Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ένας παράσιτος (διήγημα του Γ. Δροσίνη)

Posted by sarant στο 10 Δεκέμβριος, 2017


Σαν χτες, 9 Δεκεμβρίου, γεννήθηκε το 1859 ο λογοτέχνης Γεώργιος Δροσίνης, που ασχολήθηκε πρώτα με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία και τη δημοσιογραφία και με όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, αλλά και πέρασε απο νωρίς και από την απέναντι μεριά αφού διετέλεσε διευθυντής ή εκδότης πολλών και σημαντικών εφημερίδων και περιοδικών, κατέλαβε διάφορες δημόσιες θέσεις και τιμήθηκε όσο λίγοι στον καιρό του, ανάμεσα στ’ άλλα ως ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας, μέχρι που πέθανε πλήρης ημερών στην Κηφισιά το 1951.

Τα απομνημονεύματα του Δροσίνη, με τίτλο Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, δημοσιεύτηκαν στο Ελεύθερο Βήμα το 1939 σε συνέχειες. Δεν είναι πλήρη απομνημονεύματα, ούτε ακολουθούν χρονολογική σειρά, περισσότερο φωτίζει ο Δροσίνης τη μια ή την άλλη περίοδο της ζωής του ή περιγράφει σημαντικούς ανθρώπους που γνώρισε. Έχουν εκδοθεί σε δύο τόμους, νομίζω μαζί και με αδημοσίευτο υλικό, σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Από τις αναμνήσεις αυτές είχα δημοσιέψει παλιότερα ένα απόσπασμα σχετικά με τα μαθητικά χρόνια στο Βαρβάκειο -στη δεκαετία του 1870. Τώρα δημοσιεύω ένα κεφάλαιο, που μπορεί να σταθεί σαν αυτοτελές αφήγημα, γι’ αυτό και καταχρηστικά ίσως το αποκάλεσα «διήγημα» στον τίτλο.

Ο Δροσίνης περιγράφει τις περιπέτειες του Βασιλάκη, ενός υπάλληλου με λιγοστά προσόντα που παύεται όταν διορίζεται στη θέση του κάποιος με ισχυρότερο μέσο και για να εξασφαλίσει τον πολυπόθητο επαναδιορισμό έρχεται να ζήσει ένα διάστημα στην Αθήνα φιλοξενούμενος και τρώγοντας πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο. Κι ενώ είναι αστείες οι περιγραφές, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι ο Δροσίνης κάνει χιούμορ εκ του ασφαλούς, αρχοντόπουλο εξαρχής όπως ήταν.

Το αφήγημα πάντως έχει ενδιαφέρον σαν μια εικόνα της ζωής στην Αθήνα πριν από σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια, ενώ θα σημειώσω και δυο λέξεις που έχουν ενδιαφέρον. Ο Βασιλάκης όταν απολύεται γυρίζει στο νησί του παυσανίας. Πρόκειται για λογοπαίγνιο με την παύση -μια λέξη πολύ συχνή την εποχή ως το 1911, που δεν ήμασταν σοβιετία και ο καθένας πολιτευτής μπορούσε να ζητήσει την παύση ενός υπαλληλου για να βάλει στη θέση του έναν δικό του, ανεξαρτήτως προσόντων. Επίσης, κάποια στιγμή ξυρίζουν για καψόνι τον Βασιλάκη και του αφήνουν μόνο υπογένειο. Αυτό ο Δροσίνης το λέει μους (από γαλλ mouche) και βεβαίως από εκεί προέρχεται το μούσι (περισσότερα σε παλιότερο άρθρο). Κάνοντας τα πικρά γλυκά, ο Βασιλάκης καμαρώνει «Είμαι ο Ναπολέων ο τρίτος» διότι τέτοιο γενάκι είχε λανσάρει ο Ναπολέων ο 3ος της Γαλλίας -που ηττήθηκε από τον Μπίσμαρκ στον πόλεμο του 1870.

Μονοτονίζω και προσαρμόζω, ίσως όμως έχει μείνει καμιά ορθογραφία του Δροσίνη όπως και κάμποσα ψεγάδια από το οσιάρ.

Ένας παράσιτος

Τον επρωτογνώρισα στα παιδικά χρόνια μου ταμειακόν υπάλληλο στην Ύδρα. Και τον εθυμούμουν, σαν έναν αστείον τύπο, που εξεχώριζεν εκεί με τους τρόπους του. Επιτηδεύουνταν ευγένεια στον χαιρετισμό των κυριών, με υποκλίσεις και λόγια, διαλεγμένα από το τυπικό της «Καλής Συμπεριφοράς»:

– Ταπεινότατος θεράπων σας, σεβαστή δέσποινα.

– Υποκλινέστατος της ευγενείας σας, κυρία μου.

– Εις τας υμετέρας διαταγάς, δεσποσύνη.

Ήτον κοντός, αλλά καλοδεμένος και δυνατός στα χέρια. Ένα κεφάλι ολοστρόγγυλο κοντοκουρεμένο. Γένια ψαλιδι­σμένα και μεγάλο μουστάκι, αρειμάνια στριμμένο. Πίσω από τα γυαλιά, που φορούσε πάντα, δυο μάτια μικρά κουτοπό­νηρα εθαμπόφεγγαν, σαν ψαριού όχι πολύ φρέσκου. Βλεφα­ρίδες σχεδόν δεν είχε.

Έλεγε πως ήτον καταγωγής μανιάτικης και πως τον είχε βαφτίσει ο Θοδωράκης Γρίβας. Γι’ αυτό και είχε την προστα­σία τού Δημητράκη Γρίβα και σ’ αυτόν εχρεωστούσε τον διορισμό του σε ταμειακή υπηρεσία. Θα ήτον τότε ως σαρά­ντα ετών και το μουστάκι και τα γένια του αλατίζουνταν κάπου κάπου με τις πρώτες άσπρες τρίχες. Ντυμένος με φτηνά και διορθωμένα ρούχα, με ξεφτισμένο μαύρο λαιμοδέτη και τσαλακωμένο κολάρο, ήτον όμως καθαρός. Κι αυτό βέβαια το χρεωστούσε στη γυναίκα του, μια Υδραία με τσεμπέρι, προκομμένη νοικοκυρά, καθώς όλες οι γυναίκες του βραχοθεμέλιωτου νησιού. Ιδιαίτερη προσοχή έδινε στα παπούτσια του: παλιά, ξηλωμένα, μπαλωμένα, τα είχε πάντοτε λουστρισμένα της ώρας.

Όπως στον προφορικόν λόγο του, και στα γράμματά του προς ανωτέρους του στην υπηρεσία ή στην κοινωνία είχε δικές του εκφράσεις, που πολλές φορές δεν ήταν και στον τόπον τους. Στον προϊστάμενο ταμίαν κάποτε, που έλειψε με άδεια μια βδομάδα, έγραφε στην αρχή του γράμματός του: «Περινούστατε, Κύριε Ταμία», και υπέγραφε: «Των υμετέρων δια­ταγών πειθήνιος εκτελεστής». Όλους τούς βουλευτάς, που ζητούσε να συστήσουν τον προβιβασμόν του από τον Υπουρ­γόν των Οικονομικών τους επροσφωνούσε: «Εκλαμπρότατε» και όλους τους Στρατιωτικούς «Ενδοξότατε» ή «Γενναιότα­τε» κι ετελείωνε με το: «Ευλαβής ικέτης» ή «Ύπερευγνωμονέστατος».

Την υπογραφή του την είχε φιλοτεχνήσει μεγαλόπρεπη, σαν να ήτον τουλάχιστον υπουργός ή πρέσβυς, με ολόγραφο το όνομα και το επίθετό του. Κάτω από την υπογραφή εκρέμουνταν ένα σύμπλεγμα, σαν περσικό ή αραβικό κέντημα.

Ή γραμματική και το συντακτικό του είχαν πολλές τρύ­πες. Δε θα είχε τελειώσει ούτε το Ελληνικόν Σχολείον. Και στην ταμειακή υπηρεσία, που είχε κολλήσει με την προστα­σία του Γρίβα, ήτον ανίκανος για κάθε άλλο έξω από την τυπική αντιγραφή, κι αυτή κάποτε λανθασμένη και ξαναγραμ­μένη. Εκαμάρωνε για τις επιγραφές των φακέλων του Τα­μείου, στρογγυλογραμμένες και ισοχαρακωμένες, και για τη χρήση της ταμειακής σφραγίδος, που την ήθελεν αποκλειστικά δική του και την ετύπωνε μαθηματικά ισοσταθμισμένη, ώστε ο θυρεός με το Βασιλικόν Στέμμα να μη γέρνει ούτε μια τρίχα δεξιά ή αριστερά. Και αιτιολογούσε την προσοχή του αυτή: «Πρέπει να υψούται υπερηφάνως το Ελληνικόν Στέμμα εις τους αιώνας των αιώνων, ευθυτενές και ακλόνητον».

Το αξίωμα του ανδρός το μεταβίβαζε και στη γυναίκα του απαράβατα: «Η Κυρία Τελώνου, η Κυρία Υπομοιράρχου, η Κυρία Επιθεωρητού, η Κυρία Εισπράκτορος». και στα κορί­τσια του, αν ήταν μεγάλα: «Η Δεσποσύνη Τελώνου» κλπ. Στους φακέλους των γραμμάτων του, όταν ήθελε να δείξει μεγαλύτερον σεβασμόν, έγραφε δυο φορές: «Κύριον, Κύριον». Αν τον ήξερε παρασημοφορημένον, επρόσθετε: «Ιππότην του Τάγματος του Σωτήρος». Αν ήτον χωρίς κανένα τίτλο και επάγγελμα, έγραφε μετά το όνομά του «κτλ. κτλ.».

Σέ κάθε ομιλία του ήθελε να δείχνει πολυμάθεια και ενη­μερότητα στη δική μας και στην ξένη πολιτική κίνηση. Γι’ αυτό

αναμασούσε ονόματα μεγάλων ξένων, ηγεμόνων, πολιτευόμε­νων και στρατιωτικών, ανακατωμένα χωρίς λόγο και χωρίς να είναι σωστά. Επειδή επερνούσε για Μανιάτης, με ξεχω­ριστή λατρεία μιλούσε για τον Ναπολέοντα, που τον θεωρούσε συμπατριώτη του. Τον περίφημο στίχο του Αλεξάνδρου Σούτσου:

 

Ο Κορσικανός ο έχων τον Ταΰγετον πατρίδα

 

τον είχε κάθε λίγο στο στόμα του χωρίς καμιάν ανάγκη. Για τους τότε αυτοκράτορας της Ρωσίας, της Αυστρίας και της Γαλλίας, μιλούσε με τόσην οικειότητα, σαν να ήτον προσω­πικός φίλος τους. Τον Αλέξανδρον της Ρωσίας μάλιστα δεν τον ονομάτιζε καν. Έλεγεν: «Ο συμπέθερός μας», εξ αιτίας του γάμου του Βασιλέως Γεωργίου με την Μεγάλη Δούκισσα Όλγα. Αυτός ήτον ο Βασιλάκης, ο ταμειακός υπάλληλος της Ύδρας, στην πρώτη γνωριμία, που είχα μαζί του το καλο­καίρι του 1872.

Ούτε μού εδόθηκεν αφορμή να τον ξανασυλλογισθώ για πέντ’ έξι χρόνια, ως την ημέρα που παρουσιάσθηκε στο σπίτι μας, στην Αθήνα. Μάς τον έφερεν ο Στάθης, εξάδελφός μου τριτοετής φοιτητής της Ιατρικής. Τον είχε γνωρίσει στας Καλάμας, που τον μετέθεσαν από την Ύδρα για να δώσουν τη θέση του σέ κάποιον Υδραίον. Ο έξάδελφός μου ήτον εκεί μαθητής του Γυμνασίου και κατοικούσε στο σπίτι του θείου του ταμία. Έβλεπε λοιπόν τον Βασιλάκη στο ταμείον ν’ αντιγράφει δυο και τρεις φορές το ίδιο έγγραφον, ως που να το καταφέρει χωρίς λάθος, να επιγράφει τους φακέλους καλλιγραφικά και να τους σφραγίζει προσεκτικά με όρθια τη σφραγίδα του ταμείου. Ο Βασιλάκης επροσκολλήθηκε στον ανιψιόν του ταμία, που τον ευρήκε πρόθυμον να τον κερνά στο καφενείον και να τον καλεί στο ξενοδοχείον, όποτε δεν έτρωγε στου θείου του. Δεν επέρασεν όμως ένα εξάμηνο και ο Βασιλάκης εμετατέθηκε σέ άλλο ταμείον. Καμιάν υποστήριξη δεν είχε από την υπηρεσία, γιατί ήτον ανίκανος και άχρηστος, και μόνον από φιλανθρωπία και με την προστα­σία του Γρίβα τον εδιατηροΰσαν, ως που να πάρει τη σύντα­ξή του. Τελευταία όμως ένας βουλευτής την εζήτησε τη θέση του για κάποιον δικόν του και, πριν προφτάσει ο Βασιλάκης να προσφυγή στην παρέμβαση του πνευματικού του αδελφού, έλαβε την απόλυση. Αναγκάσθηκε λοιπόν να γυρίσει παυσανίας στην Ύδρα, που είχε τουλάχιστον στέγη, το σπιτάκι της Χριστίνας, της γυναίκας του. Προκομμένη, όπως όλες οι Υδραίισσες, δεν εκάθουνταν στιγμή με σταυρωμένα χέρια. Το σπίτι της λαμποκοπούσε από πάστρα, μ’ όλη τη φτώχεια της. Το ασβεστόχρισμά του το σαββατιάτικο έφθανεν ως το κα­τώφλι στο ανηφορικό βραχοσκάλιστο δρομάκι. Και όταν ετελείωνεν από το νοικοκυριό της και άναβε τη φουφού της για μαγείρεμα, έπαιρνε την κάλτσα στα γόνατά της κι εκάθουνταν κοντά στη φωτιά ή έραβε κι εμπάλωνε ασπρόρουχα υπαλλήλων, που δεν είχαν οικογένεια δική τους στην ‘Ύδρα. Με τα λίγα, που εκέρδιζεν από το πλέξιμο των καλτσών και από το ράψιμο, εζούσε χωρίς να στερείται το καθημερινό της. Ο άνδρας της όσον καιρόν επεριόδευε στα διάφορα επαρ­χιακά ταμεία δεν της έστελνε χρήματα και μόνον, αν ετύχαινεν ευκαιρία με κανένα επιβάτη, της επρομήθευε λίγα προϊόντα του τόπου της διαμονής του.

Τον εδέχθηκε λοιπόν παυμένον, ελπίζοντας πως γλήγορα θα ξαναδιορισθεί, προ πάντων με την ενέργεια του Γρίβα. Ο Βασιλάκης καταξοδεύουνταν σέ ταχυδρομικά, γράφοντας στον πνευματικόν αδελφό του συστημένα γράμματα. Μ’ όλες όμως τις προσφωνήσεις «Γενναιότατε Προστάτα» και τις υπογραφές, «ό ευτελέστατος της ένδοξότητός Σου πνευματικός αδελφός», καμιά απάντηση δεν ήρχουνταν. Απελπισμένος τότε, απεφάσισε να πάει ο ίδιος στην Αθήνα και να προσπέσει στον Γρί­βα και να ζητήσει και από άλλους πολιτευομένους υποστήριξη για να ξαναδιορισθεί. Ο μεγάλος πόθος του ήτον να εύρει θέση στην «Κεντρική Υπηρεσία», δηλαδή στο Υπουργείον των Οι­κονομικών, για να γνωρίσει και αυτός την «Κλεινήν πόλιν του Περικλέους» που μόνον περαστικά την είχε θαυμάσει ως τότε.

Με λίγα ρούχα λοιπόν σε μια κουβέρτα στρατιωτική τυ­λιγμένα και το μπαστουνάκι του, εμπαρκαρίσθηκε στο βαπόρι της γραμμής του Σαρωνικού, σαν να επήγαινε σε καμιά θαλασσινή εκδρομή για δυο τρεις μέρες το πολύ. Ναύλο δεν επλήρωσεν, ούτε βαρκαδιάτικα, γιατί είχε φίλους όλους τους Υδραίους θαλασσινούς. Για να φάει, είχε κάτι πρόχειρο, που του ετοίμασε ή γυναίκα του δεμένο σ’ ένα παρδαλό μαντήλι: ψωμί, τυρί και κρύα τηγανητά ψάρια. Χρήματα, από τη γυναίκα του, κι αυτά, καμιά εικοσαριά δραχμές. Ήτον όμως ξένοιαστος για το μέλλον. Άμα θα έφτανε στην Αθήνα, θα επήγαινε ολόϊσα στον φίλον των Καλαμών, τον «αγαπητόν Ευστάθιον», όπως τον έλεγε, και ήτον βέβαιος ότι θα εξασφάλιζε μια γωνιά για ύπνο και κανένα πιάτο φαΐ καθημε­ρινό – κι έχει ο Θεός για παραπέρα, «ο μεριμνών περί των πετεινών του ουρανού», καθώς έγραφε σ’ ένα γράμμα του, που του επρομηνούσε τον ερχομόν του στην Αθήνα.

Την κατοικία του Στάθη, κοντά στο Πανεπιστήμιο, την είχε μάθει στην Ύδρα από έναν συμφοιτητή του στην Ιατρι­κή. Εβγήκε δωρεάν και στον Πειραιά με μια βάρκα του βαποριού και με την κουβέρτα στον ώμο επήγε στον Σιδη­ροδρομικό Σταθμό, εμπήκε σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσεως, εξεκίνησε πάλι πεζός, με την κουβέρτα, από τον μόνον τότε Σταθμόν του Θησείου, κι έφθασε στου Στάθη το σπίτι με μεγάλον γύρο, γιατί δεν ήξερε τα συντομότερα λοξοδρομήματα.

Ό Στάθης, ένας άνθρωπος άφθαστος σέ καλοσύνη και μαθημένος από την πολιτική -ο πατέρας του ήτον δήμαρχος ’Αγρίνιου- να βοηθεί πρόθυμα όσους είχαν ανάγκη, τον εδέχθηκε στη μοναδική του κάμαρα και του έδωσε μια γωνιά για να στρώνει ένα κιλίμι και να κοιμάται τυλιγμένος στην κουβέρτα του. Τον επήρε και στο ξενοδοχείον το μεσημέρι και τον εκαλοτάγισε. Δεν ελογάριαζε, βέβαια, πως αυτή ή κατάσταση θα ήτον για πολύν καιρόν. Ο Βασιλάκης του είπε πως ελπίζει σύντομα να διορισθεί πάλι και θα έφευγε για τη νέα θέση του. Ειδεμή θα επήγαινε στην Ύδρα με τη Χριστί­να του, που επερνούσεν όπως όπως, προσμένοντας εκεί τον

διορισμό του. Οι προσδοκίες του Βασιλάκη από την προστα­σία του Γρίβα εχάθηκαν, όταν έμαθε πως δεν ήτον στην ’Αθήνα και ούτε θα εγύριζε γλήγορα από την Βόνιτσα. Άλλες πόρ­τες βουλευτών, που επήγε να χτυπήσει, ευρέθηκαν κλειστές, γιατί ήταν αντιπολιτευόμενοι.

Εν τούτοις η Πρωτεύουσα «τον εσαγήνευσε» και δεν εννοούσε να φύγει για την Ύδρα. Εκαταλάβαινε πως δεν ήτον δυνατόν να τον τρέφει ο Στάθης με το μηνιαίον, που του έστελνεν ο πατέρας του, και εκατάστρωσε με τον νου του το παρασιτικόν πρόγραμμα, που έβαλε σ’ εφαρμογή: Άρχισεν από το σπίτι μας. Εζήτησε του Στάθη να τον φέρει να επισκεφθεί την «Κυρίαν Τμηματάρχου, που είχε την τιμήν να γνωρίσει εν Ύδρα». Εννοούσε την μητέρα μου, γιατί ο πατέρας μου ήτον τμηματάρχης στο Υπουργείον των Οικονομικών. Έριξε την πρώτη άγκυρα. Ή μητέρα μου τον εσυμπόνεσε και τον εκράτησε μαζί με τον Στάθη να φάνε το μεσημέρι.

Στο πρώτο αυτό τραπέζι, που ευρέθηκα καθισμένος αντίκρυ, επαρατήρησα τη μέθοδο του Βασιλάκη, για να προφθαίνει να τρώει όσο μπορούσε περισσότερο. Εφόρτωνε το πιρούνι σαν φορτηγό ζώο και το άδειαζεν ολόκληρο μέσα στο στόμα του, σαν να ήτον αποθήκη. Δεν εχασομερούσε καθόλου στα χείλη. Το ίδιο και το ψωμί. Μια μεγάλη μπουκιά την έκοβε με το μαχαίρι από τη φέτα του, την έσφιγγε με τα δάκτυλα για να την μικράνει, και με μια κίνηση του ενός δακτύλου από τα χείλη την έσπρωχνε στα βάθη του στόματος, απαράλλακτα, όπως κάνουν όσοι μπουκώνουν με καρύδια τους διάνους. Το τί έφαγε με τη μέθοδό του αυτή είναι αφάνταστο. Ή μητέρα μου δεν τον επρόφθαινε ψωμί και το μισό πιλάφι με κρέας από τη μεγάλη πιατέλα επέρασε στο στομάχι του. Κάθε φορά που του ελέγαμε να ξαναπάρει φαΐ, έκανε πως δεν θέλει άλλο, πως εχόρτασεν. Από φόβον όμως μήπως δεν επιμείνουν μετά την άρνησή του, επρόσθετε άμέσως.

– Προς χάριν σας όμως και διά να μη σάς δυσαρεστήσω, ας πάρω ολίγον ακόμη.

Και το ολίγον ήτον περισσότερο από την προηγούμενη δόση.

Στο σπίτι μας έτυχε να κάνει τη γνωριμία ενός εξαδέλφου της μητέρας μου γιατρού, του Λιμπρίτη. Δεύτερη άγκυρα αμέσως. Όταν έφευγε, του είπε:

– Θα μου επιτρέψετε να υποβάλω τα ταπεινότατα σέβη μου και εις την Κυρίαν ιατρού, διότι το θεωρώ ιερόν καθήκον.

Φυσικά ο γιατρός δεν ημπορούσε να του δώσει αρνητικήν απάντηση. Και μετά δυο τρεις ήμερες ο Βασιλάκης υπέβαλε τα ταπεινότατα σέβη του στην γυναίκα του γιατρού ένα τέταρτο πριν της ώρας του μεσημεριανού τραπεζιού. Ο για­τρός είχε μάθει από το σπίτι μας υπό ποίους όρους ο Βασιλάκης ήτον στην Αθήνα, και όταν εγύρισεν από τις επισκέψεις του και τον ευρήκε στο σπίτι του, τον εκάλεσε να φάει μαζί τους.

– Ευχαριστώ, εξοχότατε, διά την κολακευτικήν πρόσκλησιν, αλλά προ ολίγου επρογευμάτισα.

– Δεν πειράζει γι’ αυτό, του είπεν ο γιατρός γελώντας, θα πήρες τίποτε ελαφρό και δεν θα σου εβάρυνε το στομάχι. Συμπληρωματικά θα φας κι εδώ λίγα μακαρόνια και ψητό αρνάκι.

Ό Βασιλάκης εξεροκατάπιε στο άκουσμα:

– Αδυνατώ ν’ αρνηθώ αποδοχήν εις πρόσκλησιν όχι μό­νον τιμητικήν διά το ταπεινόν μου υποκείμενον, αλλά έχουσαν και το κύρος μιας ιατρικής προσωπικότητας.

Το αποτέλεσμα ήτον ότι ο καλεσμένος, για να μη δυσαρεστήσει την Κυρίαν ιατρού, που δεν επρόφθαινε να του γεμίζει το πιάτο, άφησε την υπηρεσία νηστική και η Κυρία ιατρού είπε να τηγανίσουν αυγά για να φάνε στην κουζίνα.

Ο Λιμπρίτης ήτον ιδανικός γιατρός και τον ελάτρευεν ο φτωχόκοσμος της γειτονιάς του στην Νεάπολη. Τ’ όνομα αυτό είχε τότε όλη η συνοικία από τον δρόμον του Πανεπιστημίου και απάνω, γιατί ήτον νεότερος συνοικισμός. Γι’ αυτό και το όνομα οδός Προαστείου στον δρόμον που μετονομάσθηκε οδός Μπενάκη. Στη γωνία της οδού Προαστείου και της οδού Σόλωνος εκατοικοϋσεν ο γιατρός Λιμπρίτης. Είχε πελάτες του όλην τη Νεάπολη και στις εκλογές ήτον σημαντικός κομμα­τάρχης. Και πώς να μην είναι; Όχι μόνον έβλεπε δωρεάν τούς φτωχούς, όχι μόνον επλήρωνεν ο ίδιος τα φάρμακα, που τους διόριζεν, αλλά κάποτε, στους φτωχότερους έλεγε:

– Το παιδί έχει ανάγκη από τροφή δυναμωτική, λίγο ζουμί. Πάρε αυτή τη σημείωση και πήγαινε στο πλαγινό χασάπικο. θα σού δίνει λίγο κρέας για λογαριασμό μου τρεις ήμερες.

Αδελφός του γιατρού Λιμπρίτη ήτον ο Λουδοβίκος Λιμπρίτης, δικηγόρος αποκαταστημένος στην Αίγυπτο. Σ’ αυτόν χρεωστούμε του Αβέρωφ τις μεγάλες δωρεές. Ήτον δικηγό­ρος του και σύμβουλός του και είχε τόσην επιβολή, ώστε τον έπεισε να μαρμαρώσει το Στάδιον και να προικίσει το πολεμικόν ναυτικόν με το μεγαλύτερον σκάφος του, το φερώνυμόν του «Άβέρωφ».

Τον Βασιλάκη εσυμπαθούσε ιδιαιτέρως «ο Εξοχότατος Κύριος Ιατρός». Όχι μόνον πολύ συχνά τον εκαλούσε στο τραπέζι του, αλλά κι εφρόντιζε για την τουαλέτα του. Του εχάρισε το νέον έτος δυο πουκάμισά του, ένα καπέλο σκληρό μεταχειρισμένο και μια ρεδιγκότα σκωροφαγωμένη, αλλά παρουσιάσιμη. Και το βράδυ της εορτής του γιατρού, του Αγίου Ιωάννου, παρουσιάσθηκε με την πρωτοφόρετη ρεδιγκότα, αλλά και με αλλαγμένο πρόσωπο. Ο Στάθης τον είχε πάει στον κουρέα του να τον κουρέψει, που ήτον σαν πρόβα­το από τα δασωμένα μαλλιά, κι έδωσε κρυφά παραγγελία να του ξουρίσει τα γένια από τα μάγουλα και να του αφήσει μόνον μους στενό και μυτερό. Ο Βασιλάκης προ του τετε­λεσμένου δεν έφερεν αντίρρηση. Μόλις μπήκε στου γιατρού καμαρωτός διαλάλησε:

– Ναπολέων ο τρίτος!

Από το σπίτι της Κυρίας ιατρού επέρασε κατά όμοιον τρόπο στο σπίτι της «Ευγενεστάτης Κυρίας αδελφής της» την ώρα του τραπεζιού. Και μ’ όλον ότι, καθώς έδήλωσεν, είχε φάει πριν, προς χάριν της εδέχθηκε την πρόσκληση. Η καλή του τύχη τον έφερε σε μια γαλοπούλα παραγεμιστή.

Ο κύκλος εμεγάλωνε. Τον εκάλεσε και ή αδελφή της μητέρας μου μια μέρα που τον εγνώρισε στο σπίτι μας. Ευρήκε στον δρόμο και μια οικογένεια πλούσια υδραίικη, εγκατεστημένη στην Αθήνα. Εκαλέσθηκε μόνος του με τον ευγενικόν τρόπο που ήξερε: για να μην τους δυσαρεστήσει. Φέρ­νοντας γύρω στα τέοοερα πέντε σπίτια και τον Στάθη πλη­ρωτή στο ξενοδοχείον, ο κουτοπόνηρος Βασιλάκης εξασφάλισε και το ζήτημα του στομαχιού κι εκαλοστρώθηκε εις την «περίδοξον πόλιν των ποιητών και των φιλοσόφων».

Εμείς τα παιδιά, ήμουν τότε στη δευτέρα τάξη του Γυ­μνασίου και σε μια τάξη κατώτερη δυο εξάδελφοί μου, εγίναμε γλήγορα φίλοι του Βασιλάκη με του Στάθη την πρωτο­βουλία, πού, αν και τρία τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος μας, ήτον πολύ συχνά στη συντροφιά μας. Και οι τρεις είχαμε γεννηθεί στην Πλάκα, στο ίδιο σπίτι και στην ίδια αυλή είχαμε μεγαλώσει. Εχωρισθήκαμε από τότε, που εκτίσθηκε το και­νούργιο σπίτι μας αντικρύ στο Αρσάκειον. Εξανασμίξαμε όμως πάλι, όταν ήλθαν κι εκείνοι στη γειτονιά μας κι ενοίκιασαν σπίτι στην οδόν Πανεπιστημίου, που συνόρευεν ο κήπος του με τον δικόν μας. Δεν επερνούσε ημέρα που να μην πάω εγώ σ’ εκείνους ή εκείνοι σ’ εμένα τις βραδινές ώρες. Και η πιο συνηθισμένη απασχόλησή μας ήταν το σκάκι.

Τις ώρες που επαίζαμε σκάκι, ο Βασιλάκης εκάθουνταν κοντά μας σέ μια καρέκλα κι εδιάβαζε την πρώτη εφημερίδα που ετύχαινε πρόχειρη, και ας μην ήτον της ίδιας ημέρας. Την εδιάβαζεν από την αρχή ως το τέλος σαν να την εμελετούσε και μας υποχρέωνε ν’ ακούμε το μεγαλόφωνο διάβασμα κάποιου πολιτικού άρθρου, που τον εσύμφερε, γιατί θα ευκόλυνε το διορισμό του η αλλαγή Κυβερνήσεως. Στο διάβασμά του συνήθιζεν όχι μόνον να σταματά στις τελείες, αλλά και να λέει «τελεία» ή και «άλλη παράγραφος», και στις ερωτηματικές φράσεις αντί να δίνει τον ερωτηματικόν τόνο, τις εδιάβαζε θετικές και ύστερα ελεγεν: «ερωτηματικόν». Αν δεν τον ευχαριστούσαν όσα εδιάβαζε, εξεσπούσε σέ διαμαρ­τυρίες και φοβέρες πως θα εκδώσει αυτός εφημερίδα δική του και θα τους δείξει πώς γράφουν. Κάποτε αποκοιμιούνταν με το διάβασμα. Η εφημερίδα εγλιστρούσεν από τα χέρια του και το κεφάλι του έπεφτε βαρύ προς το στήθος του. Τρομαγ­μένος σαν να φοβήθηκε πως του κόπηκε και θα κυλιστεί στο πάτωμα, το αναστύλωνεν κι άνοιγε τα μάτια πίσω από τα γυαλιά και, για να δείξει πως είναι ξυπνητός, κουνούσε το πόδι του, που είχε σταυρωμένο απάνω στο άλλο γόνατο σιγαλομουρμουρίζοντας.

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς το βράδυ εγίναμε μασκαράδες κατά την τότε συνήθεια με ντόμινα και επήγαμε σε μερικά σπίτια. Ο Βασιλάκης δεν μπορούσε να λείψει. Τον επήρε ο Στάθης να του νοικιάσει ένα ντόμινο μαζί μ’ ένα δικό του. Αλλά δεν του άρεσεν. Εδιάλεξε μια παλιά φορεσιά Ριγολέτου, ξεπούλημα κάποιου ιμπρεσάριου. Είχε ιδεί την όπερα του Βέρδη στας Πάτρας και ήθελε να μιμηθεί στα σαλόνια, που θα επηγαίναμε, τον Ιταλό βαρύτονο γελωτο­ποιό! Αλλά στο πρώτο σπίτι που μάς εδέχθηκαν κι εμπήκε πρώτος με πηδήματα και αστεία, εξέχασε να φορέσει τη μάσκα του, ζαλισμένος από κρασί, και όταν είδαν έναν Ριγολέτο μεσόκοπον, με στριμμένο μουστάκι και γυαλιά στη μύτη, όλοι οι προσκαλεσμένοι κι οι άλλοι μασκαράδες τον απόδιωξαν με φωνές, γιατί τον επήραν για μεθυσμένο του δρόμου. Κι εμείς εφύγαμε από τη μέση της σκάλας ντροπιασμένοι, πριν φανε­ρωθούμε στο σαλόνι. Ύστερα απ’ αυτό δεν τον αφήσαμε να μάς ακολουθεί στα άλλα σπίτια. Έμενε στο δρόμο και μάς επρόσμενε περιπατώντας πηδηχτά, όποτε έβλεπεν άλλους μασκαράδες, πάντα χωρίς μάσκα, γιατί δεν εννοούσε να βγάλει τα γυαλιά του, και η μάσκα δεν έμπαινεν απάνω από γυα­λιά. Λίγο έλειψεν όμως να του βγουν ξινά τα αστεία, γιατί παρεξηγήθηκαν από κάποιο γυναικείο ντόμινο, που τον έβρισε:

– Να χαθείς πρόστυχε, μεθύστακα.

Κι ένα ντόμινο ανδρικό εσήκωσε το χέρι στα μούτρα του. Κατά καλή τύχη εβγαίναμε εμείς από το σπίτι, που είχαμε πάει, και τον εγλιτώσαμε από ξυλοκόπημα.

Πώς επερνούσε τις ώρες, που δεν ήτον μ’ εμάς ή δεν έτρωγε σε κάποιο σπίτι; Όταν εσυνεδρίαζεν η Βουλή, παρακολου­θούσε τις συνεδριάσεις από τα λαϊκά θεωρεία κι ετριγύριζεν απ’ έξω, για να ζητήσει την υποστήριξη κανενός βουλευτού Ύδρας, χάριν της γυναίκας του, ή Σπάρτης, χάριν των Σπαρ­τιατών προγόνων του. Συχνά επήγαινε τις πρωινές ώρες σ’ έναν υδραίικο καφενέ του Ψυρή κι εύρισκε γνωστούς από την Ύδρα, που τον εκερνούσαν. Εκεί του εδίνουνταν ευκαιρία να μιλεί κι αρβανίτικα. Ήτον η δεύτερη γλώσσα του ύστερα από τα ελληνικά και το θεωρούσε σημαντικό. Όταν κάποτε τον ερώτησεν ο Γάλλος καθηγητής Εμάρ, αν ξέρει γαλλικά, αποκρίθηκε με υπερηφάνεια:

– Την γλώσσαν του Γαμβέτα δυστυχώς την αγνοώ, ομιλώ όμως απταίστως την αλβανικήν.

Έκανε και περιπάτους στα αρχαία μνημεία και τα εξηγούσεν όπως αυτός τα ήθελε, ανακατεύοντας πρόσωπα και πράματα, που τα εχώριζαν αιώνες ή και δεν είχαν καμιά σχέση με την «κλεινήν πόλιν της Παλλάδος», όπως την έλε­γε. Μια ημέρα μας αποκάλυψε πως ευρήκε τρόπο να κάνει και περιπάτους με άμαξα δωρεάν και μας εξήγησε τον τρό­πο του:

Όποτε έβλεπε νεκρώσιμο τοιχοκολλημένο και καταλάβαινε πως ήτον πλούσια κηδεία από την Μητρόπολη, επήγαινεν έκεί με λυπημένο πρόσωπο, σαν να ήτον φίλος του μακαρίτη. Όταν εξεκινούσε η κηδεία για το Νεκροταφείο, σαν να είχαν κοπεί τα πόδια του από τη λύπη, έμπαινε σε μια από τις άμαξες που ακολουθούσαν. Το ίδιο έκανε και στον γυρισμό, αφού εσυλλυπούνταν με συγκίνηση τους συγγενείς του πεθαμένου κι εκείνοι τον ευχαριστούσαν μ’ όλη τους την καρδιά. Και το θεωρούσε σαν καθήκον ιερό αυτό που έκαμε.

– Μα τι σ’ έμελε γι’ άγνώστους ανθρώπους; του είπαμε κάποτε.

– Γνωστοί και άγνωστοι δεν υπάρχουν. Όλοι είμεθα εν Χριστώ αδελφοί, μάς αποκρίθηκε. Και προσέθεσεν αμέσως:

– Και την ωραία αμαξάδα δωρεάν δεν την λογαριάζετε;

Πώς έκανε και ήτον καθαρά ντυμένος πάντα; Κάθε δεύ­τερη εβδομάδα κατέβαινε πρωί πρωί στον Πειραιά κι έμπαι­νε στο βαπόρι του Σαρωνικού. Έβγαινε στην Ύδρα κατά τις δέκα και το άλλο πρωινό πάλι στο ίδιο το βαπόρι εμπαρκάρουνταν κι εγύριζε. Στο διάστημα αυτό η Χριστίνα του έπλενε, εσιδέρωνε και εδιόρθωνε τα ρούχα του. Δεν του κόστιζε το ταξίδι αυτό παρά μόνον το εισιτήριο του Σιδηροδρόμου.

Δεν εξόδευε στην Αθήνα σχεδόν τίποτε. Αλλά και τις λίγες δεκάρες, που του χρειάζουνταν για να λουστράρει τα παπού­τσια και να πάρει καμιά κουλούρα, πού τις εύρισκε; Μυστήριο. Δανεικά δεν εζητούσε ποτέ από κανένα μας κι όταν κάποτε ο αγαθότατος γιατρός τον ερώτησεν αν έχει ανάγκη να τον βοηθήσει, αποκρίθηκε με μεγάλη αξιοπρέπεια:

– Ευχαριστώ, εξοχότατε! Ζώ επαρκέστατα χάρις εις την πολύτιμον προστασίαν σας και των άλλων φίλων. Ουδενός στερούμαι.

Το πιθανότερο είναι πως η γυναίκα του, όποτε επήγαινε στην Ύδρα, θα του έδινε λίγα χρήματα από τα δικά της, με την έλπίδα πάντα πως μένοντας στην Αθήνα θα κατόρθωνεν ευκολότερα να ξαναδιορισθεί, όπως την εβεβαίωνεν.

Κάποτε επαίζαμε τόμπολα το βράδυ στο σπίτι μας και ήρχουνταν και άλλοι συγγενείς μας και πελάται του Βασιλάκη. Εσυμφωνούσαμε μεταξύ μας να κάνομε καλπονόθευση στις κληρώσεις των αριθμών για να κερδίσει η καρτέλα του κι έτσι να του δώσομε με τρόπο τρεις τέσσερες δραχμές. Χαρίσματα όμως εδέχουνταν «ευχαρίστως κι εύγνωμόνως», καθώς έλεγεν. Η μητέρα μου του είχε δώσει ένα μεταχειρι­σμένο παλτό του πατέρα μου κι ένα ζευγάρι παπούτσια, άλλα συγγενικά σπίτια του εχάρισαν μαντήλια, λαιμοδέτες, ένα μαξιλάρι, μια κουβέρτα και από το υδραίικο σπίτι ένα αχυρένιο στρώμα.

Ναπολέων τρίτος δεν έμεινε για πολύν καιρό. Τα γένια του μεγάλωσαν και εξαναπήρε την παλιά του αμελημένην όψη μετά τις Αποκριές. Το Πάσχα όμως ο Στάθης τον έπεισε πως αφού ο Ναπολέων είχε νικηθεί από τον αυτοκράτορα Γουλιέλμο, σωστό ήτον να παρουσιασθεί και αυτός σαν τον νι­κητή, με ξουρισμένο το σαγόνι και λίγα γένια μόνον στα μάγουλα. Και μάς τον έφερε στο σπίτι μας με τη νέα του όψη τη μέρα του Πάσχα, καλεσμένο στο μεσημεριανό τραπέζι, κι εγύρισε τις άλλες πασχαλινές μέρες όλα τα σπίτια της πελα­τείας του για να ευχηθεί το Χριστός Ανέστη, σαν Γουλιέλμος ο νικητής.

Αλλά δεν έμεινε και στη δεύτερη φιγούρα για πολύ. Ήτον

τότε πρέσβειρα της Αυστρίας η κόμησσα Ντούμπστεκ κι όλος ο κόσμος την εθαύμαζε για την ομορφιά και για την εξυπνάδα της. Επρωτοστατούσε στις κοσμικές συγκεντρώσεις και -κατά την κοινή γνώμη- είχε ξετρελάνει και πρωθυπουργούς και υπουργούς τόσο, που έκανε και ρουσφέτια σαν παντοδύνα­μος βουλευτής. Του Βασιλάκη λοιπόν του ήλθεν η ιδέα να προσφύγει στην προστασία της για να ξαναδιορισθεί. Και ο Στάθης τον έπεισε, πως για να γίνει πιο καλόδεκτη η αίτησή του, καλό θα ήτον από Γουλιέλμος να γίνει Φραγκίσκος Ιω­σήφ, δηλαδή ν’ αφήσει φαβορίτες στα μάγουλα. Επήρε δα­νεικό το ψηλό καπέλο του γιατρού, εφόρεσε τη ρεδιγκότα του και τ’ άσπρα γάντια του Στάθη, εγυάλισε τα παπούτσια του, κι ένα ωραίο πρωί εκτύπησε το κουδούνι της Πρεσβείας. Ο θυρωρός του άνοιξε και τον ερώτησε τί θέλει. Αποκρίθηκε πως ήθελε να υποβάλει μιαν αίτηση στην «ευγενεστάτην Κυρίαν Κόμησσαν». Θα τον ενόμισε τρελό και του έκλεισε την πόρ­τα χωρίς απάντηση.

Τελευταία σκηνή: Βλέπω ακόμα μπροστά μου το αποχαιρετιστήριο δείπνο της Πρωτομαγιάς σ’ ένα περιβόλι συγγε­νικό στα Πατήσια. Σε λίγες ημέρες θα ’φευγεν ο Στάθης για το Αγρίνιο και ο Βασιλάκης, άστεγος, θ’ αναγκάζουνταν να πάει στην Ύδρα. Τους εκαλέσαμε λοιπόν οι τέσσερες άλλοι της συντροφιάς στο περιβόλι των δυο εξαδέλφων μου. Από τα σπίτια μας μάς ετοίμασαν πλούσια και χορταστικά όσα μπορούσαμε να σηκώνομε σε καλάθια και δέματα, γιατί επηγαίναμε με τα πόδια. Στο σπίτι το εξοχικό, που ήτον κτισμέ­νο στη μια την άκρη του μεγάλου περιβολιού, θα βρίσκαμε κρασί παλιό σαντορινιό. Από κει θα παίρναμε μαχαιροπίρουνα, πιάτα και ποτήρια, όσα θα μάς εχρειάζουνταν.

Εδιαλέξαμε έναν καλόν ήσκιο στην άλλη άκρη του περι­βολιού, κάτω από μεγάλες ελιές, εστρώσαμε ένα χαλί φερμέ­νο από το εξοχικό σπίτι και αρχίσαμε πολύ πριν το μεσημέρι το φαγοπότι, γιατί δεν εκρατιούνταν ο Βασιλάκης και ήτον άξιος να μάς τα φάει όλα από την πείνα του. Αλλά το κρασί το σαντορινιό δεν άργησε να μάς ζαλίσει κι ο Βασιλάκης που το έπινε σαν νερό, μέθυσε στα καλά. Πώς εξύπνησε μέσα του από το πιοτό όλη ή φιλοπατρία και η έχθρα κατά των Τούρ­κων! Ετινάχθηκε απάνω εξαγριωμένος και πριν προφθάσομε να τον κρατήσομε, όρμησε σε μια ανθισμένη αχλαδιά και την εκαταμάδησε και της έσπαζε τα κλαδιά φωνάζοντας:

– Κάτω, προδότα Φωτιάδη μπέη, δούλε πληρωμένε του Σουλτάνου!

Ό Φωτιάδης ήτον πρέσβυς της Τουρκίας στην Αθήνα από χρόνια και σ’ αυτόν εξεσπούσε, σαν να ήτον μεταμορφωμέ­νος στην καημένη την αχλαδιά.

Αφού ξεθύμανε, ξαπλώθηκε παρέκει, στη ρίζα μιας ελιάς, κι αποκοιμήθηκε. Ύστερα από το φαγοπότι ενιώθαμε την ανάγκη να πάμε στο σπίτι να πλυθούμε με κρύο νερό και να δώσομε τα πιατικά στην περιβολαριά να τα καθαρίσει και να τα βάλομε στη θέση τους. Αλλά πού να σαλέψει ο Βασιλάκης! Τον εσηκώναμε κι εγλιστρούσε πάλι κάτω στο χώμα κούτσουρο. Μόνος τρόπος λοιπόν να τον μεταφέρομε ως το σπίτι ήτον να τον βάλομε άπάνω στο χαλί και να τον πάμε, σηκώνοντας τις τέσσερες άκριές του, τυλιγμένον μέσα. Μάς είχε μείνει και κρασί, μια χιλιάρικη μποτίλια μισογεμάτη. Σφίξαμε το φελλό της και του τη δώσαμε στην άγκαλιά του να την κρατά. Έτσι έξεκινήσαμε και ο δρόμος ήτον αρκετός. Ο Βασιλάκης εμυρίσθηκε φαίνεται το κρασί και με τα δόντια ετράβηξε το φελλό για να πιει. Το αποτέλεσμα ήτον: να περιχυθεί ολόσωμος και να ποτίσομε με κρασί που στράγγιζεν από το χαλί τα όσα λουλούδια βρέθηκαν στο πέρασμά μας. Όταν εφθάσαμε μπροστά στο σπίτι, τον αφήσαμε κάτω από μια κρεβατίνα. Ανεβήκαμε να ξεκουρασθούμε στους καναπέδες και στις πολυθρόνες. Συλλογιζόμασταν τί θα τον κάνομε, αν δεν μπορεί να μας ακολουθήσει στο δρόμο του γυρισμού και πώς θα στεγνώσει και θα ξεμυρίσει από το κρασόλουτρό του. Ελέγαμε να τον αφήσομε στην περιβολαριά -δεν ήτον άλλο— ως που να έρθει στα συγκαλά του. Κι έξαφνα ακούμε ξεφωνητά και γέλια γυναικών κάτω και από το παράθυρο βλέπομε τον Βασιλάκη ολόγυμνο μ’ ένα στεφά­νι από πασχαλιά ανθισμένη να τραυλίζει:

– Είμαι ο Μάιος! Είμαι ο Μάιος!

Οι γυναίκες, η περιβολαριά και δυο τρεις άλλες, ντροπια­σμένες από το θέαμα, έφευγαν σαν κυνηγημένες. Κατεβήκαμε και τον επεριμαζέψαμε απάνω. Κι επαρακαλέσαμε την περιβολαριά να του ξεπλύνει τα ρούχα του για να ξεμυρίσουν από το κρασί και να τ’ απλώσει στον ήλιο να στεγνώσουν, ως που να φύγομε με το ηλιοβασίλεμα. Έτσι ετελείωσε το πέρασμα του Βασιλάκη από την Αθήνα και μαζί μ’ αυτό κι οι εύθυμες μέρες μας… γιατί άρχιζεν η μελέτη για τις εξετάσεις.

Ύστερα από είκοσι χρόνια:

Ένα μεσημέρι καλοκαιρινό, που εγύριζα καθυστερημένος και βιαστικός στο σπίτι μου από το Γραφείον της Εστίας, τον ευρήκα στην πόρτα του σπιτιού μου. Ήτον ο ίδιος κι απαράλλακτος σαν να μην είχε περάσει χρόνος απάνω του. Ζαλισμένος και κουρασμένος από την πολύωρη δουλειά δεν είχα διάθεση να σταθώ και να μιλήσω μαζί του και ούτε τον εκάλεσα στο τραπέζι, καθώς θα επρόσμενε. Μού είπε πως έρχεται από την Ύδρα να εύρει καμιά θέση επιστάτου σχο­λείου κι εζητούσε να τον βοηθήσω με τη δημοσιογραφική δύναμη που έχω. Του είπα να περάσει από το Γραφείο το άλλο πρωί να μου πει ό,τι θέλει με ησυχία και τον εχαιρέτησα. Τράβηξε προς το δρόμο του Πανεπιστημίου, ενώ μού εξανάλεγε:

– Τίποτε άλλο! Επιστάτης Ελληνικού Σχολείου ή Γυμνα­σίου…

Κι έξαφνα σαν να τον εφώτισεν η θέα του αντικρινοΰ Αρσακείου, μού εφώναξεν από μακριά:

– Έστω και Παρθεναγωγείου!

Γιατί αυτή η συγκατάβαση; αυτός ο συμβιβασμός; Δεν εκατάλαβα ούτε τότε ούτε και ως τώρα. Δεν εφάνηκε στην Εστία την άλλη μέρα κι από το σπίτι μου δεν επέρασε. Για­τί; Ένιωθα κάτι σαν μετάνιωμα, που τον άφησα έτσι σαν να τον απόδιωχνα. Και το μετάνιωμά μου έγινε δυνατότερο, όταν έμαθα ύστερα από κανένα μήνα από μια συγγένισσά μου Υδραίισσα, πως ο Βασιλάκης εγύρισε τότε κρυολογημένος στην Ύδρα και μέσα σε μιαν εβδομάδα επέθανεν από πνευ­μονία.

Τα τελευταία του λόγια, που μου είχε ειπεί, μας έμειναν αλησμόνητα, και ξαναλέμε και τώρα ακόμα σε κάθε περίσταση που θέλομε να φανούμε συγκαταβατικοί:

– Έστω και Παρθεναγωγείου!

 

Advertisements

74 Σχόλια to “Ένας παράσιτος (διήγημα του Γ. Δροσίνη)”

  1. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  2. Γς said

    Καλημέρα

  3. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Ελλείψει χρονομηχανής, κάτι τέτοια κείμενα μας πηγαίνουν πίσω, τότε που
    «… στην Νεάπολη. Τ’ όνομα αυτό είχε τότε όλη η συνοικία από τον δρόμον του Πανεπιστημίου και απάνω, γιατί ήτον νεότερος συνοικισμός. Γι’ αυτό και το όνομα οδός Προαστείου στον δρόμον που μετονομάσθηκε οδός Μπενάκη»
    Εντάξει, μερικοί-μερικοί τα θυμούνται, εμείς όμως οι (λίγο) νεώτεροι με δυσκολία μπορούμε να φανταστούμε την εποχή.

  4. Γς said

    >και υπέγραφε: «Των υμετέρων δια­ταγών πειθήνιος εκτελεστής»

    και ήταν μια εποχή, η δικιά μας, που εκεί που εσείς ξεμπερδεύετε με ένα «Ο Αιτών» και τζίφρα, εμείς έπρεπε να προσθέσουμε και το «Ευπειθέστατος».

    Ευπειθέστατος ο αιτών

    Μην νομίσουν πως ήμασταν αγύριστα κεφάλια, κουκούδια και τέτοια

    ————–

    Κι ήταν οι εποχές που για να βάλεις τηλέφωνο έπρεπε να περιμένεις και καμιά δεκαετία. Μεγάλο πρόβλημα για τον παλιό εκείνο τον καιρό.

    Ετσι λοιπόν όταν ανακοινώθηκε το 1967 ότι θα δοθούν νέες τηλεφωνικές γραμμές στην Κυψέλη έσπευσε κόσμος και κοσμάκης να καταθέσουν αιτήσεις στον ΟΤΕ της περιοχής.
    Και φυσικά πρώτος και καλύτερος η αφεντιά μου, που έμενα τότε φοιτητής στην Κυψέλη.

    Συμπλήρωσα την αίτησή μου με όλα τα απαραίτητα (και μη) στοιχεία και υπέγραψα με εκείνο το «Ευπειθέστατος ο Αιτών» της εποχής.

    Κάνω να φύγω αλλά με παρεκάλεσε ένα γεροντάκι να τον βοηθήσω στην συμπλήρωση της δικής του αίτησης.
    Κάθισα σ ένα τραπεζάκι και του την έφτιαξα. Κι απάνω που κάνω να σηκωθώ μου βάζει μια κυρούλα μπροστά τη δικιά της αίτηση. Τι να κάνω;
    Με τρόμο είδα ότι η ουρά μεγάλωνε.

    -Μα πρέπει να φύγω

    -Τώρα που είναι η σειρά μου;

    -Πάρτε τα λεφτά σας κύριε. Δεν είμαι της δουλειάς.

    -Για έναν καφέ.

    Ούτε θυμάμαι πόσους εξυπηρέτησα. Θυμάμαι όμως ότι είχε μαζευτεί ένα αρκετά καλό φοιτητικό χαρτζιλίκι.

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2 Ισως αυτό να μείνει περισσότερο απο κάθε τι άλλο που έγραψε

    3 Γράφει το 1939 για κάτι που έγινε το 1869-79 και το διαβάζουμε το 2017 🙂

  6. konos said

    Ακόμη θυμάμαι τις διηγήσεις ενός γνωστού, γεννημένου το 1900, για τις βόλτες που έκανε με τους φίλους του στα νιάτα του του με την άμαξα την Πρωτομαγιά και τα κορίτσια να τους πετούν λουλούδια από τους κήπους των μονοκατοικιών στην Πατησίων….

  7. ΓιώργοςΜ said

    5 (3) Κατάλαβα τις ημερομηνίες, ξέχασα να βάλω φατσούλα.
    Θαμώνες τινες του ιστολογίου έχοντες την μυΐαν όμως, φρονώ πως θα μυϊασθώσιν… 🙂

  8. atheofobos said

    Στο απολαυστικό αυτό κείμενο του Δροσίνη διαβάζουμε για τον πρέσβη της Τουρκίας Φωτιάδη που αποδεικνύει πόσο σημαντική ήταν ή συμμετοχή των Φαναριωτών στην οθωμανική διοίκηση.
    Μερικές πληροφορίες γι΄αυτόν.
    ΦΩΤΙΑΔΗΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ, πασάς Ελληνοθωμανός διπλωμάτης, πρέσβης στην Αθήνα (1866-1869). Γενικός διοικητής Κρήτης (1879-1885). Αδελφός Κωστάκη βέη: κατάγονταν από τον μέγα ποστέλνικο Αλέξανδρο (Αλέκο) Φωτιάδη που ήταν γιος του έγγαμου κληρικού Φωτίου Κυπρίου (εξ ου και Φωτιάδης), σχολάρχη της Πατριαρχικής Σχολής στα 1793-1796.
    http://www.kms.org.gr/Portals/0/kmsfiles/programs/%CE%9B%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF2016-1.pdf
    Στις 21 / 9 / 1878 υπογράφτηκε η Σύμβαση της Χαλέπας στην οποία προβλεπόταν:
    Γενικός διοικητής Χριστιανός ή Μουσουλμάνος διοριζόμενος από το σουλτάνο για μια πενταετία με σύμβουλο του αντίθετου θρησκεύματος.
    Κατά την παραμονή του εκεί αποδείχτηκε δραστήριος και οργανωτικός, προώθησε τη λύση πολλών προβλημάτων, όπως του τελωνειακού και του βακουφικού, υποστήριξε την παιδεία και οργάνωσε την εσωτερική διοίκηση.

  9. Γς said

    >Επιτηδεύουνταν ευγένεια στον χαιρετισμό των κυριών, με υποκλίσεις και λόγια, διαλεγμένα από το τυπικό της «Καλής Συμπεριφοράς»:
    – Ταπεινότατος θεράπων σας, σεβαστή δέσποινα.

    Εντάξει δεν ήμουν ο μεγαλύτερος της παρέας χτες το βράδυ, αλλά σίγουρα το έπαιξα τζόβενο
    Μου βγήκε, ξεσαλωσάμην.

    Σε καφετέρια νόμισα ότι μαζευτήκαμε, που γρήγορα όμως έγινε κάτι σαν κλαμπ. Και μετά το σώσε. Οινόπνευμα χορός και πολλά ντεσιμπέλ. Μέχρι και το δεξιό αφτί μου, που με έχει αποχαιρετήσει κανα χρόνο και βάλε στιγμές στιγμές ερχόταν ν ακούσει τα γκλαμπατσίμπανα.

    Ωραία ήταν, σαν τότε που έκλεβα κάτι παραστάσεις.

    Και έτσι το διαλύσαμε πρωινές ώρες.

    Οταν ένας τύπος, ο πιο μεγάλος της παρέας, σοβαρός και ασυνόδευτος, που δεν είχε φανεί καθόλου στο ξεφάντωμα, άρχισε να χαιρετά μία μία τις γυναίκες με υπόκλιση, χειροφίλημα και ποιος ξέρει τι κοπλιμέντα [που δεν μου επέτρεπαν τα ηχεία ν ακούσω].

    Εκλεψε την παράταση [μου την έκλεψε].

    Γυναίκες

    τον άκουγα απ τα

  10. ΓιώργοςΜ said

    7 συνέχεια: Πέρα από την πλάκα, επειδή ίσως διαβάζουν και μικρά παιδιά, 20-30-40 χρονών 🙂 να σημειώσω-θυμίσω πως:
    -Ο Ευαγγελισμός χτίστηκε, όταν χτίστηκε, έξω από την πόλη, για ησυχία και καθαρό αέρα.
    -Το ίδιο και το «Σωτηρία», που χτίστηκε πολύ μακριά από την πόλη, στην εξοχή, για σανατόριο
    -Οι Αμπελόκηποι είχαν κάποια αμπέλια ακόμη και την δεκαετία του 1950 (τα θυμάται η μάνα μου).
    -Στον Άγιο Δημήτριο, στην περιοχή του Ασύρματου είχε πρόβατα, που τα έφερναν στο ρέμα των Καλογήρων (που συζητούσαμε τις προάλλες) για να τα ποτίσουν, έως τη δεκαετία του ’70 (αυτό το θυμάμαι εγώ). Όχι πολλά χρόνια πριν, κυνηγοί περνούσαν με το ντουφέκι τους από τη γειτονιά για να πάνε κυνήγι εκεί γύρω, στα χωράφια και τα άχτιστα οικόπεδα.

    Η εκκρηκτική ανοικοδόμηση του λεκανοπεδίου έγινε από τα τέλη των εξήνταζ και μετά.

  11. ΓιώργοςΜ said

    10 (κι άλλη αυτοαναφορά, λαθολογική συνέχεια, αφού εδώ λεξιλογούμε) Παρατηρώ πως, αυθόρμητα, τον Ευαγγελισμό τον έχω χωρίς εισαγωγικά, ενώ δε γράφω «η Σωτηρία» αλλά «το (ενν. νοσοκομείο) Σωτηρία», σε εισαγωγικά. Περίεργος μηχανισμός, φαντάζομαι επειδή «Ευαγγελισμός» στην καθομιλουμένη δε χρησιμοποιείται συχνά για οτιδήποτε άλλο, ενώ «Σωτηρία» υπάρχει και ουσιαστικό σε χρήση, και όνομα φυσικά.

  12. Γιάννης Ιατρού said

    3/5 Η Προαστίου ονομάστηκε σε Μπενάκη το 1928, περίπου 10 χρόνια πριν την εποχή που γράφει ο Δροσίνης.

  13. gpoint said

    # 10

    Σανατόριο είχε δυο τετράγωνα πάνω από την πλ. Κυψέλης και με γραμμή φωταερίου. Υπήρχε κι ένα μικρό διώροφο σπιτάκι 40 μέτρα πιο πέρα όπου έβαζαν τους μελλοθάνατους … Μπανανιά θυμάμαι στο αστυνομικό τμήμα της λεωφ. Αλεξάνδρας αλλά αμπέλια όχι (το Αμπελόκηποι είναι παραφθορά από το Αγγελόκηποι), αντίθετα αμπέλια υπήρχαν προς το τέλος της Πατησίων

  14. Γς said

    10¨

    Κι η γνωστή φωτογραφία του 1960

    http://www.pronews.gr/istoria/161859_i-athina-tin-dekaetia-toy-1960-foveres-fotografies

    Πρόβατα στους Αμπελόκηπους! Η θέα από το διαμέρισμα της Μικράς Ασίας

  15. Γιάννης Κουβάτσος said

    Όλα αυτά τα κείμενα, ελάχιστης ή μέτριας λογοτεχνικής αξίας, λογοτεχνών του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα έχουν αξία, γιατί περιγράφουν τη ζωή, την Αθήνα, αλλά και άλλα μέρη, εκείνης της εποχής. Προσωπικά, τα διαβάζω με μεγάλη ευχαρίστηση, αφού με ταξιδεύουν σε εκείνες τις εποχές. Πρόσφατο ανάγνωσμα ο «Νικόλας Σιγαλός» του Ξενόπουλου.

  16. Γιάννης Ιατρού said

    14: Γς 1960 …Πρόβατα στους Αμπελόκηπους! Η θέα από το διαμέρισμα της Μικράς Ασίας…
    Διατί μας αποκρύπτεις, πως σύμφωνα με πληροφόρηση του Λάμπρου, εκεί κοντά είχε εκλογικό κέντρο …. 🙂

    15: Έξαιρουμένης της λογοτεχνικής πλευράς του θέματος, έτσι το βλέπω κι εγώ, από λαογραφικής κλπ. πλευράς

  17. Γιάννης Κουβάτσος said

    Το Μουσείο Δροσίνη στην Κηφισιά:
    https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://kifisiotikanea.wordpress.com/2013/04/08/%25CE%25AC%25CE%25BD%25CE%25B8%25CF%2581%25CF%2589%25CF%2580%25CE%25BF%25CE%25B9-%25CF%2583%25CF%2584%25CE%25BF%25CE%25BD-%25CF%2584%25CF%258C%25CF%2580%25CE%25BF-%25CF%2584%25CE%25B7%25CF%2582-%25CE%25BA%25CE%25B7%25CF%2586%25CE%25B9%25CF%2583%25CE%25B9%25CE%25AC%25CF%2582-%25CF%2583%25CF%2584/amp/&ved=0ahUKEwiJqYKopP_XAhUJApoKHRsTAqIQFgjSATAg&usg=AOvVaw3IPgWBdoce9h_TVgctG25a&ampcf=1

  18. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και το σπίτι του στην Πλάκα:
    https://www.google.gr/url?sa=t&source=web&rct=j&url=http://m.plakadiadromes.webnode.gr/news/%25CE%25BF%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25B9%25CE%25B1-%25CE%25B4%25CF%2581%25CE%25BF%25CF%2583%25CE%25B9%25CE%25BD%25CE%25B7/&ved=0ahUKEwjyw56bpf_XAhVhApoKHZp6ChcQFggmMAE&usg=AOvVaw1sU0YTjyqIt50LPFyKz80d

  19. #Έλεγε ένας πρεσβύτης μιας παλιάς παρέας: Πήγα στη Σουηδία και γύρισα …Αγαμέμνων! (ήταν η εποχή που οι Σουηδέζες θεωρούνταν οι πιο ωραίες και πιο …εύκολες γυναίκες).

    «Για να φάει, είχε κάτι πρόχειρο, που του ετοίμασε ή γυναίκα του δεμένο σ’ ένα παρδαλό μαντήλι: ψωμί, τυρί και κρύα τηγανητά ψάρια»
    #Πάλι καλά. Κάποτε η …μαμά Ελλάς μάζεψε όλους τους Προέδρους Κοινοτήτων και τους πήγε στας Βρυξέλλας για να γνωρίσουν τη μαμά Ευρώπη. Είς εξ αυτών (ήταν και δάσκαλος πανάθεμά τον!) έτρωγε μόνο κονσέρβες με τις οποίες τον είχε τρουβαδιάσει η συμβία του. Πήραν χαμπάρι κάποιοι …συμπρόεδροί του και το έκαναν το τιφαρίκι: Έβαλαν μέσα στον τρουβά του …σκυλοκονσέρβες. Στο λεωφορείο της επιστροφής, νύχτα, ο Προεδράκος μας (ή αν θέλετε δασκαλάκος μας) απολάμβανε τις ευρωπαϊκές σκυλοκονσέρβες!

    #Κάποτε, στην …πρωτεύουσα της ορεινής Τριχωνίδας είχαμε έναν Θανασάκη ίδιο κι απαράλλαχτο με τον Βασιλάκη του Δροσίνη. Με τη «σοφία» του είχε κερδίσει τον απεριόριστο σεβασμό όλων των πέριξ ορεσιβίων.
    – Θανασάκη να σε κεράσω έναν καφέ (ή ουζάκι κλπ.)
    – Ευχαριστώ πολύ, μόλις ήπια. Πλήρωσε τον καφέ, θα τον πιω άλλη φορά!
    Και έτσι ο Θανασάκης είχε … «ελευθέρας» στα 3-4 καφενεία του χωριού, αφού καθένα του χρωστούσε από καμια δεκαριά καφέδες κλπ.

    #Μου άρεζε πολύ ο Δροσίνης: «Χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό…». Όταν ήμουνα μικρός (π.Χ.) το θεωρούσα το καλλίτερο ποίημα όλων των εποχών!

  20. Πρωτομαγιά σε περιβόλι στα Πατήσια… σπίτια στην Πανεπιστημίου που γειτόνευαν οι κήποι τους… Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να δω, δε λέω την Αθήνα του 1870+, αλλά την Αθήνα των νηπιακών μου χρόνων, της δεκαετίας του 1950 — μόνο να ήμουν μεγαλύτερος και να μπορούσα να την εξερευνήσω!

  21. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα που προσθέτουν πολύ ενδιαφέρουσες πτυχές!

  22. Γιάννης Ιατρού said

    20: Άγγελε, πάντως την δεκαετία του ’60 κάτι προλάβαμε από την περιοχή (Εξάρχεια, Νεάπολη, Λόφος Στρέφη κλπ.). Στον λόφο του Στρέφη, κάτω, χαμηλά, είχε μια μικρή αλάνα, σαν βαθούλωμα (εκεί παίζαμε ποδόσφαιρο μετά το σχολείο και μετά κατηφορίζαμε την Καλλιδρομίου για να πάμε σπίτι……. ).

  23. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.

    Εὐχάριστο τὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα καὶ ἐπὶ πλέον μᾶς δίνει ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες γιὰ τὴν Ἀθήνα τοῦ τότε, ὅπως εἶπαν καὶ κάποιοι ἀπὸ τοὺς προηγούμενους σχολιαστές. Σὰν τὶς παλιές ἑλληνικὲς ταινίες πού, μὲ τὰ λιγοστά ἐξωτερικά τους πλάνα, μᾶς δίνουν εἰκόνες μὲ ζωή καὶ κίνηση ἀπὸ τὴν Ἀθήνα τοῦ ᾿50 καὶ τοῦ ᾿60.

    @2. Τότε τίναζαν τὴν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιά· τώρα ἁπλῶς κουνᾶνε τὴν ἀχλαδιά. 🙂

  24. atheofobos said

    Μπορεί από το διήγημα να αποκτά κανείς μια ειδυλλιακή εικόνα της Αθήνας αλλά η πραγματικότητα της εποχής είχε πολλή βρώμα και σκόνη ακόμα και στο σημερινό της κέντρο.
    Η κατασκευή της Πανεπιστημίου, στα μέσα του 19ου αιώνα, συνάντησε πολλά εμπόδια. Ήταν πολυδάπανη, καθώς το έδαφος ήταν βραχώδες, διασχιζόταν από ρεματιά – τα νερά κυλούσαν εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο πεζόδρομος της Κοραή – και είχε βαθιά χαντάκια.
    «Η Πανεπιστημίου εθεωρείτο απόμερο μέρος εκείνη την εποχή» Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε την πρόταση να κατασκευαστεί εκεί η Μητρόπολη της Αθήνας διότι ήταν… απόμερα.
    http://www.tovima.gr/society/article/?aid=501053
    Το 1905 πραγματοποιήθηκε η πρώτη δοκιμαστική ασφαλτόστρωση σε δρόμο της Αθήνας και συγκεκριμένα στην οδό Αιόλου. Είχε προηγηθεί από το 1901 η χάραξη της Λεωφόρου Συγγρού, η οποία ύστερα από τρία χρόνια «αδιακόπου εργασίας» παρεδόθη «εις την κοινήν χρήσιν». Ακολούθησε η ασφαλτόστρωση της Σταδίου, της Ομόνοιας, της Αθηνάς και της Πανεπιστημίου.
    http://www.bookbar.gr/ilias-kafaoglou-elliniki-autokinisi-1900-1940/cocktails

  25. 22 Εκεί είναι τώρα τα ουζερί. Νομνομνομ….

  26. Γιάννης Κουβάτσος said

    Έχει δίκιο ο Αθεόφοβος. Ρεαλιστικότερες εικόνες της Αθήνας της «μπελ επόκ» μάς δίνουν ο Ροΐδης, ο Μητσάκης, ο Παπαδιαμάντης, ο Κονδυλάκης στους «Άθλιους των Αθηνών».

  27. Γιάννης Ιατρού said

    25: Εμ, ίσωμα βρήκαν, από την Εμμ. Μπενάκη ήταν η πρόσβαση, να μην το «αξιοποιήσουν¨»;

  28. Πού πας χωρίς αγάπη, στη νύχτα, στη βροχή,
    το δρόμο θα τον χάσεις, καρδιά μου μοναχή.
    – Καρυωτάκης;
    – Όχι.
    – Δροσίνης;
    – Ούτε.
    – Ε, τότε, ποιος;
    – Ζαμπέτας!

  29. ΓιώργοςΜ said

    Εγώ πάλι δε βλέπω κάτι ειδυλλιακό ή μη στο σημερινό κείμενο, εν παρόδω μόνο αναφορές για την έκταση της πόλης, τις οποίες σχολίασα.

  30. sarant said

    28 Από ποια ταινία είναι αυτό, είπαμε;

    Παρατηρώ ότι δεν έχει σχολιαστεί η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων 🙂

  31. ΓιώργοςΜ said

    Α, να διαφημίσω λίγο και τη Β Εύβοια, όπου υπάρχει, στις Γούβες, ο πύργος των Δροσίνηδων (που απ’ ότι βλέπω τον έχουν περιποιηθεί)

  32. ΓιώργοςΜ said

    30 Ο τζαναμπέτης

  33. Γιάννης Ιατρού said

    30: παίχτηκε στο «τζαναμπέτη» το 1969, με τον Κωνσταντάρα κλπ. Ερώτηση έκανε η Κοντού, ποιανού είναι κλπ.

  34. Γιάννης Ιατρού said

    32: Με πρόλαβες 🙂

  35. Γιάννης Ιατρού said

    30: …δεν έχει σχολιαστεί η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων..

    Να το σώσουμε λίγο ρε Νίκο 🙂

  36. ΓιώργοςΜ said

    30 β Η μονιμότητα ή τα κριτήρια πρόσληψης;
    Εδώ, έστω και από σπόντα, ο άχρηστος Βασιλάκης έφυγε από τη θέση του για να την καταλάβει άλλος, με ισχυρότερο βύσμα (ο οποίος, ενδεχομένως, να ήταν το ίδιο άχρηστος).
    Με τη μονιμότητα εξασφαλίζεται πως τη θέση θα καταλαμβάνει εσαεί ο ίδιος άχρηστος.
    Από την άλλη, έχουμε το (ισχνότατο βέβαια) επιχείρημα αυτών που αντιτίθενται στη μονιμότητα, πως κάποια στιγμή και για απροσδιόριστο διάστημα, κατά τύχη, θα υπάρξει ένας αξιόλογος υπάλληλος στη δεδομένη θέση.
    Γενικά, η κατάσταση περιγράφεται επαρκώς στο #35 με χίλιες λέξεις 🙂

  37. gpoint said

    Για τους νοσταλγούς των χορευτικών του 70…

  38. spatholouro said

    #13
    «το Αμπελόκηποι είναι παραφθορά από το Αγγελόκηποι»

    Θαρρώ πως δεν πρόκειται περί παραφθοράς αλλά περί αυτόνομης ύπαρξης της μίας και της άλλης ονομασίας:

    ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ
    «Αναφέρεται η τοπωνυμία εις γραπτά μνημεία των Μεσαιωνικών Αθηνών υπό διαφόρους τύπους, ως Αμπελότζηποι (αμπέλια και κήποι), Αγγελόκηποι (κήποι του Αγγέλου Μπενιζέλου), Μπολίκηπος (κήπος της αμπολής), Πολύκηπος, Αμπελότοποι».
    (Κ. Μπίρη, «Αι τοπωνυμίαι της πόλεως και των περιχώρων των Αθηνών», 1971)

  39. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    1. Πρόκειται περι αρκετα ενδιαφεροντος κοινωνικου αφηγηματος, προ 140 περιπου ετων.

    2. Υπενθυμιζει στους Αθηναιους, οτι η μικρασιατικη καταστροφη και η ερημωση της υπαιθρου (1941-1949) και η επικρατησασα σκληρη δεξια, ειχε ως αποτελεσμα τον πολλαπλασμο του πληθυσμου της πρωτευουσας, οποτε τα περβολια και οι βοσκοτοποι των εγγυς προαστειων θυσιαστηκαν απο τον ανωνυμο οικιστη, εσωτερικο μεταναστη, ενω ιδιοκτητες μεγαλων εκτασεων επλουτισαν.

    3. Εχω προλαβει την Μεσογειων ως οδο μιας λωριδας/κατευθυνση, χωματοδρομους και αλανες στον Χολαργο οπου υπηρχαν εξοχικες κατοικιες Αθηναιων σε πευκοφυτα οικοπεδα, προβατα να βοσκουν στον Ανω Χολαργο, τον γαλατα να φερνει φρεσκο γαλα που αποτιθετο στο ψυγειο παγου,….

    4. Οι ορεσιβειοι εσωτερικοι μετανστες (οι συγκεκριμενοι απο τα χωρια της Γκιωνας), αρχες 70 δημιουργησαν γαλακτοπωλεια και μετα βιοτεχνιες (γιαουρτια, ριζογαλα,..).

    5. Με την τυποποιηση του αγελαδινου γαλατος, ο γαλατας αφηνε εξω απο καθε οικια μια φιαλη, το γαλα της οποιας η τσογλανοπαρεα της εποχης μου επιστρεφοντας απο τα Αγγλικα, εχυνε στο δαπεδο,…, ορισμενες φορες βαζοντας και καρφιτσα στα κουδουνια,….

  40. Γς said

    >έφυγε από τη θέση του για να την καταλάβει άλλος, με ισχυρότερο βύσμα

    και ήταν να διοριστώ νομότυπα και χωρίς κανένα μέσον, όταν άρχισαν κάποιοι ενδιαφερόμενοι να πιέζουν για την ακύρωση του διορισμού

    -Δεν έχεις, ρε παιδί μου, και συ κανένα μέσο;

    -Γιατί; χρειάζεται; Βύσμα μπαράζ;

  41. […] Source: Ένας παράσιτος (διήγημα του Γ. Δροσίνη) « Οι λέξεις έχου… […]

  42. sarant said

    Ευχαριστω για τα νεότερα!

    38 Υπάρχουν αλλωστε Αμπελόκηποι και στη Θεσνίκη αν δεν είναι κατ’ επιρροήν της Αθήνας

  43. Ριβαλντίνιο said

    ο καθένας πολιτευτής μπορούσε να ζητήσει την παύση ενός υπαλληλου για να βάλει στη θέση του έναν δικό του, ανεξαρτήτως προσόντων.

    Ναι , ενώ τώρα είναι στις θέσεις όποιοι έχουν τα προσόντα. Καλύτερα τότε. Γινόταν κύκλος και έτρωγαν όλοι.

    _______________________________________________________________

    Τον περίφημο στίχο του Αλεξάνδρου Σούτσου:

    Ο Κορσικανός ο έχων τον Ταΰγετον πατρίδα

    ( Να βάλω ένα παλιό μου σχόλιο )

    Η καταγωγή απ’την Μάνη του Βοναπάρτη έχει παίξει και στην σύγκρουση Μεταξά-Βενιζέλου μέσω εφημερίδων. Ο Βενιζέλος διατείνεται ότι το Μακεδονικό Μέτωπο και η συμμετοχή της Ελλάδας στην μάχη του Σκρα ήταν σημαντικά για την λήξη του Μεγάλου Πολέμου. Ο Μεταξάς τον αντικρούει ότι το σημαντικότερο μέτωπο ήταν στην Γαλλία και αν αυτό κατέρρεε πάπαλα ο πόλεμος για τους Συμμάχους, χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει την αξία της ελληνικής συμμετοχής. Και αναφέρει παραδείγματα ότι οι Άγγλοι πίστευαν πως την νίκη του Α΄ Π.Π. εξασφάλισε ο στόλος τους , οι ΗΠΑ ότι τη νίκη πέτυχε η δική τους συμμετοχή κ.λπ. Φαίνεται πως κάποιοι βενιζελικοί δημοσιογράφοι κατηγόρησαν τον Μεταξά για αντιπατριωτική στάση , ότι μειώνει δηλ. τις ελληνικές επιτυχίες στο μακεδονικό μέτωπο. Και ο Μεταξάς γράφει :

    «Τι να κάμωμεν ! Θα το υποστώμεν και αυτό ! Ίσως μεθαύριον, αν ισχυρισθώμεν ότι ο Βοναπάρτης ήτο Κορσικανός και όχι Μανιάτης , κατά τον ποιητήν Σούτσον , θα μας είπουν ότι είμεθα μισέλληνες ! Ομολογούμεν ότι τοιαύτην αντίληψιν της ιδέας της πατρίδος δεν έχομεν.»

  44. Η Θεσσαλονίκη έχει και Φάληρο, και Κηφισιά, και Νέα Ελβετία…. Μάλλον δεν διακρίνονται για την πρωτοτυπία τους τα τοπωνύμιά της 🙂

  45. ΚΩΣΤΑΣ said

    Για τις αυθαίρετες απολύσεις και μεταθέσεις των δημοσίων υπαλλήλων τω καιρώ εκείνω.

    ……………………………………………………………………………………………………………..
    «Αν όμως όλοι διασκεδάζωσιν, υπάρχουσιν ατυχή τινα όντα, άτινα κάθηνται επί ανημμένων ανθράκων, κατά τον μήναν τούτον.
    Τα όντα ταύτα, είναι οι διδάσκαλοι, οι είλωτες της πολιτείας, οι παρίαι της δημόσιας υπηρεσίας.
    Κατά τον μήνα τούτον διορίζονται, μετατίθενται, ή απολύονται οι ανά τας πόλεις και τας κώμας και τα χωρία διδάσκαλοι και διδασκάλισσαι από των γυμνασιαρχών μέχρι των επιστατών.
    Και συρρέουσι πάντες εις Αθήνας, και καταπλημμυρούσι τους διαδρόμους και την αυλήν του Υπουργείου, καθηγηταί με υψηλόν πίλον και γραμματοδιδάσκαλοι με απότριπτα και κεκηλιδωμένα επανοφώρια και διδασκάλισσαι με τας γραίας μητέρας των, γυναίκας του λαού φορούσας τσεμπέριον ή φέσιον, και θέτουσιν εις ενέργειαν βουλευτάς, και εκλιπαρούσι και ολοφύρονται όπως απαλλαγώσι του θανατηφόρου κτυπήματος.
    Οι ταλαίπωροι δημοδιδάσκαλοι! Εν τεμάχιον χαρτίου του Υπουργού δύναται να τους εκσφενδονίση είς τα πέρατα της Ελλάδος.
    Άμα έλθη το μπουγιουρουλδη εκείνο πρέπει να μαζεύσωσι τα ράκη των, την σκελετώδη γυναίκα των, τα χλωρωτικά παιδία των και, οικτρόν θέαμα αποτελούντες, ως πρόσφυγες πομάκοι, να διέλθωσι βουνά, να πλεύσωσι θάλασσας, διασταυρούμενοι καθ’ οδόν μετ’ άλλων τινών όντων, άπερ εκ της αθλιότητος των γνωρίζουσιν ως συναδέλφους των.» ……………………

    Απόσπασμα από χρονογράφημα του του Αριστοτέλη Κουρτίδη στην «Κλειώ», όπου περιγράφει εικόνες από την Αθηναϊκή ζωή τον Αύγουστο (1887). Αντιγραφή από το: «Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε», επιμέλεια Αλέξη Δημαρά. (μονοτόνισα)

    Αφιερωμένο εξαιρετικά στη Μαρία και στον Γιάννη Κουβάτσο. 🙂

  46. sarant said

    Εξαιρετικό!

  47. 45. σχετικό με τους δασκάλους τω καιρώ εκείνω…

    «Ο ΚΡΕΜΑΝΤΑΛΑΣ
    Στα βουνά οι τσοπάνηδες κόβουν από τα έλατα έναν κλάδο, τον καθαρίζουν ώστε να μείνη από κάθε κλωνάρι του ένα μικρό μέρος, του κάνουν τη βάση μυτερή, τον μπήγουν στη γη μέσα στην καλύβα τους και από τα κλωνάρια που έχουν μείνει κρεμάνε τα διάφορα πράγματά τους. Τις καπότες τους, τα ταγάρια τους, τις καρδάρες, τις βεδούρες, τα κοφίνια κ.λ.π.. Το ξύλο αυτό, που το μεταχειρίζονται γι’ αυτή τη δουλειά, το λένε οι τσοπάνηδες «κρεμανταλά». Είναι από τα χρησιμώτερα πράγματά τους, αλλά και το ευτελέστερο. Άμα αλλάξουν στανοτόπι, όλα θα φροντίσουν να ταν κουβαλήσουν και μόνο τον κρεμανταλά θα τον πετάξουν, γιατί δεν αξίζει τον κόπο να φορτωθούν κι’ αυτό το πράγμα. Σ’ όποιο βουνό κι’ αν στήσουν την καλύβα τους, κάποιο έλατο θα βρεθή να φτιάξουν έναν κρεμανταλά. ………………………………………………………………………………………………………………………………………….
    Το Ελληνικό κράτος είχεν ανάγκη από έναν τέτοιον κρεμανταλά, για να κρεμάση από αυτόν όλες του τις μικροδουλειές και βρήκε τον δημοδιδάσκαλο, στον οποίον αναθέτει, κοντά στο κύριό του έργο, του κόσμου τις υπηρεσίες. Τον θέλει Γραμματέα της Κοινότητος, γραμματέα των Γεωργικών συνεταιρισμών, υπάλληλο της περιθάλψεως, υπάλληλο στις διάφορες υπηρεσίες, ταχυδρομικές, τηλεφωνικές, στρατολογικές, ταμειακές, φορολογικές, εκλογικές, κοινωνικές, πατριωτικές και άλλες πολλές …..
    ……………………………………….»
    Απόσπασμα από άρθρο του Νίκου Προκοπίδη, προέδρου της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος, (ΔΟΕ), στο αριθ. 4/ 1 Οκτωβρίου 1924, Διδασκαλικό Βήμα, δημοσιογραφικό περιοδικό των δασκάλων που συνεχίζει να εκδίδεται μέχρι σήμερα.

  48. ΚΩΣΤΑΣ said

    47 Μαγδαληνή 🙂

    Έχω στα χέρια μου μερικά τεύχη από τα πρωτότυπα φύλλα του Διδασκαλικού Βήματος – 1924 κλπ.

    Αυτό το απόσπασμα το έχω δημοσιεύσει κι εγώ, ίσως και εδώ; Αν το πήρες σε μαιλ, ίσως το διακίνησε πρώτος κάποιος που του το έστειλα.

    Πάντως αν έχει το CD με τα Δ.Β., βρες και το: «προς παπαδάσκαλον» του Νίκου Προκοπίδη. Είναι σκέτη απόλαυση.

  49. 25: Αυτό το σημείο εννοεί στο 22; ή την παλιά «δεξαμενή» απέναντι από την οικία/σχολή του Σίμων Καρρά, όπου είναι πλέον το κλειστό γυμναστήριο;

    Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
    http://www.badsadstories.blogspot.gr
    http://www.badsadstreetphotos.blogspot.gr

  50. sarant said

    47 Ωραία λέξη και ωραίο άρθρο

  51. Γιάννης Ιατρού said

    49: Η σχολή που λές, είναι Έρσης και Πουλχερίας, πάνω στη στροφή, επομένως στη ΒΔ πλευρά του λόφου, λίγο πιό πάνω από την Καλλιδρομίου. Εγώ αναφέρω στο #27, πως η «είσοδος» ήταν από Εμμ. Μπενάκη, επομένως στα ΝΔ του λόφου, περίπου στο μέσο της πλευράς του. Αν είναι εκεί τώρα ουζερί κλπ. που αναφέρει ο Σκύλος δεν ξέρω, αλλά μάλλον έχει καταλάβει που εννοούσα, καθότι και κοσμογυρισμένος 🙂

  52. leonicos said

    Θα κόψω τις φλέβες μου!

    Ο Γς αιτησιογράφος, και να μην τον πετύχω να μου γράψει την αίτηση;

    Φτου ….. την ατυχία μου μέσα

  53. leonicos said

    Στην Συμφωνία του Αγίου Στεφάνου, σήμερα Γεσίλκιοϊ, όλοι οι εκπρόσωποι της Πύλης έχουν ελληνικά ονόματα. Όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι. Δεν το έχω πρόχειρο, αλλά ιστολόγιο είστε, θα το βρείτε. Μου έκανε εντύπωση. Εδώ βρήκατε το ΗΤ13 πινακίδα της Γραμμικής Α

    Άλλο κι αυτό το απίθανο. Μου την κρεμάσατε σε 10 λεπτά. Δεν θυμάμαι ποιος…

  54. ΚΑΒ said

    >>Ο Βασιλάκης όταν απολύεται γυρίζει στο νησί του παυσανίας. Πρόκειται για λογοπαίγνιο με την παύση -μια λέξη πολύ συχνή την εποχή ως το 1911,

    Δεν το ήξερα ότι χρησιμοπούσαν τη λέξη παυσανίας για τους απολυμένους Δ.Υ., πριν από το 1911.
    Θα σας αναφέρω κάτι σχετικό:
    Συγγενής μου στο νησί είχε πάρει το καλοκαίρι έναν Ινδό (στο νησί 2-3 Ινδοί υπάρχουν) στη δουλειά του για καθορισμένο από πριν διάστημα.Επειδή το όνομά του ήταν δυσκολοπρόφερτο τον είχε ονομάσει Γρηγόρη. Όταν πήγαιναν για δουλειά, ήταν 20 μέτρα πίσω, όταν σκολούσαν πήγαινε 50 μ. μπροστά. Καταλαβαίνετε λοιπόν γιατί αυτή η επωνυμία.Όταν ήρτε η ώρα για να απολυθεί, παρακάλεσε να παραμείνει για λίγες μέρες ακόμη στο οίκημα που έμενε μέχρι να φύγει για Αθήνα. Στο αυτό λοιπόν το διάστημα ο συγγενής μου τον έλεγε Παυσανία.

    Ο κρεμανταλάς μου θύμισε τη λέξη μαντελάς που λέμε στο νησί για το σκιάχτρο που χρησιμοποιούν οι γεωργοί για την προστασία των καλλιεργειών τους από τα πουλιά. Από τα ιταλικό βέβαια mantello

  55. ΚΑΒ said

    >>να δώσομε τα πιατικά στην περιβολαριά να τα καθαρίσει

    καλή σας νύχτα

  56. Γιάννης Ιατρού said

    53: Λεώ
    … Εδώ βρήκατε το ΗΤ13 πινακίδα της Γραμμικής Α…

    Τι θες ρε Λεώ, αφού αυτή την έχουμε πρόχειρη γιατί είναι της εποχής μας, τα άλλα που ζητάς είναι πολύ πρόσφατα, θα στα βρουν οι νέοι (π.χ. ο Γς) εδώ μέσα 🙂

  57. sarant said

    54 Οπότε ο συγγενής θα είχε ακούσει τον όρο, από κάποιον παλιότερο, όταν ήταν νέος.

  58. 48. Δεν θυμάμαι πια πού το βρήκα. Συγκεντρώνω ό, τι σχετικό, θα ψάξω και το δεύτερο άρθρο που λες. Ευχαριστώ.

  59. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι,

    διακόπτω την 48ωρον σιωπήν μου διά να θέσω μίαν σειράν ερωτήσεων που ίσως μοί στοιχίσουν νέαν πορτοκαλιάν κάρταν…

    1) Διατί ο κ. Σαραντάκος αποκρύπτει ότι ο Γεώργιος Δροσίνης ήτο κομματόσκυλον του Χαριλάου Τρικούπη (αμφότεροι Μεσολογγίται) κι ότι ο Χ. Τρικούπης του είχεν αναθέσει εις ηλικίαν 24 ετών (!..) να επιμεληθή τα Σχολικά Νεοελληνικά Αναγνώσματα του 1884; (Καταβιβάσατε εδώ)

    2) Διατί ο κ. Σαραντάκος αποκρύπτει ότι ο Δροσίνης, αν και πάμπλουτος, ουδέποτε ενυμφεύθη, διότι επίστευε την παλαβομάραν του Αποστόλου Παύλου ότι με την Παρθενίαν σώζεις ευκολώτερα την ψυχήν σου, παρά με τον Γάμον; Μάλιστα ο χριστιανούλης Δροσίνης είχε γράψει και σχετικόν ποίημα, την περίφημον «Αμαρτωλήν», με το οποίον κατήγγελλε κάποιο κοράσιον εις έναν τραγόπαπα, επειδή δεν ενήστευε το φιλί!..

    3) Διατί ο δημοτικιστής κ. Σαραντάκος αποκρύπτει ότι ο Δροσίνης ήτο είς καραγκιόζης της Δημοτικής (κατά την έκφρασιν του Ψυχάρη διά τον Καβάφην), αφού τα μέν ποιήματά του τα έγραφεν εις την Δημοτικήν, τα δε πεζά του εις άπταιστον καθαρεύουσαν; Κι ότι ο Δροσίνης είναι ο Ιδρυτής της γεροντοκόρης εφημερίδος «Εστίας», την οποίαν παρέδωκεν αργότερον εις την (εβραϊκής καταγωγής) Κυπριακήν οικογένειαν των Κύρου;

    4) Διατί ο κ. Σαραντάκος αποκρύπτει τους περιφήμους στίχους του Αχιλλέως Παράσχου διά τους εκπροσώπους της «Νέας Αθηναϊκής Σχολής» (Δροσίνη, Παλαμά και Καμπά)…

    «τα παιδαρέλλια!…
    που όταν γυρίσεις να τα δείς
    ξεραίνεσαι απ’ τα γέλια»… ;

    Μετά τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος και σπουδαιόμυθος

    ΥΓ: Μοί προξενεί αλγεινήν εντύπωσιν ότι επί 54 ώρας ουδείς αναγνώστης ετόλμησε να στηλιτεύση το κάργα αντισημιτικόν άρθρον του μπολσεβίκου Παντελή Μπουκάλα εις την «Καθημερινήν» της Παρασκευής, όπου καταγγέλλεται ο Σιωνισμός ως… Εχθρός της Ανθρωπότητος…

    Η Κοινότης μας (Ελληνόψυχοι Ελληνοαμερικανοί του Ιλλινόϊ) έχει άμεσον συνεργασίαν με Σιωνιστάς των ΗΠΑ και σάς διαβεβαιοί ότι είναι οι μεγαλύτεροι Φιλέλληνες. με πρώτον και καλύτερον τον «Βασιλιά των Καζίνο του Λάς Βέγκας» Sheldon Adelson, τον οποίον καθυβρίζει σκαιώς εις το άρθρον του ο κ. Μπουκάλας. Ο Sheldon είναι φίλος της Κοινότητός μας και όποτε συναντά κάποιον Ελληνοαμερικανόν, τού υπενθυμίζει πως η Ιδέα του Σιωνισμού είναι πιστή αντιγραφή της Μεγάλης Ιδέας των Ρωμιών (Κωλέττης κλπ.) που ετριπλασίασε την έκτασιν του Ρωμέικου…

    Η Κοινότης μας καλεί τον γνώστην κ. Σαραντάκον να «τραβήξη το αυτί» του φιλαράκου του Παντελή Μπουκάλα και να του υπενθυμίση την πρόσφατον δήλωσιν του Γάλλου Προέδρου Μακρόν ότι ο Αντισιωνισμός είναι ο Αντισημιτισμός της εποχής μας και πρέπει να διώκεται ως ρατσιστική συμπεριφορά. Κι αυτό διότι στοχοποιεί τους Εβραίους, το 95% των οποίων δηλώνουν σήμερον φανατικοί Σιωνισταί…

    Αναρτώ το επίμαχον σημείον του Μπουκαλείου άρθρου όπου κατακεραυνώνεται ο Σιωνισμός, λές και είναι λέπρα ή απειλή διά την Ανθρωπότητα…

  60. spatholouro said

    «παυσανίας. Πρόκειται για λογοπαίγνιο με την παύση»

    Και με την ανία, και με την ανία:

    «Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι όλους αυτούς τους απολυόμενους ο Δημ. Καμπούρογλου τους ονόμασε «Παυσανίες», επειδή με την απόλυσή τους, επερχόταν η παύση της ανίας του Δημοσίου Υπαλλήλου.»

    https://books.google.gr/books?id=CZo0ca325boC&q=%22%CF%80%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B5%CF%82%22&dq=%22%CF%80%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B5%CF%82%22&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjq1rXeoYHYAhXHWhQKHZ6yAwgQ6AEINzAE

  61. Γς said

    60:

    Κι ο Παυσάνοιας;

  62. Γς said

    Ολύμπιος!

    Στην εκκλησία Μαντελέν

  63. 51: καλημέρα! δεν είχα δει το νέο σχόλιο καλέ μου άνθρωπε και βασίστηκα στο πρώτο, σε αυτήν την περίπτωση έχει δίκιο ο φίλος Σκύλος, πριν την ανάπλαση, πλακόστρωση κ.λ.π. προ δεκαετιών του λόφου Στρέφη,το σημείο αυτό (κοντά στο θεατράκι και κάτω απ’ το νταμάρι) ήταν το άλλο κλασσικό μέρος με άπλες για μπάλλα – Ευχαριστώ.

  64. sarant said

    60 Βλέπω ότι είναι σοβαρή η πηγή σου, αλλά θα ήθελα να δω μήπως ο Καμπ. το λέει ειρωνικά, υπό τύπο λογοπαιγνίου πανω στο λογοπαίγνιο.

  65. cronopiusa said

  66. Γιάννης Ιατρού said

    Καλημέρα

    63: Christos Tsatsaronis

    Ε, δεν έγινε και τίποτα, καλά κάνεις κι αναφέρεις και τους υπόλοιπους πιθανούς «τόπους εγκλήματος.» 🙂
    Θα κάνω καμιά βόλτα από τα παλιά λημέρια, να δω πως είναι σήμερα. Νά ΄σαι καλά με τα ωραία σου ιστολόγια.

  67. Εχω ακούσει ότι στην Τράπεζα (Αθηνών και μετέπειτα Εθνική, συγκεκριμένα) έλεγαν Παυσανίες και Βολταίρους τους υπαλλήλους — όχι των γκισέ, βεβαίως –που έκαναν πολλές παύσεις και βόλτες εν ώρα εργασίας.

  68. Alexis said

    Μου άρεσε πολύ το κείμενο του Δροσίνη και δεν συμφωνώ με κάποιους από τους προλαλήσαντες περί «μηδενικής ή ελάχιστης λογοτεχνικής αξίας». Δεν είναι τόσο εύκολο όσο φαίνεται να γράψει κάποιος ένα κείμενο που να «ρέει» έτσι όμορφα και να σου κρατάει το ενδιαφέρον από την αρχή έως το τέλος.

    Μου άρεσε και το λογοπαίγνιο «παυσανίας», μου θυμίζει την ευρηματικότητα κάποιων φανταρίστικων αντίστοιχων λέξεων, π.χ. «ταψίαρχος» 🙂

  69. Alexis said

    Διονύσιος Σολωμός, Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Δροσίνης, Ιωάννης Πολέμης και Ζαχαρίας Παπαντωνίου ήταν οι «σταρ» των παλιών αναγνωστικών του Δημοτικού (αυτών τουλάχιστον που διδάχτηκα εγώ).

  70. ΚΩΣΤΑΣ said

    13 – 38 – 44

    Οι Αμπελόκηποι Θεσσαλονίκης πήραν το όνομά τους κυριολεκτικά από την πραγματικότητα. Υπήρχαν στην περιοχή πολλοί αμπελώνες και άλλες καλλιέργειες οπωροκηπευτικών. Ο συνοικισμός που δημιουργήθηκε εκεί είναι προσφυγικός, μετά την μικρασιατική καταστροφή, και οι πρόσφυγες έτυχαν γεωργικής αποκατάστασης. Πριν καν δημιουργηθεί ο συνοικισμός υπήρχε και υπάρχει μέχρι σήμερα οδός που οδηγούσε σε αυτή την περιοχή και ονομαζόταν οδός Αμπελώνων.

    Επίσης το Νέο Φάληρο ή Φάληρο σκέτο, πιθανόν να πήρε το όνομά του από ένα κέντρο διασκέδασης που υπήρχε εκεί.

    Νέα Ελβετία και Κηφισιά πιθανόν να είναι κατ’ απομίμηση των Αθηνών. Είναι ανατολικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης και θεωρούνται κάπως αριστοκρατικές.

  71. spiridione said

    60. 64
    Για τον Δ. Καμπούρογλου αναφέρεται ότι αυτός είναι ο νονός της πλατείας Κλαθμώνος από χρονογράφημα που έγραψε στην Εστία το 1878 «ο Κήπος του Κλαυθμώνος».
    https://www.nextdeal.gr/links-footer/organisations/%CE%B7-%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%82-%CE%B7-%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%85%CE%B8%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%82

    Πλην όμως, δεν προκύπτει από το χρονογράφημα αυτό ότι ήταν νονός ούτε της Κλαυθμώνος ούτε των Παυσανίων.
    http://pleias.lis.upatras.gr/index.php/estia/article/view/76977/69325

    Για τους παυσανίες δε θυμόμουν ότι τους είχα δει και σε παλιότερα δημοσιεύματα.
    Και πράγματι, υπάρχουν στον Λοχαγό της Εθνοφυλακής (1867) του Άγγελου Βλάχου. Άρα, αποκλείεται να είναι του Καμπ.
    https://books.google.gr/books?id=RUM8AQAAMAAJ&pg=RA1-PA251&dq=%22%CE%A0%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CE%B9%22&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwj9neyf8IHYAhUnP5oKHcmqBak4MhDoAQglMAA#v=onepage&q=%22%CE%A0%CE%B1%CF%85%CF%83%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CE%B9%22&f=false

  72. spiridione said

    Από το Ημερολόγιον Σκόκου, 1893, το ενδιαφέρον άρθρο «Παλαιαί Αθήναι: Τα καφφενεία», του Θ. Α. Βελλιανίτη:

    «…Εις πολύ νεωτέραν εποχήν, περί το 1850, είχεν εγερθεί εκεί εν τω κήπω των Μουσών, τον γνωστότερον υπό το όνομα «Κήπος του Κλαυθμώνος», το μικρόν εκείνο καφφενείον με την κελαρύζουσαν κρήνην του, όπερ προ δύο ακόμη ετών υφίστατο, και όπου εύρισκον καταφύγιον τα σμήνη των πεπαυμένων υπαλλήλων, οίτινες εκεί εκαραδόκουν την διεύλεσιν βουλευτού τινός, μεταβαίνοντος προς ρουσφετολογίαν εις τα πλησίον υπουργεία και επαράδερνον εκεί δι’ όλης της ημέρας, προσδοκώντες πεντηκοντάδραχμον τινα θέσιν. Οι στεναγμοί των πειναλέων θεσιθηρών έδωκε το θλιβερόν όνομα εις τον κήπον εκείνον του πρώτου ανακτόρου, εκεί μέσα ανέβλυσε και έλαβε την αρχήν της και την σημερινήν σημασίαν του η λέξις παυσανίας μη αναφερομένη εις τα αρχαιότερα λεξικά, η παρουσία δε των παυσανιών απεδίωξεν εκείθεν τας Μούσας, το όνομα των οποίων έφερεν ο πενιχρός εκείνος κήπος. Το θέρος υπό την σκιάν των δένδρων του διημέρευον οι εκ των επαρχιών μετατιθέμενοι διδάσκαλοι, εξ ου δασκαλοπάζαρον εκλήθη ούτος, κατ’ απομίμησιν ενός άλλου παζαρίου κατά πάσαν δευτέραν οργανιζομένου εν τη πλατεία του Θησείου. Το καφφενείον εκείνον κατεδαφίσθη, οι παυσανίαι εφυγαδεύθησαν εκείθεν και τους αντικατέστησαν οι ίπποι των προσκεκολλημένων εις την αστυνομίαν χωροφυλάκων».

    http://kosmopolis.lis.upatras.gr/index.php/hmerologio_skokou/article/view/71056/69932

  73. spatholouro said

    #60/54
    Το περιοδικό παραπέμπει στη Συναγωγή του Κουμανούδη, ο οποίος στο λήμμα «Παυσανίας» παραπέμπει με τα κρυποτγραφικά του σε Δ. Καμπούρ. και Α. Βλάχο και εφημ. ΑΣΤΥ

    http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_split.php?filename=/var/www/anemi-portal/metadata/c/c/5/attached-metadata-01-0000971/141355_02.pdf&pageno=203&pagenum=1

  74. sarant said

    Πολύ ωραία όσα βρήκατε. Εξακολουθώ να δυσπιστώ στην παύση της ανίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: