Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Με τον Σπύρο Χουρσούτογλου στο «Salonica Bar» (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2017


Ο συγγραφέας Αντώνης Σουρούνης πέθανε πέρυσι, στις αρχές Οκτωβρίου. Είχα τότε δημοσιεύσει ένα διήγημά του, από τη συλλογή «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου». Το διήγημα εκείνο ήταν, ας πούμε, ναυτικό. Πιο αντιπροσωπευτικό, τουλάχιστον της πρώτης περιόδου, που έκανε γνωστό τον Σουρούνη, θα ήταν ένα διήγημα για τη ζωή των μεταναστών στη Γερμανία, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είχα πρόχειρη τη συλλογή του «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης».

Τις προάλλες ξαναβρήκα το βιβλίο που έψαχνα κι έτσι σήμερα παρουσιάζω το διήγημα που τον μακροσκελή τίτλο του βλέπετε παραπάνω. Το διήγημα είναι μονόλογος, όσα αφηγείται ο μετανάστης εργάτης Σπύρος Χουρσούτογλου στον συγγραφέα ένα βράδυ σε ένα μπαρ, προφανώς κάπου στην περιοχή της Κολωνίας.

Προειδοποιώ ότι στο διήγημα αυτό (όπως και σε όλα τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης») ο Σουρούνης χρησιμοποιεί μάγκικο, αγοραίο σχεδόν λεξιλόγιο, ακατάλληλο δι’ ανηλίκους, αλλά νομίζω πως το κάνει με μαστοριά και ειλικρίνεια. Σωστά κατά τη γνώμη μου είχε γράψει τότε κάποιος κριτικός στην Αυγή «Μια χαρά τα καταφέρνει ο μάγκικος κυνισμός να εκφράσει συγκλονιστικά συναισθήματα», ενώ μού έχει εντυπωθεί και η φράση του Σπύρου Τσακνιά «Κλείνοντας το μικρό βιβλιαράκι απορείς πώς μπόρεσε να χωρέσει μέσα του τόσος καημός ξενιτειάς».

Το διήγημα είναι το τελευταίο του βιβλίου. Είχε πρωτοδημοσιευτεί στο περιοδικό Διαγώνιος το 1979 και μάλιστα υπάρχει και ονλάιν, αλλά όχι σε html. Μονοτονίζω.

Οι Νίππες που αναφέρονται στο βιβλίο είναι περιοχή της Κολωνίας (Nippes).

Με τον Σπύρο Χουρσούτογλου στο «Salonica Bar»

Λοιπόν, άκου πώς έχει η όλη ιστορία, για να μου πεις, αν έκανα καλά ή όχι. Ήταν δυο τρία χρόνια προτού έρθεις εσύ, είχαμε φτάσει ένα τσελιγκάτο κοπά­δι Βορειοελλαδίτες. Μας μέτρησαν από κάτω, μας φόρ­τωσαν, μας ξεφόρτωσαν, μας βρήκαν σωστούς και μας κουβάλησαν μέσα στη νύχτα ο διάολος ήξερε πού. Την άλλη μέρα μάθαμε πως βρισκόμασταν τριάντα χιλιόμε­τρα έξω από το Ντούσελντορφ. Σκέτο Νταχάου, αδερ­φέ μου… Πήγα να τρελαθώ. Ερχόταν νύχτα το πούλ­μαν, μας πήγαινε στη φάμπρικα, απόγεμα μας γύριζε πίσω ψόφιους. Νταχάου, σου λέω.

Είχα φάει τα σκατά μου όμως εκεί, στη Θεσσαλονίκη και είπα, πούστη Σπύρο, κάνε το κορόιδο, για να βγού­με πάλι στον αφρό. Γιατί πρέπει να ξέρεις, όταν έμαθα πως ο γέρος τής κοντής είχε ρίξει φαλιμέντο, έπεσε ο ουρανός να με πλακώσει. Και τώρα τι κάνουμε; Ξέρεις, τι πα να πει, να βρεις τoν γάιδαρο, να τoν πιάσεις, να τoν δέσεις και μια βδομάδα προτού μπουν τα στέφανα, να σου πούνε ο γάιδαρος την αμόλησε κι έμεινε η κον­τή;

Από τη δουλειά μου είχα φύγει· δε σήκωνε τώρα ο πεθερός μου με δυο βιτρίνες στην Εγνατία κι εγώ «μαλακιά ή σκληρή τη φέτα, μαντάμ» -σήκωνε; τα παρά­τησα λοιπόν, κι έκανα τoν αγαπητικό, μέχρι πού η κοντή άρχισε απ’ έξω απ’ έξω να μου σκάει το παραμύθι. Της έριξα, που λες, πέντε φάσκελα, έριξα κι άλλα πέντε στα μούτρα μου κι όπως είχα μάθει τώρα στ’ άλλα, είπα

ή θα μείνω εδώ και θα πάει κορδόνι το σουλάτσο ή θα φύγω κάνα χρόνο για να ξεχαστούν.

Ό Φώτης βρίσκονταν από μερικούς μήνες εδώ και μου είχε στείλει και μια φωτογραφία έγχρωμη, που κρατούσε στα πόδια του μια Γερμανίδα με κομπινεζόν. Θα ’χα κλείσει δυο βδομάδες που μου ’βγαινε η πίστη λίγο λίγο, οπότε παίρνω είδηση από το Φώτη, το Σάβ­βατο βράδυ να ’μαι έτοιμος, έρχεται να με πάρει. Όλες αυτές τις μέρες τις γυναίκες τις έβλεπα μόνο από το πα­ράθυρο του πούλμαν τ’ απόγεμα και λέω, άντε, τουλά­χιστον, να γαμήσουμε.

Φτάνει ο Φώτης, παντελόνι στενό σωλήνα, καρό σα­κάκι, καπέλο με φτερό, έκανα να μπήξω το γέλιο, αλλά είπα, σκάσε, μαλάκα, μόδα θα ’ναι. Πάμε στο χωριό, πίνουμε μια μπίρα, πίνουμε δεύτερη, πίνουμε τρίτη -από γυναίκα ούτε λέπι.

– Δεν πάμε και στο άλλο μαγαζί; κάνει ο Φώτης.

Πάμε και στο άλλο μαγαζί, τα ίδια.

– Ρε συ Φώτη, τού λέω, εκείνη η γκόμενα με το κομ­πινεζόν, που είναι, ρε συ, εκείνη;

– Την είχε φέρει ένας δικός μας νταβατζής… μου λέει. Είκοσι μάρκα η ριξιά, τριάντα με τη φωτογραφία. Σε μια ώρα είχε ξεπετάξει όλο το θάλαμο· ο νταβατζής τραβούσε τις φωτογραφίες.

– Και κάθε πότε περνούν αυτοί από δω, ρε συ;

– Ξέρω κι εγώ; μου κάνει. Αυτοί δεν έχουν ωράριο. Έτσι κι αρχίσει μια γκόμενα να σπάει, την τραβάν από την πόλη και την βγάζουν περιοδεία…

Σου τα λέω όλα αυτά τώρα, για να καταλάβεις πώς περίπου ήμουν, όταν με βρήκε η κοντή. Δευτέρα-Σάββατο δουλειά και Κυριακή ψωλοκοπάνα. Μέσα στον  θάλαμο κυκλοφορούσαν κάμποσα πουτανοπεριοδικά, μερικά είχαν και ξεραμένα χυσίματα πάνω, αλλά μόνο που τα ’βλεπα, μου κοβόταν· όχι από τις φωτογραφίες αλλά από τη λέρα.

Το δικό μου το βάσανο ήταν αλλού, ούτε που το κατα­λάβαινα πώς ερχόταν. Την Κυριακή μ’ έπιαναν οι σκέ­ψεις – είχα το χρόνο, βλέπεις. τι θα γίνει, ρε συ Σπύρο, πού θα πάει αυτό το βιολί, θα μας φάει η φάμπρικα με το κοκαλάκι μας… Τέτοια. Και συ ρε Σπυράκο; – εδώ πάνω κατέβαζα το φερμουάρ να τoν δω -και συ ρε μόρτικο, που σε είχαν οι κυρίες στα ώπα ώπα, μισοί απομείναμε, μόρτη μου. Κάπως έτσι τραβούσε η κουβέντα να πούμε, κι όπως του τα ’λεγα αυτά και τoν χάιδευα, εκεί πάνω μου ’ρχονταν. Σκέψου, ότι καμιά φορά τρέχανε και τα μάτια μου! Είκοσι οχτώ χρονώ πούτσος, ρε φίλε, και να μένει στη διαθεσιμότητα… Την εποχή αυτή όμως τoν αγάπησα σαν παιδί μου. Άμα δε σου βάλει κωλοδάχτυλο η ζωή, πεθαίνεις πιστεύοντας πως έχεις την τρύπα μόνο για το σκατό σου. Αγάπησα και τα μπράτσα μου και τα χέρια μου και τα πόδια μου. Τα μιλούσα, να πού­με, σα συντρόφια που δούλευαν μαζί μου και υπόφεραν μαζί μου. Καμιά φορά αναρωτιόμουν, ρε σύ, μπας και τρελάθηκα; Κι έλεγα, αν είναι αυτή η τρέλα, μόρτη Σπύ­ρο, χαλάλι που τρελαθήκαμε. Το σκέφτεσαι, πόσες κουραδομηχανές έχουν ξεχάσει πως έχουν χέρια και τα θυ­μούνται μόνο στο μπιντέ; Ακόμα και οι γραφιάδες, εγώ βάζω το κεφάλι μου κάτω, το μόνο που θα προσέχουν θα ’ναι τα κοντυλοφόρια τους.

Θα ’χα συμπληρώσει τέσσερους μήνες που ’λεγα το μουνί μουνάκι, απόγεμα ήταν, καθόμουν με κάτι πατριωτάκια και παίζαμε τριάντα μία, μπαίνει ένα ρωμιός μέσα, «Κάποιος Σπύρος Χουρσούχογλου, λέει, βρίσκεται παρών;».

– Τι θα τον κάνεις; του κάνω.

Αυτός το δικό του.

– Είναι δω, ρε σεις, ναι ή όχι;

– Όχι… του λέω. Τον πήρανε εργάτη στη Γερμα­νία…

– Καλά, άμα έρθει, να του πείτε πως τον ζητούσε μια γκόμενα.

– Ίσα, ρε μόρτη… του φωνάζω. Άμα είναι η Βουγιουκλάκη, να περάσει – αλλιώς τίποτα. Ο Σπύρος και ο Σπυράκος σήμερα αναπαύονται.

Ξέρεις, κυκλοφορούσαν κάτι τέτοιες μαλακίες, κάποια σε ζητάει έξω, να πούμε, έχεις ένα τηλεγράφημα από κάποια, και λέω, όχι και να μας πιάσουν κορόιδο τώρα οι βλάχοι, έτσι;

Δεν περνούν δυο λεφτά, ακούω ένα «Σπύρο…». Αμάν, αδερφέ μου, έλιωσα! Τη φωνή δεν τη γνώρισα, αλλά ο σκοπός, η νότα που λένε, ήταν η ίδια που χρη­σιμοποιούσα κι εγώ για να μιλάω στον εαυτό μου. Τι γίνεται, λέω, απόχτησε φωνή η πλάτη μου ή μήπως τα ποδάρια μου; Ή μήπως ο Σπυράκος μου μεγάλωσε το άτιμο και μιλάει; Τόση τρυφεράδα, μάγκα μου, από άλ­λον άνθρωπο! Και πού; Σ’ εκείνο το κάτεργο με τα πορνοπεριοδικά σκόρπια πάνω στα άδεια κρεβάτια.

Να ξέρεις, πώς με κείνο το «Σπύρο…», θα σηκώθη­καν οι ψωλές ολονών εκεί μέσα σέ στάση προσοχής – τόσο σέβας μάς έπιασε ξαφνικά όλους. Την πλησιάζω, που λες, την πιάνω από το μπράτσο και ξεμοναχιαζό­μαστε.

– Τι θες εδώ, ρε συ, την Παναγία σου;

Θαρρείς και άνοιξα τη βρύση, αδερφέ μου. Δάκρυ για να πνιγούμε όλοι μας. Κάνω με τα δάχτυλα γωνιά και τής κλείνω το λαιμό.

– Μίλα, σού λέω! τι ήρθες να κάνεις εδώ;

– Σ’ αγαπώ… μου λέει.

– Κι έτσι γίνεται, ρε συ, τoν Χριστό σου; Όποιος αγαπάει, μαγκώνει τη βαλίτζα και κουβαλιέται; Ρωτάς τον άλλο, αν σ’ αγαπάει;

Κλάμα τού σκοτωμού. Δεν έλεγε τίποτα, μόνο έκλαιγε. Ούτε κι εγώ μιλούσα, κάθισα σ’ ένα κασόνι και ρω­τιόμουν πόσα απίδια παίρνει ο σάκος. Εντάξει, δεν την αγαπούσα, αλλά δεν είναι και μικρό πράμα ν’ αφή­σει ο άλλος τα καλά του και να ’ρθει να σε βρει στου διαόλου την άκρη, έτσι; Μια παρτίδα αυτή· δεύτερη, όπως δείχναν τα πράματα, μόνο με κοντράτο μπορού­σες να τη βγάλεις καθαρή στη Γερμανία. Εγώ το ’χα. Ο πούτσος μου όμως; Γιατί να μην υπογράψει κι αυτός το δικό του κοντράτο; Πέρασε κανένα μισάωρο έτσι, στα βουβά.

– Που να σου γαμήσω τη μάνα… τής κάνω γελώντας.

Γελάει κι αυτή· μέσα στα δάκρυά της. Στην αρχή φο­βισμένα, έπειτα δυνατά μαζί μου. Δεν ξέρω, ρε μόρτη Αντώνη, αν σού ’χει τύχει τέτοιο περιστατικό, αλλά γυναίκα που περνάει έτσι από το κλάμα στο γέλιο… τι να σου πω. Δεν έχω δει πιο όμορφη εικόνα στη ζωή μου.

Κάνω να τής χαϊδέψω τα μαλλιά και πέφτει απάνω μου. Πάμε πάρα πέρα και κει, αδερφέ, ξανάνιωσα τι πα να πει άνθρωπος. Δε μιλάω μόνο για το γαμίσι, θέ­λω να πω μετά το γαμίσι, την αγκάλιασα κι έκλαιγα! Έκλαιγα ώρες χωρίς να βγάζω λέξη. Δε με ρωτούσε τίποτα, αλλά ήταν σα να ’ξερε. Μου χάιδευε τα μπράτσα, τις πλάτες, τα πόδια – κι ακριβώς γι’ αυτά εγώ έκλαιγα. Κάποια στιγμή έκανε να βάλει το χέρι και στα σκέ­λια, αλλά κατάλαβε πως θ’ αλλάξει η παράσταση και το τράβηξε. Αυτό ήταν. Παντρευτήκαμε – κουμπαράκι ο Φώτης. Δώσαμε σε μια κουφάλα – στόν Αλέκο, αν τoν θυμάσαι, τoν χοντρό – τριακόσια μάρκα και της βρήκε μια δουλειά στην Κολωνία. Κάθε Σαββατοκύριακο αν­ταμώναμε και μετρούσαμε τα μάρκα που βάζαμε στην μπάντα και τις κωλότριχές μας. Η ιστορία αυτή τράβηξε κανένα εξάμηνο, μέχρι που κατάφερα κι έσπασα το κοντράτο κι ήρθα κι εγώ εδώ. Πιάσαμε ένα δωμάτιο στις Νίππες· κουζίνα, κρεβατοκάμαρα, σαλόνι, όλα εκεί ένα μαζί – τα ξέρεις τώρα.

Αλλά περνούσαμε καλά, ρε, τότε, – δεν περνούσαμε; τα Σάββατα μονιάζαμε από σπίτι σέ σπίτι και τού αλ­λάζαμε τα φώτα. Ξέρεις, τι τσιφτετέλια έχει ρίξει η κοντή; Πώς σκαρτέψαμε όλοι έτσι, ρε συ; Βλέπω καμιά φορά στον δρόμο τα καρντάσια από τα τότε και δεν κα­λημεριζόμαστε. Τι ήταν αυτό που μας άλλαξε έτσι, το ξέρεις εσύ; Να ’χαμε κανένα επιστήμονα κοντά, θα μας το ’λυνε το αίνιγμα, αλλά θα ’πρεπε προηγουμένως να φάει το αγγούρι που φάγαμε εμείς, πράματα που δε γίνονται. Δεκαοχτώ χρόνια φάμπρικα… η κοντή στά­θηκε παλικάρι, δε λέω. Ούτε μια μέρα βόγγηξε. Και τι δουλειά! Να ξεσκατώνει και να καθαρίζει γέρους – γέ­ρους Γερμανούς. Να σου λέει το τι τραβάει και να σου ’ρχεται να την αγαπήσεις. Όλη μέρα, λέει, έχουν να κάνουν με το ψόφιο τους πράμα. το κοιτάν από δω, το κοιτάν από κει, το γυρίζουν στο φώς, τη φωνάζουν να το δει κι αυτή, τέτοια πράματα. Τέλος πάντων. Το παι­δί μου μεγάλωσε μόνο του σαν τα γατιά, με κλειδωμένη πόρτα. Τίποτα απ’ όσα ήθελα δεν έγινε στη ζωή μου… Ήθελα να γίνω ψηλός κι έγινα κοντός· ήθελα να μάθω γράμματα και δεν τα κατάφερα. Ονειρευόμουν μια γυ­ναίκα ως εκεί πάνω και παντρεύτηκα αυτή. το μόνο που δεν ήθελα να γίνω ήταν εργάτης και τελικά έγινα εργάτης.

Θα σου πω κάτι που δεν τόλμησα να το πω πουθενά· χιλιάδες γυναίκες πέρασαν από δίπλα μου όλ’ αυτά τα χρόνια, έτσι; Όλες αυτές εγώ τις κοίταξα – τις κοίταξα στα μάτια. Ε, θα το πιστέψεις; Ούτε μια σωστή γυναί­κα δεν με κοίταξε! Ούτε έτσι, από περιέργεια.

Εσύ τη βόλεψες καλά απ’ αυτή τη μεριά, αλλά αν μείνεις σ’ αυτό το βόλεμα, θα σου πω αύριο, «να, πιάσε δέκα, να μη στα χρωστάω». Γιατί η δουλειά, αδερφάκι, είναι τι φτιάξη θα κάνει ο καθένας στη ζωή του. Βλέ­πεις κάτι μεροκάματα που μοιάζουν με μηνιάτικα και λες, τι γίνεται εδώ πέρα, ρε παππούλη, γιατί δώδεκα μήνες δικοί μου να ζυγίζουν ένα μήνα δικό του; ’Άσε όμως, γιατί κάθε φορά που τα σκέφτομαι, μου ’ρχεται να πάρω ένα πιστόλι και να βγω στους δρόμους.

Κι ερχόμαστε στο πέρσι, που ’φαγα το κατακούτελο. Σαββατόβραδο, κάνω ντου σ’ ένα καινούριο μαγαζί, που ’χα ακούσει πως το ’χε ένας θεοκόμματος.

Ανοίγω την πόρτα και βλέπω πίσω από τον πάγκο μία γυναίκα!… Μα τι γυναίκα! να κάθεσαι βδομάδες εκεί, να τη βλέπεις και να πίνεις.

Σκάλα ήθελες ν’ ανέβεις εκεί πάνω.

Πίνω το πρώτο, πίνω το δεύτερο, πίνω και τ’ άλλα, τη φαντάστηκα έτσι, τη φαντάστηκα άλλιώς, είχα μπει στις εννιά κι έπιασα τη μια. Είχα φτιαχτεί καλά, ας πάω, λέω, τώρα στην κοντή κι αύριο μέρα τού διαβό­λου είναι, θα τα ’χω τα ρημάδια τα μάτια μου – δε θα τα ’χω;

– Να κεράσω ένα;

Το άκουσα, αλλά εγώ έβγαζα τα λεφτά από την τσέ­πη, ούτε που μου πέρασε πώς ρωτούσε έμενα. Ξαφνικά βλέπω το ποτήρι μου γεμάτο. Δίπλα κανείς, όλοι είχανε φύγει. Μάνα μου, τα ζουμπούλια σου… σκέφτομαι. Πί­νουμε λοιπόν ένα μαζί, έτσι. Στο πολύ ήρεμο. Κι από πού είσαι και πώς σε λένε κι έτσι κι αλλιώς. Εν τω με­ταξύ του Σπυράκου από κάτω να του ’χει έρθει λιποθυμιά· αυτή μιλούσε σέ μένα κι ήταν σα να μιλούσε σ’ αυτόνα. Έτσι κι έκανα πως τoν συστήνω, θα ’χε καθαρί­σει για πάρτη του.

Λόγο στο λόγο που λες, να ’μαστέ σπίτι της. Πρώτη φορά πατούσα το πόδι μου σέ γερμανικό σπίτι και σέ τέτοιο σπίτι πρώτη φορά στη ζωή μου. Για κοίτα να δεις ρε, πώς ζούνε άλλοι μέσα στην ίδια πόλη! Για να καταλάβεις δηλαδή, να ’σαι στους δρόμους, ακόμα και στην νταβέρνα να ’σαι και να λες, αμάν, πότε θα βρεθώ στο σπιτάκι μου· τέτοιο σπίτι.

Την ξαπλώνω κάποτε στο κρεβάτι και κάθομαι και τη χαζεύω. Υπάρχουν και τέτοια κορμιά, ρε προδότη Θεέ; Θα πέθαινα να πούμε, και δε θα ’ξερα πόσο ωραία φτιάξη μπορεί να ’χει ο άνθρωπος; Ένα κρεβάτι γεμάτο καύλες και να μην ξέρω από πού ν’ αρχίσω. Για να σου τα πω κι απόξω, φοβόμουν κιόλας, πώς το τρώ­νε το χαβιάρι, ξέρω γώ; Κολλάω, λοιπόν, το στόμα πά­νω στο βυζί της κι αρχίζω πολύ μαστόρικα την πιπίλα· σίγουρα πράματα.

Κάτι έλεγε, κάτι φώναζε, δεν καταλάβαινα τίποτα, ξαφνικά πιάνει τ’ αυτί μου «και τη Χέλγκα, δώσε και στη Χέλγκα». Άστην να φωνάζει, σκέφτομαι, εγώ εκεί, ο καθένας τη δουλειά του. Οπότε αρπάει, αδερφέ μου, το ίδιο της το βυζί και το χώνει στο στόμα της! Τρελά­θηκα. Βουρ, Σπυράκο, του φωνάζω, φωτιά στα κάρ­βουνα κι η Παναγιά στα ξύλα. Απόψε θα πεθάνουμε όλοι – τελείωσε.

Ορμά, λοιπόν, ο μικρός και τον χάνω για καμιά δε­καπενταριά ώρες. Δε σου λέω τι έγινε. Ένα σου λέω μόνο· έγινε κι εκείνο που δεν φανταζόμουνα πώς μπο­ρούσε να γίνει.

Βραδιάζει, που λες, η άλλη μέρα κι όπως είμαι μέσα στο μπάνιο, την ακούω που λέει: – Κάνε γρήγορα, πρέ­πει ν’ ανοίξουμε το μαγαζί. Δε βγάζω κουβέντα, άσε, λέω, να δούμε πού το τραβάει.

Πάμε στο μαγαζί και να τος ο Σπύρος επιτέλους και πίσω από τoν πάγκο να μαζεύει μονέδα. Ξέρεις, ρε σύ, πόσο εύκολα βγαίνει το χρήμα; Πού να ξέρεις… Αφού άνοιγα κάθε δέκα λεπτά την πορτοφόλα και το μετρούσα κι έλεγα, αυτό είναι ρε μάνα, που μου ’λεγες, πώς φα­σούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι; Δεν είναι φασούλι ρε μάνα, ποτήρι είναι… Τέτοιο παραμιλητό, να πούμε, μέχρι που το κλείσαμε, γυρνάμε σ’ εκείνο το σπίτι και ξανά πάλι το πανηγύρι απ’ την αρχή.

Στη βδομάδα πάνω ξεμοναχιάζομαι με τoν Σπυράκο σέ μια γωνιά και του λέω, γιά να προσγειωθούμε ρε αλάνικο και ν’ αποφασίσουμε σαν άντρες κι όχι σαν καλογε­ροπαίδια υπό δοκιμή, θέλουμε αυτό ή θέλουμε τ’ άλλο;

Δύσκολη η εκλογή, ρε μόρτη Αντώνη… Δύσκολη, γιατί ψηφίζεις εσύ τον εαυτό σου· και γιατί μπορεί να ’ναι και η τελευταία φορά στη ζωή σου που ρίχνεις τέ­τοια ψήφο. Και ποιόν εαυτό σου να ψηφίσεις τoν καλό η τoν κακό; Και ποιος είναι ο καλός, ποιος ο κακός; Εδώ θα ’πρεπε να ’σαι ο Σολομών κι όχι ο Σπύρος. Πράματα που θέλουν μεγάλο κεφάλι και που εγώ δεν το ’χω, γι’ αυτό ίσως και να ’πεσα όξω.

Τα ζύγιασα από δω, τα ζύγιασα από κει – μέχρι κι ανάποδα τα ζύγιασα. Από τη μια η Χέλγκα με τα όλα της συν μαγαζί – όλα τα μεράκια, ας πούμε. Από την άλλη η κοντή με την αγάπη της συν το παιδί. Μη νομί­ζεις πώς έβγαλα άπόφαση με το πρώτο πακέτο τσιγάρα· βασανίστηκα μήνες έτσι, μόνος μου σαν καλαμιά στον κάμπο. Τελικά κατάληξα εκεί που κατάληξα· καλά-κακά αυτό είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο.

Δε λες τίποτα, έ; για πες μου, ρε συ, εσύ στη θέση μου, τι θα ’κανες;

122 Σχόλια to “Με τον Σπύρο Χουρσούτογλου στο «Salonica Bar» (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)”

  1. Γς said

    Καλημέρα

    Χρόνια πολλά στους εορτάζοντες τον Στέλιο, τη Στέλλα, τον Στέργιο, τη Στεργιανή, τον Νίκωνα, την Κυπαρισσία
    Και ανάρτησα κατά λάθος δύο σχετικά σε λάθος νήμα.

    Αυτό: https://sarantakos.wordpress.com/2017/11/05/reds/#comment-469075
    κι αυτό:
    https://sarantakos.wordpress.com/2017/11/05/reds/#comment-469076

  2. Μπετατζής said

    λίγο πριν το τέλος όχι ο Σπόρος, αλλά ο Σπύρος πίσω από τον πάγκο να μαζεύει μονέδα, αλλιώς δεν βγαίνει νόημα. Ωραίο διήγημα, ωραίος ο Σουρούνης. Όλα του τα βιβλία λες και λένε την ίδια πάντα ιστορία.

  3. Γς said

    Ωραίος!
    Καταπληκτικό!

  4. sarant said

    Καλημέρα, χρόνια πολλά στον Στέλιο και στη Στέλλα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια και για τη διόρθωση!

  5. atheofobos said

    Πράγματι το δίλημμα αυτό του Σουρούνη είναι το ίδιο δύσκολο να απαντηθεί όπως αυτά που έχω θέσει στο ποστ μου:
    ΔΥΟ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΖΟΥΝ. ΕΣΕΙΣ ΤΙ ΘΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΑΤΕ ;
    http://atheofobos2.blogspot.gr/2009/02/blog-post_14.html

  6. ranele said

    Πολύ δυνατό! Έχει κάτι από το προαιώνιο σύμπλεγμα του Οδυσσέα και τη θελκτική Χέλγκα στο ρόλο της Καλυψώς μες στο άντρο του μπαρ.
    Εν μέρει θυμίζει το «Εγώ και αυτός» του Μοράβια.

  7. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα! Θα λείψω για κάμποσες ώρες.

  8. gpoint said

    Καλημέρα

    ψηφίζω την κοντή… οι ψηλές είναι σαν τις Αλφα-Ρομέο, σε ζηλεύουν και χαίρονται οι άλλοι να τις βλέπουν και συ υποφέρεις οδηγώντας !!

  9. Γς said

    5:

    Καλό!

  10. dryhammer said

    Η μια εκδοχή

    http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B125/668/4444,19903/extras/texts/index_a_31_elytis.html

    και η άλλη

    https://www.slang.gr/definition/24335-mikri-gynaika-oli-mouni

  11. gpoint said

    # 5

    Δεν υπάρχει δίλλημα που να μην μπορεί να απαντηθεί μετά από ώριμη σκέψη ή γνώση(*).
    Ακόμα και στο αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα υπάρχει η απάντηση στην Θεογονία.. Αυτά που δεν έχουν απάντηση είναι αυτά που έχουν χιλιάδες επιλογές και λύσεις όπως αν έζησες καλά ή ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος να αναθρέψεις ένα παιδί. Εννοείται πως ακριβώς σ’ αυτά διάφοροι τσαρλατάνοι παρουσιάζουν τις «μοναδικά σωστές» θεωρίες τους

    (*)
    στα πολύ δύσκολα στρίβεις ένα νόμισμα και καθάρισες, έτσι κι άλλιώς δεν μπορείς ν’άχεις και τις δυο επιλογές συγχρόνως και μετά την μία επιλογή δεν υπάρχει σύγκριση γιατί έχει αλλάξει ήδη τουλάχιστον ο χρόνος …

  12. Γς said

    την κοντή

    Σάμιουελ Μπέκετ

  13. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ο Σουρούνης δεν διαβάζεται για την περίτεχνη γραφή του, για την ωραία λογοτεχνική του γλώσσα. Διαβάζεται γιατί ξέρει να αφηγείται με ζωντάνια τις ιστορίες του. Σαν να βρεθήκατε σε διπλανά σκαμπό στο μπαρ και πιες-πιες λύθηκε η γλώσσα του και συ κάθεσαι και τον ακούς με τις ώρες, χωρίς να βαριέσαι.
    Την κοντή κι εγώ. Έτσι, γι’ αλλαγή. 😊

  14. Γς said

    13:

    >Την κοντή κι εγώ. Έτσι, γι’ αλλαγή

    Και κοίτα να δεις που το ντέρτιμάιντ μου πήγε στο ανέκδοτο:

    -Ποια προτιμάς; Μια βρόμικη λευκή ή μια καθαρή μαύρη; -Μια καθαρή μαύρη, -Οκ, για πούτσες λέμε, έτσι;

  15. Γς said

    Κι οι γυναίκες προτιμούν τους κοντούς
    Μα τι τους βρίσκουν;

  16. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.
    Μ᾿ ἄρεσε· πραγματικὴ ζωή, χωρὶς φτιασιδώματα καὶ περιττὰ λόγια.

  17. ΚΩΣΤΑΣ said

    Η Κική και η Κοκό

    Μέσα σε ένα περιβόλι
    βλέπω μια μελαχρινή,
    την ρωτώ για το ονομά της,
    και μου λεει με λεν Κική

    Παρακάτω μια ξανθούλα,
    με ματάκι γαλανό
    σαν την ρώτησα και εκείνη,
    μου πε πως την λεν Κοκό

    Μα θαρρώ πως θα τα μπλέξω,
    απ την Κική και την Κοκό ποια να διαλέξω,
    την Κική την αγαπώ,
    μα μαρέσει και η Κοκό

  18. gpoint said

    Είναι και το ανέκδοτο με τον λαγό που παντρεύτηκε την καμηλοπάρδαλη κι έρεψε.. – γιατί ρε λαγέ, τέτοια χάλια ; – ε, τι να λέμε, ανεβαίνεις να φιλήσεις κατεβαίνεις να γ@μήσεις , σε τρώει η απόσταση !!

  19. Γς said

    Δίλημμα.

    Ενα στιγμιαίο δίλημμα:

    Την μαυροφορεμενη γρια ή την απαστράπτουσα μαύρη Μερσεντέ;

    Τελικά τα κατάφερα και πέρασα ανάμεσά τους.

    Ούτε γάτα, ουπς, γριά, ούτε ζημιά

  20. Γιάννης Ιατρού said

    19: Ακόμα το έχεις εκείνο το δίπλωμα οδήγησης Μόνιππου;;;;

  21. Πέπε said

    Δεν ξέρω αν ξετρελάθηκα…

    Ωραίο, βαθύ, αληθινό, ανθρωπογνωστικό. Αναντίρρητα. Αλλά αυτή η γλώσσα, λες και θέλει να σε πείσει ότι και όσοι μοιάζουν γομάρια και εκφράζονται και σκέφτονται σαν γομάρια έχουν κι αυτοί ευαισθησίες. Γιατί να πείσεις κάποιον γι’ αυτό; Δε μ’ αρέσουν τα ηθικά διδάγματα στην ηλικία μου.

    Θυμίζει λίγο Τσιφόρο (ιδίως η λέξη «φτιάξη», που αναφέρεται δύο φορές και που δεν την έχω ξανακούσει πουθενά εκτός Τσιφόρου, εκεί όμως πολύ συχνά). Και λίγο Μπουκόφσκι.

    Ο Τσιφόρος μ’ αρέσει, κυρίως για συναισθηματικούς λόγους: ότι μου άρεσε όταν τον είχα διαβάσει μικρός. Ο Μπουκόφσκι μ’ αρέσει ούτως ή άλλως. Ο Σουρούνης, δεν ξέρω ακόμη…

  22. BLOG_OTI_NANAI said

    Εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει κανένα λογοτεχνικό δημιούργημα, αν μου δώσει την εντύπωση ότι χρησιμοποιεί χοντρουβρεολόγια χωρίς να χρειάζεται.
    Καταρχάς, η παρακάτω -δήθεν «σκέψη»- μου ακούγεται ότι θέλει να το ζόρι να της παραχώσει μέσα μια βρισιά:

    «μόνο με κοντράτο μπορούσες να τη βγάλεις καθαρή στη Γερμανία. Εγώ το ’χα. Ο πούτσος μου όμως;»

    Και την ίδια στιγμή, ο άνθρωπος που δήθεν σκέπτεται με τέτοιες χοντράδες, την ώρα που σκεφτόταν τον π@ύτσο του, βρήκε και την ευαισθησία να σκεφτεί:

    «γυναίκα που περνάει έτσι από το κλάμα στο γέλιο… τι να σου πω. Δεν έχω δει πιο όμορφη εικόνα στη ζωή μου.»

    Αυτά κάπου δεν κολλάνε και με χαλάνε…

    Αντιθέτως, παρά το γεγονός ότι είναι παλιοβλαστήμια, η φράση «Τι θες εδώ, ρε συ, την Παναγία σου;» είναι ρεαλιστική.

    Το πρόβλημα δεν είναι οι βρισιές, αρκεί να μη δίνουν την εντύπωση ότι μπαίνουν αφύσικα μέσα στη ροή του κειμένου.

  23. BLOG_OTI_NANAI said

    21: «Αλλά αυτή η γλώσσα, λες και θέλει να σε πείσει ότι και όσοι μοιάζουν γομάρια και εκφράζονται και σκέφτονται σαν γομάρια έχουν κι αυτοί ευαισθησίες.»

    Συμφωνώ απόλυτα κι ας άργησα να διαβάσω το σχόλιο σου.

  24. Pedis said

    Βγάζοντας απόξω τη λογοτεχνική/γλωσσική επεξεργασία, το κείμενο έχει κάτι από ιστορία του κψμ … ή έτσι μου φάνηκε.

  25. dryhammer said

    20. Στο βάθος διακρίνεται κι ένα οπελάκι (Rekord δίπορτο)

    22,23 Στην ώρα σου βλαστήμησε και ψυχικό μην κάνεις (παροιμία)

  26. aerosol said

    Δεν έχω διαβάσει πολύ Συρούνη, δεν μου αρέσει ιδιαίτερα αλλά έχει όντως μια ζωντάνια.
    Μέσα στα χρόνια μου ξενίζει η γραφή των ανδρών ελλήνων λογοτεχνών. Συχνά είναι σαν να αγωνίζονται να δείξουν πως είναι και του λιμανιού και του σαλονιού. Και βασικά… κορδώνονται μέσα από την γραφή τους. Ίσως γι αυτό δεν ήταν ακριβώς έκπληξη και ο άλλος που μας εξηγούσε τι έκανε στη μισή Αθήνα (όπου ταιριάζει το «κατούρα και λίγο!»).
    Νομίζω πάντως πως δεν είναι δίκαιο να βάλω τον Σουρούνη στην ίδια κατηγορία. Μου φάνηκε διαμάντι η φράση «Να σου λέει το τι τραβάει και να σου ’ρχεται να την αγαπήσεις.»!

    Θεωρώ δεδομένο πως ο τρόπος έκφρασης δεν αντανακλά την ουσία και την ευαισθησία των ανθρώπων -ιδιαίτερα των ανδρών, που συχνά εκφράζονται τραχύτερα. Έχω ζήσει και την τραγική χυδαιότητα πολλών που μιλάνε περιποιημένα, οπότε αυτά τα βλέπω δευτερεύοντα.

  27. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Γραφή-αψέντι.Τα αρσενικίστικά του δε με νοιάζουν, αρκεί που δίνει το από μέσα τους(και αλήτικο και τρυφερό και σπαρακτικό) με τις δυνατές του λέξεις. Το μόρτικο ύφος υποστηρίζεται από το περιβάλλον (ανθρώπων και τόπων) της αφήγησης.
    Να σας ξεράνω τώρα με μια πραγματολογική παρατήρηση: Ο παππούς έσφαξε την πιο καλή του αίγα, μια κούτρουλη μαλτέζα,παρόλο που γένναγε το λιγότερο τρία κατσικάκια κι έβγαζε μια λεκανίδα γάλα, γιατί την έπιασε να αυτοθηλάζεται
    «Μα να βυζάνει το γάλα τζη;Κανένα θυληκό στον κόσμο τον απάνω δε φτάνει τη ρόγα ντου κι όποια αίγα ή προβάτα τη φτάξει,τηνε ξεβγάνομε» (σκοτώνομε/σφάζουμε)

  28. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @27. Κρίμα τὸ ζωντανό, Ἔφη.
    Μπορεῖ νὰ ἦταν ἐξαντλημένη, νὰ τῆς ἔλειπε ἀσβέστιο ἤ δὲν ξέρω τί ἄλλο.
    Ἂς μᾶς ποῦν οἱ εἰδικοί.

    Ἡ κούτρουλη τί εἶναι;

  29. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    21 Πέπε ,η «φτιάξη» δε μου είναι ξένη κι ας μην την έχω ακούσει τώρα κοντά.Μες τη λαλιά,όχι δήθεν.Φθιάξη προς τα δυτικά.
    Οι Ακτιβ Μέμπερ στο «Απ΄της φτιάξης μας τα λάθια» λένε και την απραγιά (προχθεσινό νήμα).

  30. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    28. Κούτρουλη η χωρίς κέρατα. Μπα,καλοταϊσμένα τα είχαμε τα σπιτικά μας ωζά.Το έβγαλε χούι, αφού τα κατάφερνε να φτάσει τα μαστάρια της, το γάλα είναι γλυκό.Την ίδια τύχη είχαν και οι κότες που έτρωαν τ΄αυγά τους.

  31. Γιάννης Κουβάτσος said

    Η γνησιότητα και η ζωντάνια του Σουρούνη έγκειται στο ότι χρησιμοποιεί μια γλώσσα που του έρχεται φυσική, ότι δεν προσπαθεί να γράψει διανοουμενίστικη λογοτεχνία, «λογοτεχνίζουσα» λογοτεχνία. Ας θυμηθούμε τον Μίσσιο, πόσο γνήσιος είναι στα δύο πρώτα του βιβλία και πόσο ψεύτικος στα επόμενα, όταν καταφεύγει σε λογοτεχνικές φιοριτούρες, εντελώς αποτυχημένες.
    (Παρατηρώ ότι αυθόρμητα χρησιμοποιώ ενεστώτα για νεκρούς συγγραφείς. Τελικά, όσο ασχολούμαστε με το έργο τους, οι λογοτέχνες είναι ζωντανοί).

  32. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @31. Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν πληροφορία.

    Πάντως, νομίζω πὼς κάπου ἔχω ἀκούσει/διαβάσει πὼς οἱ κότες ποὺ τρῶνε τ᾿ αὐγά τους ἔχουν ἔλλειψη ἀσβεστίου καὶ γι᾿ αὐτὸ δοκιμάζουν. Βέβαια ὅταν τὸ δοκιμάσουν τὸ συνηθίζουν. Μπορεῖ κάτι ἀνάλογο νὰ συμβαίνει, τὴν πρώτη φορὰ, καὶ μὲ τὶς κατσίκες.
    Αὐτὰ τὰ γράφω μὲ ἐπιφύλαξη, χωρὶς νὰ εἶμαι εἰδικὸς.
    Ἂς μᾶς φωτίσει ἡ συλλογικὴ σοφία τοῦ ἱστολογίου.

  33. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεοτερα!

    27 Φοβερό αυτό με την τιμωρία των ζώων που «κλέβουν»!

    31 Σωστός για τον Μίσσιο

    Μνημονέψαμε λοιπόν και τον Σουρούνη.

  34. gpoint said

    # 28.30

    Βέβαια είναι πλεονασμός γιατί οι μαλτέζες ΔΕΝ έχουν κέρατα σε αντίθεση με τις γκιόσσες, φλώρες, κανούτες, κόρμπες και κόμπινες που βόσκουν στην ελληνική επικράτεια

  35. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Τὸ 32=>30.

  36. Γιάννης Ιατρού said

    25α: Dryhammer
    Ναι, είναι ένα ()Rekord) P2 (Το «P» σήμαινε «Panorama ή Panoramik(c), επειδή είχε παρμπριζ λίγο κυρτό μεν, αλλά μονοκόμματο … 🙂 ), Είχε τρεις ταχύτητες, με το λεβιέ στο τιμόνι.
    Είχα ένα τέτοιο, «συνεταιρικά» με ένα άλλον συμφοιτητή, το ’67/68. Μάλιστα μας είχε χαλάσει ο σφαιροειδής σύνδεσμος (στο κάτω μέρος της κολόνας του τιμονιού) και για να μπει η πρώτη, έπρεπε α0να βγει αυτός από το αυτοκίνητο (π.χ. στη διασταύρωση που περιμέναμε το φανάρι), β) άνοιγα εγώ το καπό, γ) έβαζε αυτός την κεφαλή του σφαιροειδούς στη θέση της, έμπαινε πάλι μέσα κλείνοντας το και τέλος, βάζοντας πλέον την πρώτη, φεύγαμε …. Διάρκεια διαδικασίας 1-2 λεπτέ, το πολύ!
    Ο απόλυτος συγχρονισμός σου λέω. Οδήγηση μόνο με βοηθό (συνοδηγό στην κυριολεξία) …..

  37. Γιάννης Ιατρού said

    36: ….με το συμπάθιο, έκανα πολλά λάθη στην πληκτρολόγηση

  38. Γς said

    21:

    >Θυμίζει λίγο Τσιφόρο

    Πολύ

  39. ΓιώργοςΜ said

    36 Όταν ήμανε μικρός, το μοναδικό αυτοκίνητο της ευρύτερης οικογένειας ήταν ένα τέτοιο (έκδοση Caravan, στέισιον θα το λέγαμε σήμερα), που είχε ένας μπάρμπας μου για επαγγελματικό, η επονομαζόμενη «Μαρμάρω». Μπορεί λογω χρώματος (λευκού), μπορεί λόγω ηλικίας. Μια από τις πρώτες μου φωτογραφίες, χρονιάρικος ή λίγο παραπάνω, είναι καβάλα στο αριστερό του φανάρι, κάπου εκεί στο ’70. Θυμάμαι ακόμη την τρύπα κάτω από τον προφυλακτήρα για τη μανιβέλα.
    Όταν δε μετέφερε σαπούνια, εκτελούσε χρέη εκδρομικού της οικογένειας, με εμάς τα πιτσιρίκια ενίοτε στην καρότσα και τουλάχιστον 7 ενήλικες στα καθίσματα.
    Η Μαρμάρω επιβίωσε λειτουργική μέχρι τη δεκαετία του 80. Όταν ρώτησα το μπάρμπα μου την ηλικία της τότε, με έβαλε να αθροίσω την ηλικία όλων σχεδόν των ξαδερφιών, βγάζοντας μια πιθανή ημερομηνία κυκλοφορίας γύρω στο ’55.

  40. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ο Τσιφόρος, παρεμπιπτόντως, είναι μάλλον παραγνωρισμένος συγγραφέας. Στο είδος που υπηρετούσε είναι (επιμένω στον ενεστώτα) μεγάλος στυλίστας. Τον διαβάζω τακτικότατα με μεγάλη ευχαρίστηση.

  41. Γιάννης Ιατρού said

    39: …και τουλάχιστον 7 ενήλικες στα καθίσματα.

    Αφού είχε συνεχόμενο κάθισμα, και μπροστά ….
    Εξυπηρετούσε, ε, πώς! 🙂 (για αποφυγή παρερμηνειών: 3 μπροστά και 4 πίσω)

  42. 39, 41

    Να παρατηρήσουμε πως οι ενήλικες πριν τόσα χρόνια ήταν σαφώς μικρότεροι σωματικά των σημερινών ενηλίκων.
    Ο μ.ο, ύψους των ανδρώνε έχει αυξηθεί κατά 10 εκατοστά. Και ας μην πούμε για τα κιλά. 😳

  43. sarant said

    42 Σωστή η επισήμανση, φευ!

  44. ΓιώργοςΜ said

    43 Γιατί «φευ»; Κακό είναι που είμαστε ψηλότεροι; 😛

  45. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και τα επιπλέον κιλά είναι μυϊκή μάζα. 💪

  46. sarant said

    Δεν ξέρω εσείς, αλλά εγώ είμαι κοντός (για τα κιλά μου)

  47. 44, 45, 46

    Κι εγώ. Με το βάρος μου έπρεπε να είμαι κάπου στο 2.90

  48. Μαρία said

    42
    Με 1,60 η μάνα μου ήταν ψηλή, με το ίδιο ύψος εγώ, είμαι κοντή. Μεγάλη αδικία 🙂

  49. 48 Εγώ κέρδισα μπόι (από τα ανήψια μου, μόνο ένας είναι στο μπόι μου) κι έγινα ο ψηλότερος στην οικογένεια επειδή έπαψα από νωρίς να τρώω αγκινάρες. Στα 11-12 είχε βρει στην Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου* ότι περιέχουν οξαλικό οξύ, που κατακρατά το ασβέστιο του οργανισμού. Κι έτσι έπεισα την μάνα μου (1,52) ότι θα έμενα κοντό αν μούφτιαχνε άλλες αγκινάρες.

    * και γι’ αυτό ευχαριστώ τους προπάτορες 40άκους!

  50. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το κόντος μας ενώνει μου φαίνεται δω μέσα 🙂

    *κοdος ακούγεται

  51. leonicos said

    Ωραίο το φευ! Θυμίζει γλώσσα.

    Νομίζω ότι μπορεί να τον θυμίζει, αλλά Τσοφόρος και Σουρούνης είναι εντελώς διαφορετικοί και οι ομοιότητες είναι επιφανειακές. Ο Τσιφόρος κατασκευάζει πλοκές. Ο Σουρούνης καταγράφει, φτιαχτά ή όχι, αυτό είναι άλλο θέμα, τον απόλυτο ρεαλισμό της κατάστασης. Αν το κάνει επιτυχημένα, αυτό συζητείται, και πιστεύω ότι εδώ το κάνει πετυχημένα. Σε άλλα διηγήματά του όχι τόσο. Βέβαια, είχε βρει μια συνταγή κι αυτός αλλ’ αυτό είναι τόσο συνηθισμένο στη λογοτεχνία που δεν θεωρείται μειονέκτημα.

    Άσχετα με τα επιμέρους που επισημάνθηκαν, και με τα οποία δεν συμφωνώ κατ’ ανάγκην, νομίζω ότι είναι ‘βαρύ’ να πει κάποιος ότι δεν του άρεσε το συγκεκριμένο διήγημα. Είναι στο στιλκαι στο είδος του πουλύ ωραίο και δυνατό.

    Απόρησα με τη φράση του ‘δεν είχα ξαναδεί γυναίκα να περνάει τόσο γρήγορα από το γέλιο στο δάκρυ’ ή ανάποδα τέλος πάντων, γιατί σ’ εμένα έχει συμβεί πολλές φορές και όχι για σπαραξικάρδιες καταστάσεις. ΝΒ Εμένα δεν με έχουν αγαπήσει με τόσο πάθος όσο τον Γς.

    Απόρησα όμως και με την κριτική του ότι ένας χυδαίος δεν έχει ευαισθησίες. Γνωριζοντας πολλούς ανθρώπουςσε δύσκολη συναισθηματική κατάσταση ΄λόγω 40-ετίας μέσα σε κρατικά νοσοκομεία, μπορώ να βεβαιώσω ότι αυτοί πυ εμείς θεωρούμε χυδαίους, μπασκλασίτες κλπ βγάζουν ευαισθησίες καταπληκτικές και ότι συνήθως είναι ανυποχώρητοι και απόλυτοι, εν αντιθέσει με τις ευαισθησίες των καλλιεργημένων ημών, που συχνά τις υπερπηδούμε.

    Άλλωστε, φως φανάρι, τι ακριβώς είναι το ρεμπέτικο;

    Επίσης, το ότι τελικώς δεν αποκαλύπτει τι έκανε ο τύπος…. αν και για να κάθεται και να τα λέει όλα αυτά στο μπαρ, βγαίνει το συμπέρασμα την κοντή διάλεξε, όπως μερικά συναισθηματούλια εδώ, το βρίσκω πολύ καλό τεχνικά.

  52. ΓιώργοςΜ said

    49 Τι να σου κάνουν οι εγκυκλοπαιδικές γνώσεις αν δεν τις βάλεις να δουλέψουν για λογαριασμό σου… 🙂
    Δυο μέτρα θα ήμουν αν ίσχυε αυτό…

  53. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ε! αφού υπάρχουν κοντοί-ες εδώ μέσα, να ψηφίσουμε να γυρίσει ο Χουρσούτογλου στην κοντή; 🙂

  54. Γιάννης Κουβάτσος said

    Η λέξη χοντρός δεν είναι πολιτικά ορθή. Προικισμένο οριζοντίως άτομο είναι το σωστό. Μη μας πλακώσουν στις μηνύσεις τίποτα εύσαρκοι ακτιβιστές. 😊

  55. 53 Και ποιός θα πάει να ανακοινώσει το αποτέλεσμα στον συγγραφέα;

    54 Α, εμένα δεν με πειράζει να με λένε χοντρό. Έτσι κι αλλιώς δεν τους ακούω.

  56. Μαρία said

    52
    Παρομοίως. Εδώ πάνω τις αγκινάρες τις ξέραμε μόνο απ’ τα βιβλία. Πρωτόφαγα γύρω στα είκοσι, όταν είχα πάρει όλο μου το μπόι.

  57. ΓιώργοςΜ said

    53 Επειδή στο ιστολόγιο υπάρχει συντριπτική υπεροχή ανδρών, μάλλον ταύτιση με τον (κοντό) ήρωα του διηγήματος θα υπάρξει. Δε νομίζω πως η έκβαση θα είναι υπέρ της κοντής, εκτός αν υπερισχύσει το πατριωτικό αίσθημα.

    53 Είπαμε, όχι «χοντρός». Ο σωστός όρος είναι «λιπαρά διακοσμημένος».

  58. Φουντωτός

  59. sarant said

    55β 🙂

    Αυτό με τις αγκινάρες δεν το ήξερα -και μου άρεσαν.

  60. ΚΩΣΤΑΣ said

    57
    Μάλλον προς το ψηλός κλίνω, 1,75. Άρα για μένα δεν πρόκειται για ταύτιση αλλά για αλληλεγγύη προς βραχύσωμους σχολιαστές.

    Με την ευκαιρία, για τη «Μαρμάρω», κάποιος γνωστός μου είχε ένα οπελ κάραβαν λευκό και το ονόμαζε και αυτός έτσι. Κατά θεσσαλικό κάμπο μεριά. Μάλλον θα ήταν μόδα της εποχής.

  61. ΚΩΣΤΑΣ said

    55 α

    Όποιος τα τινάξει πρώτος.

  62. ΣΠ said

    Ο Οβελίξ είχε πει: Δεν είμαι χοντρός, είμαι χαμηλοστήθης.

  63. 59 Να περιμένουμε να τοποθετηθεί σχετικά με τις αγκινάρες ο δίμετρος Δημήτρης.

  64. Pedis said

    Είναι και το ενσέμπλ των σχολιαστριών ευάριθμο (να θυμηθώ να μην ξεχάσω τι σημαίνει …) και δεν μπορούμε να έχουμε αξιόπιστη στατιστική στο πώς προσλαμβάνεται από τις γυναίκες το φαλλοκρατικό ύφος/περιεχόμενο σαν αυτο του σημερινού διηγήματος. Με συμπάθεια, με υπεροψία ή με καμιά ριζική στροφή στις σεξουαλικές προτιμήσεις;

    (Παρακαλούνται οι άρρενες του ιστολογίου παντογνώστες της γυναικείας ψυχής να μου κάνουν τη χάρη να μην αμολήσουν καμιά πολύ μεγάλη μαλακία επί του θέματος …)

  65. sarant said

    64 Να πω την αλήθεια κι εγώ το είχα περιέργεια αυτό, πώς το έκριναν οι αναγνώστριες.

  66. Μπετατζής said

    Είναι σίγουρο ότι το μπαρ βρίσκεται κάπου στην Κολωνία ;;;; Λίγο γούγκλισμα δείχνει ότι SALONIKA BAR λένε το μπαρ του Μακεδονία Παλάς. Μπορεί να κάνω λάθος, ας πει κάποιος από την Θεσσαλονίκη. Αν το μπαρ είναι στην Κολωνία, τότε προφανώς ο Σπύρος έμεινε με την ψηλή και μετονόμασε το μπαρ έτσι. Αν το μπαρ είναι στην Θεσσαλονίκη, γυρίσανε στην πατρίδα με την κοντούλα και ο Σπύρος τα ήπιε ένα βράδυ με τον συγγραφέα στο μπαρ του ξενοδοχείου. https://www.oyster.com/thessaloniki/hotels/makedonia-palace/photos/salonica-bar–v4806536/

  67. ΚΩΣΤΑΣ said

    Νικοκύρη, βγάλε στον Pedis πορτοκαλιά κάρτα. Είπε κακιά λέξη! 🙂

  68. 64ΥΓ +1000

    66 Νομίζω πως αυτή είναι η μαγκιά του συγγραφέα: σε αφήνει χωρίς απάντηση.

  69. Μπετατζής said

    Ε, ναι, για μας τους αργόσχολους το λέω, να βρούμε δουλειά να κάνουμε 🙂

  70. Αιμ said

    54. Ο Οβελίξ, γνωστός υπέρμαχος του πολιτικώς ορθού, προτιμούσε το «γεναίος πολεμιστής με κοτσίδες «

  71. Γιάννης Ιατρού said

    Πείτε ρε σεις για καμία καλή δίαιτα με τσουρέκια, προφιτερόλ, άντε τέλος πάντων με τηγανητές πατάτες και παϊδάκια

  72. ΣΠ said

    71
    Ο Μητσικώστας κάποτε είχε αναφέρει δύο δίαιτες: την δίαιτα με τα κουρκουμπίνια και την δίαιτα με τα κοκφρίνια. Στην πρώτη τρως τα πάντα εκτός από κουρκουμπίνια και στην δεύτερη τρως τα πάντα και ιδίως κοκοφρίνια.

  73. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    64/65 Οι άντρες υπάρχουν στο περιθώριο της μακροθυμίας των γυναικώνε, οπότε κάτι πρέπει να βρούνε να λένε κι αυτοί 🙂 🙂

    ……………………………………..
    @Kourentinio
    -Γυναίκα το καλύτερο σεξ γίνεται μετά απο τσακωμό λένε
    -Δεν είμαστε τσακωμένοι
    -Πάχυνες

  74. Πέπε said

    @51:
    > > Απόρησα όμως και με την κριτική του ότι ένας χυδαίος δεν έχει ευαισθησίες. Γνωριζοντας πολλούς ανθρώπουςσε δύσκολη συναισθηματική κατάσταση ΄λόγω 40-ετίας μέσα σε κρατικά νοσοκομεία, μπορώ να βεβαιώσω ότι αυτοί πυ εμείς θεωρούμε χυδαίους, μπασκλασίτες κλπ βγάζουν ευαισθησίες καταπληκτικές και ότι συνήθως είναι ανυποχώρητοι και απόλυτοι, εν αντιθέσει με τις ευαισθησίες των καλλιεργημένων ημών, που συχνά τις υπερπηδούμε.

    Λεώνικε, αν αναφέρεσαι σ’ εμένα (#21), δεν εννοούσα αυτό:

    Πρώτον, δε μίλησα για χυδαίους ανθρώπους αλλά για ανθρώπους που φέρονται σαν γομάρια και γενικώς δείχνουν σαν γομάρια.

    Ύστερα, δεν αμφισβήτησα ότι έχουν ευαισθησίες. Αντιθέτως, θεωρώ τόσο αυτονόητο ότι το πώς μιλούν και πώς δείχνουν δεν αποκλείει να είναι κανονικοί άνθρωποι σαν όλους τους άλλους, άρα και με τις ευαισθησίες τους, που μ’ ενόχλησε λιγάκι η προσπάθεια να αποδειχτεί αυτό λες και χρειαζόταν απόδειξη.

  75. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    71
    δίαιτα της ιππασίας.

    Πρωινό: 2 φέτες ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα. Δύο τηγανιτά αυγά με μπέικον. 1 ποτήρι γάλα, 1 ποτήρι πορτοκαλάδα και καφέ όσο θες
    Μετά 45 λεπτά ιππασία.

    Μεσημεριανό: 2 πιάτα της αρεσκείας σας, σαλάτα με μπόλικο λάδι, τηγανιτές πατάτες, μπουγιουρντί, γλυκό και κόκα κόλα ή μπύρα.
    Μετά 1.30 ώρα ιππασία.

    Απογευματινό: προφιτερόλ,μισό κιλό φράουλες και 2-3 μπάλες παγωτό.
    Μετά 45 λεπτά ιππασία.

    Βραδινό: 2 πίτσες απ όλα και κόκα κόλα. Εναλλάξ:Παϊδάκια με πατάτες τηγανιτές και σαλάτα χωριάτικη
    Μετά 2 ώρες ιππασία.

    Η δίαιτα έχει καταπληχτικά αποτελέσματα. Σε 20 μέρες το άλογο θα έχει χάσει τουλάχιστον 15 κιλά.

  76. sarant said

    66 Μπετατζή, ότι το Salonica Bar ειναι στην Κολωνία είναι δική μου υπόθεση. Μπορεί να επεσα έξω και να τα λέγανε στη Θεσσαλονίκη.

  77. ΚΩΣΤΑΣ said

    71
    Συνταγή για αδυνάτισμα γνωστού μου, που του την έδωσε γιατρός – διαιτολόγος.

    – Τρως ότι τραβάει όρεξή σου, αλλά καθημερινά κάνεις πεζοπορία το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη – Λαγκαδάς.

    Καμιά άλλη πιο εύκολη δίαιτα γιατρέ; ρωτάει;

    – Τρως ότι τραβάει όρεξή σου, αλλά καθημερινά κάνεις σεξ με τη γυναίκα σου, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ.

    – Ε, γιατρέ, τί είναι ο Λαγκαδάς; δυο βήματα είναι από ‘δω! 🙂

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η αφήγηση του Σουρούνη ακροβατεί εύστοχα πάνω στον άξονα που στηρίζουν η φαλλοκρατία και το φιλότιμο –ακρογωνιαίοι λίθοι του ρωμέικου συστήματος αξιών– και με τον ακατάβλητο οίστρο της σκαμπανεβάζει τον αναγνώστη από την ευθυμία στην πίκρα και από τη θλίψη στο χαμόγελο. Κλείνοντας το μικρό βιβλιαράκι, απορείς πώς μπόρεσε να χωρέσει μέσα του τόσος καημός ξενιτιάς.
    Περ. ΛΕΞΗ (ο Σπ.Τσακνιάς)

    77 Κώστας ή πού να τρέχουμε τώρα στο Λαγκαδά 🙂

  79. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Μετά από οργασμικό σέξ ποιός έχει όρεξη να πάει στην δουλειά; γι΄αυτό έχουμε σεξιστική ανοργασμική κοινωνία, μέχρι κι ο θεός μόνος του την βρίσκει.

    Make SEX no Work.

  80. ΚΩΣΤΑΣ said

    78
    Με το που; ξέρω άλλο.

    – Γιαγιά, τι δώρο θέλεις να σου φέρω; ένα ξερολούκουμο ή έναν παππού για παρέα στο κρεβάτι;

    – Πού δόντια για λουκούμι, παιδάκι μ’ εγώ;

  81. Γιάννης Ιατρού said

    75/77: 🙂 🙂 🙂 🙂
    Βλέπω πως μόνο ένα μικρό έναυσμα χρειάζεται ….. κι ο Λάμπρος αμέσως ανταποκρίνεται, από Λαγκαδά !!! 🙂

  82. gpoint said

    # 81

    Μπα ;
    Από τον Λαγκαδά ;
    Είχε πάει να δει τις περώνυμες αδελφές ;

  83. Μαρία said

    76
    Σωστά υπέθεσες. Και ζει και βασιλεύει ακόμα http://prinz.de/koeln/locations/63661-salonika/

    Μάλιστα η Νόισερστράσε αναφέρεται και στο μοναδικό του Σουρούνη που διάβασα στα νιάτα μου, τους συμπαίκτες (1977) , με ήρωες διάφορα ρεμάλια 🙂 Έλληνες εργάτες. Εκεί η ρεαλιστική αφήγηση διακόπτεται απο λυρικά κομμάτια τα οποία μάλιστα ο Σ. κλείνει μέσα σε παρένθεση. Κι έτσι ο αναγνώστης παίρνει μια ανάσα.

  84. Μαρία said

    66
    Αυτό πρέπει να είναι νουβοτέ του Σαββίδη 🙂

  85. sarant said

    83 Α μπράβο καλά λοιπόν υπέθετα 🙂

    80 Σάματις έχω δόντια για μέλι; η παραλλαγή που ξέρω

    77 Για να βάλουμε τα πράγματα στις διαστάσεις τους, σύμφωνα με το google maps Θεσνίκη-Λαγκαδά είναι 20.5 χλμ ή τεσσεράμισι ώρες.

  86. Μαρία said

    Και Plomari έχει για το Γιάννη http://prinz.de/koeln/locations/kategorie/gastro/restaurants/griechische-restaurants?page=1

    85
    Σε μισή ώρα πας στο Λαγκαδά.

  87. Μαρία said

    Ωχ! Τώρα είδα οτι ο χοντρός πρέπει να το κάνει με τα πόδια.

  88. Γιάννης Ιατρού said

  89. sarant said

    88 Βγαλμένο από τη ζωή, λέμε!

  90. Μαρία said

    88
    Αυτή ήταν η αφροδισιακή δίαιτα του Σπύρου; Ποτά δεν βλέπω.

  91. voulagx said

    #88: Στο μενου των 11:00PM βαλε κι ενα μσοκιλο για να καουν τα λιπαρα.

  92. Γιάννης Ιατρού said

    91: Το μισόκιλο, εναλλακτικά κανά δυό μπύρες, οπωσδήποτε! Παράλειψή μου, αίσχος!

    Τι έγινε αυτός ο Λάμπρος; Εξαφανίστηκε μετά τις 23:18. Μάλλον ;έφαγε, σχολίασε και μετά θα πήγε εκδρομή στην Κινέττα, what else 🙂

    ΥΓ: και μην ξεχνάμε το πνεύμα των Χριστουγέννων ante portas 🙂

  93. Γιάννης Ιατρού said

    79: ΛΑΜΠΡΟΣ
    …Μετά από οργασμικό σέξ ποιός έχει όρεξη να πάει στην δουλειά;…
    Ρε συ, μάλλον κάτι ξέχασες να αναφέρεις, π.χ. του τύπου: «κι ένα ωραίο το τσιγάρο μετά το σεξ» κλπ.
    Αφού ξέρεις τώρα, στην τελική ένα τσιγάρο κάθε τρία χρόνια δεν κάνει κακό. 🙂

  94. Γιάννης Ιατρού said

    93.: το

  95. Γιάννης Ιατρού said

    Έχουμε κι αυτό εδώ με παρατηρήσεις επί του γλωσσικού του Άδωνη (κι άλλα διάφορα 🙂 )

  96. 57, … όχι «χοντρός». … «λιπαρά διακοσμημένος». …

    Horizontally gifted

  97. Γς said

    77:

    Και χωρίς Λαγκαδά.

    Απόψε στο ΦΒ:

    Γς: Μπράβο. Παραμένεις η ίδια. Κούκλα!
    E: Στείλε μου και εσύ μία δική σου
    Γς: Δεν έχω και δεν θέλω να περιμένεις. Αύριο!
    E: Τράβα μια τώρα και στείλε μου την
    Γς: Οπως είμαι;
    E : Ναι
    Γς: Τι μου κάνεις τώρα;
    Ε: Αντε, περιμένω
    Γς: Αύριο. Είμαι 87 κιλά, 1.76 Περίμενε
    E : Τώρα. Ποιος ζει ποιος πεθαίνει αύριο
    Γς: Δεν βρίσκω τη μηχανή. Ασε αύριο.
    E : Άσε τις πουστιες
    Γς: Εκτός αν μου τάξεις τίποτα. Ωραία μωρή. Θα περιμένεις όμως πολύ
    E : Εγώ σου έστειλα χωρίς να μου τάξεις κάτι
    Γς: Την βρήκα. Πάω να βγάλω. Είμαι ξεβράκωτος όμως
    Ε: Φόρα ένα βρακί
    Γς: Τις έβγαλα. Περίμενε να τις φορτώσω

    E : Lovely! Μην χάσεις αλλα κιλά. Είσαι τέλειος
    Γς: Ναι; καρδούλα μου

  98. Γς said

    85:

    >σύμφωνα με το google maps Θεσνίκη-Λαγκαδά είναι 20.5 χλμ ή τεσσεράμισι ώρες.

    Την έκανα αρκετές φορές αυτή την διαδρομή. Μετά κουράστηκα και άρχισα να τρώω.

    Λέω να την ξαναρχίσω [σε συντομότερή της εκδοχή]

    https://www.google.gr/maps/dir/38.0202389,24.0059775/38.0174496,24.0095395/37.999595,24.0099916/37.999595,24.0099916/37.9991056,23.9961713/38.0075934,23.9751643/38.0103092,23.9698537/38.0150091,23.9773209/38.0183225,23.9839728/38.0198154,24.0060251/@38.0062473,23.9981563,3895m/data=!3m1!1e3!4m37!4m36!1m0!1m25!3m4!1m2!1d24.0113802!2d38.0135747!3s0x14a18387927a1bd3:0xae920f1d99663a6f!3m4!1m2!1d24.010991!2d38.011784!3s0x14a1847871a4259d:0xdf4cf6eef873045!3m4!1m2!1d24.0102812!2d38.0097324!3s0x14a18479a627ac75:0x33ac38400a31ede6!3m4!1m2!1d24.0090583!2d38.0072676!3s0x14a1847bc52d1791:0x5c4579fa2b4c77cf!3m4!1m2!1d24.0091221!2d38.0031379!3s0x14a1847b1420f883:0xb6cc1ba44e300eb3!1m0!1m0!1m0!1m0!1m0!1m0!1m0!1m0!3e2

  99. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    92β – Είπα να κάνω πράξη το σύνθημα, είμεθα άνθρωποι των έργων και ουχί των λόγων.☺

    93 – Δεν ξέχασα τίποτε το κάπνισμα (όπως και το αλοκόλ) σκοτώνει το οργασμικό σέξ, τώρα άμα κάποιος κάνει σέξ κάθε τρία χρόνια ας κάνει όσα τσιγάρα θέλει, έτσι κι αλλιώς πεθαμένος είναι, απλώς δεν το έχει καταλάβει.☺

    Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τον βαθύ οργασμό, η στέρηση και η «ηθική» και κοινωνική καταπίεσή του «κλειδώνουν» ψυχικά τους ανθρώπους με αποτέλεσμα να ψάχνουν λίγη ευχαρίστηση σε διάφορα εθιστικά σκευάσματα που θα τους ξεκλειδώσουν και θα τους χαλαρώσουν γινόμενοι ταυτόχρονα πελατειακά κορόϊδα των «εμπόρων» καταστρέφοντας τον εαυτό τους.

    ΤΑ ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ, ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΕΑΝ.

    Καλημέρα.

  100. spiral architect 🇰🇵 said

    Μάθετε τάντρα από τον άρχοντα, γατάκια!

  101. sarant said

    95 Ωραία, δεν το είχα διαβάσει

  102. Γς said

    97:

    Καλημέρα.

    υπάρχει κανείς που θέλει να αναρτήσω και την φωτό που μού έστειλε η Ε. στο ΦΒ;

    Φυσικά με μοζάικ στο πρόσωπο.

    Δεν κωλώνω!

    Πριν 20 χρόνια, όταν οι λίστες [ιστολόγια] έκαναν στρατα-στρστούλα πέταξα σε μια στιγμή τρέλας και θυμού μετά από πολύ αλκοόλ την φωτό μιας που συμμετείχε στη λίστα. Γυμνή, από μια ιδιωτική προσωπική μας στιγμή σε ξενοδοχείο.

    Το καταχάρηκε κι ας έκανε ότι …

  103. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @63. Τώρα τὸ εἶδα, Σκλί μ᾿, καὶ θὰ τοποθετηθῶ. Ἀγγινάρες ἔτρωγα μικρὸς, ἄν καὶ δὲν τρελαινόμουνα, ὅπως τὰ περισσότερα παιδιὰ ἄλλωστε. Ἡ μάνα μου τὶς ἔκανε ἀλὰ πολίτα· ἔβαζε μπόλικες πατάτες καὶ καρότα κι ἔτσι ἔτρωγα αὐτὰ κυρίως καὶ λίγες ἀγγινάρες.

  104. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    103 Σκέψου να μην έτρωγες έστω αυτές τις λίγες 🙂 Ώρε μάνα μου…

  105. sarant said

    102 Φωτογραφίες τέτοιου είδους όχι εδώ, σε παρακαλώ.

  106. Κουνελόγατος said

    ΟΝ ΒΟΥΛΕΤΑΙ ΑΠΟΛΕΣΑΙ… Και oh no ων, no είτο.

  107. ΣΠ said

    83
    Δεν πρέπει να είναι το ίδιο. Το ένα είναι εστιατόριο, το άλλο μάλλον είναι μπαρ. Το ένα γράφεται Salonika, το άλλο Salonica. Μάλιστα, όπως είναι γραμμένο, Salonica bar, είναι ένδειξη ότι δεν είναι στην Γερμανία

  108. Μπετατζής said

    Στη Διαγώνιο, είναι με – k – . Άρα μάλλον είναι στην Κολωνία και το έχει γράψει λάθος ο Νικοκύρης στον τίτλο. Τι σας έλεγα ;;; Βρήκαμε μαλλί να ξάνουμε 🙂

  109. ΣΠ said

    108
    Ναι, αφού είναι γραμμένο Salonika, μάλλον είναι στην Κολωνία.

  110. sarant said

    108 Στη Διαγώνιο είναι με k το Salonika, αλλά στο βιβλίο απ’ όπου το πηρα είναι με c. Mάλλον επαναπατρίστηκε το μπαρ 😉

    https://www.politeianet.gr/books/9789600300741-sourounis-antonis-kastaniotis-meronuchta-fragkfourtis-185298

  111. ΣΠ said

    Μέρος του διηγήματος υπάρχει μεταφρασμένο στα αγγλικά σ’ αυτό το βιβλίο. Εδώ υπάρχει σε pdf, στην σελ. 250.

  112. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τη φτιάξη (ιδιοσυστασία) τη λέμε και καμωσά κάτω.
    «η καμωσά ντου τόχει» (κι αρπάζεται εύκολα π.χ.)

  113. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    88. Να ξες πού θα παραγγείλεις άμα πας για πάντα και καγκουρά 🙂
    Salonica Gyros Bar
    https://www.foodora.com.au/restaurant/a1hx/salonica-gyros-bar

  114. sarant said

    111 Α, ωραία!

  115. 110, … με k το Salonika, αλλά στο βιβλίο … με c.
    Mάλλον επαναπατρίστηκε το μπαρ 😉 …

    Acta Salonica
    όπως
    Acta Chimica

  116. Μαρία said

  117. Γς said

    116:

    Ομπρέλες και ομπρέλες…

    Κι είχε ένα αέρα, μα τι αέρα. Από εκείνον τον περίεργο που σηκώνει τα φουστάνια.

    Κι έγινε μπρος τα μάτια μου.. Φάνηκε και το εσώρουχό της.
    Και ρωτάει ένας το φίλο του δίπλα μου:

    -Δικέ μου, σου έχει τύχει ‘ομπρέλα’ και να μη φοράει τίποτα από κάτω;

    -Όχι ρε συ. Δεν με έχει αξιώσει ο θεός ακόμα…

  118. Γς said

    115:

    Οπως Anal, ουπς, Annal, ουπς, Annals of Chemistry

    [annals: historical records – nothing to do with sex!]

  119. Πέπε said

    @116:
    Σωστός ο συναγωνιστής.

    Αλλά οι κοινωνικές κατακτήσεις δε γίνονται με μετριοπάθεια, πρέπει να τα απαιτούμε όλα. Καθολική απαγόρευση χρήσης ομπρέλας στα πεζοδρόμια της Σόλωνος και σε όλα τα στενά πεζοδρόμια. Και κοντός να μην είναι, πρώτον, μπορεί να σε πετάξει έξω. Δεύτερον, άμα δεν έχεις ομπρέλα (επειδή σέβεσαι τον συνάνθρωπο) και πηγαίνεις μέσα μέσα στο πεζοδρόμιο για ν’ αποφύγεις τα μαζεμένα νερά που τρέχουν από τις άκρες των μπαλκονιών, άμα τα φάει η ομπρέλα του αλλουνού σ’ τα ρίχνει επάνω σου.

    Κανονικά θα έπρεπε να επιτρέπεται μόνο σε πεζοδρόμια σαν των Ηλυσσίων Πεδίων. Αλλιώς, κουκούλα και αδιάβροχο.

  120. Γς said

  121. Γς said

    Je ne vois plus personne j’ai fait le vide autour de moi
    Je ne comprends plus rien parce que je ne suis rien sans toi

  122. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @120. Ἰωάννη, πολὺ μὲ ἄρεζε τὸ παρατεθὲν ἆσμα ἀπὸ τὰ (πορτοκαλιστὶ) Ἀλεξιβρόχια τοῦ Χειροπύργου*.
    (Ἔστω καὶ μετὰ παρέλευσιν διημέρου.) 🙂

    * Ὡς γνωστόν, τὸ Cherbourg προέρχεται ἐκ τοῦ χείρ+πύργος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: