Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 15 Οκτώβριος, 2017


Το σημερινό λογοτεχνικό μας κομμάτι γεννήθηκε από και για το ιστολόγιο. Τις προάλλες, που είχαμε το καθιερωμένο μηνολόγιο, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

Ο Δημήτρης έστειλε και πρόλογο, γλωσσάρι καθώς και επίμετρο με σκίτσα. Οπότε η δική μου δουλειά είναι πολύ λιγότερη. Του δίνω τον λόγο:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινὸ ἀφήγημα ἦταν ἕνα σχόλιο ποὺ ἔγραψα στὸ «Μηνολόγιον Ὀκτωβρίου». Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Σταύρου (ΣΠ,#37) καὶ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Μιχάλη Νικολάου (#44) ἔγραψα τὸ ἀφήγημα ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ πρόλογο τὸ σχόλιο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή του. Τὰ μοτίβα εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλους ὅσοι ἔχετε διαβάσει τὰ προηγούμενα γραφτὰ μου, ποὺ φιλοξένησε ἐδῶ ὁ Νικοκύρης. Ζητῶ ἐκ προοιμίου συγγνώμη γιὰ τὰ κακότεχνα σκίτσα ποὺ συνοδεύουν τὶς παραπομπές, ἀλλὰ τὰ θεώρησα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ παραλληλισμὸς ἀνάμεσα στὶς πλῶρες τῶν καϊκιῶν καὶ στὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων.

 

ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

Ἔχει τὴ γλύκα του ὁ Ὀχτώβρης. Ἰδιαίτερα ὅταν εἶσαι κοντὰ στὴ φύση. Δὲν ἔχω πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὸ βουνό· νησιώτης γάρ. Μοναχὰ κάτι τριήμερα-τετραήμερα στὸ Πήλιο καὶ στὴν ὀρεινὴν Ἀρκαδία. Λίγες εἰκόνες, ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ὅμως. Οἱ πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὰ Θερμιά. Μπονάτσες ποὺ δὲν τὶς βρίσκεις τὸ καλοκαίρι· καὶ προπαντὸς ἡρεμία σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Λείπουν οἱ «ἄγριοι» τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἔρχονται «κουρδισμένοι» ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς πόλης. Ἀλλάζει καὶ τὸ φῶς· γλυκαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀμείλικτο φῶς τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ κάνει τὸ πέτρινο τοπίο κοφτερό. Τώρα εἶναι σὰν νὰ στρογγυλεύουν, νὰ γλυκαίνουν οἱ ἄκρες. Κι οἱ βροχὲς ἔχουν τὴ γλύκα τους κι αὐτὲς. Νὰ βλέπεις τὴν κουρτίνα τῆς βροχῆς πάνω στὴ θάλασσα νὰ ζυγώνει. Τὰ πρῶτα σαλιγκάρια· καὶ τὸ πρῶτο μαριδάκι τῆς τράτας νὰ σπαρταράει ζωντανὸ στὴ φούχτα σου καθὼς τὸ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ τελάρο…

Ἔχω πολλὲς φθινοπωρινὲς εἰκόνες στὸ μυαλό μου· ἀπὸ τὸ βάθος τῆς μνήμης τῶν παιδικῶν μου χρόνων μέχρι πρόσφατα. Θὰ τὶς ἀφηγηθῶ ἔτσι ὅπως μοῦ ᾿ρχονται στὸ μυαλό· ἀνάκατες, σκόρπιες, σὰν τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ Ὀχτώβρη.

….

Πρωινὴ καλάδα στὰ Ζεστά, τὰ δίδυμα αὐλάκια ἔξω ἀπὸ τὸν πανέμορφον ἀμμουδερὸ λαιμὸ τῆς Κολώνας. Ἡ τράτα νὰ πέφτει στὸ νερὸ ἀξημέρωτα· μὲ τὸ πρῶτο φῶς νὰ τραβᾶμε. Ὄχι ἐμεῖς, τὸ βίντζι1 τά ᾿κανε ὅλα. Ἐμεῖς παίρναμε τὰ μπόσικα ὅπως ξετυλίγονταν ἀπ᾿ τὸ βίντζι. Μόνο τὸ σάκκο2 παίρναμε πάνω στὸ καΐκι μὲ τὰ χέρια· καὶ ξεχωρίζαμε τὰ ψάρια στὰ τελάρα. Χώρια τὸ μαριδάκι, χώρια ἡ γόπα, χώρια τὰ διάφορα. Στὸ μπουγέλο3 βάζαμε τὸ μεζὲ τοῦ πληρώματος· μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια, σουπιὲς κι ὅποιαν ἄλλη νοστιμιὰ τοῦ τηγανιοῦ ἔβγαζ᾿ ὁ σάκκος.

Ὁ Μανώλας4 μὲ τὸ Δημήτρη, τὸ γιό του, τὴν κάνανε ἄνετα τὴ δουλειά. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς νεανικῆς παρέας, τῆς «κουσέρβας»5, ἤμαστε γιὰ τὸ μπούγιο. Ἕλα ὅμως ποὺ τ᾿ ἄρεσε τοῦ Μανώλα ἡ παρέα μας. Μᾶς ἔβλεπε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ βαπόρι, Παρασκευὴ βράδυ ἤ Σάββατο πρωί, βιαστικοί, γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ποῦ οἱ παλιὲς, καλὲς ἐποχὲς τοῦ φοιτηταριοῦ μὲ τὸ καλοκαιρινὸ ἀραλίκι, δυὸ μῆνες καὶ βάλε. Τώρα, ποὺ μπήκαμε στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς, δυὸ-τρεῖς βδομάδες μὲ τὸ ζόρι. Γι᾿ αὐτὸ αὐγατίζαμε τὶς διακοπὲς μὲ τὰ Σαββατοκύριακα.

«Ρὲ σεῖς πάλι ἐδῶ εἴσαστε;» μᾶς ψευτομάλωνε, «ὥσπου νὰ σκιάξει6 ὁ κῶλος σας, μπρόβαλε7 ἡ μούρη σας! Ὅλα σας τὰ λεφτά στὰ εἰσιτήρια τὰ τρῶτε!»

Μέσα του ὅμως τὸ καταχαιρότανε. Τί κι ἄν μᾶς χώριζαν κοντὰ τριάντα χρόνια κι ὁ γιός του ἦταν πιὸ μεγάλος ἀπὸ μᾶς, μὲ γυναίκα καὶ παιδιά. Μαζί μας ξαναγινόταν παιδί· καὶ μᾶς πείραζε γιὰ τὶς τουρίστριες, θυμίζοντάς μας παλιότερα περιστατικά.

«Ρὲ σύ, θυμᾶσαι πού ᾿σουνα μ᾿ ἐκείνη τὴ τουρίστρια στὴν ἄμμο τοῦ Φλαμπουριοῦ; Καλὰ τὸ κατάλαβα τότες, κι ἄς ἥτανε σκοτεινά· θεμωνιὰ μεγάλη εἶδα, δὲ μπορεῖ νά ᾿τανε ἄλλος».

Ὕστερα ξεστρατίζει ὁ νοῦς μου πιὸ παλιά, στὰ ἐφηβικὰ μου χρόνια· στὸν ἴδιον τόπο, τὴν ἴδιαν ὥρα νὰ σηκώνω ἀθερινόδιχτο μὲ τὸν παπποῦ, τὸν καπτα-Μῆτσο. Οἱ ἀθερίνες νὰ κρέμονται στὸ δίχτυ σὰ σταφύλι, κάθε μάτι καὶ ψάρι· κι ἀπὸ κάτω τὰ μαγιάτικα νὰ πέφτουν στὸ κοπάδι τῆς ἀθερίνας πού ᾿χε σταματήσει μπρός τὸ δίχτυ, ὅπως τὰ ζωντανὰ στὸ φράχτη· κι ἐγὼ νὰ θέλω νὰ πέσω στὴ θάλασσα νὰ πιάσω τὰ μαγιάτικα μὲ τὰ χέρια.

«Πῶς θὰ τὰ πιάσουμε αὐτὰ, παπποῦ», ρωτοῦσα ὅλο λαχτάρα.

«Δὲν πιάνονται αὐτὰ μὲ δίχτυ, εἶναι θερία· μονάχα μὲ φυτίλι8, μὰ δὲ τὸ πιάνω στὰ χέρια μου. Μιὰ φορά, στὰ νειάτα μου, κόντεψα νὰ σκοτωθῶ. Ἀπὸ τότες τό ᾿κανα  ὄρκο».

Τὴν ἄλλη μέρα βγάλαμε τὴ βάρκα ἔξω, στὴν ἄμμο, γιὰ ξεχειμώνιασμα. Θὰ γυρίζαμε στὴν Ἀθήνα· περίμενα τ᾿ ἀποτελέσματα τῶν εἰσαγωγικῶν, ποὺ τότε βγαίνανε τὴν τελευταία βδομάδα τοῦ Ὀχτώβρη. Μὲ φώναξαν στὸ τηλεφωνεῖο· εἶχα πρόσκληση γιὰ ὑπεραστικό. Ἦταν ὁ πατέρας μου. Ἐκείνη τὴ χρονιά, τὸ ἑβδομήντα, τ᾿ ἀποτελέσματα βγῆκαν νωρίτερα. Βρῆκα τὸν παπποῦ νὰ νοικοκυρεύει τὴ βάρκα.

«Παπποῦ πέρασα στὸ Πολυτεχνεῖο!»

Δὲ θὰ ξεχάσω τὴ σφιχτὴ ἀγγαλιὰ καὶ τὰ βουρκωμένα μάτια του.

Δεκαετία τοῦ πενήντα στὸ χωριό. Τ᾿ ἁϊ-Δημητριοῦ, ἀπ᾿ τὰ πιὸ μεγάλα πανηγύρια τοῦ χωριοῦ. Στὴ μέση τοῦ φθινόπωρου, τὴν ἐποχὴ τῆς σπορᾶς. Τὸ πανηγύρι τῶν ζευγάδων· εὐκαιρία ν᾿ ἀφήσουν τὴ βουκέντρα9, τὸ ζυό10, τὸ ἄλετρο, τὴν ἀξίνη, τὴ σπορά, τὸ ζευγάρισμα11, τὸ πέργασμα12, τὸ βωλοκόπημα13.

Ὁ ἁϊ-Δημήτρης καὶ ἡ θεὰ Δήμητρα. Τὸ δέσιμο τῆς ἀρχαίας λατρείας μὲ τὴν νεώτερη. Οἱ εὐλογημένοι σπόροι τοῦ ψωμιοῦ. Μαζὶ μὲ τὸ κρασὶ καὶ τὸ λάδι ἡ ἁγία τριάδα τῆς ζωῆς στὴ Μεσόγειο.

Τὴν παραμονὴ κινοῦσαν ἀπὸ νωρὶς οἱ πανηγυριῶτες γιὰ τὸν ἑσπερινό. Παρέες-παρέες,  μὲ τὰ γαϊδουρομούλαρα14 στολισμένα μέ τὰ χαϊμαλιά τους, καὶ μ᾿  ὄμορφα στρωσίδια στρωμένα στὰ σαμάρια τους, ἀνηφόριζαν γιὰ τὰ δυὸ ξωκκλήσια ποὺ γιόρταζαν. Μέσα στὰ δισάκια οἱ κουμπάνιες15 γιὰ τὸ φαγοπότι,  τὰ φλασκιὰ μὲ τὸ κρασὶ καὶ μέσα στὶς πανέμορφες ὑφαντές νυχτόμπολες16 οἱ ἄρτοι τοῦ πανηγυριοῦ.

Οἱ ἁϊ-Δημήτρηδες εἶναι  δυὸ, ὅπως εἴπαμε· ὁ Πάνω ἁϊ-Δημήτρης, ψηλὰ, περίπου  στὸ κέντρο τοῦ νησιοῦ κι ὁ Κάτω στὸ νότιο μέρος, κοντὰ στὴ θάλασσα, στὸ μυχὸ τοῦ ὁμώνυμου ὅρμου. Ὁ συναγωνισμὸς μεγάλος. Κι ἄν σ᾿ ἄλλα μέρη παράτρεχαν καβάλα στ᾿ ἄλογα ἤ παράβγαιναν στὸ δρόμο, στὸ λιθάρι ἤ στὸ σημάδι, στὸ χωριό μου, τὴ Δρυοπίδα, παράβγαιναν στὸ γλέντι. Ἴσως γι᾿ αὐτὸ λέγανε τότε πὼς ἦταν τὸ πιὸ γλεντζέδικο χωριὸ τῶν Κυκλάδων.

Τὸ γλέντι ἄρχιζε ἀπὸ βραδύς, μετὰ τὸν ἑσπερινὸ καὶ κρατοῦσε ὅλη νύχτα μέχρι τὸ πρωὶ ποὺ ἄρχιζε ἡ λειτουργία. Μὲ τ᾿ ἀπολείτουργο ἔκοβαν καὶ μοίραζαν τοὺς ἄρτους κι ἄρχιζε καινούργιο φαγοπότι, τραγούδι καὶ χορὸς μὲ τὰ βιολιά.

Ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα κατηφόριζαν γιὰ τὸ χωριό. Μπροστὰ σὲ κάθε φάλαγγα, τὸ λάβαρο τῆς ἐκκλησιᾶς πάνω σὲ ἄλογο, ἀπὸ τὰ λιγοστὰ τοῦ χωριοῦ· τά εἶχαν γιὰ ἐπιβήτορες γιὰ νὰ βγάζουν μουλάρια ποὺ ἦταν πιὸ χρήσιμα στὸ κακοτράχαλο, πετρῶδες ἔδαφος τοῦ νησιοῦ. Ἀπὸ πίσω οἱ πανηγυριῶτες, σὲ πομπὴ ποὺ ξετυλίγονταν σὰ φίδι πολύχρωμο καὶ βουερό.

Φτάνοντας στὸ χωριὸ ἔπαιρναν μὲ τὴ σειρὰ τὰ σπίτια αὐτῶν ποὺ γιόρταζαν. Μπροστὰ τὸ λάβαρο, πίσω τὰ βιολιὰ καὶ παραπίσω οἱ πανηγυριῶτες. Μπαίνοντας τραγουδοῦσαν τὴν πατινάδα:

Καλησπερίζω μιὰ μηλιά,
μιὰ μάνα καὶ μιὰ κόρη.
Ἡ μάνα εἶναι ἡ μηλιὰ
κι ἡ κόρη τὸ σταθώρι17

Ἁκολουθοῦσε κέρασμα μὲ μεζὲ καὶ κρασὶ καὶ χορὸς· χόρευαν τὴ νοικοκυρὰ κι ὅσες γυναῖκες ἦταν στὸ σπίτι. Φεύγοντας τραγουδοῦσαν τὴν πατινάδα τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ:

Σᾶς ᾿φήνουμε καλὴ νυχτιά,
τριαντάφυλλα τοῦ Μάη.
Σᾶς ᾿φήνουμε τὴν Παναγιὰ
γιὰ νὰ σᾶς-ε-φυλάει.

Συνέχιζαν παίρνοντας βόλτα ὅλους τοὺς ἑορτάζοντες. Παντοῦ τὰ ἴδια· πατινάδα, κέρασμα, χορὸς, τραγούδι. Κι ἀλοίμονο ἄν τοὺς ἔπιανε κάποιος ἀπὸ τὸ ἀντίπαλο πανηγύρι χωρὶς νὰ παίζουν τὰ ὄργανα· ἧταν οἱ χαμένοι τῆς χρονιᾶς. Ἔτσι τὸ πανηγύρι κρατοῦσε μερόνυχτα, μέχρι νὰ συμφωνήσουν καὶ οἱ δυὸ πλευρὲς νὰ τὸ σταματήσουν παίζοντας, τραγουδώντας καὶ χορεύοντας ὅλοι μαζί.

Θυμᾶμαι τὶς πατινάδες στὸ σπίτι μας. Δημοφιλὴς προορισμὸς γιὰ ὅλους τοὺς πανηγυριῶτες· γιὰ τοὺς νόστιμους μεζέδες τῆς μάνας μου, γιὰ τὰ ὄμορφα στιχάκια ποὺ σκάρωνε ὁ πατέρας μου καὶ, πιὸ πολύ, γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχαν καὶ οἱ δυὸ τους γιὰ τὸν τόπο καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

Δεκαετία τοῦ ὀγδόντα. Ἕνα φθινόπωρο πρώιμο· γλυκό καὶ βροχερό, μὲ ἤπιες βροχές, ποτιστικές. Στὰ τέλη τοῦ Ὀχτώβρη οἱ πλαγιὲς εἶχαν ἀρχίσει νὰ πρασινίζουν. Φτάνοντας Παρασκευὴ βράδυ στὸ νησί, μὲ περίμεναν ἡ μάνα μου καὶ ἡ γιαγιά. Μπαίνοντας στὸ σπίτι μοῦ ᾿ρθε ἡ μοσχοβολιὰ ἀπὸ τὸ μαριδάκι ποὺ τηγάνιζε ἡ μάνα.

«Τό ᾿ριξα στὸ τηγάνι μόλις σφύριξε τὸ βαπόρι· γιὰ νὰ τὸ φᾶς ζεστὸ» μοῦ ᾿πε ἡ μάνα.

«Εἶναι ζωντανό, τ᾿ ἀπόγεμα τὸ πήραμε ἀπὸ τὴν τράτα» συμπλήρωσε ἡ γιαγιά.

«Σοῦ μάζεψα καὶ χόρτα» συνέχισε· «κι ἡ μάνα σου μάζεψε σαλιάκους18, δυὸ κιντινάρια19. Τὰ χόρτα τὰ βράσαμε πρωτύτερα· τοὺς σαλιάκους θὰ τοὺς μαγειρέψουμε τὴν Κυριακή, γιὰ νὰ καθαρίσουν πιὸ καλά».

Ἥξερε πὼς τὰ σαλιγκάρια ἦταν ἀπὸ τ᾿ ἀγαπημένα μου φαγητὰ. Μὲ κόκκινη σάλτσα καὶ μπόλικα κρεμμύδια, νὰ φχαριστιέσαι ρούφηγμα καὶ βοῦτες μὲ τὸ ψωμί.

«Τὶ χόρτα μάζεψες, γιαγιά;» τὴ ρώτησα χαμογελώντας.

«Δὲν ξέρω παιδάκι μου» ἀπάντησε μισοκακόμοιρα. «Δὲν καλοβλέπω κι ὅλας· πάντως καλὰ εἶναι, φαγώσιμα» συνέχισε.

Καὶ ἤξερε καὶ καλόβλεπε ἡ τετραπέρατη καπετάνισσα. Ἁφοῦ ἔπλεκε μὲ τὸ βελονάκι χωρὶς γυαλιά. Τό ᾿κανε ὅμως γιὰ νὰ μὲ ἀποφύγει· γιατὶ μοῦ ἄρεσε νὰ τὴν πειράζω καὶ νὰ τὴ βάζω ν᾿ ἀραδιάζει ὅλα τ᾿ ἄγρια χόρτα20 τοῦ νησιοῦ: ἀτσόχους20, γαλατσίδες20, ἀλετρίδες20, ἀλιβαρβάρους20, μέχρι νὰ καταλήξουμε στὶς μουναρίδες20.

Δὲν συνέχισα τὸ πείραγμα· τὸ μαριδάκι λαχταριστὸ καὶ τὰ χόρτα μὲ περίμεναν στὸ τραπέζι. Μετὰ τὶς πρῶτες λαίμαργες μπουκιὲς κάτι μοῦ ᾿λειπε.

«Κρασὶ ἔχουμε;» ρώτησα.

Πρίν τελειώσω τὴν ἐρώτηση ἡ γιαγιὰ ὅρμησε στὸ χαμηλὸ ντουλάπι, κάτω ἀπ᾿ τὸ πετρογκάζ, κι ἔβγαλε ἕνα γυάλινο μπουκάλι μὲ τὸ χαρακτηριστικὸ σκοῦρο μελί χρῶμα τοῦ παλιοῦ Θερμιώτικου κρασιοῦ. Γέμισα τὸ ποτήρι καὶ τράβηξα  μιὰ γερὴ ρουφηξιά.

«Φτοῦ! Ξύδι!»

Στὴ βιασὐνη της νὰ μ᾿ εὐχαριστήσει, ἡ γιαγιὰ πῆρε τὸ λάθος  μπουκάλι.

«Ἄχου, γιοκαράκι μου, κακὸ ψόφο νά ᾿χω! Ξεκούτιανα πιά!»

«Δὲν πειράζει, γιαγιά, δὲ σοῦ θύμωσα· καὶ νὰ θύμωσα ὅμως, μὲ τὸ ξύδι μοῦ πέρασε!»

Πιὸ πίσω τώρα, ἐκεῖ στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ πενήντα. Οἱ πρῶτες, ἀνεξίτηλες παιδικὲς μνῆμες. Οἱ δυὸ μας μὲ τὸν παπποῦ στὸν Μέριχα, τὸ λιμάνι τοῦ νησιοῦ. Ἡ γιαγιὰ στὴν Ἀθήνα· γιὰ νὰ παρασταθεῖ στὴ θεία μου, ποὺ εἶχε γεννήσει. Οἱ γονεῖς μου στὸ χωριό, τὴ Δρυοπίδα. Μόλις πέντε χιλιόμετρα ἀπόσταση -μιᾶς ὥρας δρόμος μὲ τὸ γάιδαρο ἤ μὲ τὰ πόδια- κι ὅμως, στὸ παιδικὸ μυαλό μου, φάνταζε πολὺ μακρυά.

Τὰ περνούσαμε μιὰ χαρὰ μὲ τὸν παπποῦ. Ἔχοντας περάσει τὰ πιὸ πολλὰ του χρόνια στὰ καΐκια -δεκατρία εἶχαν περάσει ἀπὸ τὰ χέρια του- τὰ κατάφερνε μιὰ χαρὰ στὸ νοικοκυριό. Κάθε μέρα μαγείρευε κάτι φρέσκο· βλέπεις δὲν εἴχαμε ψυγεῖα τότε, οὔτε ἠλεκτρικὸ στὸ λιμάνι. Μονάχα στὸ χωριὸ εἶχε ἠλεκτρικὸ, κι αὐτὸ μόνο γιὰ φῶς, ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα μέχρι τὰ μεσάνυχτα. Ὁ πατέρας μου, κοινοτάρχης τότε, εἶχε καταφέρει μὲ τὸ τίποτα νὰ ἠλεκτροφωτίσει τὸ χωριό· μὲ δωρεὲς τῶν ξενητεμένων κι ἀγορά τοῦ ὑλικοῦ κοψοχρονιά, μὲ τὴ μεσολάβηση ἑνὸς συμπατριώτη μας ἐργοδηγοῦ τῆς ἑταιρείας, ἀπὸ παλιά δίκτυα ποὺ ξήλωνε ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ βάλει καινούργια.

Σχεδὸν κάθε μέρα εἴχαμε ψάρια· ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν τά ᾿τρωγα, ὁ παπποῦς μοῦ τηγάνιζε αὐγὰ, πατάτες ἤ ἔφτιαχνε καμιὰν ὀρφανὴ μακαρονάδα ἤ ὄσπρια ποὺ μ᾿ ἄρεσαν καὶ ἄντεχαν χωρὶς ψυγεῖο. Τὰ μόνα ψάρια ποὺ ἔτρωγα τότε ἧταν οἱ ζαργάνες. Μοῦ ἄρεσε ἡ πράσινη ραχοκοκκαλιά τους, ποὺ τὶς ἔκανε νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ τ᾿ ἄλλα ψάρια κι ἔτσι μ᾿ ἔμαθε νὰ τὶς τρώω, σὰν παιχνίδι στὴν ἀρχή, μέχρι ποὺ τὶς συνήθισα. Κι ὅταν μπαγιάτευε πολὺ τὸ ψωμὶ -φοῦρνο δὲν εἶχε στὸ λιμάνι καὶ τὸ κουβαλοῦσαν ἀπὸ τὸ χωριὸ μὲ τὰ γαϊδούρια δυὸ-τρεῖς φορὲς τὴ βδομάδα- μοῦ τό ᾿κοβε μικρὲς μπουκιὲς μὲ τὸ σουγιὰ ποὺ εἶχε πάντα μαζί του γιὰ τὸ ψάρεμα.

Τὰ βράδυα ἤ τὶς μέρες ποὺ εἶχε κακοκαιρία πηγαίναμε στὸ μαγαζὶ τοῦ Μανώλη. Ἦταν καφενεῖο, ταβέρνα, πρακτορεῖο, τηλεφωνεῖο καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνη μόλις εἶχε φτιάξει τέσσερα δωμάτια· τὸ πρῶτο ξενοδοχεῖο τοῦ λιμανιοῦ. Ἅνθρωπος ἔξυπνος, ἐργατικός, ἀνήσυχο πνεῦμα, ἔβλεπε πολὺ μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἐποχή του. Ὅμως χάθηκε ἄδικα λίγα χρόνια μετά· τὸν ἔφαγε τὸ πάθος του γιὰ τὸ ψάρεμα μὲ δυναμίτη.

Τὸ μαγαζὶ ἦταν ἕνας τόπος μαγικὸς γιὰ μένα. Ἐκεῖ μαζεύονταν οἱ ψαράδες καὶ τὰ πληρώματα ἀπὸ τὰ περαστικὰ καΐκια, ποὺ κάποιες φορὲς τά ᾿κλεινε ἡ κακοκαιρία στὸ λιμάνι· ᾿μπόδιζαν ὅπως ἔλεγαν οἱ ναυτικοί. Ἀπὸ τὰ μποδισιάρικα καΐκια καὶ κάτι παλιὲς ζωγραφιὲς τοῦ Γλύκα21, αὐτὲς μὲ τὰ καΐκια ποὺ εἶχε παλιότερα ὁ παπποῦς καὶ τώρα στόλιζαν τοὺς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ μαζὶ μὲ τὶς οἰκογενειακὲς φωτογραφίες, μοῦ μάθαινε νὰ ξεχωρίζω τὰ σκαριά. Πρῶτα τὰ τρεχαντήρια, τὰ πιὸ συνηθισμένα σκαριὰ γιὰ ψαροκάικα· μὲ τὴν κυρτὴ πλώρη ποὺ καταλήγει στὸ κοράκι. Ἔδινε μεγάλη σημασία στὸ κοράκι, τὴ μισὴ ὀμορφιὰ τοῦ τρεχαντηριοῦ, ὅπως ἔλεγε. Μετὰ τὰ καραβόσκαρα, ὅπως ἕνα  ἀπὸ τὰ δικά του, ποὺ τοῦ ᾿χε ζωγραφήσει ὁ Γλύκας. Γατζάοι καὶ τσερνίκια εἶχαν μείνει λιγοστὰ μετὰ τὸν πόλεμο. Πιὸ πολλὰ ἦταν τὰ περάματα. Μόλις ἔμαθα τὰ σκαριὰ, ἄρχισα νὰ συνταιριάζω τὸ σχῆμα τῆς πλώρης μὲ τὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων. Ὅποιου ἦταν καμπουρωτὴ ἔλεγα πὼς εἶχε μύτη-τρεχαντήρι, ὅποιου ἦταν ἀνασηκωτὴ μύτη-καραβόσκαρο, μικρὴ καὶ κατακόρυφη μύτη-γατζάος, μακρυὰ καὶ σουβλερὴ μύτη-τσερνίκι22.

Τὶς καλὲς μέρες πηγαίναμε γιὰ ψάρεμα μὲ τὸ ξύλινο βαρκάκι τοῦ παπποῦ. Ἦταν βαμένο ἄσπρο μ᾿ ἕνα φαρδὺ καφέ ζωνάρι. Ἧταν στενὸ καὶ γρήγορο στὰ κουπιά, ἀλλὰ ἤθελε προσοχή· μὲ μιάν ἀπρόσεχτη κίνηση μποροῦσες νὰ βρεθεῖς στὴ θάλασσα.

Ἦταν ἡ ἐποχὴ τῆς ζαργάνας, ποὺ μπουκάριζε στοὺς κόρφους ἀκολουθώντας τὸ μαριδάκι. Τὸ ψάρεμά της ἦταν εὔκολο καὶ γουστόζικο. Μιὰ ψιλὴ πετονιὰ μ᾿ ἕνα μικρὸ ἀγκιστράκι στὴν ἄκρη καὶ γιὰ δόλωμα μιὰ μακρόστενη λωρίδα ἀπὸ μαριδάκι καὶ, μόλις πιάσεις τὴν πρώτη, μιὰ λωρίδα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ ζαργάνα. Τραβοῦσε κουπὶ γιὰ νὰ πηγαίνει ἡ βάρκα μὲ μιὰ σχετικὴ ταχύτητα κι ἔσερνε ἀπὸ πίσω, σὲ κάποιαν ἀπόσταση, τὸ δολωμένο ἀγκίστρι.  Μόλις πέρναγε κοντὰ ἀπὸ τὸ κοπάδι μὲ τὶς ζαργάνες, αὐτὲς ἔτρεχαν πρὸς τὸ δόλωμα πηδώντας πάνω στὴν ἥρεμη ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας σὰν ἀστραφτερές, ἀσημένιες σαΐτες. Μὲ τὸ πρῶτο τσίμπημα ἄφηνε λίγη πετονιὰ γιὰ νὰ μπουκώσει τὸ ψάρι ὁλόκληρο τὸ δόλωμα, μαζί μὲ τὸ ἀγκίστρι, καὶ μετὰ τραβοῦσε τὸ ψάρι ποὺ ἐρχόταν μὲ σάλτους καὶ τινάγματα ἔξω ἀπ᾿ τὸ νερὸ προσπαθώντας νὰ ξαγκιστρωθεῖ.

Ἀπάνω ποὺ τσιμποῦσαν καλὰ οἱ ζαργάνες, ἔπιασε νὰ ψιχαλίζει. Στὴν ἀρχὴ κάτι ἀραιὲς σταγόνες· μετὰ πιὸ πυκνές. Ἔλα ὅμως ποὺ τώρα τσιμποῦσαν πιὸ πολύ. Τί νὰ κάνει ὁ παπποῦς· ἀπὸ τὴ μιὰ φοβόταν μὴ βραχῶ καὶ κρυώσω κι ἀπὸ τὴν ἄλλη σκεφτόταν τὴν ψαριά. Προσπάθησε νὰ μὲ προφυλάξει κάτω ἀπὸ τὸν μικρό, τριγωνικὸ πάγκο τῆς  πλώρης κι ὅπως ἤμουνα μεγαλόσωμος καὶ δὲν χωροῦσα ὁλόκληρος, ἔβγαλε τὸ σακκάκι του καὶ μὲ σκέπασε· τὸ πιὸ γλυκὸ σκέπασμα τῆς ζωῆς μου…

Μ᾿ αὐτὸ τελειώνω· πῆρε νὰ γλυκοψιχαλίζει καὶ μέσ᾿ ἀπὸ τὰ γυαλιά μου.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΓΩΣΣΑΡΙ

  1. βίντζι: μηχανικό βαροῦλκο γιὰ τὸ τράβηγμα τῆς τράτας.
  2. σάκκος: τὸ πιό πυκνὸ δίχτυ στὴ μέση τῆς τράτας, ὅπου μαζεύονται ὅλα τὰ ψάρια.
  3. μπουγέλο: ὁ κουβάς τοῦ καϊκιοῦ.
  4. ὁ Μανώλας: βλ. «Τὸ περίπτερο».
  5. κουσέρβα: ψαράδικος συνεταιρισμὸς· ἔτσι εἴχαμε ὀνομάσει τὴν νεανικὴ παρέα μας (βλ. «Τὸ περίπτερο»)
  6. σκιάζω:  χάνομαι, βγαίνω ἀπὸ τὸ ὀπτικὸ πεδίο.
  7. μπροβάλλω: ξεπροβάλλω.
  8. μὲ φυτίλι: ἐννοεῖ μὲ δυναμίτη.
  9. βουκέντρα: μακρυὰ καὶ χοντρὴ βέργα ποὺ χρησιμοποιοῦσαν γιὰ νὰ κατευθύνουν τὰ ζῶα στ᾿ ὄργωμα.
  10. ζυὸς: ὁ ζυγὸς τοῦ ὀργώματος.
  11. ζευγάρισμα: ὄργωμα.
  12. πέργασμα: συμπλήρωμα τοῦ ὀργώματος μὲ σκάψιμο στὶς ἄκρες τοῦ χωραφιοῦ, ὅπου δὲν φτάνει τ᾿ ἀλέτρι (βλ. λήμμα)
  13. βωλοκόπημα: σπάσιμο τῶν βώλων τοῦ χώματος μὲ τὸ πλάι τῆς ἀξίνης.
  14. γαϊδουρομούλαρα: γαἱδούρια καὶ μουλάρια, ἀνακατεμένα.
  15. κουμπάνια: ἐφόδια, κυρίως τρόφιμα.
  16. νυχτόμπολες: ὑφαντὲς πετσέτες· μέσα τους τύλιγαν τοὺς ἄρτους.
  17. σταθώρι: ὁ ἀμάραντος
  18. σάλιακας: τὸ σαλιγκάρι
  19. κιντινάρι: ἡ ἐκατοντάδα (πιθ. ἀπὸ τὸ λατ. centum)
  20. ἀτσόχοι, ἀλετρίδες, γαλατσίδες, ἀλιβαρβάροι, μουναρίδες: ἄγρια  χόρτα τῶν Θερμιῶν (βλ. λήμμα)
  21. Γλύκας Ἀριστείδης: Λαϊκὸς ζωγράφος· ζωγράφιζε καΐκια στὸν Πειραιά.
  22. Πλῶρες καὶ μύτες.

 

Advertisements

115 Σχόλια to “Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)”

  1. Καλημέρα,
    Ευχαριστούμε και τους δυο. Και που τά ‘γραφε και που τα παρουσίαζε!

  2. Γς said

    1:

    Κι αυτόν που το διαβάζει τώρα!

  3. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα.
    Εὐχαριστῶ τοὺς εὐχαριστοῦντες Γιάννηδες (#1,2).

  4. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Πολλές ευχαριστίες για τις υπέροχες εικόνες.
    Πάντα με κοίταζαν σαν τρελλό όταν έλεγα πως μου άρεσε το χωριό το φθινόπωρο. Χωρίς τη φασαρία και την πολυκοσμία των καλοκαιρινών, με το πραγματικό χαρακτήρα του, την παραλία αγριεμένη από τις πρώτες φουρτούνες, τα μαγαζιά με τις υπαίθριες καρέκλες μαζεμένες.
    Κι αν κουβαλάω κάποια λόξα, τουλάχιστον δεν είμαι ο μόνος! 🙂

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια, ευχαριστώ τον Δημήτρη για το συγκινητικό αφήγημα!

  6. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δυστυχώς, δεν μπορώ να το διαβάσω στο κινητό λόγω πολυτονικού. Αργότερα, από το λάπτοπ. Είμαι σίγουρος ότι είναι καλό το διήγημα, ο Δημήτρης έχει ταλέντο.

  7. […] […]

  8. takis#13 said

    Καλημέρα , εικόνες που με συγκίνησαν και με πήγαν πίσω στα παιδικά μου χρόνια .

  9. «τὸ λάβαρο τῆς ἐκκλησιᾶς πάνω σὲ ἄλογο, ἀπὸ τὰ λιγοστὰ τοῦ χωριοῦ· τά εἶχαν γιὰ ἐπιβήτορες γιὰ νὰ βγάζουν μουλάρια»
    #Νομίζω λάθος: Το μουλάρι είναι κατά κανόνα διασταύρωση από άλογο-μητέρα (ή φοράδα, ή φορβάδα) και γάιδαρο πατέρα (καθότι οι γάιδαροι θεωρούνται ως οι δεινότεροι επιβήτορες του ζωικού βασιλείου). Το αντίθετο (άλογο-πατέρας και γαϊδάρα-μητέρα) είναι σπάνιο και ονομάζεται γίνος.

    #Επί του λεξιλογίου (ομοιότητες και διαφορές):
    – βίντζι: μηχανικό βαροῦλκο. Ομοίως και παρ΄ημίν (π.χ.το βίντσι της φαγάνας).
    – βουκέντρα: μακρυὰ καὶ χοντρὴ βέργα ποὺ χρησιμοποιοῦσαν γιὰ νὰ κατευθύνουν τὰ ζῶα στ᾿ ὄργωμα. Παρ΄ημίν καλείται κάτσιανος
    – ζυὸς: ὁ ζυγὸς τοῦ ὀργώματος. Παρ΄ημίν ζ(υ)γός [μονοσύλλαβο]
    ζευγάρισμα: ὄργωμα. Ομοίως και παρ΄ημίν
    σάλιακας: τὸ σαλιγκάρι. Παρ’ ημίν σιαλιάγκι (το) [σια-λιά-nγκι]
    κιντινάρι: ἡ ἐκατοντάδα. Ίδε και κεντιρίων (ο εκατόνταρχος του Ευαγγελίου)

  10. Λεύκιππος said

    Σε ζηλεύω γιατί έχω ζήσει τα αντίστοιχα χρόνια σε πεδινό, εντελώς flat χωριό, μακρυά από θάλασσα. Μόνη εμπειρία από παρόμοιες καταστάσεις τα διηγήματα του Καρκαβίτσα. Νάσαι καλά.

  11. sarant said

    Σας ευχαριστω για τα νεότερα!
    Θα λείψω για μερικές ώρες.

  12. Κουτρούφι said

    Ωραίο, πατριώτη!
    Με έκανες να «ξεραθυμήσω» (το έχετε αυτό στα Θερμιά;)

  13. ΣΠ said

    Μπράβο, Δημήτρη! Πολύ όμορφες εικόνες. Σαν να ήμουν εκεί.

  14. Πέπε said

    Πολύ ωραίο Δημήτρη. Πολύς πλούτος! Ζηλεύουμε…

    Όμως, επιτρέψτε μου ένα σκληρό σχόλιο:

    > > Ὅμως χάθηκε ἄδικα λίγα χρόνια μετά· τὸν ἔφαγε τὸ πάθος του γιὰ τὸ ψάρεμα μὲ δυναμίτη.

    Δε χάθηκε άδικα. Δίκαιο ήταν.

  15. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Αχ βρε Δημήτρη, ξεχείλισε η ψυχή μου από γλυκάδα κι ομορφιά, πώς κατάφερες να χωρέσεις τόσα πολλά δυνατά συναισθήματα μέσα σε τόσες λίγες γραμμές; Είσαι από τους ανθρώπους που ομορφαίνουν τον κόσμο και δίνουν αιτία σε υπέροχα ιστολόγια σαν κι αυτό του Νικοκύρη, σας ευχαριστώ και τους δύο, μου φτιάξατε την μέρα.

    Αφιερώνω αυτό το τραγούδι που ακούω (έχω φάει μεγάλο κόλλημα μ΄αυτό) σε σένα και την γλυκιά συντρόφισά σου την υπέροχη Δέσποινα της ζωής σου, νάστε κι οι δύο καλά.

  16. Γς said

    >ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

    Μπράβο Δημήτρη.
    Και πόσο θά’θελα να με ενθαρρύνει και μένα κάποιος να γράψω κάτι για τον Οχτώβρη στο [άλλο] νησί

    Τα Φύλλα του Οχτώβρη.
    Αλλά κι οι έρωτες του Οχτώβρη.

    Προχτές στην Πάρο, που μού’ λαχε να επιτηρώ τους εργάτες.
    Φρεσκοσκαμμένη η πισίνα έχει μαζέψει νερό που πρέπει να βγει για να πέσουν τα τσιμέντα τα πλακάκια, τα μπλε και τα κοριτσάκια αργότερα. Τα έτσι.

    Αδιόρθωτος.
    Μπλε μπλε λ αμούρ ε μπλε
    Βίκη η ασχημούλα στην γιουροβιζιόν τότε.
    Και την είχα ερωτευτεί.
    Ηταν ο τύπος μου ρε αδελφέ.

    Και μ αξίωσε ο θεός η σωσία της να μπαίνει στο γραφείο, να κλειδώνει την πόρτα πίσω της και να ορμάει. Φιλάκια και τέτοια. Τι να κάνω ο έρημος;
    Που είμαι και γλυκούλης. Και μου αγόραζε και κανα πουκαμισάκι, το τρελό. Και με ήθελε και σαν μπαμπά. Και μου’ φερε μια μέρα την ζωντοχήρα μικρομαμά της για να τα φτιάξουμε. Το γλυκό μου. Και κράτησε χρόνια αυτή η κολόνια.

    Εχει γεμίσει η πισίνα κουνούπια. Και τι κουνούπια; Παριανά, δίπλα στη θάλασσα, να! Μεγάλα σαν ελικόπτερα Απάτσι. Καφέ και κίτρινα.

    Και θυμήθηκα πιτσιρικάς τα μαύρα και άσπρα κλωσόπουλα που έπαιζαν ανακατωμένα στην αυλή, όταν ξαφνικά άρχισε να βρέχει. Αστραπές και βροντές. Κι όλα τα μαύρα κούρνιασαν αντάμα σε μια γωνιά και τα λευκά πιο πέρα.

    Καφέ και κίτρινα κουνούπια και δεν βλέπω να επαναλαμβάνεται το πείραμα με τέτοιο καλό καιρό. Ασε που δεν έχω καμιά όρεξη να το παίξω φυσιοδίφης πια, όπως τότε με τα κλωσσόπουλα. Που δεν είχα μπει ακόμα στον κύκλο της ζωής με όλα τα παρελκόμενα του.

    Και να! Τι λέγαμε; Ένα κίτρινο με ένα καφέ ταιριάξανε και πετάνε μαζί, κολλημένα. Ποιο είναι το αρσενικό και πιο το θηλυκό δεν ξέρω. Και τι σημασία έχει;

    -Μαρτσέλο, ποιο είναι το μπρός; Στο Ντόλτσε Βίτα με το ψάρι

    Σημασία έχει ότι ο κύκλος της ζωής συνεχίζεται. Τι κι αν είναι κύκλος του Ανωφελούς, του Anopheles, που μας μάθαιναν στο Δημοτικό, ή του άλλου του κοινού.

    Κι ήθελα τόσο πολύ να το φιλοσοφήσω. Να το τραβήξω μέχρι το τέρμα. Ο ανωφελής.
    Μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο.
    Η ζωή, ο κύκλος της ζωής. Μέχρι τα βαθιά γεράματα.

    Μου πήραν όμως ξαφνικά το πειραματικό υλικό από μπροστά μου. Απότομα. Σε χρόνο ντε-τε.
    Όπως γίνεται συνήθως.

    Λες και βρέθηκε τυχαία το ανοιχτό στόμα ενός πουλιού στο x, y, z, t του ζεύγους.

    Δε νεξτ πλιζ

  17. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    14 – «Δε χάθηκε άδικα. Δίκαιο ήταν.» Την ίδια σκέψη έκανα κι εγώ, ειδικά που πολύ παλιά πήγα να κουφαθώ (κι αν ήταν πιο κοντά να σκοτωθώ) όταν ψάρευα υποβρύχια κι έσκασε σχετικά κοντά μου ο δυναμίτης (πρέπει να ήταν λιγότερο από διακόσια μέτρα) κι ας είχα επάνω σημαδούρα. Ασυνείδητοι άνθρωποι, όσο καλοί κι αν είναι στην ζωή τους το κακό που κάνουν είναι κατά πολύ μεγαλύτερο, δεν έχω καμία εκτίμηση γι΄αυτούς.

  18. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ νεότερα σχόλια καὶ γιὰ τὰ καλά σας λόγια.

    @Georgios Bartzoudis(#9). Ἔχεις δίκιο γιὰ τὰ μουλάρια καὶ τὴ γέννησή τους. Αὐτὸ ποὺ γράφεις τὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ἡ Βίκη. Δὲν τὸ θυμόμουνα καλὰ αὐτὸ μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια. Εὐχαριστῶ ποὺ μ᾿ ἔβγαλες ἀπὸ μιὰ πλάνη.

    @Κουτρούφι (#12) Εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σου λόγια, Πατριώτη. Στὰ Θερμιὰ λέμε «νὰ ξαραθυμίσω».

    @ΣΠ (#13) Σταῦρο, σ᾿ εὐχαριστῶ γιατὶ ἐσὺ ἤσουν ἡ αἰτία νὰ ξαναβουτήξω στὶς παλιές μου μνῆμες· μαζὶ μὲ τὰ καλὰ λόγια τοῦ Μιχάλη.

    @Πέπε(#14). Πέπε, νά ᾿σαι καλά. Ὅσο γιὰ τὸ Μανώλη, ἀδίκησε τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν οἰκογένειά του.

    @15. Λάμπρο, νὰ ᾿σαι καλὰ καὶ νὰ χαίρεσαι αὐτὲς ποὺ ἀγαπᾶς.

    @16. Κι ἐσὺ, Γιάννη· γιατὶ ἔχεις μεγάλη καρδιὰ καὶ τὶς χωράει ὅλες.

  19. Γς said

    15:

    >σε σένα και την γλυκιά συντρόφισά σου την υπέροχη Δέσποινα της ζωής σου,

    Θα σε ξεπεράσω ρε ρουφιάνε Λάμπρο:

    Συγχαρητήρια και στην γλυκιά Μούσα σου Δημήτρη, που σε στηρίζει και σε εμπνέει

  20. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @19,15. Ἡ Δέσποινα τῶν λογισμῶν μου σᾶς εὐχαριστεῖ καὶ τοὺς δυό (τῆς τὰ διάβασα).

  21. gpoint said

    # 14

    Φαίνεται πως δεν ξέρεις και πολλά από ψάρεμα. Χωρίς να υπερασπίζομαι όλους τους φουσεκλήδες, σε θάλασσες που ανεμοδέρνονται και που αν ρίξεις τα εργαλεία σου δεν ξέρεις αν και πότε θα τα σηκώσεις είναι μια λύση για φτωχούς ψαράδες. Οσον αφορά την περιβαλλοντολογική επιβάρυνση, ο νεκρός αμάζευτος γόνος γίνεται τροφή για τα μεγαλύτερα ψάρια, στην θάλασσα τίποτε δεν πάει χαμένο. Είναι δύσκολη η λογική της θαλάσσιας πανίδας όπου ένα ψάρι γεννά 10 000 αυγά και αρκεί να επιζήσουνε δυο για να διατηρηθεί η ισορροπία. Πολλοί επηρεασμένοι από το ζωικό βασίλειο με τους μονοψήφιους απογόνους δεν καταλαβαίνουν πως είναι αδύνατον η θάλασσα να μεγαλώσει όλο τον γόνο και ευαισθητοποιούνται. Τα παλιά χρόνια με τα φυσέκια η θάλασσα ήταν γεμάτη. αρχισε να αδειάζει με τα απορρυπαντικά που πέφτανε στην θάλασσα και ερημοποίησαν όλες τις παραλίες σιγά-σιγά, τα χημικά από τα εργοστάσια που κατέληγαν εκεί από τις δεκαετίες της ανάπτυξης και πέρα και το τελειωτικό χτύπημα δίνεται στις μέρες μας με τα τζιπιες και τα βυθόμετρα που σημαδεύουν τα κοπάδια των ψαριων και τα εξελιγμένα χημικά για τα μεγάλα ψάρια που αντικατέστησαν το ψαροντούφεκο δίνοντας άλλοθι στους παράνομους βουτηχτάδες με μπουκάλες και φακούς που το παίζουν δήθεν λάτρεις των καταδύσεων

    Δημήτρη εξαιρετικό το διήγημά σου

  22. giorgos said

    Εξαιρετικό ! Σγχαρητήρια κ.Μαρτίνο .
    Μιά συνταγή γιά μαριδόπιτα , πού είναι καί τής έποχής .Εδώ http://www.kolivas.de/archives/114859

  23. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    16 – «Και πόσο θά’θελα να με ενθαρρύνει και μένα κάποιος να γράψω κάτι για τον Οχτώβρη στο [άλλο] νησί»
    Γράψε βρε Γς, ξεκόλλα από τα τετριμμένα και ρηχά και γράψε, όχι μόνο για τον Οκτώβρη αλλά και για τις τόσες εμπειρίες και τα τόσα συναισθήματα που έχεις συσσωρεύσει στην ψυχή σου, δημοσίευσέ τα με τον αληθινό, ενίοτε σκληρό αλλά πάντα ανθρώπινο και όμορφο τρόπο που ξέρεις, (όπως για τον τρόπο που έμαθες να διαβάζεις) ξεκλειδώσου από τις εμμονές σου, τόσα μεγάλα, δυνατά, σκληρά και όμορφα κουβαλάς από την πολυτάραχη ζωή σου, όταν θέλεις έχεις όμορφη και καθηλωτική γραφή, χάρισέ την μας και μοιράσου.

    19 – 🙂 🙂 🙂

    Στον εν Βίλχελμ Ράϊχ αδερφό μου.

  24. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @21, 22. Γιώργηδες, σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σας λόγια.

  25. Theo said

    Ευχαριστώ, Δημήτρη και Νικοκύρη.

    Πόση ομορφιά και πλούτος σ’ ένα μικρό νησί!
    Αλλά και πόση γλύκα και ομορφιά καρδιάς αναδίνει αυτό το μικρό διήγημα! και πόση αγάπη και τρυφερότητα για τον γενέθλιο τόπο!

    Μου θύμισε, εμένα του στεριανού, την Αμοργό και την Τήνο του 1980, με τους όμορφους και πλούσιους και άρχοντες, μέσα στη λιτότητα της ζωής τους, ανθρώπους τους.
    Και αναλογίζομαι πως τα κάλλη του φθέγματος πηγάζουν από τα βάθη του πνεύματος (από τον πλούτο της καρδιάς, εδώ), όπως λέει και το απολυτίκιο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.

  26. dryhammer said

    Γεια στα χέρια σου Μάστορα!
    Η γλύκα της αρμύρας σου…

    (Παρόλο νησιώτης και εραστής της θάλασσας, σιχαίνομαι το ψάρεμα -δεν ξέρω γιατί. Τα σκαριά τα ψαράδικα πάω και τα χαζεύω στα λιμανάκια και γλυκαίνει η ψυχή μου αλλά μέσα δε μπαίνω. Ίσως γι αυτό μ΄άρεσε η ποντοπόρα ναυτιλία – που κι αυτήν την παράτησα.)

    Γράφε! Γράφε! Έχεις όμορφη πένα και είσαι και ψιλοδούλης χωρίς να γίνεσαι φλύαρος.
    Ό,τι μπορεί και γεννά συναισθήματα είναι ωραίο και καλό (για μένα τον πασαλειψία, αυτό είναι η τέχνη, να γεννά συναισθήματα)

  27. Χρίστος Δάλκος said

    Ἀγαπητέ Gpoint (21), σέ παραπέμπω στό διήγημα «Καλό κατευόδιο» (ἀπό τήν συλλογή διηγημάτων «Ἀνάπλωρα») τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Δημήτρη Νίκου Μαρτίνου (σόϊ πάει τό βασίλειο!). Ὡραῖο τό διήγημα, Δημήτρη, ἀφοῦ ἄρχισε νά ψιχαλίζῃ καί κατά τά μέρη μου, κι ἄς μή φοράω γυαλιά. Μιά γλωσσικοῦ χαρακτήρα παρατήρηση: Νομίζω ὅτι ἡ «νυχτόμπολα» πρέπει νά γραφῇ «νιχτόμπολα», γιατί εἶναι ἡ νιφτόμπολ(ι)α ἄλλων νησιῶν, ἤτοι ἡ πετσέτα προσώπου, αὐτή μέ τήν ὁποία νίβονται. Νά ‘σαι καλά, καί πάντα τέτοια.

  28. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Theo καὶ Ξεροσφύρη, εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σας λόγια.
    Γράφω γιὰ τὰ παλιά, γιατὶ τὰ καινούργια τὰ σαρώνει ὁ πανδαμάτωρ Τουρισμός. Ἀνθρώπους, φύση καὶ τοπία.
    Βέβαια, τὰ παλιὰ ἔχουμε τὴν τάση νὰ τὰ ἐξιδανικεύουμε, νὰ ξεχνᾶμε τὰ δυσάρεστα καὶ τὰ δύσκολα καὶ νὰ μένει μιὰ γλυκειὰ ἐπίγευση στὴ μνήμη.
    Τότε ἡ ζωὴ ἦταν δύσκολη, σκληρὴ καὶ στερημένη· ἰδιαίτερα γιὰ τὶς γυναῖκες. Οἱ ἄντρες ξέδιναν κάθε τόσο μὲ τὰ γλέντια, ποὺ τά ᾿χαν εὔκολα μὲ κάθε εὐκαιρία· σὲ γάμους, βαφτίσια, ἀρραβῶνες, θρησκευτικὲς γιορτές, καμιὰ φορὰ καὶ σὲ μνημόσυνα. Οἱ γυναῖκες εἶχαν τὸ σπίτι, τὰ παιδιά, τὸ χωράφι καὶ, στὰ γλέντια, τὶς ἑτοιμασίες· εὐτυχῶς ποὺ τὶς χόρευαν καὶ ξέδιναν κι αὐτὲς λιγάκι.
    Θυμᾶμαι τὰ λόγια κάποιων παλιῶν γυναικῶν ἀπὸ τὴ γενιὰ τῆς μάνας μου:
    «Εἶχε πολὺ καμὸ ἡ ζωή μας τότε, γιοκαράκι μου. Οἱ ἄντρες κάνανε τὸ ζέφκι* τωνε, ὅποτε μπορούσανε. Τὸ πολὺ κουρμπέτι** τὸ
    τραβούσαμ᾿ ἐμεῖς».

    *ζέφκι: ἀπόλαυση, κέφι (τουρκ. zevk

    **κουρμπέτι: ταλαιπωρία

  29. Γιάννης Ιατρού said

    3: Δημήτρη, προσέθεσε κι άλλον ένα (να δούμε στο τελικό μέτρημα πόσοι θα βγουν απ’ αυτούς … 🙂 )
    Μπράβο, πολύ ωραίο.

  30. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @27. Χρίστο, εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὰ καλά σου λόγια καὶ τὴν πολύτιμη, ὅπως πάντα, συμβολή σου στά λεξιλογικά. «Νιχτόμπολα» λοιπὸν· ἀπὸ τὴ «νιφτόμπολ(ι)α» κι ὄχι ἀπὸ τὴ «μπόλια τῆς νύχτας». Μοῦ θύμησες τὸ «Χειμαριώτικο» σκοπὸ ποὺ στὰ Θερμιά, ἀλλὰ κι ἀλλοῦ*, ἔγινε Θυμαριώτικος*· ἴσως ἀπὸ παράκουσμα ἤ ἄγνοια τῆς λέξης.

    *Τὸ ἄκουσα καὶ τὸ εἶδα γραμμένο στὴν ἐκπομπὴ «Τὸ ἁλάτι τῆς γῆς» μὲ τραγούδια τῆς Καλύμνου.

  31. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @29. Νά ᾿σαι καλά, Γιάννη.

  32. spatholouro said

    Ευλογημένος τόπος(Θερμιά)
    Ευλογημένος άνθρωπος και ταλαντούχος (Δημήτρης)
    Ευλογημένη γυναίκα (Δέσποινα)

    Εύγε!

    (φιάξε και το πόδι νάσαι μέγκλα!)

  33. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @spatholouro (#32) Φίλε, σ᾿ εὐχαριστοῦμε οἰκογενειακῶς γιὰ τὰ καλά σου λόγια.

  34. spiral architect 🇰🇵 said

    Μπράβο ρε Δημήτρη, μπράβο!

  35. Υψηλότατε είσαι ωραίος! Συνυπογράφω τις ευχές του Σπαθόλουρου.
    Πάω, τώρα, να το ξαναδιαβάσω, να γευτώ και τα ψίχουλα που παράπεσαν.

  36. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @34. Νά ᾿σαι καλά, Σπειροειδή.

  37. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @35. Κι ἐσὺ νά ᾿σαι καλά, Σκλί μ᾿.

  38. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Πάω κι εγώ να το ξαναπεράσω δεύτερο χέρι. Ωραίος αρχηγέ!

  39. Γιάννης Κουβάτσος said

    Εδέησε να το διαβάσω και γω και, φυσικά, το απόλαυσα. Ωραία αφήγηση και έξοχο πάντρεμα της κοινής νεοελληνικής με την ντοπιολαλιά και την ψαράδικη ορολογία. Τυχεροί άνθρωποι είστε οι νησιώτες, Δημήτρη, μεγαλώσατε κοντά στον Θεό, που λένε, και ας μη είναι τα πράγματα τόσο ειδυλλιακά όσο νομίζουν οι επισκέπτες του καλοκαιριού. Αν μετανιώνω για κάτι, είναι που δεν δήλωσα κάποιο αιγαιοπελαγίτικο νησί για πρώτο διορισμό μου, ελεύθερο πουλί τότε, να ζήσω κάποια χρόνια χειμώνα-καλοκαίρι κοντά στη θάλασσα, δεν ήθελα βλέπεις να χάσω την Αθήνα, τόσο μου ‘κοβε, ας είναι, στερνή μου γνώση…
    Δημήτρη, ευχαριστούμε για το σημερινό δώρο, να ‘σαι καλά!

  40. spatholouro said

    κιντινάρι/centenarium
    http://greek_greek.enacademic.com/77207/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B7%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BD

  41. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @38,39. Παιδιὰ σᾶς εὐχαριστῶ.
    @40. Ἴσως θά ᾿πρεπε νὰ τὸ γράψουμε μὲ «η»·
    «κηντηνάρια»(;)
    Τί λένε οἱ εἰδικοί;

    Θὰ λείψω γιὰ κάποιες ὧρες.

  42. sarant said

    Επανηλθα, ευχαριστώ για τα νεότερα!

    21 Εξελιγμένα χημικά; Για ροφούς ας πούμε;

    27-30 Ωραία παρετυμολογία. Χαίρε Χρήστο!

    41 Αφού το κι- προέρχεται από το κε- θα το γράψεις κιντηνάρι αν θες να διασώσεις την ανύπαρκτη μακρότητα.

  43. cronopiusa said

    Ευχαριστούμε Δημήτρη, ευχαριστούμε,Νικοκύρη

  44. spatholouro said

    κεντηνάρι(ο)ν:
    http://www.greek-language.gr/greekLang/medieval_greek/kriaras/search.html?lq=16360&dq=

  45. Λοιπόν, το ξαναδιάβασα.
    Ξαναευχαριστώ, Δημήτρη
    Και για αντίδωρο ορίστε ένας ναυτότοπος για χάζεμα

    http://www.naftotopos.gr/index.php?lang=el

  46. cronopiusa said

    «Εἶχε πολὺ καμὸ ἡ ζωή μας τότε, γιοκαράκι μου. Οἱ ἄντρες κάνανε τὸ ζέφκι τωνε, ὅποτε μπορούσανε. Τὸ πολὺ κουρμπέτι τὸ τραβούσαμ᾿ ἐμεῖς».

    Για μένα η αναζήτηση της ελευθερίας, ειναι πολύ μακριά απ’ τη ζωή στην επαρχία, λατρεύω την ανεμελιά των ταξιδιών, κάτι σαν «Στον δρόμο» του Τζακ Κέρουακ

    δεν θέλω ρίζες, άγκυρες, δεσμά

  47. Ματίνα said

    Καλό απόγευμα σε όλους,

    Υπέροχο, γεμάτο γλυκιά νοσταλγία και συναίσθημα. Πολλά ευχαριστώ και στους δύο!

  48. Γιάννης Κουβάτσος said

    Δεν μιλάμε για ελευθερία, Κρόνη, μιλάμε για ζωή κατά φύσιν. Άλλωστε, το ταξίδι «Στον δρόμο» δεν κράτησε και πολύ. 😊

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    43. Μα πρόλαβες Κρόνη! Κατεβαίνοντας το διάβασμα, μ΄αυτό ετοιμάστηκα (το ΄μποδισμένο τραχαντηράκι) να ευχαριστήσω κι εγώ το Δημητρη Μαρτίνο για την ομορφιά και τη συγκίνηση, Μόνη πατρίδα μας τα παιδικά μας χρόνια. Όλα συμβαίνουν λες μόνο για να τα θυμόμαστε (κλεμένο).

  50. cronopiusa said

    δεν μου πάει να τηγανίζω μαριδάκια, Γιάννη μου….

  51. cronopiusa said

    ΕΦΗ – ΕΦΗ

  52. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    Να ξαναέρθω στην ωραία ρήση της γιαγιάς στο σχ. 28

    «Εἶχε πολὺ καμὸ ἡ ζωή μας τότε, γιοκαράκι μου. Οἱ ἄντρες κάνανε τὸ ζέφκι* τωνε, ὅποτε μπορούσανε. Τὸ πολὺ κουρμπέτι** τὸ τραβούσαμ᾿ ἐμεῖς».

    Ομολογώ πως δεν θυμαμαι να έχω ξαναδεί τη λέξη «κουρμπέτι» με αυτη τη σημασία (ταλαιπωρια). Αλλος την έχει συναντήσει έτσι;

  53. 52 Μα και η έκφραση «βγήκε στο κουρμπέτι», πέρα από το δημόσιο χώρο, εμπεριέχει την ταλαιπωρία που συνδυάζεται με αυτόν. Είτε ως δημόσια γυναίκα, είτε ως δημόσιος άντρας. 😉

  54. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    46/50 για σένα Κρονάκι
    Ε ταξιδιάρη λογισμέ
    με το κορμί μου ορτάκη
    στον κόσμο μην αφήσετε
    αγύρευτο σοκάκι

  55. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    51.Ευχαριστώ,δεν το είδα πριν. 🙂

    Με απωθεί η ζαργάνα όπως και το χέλι επειδή είναι μαγλινή(λεία) σα φίδι. Μου κάνει παράξενο τ΄όνομά της που μόλις τ΄ακούω πάντα πάει ο νους μου σε παλιομοδίτικη επιδαψίλευση (χο!) προς κυρία. Ζαργάνα μου έλεγε ολοένα ο συμβίος(Παναγιωτάκης) της μαντάμ Σουσούς εξ ου και ζαργάνας.
    Για τη ζαργάνα και το ψάρεμά της.
    http://geo-fishing.blogspot.gr/2011/07/blog-post_05.html

  56. leonicos said

    Λυπάμαι που μπήκα τόσο αργά, και δε χάρηκα νωρίτερα κάτι τόσο ωραίο κι ευαίσθητο κείμενο. αλλά ήταν αδύνατο, κι αύριο θ’ αργήσω λόγω χειρουργείου

    Υπέροχε Δημήτρη Μαρτίνο! Πολύ ωραίος είσαι τελικά.

    Κι επειδή εδώ λεξιλογούμε και κειμενολογούμε, θα πω ότι κειμενολογικά είσαι πολύ συνεπής.

    Ήσουν μεγαλόσωμος και δεν χώραγες στο σάκο, έτσι αναγκάστηκε ο παππούς σου να σε σκεπάσει με το σακάκι του από τη μια

    και όταν ο άλλος είδε ψηλή θημωνιά στην αμμουδιά, κατ΄’αλαβε ότι είσαι εσύ με την τουρίστρια.

    Αυτά τα δυο σημεία κειμενολογικώς είναι συνεπή. ΕΥΓΕ! Ψηλές θημωνιές και μην το βάζεις κάτω! Γράφε!

    Παρεπιπτόντως και το ‘μεχρι να φύγει ο κώλος σας βγαίνει η μύτη σας’ ταιριάζει, αλλἀ είναι γενικότερο.

  57. Γιάννης Κουβάτσος said

    50: 😊

  58. leonicos said

    @ 52 Κουρμπέτι είναι βασικά η ιερή αποδημία, κατά την οποία ο μουσουλμάνος κυρίως περιπλανιέται ζώντας όπως μπορεί άστεγος. Κάτι ανάλογο υπάρχει και στον Θεραβαδικό Βουδισμό, αλλ’ εκεί είναι οργανωμένοι αναχωρητές.

    Μετά πήρε τη δεινωμένη σημασία που όλοι ξέρουμε. Με τη σημασία ταλαιπωρία ΔΕΝ το έχω συναντήσει. Είναι πρώτη φορά εδώ.

    Τυχαία έπεσε σ’ ένα άρθρο που αναφερόταν στον Νέστωρα τον Λαρανδέα. Δεν είχα φανταστεί ότι τον ήξερες.

    Τα σωζώμενα κείμενά του, που δεν πρόσεξα αν είναι λιπογράμματα. Το πρώτο είναι προφανώς από την αρχή της Ιλιάδας του.

    Σπείσατέ μοι, Μοῦσαι, λιγυρὴν εὐτερπέα φωνήν
    ἡδὺν ἀπὸ στομάτων Ἑλικωνίδος ὄμβρον ἀοιδῆς·
    ὅσσοι γὰρ προχέουσιν ἀοιδοτόκου πόμα πηγαί
    ὑμετέρων ἐπέων λιγυρῇ τέρπονται ἀοιδῇ.
    και
    Τίπτε με θρυλλήσαντες ἐμὴν ἀπεπαύσατ’ ἀοιδήν;
    Ἱππεὺς ἱππεύειν ἐδάη καὶ ἀοιδὸς ἀείδειν·
    ἂν δέ τις ἱππεὐειν δεδαὼς ἐθέλῃσιν ἀείδειν,
    ἀμφοτέρων ἥμαρτε καὶ ἱπποσύνης καὶ ἀοιδῆς.
    και
    Εἷρπε τὸ μέν, τὸ δ’ ἔμελλε, τὸ δ’ ἦν ἔτι νωθρὸν ἐν εὐνῇ·
    αὐτὰρ ὁ διψήσας ποταμῷ ὑπέθηκε γένειον,
    πᾶς δ’ αρα Κηφισσὸς εἴσω ῥέεν, ἀργαλέον δέ
    ἀνθερεὼν κελάρυζε, κατερχομένου δὲ ῥεέθρου
    Κηφισσὸν κώκυον ὀλωλότα πολλάκι Νύμφαι.
    και
    εἰς Ἀλφεῖον ποταμόν· “Ἄβροχον ἐν πελάγεσσι δι’ ὕδατος ἔπλεεν ὕδωρ.”

    Ελπίζω να μην ενοχληθείς που δεν σχολιάζω το σημερινό εδώ, αλλά πώς να σου τα περάσω; Άλλωστε δεν πρόκειται για κάτι που επιδέχεται σχολιασμό ώστε να εκτρέψω το άρθρο.

  59. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    52/53 Κουρμπέτι και τα βάσανα της ζωής. Όπως το κουπί, το λούκι. Δεν ξέρω από πού και από πότε το έχω. Όχι όμως από το χωργιό,παλιά.

  60. odinmac said

    Πολύ όμορφο, σαν να μπήκαμε σε χρονομηχανή!
    Ερώτηση: η «φούχτα» είναι σωστό; εγώ ξέρω μόνο την χούφτα. Είναι και αυτή η λέξη όπως το καραφλός-φαλακρός;
    Οι γαλατσίδες τρώγονται; εντύπωση μου κάνει
    Τα σαλιγκάρια τα λέμε και μπομπόλους, δεν ξέρω αν το ‘χετε και ‘κει.
    Το κουρμπέτι μόνο σαν (χρόνια – σ.σ. τρισύλλαβο) ταλαιπωρία το ξέρω.

  61. mitsos said

    Υπέροχο
    με συγκίνησε
    κ. Μαρτίνο να σαι καλά, σε ευχαριστώ που μας το χάρισες

    Θέλω να το ξαναδιαβάσω φωναχτά … να τ΄ακούσω .

  62. 55 ΕΦΗ²

    το ίδιο έχω κι εγώ με τη ζαργάνα.
    Άκουγα να αποκαλούν ζαργάνες τα ωραία κορίτσα και ίσως λόγω ηχητικής ομοιότητας, το θεωρούσα κάτι σαν τις νταρντάνες, τα στρουμπουλά ιστιοφόρα φορτηγά πλοία.
    Όταν τις είδα (τις ζαργάνες, όχι τις νταρντάνες) στη Φολέγανδρο, στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, πολύ απογοητεύτηκα. Ίσως γιατί πάντα μου αρέσανε οι νταρντάνες (τα κορίτσα, όχι τα ιστιοφόρα) 😳

  63. spatholouro said

    Κουρμπέτι: (μεταφ). δυσκολία, δυσχέρεια, αναστατωμένη ζωή
    (Α. Κολτσίδας, «Λεξικό της πιάτσας», 1978)

  64. Κουτρούφι said

    «πάνω σὲ ἄλογο, ἀπὸ τὰ λιγοστὰ τοῦ χωριοῦ τά εἶχαν …γιὰ νὰ βγάζουν μουλάρια». Πρέπει να είχε αναπτυχθεί ιδιαίτερα η εκτροφή αυτή (έτσι Δημήτρη;) και γινόταν και εξαγωγή. Στη Σίφνο, οι αγροτοκτηνοτρόφοι φέρνανε (με τα καϊκια, πριν τα φέρρυ) μουλάρια από τα Θερμιά.

    #43, #49. https://www.youtube.com/watch?v=nnxLL4ImIxc. Επιτρέψτε μου να παραπέμψω σε μια διαφορετική εκδοχή του τραγουδιού, σε Σερφιώτικο σκοπό και ρυθμό που πλησιάζει περισσότερο σε αυτούς που χρησιμοποιούνε οι Θερμιώτες στα γλέντια τα οποία περιγράφονται στο κείμενο.

    #60. Στη Σίφνο τρώγονται οι τσώχοι και οι γαλατσίδες (ακόμη και ωμές, φτάνει να μην είναι κατουρημένες). Οι αλιβαρβάροι όχι γιατί θεωρούνται δηλητηριώδεις. Τις αλετρίδες δεν τις ξέρω. Τις μουναρίδες, άλλοι τις τρώνε άλλοι όχι.

    Σάλιακας και στη Σίφνο. Για την ακρίβεια, σάγιακας. Πληθυντικός: σαγιάκοι. Όχι όμως τους μεγάλους (τους οποίους ονομάζουμε καραβόλους) αλλά τους μεσαίου μεγέθους που το χρώμα τους είναι προς το ασπρόμαυρο. Τους τρώνε οι άλλοι. Όχι εγώ.

  65. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    64 >>Στη Σίφνο τρώγονται οι τσώχοι και οι γαλατσίδες (ακόμη και ωμές
    και σ΄εμάς τρώγονται και ωμές, φτάνει να λέμε το ίδιο χορταρικό γαλατσίδες

  66. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    46 – «Για μένα η αναζήτηση της ελευθερίας, ειναι πολύ μακριά απ’ τη ζωή στην επαρχία, λατρεύω την ανεμελιά των ταξιδιών, κάτι σαν «Στον δρόμο» του Τζακ Κέρουακ

    δεν θέλω ρίζες, άγκυρες, δεσμά»

    Eλευθερία, τι σημαίνει πραγματικά; Όσο κι αν ταξιδεύω πάλι στο ίδιο μέρος γυρνάω, είναι μικρός ο πλανήτης και δεν χωράει την σκέψη μου και την φαντασία μου. Χωρίς ανοιχτό μυαλό υπάρχει ελευθερία; Μιά μεγάλη φυλακή της σκέψης η Γή και τα κλειδιά τα κρατούν οι στερημένοι ψυχοπαθείς που μας γαλουχούν στην διαστροφή.
    Πρέπει να σκάψουμε λαγούμι για να βγούμε έξω στο σεξουαλικό φώς της ελευθερίας, όποιο κι αν είναι το τίμημα αξίζει να προσπαθήσουμε.

    Έχεις σκεφτεί Κρόνη να κάνεις ελεύθερη πτώση; Από τα 5000 μέτρα θα πιάσεις σχεδόν 250 χλμ την ώρα μέχρι να ανοίξει το αλεξίπτωτο, είμαι βέβαιος πως σου ταιριάζει αυτή η εμπειρία, ΔΟΚΙΜΑΣΕ ΤΗΝ.

    Στην παλαβή σούπερ μπέμπα του ιστολογίου.

  67. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Φύλλα του Οχτώβρη, ξαφνικά μου κάνει πιο μελαγχολικό απ΄τα φύλλα του Σεπτέμβρη 😦

    Μια Ελένη εδώ http://www.rembetiko.gr/forums/showthread.php?t=16455&page=20
    λέει:
    κουρμπέτι: η πιάτσα, η σκληρή και δύσκολη ζωή, αυτή που είναι γεμάτη βάσανα, η βιοπάλη.
    [τουρκ. kurbet, gurbet `μακριά από το σπίτι, ξενιτιά]

  68. odinmac said

    Μάλλον εννοώ άλλες γαλατσίδες. Αυτές που λέω έχουν χοντρό μίσχο που όταν τον σπας βγάζει κάτι σαν γάλα.

  69. Alexis said

    Μπράβο Δημήτρη, πολύ ωραίο!

  70. sarant said

    53-60-63 κε Άρα ειναι διαδεδομένη η σημασία -εγώ ήξερα μόνο τη σημασία που δίνουν τα λεξικά.

    60 Ναι, είναι καθιερωμένη διτυπία η φούχτα-χούφτα.

    Δες κι εδώ
    https://sarantakos.wordpress.com/2011/12/09/fuchteln/

  71. odinmac said

    Για να γίνω πιο συγκεκριμένος με το κουρμπέτι εννοώ χρόνια ταλαιπωρία-εργασία σε κάποια σκληρή δουλειά πχ οικοδομή κτλ

  72. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Μισέλ Φουκό το 1926, ένας διανοητής που επηρέασε πολύ τον τρόπο σκέψης μου στην εφηβεία μου.
    Υπάρχει κάποιος αντίστοιχος σήμερα στον κόσμο γεννημένος την δεκαετία του 70 και μετά; (επειδή δεν ξέρω ρωτάω).

  73. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Χαίρε Λάμπρε! Σεξουαλική ελευθερία χωρίς στολισμό,πάθος, ελευθερία συνείδησης και πλούτο σκέψης, χμ, σαν τις γάτες μου μου κάνει.Πανελεύθερες σεξουαλικά δίχως στέγη δίχως νόμο,αλλά ζωάκια.
    Ντουέντε – τίποτ΄άλλο, για όλα και για όλους όσους ξεχωρίζουμε 🙂

    Σκύλε μένουμε σ΄αυτές τις Ζαργάνες

  74. Γιάννης Κουβάτσος said

    Βάζεις ψηλά τον πήχη, Λάμπρο. Γιατί, υπάρχουν Καστοριάδης, Αξελός, Παπαϊωάννου, Πουλαντζάς, Κονδύλης στην Ελλάδα; Να μην αναφερθώ σε λογοτέχνες, μουσικούς και εικαστικούς. Δεν ξέρω γιατί παλαιότερα αναδεικνύονταν τέτοια μεγέθη, ενώ σήμερα δεν.

  75. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    73 – «Σεξουαλική ελευθερία χωρίς στολισμό,πάθος,» Αυτά είναι αρρωστημένες καταστάσεις. «ελευθερία συνείδησης και πλούτο σκέψης,» Γι΄αυτά η σεξουαλική ελευθερία, είναι προϋπόθεση, δεν βλέπεις πως σπανίζουν στην ανθρώπινη κοινωνία;

    «χμ, σαν τις γάτες μου μου κάνει.Πανελεύθερες σεξουαλικά δίχως στέγη δίχως νόμο,» Έχουν τον ακριβοδίκαιο φυσικό νόμο και δεν τον παραβαίνουν ποτέ.
    «αλλά ζωάκια.» Όμως πιό έξυπνα από τους ψηφοφόρους.

  76. sarant said

    74 Πάντως είναι κοινός τόπος το «παλιότερα αναδεικνύονταν μεγέθη, σημερα όχι».. Ίσως είναι και η απόσταση που τους μεγαλώνει.

  77. Γιάννης Κουβάτσος said

    Μπορεί, Νίκο. Αλλά η αντοχή του έργου τους στον χρόνο, μέχρι τώρα τουλάχιστον, είναι αναμφισβήτητη. Δεν είμαι παρελθοντολάτρης, αλλά αν αρχίσουμε να αραδιάζουμε ονόματα, αυτή η εντύπωση θα γίνει βεβαιότητα.

  78. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    74 – «Βάζεις ψηλά τον πήχη, Λάμπρο»
    Αντιθέτως, των βάζω πολύ χαμηλά, σχεδόν στο πάτωμα, η λογική εξέλιξη ποιά θα έπρεπε να είναι;

    «Δεν ξέρω γιατί παλαιότερα αναδεικνύονταν τέτοια μεγέθη, ενώ σήμερα δεν.»
    Σκέψου λίγο δεν είναι δύσκολο να το βρείς. 🙂 Για να βοηθήσω λίγο, για ποιό υποχρεωτικό πράγμα γκαρίζω συνέχεια; Πότε επιβλήθηκε ουσιαστικά; Ποιό σκοπό εξυπηρετεί από τότε; Μετά τις απαντήσεις, ρίξε μιά ματιά στην ημερομηνία γεννήσεως των μεγάλων διανοητών, ΤΥΧΑΙΟ; 🙂

    Υ.Γ – Βέβαια σε λίγα χρόνια τελειώνει η χρησιμότητά του, οι εξειδικευμένες παραγωγικές μονάδες θα είναι αχρείαστες και δεν θα υπάρχει λόγος μαζικής παραγωγής τους. Θα έχει ενδιαφέρον το μέλλον που μας ετοιμάζουν οι υπερπλούσιοι. 🙂

  79. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    76 – Γιά πές ένα παγκόσμια επιδραστικό μέγεθος της ηλικίας μας Νίκο. Μήπως είδες το αυστριακό (και όχι μόνο) εκλογικό αποτέλεσμα; το θεωρείς τυχαίο; δεν έχει λές σημασία η ανυπαρξία σύγχρονης διανόησης;

  80. Alexis said

    #76: Δεν είναι μόνο η απόσταση που κάνει τους παλιούς πιο «μεγάλους» Νίκο, είναι και η εποχή που ζούμε που κάνει τους σημερινούς πιο «μικρούς» απ’ ότι πραγματικά είναι.
    Η τηλεόραση πρώτα, το διαδίκτυο μετά και τα σόσιαλ μίντια σε τρίτη φάση, έφεραν τους πάντες μέσα στο σπίτι μας, δίπλα μας, και τους απομυθοποίησαν.
    Όσο πιο πολύ σκουπιδαριό κυκλοφορεί τόσο πιο δύσκολο είναι να αναδειχτεί το πραγματικά σπουδαίο και μεγάλο…

  81. sarant said

    79-80 Εγώ απλώς αναρωτιέμαι αν αυτους που θεωρούμε σήμερα μεγάλους, τους θεωρούσαν επισης εξισου μεγάλους όταν ήταν ζωντανοι και στην ακμή τους.

  82. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Επιστροφή στο νήμα
    ζευγάρισμα: ὄργωμα
    Κάνω ζευγάρι ή κάνω χωράφι =οργώνω
    Δυο ζευγαριώ χωράφι=χωράφι τέτοιας έκτασης που οργώνεται σε δυο μέρες
    Αυτό το βίντεο δε χορταίνω να το βλέπω.

  83. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Όπως κι αυτό

  84. dryhammer said

    64. Σάλιακας και στη Χίο. Για την ακρίβεια, σάγιακας. Πληθυντικός: σαγιάκοι. Τρώμε και τους μεγάλους τους οποίους ονομάζουμε επίσης καραβόλους. Από τους καραβόλους (ή μήπως ανάποδα;) ονομάζουμε και τα σιγμοειδή στολίδια στα κάγκελα και εξώπορτες (πολύ συνηθισμένα πριν τα αλουμίνια και τα ανοξείδωτα) και το σχετικό εργαλείο των σιδεράδων, καραβολιέρα.

    καράβολο ή καράβολος

    http://www.anco.com.gr/thumb33.php?file=zppTLTI2MC5naWY=

  85. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας καὶ πάλι· μόλις ἐπέστρεψα.

    Εὐχαριστῶ αὐτοὺς ποὺ ἔστειλαν τὰ σχόλιά τους κατὰ τὴν ἀπουσία μου. Τὰ καλά σας λόγια μοῦ δίνουν κουράγιο καὶ κίνητρο νὰ ξαναγράψω.
    Εὐχαριστῶ τὴν Κρόνη (#43) καὶ τὸ Κουτρούφι (#64)γιὰ τὰ μουσικὰ τρεχαντηράκια ποὺ μοῦ ἀφιέρωσαν. Μὲ συγκίνησαν καὶ τὰ δυό.
    @Κουτρούφι(#64) Σαλιάκοι λέγονται καὶ στά Θερμιά.
    Γιὰ τὰ χόρτα, ὅ,τι γράφω τὰ ἔμαθα ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους. Ἐγώ μόνο νὰ τὰ τρώω ξέρω, ὄχι νὰ τὰ μαζεύω· ποῦ νὰ σκύβω ἐκεῖ κάτω!
    Γιὰ τὸ κουρμπέτι τὰ εἴπατε ἐσεῖς.
    @82.ΕΦΗ – ΕΦΗ said:
    » Δυο ζευγαριώ χωράφι=χωράφι τέτοιας έκτασης που οργώνεται σε δυο μέρες »

    Τὸ ἴδιο λένε καὶ στὰ Θερμιά.

  86. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    84.Ναι, και καράουλοι,χοχλιοί κλπ
    σχ.61,75,166,144,177

  87. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    86. Φτου,το μάους κράτησε το προηγούμενο λίνκ, συγγνώμη!

    84.Ναι, και καράουλοι,χοχλιοί κλπ
    σχ.61,75,166,144,177
    https://sarantakos.wordpress.com/2017/06/03/meze-274/#comment-436539

  88. Γιάννης Κουβάτσος said

    Έβγαινες για καφέ και μπορεί να καθόσουνα σε διπλανό τραπέζι με τον Θεοδωράκη, τον Χατζηδάκι, τον Γκάτσο, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Τσίρκα, τον Κουν, τον Τσαρούχη, τον Μόραλη, σταματάω, δεν περιγράφω άλλο. 😊

  89. odinmac said

    Παρεμπιπτόντως, να ένα ωραίο παράδειγμα ανθρώπων του κουρμπετιού 🙂, στο 83

  90. Μαρία said

    74
    Ο Πουλαντζάς δεν χώρεσε αλλά ούτε παραγγελία να το ‘κανες.

  91. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    81 – Μα οι περισσότεροι τότε απέκτησαν την φήμη τους και τότε επέδρασαν στην κοινωνία, ενώ τώρα τους γνωρίζουν ελάχιστοι και δεν επιδρούν καθόλου.
    Αυτό που συνέβει, είναι η υπερπαραγωγή εξειδικευμένων παραγωγικών επιστημόνων και η εσφαλμένη (ή εσκεμένη) σύνδεση επιστήμης και διανόησης. Έχει γίνει λαϊκή συνείδηση πως επιστήμονας = διανοητής, είναι έτσι; θεωρώ πως όχι κι αυτό συνάγεται από τις αντίθετες πορείες, η επιστήμη έχει φτάσει στα ύψη κι η διανόηση στα τάρταρα ενώ θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον ισοϋψείς. Είναι κοινός τόπος πως ελάχιστοι επιστήμονες «στρίβουν» πέρα από την ειδικότητά τους, τα παραδείγματα χιλιάδες και καθημερινά κι αυτό δεν συμβαίνει τυχαία, γιαυτό δεν μπορείς να βρείς έναν επιδραστικό διανοούμενο της ηλικίας μας (για νεώτερο ούτε συζήτηση) είναι η παραγωγικότητα και το κυνήγι του κέρδους που ισοπέδωσαν την κριτική σκέψη. Κανείς δεν σπουδάζει για την γενική και ευρύτερη γνώση και για να διευρύνει την διάνοιά του, όποιος το ισχυρίζεται απλώς παραμυθιάζεται (οι εξαιρέσεις κλπ,☺) άλλωστε το εκπαιδευτικό σύστημα είναι δομημένο και αναπροσαρμόζεται συνεχώς στην βάση της εξειδίκευσης και της παραγωγικότητως κι όχι στην διεύρυνση της κριτικής σκέψεως, ολοφάνερο είναι αυτό, οχι;

  92. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    88 – Και τώρα μπορεί να κάτσεις δίπλα στον Χωμενίδη τον Τατσόπουλο την Σώτη την Μαντά την Δημουλίδου, δεν περιγράφω άλλο.☺
    Καληνύχτα.

  93. Γς said

    72:

    >Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Μισέλ Φουκό το 1926

    Εχω διαβάσει το εκκρεμές του

  94. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    93 – Αλλουνού Φουκό του Λεόν ήταν το εκρεμές και άλλος συγγραφέας το έγραψε, ο Ουμπέρτο Έκο.
    Καλημέρα.

  95. gpoint said

    # 92

    Τυχεροί μερικοί αποδώ μέσα θα μπορούν σε λίγα χρόνια να υπερηφανεύονται που μπόρεσαν να κάτσουν δίπλα στον Λάμπρο και σε μένα…

  96. sarant said

    84-87 Τα έχουμε αναφέρει πολλές φορές αλλά εκκρεμεί σχετικό άρθρο.

  97. Theo said

    @74:
    Ο Χριστόδουλος και ο Ιωσήφ είχαν τα στραβά τους, ΟΚ. (Και δεν τους πάω).
    Αλλά οι άγιοι Πορφύριος και Παΐσιος που τους γνώρισα προσωπικά, παράφρονες, σκοταδιστές και κήρυκες μίσους;
    Έλεος!
    Μόνο κάποιος που είτε δεν διάβασε τίποτα δικό τους ή έχει πολύ
    μίσος και σκοτάδι στην καρδιά του θα μπορούσε να το γράψει.

    Και φυσικά τους γνωρίζουν πολύ περισσότεροι από τους κυρίους της πάνω γραμμής, και στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες Ορθόδοξες χώρες. Τα βιβλία με τα λόγια τους ή τις μαρτυρίες γι αυτούς επανεκδίδονται κάθε χρόνο, συνολικά έχουν δεκάδες εκατομμύρια τιράζ και μεταφράζονται σε δεκάδες γλώσσες.

    Να μη ζούμε μόνο στην κοσμάρα μας, να σεβόμαστε λίγο και τις απόψεις και τα βιώματα εκατομμυρίων συνανθρώπων και συμπολιτών μας!

  98. Theo said

    Το 97 στο 90.

  99. Theo said

    Επειδή η συζήτηση για τις τάχαμου προφητείες του αγίου Παϊσίου έχει ξαναγίνει εδώ πριν 3-4 χρόνια, όταν αναφέρομαι στους λόγους του εννοώ τους 6 τόμους που εξέδωσε η Μονή της Σουρωτής και τα 4 βιβλία που έγραψε ο ίδιος και εκδόθηκαν από την ίδια Μονή.
    Για δε τους βίους, αναφέρομαι στους 2 τόμους του ιερομόναχου Χριστόδουλου, σε αυτόν του ιερομόναχου Ισαάκ και στην έκδοση της Σουρωτής. Αυτοί γράφτηκαν από ανθρώπους που τον γνώρισαν πολύ καλά. Οι υπόλοιποι είτε τον γνώρισαν λίγο είτε τον παρεξήγησαν είτε θέλουν να τον εκμεταλλευτούν δι ίδιον όφελος.

  100. Theo said

    Κι επειδή τον γνώρισα πολύ καλά, μπορώ να διαβεβαιώσω πως οι τάχαμου προφητείες που προβάλλουν οι ακροδεξιοί κλπ. σε φυλλάδες και ιστότοπους είναι κατά το 99% κατασκευασμένες.

  101. cronopiusa said

    Εψές στην Κινηματογραφική Λέσχη είδα: «Ο Επιφανής Πολίτης» των Γκαστόν Ντιπράτ και Μαριάνο Κον, δεν μπορούσα να δω τίποτ΄ άλλο, ήταν ο αντίστροφος καθρέφτης του σχολίου 49 της ΕΦΗ – ΕΦΗ «Μόνη πατρίδα μας τα παιδικά μας χρόνια. Όλα συμβαίνουν λες μόνο για να τα θυμόμαστε»

    Σήμερα, ενω έχαχνα βιντεάκια της Γκραθαλέμα για το Λάμπρο, έπεσα στις Φονικές πυρκαγιές που σαρώνουν Πορτογαλία και Ισπανία

    Πόσο δίκιο έχει ο νέος αγρότης του σχολίου 83…

  102. cronopiusa said

  103. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Χτές, 15/10/2017, συμπληρώθηκαν 30 χρόνια ἀπὸ τὴ δολοφονία τοῦ Τομὰ Σανκαρά, ἡγέτη τῆς Μπουρκίνα Φάσο· τὸν ἀποκαλοῦσαν «Τσὲ Γκεβάρα τῆς Ἀφρικῆς».

  104. Γς said

    94:

    Και σιγά ρε Λάμπρο να τσιμπήσω, ότι τσίμπησες …

  105. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    104 – Ναί αλλά τσίμπησες, (λές να ήθελα να σου κάνω τον έξυπνο;☺) είχα όρεξη για αστεία το πρωΐ, σιγά μη δεν ήξερες για ποιόν Φουκό έγραφες.☺

  106. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    104 – Χωρίς αστεία τώρα, έχεις σκεφτεί να γράψεις σοβαρά κάτι από τις αναμνήσεις σου;

  107. gpoint said

    # 99

    Εγώ έτυχε να συζητήσω καμιά ώρα με τον Χριστόδουλο όταν επισκέφθηκε το τότε σχολείο μου- χωρίς ανέκδοτα και κάμερες- και με τον Παΐσιο κάτι λίγα λεπτά στο σπίτι ενός εκδότη που τον φιλοξενούσε. Ο Χριστόδουλος ήταν εντυπωσιακός, μίλησε σε 500+ παιδιά λυκείου που δεν έβγαλαν κιχ, μαγεμένα από τον λόγο του. Και με μένα όταν ανέπτυξε τις ιδέες του μου φανέρωσε έναν άνθρωπο που πάλευε για τις ιδέες του επί εθνικών και εκκλησιαστικών θεμέτων και που εύκολα στον τύπο διαστρεβλώνονταν κατάλληλα ώστε να φαίνεται εξουσιομανής. Ολος όμως ο περίγυρός του ήταν άτομα του παρεκκλησιαστικού χώρου που σιχαινόμουνα να τα πλησιάσω στα 3 μέτρα. Πιστεύω πως τον έφαγαν.
    Ο Παϊσιος αντίθετα δεν με έπεισε-μίλαγε ελάχιστα εξ άλλου. Αλλά οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του μου φάνηκαν πολύ καλοί.
    Αυτά από έναν άθεο, βαθύτατα θρησκευόμενο.

  108. gpoint said

    το # 107 —-> # 97

  109. Theo said

    @107:
    Τον Χριστόδουλο μια φορά τον συνάντησα κι απλώς πήρα την ευχή του. Αλλά όταν τον είδα στην τηλεόραση να μιλά στη «λαοσύναξη» για τις ταυτότητες, δεν άντεξα τον ναρκισσισμό και τα κούφια λόγια του πάνω από 5 λεπτά.
    Τον άγιο Παΐσιο τον συνάντησα καμιά 50 φορές. Δεν ήταν μόνο τα λόγια και οι συμβουλές του που με βοήθησαν (υπήρξε ένας από τους 2 ανθρώπους που μου φέρθηκαν καλύτερα στη ζωή μου) αλλά περισσότερο η παρουσία του κι η «αύρα» που απέπνεε που σε κάθε συνάντηση με γέμιζαν χαρά και αγάπη για όλο τον κόσμο.

  110. Γς said

    Ο Χριστόδουλος ήταν «συμμαθητής» μου.
    Καθήσαμε στα ίδια θρανία της Λεοντείου των Γάλλων παπάδων φρερ. [με διαφορά 10 χρόνων].

    Τον συνάντησα κάποτε για να του ζητήσω να βοηθήσει κάτι αφρικανικούς.

    Και φυσικά έκανε το χατήρι του «συμμαθητή» του.

  111. Γς said

    >κάτι αφρικανικούς.

    αφρικανούς.

  112. gpoint said

    # 109

    Δεν έβλεπα από τότε τηλεόραση εκτός από αθλητικά και όπερες αλλά δεν θέλω να αμφισβητήσω τα λεγόμενά σου, εξ άλλου ο ναρκισσισμός δεν θα έβγαινε σε μια κατ’ ιδίαν συνάντηση αλλά μιλώντας σε συγκέντρωση όπου οπωσδήποτε πέφτουνοι σχετικές συμβουλές από ιματζμέηκερς και σπόνσορες. Θέλω όμως να σου πω ένα μεγάλο μάθημα από πήρα από τον Νίκο Γκάλη το 87 για τους ανθρώπους που έχουν επίγνωση της αξίας τους και δεν κάνουν τις μοιξοπαρθένες:

    Μετά από την νίκη της Εθνικής μας για τους 16 ή τους 8, δεν θυμάμαι, θα αντιμετωπίζαμε την Ιταλία. Ρώτησαν τον Γκάλη καθώς αποχωρούσε από το γήπεδο τι θα γίνει με τους Ιταλούς. Τους κοίταξε σοβαρός-σοβαρός και είπε» τι θέλετε να γίνει ; θα τους κοιτάξω στα μάτια και θα χάσουνε !»
    Λεπτομέρεια : μπαίνοντας στο γήπεδο τους κοίταξε στα μάτια και η εθνική μας προηγήθηκε 17-0 ή παραπάνω και φυσικά κέρδισε !
    Στα άλλα ματς δήλωνε ταπεινά πως ήταν η μεγαλύτερη νίκη της εθνικής μας μέχρι την επόμενη

  113. Πέπε said

    @109, 112:
    Τον καιρό που ο Χριστόδουλος ξεσήκωνε τα πλήθη, ήταν η ίδια εποχή που ο Αβραμόπουλος γέμιζε την Αθήνα με διάφορα μνημεία που έλεγαν «ανηγέρθη επί δημαρχίας Δ. Αβραμόπουλου» και σχολιάζαμε ότι το μόνο άγαλμα που λείπει είναι το δικό του: «Δ. Αβραμόπουλος, δήμαρχος Αθηναίων, ανηγέρθη επί δημαρχίας Δ. Αβραμόπουλου».

    Τότε λοιπόν είχε βγει μια γελοιογραφία με τους δυο τους να συζητάνε.
    Αβραμόπουλος:
    -Χριστόδουλε, δε φαντάζεσαι πόσο σε θαυμάζω.
    Χριστόδουλος:
    -Όσο με θαυμάζω εγώ, αποκλείεται!

  114. 113 Ναι, βρε Πέπε!
    Μέχρι και τον Χοσέ Μαρτί μαγάρισε

    http://valiacaldadog.blogspot.gr/2016/03/blog-post.html

  115. Πέπε said

    114:
    Ο δεύτερος θάνατος…

    Εδώ Σκύλε έχεις μια αναφορά, που ενώ την αναγνωρίζω, δε θυμάμαι ούτε τον συγγραφέα ούτε τον ήρωα με τους πολλαπλούς θανάτους! Και το βιβλίο δεν το βρίσω εκεί που θα ‘πρεπε να είναι, μάλλον δανεικό το ‘χα διαβάσει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: