνει! Και εκείνοι δώστου να τον μεθούνε αρκεί να φχαριστήσουνε τον καινούριο τους αφεντικό.

Ο Βούρδουλας αν και στουπί στο μεθύσι,  γροικούσε που πάγαινε το πράμα. Μόλο που ντρεπότανε τους καλεσμένους, τελικά το πήρε απόφαση και στο τραπέζι μπροστά σε όλους λέει:

-Λίγο με μέλλει που ο άρχοντας Τουρτσανίνωφ θέλει να μου πάρει τη γυναίκα μου. Ας την πάρει! Χάρισμά του! Δε την θέλω τέτοια που είναι. Να ποια έχω! – Και μέσα από την τσέπη του βγάζει εκείνο το μεταξωτό πορτραίτο. Με το που το΄δανε, όλοι μαζί με μια φωνή αναφωνήσανε ενώ η γυναίκα του Βούρδουλα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Ο άρχοντας γούρλωσε τα μάτια του όλο έκπληξη.

-Ποια είναι;-τον ρωτά με περιέργεια.

Ο Βούρδουλας έσκασε στα γέλια:

-Ακόμη κι όλο το τραπέζι να γιομίσεις χρυσάφι δεν στο λέω!

Και σαν δεν το΄λεγε τι κατάφερε; έτσι κι αλλιώς όλοι του εργοστασίου αμέσως γνώρισαν την Τανιούσκα και προσπαθούσανε να καπελώσουνε ο ένας τον άλλο ξηγώντας στον άρχοντα τι και πώς.  Η γυναίκα του Βούρδουλα κούναγε χέρια πόδια λέγοντας:

-Είστε με τα καλά σας! Τι είναι αυτά που τσαμπουνάτε! Από πού κι ως πού μια κοπέλα του εργοστασίου θα΄χει τέτοιο δα φουστάνι μαζί με τα πετράδια; Όσο για το πορτραίτο, το΄φερε ο άντρας μου από το εξωτερικό. Μου το΄χε δείξει πριν ακόμα παντρευτούμε. Και τώρα καθώς είναι στουπί στο μεθύσι λέει ό, τι του κατέβει. Σε λίγο θα ξεχάσει και το όνομά του. Για ιδέστε τον, πώς κατάντησε έτσι!

Ο Βούρδουλας εννόησε ότι αυτά δε συνέφερναν τη γυναίκα του και δώστου να της τα σούρνει:

-Δεν έχεις τσίπα πάνω σου! Από τι σκαρώνεις τόσα ψέματα, ρίχνεις στάχτη στα μάτια του άρχοντα! Ποιο πορτραίτο τάχα σου΄χω δείξει; Τούτο΄δω  εδώ πέρα φτιάχτηκε από κείνην την ίδια την κοπέλα που λέει κι ο κόσμος. Όσο για το φουστάνι –δε θα ειπώ ψέματα –δεν γνωρίζω. Μα θαρρώ πως τα ράσα δεν κάμνουνε τον παπά. Όσο για τα πετράδια, άλλοτε τα είχε η φαμελιά της κοπέλας και τώρα τα΄χεις εσύ αμπαρωμένα στο ντουλάπι σου. Εσύ η ίδια τ΄αγόρασες με δυο χιλιάρικα, αλλά πού να τα βάλεις πάνω σου; Δε σου βαστάει! Πότε κυρά μ΄αρχόντεψες για να σου κάτσουνε τέτοια στολίδια! Όλο το εργοστάσιο μου είναι μάρτυς! Όλος ο ντουνιάς γνωρίζει για τούτο το παζάρι!

Ο άρχοντας μόλις άκουσε για τα πετράδια, αμέσως διατάζει:

-Τράβα, φέρ΄τα να μας τα δείξεις!

Λέγεται ότι ο νεαρός άρχοντας ήτανε χαζούτσικος και σπάταλος, με μια λέξη κληρονόμος. Είχε όμως αδυναμία στα πετράδια. Δεν σου γέμιζε μάτι, όπως λέγανε, μήτε με το ανάστημα μήτε με τη φωνή του – τα πετράδια, λοιπόν, ήτανε μια κάποια λύση – του δίνανε μια ολκή. Σαν άκουγε για καμιά πολύτιμη πέτρα, αμέσως ξεκινούσε τα παζάρια για να την αποχτήσει. Από πέτρες σκάμπαζε, κρίμας όμως που δεν ήτανε αρκετά ξύπνιος.

Η γυναίκα του Βούρδουλα βλέπει -δεν την παίρνει να κάμει αλλιώς, – έφερε την μπιζουτιέρα. Ο άρχοντας με το που τα΄δε αμέσως την ρωτά:

-Πόσο;

Εκείνη του τσαμπούνησε ένα τρελούτσικο ποσό. Αρχίνησαν τα παζάρια. Συμφώνησανε στα μισά και ο άρχοντας της υπέγραψε μιαν επιταγή, βλέπεις, δεν είχε μαζί του τόσους παράδες. Έβαλε την μπιζουτιέρα μπροστά του στο τραπέζι και λέει:

-Για φωνάξτε μου την κοπελιά που λέγατε.

Τρέξανε να φέρουνε την Τανιούσκα. Εκείνη δεν πρόβαλε αντίσταση, πήγε αμέσως, -σκέφτηκε πως θα΄τανε καμιά μεγάλη παραγγελιά. Μπαίνει στη σάλα. Μέσα βλέπει πολύ κόσμο και στη μέση κάθεται ίδιος εκείνος ο λαγός που τον είχε δει στον καθρέπτη. Ομπρός του έχει την μπιζουτιέρα – το πατρικό της δώρο. Η Τανιούσκα αμέσως κατάλαβε πως ήτανε ο άρχοντας Τουρτσανίνωφ και τον ρωτάει:

-Γιατί με φωνάξατε;

Ο άρχοντας έχασε τη μιλιά του. Στύλωσε τα μάτια απάνω της και έμεινε στήλη άλατος. Κάποτε βρήκε τη λαλιά του και την ρώτησε:

-Δικά σας είναι τα πετράδια;

-Ήτανε δικά μας, μα τώρα γινήκανε δικά της, -και του ΄δειξε τη γυναίκα του Βούρδουλα.

-Είναι δικά μου πια, – κοκορεύτηκε ο Τουρτσανίνωφ.

-Εσείς ξέρετε.

-Άμα θες, στα χαρίζω.

-Δεν έχω κάτι για να σας αντιχαρίσω.

– Γίνεται τουλάχιστον να τα δοκιμάσεις; Θέλω να ιδώ πως ετούτα τα πετράδια δείχνουν απάνω σε μια γυναίκα.

-Από τι δε γίνεται; -του απαντά η Τανιούσκα.

Πήρε την μπιζουτιέρα, άπλωσε τα κοσμήματα, – πράμα συνηθισμένο γι΄αυτήνανε, -και τα΄βαλε σβέλτα απάνω της. Ο άρχοντας την κοιτάει και όλο πω πω και πω πω αναφωνεί, δεν είχε άλλα λόγια. Η Τανιούσκα έμεινε λίγο με τα πετράδια και τον ρωτά:

-Κοιτάξατε; Φτάνει; Ας μη χασομερώ άλλο, με περιμένουν οι δουλειές.

Ο άρχοντας τότε ενώπιον όλων της λέει:

-Τι λες; Θες να γίνεις γυναίκα μου;

Η Τανιούσκα χαμογέλασε μονάχα:

-Δεν ταιριάζει στον άρχοντα να κάνει γούστο με τέτοια πράματα. – Έβγαλε τα κοσμήματα και έφυγε.

Μονάχα που ο άρχοντας δεν έκαμε πλάκα, τα εννοούσε και δεν είχε σκοπό να τα απαρατήσει. Την επομένη κιόλας πήγε να της κάμνει προξενιό. Εκλιπαρεί, πέφτει στα πόδια της Ναστάσιας να του δώκει την θυγατέρα της.

-Δεν την βιάζω, ας κάμνει ό, τι θέλει, αν και θαρρώ πως οι δυο σας δεν ταιριάζετε διόλου.

Η Τανιούσκα αφού τους αφουγκράστηκε, τους λέει:

– Να πώς θα γίνει …   Έχω ακουστά ότι τάχα στα παλάτια του τσάρου υπάρχει μια σάλα πλουμισμένη με το μαλαχίτη που είχε βγάλει απ΄τα ορυχεία ο μπαμπάκας μου. Άκου το λοιπόν, αν εσύ μέσα σε τούτη τη σάλα μου παρουσιάσεις την ίδια την τσαρίνα –τότες πάγει καλά, σε υπαντρεύομαι.

Δίχως άλλο ο άρχοντας δέχτηκε τον όρο της. Και αμέσως αρχίνησε να ετοιμάζεται για την Αγία Πετρούπολη. Πρότεινε στην Τανιούσκα να ταξιδέψουν παρέα, προθυμοποιήθηκε μάλιστα να της βρει και τα αλόγατα. Μα η Τανιούσκα του λέει:

-Στα δικά μας τα μέρη η νύφη και στην εκκλησιά ακόμα δεν πάγει με τα αλόγατα του γαμπρού, ενώ εμείς οι δυο δεν είμεθα τίποτες ακόμη ο ένας για τον άλλονε. Αυτά θα τα κουβεντιάσουμε ύστερις, άμα κρατήσεις την υπόσχεσή σου.

-Και πότε, την ρωτάει, να σε περιμένω στην Αγία Πετρούπολη;

-Δίχως άλλο θα΄μαι ΄κει πριν τη γιορτή της Αγίας Σκέπης. Μην αμφιβάλλεις γι΄τούτο, μα προς το παρόν φεύγα.

Ο άρχοντας έφυγε και τη γυναίκα του Βούρδουλα την απαράτησε στα κρύα του λουτρού, μήτε που την ξανακοίταξε καθόλου. Μόλις έφτασε στο σπίτι του στην Αγία Πετρούπολη, δώστου να διατυμπανίζει σ΄ ολάκερη την πόλη για τα πετράδια και την αρραβωνιάρα του. Έδειξε σε πολύ κόσμο την μπιζουτιέρα και όλοι είχανε την περιέργεια να δούνε και την αρραβωνιαστικιά του. Μόλις μπήκε το φθινόπωρο, ο Τουρτσανίνωφ ετοίμασε ένα διαμερισματάκι για τη μνηστή του, το γιόμωσε με διάφορα φορέματα και ποδήματα. Κάποτε η Τανιούσκα του μήνυσε ότι ήτανε στην πόλη και καθότανε σε μια χήρα στα περίχωρα. Ο άρχοντας έτρεξε αμέσως από΄κεί:

-Αμάν! Πώς σας ήρθε να μείνετε εδώ πέρα; Σας έχω ετοιμάσει ένα διαμερισματάκι πρώτης τάξεως!

Η Τανιούσκα του απαντά:

-Είμαι μια χαρά κι εδώ.

Κάποτε η φήμη για τα πετράδια και την αρραβωνιάρα του Τουρτσανίνωφ έφτασε και στ΄αφτιά της τσαρίνας. Λέει, λοιπόν, η τσαρίνα:

-Να μου δείξει ο Τουρτσανίνωφ την μνηστή του. Σαν πολλά κουτσομπολιά κυκλοφοράνε για του λόγου της.

Ο άρχοντας έτρεξε στην Τανιούσκα να της πει ότι πρέπει να σουλουπωθεί: να ράψει ένα φόρεμα για το παλάτι και να φορέσει τα πετράδια από την μπιζουτιέρα.

Η Τανιούσκα του απαντά:

– Για τα φορέματα πάψε να σκοτίζεσαι, θα τα βολέψω. Όσο για τα πετράδια, θα στα πάρω δανεικά. Και πρόσεξε μην τυχόν και μου στείλεις τα αλόγατά σου. Θα΄ρθω με τα δικά μου. Μονάχα να με περιμένεις στο κατώφλι του παλατιού.

Ο άρχοντας αναρωτήθηκε για μια στιγμή πού θα έβρισκε τα αλόγατα, πού την τουαλέτα, μα δεν κοτούσε να ξεστομίσει κουβέντα.

Αρχίνησε να μαζεύεται ο κόσμος στο παλάτι. Όλοι έρχονταν με τις άμαξές τους, ντυμένοι στα μετάξια και βελούδα. Ο Τουρτσανίνωφ από νωρίς τριγυρνούσε στο κατώφλι – περίμενε τη μνηστή του. Μερικοί κάθονταν αυτού από περιέργεια να την κάμνουν χάζι. Η Τανιούσκα με τη σειρά της φόρεσε τα πετράδια της, τύλιξε γύρω από το κεφάλι της ένα τσεμπέρι όπως οι εργατίνες, έριξε απάνω της τη γουνίτσα της και τράβηξε σιγά σιγά προς το παλάτι με τα ποδάρια. Ο κοσμάκης απορεί – από πού μια τέτοια ξεφύτρωσε; – ολάκερα μπουλούκια την παίρνουνε στο κατόπι. Με τα λίγα με τα πολλά έφτασε η Τανιούσκα στο παλάτι, μα οι λακέδες στην πόρτα δεν την αφήκανε να περάσει μέσα –δεν επιτρέπεται, λένε, στις εργατίνες. Ο Τουρτσανίνωφ σαν είδε την Τανιούσκα από μακριά, κρύφτηκε αφού ντράπηκε από τους άλλους, επειδής η μνηστή του είχε έρθει πεζή φορώντας μια παρακατιανή γουνίτσα.

Αυτού η Τανιούσκα άνοιξε φαρδιά πλατιά τη γουνίτσα της. Οι λακέδες είδανε ένα φουστάνι, μα τι φουστάνι! Μήτε και η ίδια η τσαρίνα είχε τέτοιο! Αυτοστιγμεί την αφήκανε να περάσει μέσα. Σαν έβγαλε το τσεμπέρι και τη γουνίτσα της, όλοι γύρω της αναφώνησαν και με μια φωνή αρχίνησαν να ρωτούν:

-Ποια είναι του λόγου της; Ποιας χώρας τσαρίνα;

Εδώ ο Τουρτσανίνωφ ξεφύτρωσε από το πουθενά.

-Η μνηστή μου είναι, -τους λέει.

Η Τανιούσκα του΄ριξε μια ματιά όλο σπίθες:

-Αυτό θα το ιδούμε! Από τι με γέλασες και δεν με περίμενες στο κατώφλι;

Ο άρχοντας τα μάσαγε, τάχατες βγήκε μια παρεξήγησις. Συγχώρα με, τον άχρηστο.

Μπήκανε μέσα σε μια αίθουσα του παλατιού, εκεί που τους οδηγήσανε. Κοιτάει η Τανιούσκα γύρω της, λάθος μέρος. Τότες ρώτησε τον Τουρτσανίνωφ ακόμη πιο θυμωμένα:

-Έχεις όρεξη για αστεία; Αφού σου΄πα στην αίθουσα που έχει πλουμιστεί με το μαλαχίτη βγαλμένο απ΄ τα χέρια του μπαμπάκα μου! – Και πήρε αράδα αράδα τα δωμάτια του παλατιού λες κι ήτανε μες στο σπίτι της. Και όλοι οι αξιωματούχοι, στρατηγοί και άλλοι ακολουθήσανε πειθήνια ξοπίσω της.

-Τι να συμβαίνει; Πού πάμε; Θα μας περιμένουνε αυτού.

Μαζεύτηκε κόσμος πολύς και όλοι την κοιτάγανε δίχως να ξεκολνούν τα μάτια από πάνω της. Η Τανιούσκα ακούμπησε στον τοίχο από το μαλαχίτη και περίμενε. Ο Τουρτσανίνωφ από κοντά της να την ζαλίζει, λέγοντας της ότι δεν ήτανε σωστό, γιατί δεν ήτανε η αίθουσα που είχε διατάξει η τσαρίνα να την περιμένουνε. Μα η Τανιούσκα καθότανε ατάραχη, δίχως μήτε μια φορά να ανασηκώσει το φρύδι της, σάμπως τα λόγια του ήτανε αγέρας κοπανιστός.

Κάποτε η τσαρίνα παρουσιάστηκε στην αίθουσα που είχε οριστεί για τη δεξίωση. Κοίταξε ολόγυρα – δεν υπήρχε ψυχή μέσα. Μα οι κολαούζοι της τσαρίνας της προφτάσανε ότι όλους τους παρέσυρε στην αίθουσα του μαλαχίτη η αρραβωνιάρα του Τουρτσανίνωφ. Η τσαρίνα μαθές γκρίνιαξε, -ποια θαρρεί πως είναι να κάμνει ό, τι θέλει! Μα τελικά κίνησε με τα ποδάρια, φαίνεται ξεθύμανε λιγουλάκι. Με το που μπήκε η τσαρίνα μες στη σάλα οι πάντες αρχίνησαν να της κάμουνε τεμενάδες, μόνο η Τανιούσκα καθότανε και δε σάλευε.

Κάποτες η τσαρίνα προστάζει:

-Άντε, δείξτε μου την αρραβωνιάρα του Τουρτσανίνωφ, αυτήν που κάμνει ό, τι της κατέβει!

Σαν τ΄άκουσε αυτά η Τανιούσκα, έσμιξε τα φρύδια της και λέει στον Τουρτσανίνωφ:

-Τι είναι τούτο που διανοήθηκες! Εγώ σου παράγγειλα να μου παρουσιάσεις την τσαρίνα, ενώ εσύ σκαρφίστηκες να της παρουσιάσεις εμένανε. Πάλι ψέμα! Δε θέλω να σε ξαναϊδώ στα μάτια μου! Κράτα και τα πετράδια σου να χαρείς!

Με την τελευταία λέξη ακούμπησε το μαλαχιτένιο τοίχο και έλιωσε ωσάν καπνός. Απόμειναν μονάχα τα πετράδια να λάμπουνε στον τοίχο σαν να είχανε κολλήσει στα μέρη όπου πριν λίγο ήτανε το κεφάλι, ο λαιμός και τα χέρια της.

Όλοι σκιάχτηκαν, ενώ η τσαρίνα σωριάστηκε καταγής λιπόθυμη. Πεταχτήκανε οι σύμπαντες για να την συνεφέρουνε. Ύστερα σαν καταλάγιασε ο πανικός, οι φίλοι του Τουρτσανίνωφ του λένε:

– Μάζεψε τουλάχιστον τα πετράδια αλλιώς θα στα σουφρώσουνε μάνι μάνι. Σε κοτζάμ παλάτι είμεθα! Εδώ γνωρίζουνε καλά την αξία τους!

Ο Τουρτσανίνωφ χίμηξε να αρπάξει τα πετράδια. Όποια άγγιζε ευθύς γίνονταν σταλαγματιές: κάμποσες καθαρές σαν τα δάκρυα, άλλες κίτρινες και κάποιες πάλι πηχτές, σαν το αίμα. Δεν κατάφερε να μαζέψει τίποτες. Ξάφνου βλέπει κάτω κείτεται μια πούλια ευτελούς αξίας από απλό γυαλί. Μες στην απόγνωσή του πήγε να την περιμαζέψει και με το που την χούφτιασε, σαν να ΄δε μέσα σ΄έναν τρανό καθρέπτη μιαν πρασινομάτα καλλονή με το μαλαχιτένιο φόρεμα στολισμένη πατόκορφα με πολύτιμα πετράδια να ξελιγώνεται στα γέλια:

-Μπρε, μπρε, αλαφρούτσικε λαγέ! Φαντάστηκες πως είχες κότσια για να με πάρεις γυναίκα σου! Σάμπως ταιριάζουμε εμείς οι δυο;

Ο άρχοντας μετά από τούτο έχασε και το τελευταίο μυαλό που του ΄χε απομείνει, μα την πούλια δεν την επέταξε. Πότε πότε κοιτάει μέσα και ΄κει πάντα τα ίδια: στέκεται η πρασινομάτα, χαχανίζει και όλο κοροϊδεύει. Από τον νταλκά του το ΄ριξε στο πιοτό, έκαμε τόσα χρέη που παρά λίγο να βγούνε στο σφυρί  όλα τα εργοστάσιά μας.

Ο Βούρδουλας μόλις τον απέλυσαν, πήρε αράδα όλα τα καταγώγια. Ήπιε όλο το βιός του ώσπου κατάντησε ρακοφόρος, μα εκείνο το μεταξωτό πορτραίτο το φύλαγε ωσάν τα μάτια του. Τι απέγινε ύστερα δεν το ξέρει κανείς.

Η γυναίκα του Βούρδουλα δεν κατάφερε τελικά να τα οικονομήσει: άντε σύρε να εξαργυρώσεις την επιταγή από τη στιγμή που όλος ο χαλκός και ο σίδηρος του εργοστασίου βρεθήκανε μεμιάς υποθηκευμένα!

Για την Τανιούσκα από τότες στην περιοχή του εργοστασίου μήτε φωνή μήτε ακρόαση. Σαν να μην είχε υπάρξει ποτές.

Η Ναστάσια, μαθές, έκλαψε, μα όχι του πεθαμού. Η Τανιούσκα αν και τάιζε όλη τη φαμελιά, πάντα ήτανε ωσάν μια ξένη για την Ναστάσια.

Μέχρις τότε τα αγόρια της Ναστάσιας είχανε γίνει κοτζάμ άντρες. Παντρευτήκανε. Της κάμανε τα εγγόνια. Πύκνωσε ο κοσμάκης μες στην ίσμπα. Ολημερίς  χουσμέτια – πρόσεχε εκείνονε, σύρε στον άλλονε… Πού ο χρόνος για στενοχώριες!

Μονάχα τα ανύπαντρα παλικάρια δεν την αλησμόνησαν αγλήγορα την Τανιούσκα. Όλο κάτω από τα παραθύρια της Ναστάσιας τριγυρνούσανε. Όλο περιμένανε μην τυχόν και προβάλει η Τανιούσκα, μα τελικά δεν τους έκαμε το χατίρι.

Ύστερα σαν παντρευτήκανε, πού και πού την αναθυμόντουσαν:

-Τι κοπελάρα ήτανε κι αυτή στο εργοστάσιό μας!  Άλλη τέτοια δεν πρόκειται να μεταδείς στη ζωή σου!

Και τούτο ακόμα, μετά από το συμβάν εκείνο, διαδόθηκε μια φήμη: ο κόσμος έλεγε ότι η Κυρά του Χάλκινου Βουνού αρχίνησε να διπλοφαίνεται. Τάχατες όχι μία, μα συνάμα δυο καλλονές με τα σμαραγδένια φορέματα εθεάθησαν στα μέρη μας.

Γλωσσάρι

κόσισμα: κόψιμο χόρτων με την κόσα (είδος δρεπανιού)

νομή: ο τόπος όπου υπάρχει χόρτο για ζωοτροφή

Αλώνια: στα ρωσικά Γκουμέσκι, ένα πλάτωμα που μοιάζει με αλώνι.

νόρμα: η ποσότητα παραγωγής που αντιστοιχούσε στο μεροκάματο του εργάτη

σαβάτι: κράμα από άργυρο, χαλκό, μόλυβδο και θείο το οποίο χρησιμοποιείται για τη διακόσμηση ασημένιων κυρίως κοσμημάτων και αντικείμενων

θαραπαύτηκε: ευφράνθηκε

μέτωπο: απόληξη στη στοά ορυχείου

λογάρι: θησαυρός

χουσμέτια: θελήματα

θα φουκαλίσει: θα σκουπίσει

ύπεργα: τα σύνεργα

 

Advertisements

119 Σχόλια to “Δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    Πάνω σε κείμενο, του Μπαζόφ είναι βασισμένο το μπαλέτο «Το πέτρινο λουλούδι» του Προκόφιεφ

  2. cronopiusa said

    Ευχαριστούμε Ranele και Νικοκύρη

    Γς μια χάντρα μαλαχίτη για τη γρηγοράδα σου

    Καλή σας μέρα!

  3. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    Ωραίο πράσινο χρώμα!

    Θα λειψω για μερικές ώρες σε μια λίμνη πράσινη (αφού δεν έχω θάλασσα εδώ)

  4. Γς said

    «Εύρον πέτραν πρασίνην ωραιοτάτην, ελθέ τάχιστα».

  5. Ανδρέας Τ said

    Το φοθκαλίσει εγώ το ήξερα από τη γιαγιά μου φροκαλίσει, τα φρόκαλα κλπ

  6. Ανδρέας Τ said

    @5 Συγνώμη φουκαλίσει ήθελα να γράψω

  7. Την ταινία δεν τη θυμάται κανείς;
    https://www.dailymotion.com/video/x26jsjz (μέρος α΄)
    https://www.dailymotion.com/video/x26jvpy (μέρος β΄)
    Του σπουδαίου Αλεξάντρ Πτουσκό.

  8. Γιάννης Ιατρού said

    Ευχαριστούμε πολύ Ranele (και Νίκο για τη φιλοξενία 🙂 )

    Εδώ δύο εικόνες από τα αναφερόμενα στην 2η ιστορία του Πάβελ Μπασόφ
    (περισσότερες εδώ, στην σχετική αναζήτηση του γούγλη 🙂

    Malachite Hall at the Winter Palace / Hermitage Museum in Saint-Petersburg, Russia

    και
    Malachite columns inside St. Isaac’s Cathedral, Saint-Petersburg

  9. dryhammer said

    Ευχαριστούμε πολύ Ranele για τη μεταγραφή (στα Θεσσαλικά) και Νίκο για τη φιλοξενία.

    >Λέγεται ότι ο νεαρός άρχοντας ήτανε χαζούτσικος και σπάταλος, με μια λέξη κληρονόμος.

    Η ρήση της ημέρας

    >είχε σκεβρωθεί τελείως από τη χαμαλίκα των ορυχείων.

    Το λέμε το «σκεβρωθεί»; κι όχι «είχε σκεβρώσει»;

    αζουρίτης

    αζουρίτης μαζί με μαλαχίτη

  10. dryhammer said

    >το ορυχείο του Κόκκινου Βράχου

    Τα σιδηρομεταλλεύματα είναι (συνήθως ) κοκκινωπά στις αποχρώσεις της σκουριάς.
    Τα ορυκτά του χαλκού είναι μπλέ, πράσινα, τυρκουάζ (γαλαζόπετρα- που ραντίζανε τ΄ αμπέλια, τις ντομάτες κ.ά. και φλομώναν τα χταπόδια, κάποτε)

    ένυδρος θειικός χαλκός(γαλαζόπετρα)

  11. Γς said

    10:

    Γαλαζόπετρας συνέχεια:

    Αυθεντικός διάλογος στην παρέα τότε:

    -Τι έγινε ρε μάγκα; Γιατί τέτοια μούτρα;

    -Ασε ρε, μου ψοφάνε οι γκόμενες!

    Κι εκεί που νόμιζα ότι λάνσαρα έκφραση, μου απαντάει καπάκι:

    -Γαλαζόπετρα τους έριξες;

    Διάλυμα γαλαζόπετρας έριχναν τότε στις κότες στα κοτέτσια (της Αθήνας)

  12. Γιάννης Ιατρού said

    9: (τέλος) Ξεροσφύρης
    …αζουρίτης μαζί με μαλαχίτη..

    σε άλλη μορφή συνύπαρξης στη 2η φωτό του #8
    (οι δύο αριστερές κολόνες στον καθεδρικό ναό του Αγ. Ισαάκ της Δαλματίας, που θεωρούνταν προστάτης του Μεγάλου Πέτρου)

  13. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.
    Εὐχαριστοῦμε τὴ Ranele γιὰ τὰ κείμενα ποὺ μετέφρασε καὶ τὸν Νικοκύρη γιὰ τὴ φιλοξενία τους.
    Πολὺ ὡραῖες οἱ εἰκόνες κι ἐνδιαφέρουσες οἱ πληροφορίες ποὺ μᾶς ἔδωσαν ἡ Κρόνη, ὁ Γιάννης Ἰατροῦ κι ὁ Ξεροσφύρης.
    Πάντως μὲ τὸν μαλαχίτη θυμήθηκα τὸν προφήτη Μαλαχία ποὺ μάθαμε στὰ θρησκευτικὰ τοῦ δημοτικοῦ. Μαζί του ἀπομνημονεύσαμε καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἕντεκα γιὰ νά ᾿χουμε τὴ χαρὰ νὰ τὸν ποῦμε τελευταῖον, αἰφνιδιάζοντας τὸν ἀκροατή ἤ τὴν ἀκροάτριά μας, συνήθως κάποια θείτσα ποὺ τῆς ἄρεσαν τὰ θεοτικά.

  14. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Μιᾶς καὶ μιλήσαμε (πληθυντικὸς μεγαλοπρεπείας) 😉 γιὰ θεοτικά, μοὶ προξενεῖ ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν μπολσεβίκων χριστιανούληδων συνταξιούχων τοῦ ἱστολογίου ἀνέφερέν τι περὶ τῆς σημερινῆς ἑορτῆς τοῦ Σωτῆρος ἤ τῆς Σωτήρας ποὺ λέει κι ὁ ἁπλὸς λαός.
    Κι ἐπειδὴ ἐδῶ λεξιλογοῦμε, θὰ ἦταν ἐνδιαφέρον νὰ μάθουμε, ἀπὸ τοὺς εὶδικοὺς, πῶς προέκυψε αὐτὴ ἠ ἀλλαγὴ φύλου.

  15. Κουτρούφι said

    Από τον αζουρίτη θα βγαίνει και η πρωτεϊνη αζουρίνη

  16. Γιάννης Ιατρού said

    Μιας και λεξιλογούμε και ίσως να γίνονται σκέψεις για την προέλευση της ονομασίας του ορυκτού «μαλαχίτη» και ίσως αναφύονται και κάποιες απορίες για την σχέση του με το όνομα του προφήτη Μαλαχία (βλ.τελευταίο προφητικό βιβλίο (39) της Παλαιάς Διαθήκης), εδώ μερικές σχετικές εξηγήσεις:

    Η ονομασία του ορυκτού προέρχεται από την ονομασία που του είχαν δώσει οι ΑΗΠ (μαλαχίτης (λίθος)) επειδή έμοιαζε με τα φύλλα του φυτού «μολόχα» (μαλαχή στα αρχαία).

    Το όνομα του προφήτη προέρχεται από την εβραϊκή γλώσσα (מַלְאָכִי προφέρεται Mal’akhiy) που σημαίνει «o αγγελιαφόρος μου» / «ο άγγελός μου».

    Αυτά, ειδικά για τους κρυφοχριστούληδες που μας διαβάζουν (πχ. τα 12 μέλη στο υπουργικό συμβούλιο του Τράμπα που παρακολουθούν εβδομαδιαίως μαθήματα για την Αγία Γραφή, κάτι που επισταμένως αποσιωπά και αποκρύπτει γνωστός, ποιοτικά τριτοδεύτερος, σχολιαστής-φερέφωνό τους… 🙂

  17. Γιάννης Ιατρού said

    Για τις ιστορίες του Μπαζώφ που μας μετέφερε τόσο ωραία στα Ελληνικά η Renele, από λοαγραφικής άποψης (αν το εκφράζω σωστά) μου κάνει εντύπωση η πλοκή/το περιεχόμενο. Δεν έχει σχέση π.χ. απ΄ ό,τι θυμάμαι με αυτά των κεντρικών και βορείων ευρωπαϊκών κρατών (π.χ. με τα διηγήματα των γερμανών Αδελφών Grimm) ή με μεσογειακά παραμύθια.
    Προφανώς εκφράζει τους λαούς, τη γεωγραφία των περιοχών που ζούσαν και τις παραδόσεις τους στη Ρωσία και έχει πολύ ενδιαφέρον.

  18. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ευχαριστώ Ranele και Νικοκύρη, Νικοκύρη και Ranele.
    Αφέθηκα έκθαμβη να περιπλανηθώ σαν παιδί στα τοπία των μεγάλων, υπέροχων ρούσικων παραμυθιών. Αφηγήτρια ας πούμε μια θεσσαλή γιαγιά. Σε γοητευτική παρέλαση οι παμπάλαιοι ρόλοι ξεκάθαροι: αφεντικά και δούλοι και το τόσο επίκαιρο: ο πόνος της κουρσεμένης γης (της φύσης,της θάλασσας κλπ, στις μέρες μας) . Μπράβο Ρένελε.
    Μη μου πείτε πως δε σκεφτήκατε τις Σκουργιές!
    Προσωπικά πήγα στους υδρογονάνθρακεςτης μικρής πατρίδας. Αντίστοιχη πανούργα γεροντογοργόνα/Κερά του Λυβικού, με βλέπω στην άλλη ζωή να τιμωρώ όσους διαταράσσουν στη Μεσόγειο τον αιώνιο ύπνο στα πνιγμένα προσφυγάκια της. 😦 🙂

  19. ΓιώργοςΜ said

    14 Τολμώ την εικασία πως η μετάλλαξη του ονόματος προέρχεται από το «Η» Μεταμόρφωση του Σωτήρος> η (Αγια-) Σωτήρα.
    17 Εγώ βρήκα πολύ οικείο το ύφος, επειδή μου θύμισε μια πολύ παλιά έκδοση (αν θυμάμαι καλά, «12 ρούσικα παραμύθια»), τόσο στην περιγραφή των χώρων όσο και στα μεταφυσικά όντα και την αλληλεπίδραση με τους ήρωες. Μου φαίνονται πολύ πιο κοντά με τις δικές μας νεράιδες, ξωτικά, λάμιες κλπ

  20. Γιάννης Ιατρού said

    18: ΕΦΗ
    ..στους υδρογονάνθρακες της μικρής πατρίδας..

    Οι επονομαζόμενες τρεις αδελφές…. (όχι του Τσέχωφ, ούτε αυτές ) 🙂

  21. ΓιώργοςΜ said

    Με ξένισε κάπως το «κάνω πλάκα» που είδα, μου φάνηκε παράταιρο. Θα περίμενα «χωρατό» ή κάτι τέτοιο.

  22. cronopiusa said

    Χρόνια πολλά στις Σωτηρίες, Σωτήρηδες, Σώτους, Σωτηράκηδες…

    και ο πιο όμορφος βυζαντινός ναός στην Αθήνα ΑΓΙΑ ΣΩΤΕΙΡΑ ΚΟΤΤΑΚΗ

  23. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Λίγα γλωσσικά,όπως αυθόρμητα μου ερχόντουσαν στο ταξίδι μου με/πάνω στο κείμενο(αφαιρώ αυτά που ήδη σχολίασαν άλλοι, π.χ. περί κληρονόμου-προσθέτω σ΄αυτό κολλητά το «πράματι» που λέει παρακάτω. 🙂
    -θαραπαύτηκε
    θαραπάηκε/γαλήνεψε,λέμε κι εμείς κάτω
    -γιορτινό ζουνάρι
    με πήγε στο *Παζάρι* των Κ. Βίρβου/Γ.Μαρκόπουλου «Αρχινάει στα Τρίκαλα Λιάκο μ΄ το παζάρι… να με πάρεις τραχηλιά, γόβες και ζουνάρι»
    -χουσμέτια/ακριβώς έτσι το λέμε κάτω και τώρα. Χουσμετιάρης,ο καλόβολος που δε λέει όχι σε θελήματα
    -«Από τι » = γιατί ,ε;
    -ρακοφόρος, κουρελής/κουρελιάρης

  24. Corto said

    Ευχαριστούμε για τα αφηγήματα τον Νικοκύρη και την Ranele, που τα απέδωσε με ωραία λογοτεχνική γλώσσα.

    Τα δύο διηγήματα προφανώς απέχουν αρκετά από τα παραδοσιακά παραμύθια. Έχουν πολύ μεγάλη έκταση (ειδικά το δεύτερο αντιστοιχεί σε νουβέλα), φέρουν στοιχεία ρεαλιστικής αφήγησης και συγχρόνως υποκρύπτουν τις σοσιαλιστικές ιδέες της εποχής. Υποθέτω ότι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν προδρομικά του μεταγενέστερου μαγικού ρεαλισμού των Λατινοαμερικάνων.

    ————————————————
    «Πελεκήσανε από τον ογκόλιθο αυτό ό, τι κολόνες ζήταγε η αφεντιά του, τις ανασύρανε απάνου και ο άρχοντας τις έστειλε ως προσφορά στον καθεδρικό ναό της Αγίας Πετρούπολης»

    Αυτό θυμίζει το επίτευγμα του μεγάλου Έλληνα (Κεφαλλονίτη) μηχανικού Μαρίνου Χαρμπούρη:
    «Το 1770, εκτέλεσε φιλόδοξο μηχανικό σχέδιο μεταφέροντας συμπαγή βράχο 2.000 τόνων, από απόσταση 20 χιλιομέτρων, από τους βάλτους της Φινλανδίας, στο κέντρο της Αγίας Πετρούπολης, μετατρέποντάς τον σε βάση του αγάλματος του τσάρου Μεγάλου Πέτρου».

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%A7%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82

  25. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

    4 Αυτό το σκέφτηκα κι εγώ

    5 Ίδια ρίζα είναι, φουκάλι και φρόκαλο. Χρειάζεται άρθρο

    15 Από τον αζουριτη ή από το χρώμα;

    19 Πιθανή εξήγηση

    23 Χουσμετιάρης ο καλόβολος, ε; Ενώ χουσμεκιάρης ο εργάτης γης (στα βόρεια)

    24 Δεν τον ήξερα. Γύρισε πλούσιος στον τόπο του και τον σκότωσαν τα κακαβούλια 🙂

  26. Theo said

    Ευχαριστώ σας, Νικοκύρη και Ranele!

  27. Mάντις said

    Συναρπαστικά τα κείμενα με τον κρυμμένο πόνο για τις ταξικές ανισότητες. Ευχαριστούμε. Και τα σχόλια διαφωτιστικά. Δεν είχα ακούσει το «Πέτρινο λουλούδι » ούτε ήξερα την ταινία. Μαλαχίας σημαίνει στα Εβραϊκά, «Αγγελος» , όπως το επεσήμανε σχολιαστής.

    Η αναφορά στα πετρώματα μου θύμισε και τις «Σπάνιες Γαίες» της Σώτης Τριανταφύλλου.

    Συνέντευξη εδώ:https://www.youtube.com/watch?v=bUV9wDY0jC0

  28. Corto said

    25 (Sarant):

    Τον Χαρμπούρη τον είχα μάθει από ένα ενδιαφέρον άρθρο στο ΕΔ του ΤΕΕ, όπου αναλυόταν η τεχνική της μεταφοράς του βράχου.

  29. ΕΦΗ - ΕΦΗ said


    A mine in the Ural Mountains, early colour photograph by Sergey Prokudin-Gorsky, 1910
    https://en.wikipedia.org/wiki/Ural_Mountains

  30. Kass said

    25 Sarant
    θυμάμαι και γιαγιές που έλεγαν στην Πελοπόννησο ότι φροκαλίζουν την αυλή τους, με κείνη την αρούκατη, χειροποίητη σκούπα τη φτιαγμένη από κάτι φυτά αγκαθωτά, που τα λέγαμε αφάνες.

  31. Kass said

    30
    τα φυτά τα λέγανε «φρόκαλα» αν θυμάμαι σωστά, δεν παίρνω και όρκο…εξού και το φροκάλισμα. Και μου αρέσει το φροκάλισμα από το ήχο φρρ…(προφανώς) που έκανε η σαρωματίνα…(σαρωματίνα! τι θυμήθηκα, αυτή τη στιγμή! επομένως και σάρωθρον…)

  32. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >> φουκαλίσει/φροκαλίσει
    Φινόκαλα,τα σκουπίδια και φινοκαλίδα η χειροποίητη σκούπα (Kass σχ.30) που τη λέμε και παρασύρα κάτω (ο σχετικός θάμνος παράσυρος )
    https://sarantakos.wordpress.com/2013/04/26/scopa/

  33. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Όλα είν΄εδώ λέμε 🙂
    >>φρόκαλο εκ του φιλοκαλώ
    https://sarantakos.wordpress.com/2010/01/18/tsolias/#comment-20989

  34. Στις παράγκες, στις παράγκες
    πίσω απ’ την Αγιά Σωτήρα
    δύο μάγκες δύο μάγκες
    ο λιανός και ο παχύς
    εσκοτώσανε μια ψείρα
    εν βρασμώ ψυχής.

    Αγιά Σωτήρα στον Πειραιά, Κοκκινιά.
    (Έχει και τον Άγιο Νείλο μετά,
    στο ξεκίνημα αποβραδίς
    μαζί και για το Χατζηκυριάκειο.)

  35. Kass said

    33 Έφη 🙂

  36. dryhammer said

    ‘Αλλη η σκούπα από αφάνα, άλλη από φρόκαλα. Στην κατοχή έφεραν για επισιτιστική βοήθεια φροκαλόσπορο που τον κοπάνισαν να τον κάνουν αλεύρι κι όποιος έτρωγε απ’ αυτό πρηζόταν η κοιλιά του, έλεγε η μάνα μου.

    Αυτή είναι η φροκαλιά (διακρίνονται και τα σποράκια).

    Φρόκαλα λέγονται και τα «σαρίδια» δλδ «όσα σέρνει η σκούπα»

  37. Κουτρούφι (15), δεν το φαντάζομαι. Μάλλον και ο αζουρίτης και η αζουρίνη θα βγαίνουν από το γαλλ. azur, που σημαίνει γαλανός (λέγεται κυρίως για τον ουρανό, αλλά και Côte d’Azur η Κυανή Ακτή.) Συγγενές με το ισπανικό azul=μπλε, την ημιπολύτιμη πέτρα lapis lazuli, που ελληνικά λέγεται και λαζούρι.

  38. cronopiusa said

    ΒΡΑΧΟΣ 2000 ΤΟΝΩΝ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ 20 χλμ. part1/2

    ΒΡΑΧΟΣ 2000 ΤΟΝΩΝ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ 20 χλμ. part2/2

  39. Μπούφος said

    Διαβάζοντας αυτές τις πρωτότυπες, ρώσικες μαλαχοϊστορίες που παρέθεσε

    ο Νικοκύρης

    με μάγεψε το κουτί με τα κοσμήματα.

    Άααχ! κρίμα, καλέ, να μην κρύβω και γω, ένα! 😦

    34 Μιχάλης Νικολάου 🙂

    «μια ψείρα δω…μια ψείρα εκεί…
    μια ψείρα παραπέρα..
    την πλένω με κρυό νερό
    την πλένω με σαπούνι
    κι αυτή από το πλύσιμο
    γίνεται σα γουρούνι!

    ουλαλά,ούλαλα
    έχω δυο καρούμπαλα
    ένα εδώ, ένα εκεί
    το άλλο στην Αμερική…»

  40. Μπούφος said

  41. Και άσχετο με το αζουρέ πλέξιμο (από το γαλλ. à jour)

  42. Corto said

    38 (Cronopiusa):

    Μπράβο! Εξαιρετικά ενδιαφέρον βίντεο!
    Νομίζω ότι αυτή η προσομοίωση προβάλλετο στα πλαίσια μιας σχετικής έκθεσης, στην οποία αναφερόταν το άρθρο του ΤΕΕ.

  43. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    36. Dryhammer
    >>Στην κατοχή έφεραν για επισιτιστική βοήθεια φροκαλόσπορο που τον κοπάνισαν να τον κάνουν αλεύρι
    Ναι, το σκουπάλευρο, το αναφέρει και στις «Συνταγές της πείνας» η Ελένη Νικολαϊδου/εκδόσεις Οξυγόνο 2011.

  44. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ο Σωτήρας Χριστός, η Αγία Σωτηρία, η σωτηρία της ψυχής κ.ο.κ

    Αγιά Σωτήρα
    Άιντε βίρα, άιντε βίρα,
    βάρκα μας Αγιά Σωτήρα.
    Άιντε βίρα στα βαθιά
    να ’χουμε καλή ψαριά.

  45. Γκρρ. Κανείς δεν αναφέρθηκε στην ωραία ταινία που έβαλα στο #7, το «Πέτρινο λουλούδι» του Πτούσκο, του «σοβιετικού Ντίσνεϊ». Εγώ όμως θα επιμείνω και θα σας συστήσω άλλη μία, μιας και μόλις την ξανάδα με την ευκαιρία.

  46. sarant said

    32-33 Τα έχουμε γράψει, ε; Κι έλεγα να κάνω ένα άρθρο 🙂

  47. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το διήγημα «Η κυρά του χάλκινου βουνού» δημοσιεύτηκε ,λέει, πρώτη φορά το 1936 στο περιοδικό Κρασναγια Νοφ (Ο κόκκινος χερσότοπος) και αναφέρεται γεωγραφικά στην περιοχή Γκουμέσκι των Ουραλίων (έψαξα λίγο, δεν την εντόπισα με τη Γούγλη) όπου λειτουργούσε για πάνω από εκατό χρόνια κάτεργο εξόρυξης χαλκού.
    Από εδώ Κεφ.3 υποσημείωση 10

    Ουράλια: Στο μονοπάτι των πολύτιμων λίθων
    https://gr.rbth.com/arts/travel/2014/04/15/oyralia_sto_monopati_ton_polytimon_lithon_29777

  48. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    46. Είσαι καλός δάσκαλος και τα θυμόμαστε 🙂 (να τρέμουν οι περαστικοί)

    Η κρυμμένη μπιζουτιέρα πίσω απ’ το φούρνο,ως ασφαλές μέρος, μου έφερε γέλια. Για προστασία από διάρρηξη, η ξαδέλφη μου έκρυψε (υποτίθεται προσωρινά) τα κοσμήματά της (κειμήλια κυρίως) στο τζάκι, την περίοδο του καλοκαιριού που έφυγαν. Αδιάφορη κατα βάσιν κι αυτή σαν κι εμένα και σαν τη μάνα του διηγήματος, στα χρυσαφικά, τα ξέχασε εκεί και όταν έβγαλε τις πρώτες στάχτες του επόμενου χειμώνα λαμπύρισαν στο φαράσι αναλλοίωτα τα πραγματικά ανόθευτα χρυσά ενώ τα μπασταρδεμένα καρβούνιασαν, γάνιασαν και καταστάφηκαν οριστικά. 🙂

  49. Γιάννης Ιατρού said

    37: Αγγελε,
    νομίζω πως και το γαλλικό και τ΄ άλλα προέρχονται από την περσική λέξη lazhward, lazhuward ή lazaward = κυανός.

  50. dryhammer said

    48. Είναι μια απο τις πιο κλασικές κρύπτες. Γι αυτό κι όταν γκρέμιζαν κάνα παλιό σπίτι, πάντα το τζακί-φούρνο τα γκρεμίζανε με προσοχή και ψάχνανε για τίς λίρες.

  51. cronopiusa said

    Δύτη

    κάνει αφόρητη ζέστη εδώ
    ζεσταίνεται το κομπιούτερ και δεν μπορώ να τη δω

    θα την δω μόλις δροσίσει

  52. sarant said

    47 Και να επισημανουμε ότι οι καημενοι οι εργάτες ήταν δουλοπάροικοι

  53. Μάντις said

    45 Δύτη των Νιπτήρων

    που «παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια σου»
    και βέβαια έγινε αναφορά στην ωραία σου ταινία.

    Αν ήταν χειμώνας και όχι ντάλα καλοκαίρι
    θα άντεχα να την δω.
    Επί του παρόντος, βλέπω από Στρουμφάκια και κάτω
    παρέα με τη Μπούφα.

    Η ταινία αναφέρθηκε το σχόλιο νούμερο 27 όπου γράφω:
    «Δεν είχα ακούσει το «Πέτρινο λουλούδι » ΟΥΤΕ ήξερα την ΤΑΙΝΙΑ.»

  54. nikiplos said

    πολύ καλά και τα δυό διηγήματα… Η κυρά του Βουνού μάλλον είχε κλωνοποιηθεί στην Τανιούσκα… Κι οι δουλοπάροικοι, υπήρχαν και στη χώρα μας… Μέχρι τα 1925 νομίζω…

  55. Τόσο παραπονιάρικο μου βγήκε το σχόλιο στο #45 ε; Είναι όμως ωραίες ταινίες και οι δύο. Η δεύτερη, το Viy, μια από τις σπάνιες σοβιετικές ταινίες τρόμου (λίγο στο στιλ των αγγλικών της Χάμμερ) είναι βασισμένη σε νουβέλα του Γκόγκολ. Λόγω έλλειψης χρόνου, λέει, ο διευθυντής της Μοσφίλμ απέσπασε δύο τελειόφοιτους. Επειδή όμως το φιλμ έβγαινε υπερβολικά ρεαλιστικό, ήρθε να το συμπληρώσει ο Πτούσκο, ο μάστορας των ειδικών εφέ. Η μουσική είναι του Καρέν Χατσατουριάν, ανιψιού του Αράμ (εκείνου με τον Σπάρτακο και το χορό των σπαθιών).

  56. nikiplos said

    Cu2CO3(OH)2 Μαλαχίτης…
    Από την ελληνική λέξη μαλάχη, μολόχη = μολόχα λόγω του πράσινου χρώματός του. Συνώνυμα ήταν τα χρυσόκολλα (Θεόφραστος, Διοσκουρίδης), ψευδής σμάραγδος (Θεόφραστος), μολοχίτης (Πλίνιος).

    Cu3(CO3)2(OH)2 Αζουρίτης…
    Από την περσική λέξη lazhward, lazhuward ή lazaward = κυανός.

    Ακόμη και σήμερα πάντως στην Υποσαχάρια Αφρική, τα πετρώματα αυτά τα εξάγουν άνθρωποι με ασαφεις συμβάσεις εργασίας 🙂

  57. Μάντις said

    55 Δύτη…
    Αράμ Χατζατουριάν, χορός σπαθιών; Να μια καλή ιδέα για άκουσμα, έστω και το κατακαλόκαιρο! Θα ιδρώσουμε χορεύοντας, θα δροσιστούμε, και θα αποτοξινωθούμε από τις συσσωρεύσεις μολύβδου στο σώμα μας!:-)

  58. Ναι αυτό, αρκετά γνωστό:

  59. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>μαλαχιτένια μπιζουτιέρα.
    https://i2.wp.com/samstroy.com/wp-content/uploads/2015/04/%D0%BC9.jpg?resize=640%2C426

    http://samstroy.com/el/%D1%83%D1%80%D0%B0%D0%BB%D1%8C%D1%81%D0%BA%D0%B8%D0%B9-%D0%BC%D0%B0%D0%BB%D0%B0%D1%85%D0%B8%D1%82/

  60. Μάντις said

    58 Δύτη …
    Πράγματι. Πολύ γνωστό και χαρακτηριστικό. Όπως και η Νύχτα στο Φαλακρό Βουνό(όχι εκείνο , δεν είναι για καλοκαίρι. Μόνο χειμώνα και κάτω από παπλώματα κουκουλωμένος…):-)

  61. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    55. >>ο διευθυντής της Μοσφίλμ
    Δύτη, ξέρεις ποιος δικός μας υπήρξε Δντης της Μοσφίλμ;

  62. Όι, άσε να μαντέψω… χμμ… ο Μάνος Ζαχαρίας;

  63. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    62. Ναι! ο Μάνος Ζαχαρίας. Στο 3ο στούντιο, το 1971.
    Την παραμονή της 21ης Απριλίου ετοιμαζόταν να ρθει στην Ελλάδα για κάποια ταινία και για προεόρτια επιστροφής του.

  64. Γιάννης Ιατρού said

    47: ΕΦΗ,
    …περιοχή Γκουμέσκι των Ουραλίων (έψαξα λίγο, δεν την εντόπισα με τη Γούγλη)…

    κοίτα εδώ https://en.wikipedia.org/wiki/Gumyoshevsky_mine 🙂

  65. Κουτρούφι said

    #25, 37.
    Η αζουρίνη έχει μπλε χρώμα λόγω του χαλκού. Ανακαλύφθηκε στα βακτήρια στα μέσα του 20ου αιώνα, ενώ το ορυκτό αζουρίτης ήταν γνωστό από παλαιότερα. Αυτοί που τη βρήκανε θα της δώσανε το όνομα λόγω του χρώματος και του χαλκού. Το «αζούρ» σχετίζεται βέβαια με το μπλε, εξ’ ου και σκουάντρα ατζούρα για την εθνική Ιταλίας.

  66. Γιάννης Ιατρού said

    Να βάλουμε και μιά φωτογραφία του συγγραφέα

    Bazhov, Pavel, γράφεται (Pavel Bažov / Павел Петрович Бажов) 🙂

  67. Γιάννης Ιατρού said

    65: κουτρούφι
    #49

  68. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα, πολύ ωραία σχόλια , πολύ χαίρομαι!

  69. 64 Δεν θάναι πολύ ευχαριστημένη η Κυρά του Χάλκινου Βουνού: http://uralmines.ru/gumeshevskij-rudnik/

  70. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    64. Γιάννη Φχαριστώ! Το έψαχνα για να δω τί γίνεται σήμερα.Και ιδού στο σχ.69 του Δύτη 😦

    65.Το «αζούρ» σχετίζεται βέβαια με το μπλε,
    κυανό λέγε το ,όπως Κοτ Ντ΄Αζίρ (Κυανή Ακτή-Κάννες) 🙂

  71. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η Πολεβά του Πάβελ να είναι λοιπόν ετούτη;
    https://en.wikipedia.org/wiki/Polevskoy

  72. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    71. Χωρίς ερωτηματικό:
    The town is best known for its Dumnaya Mountain, where a monument to those who died fighting Kolchak’s army is located. The mountain and its surroundings are also mentioned in many tales by Pavel Bazhov.

  73. Γιάννης Ιατρού said

    70α: ΕΦΗ & 60: Δύτης
    Με το ελληνικό «Γκουμέσκι» δεν υπάρχουν αξιοποιήσιμες αναφορές. Και με λατινικούς χαρακτήρες γράφεται κάπως αλλιώς….

    Πράγματι αποκαρδιωτικό το θέμα στις φωτογραφίες από το λίκνο σου Δύτη (ούτε με καταΔυτική στολή 🙂 ).
    Αλλά αυτό το κιτρινωπό χρώμα παντού, για κάποιο οξείδιο μου φαίνεται, οπότε εύχομα να κάνει περισσότερο οπτικά κακό, Πάντως κάτι γράφει και για φαινόλες …
    Γενικά, εγκατάλειψη και απομύζηση του φυσικού πλούτου, υπογείως/υποχθονίως όπως αναφέρει.
    Η φύση (η Κυρά του βουνού) θα εκδικηθεί!

  74. Ριβαλντίνιο said

    Από Ρώσους δεν έχω διαβάσει και πολλά. Έχω διαβάσει ολόκληρη την Ανάσταση του Λέοντος Τολστόι . Ήταν ωραίο το πρώτο μισό, με δράση, αλλά μετά έγινε αμπελοφιλοσοφίες, βαριόμουν τρομερά και έλεγα άντε να το τελειώσω. Έχω διαβάσει αποσπάσματα και από Ντοστογιέβσκι και 2 ρώσικα παραμύθια όταν ήμουν μικράκι. Ένα με έναν Ιβάν Τσαρέβιτς που ο πατέρας του τον πάντρεψε με ένα βατράχι ( σε αυτό συμμετέχει και εκείνη η γριά μάντισσα – μάγισσα της σλαβικής παραμυθολογίας που το σπίτι της έχει πόδια κότας και τριγύρω κάτι νεκροκεφαλές που φωτίζουν όταν έρχεται κάποιος ) και ένα άλλο με έναν τεμπέλη που βρήκε ένα ψάρι – τζίνι και του έκανε όλα τα χατήρια. Απο ταινίες έχω δεί τον Ηλίθιο στην ΕΡΤ3 και κάτι θρησκευτικά.

  75. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Η νομή(*) τους βρισκότανε κάπως μακριά, κάπου πιο πέρα από το ποτάμι Σεβερούσκα.

    Η*νομή*με πάει στο *χορτονόμι* το δικό μας που είναι η πληρωμή για τη βόσκηση σε εκτάσεις ιδιοκτησίας μας. Συνήθως κάποιο κατσίκι ή αρνί και μερικά κεφάλια τυρί, παλιότερα,τον καλό καιρό.Τώρα βόσκουνε μέχρι μέσα στους οικισμούς ασύστολα κι ανέξοδα.Καυγάδες βρήκα πάλι κάτω προχτές 😦 .
    Στο λίκνο του 71 λέει και για Seversky (Σεβερούσκα;)

    Να ρωτήσω κάτι χαζό, η Γκουγκλ,χάρτες,στριτ βιου στη Ρωσία δεν;

  76. Γιάννης Ιατρού said

    74: Ρίβα
    ….που βρήκε ένα ψάρι – τζίνι και του έκανε όλα τα χατήρια….

    Ήταν λοιπόν ένας καπετάνιος και στο καράβι του είχε κι ένα μούτσο, πολύ κοντό, μισό μέτρο κι ένα μίλκο ήταν ο καψερός!
    Μια μέρα του είπε να κατέβει το κάτω αμπάρι και να το καθαρίσει καλά κλπ. κλπ.
    Πήγε ο μούτσος, το καθάρισε, λαμπίκο, αλλά σε μιά άκρη βρήκε ένα παλιό λυχνάρι, σκονισμένο και παρατημένο.
    Μόλις το άνοιξε, να σου . ένα τζίνι 5 μέτρα. Κατατρόμαξε ο καημένος ο μούτσος, αλλά το τζίνι τον καθησύχασε:

    – Μη φοβάσαι, του λέει, με ελευθέρωσες, πες μου μια σου ευχή και θα γίνει αμέσως.
    – Α, θέλω να έχω 1 εκατομμύριο λίρες, του ζήτησε ο μούτσος
    – Καλά, του λέει το τζίνι, πήγαινε στην καμπίνα σου και θα τις βρεις εκεί

    Πάει ο μούτσος στην καμπίνα του τρέχοντας, πέφτει πάνω στον καπετάνιο.
    – Που τρέχεις έτσι, τον ρωτά ο καπετάνιος
    – Α, αφεντικό, του λέει ο μούτσος, έλα μαζί να δεις, βρήκα ένα λυχνάρι με ένα τζίνι μέσα, και κάτι του ζήτησα, έλα μαζί να δεις!

    Πηγαίνουν στην καμπίνα λοιπόν και τι βλέπουν; Γεμάτη, φίσκα, με μπύρες !!!
    – Α, τον βλάκα, λέει ο μούτσος, δεν άκουσε καλά, λίρες του ζήτησα, μπύρες μου έδωσε, $%#^&@!
    Οπότε του απαντά ο καπετάνιος:
    – Καλά ρε σύ, τι νομίζεις δηλαδή ότι του ζήτησα εγώ, 50 πόντους μούτσο;;;

  77. Γιάννης Κουβάτσος said

    Διηγήματα του Τσέχοφ, Ρίβα, το «Πόλεμος και ειρήνη» του Τολστόι και «Ζωή και πεπρωμένο » του Γκρόσμαν. Θα σου αρέσουν.

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    73β >>αυτό το κιτρινωπό χρώμα παντού
    Γιάννη, δυο τρεις φορές στη διαδρομή με την Κυρά του βουνού αναφέρονται κίτρινα ορυκτά. Πολύ προσφυές/εξαιρετικό αυτό το εφεύρημα του συγγραφέα με τις ακόλουθες της Κυράς, τις γουστερίτσες/σαύρες, τις τόσο πολύχρωμες, ποικιλόχρωμες, όμορφες και πετρόβιες/βραχόβιες πώς να πω, με την ίδια να γίνεται μια απ΄αυτές τελικά.

  79. Γιάννης Ιατρού said

    78: Οι κρύσταλλοι των ορυκτών, μάλλον. Ωραία παρομοίωση, ναι, πολύχρωμες, βραχόβιες κλπ.

  80. Ριβαλντίνιο said

    @ 76 Γιάννης Ιατρού

    Καλό ! 🙂

    Για δές ένα απόσπασμα του Παπαδιαμάντη που τα τζίνια διψάνε για αίμα . ( Ένας Τούρκος κλέβει την βαφτισιμιά του Χρήστου Μηλιόνη και αυτός για αντίποινα μπαίνει στο τζαμί και αρπάζει όμηρο τον μουσουλμάνο ιερωμένο ) :

    Ἀξία σημειώσεως εἶναι ἡ ἑπομένη παράγραφος τοῦ συνοδεύοντος τὸ σουλτανικὸν φιρμάνιον φετφᾶ τοῦ Σεῒχ-Ἰσλάμη, δι᾽ ἧς ἐχαρακτηρίζετο προσηκόντως ἡ θρησκευτικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος. (Παραθέτομεν τὸ κείμενον κατὰ τὴν τότε ἐπίσημον μετάφρασιν·) «Μὲ τὸ νὰ ἐπάτησεν ὁ Χρῆστος Μηλιόνης τὸ τζαμὶ τοῦ Ταχήρ, τόπον ἱερὸν καὶ ἀπάτητον εἰς τοὺς ἀπίστους, καὶ νὰ ἐξήγειρε τὰ τζίνια ὁποὺ ἐκοιμῶντο ὑποκάτω εἰς τὰς πλάκας, ἕτοιμα διὰ ν᾽ ἁρπάσουν τὰς ψυχὰς τῶν πιστῶν, ὅσοι ἤθελον ἀποθάνει εἰς τὴν ἀληθῆ θρησκείαν, διὰ νὰ τὰς φέρουν εἰς τὸ Τζεννὲμ ὅπου μόνοι οἱ ἀληθεῖς πιστοὶ πηγαίνουν…» Διὰ τοὺς λόγους τούτους, πρὸς ἐξιλέωσιν τῶν εἰρημένων τζινίων ἢ πνευμάτων, κατεδικάζετο ὁ Χρῆστος Μηλιόνης καὶ οἱ ὀπαδοὶ αὐτοῦ νὰ σφαγῶσι τόσοι τὸν ἀριθμόν, ὅσα ἦσαν τὰ παροργισθέντα τζίνια. 🙂 🙂 🙂 Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀριθμὸς τούτων δὲν ἐμνημονεύετο ρητῶς ἐν τῷ ἐπισήμῳ κειμένῳ, εἵπετο ὅτι ἀφήνοντο ἐλεύθεροι οἱ μουσουλμάνοι νὰ ὑπολογίσωσι τὸν ἀριθμὸν κατ᾽ ἀρέσκειαν.

    Η μουσουλμανική θρησκεία λέει πως και τα τζίνια θα λογοδοτήσουν και ανάλογα αν είναι καλά ή κακά θα πάνε στον Παράδεισο ή στην Κόλαση.

    @ 77 Γιάννης Κουβάτσος

    Ευχαριστώ . Πάει καιρός που διάβαζα μυθιστορήματα, διηγήματα κ.λπ. Τώρα διαβάζω μόνο ιστορικά βιβλία και κόμικς ! 🙂

  81. Γιάννης Ιατρού said

    80: Ρίβα,
    ο Χρήστος Μηλιόνης, βεβαίως, Ήδη εδώ http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_xmhl-eis.html 🙂

  82. Γιάννης Κουβάτσος said

    Γι’ αυτό σου πρότεινα αυτά τα δύο μυθιστορήματα, Ρίβα. Εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία στο πρώτο, μάχη του Στάλινγκραντ και σταλινικές «ομορφιές» στο δεύτερο. Κλασικά και τα δύο.

  83. Ριβαλντίνιο said

    @ 82 Γιάννης Κουβάτσος

    Α, ωραία. Απ’το Πόλεμος και Ειρήνη πρέπει να έχω διαβάσει ένα ωραίο απόσπασμα απ’την μάχη του Αούστερλιτς που ένας ξεψυχάει κάτω στο έδαφος και παρατηρεί το μεγαλείο του ουρανού.

    σταλινικές «ομορφιές»

    Ψήνομαι ! 🙂

  84. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  85. ranele said

    Συγγνώμη που δεν εμφανίστηκα νωρίτερα, είχα κάποιες υποχρεώσεις. Νομίζω όμως ότι η παρουσία μου θα ήταν περιττή. Βρήκατε ένα σωρό πράγματα και για τον συγραφέα και για την περιοχή. Τι ταινίες, τι φωτογραφίες, τι μουσικές συνθέσεις, τι πληροφορίες… Χάρηκα πάρα πολύ. Τα παραμύθια αυτά κάθονταν μεταφρασμένα στο συρτάρι εδώ και κάνα τρία χρόνια ως πραγματα «άνευ εμπορικού ενδιαφέροντος»… Και να που χάρη σε σας πήραν μια ανάσα ζωής. Ευχαριστώ όλους σας για τον κόπο και το χρόνο που διαθέσατε και φυσικά τον Νικοκύρη που τα φιλοξένησε.

  86. Γιάννης Ιατρού said

    Χρυσή Ολυμπιονίκης, πρωταθλήτρια Ευρώπης ΚΑΙ από σήμερα Παγκόσμια Πρωταθλήτρια! Η Κατερίνα Στεφανίδη.
    Μπράβο της

  87. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    86. Γιάννη, δικαίωμα: Μήπως Ολυμπιονικήτρια; 🙂 🙂

  88. Γιάννης Ιατρού said

    87: Ναι, θα προσέχω 🙂 το κοπυπάστωμα 🙂

  89. sarant said

    85 Εμείς σε ευχαριστούμε!

  90. ΣΠ said

    87
    Μάλλον Ολυμπιονίκισσα.

  91. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ρένελε και πάλι ευχαριστούμε ! εν αναμονή των άλλων δυο… Μην τάξεις τ΄άγϊου κερί και κοπελιού κουλούρι- ή κουζουλού κι αγιού μην τάξεις (για μένα λέω 🙂 )
    90/88 στο τσακ, αφού το πάτησα το θυμήθηκα! Είναι που το *αθλήτρια* με πάει στο *νικήτρια* 🙂
    , ενώ χτες είχα επισημάνει για το *τομεάρχισσα*.

  92. cronopiusa said

    Υπέροχο το Πέτρινο λουλούδιΔύτη, ευχαριστούμε

  93. 88,
    Αμφιβολίες στο κοπυπάστωμα θα επιδοτούνται με
    Σφαλμακόπυτα,
    όπως έχει αναφέρει η ΕΦΗ^2.

  94. Γιάννης Ιατρού said

    91α ΕΦΗ
    Μην τάξεις σ’ αγιο κερί και σε γέρο σύνταξη είναι το επίκαιρο, όχι κοπελιού κουλούρι 🙂

    93: Μιχάλη,
    και ανακρούεται ο σχετικός ύμνος, να τα λέμε αυτά, ε;

  95. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κοίτασμα 250 τόννων και κομμάτι μαλαχίτη 40 τόννων το 1835. Κακό προηγούμενο για τους δουλοπάροικους των ορυχείων στα Ουράλια!
    Russie: Nijni Taguil, Iekaterinbourg, Oural, Mine Mednoroudiansky (’minerai de cuivre’)
    Dans cette dernière mine qui a appartenu à l’industriel et mécène russe, le comte Nikolaï Nikititch Demidoff, un important filon de 250 tonnes de malachite fut découvert en 1835. Cela permit de produire de gros objets en grande quantité, et de décorer en particulier, les intérieurs de plusieurs palais en Russie. Le plus gros bloc de malachite qui ait été trouvé dans cette mine pesait 40 tonnes.
    https://fr.wikipedia.org/wiki/Malachite

  96. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    93/94 🙂 Και (λ)αθόπιτα* να την πεις , νόστιμη ΄ναι!
    *Αθόπιτα ή αθόψωμο http://aromakouzinas.blogspot.gr/2015/01/lexiko-a.html

  97. 86,
    Δαφνοστεφανιδωμένη!

  98. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι,

    1) Μοί προκαλεί αλγεινήν εντύπωσιν ότι επί 16,5 ώρας ουδείς αναγνώστης ετόλμησε να επισημάνη ότι ο μακαριστός Πάβελ Μπαζόφ υπήρξε είς εγκάθετος συγγραφεύς του Σταλινισμού, βραβευθείς επανειλημμένως με το Παράσημον του Λένιν (το ανώτερον βραβείον της ΕΣΣΔ), όλα τα Ανώτατα Λογοτεχνικά Βραβεία της Σοβιετικής Ενώσεως κλπ., ενώ τω 1946 (4 έτη προτού τα τινάξει) είχεν εκλεγεί Μέλος του Ανωτάτου Σοβιέτ επί πατερούλη Στάλιν. Είναι δυνατόν να εκτιμήσωμε το έργον του, χωρίς αυτάς τας στοιχειώδεις πληροφορίας; Σοβαροί να είμεθα…

    Με κίνδυνον να δεχθώ νέαν πορτοκαλιάν κάρταν, θα το είπω: Προσεπάθησα να αναγνώσω την ρωμέικην μετάφρασιν των δύο αναρτηθέντων διηγημάτων του, αλλά δεν ηδυνήθην, διότι έχουν αποδοθή εις μίαν καζαντζάκειον παλαιοδημοτικήν, που απωθεί. Από την προσωπικήν βιβλιοθήκην της Κοινότητός μας (Ελληνόψυχοι Ελληνοαμερικανοί του Ιλλινόϊ) εύρον την αγγλικήν μετάφρασιν των διηγημάτων αυτών του Μπαζόφ και το θαύμα έγινε: Είναι όντως μέγας συγγραφεύς, διαβάζεται με απόλαυσιν, καμμία σχέσις με την απωθητικήν ρωμέικην μετάφρασιν της κ. Ranele.

    2) ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑΝ: Όπως μάς πληροφορή ο άγγλος μεταφραστής Eve Maning, το πρωτότυπον ρωσσικόν κείμενον του Μπαζόφ είναι γραμμένον εις την Διάλεκτον των Ουραλίων Ορέων. Η κ. Ranele από πού μετέφραζε; Από τα Ρώσσικα, από τα Ουραλικά, ή από τα Αγγλικά;

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

    ΥΓ: Το Επιτελείον μας μόλις ανεβίβασε την αγγλικήν μετάφρασιν των δύο διηγημάτων του Μπαζόφ εις djvu. Εισέλθατε ενθάδε και καταβιβάσατε. Τα δύο διηγήματα υπάρχουν εις τας σελίδας 10 έως 20 και 21 έως 45

  99. Γιάννης Ιατρού said

    Τι ψευταράς που είσαι!
    Σιγά μην το ανέβασες εσύ και σιγά μην πρέπει να κάνουν και λογαριασμό για να το κατεβάσουν, εδώ όποιος το θέλει, κατευθείαν και free.

  100. sarant said

    98-99
    Άσε που φόρεσε μουστάκια στην Eve (Εύα, μπρε) Manning (the very image of English womanhood) και την είπε «ο μεταφραστής»!

  101. dryhammer said

    73β, 78. Αυτά τα κίτρινα στα πετρώματα μου φέρνουν προς το θειάφι (και λέει και για θειικά ορυκτά πχ γαλαζόπετρα)

  102. Alexis said

    #100: 😆 😆 😆

    Διάβασα μόνο το πρώτο, δεν άντεξα να ξεκινήσω και το δεύτερο, ήταν πολύ μεγάλο…
    Μου άρεσε η ιστορία αλλά η γλώσσα μου φάνηκε κάπως τραχιά, δύσκολη.
    Νομίζω ότι η Ρανέλ έχει επηρεαστεί από το θεσσαλικό ιδίωμα ίσως περισσότερο απ’ ότι θα ‘πρεπε.
    Και ανάμεσα κάποια καθαρευουσιάνικα απολιθώματα (έγγειος, ωσάν, είμεθα κλπ.)
    Είναι κι αυτά της θεσσαλικής ντοπιολαλιάς άραγε;

  103. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,

    100: ναι, ναι, άκου εκεί συνδυασμός: «προσωπικήν βιβλιοθήκην της Κοινότητος», Φαίνεται εκεί στη ξενιτειά (Αμπελόκηπους!) ξεχνάνε τα Ελληνικά σιγά σιγά 🙂

    101: Χμ, του θειαφιού θα το περίμενα πιο ανοιχτό κίτρινο. Επίσης διακρίνω πολύ κοντα βλάστηση, το θειάφι θα τα είχε κάψει όλα. Νίιικο, για θυμήσου την τέχνη σου 🙂

  104. dryhammer said

    101,103 Τα ξανάδα και μάλλον για ενώσεις σιδήρου δείχνουν (δεν είναι όλες καστανοκόκκινες, θυμήθηκα και τον τριχλωριούχο σίδηρο όταν κάποτε πιλατεύαμε πλακέτες…)

  105. Alexis said

    #103: άκου εκεί συνδυασμός: «προσωπικήν βιβλιοθήκην της Κοινότητος»,

    Μα αφού είναι …Κοινοτάρχης της …μονομελούς Κοινότητος των ελληνοψύχων του ILL-Οινόη!
    Ξέρει αυτός τι λέει! 😆

  106. Γιάννης Ιατρού said

    104: Σωστά, δεν χρησιμοποιούσες αμμώνιο; Εγώ το προτιμούσα 🙂

    105: ++++++

    Α, και για τους συνεντευξόμενους συνδρομητάς που ενδιαφέρονται για την αγγλική έκδοση, εδώ η έκδοση σε πιντιεφι και σε Α4, searchable, από την βιβλιοθήκην του μπλογκ 🙂 🙂

  107. Γιάννης Κουβάτσος said

    Τα ‘χουμε ξαναπεί: η μετάφραση είναι δύσκολο εγχείρημα. Ίσως πιο δύσκολο κι από τη συγγραφή. Η Ranele έκανε την προσπάθειά της με καλά αποτελέσματα. Και θα πω και κάτι που συνήθως μου το λένε οι άλλοι:
    Μην ταΐζετε τα τρολ. 😉

  108. Γιάννης Ιατρού said

    107: Γιάννη,
    δεν πρόκειται περί ταΐσματος, αλλά για προειδοποίηση προς τους αναγνώστες εδώ μέσα!
    Ο λίκνος που έβαλε ο Ψευτο-Θόδωρος ίσως μαζεύει μέιλ και κωδικούς…., γι αυτό έγραψα κυρίως το #99 !

  109. Γιάννης Κουβάτσος said

    Έχεις δίκιο, Γιάννη. Ξέχασα ότι, εν προκειμένω, δεν μιλάμε απλώς για τρολ. 👍

  110. Η μικρή Χουχού από το Αλγέρι said

    Πάλι στα λογοπαίγνια διαπρέπει ο κυρ Μιχαήλ στο 97 σχόλιο!

    Για την γλώσσα των δυο κειμένων
    συμφωνώ με τον σεβαστοκράτορα αιμύλον κ. Βάταλον στο 98 σχόλιο.
    Θυμίζει γλωσσα από Καζαντζάκη (δεν μου αρέσει Πλέον ο Καζαντζάκης. Κάποτε ναι. Τον διάβαζα και και συγκινιόμουνα, έπεφτα στα πατώματα), πράγματι.

    Στους ενδιαφέρομενους για ρώσικο σινεμά θα είχα να συστήσω την πολύ καλή-κατά τη γνώμη μας- ταινία με τίτλο «Ο Ναύαρχος» . Παρακαλώ εάν υπάρχουν κρυφομπολσεβίκοι στη σελίδα όπως ισχυρίζεται ο κύριος αιμύλος, να Μην δουν, θα φουρκιστούνε.

    Αν έχει κάποιος εμπειρία από υποβρύχια, μπορεί και να βρει σημεία που θα τον αγγίξει
    Η ταινία εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=-OjYepNNKXc

  111. 100, … Eve … (the very image of English womanhood) …

    Άμεσα αναγνωρίσιμη,
    εξού και η επιλογή της παραφθοράς
    Adam and Steve
    αντί για
    Adam and Eve.

  112. Γιάννης Ιατρού said

    111: Μιχάλη
    το Adam and Eve το γράφουν έτσι, δεν το θυμάσαι;

  113. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το σήμα της Πολεβά είναι η σαύρα! (με κορώνα)
    https://ru.wikipedia.org/wiki/%D0%9F%D0%BE%D0%BB%D0%B5%D0%B2%D1%81%D0%BA%D0%BE%D0%B9#/media/File:Flag_of_Polevskoy.svg

  114. 112,
    Σωστά! 🙂

  115. J. Iatrou said

    Το αστέρι με τις πολλές ακμές είναι το σήμα του εργοστασίου χαλκού ☺

  116. sarant said

    113 Αραγε εξαιτίας της ιστορίας του Μπαζόφ ή προϋπήρχε;

  117. Γιάννης Ιατρού said

    116: Νομίζω πως το σήμα είναι σχετικά πρόσφατο, γιατί εγκρίθηκε με απόφαση της Δούμας της περιοχής Polevskoy (που ανήκει η πόλη αυτή) στις 31/01/2008. Τα σύμβολά του όμως είναι πολύ παλαιότερα (1735 περίπου)

    115: διόρθωση: το αστέρι είναι το σήμα του εργοστασίου παραγωγής σιδήρου (σιδηρουργία) της πόλης, όχι χαλκού που έγραψα.

  118. Γς said

    117:

    Το αστέρι.

    Και το αστέρι στη φωτό από το χωριό Μπελογιάννης της Ουγγαρίας:

    Και θυμάμαι δυό Ελληνες κατοίκους του χωριού να λένε σε μια εκπομπή για το αστέρι που είναι πάνω στην υδατοδεξαμενή, ότι σε μια εξέγερση κατά του καθεστώτος τους είπαν να αφαιρέσουν το αστέρι ειδάλλως θα ανατίναζαν την δεξαμενή.

    -Το σκεφτήκαμε και το αφαιρέσαμε. Ηταν πιο εύκολο να το ξαναανεβάσουμε, από το να ξαναχτίσουμε τη δεξαμενή.

    Και μετά χτίσανε και εκκλησία.
    Και μετά γύρισαν, όσοι γύρισαν στην πατρίδα.
    οι υπόλοιποι ενσωματώθηκαν στους ούγγρους.

  119. Γς said

    118:

    «Περιμένοντας τη Ρόζα» στο χωριό Μπελογιάννης

    Ο Θωμάς πήγαινε κάθε μέρα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Ιβάνσκα, περιμένοντας τον ερχομό της Ρόζας, της γυναίκας που άφησε πίσω στην Ελλάδα, όταν μαζί με άλλους συντρόφους του από το Δημοκρατικό Στρατό πήραν το δρόμο προς την Ουγγαρία, μετά την ήττα στον Εμφύλιο, που σπάραξε την Ελλάδα. \

    Η Ρόζα δεν φαινόταν, αλλά αυτός δεν έχανε την ελπίδα. Κι έτσι περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια…

    Ο Θωμάς γέμιζε τον κήπο του τριαντάφυλλα για να τού θυμίζουν- ίσως- την αγαπημένη του, αφού στα ουγγρικά το τριαντάφυλλο λέγεται ρόζα.

    «Πλημμύριζε» ο κήπος του αρώματα και μυρωδιές, μαζί και το περβάζι έξω στο δρόμο. Ώσπου, μια μέρα, ένα σκαπτικό μηχάνημα του Δήμου χρειάστηκε να σκάψει μπροστά στο σπίτι του και να ξεριζώσει τα τριαντάφυλλα. Τελικά, τα τριαντάφυλλα δεν πρόλαβε να τα ξεριζώσει, αλλά του «ξερίζωσε» την καρδιά, που τον πρόδωσε από την πολλή συγκίνηση, όταν πήγε να προτάξει το κορμί του μπροστά στο μηχάνημα.

    «Έσβησε» ο Θωμάς με τον καημό της Ρόζας, που, όπως λέγεται, είχε ξεκινήσει πράγματι για να βρεθεί πλάι στον αγαπημένο της, αλλά στο δρόμο συνάντησε μια συμμορία παρακρατικών, που τη βίασαν και τη σκότωσαν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: