Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ποια ελληνική λέξη αρχίζει από στλ-;

Posted by sarant στο 24 Νοέμβριος, 2017


Όχι, δεν πρόκειται για κουίζ. Λίγες γραμμές πιο κάτω μπορείτε να βρείτε την απάντηση στην ερώτηση του τίτλου. Και δεν το έβαλα σε κουίζ επειδή δεν θα άντεχε πάνω από λίγα λεπτά, αφού η απάντηση είναι αρκετά γνωστή.

Νόμιζα μάλιστα πως η απάντηση είναι πασίγνωστη, αλλά πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες, σε μια συζήτηση στο Φέισμπουκ, ένας καλός φίλος, μεγαλύτερος από μένα και με έφεση στα γλωσσικά, παραδέχτηκε πως μόλις τότε έμαθε τη λέξη για την οποία σας λέω -κι έτσι μου έδωσε την ιδέα για το σημερινό άρθρο.

Αλλά παρόλο που θα αποκαλύψω παρακάτω τη σωστήν απάντηση, δεν βλάφτει να ντύσω την ερώτηση με τον μανδύα του κουίζ και να σας δώσω μερικές πληροφορίες ακόμα, σε περίπτωση που θέλετε να τη βρείτε μόνοι σας.

Λοιπόν, η λέξη που αναζητούμε είναι λέξη των αρχαίων ελληνικών, αλλά την καταγράφουν και τα σύγχρονα λεξικά. Περιγράφει ένα αντικείμενο που ήταν σε καθημερινή χρήση στην αρχαιότητα. Σήμερα δεν χρησιμοποιείται, τουλάχιστον σε αυτή τη μορφή.

Πρόκειται για τη μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από το συμφωνικό σύμπλεγμα στλ-, αν εξαιρέσουμε βέβαια τα σύνθετα και τα παράγωγά της. Ίσως είναι περίεργο, αλλά ενώ από το «αντίστοιχο» σύμπλεγμα, με το άλλο υγρό σύμφωνο της γλώσσας μας, το στρ- αρχίζουν τόσες και τόσες λέξεις, από το στλ- έχουμε μόνο αυτήν. Αλλά και από σκλ- ή σπλ- έχουμε περισσότερες από μία λέξεις.

Αν δεν την ξέρετε, προσπαθήστε να τη βρείτε. Δεν γίνονται δεκτές λέξεις με ιδιωματική προφορά όπως στλιαρ, ούτε επινοήσεις όπως στλαβός, στληρός ή στλατός!

Αλλιώς, πατήστε να προχωρήσουμε πιο πέρα και να το πάρει το ποτάμι.

Λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου, η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από στλ-, είναι το αντικείμενο που βλέπετε αριστερά (τη φωτογραφία την πήρα από τη Βικιπαίδεια).

Είναι μια στλεγγίδα.

Η στλεγγίδα (στλεγγίς στα αρχαία) ήταν ένα είδος ξέστρου, ενα εργαλείο με το οποίο καθάριζαν το σώμα τους οι αθλητές ύστερα από τους αγώνες.

Πριν αγωνιστούν, οι αθλητές αλείβονταν με λάδι. Καθώς ο αγωνιστικός χώρος ήταν στρωμένος με χώμα ή άμμο, το χώμα αυτό ανακατευόταν με το λάδι και με τον ιδρώτα τους, κι έκανε ένα πολύ κολλητικό χαρμάνι, οπότε χρησιμοποιούσαν το ξέστρο αυτό, τη στλεγγίδα, για να βγάλουν τα πολλά χώματα από πάνω τους πριν πάνε στο λουτρό.

Η στλεγγίδα ήταν χάλκινη, με σχετικά μακριά λαβή για να φτάνει στα διάφορα σημεία, και κατέληγε σε άκρο με κοίλωμα, κάπως σαν κουτάλι.

Όμως δεν τη χρησιμοποιούσαν μόνο οι αθλητές αλλά και οι υπόλοιποι πολίτες, ιδίως όταν πήγαιναν στο βαλανείο να πλυθούν. Ήταν δηλαδή κοινότατο αντικείμενο και μάλιστα συνηθιζόταν παροιμιωδώς να αναφέρεται η στλεγγίδα μαζί με τη λήκυθο, το μπουκάλι σα να λέμε, σαν παραδείγματα των τυπικών καθημερινών αντικειμένων που έχει κάποιος μαζί του («και στλεγγίδα και λήκυθον» σε δυο διαλόγους του Πλάτωνα). Μάλιστα, ο Πολυδεύκης στο Ονομαστικό του καταγράφει (επικριτικά) τη λέξη «στλεγγιδολήκυθος», που είναι ο δούλος που κουβαλούσε τη στλεγγίδα και τη λήκυθο του αφεντικού του στο βαλανείο. Τη στλεγγίδα τη λέγανε και ξύστρα οι αρχαίοι.

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο μέσος κάτοικος της πόλης είχε την ατομική του στλεγγίδα, που τη χρησιμοποιούσε είτε στο γυμνάσιο είτε στο βαλανείο. Ο Πλούταρχος στο «Περί δυσωπίας» διηγείται μιαν ωραία ατάκα του Θεόκριτου, ο οποίος πλενόταν στο βαλανείο και του ζήτησαν δυο άτομα να τους δανείσει τη στλεγγίδα του -ένας άγνωστός του, κι ένας πασίγνωστος κλέφτης. Οπότε, στον έναν απάντησε: «Δεν μπορώ, γιατί δεν σας ξέρω» και στον άλλον «Δεν γίνεται, γιατί σε ξέρω». (Στα αρχαία, βέβαια, η διατύπωση είναι πιο οικονομική: «σὲ μὲν οὐκ οἶδα σὲ δ’ οἶδα»).

Στην Κύρου Ανάβασι του Ξενοφώντα διαβάζουμε ότι μια φορά έκαναν αγώνες, εκεί στην ξενιτειά οι μισθοφόροι, και το έπαθλο ήταν χρυσές στλεγγίδες.

Στλεγγίδες βλέπουμε αρκετές στα μουσεία, δεν είναι σπάνιο έκθεμα. Στα λατινικά είναι strigilis, μάλλον ελληνικό δάνειο, απ’ όπου και το σημερινό αγγλικό strigil (strigile στα γαλλικά). Η ελληνική λέξη συναντιέται με πολλές παραλλαγές σε διάφορες πηγές, όπως στελγίς, στέλγγις, στλέγγις, στλέγγος, στεργίς, στρεγγίς. Κατ’ αναλογία, στλεγγίς ονομάστηκε ένα είδος τιάρας που φορούσαν οι γυναίκες σε κάποιες τελετές.

Ετυμολογία της λέξης δεν έχει δοθεί από τους σοβαρούς μελετητές που απλώς θεωρούν ότι πιθανώς (ή πιθανότατα) είναι δάνειο από κάποια ανατολική γλώσσα -ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για αναγραμματιστές και λοιπούς παρετυμολόγους.

Είναι πάντως, όπως είπαμε, η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από στλ- Στο Λίντελ Σκοτ βρίσκουμε ακόμα τις λέξεις: στλεγγίδιον (υποκοριστικό), στλεγγιδολήκυθος (βλ. παραπάνω), στλεγγιδοποιός, στλεγγίζω, στλεγγίον, στλέγγισμα, στλέγγιστρον, στλέγγος. Ακόμα, στλεγγύς ήταν ένα είδος σταριού -αλλά νομίζω πως δεν μας εμποδίζει να θεωρούμε τη στλεγγίδα μοναδική λέξη από στλ-.

(Για να τα λέμε όλα, το TLG έχει επίσης καναδυό φορές τον τύπο «στλάβος», που είναι παραλλαγή του «σθλάβος», για το οποίο έχουμε παλιότερο άρθρο, ένα στλιξ που ειναι παραλλαγή του στριξ, έναν Στλιβίτση στον Πτωχοπρόδρομο και ένα στλούππι, τοπωνύμιο, στον Πτολεμαίο -ούτε αυτά χαλάνε τη γενικότητα).

Η στλεγγίδα ως λέξη υπάρχει στη σημερινή γλώσσα και λημματογραφείται σε όλα τα μεγάλα σύγχρονα λεξικά μας, παρόλο που το αντικείμενο έχει προ πολλού πάψει να χρησιμοποιείται. Κυρίως ακούγεται η στλεγγίδα στο λεξιλόγιο των αρχαιολόγων και στις περιγραφές των μουσείων, περίπου όπως ο αρύβαλλος ή οι σκύφοι. Στα λεξικά βρίσκω ότι χρησιμοποιηθηκε επίσης η στλεγγίδα ως λογιότερος τύπος για το ξυστρί του αλόγου -προσωπικά, δεν το έχω δει, αλλά βέβαια δεν το αποκλείω.

Αυτή λοιπόν είναι η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από στλ-.

 

Advertisements

178 Σχόλια to “Ποια ελληνική λέξη αρχίζει από στλ-;”

  1. ndmushroom said

    Άργησε λίγο το σημερινό. Έγραφα στο χτεσινό ότι μάλλον καθυστέρησες σε καμιά Μαυροπαρασκευιάτικη ουρά, αλλά στο ενδιάμεσο ανέβηκε το άρθρο! 😛

  2. Κουνελόγατος said

    Διατί αποκρύπτεις πως υφίσταται παλαιόθεν στον θεσσαλικό ουρανό η αρχαιοπρεπής λέξη στλιάρ; «Mrgreen»

  3. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Καμμιά ετυμολογική σχέση με το «στραγγίζω» (ρ>λ και τα σχετικά);

    2 Στον ουρανό το στλιάρ; Το πολύ πολύ απαν’ σε κανα μλαρ!

  4. ΣΠ said

    Καλημέρα.
    Σύμφωνα με το ΛΚΝ είναι η μοναδική ελληνική λέξη που όχι μόνο αρχίζει από στλ- αλλά που περιέχει -στλ-.
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=*%CF%83%CF%84%CE%BB*&dq=

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2 Εχεις δίκιο, έπρεπε στην εκφώνηση να εξαιρέσω το στλιάρ και τα συναφή!

    4 Νεοελληνική ας πούμε για να έχουμε μια πισινή μήπως υπάρχει καμιά αρχαία.

  6. nikiplos said

    δεν την ήξερα τη λέξη, ενώ το αντικείμενο το γνώριζα ως ξέστρο. Θα μπορούσαν να την υιοθετήσουν οι οδοντίατροι για το ξέστρο που κάνουν τους καθαρισμούς στα δόντια.

  7. Και ποια είναι η ελληνική λέξη με επτά γράμματα από τα οποία μόνο τα δύο είναι φωνήεντα; Πορθμός (ίσως υπάρχουν κι άλλες)

  8. ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ said

    Η στλεγγίδα μας κάνει ;

  9. sarant said

    7 Πχ στρεβλός, 6-2 το σκορ

  10. sarant said

    8 Όλο το άρθρο εκεί είναι αφιερωμένο 🙂

  11. Avonidas said

    Καλημέρα.

    Μήτε την ήξερα μήτε την είχα ακούσει ποτέ τη στλεγγίδα.

  12. Πάνος με πεζά said

    Καλημέρα !
    Ο Χριστός κι η μάνα του…
    Μου θύμισε έναν γνωστό επαγγελματία, «ΓΕΡΑΝΟΙ ΣΦΛΟΓΚΟΣ»…

  13. Avonidas said

    Δεν έχει σχέση με το σημερινό, αλλά το καταθέτω για την αυριανή πιατέλα:

    http://luben.tv/stream/135338

  14. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    13 Γι αυτούς που αντέχουν το κάι-κάι τσούζει-τσούζει. Καυτερό χόρσράντις. Χρεν ως βρισιά στα ρώσικα σημαίνει παπάρας ή κάτι τέτοιο.

  15. sarant said

    13-14 Πράγματι είναι πολύ καυτερό, το έχω δοκιμάσει σε μια βουλγάρα φίλη

  16. Στέλιος said

  17. cronopiusa said

    Καλή σας μέρα!

  18. spiral architect 🇰🇵 said

    O πιο χαριτωμένος κορινθιακός αρύβαλλος:

  19. sarant said

    18 Πολύ ωραίο!

  20. Μια μικρή παρέκβαση:
    ————————————-

    «Για μια περισπωμένη…»

    http://antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%82-%CE%B6%CF%89%CE%AE%CF%82/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%82-%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82/5721-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%80%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7%E2%80%A6.html

    (ένα παλιό άρθρο του Μητσού που αναδημοσιεύτηκε σήμερα)

  21. sarant said

    Αρθρο του 1991 που έχει ξεπεραστεί από τα τεχνολογικά δεδομένα

  22. tamistas said

    στλίβειν δια του αλλαβώνος!

  23. Γς said

    >Τη στλεγγίδα τη λέγανε και ξύστρα οι αρχαίοι.

    Ξύστρα; Τι ξύστρα; Ακου ξύστρα..

    Ενώ στλεγγίδα, πάει αμέσως ο νου σου περί τίνος πρόκειται

    Είπαμε, άμα δεν έχεις νύχια να ξυστείς, αλλά όχι και έτσι!

  24. Γιάννης Ιατρού said

    15: ….το έχω δοκιμάσει σε μια βουλγάρα φίλη
    Νίκο, για εξηγήσου λεπτομερέστερα, μπερδευόμαστε λίγο 🙂 🙂 🙂

  25. Γς said

    20:

    >Για μια περισπωμένη

    που άλλος δροσίζεται κι άλλος χτενίζεται

    Καργᾶκος, Σαραντᾶκος:

    Δεν είναι το ᾶκος-ᾶκος, αλλά αυτή η περισπωμένη, παλιά μας φίλη.

    Τι ωραία που τους πάει, σαν χωρίστρα!

    Φαντάζομαι αμφότερους να φέρνουν το χέρι τους στα μαλλιά τους.

    Ο πρώτος να τη στρώσει και ο δεύτερος να την αποτινάξει 😉

  26. νεσσίμ said

    Στλεγγίδες χρησιμοποιούσαν και οι γυναίκες:
    «Οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν τις στλεγγίδες για να αφαιρέσουν το ψίλωθρον, την αποτριχωτική αλοιφή»
    (dspace.museumshops.gr/jspui/retrieve/43122/638084.pdf)

  27. sarant said

    26 Μπράβο, σωστά!

    24 Μαγείρευε, λέμε 🙂

  28. Γς said

    14:

    >τσούζει-τσούζει

    15:

    >το έχω δοκιμάσει σε μια βουλγάρα φίλη

    Κι εμένα τσούζει-τσούζει μου έλεγε η Ρινούλα απέναντι απ τη θειά μου, που την είδα τις προάλλες και φιληθήκαμε.

    Είχαμε να ιδωθούμε κοντα 70 χρόνια

    24:

    >Νίκο, για εξηγήσου λεπτομερέστερα, μπερδευόμαστε λίγο

    Ναι, εδώ και τώρα!

  29. Πάνος με πεζά said

    @ 25 : Είναι και τρίτος, ο Αντώνιος Α. Αντωνάκος. 🙂

  30. atheofobos said

    Που θα πας για τα Χριστούγεννα ρώτησα φίλο Λαρισαίο και μου απάντησε:
    -ΣτΛάρσα!

  31. gbaloglou said

    When the workout was over the ancient Greek athletes scraped off the mixture of oil and sand using a special tool, the “stlegis”.

  32. sarant said

    30 Σωστό κι αυτό!

  33. Αγγελος said

    Χράνο, νομίζω, λέγεται και στα ελληνικά το ΧΡeH/raifort/horseradish/Meerrettich, αλλά λίγοι το ξέρουν. Ο Μπαμπινιώτης δεν το έχει.

  34. spiral architect 🇰🇵 said

    Επειδή είμαστε και βιβλιοφάγοι μια είδηση:
    Μετακομίζει την άνοιξη το βιβλιοπωλείο «Πολιτεία» και πάει εδώ.

  35. ΓιώργοςΜ said

    33 Χρένο

  36. babisL said

    Στην Λήμνο λέγαμε στλιζ’ με την έννοια μοσχομυρίζει, δεν ξέρω απο που προκύπτει

  37. BLOG_OTI_NANAI said

    Μερικά ακόμα ΣΤΛ:

    Miklosich, Acta…5 (1887), σ. 30 (1262 μ.Χ.)

    Miklosich, Acta…5 (1887), σ. 30 (1262 μ.Χ.)

    Χρονικά Χαλκιδικής (1975)

    Επιγραφές:

  38. Γς said

    30:

    >Που θα πας για τα Χριστούγεννα ρώτησα φίλο Λαρισαίο [για τις ανάγκες του ιστολογίου] και μου απάντησε:
    -ΣτΛάρσα!

  39. BLOG_OTI_NANAI said

    Διάλογος #8 και #10: 😀

    (δεν θέλω να κοροϊδέψω, αλλά είχε πλάκα!)

  40. Ραχατλής που τελειώνει σε τλ. Και με την ευκαιρία να δούμε και το νλ του Καραμανλής που ενοχλούσε και τον Ηλία Πετρόπουλο.

  41. Γιάννης Ιατρού said

    Πάντως είχαν και διάφορες ποιότητες (και ονόματα) για αυτά τα εργαλεία. Ξύλινες (για την πλέμπα;; 🙂 ), μεταλλικές (από χάλκινες,… ασημένιες, ίσως για περισσότερο αντιμικροβιακές έως και χρυσές, ίσως και για αποφυγή της όποιας οξείδωσης κλπ.):
    ….

    ….

    Ο Ιπποκράτης πάντως συνιστούσε να αποφεύγονται (προφανώς για την αποφυγή μικροτραυματισμών ή/και ερεθισμού της επιδερμίδας):

  42. Το «στλιξ» δεν είναι άπαξ λεγόμενον. Το λέει κάθε φορά ο ψευδός πειρατής που είναι στο κατάρτι και βλέπει το πλοίο με τους Γαλάτες να πλησιάζει αντί να απομακρύνεται. «Ο Άαα… ο Άαα… ο Άαα… στ’λίξ!» 🙂

  43. Avonidas said

    33. Χράνο, νομίζω, λέγεται και στα ελληνικά το ΧΡeH/raifort/horseradish/Meerrettich, αλλά λίγοι το ξέρουν. Ο Μπαμπινιώτης δεν το έχει.

    Εγώ το ξέρω από το Κόμιξ, από την ιστορία του Μπαρξ με το κιβώτιο το «καυτερό χράνο» που βυθίστηκε:

    http://el.komix.wikia.com/wiki/%CE%99%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1:_%CE%9C%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B8%CF%8C%CE%BD

  44. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ωχ! Τι λες τώρα, Αρχιτέκτονα; Μετακομίζει η «Πολιτεία»; Ήμουνα νιος και γέρασα εκεί μέσα. Δεν θα μείνει τίποτα όρθιο σ’ αυτόν τον τόπο;

  45. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.
    Τὴν ἤξερα τὴ στλεγγίδα· μᾶλλον ἀπὸ τὸν Ἀποξυόμενο τοῦ Λυσίππου.

  46. Γιάννης Ιατρού said

    Ίσως να υπάρχει και μιά ακόμα λέξη με τον συνδυασμό Στλ*. Μπορεί όμως και να είναι ανορθογραφία κλπ., καθότι αυτή απαντάται περισσότερο με την μορφή του Στρ* Σχετικά εδώ:

  47. Γιάννης Ιατρού said

    46: Ωχ, το γράφεις αυτό Νίκο, στο τέλος του άρθρου, μου ξέφυγε. Αλλά είδα το σχόλιο του Κώστα (#42) και υποψιαζόμενος άρχισα να ψάχνω …. 🙂

  48. sarant said

    37 Άξιος!

    42 🙂

    Για καλό μετακομίζει η Πολιτεία αλλά θα μας ξεβολέψει, τουλάχιστον στην αρχή.

  49. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    27β Τζίφος. Και νόμιζα πως θα μάθω καμιά καινούργια στάση :-Ρ

  50. Γιάννης Κουβάτσος said

    Διαβάζω στο βιβλίο του Ζουργού «Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο», στη σελίδα 651, τη φράση » θα χρημάτιζε Οθωμανούς, Γραικούς, γραμματείς και λογοθέτες της εκκλησίας». Χρηματίζομαι, οκ, σημαίνει δωροδοκούμαι, αλλά το χρηματίζω έχει τη σημασία του κατέχω δημόσιο αξίωμα. Το ΛΚΝ μόνο αυτή την ερμηνεία δίνει. Είναι μεζεδάκι ή σημαίνει και δωροδοκώ;

  51. Πέπε said

    Εγώ προσωπικά δεν μπορώ να προφέρω το σύμπλεγμα -τλ- χωρίς να αλλοιώσω ούτε το ένα σύμφωνο ούτε το άλλο. Δεν ξέρω αν είναι κάποιο προσωπικό μου ψεύδισμα, πάντως η τροπή σε -κλ- (#37: στ’λιάρ > σκλιάρ) μου φαίνεται σχεδόν αυτόματη.

  52. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Μιᾶς καὶ σήμερα λεξιλογοῦμε ἄς εὐλογήσουμε καὶ λιγάκι τὰ γένια μας. Τοῦ Νικοκύρη, δηλαδή· ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἀφήνει γένια ὁ ἴδιος, βάζω ἐγὼ τά γένια κι ἐκεῖνος τὰ βιβλία. Διάβασα στὸν ἱστότοπο τοῦ BBC ἕνα ἄρθρο γιὰ τὶς Ἀγγλικὲς λέξεις ποὺ χάνονται. Ἀφορμὴ γιὰ τὸ ἄρθρο εἶναι τὸ βιβλίο «The Cabinet of Linguistic Curiosities», ἀπὸ τὸν Paul Anthony Littlefourty Jones μὲ 366 «χαμένες» λέξεις τῆς Ἀγγλικῆς. Ἀπὸ αὐτὲς, ἡ συντάκτρια τοῦ ἄρθρου διαλέγει καὶ παρουσιάζει τὶς 26, μιὰ γιὰ κάθε γράμμα τοῦ ἀγγλικοῦ ἀλφαβήτου.
    Τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι 4 ἀπὸ αὐτὲς ἔχουν σαφῶς ἑλληνικὲς ρίζες (Agerasia, Eucatastrophe, Nyctograph, Xanthippe), 2 Λατινικὲς, προερχόμενες ἀπὸ ἑλληνικές -ἄν δὲν κάνω λάθος- (Proditomania, Vespering), ἐνῶ στοὺς ὁρισμούς ὑπάρχουν κι ἄλλες λέξεις μὲ ἑλληνικὲς ρίζες· μία μάλιστα , ἡ panpygoptosis ἐτυμολογεῖται λάθος «strung together from Greek elements meaning ‘all’ (pan), ‘rump’ (pygo), ‘sight’ (opto) and ‘condition’ (osis)». Δὲν ξέρω ἄν τὸ σφάλμα εἶναι τοῦ συγγραφέα τοῦ βιβλίου ἤ τῆς συντάκτριας τοῦ ἄρθρου. Ὅποιος καὶ νὰ τό ᾿κανε,πάντως, μετέτρεψε τὴν ὁλοκληρωτικὴ πτώση τοῦ κώλου, σὲ ὁλοκληρωτικὴ ὁπτικὴ κατάστασή του. 😉

  53. 26, … «Οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν τις
    στλεγγίδες
    για να αφαιρέσουν το
    ψίλωθρον,
    την αποτριχωτική αλοιφή» …

    26 Μπράβο, σωστά! …

    Άρα «Στλεγγίδες, μετά την Αποψίλωση»

  54. Και ο εξαίσιος
    Τάκη-ςΤλούπας.

  55. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @52. Ξαναβλέποντας ἐτυμολογία τῆς λέξης panpygoptosis, ὅπως παρουσιάζεται στὸ ἄρθρο (παν-πυγo-οπτο-ωσις), θὰ τὸ ἀπέδιδα καλύτερα ὡς ὁλοκληρωτικὴ ὀπτικὴ ὤθηση τοῦ κώλου

  56. ΣΠ said

    54
    Ενώ υπάρχουν αρκετά ονόματα που αρχίζουν από τλ-, δεν μπορώ να σκεφτώ κάποια κοινή λέξη που αρχίζει από τλ-.

  57. ΣΠ said

    37, 40, 41
    Μια και βρήκατε λέξεις που αρχίζουν από στλ-, μήπως μπορείτε να βρείτε και λέξεις που έχουν το -στλ- στην μέση;

  58. Νεστλέ!

  59. BLOG_OTI_NANAI said

    Ο Mαρκαντωνάτος έχει το δύστλητος:

  60. BLOG_OTI_NANAI said

    58: Εννοείται!

  61. ΣΠ said

    58, 59
    Μπράβο και στους δύο!

  62. BLOG_OTI_NANAI said

    Έχει επίσης ένα δυστλήμων ο Κουμανούδης που δεν ξέρω τι σημαίνει:

  63. 52,
    Μπα, το «παν-πυγo-οπτο-ωσις» το έχει και το Λεξικό της Οξπόρδης, και το ερμηνεύει
    The condition of having short legs.

  64. Μαρία said

    56
    Και στα αρχαία είναι ελάχιστες, της οικογ΄νειεας του τλάω (τλήμων κλπ).
    Στα νέα ελληνικά υπάρχει η τλούπα (τούφα) του μαλλιού. Την ξέρουμε απ’ τις γυναίκες που έγνεθαν.

  65. BLOG_OTI_NANAI said

    Ο Δημητράκος έχει αποστλεγγίζω:

  66. 55, … panpygoptosis … (παν-πυγo-οπτο-ωσις), θὰ τὸ ἀπέδιδα καλύτερα ὡς
    ὁλοκληρωτικὴ ὀπτικὴ ὤθηση τοῦ κώλου …

    Φρονώ ότι το -opto- πιθανόν να αναφέρεται στο
    ψημένος/καμμένος
    (όπως «οφτό» ή «οπτή γή» η terracotta),
    οπότε θα εξέταζα και την εκδοχή
    ὁλοκληρωτικὴ ὤθηση τοῦ συγκαμμένου κώλου.

  67. ΣΠ said

    Ναι, σωστά. Τα σύνθετα με δεύτερο συνθετικό παράγωγο της στλεγγίδας.

  68. ΓιώργοςΜ said

    64 Είναι κανονική λέξη ή η τουλούπα (<τολύπη, νομίζω) συντετμημένη (κατά το μλαρ);

  69. Πέπε said

    @64: Ναι, αλλά δεν είναι τ’λούπα (τουλούπα);

  70. spatholouro said

    #34/44
    Ποιος θυμάται άραγε την «Πολιτεία» στη Στοά της Όπερας;

  71. BLOG_OTI_NANAI said

    Έχει και ο Παπαδιαμάντης μία:

  72. ΚΩΣΤΑΣ said

    Δεν ξέρω τι λένε τα λεξικά, εμένα μια χαρά μου ακούγεται και το νιώθω σαν κυριολεξία. Χρηματίζομαι= παίρνω λεφτά, δωροδοκούμαι – χρηματίζω= δίνω λεφτά, δωροδοκώ.

    Άντε, είναι και συνάδελφός σου Γιάννη, και φιλαράκι μου. 🙂

  73. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @55. Παρέλειψα τὸ 🙂 στὸ τέλος.

    @66.Μιχάλη, καλησπέρα.
    Ὁ συγγραφέας ἀποδίδει τὴ λέξη στὸν Σάμουελ Μπέκετ: «Other words invented by the Nobel Prize-winning Irish playwright include… ‘‘panpygoptosis’, strung together from Greek elements meaning ‘all’ (pan), ‘rump’ (pygo), ‘sight’ (opto) and ‘condition’ (osis), coined in his novel Murphy to mean ‘the condition of having short legs’.». Πιστεύω πὼς ὁ Μπέκετ ἤξερε τὴ σωστὴν ἐτυμολογία. Ἐλπίζω τὸ λάθος νὰ εἶναι τῆς συντάκτριας τοῦ ἄρθρου καὶ ὄχι τοῦ Ἄγγλου Σαραντάκου.
    Πάντως ἡ νεοελληνικὴ λέξη «χαμηλοκώλ-α/ης» ἀποδίδει πολὺ καλύτερα τὴν ἔννοια.

  74. ΚΩΣΤΑΣ said

    Το 72 στο 50

  75. Μαρία said

    68, 69
    Ναι. Αλλά οι βόρειοι τη λέμε και τη γράφουμε τλούπα.

  76. 73,
    Συμφωνώ.

  77. gpoint said

    Το τουρκικό τσελέγγι πιθανόν να έχει σχέση με την στλεγγίδα κάπου είχα διαβάσει, μάλλον σε αφιερώματα της ελευθεροτυπίας για τους ολυμπιακούς του 2004

  78. gpoint said

    Πάντως άλλους συνδυασμούς των τριών γραμμάτων βρίσκουμε στον Φάλσταφφ, την σάλτσα και στον…να δεις πως τον λένε, πως τον λενε ΑΛΤΣΧΑΪΜΕΡ !!!

  79. ΣΠ said

    78
    κάλτσα, φάλτσο, ντόλτσε βίτα.

  80. ΚΩΣΤΑΣ said

    Σήμερα με κάνετε να κοκκινίζω από ντροπή. Γελοιοποιείτε την την πατρίδα μου. στλιάρ στΛάρσα, Τάκη ςΤλούπας τλούπα.

    Και μια φωτογραφία τλούπας απ’ τον Τλούπα. Δείτε στο σχόλιο 54 του Μιχάλη Νικολάου το λινγκ που βάζει, η 12η φωτό, «Γνέσιμο μαλλιού στον Όλυμπο» (για αστούς που δεν ξέρουν από τλούπα)

  81. leonicos said

    @37 Μπλογκ κλπ είσαι απίθανος

    Η δική μου συνεισφορά στα πλεχτά δίχτυα

    κημός, πλέγμα τι ἐκ σχοινίων γινόμενον ὅμοιον ἠθμῷ, ᾧ τὰς πορφύρας λαμβάνουσι, εἰς ὃ αἱ πορφύραι καὶ τὰ κογχύλια εἰσέρπουσιν. ἐν αὐτοῖς δὲ τούτοις ἐστὶ καὶ το δέλεαρ, ὥς φησιν Ἡρωδιανὸς παρατιθέμενος τὰ ἐκ Πηλέως Σοφοκλέους “κημοῖσι πλεκταῖς πορφύρας φθείρει γένος”»

  82. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Καὶ μιὰ λέξη ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τλπ:
    Τὸ τλπάν᾿. 🙂

  83. Μανούσος said

    http://www.dukhrana.com/lexicon/Jastrow/index.php
    Τὰ δύο πρῶτα λήμματα πάνω ἀριστερά: ashleg, ashlgā στὴν 129 σελίδα. Οἱ ἑρμηνεῖες εἶναι οἱ μόνες κάπως σχετικὲς ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δίνουν κάποια ἐτυμολογική συνάφεια. Πάντως δὲν φαίνεται νὰ εἶναι ἡ ρίζα οὔτε ἀραμαϊκὴ οὔτε ἑβραϊκή, διότι δὲν ὑπάρχει οὔτερίζα tlg οὔτε sh-lg οὔτε σὲ τριγράμματη οὔτε σὲ ἀνεπτυγμένη μορφή.

  84. Μανούσος said

    https://glosbe.com/el/en/αγριάδα
    1403 // Φυτικές ύλες των ειδών που χρησιμοποιούνται κυρίως για την κατασκευή σκουπών ή ψηκτρών (π.χ. σόργο, πιασσάβα, αγριάδα, ΙΣΤΛ), έστω και σε δέσμες στριμμένες ή παραλληλισμένες
    1403 // Vegetable materials of a kind used primarily in brooms or in brushes (for example broomcorn piassava, couch-grass and istle), whether or not in hanks or bundles

  85. BLOG_OTI_NANAI said

    81: Να’ σαι καλά! Η διατύπωση «Μπλογκ κλπ» είναι εξίσου απίθανη 🙂

  86. Γιάννης Ιατρού said

    83: Είναι αβέβαιο. Μιά εκδοχή του Etymological Dictionary of Greek, Robert Beekes είναι αυτή

  87. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    50 Εγώ δεν θα έλεγα «χρηματίζω τον τάδε»

    71 Αναρωτιέμαι αν και πώς το ετυμολογεί ο Καραποτόσογλου -δεν αναρωτιέμαι, δεν το έχει στο Ετυμολογικό γλωσσάρι του

    83-86 Λέμε ένα «αγνώστου ετύμου» και είμαστε μέσα 🙂

  88. ΚΩΣΤΑΣ said

    87 β
    Νικοκύρη, δεν λέω ότι είναι σύνηθες, αλλά ακούγεται καλά. Το έχω ακούσει και σε προφορικό λόγο.
    Ε, που θα πάει; Σιγά-σιγά θα το συμπεριλάβουν τα λεξικά και με αυτή τη σημασία. 🙂

  89. Πέπε said

    @50, 87, 88:
    Το Χρηστικό δίνει δύο σημασίες για το χρηματίζω: τη μία που όλοι ξέρουμε, αμετάβατη, κατέχω αξίωμα, και άλλη μία που είναι το ενεργητικό του χρηματίζομαι. Το ΛΚΝ όχι.

    Ούτε εγώ το έχω ακούσει, αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτε. Το χρηματίζομαι, από τη φύση της έννοιάς του, δεν είναι αποθετικό, επομένως είναι αρκετά λογικό να σχηματίζει και ενεργητική φωνή ως μεταβατικό. Πιθανόν την ίδια σκέψη, πριν τον Ζουργό, να την έκαναν και δυο-τρεις άλλοι κι έτσι από ανύπαρκτο να πέρασε στο στάδιο του υπαρκτού αλλά σπανίου.

    Νομίζω δε ότι, και καθημερινό αν γίνει, μπορεί να ακολουθήσει την πορεία του παράλληλα προς το παγκοίνως αποδεκτό «δωροδοκώ», καθώς δε μου φαίνεται να είναι απολύτως ταυτόσημο (αλλιώς ούτε στην παθητική θα είχαμε δύο ρήματα). Έχω την αίσθηση ότι το «δωροδοκώ – δωροδοκούμαι» είναι κάπως πιο ωμό, πιο άμεσο, μιλάει απερίφραστα για το αδίκημα και την ανηθικότητα που διαπράχθηκε, ενώ το «χρηματίζω [-ομαι]» κρατάει μια κάπως διακριτική απόσταση.

  90. Πέπε said

    @89 διόρθ.:

    > > το «χρηματίζω [-ομαι]»: ανάποδα έβαλα τις αγκύλες. Εννοούσα:
    το «[χρηματίζω] – χρηματίζομαι»

  91. ΚΩΣΤΑΣ said

    89
    Να το δούμε και λίγο διαφορετικά. Το δωροδοκώ σημαίνει κυριολεκτικά δίνω δώρο για ίδιο όφελος.
    Αν δώσεις ένα μπουκάλι κρασί, σύμφωνα και με τον νόμο, δεν είναι δωροδοκία αλλά έκφραση ευγνωμοσύνης. Χρειάζεται λοιπόν μια πιο κυριολεκτική λέξη. Το χρηματίζω εμπεριέχει την ύποπτη συναλλαγή για ίδιον όφελος, άρα και ποινικώς κολάσιμη πράξη. Άρα για λόγους κυριολεξίας χρειαζόμαστε το χρηματίζω. Ας το καθιερώσουμε.

  92. Πάνος με πεζά said

    Ε πώς ρε παιδιά, το «χρηματίζω» ακούγεται καλύτερα πό το «δωροδοκώ»; ‘Η, πάει στο διάλο, από το «λαδώνω»;

  93. Πάνος με πεζά said

    Και τα χρήματα, στα αρχαία, ήταν τα πράγματα (όχι;) Εμείς μετά τα κάναμε τραπεζογραμμάτια…

  94. Γιάννης Ιατρού said

    87β: Κι εγώ το έψαξα αυτό Νίκο, αλλά επίσης δεν βρήκα κάτι 🙂

  95. Πέπε said

    Η πλάκα είναι ότι η αρχική σημασία του δωροδοκώ ήταν παθητική: δωροδοκώ=δέχομαι δώρα. (Το δοκ- από το δέκομαι, άλλος τύπος του δέχομαι. Υποθέτω ότι θα προηγήθηκε ουσιαστικό δωροδόκος.)

    Εντωμεταξύ, ενώ δε βλέπω να συμφωνούμε στην ακριβή φύση της νοηματικής διαφοράς μεταξύ χρηματισμού και δωροδοκίας, μάλλον συμφωνούμε ότι υπάρχει κάποια διαφορά.

  96. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    61 >>58,59
    Στλοβάτες! 🙂

  97. Κ. Καραποτόσογλου said

    Κ. Καραποτόσογλου στλεγγίς – σεργούτσι – τσελέγκι(α)

    Ο Αδ. Κοραής (Άτακτα, τ. 2, σ. 203-4) έχει αποθησαυρίσει τη λ. κορέλιον και αναφέρει: «Κορέλιον, ο λόφος της περικεφαλαίας (από πτερά, ή ίππου τρίχας), τον οποίον βαρβαροτουρκικώς ονομάζουν τινές Σεργούτσι…». Η λ. σεργούτσι, το, προέρχεται από το τουρκικό sorguç = 1) crest, aigrette (worn on the head). 2) plume (of a helmet)· λόφος πτηνών, θύσανος, κοινώς σερβούτσι, στλεγγίς νύμφης. New Redhouse, σ. 1028. I. Χλωρού, τ. 1, σ. 1029β.

    Η λ. στλεγγίς, ίδος, ἡ, older word for ξύστρα (Erot.), scraper, to remove the oil and dirt from the skin in the bath or after the exercises of the Palaestra. 2. a sort of tiara overlaid with metal (ἐπίτηκτος), ενώ διαβάζουμε: « Τιάρα, η, Τιάρας, ο, Ηρόδ. κ. τιάρις, η, λέξις περσική προφερομένη Τιάρας, ο, τάρα, αλλως, κυρβασία, κίδαρις, κίταρις, πίλος, είδος καβουκίου (τουρ.) όχι μόνον του των Περσών βασιλέως, αλλά εθνικός στολισμός της κεφαλής των Περσών όλων με την διαφοράν, ότι ενώ οι άλλοι την εφορούσαν πλαγίως, ο βασιλεύς την εφόρει ορθήν αλλά τούτο πρέπει να νοηθή περί του εις αυτήν επιτιθεμένου λόφου (τσελέγκι βαρβ.), όστις πιθανώς ωνομάζετο κίταρις. Δια τούτο ο Πλούτ. Αντ. 54, διακρίνει τιάραν και κίταριν (Κούμας, Αρχαίας, 2.449).

    Η Αγγ. Χατζιμιχάλη, Η ελληνική λαϊκή φορεσιά, 2.36, αναφέρει:«Πάνω στο χοτόζι ή την κορώνα κάρφωναν τα σεργούτσα με τις μικρές πυκνές φούντες από λεπτά χρυσά σύρματα στις άκρες απ᾽ όπου στερέωναν πούλιες σε διάφορα χρώματα που συνεχώς κινούνταν. Όταν η νύφη φορούσε μόνο τα σεργούτσα, έβαζε πέντε στη σειρά στερεωμένα σε μια χρυσή ταινία γεμάτη λουλούδια και μαζί τά τσελέγκια που είχαν σχήμα σαν την ουρά του κόκκορα. Δεξιά και αριστερά στους κροτάφους στερέωναν τότε με γάντζους δυο μεγάλα φλουριά πού είχαν στο κάτω μέρος μικρά νομίσματα ή μαργαριτάρια ή ρουμπιέδες (ρουμπιές, ο = νόμισμα που κρέμαγαν στα κοσμήματα, από το τουρκικό ربعَیه rubiye, ρουπ̌ιέ = αρχαίον χρυσούν νόμισμα, αξίας ενός και ημίσεως φράγκου, ήτοι το τέταρτον φλωρίου των είκοσι γροσίων• τέταρτον λίρας).

    Η λ. τσελέγκι προέρχεται από το τουρκικό چلنک çelenk = αρχαίον παράσημον απονεμόμενον τοις εν πολέμῳ διακρινομένοις αγωνισταίς, κεκοσμημένον δια πολυτίμων λίθων και φερόμενον εν είδει θυσάνου επί του καλύμματος της κεφαλής, στλεγγίς (Χλωρού 1. 661β), από το περσικό شالنگ šālang = woolen padding sewn under a carpet; a horse-cloth (?) (Tietze, Ετυμολογικό Τουρκικής, 1.492. F. Steingass, Persian-English 724b).

  98. Στο μεταξύ να μια ωραία αναζήτηση

    πατήστε πάνω στο τουή να δείτε τις συνέχειες

  99. sarant said

    97 Ευχαριστούμε πολύ!

  100. Γιάννης Κουβάτσος said

    Νομίζω ότι δεν πρέπει να τα μπερδέψουμε τα πράγματα. Αφού το χρηματίζω έχει καθιερωθεί ευρέως ως συνώνυμο του υπηρετώ, διατελώ, πάντα σε σχέση με δημόσιο αξίωμα, ας το αφήσουμε έτσι. Το δωροδοκώ και το λαδώνω είναι αρκετά, για να εκφράζουν αυτή την αμοιβαίως επωφελή συναλλαγή. 😊

  101. Γιάννης Ιατρού said

    87γ: Οι λεπτομέρειες από τον Günter Neumann (#86)
    Αναφέρει και την έννοια της «τιάρας» που γράφει και ο κ. Καραποτόσογλου (ευχαριστούμε πολύ 🙂 ) στη 2η παρ’αγραφο του #97

  102. ΚΩΣΤΑΣ said

    100
    Μπελάδες μας άνοιξες Γιάννη, σκέφτηκα για εκδίκηση να σου μαρτυρήσω το τέλος του Ματία, αλλά σε συγχωρώ γιατί σε συμπαθώ ιδιαίτερα 🙂

  103. Γιάννης Ιατρού said

    101 (συνέχεια): Ο Jaan Puhvel αναφέρεται στον G. Neumann και προσθέτει ακόμα και παρατηρήσεις για τη ρίζα *stel-g-, εδώ:

  104. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ναι, βρε Κώστα, μη μου το πεις, το τελειώνω σήμερα-αύριο. 😊 Δώσε συγχαρητήρια και χαιρετισμούς στον συνάδελφο Ζουργό. Τον θεωρώ τον πιο δημιουργικό Έλληνα πεζογράφο της εποχής μας.

  105. sarant said

    100 Κι εγώ συμφωνώ. Και μη μου πείτε πώς τελειωνουν οι Λίγες και μία νύχτες.

  106. 80,
    Για τον – θα το ξαναπώ, εξαίσιο – Τάκη Τλούπα είχα μάθει από ανήψια του στο Χιούστον, πριν αρκετά χρόνια. Δυστυχώς δεν έτυχε να τον γνωρίσω προσωπικά. Φίλος μου που τον γνώρισε, και ενθουσιώδης ερασιτέχνης φωτογράφος, έχει πρωτότυπο καδραρισμένο στο σπίτι του – δωράκι από τον Τλούπα σε κάποια επίσκεψη – και κάνει μπαμ, μόλις το δεις, ότι η φωτογραφία τραβήχτηκε από σπουδαίο τεχνήτη του είδους.

  107. Παρόμοιο σχήμα με την στλεγγίδα έχει το μαρκούτσι που χρησιμοποιείται στο jai alai, «the fastest sport in the world» κατά τους θιασώτες του.

  108. sarant said

    107 Στλεγγιδόσφαιρα

  109. 98,
    Ωραίο εύρημα!

  110. Γιάννης Ιατρού said

    98: Σκύλε, απίθανος ο κ. Χαλκος 🙂 .
    Άντε πιά, περιμένω να πάρει θέση άμεσα ο Ρίβα (και οι άλλοι κρυφο-μεταλληνοί) για τις παραποιήσεις (επεκτάσεις καθ΄ύψος άνευ οικοδομικής αδείας = αυθαίρετα, από τότε!) των αρχαιοτήτων 🙂

  111. 110, … 98: Σκύλε, απίθανος ο κ. Χαλκος 🙂 . …

    Και πολύ συνεργάσιμος!

  112. 108,
    🙂

    Μα όλα πλέον αυτοί!

  113. Γς said

    110:

    >παραποιήσεις (επεκτάσεις καθ΄ύψος άνευ οικοδομικής αδείας = αυθαίρετα, από τότε!) των αρχαιοτήτων

    Κι ήταν και η εποχή που τελείωναν τα αρχαιολογικά τους στην παλιά λεωφόρο Μαραθώνος για να κατασκευάσουν την νέα εν όψει των Ολυμπιακών του 2004.

    Κι ο Γς πλησιάζει ένα συνεργείο μιας αρχαιολογικής ανασκαφής μιας αρχαίας κατοικίας στο Πικέρμι που έκαναν τα διασωστικά τους 5-6 μέτρα κάτω από την επιφάνεια του δρόμου.

    Πουλάει μούρη και οι περίεργοι περαστικοί τον κοίταζαν με δέος.

    Ρώτησε το συνεργείο διάφορα και έλαβε τις ανάλογες απαντήσεις.

    Μόνο που το παράκανε και τους ρώτησε άν έχει χτιστεί η οικία βάσει σχεδίου, κάτι σαν άδεια [ή αν είναι αυθαίρετη!].

    Και τότε δεν άντεξε ένας αρχαιολόγος:

    -Από ποια υπηρεσία είστε κύριε;

    -Από τον Τριανταφυλλόπουλο!

    [που είχε κηρύξει τον πόλεμο εκείνη την εποχή στα αυθαίρετα]

  114. gpoint said

    Κοίτα ρε ποιοί αποκαλούντους ΠΑΟΚτσήδες τουρκόσπορους !!

    http://www.sdna.gr/mpasket/basket-league/article/402650/edosan-ta-xeria-laskaris-toyrkoi-menei-i-anakoinosi-pics

    σκουλήκια !

  115. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Νιούκαστλ!
    Γκολ απ’ το …τέρμα 🙂

    Καλημέρα

  116. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι,

    διακόπτω την σιωπήν μου διά να επαναφέρω την Αριστοτελικήν Λογικήν εις αυτό το Ιστολόγιον και να προβώ εις ωρισμένας επισημάνσεις που ίσως μοί στοιχίσουν νέαν πορτοκαλιάν κάρταν…

    1) Διατί ο κ. Σαραντάκος δεν λαμβάνει θέσιν εις την διαμάχην του Μπαμπινιώτου με το Liddell-Scott; Ο μέν Μπαμπινιώτης υποστηρίζει ότι η ξύστρα είναι αρχαιοτέρα της στλεγγίδος, το δέ Liddell-Scott το αντίθετον. Αποκλείεται να σφάλη το Liddell-Scott, όπερ σημαίνει ότι ο Μπαμπινιώτης διέπραξε μνημειώδη γκάφαν. Διατί, άραγε, ο μανιώδης κυνηγός μεζεδακίων, κ. Σαραντάκος, αρνείται να καταγγείλη τον ελληνόψυχον λεξικογράφον επί αγραμματοσύνη;

    2) Διατί ο κ. Σαραντάκος διεξέρχεται αβρόχοις ποσί την εξαισίαν ελληνικήν λέξιν στρί(γ)ξ (στρίγλος εις τον Ησύχιον) που σημαίνει «νυκτικόραξ» (κόραξ της νυκτός, εις τα ρωμέικα), εκ του οποίου προέρχεται η «στρίγγλα», το «στριγγλίζω» και άλλαι παρόμοιαι λέξεις;

    Υπάρχει και σχετικόν τετράστιχον από κάποιον ανώνυμον Έλληνα λυρικόν ποιητήν:

    3) Διατί ο κ. Σαραντάκος και οι αναγνώσται του αποκρύπτουν επί 13 ώρας ότι η αγγλική λέξις strigil (που σημαίνει ξύστρα + στλεγγίς) προέρχεται κατευθείαν από την αρχαιοελληνικήν στλεγγίδα, μέσω του λατινικού «stringere» που σημαίνει «γδέρνω»;

    Άν τολμήσουν να το αμφισβητήσουν οι ανθέλληνες Μεταλληνισταί ή η κλίκα του Ιατρού, τους προειδοποιώ ότι θα ξεφτιλισθούν: Ναί μέν (ακόμη και το Online Etymology!..) αποσιωπούν την ελληνικήν προέλευσιν του strigil, ωστόσον το επιβεβαιώνει το κορυφαίον Λατινικόν Λεξικόν όλων των εποχών (πράγμα που έχει δεχθή εις το παρελθόν και ο κ. Σαραντάκος), το περίφημον «DICTIONNAIRE ÉTYMOLOGIQUE DE LA LANGUE LATINE» των Alfred ERNOUT και Alfred MEILLET (ατυχώς η σχετική σελίς του αντιτύπου που διαθέτει η Κοινότης μας είναι τσαλακωμένη εις τα δεξιά):

    Τί μάς λέγουν οι μακαριστοί ERNOUT και MEILLET; Ότι αι λέξεις στ(λ)ρί(γ)ξ + στλεγγίς είναι ομόρριζοι και προέρχονται από έν ρήμα «στλέγγω» που σημαίνει «γδέρνω», και το
    καταγράφει ο Αριστοτέλης εις κάποιον χειρόγραφόν του, αλλά δεν το καταγράφει το Liddell-Scott!..

    ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ: Πώς γνωρίζομεν ημείς το αριστοτελικόν ρήμα «στλέγγω» (=γδέρνω) που αγνοεί το Liddell-Scott; Μα το καταγράφει και εις τους δύο τόμους της περιφήμου «Γραμματικής Ελληνικής Παραλειπόμενα» (Λειψία 1837) ο Christian August Lobeck!..

    4) ΣΥΝΟΨΙΖΩ: Δεν είναι καθόλου αγνώστου ετυμολογίας η «στλεγγίς» και το «στρ(λ)ί(γ)ξ» όπως διατείνεται ο κ. Σαραντάκος και όλοι οι προσφιλείς του αποδομισταί λεξικογράφοι. Αμφότερα προέρχονται από το ρήμα «στλέγγω» που διέσωσεν ο Αριστοτέλης και εκ του οποίου προήλθον η στρίγγλα, το στριγγλίζω και το αγγλικόν strigil

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

    ΥΓ-1: Μοί προκαλείν αλγεινήν εντύπωσιν ο ανθελληνισμός του αναγνώστου Ιατρού. Εσπατάλησεν έν ολόκληρον σχόλιον (86) διά να διαψεύση προηγηθέν (83) σχόλιον του αναγνώστου Μανούσου ότι το «στλεγγίς» αποκλείεται να είναι δάνειον από τα αραμαϊκά και τα εβραϊκά. Προφανώς, ο κακόψυχος Ιατρού επιθυμεί σφόδρα να εδανείσθησαν οι (εφευρέται κάθε Επιστήμης) Έλληνες την λέξιν «στλεγγίς» από τον λαόν του Μωϋσέως που εβολόδερνε επί 40 έτη εις μίαν έρημον όση η Πελοπόννησος και εχρειάσθη την μεσολάβησιν του Γιαχβέ διά να έβγη, αφού ηγνόει στοιχειώδεις γνώσεις προσανατολισμού… Μέχρις αστραγάλων, ώ κακόψυχε…

    ΥΓ-2: Θα αναρτήσω εντός ολίγου τα λήμματα «στλεγγίς, στρίγγλα, στριγγλίζω κλπ» απο το Λεξικόν Δημητράκου και το Ετυμολογικόν Μπαμπινιώτου, ώστε να μή τολμήσουν να προβούν εις ασκόπους αμφισβητήσεις των ανωτέρω απόψεων οι Μεταλληνισταί και η κλίκα του Ιατρού

  117. sarant said

    110 O Cooper είναι βαρελάς θαρρώ, όχι Χαλκος 🙂

  118. Γιάννης Ιατρού said

    117: Σωστά, ευχαριστώ

    116 (2) Δεν βλέπει και καλά πλέον 🙂 (==> #46, όταν εσύ πήγαινες, εμείς γυρίζαμε…)

  119. Αιμ said

    Καλημέρα,
    Το κορέλιον (λοφίο) του Κοραή (στο 97) λέτε να σχετίζεται με το δικό μας κουρέλι ;

    Επίσης αυτό το plume που αναφέρθηκε, δαμάσκηνο δεν σημαίνει σήμερα ;

    Πάω να διαβάσω το σημερινό

  120. ΣΠ said

    119
    Το δαμάσκηνο είναι plum. Το plume σημαίνει λοφίο.

  121. Αιμ said

    120. Ευχαριστώ, δεν ήξερα και ποτέ αγγλικά.

  122. sarant said

    119 Το κουρελι είναι λατινικό δάνειο, μπορεί και το κορέλιον να είναι από την ίδια ρίζα

  123. Γιάννης Ιατρού said

    122/119 Μην ξεχνάμε και τα Ιταλικά, ε; ==> Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι 🙂

  124. ΓιώργοςΜ said

    100 κλπ Ο χρηματισμός όμως ως συνώνυμο της δωροδοκίας/δωροληψίας είναι καθιερωμένη ορολογία, σωστά; Μάλιστα, παρατηρώ πως περιγράφει το αδίκημα ή το φαινόμενο πιο γενικά, καθώς περιγράφει και τα δύο εμπλεκόμενα μέρη. «Έχει χρηματίσει» μπορεί να σημαίνει «έχει διατελέσει», αλλά «έχει χρηματιστεί» σημαίνει μόνο «δωροδοκήθηκε».

  125. Γς said

    120:

    Ζε τε πλυμερέ

    Το λες και παλιμπαιδισμό.

    Επιστροφή στην παιδική ηλικία, η παιδιάστικη συμπεριφορά από έναν ενήλικο . Γς

  126. Πέπε said

    @118:
    Ούτε στο 116.1 βλέπει καλά. Εγώ πάντως βλέπω τον Μπάμπη και το Λίντελ-Σκοτ να λένε ακριβώς το ίδιο.

  127. π2 said

    Το αποτέλεσμα της απόξυσης του σώματος με τη στλεγγίδα, το ολίγον σιχαμερό μείγμα από ιδρώτα, λάδι και χώμα, λεγόταν γλοιός και ήταν περιζήτητο γιατί είχε φαρμακευτική χρήση (θεωρούσαν ότι περιόριζε τις φλεγμονές). Οι αρχές του γυμνασίου λοιπόν φρόντιζαν για τη συλλογή του, καθώς αποτελούσε καλή πηγή εσόδων. Ο γυμνασιαρχικός νόμος της Βέροιας (αρχές 2ου αι. π.Χ.) αναφέρει εκμίσθωση της προσόδου του γλοιού.

  128. Γιάννης Ιατρού said

    127: Σήμερα το λένε marketing 🙂

  129. ΣΠ said

    126
    Ναι, έκανε πάλι γκάφα. Ο Μπαμπινιώτης λέει ότι η ξύστρα πήρε αργότερα την σημασία που είχε η στλεγγίδα.

  130. BLOG_OTI_NANAI said

    Μετά την εμφάνιση του Βάταλου, και την εμφάνιση του «ρήματος στλέγγω» το οποίο αναφέρει το βιβλίο του 1837, κάθισα να ψάξω αν υπάρχει αλλού. Κοίταξα στην TLG, αλλά και οπουδήποτε αλλού μπορούσα να σκεφτώ, και κανείς δεν αναφέρει την λέξη «στλέγγω«.
    Κατόπιν πήρα το λεξικό των Alfred ERNOUT και Alfred MEILLET και «τι περίεργο», εκεί που ο Βάταλος λέει ότι τάχα γράφει «στλέγγω» το έχει κόψει διότι στην πραγματικότητα γράφει «στλεγγίζω» (το οποίο ήδη το ανέφερα στο #65 ως «αποστλεγγίζω»)! Και όντως, ο Αριστοτέλης γράφει «από των στλεγγισμάτων«
    .

    Μήπως το «στλέγγω» είναι εφεύρεση του βιβλίου του 1837; Δεν ξέρω, πάντως δεν το βρήκα αλλού.

    Δείτε την εικόνα πώς πήγε να μας κοροϊδέψει ο Βάταλος:

  131. BLOG_OTI_NANAI said

    130: Sorry, μικρή διόρθωση:
    «τάχα γράφει «στλέγγω» το έχει κόψει διότι στην πραγματικότητα γράφει «στλέγγισμα»

  132. Γιάννης Ιατρού said

    130/131: χιχιχι, καταλάβαμε …. Ταχυδακτυλουργός 🙂
    τι, αλίμονο, το είπα (118β): όταν αυτός πήγαινε, άλλοι γύριζαν 🙂

  133. ΚΩΣΤΑΣ said

    106 Μιχάλης Νικολάου

    Ο Τάκης Τλούπας αποτελεί πλέον μια ιστορική προσωπικότητα για την Λάρισα. Δυστυχώς για μένα, όταν ζούσα στη Λάρισα, δεν έτυχε να πάω για φωτογραφία στο φωτογραφείο του. Είχα κάποιον γνωστό, πήγαινα εκεί. Σήμερα στεναχωριέμαι που δεν έχω φωτογραφία από τον Τάκη Τλούπα.

  134. sarant said

    127 Α τι ενδιαφέρον!

    129 Ναι, πάλι γκάφα έκανε

    130-131 !

  135. Μαρία said

    127
    Κι αν ο αγοράσας είναι ατακτούλης, «μαστιγούσθω». 🙂

  136. Γιάννης Ιατρού said

    127: Π2 ///αποτελούσε καλή πηγή εσόδων…

    Εύρηκα (με ληξιαρχική πράξη 🙂 )

    …..
    Ο δέ την του γλοιού πρόσοδον αγοράσας παρεχέσθω την του παλαιστρο[φ]ύλακος χρείαν
    ποιών τα προστασσόμενα υπο του γυμνασιάρχου όσα καθήκεν εν τώ [γ]υμνασίω
    εάν δε μη πειθαρχή ή άτακτη τι μαστιγούσθω υπο τον γυμνασιάρχον
    ….

    Έχεις το άρθρο του Χατζ. από τα Μελετήματα 16 ;;;

  137. spatholouro said

    άτακτη=ατακτή
    υπό τον γυμνασίαρχον=υπό του γυμνασιάρχου

  138. Πέπε said

    @137:
    Αυτό είναι παλιό έντυπο διαβασμένο από μηχανάκι;

    υπό τον γυμνασιάρχον = υπό του γυμνασιάρχου
    άτακτη = ἀτακτῇ (είτε η ψιλή διαβάστηκε για οξεία, είτε όλη μαζί η λέξη δεν αναγνωρίστηκε από κάποιον αυτόματο ορθογράφο και έγινε «ἄτακτη»)

  139. Γς said

    135:

    Τίποτα σε «εγέρθητθου» υπάρχει;

  140. Γιάννης Ιατρού said

    137/138: Σωστά, κακή συνήθεια το κοπυπαστωμα, έστω κι είναι από σοβαρές πηγές (αλλά μάλλον είχαν χρησιμοποιήσει OCR) ….

  141. Γιάννης Ιατρού said

    140: Όντως OCR είχε από κάτω. Η εικόνα σωστά τα δείχνει. Έπρεπε να το μυριστώ, όταν ένα αρχείο μερικών σελίδων είναι 15ΜΒ. ….
    Βλέπετε είμαστε λίγοι για τον τζίρο που θέλουν να κάνουν για να μας φτιάξουν κάποιο OCR που να κάνει μια αναγνώριση της προκοπής για πολυτονικό. Μάλιστα δοκίμασα κι ένα από τις τελευταίες εκδόσεις (2017 pro μπλα, μπλα) μιας πολυδιαφημισμένης εταιρείας (OCR) και παρ΄ όλες τις υποσχέσεις, είναι για τα μπάζα (για το πολυτονικό).

  142. Γιάννης Ιατρού said

    141 (συνέχεια)

  143. 117,
    Α, δεν το ‘ξερα – λογοπαικτικά πήγαινα!

  144. BLOG_OTI_NANAI said

    Αυτό είχε δημοσιευτεί από το ΕΙΕ:

  145. sarant said

    Βρε τι μαθαίνει κανείς!

  146. Βάταλος said

    Σχολίου 116 συνέχεια…

    Με καθυστέρησιν ωρών (λόγω σπασμοπαγίδος) και διαφοράς ώρας (λόγω Ιλλινόϊ) αναβιβάζω τα σχετικά λήμματα από το Λεξικόν του Δημητράκου και το Ετυμολογικόν του Μπαμπινιώτου προκειμένου να γίνη εις όλους αντιληπτή η στενωτάτη συγγένεια της στλεγγίδος μετά του στριγγός (νυκτοκόραξ), της στρίγγλας και του στριγγλίζω, όλα προερχόμενα από το αρχαιοελληνικόν ρήμα «στλέγγω» που διασώζει ο Αριστοτέλης και σημαίνει «γδέρνω». Το ότι δεν το καταγράφει το Liddell-Scott και δεν το ανεύρε ο Blog-oti-nanai δεν σημαίνει ότι το ρήμα είναι ανύπαρκτον εις την Θείαν Ελληνικήν Γλώσσαν. Αν προκληθώ, θα αναβιβάσω αποστομωτικά δοκουμέντα

    Όσον διά τον Μπαμπινιώτην και την διαφωνίαν του με το Liddell-Scott, ο Μπαμπινιώτης δεν εκφράζεται σαφώς και είναι αδύνατον εις τον αναγνώστην να αντιληφθή ποία λέξις είναι αρχαιοτέρα: Η ξύστρα ή η στλεγγίς;

    Τέλος, άχναν δέν έβγαλεν ο κακόψυχος Ιατρού και ο ανθέλλην Blog-oti-nanai, διά την τεκμηριωμένην προέλευσιν του αγγλικού strigil (που σημαίνει «στλεγγίς» και είναι εν χρήσει εις την αγγλικήν από τω 1580) από την ελληνικήν στλεγγίδα μέσω της λατινικής «strigilis» (= ξύστρα αλόγου κλπ.), πράγμα που αποσιωπούν όλα τα αγγλικά λεξικά, του OnLine Etymology περιλαμβανομένου

    Γέρων Β.

  147. Γιάννης Ιατρού said

    Ρε συ, κανε μας τη χάρη να μην επαναλαμβάνεσαι με τις φαντασιώσεις σου για τα χαμένα ρήματα 🙂 🙂 🙂 και τ΄ άλλα, γιατί μην μας ρίχνεις τις επιδόσεις στην Αλέξαινα !

  148. Πέπε said

    Σαφέστατα εκφράζεται ο Μπαμπινιώτης: ό,τι βάζει μέσα σε «εισαγωγικά» είναι ερμήνευμα. Η λέξη ξύστρα τον 5ο αι. εσήμαινε «ξέστρο μετά το λουτρό», αργότερα δε «στλεγγίδα».

    Όταν δε ο άλλος λέει ότι στλεγγίς είναι παλιότερη λέξη γι’ αυτό που αργότερα ονομάστηκε ξύστρα, τότε μάλλον η διαμάχη (που ήδη υποβιβάστηκε σε «διαφωνία») τελικά είναι συμφωνία.

  149. π2 said

    136: Κι εσύ το έχεις: http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/7366

  150. Γιάννης Ιατρού said

    149: Ε, ναι, βλ.142

  151. Γιάννης Ιατρού said

    150: Αλλά δεν ήξερα πως είναι το ίδιο με αυτό στα Μελετήματα 16

  152. π2 said

    Άσχετο με τη στλεγγίδα, αλλά αρχαιοελληνικό.

    Το τσιγκλίζω βλέπω ότι θεωρείται αβέβαιης ετυμολογίας. Ίσως από το τσιγκέλι, λέει ο Τριανταφυλλίδης (το οποίο δεν μου βγάζει και πολύ νόημα), μάλλον από την ξύγκλα (ένα αιχμηρό υφαντικό εξάρτημα) λέει ο Μπαμπινιώτης και άλλοι, σε μια εκδοχή που μοιάζει πιθανότερη, αλλά και πάλι δεν μου φαίνεται πολύ λογική, αφού η ξύγκλα στερεώνει, δεν αναστατώνει. Για να μην ψάχνω, έχει προτείνει κανείς αρχαιοελληνική ετυμολογία;

    Υπάρχει ένα αρχαίο ρήμα κιγκλίζω, που προέρχεται από το όνομα του πουλιού κίγκλος. Το LSJ γράφει ότι ο κίγκλος είναι το νανοβουτηχτάρι, υποθέτω λόγω κάποιων κλασικών πηγών, αλλά είναι σαφές από όλες τις ύστερες πηγές (από τον Γαληνό μέχρι τον Φώτιο) ότι κίγκλος (ή κίγχλος) είναι η λευκοσουσουράδα. Για την ακρίβεια, όλες οι ύστερες γραμματικές πηγές εξηγούν το ρήμα κιγκλίζω με την έντονη, ταραχώδη κίνηση της ουράς του μικρού αυτού πουλιού, που είναι τόσο χαρακτηριστική ώστε της δίνει και το άλλο της αρχαίο όνομα (σεισοπυγίς).

    Το ρήμα φαίνεται ότι είχε εξαρχής μια μεταφορική σημασία που σχετίζει με την έντονη κίνηση που ενοχλεί. Στον Ιπποκράτη (Περὶ ἄρθρων 71), κιγκλισμός είναι η έντονη, σπασμωδική κίνηση, το ίδιο και η κίγκλισις στον Μένανδρο (απ. 478), ενώ στον Θέογνι (Ἐλ. 1.303), κιγκλίζω σημαίνει προξενώ ανεπιθύμητη ταραχή («Οὐ χρὴ κιγκλίζειν ἀγαθὸν βίον, ἀλλ΄ ἀτρεμίζειν», ωραίο τσιτάτο).

    Από το κιγκλίζω στο τσιγκλίζω δεν χρειάζεται παρά ένας συνήθης τσιτακισμός. Μορφολογικά και εννοιολογικά μου φαίνονται αρκετά κοντά οι δυο λέξεις.

  153. π2 said

    Με τσιγκλίζουν τα λάθη. Σχετίζεται αντί σχετίζει.

  154. Γιάννης Ιατρού said

    148: Πέπε,
    Ξύστρες:
    Εδώ η αναπαράσταση της χρήσης, π.χ. στο χάλκινο άγαλμα με τον Καθαριστή Στλεγγίδος – μέσα του 2ου αι. π.Χ. (με ωραίες μεν φωτογραφίες, αλλά με λάθος τίτλο κι αναφορά στον Λύσιππο (στα μέσα του 4ου αι. π.Χ). Αυτός άλλον, τον «Αποξυόμενο», είχε φτιάξει).

  155. Γιάννης Ιατρού said

    152: Αυτό το σεισοπυγίς γράφει 🙂

  156. Spiridione said

    152. Πολύ ενδιαφέρον.
    Να προσθέσω πάντως, σε σχέση με τις ξίγγλες του αργαλειού, ότι αυτές λέγονται και τσιμπάρια και προγκίδια (ή προυγκίδια, έχουν σχέση με το προγκάω, με την πρόκα;).
    https://books.google.gr/books?id=Gjk_AQAAIAAJ&q=%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1&dq=%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwjL84DU_tvXAhVqJJoKHahjB4IQ6AEIJzAA

    http://lexikolefkadas.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CE%B4%CE%B9-%CE%B9%CE%B1/

  157. π2 said

    155: Η σύγχρονη μεταφορική σημασία της σουσουράδας έχει κι αυτή αρχαία παράλληλα. Το άλλο όνομα της σουσουράδας ήταν ἴυγξ. Υποτίθεται ότι τη χρησιμοποιούσαν ως ερωτικό κάλεσμα, δένοντάς το πουλί σ’ έναν τροχό, αλλά λογικά πρόκειται για αιτιολογικό μύθο του ομώνυμου παιχνιδιού (διαβάζω ότι επιβίωσε στα νεότερα χρόνια ως φρομούζα), ενός τροχού με οπές από τις οποίες περνάει ένα νήμα που όταν τεντώνεται απότομα κάνει τον τροχό να παράγει ήχους. Υπάρχει και κανονικός μύθος, της Ίυγγος, κόρης του Πάνα και της Ηχούς που έδωσε ερωτικό φίλτρο στον Δία για να τον κάνει να ερωτευτεί την Ιώ, με αποτέλεσμα η ζηλιάρα Ήρα να την μεταμορφώσει σε πουλί. Δεν είναι τυχαίο ότι άλλο αρχαίο όνομα της σουσουράδας είναι κιναίδιον.

  158. Πέπε said

    @152:
    Πάντως υπάρχει και άλλο πουλί, η κίχλη (σήμερα τσίχλα). Λογικά δεν μπορεί να σχετίζεται με τον κίγκλο/κίγχλο, αλλά μου κάνει εντύπωση να είχαν δύο πουλιά με τόσο παρόμοια ονόματα.

    Ας σημειώσουμε για τη σουσουράδα ότι το νόημα της ονομασίας σεισοπυγίς διατηρείται σχεδόν αυτούσιο στο επικρατέστερο σημερινό της όνομα (σουσουράδα, σείει την ουρά) αλλά απολύτως αυτούσιο σ’ ένα άλλο, δεύτερο σε συχνότητα, όνομα: κωλοσούσα.

    Η κιγκλίς (κάγκελο) και το κιγκλίδωμα πώς συνδέονται μ’ αυτή την ιστορία; (Οκέι, ίσως επειδή καμιά φορά τα κάγκελα δεν είναι και τόσο σταθερα… )

  159. Γιάννης Ιατρού said

    158: Πέπε
    .. και το κιγκλίδωμα πώς συνδέονται..;
    Έλα ρε συ, αν πολυκουνιέται, γίνεται το κιγκλίδωμα …. 🙂

  160. BLOG_OTI_NANAI said

    Το λεξικό Πάπυρος λέει:

    1)
    τσιγκλώ
    και τσιγκλάω Ν [τσίγκλα]· 1. κεντρίζω ζώο· 2. (μτφ.) ερεθίζω, πειράζω κάποιον με τα λόγια μου («μην τόν τσιγκλάς, γιατί θυμώνει εύκολα»).

    2)
    τσίγκλα
    και τσύγγλα, η, Ν· σιδερένιος πήχυς μεταβλητού μήκους, με τον οποίο συγκρατείται και από τις δύο μεριές η ούγια πανιού που υφαίνεται.
    [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τής λ. ξύγγλα*].

    3)
    ξύγγλα
    και ξύγκλα, η· τμήμα τού αργαλειού.
    [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀξύ + λατ. ungula «αιχμή». Κατ' άλλους < ἐξ + ἰτλή «μίτος»].

  161. Γιάννης Ιατρού said

    156:/160: Να το οπτικοποιήσουμε για τους μη έχοντας …αναμνήσεις

  162. BLOG_OTI_NANAI said

    161: Μιλάμε, όποτε βλέπω αργαλειό, απορώ πώς στην ευχή δεν έμπλεκαν μημπωτι με τόσες κλωστές και ματζαφάρια εκεί… Αξιοθαύμαστο εργαλείο.

  163. BLOG_OTI_NANAI said

    162: ματζαφάρια = ματζαφΛάρια

  164. Γιάννης Ιατρού said

    162: …πώς στην ευχή δεν έμπλεκαν…

    με το τέντωμα κυρίως, υποπτεύομαι

  165. Ριβαλντίνιο said

  166. Πέπε said

    @162:
    > > Αξιοθαύμαστο εργαλείο.

    Το οποίο άλλωστε, νομίζω, δεν ξεπεράστηκε ποτέ, απλώς εκσυγχρονίστηκε.

    Κι εγώ τον κοιτάω και δε βγάζω άκρη. Ούτε διαβάζοντας περιγραφές της λειτουργίας του. Πριν ελάχιστες γενιές, τον δουλεύαν σχεδόν σε κάθε σπίτι, τουλάχιστον στα χωριά.

  167. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    165. Ρίβα, πολύ ωραίο!
    Ώστε ο Ζακάρ με τους αργαλειούς στη Λυών!
    Απο κει τα ζακάρ (χρωματιστά/με σχέδια) πλεκτά λοιπόν.

  168. sarant said

    152-157 Πιδυε, ωραία η πρόταση σου για το «τσιγκλάω».

  169. Για τους αργαλιούς του Ζακάρ που έφτασαν στις διατρητικές κάρτες του Χόλεριθ και την ΙΒΜ ωραίο είναι το βιντεάκι του Τζέιμς Μπερκ που ξεκινάει την ιστορία στην σειρά Connections. Την είχε δείξει και η ΕΡΤ, στα 80ζ.

  170. ΓιώργοςΜ said

    Εγώ στο μυαλό μου έχω το «τσιγκλάω» συνώνυμο του «τσιμπάω» (ερμηνεύοντας το «Τσίγκλα με, Γιάννη, τσίγκλα με» – «Μαμά ο Γιάννης με τσιγκλάει»), οπότε μου ταιριάζει το (αιχμηρό) τσιγκέλι, αλλά πάλι, διαισθητικά μόνο.

    >Κι εγώ τον κοιτάω και δε βγάζω άκρη.
    Γιατί βρε παιδιά, απλούστατη η αρχή λειτουργίας του. Το νήμα περνάει εναλλάξ πάνω και κάτω από το στημόνι (τις παράλληλες τεντωμένες κλωστές). Στο μεν αρχετυπικό αργαλειό, που τον βρίσκει κανείς και σε παιδικό παιχνίδι, το νήμα μπαίνει με μια χοντροκομμένη βελόνα, στον δε κανονικό αργαλειό, ένας μηχανισμός ανεβάζει και κατεβάζει εναλλάξ τις μονές και ζυγές σειρές του στημονιού, ώστε να περάσει το νήμα είτε με τη σαΐτα, για μονόχρωμη ύφανση, είτε με το χέρι, για να γίνουν σχέδια. Το σχέδιο είναι εξ ορισμού ψηφιακό, με την κάθε γραμμή να έχει τόσα πίξελ όσα και τα νήματα του στημονιού.
    Μεγάλη τέχνη, πάντως, και πολλή δουλειά. Στο χωριό υπήρχε αργαλειός σε κάθε σπίτι σχεδόν, τώρα μόνο μια θεια μου, ογδοντάχρονη σχεδόν, έχει μείνει που να τον δουλεύει. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια τουλάχιστον, έκανε όλη τη δουλειά με το χέρι: Αγόραζε το μαλλί από τους τσοπάνηδες, το έπλενε, το έβαφε, το έγνεθε και το ύφαινε. Τελευταία δεν ξέρω αν έχει τα κουράγια για όλα αυτά ή φτιάχνει μόνο κουρελούδες. Δεν υπάρχει όμως πλέον αρκετός κόσμος να εκτιμήσει την αξία αυτών των αριστουργημάτων που φτιάχνει, και ακόμη λιγότερος που να ενδιαφέρεται να τα αγοράσει, με τις τιμές που έχουν οι μοκέτες και τα χαλιά μηχανής.

  171. spatholouro said

    ΤΣΙΓΚΛΩ

    Ο Ν. Πολίτης (Παροιμίαι Γ΄, σελ. 348-49) αναφέρει τα κάτωθι:

    Τσιγκλώ=κεντώ και μεταφορικώς ενοχλώ, πειράζω, εκ του λατιν. cingulo=ζωννύω, όπερ εκ του cincula ζώνη (εξ ού και η ίγγλα ήτοι ο ιμάς του σάγματος). Εκ των ρωμανικών γλωσσών, αίτινες επίσης παρέλαβον το αυτό ρήμα εκ της λατινικής, μετεβαλεν ομοίως την σημασίαν αυτού και η γαλλική, εν ή το cingler σημαίνει πλήττειν διά της ζώνης ή διά της μάστιγος τύπτειν ή και απλώς τύπτειν

  172. π2 said

    Του Πολίτη είναι πολύ πιο πειστικό από τις ετυμολογήσεις από το υφαντικό εξάρτημα ή το τσιγκέλι.

  173. sarant said

    172 Πράγματι, και απορώ γιατί δεν το αναφέρουν τα νεότερα ετυμολογικά μας.

  174. Μαρία said

    171
    Άρα ο cinglé = παλαβός μπορεί να μεταφραστεί και βαρεμένος.
    Το ρήμα δεν το ήξερα.

  175. Γιάννης Ιατρού said

    Να που πάλι κάτι βγήκε απ΄το ψαχουλεματάκι με το στλ*/στρ* .

    ΥΓ: Τίποτα δεν πάει χαμένο, ειδικά τα χαμένα κορμιά (κι αν βρείτε και κανένα χαμένο ρήμα του Αριστοτέλη, ειδοποιείστε, βάλτε τέλος πάντων ;έστω ένα silver alert,) 🙂

  176. π2 said

    Πάντως δεν είναι απολύτως ακριβής ο Πολίτης. Ρήμα cingulare δεν φαίνεται να υπάρχει στα κλασικά λατινικά, αλλά ούτε στα δημώδη νεολατινικά. Υποτίθεται η ύπαρξή του, αν κρίνω από το ότι σε ιταλικά λεξικά το ρήμα αυτό θεωρείται η προέλευση του cinghiare, δένω με ζώνη. Η σχέση δε του cingler (που έχει όντως και τη μεταφορική σημασία τσιγκλίζω (με το λατινικό cingulum δεν θεωρείται δεδομένη από τους Γάλλους: http://stella.atilf.fr/Dendien/scripts/tlfiv5/visusel.exe?11;s=568203495;r=1;nat=;sol=0;

    Σε κάθε περίπτωση, η διαδρομή του Πολίτη με παραλλαγές (ίσως κατευθείαν από γαλλικά ή άλλες νεολατινικές γλώσσες) μοιάζει η λογικότερη.

  177. spatholouro said

    ΤΣΙΓΚΛΩ
    Α, να κι ο Babis στο Ετυμολογικό του (περασμένο και στην τελευταία έκδοση του ερμηνευτικού του):

    πιθ.<τσίγκλα<ξίγκλα «όργανο του αργαλειού-μυτερός στις 2 άκρες πήχυς που τεντώνει το πανί»<οξ(ύς)+μεσν. ίγγλα/γίγγλα/κίγγλα «ζώνη, λουρί της σέλας»<λατ. cingula «ζώνη, ζωστήρας».

    Έχει υποστηριχθεί επίσης η αναγωγή του τύπου ξίγκλα/ξύγκλα σε οξύ (ς)+μεσν. ούγγλα/ούγκλα<λατ. ungula «νύχι, οπλή», ενώ έχει επίσης διατυπωθεί η άποψη ότι η λ. τσιγκλώ προέρχεται από το ουσ. τσιγκέλι μέσω αμάρτυρου τύπου *τσιγκελώ/-ίζω

  178. 57, … λέξεις που έχουν το -στλ- στην μέση …

    Apostle

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: