Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το Νοέμβρη, λοιπόν (επετειακή επανάληψη)

Posted by sarant στο 12 Νοέμβριος, 2017


Από βδομάδα θα έχουμε τον γιορτασμό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, πριν από 44 χρόνια. Το ιστολόγιο συνηθίζει αυτές τις μέρες να δημοσιεύει κάτι επετειακό, αλλά φέτος, λόγω ταξιδιού και άλλων περισπασμών δεν ετοίμασα κάτι -κι έτσι, καταφεύγω σε επανάληψη ενός διηγήματος που είχα βάλει στην 40ή επέτειο πριν από τέσσερα χρόνια.

Το χειρότερο είναι πως θα ευλογήσω τα γένια μου, αφού θα σας παρουσιάσω ένα δικό μου διήγημα, που περιλαμβάνεται στην πρώτη μου συλλογή διηγημάτων (Για μια πορεία, 1984) και που το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο μαζί με άλλα λογοτεχνικά έργα για το Πολυτεχνείο. Η εικόνα είναι παρμένη από μια άλλη αναδημοσίευση του διηγήματος στον ιστότοπο της Bibliothèque.

Δεν πήρα βέβαια μέρος στην εξέγερση (βέβαια; όχι και τόσο αφού θεωρητικά θα μπορούσα έστω και δεκατετράχρονος μαθητής και αφού άλλοι έχουν πάρει μέρος στην ίδια ηλικία ή και μικρότερη). Το διήγημα περιγράφει τον γιορτασμό της επετείου τα πρώτα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Καθώς ζω στο εξωτερικό εδώ και πολλά πολλά χρόνια, βρίσκομαι στην Ελλάδα σχεδόν κάθε χρόνο στις αρχές του Νοέμβρη, αλλά ποτέ στις 17 του μηνός κι έτσι δεν έχω μπορέσει να πάρω μέρος σε πρόσφατες εκδηλώσεις.

Το Νοέμβρη, λοιπόν

Από τότε που το τανκς εκείνο το Νοέμβρη γκρέμισε την κεντρική πύλη τού Πολυτεχνείου, της οδού Πατησίων, η είσοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται· εκείνη η συγκεκριμένη καγκελόπορτα, βέβαια, ρημαγμένη απ’ τις ερπύστριες, ωστόσο όχι ολότελα ξεχαρβαλωμένη, φυλάγεται κάπου σαν κειμήλιο του αγώνα και μοναχά στους γιορτασμούς εκτίθεται στο κοινό προσκύνημα. Αλλά και η τωρινή η πόρτα σπανιότατα ανοίγει, κι αυτό σ’ ανάλογες περιστάσεις, κατά τις επετείους δηλαδή. Μόνο τα παραπόρτια της άνοιγαν συχνά-πυκνά, αλλά κι αυτά τώρα κλειστά τα κρατούν, θαρρώ· έτσι όλος ο κόσμος, καθημερνώς, από τις πύλες των οδών Στουρνάρα και Τοσίτσα μπαινοβγαίνει, αλλά καθώς αυτή η τελευταία τα απογέματα κλείνει νωρίς, οι πιο πολλοί απ’ τη Στουρνάρα εξυπηρετούνται. Μπροστά στην πόρτα αυτή κόσμος μαζεύεται όχι μόνο τα πρωινά, αλλά ολημέρα, γιατί έχει καθιερωθεί από τους φοιτητές σαν μέρος για να δίνουν ραντεβού· κι έτσι, σε ώρες καίριες, σημαδιακές εξόδου, οχτώ-οχτώμιση ας πούμε, ή κι αργότερα, πλήθος θα βρεις εκεί να περιμένει, είτε πολλούς μαζί να κουβεντιάζουν μεγαλόφωνα, είτε μοναχικούς στημένους να μέμφονται το έτερον ήμισυ κοιτώντας κάθε λίγο το ρολόι τους, και δεν είναι σπάνιο δυο ή τρεις ξεχωριστές παρέες που ’χουνε δώσει εκεί τα ραντεβού τους να ενωθούν, κι όλοι μαζί να πάνε στο σινεμά ή στην ταβέρνα ή όπου αλλού. Συνήθως κάποιος αργοπορεί περισσότερον του δέοντος, οπότε οι σύντροφοί του φεύγουν αφήνοντας του μήνυμα, «Γιάννη θα ’μαστε εκεί κι εκεί», γραμμένο πάνω σε μια απ’ τις αφίσες — κατά προτίμηση να έχει άσπρο φόντο — που θα σκεπάζουν τις κολώνες εκατέρωθεν της πόρτας· γιατί οι αφίσες διακοσμούν ολοχρονίς τους εξωτερικούς τοίχους τού «ιδρύματος», ιδίως δε τις δυο πλευρές τού τετρα­γώνου, από την Πατησίων και τη Στουρνάρα, που και πιο πολυσύχναστες είναι, και άφθονο ωφέλιμο χώρο προσφέρουν στον αφισοκολλητή· βλέπεις, απ’ τη μεριά τής Μπουμπουλίνας το κτίριο έχει κάγκελα όπου ως γνωστόν είναι αδύνατο να κολληθεί επιτυχώς χαρτί, ενώ η Τοσίτσα είναι δρόμος ιδιόμορ­φος, στα εκεί παγκάκια και παρτέρια την αράζουν τουρίστες, υπερήλικες και ζευγαράκια ερωτευμένα που η πείρα απέδειξε πως σπάνια προσέχουν τη φωνή των τοίχων· έχει κι αυτή όμως το μερίδιό της. Στους τοίχους άλλωστε, εκτός από αφίσες, βρίσκεις και συνθήματα· άλλα είναι γραμμένα σε χαρτί και κολλημένα, οπότε λέγονται χαρτοπανώ, και άλλα έχουν κατευθείαν φιλοτε­χνηθεί — με σπρέι και σπανιότερα μπογιά — απάνω στο γυμνό τοίχο· γράφουνε και με μαρκαδόρο, συνήθως ευφυολογήματα, αλλά αυτά δεν είναι ορατά παρά μονάχα εκ του πλησίον και δεν μπαίνουν στο λογαριασμό. Παλιότερα, όλη αυτή η δραστηριό­τητα δεν άρεσε καθόλου στη Σύγκλητο του ιδρύματος και σε τακτά χρονικά διαστήματα πλάκωνε συρφετός ολόκληρος κλη­τήρες, επιστάτες, θυρωροί, που αρματωμένοι με μάνικες και βούρτσες, με σπάτουλες και άλλα αιχμηρά αντικείμενα απογύ­μνωναν τους τοίχους μ’ αξιοπρόσεχτη επιμονή και υπομονή και έσβηναν, σκεπάζοντάς τα με μπεζ μπογιά, όσα συνθήματα ήσαν γραμμένα· παράλληλα, σε περίοπτα κι απρόσιτα σημεία, ψηλά-ψηλά, χέρι ανθρώπου να μη μπορεί να τα ζυγώσει, κάρφωσαν πινακίδες όμορφες μεταλλικές, που μας προέτρεπαν να σεβα­στούμε το μνημείο· του κάκου βέβαια, γιατί εμείς οι ασεβείς διαρκώς κολλάγαμε, παρόλο που μας λέγαν ακαλαίσθητους. Και για να πούμε του στραβού το δίκιο, ακόμα και από αισθητικής πλευράς, συνήθως ήταν όμορφο το κτίριο ντυμένο ολόγυρα λογιώ-λογιώ πολύχρωμες αφίσες να σχηματίζουν διάφορα περίεργα κολλάζ όπως τυχαία βρίσκονταν η μια δίπλα και πάνω από την άλλη –και οπωσδήποτε, πολύ πιο όμορφο ήτανε τότε, παρά μετά από κάθε «επιχείρηση αρετής» του αφισοκτόνου αποσπάσματος, άθλιο θέαμα πεδίου μάχης οι τοίχοι, γεμάτοι ξέφτια θλιβερά χαρτιού, με τόπους-τόπους γκρίζα ή μπεζ μπαλώματα και από κάτω να αχνοφαίνονται τα ρωμαλέα κόκκινα γράμματα των συνθημάτων αλλά είπαμε –σύστημα λερναίας ύδρας, Παρασκευή απόγεμα τα καθαρίζανε, Δευτέρα βράδι είχαν πάλι ξεφυτρώσει και η διελκυστίνδα συνεχίστηκε μέχρι που πάψαν ν’ ασχολούνται με την αισθητική και την καθαριότητα οι συγκλητικοί μας.

Σε εποχές αναβρασμού, περιόδους προεκλογικές λογουχάρη ή παραμονές επετείων, του Νοέμβρη ή της Πρωτομαγιάς, η μάχη τής αφίσας είναι έντονη και ο καθείς μη βρίσκοντας χώρο ελεύθερο σκεπάζει αυτά που ο προηγούμενος είχε κολλήσει καλύπτοντας με τη σειρά του κάποιον τρίτο. Αν και υπάρχει κάποιος εξαιρετικά λεπτομερής και πλατιά γνωστός κώδικας καλής συμπεριφοράς που διέπει τα της αφισοκόλλησης, πότε και πώς επιτρέπεται δηλαδή τον άλλο να σκεπάσεις και πότε όχι, αυτός τηρείται μόνο τον καλό τον καιρό, γιατί όταν έρχεται η φούρια, ας πούμε την παραμονή τής σημαδιακής μέρας, κανείς δεν υπολογίζει ιδιαίτερα τα σαβουάρ βιβρ και φυσικά αντεγκλή­σεις κι επεισόδια δεν λείπουν· καθώς μάλιστα οι αφισοκολλητές κουβαλούν εργαλεία αν όχι φονικά πάντως επίφοβα, τη βούρτσα και το μπουγέλο με την κόλλα σα να λέμε, η κάθε τέτια μικροαψιμαχία μπορεί ν’ αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη της — για να εισπράττουν οι στεγνοκαθαριστές και να σιχτιρίζουν οι μανάδες. Πάντως, το Νοέμβρη τουλάχιστο, τις τελευταίες-τελευταίες μέρες η ΕΦΕΕ συστήνει — κι όλοι υπακούουν — να μην κολλιούνται αφίσες οργανώσεων και κομμάτων, παρά μονάχα ενωτικές· έτσι, πέφτει λιγάκι ο πυρετός, και ύστερα, όταν τελειώσει η ιστορία, ο κλητήρας με μια του κίνηση έρχεται και ξεκολλά μια παχύτατη φλούδα χαρτί που περικλείνει όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων, από τη δεξιά ως την άκρα αριστερά σε στρώματα επάλληλα, σαν σε κρεμμύδι, η επανά­σταση κι η αντεπανάσταση μαζί. Ωστόσο, τις υπόλοιπες τις μέρες, όταν οι επέτειες είναι μακριά, η προσφορά είναι πιο πολλή από τη ζήτηση και δεν υπάρχει κώλυμα στο κόλλημα· τότε εμφανίζονται και ωραία μεγάλα χαρτοπανώ φτιαγμένα με μεράκι,  που  αφορούν τα εκάστοτε προβλήματα του χώρου, χειρόγραφες εφημερίδες τοίχου των σπουδαστών των γύρω τεχνικών σχολών, καμιά αναρχική στη χάση και στη φέξη, αλλά και καλλιτεχνικές που διαφημίζουν κάποια παράσταση ή συναυλία· εμπορικές αφίσες όμως δεν ευδοκίμησαν ποτέ εδώ και καλά να πάθουν γιατί παλιότερα, που αφισοκόλληση εκτός πανεπιστημιακού ασύλου σήκωνε αυτόφωρο χωρίς εξαγορά, κίνδυνος μεγαλύτερος κι απ’ την αστυνομία ήσαν τα διάφορα γραφεία ταξιδιών, τα οποία εν ριπή οφθαλμού γέμιζαν την Ακαδημίας με διαφημίσεις για εκδρομές στην Πόλη ή στο Λονδίνο και σκέπαζαν κάθε πολιτική αφίσα χωρίς να λογαριά­ζουν τον κόπο μας τον αφιλοκερδή.

Από την πόρτα τής οδού Στουρνάρα μπαίνεις στο προαύλιο· δεξιά τω εισερχομένω βρίσκεται το πιο διάσημο κτίριο του συγκροτήματος, το κτίριο Γκίνη, που λέγεται έτσι σε ανάμνηση κάποιου πρύτανη, κι έτσι ο χώρος ο μετά την είσοδο έχει επικρατήσει να λέγεται «στου Γκίνη», το ίδιο κι η πόρτα· πάντα υπάρχει κόσμος στο προαύλιο πλήθος, το μέρος όμως βρίσκεται στις δόξες του το τριήμερο του γιορτασμού, το Νοέμβρη. Πρώτα-πρώτα, με κάποιο τρόπο κλείνεται συμφωνία μυστική με τα στοιχεία τής φύσης και τόσα χρόνια, κάθε που γιορτάζει το Πολυτεχνείο ο καιρός τρεις μέρες μένει χαρωπός, σχεδόν αίθριος έως νεφελώδης, κι αν συννεφιάσει δε θα βρέξει, κι αν βρέξει θα ’ναι σύντομο ψιχαλητό. Κείνες τις μέρες λοιπόν, ανοίγουν λες πιο διάπλατα οι πύλες του ιδρύματος για να δεχτούνε τους προσκυνητές, κι είναι τόσοι πολλοί αυτοί που χάνεις το λογαριασμό· γεμίζει φίσκα η αυλή, μία πολύχρωμη πολύβουη βαβέλ ο κόσμος, αλλά οι πιο ζωντανές παρουσίες είναι τα γυμνάσια και τα λύκεια, συντεταγμένα τμήματα καθώς βαδίζουν με το στεφανηφόρο επικεφαλής φωνάζοντας συνθή­ματα με τις φωνές τους τις εφηβικές τις λίγο τσιριχτές, κάπως παράταιρα να βγαίνουν, να χτυπούν παλαμάκια και να τραγου­δούν, χαμογελαστά να προχωρούν προς τα μέσα, να τους χειρο­κροτούν οι γύρω, έρχονται λοιπόν, καταθέτουν το στεφάνι τους εκεί μπροστά, πλάι στα άλλα, ύστερα σκορπούν και την αράζουν μπουλούκια-μπουλούκια στα παρτέρια τής αυλής, τα κορίτσια που ’χουν γίνει δεκατέσσερα χρονώ με το χαρακτηριστικό χαχανητό τής ηλικίας, χωρίς όμως πια την ομοιομορφία τής ποδιάς, με τα επετειακά αυτοκόλλητα των οργανώσεων πλάκα στο στήθος σαν παράσημα θαυμαστών κατορθωμάτων και με τα μάτια λαμπερά, ζουζουνίζουν για κάμποσο στο προαύλιο, μία ώρα, δυο, έπειτα φεύγουν, αλλά διαρκώς άλλα γυμνάσια έρχο­νται κι ολημερίς θα χρωματίζουν τα παιδιά τη γιορτή· όλη αυτή την ώρα τα μεγάφωνα που για το γιορτασμό έχουν τοποθετηθεί παίζουν τραγούδια αγωνιστικά, την ηχογραφημένη εκπομπή απ το σταθμό των φοιτητών κείνης της νύχτας, ή μνημονεύουν τα σωματεία και τους φορείς που παρευρίσκονται και συμμετέχουν και τότε πια μπορείς να διαπιστώσεις πόσοι, μα πόσοι αναρίθ­μητοι είν’ αυτοί, σύλλογοι με απίθανα ονόματα κι απροσδιόριστη για τους απέξω αποστολή, σωματεία εργαζομένων στους πιο απίθανους τομείς, ωστόσο όλοι αυτοί και όλ’ αυτά υπάρχουν και δρουν και ζουν κι ήρθαν εδώ· η εκπομπή είναι στερεότυπη, μες το τριήμερο επαναλαμβάνεται διαρκώς, τα τραγούδια είναι γνωστά και τα ’χει ψιθυρίσει ο καθένας αμέτρητες φορές, και όμως είναι παρατηρημένο πως το κοινό δεν την έχει βαρεθεί, σαν φτάσει μάλιστα η κασέτα στο «εδώ πολυτεχνείο» ή στο «είμαστε άοπλοι» βλέπεις ανθρώπους ν’ αφαιρούνται, να πέ­φτουνε σε συλλογή, ν’ απογειώνονται, βλέπεις γριές μαυροντυ­μένες να κλαιν βουβά, αλλά κι ώριμους άντρες με μουστάκια, φάτσες οδηγών λεωφορείου θα ’λεγες, να ’ναι συνοφρυωμένοι, σα να προσεύχονται, η αναγγελία τού ερχομού κάποιου πολιτικού ηγέτη γίνεται φυσικά δεκτή με χειροκροτήματα, αλλά και κείνη που μιλά για το στεφάνι κάποιου λυκείου ή ενός ολιγάριθμου σωματείου δεν περνά απαρατήρητη, κι αν βγεις και ξεμακρύνεις από το Πολυτεχνείο και πας ως την πλατεία Κάνιγγος ή την πλατεία Βάθης, στη Μπενάκη αλλά και στο πεδίο τού Άρεως, πάντα σε συνοδεύει ο αχός απ τα μεγάφωνα, βέβαια δεν ξεχωρίζεις τι ακριβώς λέγεται, αλλά γνωρίζεις τι είναι και από πού προέρχεται, αδύνατο να τον αγνοήσεις, τακ-τακ χτυπά καρδιά μεγάλη, τα βράδια θα πρέπει ν’ ακούγεται σ’ όλη την πόλη, εδώ είναι το Πολυτεχνείο, τότε και τώρα.

Οι φοιτητές βεβαίως και δη οι πολυτεχνίτες, αυτοί που καθημερνώς εδωμέσα τυραννιούνται, είναι παρόντες μόνιμα σχεδόν όσοι δεν έχουν αναλάβει κάποια αρμοδιότητα, κάποια ευθύνη, κάποιο περιβραχιόνιο, μένουν να περιφέρονται στο χώρο τον οικείο τους που αλλιώτεψε, λίγο υπερόπτες, λίγο σαν οικοδεσπότες, κοιτάζοντας για πολλοστή φορά τα εκθέματα, τους επισκέπτες και τα αναθήματα, μπαίνουν στα κτίρια, περιδιαβάζουν τους άδειους τώρα διαδρόμους που οδηγούν στις αίθουσες διδασκαλίας με την αυτοπεποίθηση του γνώστη, δίνοντας κιόλας συμβουλές στον περαστικό που κάτι ψάχνοντας

έχει μπλέξει στο λαβύρινθο, σπίτι τους βρίσκονται κι ωστόσο και γι’ αυτούς κάτι πρωτόγνωρο υπάρχει, αλλόκοτο σάμπως να γίνεται το μέρος μέρες σαν κι αυτές. Έτσι είναι· και με το που σουρουπώνει, αναδίδει μια ζέστα, μια θερμότητα ιδιαίτερη ο χώρος· είναι μια θαλπωρή που στο προαύλιο ενδημεί γι’ αυτές τις τρεις ημέρες ακριβώς, κι αυτή η ζέστη δε μετριέται με θερμόμε­τρα, δεν τηνε νιώθουν όλοι κι ούτε είναι γνωστό πούθε έρχεται· διότι, μάλλον δεν οφείλεται στην παρουσία και την κίνηση τόσων σωμάτων που η θερμότητά τους, λέει, πότισε τις πέτρες κι αυτές με τη σειρά τους μόλις βραδιάσει την αποδίδουν τάχα προς το περιβάλλον· αυτά είναι εξηγήσεις τεχνοκρατικές· τη θαλπωρή αυτή ή την αισθάνεσαι ή όχι, δεν ωφελεί να προσπα­θείς με λόγια να πείσεις τον άλλο πως υπάρχει· οφείλει μόνος του να την αντιληφθεί· κι αν τηνε νιώσεις τη ζεστασιά που λέγαμε, τότε όλα είν’ ωραία γύρω σου, σχεδόν γοητευτικά, ως πήρε να βραδιάζει, αλλιώς θα σ’ ενοχλεί η πολυκοσμία, η φασαρία απ’ τα μεγάφωνα θα σου φαίνεται ανυπόφορη κι η εκπομπή τους μονότονη και χιλιοακουσμένη· θα σου τη σπάνε τα ζευγαράκια που φιλιούνται στο μισόφωτο πίσω απ’ τις κολώνες, τάχα θα μιαίνουν την ιερότητα του χώρου τής θυσίας, θα σ’ εκνευρίζουν οι δεκάδες μικροπωλητές κι η τσίκνα απ τις πρόχειρες φουφούδες που ψήνουν σουβλάκια και λουκάνικα μπροστά στην πόρτα τής οδού Τοσίτσα, θα μεμψιμοιρείς, δεν υποφέρονται, τι τους αφήνουν, πώς καταντήσαμε έτσι θα λες, το έχουν κάνει εμποροπανήγυρη, ή γήπεδο, ή γιορτούλα, κάτι το έχουν κάνει τέλος πάντων άλλο απ’ αυτό που πρέπει να ’ναι, έτσι θα λες. Κι οι άλλοι, που τη ζεστασιά θα αισθάνονται, δεν θα σ’ εννοούν, σε τέτοιες λεπτομέρειες δε θα στέκουν και θα γελούν μαζί σου· δίκιο θα ’χουν και θα ’χουν, όπως έχει πια νυχτώσει, ένα μυστήριο κέφι λίγο πριν αναχωρήσουν, αποχαιρετώντας τον τελευταίο γνωστό κοντά στην έξοδο, σα μεθυσμένοι· κι όμως οινοπνευματώδες μέσα απ’ τα κάγκελα και γύρω απ αυτά, δε βρίσκεται σταγόνα, σίγουρο αυτό.

Ο κόσμος αργά το βράδι αραιώνει πια, άλλωστε κατά τις δώδεκα οι πόρτες κλείνουν, παρ’ όλ’ αυτά ακόμα και μεσάνυχτα περασμένα υπάρχει πάρα πολύ σούσουρο ένα γύρο· είναι οι φύλακες του κτιρίου που παραμένουν, που σήμερα δεν είναι υπάλληλοι, κλητήρες, αλλά φοιτητές επιφορτισμένοι για την περιφρούρηση απ τους φοιτητικούς συλλόγους· παρέες παρέες κάθονται στ’ απάγγια, όλοι εξ όψεως γνωστοί συνήθως, κερνούν τσιγάρο κι αρχινάν υπέροχες χωρίς αρχή και τέλος συζητήσεις γι’ αυτά που πέρασαν και για τις μέρες που θα ’ρθούν, όλη τη νύχτα· πού και πού από το βάθος ένα μπουζουκάκι μιλάει την παραπονιάρικη φωνή του· όμως δεν είναι μόνο αυτοί που παραμένουν έξω απ το κτίριο, σ’ όλο το μήκος τής οδού Στουρνάρα απ τα Εξάρχεια ως την Τρίτης Σεπτεμβρίου, στην Πατησίων αλλά και σε πιο μακρινά μέρη, ακόμα και στα Προπύλαια, διακρίνεις τόπους-τόπους συναθροίσεις κόσμου, πηγαδάκια πολυπρόσωπα και πολυθόρυβα, που διατηρούνται ως αργά τη νύχτα. Βέβαια, αυτά δεν είναι όπως τα γνωστά τής Ομονοίας που κουβεντιάζουν για ποδόσφαιρο, εδώ μονάχα για πολιτική γίνεται λόγος. Συνήθως δυο είν’ αυτοί που μιλούν ενώ από γύρω συνωστίζονται οι άλλοι, τεντώνονται καλύτερα ν’ ακούσουν και κάπου κάπου πετούν κουβέντες τις οποίες οι δύο μονομάχοι αγνοούν επιδεικτικά, όπως οφείλουν. Κι αν οι συζη­τητές είναι εξίσου καταρτισμένοι ή επίμονοι ή χαλκέντεροι, τότε η κόντρα τους βαστά ώρα πολλή, και αφού εξαντλήσουν κάποιο θέμα, όταν γίνει δηλαδή φανερό πως κανείς δεν ομολογεί την ήττα του, τότε περνούν σε άλλο κι ύστερα σ’ άλλο πάλι. Αν όμως ο ένας απ’ τους δυο μειονεκτεί σαφώς ή απλώς έχει βαρεθεί, τότε, δηλώνοντας πως «φάνηκε ποιος έχει δίκιο», αποχωρεί και κάποιος άλλος ομοϊδεάτης του από τους γύρω παίρνει τη σκυτάλη κι ούτω καθεξής. Συχνά, όταν το θέμα είναι φλέγον, ακροατές που λαχταρούν να πουν κι αυτοί τη γνώμη τους και τόση ώρα το προσπαθούν επί ματαίω, πάνε παραπέρα, στήνουν δικές τους ξέχωρες συζητήσεις, που γρήγορα μετατρέπονται κι αυτές σε πόλο έλξης των περαστικών· έτσι πολλαπλασιάζο­νται τα πηγαδάκια, με εκβλαστήσεις δηλαδή.

Στα πηγαδάκια αυτά δε γίνεται συζήτηση αξιώσεων οι τύποι επικρατούν, όχι η ουσία· η ρητορική είναι που μετράει, οι χειρονομίες, ο στόμφος· η ειρωνεία είναι όπλο ακατανίκητο· πολύ βοηθάει η ικανότητα ν’ αλλάζεις τεχνηέντως θέμα όταν σ’ έχουνε στριμώξει ή να εντυπωσιάζεις παραθέτοντας νούμερα κι άλλα ανεξέλεγκτα στοιχεία· συχνά τη νίκη δίνουν, τέλος, οι σοφιστείες και τα λογοπαίγνια· αυτοί είναι του παιχνιδιού οι κανόνες, και βέβαια δε μειώνουν τη γλύκα που έχει· άλλωστε κι ο κόσμος γύρω είναι ενήμερος και το γλεντάει με την ψυχή του το θέμα, δεν ήρθε εδώ για ν’ ακούσει διάλεξη. Στα τωρινά τα πηγαδάκια, κανόνας σχεδόν απαραβίαστος υπάρχει πως ένας απ’ τους δυο «πηγαδιαστές» είναι οπαδός τού κομμουνιστικού κόμματος, όπως και τμήμα του κοινού εξάλλου. Παλιότερα όμως, ήσαν πολύ συχνοί οι αριστεριστές, απ’ τα διάφορα μ-λ γκρουπούσκουλα που τότε ευδοκιμούσαν· αυτοί επίμονα επιζη­τούσαν να χώνονται σε συναθροίσεις τέτοιες, ήταν γι’ αυτούς πολιτική δουλειά μείζονος σημασίας και προγραμματισμένη, ενώ για τους κομμουνιστές είναι κάτι αυθόρμητο. Οι μαοϊκοί ήσαν επαγγελματίες πηγαδάδες, κουβάλαγαν απαραιτήτως αποκόμ­ματα εφημερίδων κι άλλα ντοκουμέντα που υποτίθενται στρί­μωχναν τον αντίπαλο, και μοναχά επ’ αυτών συζητούσαν· τέρατα αντοχής και μνήμης, ήσαν ικανοί να σού απαγγείλουν απνευστί αναρίθμητα τσιτάτα από τους κλασσικούς τού μαρξισμού γνωρίζοντας απέξω μέχρι και τον αριθμό της σελίδας τού βιβλίου που επικαλούνταν· βέβαια ύστερα ήρθαν δύσκολοι καιροί, τα περισσότερα μ-λ διαλύθηκαν εις τα συστατικά τους μέρη, κι οι όμορφοι ξανθοί συνήθως νέοι με τα στρογγυλά γυαλιά και το επιμελημένο ύφος βαρέθηκαν τη φοβερή ερημιά τού πλήθους των μη ακουόντων και γύρισαν σπίτι, ή τριγυρνούν σε διαδρόμους υφυπουργείων, από τα πηγαδάκια πάντως χάθηκαν και από τότε ακούγεται μονάχα το τυχόν ρητό, χωρίς να μνημονεύεται παράλληλα ο εκδότης και η χρονολογία έκδοσης του σχετικού βιβλίου.

Τις μέρες τού γιορτασμού συνηθάνε οι οργανώσεις οι πολιτικές να βγάζουν τραπεζάκια έξω απ το κτίριο, όπου εκθέτουν τα όσα έχουν να πουν, πουλάν τα έντυπα τους, μοιράζουν προκηρύξεις και εκφωνούν συνθήματα· πιάνουν το πεζοδρόμιο της οδού Στουρνάρα, από την πόρτα ίσαμε τη γωνία τής Πατησίων και λίγο επί της Πατησίων, μέχρι το σημείο που ορίζει ο αιώνιος εκεί καστανάς. Συχνά, πάντα σχεδόν, πίσω απ’ τα τραπεζάκια έχουνε πίνακες όπου αναρτούν αφίσες ή χειρό­γραφες εφημερίδες και αναμίξ με τις πολιτικές οργανώσεις βρίσκονται φρικιά και κάπηλοι που απλώς πουλάν βιβλία· το ίδιο γίνεται και απ την άλλη την πλευρά τού τετραγώνου, από την Τοσίτσα, μόνο που εκεί κυρίως σουβλάκια και κακόγουστα δήθεν ενθύμια βρίσκεις. Τα τραπεζάκια λοιπόν, είναι μια σπάνια ευκαιρία να προλάβει κανείς να καταγράψει τις ακόμα επιζώσες μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας ομαδούλες, γιατί με τα χρόνια που περνούν όλο και γίνονται λιγότερες και την κενή θέση που αφήνουν την καλύπτουν οι πλανόδιοι βιβλιοπώλες — συχνά μάλιστα πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα, αυτόν που πέρσι μίλαγε για δυο υπερδυνάμεις φέτος τον βρίσκεις στο ίδιο πόστο να πουλά βιβλία. Ο κόσμος συνωστίζεται μπροστά στα τραπεζάκια, πολλοί χαζεύουν, λίγοι αγοράζουν, συζητούν, ή απλώς είναι διαβάτες που επιχειρούν να φτάσουν ως την πόρτα· στα τραπεζάκια οι καυγάδες είναι σπάνιοι, συν τοις άλλοις διότι δε βοηθάει το στριμωξίδΐ· πάντως, τα τραπεζάκια δεν δίνουνε το στίγμα το Νοέμβρη· νυχτώνει άλλωστε νωρίς, κι αν οι προβλε­πτικοί έμποροι, είτε βιβλία πουλούν, είτε λουκάνικα, είν’ εφοδιασμένοι με λάμπες της ασετυλίνης, οι νέοι των οργανώ­σεων περί λύχνων αφάς τα διπλώνουν και φεύγουν· συνήθως μάλιστα, τα τραπεζάκια αυτά είναι θρανία διδασκαλίας παρμένα απ τις αίθουσες του Πολυτεχνείου, κι εκεί τα επιστρέφουν· και τον υπόλοιπο καιρό, εκτός του τριημέρου, ο θυρωρός, που τότε διατηρεί στο ακέραιο ή σχεδόν την εξουσία του, σου κάνει χίλιες μύριες ιστορίες και προσπαθεί να φέρει ένα σωρό προσκόμματα για να σε εμποδίσει να πάρεις θρανίο και καρέκλες έξω απ το κτίριο· στο τέλος βέβαια υποχωρεί, παίρνεις κι εσύ το τραπεζάκι και τότε, τον υπόλοιπο καιρό, το στήνεις έξω απ την πόρτα της Πατησίων — αυτήν που τηνε γκρέμισε το τανκς και δεν ανοίγει πλέον — γιατί από κει είναι πέρασμα, ώρα έντεκα με μία, άντε δύο, είναι κι οι στάσεις των λεωφορείων και των τρόλεϊ ολόγυρα· το διακοσμείς λοιπόν με τα έντυπα που έχεις, τις προκηρύξεις που τυχόν μοιράζονται, απλώνεις δυο αφίσες να καταλαβαίνει ο κόσμος περί τίνος πρόκειται, ίσως έχεις και τηλεβόα για συνθήματα· δυο άτομα χρειάζονται για τη δουλειά, και το καλοκαίρι, από Μάρτη μέχρι Οχτώβρη δηλαδή, είναι ιδιαιτέρως τερπνή απασχόληση, όπως περνά ο κόσμος βιαστικός κι όμως κάθε τόσο κάποιοι κοντοστέκονται, στήνουν κουβέντα ή και αγοράζουν, βλέπεις και γνωστούς, και όπως όλοι οι επαΐοντες γνωρίζουν, το πιο συχνό στα τραπεζάκια προσφεύ­γουν τουρίστες, τύποι γεμάτοι εξαρτήματα φωτογραφικά, κρα­τώντας χάρτη ανοιγμένο, συχνά αιθέριες υπάρξεις, για να ρωτήσουν αν το κτίριο όπισθεν, το Πολυτεχνείο δηλαδή, είναι το Εθνικό Μουσείο· τους παραπλανά βλέπεις επ’ αυτού η πρόσοψη της Αρχιτεκτονικής σχολής με τους κίονες και η Καλών Τεχνών με τα αγάλματα που έχει, γι’ αυτό και όσοι κάθονται στα τραπεζάκια έχουν μάθει να εξυπηρετούν τους ξένους στερεότυπα με τη φράση-κλειδί «Μουζέουμ νεξτ σκουέαρ», δηλαδή «το Μουσείο στο επόμενο τετράγωνο»· αν και, ακόμα και μετά την επεξήγηση, πολλοί τουρίστες εξακολουθούν να πιστεύουν πως αυτό το όμορφο και αρχαιοπρεπές κτίριο Μουσείο στεγάζει, αν όχι το Εθνικό τότε κάποιο άλλο, και σε πρώτη ευκαιρία το επισκέπτονται προς  μεγάλη τέρψη των παρευρισκομένων φοιτητών που πολύ κέφι κάνουν τους ξανθούς με τα σακίδια στον ώμο και τον αιώνιο χάρτη ανά χείρας έτσι

χαμένους να περιπλανώνται στους διαδρόμους του κτιρίου.

Γιατί, παρεμπιπτόντως, το Πολυτεχνείο έχει κτίρια πολλά και το καθένα κτίριο άφθονους διαδρόμους και κόλπα διάφορα –ακόμα κι αν καθημερνώς πηγαίνεις στα μαθήματα, σου παίρνει χρόνια για να μάθεις, αν ποτέ μάθεις, όλα τα κατατόπια, τις εξόδους τις περίεργες, τα καμαράκια τα απόμερα, τους ειδικούς διαδρόμους που συνδέουνε δυο κτίρια, άσε πια τα υπόγεια τα όντως δαιδαλώδη –υπάρχουν πτέρυγες, λίγες είναι μα υπάρχουν, που δεν χρησιμοποιούνται πια, εργαστήρια παρατημένα που ’­χουν γίνει αποθήκες· από κει, μόνο κανένας επιστάτης να περνά· σε κάποια απ αυτές τις πτέρυγες βρίσκεις ακόμα, μάλλον από σκοπού θα έγινε κι όχι στην τύχη, θύμησες από κείνο το Νοέμβρη· λίγα πράματα· μέσα σε μία γυάλινη προθήκη, ανακοι­νώσεις των φοιτητικών συλλόγων για τη σύγκληση εκείνων των περίφημων Γενικών Συνελεύσεων που, τότε, στις αρχές εκείνου του Νοέμβρη ανάψαν τη μεγάλη τη   φωτιά· στη διπλανή προθήκη βρίσκονται χαρτιά μ’ ασκήσεις Φυσικής, με ημερομη­νία παραδόσεως 15 του Νοέμβρη· ασκήσεις που ποτέ δεν παραδόθηκαν και ίσως δεν λύθηκαν ποτέ· τότε που τις ανακαλύ­ψαμε, κάποιος έξυπνος συνάδελφος είπε πως θα κάτσει να τις λύσει· απλές έμοιαζαν άλλωστε, για πρωτοετείς, αλλά  δεν άκουσα αν το κατάφερε.

Τότε ήμασταν και μεις πρωτοετείς, με θαυμασμό βλέπαμε στις συνελεύσεις κείνους που ’χαν γνωρίσει από πρώτο χέρι τα γεγονότα –σιγά σιγά αυτοί αποφοίτησαν, ένας έμεινε που το καθυστέρησε και τόνε δείχναμε κάπως με δέος στους μικρότε­ρους από μάς· ύστερα, πάει κι αυτός, πήρε πτυχίο· και μεις το ίδιο άλλωστε, κάτι χρόνια αργότερα· άλλο θέλω να πω· λίγο λίγο, το Πολυτεχνείο, το κτίριο τής Πατησίων δηλαδή, αδειάζει από φοιτητές· όλο και περισσότερα μαθήματα γίνονται στα ωραία μοντέρνα κτίρια, πάνω, στου Ζωγράφου· μοιραία, κάποτε θ’ αδειάσει εντελώς, κάτω θα μείνουν μόνο οι διοικητικές υπηρεσίες, ίσως ούτε κι αυτές, θα ’ναι μπελάς ν’ ανεβοκατεβαίνεις· μάλλον ολότελα άδειο από ζωή θα μείνει, ίσως γίνει και πραγματικά μουσείο, είναι όμορφο το κτίριο… άδειο από ζωή; μάλλον όχι· είναι πολλά αυτά που γίνανε εδώ για να περάσουνε έτσι στο ντούκου· πολλά αυτά που γίνανε, πολλά κι αυτά που ακόμα δεν έχουν γίνει· πολλά είναι που ’χουν μείνει αδικαίωτα· και ίσως σ’ αυτό οφείλεται αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση που δοκιμάζει ο επισκέπτης τις μέρες τής επετείου, αυτή η θαλπωρή που δοκιμάζει ο επισκέπτης τις μέρες τής επετείου, αυτή η θαλπωρή που νιώθεις· αλλά κι αυτός ο αχός, πέστο αγκομαχητό, που ακούγεται σα να θυμίζει «δεν τελειώσαμε ακόμα»· είναι κι εκείνες οι ασκήσεις που ’χουν μείνει άλυτες…

Advertisements

80 Σχόλια to “Το Νοέμβρη, λοιπόν (επετειακή επανάληψη)”

  1. gpoint said

    Καλημέρα

    Πρώτη πορεία 1974, αναβολή λόγω εκλογών για λίγες μέρες μέχρι να βγει θριαμβευτικά ο «καραμανλής ή τανκς» Είμαι σ’ένα μπλοκ της κνε, πανσπουδαστικής-κάτι τέτοιο- και μόλις φτάνουμε Χαλκοκονδύλη η ντουντούκα παίζει το «δημοκρατικότατο» σύνθημα » Λαέ ντροπή σου για την εκλογή σου». Ξεμπλοκάρομαι και γειά σας. Το 80 δεύτερη προσπάθεια με επιμονή της προσεχώς (και νυν τέως) συζύγου μου. Φτάσαμε…σουβλάκια, παστέλια, ομπρέλλες και σακκούλες νάυλον μήπως βρέξει, οι γνωστοί μαυραγορίτες εισιτηρίων που ξεκίνησαν το σκηνικό την Δευτέρα και την Τρίτη πριν την Παρασκευή του Νοέμβρη 73 δίνουν οδηγίες στο πόπολο που δεν είναι σε μπλόκα, ώριμη σκέψη (σύσκεψη) και βολτίτσα στην Φωκίονος. Ο αγώνας-ως γνωστόν- δικαιώθηκε

  2. gpoint said

    Πάντως κάποιο βίτσιο πρέπει να έχει ο ελληνας με τις «εθνικές» γιορτές : Την 25 Μαρτίου γιορτάζουμε μια επανάσταση που απέτυχε και πήραμε την νίκη με προσφυγή στο CAS…την 28 Οκτωβρίου προηγηθήκαμε στο σκορ 1-0 αλλά καταλήξαμε στο σκορ της εποχής 1-7. Η 17 Νοέμβρη ήταν η μέρα που έληξε η κατάληψη και μάλιστα άσχημα, εδώ δεν γιορτάζουμετην έναρξη.

    Ηθικόν δίδαγμα, Τι γιορτάζουμε ;

    Το 21 μάθαμε πως είμαστε Ελληνες
    Το 40 μάθαμε πως οι Ελληνες είναι ανίκητοι
    Το 73 μάθαμε πως δεν μάθαμε τίποτε

  3. atheofobos said

    http://3.bp.blogspot.com/_FxrBoKuh_ss/TOOHIKoVWBI/AAAAAAAAHb8/2ERrD56S-zY/s400/polytexneio.bmp
    Εξαίρετο κείμενο που αντανακλά πλήρως τα αισθήματα των περισσοτέρων από εμάς το 1984 που γράφτηκε.
    Δυστυχώς μετά από τόσα χρόνια δεν μπορεί κανείς να διατηρεί αυτή την εικόνα για το Πολυτεχνείο, γιατί δεν υπάρχει και γι΄αυτό τον λόγο ήδη το 2010 έγραψα το ποστ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ
    http://atheofobos2.blogspot.gr/2010/11/blog-post_17.html

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3 Είπαμε, έχω πάρα πολλά χρόνια να πάω. Αλλά, πρωτα ο Θεός, κάποτε θα ξαναπάω.

  5. Γς said

    Ναι.

    Είναι ωραίο…

  6. Αγγελική said

    ΝΑΧΕΙΣ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΜΟΥ!
    Έκλαψα πάλι, όπως κάθε φορά που διαβάζω αυτό το υπέροχο διήγημά σου!
    α.

  7. Παναγιώτης Κ. said

    Το κείμενο είναι πράγματι ωραίο.
    Αυτούς τους χώρους δεν θέλω πια να τους επισκέπτομαι.Η ασχήμια που έχει εγκατασταθεί σε αυτούς με πληγώνει.Και η…πληγή μεγαλώνει καθώς βλέπω ότι το πολιτικό προσωπικό της χώρας περί άλλα τυρβάζει. 🙂

  8. Λεύκιππος said

    Αθεόφοβε, το ένα φέρνει τ’ άλλο και διάβασα το πριν 10 περίπου χρόνια κείμενό σου για τον αίτιο της απόπειρας αυτοκτονίας του Ζαχόπουλου. Τουλάχιστον τα τότε γεγονότα είχαν πλάκα και δεν επηρέαζαν την καθημερινότητά μας. Καλημέρα

  9. Theo said

    Ωραίο, Νικοκύρη!
    Θυμίζει τον αλησμόνητο Γιώργο Ιωάννου στο ύφος.

  10. Γιάννης Κουβάτσος said

    Τι μου θύμισες, Νικοκύρη…Να ‘σαι καλά…Χρόνια της νιότης, όλο ρομαντισμό και ενθουσιασμό…Τώρα πια οι χώροι που περιγράφεις είναι γκέτο πρεζονιών και αληταράδων που το παίζουν επαναστάτες και έχουν καταντήσει ο φόβος και ο τρόμος των κατοίκων. Ούτε εγώ πηγαίνω πια στις πορείες, αλλά σέβομαι απεριόριστα τον αγώνα των παιδιών του Πολυτεχνείου. Θέλει κότσια και ψυχή, θέλει πίστη σε ιδανικά, για να σταθείς άοπλος απέναντι στον στρατό και την αστυνομία της χούντας.

  11. gpoint said

    # 3

    δηλαδή έπρεπε να περάσουν 37 χρόνια για να σκεφτείτε οι αθεόφοβοι πως με την χούντα δεν άλλαξε ο παπάς, ο χωροφύλακας κι ο δικαστής και με την μεταπολίτευση πάλι δεν άλλαξαν οι ίδιοι. Μου φαίνεται πως μόνο ο Λάμπρος το κατάλαβε κι ας ήταν πιο μικρός σε ηλικία τότε.
    Υ.Γ. θα έλεγα κι ο δάσκαλος αλλά πονηρά βγάζω την ουρά μου απ’ έξω άσε που όπως έχω πει η μόνη σοβαρή αλλαγή επί χούντας ήταν η μετατροπή του «ο παπάς, ο γιατρός και ο δάσκαλος» σε «στρατηγέ μου, θεέ μου, γιατρέ μου»

  12. Γς said

    2:

    >Το 73 μάθαμε πως δεν μάθαμε τίποτε

    Το 15 μάθανε [όσοι ψήφισαν ΌΧΙ] ότι ψήφισαν ΝΑΙ

    κολλάει;

  13. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα,

    Νίκο πολύ ωραίο το σημερινό. Γνωστό μεν από τον παλιό σου ιστότοπο αλλά πάντα διαβάζεται μονορούφι και μας συγκινεί.

    Εγώ τα γεγονότα αυτά τα έζησα μακρυά από την Ελλάδα (από το 1968). Θυμάμαι όμως πως είχα εγκαταστήσει στη Στουττγάρδη μια πολύ μακρυά κεραία (σύρμα) για τα μεσαία, από την στέγη της φοιτητικής εστίας, κάπου 50 μέτρα πάνω από τις στέγες άλλων σπιτιών (δούλεψε τόξο 🙂 ) μέχρι μια ψηλή οξιά, και με ένα καλό, επαγγελματικό δέκτη (Ε566 για πλοία, της Μιεσενς) που είχα (κι ακόμα τον έχω) προσπαθούσαμε να πιάσουμε κάτι το βράδυ (που οι συνθήκες μετάδοσης για τα μεσαία είναι καλύτερες). Από το Πολυτεχνείο δεν πιάσαμε τίποτε, μόνο τον κρατικό σταθμό άκουγες με μεγάλη δυσκολία. Πάντως είναι ενδιαφέρον, πόσο συγκαταβατικοί και πρόθυμοι να μας βοηθήσουν ήταν τότε οι γείτονές μας (γερμανοί), που μάλιστα στην περιοχή αυτή φημίζονται για την επιφυλακτικότητά τους κλπ. Και οι αρχές το ίδιο (τότε!). Ακόμα και με ταξιδιωτικά έγγραφα μας είχαν εφοδιάσει, γιατί τα διαβατήρια (και τις αναβολές) τα είχαμε «χάσει» στο προξενείο…,

    Για σκεφτείτε, να υπήρχαν τότε τα σημερινά, έστω και τα χτεσινά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης…

  14. ΣΠ said

    Καλημέρα.
    Όμορφο διήγημα. Γνώριμες εικόνες. Μελαγχόλησα…

  15. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα.

  16. Πέπε said

    Η γοητευτική αρχή του κειμένου μού θύμισε ένα πιο πρόσφατο ραπόρτο για τη ζωή εκείνων των δρόμων της πρωτεύουσας, δικό μου με την άδειά σας:

    Η οδός Τοσίτσα είναι ο πεζόδρομος ανάμεσα στο Πολυτεχνείο και το Αρχαιολογικό Μουσείο. Παρ’ ότι είναι σε κεντρικότατο σημείο της Αθήνας, πάνω στην Πατησίων, παρουσιάζει μια εικόνα ολοζώντανου, ασπαίροντος θανάτου, που παλιότερα τη γνώριζα μόνο από κάτι ταινίες για υποβαθμισμένες συνοικίες σε πόλεις της Λατινκής Αμερικής.

    Στην Τοσίτσα ανθεί το εμπόριο της πρέζας.
    Πρέζα, τσαμπούνα, αρχαιοκαπηλεία

  17. gpoint said

    /www.youtube.com/watch?v=hOrAKLXOmMQ

  18. Γς said

    ΔΕΝ Του βγάλαμε γλυκό,
    ΔΕΝ τού βγάλαμε και μέντα

    Κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς
    με του καημού τ’ αγκάθι
    Θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη

  19. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καλημέρα κι ἀπὸ μένα.

    Διαβάζοντας τὶς πρῶτες γραμμὲς αἰσθάνθηκα κάπως περίεργα· ἄλλα συνήθως περιμένεις νὰ δεῖς σ᾿ ἕνα γραφτὸ ποὺ ἀναφέρεται στὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, ἰδιαίτερα ὅταν τὰ ἔχεις ζήσει ἀπὸ μέσα. Συνεχίζοντας ὅμως τὴν ἀνάγνωση, συνειδητοποίησα πὼς ὁ συγγραφέας βγάζει τὴ δική του ἀλήθεια γιὰ τὸ ἱστορικὸ γεγονός, βιώνοντάς το μέσα ἀπὸ τοὺς ἑορτασμούς τῆς ἐπετείου· μὲ τὸν τρόπο ποὺ βιώνουμε ὅλοι μας παλιότερα ἱστορικὰ γεγονότα ποὺ δὲν ζήσαμε.
    Ἔτσι ἀπόλαυσα τὶς ἀποστασιοποιημένες (θυμίζουν τὸ ὕφος τοῦ Γιώργου Ἰωάννου, ὅπως λέει κι ὁ Theo στὸ #9) περιγραφές οἰκείων χώρων καὶ καταστάσεων ποὺ εἶχα ζήσει τὰ πρῶτα χρόνια τῆς Μεταπολίτευσης, ὅταν κι ἐγὼ ἤμουνα ἕνας ἀπὸ τοὺς «λίγο υπερόπτες, λίγο σαν οικοδεσπότες, κοιτάζοντας για πολλοστή φορά τα εκθέματα, τους επισκέπτες και τα αναθήματα, … με την αυτοπεποίθηση του γνώστη, δίνοντας κιόλας συμβουλές στον περαστικό που κάτι ψάχνοντας έχει μπλέξει στο λαβύρινθο…»
    Κι ξανάνοιωσα λίγη ἀπὸ τὴ «θαλπωρή που στο προαύλιο ενδημεί γι’ αυτές τις τρεις ημέρες ακριβώς, κι αυτή η ζέστη δε μετριέται με θερμόμε­τρα, δεν τηνε νιώθουν όλοι κι ούτε είναι γνωστό πούθε έρχεται.»

    Νά ᾿σαι καλὰ Νικοκύρη.

  20. leonicos said

    Από αγοράζουν μυαλό; Χρειάζομαι επιγόντος για ν’ αντιμετωπίσω τα 1 και 2 του Τζι

    Πάντως, ωραίος είναι και ωραία γράφει κι αυτός ο μπαγάσας.

    Αυτό το ‘προσεχώς και νυν τέως συζύγου’ είναι αχτύπητο. Μοιάζει με το ὁὐμός = ο εμός του Λυκόφρονα

    έκατσα κι εγώ και μέτρησα τις ‘προσεχώς και τέως ‘ΜΙΑ, και την αδίκησα μάλλον. προσεχώς και νυν’ ΜΙΑ (δικαίως, αυτήν τη ξέρετε όλοι σας και σας αγαπάει), και τις ‘προσεχώς και παρολίγον’

    Εδώ ας πει κάτι και ο Γς να μην τα λέω όλα εγώ.

    Εγώ για το Πολυτεχνείο δεν έγραψα ποτέ τίποτα. Πρέπει μάλλον να ντρέπομαι. Ακούγαμε από το ραδιόφωνο την ΤΟΤΕ Δαμανάκη και την καμαρώναμε. Έμενα Αμπελοκήπους. Δεν περιμέναμε βέβαια να γίνει ό,τι έγινε μέχρι που ακούσαμε τα τανκς να κατεβαίνουν από του Γουδή.

    Τώρα που μεγαλώνετε εσείς, παρατηρώ ότι έχω μια τάση αυτοκριτικής που δεν με κολακεύει.

  21. Κουτρούφι said

    Το Νοέμβρη του 73 δεν ήμουν ακόμη 7 χρονώ και ήμουν στη Σίφνο. Θυμάμαι αχνά ότι μια από τις μέρες εκείνες των γεγονότων ήμουνα σε ένα φούρνο στον Αρτεμώνα και ένα καθηγητή, θεολόγο, στο τότε Γυμνάσιο Σίφνου να περιγράφει γεγονότα τα οποία φαινόταν έκτακτα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι γινόταν. Ήταν ο Αργύρης Τσακαλίας.

  22. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @leonicos (#20). Οὔτε κι ἐγὼ ἔγραψα τίποτα. Κι ἄς ἤμουνα μέσα μέχρι τὸ τέλος.

  23. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    «Δεν πήρα βέβαια μέρος στην εξέγερση (βέβαια; όχι και τόσο αφού θεωρητικά θα μπορούσα έστω και δεκατετράχρονος μαθητής και αφού άλλοι έχουν πάρει μέρος στην ίδια ηλικία ή και μικρότερη). »
    Έτσι ακριβώς, ούτε δυό μήνες κλεισμένα τα 12 κι ήμουν εκεί, συνειδητά όμως; δεν θα τόλεγα, ακολουθούσα τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερο αδερφό μου που κι αυτός ακολουθούσε τις εντολές του καθοδηγητή της ΚΝΕ (γραμμένοι από τον Γενάρη του 73). Θυμάμαι το πλήθος τις φωνές κι όλον αυτόν το χαμό με τα συνθήματα που με συνέπαιρναν και τα φώναζα κι εγώ χωρίς να κατανοώ το νόημά τους. Μου άρεσε που σταματάγαμε τα αυτοκίνητα και τα τρόλεϋ και γράφαμε συνθήματα επάνω τους, όλα αυτά μ΄έκαναν να αισθάνομαι μεγάλος.
    Μετά ήρθε το βράδυ της Πέμπτης, δακρυγόνα, κυνηγητό από τους μπάτσους, τρέχαμε αλαφιασμένοι χωρίς να ξέρουμε πού να πάμε, ψάχναμε κάποιο μέρος να κρυφτούμε για να γλυτώσουμε, μέσα στον χαμό χαθήκαμε με τον αδερφό μου, εγώ κατάφερα και κρύφτηκα σε μια πολυκατοικία στο στενό στην Μπότσαρη αν θυμάμαι καλά, τρομαγμένος από τους πυροβολισμούς με τα μάτια μου να τσούζουν από τα δακρυγόνα και παγωμένος από το κρύο, μετά από δεν ξέρω πόση ώρα με τον μεγάλο χαμό στους δρόμους να έχει κοπάσει, (το τάνκς θα πρέπει να είχε εισβάλει στο πολυτεχνείο) πήρα την μεγάλη απόφαση να βγώ από την κρυψώνα μου για να πάω στο σπίτι μου στο Ν.Ψυχικό. Βγήκα σιγά σιγά και κατευθύνθηκα κλαίγοντας προς την πλατεία Εξαρχείων για να πάω προς την Αλεξάνδρας, στο ύψος της Τοσίτσα έρχομαι αντιμέτωπος με μερικούς αστυνόμους που έτρεχαν προς το μέρος μου, πάγωσα κι έμεινα σαν στήλη άλατος, – τι κάνεις εδώ ρε κωλόπαιδο; – ΄ψάχνω τον αδερφό μου για να πάμε στο σπίτι είπα κλαίγοντας – πόσο χρονών είναι ο αδερφός σου τι δουλειά έχετε τέτοια ώρα εδώ ρε; – ήμασταν στην Διπλάρειο σχολή και δεν ξέραμε πως δεν έχει λεωφορεία στην Κάνιγγος και ξεκινήσαμε να πάμε με τα πόδια αλλά χαθήκαμε γιατί έγινε μεγάλη φασαρία – που μένεις ρε; -στο Ν.ψυχικό – βγάζει το πιστόλι και μου το βάζει στο μέτωπο λέγοντάς μου – φύγε γρήγορα για το σπίτι σου γιατί έτσι και σε βρώ θα σε σκοτώσω, ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ; και μου χώνει μια κλωτσιά – μάλιστα ψιθύρισα εγώ τρομοκρατημένος και κατουρημένος κι έφυγα τρέχοντας. Μετά από αρκετές ώρες έφτασα στο σπίτι με πρησμένα και κατακόκκινα μάτια, η μάνα μου τρελαμένη (ο μπαμπάς έλειπε για «δουλειές» 🙂 ) άρχισε να με ρωτάει πού ήμουν και πού είναι ο αδερφός μου, τότε συνειδητοποίησα πως είχαμε χαθεί και δεν ήξερα που είναι, άρχισα να τις λέω διάφορα να κλαίει και αν χτυπιέται αυτή – τι θα κάνω με σάς θα με πεθάνετε όλο παλαβομάρες κάνετε, πού είναι ο αδερφός σου τώρα, τι να έχει πάθει, δεν με λυπάστε καθόλου (κι άλλα πολλά). Εγώ πήγα στην κουζίνα κι έβαλα λίγο λάδι στα μάτια μου για να ανακουφιστώ και σε λίγο ακούω να ανοίγει η πόρτα και την μάνα μου να ουρλιάζει από χαρά, ο αδερφός μου ήταν ζωντανός και γύρισε σπίτι. 🙂

    Στην πορεία μία φορά πήγα το 76 με την ΚΝΕ τα επόμενα δύο χρόνια ήδη είχα αρχίσει να ενοχλούμε από τον ασφυκτικό κομματικό κλοιό και δεν πήγα. Το 79 που είχα φύγει από την ΚΝΕ, πήγα με την Εύα που ήταν στο ΕΕΑΜ ενώ εγώ ήμουν στην επιρροή του Βίλχελμ Ράϊχ. Απογοητεύτηκα από το όλο πανηγυρτζίδικο σκηνικό και δεν ξαναπάτησα το πόδι μου σε πορεία, μόνο μιά φορά το 2006 πήγα με τις κόρες μου μέσα στο πολυτεχνείο για να το δούν. Τώρα έχουν καταλάβει και οι ίδιες γιατί δεν ξαναπήγα.

  24. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    1 – 2 – Ζωγράφισες σήμερα Gee, με κάλυψες απόλυτα και με τα δύο σχόλια.

  25. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Κι ἐπειδὴ ἐδῶ λεξιλογοῦμε, δὲν μοῦ πῆγε καλὰ στ᾿ αὐτὶ τὸ «πηγαδιαστές».
    Ἔτσι ἀποκαλεῖ ὁ Νικοκύρης αὐτοὺς ποὺ ἔκαναν τὰ πηγαδάκια.
    Τὸ «πηγαδακιστὲς» θὰ μοῦ πήγαινε καλύτερα.

    Τί λέει ἡ συλλογικὴ σοφία τοῦ ἱστολογίου;

  26. Γιάννης Κουβάτσος said

    Πηγαδακιστές τους ξέρω κι εγώ, Δημήτρη. Νομίζω πως είναι αρκετά διαδεδομένη η λέξη.

  27. gpoint said

    # 19

    Δημήτρη, εγώ όπως έχω ξαναγράψει παρακολουθούσα τα τεκταινόμενα από το ντρόουν της εποχής, το ρετιρέ ενός φίλου στην Στουρνάρη, λίγο μετά την Κάνιγγος- οι άνθρωποι του κράτους ήταν στην ταράτσα. Πανοραμική θέα και τα συνθήματα να ρέουν στην ατμόσφαιρα. Την Παρασκευή οι άνθρωποι του κράτους δεν μας επέτρεψαν να επισκεφθούμε τον φίλο μας κι έτσι καταλάβαμε πως κάτι θα γίνει. Παρακολούθησα τα γεγονότα από Μάρνη και Πατησίων γωνία, εντελώς σαν ουδέτερος θεατής μέχρι αργά και όταν έφτασα σπίτι στην Κυψέλη από το ραδιόφωνο άκουγα την περιγραφή της εισβολής. Την Τρίτη και την Τετάρτη τα συνθήματα του δρόμου ήταν αυθόρμητα, την Πέμπτη είχαν επικρατήσει τα κατευθυνόμενα, την Παρασκευή από κάτω δεν είχα αντίληψη του τι παίζει.
    Είχε προηγηθεί ένα τυχαίο γεγονός που με έκανε να βλέπω με άλλο μάτι τις μαζικές εκδηλώσεις: σαν νέος (και άμυαλος) πήγαινα στον Παναθηναϊκό τακτικότατα στην θύρα 14 (τα φοιτητικά) μαζί με την 13, τους ρουλαλάδες κ.λ.π. και συμμετείχα στο πανηγύρι. Μια φορά το 70 άργησα, είχε πολύ κόσμο δεν μπορούσα να ανέβω στην κερκίδα και βρέθηκα στα περιμετρικά του γηπέδου κάγκελα, βλέποντας το πέταλο από κάτω. Εβλεπα λοιπόν τον επικεφαλής που αφρίζοντας και κουνόντας έντονα τα χέρια φώναζε «Πα-να-θη-να-ι-κός, Πα», σταμάταγε στην πρώτη συλλαβή της επανάληψης και καθόταν ήρεμος στην θέση του ενώ χιλιάδες βαζελόπουλα όρθια και κουνόντας χέρια και κεφάλια επαναλάμβαναν αενάως και θορυβωδώς το σύνθημα του κλακαδόρου. Αισθάνθηκα κάπως, σκέφθηκα πως όλοι ακολουθούν άκριτα το σύνθημα του κλακαδόρου ενώ αν αυτοί προτείνουν κάποιο σύνθημα θα πρέπει να περάσει από την κρίση του (δεν ξέρω τι γίνεται σήμερα στην Θ13, στην Θ7 έτσι και δεν φωνάξεις το σύνθημα του κλακαδόρου, σε δείρανε, πασίγνωστο). Κάπως έτσι ήταν τα πράγματα και στις διαδηλώσεις. Αντίθετα στον επιτάφειο του Γαλαξιδιού η στεντόρεια φωνή μου συνεπικουρούμενη από τους φίλους μου επέβαλαν το γρηγοριανό της αρεσκείας μας με συχνές επαναλήψεις, πειθήνιες στο σύνθημα «δις» που έλεγε κάποιος και τρελλαινότουσαν οι πιστές γριούλες που αναγκαζότουσαν να αφήσουν το δικό τους τροπάριο και να μας ακολουθήσουν. Γι αυτό και προτιμώ την περιφορά του επιταφίου από τις διαδηλώσεις.
    Υ.Γ. Οσα ματς του ΠΑΟΚ εχω παρακολουθήσει μετά το 70 στην Αθήνα ήταν από τα επίσημα ή τα αριθμημένα- άλλη κλάση σαν ΠΑΟΚgής

  28. Γιάννης Ιατρού said

    27: Γιώργο, τι ντρόουν και τέτοια; Δεν πετούσες με αετό όπως ο Λάμπρος; 🙂

    ΥΓ: …ήταν από τα επίσημα ή τα αριθμημένα… : Εγκάθετοι διαδίδουν πως η αρίθμηση έφτανε έως και το 9 !! 🙂

  29. Γιάννης Κουβάτσος said

    27: Πασίγνωστο άλλωστε και το «Μία η ντουντούκα, τέσσερις εμείς», η οδηγία που οι διαδηλωτές την εξέλαβαν ως σύνθημα και την επαναλάμβαναν ρυθμικά. 😊 Αληθεύει άραγε;
    Στο Πολυτεχνείο όμως πρέπει να ήταν πιο αυθόρμητα τα πράγματα και τα συνθήματά του πράγματι πολύ επιτυχημένα. Το ψωμί-παιδεία-ελευθερία λέει τα πάντα με τρεις λέξεις.

  30. sarant said

    Ευχαριστω πολύ για τα νεότερα -να με συμπαθάτε για την απουσία αλλ’ είχα πάει μια αποχαιρετιστηρια βόλτα στη Σαλαμίνα.

    21 Τον είχες καθηγητή;

    25-26 Το ουσιαστικό μάλλον το έφτιαξα εγώ, αλλά το ρήμα που είχαμε τότε ήταν «πηγαδιάζω». Πχ ο τάδε όλη τη μέρα πηγαδιάζει.

  31. Γιάννης Ιατρού said

    30: Την καθαρίσανε; Πως τα είδες;
    Και καλό ταξίδι επιστροφής Νίκο

  32. Μια που ήρθε το θέμα για πηγάδια,
    roughnecks λέγονται οι εργάτες που δουλεύουν στα πηγάδια του πετρελαίου/φυσικού αερίου.
    Υποθέτω κατ’ αντιστοιχία με το rednecks των αγροτών.

    Neck and neck για το πια είναι η πιο σκληρή δουλειά απ’ τις δύο.

  33. 32, πια <– ποια

  34. sarant said

    31 Ήμουν από τη Φανερωμένη και το στενό, όπου δεν ειχε έτσι κι αλλιώς ρύπανση. Πάντως καθαρά ήταν.

    29 Νομίζω πως αυτό είναι αστικός μύθος

  35. … να μην κολλιούνται αφίσες οργανώσεων και κομμάτων, παρά μονάχα
    ενωτικές …

    Προς στιγμήν διάβασα «ερωτικές»,
    ίσως επηρεασμένος από γνωστό σχολιαστή.

    Το λέει καθαρά, εξάλλου: Να μην κολλιούνται αφίσες με κόμματους.

  36. ΣΠ said

    29, 34
    Δυσκολεύομαι να το πιστέψω αλλά συμφοιτητής μου τότε ισχυριζόταν ότι το άκουσε ο ίδιος.

  37. Γιάννης Κουβάτσος said

    Λέγεται ότι ακούστηκε από εκκετζίδικο μπλοκ. Μοιάζει απίστευτο, αλλά ποιος ξέρει…😊

  38. Πέπε said

    @29:
    > > Στο Πολυτεχνείο όμως πρέπει να ήταν πιο αυθόρμητα τα πράγματα και τα συνθήματά του πράγματι πολύ επιτυχημένα.

    Εγώ τότε μέτραγα μήνες για να γεννηθώ κι έτσι δεν έχω ιδία πείρα. Αλλά ακούγοντας τα ηχητικά στον γνωστό δίσκο, το «θάνατος στον τύραννο» έχει ένα παλμό που τρομάζει και συνεπαίρνει. Στη ζωή μου δεν έχω ακούσει σύνθημα να το λένε έτσι. Το ίδιο και για τα άλλα συνθήματα της ηχογράφησης.

  39. Νίκος Κ. said

    Τόσα χρόνια έχουν περάσει και ουσιαστική ανάλυση των γεγονότων του Πολυτεχνείου δεν έχει γίνει. Αναμενόμενο, αφού η ελληνική κοινωνία προτιμά τις ιδεολογικές σιγουριές της από το να προσπαθεί να εξηγήσει τα πεισματάρικα γεγονότα.

    – Καθοριστικό ρόλο στο σχεδόν αυθόρμητο ξεκίνημα φαίνεται να έπαιξε μια λάθος πληροφορία. Ωστόσο η συνέχεια είχε μαζικότητα και θαυμαστή οργάνωση.
    – Το ΚΚΕ και ο Ρήγας Φεραίος ήταν αντίθετοι, όμως τα στελέχη τους στο φοιτητικό χώρο πρωτοστάτησαν κι έδωσαν το νόημα για το οποίο θαυμάζουμε το Πολυτεχνείο μέχρι σήμερα
    – Ίσως για πρώτη φορά έχουμε τη δειλή εμφανιση του χώρου που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε «αναρχοαυτόνομο».
    – Τα νέα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας έρχονται στο προσκήνιο (ο Μάης του 68 είναι πρόσφατος) αλλά οργανωτικά βρίσκουν στήριγμα σε οργανώσεις με αναφορές στην περίοδο 1940-1950.
    – Οι συμμετέχοντες παίζουν πραγματικά τη ζωή τους (ή έστω τη σωματική τους ακεραιότητα) χωρίς να περιμένουν ανταλλάγματα. Λίγα χρόνια αργότερα τους περισσότερους τους νικάει η καθημερινότητα.
    – Η κατάληξη του Πολυτεχνείου ήταν μια ήττα που άνοιξε τον δρόμο στον Ιωαννίδη με άγνωστη ημερομηνία λήξης. Ωστόσο έδωσε στην ελληνική κοινωνία τη δυνατότητα μιας ηθικής δικαίωσης και μαζί με τα γεγονότα της Κύπρου οδήγησε σε μια μεταπολίτευση διαφορετική από ότι π.χ. στην Ισπανία των διαδόχων του Φράνκο.

  40. sarant said

    39 Πολύ καλή σύνοψη.

  41. Γς said

    20 @ Λεώ

    >Αυτό το ‘προσεχώς και νυν τέως συζύγου’ είναι αχτύπητο. […] Εδώ ας πει κάτι και ο Γς να μην τα λέω όλα εγώ.

    Αυτό το

    >Η μακαρίτισσα […] Η άλλη μακαρίτισσα […] Η άλλη [η μακαρίτισσα προσεχώς, τώρα που’χω πάρει το κολάι]

    πως σου φαίνεται;

  42. Γιάννης Κουβάτσος said

    Σωστή σύνοψη πράγματι, Νίκο. Σημαντικό να τονιστεί ο αυθορμητισμός της εξέγερσης και το ηθικό μεγαλείο της. Ειδικά στις μέρες μας που κυριαρχεί ο σαρκασμός και η απαξίωση για το Πολυτεχνείο από καλοπροαίρετους και, κυρίως, κακοπροαίρετους.

  43. gpoint said

    # 39

    Δεν θα μάθεις ποτέ για τον απλούστατο λόγο πως δεν άλλαξαν οι δικαστές, οι αστυφύλακες κ.λ.π. οπότε και να γινότανε έρευνα δεν θάτανε αξιόπιστη.Ο κόσμος θεωρεί πως χούντα ήταν τα 10 ονόματα που ήξερε, ο πολιτικοποιημένος της εποχής τα 100 ονόματα που ήξερε ενώ ήταν ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός που συνεργάστηκε μαζί της. Οι αντιστασιακοί δεν ήταν ούτε 5 %. Από την στιγμή που ουσιαστικά τίποτε δεν άλλαξε και χιλιάδες αναμεμειγμένοι ενεργά σε κατώτερες βαθμίδες πέρασαν σε σύντομο χρονικό διάστημα στην κατηγορία των «αντιστασιακών» τι περίμενες ; να καταδώσουν τους εαυτούς των ; η μήπως περιμένεις να βρεις στα αρχεία την εντολή για μια παράνομη ενέργεια ; Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι πολιτικοί που ανέλαβαν δεν ήξεραν αν οι υπάλληλοι θα ακολουθήσουν τις εντολές τους ή θα συνέχιζαν την δουλειά τους όπως επί χούντας μέχρι που «ομαλοποιήθηκε» η κατάσταση με εκατέρωθεν στρογγυλεύσεις
    Θέλουμε να ξεχνάμε ή μάλλον να παραμυθιαζόμαστε πως την χούντα την έριξε ο λαός γι αυτό και η γιορτή της 17Ν. Η χούντα «αυτοκτόνησε» με την γενική επιστράτευση που κήρυξε και με την οποίαν διαπιστώθηκε πως ο οπλισμός του ελληνικού στρατού είχε πάει να ξεμουδιάσει στον εμφύλιο του Λιβάνου.
    Αν βρεις θαμώνες εποχής των σφαιριστηρίων της Ομόνοιας και ειδικά της υπόγας του Ματζαβίνου στην Χαλκοκονδύλη, μπορεί να μάθεις τι σχεδιάζε η άλλη πλευρά όταν συνεδρίαζαν μέσα στο Πολυτεχνείο οι φοιτητές

  44. Ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και βασισμένο σε κινηματογραφικά ντοκουμέντα επαγγελματιών οπερατέρ οι οποίοι κατέγραψαν με την κάμερά τους τα γεγονότα.

    http://www.inred.gr/hmeres-polytechneiou-1973/

  45. Γς said

    Ελλάς Κροατία, άρχισε

    κι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία

  46. Γς said

    Βρε τι είναι αυτός;

    http://www.youtube.com/watch?v=OIHA0IRT8ws

    http://www.youtube.com/watch?v=EvGL42rywPM

  47. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>πηγαδιαστές
    πηγαδάκιας / πηγαδάκηδες τους θυμάμαι.

    *Δεν άλλαξε κάτι,εκτός από μια τουλάχιστον χειροτέρεψη: τους σκύλαρους που είδα ένα βραδάκι να τρεχαλάνε μπρος πίσω και γύρω από το άγαλμα/κεφάλι του Πολυτεχνείου.Οι πρεζέμποροι μου είπε ο δικος μας Σκύλος εδώ, έχουν τέτοια μεγαλόσωμα σκυλιά εκεί.Από τον τρόπο που μου απευθύνθηκαν οι τύποι που είχαν αράξει στα σκαλιά κι ανενόχλητοι έβλεπαν τα ζώα να τρέχουν και να κατουρούν εκεί, έδειξε πως για κάτι τέτοιους επρόκειτο. Ρημαγή. Απέναντι ετοιμάζουν το Ακροπόλ.Για να δούμε μήπως γίνει γενική ανάπλαση και μετά υπάρξει μόνιμη
    φροντίδα όλου του όμορφου ιστορικού χώρου,εντός και εκτός.
    *https://sarantakos.wordpress.com/2013/11/17/17noe/#comment-193985

  48. cronopiusa said

    44

    Σκύλε μου το 15ο σχόλιο το είδες;

  49. cronopiusa said

  50. Γιάννης Κουβάτσος said

    Αν γίνει ο σταθμός του μετρό στην πλατεία Εξαρχείων, Έφη, μπορεί και να βελτιωθούν τα πράγματα με ανάπλαση της περιοχής του Πολυτεχνείου και εκδίωξη πρεζέμπορων, πρεζονιών και χουλιγκάνων ψευτοεπαναστατών.

  51. sarant said

    Eυχαριστώ για τα νεότερα!

  52. ΚΩΣΤΑΣ said

    Για το Πολυτεχνείο, γενικά συμφωνώ με τον Gpoint και τον Νίκο Κ. Εμείς, οι επαρχιώτες, παρακολουθούσαμε τα γεγονότα από εγχώρια μέσα ενημέρωσης, εφημερίδες και ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς.

    Αξιέπαινα τα παιδιά, όταν αγωνίζονται για ιδέες, είσαι υποχρεωμένος να τους σεβαστείς και να τους τιμάς, ανεξάρτητα αν συμφωνείς απόλυτα με τους στόχους τους. Από εκεί και πέρα η εξέλιξη και η πορεία της γενιάς του Πολυτεχνείου χωράει πολύ νερό στο κρασί της.

  53. Κουτρούφι said

    30α. Όχι. Όταν πήγα Γυμνάσιο, μετά από μερικά χρόνια, είχε φύγει.

  54. Γς said

    Γεννηματά, Ανδρολάκης στον β΄γύρο, άν υπάρξει μιας κι έχει η ΦΓ 46% με ανοδική τάση.

  55. gpoint said

    Η μικτή Τσάνα μας γέμισε εθνική υπερηφάνεια … ειδικά η κολώνα της (κυριολεκτικά ακίνητη) ο Τζιώλης και ο Ρέτσος που την υποχρέωσε να παιζει μόνο από δεξιά γιατί δεν μπορούσε να σεντράρει το παιδί, ακόμα μαθαίνει κι αν δεν παίξει πως θα μάθει ;
    Ξέρεις τι φοβερό κατόρθωμα είναι να φέρνεις 0-0 όταν χρειάζεσαι το 3-0 ; πείτε το και στους σπήκερς του Σκάει που χαιρότιουσαν που ξαναγίναμε -λέει- ομάδα

  56. Γιάννης Κουβάτσος said

    Γενιά του Πολυτεχνείου δεν είναι μόνο όσοι επωφελήθηκαν από τη συμμετοχή τους στην εξέγερση για να αποκτήσουν αξιώματα και χρήμα. Είναι και αυτοί, και είναι οι περισσότεροι, που έκαναν το καθήκον τους χωρίς να το διατυμπανίζουν και χωρίς να φροντίσουν να επωφεληθούν. Αυτή η πιο συκοφαντημένη γενιά εδραίωσε την πιο μακροχρόνια δημοκρατική περίοδο ομαλότητας στην ιστορία της χώρας.

  57. ΚΩΣΤΑΣ said

    56

    Γιάννη, αν εννοείς εμένα, θέλω να σου εξηγήσω το εξής. Δεν εννοώ τα συγκεκριμένα παιδιά που ήταν μέσα και σιωπηλά και ταπεινά αφού έκαναν το καθήκον τους, δεν βγήκαν να το διατυμπανίσουν και να το εξαργυρώσουν. Πέρα από την επιστροφή στη δημοκρατία, που συμφωνώ, από το Πολυτεχνείο λένε ότι εκπέμφθηκε και ένα άλλο μήνυμα, για αλλαγή προσανατολισμού της χώρας. Αυτό δήθεν το μήνυμα της γενιάς του Πολυτεχνείου και της γενιάς της Εθνικής Αντίστασης ήρθε αρχικά και το εκμεταλλεύτηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου και ύστερα ο ΣΥΡΙΖΑ. Τι έπραξαν όμως στη συνέχεια; Ακολούθησαν τις βασικές επιλογές της συντηρητικής παράταξης, ΕΟΚ, ΝΑΤΟ, Αμερική, ελεύθερη οικονομία, ιδιωτική πρωτοβουλία κ.α. Τότε γιατί παρουσιάζονται ως συνεχιστές αν τους πούλησαν ή γιατί δεν λένε ευθέως ότι δεν συμφωνούν σε όλα με τα οράματα αυτών των γενεών;

    Αν στην δημιουργία της δημοκρατικότερης περιόδου στη χώρα μας βοήθησε μόνο η γενιά του Πολυτεχνείου και παραβλέπεται η συμμετοχή της συντηρητικής παράταξης και το Κων. Καραμανλή, είναι άλλο θέμα. Άστο, δεν θέλω να συνεχίσω.

  58. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Συγγνώμη ρε παιδιά, εδώ και σαράντα χρόνια ψάχνω την δημοκρατία, μήπως την έχει δεί κανείς; Μα πού έχει κρυφτεί το παλιοκόριτσο.😠

  59. Pedis said

    # 44 – Σκύλος (και λοιποί), ποιοι νάναι οι συνεντευξιαζόμενοι από τον ξένο ανταποκριτή;

    (καλό το βίντεο)

  60. Γιάννης Ιατρού said

    48: Κρόνη, που είναι το σχόλιο (44: …το 15ο σχόλιο το είδες;..;
    Εγώ στον σύνδεσμο του Σκύλου δεν βρίσκω καθόλου σχόλια, ούτε στο γιουτούμπι.

  61. Γς said

    Γούσταρα λίγο Μπαλσάμικο Ντοcteur μου

  62. Γς said

    Και δεν έχω τίποτ άλλο στο ψυγείο. Αύριο έρχεται η δικιά μου και @αμώ τη δίαιτά μου

  63. Γς said

    Α προπό.
    Τους έφαγε όλους!
    η Φώφη

    Σουλτάνα!

  64. Γς said

    Λαφαζάνης: Άθυρμα των ορφανών του Σημίτη η Κεντροαριστερά

  65. cronopiusa said

    60

    Καλή σου μέρα Γιάννη, αναφέρομαι στο δικό μου σχόλιο που έστειλα στις 12:50

    Spirit l’Errance d’arabie αναζητά Νέο Kid πάρε με ἀπάνου στὰ βουνά, τὶ θὰ μὲ φάῃ ὁ κάμπος!

  66. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
    Το ιστορικό κτιριακό συγκρότημα Πατησίων

    Για το έργο της αποκατάστασης το κτίριο Αβέρωφ απέσπασε το μεγάλο βραβείο της Europa Nostra για το 2012 http://www.arch.ntua.gr/page/28

    Και το γκράφιτι, Μάρτιος του 2015, νομίζω μπαίνει στην c.v του 🙂
    http://www.inexarchia.gr/story/local/rotisame-gnomes-gia-terastio-gkrafiti-sto-polytehneio-vandalismos-i-kraygi-aganaktisis

  67. Γιάννης Ιατρού said

    65: Α, ευχαριστώ. Εννοείς στο τρίτο βιδεακι του #15 (με τον Ξυλούρη), ε;

  68. cronopiusa said

    67

    όχι, στο δευτερο που ξαναπόσταρε ο Σκύλος, στο πρωτο αναφέρεται και το σπίτι της Βέμπο που έχουμε ξαναμιλήσει εδώ

    Spirit l’Errance d’Αrabie αναζητά Νέο Kid

  69. Γιάννης Ιατρού said

    68: τι όχι; Το δεύτερο βίδεο έχει (μόνο) 4 σχόλια. Οπότε ποιό σχ. 15; (44: …το 15ο σχόλιο το είδες;.)

  70. cronopiusa said

    Γιάννη μου, αναφέρομαι στο 15ο σχόλιο αυτού του νήματος που έχω γράψει εγώ

  71. Γιάννης Ιατρού said

    70: Αχ βρε Κρόνη μου, γέρασα γμτ$#%^@. 🙂 Αυτονόητο, αφού έχετε βάλει τον ίδιο σύνδεσμο!

  72. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Για όσους δεν το έχουν διαβάσει….

    Αφωτίστου Φιλέλληνος, Σχέδιο αφηγήματος “ΔΕΚΑ ΕΞΙΜΙΣΗ ΝΟΕΜΒΡΗ”

    ΝΟΕ17Κατηγορία: Αναγνώσεις, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

    (ΕΝΩ ΕΧΕΙ ΔΙΑΝΥΘΕΙ Η ΜΙΣΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ 16 ΝΟΕΜΒΡΗ
    ΚΑΠΟΙΑ ΑΛΛΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΠΡΙΝ ΕΡΘΕΙ Η 17 ΝΟΕΜΒΡΗ 1973)
    ΚΑΙ ΑN ΓΙΝΟΤΑΝ ΕΤΣΙ;

    Σκηνή πρώτη :
    (Παρασκευή απόγευμα 16 Νοεμβρίου 1973)

    Μετά από τριήμερη κατάληψη του Πολυτεχνείου, και εξαιτίας της καταπίεσης, της πρωτόγνωρης φτώχειας και των προβλημάτων λόγω της πρώτης ενεργειακής κρίσης, ο λαός της Αθήνας, έχει συγκεντρωθεί στο κέντρο της πόλης και οι πιο επαναστατικοί ήδη έχουν καταλάβει κρατικά κτίρια.

    Βέβαια, φάνηκε κάτι περίεργο : ανάμεσα στο επαναστατημένο πλήθος που ήδη από το βράδυ της Πέμπτης είχε καταλάβει κρατικά κτίρια, είχαν ανακατευτεί και έλληνες φοιτητές από την Ιταλία και την Γαλλία, με μερικούς “φιλέλληνες’ επαναστάτες από τον Μάη του 68, φέροντες όπλα που τα είχαν εισάγει σταδιακά και λαθραία τα καλοκαίρια, από το ’70 κι ύστερα, την περίοδο των διακοπών.
    Δυό μελαχροινές κοπέλες η Μαρίνα και η Αρετή και δύο φοιτητές, o Λάκης με λεπτά χαρακτηριστικά και κατσαρά μαλλιά κι ο Μάκης, συντοπίτης των δυό φοιτητριών, κοντός με ελάχιστο λαιμό απ’ όπου φύτρωνε ένα πελώριο κεφάλι, από την κατάληψη του Πολυτεχνείου μιλάνε με έναν αγριεμένο νέο φοιτητή που γυάλιζε το μάτι του, τον Λέοντα.

    Ο Λέων, ήταν ο γεροδεμένος μοναχογιός αριστερού μικροεργολάβου, ντυμένος με αμπέχωνο, χοντρό μπουτζίν και άρβυλα, αξύριστος. Έσερνε μια μπετόβεργα μήκους ενός μέτρου, διαμέτρου 12 χιλιοστών, που την είχε προσάγει για αυτοάμυνα μαζί με τσέρκια από κοντινή οικοδομή για να κάνει “φιόγκο’ τις πόρτες της περίφραξης του ΕΜΠ.
    Πρώτος μίλησε o Λάκης :

    – “Ο αέρας μυρίζει μπαρούτι , πρέπει να διαλύσουμε την κατάληψη’.
    – “Μα τι λετε τώρα , ο λαός έχει ξεσηκωθεί, δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω θα γίνουμε ρεζίλι’, είπε ο Λέων
    – “Είσαι προβοκάτορας’, του είπε προκλητικά o Λάκης.

    Ήδη από την Τετάρτη, οι οργανωμένοι φοιτητές προσπαθούσαν να σταματήσει η κατάληψη, γιατί δεν μπορούσαν να ελέγξουν το αυθόρμητο.

    Η Μαρίνα, μία νοστιμούλα φοιτήτρια, μέλος της ΑΝΤΙΕΦΕΕ , κόρη αξιωματικού της χωροφυλακής, με ένρινη φωνή του είπε :

    -“Συνάδελφε έχει δίκιο ο Λάκης, αν δεν φύγουμε θα χυθεί αίμα.’
    -“Πρέπει να κρατήσουμε τις Θερμοπύλες’, είπε ο Λέων και σκέφθηκε ότι έπρεπε να δέσει με πρόσθετους φιόγκους από τσέρκια τις σιδερένιες πόρτες της Στουρνάρη και της Τοσίτσα
    -“Είσαι προβοκάτορας’, επανέλαβε ο Λάκης.

    Ο Λέων εκνευρίσθηκε, οι φλέβες στο λαιμό του διογκώθηκαν, ένοιωσε κάτι σαν να τον τσίμπησε αλογόμυγα και ουρλιάζοντας «φύγε ρε πούστη μη σε σκοτώσω» πήρε στο κυνήγι τον Λάκη στην αυλή του κτιρίου των Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων, αλλά ο Λάκης ήταν ταχύτατος και άρχισε να κάνει κύκλους γύρω από τις μπασκέτες. Σύντομα, ο Λέων αντιλήφθηκε το γελοίον του πράγματος και παράτησε το κυνηγητό.

    Σκηνή δεύτερη :
    (Παρασκευή απόγευμα 16 Νοεμβρίου 1973, 16:17)

    Μέχρι το ηλιοβασίλεμα (18:11) οι πιο επαναστατικοί είχαν πλαισιωθεί από αγριεμένους άνεργους οικοδόμους που είχαν πληγεί από την κρίση και αγωνιστικά στοιχεία από το Θριάσιο πεδίο (απόγονους ομόθρησκων αρβανιτών που με τους έλληνες είχαν συμμετάσχει στην ελληνική επανάσταση) .
    Οι καταλήψεις κρατικών κτιρίων, συνέχισαν επιτυχημένα, με εκθετικό ρυθμό, έως το βράδυ, λόγω της ελάχιστης αντίστασης που έδειχναν οι αστυνομικοί και της σφοδρότητας των επιθέσεων από τους αγριεμένους άνεργους οικοδόμους και από έλληνες φοιτητές εξωτερικού, ενώ οι λίγοι “φιλέλληνες’ επαναστάτες του Μάη του 68, έπαιζαν περισσότερο οργανωτικό ρόλο.

    […]

    http://www.poiein.gr/archives/11622/index.html

  73. https://kanali.wordpress.com/2009/11/16/emp1973_sk/

  74. 59 Pedis ιδέα δεν έχω. Μερικές φάτσες κάτι μου λένε αλλά δεν τολμώ να ταυτίσω πρόσωπα και ονόματα.

  75. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    73. Σχολιο – μαρτυρια μου

    Αφώτιστος Φιλέλλην

    17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ, 2015 @ 5:11 ΜΜ
    Συγχαρητήρια! Το αυτοβιογραφικό σας κείμενο συμπληρώνει κάποια κενά σε σχέση με τους σκοπευτές των ταρατσών και τους ροπαλοφόρους οπαδούς της δικτατορίας.
    Ως πρωτοετής φοιτητής του ΕΜΠ, έζησα τα γεγονότα απο τις πρώτες γενικές συνελεύσεις έως τις 20.00 της Παρασκευής, οπότε αναγκαστήκαμε να διαφύγουμε λέγω δακρυγόνων στην Πατησιών. Λέγω γειτονιάς μερικοί φίλοι φοιτητές πήγαμε κοντά στην πλαϊνή πόρτα του Ρυθμιστικού και ακούγαμε τα ασθενοφόρα.
    Όντως υπήρξαν αρκετοί νεκροί όχι μόνον την Παρασκευή, αλλά και το Σάββατο και την Κυριακή, όπως τα γράφει ο Τσεβας.
    Το Σαββάτο ξανακατέβηκα απο το σπίτι μου και πέρασα μπροστά απο την γκρεμισμένη πύλη της Πατησιών και αμέσως μαύρισε ο τόπος στην Αβέρωφ-Τοσίτσα απο αστυνομικούς οπότε διαφύγαμε προς την πλατειά Αίγυπτου. Ακούγαμε κάποιους κρότους αλλά τότε ως πρωτοετής και άπειρος δεν μπορούσα να καταλάβω ότι ήταν πυροβολισμοί. Περί τις 10.45 είδα οδοφράγματα με λεωφορεία μεταξύ ΑΣΣΟΕ και πλατείας Αίγυπτου (Αλεξάνδρας και Πατησιών) και κόσμο να διαδηλώνει στα κάθετα στενά στην Μαυρομματαιων. Συνεχίσαμε την πορεία μας στην Μαυρομματαιων και κάναμε ωτοστόπ στην Ευελπιδων σε έναν έλληνα φοιτητή στην Γάλλια (Renault 5TL με κίτρινες γαλλικές πινακίδες) που μας πήγε μέσω περιφερειακού ως τον Χολαργό….
    Στις 11.00 απο το ραδιοφωνο του αυτοκινητου ακουσαμε οτι κηρυχθηκε απαγορευση κυκλοφοριας……

  76. ConspiRaki Theologist said

    @21,30:
    Έχω την τιμή να έχω υπάρξει μαθητής του Αργύρη Τσακαλία στα γυμνασιακά μου χρόνια.
    Μέγιστος Δάσκαλος. Φύτεψε το σπόρο του ανθρωπισμού και της επανάστασης στο μυαλό πολλών εφήβων.
    Αν ενδιαφέρεστε μπορώ να αναφέρω κάποιες αναμνήσεις μου από αυτόν.

  77. sarant said

    76 Eνδιαφερόμαστε. Μάλιστα, αν θέλεις να γράψεις κάτι εκτενέστερο θα μπορούσε να μπει ως αυτοτελές άρθρο -όχι όμως τώρα αλλά σε ένα μήνα από σήμερα, στις 13 Δεκεμβρίου, που είναι (αν δεν κάνω λάθος) ο ένας χρόνος από τον θάνατό του. Θα ήταν ένα ταιριαστό μνημόσυνο. Αν γράψεις κάτι, μου το στέλνεις στο sarantπαπάκιpt.lu

  78. ConspiRaki Theologist said

    «ΝΑ είστε σκεφτοκέφαλοι και όχι σκυφτοκέφαλοι ! »

    ήταν μια από τις μόνιμες επωδούς του.

    Θα προσπαθήσω να γράψω κάτι, μετά και από παρότρυνση του φίλου που θυμήθηκε τα παραπάνω λόγια.

  79. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    ART – ΝΕΑ

    «Αναζήτησα την ανείπωτη ιστορία των γυναικών του Πολυτεχνείου»

    Άρης Φιορέτος Το καινούργιο του βιβλίο του Άρη Φιορέτου ανανεώνει το ενδιαφέρον για το Πολυτεχνείο, εντάσσοντάς το συμβολικά στην ευρύτερη ευρωπαϊκή επικαιρότητα | FRANZ BISCHOF, HANNOVER 2011

    11.11.2017, 22:15 | Ετικέτες: βιβλίο, συγγραφείς, κοινωνία, Ιστορία, Ελλάδα, Ευρώπη, δικτατορία
    Συντάκτης: Μικέλα Χαρτουλάρη

    http://www.efsyn.gr/arthro/anazitisa-tin-aneipoti-istoria-ton-gynaikon-toy-polytehneioy

  80. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Πολυτεχνείο: Με τα μάτια των πρωταγωνιστών
    17/11/2013 8:55

    […]

    Η 17η Νοεμβρίου, συμβολίζει την κορυφαία ισως από τις συλλογικές πράξεις αντίστασης που σημάδεψαν την επταετία της χούντας. Μέσα από τη γενιά του κινήματος του Πολυτεχνείου αναδείχθηκαν πρόσωπα και προσωπικότητες. Άλλοι γνωστοί και άλλοι άγνωστοι.

    Μερικών το όνομα πολυακουσμένο, συνυφασμένο αργότερα με τη νεότατη πολιτική ιστορία της χώρας μας, με κυβερνητικά ή άλλα πόστα σε θέσεις κλειδιά. Ακόμα περισσότεροι όμως, είναι εκείνοι που βρέθηκαν μεν στην πρώτη γραμμή των γεγονότων, αλλά επέλεξαν στη συνέχεια να τραβήξουν το δικό τους δρόμο, μακριά από κομματικές ταμπέλες και αξιώματα. Ανώνυμοι αλλά πρωταγωνιστές. Μέσα από τις μαρτυρίες τους θελήσαμε να αναζητήσουμε την εμπειρία εκείνων των ημερών, όπως ακριβώς την έζησαν οι νέοι τότε – χωρίς τους αναχρονισμούς και τις επετειακές εκλογικεύσεις σαράντα ολόκληρων χρόνων.

    Το news.gr, μίλησε με δύο από τους πρωταγωνιστές του ’73. Της γενιάς του Πολυτεχνείου. Από εκείνους που επέλεξαν να θυμούνται και όχι να τους θυμούνται. Ο κάθε ένας, έχει να καταθέσει τη δική του προσωπική μαρτυρία για τα γεγονότα.

    Ο πρώτος, φοιτητής τότε της Καλών Τεχνών. Σήμερα καθηγητής εικαστικών σε σχολείο της Παλλήνης. Ο Νίκος Γιαννάκης, 40 χρόνια μετά θυμάται και αφηγείται τα γεγονότα εκείνων των ημερών. Όπως τα έζησε εκείνος. Γεγονότα που όπως λέει ξεκίνησαν από αντίδραση για την ανεξέλεγκτη δράση της αστυνομίας…

    “Υπήρχε η αντίδραση για όσους διέκοπταν τα μαθήματα για να πάνε φαντάροι. Επίσης, θέλαμε να φύγουν οι αστυνομικοί μέσα από τις αίθουσες. Θέλαμε να φύγουν τα δοτά συμβούλια που είχε ορίσει η Χόυντα. Στην Καλών Τεχνών φανταστείτε, δουλεύαμε με γυμνά μοντέλα και έμπαιναν κάθε τρεις και λίγο οι ασφαλίτες, προκαλώντας σαματά. Μόνο και μόνο από περιέργεια και από μαγκιά. Δεν υπήρχε σχέδιο δράσης. Το μόνο που ήθελαν ήταν να δείξουν ότι κατείχαν εξουσία’, αφηγείται ο κύριος Γιαννάκης.

    “Θέλαμε να δούμε τι θα κάνουμε για να φύγουν οι αστυνομικοί από τις σχολές. Έτσι, δώσαμε την Τετάρτη ραντεβού. Σημειωτέον, η σχολή λειτουργούσε και το απόγευμα και ήμαστε μαζεμένοι καμία εβδομηνταριά άτομα. Από αυτούς λίγοι ανεβήκαμε στο διάδρομο για να δούμε πως θα κινηθούμε”, συνεχίζει την περιγραφή του.

    Όπως χαρακτηριστικά λέει, πολύς ήταν ο κόσμος που δεν ενδιαφερόταν για ό,τι συνέβαινε. Πολύς ήταν επίσης ο κόσμος που δεν συμμετείχε καν στο κίνημα.

    O Νίκος Γιαννάκης

    Η πορεία προς την εξέγερση…

    “Αφού λοιπόν μαζευτήκαμε οι ανέντακτοι και συζητήσαμε, τέσσερα άτομα από τα 70, αποφασίσαμε ότι πρέπει να γίνει κατάληψη. Ζητήσαμε σε όλες τις παρατάξεις να φύγουν γιατί δεν μπορούσαμε να τους προστατεύσουμε και επιπλέον δεν μπορούσαμε να αναλάβουμε την ευθύνη παρουσίας τους στο κτίριο”.

    Θυμάται αμέσως μετά την ομάδα των τεσσάρων να βγαίνει και να κατευθύνεται προς το κτίριο της Αρχιτεκτονικής για να σχεδιάσει τις επόμενες κινήσεις.

    “Είχαμε ήδη αποφασίσει για το επόμενο μας βήμα. Οι φοιτητές Αρχιτεκτονικής, Ανωτάτης Εμπορικής και άλλων σχολών παρέμεναν μέχρι εκείνη την ώρα αναποφάσιστοι. Σιγά σιγά όμως, γινόταν ένα ψηστήρι μεταξύ ανεντάκτων και αποφάσισαν κι εκείνοι με τη σειρά τους ότι θα στηρίξουν την κατάληψη”.

    Ήταν τότε, που κόσμος ερχόταν διαρκώς στο κτίριο του Πολυτεχνείου, με το σκεπτικό να συμμετέχουν κι εκείνοι στην κατάληψη.

    “Κατά τις 10, και ενώ είχε περάσει η ώρα, αποφασίσαμε οι τέσσερις των Καλών Τεχνών να κλείσουμε τις πόρτες γιατί δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε. Βλέπαμε κόσμο με πολιτικά και τον υποψιαζόμαστε. Έτσι, μπήκαμε στο εργαστήριο της γλυπτικής και πήραμε σίδερα, με τα οποία δέσαμε πόρτες της Τοσίτσα και της Στουρνάρα. Από άλλες σχολές μπήκαν στην Αρχιτεκτονιοκή και τραγουδούσαν όλο το βράδυ”.

    Οι επαναστάτες των Μεγάρων…

    Τότε μάλιστα ήταν σε εξέλιξη και οι αντιδράσεις για την απαλλοτρίωση της γης στα Μέγαρα, από τη ΣΤΡΑΝ του Στρατή Ανδρεάδη για τη δημιουργία διυλιστηρίων στην περιοχή, γεγονός που είχε προκαλέσει την έντονη αντίδραση των κατοίκων για την κίνηση του επιχειρηματία.

    “Φανταστείτε”, συνεχίζει ο κύριος Γιαννάκης, “ότι οι πρώτοι οργανωμένοι ήρθαν από την Πάχη των Μεγάρων για να μπουν στο Πολυτεχνείο. Η Συντονιστική Επιτροπή οργανώθηκε. Είπε ότι θα βγάζει συνθήματα και εμείς ακολουθήσαμε. Ενώ περνούσε η ώρα, είδαμε απέναντι να έρχονται τα τηλεοπτικά συνεργεία”. “Φοβηθήκαμε ότι θα μας καταγράψουν. Πήραμε καθρέφτες για να αντιφεγγίσουμε τις μηχανές τους. Ήταν κάποιο ολλανδικό συνεργείο, όπως μάθαμε αργότερα”.

    “Διαφωνούσαμε με το Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία”

    Ο κύριος Γιαννάκης ανατρέχει, στη στιγμή που τα πρώτα πανό έκαναν την εμφάνισή τους και το λευκό πανί άρχιζε να γεμίζει συνθήματα.

    “Πολλά από αυτά όμως, όπως και το Ψωμί Παιδεία δεν μας ενδιέφεραν και δεν πιστεύαμε ότι έτσι θα πέσει η Χούντα. Ήρθε η Πέμπτη και η Παρασκευή. Έμεινα άυπνος μέχρι και το Σάββατο μέσα. Η υπερένταση ήταν τεράστια κι ας ρωτήσει κάποιος αν αντέχει άνθρωπος έτσι. Γράφαμε συνθήματα. Τα στέλναμε έξω. Περιφρουρούσαμε την Καλών Τεχνών για να μην καταστραφεί τίποτα και στα εργαστήρια και στα τυπογραφεία. Να μείνουν όλα τα πολύτιμα υλικά ανέγγιχτα”.

    […]

    https://www.news.gr/politikh/esoterikh-politikh/article/108963/polytehneio-me-ta-matia-ton-protagoniston.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: