Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ακόμα δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)

Posted by sarant στο 13 Αύγουστος, 2017


Την περασμένη Κυριακή παρουσιάσαμε δυο ιστορίες από τα Ουράλια, του Πάβελ Πετρόβιτς Μπαζόφ, σε μετάφραση της φίλης μας Ranele από τα ρώσικα. Συνεχίζω και τελειώνω σήμερα με τις άλλες δύο.

Ο Πάβελ Μπαζόφ (1879-1950) έγραψε ιστορίες βασισμένες σε λαϊκά παραμύθια των Ουραλίων, που όμως δεν είναι απλή καταγραφή αλλά δική του λογοτεχνική δημιουργία με βάση λαογραφικό υλικό. Πάνω στην πρώτη από τις δύο σημερινές ιστορίες είναι βασισμένο το μπαλέτο «Το πέτρινο λουλούδι» του Προκόφιεφ. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα διηγήματα αυτά σε έκδοση του 1970 που είναι εξαντλημένη.

Έκανα κάποιες αλλαγές στη μετάφραση της Ranele. Κάποιες λέξεις σημειώνονται με αστερίσκο και εξηγούνται στο τέλος.

Το πέτρινο λουλούδι

Δεν ήτανε μονάχα οι λιθοξόοι από το εργοστάσιο μαρμάρου που ήτανε ξακουστοί για την τέχνη τους. Λένε, πως την ίδια τέχνη κατείχαν και στα δικά μας τα εργοστάσια. Η μόνη διαφορά ήτανε πως οι δικοί μας δουλεύανε περισσότερο τον μαλαχίτη, επειδής ήτανε υψηλής ποιότητας πέτρα και βρισκότανε σε αφθονία στα μέρη μας. Από τούτον τον μαλαχίτη σκαλίζανε και διάφορα ταιριαστά πράματα που φορές, άκου το, απορούσες πώς τα΄χανε συλλάβει με τη φαντασία τους.

Εκείνα τα χρόνια ζούσε ένας μάστορας ονόματι Προκόπιτς. Σε τούτην την τέχνη ήτανε πρώτος. Κανείς δεν μπόραγε να του παραβγεί. Όμως είχε τα χρονάκια του.

Έτσι, λοιπόν, ο εργοστασιάρχης διέταξε τον επιστάτη να του βρει τίποτες νεαρά μαστορούλια για να τα μάθει την τέχνη του.

-Ας τους παραδώκει όλα του τα μυστικά ως και το τελευταίο του κόλπο.

Μόνο που ο Προκόπιτς, είτε ήτανε σφιχτός στο να μοιραστεί τα μυστικά της τέχνης του, είτε συνέβαινε τίποτες άλλο, τέλος πάντων δεν ξεβγήκε καθόλου καλός δάσκαλος. Ήτανε νευρικός και βίαιος. Πρώτα στόλιζε το κεφάλι του αγοριού με καρούμπαλα, πάγαινε να του ξεριζώσει και τ΄αφτιά του ύστερις το απαράταγε και έλεγε στον επιστάτη:

-Δεν μου κάμνει του λόγου του… Δεν έχει μήτε μάτι ικανό, μήτε χέρι που να πιάνει. Χαμένος κόπος.

Ως φαίνεται ο επιστάτης διατάχθηκε να ικανοποιεί την κάθε παραξενιά του γερο-μάστορα σε τούτο το ζήτημα.

-Ό, τι ειπείς, αφού δεν κάμνει ετούτος… θα σου δώκουμε άλλονε… – Και του ΄στελνε άλλο παλικαράκι.

Τα αγόρια σαν μάθανε τι γίνεται στου Προκόπιτς… από νωρίς ξεσηκώνανε θρήνο μην πέσουνε στα χέρια του. Μήτε οι πατεράδες μήτε οι μανάδες στέργανε να στείλουνε τα παιδούλια τους στα κάτεργα που δε βγάζανε πουθενά. Αρχίνησε, λοιπόν, ο καθείς όπως μπόραγε να γλιτώνει το τέκνο του. Να ειπούμε και του στραβού το δίκιο το να δουλεύεις μαλαχίτη ήτανε σκάρτη τέχνη, σκέτο φαρμάκι. Γι΄αυτό ο κοσμάκης φυλαγότανε. Ο επιστάτης όμως δεν αλησμονούσε την εντολή του εργοστασιάρχη –  συνέχισε να του στέλνει μαθητούδια. Εκείνος με τη σειρά του παίδευε το παλικαράκι και ύστερα το γύριζε πίσω στον επιστάτη.

– Μήτε ετούτος κάμνει… Ο επιστάτης αρχίνησε να χάνει την υπομονή του.

-Πού θα πάγει ετούτη η βαλίτσα; Όλο δεν κάμνει και δεν κάμνει.. Πότε επιτέλους θα σου κάμει; Να μάθε τούτονε… Μα ο Προκόπιτς το δικό του:

– Εμένανε δε με μέλλει… και δέκα χρόνους να τονε μαθαίνω, δεν πρόκειται να κάμει προκοπή…

-Ποιον άλλονε να σου φέρω;

– Ε! Και κανένανε να μην μου φέρεις – δε θα τα βάψω μαύρα…

Έτσι, λοιπόν, και ξεδιαλέγανε ανάμεσα σε πολλά παιδάκια ο επιστάτης με τον Προκόπιτς, μα το αποτέλεσμα ήτανε ένα και το αυτό: απάνω στο κεφάλι του μαθητευόμενου – καρούμπαλα και μες στο κεφάλι – μια σκέψη μόνο: πώς να το σκάσει. Μερικά παιδιά εξεπίτηδες κάμνανε ζημιές για τα διώξει πιο γλήγορα ο Προκόπιτς. Έτσι έφτασε η σειρά του Ντανίλκο-Κοκαλιάρη. Τούτο το παλικαράκι ήτανε πεντάρφανο. Τότες ήτανε δεν ήτανε δώδεκα χρονώ. Ήτανε ψηλός με κάτι μακριές αρίδες και πολύ αδύνατος, σκέτο πετσί και κόκαλο, πού άραγες φώλιαζε η ψυχούλα του; Ένας Θεός ξέρει. Είχε καθαρό προσωπάκι, σπαστά μαλλάκια και γαλανά ματάκια. Γι΄αυτό τονε πήρανε από αγλήγορα στο αρχοντόσπιτο να κάμνει θελήματα: να πάγει να φέρει καμιά ταμπακιέρα ή κανένα μαντιλάκι, να πεταχτεί κάπου και άλλα τέτοια. Μονάχα το ορφανό δεν έδειξε καμιά προθυμία σε τούτη τη δουλειά. Άλλα παλικαράκια σε τέτοιες θέσεις δείχνουνε μεγάλη σβελτάδα και σπιρτάδα. Μόλις τους πεις κάτι – κορδώνονται: τι ορίζετε του λόγου σας; Μα ετούτος χωνότανε σε καμιά γωνιά, στύλωνε τα μάτια του απάνου σε μια ζουγραφιά ή κάποιο στολίδι και καθότανε έτσι ώρα πολλή. Τον φωνάζανε κι εκείνου δεν ίδρωνε τ΄αφτί. Αρχικά μαθές τον ξυλοφορτώνανε, μα ύστερις τον απαράτησαν.

-Αλαφροΐσκιωτος! Αργόστροφος! Από τέτοιον πώς να βγει ένας προκομμένος λακές;

Με όλα τούτα στο εργοστάσιο ή στο ορυχείο δεν τονε στείλανε – ήτανε πολύ χαμένος, δε θα άντεχε μήτε βδομάδα. Τελικά ο επιστάτης τον έβαλε βοηθό στο γελαδάρη. Μα και αυτού ο Ντανίλκο αποδείχτηκε ντιπ άχρηστος. Το παλικαράκι ήτανε φιλότιμο, μα όλο και κάποια αναποδιά του συνέβαινε. Σάμπως όλο κάτι απασχολούσε το μυαλό του. Σαν στυλώσει τα μάτια του απάνου σ΄ένα χορταράκι, άντε μετά να μαζέψεις τα γελάδια! Έτυχε ο γερο-γελαδάρης να΄ναι ένας στοργικός άνθρωπος, λυπότανε το ορφανό, μα και τούτος πάλι δεν κρατιότανε φορές και τονε στόλιζε:

-Τι θα βγει από σένανε, Ντανίλκο; Θα χαραμίσεις τη ζωή σου και εμένανε, γέρο άνθρωπο, θα με κάμνεις να φάγω βουρδουλιές. Το γλέπεις σωστό; Τι είναι τούτο που βασανίζει την κούτρα σου;

-Ξέρω κι εγώ, παππούλη… Τίποτες… Να χάζευα λιγουλάκι πως ένα ζούδι περπατούσε απάνου στο φυλλαράκι. Όλο ήτανε μπλάβο, μα κάτου από τα φτερά είχε ένα κορμάκι κίτρινο. Το φύλλο ήτανε φαρδύ –πλατύ… και στην άκρια είχε δοντάκια γυρισμένα ωσάν φεστόνια. Αυτού έδειχνε πιο σκούρο, μα στη μέση είχε ένα ζωηρό πράσινο λες και ήτανε φρεσκοβαμμένο… Και το ζούδι σουρνότανε απάνου του σιγά σιγά.

-Τι χαζός που΄σαι, Ντανίλκο; Τι δουλειά έχεις να χαζεύεις τα ζούδια; Ας το να σούρνεται ΄κει πέρα, η δουλειά σου είναι να βοσκάς γελάδια. Πρόσεξε καλά και βγάλε τούτες τις κουταμάρες από το μυαλό σου, αλλιώς θα σε μαρτυρήσω στον επιστάτη!

Μονάχα ένα πράμα του΄βγαινε καλά. Έμαθε να παίζει σουραύλι  – πού τέτοια χάρη ο γέρος! Έπαιζε καθαρά κάτι αλλόκοτους σκοπούς. Το βράδυ, μόλις μαζέψουνε τα γελάδια, οι κοπελιές και οι γυναίκες τονε παρακαλούν:

-Δε μας παίζεις κανένα σκοπό, Ντανίλουσκο;

Και κείνος άλλο που δε ήθελε, αρχινούσε δίχως να χρονοτριβεί. Και όλοι οι σκοποί του ήτανε πρωτόγνωροι. Ακούγονταν όμορφα σάμπως θρόιζε το δάσος ή κελάρυζε το ρυάκι και λαλούσανε σε όλους τους τόνους τα πουλάκια. Οι γυναίκες για τούτα τα τραγούδια αρχίνησαν να τονε καλοβλέπουνε. Μια θα του μπαλώσει το πανωφόρι του, άλλη θα του δώκει ένα χοντρό κομμάτι πανί να τυλίξει τα ποδάρια του, τρίτη θα του ράψει μια καινούρια πουκαμίσα. Όσο για φαγί – μήτε λόγος, – η καθεμία λαχταρούσε να του δώκει όσο πιο πολλά καλούδια μπορούσε. Ο γερο-γελαδάρης και κείνος αγάπησε τα τραγούδια του Ντανίλο. Μονάχα που κι αυτού δεν λείψανε οι αναποδιές. Φορές αρχινούσε ο Ντανίλουσκο να παίζει και αποξεχνιότανε σάμπως δεν είχανε γελάδια. Έτσι απάνω στο τραγούδι τονε βρήκε η συφορά.

Μια βολά ο γέρος αποκοιμήθηκε, μα και ο Ντανίλουσκο αποξεχάστηκε παίζοντας το σουραύλι του. Αυτού μερικά γελάδια αποκοπήκανε από το λοιπό κοπάδι. Βραδύτερα σαν αρχίνησαν να τις μαζεύουνε, κοιτούνε και τι να ιδούν; – η μια έλειπε, η άλλη εχάθη. Αρχίνησαν να τις ψάχνουνε. Τώρα τρέχα γύρευε. Τις βοσκούσανε σιμά στη Γιελνίτσναγια … Το μέρος αυτού ήτανε απόμακρο και γιομάτο λύκους. Μονάχα μια γελαδίτσα βρήκανε. Σαν οδήγησαν το κοπάδι πίσω στο χωριό … ξηγήσανε το και το. Όλος ο κόσμος του εργοστασίου έτρεξε στο δάσος για να βοηθήσει στο ψάξιμο, μα δεν βρήκανε τίποτες.

Ήτανε γνωστό ποια θα ήτανε η τιμωρία τους. Για όποια ζημία, έλα μπρος στήσε τη ράχη σου. Σαν εξεπίτηδες μια από τες γελάδες ήτανε από το σπίτι του επιστάτη. Αυτού μην περιμένεις κανένα έλεος. Πρώτα ξαπλώσανε και μαυρίσανε στο ξύλο το γέρο, ύστερις πιάσανε και τον Ντανίλουσκο που ΄τανε σκέτο πετσί και κόκαλο. Μόλις τον είδε ο μπόγιας του ξέφυγε:

-Πώς είν΄τος έτσι; – λέει – Τέτοιος που΄ναι με την πρώτη βουρδουλιά ή θα λιποθυμήσει ή εις τον Κύριο θα αποδημήσει.

Παρόλα αυτά του΄ριξε μία γερή – δεν τονε λυπήθηκε, μα ο Ντανίλουσκο άχνα δεν έβγαλε. Ο μπόγιας του΄ριξε δεύτερη – άχνα, τρίτη – πάλι άχνα. Τότες τον μπόγια τον πιάσανε κάτι δαιμόνια, και δώστου να του μετράει τα παΐδια με ό, τι δύναμη είχε και δεν είχε.

-Θα σου δείξω πώς να σωπαίνεις … Βγάλε φωνή… Βγάλε σου λέγω! Ο Ντανίλουσκο τρέμει σύγκορμα, τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι, μα κιχ δε βγάνει. Δάγκασε το αχείλι του και κρατιέται. Έτσι και λιποθύμησε δίχως να βγάλει μιλιά. Ο επιστάτης που ήτανε μαθές αυτού, απόρησε:

-Κοίτα, τι σκληρό καρύδι ξεβγήκε! Τώρα πια ξέρω πού να τονε στείλω άμα δεν ψοφήσει ούδε τώρα.

Ο Ντανίλουσκο όμως ήλθε στα σύγκαλά του. Η γριά-Βοτανού τονε σήκωσε στο ποδάρι. Υπήρξε, λένε, μια τέτοια γριούλα, που ελλείψει γιατρού στα εργοστάσιά μας είχε μεγάλη πέραση με τα γιατροσόφια της. Γνώριζε καλά όλα τα βοτάνια που φυτρώνανε στα μέρη μας: ποιο ήτανε για τον πονόδοντο, ποιο για την κατεβασιά, ποιο για το λουμπάγκο… Η ίδια τα μάζευε τη στιγμή που το καθένα είχε τη μεγαλύτερη δύναμη. Από τέτοια βότανα και ρίζες ετοίμαζε βάμματα, έφτιαχνε βραστάρια, και τα ανακάτωνε με διάφορα μαντζούνια.

Ο Ντανίλουσκο περνούσε καλά στη γριά Βοτανού. Η γριούλα, άκου το, ήτανε στοργική και ομιλητική και μες στην ίσμπα της είχε παντού κρεμασμένα λογής λογής βοτάνια, ρίζες, και λούλουδα για να στεγνώνουνε. Ο Ντανίλουσκο είχε περιέργεια για τα βότανα – πώς το λένε αυτό; – πού φυτρώνει εκείνο; πώς είναι το λουλούδι του; Η γριούλα του τα΄λεγε όλα.

Μια φορά ο Ντανίλουσκο τηνε ρωτά:

-Εσύ, γιαγιάκα, τάχα γνωρίζεις όλα τα λουλούδια στα μέρη μας;

-Ε! Δε θα το περηφανευτώ,  λέει, αλλά, ως φαίνεται, όλα τα ξέρω, από όσα είναι φανερά.

-Τι δηλαδή, τηνε ρωτά, υπάρχουνε και κάποια που΄χουν μείνει αφανέρωτα;

-Υπάρχουνε, του απαντά, πώς δεν υπάρχουνε. Έχεις ακουστά, ας πούμε, για τη φτέρη; Ανθίζει μόνο του Άι-γιάννη του Κλήδονα. Εκείνο το λούλουδο έχει μαγικές δυνάμεις. Ανοίγει όλους τους κρυμμένους θησαυρούς. Μα είναι΄πικίνδυνο για ανθρώποι, γιατί τρέχει σαν φωτίτσα απάνου στα φύλλα. Άμα τηνε πιάσεις – όλα τα κρυμμένα, τα θαμμένα, τα κλειδαμπαρωμένα, θα ανοίξουν για σένανε φαρδιά πλατιά. Πολλοί κλέφτες κυνηγούν ετούτο το λουλούδι. Υπάρχει, μαθές, και το μαλαχιτένιο λούλουδο. Αυτό φυτρώνει μες στο μαλαχιτένιο βουνό. Στη γιορτή του Φιδιού αποκτά τη μέγιστη δύναμη. Αλλοίμονο στον άνθρωπο που θα το ιδεί, μονάχα συφορά θα του φέρει.

-Τι σόι συφορά, γιαγιάκα μου;

-Τούτο, παιδάκι μου, μήτε η ίδια το κατέχω. Έτσι άκουσα, έτσι λέγω.

Ο Ντανίλουσκο ίσως να έμενε κι άλλο στης Βοτανούς, μα τα τσιράκια του επιστάτη μυρίστηκαν πως το παλικαράκι αρχίνησε να ρίχνει καμιά δρασκελιά και ευθύς να του τα προφτάσουνε. Ο επιστάτης φώναξε τον Ντανίλουσκο και του λέει:

-Τράβα τώρα στου Προκόπιτς να μάθεις να δουλεύεις το μαλαχίτη. Ετούτη η δουλειά σου ταιριάζει γάντι.

Τι να κάμνει ο έρμος; Πήγε ο Ντανίλουσκο, αν κι ο ίδιος ακόμη αλλού πατούσε και αλλού βρισκότανε.

Ο Προκόπιτς του΄ριξε μια ματιά και λέει από μέσα του:

-Ετούτος μου΄λειπε τώρα. Δεν βάστηξαν τα γερά παιδιά, από τούτονε τι να καρτερέσεις τάχα –ίσα που σούρνεται.

Ο  Προκόπιτς πήγε στου επιστάτη:

-Δε θέλω τέτοιονα. Αν τυχόν και μου ψοφήσει στα χέρια – θα πρέπει να δώκω λόγο.

Πού να τον ακούσει ο επιστάτης, τον έδιωξε κακήν κακώς:

-Στον δώκανε – μάθαινέ τονα και ας τα σούρτα φέρτα! Τούτο το παλικαράκι είναι σκληρό, μην κοιτάς που δε σου γιομίζει το μάτι.

-Όπως, πιθυμείτε, – λέει ο Προκόπιτς – είχα χρέος να τα ειπώ. Τον αναλαβαίνω, μονάχα μη μου ζητήξουνε το λόγο.

-Δεν υπάρχει ψυχή να σου ζητήξει το λόγο. Είναι ορφανός, καν΄τονα ό, τι θες, – του αποκρίθηκε ο επιστάτης.

Σαν γύρισε ο Προκόπιτς σπίτι, βρήκε τον Ντανίλουσκο να στέκεται σιμά στον πάγκο και να περιεργάζεται ένα πηχάκι μαλαχίτη. Πάνω σε τούτο το πηχάκι είχε μπει σημάδι για να γένει ένα μοτίβο. Ο Ντανίλουσκο λοιπόν στύλωσε τα μάτια του ακριβώς σε τούτο το σημείο και κουνούσε το κεφάλι του με αποδοκιμασία.

Ο Προκόπιτς ήτανε περίεργος να μάθει τι περιεργαζότανε αυτού το καινούριο παλικαράκι. Τονε ρώτησε αυστηρά, όπως το είχε συνήθειο:

-Τι κάνεις αυτού; Ποιος σου ζήτηξε να το πάρεις στα χέρια σου; Τι κοιτάς αυτού;

Ο Ντανίλουσκο του αποκρίνεται:

-Θαρρώ πώς το σκέδιο πρέπει να γένει από την άλλη μπάντα, παππού. Κοίτα αυτού υπάρχουνε όμορφα νερά. Κρίμας είναι άμα κοπούνε. Ο Προκόπιτς μαθές φώναξε:

-Τι΄πες; Και ποιος είσαι του λόγου σου; Μήπως είσαι μάστορας; Δεν έχεις πιάσει καλέμι στα χέρια και κοτάς να κρένεις; Τι ξέρεις εσύ;

-Ξέρω και παραξέρω ότι γένηκε ζημία, τούτο το κομμάτι θα πάγει χαμένο, – του απαντά ο Ντανίλουσκο.

-Και ποιος το χαράμισε; Ε; Ξέρεις σε ποιον τα λες, μυξιάρικο; Στον πρωτομάστορα!… Θα σου δείξω τι εστί ζημία … δεν μου γλιτώνεις εσύ!

Φώναζε, φοβέριζε ο Προκόπιτς, μα δεν τον ακούμπησε μήτε με το μικρό του δαχτυλάκι. Ο Προκόπιτς ο ίδιος έσπαγε το κεφάλι του απάνου σε τούτο το κομμάτι, από ποιαν μπάντα τάχα να κάμνει το σκέδιο. Ο Ντανίλουσκο με την σπόντα που του΄ριξε πέτυχε διάνα.

Ο Προκόπιτς φούσκωνε και ξεφούσκωνε ύστερις του λέει πια καλόβουλα:

-Για δείξε μας, νεόκοπε μάστορα, πώς θα το΄καμνες;

Τότες ο Ντανίλουσκο αρχίνησε να δείχνει και να ξηγάει:

-Να τι σκέδιο θα ημπορούσε να βγει. Για το μοτίβο κάλλιο να αφήναμε στενότερη λουρίδα στο μέρος καθαρό από τα νερά, μα από πάνου ας φτιάχναμε μια μικρή πλεξούδα.

Ο Προκόπιτς όλο φώναζε:

-Πώς, πώς! Τι ξέρεις εσύ. Πού ακούστηκε το αβγό να ορμηνεύει την κότα! – Ενώ από μέσα του συλλογιότανε: «Σωστά μιλάει το παλικαράκι. Από τέτοιονα μάλλον θα βγει κάτι προκομένο. Μόνο πώς να τονε μάθεις; Μια φορά να τονε κτυπήσεις – δεν αργάς να τονε στείλεις στα θυμαράκια.»

Τα ΄κλωθε μες στο μυαλό του και τονε ρωτά:

-Τίνος είσαι ΄συ, τέτοιος ξερόλας;

Ο Ντανίλουσκο του΄πε για του λόγου του.

Πως ήτανε πεντάρφανος. Δε θυμότανε τη μάνα του και δεν πρόκανε να γνωρίσει τον κύρη του. Όλοι τον φωνάζανε Ντανίλκο-Κοκαλιάρη, μα μήτε το όνομα μήτε το παρανόμι του πατρός του δεν το εγνώριζε. Είπε πως έκαμε δουλειές του ποδαριού στο αρχοντικό και πως τονε διώξανε, πως ύστερα όλο το θέρος έβοσκε γελάδια και πως τιμωρήθηκε.

Ο Προκόπιτς τονε σπλαχνίστηκε:

-Όπως γλέπω, παλικάρι μου, σου΄τυχε μια ζωή όλο φαρμάκι, και σαν να μην έφτανε ετούτο έπεσες στα χέρια τα δικά μου. Η τέχνη μας, μαθές, είναι πολύ δύσκολη.

Ύστερις πάλι γκρίνιαξε θυμωμένα σάμπως τονε τσίμπησε καμιά μύγα:

-Άντε, φτάνουνε οι κουβέντες! Ροδάνι πάγει η γλώσσα σου! Με το στόμα μπάρα μπάρα, με τα χέρια κουλαμάρα! Όλο το βράδυ δεν έχεις βάλει γλώσσα μέσα σου! Κοίτα μαθητούδι που μου΄λαχε! Ταχιά να ιδούμε, τι πουλιά πιάνεις. Τώρα κάτσε αυτού να φας και ύστερις να πλαγιάσουμε.

Ο Προκόπιτς καθότανε μονάχος του. Πάνε χρόνια που πέθανε η γυναίκα του. Το νοικοκυριό τού κρατούσε η μπάμπω Μητροφάναινα από τη γειτονιά. Ερχότανε κάθε πρωί, του μαγέρευε, καθαρνούσε την ίσμπα, τα βράδια όμως ο Προκόπιτς τα βόλευε μόνος του.

Αφού αποσώσανε το φαγί, ο Προκόπιτς του λέει:

-Πλάγιασε αυτού στον πάγκο!

Ο Ντανίλουσκο έβγαλε τα ποδήματά του, έβαλε τον ντορβά του για προσκέφαλο, σκεπάστηκε με το πανωφόρι του, τουρτούρισε λιγουλάκι, –  γλέπεις, είχε χινοπωρινή ψύχρα μες στην ίσμπα, – ώσπου τελικά αποκοιμήθηκε. Ξάπλωσε και ο Προκόπιτς, μα ο ύπνος δεν κολνούσε στο μάτι του: όλο έκλωθε στο μυαλό του την κουβέντα για το σκέδιο απάνου στο μαλαχίτη. Στριφογύρναγε – στριφογύρναγε, σηκώθηκε, άναψε το κερί και βουρ στον πάγκο να μετράει και να ξαναμετράει το κομμάτι του μαλαχίτη.

Κάλυψε τη μιαν άκρη, μετά την άλλη… πρόσθεσε το πάχος, μετά το μείωσε. Το΄βαλε και από την καλή και από την ανάποδη και όλα δείχνανε ότι το παλικαράκι είχε δίκιο, είχε καταλάβει καλύτερα τα νερά και το σκέδιο της πέτρας.

– Α! Τον άτιμο! – απορούσε ο Προκόπιτς. Άγουρος, άγουρος, αλλά έβαλε τα γυαλιά στον πρωτομάστορα. Κόβει το μάτι του! Και τι μάτι είναι τούτο!

Πήγε σιγά σιγά στην αποθήκη, έσυρε από΄κει ένα προσκέφαλο και μιαν τρανή προβιά. Έβαλε το προσκέφαλο κάτου από το κεφάλι του Ντανίλουσκο και τονε σκέπασε με την προβιά.

-Κοιμήσου, αϊτομάτη μου!

Πού να ξυπνήσει εκείνος, γύρισε από την άλλη μπάντα, απλώθηκε φαρδιά πλατιά κάτου από την προβιά – ζεστάθηκε – και αρχίνησε να ρουθουνίζει μελωδικά. Ο Προκόπιτς δεν απέκτησε δικά του παιδιά, κι ετούτος ο Ντανίλουσκο του μπήκε βαθιά μες στην καρδιά. Κάθεται από πάνου του και τον καμαρώνει, μα ο Ντανίλουσκο κοιμάται του καλού καιρού και όλο γλυκά ξεφυσάει. Τον Προκόπιτς τον έπιασε η σκασίλα πώς ετούτο το παλικαράκι που΄τανε κοκαλιάρικο και ντιπ καχεκτικό να το βάλει στα πόδια του.

– Με την υγειά που΄χει πού να καταπιαστεί με το μαλαχίτη.  Σκόνη, σκέτο φαρμάκι – δίχως άλλο θα μαραζώσει. Ας ξεκουραστεί, ας στανιάρει πρώτα, ύστερις θα αρχινήσω να τονε μαθαίνω αγάλι αγάλι. Θαρρώ πως ετούτος θα φτιάσει προκοπή.

Την άλλη μέρα λέει στον Ντανίλουσκο:

-Αρχικά θα με βοηθάς στο νοικοκυριό. Τέτοια σειρά έχω ΄γώ. Μπήκες;  Σήμερα τράβα στο δάσος να μου φέρεις λίγο βίμπουρνο(*). Το αραθύμησα. Οι καρποί του έχουν σκεπαστεί με την πάχνη –  τούτον τον καιρό είναι ό, τι πρέπει για πίτες. Πρόσεξε μονάχα μην παγαίνεις μακριά. Δεν μας πειράζει όσα και να φέρεις αρκεί να μην κουραστείς. Πάρε μαζί σου μπόλικο ψωμάκι – το δάσος σ΄ανοίγει την όρεξη, – πέρνα κι από τη Μητροφάναινα. Της παράγγειλα να σου ψήσει δυο αβγά και να σου γεμίσει ένα μπραγατσούλι(*) γάλα. Μπήκες;

Την άλλη μέρα πάλι του λέει:

-Πιάσε μου ένα γαρδέλι με ωραία φωνή και έναν ζωηρό κοκκινοσκούφη. Πρόσεξε ως το βράδυ να΄σαι πίσω. Μπήκες;

Σαν τα΄πιασε ο Ντανίλουσκα και του τα ΄φερε, ο Προκόπιτς του είπε:

-Καλά με τούτα, μα δε φτάνουν. Πιάσε και άλλα.

Έτσι πάγαινε σκοινί – κορδόνι. Κάθε μέρα ο Προκόπιτς έστελνε τον Ντανίλουσκο τάχα μου για δουλειές, μα τι δουλειές, σκέτη σκόλη. Σαν χιόνισε και το΄στρωσε, ο Προκόπιτς τον έστειλε να πάγει με το γείτονά τους για ξύλα, να τον βοηθήσει τάχα. Σιγά την αγγαρεία! Στο πήγαινε καθόταν στο έλκηθρο και οδηγούσε το άλογο και στο έλα ακολουθούσε το κάρο με τα ποδάρια. Τούτο γινότανε κάθε μέρα: έκανε την τσάρκα του, έτρωγε στο σπίτι και την ήπεφτε με όρεξη για ύπνο. Ο Προκόπιτς  του αγόρασε μια γούνα, ένα ζεστό σκούφο, ένα ζευγάρι γάντια και του παράγγειλε ένα ζευγάρι βάλενκι(*). Γλέπεις, ο Προκόπιτς, είχε παράδες. Αν κι ήτανε δουλοπάροικος, ο άρχοντας τον είχε στη δούλεψή του με το κομμάτι, έτσι κατάφερνε να βάζει κανένα φράγκο στην άκρη. Με τον Ντανίλουσκο δέθηκε γερά. Να ειπούμε την αλήθεια τον είχε σαν το γιο του. Δε λυπότανε τίποτες για αυτόνανε και τον φύλαγε από το χαμαλίκι της δουλειάς.

Από την καλοπέρασή του ο Ντανίλουσκο γέρεψε αγλήγορα και με τη σειρά του δέθηκε και κείνος με τον Προκόπιτς. Πώς αλλιώς! Κατάλαβε ότι ο Προκόπιτς τον νοιαζότανε, τέτοιο νοιάξιμο δεν το΄χε ματαδεί. Βγήκε ο χειμώνας. Ο Ντανίλουσκο φχαριστιότανε κάργα το ραχάτι του. Μια πάγαινε βόλτα στη λίμνη, μια στο δάσος. Μα και τη μαστορική δεν την παραμελούσε. Σαν γύριζε σπίτι, ευθύς οι δυο τους πιάνανε κουβέντα. Πρώτα έλεγε τα δικά του στον Προκόπιτς και μετά τονε ρώταγε για την τέχνη του. Ο Προκόπιτς ΄ξήγαγε και του΄δειχνε κιόλα. Ο Ντανίλουσκο τα αποθησαύριζε.  Πότε πότε κι ο ίδιος πιανότανε. «Άσε με να το κάμνω ΄γω…». ο Προκόπιτς τονε παρακολουθούσε και τονε διόρθωνε όποτε χρειαζότανε, έδειχνε, πώς να το κάμνει καλύτερα.

Κάποτε ο επιστάτης είδε τον Ντανίλουσκο στη λίμνη. Ρώτηξε να μάθει τα τσιράκια του:

– Τίνος είναι τούτο το παλικαράκι; Δεν είναι πρώτη φορά που τονε γλέπω στη λίμνη… Τις καθημερινές τις περνάει παρέα με το καμάκι, μα δεν δείχνει μικρός… Κάποιος θα τον φυλάγει από το χαμαλίκι…

Τα τσιράκια τα μάθανε και άιντε να τα προφτάσουνε στον επιστάτη, μα εκείνος δεν τους επίστεψε.

-Άντε, τους λέει, σύρτε να μου το φέρετε το παλικαράκι, θα τον ξετάξω μονάχος μου.

Φέρανε τον Ντανίλουσκο ομπρός στον επιστάτη και κείνος τονε ρωτά:

-Τίνος είσαι του λόγου σου;

Ο Ντανίλουσκο του απαντά:

– Είμαι μαστοράκι. Μαθαίνω στου μάστορα να δουλεύω τον μαλαχίτη.

Ο επιστάτης τότες τον άρπαξε απ΄τ΄ αφτί:

-Παλιόπαιδο, έτσι την μαθαίνεις την τέχνη! – Και τον έσυρε από τ΄ αφτί στου Προκόπιτς.

Εκείνος κατάλαβε πως την είχανε πατήσει, προσπαθούσε σώνει και καλά να βγάλει ασπροπρόσωπο τον Ντανόλουσκο:

-Εγώ τον έστειλα, μαθές, να ψαρέψει τίποτα πέρκες. Πεθύμησα φρέσκα ψαράκια. Λόγω ανημποριάς μου μπουκιά δε βάζω στο στόμα, μονάχα ψάρια κι τρώγω. Για τούτο τον έστειλα για ψάρεμα.

Ο επιστάτης δεν τα΄χαψε. Επίσης πρόσεξε πως ο Ντανίλουσκο είχε γίνει αγνώριστος: πήρε βάρος, φορούσε μια γερή πουκαμίσα, μια καλή βράκα και στα ποδάρια μπότες. Έτσι αποφάσισε να τονε περάσει από κόσκινο.

-Για δείξε μου, τι σου΄μαθε ο γερο-μάστορας; Ο Ντανίλουσκο πέρασε την ποδιά, σίμωσε στον πάγκο και αρχίνησε να ΄ξηγάει και να δείχνει. Ό, τι και να τονε ρώταγε ο επιστάτης, του΄χε έτοιμη την απάντηση στο τσεπάκι του. Πώς να πελεκήσει μια πέτρα, πώς να την πριονίσει, πώς να κάνει ένα ταγιάρισμα, πώς και με τι να την κολλήσει, πώς να την γυαλίσει, πώς να την εφαρμόσει απάνου στο χαλκό ή στο ξύλο, με άλλα λόγια όλα: από το άλφα ως το ωμέγα.

Αφού τονε πέρασε από ιερά εξέταση, είπε στον Προκόπιτς:

-Τούτονε μάλλον θα τον βρήκες ικανό;

-Ε! Δεν παραπονιούμαι, του αποκρίνεται ο Προκόπιτς.

-Μάλιστα παράπονα δεν κάμνεις, μα τονε κακομαθαίνεις! Σου τονε δώκαμε για να μάθει την τέχνη κι αυτός ξημεροβραδιάζεται με το καμάκι στο χέρι! Θα σου δείξω κάτι φρέσκες πέρκες θα τις θυμάσαι μια ζωή, μέχρις να σε πάρει ο Χάρος. Το παλικαράκι από την άλλη θα ξεχάσει τι πάγει να πει χαμόγελο μια για πάντα.

Τους φοβέριξε και έφυγε, μα ο Προκόπιτς όλο απορεί:

-Πότε άραγες πρόλαβες να τα καταλάβεις ούλα τούτα, Ντανίλουσκο; Αφού δεν έχω καλά καλά αρχινήσει να στα μαθαίνω.

-Αφού, του λέει ο Ντανίλουσκο, μου τα΄δειχνες και μου τα΄ξηγούσες, κι εγώ τ ΄άκουγα και τα΄βαζα μες στο μυαλουδάκι μου.

Ο Προκόπιτς δάκρυσε, τόσο πολύ έστερξε αυτά που άκουγε.

-Ακριβέ μου γιόκα, του λέει, Ντανίλουσκό μου… Κι ό, τι άλλο γνωρίζω, όλα θα στα φανερώσω… Δε θα αφήκω κανένα μυστικό…

Μόνο που από κείνο τον καιρό έχασε ο Ντανίλουσκο το ραχάτι του. Ο επιστάτης την επομένη κιόλα έστειλε να τονε φέρουνε σπίτι του και αρχίνησε να του δίνει καθημερινά παραγγελιές με μεροκάματο.

Πρώτα, μαθές, του΄δινε κάτι απλό: πόρπες, που φορούν οι κυρίες, μπιζουτιέρες. Ύστερις του παράγγελνε αντικείμενα που ήθελαν τρόχισμα: κηροπήγια και διάφορα κοσμήματα. Έτσι έφτασε και στο σκάλισμα. Σκάλιζε διάφορα φυλλαράκια και πεταλάκια, μοτιβάκια και λουλουδάκια.

Η δουλειά των μαστόρων του μαλαχίτη είναι, μαθές, μπελαλίδικη. Με την πρώτη ματιά φαίνεται απλό πραματάκι, μα πόσην ώρα πρέπει να μοχθήσεις πάνω του! Έτσι ο Ντανίλουσκο αντρώθηκε απάνου σε τούτη τη δουλειά.

Σαν κατάφερε να σκαλίσει ένα βραχιόλι–φιδάκι από την ατόφια μονοκόμματη πέτρα, ο επιστάτης τονε παραδέχτηκε ως μάστορα.  Έκανε και μιαν γραπτήν αναφορά στον εργοστασιάρχη:

«Το και το, φανερώθηκε στο εργοστάσιό μας ένας καινούριος μάστορας-χαράκτης του μαλαχίτη – ο Ντανίλκο ο Κοκαλιάρης. Βγάζει καλή δουλειά, μα είναι ακόμα αργός λόγω απειρίας. Πώς ορίζετε να κανονίσω τη δουλειά του; Να συνεχίσει στο μεροκάματο ή να τον αφήκω με το κομμάτι όπως τον Προκόπιτς;»

Ο Ντανίλουσκο δεν ήτανε καθόλου αργός στη δουλειά, τουναντίον να απορεί κανείς πόσο σβέλτα και πιδέξια δούλευε. Τούτο, λοιπόν, ήτανε το κόλπο του Προκόπιτς. Άμα παράγγελνε ο επιστάτης στον Ντανίλουσκο μια δουλειά πέντε ημερών, ο Προκόπιτς πάγαινε και του κλαιγότανε:

-Δε βγαίνει τούτη η δουλειά σε πέντε μέρες. Θέλει δυο βδομάδες μες στο νερό. Αφού το παλικάρι είναι άβγαλτο, ακόμα μαθαίνει. Άμα βιαστεί – τζάμπα και βερεσέ θα χαραμίσει την πέτρα.

Ο επιστάτης αρχικά παζάρευε, μα ύστερα, μαθές, έβαζε κάμποσες μερούλες παραπάνω. Έτσι ο Ντανίλουσκο δούλευε δίχως να πολυζορίζεται. Ακόμη και να διαβάζει και να γράφει έμαθε κρυφά απ΄αυτόνανε. Έτσι ίσα ίσα να σκαμπάζει λιγάκι από γράμματα. Ο Προκόπιτς και σε τούτο τονε στήριζε. Φορές προσπαθούσε να κάμνει τις παραγγελιές του Ντανίλουσκο, μα κείνος δεν τον άφηνε:

-Δεν είσαι με τα καλά σου, μπάρμπα! Με ντροπιάζεις άμα παίρνεις τη θέση μου στον πάγκο! Κοίταξε να δεις, η γενειάδα σου έχει πρασινίσει απ΄το μαλαχίτη, τούτη η δουλειά σού ΄χει τσακίσει τη γειά σου, εγώ όμως δεν παθαίνω τίποτα.

Ο Ντανίλουσκο, μαθές, ως εκείνο τον καιρό είχε γένει ένα γερό παλικάρι. Μόλο που από συνήθεια τον φωνάζανε ακόμη Κοκαλιάρη, εκείνος να πώς γίνηκε: αψηλός με κόκκινα μάγουλα, σπαστά μαλλιά και χαμόγελο στ΄αχείλι, με δυο κουβέντες, διακαής πόθος όλων των κοριτσιών.

Ο Προκόπιτς αρχίνησε κιόλα να του μιλά για κοπελιές, μα ο Ντανίλουσκο κούναγε μονάχα το κεφάλι του:

-Δεν είναι καιρός ακόμη! Να, μόλις γένω σωστός μάστορας, τότες θα τα κουβεντιάσουμε.

Ο εργοστασιάρχης απάντησε στο αίτημα του επιστάτη:

«Ας μου φτιάσει εκείνος ο Ντανίλκο, μαθητής του Προκόπιτς, ένα σκαλιστό βάζο με βάση για το αρχοντικό μου. Ύστερις θα πάρω απόφαση αν θα τον έχουμε με το κομμάτι ή στο μεροκάματο. Μόνο πρόσεξε μην βάλει κανένα χεράκι ο Προκόπιτς. Να όψεσαι άμα σου ξεφύγει.»

Ο επιστάτης αφού έλαβε τούτο το γράμμα, φώναξε τον Ντανίλουσκο και του λέει:

-Θα δουλέψεις εδώ πέρα, στο σπίτι μου. Θα σου στήσουνε τον πάγκο και θα σου φέρουνε την πέτρα που χρειάζεσαι.

Σαν το΄μαθε ο Προκόπιτς, κρέμασε το κεφάλι του: Πώς κι έτσι; Τι πράμα είναι τούτο; Πήγε στου επιστάτη, μα σιγά μην του έδωκε σημασία … Ίσα ίσα τον αποπήρε: «Τήρα τη δουλειά σου, γέρο!»

Παγαίνει, λοιπόν, ο Ντανίλουσκο να δουλέψει στην καινούρια του θέση και ο Προκόπιτς τονε ορμηνεύει:

– Πρόσεχε και μη βιάζεσαι, Ντανίλουσκο! Μην προδίδεσαι.

Ο Ντανίλουσκο, μαθές,  αρχικά φυλαγότανε. Όλο μετρούσε και ξαναμετρούσε, μα στο τέλος μπούχτισε. Είτε δουλεύεις είτε λουφάρεις, έτσι κι αλλιώς το μαρτύριο τούτο θα το τραβήξεις στο ακέραιο, θα ξημεροβραδιάζεσαι στου επιστάτη θες δε θες. Από την βαρεμάρα του ο Ντανίλουσκο δεν βάστηξε και αρχίνησε να δουλεύει σαν δαιμονισμένος. Έτσι λοιπόν το βάζο τελείωσε εν τω άμα και το θάμα! Ο επιστάτης τον κοίταξε και σαν να΄τανε ένα πράμα συνηθισμένο του λέει:

-Φτιάσε ακόμα ένα!

Ο Ντανίλουσκο έφτιασε και το δεύτερο, έπειτα και το τρίτο. Σαν τελείωσε το τρίτο, ο επιστάτης του΄πε:

-Τώρα τέρμα η λούφα! Σας τσάκωσα με τον Προκόπιτς. Ο άρχοντάς μες στο γράμμα του σου όρισε διορία για το ένα βάζο, μα εσύ στον ίδιο χρόνο σκάλισες όχι ένα, μα ολάκερα τρία. Τώρα ξέρω τι πουλιά πιάνεις. Δε με γελάς άλλο, και όσο για κείνον το γερο-κατεργάρη, θα του δείξω πώς να με δουλεύει! Να το ιδούνε κι άλλοι κατεργαραίοι και να τους κοπεί η όρεξη! Ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του!

Έγραψε λοιπόν στον άρχοντα για τα καθέκαστα ζητώντας τιμωρία, του΄στειλε μάλιστα και τα τρία βάζα. Μόνο που ο άρχοντας είτε επειδής του΄ρθε καμιά λόξα είτε επειδής ήθελε να πικάρει τον επιστάτη, αποφάσισε αλλιώς.

Όρισε στον Ντανίλουσκο ελάχιστη δουλειά με το κομμάτι και δεν έστερξε να τονε πάρουνε μακριά από τον Προκόπιτς – μαζί τάχα αυτοί οι δύο μπορούσανε πιο γλήγορα να σκεφτούνε κατιτίς σπάνιο και θαμαστό.

Μες στο γράμμα εσώκλεισε και ένα σκέδιο. Αυτού υπήρχε ένα βάζο με διάφορα αραβουργήματα: στο χείλος είχε σκαλισμένο τελείωμα, στην κοιλιά μια πέτρινη ταινία με διάτρητο μοτίβο, στη βάση λογής λογής φυλλαράκια, με δυο λόγια περίτεχνο και εξεζητημένο. Κάτω απ΄το σκέδιο ο άρχοντας έγραψε: «Ας το δουλέψει και πέντε χρόνους αρκεί να μου φτιάσει ένα ολόιδιο».

Αυτού ο επιστάτης αναγκάστηκε να τα μαζέψει. Ανάγγειλε, ότι ο άρχοντας έγραψε να αφήκει τον Ντανίλκο να πάγει στου Προκόπιτς και του΄δωκε και το σκέδιο.

Χαρήκανε ο Ντανίλουσκο και ο Προκόπιτς και ριχτήκανε στη δουλειά με περίσσιο κέφι και μεράκι. Πολύ σύντομα ο Ντανίλουσκο αρχίνησε εκείνο το καινούριο βάζο. Είχε πολλά και δύσκολα κόλπα. Λίγο να ξαστοχήσεις στο κτύπημα – πάγει στράφι όλη η δουλειά, φτου ξανά μανά απ΄την αρχή. Δόξα τω Θεώ, ο Ντανίλουσκο είχε μάτι καλό, χέρι σταθερό και δύναμη περίσσια – η δουλειά προχωρούσε γοργά. Ένα τον έτρωγε:  είχε πολύ μπελαλίδικες λεπτομέρειες, μα ομορφιά καμιά.

Το΄λεγε και το ξανάλεγε στον Προκόπιτς, μα κείνος απορούσε μονάχα:

-Τι το ξεψαχνίζεις; Αφού το σκεδιάσανε πάγει να πει πως το θέλουνε έτσι. Πάρε παράδειγμα εμένανε, σμίλεψα και σκάλισα ουκ ολίγα, μα χαμπάρι δεν έχω πού χρησιμεύουνε όλα κείνα που΄φτιασα.

Ο Ντανίλουσκο προσπάθησε να μιλήσει και με τον επιστάτη, μα πού να τον ακούσει εκείνος; Κτύπησε τα ποδάρια του, κούνησε τα χέρια του:

-Χαζάθηκες; Το σκέδιο αυτό ακριβοπληρώθηκε. Πες πως το΄φτιαξε ο πιο τρανός από τους ζουγράφους της πρωτεύουσας κι εσύ πας να το βγάλεις σκάρτο!

Ύστερις, ως φαίνεται, αναθυμήθηκε τι του παράγγελνε ο άρχοντας, ότι δηλαδή οι δυο τους με τον Προκόπιτς ίσως να σκαρώσουνε τίποτες περίτεχνο, – και του λέει:

-Άκου λοιπόν… φτιάσε ένα βάζο, όπως στο σκέδιο, και άμα σκεφτείς δεύτερο κάν΄το όπως το θες εσύ. Δε σε μποδίσω. Δόξα τω Θεό μαλαχίτης υπάρχει και περισσεύει. Όποιο κομμάτι χρειαστείς στο δίνω.

Του΄βαλε την ιδέα. Σοφά λέγει ο κοσμάκης ότι δε θέλει πολύ μυαλό για να ψέξεις τα ξένα, θέλει όμως πολλές ξάγρυπνες νύχτες για να φτιάσεις κάτι δικό σου.

Έτσι καθώς ο Ντανίλουσκο μοχθούσε πάνου στην παραγγελιά, το μυαλό του ήτανε αλλού. Όλο έκλωθε ποιο λουλούδι, ποιο φυλλαράκι ταίριαζε πιότερα στο μαλαχίτη. Γίνηκε σκεφτικός και σκυθρωπός. Το γρίκησε ο Προκόπιτς και τονε ρωτάει:

-Τι έχεις, Ντανίλουσκο; Μην αρρώστησες; Ας το βάζο στην άκρια, δε θέλει να το κυνηγάς. Όλο κάθεσαι και κάθεσαι από πάνω του, γιατί δεν πας καμιά βόλτα να ξεμουδιάσεις λίγουλάκι;

-Καλά λες, – του απαντά ο Ντανίλουσκο, – ας πάγω μια βόλτα στο δάσος. Μπας και εύρω αυτό που αραδώ(*).

Από κείνη τη μέρα αρχίνησε να παγαίνει συχνά πυκνά στο δάσος. Ο καιρός ήτανε για κόσισμα(*) και μάζεμα καρπών του δάσους. Η φύση οργίαζε μες στην ανθοφορία και στο κάρπισμα. Ο Ντανίλουσκο σταμάταγε κάπου σε κάνα λιβάδι ή σε κάνα ξέφωτο του δάσους καθότανε αυτού και κοίταγε τριγύρω. Ύστερις τριγυρνούσε στα λιβάδια και περιεργαζότανε τα χορτάρια, σάμπως αραδούσε κάτι. Εκείνη την εποχή συνέβαινε να κυκλοφοράει πολύς κόσμος μες στο δάσος και στα λιβάδια. Τον ρωτάγανε, λοιπόν, αν είχε απολέσει τίποτες. Τους χαμογελούσε θλιμμένα και απαντούσε:

-Το να χάσω δεν έχασα, μα δεν μπορώ και νά βρω. Μερικοί αρχίνησαν να τονε κουτσομπολεύουνε:

-Δεν πάγει καλά το παλικάρι.

Και κείνος μόλις γυρνούσε από τη βόλτα, τράβαγε ευθύς στον πάγκο και καθότανε αυτού ίσαμε το πρωί, και το χάραμα πάλι ξεκινούσε για το δάσος και τα λιβάδια. Αρχίνησε να κουβαλάει μες στο σπίτι φυλλαράκια και λουλουδάκια, τα πιο πολλά από τα φαρμακερά: το τρελόχορτο και το βρομόχορτο, το διαβολόχορτο και το άγριο δεντρολίβανο, μαζί με διάφορα βούρλα, κοψιάδες και σπαθόχορτα. Το πρόσωπό του αδυνάτησε, τα μάτια του γενήκανε ανήσυχα, τα χέρια του απωλέσανε την παλιά τους σιγουριά και στιβαρότητα. Ο Προκόπιτς ανησύχησε για τα καλά, μα ο Ντανίλουσκο του΄πε:

-Εκείνο το βάζο δε μ΄αφήνει στην ησυχία. Θέλω να το φτιάσω έτσι που να φανεί όλη η δύναμη και η εμορφιά της πέτρας. Ο Προκόπιτς προσπάθησε να τον μεταπείσει:

-Τι το θες; Φαγί έχουμε να φάμε, τι άλλο ζητάς; Ας τους αρχόντους να διασκεδάζουνε όπως θέλουνε αρκεί να΄χουμε την ησυχία μας. Άμα τους καπνίσει κάνα σκέδιο, αυτού είμεθα να το φτιάσουμε, μα από μόνοι μας να γυρεύουμε μπελάδες μήτε λίγο μήτε πολύ είναι σαν να βάνουμε το κεφάλι μας μες στον ντορβά.

Μα ο Ντανίλουσκο δεν υποχωρεί, επιμένει:

-Δεν το κάμνω για τον άρχοντα, λέει. Δεν μου φεύγει από το μυαλό τούτο το βάζο. Κοιτάζω φορές τι θαυμάσια πέτρα έχουμε και πώς την χαραμίζουμε. Την τορνεύουμε, την κόβουμε, την γυαλίζουμε, μα όλα μάταια.  Μου καρφώθηκε λοιπόν η ιδέα να συλλάβω ολάκερη τη δύναμη της πέτρας και νά βρω τρόπο να τηνε δείξω και σε άλλους ανθρώπους.

Με τον καιρό ο Ντανίλουσκο συνήλθε κάπως, έπιασε πάλι να δουλεύει το βάζο από το σκέδιο του άρχοντα. Δουλεύει και ο ίδιος περιγελάει τη δουλειά του:

-Τι να σου κάμει το διάτρητο αζούρ; Αμ, το σκαλισμένο χείλος…

Ύστερις πάλι το απαράτησε. Ξεκίνησε κάτι άλλο. Κάθεται σερί στον πάγκο, δίχως να σηκώνει το κεφάλι του. Στον Προκόπιτς είπε:

– Το δικό μου το βάζο θα το φτιάσω ολόιδιο με το διαβολόχορτο.

-Ο Προκόπιτς βάλθηκε ξανά μανά να τον μεταπείθει. Ο Ντανίλουσκο στην αρχή δεν ήθελε καν να τον ακούσει, ύστερις όμως από τρεις τέσσερεις ημέρες σαν σκάλωσε κάπου, είπε στον Προκόπιτς:

-Πάγει καλά. Πρώτα θα αποτελειώσω το βάζο του άρχοντα και ύστερις θα πιαστώ με το δικό μου.

Μονάχα πάψε να προσπαθείς να μου αλλάξεις γνώμη… Δεν ημπορώ να το βγάλω απ΄το μυαλό μου.

Ο Προκόπιτς του αποκρίνεται:

-Καλώς, δεν θα σου σταθώ εμπόδιο, – μα ο ίδιος συλλογίστηκε: «Που θα πάγει, θα ξεθυμάνει το παλικάρι, θα το ξεχάσει. Να τον πάντρευα κιόλας! Αυτό είναι! Άμα φτιάσει φαμελιά, θα αφήκει αυτά τα χαζά».

Έπιασε ο Ντανίλουσκο ξανά την παραγγελιά. Ήθελε πολλή δουλειά – δεν αρκούσε ένας χρόνος γιομάτος. Δούλευε, λοιπόν, σκληρά, μήτε λόγος για το διαβολόχορτο. Ο Προκόπιτς αρχίνησε πού και πού να του κάμνει νύξεις για γάμο:

-Πάρε για παράδειγμα την Κάτια Λετέμινα, ό, τι πρέπει για παντρειά. Καλή κοπελιά… δίχως ψεγάδι.

Δεν τα΄λεγε στα κουτουρού ο Προκόπιτς. Γλέπεις, πάγει καιρός που κείνος κατάλαβε ότι ο Ντανίλουσκο της έριχνε κάτι επίμονες ματιές. Και κείνη με τη σειρά της δεν απόστρεφε το βλέμμα της. Έτσι ο Προκόπιτς, τάχα διόλου τυχαία, αρχινούσε κουβέντες για γάμο. Μα ο Ντανίλουσκο το βιολί του:

-Μη βιάζεσαι! Να αποσώσω πρώτα το βάζο. Να΄ξερες πόσο το βαρέθηκα. Έτσι μου΄ρχεται να τα κάμνω όλα γυαλιά καρφιά με τη βαριοπούλα και συ όλο γάμος και γάμος! Τα΄χουμε κανονίσει με την Κάτια, θα με περιμένει.

Επιτέλους ο Ντανίλουσκο έσωσε το βάζο από το σκέδιο του άρχοντα. Στον επιστάτη, μαθές, κουβέντα δεν ανάφεραν, μα κανόνισαν να στήσουνε ένα μικρό γλέντι μες στο σπίτι, να το γιορτάσουνε.  Ήρθε και η Κάτια, η αρραβωνιάρα του με τους γονιούς της, και άλλοι … οι περισσότεροι από τους μαστόρους του μαλαχίτη. Η Κάτια κοίταξε το βάζο όλο θαυμασμό.

-Θάμα το πως τα κατάφερες, του λέει, να σκαλίσεις ένα τέτοιο σκέδιο δίχως να σπάσεις μήτε ένα κομματάκι της πέτρας! Όλα είναι φτιαγμένα τόσο λεία και τόσο τέλεια, να απορεί κανείς!

Τα μαστόρια και εκείνα τον παινεύουνε:

-Ένα προς ένα με το σκέδιο. Κανένα ψεγάδι. Παστρικιά δουλειά. Καλύτερα και γληγορότερα δε γίνεται. Άμα συνεχίσεις να δουλεύεις έτσι, πού να σε προφτάσουμε;

Ο Ντανίλουσκο τ΄άκουγε, τ΄άκουγε και τους λέει:

-Τούτο ακριβώς είναι και το πρόβλημα, που δεν υπάρχει κανένα ψεγάδι. Όλα είναι λεία και ίσια, όλα τα στολίδια δουλεμένα παστρικά όπως στο σκέδιο, μα η εμορφιά πουθενά. Πάρτε για παράδειγμα ένα λουλούδι… έστω το πιο άχρωμο, μόλις το κοιτάξεις, γιομίζεις αγαλλίαση. Ενώ τούτο το βάζο σε ποιον τάχα θα φέρει χαρά; Τι χρειάζεται; Όποιος το κοιτάξει, το μόνο που θα παινέψει, είναι το μάτι και το χέρι του μάστορα, η υπομονή του που κατάφερε να μη ραΐσει την πέτρα, όπως το΄πε η Κάτενκα.

-Και αν τύχει καμιά αναποδιά και σπάσει κανένα κομματάκι, γελάνε τα μαστόρια, υπάρχουνε, δόξα τω Θεώ, και η κόλλα και το γυάλισμα, μήτε γάτα μήτε ζημιά.

-Έτσι είναι… Πάγει, χάθηκε η εμορφιά της πέτρας. Η πέτρα έχει νερά κι εμείς τα χαλνάμε για να ανοίξουμε τρύπες ή να σκαλίσουμε λουλουδάκια. Τι χρειάζονται όλα τούτα; Χαλνούν την πέτρα. Και τι πέτρα! Πρώτης τάξεως πέτρα! Καταλάβατε, πρώτης!

Τον έπιασαν τα διαόλια του. Ήπιε κιόλας λιγουλάκι. Τα μαστόρια όμως επαναλαμβάνανε τα ίδια με αυτά που του΄λεγε πολλές φορές και ο Προκόπιτς.

-Πέτρα σαν πέτρα. Ό,τι και να την κάμνεις πέτρα θα παραμείνει. Η δουλειά μας είναι να την σμιλεύουμε και να την σκαλίζουμε και τίποτες παραπάνω.

Ήτανε στην παρέα τους ένας γεροντάκος που κάποτε υπήρξε δάσκαλος του Προκόπιτς και άλλων μαστόρων. Όλοι τονε φωνάζανε παππούλη. Είχε πολλά χρόνια ετούτος ο γεροντάκος. Κατάλαβε, λοιπόν, και κείνος το σαράκι που΄τρωγε τον Ντανίλουσκο και του λέει, λοιπόν:

-Γιόκα μου, μην περπατήξεις πάνω σε τούτην την ατραπό. Βγάλ΄τα από το τσερβέλο σου! Αλλιώς χάθηκες! Θα σε πάρει η Κυρά του Χάλκινου Βουνού στο αργαστήρι της μαζί με άλλα μαστόρια…

-Ποια μαστόρια, παππούλη;

– Ε! Τέτοια … που βρίσκονται μες στο βουνό και δεν τους έχει δει κανένας… Και ό,τι χρειαστεί η Κυρά, της το φτιάνουνε. Έτυχε μια φορά να ιδώ τη δουλειά τους. Μα τι δουλειά ήτανε κι αυτή! Καμιά σχέση με τη δικιά μας, την ντόπια.

Όλοι είχανε την περιέργεια να μάθουνε και τονε ρωτούσανε τι ήτανε εκείνο που είχε δει.

-Ένα φιδάκι, – τους λέει, – ίδιο με αυτό που κι εσείς σμιλεύετε σε βραχιόλια.

-Και λοιπόν; Πώς ήτανε;

-Καμία σχέση με τα ντόπια, λέγω.  Ο καθείς ευθύς θα καταλάβαινε ότι δεν ήτανε ντόπιου μαστόρου δουλειά. Οι δικοί μας όσο και να βάλουνε τα δυνατά τους και να το σμιλεύσουνε παστρικά, με όλο τούτο θα μείνει ένα κομμάτι άψυχης πέτρας, ενώ κείνο φάνταζε ολοζώντανο με τη μαύρη ραχούλα και κάτι ματάκια…  φυλάξου μη τυχόν ζωντανέψει και σε τσιμπήσει. Για κείνους τούτο είναι παιγνιδάκι επειδής κατέχουνε το μυστικό της εμορφιάς μιας και τα μάτια τους έχουνε αντικρίσει το μαλαχιτένιο λούλουδο.

Ο Ντανίλουσκο σαν άκουσε για το πέτρινο λουλούδι, αρχίνησε να ρωτά το γεροντάκι. Εκείνος  του΄πε ό, τι γνώριζε δίχως να του κρύψει τίποτες:

-Δε ξέρω πολλά, γιόκα μου. Πάντως έχω ακούσει ότι υπάρχει ένα τέτοιο λουλούδι. Αλλοίμονο στον άνθρωπο που το αντικρίσει! Όποιος το κοιτάξει, δεν τον χωράει πια ετούτος ο κόσμος.

Ο Ντανίλουσκο σε τούτο του λέει:

-Εγώ πάντως θα το κοίταζα.

Αυτού η Κάτενκα, η αρραβωνιάρα του, αναστατώθηκε ωσάν την κλώσα:

-Τι είναι αυτό που λες, καλέ Ντανίλουσκο! Έχεις βαρεθεί στ΄ αλήθεια τούτον τον κόσμο; και ξέσπασε η καψερή σε κλάμα.

Ο Προκόπιτς και τ΄άλλα μαστόρια καταλάβανε που πάγει το πράμα και δώστου να περιγελούν το γερο-μάστορα:

-Πάγει ξεκούτιανες, παππούλη. Τι παραμύθια είναι τούτα που μας τσαμπουνάς. Από τι μπερδεύεις το παλικάρι μας και τονε βγάνεις από την ίσια τη στράτα;

Ο γέροντας γίνηκε πυρ και μανία, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι:

-Υπάρχει σας λέγω τέτοιο λουλούδι! Το παλικάρι σωστά λέγει: την πέτρα δεν την νογάμε ντιπ. Ενώ το λουλούδι εκείνο ευθύς φανερώνει το μυστικό της εμορφιάς.

Τα μαστόρια χασκογελούσανε:

-Ήπιες, παππούλη, κατιτίς παραπάνω!

Και κείνος συνέχιζε το βιολί του:

-Κι όμως το πέτρινο λούλουδο υπάρχει.

Οι μουσαφιραίοι φύγανε, μα ο Ντανίλουσκο δεν μπορούσε με τίποτες να βγάλει τούτην την κουβέντα απ΄το μυαλό του. Πάλι αρχίνησε να παγαίνει στο δάσος, να κόβει βόλτες γύρω από το διαβολόχορτο, μήτε λόγος πια για γάμο. Ο Προκόπιτς βάλθηκε να τον πιέζει:

-Από τι ντροπιάζεις την κοπελιά σου; Πόσα χρόνια θα την έχεις αρραβωνιασμένη; Σε λίγο ο κόσμος θ΄αρχινήσει να το συζητάει. Σώνονται τα κουτσομπολιά από τους ανθρώπους;

Ο Ντανίλουσκο ξανά μανά το ίδιο τροπάρι:

-Περίμενε λίγο! Μόλις καταλήξω σε μιαν ιδέα και εύρω την πέτρα τη σωστή, όλα θα γένουν όπως πρέπει.

Αρχίνησε να συχνάζει στο ορυχείο του χαλκού, στα Αλώνια. Πότε κατέβαινε μες στις στοές για να περιπλανηθεί αυτού, πότε ξεδιάλεγε πέτρες απάνου. Μια φορά σήκωσε μιαν πέτρα, την περιεργάστηκε και΄πε:

-Μπα, δεν κάμνει τούτη…

Δεν πρόκανε να αποσώσει την κουβέντα του, άκουσε κάποιονα να του λέει:

– Αλλού ψάξε…σιμά στο Φιδίσιο Βουναλάκι.

Κοιτάζει ο Ντανίλουσκο τριγύρω –ψυχή. Ποιος να΄ναι; Να΄ναι κανένα χωρατό … Μπα! Δεν είχε μέρος κάποιος να κρυφτεί εκεί πέρα. Έριξε ξανά μια ματιά τριγύρω και κίνησε για το σπίτι, όταν ξαφνικά στο κατόπιν του άκουσε πάλι:

-Δε γροικάς, Ντανίλο-μάστορα; Στο Φιδίσιο Βουναλάκι, σου λέγω.

Ο Ντανίλουσκο κοίταξε πίσω του – μες από ένα γαλάζιο σύννεφο αχνοφαινότανε μια γυναίκα. Ύστερις όλα χαθήκανε.

«Τι γίνεται αυτού, συλλογίστηκε; Έχει γούστο να΄ναι η ίδια η Κυρά. Και τι θα πάθω σαν πάγω μια βόλτα από΄κει πέρα;»

Ο Ντανίλουσκο γνώριζε καλά τούτο το μέρος. Βρισκότανε πολύ κοντά στα Αλώνια. Τώρα πια δεν υπάρχει, το΄χουνε κάμνει ένα με το χώμα εδώ και καιρό, παλιά όμως παίρνανε πέτρα ευθύς από την επιφάνεια του.

Την άλλη μέρα ο Ντανίλουσκο πήγε από΄κει. Το βουναλάκι ήτανε μικρό μα απότομο. Μια πλαγιά ήτανε εντελώς απόκρημνη σαν να΄χε κοπεί με μαχαίρι. Το μέρος αυτό χρησίμευε για καταπληκτικό παρατηρητήριο, όπου έβλεπες καθαρά όλα τα στρώματα των πετρωμάτων.

Σίμωσε ο Ντανίλουσκο και γλέπει κάτου έναν μεγάλο ογκόλιθο του μαλαχίτη ξεκομμένο από το βουνό. Ήτανε μια τεράστια ασήκωτη πέτρα που όμοιαζε με ένα θάμνο. Ο Ντανίλουσκο πιάστηκε να περιεργάζεται το κελεπούρι του. Όλα όπως τα΄θελε: κάτου το χρώμα ήτανε πιο σκούρο και τα νερά υπήρχανε ακριβώς εκεί όπου τα περίμενε… Όλα όπως τα΄χε φανταστεί… Ο Ντανίλουσκο χάρηκε, έτρεξε να πάρει το άλογο, έφερε την πέτρα σπίτι του, στον Προκόπιτς είπε:

-Κοίτα, τι πέτρα βρήκα! Λες και φτιάχτηκε εξεπίτηδες για το βάζο μου. Τώρα θα το ξεπετάξω μάνι μάνι. Και ύστερις θα παντρευτώ. Έχεις δίκιο, η Κάτενκα θα μπεζέρισε(*) να με περιμένει. Μη θαρρείς και για μένανε δεν είναι εύκολο πράμα. Τούτη η δουλειά μονάχα με κράταγε. Άντε να σώνουμε μιαν ώρα αρχύτερα!

Πιάστηκε, λοιπόν, ο Ντανίλουσκο με τούτην την πέτρα. Δούλευε μέρα νύχτα. Ο Προκόπιτς δεν του΄λεγε κουβέντα. Ίσως να ηρεμούσε το παλικάρι, μόλις του΄φευγε η θερμασιά. Η δουλειά του προχωρούσε γλήγορα. Ξεπέταξε το κάτω μέρος της πέτρας. Το΄φτιασε ολόιδιο με το θάμνο του διαβολόχορτου. Φύλλα πλατιά και πυκνά, δοντάκια και νευρώσεις – όλα βγήκανε καλύτερα δε γίνεται.

Ακόμη και ο Προκόπιτς του΄πε πως το λουλούδι του φαινότανε ολοζώντανο, έμπαινε κανείς σε πειρασμό να το ψαχουλέψει. Όμως μόλις έφτασε μέχρις απάνου, σκάλωσε. Σμίλευσε το μίσχο, τα πλαϊνά φυλλαράκια βγήκανε λεπτεπίλεπτα – θάμα το πώς βαστιόντουσαν! Ο κάλυκας βγήκε ίδιος με του διαβολόχορτου και όμως κάτι του ΄λειπε… Το λουλούδι έχασε τη ζωντάνια και την εμορφιά του και ο Ντανίλουσκο τον ύπνο του. Όλο κάθεται πάνου από το βάζο του και συλλογιέται πώς να το διορθώσει, να το σουλουπώσει. Ο Προκόπιτς και οι άλλοι μαστόροι, που περνάγανε να το ιδούνε, όλοι απορούσανε τι άλλο ζητούσε το παλικάρι; Ως τότε κανείς άλλος δεν είχε καταφέρει να φτιάσει ένα τέτοιο βάζο, και κείνος δε φχαριστιότανε με τίποτες. Το παλικάρι παραμιλούσε, ήθελε γιατρό. Η Κάτενκα άκουγε τις κουβέντες του κόσμου και έκλαιγε σερί. Τούτο μονάχα κι έφερε τον Ντανίλουσκο στα σύγκαλά του.

-Καλώς, λέει, τα παρατάω. Ως φαίνεται, δε θα ημπορέσω να αρθώ πιο πάνω, να συλλάβω όλη τη δύναμη της πέτρας. Και βάλθηκε να βιάζει ο ίδιος τις προετοιμασίες για το γάμο. Και τι να τα βιάζει όταν όλα ήτανε έτοιμα εδώ και καιρό. Ορίσανε, λοιπόν, την ημέρα. Ευθύμησε ο Ντανίλουσκο.

Όσο για το πρώτο βάζο μήνυσε στον επιστάτη. Εκείνος έτρεξε να ιδεί τι πράμα ήτανε τούτο το βάζο! Ήθελε να το στείλει ευθύς στον άρχοντα, μα ο Ντανίλουσκο του΄πε:

-Κάνε κράτει. Μου΄χει μείνει μια τελευταία πινελιά.

Ο καιρός ήτανε φθινοπωρινός. Ο γάμος έπεσε κοντά στη γιορτή του φιδιού. Μιας και το΄φερε η κουβέντα κάποιος ανάφερε ότι πλησίαζε η μέρα που όλα τα φίδια μαζεύονται σ΄ένα μέρος. Ο Ντανίλουσκο τα λόγια αυτά τα΄δεσε κόμπο. Πάλι θυμήθηκε τις κουβέντες για το μαλαχιτένιο λούλουδο. Μπήκε ξανά σε πειρασμό: «Να πάγαινα για τελευταία φορά στο Φιδίσιο Βουναλάκι; Μπας και μάθω τίποτες αυτού; – και θυμήθηκε την πέτρα: «Σάμπως να ήτανε βαλτή! Μα και η φωνή εκείνη, σιμά στο ορυχείο … για το Φιδίσιο Βουναλάκι μίλαγε».

Κίνησε, λοιπόν, ο Ντανίλουσκο. Το χώμα ήδη είχε πιάσει μια παγωμένην κρούστα, και το πρώτο χιονάκι αρχίνησε να πασπαλίζει τη γης. Ο Ντανίλουσκο ζύγωσε την απόκρημνη πλαγιά όπου βρήκε την πέτρα, κοίταξε και ανακάλυψε στο μέρος εκείνο ένα μεγάλο βαθούλωμα που ΄δειχνε ότι κάποιος είχε βάλει το χεράκι του για να την αποσπάσει από το βράχο. Ο Ντανίλουσκο δεν είχε ιδέα για το ποιος θα μπορούσε να είχε ξεκολλήσει ετούτην την πέτρα. Τρύπωσε μες στο βαθούλωμα.

«Ας κάτσω, – συλλογίστηκε, – να ξαποστάσω λιγάκι. Εδώ πέρα κόβεται ο αγέρας και δεν έχει τόσο κρύο». Κοίταξε τριγύρω, μέσα υπήρχε μια γκρίζα πέτρα που όμοιαζε με ένα κάθισμα. Ο Ντανίλουσκο έκατσε αυτού, κοίταζε καταγής και όλο αναθυμότανε και συλλογιότανε εκείνο το πέτρινο λούλουδο που δεν τον άφηνε σε ησυχία. «Να του΄ριχνα έστω μια ματιά μονάχα!»  Άξαφνα αισθάνθηκε μια ζέστη λες και γύρισε πίσω το θέρος. Σαν σήκωσε το κεφάλι του, είδε την Κυρά του Χάλκινου Βουνού να κάθεται απέναντί του. Την κατάλαβε από την εμορφιά της και το μαλαχιτένιο της φόρεμα. Μα όλο αναρωτιότανε:

«Μπας και γλέπω κανένα όνειρο, μπας και δεν υπάρχει κανείς αυτού πέρα;»

Δε σάλευε, μιλιά δεν έβγαζε και όλο κοίταζε το μέρος όπου καθότανε η Κυρά, σάμπως δεν έβλεπε τίποτες μπροστά του. Και εκείνη δεν έβγαζε άχνα, έδειχνε πολύ σκεφτική. Ύστερις όμως τονε ρώτησε:

-Ώστε δε σου πέτυχε το διαβολόβαζό σου, Ντανιλο-μάστορα;

-Δεν επέτυχε, – της αποκρίνεται.

-Μην κρεμάς το κεφάλι σου! Δοκίμασε κάτι άλλο.

Θα φροντίσω να βρεις μια πέτρα στα μέτρα της καινούριας σου δουλειάς.

-Όχι, της απαντά, δεν ημπορώ άλλο. Τυραννίστηκα αρκετά, δε μου βγαίνει. Κάλλιο να μου φανερώσεις το πέτρινο λούλουδο.

-Εύκολο είναι, του λέει, μα ύστερις θα το μετανιώσεις.

-Ώστε θα με κρατήσεις μες στο βουνό;

-Δεν κρατώ κανένανε! Ο δρόμος είναι ανοιχτός για όλους, μα και πάλι σε μένανε γυρνάνε.

-Δείξ΄το μου, σε ικετεύω!

Εκείνη ξαναπροσπάθησε να τονε μεταπείσει:

-Κάλλιο να δοκιμάσεις να τα καταφέρεις μονάχος σου!

Του θύμισε και τον Προκόπιτς: – Εκείνος σε λυπήθηκε τώρα είναι η σειρά σου να τον λυπηθείς κι εσύ. Του θύμισε την αρραβωνιάρα του: -Η κοπελιά πεθαίνει για σένανε, κι εσύ άλλα έχεις κατά νου;

-Τα ξέρω,  της φωνάζει ο Ντανίλουσκο, μα δεν έχω ζωή δίχως τούτο το λουλούδι. Δείξ΄το μου!

-Άμα είναι έτσι, του λέει, πάμε, Ντανίλο – μάστορα, στον κήπο μου.

Το΄πε και σηκώθηκε. Αυτού ακούστηκε ένας παράξενος θόρυβος σάμπως να κατρακύλησαν τα χαλικάκια. Κοίταξε ζερβά δεξιά ο Ντανίλουσκο, μα δεν είδε κανένα βράχο γύρω του. Ολόγυρα ορθώνονταν πανύψηλα δέντρα, μα ήτανε αλλιώτικα απ΄αυτά που υπάρχουνε μες στα δάση μας, ήτανε πέτρινα. Κάποια ήτανε από μάρμαρο, άλλα από σερπενίτη… όλα διαφορετικά…  Μα ήτανε ολοζώντανα και είχανε κλαράκια και φυλλαράκια που λυγίζανε στον αγέρα και θροΐζανε σάμπως να πέταγε κανείς τα μικρά χαλικάκια. Καταγής απλωνότανε το χορτάρι μα και τούτο ήτανε πέτρινο. Κυανό, πορφυρό… παρδαλό… Ο ήλιος δεν υπήρχε, μα όλα ήτανε φωτεινά όπως λίγο πριν σουρουπώσει. Ανάμεσα στα δέντρα σαλεύανε τα χρυσαφένια φιδάκια σάμπως χορεύανε. Τούτα τα φιδάκια και βγάνανε εκείνο το φως.

Η Κυρά οδήγησε τον Ντανίλουσκο σε ένα μεγάλο ξέφωτο. Το χώμα αυτού όμοιαζε απλός πηλός, μα τριγύρω φυτρώνανε μαύροι ωσάν βελούδο θάμνοι. Απάνου σε τούτους τους θάμνους κρέμονταν πελώριες καταπράσινες μαλαχιτένιες καμπανούλες και μέσα τους αστράφτανε αστεράκια-κρύσταλλοι του στιβνίτη.

Κάτι στραφταλιστές μελισσούλες λαμπυρίζανε τρυγώντας εκείνα τα άνθη και τα αστεράκια μέσα τους αντηχούσανε λεπτά σάμπως να τραγούδαγαν.

-Λοιπόν, μάστορα Ντανίλο, τα΄δες; τονε ρωτά η Κυρά.

-Δεν βρίσκεται πέτρα, – της απαντά ο Ντανίλουσκο, να κάμνεις τέτοια εμορφιά.

-Άμα προσπαθούσες μονάχος σου, θα σου΄δινα ό,τι πέτρα ζητούσες, μα τώρα πια δεν ημπορώ. Το΄πε και κούνησε το χέρι της. Πάλι ακούστηκε ένας θόρυβος και ο Ντανίλουσκο βρέθηκε καθισμένος στην ίδια πέτρα μες στο ίδιο βαθούλωμα. Ο αγέρας σφύριζε όπως και πριν. Μην ξεχνάμε ότι ο καιρός ήτανε χινοπωρινός.

Ο Ντανίλουσκο γύρισε απ΄το δάσος. Το ίδιο βράδυ είχε γλέντι στης αρραβωνιάρας του. Στην αρχή ο Ντανίλουσκο έδειχνε χαρούμενος – τραγουδούσε, χόρευε, μα ύστερις συννέφιασε έτσι που η αρραβωνιαστικιά του ανησύχησε:

-Τι έχεις; Δείχνεις λες κι είσαι σε κηδεία!

Κι εκείνος της λέει:

-Το κεφάλι μου σφυροκοπά. Μπροστά στα μάτια μου σεργιανούνε μαύρα, πράσινα και κόκκινα μυγάκια. Δεν γλέπω φως μονάχα τούτα τα μυγάκια.

Με τούτο έληξε και το γλέντι. Σύμφωνα με το έθιμο η νύφη μαζί με τις φιλενάδες της έπρεπε να συνοδεύσει το γαμπρό μέχρις το σπιτικό του. Μα πόσο μακριά τάχα ήτανε το σπίτι του γαμπρού αφού κάθουνταν παραδίπλα. Έτσι η Κάτενκα τους λέει:

-Κορίτσια, δεν παγαίνουμε καλύτερα γύρω γύρω. Θα πάρουμε το δρόμο μας μέχρι το τέλος και ύστερις θα γυρίσουμε από την Γιελάνσκαγια.

Κι από μέσα της συλλογιέται:

«Άμα τον χτυπήσει ο αγέρας, πού θα πάγει, θα συνέλθει».

Οι φιλενάδες της το δέχτηκαν με χαρά.

-Άντε πάμε, φωνάζουνε, να τονε τραγουδήσουμε όπως πρέπει. Τόσο κοντά που κάθεται – δεν του΄χουμε πει ως τώρα ένα σωστό γαμπριάτικο τραγούδι προβοδίσματος.

Η νύχτα ήτανε ήσυχη και ήπεφτε μαλακό χιονάκι. Ο καιρός ό,τι πρέπει για βόλτα. Κίνησαν, λοιπόν. Ο γαμπρός με τη νύφη προχωρούσαν μπροστά και οι φιλενάδες με τα λεύθερα παλικάρια που ήτανε στο γλέντι τούς ακολουθούσαν κατά πόδας. Οι κοπέλες έσυραν το τραγούδι του προβοδίσματος που τραγουδιέται συρτά και παραπονιάρικα, σαν μοιρολόι. Η Κάτενκα συλλογιότανε πως κακώς γίνουνταν όλα τούτα: «Σαν να μην έφτανε που ο Ντανίλουσκο ήτανε αγέλαστος, ετούτες βαλθήκανε να τον μοιρολογούνε».

Προσπαθούσε η καψερή να του αλλάξει σκέψεις. Για λίγο φάνηκε να λύνεται η γλώσσα του, μα πολύ γλήγορα πάλι σκοτείνιασε η όψη του. Οι φιλενάδες της Κάτενκας αποσώσανε το μοιρολόι και πιάσανε τα χαρούμενα. Τρεχαλητό και γέλιο ακούγονταν ξοπίσω τους, μα ο Ντανίλουσκο περπατούσε με το κεφάλι του κρεμασμένο. Και όσο και να προσπαθούσε η Κάτενκα δεν ημπορούσε να του φτιάσει κέφι. Έτσι φτάσανε στο σπίτι του Ντανίλουσκο. Οι φιλενάδες με τα λεύθερα παλικάρια αρχίνησαν να φεύγουνε ο καθείς για το σπίτι του. Και ο Ντανίλουσκο δίχως να το λέγει το έθιμο συνόδευσε πρώτα την καλή του πίσω στο πατρικό της και ύστερις γύρισε και ο ίδιος πάλι στο σπίτι του.

Ο Προκόπιτς είχε ώρα που κοιμότανε. Ο Ντανίλουσκο άναψε σιγά σιγά φωτιά, κουβάλησε τα βάζα και τα΄στησε καταμεσής της ίζμπας. Ύστερα στάθηκε να τα περιεργαστεί. Καθώς τα κοίταζε, τον Προκόπιτς τον έπιασε ένας δυνατός βήχας έτσι που ο καψερός αρχίνησε να τραντάζεται ολάκερος. Γλέπεις εκείνη την εποχή γένηκε σωστό ερείπιο. Τούτος ο βήχας μπήχτηκε σαν μαχαίρι στην καρδιά του Ντανίλουσκο και τον έκανε να θυμηθεί όλη την πρότερη ζωή του. Λυπήθηκε σφόδρα το γέρο του. Ο Προκόπιτς σαν ηρέμησε από βήχα, τονε ρωτά:

-Τι κάνεις αυτού με τα βάζα;

-Κοιτάζω μήπως έφτασε το πλέρωμα του χρόνου  να τα παραδώκω.

-Καιρός ήτανε, -του λέει. Τσάμπα πιάνουνε τόπο. Να τα κάμνεις ακόμα καλύτερα δε γίνεται.

Αλλάξανε κανένα δυο κουβέντες ακόμη και ύστερις ο Προκόπιτς αποκοιμήθηκε και πάλι. Και ο Ντανίλουσκο πλάγιασε, μα δεν του κολνούσε ο ύπνος. Γύρναγε από ΄δω, γύρναγε από ΄κει – του κάκου. Σηκώθηκε, άναψε πάλι φωτιά, κοίταξε τα βάζα, σίμωσε στον Προκόπιτς. Έκατσε απάνου από το γέροντα κι αναστέναξε βαριά κανένα δυο φορές …

Ύστερις πήρε μια βαριοπούλα κι έδωσε μία στο λουλούδι του διαβολόχορτου, μονάχα σκόνη και θρύψαλα απόμειναν. Μα το άλλο βάζο, που φτιάχτηκε με το σκέδιο του άρχοντα δεν το ακούμπησε καν! Μονάχα έφτυσε μέσα με σιχαμάρα και έτρεξε όξω απ΄ την ίζμπα. Από τότες ο Ντανίλουσκο εχάθη, δεν ημπόρεσαν να τονε βρούνε πουθενά.

Κάποιοι λέγανε πως έχασε το τσερβέλο του και αφανίστηκε μες στο δάσος, άλλοι πάλι ότι τονε πήρε η Κυρά στο αργαστήρι της.

Πώς γινήκανε τα πράγματα στα αλήθεια; Περί τούτου ο λόγος παρακάτω.

 

 

Ο μάστορας και η Κυρά.                               

Είχανε περάσει δύο με τρία χρόνια από τότες που εχάθη ο Ντανίλο και η Κάτια, η αρραβωνιάρα του, είχε μείνει στο ράφι αφού για αυτήν είχε περάσει πια ανεπιστρεπτί η ηλικία της παντρειάς. Σύμφωνα με τα ήθη του εργοστασίου μας οι κοπελιές μετά τα είκοσι τους χρόνια λογίζονται πια για γεροντοκόρες. Τα νέα παλικάρια σπανίως τις ζητούνε σε γάμο, πιο πολύ κάτι κακομοίρηδες χήροι. Όμως την Κάτια, την ζητούσανε πολλοί καθώς, ως λένε, ήτανε ομορφούλα, μα εκείνη μονάχα μιαν απάντηση ήξερε να δίνει σε όλο τον ντουνιά:

-Έχω δώκει λόγο στον Ντανίλο.

Δαρθήκανε και σκοτωθήκανε όλοι στο σπίτι της να την ματαπείσουνε, μα του κάκου.

-Τι να το κάμνεις, κακομοίρα! Έδωκες το λόγο, μα δεν επαντρεύτηκες. Τι ωφελάει να τα θυμούμαστε; Πάγει καιρός τώρα που εχάθη ο άνθρωπος.

Η Κάτια το δικό της:

-Έδωκα το λόγο μου στον Ντανίλο. Πού ξέρεις καμιά φορά; Κι άμα γυρίσει;

Της ξηγάνε και την ορμηνεύουνε. Της τα κάμνουνε λιανά:

-Δίχως άλλο δε ζάει πια.

Κι εκείνη επιμένει στο δικό της:

-Κανένας δεν τον είδε νεκρόν, μα κι εγώ τον νοιώθω ολοζώντανο.

Είδανε και αποείδανε να της αλλάξουνε τα μυαλά, μα η κοπελιά δεν έπαιρνε από λόγια. Στον πάτο την απαράτησαν. Άλλοι πάλι αρχίνησαν να την δουλεύουνε, την βγάλανε μνηστή του πεθαμένου. Ετούτο το παρατσούκλι της κόλλησε γάντι και έτσι ο κοσμάκης Κάτια του Πεθαμένου την ανέβαζε Κάτια του Συχωρεμένου την κατέβαζε, σάμπως δεν είχε άλλο όνομα.

Κάποτε έπεσε στον τόπο τους ένα μεγάλο θανατικό. Η Κάτια έχασε και τους δυο της γέρους. Είχε όμως μεγάλη φαμελιά: τρία παντρεμένα αδέλφια και κάμποσες παντρεμένες αδελφές. Αρχίνησαν όλοι τους να μαλώνουνε μεταξύ τους ποιος θα΄μενε στο πατρικό. Η Κάτια σιχάθηκε τη φασαρία και τους λέει:

-Ας πάγω να ζήσω στου Ντανίλο. Ο Προκόπιτς γέρασε, θέλει και κείνος κοίταγμα.

Τα αδέλφια δεν έστερξαν, αρχίνησαν να την ματαπείθουνε:

-Μπα, δεν σου πρέπει, αδελφούλα. Ο Προκόπιτς αν κι είναι γέρος άνθρωπος, δε σώνεσαι από τα κουτσομπολιά του κόσμου, θα αρχινήσει να λέει διάφορα.

-Τι με κόφτει εμένανε; – τους απαντά. Ας τους να λένε. Εγώ μια φορά κουτσομπόλα δε γένουμαι. Ο Προκόπιτς δεν μου είναι ντιπ ξένος. Θα τον φωνάζω πατερούλη μιας κι είναι θετός πατέρας του Ντανίλο μου.

Τους άφηκε λοιπόν και έφυγε. Να ειπούμε την αλήθεια, δεν την πολυκρατούσανε. Από μέσα τους συλλογιόντουσαν: ένα νομάτι λιγότερο – πιότερη ζωή. Ο Προκόπιτς όμως εχάρηκε.

-Σε φχαριστώ, – της λέει, – Κάτενκα, που αναθυμήθηκες το γέρο άνθρωπο.

Αρχίνησαν να ζουν μαζί. Ο Προκόπιτς μαστορεύει στον πάγκο και η Κάτια φροντίζει το νοικοκυριό: σκαλίζει τον κήπο, μαγειρεύει, παστρεύει και τα τοιαύτα. Το νοικοκυριό ήτανε μικρό, μαθές, δύο νοματαίων… Η Κάτια ήτανε κοπελιά προκομένη και σβέλτη, πόσην ώρα τάχατες ήθελε για να τα φτιάσει;!… Θα τα διορθώσει όλα και ύστερις καταπιάνεται με κανένα εργόχειρο: ράβει, ξηλώνει, πλέκει. Στην αρχή τα παγαίνανε καλά, μονάχα ο Προκόπιτς χειροτέρευε από μέρα σε μέρα. Μια μέρα στο πόδι, δύο ξάπλα. Γέρασε, γένηκε ντιπ ανήμπορος. Η Κάτια αρχίνησε να συλλογιέται πώς θα τα βγάζουνε πέρα από΄δω και μπρος.

«Με τα εργόχειρά μου πόσο τάχα να κερδίσω, δεν κατέχω και καμία άλλη τέχνη».

Λέει, λοιπόν στον Προκόπιτς:

-Πατερούλη! Μήπως να με μάθαινες να φτιάνω κάτιτις πολύ απλό.

Ο Προκόπιτς δεν κρατήθηκε, εγέλασε.

-Πώς σου΄ρθε! Από πού και ως πού τα κορίτσια να παλεύουνε με το μαλαχίτη; Πού ακούστηκε τέτοιο πράμα;

Κι όμως εκείνη αρχίνησε να παρακολουθάει τη δουλειά του Προκόπιτς. Του΄δινε κανένα χεράκι όπου γινότανε. Από΄κει πριόνιζε, από΄δω γυάλιζε. Ο Προκόπιτς κι εκείνος αρχίνησε να της δείχνει κατιτίς. Όχι κάτι σπουδαίο, μα έτσι … Να τορνεύσει καμιά πόρπη, να φτιάσει λαβές στα μαχαιροπίρουνα, τέτοια ψιλοπράματα, που ήτανε όμως πολύ της ζήτησης. Μαθές, τίποτα το σοβαρό, φτηνιάρικο πράμα, μα και αυτό μεγάλο δεκανίκι για το σπιτικό.

Ο Προκόπιτς δεν έζησε για πολύ ακόμη. Σαν πέθανε τα αδέρφια της αρχίνησαν να την βιάζουνε πάλι:

-Τώρα θες δε θες πρέπει να παντρευτείς. Πώς αλλιώς θα ζήσεις;

Η Κάτια τους το ξέκοψε μαχαίρι:

-Μη σκοτίζεστε. Κάτι μου χρειάστηκαν οι μνηστήρες σας. Θα γυρίσει ο Ντανίλουσκο. Θα αποσώσει τη μαθητεία του μες στο βουνό, πού θα πάγει, θα γυρίσει.

Τα αδέρφια της λυγάνε, κουνάνε τα χέρια τους:

-Πας καλά, Κατερίνα; Αμαρτία μεγάλη να το λες! Πάγει καιρός που απόθανε και η ανεπρόκοπη ακόμα να τον περιμένει! Πρόσεχε έτσι όπως κάμνεις θα αρχινήσεις να γλέπεις ίσκιους και φαντάσματα.

-Δεν τα φοβούμαι, τους απαντά.

Τότες οι δικοί της την ρωτούν:

-Πώς θα ζήσεις;

-Μη σας μέλλει, τους αποκρίνεται. Θα τα βγάλω πέρα μονάχη μου.

Τα αδέρφια της αλλιώς το πήρανε κατάλαβαν πως ο Προκόπιτς της άφηκε κανένα κομπόδεμα και άντε πάλι να της επιμένουνε:

-Είσαι ντιπ χαζή! Άμα έχεις παράδες σπίτι, κιντυνεύεις πιο πολύ δίχως άντρα! Χτύπα ξύλο, λιμπίστηκε κανένας τους παράδες σου. Τζάμπα και βερεσέ θα σου πάρουν το κεφάλι μήτε που θα προκάμεις να βγάλεις κιχ.

– Ό, τι γράφει δεν ξεγράφει, τους απαντά, θα ζήσω, λοιπόν, όσα μου γράφει.

Τα αδέρφια της σηκώσανε πάταγο. Ο ένας έσκουζε, ο άλλος την καλόπιανε, ο τρίτος έκλαιε, μα η Κάτια το δικό της:

-Μονάχη μου θα ζήσω. Δε θέλω τους μνηστήρες σας. Εδώ και καιρό τον έχω και δεν τον αλλάζω.

Οι δικοί της, μαθές, θυμώσανε:

-Μονάχα μην μας ζητήξεις καμιά βοήθεια!

-Φχαριστώ, – τους απαντά, αγαπητά μου αδέλφια! Θα σας θυμούμαι. Κι εσείς μη με λησμονάτε σαν περνάτε από κοντά!

Ακούς εκεί, να τους δουλεύει κιόλα. Άμα φύγανε οι δικοί της κοπανήσανε και την πόρτα ξοπίσω τους.

Έμεινε η Κάτια ολομόναχη. Στην αρχή έκλαψε μαθές, ύστερις λέει:

– Κυρά-Κατερίνα, δε μας τα λες καλά,! Είσαι παλικάρι του λόγου σου, δε λυγάς εσύ!

Σφούγγισε τα δάκρυα και καταπιάστηκε με τις δουλειές του σπιτιού: να φτιάσει λάτρα και πάστρα. Σαν απόσωσε τις δουλειές, έκατσε στον πάγκο. Κι αυτού αρχίνησε να συμμαζεύει. Όσα δε χρησιμοποιούσε, τα΄βαλε πιο αλάργα, όσα χρειαζότανε τακτικά, τα΄βαλε ντιπ κάτου από το χέρι της. Αφού τα ταχτοποίησε όλα, πήγε να καταπιαστεί με τη δουλειά:

«Ας δοκιμάσω να σκαλίσω μονάχη μου καμιά πόρπη».

Κοίταξε ζερβά δεξιά, δε βρήκε όμως κάνα σωστό κομμάτι πέτρα. Είχανε μείνει μονάχα τα θρύψαλα από το διαβολόβαζο του Ντανίλουσκο, μα η Κάτια τα φύλαγε ωσάν θησαυρό. Τα είχε βαλμένα σε έναν μπόγο. Υπήρχε, μαθές, πολλή πέτρα που είχε μείνει κι από τον Προκόπιτς. Μονάχα που εκείνος ως να αποθάνει αναλάβαινε μεγάλες δουλειές. Γι΄αυτό και είχανε μείνει μόνο κάτι κοτρώνες. Όλα τα θραύσματα και κομματούλια είχανε ξοδευτεί για τα μικροτεχνήματα. Η Κάτια σκέφτηκε, λοιπόν,:

«Πρέπει, φαίνεται, να πάγω σιμά στα ορυχεία να ψάξω. Μήπως πετύχω καμιά που να ΄ναι σωστή».

Από τον Ντανίλο και τον Προκόπιτς είχε ακουστά πως εκείνοι παίρνανε πέτρα στο Φιδίσιο Βουναλάκι. Τράβηξε, λοιπόν, ντουγρού κατά΄κει.

Στα Αλώνια, μαθές, δούλευε κόσμος πολύς: κάποιοι διαλέγανε τα πετρώματα, άλλοι τα κουβαλάγανε. Μόλις είδανε την Κάτια, δεν την αφήκανε από τα μάτια και την τηρούσανε όλο περιέργεια κατά πού θα τραβήξει με το καλάθι. Δεν έστερξε η Κάτια που τόσα μάτια την ακολούθαγαν. Γι΄αυτό δεν αρχίνησε καν να ψάχνει από τούτην την πλαγιά, μα έφερε ένα γύρο το Βουναλάκι. Η άλλη πλαγιά ήτανε κατάφυτη από δάσος. Η Κάτια, λοιπόν, μέσα από τούτο το δάσος σκαρφάλωσε ψηλά στο Φιδίσιο Βουναλάκι. Σαν έφτασε στην κορφή, έκατσε χάμω. Ένας κόμπος δέθηκε στο λαιμό της –αραθύμησε τον Ντανίλουσκο. Καθότανε απάνου στο βράχο, τα δάκρυα κινούσαν ποτάμι και χύνονταν καταγής. Σαν στέρεψαν τα δάκρυα, είδε σιμά στα ποδάρια της να εξέχει μια ακρούλα της μαλαχιτένιας πέτρας καταχωνιασμένης μες στο χώμα. Πώς να τηνε βγάλει δίχως αξίνα, δίχως λοστό; Ωστόσο η Κάτια προσπάθησε να τηνε κουνήσει με τα χέρια της. Της φάνηκε πως δεν ήτανε βαθιά βαλμένη και κουνιότανε. Πήρε λοιπόν ένα χαμόκλαδο και πιάστηκε να βγάζει το χώμα από γύρω γύρω. Έβγαλε όσο χώμα μπόρεσε και αρχίνησε να τηνε ξεχώνει . Η πέτρα υποχώρησε, ακούστηκε ένας υπόκωφος θόρυβος, σάμπως να έσπασε ένα ξερόκλαδο. Η πέτρα δεν ήτανε πολύ μεγάλη, όμοιαζε με μια πλίθα γύρω στα τρία δάχτυλα πάχος, μια σπιθαμή πλάτος και δεν ήτανε μεγαλύτερη από δύο τέταρτα στο μάκρος. Η Κάτια παραξενεύτηκε:

-Ακριβώς όπως την ήθελα. Άμα την κόψω, θα βγούνε πολλές πόρπες δίχως πολλή χασούρα.

Την έφερε στο σπίτι και ευθύς αρχίνησε να την κόβει. Δουλειά μπελαλίδικη, προχωρούσε αργά, το νοικοκυριό και εκείνο ήθελε κοίταγμα. Ολημερίς έκαμε δουλειές. Πού ο χρόνος για στενοχώριες; Σαν καθότανε στον πάγκο, τότες μονάχα αναθυμότανε τον Ντανίλουσκο:

-Αχ! Πού΄ν΄τος να καμαρώσει τον καινούριο μάστορα που ξεφανερώθηκε στα ξαφνικά και έπιασε τη δική του με τον Προκόπιτς θέση!

Θες δε θες,  πάντοτες υπάρχουνε κάποιοι καλοθελητές. Πώς χωρίς δαύτους… Την παραμονή κάποιας εορτής η Κάτια άργησε να αποσώσει τη δουλειά. Νύχτα, λοιπόν, μες την περιοχή της πήδησαν τρία ψευτοπαλίκαρα. Θελήσανε άραγες να σπάσουνε την πλάκα τους, να την τρομάξουνε ή άλλο τίποτες – δικό τους το κρίμα – μόνο που όλοι τους ήτανε τύφλα στο μεθύσι. Η Κάτια έτσι όπως δούλευε πέρα δώθε με τον κόφτη πού να ακούσει πως είχε κόσμο στον προθάλαμο. Τους κατάλαβε μονάχα σαν προσπάθησαν να μπουκάρουν μες την ίσμπα:

-Άνοιξε, νεκρονυμφία! Δέξου ολοζώντανους μουσαφιραίους!

Η Κάτια αρχικά προσπαθούσε να τους συνετίσει με λόγια:

-Φυγάστε, παλικάρια!

Μα ετούτοι δεν έπαιρναν από λόγια. Βάρα-βάρα κοντεύανε να σπάσουνε την πόρτα. Αυτού η Κάτια τράβηξε το σύρτη, άνοιξε φαρδιά πλατιά την πόρτα και τους φώναξε:

-Για περάστε σαν κοτάτε! Ένας ένας μη σπρώχνεστε!

Τους κόπηκε η μαγκιά, στα χέρια της βαστούσε ένα τσεκούρι.

-Κόψε την πλάκα, – της λένε.

-Δεν κάμνω πλάκα! Θα βαρέσω ίσα στο δόξα πατρί όποιον πατήσει το κατώφλι μου.

Τα παλικάρια αν και τύφλα στο μεθύσι καταλάβανε πως η Κάτια δε σήκωνε αστεία. Ήτανε γεροδεμένη, είχε αποφασιστικό βλέμμα, και έδειχνε να αδράχνει με περίσσια σιγουριά το τσεκούρι στα στιβαρά της χέρια. Οι ψευτονταήδες δεν είχαν κόρδα να μπούνε μέσα.  Όλο ντόρος και σαματάς, μα πράξις καμία. Τέλος ξεκουμπίστηκαν. Αργότερα βαλθήκανε να διαδίδουνε τις ψευτοπαλικαριές τους. Μα ο κοσμάκης αρχίνησε να τους περιγελά ότι δηλαδή οι τρεις τους λάκισαν μπρος σε μια κοπελιά. Δεν τους άρεσε, μαθές, τέτοια τροπή, αρχίνησαν λοιπόν να αμολάν πως τάχατες η Κάτια δεν ήτανε μονάχη της, ξοπίσω της στεκότανε ένας πεθαμένος.

– Και ήτανε τόσο σιχαμερός που θες δε θες θα λάκιζες.

Ποιος ξέρει αν τους πιστέψανε ή μη, μα από τότες ο κόσμος αρχίνησε να λέει διάφορα:

– Δίχως άλλο το σπίτι είναι στοιχειωμένο, γι΄αυτό άλλωστε μένει μόνη της η μαγκούφα.

Οι φήμες φτάσανε και στα αφτιά της Κάτιας, μα δεν σκοτίστηκε, ίσια ίσια που σκέφτηκε: «Ας τους να λένε. Κερδισμένη θα βγω, άμα με φοβούνται, άλλη φορά θα σκεφτούνε να με πειράξουνε».

Οι γειτόνοι όμως σκανδαλίζονταν να βλέπουνε την Κάτια να δουλεύει στο μαστορικό πάγκο. Αρχίνησαν να την περιγελούνε.

-Κοίτα την που πιάστηκε με την αντρίκια τέχνη! Τάχατες τι θα βγει από αυτό; Τι ανωμαλίες είναι αυτές!

Η κουβέντα αυτή την πείραξε πιο πολύ, επειδής και η ίδια είχε πολλές αμφιβολίες: «Άραγες θα τα καταφέρω μονάχη μου;» Και όμως μπόρεσε να καταπνίξει τους φόβους της: «Με το κιλό πουλιούνται τούτα τα μπιχλιμπίδια! Δε θέλουν μεγάλη τέχνη. Αρκεί να΄ναι λεία… Σάμπως δεν θα μπορέσω να τα φτιάσω;»

Άνοιξε, λοιπόν, η Κάτια την πέτρα. Μέσα της πρόβαλε ένα σπάνιο σχέδιο και σάμπως να φαινότανε καθαρά πού ακριβώς έπρεπε να κοπεί. Η ίδια δεν μπορούσε να πιστέψει ότι όλα παγαίνανε κατ΄ευχήν. Έκοψε όμοια κομμάτια όπως το έδειχνε η πέτρα και αρχίνησε να τα λειαίνει. Ετούτη η δουλειά δεν απαιτούσε ιδιαίτερη τέχνη, μα δίχως εξάσκηση δεν κατάφερνες μήτε αυτό. Πρώτα τυραννίστηκε, ύστερις το΄μαθε. Έφτιασε πόρπες πρώτης τάξεως και δίχως καθόλου χασούρα, μονάχα ό, τι ρινίσματα πέσανε από τον τόρνο.

Σαν έφτιασε τις πόρπες ξανασκέφτηκε πόσο βολική ξεβγήκε η πετρούλα και αρχίνησε να λογαριάζει σε ποιον να τις δώκει. Ο Προκόπιτς όποτε συνέβαινε να φτιάσει τέτοια μικροτεχνήματα, τα πήγαινε στην πόλη, σε ένα συγκεκριμένο μαγαζί. Η Κάτια είχε ακούσει πολλές φορές για τούτο το μαγαζί. Αποφάσισε, λοιπόν, να κινήσει για την πόλη.

«Ας τους κάμω μια ερώτηση. Μπας και δεχτούνε τα μικροτεχνήματά μου.»

Κλειδαμπάρωσε την ίζμπα της και τράβηξε στην πόλη με τα ποδάρια. Στην Πολεβά δεν κατάλαβε κανείς την απουσία της. Στην πόλη η Κάτια έμαθε πού βρισκότανε ο μαγαζάτορας που έπαιρνε τα εργόχειρα του Προκόπιτς και πήγε ευθύς στο μαγαζί του. Μέσα υπήρχανε λογής λογής πέτρες και είχε μια ολόκληρη προθήκη γιομάτη μαλαχιτένιες πόρπες. Είχε πολύ κόσμο: κάποιοι αγοράζανε, άλλοι πουλούσανε. Ο μαγαζάτορας φαινότανε αυστηρός και σοβαρός.

Η Κάτια στην αρχή φοβότανε να τονσιμώσει, ύστερις πήρε θάρρος και τον ρώτησε:

-Θα θέλατε μαλαχιτένιες πόρπες;

Ο μαγαζάτορας έδειξε με το δάχτυλο την προθήκη:

-Δε θωράς πόσα έχω;

Τα μαστόρια που έτυχε εκείνη την ώρα να του παραδίδουνε τη δουλειά τους, αρχίνησαν να του σιγοντάρουνε:

-Ταχιά έχουνε ξεφυτρώσει πολλά μαστόρια γιαλαντζί που τίποτες άλλο εξόν από το να φτιάχνουνε πόρπες δεν κατέχουνε, μα τζάμπα χαραμίζουνε την πέτρα. Αφού δεν νογάνε που η πόρπη για να δείξει θέλει να ΄χει περίτεχνα νερά.

Ένας από τους μαστόρους της Πολεβά λέει, λοιπόν, στ΄αφτί του μαγαζάτορα:

-Τι να την κάμνεις την μισόχαζη! Την είχανε δει κάτι γειτόνοι να σκαλίζει τάχα αυτού στον πάγκο.  Έχει γούστο να τα΄φτιασε με τα χέρια της.

Τότες ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού της λέει:

-Για δείξε μας τι μας έφερες;

Η Κάτια του φανέρωσε μίαν πόρπη. Το αφεντικό έριξε πρώτα μια ματιά στην πόρπη ύστερις κοίταξε εξεταστικά την Κάτια και της είπε:

– Από ποιον την βούτηξες;

-Με ποιο δικαίωμα με κατηγοράς, δίχως να με ξέρεις; Άμα δεν είσαι αόμματος, τήρα! Πώς είναι μπορετό να κλέψει κανείς τόσες πόρπες με ολόιδιο σκέδιο; Για πες μου! – και του αραδιάζει μπρος στον πάγκο όλη της την πραμάτεια.

Κοίταξαν το αφεντικό και τα μαστόρια και τι να ιδούν; Ίδιο σκέδιο. Και τι σκέδιο; Σπάνιας εμορφιάς. Στη μέση υψωνότανε ένα δέντρο. Πάνω στα κλαδιά καθότανε ένα πουλί και στα ριζά του άλλο ένα. Όλα τούτα φαντάζανε αληθινά μιας κι ήτανε δουλεμένα δίχως παραμικρό ψεγάδι.

Κάτι πελάτες που ταίριασε να ακούσουν τη συζήτησή τους μαζευτήκανε άρον άρον για να κάνουνε χάζι τις πόρπες της Κάτιας, μα το αφεντικό με μιας τις εσκέπασε και ήτανε περιχαρής επειδής μυρίστηκε γερό μπαχτσίσι.

– Ανοίχτε, πού να τις δείτε με τέτοιο στριμωξίδι; Καθίστε πρώτα να τις απλώσω στην προθήκη και μετά διαλέγει ο καθείς ό, τι αγαπά. – Και ο ίδιος λέει στην Κάτια: – Τράβα σ΄ εκείνην την πορτούλα να λάβεις τους παράδες σου.

Πήγε η Κάτια και ξοπίσω της ακολουθούσε το αφεντικό. Έκλεισε την πόρτα και τηνε ρωτά:

– Πόσο θες;

Η Κάτια είχε ακούσει από τον Προκόπιτς ένα κάποιο ποσό. Τούτο και ανάφερε, μα το αφεντικό λύθηκε στα γέλια:

– Δε θα΄σαι με τα καλά σου! Τέτοια λεφτά τα πλέρωνα μονάχα σε έναν μάστορα σε όλη την Πολεβά ονόματι Προκόπιτς άντε ακόμα και στο θετό του γιο, τον Ντανίλο. Χαλάλι τους όμως, ήτανε τα καλύτερα μαστόρια!

– Από αυτούς το΄χα ακούσει κι εγώ, του απαντά. Από την ίδια οικογένεια είμαι κι εγώ.

-Μπα! – εξεπλάγη το αφεντικό. – Από ό, τι φαίνεται, σου έχει μείνει η δουλειά του Ντανίλο.

-Όχι, – του απαντά, δικιά μου είναι.

-Τότες σου΄χε μείνει η πέτρα του.

-Και την πέτρα μονάχη μου την βρήκα.

Δεν την πολυπίστεψε το αφεντικό, μα δεν έκανε παζάρια. Την πλέρωσε στο ακέραιο και της είπε:

– Άμα τύχει στο εξής να φτιάσεις κάτι τέτοιο, φέρ΄το. Θα το δεχτώ χωρίς παζάρια και δε θα σε ρίξω στην τιμή.

Η Κάτια έφυγε όλο χαρά, – Πω, πω παράδες που οικονόμησα!

Το αφεντικό από την άλλη έβαλε τις πόρπες στην προθήκη. Μαζευτήκανε οι αγοραστές:

-Πόσο θες;

Εκείνος, βέβαια, δεν λαθεύτηκε, ζήτηξε δέκα φορές πιο πάνω από κείνα που πλέρωσε την Κάτια και όλο παινιότανε:

– Σκέδιο σαν αυτό δεν βρίσκεις. Δουλειά του ίδιου του Ντανίλο-μάστορα της Πολεβά. Ποιος να τον παραβγεί στην μαστοριά!

Γύρισε η Κάτια σπίτι και όλο απορεί και θαυμάζει:

– Κοίτα πράματα και θάματα! Οι πόρπες μου ξεβγήκανε ανώτερες από όλες! Τι πέτρα ήτανε κι αυτή που μου΄λαχε! Τύχη βουνό! – Και ξάφνου την διαπέρασε μια σκέψη: – Μπας κι τούτη η πέτρα ήτανε μήνυμα από τον Ντανίλουσκο;

Μόλις το σκέφτηκε, ευθύς έκαμε μεταβολή πάνου στα τακούνια της και έτρεξε βολίδα στο Φιδίσιο Βουναλάκι.

Την ίδια ώρα γύρισε σπίτι κι εκείνος ο μάστορας που ηθέλησε να την διαβάλει στον μαγαζάτορα. Ζήλεψε που εκείνη πέτυχε ένα τέτοιο σπάνιο σκέδιο. Σκέφτηκε λοιπόν:

-Πρέπει να μάθω πού βρίσκει τέτοιες πέτρες. Μη της είχανε μαρτυρήσει κάνα ιδιαίτερο μέρος ο Προκόπιτς ή ο Ντανίλο;

Είδε την Κάτια να τρέχει άγνωστο για πού, την πήρε λοιπόν στο κατόπι. Είδε πως έφερε ένα γύρο τα Αλώνια δίχως να τα πλησιάσει και ύστερις τράβηξε ντουγρού κατά το Φιδίσιο Βουναλάκι. Ο μάστορας δεν την άφηκε μήτε για μια στιγμή από τα μάτια του και όλο λογάριαζε: «Αυτού έχει δάσος. Θα μου ΄ναι βολετό κρυφά να την ακολουθάω ίσαμε το σκάμμα της.»

Μπήκανε μες στο δάσος. Αυτού μέσα έφτασε σχεδόν σε απόσταση αναπνοής από την Κάτια, μα εκείνη μήτε πρόσεχε, μήτε κοίταζε ξοπίσω, μήτε έστηνε τ΄αφτί της. Ο μάστορας προχωρούσε ξοπίσω της όλο χαρά που δίχως να κοπιάσει σε λίγο θα ανακάλυπτε το γουρλίδικο σκάμμα. Ξάφνου λίγο παράμερα ακούστηκε ένας θόρυβος που τον κατατρόμαξε και τον έκαμε να κοντοσταθεί. Τι τρέχει αυτού; Ώσπου να συνέλθει από την τρομάρα του, η Κάτια γένηκε καπνός. Εκείνος έτρεχε στα χαμένα από ΄δώ και από ΄κεί μες στο δάσος. Με χίλια ζόρια κατάφερε να βγει μέσα από το δάσος κάπου κοντά στη λίμνη του Σέβερσκ – δύο χιλιόμετρα πιο μακριά από τα Αλώνια.

Πού να το σκεφτεί και πού να το διανοηθεί η Κατια ότι την ακολούθαγαν. Έφτασε λοιπόν στην βουνοκορφή, στο ίδιο μέρος όπου βρήκε και την πρώτη της πέτρα. Το σκάμμα σάμπως να μεγάλωσε λιγουλάκι και στην άκρια πάλι εξείχε μια πέτρα ίδια με την πρώτη. Μόλις την κούνησε πέρα δώθε, εκείνη βγήκε. Κι ετούτη τη φορά πάλι ακούστηκε σάμπως να έσπασε ένα ξερόκλαδο. Η Κάτια μάζεψε την πετρούλα και αρχίνησε να σκούζει και να μοιρολογάει, όπως οι γυναίκες που κλαίνε το νεκρό πλέκοντας λυπητερούς σκοπούς:

– Από τι με άφηκες, καρδούλα μου γλυκιά, – και άλλα τέτοια…

Αφού χόρτασε το κλάμα σαν να ξαλάφρωσε λιγουλάκι. Στέκεται σκεφτική και όλο ρίχνει ματιές προς τη μεριά του ορυχείου. Αυτού σαν να είχε ένα ξέφωτο. Γύρω γύρω υψωνότανε ένα πυκνό ρουμάνι που όμως αραίωνε καθώς κατέβαινε προς το ορυχείο. Ο ήλιος έδυε. Ενώ στο ξέφωτο, στα ριζά του δάσους αρχίνησε κιόλας να σκοτεινιάζει, η μεριά όπου βρισκότανε το ορυχείο φωτίστηκε από τις τελευταίες ακτίνες του ηλίου. Άξαφνα σάμπως όλο εκείνο το μέρος αρχίνησε να βγάνει φλόγες και όλες οι πετρούλες αρχίνησαν να λαμπυρίζουνε στο φως.

Της Κάτιας της φάνηκε πολύ παράξενο όλο τούτο. Θέλησε λοιπόν να το δει από κοντά. Έκαμε ένα βήμα μπρος, κάτι σάμπως να΄σπασε κάτω από το ποδάρι της. Το τράβηξε απότομα, κοίταξε χάμω και τι να ιδεί – δεν πατούσε πια στο χώμα, μα βρισκότανε ψηλά, πάνω πάνω στην κορφή ενός τεράστιου δέντρου. Ολούθε την κυκλώνανε άλλες κορφές και χάμω ανάμεσα στα δέντρα φαντάζανε χορτάρια και λούλουδα που όμως δε ομοιάζανε σαν ντόπια.

Καμία άλλη στη θέση της θα τρόμαζε, θα έμπηγε τις φωνές, μα εκείνη σκεφτότανε αλλόκοτα πράγματα:

«Για ιδές, το βουνό άνοιξε τα σπλάχνα του! Αχ και να΄γλεπα τον Ντανίλουσκό μου έστω με την άκρια του ματιού μου!»

Δεν πρόλαβε να αποσώσει την σκέψη της γλέπει μέσα από τα κλαδιά δέντρων κάποιονα με το σουλούπι του Ντανίλουσκο να προχωρά εκεί κάτου και να απλώνει τα χέρια του προς τα πάνου, σάμπως να θέλει να της πει κάτι. Το μυαλό της θόλωσε και μονομιάς ρίχτηκε σιμά του από ψηλά, από το δέντρο! Έπεσε καταγής ακριβώς εκεί που στεκότανε λίγα δευτερόλεπτα πιο πριν. Ήρθε στα σύγκαλά της και μολογάει:

– Δίχως άλλο γλέπω ίσκιους και στοιχειά. Πρέπει να γυρίσω όσο πιο γλήγορα γένεται σπίτι.

Έπρεπε να κινήσει εδώ κι ώρα μα όλο καθότανε και καθότανε και όλο περίμενε μην τυχόν ανοίξει και πάλι το βουνό και φανεί ξανά ο Ντανίλουσκο. Έκατσε μέχρις να σκοτεινιάσει για τα καλά. Μονάχα τότες κίνησε για το σπίτι και στο δρόμο όλο συλλογιότανε: «Τι καλά που αξιώθηκα να ιδώ τον Ντανίλουσκό μου».

Εκείνος ο μάστορας που την ακολούθαγε ως εκείνη την ώρα είχε γυρίσει στο χωριό. Βρήκε την ίσμπα της Κάτιας κλειδαμπαρωμένη. Αποφάσισε λοιπόν να κρυφτεί για να ιδεί τι θα κουβάλαγε από το βουνό. Σαν είδε την Κάτια να πλησιάζει πετάχτηκε ομπρός της:

– Πού έχεις πάγει;

-Στο Φιδίσιο Βουναλάκι, – του κρένει.

-Ούλη νύχτα; Τι να κάμνεις αυτού;

-Να ιδώ τον Ντανίλο μου …

Σαν το άκουσε ο μάστορας σκιάχτηκε και ξεκουμπίστηκε. Την άλλη μέρα στο εργοστάσιο αρχίνησαν να ψιθυρίζουνε:

-Του πεθαμένου η νύφη τα έχει χάσει εντελώς. Τις νύχτες παγαίνει στο Φιδίσιο Βουναλάκι και καρτεράει το μακαρίτη. Μη βάλει καμιά φωτιά στο εργοστάσιο πάνω στην τρέλα της. Χαθήκαμε.

Τα αδέλφια της σαν το άκουσαν, τρέξανε και άντε να την φοβερίζουνε και να την ορμηνεύουνε. Μόνο που η Κάτια δε θέλησε καν να τους ακούσει. Τους έδειξε τους παράδες και τους είπε:

-Από πού θαρρείτε πως τα ΄χω; Ενώ ακόμα και τα καλύτερα μαστόρια έχουνε αναδουλειές εγώ η πρωτάρα πλερώθηκα στο ακέραιο. Τάχα τυχαίο το θαρρείτε;

Τα αδέλφια είχανε ακούσει που η Κάτια στάθηκε τυχερή και της λένε:

– Απλά είχες τύχη βουνό. Σαν τι άλλο να΄ναι;

-Δεν έχει ξαναγένει τέτοιο πράμα, τους απαντά. Το λοιπόν, ο Ντανίλο μου και την πέτρα μού ΄στειλε και το σκέδιο ζουγράφισε πάνω της.

Τα αδέλφια αρχίνησαν να γελούν και τα χέρια τους να κουνούν.

– Μπας και τρελάθηκες στα αλήθεια! Κάλλιο να το ειπούμε στον επιστάτη, να έχει το νου του μην τυχόν και μας κάψεις το εργοστάσιο.

Δεν το ΄πανε βέβαια. Ντραπήκανε να μαρτυρήσουνε την αδελφή τους. Μόνο που φεύγοντας κανονίσανε μεταξύ τους:

-Τα μάτια μας δεκατέσσερα, πρέπει να την προσέχουμε, να την ακολουθάμε όπου και να πάγει.

Η Κάτια αφού ξεπροβόδισε το σόι της, σφάλισε την πόρτα και πιάστηκε να ανοίγει την καινούρια πέτρα. Καθώς δούλευε έβαζε με το νου της:

-Άμα μου τύχει πάλι το ίδιο σκέδιο πάγει να πει ότι δεν είδα ίσκιο, μα τον Ντανίλουσκό μου με σάρκα και οστά.

Βιαζότανε λοιπόν να την ανοίξει, είχε περιέργεια να ιδεί κατά μέσα ποιο θα ΄ναι το σκέδιο. Ήτανε περασμένα μεσάνυχτα μα η Κάτια δεν έλεγε να σηκωθεί από τον πάγκο. Μία από τις αδελφές της έτυχε να ξυπνήσει εκείνη την ώρα, είδε το φως μες στην ίσμπα της Κάτιας, έτρεξε στο παραθύρι της και κοίταξε κατά μέσα από μια σκισμή στα παραθυρόφυλλα. Όλο κοίταζε και απορούσε:

-Δεν της κολνάει και ο ύπνος! Τι κακό είναι αυτό που τηνε βρήκε!

Σαν άνοιξε στα δύο η πέτρα, από μέσα ξεπρόβαλε ένα σκέδιο τρισκαλύτερο από το προηγούμενο. Το ένα πουλί άπλωνε τα φτερά του και ριχνότανε σούμπιτο κάτω από το δέντρο καθώς το άλλο πέταγε ψηλά για να το απαντήσει. Πέντε φορές επαναλαμβανότανε το ίδιο σκέδιο. Και σάμπως ήτανε σημαδεμένο με ακρίβεια πού να κοπεί από άκρη σε άκρη. Δίχως να το πολυσκεφτεί η Κάτια αναπήδησε και βάλθηκε να τρέχει, ένας θεός ξέρει κατά πού.

Ξοπίσω της η αδελφή της. Στο δρόμο εκείνη πρόκαμε να χτυπήσει στα σπίτια των αδελφάδων τους – τρεχάτε γρήγορα, τους είπε, συφορά. Βγήκανε τα αδέλφια, μαζέψανε και άλλον κόσμο. Εκείνη την ώρα αρχίνησε να χαράζει. Τότες είδανε την Κάτια να τρέχει προς τα Αλώνια. Όλοι ριχτήκανε κατά ΄κεί, μα κείνη ως φαινότανε δεν πήρε είδηση πως ξοπίσω της έτρεχε ο λαουτζίκος. Αφού πέρασε τα Αλώνια, βράδυνε λίγο το βήμα της για να φέρει ένα γύρω το Φιδίσιο Βουναλάκι. Και ο κοσμάκης βράδυνε λίγο το βήμα να ξαποστάσει  και να ιδεί τι θα κάμει η έρμη.

Η Κάτια αρχίνησε κατά το συνήθειό της να ανεβαίνει το Βουναλάκι. Κοίταξε ολόγυρα και το δάσος της φάνηκε αλλόκοτο. Άγγιξε με το χέρι της ένα δέντρο. Ήτανε κρύο και λείο ωσάν γυαλισμένη πέτρα. Και το χορτάρι χάμω ξεβγήκε πέτρινο. Τριγύρω απλώθηκε το σκοτάδι. Τότες η Κάτια σκέφτηκε:

«Φαίνεται πως βρίσκομαι μες στο βουνό».

Την ίδια ώρα τα αδέλφια της και ο κοσμάκης γενήκανε όλοι τους ανάστα :

-Πού πήγε; Τη μια στιγμή ήτανε αυτού, την άλλη εχάθη!

Αρχίνησαν να την ψάχνουνε. Όλα του κάκου. Κάποιοι ανεβήκανε το Βουναλάκι, άλλοι το΄φεραν μια γύρα. Φωνάζανε και ρωτούσανε ο ένας τον άλλονε: «Είναι αυτού;»

Εντωμεταξύ η Κάτια έκοβε βόλτες στο πέτρινο δάσος στρέφοντας τον κάθε της λογισμό στον Ντανίλο. Έφερε μερικές φούρλες(*) ακόμα και ύστερις βάλθηκε να τονε φωνάζει:

– Ντανίλουσκο, δώσε κανένα σημάδι!

Τα ξερόκλαδα κονταροχτυπηθήκανε. Όλο το δάσος αντήχησε: «Δεν είν΄τος εδώ! Δεν είν΄τος εδώ! Δεν είν΄τος εδώ!» Μα η Κάτια δεν το΄βαζε κάτω.

– Ντανίλουσκο, πού΄σαι;

Το δάσος πάλι αντήχησε: «Δεν είν΄τος εδώ! Δεν είν΄τος εδώ!»

Η Κάτια το δικό της πάλι:

– Ντανίλουσκο, πού΄σαι, φανερώσου!

Ιδού η ίδια η Κυρά του Χάλκινου Βουνού εφανερώθη ομπρός της.

-Από τι,  την ρωτάει, ταράζεις το δάσος μου; Τι γυρεύεις; Άμα ζητάς καμιά καλή πέτρα, πάρε όποια θες και σύρε στο καλό!

Η Κάτια τότες της ανταπαντά:

– Κάτι μου χρειάστηκαν οι νεκρές σου πέτρες! Να μου δώκεις πίσω τον Ντανίλουσκο σώο και αβλαβή. Πού τον κρύβεις, αντροχωρίστρα;

Τα΄πε όλα χαρτί και καλαμάρι. Και δεν κώλωσε σαν είχε ομπρός της την ίδια την Κυρά του Χάλκινου Βουνού. Εκείνη απεναντίας στεκότανε αγέρωχη και ατάραχη, σάμπως δε συνέβαινε τίποτες:

-Τι άλλο έχεις να ειπείς;

-Αυτό που σου λέω: να μου δώκεις πίσω τον Ντανίλο! Εσύ τον κρατείς…

Μόλις τ΄άκουσε η Κυρά, πάτησε κάτι γέλια. Κατόπιν της λέει:

– Μωρή, γροικάς σε ποια μιλάς;

-Αόμματη δεν είμαι, της φωνάζει, γλέπω. Μόνο που δεν σε τρέμω, αντροχωρίστρα! Τόσο δα δε σε φοβούμαι! Ό,ι τερτίπια και να του κάμεις, είναι δικός μου, εμένα συλλογιέται κάθε ώρα και στιγμή. Το΄ δα πεντακάθαρα. Γιατί δεν κρένεις;

Η Κυρά τότες της λέει:

-Κάλλιο να ακούσουμε τι λέει ο ίδιος.

Και ενώ το δάσος ολόγυρα ήτανε μαύρο και άραχνο, ξάφνου σάμπως να ζωντάνεψε και γένηκε φωτερό. Το χορτάρι χάμω αρχίνησε να λαμπυρίζει με όλα τα χρώματα της ίριδας, τα δέντρα γενήκανε το ένα ομορφότερο από τ΄άλλο. Στ΄ ανοίγματα ανάμεσα στα δέντρα φάνταζε ένα ξέφωτο. Αυτού ανθίζανε λογής λογής πέτρινα λούλουδα που τα τρυγούσανε ολόχρυσες ωσάν τις φωτεινές σπίθες μελισσούλες. Άφατη, που λες, ομορφιά. Πού να χορτάσει το μάτι σου! Κι όμως ανάμεσα σε τούτην την εμορφιά το μάτι της Κάτιας ξεχώρισε μονάχα τον Ντανίλουσκο που΄τρεχε προς το μέρος της. Πετάχτηκε κι εκείνη να τον προϋπαντήσει: «Ντανίλουσκο!»

-Στάσου, της λέει η Κυρά, στρέφεται σ΄εκείνονε και τονε ρωτά: – Λοιπόν, Ντανίλο-μάστορα, ήρθε η ώρα να διαλέξεις. Τι θα κάμεις; Άμα πας μ΄εκείνην, όλα όσα σου΄χω μάθει θα τ’ αλησμονήσεις, άμα μείνεις δώθε, χρεία είναι να λησμονήσεις και κείνη και όλον τον κόσμο.

– Δεν ημπορώ μήτε τον κόσμο να ξεχάσω, μήτε εκείνην να βγάλω από το μυαλό μου.

Ιδού το πρόσωπο της Κυράς φωτίστηκε από ένα πλατύ χαμόγελο. Τους λέει λοιπόν:

-Μπράβο σου, Κατερίνα! Πάρ΄ τονα. Δικός σου! Και για το θάρρος και το πείσμα σου σού χαρίζω ένα δώρο. Ας κρατήσει ο Ντανίλο άσβεστα στο μνημονικό του όσα του΄χω μάθει για τις πέτρες. Μονάχα τούτο΄δω ας το ξεχάσει μια για πάντα! – Και το ξέφωτο με τα εξωτικά λούλουδα βυθίστηκε μονομιάς στο σκοτάδι. – Και τώρα πηγαίντε από΄κει, – τους έδειξε το δρόμο και τους ορμήνευσε τούτα΄δω: – Εσύ, Ντανίλο, πρόσεχε! Μην πεις κουβέντα για το Βουνό! Λέγε πως είχες πάγει για μαθητεία σε κάποιονα ξενομερίτη μάστορα. Κι εσύ, Κατερινιώ, ούτε που να το σκέφτεσαι πως πήγα τάχα να σου πάρω τον μνηστήρα σου. Μονάχος του αναζητούσε εκείνο που ήδη το΄χει αλησμονήσει.

Ιδού η Κάτια της έκαμε έναν τεμενά λέγοντας:

-Συμπάθα με αν σου΄πα καμιά κουβέντα παραπάνω!

-Δε βαριέσαι, της απαντά, τι θα πάθει τάχα η πέτρινη μου αφεντιά! Για σας τα λέγω για να μην ψυχραθείτε αναμεταξύ σας.

Η Κάτια με τον Ντανίλο πήρανε το δρόμο της επιστροφής. Καθώς προχωρούσανε μες στο δάσος, εκείνο γινότανε όλο και πιο σκοτεινό και κακοτράχαλο – όλο γούβες και τρανά λιθάρια. Σαν κοιτάξανε τριγύρω, καταλάβανε πως βρισκόντουσαν στο ορυχείο των Αλωνιών. Ήτανε πολύ νωρίς, στο ορυχείο δεν υπήρχε ψυχή. Σιγά σιγά φτάσανε μέχρι το σπίτι τους. Ενώ εκείνοι που είχανε ακολουθήσει την Κάτια, ακόμα τριγυρίζανε μες στο δάσος και όλο φωνάζανε αναμεταξύ τους: «Είναι αυτού;»

Ψάχνανε, ψάχνανε – ίχνος. Γυρίσανε στα σπίτια και τι να ιδούν; Ο Ντανίλο κάθεται καλός και ξεδιαλεγμένος στο παραθύρι.

Πρώτα φοβηθήκανε, μαθές. Σταυροκοπιούνται, φτύνουνε στον κόρφο, λένε διάφορα ξόρκια. Ύστερις βλέπουνε τον Ντανίλο να γιομίζει την πίπα του. Ξαλάφρωσαν.

«Οι πεθαμένοι, συλλογιούνται, δε φουμάρουνε.»

Δειλά δειλά αρχινήσανε να τον πλησιάζουνε. Τότες είδανε και την Κάτια μες στο σπίτι. Έφερνε φούρλες γύρω από το φούρνο και φαινότανε καταχαρούμενη. Είχανε καιρό να την δούνε έτσι. Αυτού πήρανε θάρρος και μπήκανε μες στην ίσμπα, αρχίνησαν να ρωτούν:

-Πού εχάθηκες τόσον καιρό, Ντανίλο;

-Είχα πάει στο Κολιβάν, τους απαντά. Είχα ακούσει για έναν μάστορα- λαξευτή από εκείνα τα μέρη, που τάχατες καλύτερός του δεν υπήρχε πουθενά. Θέλησα λοιπόν να μαθητεύσω σιμά του. Ο συχωρεμένος, ο μπάρμπας, δεν έστεργε. Τότες τον παράκουσα και έφυγα κρυφά, της Κάτιας μονάχα εμήνυσα.

-Κι από τι, τονε ρωτούν, έσπασες το βάζο σου;

-Πού ξέρω… Γύρισα μετά από γλέντι … Ίσως και να ήπια κάνα ποτηράκι παραπάνω… Κάτι δε μου έκατσε, φουρκίστηκα και τα΄καμα όλα γυαλιά καρφιά. Και ποιος από τα μαστόρια δεν το΄χει πάθει; Δε βαριέσαι, πάγει τώρα;

Αρχίνησαν τα αδέλφια να μαλώνουνε την Κάτια που δεν τους μαρτύρησε για το Κολιβάν. Μόνο που η Κάτια δεν είχε πολλή όρεξη για κουβέντα. Τους το ξέκοψε ευθύς:

– Ζητάτε και τα ρέστα. Λίγες ήτανε οι φορές που σας είπα ότι ο Ντανίλο δεν έχει πεθάνει. Κι εσείς; Άλλους μου προξενεύατε και όλο απ΄την στράτα τη σωστή να με βγάλετε γυρεύατε. Κάλλιο κοπιάστε στο τραπέζι. Ψηθήκανε και τα αυγά μάτια.

Έτσι τελειώσανε τα ξεκαθαρίσματα. Καθίσανε όλοι μαζί σαν σόι, είπανε για τούτο και για΄κείνο, ύστερις φύγανε να πάνε στο καλό. Το βραδάκι ο Ντανίλο παρουσιάστηκε στον επιστάτη. Εκείνος όπως ήτανε φυσικό στην αρχή γένηκε έξω φρενών, μα τελικά σύχασε.

Ζήσανε λοιπόν ο Ντανίλο με την Κάτια στο σπιτάκι τους. Έλεγε ο κοσμάκης πως ζήσανε καλά και αγαπημένα. Στη δουλειά όλοι τον φωνάζανε πρωτομάστορα. Κανένας δεν μπορούσε να του παραβγεί. Τίποτες δεν τους έλειπε. Μα πού και πού ο Ντανίλο γινότανε απόμακρος και σκεφτικός. Η Κάτια γνώριζε το γιατί κι όμως δεν του΄λεγε κουβέντα.

 

Γλωσσάρι

βίμπουρνο: μελανόχρωμος καρπός σαν το βατόμουρο

βάλενκι: παραδοσιακές τσόχινες μπότες από επεξεργασμένο μαλλί προβάτου

μπραγατσούλι: μικρό μπακράτσι, μικρό δοχείο

αραδώ: ψάχνω

κόσισμα: θερισμός με την κόσα

μπεζέρισε: κουράστηκε, βαρέθηκε

φούρλες: γύρες

Advertisements

86 Σχόλια to “Ακόμα δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)”

  1. cronopiusa said

    Prokofiev Sergei – The Stone Flower, Waltz.

    Ευχαριστούμε Ranele και Νίκο…

    Καλή σας μέρα…

  2. Γς said

    Καλημέρα

    Σταμάτησα, να ξεκουραστώ.

    Κρόνη [Σχ. 1] το είχα βάλει θαρρώ στην προηγούμενη ιστορία

    Και συνεχίζουμε

  3. Γς said

    2:

    >το είχα βάλει θαρρώ στην προηγούμενη ιστορία

    Ναι πρώτο πρώτο σχόλιο κι εγώ

    https://sarantakos.wordpress.com/2017/08/06/bazhov/#comment-448109

  4. Γς said

    >Σύμφωνα με τα ήθη του εργοστασίου μας οι κοπελιές μετά τα είκοσι τους χρόνια λογίζονται πια για γεροντοκόρες. Τα νέα παλικάρια σπανίως τις ζητούνε σε γάμο, πιο πολύ κάτι κακομοίρηδες χήροι

    Τι να πω κι εγώ ο δίςχηρος…

  5. cronopiusa said

    2

    αλλά ταιριάζει καλύτερα απ΄ αυτό/a>

    ή απ΄ αυτό

    δε νομίζεις;

  6. Γς said

    Τέλος
    Επι τέλους

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!
    Φεύγω για Μον Σεν Μισέλ. Τα λέμε το βράδυ.

  8. Γς said

    Ουφ!

    Μια στιγμή ρε Κρόνη
    Να συνέλθω

    Παράξενη αίσθηση

    Και θυμήθηκα [έτσι το λέω για να μην πω ακόμα τίποτα για το διήγημα] τη φίλη μου τη Μπέτι τη γλύπτρια.

    Που όταν άρχισε να μιλάει για τις πέτρες (μάρμαρά) της και τα νερά τους δεν είχε τελειωμό. Και με τι πάθος!

    Κι απορούσα με την τρέλα της.

    Κι αυτή με την αναισθησία μου …

  9. Γς said

    8:

    Και που λες ξυπνάω ένα πρωί και είχα μάθημα σε μισή ώρα. Ουτε καφέ δεν πρόφταινα και πάω να ντυθώ. Μα πουθενά τα ρούχα μου.

    -Ελα δω μωρή. Δεν χτύπησα το κουδούνι χτές; Δεν μου άνοιξες; Ντυμένος δεν ήμουν; Ε, που στο διάολο είναι τα ρούχα μου;

    Ψάχναμε, ψάχναμε, τίποτα.

    Μέχρι που είπαμε να κοιτάξουμε ένα ένα τα τοσα τετραγωνικά μέτρα του δια μερίσματος.

    Σ ένα από αυτά ήταν η τραβηγμένη κουρτίνα της μπαλκονόπορτας, που είχε και πόμολο, που τα είχα κρεμάσει… γμτ τα πόμολα!

  10. Γς said

    9:

    Καλά είχε πάθει και χειρότερα.

    Ενα πρωί έκλεισα την πόρτα της, την κλείδωσα κατα λάθος και πέταξα τα κλειδιά στην τσέπη μου.

    Δεν είχαμε κινητά τότε και όταν μετά από ώρες γύρισα πίσω την είδα από μακρυά να προσπαθεί να περάσει στο μπαλκόνι της διπλανής.

    Για βάλτε μπρος για την ιστορία του Μπαζοφ…

  11. Γς said

    Α, και κάτι για την τριχοφυΐα των πόμολων

    9:

    Σε μαγαζί ειδών κιγκαλερίας.
    Περίμενα μια ώρα να τελειώσουν, ακούγοντας τρελά πράγματα για πατέντες και παράλογες απαιτήσεις πελατών.
    Ηρθε η σειρά μου.

    -Εσείς κύριε, τι θα θέλατε;

    -Α, μια σκόνη…

    -Τι σκόνη;

    -Για πόμολα.

    -Για πόμολα; Γιατί;

    -Για να βγάλουν τρίχες…

    Τι θα γίνει; Μεσημεριάσαμε!

  12. Γς said

    Anybody Home ?

  13. cronopiusa said

    Έλα δω μωρή.

    δεν μου αρέσει η προσφώνηση μωρή , δεν είναι αγαπησιάρικη, ξενερώνει

  14. Γς said

    Οκ,
    ποιος άλλος θα συμφωνήσει ότι είναι στρωτή κι ευχάριστη μετάφραση. Δεν έχουμε ιδέα από το πρότυπο, αλλά σαν τέτοιο το διαβάσαμε μονορούφι.

    Πολύ ωραίο.

    Ντάξει λίγο ΟΑΕΔικό το

    >πως είχες πάγει για μαθητεία σε κάποιονα ξενομερίτη

    😉

  15. Γς said

    13:

    Το ξέρω καλή μου, αλλά επιμένω να το λέω.

    Με αγαπούσε και την αγαπούσα τη Χριστίνα.

    Ετσι μιλούσε στις φοιτήτριές της και τις αγαπούσε όλες.

    Από αυτήν μου έχει μείνει και κάθε φορά που το λέω προσπαθώ να μιμηθώ το μάγκικο ύφος της.

  16. dryhammer said

    >μπραγατσούλι: μικρό μπακράτσι, μικρό δοχείο
    Χιαστί: μπαρκαντζάκι (σαν αυτά βαστούνε οι παπάδες τά Φώτα)

    >Φυγάστε
    Χιαστί: φυγέστε ή/και φυγέτε

    ————-
    Όποιος είναι της τέχνης και τ’ αγαπά, ξέρει πως οι πέτρες και τα ξύλα μιλούνε και λένε πού θα τα κόψεις και πού θα τα φάς.

  17. Theo said

    Καλημέρα!
    Ευχαριστώ, Νίκο και Ranele και πάλι.

    Τα ρώσικα παραμύθια μού κάθονται λίγο βαριά. Γι’ αυτό, όπως και την προηγούμενη Κυριακή, διάβασα μόνο το πρώτο. Η μετάφρασή τους, με τη θεσσαλική ντοπιολαλιά, μου άρεσε όμως.

    Μια μικρή ένσταση: Το Ντανίλο-μάστορα ξενίζει στα κοινά ελληνικά (αν είναι θεσσαλικός ιδιωματισμός, πάω πάσο). Το πιο στρωτό και σύνηθες θα ήταν Μάστρο-Ντανίλο.

  18. Γιάννης Ιατρού said

    Χαιρετώ,

    ευχαριστούμε Ranele και Νίκο για την μετάφραση και την ανάρτηση. Νομίζω πως σε πολλούς από εμάς αυτά όλα θα έμεναν άγνωστα, αν η αγαπητή Ranele δεν έκανε τόσο κόπο να τα μεταφράσει, κατ΄εμέ επιτυχημένα, στα ελληνικά.

    Κι αυτή η ιστορία του Μπαζόφ από το έργο του «παραμύθια των Ουραλίων» περιέχει αρκετά στοιχεία για να εμπνεύσει άλλους καλλιτέχνες να της δώσουν μορφή, π.χ. εδώ:
    The Stone Flower fountain was created in 1954, according to the design by architect and craftsman K. T. Topuridze and sculptor P. I. Dobrynin. The idea of the fountain was based on the Tales from the Urals by Pavel Bazhov, which were very popular in the 1930s–1950s.

  19. Μον Σεν Μισέλ! Υπέροχο! Το είχα δει σ’ ένα ταξιδιωτικό περιοδικό το 1982 (ναι, κυκλοφορούσαν τέτοια και τότε!) μου είχε μείνει στο μυαλό και μου δόθηκε η ευκαιρία το 2012 να το δω από κοντά – και δεν μ’ απογοήτευσε.. Όπως δεν μ’ απογοήτευσε το Συρράκο που είχα δει την ίδια εποχή (στην ίδια σειρά περιοδικών) και το επισκέφτηκα το 2002 ή το Παμούκαλε που από το 1998 που το είχα πρωτοδεί πήγα το 2015.

    Εξαιρετικό και το Σεν Μαλό από δίπλα…

  20. Το 19 για το 7. Που μούφερε αναμνήσεις και δεν έγραψα για τη μαγεία των ιστοριοπαραμυθιών.

    Καλημέρες.

  21. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Υπέροχα! Ράνελε, δε φαντάζεστε πόσα,χίλια, γεννήθηκαν στο μυαλό και την καρδιά διαβάζοντας τις ιστορίες ετούτες με την ωραία γλώσσα σας μεταφρασμένα! Να πω ευχαριστώ,είναι λίγο. Για το Νικοκύρη, ακόμη μια φορά ευγνώμων…

    1/5 Κρόνη, άριστες οι επιλογές σου τ΄αφήνω να παίζουν σερί στην οθόνη μου

    18. Γιαννϊατρού, έκανες πολύ εμπνευσμένες επιλογές!Τέτοια φανταζόμουν περίπου τα μαγικά σχέδια που περιφράφονταν, για τα βάζα και τις πόρπες των ιστοριών!Μαγεύτηκα. Εύγε!

    16.Dryhammer >>οι πέτρες και τα ξύλα μιλούνε και λένε πού θα τα κόψεις
    Ακριβώς! η ομορφιά είναι στα μάτια εκείνου που τη βλέπει.Ακούει τη φωνή της πέτρας, του ξύλου, της γης, κλπ εκείνος που έχει τ΄αυτιά (την καρδιά) που την ακούνε. Θα επανέλθω.

    17. Theo >>διάβασα μόνο το πρώτο
    Ναι, το ότι είναι πετυχημένη η γραφή του Μπαζόφ στα παραμύθια αυτά (αλληγορικά διηγήματα μου ΄ρχεται να τα πω) φαίνεται κι απ΄το ότι στέκονται ένα-ένα, μόνο του, αλλά «κουμπώνουν» – και απογειώνονται κατα τη γνώμη μου – με τα υπόλοιπα.
    Επί του προκειμένου, στο δεύτερο σα να μπαίνει σε πιο γνώριμά μας κατατόπια.Στα ανθρώπινα μέτρα του πιο καθημερινού ανθρώπου με την αιώνια αρραβωνιαστικιά ,τη σαλεμένη,τα σόγια της,τα κουτσομπολιά κλπ. Το φέρνει σε πιο οικείες/κατανοητές καταστάσεις.Ετσι μου φάνηκε.

    Μεσημέριασε, καλημέρα και χαίρετε σε όλους σας! 🙂

  22. Γιάννης Ιατρού said

    17: Theo
    …Το πιο στρωτό και σύνηθες θα ήταν Μάστρο-Ντανίλο…

  23. Γιάννης Ιατρού said

    19: Γιάννης Μαλλιαρός

    Εσύ παιδί μου. με τις ταξιδιωτικές σου ανησυχίες, εφαρμόζεις το διδάσκαλε, τί ποιήσας ανάμνησιν αἰώνιον κληρονομήσω; (Λουκ. ι΄ 25) 🙂

  24. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    11. Γς και πόμολα
    >>Σε μαγαζί ειδών κιγκαλερίας.
    Περίμενα μια ώρα να τελειώσουν, ακούγοντας τρελά πράγματα για πατέντες και παράλογες απαιτήσεις πελατών.
    Μου θυμίζει τα κουτσομπολιά εποχής ότι ο Σημίτης διέκοψε υπουργικό (;) συμβούλιο, για κάποιο υπερεπείγον τάχα θέμα -δε θυμάμαι,θα βρείτε στο νέτι το κουσκούσι- και λίγο αργότερα τον είδαν τυχαία να διαλέγει πόμολα με την κυρία Δάφνητου σ΄ένα μαγαζί. Έτσι λέγανε και μου το θύμισες με τα πόμολά σου τώρα 🙂

  25. dryhammer said

    21.
    » Όποιος είναι της τέχνης και τ’ αγαπά»

    Θέλει καί γνώση, θέλει καί καρδιά. Δε φτάνει τό ‘να μονάχο του.

  26. Γιάννης Ιατρού said

    21β: ΕΦΗ
    …Τέτοια φανταζόμουν περίπου τα μαγικά σχέδια…

    α, και που να δεις κάτι άλλοι τι εμπνεύσεις έχουν από κάτι τέτοια… Μόνο η φαντασία δεν λείπει εκεί στην Σιβηρία, με τις πράσινες πέτρες 🙂

  27. cronopiusa said

  28. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    18.>>περιέχει αρκετά στοιχεία για να εμπνεύσει άλλους καλλιτέχνες να της δώσουν μορφή,
    Μαγικός ρεαλισμός. Σαν του Μαρκές ώρες ώρες, με τη ζοφερή πολιτική πραγματικότητα παρούσα (αφέντες και δουλοπαροικοι) και την κοινωνική επίσης (κουτσομπόλικος επαρχιωτισμός ,μικροσυμφέροντα, συναλλακτικές πονηριές κλπ). Λογοτεχνία/μυθιστορίες,χορός και μουσική όπως βλέπουμε.Η ζωγραφική και γλυπτική, αυτονόητο!ΟΛΕΣ οι τέχνες λοιπόν. Φυσικά και θέατρο και σινεμά! Το σκηνικό, δραματουργικό και φυσικό, αυτών και των δυο προηγούμενων παραμυθιών το αναπαράσταινα μέσα μου με τον τρόπο που μου έμεινε από του Ταρκόφσκι τη θεϊκή κάμερα.

  29. Αγγελος said

    Θυμάμαι τον πατέρα μου να λέει κάποτε ότι οι Ρώσοι έχουν πολύ σπουδαίους συγγραφείς, που τους έχουν επισκιάσει οι παγκοσμίως κορυφαίοι (Ντοστογέφσκι κλπ.), με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν άγνωστοι εκτός Ρωσίας, ή τουλάχιστον πολύ λιγότερο γνωστοί απ’ όσο θα τους άξιζε. Πρέπει να είχε δίκιο — κι ας μην ήξερε ρωσικά…

  30. spiral architect 🇰🇵 said

    Άμα ο Κορινθιακός έχει μποφόρια, κάθεσαι στην ξαπλώστρα και διαβάζεις Σαραντάκο.
    Ευχαριστούμε αμφότερους. 🙂

  31. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ως λάτρης της ρωσικής λογοτεχνίας και του διηγήματος ευχαριστώ, Ranele και Νικοκύρη, για τη γνωριμία με το έργο ενός λογοτέχνη, του οποίου την ύπαρξη και το έργο αγνοούσα μέχρι την περασμένη Κυριακή. Να ‘στε καλά!

  32. Γς said

    24:

    >Γς και πόμολα

    Θυμάμαι κάποτε που διαμαρτυρήθηκα για τη συμπεριφορά κάτι μπάτσων σε ένα επεισόδιο με μαύρους στις ΗΠΑ.

    Με πλησίασαν και μου φόρεσαν το ένα βραχιολάκι από τις χειροπέδες και το άλλο στο πόμολο της πόρτας ενός σταματημένου φορτηγού.

    Όταν τελείωσε η παράσταση ήρθαν και με ξεκλείδωσαν.

  33. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    26. Πανέμορφα!
    Να πω μια μικρή προσωπική ιστορία, τί μου συνέβη από ένα άλλο, δικό μας,πέτρινο λουλούδι που χρειάστηκε μετά να το σχεδιάσω!
    Το λουλούδι ήταν αυτό το ανθέμιο/ακρωτήριο του Παρθενώνα

  34. Γιάννης Κουβάτσος said

    Είχε δίκιο ο Γιάννης Μαρής. Είναι σπουδαίοι οι Ρώσοι συγγραφείς και ποιητές και, ευτυχώς, τώρα πια κυκλοφορούν καλές μεταφράσεις τους στη γλώσσα μας.

  35. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    33 συνέχεια
    Στο Νέο Μουσείο Ακρόπολης σήμερα εκτίθεται γύψινη αποκατάσταση τους ενός από τα δύο ανθέμια που υπήρχαν συνολικά στο ναό….

  36. Γς said

    25:

    >Θέλει καί γνώση, θέλει καί καρδιά. Δε φτάνει τό ‘να μονάχο του.

    Ναι η γλύπτρια είχε κι απ τα δύο.

    Ενώ η ζωγράφος μου ήταν απλώς του πινέλου και των συναφή

  37. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    35 συνέχεια.
    Σε μια από τις πρώτες επισκέψεις μου στο μουσείο ,πήγαμε οικογενειακώς. Μόλις φτάσαμα στο τεράστιο Ανθέμιο ,ήτανε απόγευμα θυμάμαι και ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό και περίλαμπρο στο ηλιοβασίλεμμα που το έλουζε/φυσικός χρωματιστός προβολέας (αν σας προκύψει να είστε βραδάκι στο χώρο,δοκιμάστε να το δείτε έτσι), η πεθερά μου,85, έμεινε να το κοιτάζει σαν αποσβολωμένη. Το περιεργαζόταν γύρω γύρω με ζωηρό βλέμα, αχόρταγα πώς να πω. Στο τέλος καθισε πιο κει στο πεζούλι και το χάζευε ακόμη.

  38. Γς said

    Από τη Βίκι

    Ο Προκόφιεφ πέθανε σε ηλικία 61 ετών στις 5 Μαρτίου του 1953, την ίδια ημέρα με τον Στάλιν.

    Ζούσε δίπλα στην Κόκκινη Πλατεία και για τρεις ημέρες εξαιτίας του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί για να θρηνήσει τον Στάλιν, ήταν αδύνατο να μεταφερθεί η σωρός του στα γραφεία της Ένωσης Σοβιετικών Συνθετών για να γίνει η κηδεία, για την οποία χρησιμοποιήθηκαν χάρτινα λουλούδια και μία μαγνητοφωνημένη έκδοση για το πένθιμο εμβατήριο από το Ρωμαίος και Ιουλιέτα καθώς όλα τα λουλούδια και οι μουσικοί είχαν δεσμευθεί για την κηδεία του Στάλιν.

    Το κορυφαίο σοβιετικό μουσικό περιοδικό ανέφερε την είδηση του θανάτου του Προκόφιεφ με μία μικρή παράγραφο στη σελίδα 116. Οι προηγούμενες 115 είχαν αφιερωθεί στον θάνατο του Στάλιν.

  39. Γς said

    35:

    Το ανθέμιο της ΕΦΗΣ ΕΦΗΣ στο Μουσείο Ακρόπολης και κοίτα που΄μπλεκε η συγχωρεμέη η Ειρήνη

    στον Ταύρο του Μουσείου του Κεραμεικού

  40. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    37. Συνέχεια.
    Θα σου πω,μου λέει, μετά…
    Και το «΄ποτό» ήταν ότι με παρακαλούσε να βρώ τρόπο να της το κάνω μεγαλούτσικο σχέδιο στο χαρτί για να το κεντήσει μετά! Μπήκα στο πνεύμα της γιατί άξιζε! Φτιάχνει κεντήματα που «μιλάνε».
    Πράγματι εκτύπωσα φωτογραφία του ανθέμιου και μετά το περάσαμε με καρμπόν σε ύφασμα για ασπροκέντι. Το παίδεψε και για πλεκτό. Κάνει θαυμάσια εργόχειρα.Πρωτότυπα, πάντα τα φέρνει και τα προσαρμόζει σ΄ένα κατά δικό της νέο δημιούργημα.Ποτέ δεν τ΄αντιγράφει.Έργα τέχνης, της λέω (ειλικρινά) και χαίρεται.
    Το Ανθέμιο (όσο είδα κάποια φορά) μόνο ένα τι από το σύνολο του σχεδίου πάνω στο πανί αποτέλεσε.
    Τώρα τελευταία αρρώστησε η καημενούλα και τη στενοχωρεί πως της κόπηκε η όρεξη και δυσκολεύεται να πλέξει και να κεντήσει.

  41. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Επειδή βρίσκω πως ταιριάζει με το πνεύμα του νήματός μας, αντιγράφω:
    Το Φυτικό Ακρωτήριο του Παρθενώνα, όπως ονομάζεται διαφορετικά, εφόσον στόλιζε τον μεγαλοπρεπή ναό της Αθήνας είχε αντίστοιχα τεράστιο μέγεθος. Έφτανε τα τέσσερα μέτρα και κατασκευάστηκε μεταξύ 447 π.Χ – 432 π.Χ. Έμοιαζε με έναν σχηματοποιημένο ανθό. Συγκεκριμένα ο γλύπτης που το φιλοτέχνησε φαίνεται πως επηρεάστηκε από τη φύση που περιτριγύριζε το μνημείο….
    Άκανθος ήταν χαρακτηριστικό λουλούδι της Αθήνας, που ανθίζει στις πλαγιές του ιερού βράχου εδώ και χιλιάδες χρόνια….

    http://www.mixanitouxronou.gr/to-entiposiako-glipto-pou-kosmouse-tin-stegi-tou-parthenona-itan-ena-agriolouloudo-tis-akropolis-itan-empnefsmeno-apo-ta-filla-tou-tapinou-akanthou-ke-tou-finika-pou-itan-simvolo-ploutou-ena-mona/

  42. Γς said

    40:

    Με το @ του Ταύρου [Σχ. 39] μπορεί να γίνει τίποτα;

  43. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.
    Εὐχαριστοῦμε Νικοκύρη καὶ Ranele καὶ γιὰ τὰ σημερινά.
    Μιὰ φιλικὴ παρατήρηση, σχετικὴ μὲ τὸ ὕφος τῆς μετάφρασης. Σίγουρα ἡ ἁπλή, λαϊκὴ γλώσσα (ἐδῶ ἡ Θεσσαλικὴ ντοπιολαλιὰ) ταιριάζει στὴν παραμυθένια ἀτμόσφαιρα τῶν διηγημάτων. Ὅμως κάποιες, ἀκραῖα λαϊκὲς, ἐκφράσεις «ἠχοῦν» κάπως παράταιρες, ἰδιαίτερα ὅταν γειτονεύουν μὲ πιὸ λόγια σχήματα, ὅπως π.χ.

    » επειδής ήτανε υψηλής ποιότητας πέτρα »

    » διέταξε τον επιστάτη να του βρει τίποτες νεαρά μαστορούλια «.*

    *Τονίζω μὲ πλάγια τὶς «λόγιες» μορφές καὶ μὲ ἔντονα τὶς «λαϊκὲς».

    Νομίζω πὼς μιὰ καλὴ τακτικὴ θὰ ἦταν ν᾿ ἀποφεύγονται αὐτὲς οἱ, ἀκραῖα λαϊκὲς, ἐκφράσεις στὴν ἀφήγηση καὶ νὰ μπαίνουν στοὺς διαλόγους.
    Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν, πιστεύω, μποροῦν ν᾿ ἀποδοθοῦν τυχὸν λόγιες ἐκφράσεις ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ συγγραφέας στὴν ἀφήγησή του, χωρὶς νὰ χάνεται ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ παραμυθιοῦ.

  44. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Ο Προκόφιεφ συνεργάστηκε με τον Αϊζενστάιν στην ταινία «Αλεξάντρ Νιέφσκι» 1938, συνθέτοντας για αυτή μέρος της πιο εφευρετικής και δραματικής μουσική του

    .

  45. cronopiusa said

  46. Γιάννης Ιατρού said

    39: Γς, προβακάρεις για σχόλιο…, αλλά έλα ντε που σέβομαι την συχωρεμένη!

  47. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Εκατό χρόνια από τη γέννηση του Προκόφιεφ

    44
    http://p2c.xplace.de/mediastreaming/53808e841323f0c87007a318e87f570ccbe4413c770e24ae37f33a56147d5df9f72a4703ba78a2f7c7ee8eaf2be51018?skey=-get-ws-
    Ο σκηνοθέτης ζήτησε από το διάσημο συνθέτη Σεργκέι Προκόφιεφ να γράψει πρώτα τη μουσική και στη συνέχεια δούλεψε πάνω στα πλάνα και το ρυθμό της ταινίας ως να είχε να κάνει με μια φιλμο-μουσική παρτιτούρα. Το αποτέλεσμα είναι μια υποβλητική οπτικο-ακουστική σύνθεση, όπου η μουσική δεν υπερκαλύπτει το θέαμα, αλλά λειτουργεί αντιστικτικά απέναντί του.
    Ο Προκόφιεφ αναπροσάρμοσε το μουσικό υλικό της ταινίας δημιουργώντας την ομώνυμη καντάτα, η οποία έχει εκτελεστεί και ηχογραφηθεί εκτεταμένα.Εδώ:Prokofiev. Alexander Nevski. Podles. Barcelona Symphony Orchestra (OBC)

  48. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    Ρώσικα γραμματόσημα για τα 125α γενέθλια του Πάβελ Μπαζόφ,το 2004,για τρία από τα Παραμύθια των Ουραλίων.
    Τα δυο πρώτα είν΄απ΄αυτά που διαβάσαμε εδώ χάρη στη Ράνελε και το Νικοκύρη:
    The stamp No 912, 2.00 Rubles. The Stone Flower: Danilo-the-Master and Mistress of the Cooper Mountain.
    The stamp No 913, 4.00 Rubles. The Malachite Casket: Mistress of the Cooper Mountain and Tanyushka.
    The stamp No 914, 6.00 Rubles. Golden Hair: the hunter Ailyp and his ladylove Golden Hair.

  49. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    48.Μα γιατί δεν αντιγράφτηκαν τα ωραία γραμματόσημα;Δοκιμάζω μια ακόμη, αυτό για το Πέτρινο λουλούδι

  50. Γιάννης Ιατρού said

    45: (τέλος, (Trump, Charlottesville)) cronopiusa
    H Ivanka προσπάθησε να τα μπαλώσει, μπας και θολώσει λίγο την εικόνα του πατέρα της ….

  51. Γς said

    46:

    Σ ευχαριστώ Γιάννη και συμπάθα με.

    Της άρεσε η φωτό και θα της άρεσε και το [ο θεός να το κάνει] χωρατό.

    Πρόλαβε τα τελευταία της γενέθλια, πέρυσι της Παναγίας.

    Ορφανή, που δεν είχε γνωρίσει τη μάνα της διάλεξε αυτήν για μάνα και μέρα γέννησής της τον 15αύγουστο μιας και πουθενά δεν ήταν γραμμένο πότε γεννήθηκε.

    «Και πόσο ήθελα να υπήρχε μια φωτογραφία αυτής που ποτέ δεν γνώρισα, για να της πω το πόνο μου.

    Δεν την γνώρισα την μητέρα μου. Πέθανε όταν ήμουν μερικών μηνών.
    Θυμάμαι, που όταν άρχισα να καταλαβαίνω, άκουσα να λένε ότι είμαι ορφανή. Τι σήμαινε ορφανή; Σήμαινε ότι η μητέρα μου είχε πεθάνει. Είχε πάει στον ουρανό και κάποια μέρα θα αναστηθεί. Δηλαδή κάποια στιγμή στο μέλλον θα ζωντανέψει!

    Αυτό το μέλλον στο παιδικό μου μυαλό ήταν τόσο κοντινό, που την περίμενα να τη δω να έρθει και να με αγκαλιάσει. Να με σφίξει δυνατά στην αγκαλιά της και να μη φύγει ποτέ από κοντά μου, να μη με αφήσει. Πόσο μου έλειψε και πόσο μου λείπει, ακόμα και τώρα. Ο μεγάλος μου καημός.»

    http://miremben.blogspot.gr/2016/06/blog-post_5.html

  52. Γιάννης Ιατρού said

    51: Όσοι την είχαμε γνωρίσει την είχαμε στην καρδιά μας Γιάννη. Ε, αναμενόμενο είναι να την αναπολείς, ειδικά τέτοιες μέρες! Σίγουρα θα χαιρόταν, αν σ΄έβλεπε να προσέχεις και λίγο τον εαυτό σου…, φιλικά πάντα 🙂

  53. Κανείς, ούτε σήμερα; Θα αναγκαστώ να ξαναβάλω την ταινία, λοιπόν:

    https://www.dailymotion.com/video/x26jsjz (μέρος α΄)
    https://www.dailymotion.com/video/x26jvpy (μέρος β΄)

  54. Γιάννης Ιατρού said

    53: Όλοι αυτή βλέπουμε ρε Δύτα, δε βλέπεις, μόνο 53 σχόλια… 🙂
    (ΥΓ: καλά έκανες και την ξαναθύμισες … 🙂 🙂 )

  55. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    53. Καλά λες Δύτη.Πού μυαλό, λίγο είναι και η κάψα τ΄ανελίγωσε (αραίωσε) περισσότερο ! 🙂
    Θαμπίζει όμως αρκετά,ιδίως σε πλήρη οθόνη (μόνο στο δικό μου λαπτοπ;) και χάνονται λιγάκι τα τόσο ωραία της χρώματα και οι λεπτομπέρειες στα εξαίσια κοστούμια, στις στοές των πετραδιών κλπ.
    Βρίσκω ότι παίχτηκε πρώτη φορά στην Αθήνα στον Έσπερο από
    9 έως 20 Δεκεμβρίου του 1946 κι έκοψε 56.092 εισιτήρια.Η ελληνική ταινία «Παπούτσι από τον τόπο σου» την ίδια περίοδο έκοψε 61.620 εισ.
    http://elocus.lib.uoc.gr/dlib/9/e/f/attached-metadata-dlib-2003mostratos/2003mostratos.pdf

  56. cronopiusa said

  57. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    50/45τέλος

  58. Γιάννης Ιατρού said

    55: ΕΦΗ
    εδώ https://www.youtube.com/watch?v=k6QNtZRtsjM τα χρώματα είναι καλύτερα, με αγγλικούς υπότιτλους (επιλογή)

  59. Γιάννης Ιατρού said

    57: Ε, τότε ας βάλουμε κι αυτό του γερουσιαστή

  60. ΕΦΗ-ΕΦΗ said

    56. Με τα εξαιρετικά κινούμενα σχέδιά τους οι σοβιετικοί «απαντούν» ίσως (επί του προκειμένου) στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Ντίσνεϊ που αν δεν κάνω λάθος, καπου τότε βγήκε.

    58. Θαυμάσια! Ευχαριστώ!

  61. Εξαιρετικά διηγήματα. Δεν έχω λόγια. Συγχαρητήρια στην μεταφράστια -και στον Νικοκύρη, στο βαθμό που συνέβαλε κι αυτός.

    Ήθελα απλώς να ρωτήσω κάτι. Υπήρχαν περιπτώσεις, όπως αυτή: «να αποσώσει την σκέψη της», όπου δεν τηρήθηκε ο ευφωνικός κανόνας στο «τη(ν)». Υπάρχει κάποιος λόγος γι’ αυτό;

  62. Γιάννης Ιατρού said

    61: Ενδιαφέρουσα διαπίστωση. Το κάνω κι εγώ συχνά. Ίσως γράφοντας το «την» έχει πέσει ήδη το ν(ι) και μετά όταν έρχεται το σ(ίγμα) είν’ αργά…
    Έχει όμως συγχρόνως και τις δύο μορφές, π.χ. εδώ, στο τέλος που γράφει: «… απ΄ την στράτα τη σωστή..»

  63. Γιάννης Ιατρού said

    55: ΕΦΗ
    …Πού μυαλό, λίγο είναι και η κάψα τ΄ανελίγωσε (αραίωσε) περισσότερο !…

    Άσε Έφη, σήμερα στην Ελλάδα ήμαστε 76% καύσωνας και 24% ΦΠΑ

  64. cronopiusa said

  65. ranele said

    Φίλοι, ευχαριστώ για τις πολύτιμες παρατηρήσεις σας!
    Σόρρυ που δεν εμφανίστηκα νωρίτερα. Η κόρη μου έπαθε αμυγδαλίτιδα και τρέχαμε κυριακάτικα σε γιατρούς και φαρμακεία.
    Δυο πραγματάκια που μου ήρθαν διαβάζοντας τα σχόλια σας:
    43
    Ο αφηγητής και ο συγγραφέας στην προκειμένη περίπτωση δεν ταυτίζονται. Μάλιστα σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του Μπαζόφ υπήρχε ένας λαϊκός αφηγητής, πρώην εργάτης του εργοστασίου της Πολεβά ονόματι Χμελίνιν που αποτέλεσε πρότυπο για τον αφηγητή του Μπαζόφ. Οπότε η ανάμειξη λαϊκών και λόγιων στοιχείων μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί με το γεγονός ότι ο λαϊκός αυτός αφηγητής εκτός των άλλων ήταν και προσεκτικός ακροατής, γι΄αυτό που και που πετούσε κάποιες παγιωμένες λόγιες φράσεις που άκουγε από τη διοίκηση του εργοστασίου… Καμιά φορά αυτές οι πρωτόγνωρες για τον απλό κοσμάκη λέξεις ή εκφράσεις μπορεί να έφταναν στον τελικό αποδέκτη-ακροατή παραφθαρμένες. Έτσι ας πούμε θα μπορούσε ένας λαϊκός τύπος να πει «μπουζουτιέρα» αντί του «μπιζουτιέρα», όπως εξάλλου το είχε πει και ο αξέχαστος Ηλίας του 16ου.
    61-62
    Όσο για το «ν» ευφωνικό, γενικά έχω την τάση να το βάζω παντού λόγω ανασφάλειας. Στη συνέχεια χτενίζω το κείμενο για να το αφαιρέσω. Προφανώς μου ξέφυγαν τα παραδείγματα του αναφέρθηκαν. Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα…
    17
    Αυτό με το Ντανίλο –μάστορα και το Μαστρο-Ντανίλο με παίδεψε κι εμένα, αλλά σταμάτησα στο πρώτο, μου φάνηκε πιο εύηχο. Ίσως το δεύτερο δένει περισσότερο με τα δισύλλαβα ονόματα: Μαστρο-Κώστα, Μαστρο-Γιωργή…

  66. sarant said

    Eυχαριστω για τα νεότερα! Να με συμπαθατε που έλειπα όλη μερα, αλλα΄πήγαμε και στο Σεν Μαλό.

  67. Γιάννης Ιατρού said

    65: Εύχομαι γρήγορη ανάρρωση για την κορούλα σας κι ευχαριστούμε για τις απαντήσεις στα ερωτήματα/σχόλια

  68. Γιάννης Ιατρού said

    66: Νίκο, να προσέχεις τα στρείδια εκεί …. με ρέγουλα 🙂

  69. Theo said

    @65: Ευχαριστώ για την απάντηση. Αλλά δεν έχω δει πουθενά το μάστορα να έπεται του ονοματός του. Και με τα τρισύλλαβα ονόματα, όπως μαστρο-Βασίλη και μαστρ-Αντώνη, κλπ. είναι ευηχότατο.

  70. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    63, Ωχ, διπλές φωτιές και τρίδιπλες.Καήκαμε, λιώσαμε.Λιβακώθκαμε λέμε.Μια πατρινιά μ΄είπε ,λιβωθήκαμε. Εμείς λιγωθήκαμε λέμε.
    65.Ράνελε, περαστικά της μικρής.Είχα παράδοση με αμυγδαλίτιδες,ακριβώς το 15αύγουστο! Να καίει η πέτρα κι εγώ με πυρετούς,ωσπου όταν παράγινε και τις έβγαλα κάπου, μετά τα τριάντα 😦 .
    Για τη γλώσσα, με τις εμβόλιμες στην αφήγηση χωρικού, «επίσημες» λέξεις κι εκφράσεις, σ΄εμένα κύλησαν χωρίς σκόνταμα. Μετά την επισήμανση, τα ξαναδιάβασα και παράξενο, σκέφτηκα ακριβώς ότι ο αφηγητής μπορεί (ταιριάζει /σηκώνει δηλαδή) να μην είναι ένας.
    66.Νικοκύρη,στη θέση σου, όλοι θα πηγαίναμε ΚΑΙ στο Σαν Μαλό! Φρόντισε κι ο Γ.Μαλλιαρός (σχ.20) να μας πέσουν τα σάλια 🙂 . Καλη συνέχεια λοιπόν! -να και μια φορά που ταιριάζει αυτή η ευχή!

  71. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι,

    Δεν θα έβγαινα απόψε, αλλά μοί προυκάλεσεν αλγεινήν εντύπωσιν το ασύστολον «λείχειν» («γλείψιμο» εις τα ρωμέικα) του αναγνώστου Ιατρού (σχ. 67) προς την μεταφράστριαν κ. Ranele (σχ.65). Ο πολύς κ. Ιατρού («μαγκιά, κλαν@@… και κ@@@ς.. φινιστρίνι», που λέτε εσείς κάτω εις το Ρωμέικον), ενώ την περασμένην Κυριακήν μάς προσέφερε την εξαισίαν αγγλικήν μετάφρασιν των Ουραλικών Ιστοριών του Μπαζόφ (εις djvu ο τεμπελχανάς, αγνοών ότι το 99% των χριστιανομπολσεβίκων αναγνωστών δεν διαθέτει το σχετικόν πρόγραμμα), υμνεί την μεταφραστικήν προσπάθειαν της κ. Ranele, ενώ άριστα γνωρίζει ότι πρόκειται διά μεταφραστικήν τραγωδίαν.

    Θα αναρτήσω μόνον την αρχήν του πρώτου σημερινού διηγήματος του Μπαζόφ, διά να αντιληφθή και ο τελευταίος κάτοχος του Lower του λόγου το αληθές. Εις την συνέχειαν των διηγημάτων, τα μεταφραστικά «εγκλήματα» διαδέχονται το έν το άλλον, με παραλείψεις λέξεων, αλλαγήν του ύφους του συγγραφέως κλπ.

    Η μόνη δικαιολογία που δύναται να υπάρχει, είναι η εξής: Να έχη μεταφράσει η κ. Ranele κατευθείαν από το Ρωσσο-Ουραλικόν πρωτότυπον, οπότε πταίει η Αγγλίς μεταφράστρια Eve Manning. Επί δύο, όμως, συνεχείς Κυριακάς, (καίτοι – εις το σχόλιόν μου της παρελθούσης Κυριακής –
    την ικέτευσα να μάς απαντήση ) τόσον ο κ. Σαραντάκος, όσον και η κ. Ranele ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ να μάς αποκαλύψουν από ποίαν γλώσσαν είναι η μετάφρασις!!.. Και επί μίαν εβδομάδα, ΟΥΔΕΙΣ αναγνώστης διαμαρτύρεται δι’ αυτήν την θεμελιώδη παράλειψιν…

    Αυτό είναι το Ρωμέικον…

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

    ΥΓ: Είναι δυνατόν ο bailiff (= δικαστικός επιμελητής) να γίνεται εις τα ρωμέικα «επιστάτης» και ο Master (= Κύριος) να γίνεται εις τα ρωμέικα «εργοστασιάρχης»; Διά τον φόβον της πορτοκαλιά κάρτας, ΔΕΝ σχολιάζω τας προσθέσεις λέξεων, τας αλλοιώσεις λέξεων και – βεβαίως – το ανυπόφορον διά τον σύγχρονον αναγνώστην «καζαντζακικόν» ύφος και λεξιλόγιον

  72. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Στη γαλλική βίκι είδα ότι το 1947 που πρωτοεκδόθηκε εκεί Το Πέτρινο Λουλούδι,είχαν περιληφθεί 19 ιστορίες των Ουραλίων, το ΄91 ξαναεκδόθηκε με μόνο τρεις.
    Να πούμε κι ότι η ομώνυμη Σοβιετική ταινία που είδαμε νωρίτερα χάρη στην υπενθύμιση του Δύτη,πήρε βραβείο στο Φεστιβάλ των Καννών το 1946.
    Από τη νύστα μάλλον,έκανα διάφορες πατατίτσες στο σχ.70. Ένα περισσευούμενο και, ένα κόμμα ξεκάρφωτο κλπ. Συμπαθάτε με. Καληνύχτα!

  73. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    S. Prokofiev: Cantata for the 20th Anniversary of October Revolution, Op. 74 (1937)

  74. Γιάννης Ιατρού said

    71: Ρε μπαγάσα, διαβάζεις τι έγραψες πριν μια βδομάδα και τι γράφεις σήμερα;

  75. Γιάννης Ιατρού said

    71: Άσε που είσαι και μεγάλος ψευταράς, δικαιώνοντας πάλι όλους που σε αποκαλούν πανελληνίως ψευτο-Θόδωρα (ή -Θοδώρα, όπως προτιμάς…)!

    https://sarantakos.wordpress.com/2017/08/06/bazhov/#comment-448296

  76. http://djvu2pdf.com/

  77. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα…

  78. Γς said

    60:

    Alice in Wonderland World.

    Αργότερα.

    Και το αχετο του 1967 «What a Wonderful World» του Louis Armstrong για μια άλλη παραγωγή της Disney.

  79. Γς said

    77:

    Η Δάφνη. Αλλά κι ο Δάφνις του Λόγγου

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%AC%CF%86%CE%BD%CE%B9%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%A7%CE%BB%CF%8C%CE%B7

    και του Ορέστη Λάσκου

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%AC%CF%86%CE%BD%CE%B9%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%A7%CE%BB%CF%8C%CE%B7_(%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B1)

    Είναι και κάτι άσχετες Μικρές Αφροδίτες του Κάκτου, ουπς του Κούνδουρου

    http://caktos.blogspot.gr/2013/02/blog-post_17.html

  80. Γς said

    79:

    Η Δάφνη και ο Δάφνις

    Τοποθετούσαμε ανά δύο σε κάθε δίκλινο δωμάτιο (για λόγους οικονομίας) μεταπτυχιακούς φοιτητές σ ένα «Καλοκαιρινό Σχολείο».

    Ετσι δύο Ιάπωνες τους είχαμε τοποθετήσει τον μεν Μασάκο με έναν Ιταλό και την Τσατσίγια με μια Αμερικάνα.

    Μέχρι που αφίχθησαν:

    Ο Τσατσίγια και Η Μασάκο.

  81. gpoint said

    Και στο πόλο… ερχόμαστε !!

  82. Γιάννης Ιατρού said

    Έλα ρε Τζί, τώρα που πήρε το «Ε» ο Σαββίδης θα κάνει ρεπόρτερ του ΠΑΟΚ τον Φουρθιώτη να λέει
    «Θλάση ο Μακ, κάτι που δε θα συνέβαινε αν έπινε Υαλουρόν, μόνο με 39,99€» 🙂 🙂

  83. ranele said

    Επανέρχομαι λοιπόν. Όσο για τη γλώσσα του πρωτοτύπου της μετάφρασης πρόκειται για τα Ρωσικά με πολλούς ιδιωματισμούς από την περιοχή των Ουραλίων. Κάνοντας τη μετάφρασή μου βασίστηκα σε γλωσσάρια που συνήθως συνοδεύουν τις εκδόσεις του Μπαζόφ, επιπλέον έκανα μια μικρή λαογραφική έρευνα και μελέτησα το αυτοβιογραφικό χρονογράφημα του Μπαζόφ όπου περιγράφει λεπτομερώς την επαφή του με όλον αυτόν τον κόσμο της προφορικής παράδοσης.
    Όσον αφορά τις συγκεκριμένες παρατηρήσεις:
    1. «Λιθοξόοι από το εργοστάσιο μαρμάρου» –Κοντά στην περιοχή Πολεβά στον οικισμό Μράμορσκ υπήρχε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας μαρμάρου. (στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται ένας τύπος επιθέτου που δηλώνει την καταγωγή /προέλευση των μαστόρων (δεδομένου ότι υπήρχε μια άμιλλα ανάμεσα στα εργοστάσια των Ουραλίων), δηλ. αυτοί από το Μράμορσκ ή από το εργοστάσιο του Μράμορσκ. Δηλ. όσοι δούλευαν στο εργοστάσιο της Πολεβά ήταν Πολεβσκίι ενώ στο εργοστάσιο του Μράμορσκ –Μράμορσκιι.
    2. Όσον αφορά τη δεύτερη επισήμανση ούτε η δική μου εκδοχή, αλλά ούτε και η αγγλική είναι απολύτως επιτυχημένες. Είναι λίγο δυσνόητο το σημείο. Τώρα που το ξαναβλέπω ίσως να εννοεί πως η ίδια η πέτρα τους υποδείκνυε το σχέδιο ή το αντικείμενο που έπρεπε να κατασκευαστεί («του βοηθούσε» είναι η κατά λέξη μετάφραση) –θεώρησα ότι είναι η φαντασία εκείνο το εργαλείο που τους βοηθούσε.
    3. Προτίμησα το εργοστασιάρχης έναντι του κυρίου (ρως. «μπάριν»-που παραπέμπει περισσότερο σε αγροτικές περιοχές) επειδή προσδιορίζει επακριβώς την ιδιαιτερότητα της περιοχής όπου οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων στα χρόνια της δουλοπαροικίας είχαν στην κατοχή τους τις εκτάσεις γης με το εργοστάσιο και τα πέριξ, όπως επίσης και τα μέσα παραγωγής με τους εργάτες –δουλοπάροικους.
    4. Προσπερνώ 2-3 επισημάνσεις και έρχομαι στον επιστάτη. Στο πρωτότυπο είναι η λέξη «πρικάζτσικ» από την «πρικάζ»-εντολή, δηλ, ο άνθρωπος που εκτελεί εντολές. Στην ιεραρχία του εργοστασίου είναι αυτός που μεσολαβεί ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και τον εργάτη και επιβλέπει στη σωστή λειτουργία του εργοστασίου /των εργαστηρίων του εργοστασίου. Ας μην μπλέκουμε με τα δικαστήρια εδώ πέρα, άλλωστε ο μόνος νόμος ήταν η βουλή του αφέντη.
    5. Ευχαριστώ πάντως για την αφορμή που μου δόθηκε να ξανακοιτάξω το πρωτότυπο και να διαπιστώσω για ακόμη μια φορά ότι τίποτα δεν είναι τελειωμένο και τέλειο.

  84. spiral architect 🇰🇵 said

    @74: Χριστιανομπολσεβίκε Ιατρού κλπ συνδαιτυμόνες από εδώ μπορείτε να καταβιβάσετε το ανοικτού κώδικος ελεύθερον γραφείον δια όλας τας πλατφόρμας λειτουργικού. Ούτον ανοίγει και αναγιγνώσκει όλες τις μορφάς εγγράφων ανεξαρτήτως πως έχουν δημιουργηθεί, περισωθεί και διασωθεί.
    Πείτε ένα μεγαλοπρεπές ΟΧΙ εις την δυναστείαν των ντιζιβού!

  85. sarant said

    Καλημέρα από εδώ

    83 Με την ευκαιρία, να ευχαριστήσω τη Ranele και να της συστήσω να μη δίνει σημασία στις μομφές. Ο bailiff δεν είναι μόνο ο δικαστικός κλητήρας, κι ας ειναι αυτη η βασική του σημασία σήμερα.

  86. Γιάννης Κουβάτσος said

    Μη δίνεις σημασία στον άσχετο προβοκάτορα, Ranele. Περαστικά στην κόρη και μακάρι να έχεις κι άλλες τέτοιες μεταφράσεις να μας προσφέρεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: