Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

829 Αποθήκη Καυσίμων, ένα φανταρίστικο διήγημα

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2017


Σήμερα είπα να βλογήσω τα γένια μου και να βάλω ένα δικό μου διήγημα, κάτι που δεν κάνω συχνά, αφού σε 8 χρόνια ιστολογικής δραστηριότητας ζήτημα είναι αν έχω ανεβάσει πέντε διηγήματά μου.

Το διήγημα που διάλεξα λέγεται «829 Αποθήκη Καυσίμων» και παρόλο που περιγράφει μία πλήρη στρατιωτική θητεία (από τις παλιές, που κρατούσαν δύο χρόνια) δεν είναι βιωματικό: δεν υπηρέτησα σε Αποθήκη Καυσίμων έξω από την Κοζάνη αλλά σε Λόχο Μεταφορών σε εντελώς άλλο σημείο. Το διήγημα περιλαμβάνεται στη συλλογή (φανταρίστικων) διηγημάτων «Μετά την αποψίλωση» (Σύγχρονη Εποχή, 1987, 2η έκδοση 1989).

Τώρα που ξανακοιτάζω το διήγημα βλέπω ότι ίσως είναι φλύαρο -αλλά και η θητεία εχει αλλάξει, ιδίως έχει συντομευθεί πολύ, χώρια την επανάσταση στην επικοινωνία με κινητά και διαδίκτυο. Επίσης, μετά το 1990 η Δυτική Μακεδονία-Ήπειρος δεν είναι εντελώς αδιάφορη στρατιωτικά όπως ήταν στη δεκαετία του 80.

Θυμίζω ότι στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει τα εξής διηγήματά μου:

Το φάντασμα στα πορτοκάλια

Οι τρεις κι εμείς

Γκάλοπ

Το Νοέμβρη, λοιπόν

ενώ κάποια από αυτά και ένα-δυο ακόμα υπάρχουν και στον παλιό μου ιστότοπο.

829 ΑΠΟΘΗΚΗ ΚΑΥΣΙΜΩΝ

 

«Ήρθανε ρε! Ήρθανε!»
«Πάλι;»
«Τώρα ήρθανε στ’ αλήθεια! Μου το ’πε ο ταχυδρόμος απ’ το επιτελικό!»
«Και προχτές, αυτός σου το ’χε πει»
«Το ’πε ρε κι ο Χριστόπουλος που ’χει θείο στο ΓΕΣ»
«Άμα το ’πε κι ο Χριστόπουλος, μπορεί»

Ο λόγος για τις μεταθέσεις μας· είχαμε πήξει πια στο κέ­ντρο να τις περιμένουμε να ’ρθούνε. Κάθε μέρα έβγαινε η φήμη πως είχε φτάσει απ’ την Αθήνα το χαρτί και κάθε μέρα έβγαινε άκυρον. Κι αυτή η αγωνία, να ξέρεις, είν’ απ’ όλες η χειρότερη: έβλεπες παιδιά τζιμάνια, δυνατά, που Χάρο ή λο­χαγό δε φοβούνταν, να τους έχουν σπάσει απ’ την αναμονή τα νεύρα και όλο αυτό να συζητάνε κι άλλο τίποτα. Και η χειρότερη κατάρα ήτανε κάτι «έγκυρες πηγές»· ο ένας είχε μέσον υπάλληλο στο ΓΕΣ, ο άλλος ταξίαρχο στη στρατολο­γία, ο τρίτος βουλευτή κι ο τέταρτος φαντάρο γραφέα —το πιο σίγουρο δηλαδή. Καταπώς τα λέγανε, όλοι τους Σαλονί­κη και στα πέριξ θα πήγαιναν, «αν και, απ’ ότι έμαθα σειρά, οι πολλές οι θέσεις είναι για Έβρο και νησιά», σα να σου ’λεγε «θα πήξεις, έρμε».

Πάντως, τώρα είχαν έρθει. Πήγε ο Στέλιος η γάτα στο 1ο Γραφείο, διέρρευσε το χαρτί μια μέρα πρωτύτερα, κι άρχισε ο κλαυθμός κι ο οδυρμός. Εγώ, αργά το πήρα χαμπάρι. Πάω τελευταίος στην ουρά των ολοφυρομένων, σπρώχνομαι, φτάνω στο χαρτί, κοιτάω, πλάι στ’ όνομά μου έγραφε «829 Α.Κ.». Οι μεταθέσεις, τώρα, γράφουν μεν τη μονάδα που σε στέλνουν, τον τόπο όμως όπου είναι η μονάδα δεν το γρά­φουν —το μαθαίνεις απ’ το φύλλο πορείας αυτό. Ρωτάω δω, ρωτάω κει, κανείς δεν ήξερε, άσε που με βρίσανε και κανα- δύο που θάρρεψαν πως παίζω με τον πόνο τους που παγαίναν Γκατζολία. Έμαθα πάντως πως τ’ αρχικά σημαίναν Αποθή­κη Καυσίμων. «Πήγαινε στο σιτιστή», με συμβούλεψε ένας πιο ήρεμος.

Είχαμε τώρα ένα σιτιστή παλιό, ο οποίος φημιζόταν ότι ήξερε τα πάντα· θες επειδή είχε πάρε-δώσε με πολλές μονά­δες, θες που ήταν από φυσικού του κουτσομπόλης, ο γερο- Θαλής (λόγω τιμής, Θαλή τον λέγανε το σιτιστή) ήτανε σω­στός κομπιούτερ: ήξερε όλες τις μονάδες, μέχρι και τις πιο κρυφές, πού είναι η καθεμιά, ποια είναι καλή και ποια βρω­μάει, πόσες σκοπιές έχει, τι καπνό φουμάρει ο διοικητής κι αν δίνει οδοιπορικά στις άδειες, τα πάντα σου λέω. «Ρε σεις», καμάρωνε καμιά φορά, «ένα κατοστάρικο την πληρο­φορία να ’παιρνα, θα ’χα τώρα Μερσεντές.» Μια και δυο λοιπόν, πάω στο Θαλή.

«Έξω απ’ την Κοζάνη είναι, νέος. Εκεί πας; Αφάσια μο­νάδα, τυχερέ. Διοικητής σωστός, φαντάροι λίγοι, μια σκο­πιά έχουνε, εσύ λοχίας, κάθε μέρα έξοδο θα έχεις.» Τότε κοντοστάθηκε, με ξανακοίταξε, με είδε που ’μαι μεγάλος στα χρόνια και με γυαλιά, και: «Ρε συ, μπας κι είσαι τίποτα χημι­κός;»

«Ναι»
«Κι Αθηναίος;»
«Ναι»
«Αμ τότε, σειρούλα, δεν είναι και τόσο καλά τα πράμα­τα. Μάλλον την πάτησες»
«Γιατί ρε;»
«Γιατί θα πάρεις απόσπαση για το κλιμάκιο στο Αντλιο­στάσιο, να γιατί»
«Ε και;»
«Ε και, όποιος λοχίας χημικός πάει εκεί, από κει απο­λύεται. Δε λέω, εκεί δεν είναι μονάδα, βιλίτσα είναι· μες τα πλατάνια και τα κρύα τα νερά, σανατόριο σκέτο· αλλά μετά­θεση μια φορά, δεν παίρνεις»
«Και πού τα ξέρεις όλ’ αυτά ρε Θαλή;»
«Πρώτον, ο παλιός τα ξέρει όλα. Δεύτερον, αυτός που είναι τώρα εκεί, που θα πας να τον αλλάξεις, σειρά μου είναι. Αυτός, μέχρι και υπουργό έβαλε μπας και φύγει και ακόμα εκεί είναι». Ύστερα, σα για να με παρηγορήσει: «Τα παρα­λέω, σειρούλα. Υφυπουργό έβαλε».

Με είδε που ’χα συννεφιάσει. «Μη σκας ρε. Κάθε μήνα παίρνουνε πέντε μέρες άγραφη· έχει και τα καλά της η ερη­μιά».

Την καρδιά περιβόλι μιας είχε κάνει ο επαΐων. Με σφιγ­μένο το στομάχι γύρισα στο θάλαμο, όπου βεβαίως ξετυλί­γονταν σκηνές θεσπέσιες: άλλοι ακόμα να ρωτάνε αν «το 97 ΤΥΠ» είναι στην Καβάλα ή στην Καστοριά —διαφορά τε­ράστια—, κάτι λίγοι να κοκορεύονται «Δε σας τα ’λεγα εγώ;» άλλοι να βρίζουνε το «θείο» που τους πούλησε κι αντί για Τρίτο Σώμα Σαλονίκη τους έστειλε βορείως της Ορεστιάδος, κι οι πιο ψύχραιμοι να το ’χουνε φιλοσοφήσει και ν’ αλλάζουνε διευθύνσεις και τηλέφωνα και «μη χαθούμε, ε;» Με όλ’ αυτά ηρέμησα κι εγώ, και «κάθε εμπόδιο για καλό» σκεπτόμενος είπα πως αν μη τι άλλο θα το ρίξω στη μελέτη μες τις ερημιές, κι έκανα στο μυαλό μου τον κατάλογο των κλασικών έργων —από τρίτομα και πάνω, εννοείται— που θα διάβαζα. Άσε που, έλεγα, μπορεί και να ’χουνε τα πράμα­τα αλλάξει στο ανάμεσα και ο γερο-Θαλής να μην το έχει μάθει· πού ξέρει κανείς;

Μα κάνουν λάθη οι κομπιούτορες; Δεν κάνουν. Όπως μου τα ‘πε, έτσι και τα βρήκα. Σαν έφτασα εκεί, ο διοικητής, συνταγματάρχης, με πήρε στο γραφείο του, μου είπε κάτι εθνικοπατριωτικά για να μου δείξει τις ευθύνες που θ’ ανα­λάμβανα στο Αντλιοστάσιο ως λοχίας και ως επιστήμων και ως Έλλην γενικότερα, μου το βεβαίωσε πως όντως από κει θ’ απολυόμουν, μου έταξε εμμέσως πλην σαφώς την άγραφη την άδεια πέντε μέρες κάθε μήνα και αυθημερόν με έστειλε στο κλιμάκιο, εικοσιεφτά χιλιόμετρα απόσταση.

Το Αντλιοστάσιο, μια φορά, μονάδα δεν ήταν δυο πέ­τρινα χτίσματα, ένα για θάλαμο και ένα για γραφεία, δυο τολ για αποθήκες και πιο πέρα το καθαυτό αντλιοστάσιο, όλα κρυμμένα μες τα δέντρα. Για διοικητής κειπάνω ήταν ένας δόκιμος, ένας Πεφάνης· αυτός ήταν απ’ τη Λαμία, δεκαεννιά χρονώ, κι είχε σαλτάρει μες την ερημιά, μικρό παιδί κιόλας. Κάθε τρεις και λίγο, σαν τον έπιανε τ’ αλλιώτικο, έπαιρνε άδεια από τη σημαία και την κοπανούσε για το σπίτι του και ευτυχώς που τονε κάλυβε ο συνταγματάρχης γιατί αλλιώς θα ’χε περάσει ίσαμε τρία στρατοδικεία. Τον άλλο τον καιρό ή κοιμόταν στο χωριό που είχε πιάσει σπίτι, δυο χιλιόμετρα απόσταση, ή έγραφε γράμματα στην αρραβωνιάρα, πάκους χαρτιά μιλάμε· για όλα τ’ άλλα ήτανε ανύπαρκτος. Ο προκάτοχός μου, ο φίλος του Θαλή, πήδηξε από τη χαρά του μόλις μ’ είδε μου ’δείξε τη δουλειά μου, να κανονίζω τις πα­ροχές κάθε πρωί εννιά η ώρα ύστερα από τηλεφώνημα με τη Διοίκηση του Αγωγού στη Λάρισα, παιχνίδι δηλαδή μα έπρεπε να κάνεις τρεις διαιρέσεις και μια μετατροπή Βάρους σε όγκο και ως εκ τούτου απαιτούσε χημικό και μάλιστα να μένει όλη τη θητεία του εκεί, να πάρει πείρα. Την άλλη μέρα έφυγε μ’ άδεια απολύσεως ο παλιός· απ’ τη χαρά του μ’ άφη­σε τρανζιστοράκι, μικρό καλοριφέρ ηλεκτρικό, γκαζάκι για καφέ, ένα χαρτόκουτο με βιπεράκια και με τσόντες, μ’ άφη­σε τέλος την ευχή του κι έγινε καπνός. Εξόν από το δόκιμο τον πειραγμένο ήτανε στη μονάδα ακόμα έξι φαντάροι: δυο ντόπιοι, πού τους έχανες πού τους έβρισκες ή στο χωριό τους ή στα χωράφια τους, δυο Πομάκοι «εμένα θέλει πάρει άδεια πάει Οργάνη» και δυο κακόμοιροι Πελοποννήσιοι, παιγμένοι, που οι μόνες τους κουβέντες ήταν να μετράνε πό­σες μέρες μένανε για ν’ απολυθούν, πόσες άμα αφαιρούσαν την κανονική άδεια και πόσες άμα βγάζανε και τις μικράς διαρκείας, πόσες μέρες μένανε περίπου για να πάρουνε με­τάθεση, πού θέλαν να μετατεθούν, ποιος συγγενής τους φρο­ντίζει για τούτο και τι ενέργειες κάνει. Αφού τα έμαθα αυτά απέξω κι ανακατωτά την πρώτη μέρα, εκλείστηκα κι εγώ στον εαυτό μου παρέα με το ραδιάκι, τα βιβλία, το κονιάκ, και γράφοντας σε φίλους. Ωραία ζωή! Από υπηρεσίες, ως λοχίας, ήμουνα απαλλαγμένος· μεγάλη υπόθεση· το χωριό κλειστό σαν τάφος με το που σουρούπωνε, όλα άσπρα μες το χιόνι εξόν από κάτι αγριόσκυλα, κάτοικοι εκατόν εφτά και κείνοι στην απογραφή μονάχα.

Ο συνταγματάρχης κάτω στη μονάδα άνθρωπος εντάξει, δε μας σκότιζε με καθαριότητες και πειθαρχίες, μόνο να πη­γαίνει σωστά η δουλειά ήθελε αυτός είχε εγκαινιάσει και τις άδειες, μία το μήνα κι άγραφη, γιατί παλιότερα είχανε από­πειρες αυτοκτονίας από κατάθλιψη. Ερχόταν πάνω τις Πα­ρασκευές δήθεν για επιθεώρηση, έβλεπε το βιβλίο τ’ αντλιοστάσιου, όλα εντάξει, ο δόκιμος ο ψαράς επέμενε να του δί­νει αναφορά: «Σας αναφέρω κύριε διοικητά, χώροι ευθύνης καθαροί», «Το βλέπω, κύριε δόκιμε, άσπροι είναι» —τι άλλο να ’ταν αφού χιόνιζε δυο μήνες τώρα, αλλά είχαμε σε κάθε δωμάτιο στόφα και δεν ήταν πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν η αεργία και η απομόνωση· πήγαινα ή να πάθω κατάθλιψη ή να καταντήσω αλκοολικός· είχε τελειώσει και το κονιάκ, έφερε ο ένας ο ντόπιος μια νταμιτζάνα τσίπουρο σκέτο φάρ­μακο, κάθε βράδι λιώμα ήμασταν εγώ κι οι δυο μετρητικοί παρέα —οι Πομάκοι με το που έπεφτε ο ήλιος κοιμούνταν και τους φθονούσα βαθύτατα για τούτο, γιατί ως γνωστόν όσο πιο πολύ κοιμάσαι, τόσο λιγότερο υπηρετάς, που λέει κι η στρατιωτική η παροιμία. Σιγά-σιγά με κόλλησαν οι άλλοι τη φάμπρικα να μετράω μέρες μήνες ώρες, αλλά ήμουνα γρήγορος στους λογαριασμούς και ξέμενα από απασχόληση ενώ εκείνοι με τούτη τη δουλειά εξαντλούσαν ολόκληρη τη μέρα. Μέχρι που έλεγα να βγω αναφορά καμιά Παρασκευή και να ζητήσω μετάθεση για οπουδήποτε, Λήμνο, Έβρο, Αδριανούπολη, Νταχάου, όπου να ’ναι, φτάνει να ’χει αν­θρώπους —έστω και φαντάρους. Βέβαια τα φιλαράκια απ’ το κέντρο, που ’χαν μετατεθεί σε κάτι μέρη σαν τα ως άνω, στα γράμματά τους με φθονούσαν για την τύχη μου που έχω πέ­σει σε μονάδα τέτοια που μόνο μονάδα δεν είναι, με μακαρίζαν που δεν βρήκα μπρος μου —όπως εκείνοι— διοικητές αψίκορους να διανέμουν ένα μήνα φυλακή στην καθισιά τους και να απαγορεύουν όσα ελάχιστα επιτρέπει ή αφήνει στην ασάφεια ο κανονισμός, που δεν συνάντησα θηριώδεις παλιούς να μου τηγανίσουν τις σαρδέλες, είρωνες ανθυπασπιστές να ισχυρίζονται πως έχω μπερδέψει το σώβρακο με τη γραβάτα ή λοχαγούς με γιους στο λύκειο να με βάλουν στανικώς —και τζάμπα— να κάνω στα καμάρια τους ιδιαίτε­ρο. Έτσι μου γράφανε οι κολλητοί μου, και κάπως με παρη­γορούσαν αλλά οι πιο μετρημένοι, γι’ άλλο με ζηλεύαν: που είχα, λέγαν, έναν χώρο δικό μου, ολόδικόν μου, κι έτσι μπορούσα το μέσα κι έξω χάος να αντιπαλεύω —αυτή ήταν η μεγαλύτερή τους στέρηση, γράφαν τα παλιοσείρια, και με συμβούλευαν ν’ ακολουθήσω μιαν αρχαία συμβουλή που ’λεγε «αγάπα το κελί σου, τρώγε το φαί σου, διάβαζε πο­λύ»· βέβαια εγώ δεν ήμουν σε κελί, αλλά δεν ήταν και μεγά­λη δα η διαφορά.

Για να ξεφύγω, είπα να βρω δουλειές· πήγα στις αποθή­κες, αραχνιασμένες ήταν απ’ την εγκατάλειψη, τις έκαμα καινούργιες έπιασα κι έβαψα, τις ταχτοποίησα σωστά, έκα­μα απογραφή, μέχρι που κρέμασα και ταμπελίτσες «ΗΛΕΓΧΘΗ» —ημερομηνία, σφραγίδα και υπογραφή. Βλέπεις, επειδή κάθε μέρα έπρεπε να συμπληρώνω κάπου δέκα κατα­στάσεις για τις παροχές, ακολουθώντας το παράδειγμα του παλιού, στην πρώτη άδεια είχα βγάλει σφραγιδάκι, τ’ όνομά μου κι από κάτω «Λοχίας-χημικός», μεγάλη η χάρη μου. Οι αποθήκες μού πήραν δυο βδομάδες, ύστερα έπιασα το αν­τλιοστάσιο. Έφιαξα πίνακες, διαγράμματα των παροχών σε χαρτί μιλιμετρέ, χρωματιστά, ωραία πράματα, μερακλίδικα —σε δουλειά να βρισκόμαστε. Κι αυτά, ως το μεσημέρι· τ’ απόγεμα έπιανα τη μελέτη και το βράδι το πιοτό· τη νύχτα στριφογύριζα μες το σκοτάδι σαν την άδικη κατάρα και μέ­τραγα πρόβατα κι ανθυπολοχαγούς μπας και κοιμηθώ.

Και έτσι πήραν κι αργοκύλησαν κοντά τρεις μήνες· ο δόκιμος, είπαμε: ή μέσα ήταν ή έλειπε, το ένα και το αυτό. Πέρα από καλημέρα και καμιά φορά για την Αεκάρα άλλη κουβέντα δεν ήξερε. Μια μέρα, έρχεται πανευτυχής:

«Βγήκε η μετάθεσή μου, φεύγω», λέει.

«Ποιος σ’ αλλάζει;»

«Ένας απ’ τη σειρά σου. Σκαλτσάς, Μαρτσάς —κάπως έτσι».

Στη σειρά μου, Σκαλτσά-Μαρτσά δεν είχαμε· έσπαζα το κεφάλι μου να βρω ποιος να ’ταν, χτυπάει τηλέφωνο. Το ση­κώνω, «Αντλιοστάσιο, λέγετε.»

«Ποιος στο τηλέφωνο;»

Είπα τ’ όνομά μου.

«Τι είσαι ρε; Μπακάλης; Μανάβης;»

Αμάν, στο στρατηγό έπεσα, σκέφτηκα —«Λοχίας».

«Ψαράς είσαι! Τώρα που θα ’ρθω πάνω θα τα πούμε!»

Ήταν ο Λάζαρος ο Μπάρκας, κι ήταν ο καινούργιος δόκιμος! Όχι Σκαλτσάς-Μαρτσάς, ο Λάζος ήτανε! Μ’ αυτόνε είχαμε γίνει κολλητοί στο κέντρο, έξι μήνες μαζί και στο πλαϊνό κρεβάτι, θα ’χαμε πιει ίσαμε και μια στέρνα κρα­σιά παρέα. Χημικός κι αυτός, παιδί δικό μας, του κεφιού άν­θρωπος, ντόμπρος, ωραίος· και το χωριό του, αν δε λάθευα, δεν ήταν μακριά από τ’ αντλιοστάσιο. Τις δέκα μέρες ώσπου να ’ρθει ο Λάζαρος τις πέρασα με πολύν εκνευρισμό, σα να περίμενα και γω δεν ξέρω τι. Τότε είχα μόλις αρχινίσει να διαβάζω Καντ και έξαφνα μου φάνηκε αδύνατο να συνεχίσω τη μελέτη —κι έτσι, το «πράγμα καθαυτό» μου έμεινε μυ­στήριο αξεδιάλυτο.

Και βέβαια σαν κατέφθασε ο Λάζαρος, τα πράματα αλλάξαν άρδην· πέρα απ’ την παρέα, το χωριό του ήταν στα εί­κοσι χιλιόμετρα· κι ήταν μεγάλο, κεφαλοχώρι, με ζωή, και ο καιρός είχε πλέον μπει στην άνοιξη, τα χιόνια είχαν λιώσει, κάθε μεσημέρι κλειδώναμε τ’ αντλιοστάσιο μην και κλέψουν τίποτα αντλίες οι δυο ντόπιοι και τις πάρουν στα χωράφια, αφήναμε τον ένα μετρητικό στο τηλέφωνο με αυστηρές οδη­γίες τι να πει και κυρίως τι να μην πει, διοικητής και υπο­διοικητής ήμασταν δα, βγαίναμε στο μεγάλο το δρόμο και παίρναμε το λεωφορείο για το Λιβάδι —έτσι το λέγαν το χωριό. Και όταν ξεψαρώσαμε τελείως, ύστερα από κανα μή­να δηλαδή, την κάναμε απ’ το πρωί, μόλις ρυθμίζαμε τις πα­ροχές. Βγάζαμε μία «διαταγή κινήσεως», οδηγός εγώ συνοδηγός ο Λάζος ο οποίος και την υπόγραφε, καβαλάγαμε την καναδέζα, αιτιολογία κινήσεως «επιτήρησις αγωγού». Ο οποίος αγωγός βέβαια, αγωγός είναι και πάει μέχρι τα σύνο­ρα τουλάχιστο· όπου και να ’μασταν, επιτήρηση κάναμε· και μάλιστα την κάναμε καλά την επιτήρηση, μια και ως τα σή­μερα οι σωλήνες είναι σε άριστη κατάσταση. Στο μεταξύ ήρ­θε Πάσχα, γέμισε το χωριό ξενιτεμένους φοιτητές και μη, φίλους του Λάζαρου, αρχίσανε τα γλέντια, γύρισε ο τροχός τελειωτικά. Έπαψα να γυρίζω τα βράδια μέσα, κανα-δυο μέ­ρες δε γύρισα ούτε το πρωί, μέχρι που κι ο Λάζαρος ακόμα σκιάχτηκε μην το παραξηλώνουμε και γίνει τίποτα στραβό και χαλάσουν ανεπίστροφα τα πράματα, κάτι που, άμα το καλοσκεφτείς, δεν ήτανε κι απίθανο· αλλά εγώ, μετά από τρεις μήνες αυστηρή απομόνωση μπορούσα να καλοσκεφτώ; Δε μπορούσα. Είχαμε κι αποπάνω γνωρίσει και κάτι ντόπιες που σπούδαζαν φιλολογία στη Σαλονίκη, θυμήθηκα και τις υποθήκες των προγόνων μας που μας μαθαίνανε στο Κέντρο, «θαρσείν χρη» και «τοις τόλμηροίς βοηθεί η τύχη» και είπα να ’μαι τολμηρός και ό,τι γίνει ας γίνει —και σαν μου ’κανε καμιά παρατήρηση ο Λάζαρος, «σας αναφέρω κύ­ριε διοικητά ότι είστε ψαράς μεγάλος» του ’λεγα. Αλλά δεν έγινε τίποτα· βέβαια ο συνταγματάρχης, ο κανονικός ο διοι­κητής, κάτι ίσως είχε ψυλλιαστεί· αλλά αυτός, είπαμε, μόνο να βγαίνουνε σωστές οι παροχές νοιαζόταν και να μην έχει έλλειμμα στα καύσιμα· εξάλλου, κάθε Τρίτη και Παρασκευή απόγεμα που ερχόταν να μας δει, αφού τηλεφωνούσε πρώτα εννοείται, τα ’βρισκε όλα να δουλεύουνε ρολόι· γιατί να το πολυσκαλίζει το θέμα;

Και πέρναγε ο καιρός μέλι και ζάχαρη· αφού να φα­νταστείς, όχι μονάχα ο Καντ κι ο Χέγκελ μείναν να σκονί­ζονται πάνω στο ράφι με τα φύλλα άκοπα, μα και στη μηνιάτικη την άδεια του Μάη, στις αρχές του μήνα, σπίτι μου δεν πήγα· έμεινα στο Λιβάδι με τις παρέες τις καινούργιες και τηλεφώνησα κάτω πως είμαι λέει «απαραίτητος» στον αγωγό και δε μ’ αφήνουνε να φύγω ούτε μέρα, να καμαρώνει και η μάνα μου που ’βγάλε γιο απαραίτητο στην πατρίδα.

Και μου ’λεγε κι ο Λάζαρος πως πάει πια, πολιτογραφήθηκα Λιβαδιώτης, και πως θα μου βρουν και νύφη απ’ το χωριό, να μείνω· αν και η πιο σίγουρη ένδειξη της αποδοχής μου απ’ τον περίγυρο, ήταν που μου ’χαν βγάλει παρατσούκλι οι ντόπιοι, ως είθισται· όχι και ιδιαίτερα τιμητικό, ωστόσο: Τσότρας· γιατί απ’ τα κρασιά και απ’ τα φαγοπότια τα καθημερνά είχα πετάξει μια κοιλιά σαν έγκυος τριών μηνών —να ταιριάζω και με το Λάζαρο που ήταν από φυσικού του στρόγγυλος.

Μπήκε το καλοκαίρι, πήρα δέκα μέρες άδεια, κανονική αυτή, πήγα Χαλκιδική με τις φιλόλογες, χωρίς το Λάζαρο που είχε μείνει μετεξεταστέος στα φιλολογικά το Πάσχα. Όλα καλά στην αρχή, στις οχτώ μέρες πάνω γίνεται κάτι που είναι άλλη ιστορία, μαλώνουμε, είχα μείνει κι άφραγκος, γυρνάω πριν την ώρα μου στ’ Αντλιοστάσιο που ’χε τουλάχι­στο φαΐ και στέγη δωρεάν. Σαν έφτασα, είχε κίνηση περίερ­γη· καθάριζαν, γυαλίζονταν, τρέχανε πέρα-δώθε, μυστήρια πράματα και δεν ήταν και Παρασκευή· μόλις είχα βάλει τις φόρμες και βλέπω να ’ρχεται ο Λάζαρος τροχάδην και από πίσω ο συνταγματάρχης κάνοντας χειρονομίες απελπισίας. «Τι θες εδώ, ρε, αφού έχεις άδεια;» «Το και το», εξηγώ. «Έχει επιθεώρηση από το στρατηγό της Στρατιάς, ρε μαλάκα, δεν το ’ξερες;» Πλησιάζει κι ο συνταγματάρχης, «Πώς θα σε παρουσιάσουμε ρε στα χάλια που έχεις;» Εγώ τώρα ακούρευτος, με γένια δέκα ημερών, με τη φόρμα την παλιά τη μπαλω­μένη, δεν ήμουν να με δει ανθρώπου μάτι, πόσο μάλλον στρατηγού. Είπα να σουλουπωθώ, μου είπαν δεν προλάβαι­να. Κάνω να φύγω στο χωριό, να σου το τζιπάκι το στρατη­γικό στην πύλη. «Κρύψου κάπου, τον αντίθεό σου», μου λέει ο συνταγματάρχης και τρέχει να υποδεχτεί τον στρατηγό.

Ήτανε παραπίσω κάτι ντάνες με καυσόξυλα σε σχήμα πι για το χειμώνα, φτιάχναν ένα καλούτσικο ταμπούρι. Κουρ­νιάζω εκειμέσα ενώ οι υπόλοιποι τρέχανε να παραταχτούν για τον μεγάλο. Ο οποίος μεγάλος βρήκε τις αποθήκες κου­κλί, είδε τα βιβλία της αντλίας άψογα, τις γραφικές παρα­στάσεις τις πολύχρωμες, είδε και μια ταμπελίτσα που είχα κρεμάσει τον καιρό της εργασιοθεραπείας, «Οι παροχές υπολογίζονται βάσει της εξισώσεως Νιούτον-Μπερνούλι- Βολκώφ» (ο Βολκώφ ανύπαρκτος, για μπούγιο μπήκε), εχάρη τα μάλα. Και επειδή εχάρη, καθυστέρησε θαμάζοντας και επαινώντας και «πού είναι ο χημικός να του δόσω τιμητική», «λείπει σε άδεια, στρατηγέ», «κρίμα, να του δόσετε εσείς όταν γυρίσει», τέτοιες ένδοξες στιγμές. Καλά όλ’ αυτά, αλλά εγώ τόση ώρα μες το καταφύγιό μου σκυφτός, ούτε τσιγάρο να μη μπορώ ν’ ανάψω, είχα φούρκα μεγάλη. Άρχισα να με­τράω να περάσει η ώρα, έφτασα ως το εφτά χιλιάδες πεντακόσα δώδεκα, είπα να κοιτάξω από ‘να άνοιγμα που είχε στο σωρό να δω μην έφυγε ο στρατήγαρος. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς, άκου αδέρφι μου καντεμιά, είχε στηθεί ο δικός σου απέξω κι επιθεωρούσε, αν το χωράει το μυαλό σου. επι­θεωρούσε τα καυσόξυλα αν είναι παρατεταγμένα, μη βρει κανένα να εξέχει και του ρίξει κράτηση. Όπως έβγαλα τη μούρη μου, βρεθήκαμε φάτσα-φάτσα· το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να σταθώ προσοχή, ξεσκούφωτος κιόλας, και να κοιτάζω ηλιθίως τ’ αστέρια του —δύο και αδαμάντινα, και με σπάθες, και με φλόγες και μ’ άλλα τέτοια εργαλεία. Εφρύαξε ο μεγάλος με το χάλι που αντίκρισε.

«Τι είναι αυτό; Αλβανός αιχμάλωτος;» ρώτησε έκπλη­κτος το διοικητή μας.

Αυτός πάλι, στάθηκε στο ύψος του. «Ό-όχι στρατηγέ μου, ο χημικός είναι».

«Αυτός με τις αποθήκες;»

«Μάλιστα».

«Με το σύστημα Νιούτον;»

«Μάλιστα».

«Που λείπει σε άδεια;»

«Μόλις γύρισε εσπευσμένα», ψέλλισε κι ο Λάζαρος.

«Να τον χαίρεστε!» είπε, κι έφυγε χωρίς δεύτερη κουβέ­ντα, εκεί που περίμενα να τον ακούσω να ξεστομίζει τίποτα «είκοσι» ή «σαράντα» ή κάποιο άλλο ακέραιο πολλαπλάσιο του δέκα.

«Ο Νιούτον σε γλίτωσε», μου ‘πε αργότερα ο Λάζαρος. Και πέρναγε ο καιρός.

Πέρασε και το καλοκαίρι, άλλαξε κι η σύνθεση της μο­νάδας, ο ένας Πελοποννήσιος μετατέθηκε, κι ο δεύτερος, έχοντας πια λίγες μέρες να μετράει έβρισκε χρόνο να μιλάει και για άλλα θέματα, και αποδείχτηκε ωραίος τυπάκος· κα­νονικά θα ζύγωνε ο καιρός και για τη δίκιά μου τη μετάθεση, αν δικαιούμουν τέτοιο πράμα δηλαδή, και επειδή ως γνωστό δεν δικαιούμουν, αν ήτανε αλλιώς τα πράματα θα μ’ είχε πιάσει μαύρος ο καημός· αλλά είπαμε, ήτανε καλά· στο μετα­ξύ, στη θέση εκεινού που μετατέθηκε ήρθε ένα πολύ σωστό παιδί, Σαλονικιός, τυπογράφος στον πολιτικό του βίο, ο Σάκης, που υπολόγιζε πως θα ‘παιρνε ειδικότητα στο επάγ­γελμά του, να μετατεθεί Στρατιωτικό Τυπογραφείο να την περνάει ζάχαρη, αλλά δεν είχε μέσο και τονε κάμανε αποθηκάριο κι έτσι κουβάλαγε απλώς ζάχαρη σε σακιά. Τακιμιάσαμε με τον νέο, άρχιζε ωραία το φθινόπωρο· ήξερε και πρέφα, διαολίστηκε κι ο Λάζαρος να μάθει και δαύτος, έμα­θε, γίναμε τρεις, όλο το πρωινό άκουγες «πρώτα – δεύτερα – καρρά – όλα δω», έκαμε ο Λάζαρος προόδους τέτοιες, που επονομάστηκε «ο Σόλων» κι αν του ζητάγαμε να μας πλη­ρώσει τα χρωστούμενα καπίκια έπρεπε να δηλώσει μονιμό­τητα και να μας δίνει τα μιστά του ως το έτος 2000. Πιο ύστε­ρα τη βαρεθήκαμε την πρέφα και ξαναρχίσαν οι επιτηρή­σεις του αγωγού, με τριμελές το πλήρωμα τώρα· έφυγε κι ο ένας ο Πομάκος για την Οργάνη κι ήρθε άλλος, ίδιος κι απαράλλαχτος. Είχε αδειάσει πια και το χωριό από τα χελιδόνια τα καλοκαιρνά, αραιώσαμε τις επισκέψεις, πιάσαν κι οι βρο­χές, αλλά σαν έχεις παρέα δε σε σκιάζουν τέτοια.

Άρχιζε Νοέμβρης, έρχεται μέσα ένα πρωί ο Λάζαρος μυστήριος, σκοτεινιασμένος. «Ε, ρε να ‘μουνα στα νιάτα μου, ρεζίλι θα γίνουμε τώρα!» Ο λόγος, η γιορτή του Πολυ­τεχνείου· η οποία, ως φαίνεται, ήτανε γεγονός πολύ σημα­ντικό για το χωριό, και πάντα γιορταζόταν από το Σύλλογο των Νέων και τα μαθητικά συμβούλια. Από τη συγκυρία, τώρα, ο Σύλλογος είχε αποδεκατιστεί, οι πιο πολλοί φα­ντάροι ή φοιτητές μακριά, κι οι μαθητές ήτανε άμαθοι, έλεγε ο Λάζαρος που το ’φερε βαρέως μη δε γίνει η γιορτή ή το πι­θανότερο σκαρώσει καμιά σούπα ο λυκειάρχης. Το θάλαμε κάτω οι τρεις μας, είπαμε να βοηθήσουμε. Αρχίσαμε να ξανασυχνάζουμε στο χωριό, μαζέψαμε τα παιδιά, δώσαμε ιδέες, κατέβηκα Αθήνα μ’ άδεια κι έφερα υλικό, συμμάζωξε ο Λά­ζαρος ένα συγκρότημα που ’παιζε μουσική, πήγε ο τυπογρά­φος στη Θεσσαλονίκη κι έφερε σλάιτς, μέχρι που αρχίσανε οι αντιδραστικοί του χωριού να μας στραβοκοιτάνε. Λέει ο Λάζαρος θα μας καρφώσουν και θα τρέχουμε, του λέμε και μεις: «Κύριε διοικητά είσαι ψαράς», συνεχίσαμε. Να μην τα παραφουσκώνω κιόλας πως εμείς ήμασταν κι άλλος κανείς, όχι· υπήρχανε κάτι παιδάκια μαθητές, σαΐνια, το μόνο που τους έλειπε η πρώτη ώθηση· σαν έγινε αυτό, μπήκανε στο χορό για τα καλά, αστέρια σου λέω· σου φιάξαν μια γιορτή τριήμερη για το Νοέμβρη που θάμαξε όλο το Λιβάδι, σκυλιάσαν οι καθωσπρέπει πολίτες. Εμείς τώρα, δεν προφυλαγόμασταν, είχαμε πιάσει και παρέες με τα μαθητόπουλα. Άλ­λα γλέντια από κει κι άλλα τραγούδια. Και στο χωριό, αυτά φαίνούνται και μαθαίνουνται· ήτανε κι ένας παπάς, ο παπα- Αντώνης, του θεού άνθρωπος, κάθε που μας έβλεπε έσταζε φαρμάκι. «Απ’ τον παπά θα τη βρούμε», προειδοποιούσε ο Λάζαρος, αλλά εμείς οι άλλοι δύο, ου φροντίς.

Ήτανε τώρα μια Τετάρτη, τέλη του Νοέμβρη, κι όπως παίζαμε πρέφα στα γραφεία πλακώνει ο συνταγματάρχης· γάτα ο δικός σου, ούτε τους ασσορηγάδες δεν προλάβαμε να κρύψουμε. Κι ήταν κι αγριεμένος. Λέει του Σάκη: «Είκοσι μέρες φυλακή κι εξαφανίσου», κι απέ, γυρνάει προς τα μας, και: «Από είκοσι για την τράπουλα κι άλλες είκοσι που κάτω είναι ασκούπιστα και είκοσι που ο σκοπός δεν ήταν στη θέ­ση του, εξήντα. Σας φτάνουν;» Και πριν προλάβουμε να πούμε κιχ, συνεχίζει: «Γιατί είσαστε αχάριστοι, να γιατί. Δε σας φτάνει, ρε, που ρεμπελεύετε όλη μέρα μες τα κρύα τα νε­ρά, που ’χετε όσες άδειες θέλετε, παρά με κάνετε και ρεζίλι; Ρε μαλάκες, ήρθε σήμερα ο παπάς απ’ το Λιβάδι και με βρή­κε και μου ’πε πως πάτε λέει και κάνετε προπαγάντες στα μαθητούδια. Το ξέρεις κύριε δόκιμε (στο Λάζαρο) πως άμα φτάσει είδηση παραπάνω έχεις στρατοδικείο και μετάθεση στα σύνορα, που ’σαι απόξω από το σπίτι σου; Στρατιώτες είσαστε ρε σεις;» Μας έβρισε κανά πεντάλεφτο, εμείς προ­σοχή στεκόμασταν και μιλιά δε βγάζαμε —πήγε ο Λάζος στην αρχή να του πει κάτι κι άκουσε ουκ ολίγα, βλέπεις. Σαν έβρισε κι απόβρισε κι ηρέμησε, άλλαξε τροπάρι: «Αλλά κι αυτόνα τον τράγο, τι θέλει και μπλέκει στη μέση; Παιδιά μι­κρά είναι, αν δε μιλήσουνε για το Πολυτεχνείο για τι θα μι­λήσουνε, για την Αποκάλυψη του Ιωάννη; Κι είναι και μαλάκας: εσένα ρε, (και μ’ έδειξε) μου κάρφωσε πως σε λένε Τσότρα. Πρόλαβες και σου βγάλαν παρατσούκλι, ε κωλόπαιδο;» Κάπου εκεί τον πιάσανε τα γέλια, μας ξέφυγαν και μας κάτι πνιχτά με του παπά τη γκάφα, σαν μας είδε να γε­λάμε ξανατσαντίστηκε και πήρε πάλι να στολίζει εμάς, και τότε καταλάβαμε γιατί τον λέγανε τρελό οι φαντάροι της 829. Ωραίος τρελός όμως, γιατί με τα πολλά κι αφού εξά­ντλησε το πλούσιο ρεπερτόριό του, αφού μας ξαναφοβέρισε με στρατοδικεία και τέτοια, σηκώθηκε να φύγει καταλήγοντας: «Πού είστε, κι οι φυλακές άκυρον. Πείτε το και του άλ­λου του φουκαρά μην πάθει τίποτα. Αλλά άμα σας ξαναδώ και σκάσετε μύτη στο Λιβάδι, θα βλαστημήσετε της μάνας σας το γάλα, μ’ ακούτε ρε; Έχετε ρε υπόψη σας τι πα να πει γαμήσι και στρατιωτικός περίπατος; Δεν έχετε, ε; Ο θεός να σας φυλάει να μην το μάθετε! Κι αυτά που ξέρατε θα τα ξε­χάσετε —σε κανα μήνα τελειώσανε τα πανηγύρια, που μου κάνατε το Αντλιοστάσιο κολλέγιο πολυτελείας!» Κι έφυγε.

Μες τη χαρά μας που ’χαμε γλιτώσει τα χειρότερα, δε δώσαμε μεγάλη βάση στη στερνή του την κουβέντα. Έπρεπε όμως· κι έπρεπε, γιατί σε καμιά εικοσαριά ημέρες, κόντευαν Χριστούγεννα, ήρθε μια πανταχούσα απ’ το Επιτελείο. Τ’ Αντλιοστάσιο, έλεγε, θα γίνει αυτόνομη μονάδα κι έρχεται λοχαγός για διοικητής, καραβανάς. Αυτό εννοούσε ο γέρος και μας το φύλαγε για έκπληξη! Την άλλη μέρα, άλλο μπου­γιουρντί. Μετάθεση στο Λάζαρο για Σαλονίκη, Τρίτο Σώμα, μια και με τον ερχομό του λοχαγού περίσσευε. Ζητάω άδεια για τα Χριστούγεννα, ο συνταγματάρχης να μου κάνει πλά­κα: «Οι άδειες απ’ τον καινούργιο διοικητή, σαν έρθει. Εγώ ησύχασα από σας». Κι ο Λάζαρος να φεύγει με μετάθεση, σε πέντε μέρες ήρθανε τα πάνω-κάτω πα να πει.

Τον αποχαιρετίσαμε εγώ κι ο Σάκης, αυτός μισολυπότανε που έχανε εμάς, μισοχαιρότανε που ήξερε κόσμο στη Θεσσαλονίκη μπόλικο —ήταν και το χωριό μες το χειμώνα άδειο πια. Μείναμε μέσα τις γιορτές με τον τυπογράφο το Σάκη να φιλοσοφούμε πώς αλλάζουνε τα πράματα απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, να ζηλεύουμε τον άλλο που ‘χε φύγει και να σκεφτόμαστε πως τώρα θα ’χουμε και διοικητή κανονικό καθημερνώς απάνω απ’ το κεφάλι μας που είχαμε ξεσυνηθί­σει τόσους μήνες. Πες πες, μας έπιασε απελπισία. Παραμο­νή πρωτοχρονιάς, ώρα οχτώ παρά είκοσι, όπως τα πίναμε πλάι στη σόμπα από νωρίς, μου ’ρχεται ο Σάκης μ’ ένα χαρτί στο χέρι και με μια περίεργη λάμψη στο μάτι. Κοιτάω, είχε φιάξει μια «Διαταγή Κινήσεως» για την καναδέζα, σαν κεί­νες που σκαρώναμε για τις βόλτες μας, κι εκεί που λέει το χαρτί «ΔΙΑΔΡΟΜΗ» είχε γράψει «Αντλιοστάσιο-Κοζάνη- Θεσσαλονίκη» —ούτε «και επιστροφή» δεν είχε βάλει ο αθεόφοβος. «Είσαι ρε;» μου λέει. Τον καλοκοιτάω, είχε γίνει τύφλα στο μεθύσι. «Ποιος θα οδηγήσει ρε;» του λέω. «Εσύ» Και σαν μ’ είδε που δεν απαντούσα, «Ώρα έντεκα, άντε εντεκάμιση, θα ’μαστέ σπίτι μου. Να μπει ο χρόνος όμορφα ρε συ! Τι, κωλώνεις;»

Το σκέβουμαι λίγο, αλλά δεν ήμουν και σε κατάσταση να σκεφτώ, μέρες τώρα το γυροφέρναμε στ’ αστεία το πράμα. «Πάμε ρε!» λέω… Αμ δε που πήγαμε. Δυο χιλιόμετρα πιο κάτω είχε ο δρόμος κλείσει από τα χιόνια…

Τρεις του Γενάρη ήρθε ο νέος διοικητής στου Λάζαρου το πόδι, ο λοχαγός, ο γέρος. Σαν ήρθε, μετρούσα για ν’ απο­λυθώ εκατό μέρες ακριβώς —εκ των οποίων οι τριάντα άδειες. Ε λοιπόν, μου φάνηκαν ίσαμε τρακόσες. Εδώ που τα λέμε, άνθρωπος κακός δεν ήταν, εγωιστής μονάχα και ανόη­τος. Κοντόχοντρος, με καραφλίτσα, Λουκατζίκος τ όνομα,το -τζίκος ταιριαστό πολύ, είχε φούρκα που τονε ρίξανε στις ερημιές και ψώνιο που ’ταν διοικητής. Σαν ήρθε, ήθελε πειθαρχίες και τέτοια, κι έριξε κάτι εικοσάρες για το καλω­σόρισμα, από την τρίτη μέρα· αυτός τις έγραφε, οι φαντάροι τονε γράφαν και γω τις έσβηνα μια κι είχα γίνει και γραφέας τώρα στα γεράματα. Ύστερα το κατάλαβε πως έτσι δα δε γί­νεται δουλειά και πως δεν είναι διοικητής σε κανα τάγμα μα σε μιαν άκρη ξεχασμένη απ’ το θεό και ηρέμησε. Και σαν ηρέμησε, άρχισε να τυραννάει εμένα. Καθόμασταν στο ίδιο το γραφείο, κι όλο το πρωί, εννιά με δύο, έφερνε το τάβλι· δε μου ’χε κόψει, βλέπεις, να του πω αρχή-αρχή πως τάχα δε σκαμπάζω, και τώρα πλήρωνα· πέντε ώρες την ημέρα, πέντε μέρες τη βδομάδα, τάβλι παίζαμε. Και δε φτάνει που παίζα­με, παρά έχανα και πανηγυρικά, γιατί βεβαίως εκείνος ήτανε ξεφτέρι, αυτοί κι οι πυροσβέστες τα ’χουν τα πρωτεία στο άθλημα ως γνωστόν. Και δε φτάνει που με κέρδιζε σερί εφτάρες, παρά το είχε και καμάρι που κερδίζει χημικό, και: «Και μετά μου μιλάς για διπλώματα. Ορίστε ρε, κοτζάμου χημικός και δεν ξέρεις να παίξεις το έξι-πέντε!» «Μάλιστα κύριε διοικητά!» «Δεν ντρέπεσαι ρε, με τρεις ξένες γλώσσες και να σε κερδίζω εφτά-ένα;» Τι να του πεις; Αλλά με το παίζε-παίζε και με την τριβή, όλο και συχνότερα του έπαιρ­να παρτίδες· στην αρχή χαιρόταν που τον στρίμωχνα, γιατί όσο και να πεις, καλύτερα είναι να έχει ενδιαφέρο η παρτίδα —φτάνει να κερδίζεις στο φινάλε. Αλλά μετά, του έπαιρνα και ολόκληρες εφτάδες. Και τότε ο μπαγάσας, άρχισε να κλέβει! Μια μέρα παίζαμε απ’ το πρωί, του είχα πάρει δυο παιχνίδια στα εφτά, και στο τρίτο το παιχνίδι κέρδιζα έξι- τρία και πήγαινα να πάρω και την έβδομη παρτίδα, ένα πλα­κωτό. «Συγνώμη, κύριε διοικητά, αλλά το πέντε-τέσσερα πάει δίπλα.» «Τι λες ρε;» «Να, εδώ πάει», και του παίρνω το πούλι απ’ το χέρι και το διορθώνω. «Τέσσερις μέρες κράτη­ση», μου κάνει. Σηκώνουμαι και φεύγω και πάω στην αντλία για να ηρεμήσω. Ήρθε μετά και μου τα γύρισε, εκνευρισμός λόγω η δουλειά και να μην τα παίρνω τοις μετρητοίς και τέτοια και οι τέσσερις μέρες άκυρον, μα του το φύλαγα. Και από τότε τ’ αραιώσαμε το τάβλι, μια βρήκε άλλη φάμπρικα να με φουρκίζει.

Να, λογουχάρη, έπιανε κουβέντα: «Και σαν πόσα θα παίρνεις ρε λοχία άμα απολυθείς και διοριστείς;»

«Εξήντα, κύριε διοικητά» —και πολλά έλεγα.

«Α ρε χαμένε! Ρε, ένας μόνιμος λοχίας, δεκαεννιά χρονώ, πιο πολλά παίρνει. Και του δημοτικού, όχι με είκοσι χρόνια στα σχολεία, τ’ ακούς ρε;»

«Μάλιστα, κύριε διοικητά.»

«Κι άμα διοριστείς, γιατί τους βλέπω εγώ που περιμέ­νουνε χρόνια και χρόνια. Είδες που όποιος πάει για πολλά γράμματα είναι χαζός;»

«Όχι κι έτσι, κύριε διοικητά.»

«Μην το παίρνεις προσωπικά, εγώ γενικά μιλάω. Και γιατί όχι, θέλω να μου το αποδείξεις, πού χρειάζονται τα πολλά γράμματα.»

Εντάξει έλεγα μέσα μου, βάστα να ’ρθει ευκαιρία να στο αποδείξω. Και η κουβέντα αυτή όλη τη μέρα, κάθε μέρα, μέ­χρι που αναρωτιόμουνα αν τα πιστεύει όσα λέει ή με δου­λεύει ψιλό γαζί.

Μια φορά, την ηρεμία μου την είχα χάσει. Πήρα μιαν άδεια, κι όταν ήταν να γυρίσω πίσω μ’ είχε πιάσει απελπι­σία, σα να ’μουν νέος, εγώ που μετρούσα δυο μηνάκια για ν’ απολυθώ. Στη μονάδα χιόνια και δυστυχία· είχε μετατεθεί κι ο άλλος ο Πελοποννήσιος κι είχε έρθει ένα μαγκάκι Πει­ραιώτης, απολύθηκε ο ένας ο ντόπιος και δεν ήρθε κανένας, κι εγώ να τους ζηλεύω που φεύγουν παλιός κιόλας, είχα χά­σει και τις αντοχές μου έτσι όπως είχα πέσει από τα ψηλά στα χαμηλά, όλο το πρωί μαρτύρια απ’ του Λουκατζίκου την παρέα, τρεις η ώρα έφευγε, πέντε η ώρα νύχτωνε, καθόμα­σταν πλάι στη στόφα με το Σάκη και τα λέγαμε ώρες ατέ­λειωτες, βάλαμε κι ένα πρόγραμμα να του μαθαίνω κάθε βράδι αγγλικά να περνάει η ώρα, αλλά είπαμε: τις αντοχές μου πια τις είχα χάσει· τσακ να μ’ έκανες, αρπαζόμουνα, έβα­ζα τις φωνές, όλα μου φταίγαν. Και θα ’χα μαλώσει μ’ όλους εκειμέσα, αλλά με βλέπανε που ’μαι παλιός και με δικιολογούσαν —«τα ’χει παίξει ο παλιός», που ’λεγε κι ο Πει­ραιώτης το μαγκάκι, κι είχε δίκιο απόλυτο.

Ύστερα ο Λουκατζίκος βρήκε ένα καινούργιο θέμα για κουβέντα, κι όλο έλεγε για τη μετάθεση που έψηνε να πάρει για την Κύπρο και για τη Μπεμβέ που θα ’βγάζε απ’ τα μιστά του εκεί —κι όλο να περιγράφει τη Μπεμβέ και τα λούσα της, κι εκεί ξανάπιανε τ’ αγαπημένο του το θέμα το παλιό και έλεγε πως ορίστε αυτός βγάζει αμάξι σε δυο χρόνια ενώ με το μισθό του χημικού Μπεμβέ δεν παίρνεις ούτε του αγίου πούτσου, έτσι έλεγε και δίκιο είχε κι αυτός και πέρναγαν οι μέρες ίδια κι όμοια, μόνο που τώρα πια λιγόστευαν πια ανε­πιστρεπτί, είχαμε μπει στην τελική ευθεία, στο μήνα, κι έτσι κάπως πιο ήρεμος ήμουνα και λίγη σημασία έδινα σε χο­ντράδες πια. Είχε έρθει και το χαρτί με τ’ όνομα του άτυχου που θα μ’ αντικαθιστούσε, ο άτυχος θα ’ρχότανε δυο μέρες πριν απολυθώ. Έκανε να πάρω είκοσι μέρες άδεια κανονική, μου την έδωσε σαν κύριος, παίξαμε και τα οδοιπορικά στο τάβλι και πήρα και δυο μέρες να ’χω να πορεύομαι.

Γύρισα μέσα 10 του μηνός, μέρα Δευτέρα. Την Τρίτη ήρ­θε ο αντικαταστάτης μου, λοχίας και χημικός. Του μεταβί­βασα όσα κομφόρ είχα κληρονομήσει από τον προκάτοχό μου και κάμποσα ακόμα, του έδειξα τα υπεύθυνα καθήκοντά του, τον ορμήνεψα να αρνηθεί κατηγορηματικά ότι ξέρει έστω και τη λέξη «τάβλι», του σύστησα το Σάκη και του ευ­χήθηκα καλό κουράγιο του παιδιού. Απολυόμουνα Τετάρτη, άγια μέρα, 12 του μήνα. Στις δεκατρείς, μέρα γρουσούζικη, ερχότανε επιθεώρηση, ο Υποδιευθυντής της Διεύθυνσης από το ΓΕΣ, ταξίαρχος άνθρωπος. Ο Λουκατζίκος ήθελε να πα­ρουσιάσει έργο επί των ημερών του, έβαλε και διαμορφώσα­νε μισό τολ σε καψιμί να ’χει να δείχνει, αλλά κάτι ακόμα του ’λείπε. Εκεί λοιπόν που παράδινα τα τσαμασίρια μου να φύγω, μου έρχεται μισοπαρακαλετά:

«Ρε λοχία, ρητά!»

«Τι ρητά, κύριε διοικητά;»

«Να ρε, βάλε να φτιάξουν καμιά δεκαριά από κείνα τα ρητά να τα κρεμάσουμε στο καψιμί.»

Εγώ έκανα το χαζό μπας και τη γλιτώσω.

«Ποια ρητά εννοείτε, κύριε διοικητά;»

«Απ’ αυτά ρε παιδί μου, που λένε Θάρσειν Χρη, εσύ τό­σα γράμματα ξέρεις, βάλε να γράψουν μερικά.»

«Εγώ παραδίνω κύριε διοικητά, να μην τα κάνει ο και­νούργιος ο λοχίας;»

«Δεν τον εμπιστεύομαι παιδί μου τον καινούργιο», (ίσως επειδή δεν φόραγε γυαλιά), «εσύ είσαι πιο υπεύθυνος.»

Κι ενώ σιχτίριζα εμαυτόν για την ακροτελεύτια αγγα­ρεία, μου ήρθε η έμπνευση. Είπαμε κιόλας, του το φύλαγα. Ρητά θέλεις, κύριε διοικητά; Εντάξει, θα σε συγυρίσω. Πιά­νω λοιπόν, γράφω σε χαρτόνι δυο-τρία κλασικά που τα ’ξερε, Θαρσείν Χρη, Ελεύθερον το εύψυχον. Χρόνου φείδου και τα ρέστα, του τα πηγαίνω, «Τέτοια θέλετε κύριε διοικητά;» «Μπράβο λοχία, τέτοια, κι άλλα όμως, κι άλλα». Οπότε συνεχίζω εγώ ρητά αβέρτα και τα κρεμάω στην αίθουσα του καψιμί, και στο κέντρο τους, καταμεσίς στον τοίχο, να φαντάζει, ολογάλανο κι επίσημο, το ρητό: «ΗΔΥ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΠΡΑΤΤΕΙΝ». Ο Αουκατζίκος κατενθουσιάστηκε από την πο­σότητα και από των χρωμάτων την ποικιλία. Ειδικά εκείνο το «Ηδύ το μηδέν πράττειν», που δέσποζε στο χώρο, πολύ του άρεσε. «Μάλιστα, πολύ ωραίο», έκανε επιδοκιμαστικά. «Και ποιος αρχαίος το ’χει πει αυτό λοχία;» «Ο Περικλής, κύριε διοικητά.» «Ναι, ναι, ο Περικλής, τώρα το θυμάμαι, δίκιο έχεις.» Πανευτυχής ο λοχαγός, με παίνεσε που μέχρι και την τελευταία στιγμή έκανα πάντα το καθήκον μου, μου ευχήθηκε καλή σταδιοδρομία και είπε πως λυπάται που με χάνει γιατί ήμουν άνθρωπος υπεύθυνος που πάνω μου μπορούσε να βα­σίζεται. Την άλλη μέρα πήρα το απολυτήριο πουρνό-πουρνό, έκοψα το σάκο στον ώμο, ανέβηκα στην καναδέζα που πήγαινε ταχυδρομείο και βουρ για το Λιβάδι. Πρωτύτερα, όταν αναλογιζόμουνα τη μέρα τη μεγάλη, σχεδίαζα να κά­τσω λίγες ώρες έστω στην περιοχή, να δω πώς τηνε βλέπου­νε τα μάτια του πολίτη. Αλλά ο Λάζαρος ήτανε στη Σαλονί­κη, ο σάκος μου με βάραινε, γνωστούς στο καφενείο δεν βρήκα γιατί ήτανε νωρίς, και από πάνω έφευγε λεωφορείο για Κοζάνη σε είκοσι λεφτά. Αδύνατο ν’ αντισταθώ· παρά τα σχέδια, έριξα μαύρη πέτρα πίσω μου. Σε δέκα ώρες ήμουνα στο σπίτι μου και κύλησε από πάνω μου ο στρατός σαν το νερό, σε δυο-τρεις μέρες ούτε που θυμόμουνα το Αντλιοστά­σιο κι ούτε που αναρωτήθηκα τι να ’γινε με την εκδίκησή μου.

(Και τι να γινόταν δηλαδή; Ήρθε ο ταξιάρχης που ’ξερε και πέντε αρχαία, είδε το ρητό μου «Ηδύ το μηδέν πράττειν», είχε αντίθετη άποψη κι έγινε πυρ και μανία. Κι όταν ο Λουκατζίκος του επέμεινε πως το ρητό είναι γκαραντί του Περι­κλή, λέει ο Σάκης που μου τα διηγήθηκε γραπτώς, ο μεγάλος νόμισε πως τον δουλεύει και του ’ριξε πέντε μέρες φυλακή και απ’ αυτή την ιστορία, λέει ο Σάκης, την έχασε την μετά­θεση στην Κύπρο και τη Μπεμβέ ο λεγάμενος. Αν και αυτά τα τελευταία δεν τα πολυπιστεύω, μάλλον λόγια της αρβύλας είναι. Και να μην είναι όμως, εγώ το ’χα ήδη μετανιώσει· μα ήμουνα πια πολίτης, κι είχε αρχίσει η άλλη η θητεία, και έτσι γρήγορα το ξέχασα κι αυτό. Μονάχα όταν κάτι δεν μου πάει καλά, τότε θυμάμαι πως ένας άνθρωπος βρέθηκε να με πει υπεύθυνο και να στηριχτεί πάνω μου, και γω τον πρόδωσα, και τότε νιώθω κάτι φευγαλέες τύψεις. Αλλά μόνο τότε).

Advertisements

81 Σχόλια to “829 Αποθήκη Καυσίμων, ένα φανταρίστικο διήγημα”

  1. Χτες κιόλας κοίταζα τη ράχη του βιβλίου και παραλίγο να το ξεφύλλιζα πάλι 🙂
    Αναρωτιέμαι, τώρα, αυτό το ρητό υπάρχει άραγε κάπου ή είναι απλά μετάφραση του dolce far niente;

  2. ‘Αριστο. Και το «Αλβανός αιχμάλωτος» κάλλιστο!

  3. Ανδρεας Τ said

    Καλημέρα. Ευχαριστώ για το καθόλου φλύαρο διηγηματάκι. Το διάβασα μονορούφι.

  4. Pedro Alvarez said

    Έξελεντ! Μαγκνίφισεντ! Φάμπυλους! Προφάουντλυ αντάιμιλιταρίστικ!

  5. Pedro Alvarez said

    Έξοχος κι ο υφέρπων φιλοκομμουνισμός του «Νιούτον-Μπερνούλι-Βολκώφ»!

  6. Geobat said

    Αυτά τα φανταριστικα πάντα διαβάζονται μονορουφι.

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρωτα σχόλια και χαίρομαι που σας άρεσε!

    1 Το ρητό πρέπει να είναι μεταφορά του ιταλικού -το λέγαμε στην οικογένεια χαριτολογώντας.

    2 Την εποχή εκείνη είχαμε τυπικά εμπόλεμη κατάσταση με την Αλβανία

  8. Πολύ ωραίο κ. Νίκο

  9. raf said

    Πολύ μ’ άρεσε! Ο στρατός για κάποιον λόγο είναι συχνά πηγή έμπνευσης.

  10. spiral architect 🇰🇵 said

    ως γνωστόν όσο πιο πολύ κοιμάσαι, τόσο λιγότερο υπηρετάς

    Να τεθεί ως κεφαλίδα (header) του ιστολογίου. 😎

    Καλημέρα.

  11. gpoint said

    Πρέπει να έχει γαφτεί πριν την εποχή της εισαγωγικομανίας γιατί στους διαλόγους θα μπορούσε να έμπαινε απλά μια παύλα στην αρχή αντί για εισαγωγικά στην αρχή και στο τέλος μια και για κάθε φράση αλλάζει η γραμμή

  12. Γιάννης Κουβάτσος said

    Σεμιτζής ήσουν, ε; Πώς κι έτσι, μορφωμένος άνθρωπος; Συνήθως εκεί στέλνανε σωφεράντζες. 😊 Τουλάχιστον στα χρόνια του πατέρα μου. Ωραίο το διήγημα, πάντως, μας θύμισε πολλά, ευχάριστα και δυσάρεστα, που όλα τα νοσταλγούμε τώρα πια, αφού ήταν κομμάτια της νιότης μας. Άντε, ας παρουσιαστούμε, λοιπόν: Στρατιώτης Ταχυδρομικού Κουβάτσος Ιωάννης, 85 ΣΤ ΕΣΣΟ, ειδικότης διαχειριστής επιταγών. 😎

  13. gpoint said

    δεν πειράζει, θάρθει ο Τσάκας με τον Σαουδάραβα πρίγκηπα…

    «Το περιβάλλον του Γιάννη Αλαφούζου έλεγε πως υπήρξε ένα φιλολογικό ενδιαφέρον από τους Κινέζους, όμως όταν ζητήθηκε σοβαρή συζήτηση η πλευρά της «Wanda»… εξαφανίστηκε.»

  14. sarant said

    11 Εκδόθηκε 1988

    12 Τους πτυχιούχους Χημμηχ μάς στέλνανε ΣΕΜ και ΣΥΠ. Λόγω καυσίμων κτλ.

  15. atheofobos_blog@yahoo.gr said

    Δεν είναι απλώς καλό, είναι εξαιρετικό!
    Και βέβαια καθόλου φλύαρο.
    Για όσους τους ενδιαφέρουν αντίστοιχες σπαρταριστές εμπειρίες από την 29μηνη θητεία μου στο Ναυτικό μπορούν να ξεκινήσουν από το παρακάτω ποστ που είναι το πρώτο από 12.
    Ο ΑΘΕΟΦΟΒΟΣ ΣΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ 1- ΝΑΥΤΗΣ ΠΡΟΠΑΙΔΕΥΟΜΕΝΟΣ ΣΤΟΥ «ΠΑΛΑΣΚΑ»
    http://atheofobos2.blogspot.gr/2015/09/1.html

  16. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.

    Πολὺ μοῦ ἄρεσε τὸ διήγημα. Καθόλου φλύαρο καὶ ἀποδίδει θαυμάσια τὴν ἀτμόσφαιρα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ στρατοῦ. Ἀτέλειωτες ὧρες ἀπραξίας καὶ ἀνίας. Καὶ κυρίως ἡ συναίσθηση τοῦ ἄσκοπα χαμένου χρόνου.

  17. sarant said

    15 Ώστε 29 βρε θερίο; Σε πέτυχε μείωση ή ήταν φυλακή;
    (Θυμάμαι σύνθημα στους τοίχους: Οχι 32 μήνες ναύτες)

  18. spiral architect 🇰🇵 said

    @14β: Και τους Η/Μ τους έκαναν τυφεκιοφόρους, χειριστές όλμων ή ΠΑΟτζήδες. 😦

  19. Γς said

    Ωχ, στρατιωτικές ιστορίες σήμερα.

    Φεύγω, όπως μπήκα.

    Μην κολλήσω, κάηκα.

    Δηλ. καήκατε!

  20. spiral architect 🇰🇵 said

    Ειδικότης; Βοηθός σιτιστή ωδικών πτηνών!

  21. gpoint said

    #15

    Αρα μετά πό μένα που έκανα 30 ντί τους 32 που ξεκίνησα…

    Εγώ αντίθετα δεν γράφω τα της θητείας μου γιατί τότε μου έτυχαν όλα τα απίστευτα… θα περιορισθώ στο ότι παρουσιάστηκα 21/4 ορκίσθηκα αξιωματικός 4/8, ΑΓΜ = 74000 και πως ο ναύαρχος μου μίλαγε στον πληθυντικό κι εγώ στον ενικό !!

  22. gpoint said

    # 21

    Αντε και μια τσόντα…

    στου Παλάσκα σημαιοφόρος και στου Κανελλόπουλου λιποτάκτης !!

  23. spiral architect 🇰🇵 said

    Χαρούμενη Κυριακή ευχηθήκαμε;

    (μιας και λέμε για τα στρατά)

  24. sarant said

    23 Ξέρεις πόσο κρατάει η θητεία στη Βόρεια Κορέα;

  25. Γιάννης Κουβάτσος said

    10 χρόνια μόνο η θητεία στη Βόρεια Κορέα. Αν και εκεί φανταράκια είναι από γεννησιμιού τους, είτε με στρατιωτική περιβολή είτε με πολιτική.

  26. spiral architect 🇰🇵 said

    @24, 25: Αυτοί, λογικά, είναι επίστρατοι σχεδόν όλοι τους τη ζωή, αλά Ισραήλ.

  27. Γιάννης Κουβάτσος said

    Μεγάλο κόλλημα αυτό των στρατιωτικών (και όχι μόνο) με τις μπεμβέ. Θυμάμαι μόνιμους υπαξιωματικούς και χαμηλόβαθμους αξιωματικούς, παιδιά από φτωχές οικογένειες ως επί το πλείστον, να έρχονται στην Κύπρο, να αγοράζουν μπέμπες και, όταν επέστρεφαν στην Ελλάδα, να τις πουλάνε, αφού δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στα έξοδά τους.

  28. Γιάννης Κουβάτσος said

    24, 26: https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://m.huffpost.com/gr/entry/10118698&ved=0ahUKEwik9YHs2IjWAhULC8AKHdXCBSEQFggbMAA&usg=AFQjCNHdhPhXwDVl1wWf4jGoS-xki9AuMQ

  29. atheofobos_blog@yahoo.gr said

    Κανονικά ήταν 27 μήνες αλλά εκεί που περιμέναμε να απολυθούμε μας ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία η παράταση για 2 μήνες!

  30. Τρίβλαξ said

    Εξαιρετικό! Και καθόλου φλύαρο.
    Μου έφερε στο νου τους δικούς μου 26 μήνες ως ΔΕΑ Μηχανικού. Για κάποιο λόγο θυμαμαι περισσότερο τα εύθυμα ως παράλογα και παρανοϊκα της θητείας μου, ίςως γιατί η δίκη μου συνταγή κατα της άνοιας ηταν να μεταφράσω το εργο του Joseph Heller, Catch 22. (Άθλια, ανέκδοτη εργαςια).

  31. Γιάννης Κουβάτσος said

    29. Σίγουρα καλύτερη, όμως, απ’ αυτήν που κυκλοφορεί.

  32. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια και τα καλά λόγια!

    30 Το θυμάμαι σε βιπεράκι αλλά μάλλον μεταγενέστερο της δικής σου προσπάθειας

  33. Γιάννης Κουβάτσος said

    31 στο 30, όχι στο 29.

  34. Τι σύμπτωση, Γιάννη Κουβάτσε! Κι εγώ σε στρατιωτικό ταχυδρομείο υπηρέτησα την ευτυχώς πολύ σύντομη θητεία μου το 1978, και μάλιστα στις ταχυδρομικές επιταγές!

  35. Αλλά δόκιμος 19 χρονών; Πώς γίνεται; Νόμιζα ότι για να σε κάνουν δόκιμο έπρεπε κάτι να έχεις σπουδάσει μετά το Λύκειο, ή όχι;

  36. Pedro Alvarez said

    Αν αγόραζαν τις μπεμβε στην Κύπρο,πα να πει ότι αγόραζαν μπηεμνταμπλεγιου και καθόλου παράξενο οτι τις πούλαγαν στην Ελλάδα… Ποιος όμως αγόραζε δεξιοτιμονη μπεμβε…;

  37. sarant said

    35 Ανάλογα με τη σειρά. Σε σειρές που δεν είχε πολλούς πτυχιούχους, γίνονταν και με απολυτήριο.

  38. Γιάννης Κουβάτσος said

    34. Γίνονταν και απόφοιτοι λυκείου δόκιμοι, Άγγελε. Πολλοί πτυχιούχοι αποφεύγαμε το δοκιμιλίκι, αφού θα έπρεπε να υπηρετήσουμε εφτά μήνες παραπάνω (τότε).
    36. Αριστεροτίμονα ήταν. Τα αγόραζαν κατόπιν παραγγελίας. Πολλά τα τροχαία λόγω ανάποδης οδήγησης.

  39. Γς said

    ΟΛεώ βρε παιδιά, τι κάνει;

    Δεν απαντάει και στα ε-μέλια μου.

    Ξέρει κανείς το τλφ του;

  40. Pedro Alvarez said

    38. Εξ ορισμού,ο χειρότερος Καλαμαράς οδηγός είναι καλύτερος από τον καλύτερο Κύπριο …αλλά βεβαίως οι καραβαναδες είναι ειδική περίπτωση ηλιθιότητας.

  41. Γς said

    39:

    ΟΚ.

    Είναι καλά. Απλώς δεν είχε ιντερνετ

    😉

  42. sarant said

    40 Αλήθεια; Ωχ…

  43. Γεροτάσος said

    Απολαυστικό! Άντε να γράψεις κάτι και για το ΚΕΕΜ.

  44. Γς said

    40:

    >ο χειρότερος Καλαμαράς οδηγός είναι καλύτερος από τον καλύτερο Κύπριο

    Υπάρχουν βέβαια και [λαμπρές] εξαιρέσεις.

    Παραλίγο να πέσω πάνω σ ένα Λαντρόβερ που ερχόταν επάνω μου στη δεξιά λωρίδα [σωστά].

    Κι αρχίζει να μου φωνάζει στα ελληνικά ο Εγγλέζος [των βάσεων;]:

    -Ρε κουμπάρε, ρε κουμπάρε!

    Πήγα να του πώ «Καλαμαράς, καλαμαράς!’

    Αλλά θα χάλαγα τον κανόνα

  45. sarant said

    43 Τώρα στα γεράματα; Έχω γράψει για το Κέντρο Εκπαιδεύσεως βέβαια -αλλά τότε.

  46. Πέπε said

    Καλησπέρα.

    Απολαυστικό και, πράγματι, καθόλου φλύαρο (επαναλαμβάνω βέβαια τους προλάλ).

    > > ευτυχώς που τονε κάλυβε ο συνταγματάρχης

    Αυθεντική φανταρίστικη διάλεκτος, και όχι αγραμματοσύνη δίκην λαϊκού ύφους: Σε κάποιο είδος πολεμικής άσκησης που πρέπει να φωνάξει ο ένας στον άλλο «με καλύβεις; – σε καλύβω!» το θυμάμαι να ακούγεται αποκλειστικά έτσι.

    Αντίθετα, δεν καταλαβαίνω γιατί «το ένα και το αυτό». Δε σημαίνει τίποτε, και λέγεται από όσους δεν έχουν καταλάβει πώς είναι σωστά η έκφραση και γιατί είναι έτσι κι όχι αλλιώς, πράγμα εντελώς ανεξάρτητο (το ότι δεν το έχουν καταλάβει) από το αν είναι στρατιώτες ή πολίτες.

    ___________________

    Οι φήμες (για μεταθέσεις, αλλαγή διοικητή, μεγάλες επιθεωρήσεις, μείωση θητείας και ό,τι άλλο χωράει ο νους του φαντάρου) που οργίαζαν ανεξέλεγκτα, διαχρονική πραγματικότητα στον στρατό.

    Εξίσου και η διαρκής ανησυχία για το «πού θα πέσεις» σε κάθε μετακίνηση δική σου ή των ανωτέρων σου. Γενικά, η πρώτη σκέψη είναι δυσοίωνη.

  47. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δεν ξέρω για το τεχνικό μέρος, κάπως αυθαίρετη η απόφανση, αλλά σίγουρα υπερτερούν οι Κύπριοι στην οδική συμπεριφορά και στην τήρηση του ΚΟΚ. Τουλάχιστον, αυτό ίσχυε πριν από 35 χρόνια, που βρέθηκα στην Κύπρο. Μου έκανε εντύπωση ότι σέβονταν απολύτως την προτεραιότητα των πεζών στις διαβάσεις, ενώ στα καθ’ ημάς πρέπει να σιγουρευτούμε ότι θα σταματήσουν οι εποχούμενοι στο κόκκινο και μετά να περάσουμε, πάντα μετά φόβου Θεού.

  48. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το διάβασα σερί και το απόλαυσα, καίτοι γυναίκα, σαν ένα πολύ ωραίο αφήγημα.Ο στρατός ήταν ακριβώς ο ιδιαίτερος καμβάς που το έκανε να κυλάει,να διαβάζεται τρεχάλα με την αναμονή του απρόοπτου που το πέτυχες Νικοκύρη βάζοντας προσφυώς σημάδια επικείμενης μπόρας κατά διαστήματα.Τίποτα περιττό.Ίσα ίσα δόθηκε αυτός ο χιλιομελετημένος/αναθεματισμένος, πότε αργόσυρτος και πότε ασφυκτικός, χρόνος της θητείας στο παμπάλαιο πλαίσιό του «εκεί που τελειώνει η λογική αρχίζει ο στρατός» με τα σουρρεαλιστικά,ευτράπελα έως γελοία, συμβάντα να το επικυρώνουν.
    Αν ήταν στην εποχή του ιντερνετ, θα ήθελα έναν χόακα με το ρητό του Περικλή (ωραία πλάκα) να τραμπάλιζε τον ταξίαρχο. 🙂

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Τσότρα.
    Πάντα θα μου θυμίζει το τραγούδι απ΄όπου την άκουσα/έμαθα πρώτη φορά
    Στην τσότρα κόκκινο κρασί
    απο τη Σαντορίνη

    και στο παράθυρο καρσί
    μ΄ ένα μπλουζάκι θαλασσί
    χρυσογελάει η Μυρσίνη.

  50. gpoint said

    Φαίνεται πως ο Τσάνας διαβάζει Σαραντάκο και μπροστά στον κινδυνο να γίνει ρεζίλι ακολούθησε τις οδηγίες που έδωσα μετά το ματς με την Εσθονία (όποιος πίστεψε πως τραυματίστηκε ο Ρέτσος είναι αθώος όσο δεν παίρνει). Το αποτέλεσμα το είδατε κι ας μην έκανε η μπάλλα το χατήρι στον Σταφυλίδη. Πρόβλημα αν θα αντέξει σ’ αυτόν τον ρυθμό ο Δώνης και κατά δεύτερο λόγο ο Φορτούνης. Ελπίδα όσο αγωνίζεται ο Φελαϊνί, τόχα πει και στο παιχνίδι στο Βέλγιο

  51. Pedro Alvarez said

    https://www.google.com.kw/search?q=%CE%97%CE%94%CE%A5+%CE%A4%CE%9F+%CE%9C%CE%97%CE%94%CE%95%CE%9D+%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%A4%CE%A4%CE%95%CE%99%CE%9D&ei=PF6sWZmzKMKxUdTcv9gO&start=10&sa=N&biw=1366&bih=662
    !

  52. ΣΠ said

    Για να πάρεις τα αποτελέσματα με την φράση πρέπει να την βάλεις σε εισαγωγικά:
    https://www.google.gr/search?source=hp&q=%22%CE%97%CE%94%CE%A5+%CE%A4%CE%9F+%CE%9C%CE%97%CE%94%CE%95%CE%9D+%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%A4%CE%A4%CE%95%CE%99%CE%9D%22&oq=%22%CE%97%CE%94%CE%A5+%CE%A4%CE%9F+%CE%9C%CE%97%CE%94%CE%95%CE%9D+%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%A4%CE%A4%CE%95%CE%99%CE%9D%22&gs_l=psy-ab.3..0i22i30k1.2844.2844.0.4982.2.1.0.0.0.0.182.182.0j1.1.0….0…1..64.psy-ab..1.1.181.0.-FYAQzEvV3I

  53. […] Πηγή: 829 Αποθήκη Καυσίμων, ένα φανταρίστικο διήγημα « Οι λέξε… […]

  54. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Ωραίο διήγημα Νικοκύρη, διαβάζεται ευχάριστα και μου άρεσε περισσότερο από τα δύο προηγούμενα δικά σου που είχα διαβάσει, μόνο το «διανέμουν ένα μήνα φυλακή στην καθισιά τους» με ξένισε, να μοιράζουν, θα ταίριαζε καλύτερα νομίζω αλλά είναι πταίσμα στην όλη γραφή.

  55. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι,

    με κεφαλιάν του Βελγο-Κογκολέζου, Ιορδάνη Λουκάκου, εις το 73΄ οι Βέλγοι ενίκησαν προ 55 λεπτών με 2-1 τους Ρωμιούς εις το γήπεδον Καραϊσκάκη και προεκρίθησαν πανηγυρικώς εις το Μουντιάλ της Ρωσσίας. Οι Ρωμιοί κατά πάσαν πιθανότητα απεκλείσθησαν, εκτός αν «κλείσουν τα μάτια» οι Θεοί εις τας εναπομενούσας αγωνιστικάς.

    1) Απαξάπαντες οι αναγνώσται συμφωνούν ότι το νεανικόν αυτό διήγημα του κ. Σαραντάκου έχει ως εύρημα το υποτιθέμενον αρχαίον ρητόν «ΗΔΥ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΠΡΑΤΤΕΙΝ» με το οποίον ο αριστερός φαντάρος «ετιμώρησε» τους αγραμμάτους εθνικόφρονας καραβανάδες. Είναι, όμως, τα πράγματα έτσι; Είναι όντως ανύπαρκτον το ρητόν;

    Πού ήτο ο κ. Σαραντάκος το σωτήριον έτος 1999, ότε ο μακαριστός Μάριος Πλωρίτης μάς εβεβαίωνεν από το έγκυρον «Βήμα» ότι το ρητόν «Ηδύ το μηδέν πράττειν» είναι υπαρκτόν και αρχαίον; Διατί δεν διεμαρτυρήθη δημοσίως τότε ο κ. Σαραντάκος, ώστε να εξευτελισθή εις το διηνεκές ο μακαριστός Πλωρίτης; Αναρτώ το κείμενον του Πλωρίτου και συνεχίζω…

    Είναι δυνατόν να έκαμε τοιούτου βεληνεκούς γκάφαν ο Πλωρίτης; Όχι βεβαίως… Απλώς, ήλλαξεν ολίγον τας λέξεις. Η πρωτότυπος φράσις ανήκει εις τον Βυζαντινόν αυτοκράτορα και συγγραφέα Ιωάννην Καντακουζηνόν και απευθύνεται ειρωνικώς προς τους ορθοδόξους μοναχούς, οι οποίοι περνούσαν τας ημέρας των άπραγοι. Την αναρτώ ευθύς αμέσως

    Αν αμφισβητείτε την σημασίαν του εν λόγω αποσπάσματος του Καντακουζηνού, ερωτήσατε κάποιον βυζαντινολόγον να σάς ξεστραβώση. Από εδώ προέκυψε το νόημα του ρητού «Ηδύ το μηδέν πράττειν» που μνημονεύει ο Πλωρίτης τον Οκτώβριον του 1999 και ουδείς τον κατηγόρησε διά πλαστογραφίαν!…

    2) Βεβαίως, ο κ. Σαραντάκος αποκρύπτει την ιταλικήν φράσιν «dolce far niente» (γλυκό το να μή κάνεις τίποτα) που μνημονεύει δίς ο Παπαδιαμάντης και εις το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» ο πατήρ Σαραντάκος. Το Επιτελείον μας ανεκάλυψε ότι η πρώτη καταγραφή αυτής της φράσεως δεν έγινε από τους Ιταλούς (όπως μάς βεβαιώνει και το Online Etymology), αλλά από τον κορυφαίον Γάλλον μυθιστοριογράφον Σταντάλ εις τας περιφήμους «Αναμνήσεις του Ροσσίνι» που μετεφράσθησαν εις την αγγλικήν από το 1824

    Περαίνων, επισημαίνω ότι εις τας 26 Δεκεμβρίου 2013, εις την ανάρτησίν του Αυτό δεν το είπε ο Κικέρωνας!, ο κ. Σαραντάκος κάμνει λόγον διά κάποιον φαντάρον που εξεδικήθη τον Διοικητήν του Λόχου του αναρτών το ανύπαρκτον ρητόν «Ηδύ το μηδέν πράττειν», αναφερόμενος – προφανώς – εις τον εαυτόν του…

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

    ΥΓ: 1. Η σημερινή κυριακάτικη «Καθημερινή» γράφει (αρθρογράφος Ανδρέας Δρυμιώτης) ότι ο Τσώρτσιλ ουδέποτε ξεστόμισε ή έγραψε την περίφημον φράσιν «Στο εξής δεν θα λέμε ότι οι Ελληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σας Ελληνες» με την οποίαν αυνανίζονται περιπαθώς επί 67 έτη οι αποβλακωμένοι Ρωμιοί. Διατί ο κ. Σαραντάκος εις τα 9 έτη της Διαδικτυακής του παρουσίας, ουδέποτε ετόλμησε να αποδομήση την ανωτέρω φράσιν του Τσώρτσιλ, όπως με κάθε ευκαιρίαν αποδομεί την Θείαν Ελληνικήν Γλώσσαν;

  56. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    54 Για το διανέμει έχεις δίκιο, και τώρα που το αντέγραφα το βρήκα αταίριαστο -αλλά δεν διορθώνω τον νεαρό συγγραφέα, αλλιώς θα το άλλαζα όλο.

    55 Για τη φράση του Τσόρτσιλ έχει γράψει παλιότερα η Λεξιλογια.

  57. http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?14354-%CE%9F%CE%B9-%CE%AE%CF%81%CF%89%CE%B5%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%BD-%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CE%88%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%82-(%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%AC-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%BB%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%BF%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%A5%CE%A0%CE%95%CE%9E)

  58. Dimi said

    Νοικοκύρη,τα είχα διαβάσει τότε που εκδόθηκαν ,μου είχαν αρέσει πολύ αλλά δεν θυμόμουν τίποτε.
    Όταν διάβασα τα τελευταία βιβλία σου για την γλώσσα έλεγα κάτι μου θυμίζει το όνομα και με μια μικρή έκπληξη έμαθα ότι ήταν εκείνος που είχε γράψει «μετά την αποψίλωση» ! Καλή ιδέα η παρουσίαση ,ευχαριστώ.

  59. … «Οι παροχές υπολογίζονται βάσει της εξισώσεως
    Νιούτον-Μπερνούλι- Βολκώφ» …

    Ο Νικολάι Βολκώφ μαζί με τον Άιρον Σικ (καλλιτεχνικά ψευδώνυμα) ήταν δυο δημοφιλείς καρικατούρες τον καιρό που το Professional Wrestling (a form of «rehearsed» entertainment) – κράμα πάλης/τσίρκου με αεροπλανικά κόλπα, κολοτούμπες, και σάλτα μορτάλε – τράβαγε πλήθη στις ΗΠΑ, μέσα του 80.

    Συνδυάζοντας τις τότε αναμετρήσεις των ΗΠΑ με Ιράν/ΕΣΣΔ, το ντουέτο Βολκώφ/Σικ έμπαινε στο ριγκ ρίχνοντας κάποιες ψιλές μέχρι να φέρει κάποιον υποτίθεται πατριώτη παλαιστή στο όριο, όπου αυτός τελικά ξεγλυστρούσε, έριχνε τις σχετικές φάπες στους άλλους δύο – κάτι σαν την θρυλική μάχη Τιναρλί Μεμέτ / Τζιμ Λόντος, φαντάζομαι; – και μετά πήγαιναν όλοι για μπύρα, όπως διακωμωδεί και σχετική διαφήμιση της εποχής (μία από αρκετές του είδους).

  60. Και αργότερα ο Βολκόφ θα έπαιζε εναντίον της Εθνικής το ’87 — καλά δεν θυμάμαι; (Καλά θυμάμαι: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%BA%CF%8E%CF%86 )

  61. Γς said

    Φοβήθηκα ότι θ αρχίσουν οι ατέλειωτες ιστορίες απ τον στρατό γι αυτό έμεινα έξω και δεν έγραψα κάτι.
    Ομως, δεν επαληθεύτηκαν οι φόβοι μου.
    Πάντως χλιαρά πράγματα γενικώς.
    Ας βάλουμε ένα χεράκι.

    >Και η χειρότερη κατάρα ήτανε κάτι «έγκυρες πηγές»• ο ένας είχε μέσον υπάλληλο στο ΓΕΣ, ο άλλος ταξίαρχο στη στρατολο­γία, ο τρίτος βουλευτή κι ο τέταρτος φαντάρο γραφέα —το πιο σίγουρο δηλαδή.

    Κι είχαμε τελειώσει την 6μηνη εκπαίδευση στα Ηλεκτρονικά, ΑΤ εδάφους, αέρος κλπ κλπ ση Βάση της Αεροπορίας στο Καβούρι και την επομένη θα ερχόντουσαν οι μεταθέσεις. Σε αεροδρόμια και βουνοκορφές στη μαμά του ξαποδώ.

    27 νοματαίοι ήμασταν και είχαν βύσμα οι 28. Και σοβαρά βύσματα. Ολοι εκτός από μένα που ήθελα να μείνω στην Αθήνα, αλλά ποιος ξέρει που θα με στέλνανε. Κι ήταν μεγάλη η θητεία τότε στην Αεροπορία. Κοντα 3 χρόνια.

    Τι να κάνω λοιπόν. Βγαίνω ωνίων και πάμε στις αποθήκες του Παλαιού Φαλήρου της Αεροπορίας για κατεψυγμένα κρέατα και τέτοια.

    Και να, ο Γς με τη φόρμα αγγαρείας να διασταυρώνεται με τον διοικητή που έμπαινε στη Βάση.
    Και δεν ήταν όποιος κι όποιος.
    Μετά από το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας και τον Αρχηγό ήταν οι τρεις διευθύνσεις: Εκπαίδευσης, Υλικού και Επιχειρήσεων ή κάπως έτσι.

    Τούτος εδώ ήταν ένας απ τους τρεις μετά τον Αρχηγό [Βασιλικής !] Αεροπορίας.
    Με τη στολή του, τις πουλάδες του [αετοί, διακριτικά ιπταμένων] και άλλα μπιχλιμπίδια. Χώρια οι επιτελείς του που τον συνόδευαν.

    Και του την πέφτει ο Γς!

    -Αφεντικό, περνάει τίποτα απ το χέρι σου;

    Και του εξηγώ ότι την επομένη θα ερχόντουσαν οι μεταθέσεις μας και η μανούλα μου είναι άρρωστη και ο πατέρας μου έτσι και πρέπει να είμαι κοντά τους και άλλα τοιούτα.

    -Ελα μαζί μου.

    Και πήγα μαζί τους.
    Με το που μπήκαμε στο Διοικητήριο έριξε κανα δυο καμπάνες σε φρουρούς για τις στολές τους που ήταν τσαλακωμένες και άρχισαν να τρέμουν τα πόδια μου για την καμπάνα που θα έτρωγα εγώ, έτσι βλοσυρός και άγριος που ήτανε.

    Και μπήκαμε στο γραφείο του και χαμογέλασε επί τέλους. Και πήρε τηλέφωνο το Γενικό Επιτελείο:

    -Σταύρο έχω εδώ έναν ανιψιό μου. Φρόντισε να πάει σε μια καλή μονάδα εδώ. Τι; Πώς τον λένε;

    Και γυρίζει σε μένα:

    -Πως σε λένε παιδί μου;

    Και με τούτα και με τα άλλα επέστρεψα στο Καβούρι με την καλύτερη μετάθεση της ειδικότητάς μας στο τσεπάκι μου: Στη Σχολή Ικάρων.

    Χριστοδούλου τον λέγανε τον Σμήναρχο, Αντιπτέραρχο, ότι ήταν τέλος πάντων. Επρεπε κάποτε να πάω να τον δω…

  62. Βάταλος said

    Εντιμώτατε κύριε Γς (σχόλιον 61)

    Λίαν διδακτική η διήγησίς σας διά το πόσον μπουρδέλον ήτο εξ-απο-ανέκαθεν το Ρωμέικο. Διατί όμως μάς αποκρύπτετε την ουσίαν;

    1) Αν είσθε εβδομηνταφεύγα όπως ακούεται, η ιστορία που διηγείσθε, διαδραματίζεται επί Χούντας. Διά να υπάγης εις την Αεροπορίαν επί Εθνοσωτηρίου, έπρεπε να είσαι κάργα Εθνικόφρων επί 4 γενεάς και να μή έχης ούτε έναν κομμουνιστήν εις το σόϊ σου. Συνέβαινε αυτό με υμάς;

    2) Αυτός ο σμήναρχος Χριστοδούλου, μήπως ήτο κάργα χουντικός ή βασιλόφρων, και δι’ αυτό δεν επήγατε ποτέ να τον ευχαριστήσετε διά το ρουσφέτι; Και αφού τον τρέματε, όπως λέτε, πώς είναι δυνατόν να του ομιλούσατε εις τον ενικόν; (-Αφεντικό, περνάει τίποτα απ το χέρι σου;)

    Άλλην φοράν να είσθε πιό προσεκτικός εις τας διηγήσεις σας, αγαπητέ κ. Γς, διότι δεν είμεθα όλοι κάφροι να τα χάφτωμεν όπως μάς τα σερβίρετε, εν τη προσπαθεία σας να αποκρύψετε την ουσίαν: Ότι, δηλαδή, κατάγεσθε από λίαν εθνικόφρονα οικογένειαν…

  63. Γς said

    62:

    Πλάκα [προσπαθείς να] έχεις.

    1. Φίφτυ φίφτυ το σόι μας.
    Αρχικά με είχαν ρίξει στο στρατό. Δεν μου άρεσε η καφρίλα και το χακί. Ενώ η γκλαμουριά και το μπλε της ΡΑΦ …Ετσι έβαλα μέσο, έναν φίλο του πατέρα μου και με ρίξανε στην Αεροπορία. Αυτά όταν πέρναγα περιοδεύων αρκετά χρόνια πριν την χούντα, το 61 ή 62.

    Και ευτυχώς που βρέθηκα εκεί. Δυό άλλοι συμφοιτητές μου που είχαμε κάνει ταρζανιες με τους πολυγράφους της ΕΡΕΝ που είχαμε πάρει [προκηρύξεις και τέτοια] τους σαπίσανε στο Στρατό. Εμένα μου είπανε στα ίσια στην ασφάλεια της βάσης ότι δεν τρέχει τίποτα. Να φοβάμαι μόνο ένα χαμηλόβαθμο καθίκι της Χούντας.

    2. Του μίλησα μάγκικα και στον ενικό μπας και καταφέρω να τον εντυπωσιάσω. Ούτως ή άλλος χαμένος ήμουν χωρίς.βύσμα. Μετά άρχισα να ανησυχώ και να τρέμω με τις καμπάνες που έριξε στους σμηνίτες.

  64. Γς said

    64:

    Και μετά τη Χούντα και την Αεροπορία να ξαναβάλουμε εκείνη την Ντακότα που με λαχτάρησε.

    Πλάκωσαν λοιπόν μια μέρα Παπαδόπουλος, Πατακός και λοιποί στο Τατόϊ για να πετάξουν για Καλαμάτα όπου και θα εγκαινίαζαν το νέο αεροδρόμιο για εκπαίδευση των Ικάρων στα αεριωθούμενα.

    Είχαμε ετοιμάσει την καλή μας (τη μόνη που μπορούσε να πετάξει) Ντακότα μας και την βγάλαμε στο διάδρομο.
    Μπήκα μέσα, μετά τους μηχανικούς οργάνων και τους ηλεκτρολόγους, έλεγξα όλα τα ραδιοβοηθήματα, τέσταρα τις συχνότητες με τον πύργο ελέγχου, υπέγραψε τη φόρμα ο πιλότος ότι όλα είναι Οκ και κατέβηκα μπροστά από το Γιώργο, το Στέλιο, τον πως-τον-λέγανε-Μακαρέζο και τους άλλους που είχαν μπεί ήδη στη Ντακότα.

    Εξωτερική μπαταρία οι κινητήρες οκ, η μπαταρία εκτός, τροχοδρομεί και απογειώνεται.

    Αναπνεύσαμε. Οχι όμως για πολύ. Σε πέντε λεφτά ξαναγυρίζει με βλάβη Α/Τ (ασυρμάτου). Ξαναμπαίνω μέσα. Τρέμω, η χουντοσυμμορία με κοίταζε περίεργα που τους χάλαγα τη πτήση.
    Ξανατεστάρω τα πάντα. Όλα ΟΚ. Το βλέπει κι ο πιλότος ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και ξαναφεύγει. Τρεις φορές απογειώθηκε και τρεις φορές ξαναγύρισε.
    Ο μονιμάς προϊστάμενός μου, τράβαγε τα μαλλιά του. Αλλάξαμε μέχρι και πομπό και δέκτη. Τα ίδια.
    Τελικά ματαιώθηκε η μετάβαση της Εθνικής Κυβέρνησης εις τας Καλάμας.

    Τι ήτανε; Το είχα ψυλλιαστεί: Νερό ήταν, της βροχής, που είχε μπει σε έναν κλειστό διακόπτη από κάποια χαραμάδα της ατράκτου.
    Όταν η Ντακότα ήταν στο έδαφος είχε μια κλίση προς τα πάνω η μουσούδα της, όχι όμως όταν ήταν στον αέρα. Τότε το νεράκι στον διακόπτη βραχυκύκλωνε δυο επαφές κι έχετε γεια βρυσούλες…

  65. Γς said

    64:

    Κι ήταν κι ένας μονιμάς αρχισμηνίας που ήθελε σώνει και καλά να πιάσει πουλάκια με ένα χαρτοκούτι που είχε βάλει ψίχουλα και που το χειριζόταν από μακριά με ριμότ κοντρόλ: Ένα σπάγκο που θα τράβαγε ένα ξυλάκι, που θα έπεφτε το σκέπασμα, που θα εγκλώβιζε το πουλάκι!

    Τον βλέπει ο Μήτσος και λέει: Αυτόν εδώ με αυτό το βίτσιο πρέπει να τον εκμεταλλευτώ.

    -Αφεντικό. Τι τα θέλεις τα σπουργίτια;

    -Να τα βάλω στο κλουβί να κελαηδάνε.

    -Ρε αφεντικό τα κανάρια κελαηδάνε! Δωσε μου μια άδεια να πα να σου φέρω ένα μαγκιόρο καναρίνι.

    -Μπα για χαζό με πέρασες; Φέρε μου πρώτα το καναρίνι και μετά σου δίνω άδεια.

    -Μα πως θα στο φέρω αν δεν βγω έξω;
    -Δεν ξέρω. Κόψε το λαιμό σου.

    Τι να κάνει λοιπόν κι ο Μήτσος. Πιάνει ένα σπουργίτι και το βάφει με το σπρέι κίτρινο. Με το σπρέι που βάφαμε τα σημεία εκείνα στο αεροπλάνο που έπρεπε να πατάμε για να μην τραυματίσουμε άλλα μέρη της ατράκτου.

    -Τι κάνεις εδώ ρε μαλακισμένο; Θα ψοφήσει.

    -Ας προλάβω εγώ να μου υπογράψει την άδεια κι ας ψοφίσει.

    Τελικά όταν σε λίγο ξαναπέρασα από εκεί τον είδα να κάθεται περίλυπος μπρος το ψόφιο πτηνό.

    -Εμ, στα έλεγα ρε!

    -Μωρέ δεν ήταν από το βάψιμο. Από τα διαλυτικό τα τίναξε. Το είχα βάψει πολύ κίτρινο.

  66. Alexis said

    Πολύ καλό το διήγημα, τώρα πρόλαβα και το διάβασα.
    Περιγράφει μια θητεία άλλης εποχής βέβαια, που δεν υπάρχει σήμερα.

    Αφασία-αφάσιος, δείγματα της νεανικής αργκό των ’80ς, λέξεις ξεχασμένες σήμερα.
    (ψέματα, ακούγονται ακόμα σε ταινίες με τον Ψάλτη και τον Γαρδέλη) 🙂

    Στρατιωτική θητεία, Κοζάνη και χιόνια, ε, δεν μπορώ να μην το βάλω:

  67. spiral architect 🇰🇵 said

    Από τον τελευταίο λίκνο του ILLΟινόη:

    Ακριβώς αυτό κάνει η σημερινή Κυβέρνηση. Με μίσος ταξικό, προσπαθεί να αρμέξει περισσότερο γάλα από την ιδιωτική οικονομία με αποτέλεσμα να τη σκοτώνει. Αν αυτό επιδιώκει, θα το επιτύχει, αλλά ταυτόχρονα θα καταστρέψει τη Χώρα μας.

    Ομίλησεν ο Δρυμιώτης τζούνιορ μικρανιψιός του συνονόματού του κρατικοδίαιτου Δρυμιώτη (της παλαιάς Δέλτα Πληροφορικής και νυν SingularLogic) που από το ’81 έχει πάρει εργολαβία τις παντός είδους εκλογικές αναμετρήσεις και το μόνο που έχει καταφέρει να φτιάξει είναι ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου, που το’ χει φορτώσει σε όλο το Δημόσιο και τις (πρώην) ΔΕΚΟ.

    Το παραπάνω πρόγραμμα είναι τόσο άχρηστο, που δεν μπορεί να κάνει τυχαία εύρεση σε οποιοδήποτε πεδίο αναζήτησης.

  68. Γς said

    63:

    Αεροπλάνα. Το χόμπι μου.
    Η αγάπη μου από πιτσιρικάς.

    «Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω αεροπόρος να βομβαρδίζω στην Κορέα», η πρώτη μου έκθεση το 1950.

    Και πάλι τύμπανα σαν εκείνα της εποχής εκείνης:

    «massive,» «overwhelming» military response to North Korea

    Γουστάρω!

    Να γίνει της Κορέας

    Κι έχεις τον Spiral Architect [στο πρηγούμενο σχόλιο π.χ.] να έχει στο χρηστόνυμό του εδώ τη σημαία της Β. Κορέας.

    Να την κατεβάσει αμέσως!

  69. Γεροτάσος said

    Σχ. 45

    Κανείς δέν εἶναι γέρος μπροστά στόν ὄντως… Γέροντα. Τεμπελιάζεις νέε μου;

    Σχ. 68

    Ξύνεις πληγές…

  70. Γς said

    68:

    >Να την κατεβάσει αμέσως!

    Και ν ανεβάσει αυτήν:

  71. sarant said

    58 Να είσαι καλά!

    67 Είναι και αχάριστοι, βλέπεις.

  72. spiral architect 🇰🇵 said

    @70: Χεχεχε! 👿 🚀 👿 🚀

  73. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    68 – Το παρελθόν έχει δείξει αλλά και το παρόν μας δείχνει πως ανθρωπότητα δεν κινδυνεύει από την σημαία της Β.Κορέας που δεν έχει επέμβει σε καμία χώρα, αλλά από την αστερόεσσα των ΗΠΑ που επεμβαίνουν παντού με εκατομμύρια θύματα. Όποιος σκοτώνει συνειδητά έναν άνθρωπο δεν έχει κανένα πρόβλημα να το επαναλάβει κι άλλες φορές.
    Χιροσίμα, Ναγκασάκι, η επόμενη πόλη ποιά θα είναι;

  74. Μπετατζής said

    Σε παρόμοιο ερημικό και απομονωμένο φυλάκιο της Ρόδου, (Πεζικό), η δική μου εμπειρία : Είχα κάτι καλά παιδιά στο φυλάκιο και είχα μάθει σε όλους τους σκάκι. Παίζαμε πρωταθληματάκια ολημερίς και περνούσε η ατελείωτη ώρα. Γίνεται μία έφοδος, μιας πιάνει εμένα και ένα φαντάρο (εγώ ήμουνα λοχίας), ένας ΕΠΟΠ να παίζουμε σκάκι, αντί να φυλάμε σκοπιά και μας κατεβάζει στο στρατόπεδο (εμείς είμασταν ψηλά στο βουνό), για αναφορά και φυλάκα. Εκεί, στην αναφορά, μας αρχίζει ενώπιον όλου του τάγματος τον εξάψαλμο ο διοικητής, και ξαφνικά τον ακούω να λέει : «Αντί να φυλάτε σκοπιά καθόσασταν και παίζατε τάβλι». Δεν ξέρω, για κάποιο λόγο δεν μου άρεσε αυτό, οπότε μπροστά σε όλο το παραταγμένο τάγμα σηκώνω το χέρι, ζητάω τον λόγο και τον διορθώνω : «Σκάκι παίζαμε κύριε διοικητά, όχι τάβλι». Αργότερα έμαθα ότι πήγε να πάει εγκεφαλικό ο διοικητής. Πάντως και στο βιβλιάριό μου, εκεί που σημειώνονται οι ποινές, γράψανε 20 μέρες φυλακή επειδή έπαιζε τάβλι στη σκοπιά.

  75. Γς said

    74:

    Εχω να παίξω τάβλι κάτι δεκαετίες

    Επιχείρησα κάποτε με μια φίλη μου πριν από μια δεκαετία αλλά σταματήσαμε την παρτίδα όταν διαπιστώσαμε ότι έπαιζα πόρτες κι αυτή πλακωτό…

  76. sarant said

    74 Πολύ καλό αυτό με την αναφορά!

  77. Theo said

    Καλημέρα και καλή εβδομάδα.

    Μου άρεσε πολύ το διήγημά σου, Νικοκύρη. Ρέει σα νεράκι, δεν είναι φλύαρο και μας φέρνει μια δροσιά και φρασεολογία, των νιάτων μας 🙂

  78. sarant said

    Νάσαι καλά!

  79. Παναγιώτης Κ. said

    Το διήγημα δεν ήταν καλό… Ήταν πολύ καλό!!!

  80. Χρήστος Ι. said

    Πολύ καλό ,!

  81. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Το διήγημα δεν ήταν πολύ καλό . Ήταν πάρα πολύ καλό!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: