Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τσιφτέδες για τσίφτηδες ξανά

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2017


Δεν είχα έμπνευση για φρέσκο άρθρο χτες -με είχε κυριέψει η διάθεση της εορταστικής χαλάρωσης, ας πούμε. Κι έτσι καταφεύγω για μιαν ακόμα φορά στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης παλιότερου άρθρου και παρουσιάζω ξανά ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τέτοιες μέρες πριν από έξι χρόνια, για την ακρίβεια πριν από έξι χρόνια παρά μία μέρα.

Τέτοιες μέρες, αλλά όχι με θέμα εορταστικό. Λέξεις αναζητά και συσχετίζει το σημερινό μας άρθρο. Αλλά πριν προχωρήσω να σας θυμίσω ότι αν δεν έχετε ψηφίσει για τη Λέξη της χρονιάς 2017 πρέπει να βιαστείτε. Μιάμιση μέρα έμεινε, μετά θα είναι πολύ αργά.

Τις προάλλες είχα πάει σ’ έναν φίλο και του χάρισα το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Ο φίλος μου, που είναι Κρητικός, άρχισε να το φυλλομετράει, και σε μια στιγμή μου λέει «ναι, αλλά εδώ για τον τσιφτέ έχεις λάθος».

Δαγκώθηκα, διότι ο τσιφτές (το κυνηγετικό όπλο) είναι λέξη (και) της κρητικής διαλέκτου και οι ντόπιοι μπορεί να ξέρουν κάτι που μου ξέφυγε, και τον ρώτησα πού είναι το λάθος -μου λέει «δεν γράφεις ότι προέρχεται από το αγγλικό Chieftain, το όνομα της εταιρείας που έφτιαχνε αυτά τα όπλα!» Ανάσανα ανακουφισμένος, αλλά ο φίλος μου συνέχισε, «όπως η μέγκλα που είναι από το made in England».

Πράγματι, ίδια περίπτωση είναι, αλλά όχι όπως το εννοούσε: ούτε η μέγκλα προέρχεται από το made in England, αν και θα έχετε ακούσει ότι έτσι είναι, ούτε ο τσιφτές από την Chieftain, παρόλο που υπάρχει πράγματι εταιρεία με το όνομα αυτό που φτιάχνει τανκς και άλλα σύνεργα σκοτωμού. Πάντως, όπως μου είπε, η θεωρία δεν ήταν δική του, αλλά ακούγεται ευρύτερα.

Εκ πρώτης όψεως δεν είναι παράλογη η θεωρία· άλλωστε, υπάρχουν ανάλογα προηγούμενα. Ο γκρας, το παλιό όπλο των προπαππούδων μας, ονομάστηκε έτσι από το όνομα του εφευρέτη του, του Γάλλου Gras, αν και για το θρυλικό καριοφίλι, που θεωρούσαμε για πολύν καιρό ότι ονομάστηκε έτσι από τη μανιφατούρα Carlo e figli, Κάρολος και υιοί, που έφτιαχνε τέτοια όπλα, η νεότερη έρευνα έδειξε ότι το όνομα δεν προέρχεται από τον κατασκευαστή του. Κάποια στιγμή θα γράψουμε άρθρο για τα ουσιαστικά που έχουν προκύψει από εμπορικές ονομασίες -από τη ρομβία και την πομόνα ως το σελοτέιπ και τα πάμπερς.

Όμως για τον τσιφτέ δεν ισχύει κάτι τέτοιο, δεν έχει προέλθει από εμπορική ονομασία. Αφενός, η λέξη είναι παλιά, τη βρίσκουμε σε τραγούδια του 19ου αιώνα, ίσως και παλιότερα, οπότε κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρχε η εταιρεία Chieftain τότε, ούτε ήταν τόσο εύκολος ο δανεισμός από τα αγγλικά. (Κατά εμπειρικό κανόνα: Λέξη που εμφανίζεται σε κείμενο του 19ου αιώνα και δεν είναι ναυτική δεν είναι δάνειο από τα αγγλικά).

Αφετέρου, και αυτό είναι το πιο βασικό, η ετυμολογία του τσιφτέ είναι γνωστή: προέρχεται από το τουρκικό çift, που σημαίνει «ζευγάρι» ή «διπλός», επειδή αρχικά ο τσιφτές ήταν όπλο δίκαννο.

Μάλιστα, ο τσιφτές δεν είναι η μοναδική λέξη που έχουμε δανειστεί από την ίδια τουρκική ρίζα. Μια ακόμα, που φαίνεται καθαρά, είναι το τσιφτετέλι -από το διπλό τέλι, που θυμίζει και τη δικιά μας διπλοπενιά.

Μια άλλη λέξη από την ίδια ρίζα, ακόμα πιο βασική, είναι το τσιφλίκι, από το τουρκικό çiftlik (αγρόκτημα). Η ιστορία της λέξης είναι ενδιαφέρουσα, όπως και η σημασιακή της εξέλιξη.

Η λέξη çift (προφέρεται τσιφτ) σημαίνει «ζευγάρι» και ειδικότερα το ζευγάρι τα βόδια τα ζεμένα στο ζυγό για το όργωμα. Ακριβώς ίδια λέξη υπάρχει και στα ελληνικά: ζευγάρι, απ’ όπου και ζευγάς, ζευγολάτης κτλ.  Οι ζευγάδες λέγονταν και τσιφτσήδες. Από το çift = ζευγάρι ονομάστηκε çiftlik αρχικά η έκταση που μπορεί να οργωθεί μέσα σε μια μέρα από ένα ζευγάρι βόδια. Στη συνέχεια η σημασία διευρύνθηκε και çiftlik ονομάστηκε το αγρόκτημα κι έπειτα το μεγάλο αγρόκτημα με τους κολίγους κτλ.

Αλλ’ ας γυρίσουμε στον τσιφτέ. Τσιφτές λοιπόν, στην Κρήτη, είναι το κυνηγετικό όπλο. Ο Κονδυλάκης στην Πρώτη αγάπη γράφει ότι η μητέρα του τού είχε υποσχεθεί έναν «ελαφρό τσιφτέ» για να ξεκινήσει το κυνήγι. Η λέξη συχνή σε μαντινάδες, π.χ. Μα γω ’χω ένα καλό τσιφτέ κι ένα καλό κουλούκι / κι οντέ θα βγω στσι πέρδικες μου πέφτουνε μπουλούκι. (Κουλούκι το σκυλάκι και γενικά το σκυλί). Κοινός τόπος στις αφηγήσεις για τη μάχη της Κρήτης είναι ότι οι Κρητικοί πολέμησαν με τσιφτέδες, δηλαδή παλιά κυνηγετικά, και τσουγκράνες.

Στην Κύπρο όμως, όταν υπήρχε η λίρα, τσιφτές ονομαζόταν το διπλοσέλινο, το κέρμα των δυο σελινιών δηλαδή, και μετά την κατάργηση της υποδιαίρεσης των σελινιών, το αντίστοιχο νόμισμα των 10 μιλς, το ένα δέκατο της λίρας. Αυτό ήταν το βασικό κέρμα που έβαζαν οι έφηβοι στα μηχανάκια με τα ηλεκτρονικά (σαν τα δεκάρικα της δεκαετίας του 1980 στην Ελλάδα). Σήμερα χρειάζονται 50 σέντσια, αλλά η ονομασία παραμένει.

Τέτοιες παρετυμολογίες από τα αγγλικά, όπως στον τσιφτέ και στη μέγκλα, υπάρχουν πολλές στα κυπρέικα, όπου γίνονται πιστευτές λόγω της πρόσφατης αγγλικής κατοχής του νησιού. Λένε, ας πούμε, ότι το αγκρισμένος (θυμωμένος, αλλά και ερεθισμένος γενικότερα) είναι από το αγγλικό angry -ενώ είναι από το αρχαίο «αγρίζω», άλλωστε η λέξη δεν είναι αποκλειστικά κυπριακή, την έχουμε και στη Μυτιλήνη και αλλού. Λένε ακόμα ότι η τσαέρα (καρέκλα) είναι από το αγγλικό chair -ενώ είναι απομεινάρι από την εποχή των Λουζινιάν, από την παλιά γαλλική λέξη chaere απ’ όπου προήλθε και το chair. Αλλά στο θέμα αυτό έχουμε αφιερώσει ειδικό αρθρο πρόσφατα.

Όσο για τους τσίφτηδες, η πιο διαδεδομένη θεωρία τούς θέλει να προέρχονται από το αλβανικό qift «γεράκι». Είναι άλλωστε συχνό να παρομοιάζουμε τους ξύπνιους με αρπαχτικά πουλιά, όπως στο ξεφτέρι και στο σαΐνι. Από την άλλη, η λέξη çift είχε στα παλιά τούρκικα τη σημασία «συνάδελφος, παλιόφιλος», οπότε δεν μπορούμε ν’ αποκλείσουμε και αυτή την προέλευση. Παλιότερα έκλινα προς την αλβανική εκδοχή, τώρα δεν είμαι και τόσο βέβαιος, βρισκω και τις δυο εξίσου πιθανές. Μπορεί ο τσίφτης να είναι εύστροφος σαν γεράκι, μπορεί και ξηγημένος σαν παλιός φίλος. Ιδίως αν βαστάει τσιφτέ.

 

Advertisements

133 Σχόλια to “Τσιφτέδες για τσίφτηδες ξανά”

  1. Γς said

    Καημέρα

    > Ο γκρας, το παλιό όπλο των προπαππούδων μας, ονομάστηκε έτσι από το όνομα του εφευρέτη του, του Γάλλου Gras

    Μα αυτός είχε εφεύρει το foie gras

    Νες πα;

  2. Αφού δεν είχες όρεξη, για δεν έκανες κόπι πέιστ εκατό φορές «ψηφίστε τη λέξη της χρονιάς»;

  3. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2 Και μετά τι σχόλια θα κάνατε εσείς;

  4. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Χρηστική πληροφορία από το σημερινό: Προσέχετε πώς παραγγέλνετε στην Κρήτη τα κεφτεδάκια, μη σας έρθει κανένα δίκανο! 🙂
    Εγώ πάλι έμαθα τι σημαίνει το επώνυμο ή παρατσούκλι «Τσιφτσής» που έχω ακούσει στο χωριό.

  5. Γς said

    >προέρχεται από το τουρκικό çift, που σημαίνει «ζευγάρι»

    Είναι κι ο τσίφτης από το τσίφτης < τουρκική çift < περσική جفت cuft

    Για τον λεμονοστίφτη δεν ξέρω

  6. Πάνος με πεζά said

    Καλημέρα.Με έχετε χάσει κάποιες μέρες γιατί ήμουν στο κρεβάτι με κάταγμα κνήμης…Στην πρώτη μου επίσκεψη στο Σταύρος Νιάρχος πήγα να κάνω τον πατινέρ,παρέα με την κόρη μου,αλλά εκεί πάνω στο τριπλό σάλτο με τις οκτώ πιρουέτες,κι ενώ ούρλιαζε ο Κωστάλας,άκουσα το ίδιο μαγικό κρακ του 1999,και ζευγάρωσα τα κατάγματα κνήμης-περόνης,αυτη τη φορά στο αριστερό πόδι…
    Το ρεβεγιόν της παραμονής με βρήκε εντεκάμιση με μιάμιση στο χειρουργικό τραπέζι,και όλα πήγαν με απίστευτη επιτάχυνση ώστε σήμερα να περιμένω το εξιτήριο για Πρωτοχρονιά σπίτι…
    Ένα μεγάλο ευχαριστώ στο ΕΣΥ και στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού,και καλή Πρωτοχρονιά σε όλους!
    Brake a leg,που λενε και στο χουργιόμ!

  7. 3. παρών, εψήφισα, πάω, αύριο…

  8. Γς said

    Περαστικά σου!

    Κι αν θέλεις τίποτα, δίπλα σου είμαι,

    Και πότε θά’ ρθει η θεία σου, εκείνη η ωραία, να σε δει;

    Χεπι νιου γίαρ!

    Φαν του Πανος @ Δημήτρης [Μαρτίνος] κλαμπ

  9. Γς said

    Και πως το φοβάμαι το πέσιμο [και το ρέψιμο]

  10. sarant said

    6 Ωχ! Μέσα στο κτίριο γλίστρησες; Σιδερένιος βρε Πάνο!

  11. Πάνος με πεζά said

    Οχι,στο παγοδρόμιο που εχουν στήσει έξω…
    Και το βράδι έβλεπα στις ειδήσεις,από το κρεβάτι του πόνου «φαντασμαγορική ατμόσφαιρα στο ΚΠΙΝΣ, με μικρούς και μεγάλους να απολαμβάνουν βόλτες στον πάγο…»
    Να σας γ*&%€@&..

  12. Γς said

    Και τό’ δα προχτές στο Νιάρχος.

    Εκείνα τα κεκλιμένα επίπεδα από τον Φάρο μέχρι κάτω. Μέχρι το κανάλι μπλουμ

  13. sarant said

    11 Σωστά. Εγώ ευτυχώς έχω περάσει την επικίνδυνη ηλικία (αφού δεν πηγαίνω πια τις κόρες μου στο θέατρο)

  14. LandS said

    η λέξη çift είχε στα παλιά τούρκικα τη σημασία «συνάδελφος, παλιόφιλος»

    το mate των εγγλέζων. Από μια παλιά γερμανική λέξη που σημαίνει «αυτοί που τρώνε παρέα»

  15. Γς said

    11:

    Ετρεχα κι εγώ με τα παιδιά στο παγοδρόμιο του Γκαλέρια στο Χιούστον αλλά τώρα …

    Εβρεχε προχτές κι ανοιξα την ομπρέλα. Την έκλεισα όμως αμέσως. Φύσαγε ελαφρώς και είπαμε το φοβάμαι το πέσιμο. Θα πάω από ρέψιμο

  16. Σηλισάβ said

    Να συνεισφέρω στο μελλοντικό άρθρο : Μπλακεντέκερ, μπλάνκο, τζιπ, ντατσούν
    6. Περαστικά.

  17. Γς said

    14:

    Εμείς οι δυο οι φίλοι
    που τρωμε το σταφύλι
    Κι άλλοι οι δυο κουμπάροι
    που τρώνε το [μπιπ]

  18. Γς said

    16:

    Τι θέλει να πει ο Σηλισάβ;

  19. LandS said

    6,11 Περαστικά

    16 Κάμελ (βερνίκι παπουτσιών), κολυνός (οδοντόκρεμα). Αλλά και οι Εγγλέζοι κάνουν χούβερ (βάζουν σκούπα) στο πάτωμα

  20. Γς said

    κι οι Αμερικάνοι Βάκιουμ

  21. 16: σήματα κατατεθέντα https://sarantakos.wordpress.com/2013/03/29/ogooglebar/
    και τοπομετωνυμίες https://sarantakos.wordpress.com/2016/09/29/metonymy/

  22. Γς said

    19:

    Και μπαίνει ένας κλέφτης στη Νέα Υόρκη σ ένα διαμέρισμα και κατεβαίνοντας κάτι σκαλιά μπερδεύτηκαν τα πόδια του στο καλώδιο μιας ηλεκτρικής σκούπας κι έφαγε τα μούτρα του.
    Τον έπιασαν. Κι έκανε μήνυση στον ιδιοκτήτη.

    Και την κέρδισε.

  23. Πάνος με πεζά said

    Από τα πιο παλιά ειναι το φελιζόλ,και στη μαστορική φενιζόλ..

  24. Γς said

    Ένα βράδυ στη Καστέλα
    σε μια όμορφη κοπέλα
    που ‘παιρνε τ’ απεριτίφ της
    ρίχτηκ’ ένας τσίφτης
    απ’ την Κοκκινιά

  25. dryhammer said

    Άβα, Νές(καφέ), Ρολ ή Όμο (για παλιότερους), Μπικ (στυλό ή ξυραφάκι;) και το ξεχασμένο Στρωματέξ.

  26. ..και το πετρογκάζ, η ασπιρίνη, το πρόπερ (κάδος σκουπιδιών), το τάπερ….

  27. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    6-11 – Περαστικά σου Πάνο αλλά μη βιαστείς να γίνεις καλά, άσε τον χρόνο να κάνει σωστά την δουλειά του γιατί υπάρχει κίνδυνος να σου μείνει κουσούρι για το υπόλοιπο της ζωής σου.
    Κι εσύ ρε φίλε τι τις θέλεις τις πιρουέτες στον πάγο στην ηλικία σου, μείνε στις πηρουνέτες στο τραπέζι που τις ξέρεις καλά. 🙂

    Ένα σφάλμα που κάνουν πολλοί μετά τα σαράντα, είναι που δεν αποδέχονται την φυσική φθορά του χρόνου και νομίζουν πως είναι 20-25 χρονών (για να μη πώ λιγότερο) και μπορούν να κάνουν ότι έκαναν και τότε. Ένα ακόμη μεγαλύτερο, είναι που ενώ για διαφόρους λόγους όλα αυτά τα χρόνια δεν γυμνάζονται, νομίζουν πως μπορούν να παίξουν μπάλα, μπάσκετ, να κάνουν ανάβαση, ποδήλατο ή πατινάζ στον πάγο 🙂 κλπ, χωρίς να προετοιμαστούν πρώτα με αποτέλεσμα πολλά ατυχήματα, από διάφορες θλάσεις και ελαφριά διαστρέμματα μέχρι ρίξεις συνδέσμων, χιαστών και ελαφριά και βαριά κατάγματα.
    Όχι φίλες και φίλοι, καθιστική ζωή και ξαφνική άθληση είναι καταστροφικός συνδυασμός, βάλτε την συντηρητική άσκηση στην ζωή σας, μισή με μία ώρα μέρα παρά μέρα, είναι αρκετή για να σας κρατάει σε μια καλή φυσική κατάσταση και ΠΟΤΕ μην κάνετε την παραμικρή αθλοπαιδιά χωρίς σχετική προθέρμανση και διατάσεις και μη ξεχνάτε την προγονική σοφία, ΟΥ ΓΑΡ ΕΡΧΕΤΑΙ ΜΟΝΟΝ, και ΜΕΤΡΟΝ ΑΡΙΣΤΟΝ.

    Πέρυσι τέτοιες μέρες έπαθε κάταγμα ο Δημήτρης Μαρτίνος, φέτος ο Πάνος, ρε μπάς και υπάρχει κάνας καλικάντζαρος εδώ μέσα; Να το κοιτάξεις Νικοκύρη. 🙂

  28. Πέπε said

    > > Μια ακόμα, που φαίνεται καθαρά, είναι το τσιφτετέλι -από το διπλό τέλι, που θυμίζει και τη δικιά μας διπλοπενιά.

    Τα τσιφτετέλια ήταν ένα είδος σκοπών που παίζονταν στο βιολί με μια ειδική τεχνική, που πιθανώς να ονομαζόταν επίσης τσιφτετέλι αλλά πάντως παραδίδεται με την ονομασία «διπλόχορδο». Στο διπλόχορδο, πρώτον αλλάζεις το κούρδισμα ώστε οι δύο πρώτες χορδές να έχουν τον ίδιο τόνο, και μετά βγάζεις τη δεύτερη χορδή από τη θέση της και τη φέρνεις στην ίδια αυλακιά με την πρώτη, και τις παίζεις και τις δύο ταυτόχρονα (και με το δάχτυλο και με το δοξάρι). Καθώς οι δύο χορδές δεν είναι παράλληλες αλλά είναι σε γωνία μεταξύ τους, δαχτυλιά στο ίδιο σημείο δε βγάζει ακριβώς τον ίδιο τόνο αλλά μια ελαφρά παραφωνία που είναι το επιδιωκόμενο εφέ του «διπλόχορδου».

    Στο βίντεο με τον Γκουβέντα φαίνεται και με το μάτι, κάποιες στιγμές, ότι οι δύο πρώτες χορδές δεν είναι στην κανονική τους θέση:

    Απόσπασμα από το Αλάτι της γης, όπου πιθανότατα (όπως έχω δει άλες φορές σ’ αυτή την εκπομπή) ο Γκουβέντας, σε άλλο σημείο εκτός αποσπάσματος, να εξηγεί και ακριβέστερα τι ακριβώς έχει κάνει. Σαντούρι ο ιστορικός Νίκος Καρατάσος, που πεθανε τώρα πρόσφατα.

    Δεδομένου ότι, εκτός από ταξίμια, το διπλόχορδο χρησιμοποιόταν κυρίως για σκοπούς σ’ έναν συγκεκριμένο ρυθμό και χορό, κατ’ επέκταση ονομάστηκε και ο ρυθμός και ο χορός τσιφτετέλι, ακόμη κι αν δεν είχε αυτή την τεχνική ή δεν είχε καν βιολί.

  29. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    6 – «άκουσα το ίδιο μαγικό κρακ του 1999,και ζευγάρωσα τα κατάγματα κνήμης-περόνης,αυτη τη φορά στο αριστερό πόδι…»
    Δηλαδή είσαι τσιφτές τώρα, ρε μπάς και το έκανες επίτηδες για το άρθρο; 🙂 Κουράγιο φίλε, λέμε και καμιά μ…..α να περνάει η ώρα.

  30. Γς said

    >Πέρυσι τέτοιες μέρες έπαθε κάταγμα ο Δημήτρης Μαρτίνος, φέτος ο Πάνος

  31. Γς said

    30->27

  32. Πέπε said

    > > η ετυμολογία του τσιφτέ είναι γνωστή: προέρχεται από το τουρκικό çift, που σημαίνει «ζευγάρι» ή «διπλός», επειδή αρχικά ο τσιφτές ήταν όπλο δίκαννο.

    Στη Νάξο ένας μπάρμπας μού έλεγε παλιά τοπικά δημοτικά τραγούδια, και κάπου αναφερόταν και ο τσιφτές. Μόνος του λοιπόν διέκοψε για να μου εξηγήσει ότι ο τσιφτές είναι μονόκαννο όπλο. Η ίδια φάση (ίδιος μπάρμπας, ίδιο τραγούδι, ίδια διευκρίνιση) επαναλήφθηκε δύο φορές με απόσταση.

    Νομίζω ότι όταν μιλάμε για ένα όπλο που είναι μονόκαννο, συνήθως δε χρειάζεται να το προσδιορίσουμε: δε χαρακτηρίζεται ένα πράγμα από το ότι είναι φτιαγμένο με τον προφανή τρόπο – αν είναι δίκαννο, εκεί είναι που θα το τονίσουμε. Όθεν πιστεύω ότι και ο τσιφτές του αξώτικου τραγουδιού ήταν δίκαννος, και απλώς ο μπάρμπας το θυμόταν λάθος, αν και συγκρατούσε ότι κάτι παίζει με το πόσες κάννες είχε.

  33. Ποια είναι η πηγή για την τουρκική ετυμολόγηση του τσίφτη; Αν είναι μόνο το σχόλιο της Μισιρλούς στο παλιό άρθρο (πού χάθηκε αυτή η ψυχή;) δεν μπορώ να πω ότι είναι τόσο πειστικό ώστε να φανεί «εξίσου πειστική» με την αλβανική. Δεν έχω εδώ τα λεξικά μου, αλλά ο Νισανιάν τουλάχιστον δεν παραδίδει καμία τέτοια σημασία. http://www.nisanyansozluk.com/?k=%C3%A7ift&lnk=1

  34. Babis said

    27
    Δεν μας τα λες καλά. Ποιος είναι αγύμναστος;

    Έχω μια μπάκα 25 κιλά το να σηκωθείς από την καρέκλα αποτελεί αναεροβική άσκηση υψηλού βαθμού δυσκολίας, χώρια που για να σταθεί στην θέση της χρειάζεται κοιλιακούς βαρβάτους από κάτω. 😛

  35. Γς said

    1:

    >Μα αυτός είχε εφεύρει το foie gras

    Κι ο Kalashnikov τραγουδοποιός

  36. Alexis said

    Περαστικά Πάνο!

  37. Γς said

    Πάνος Κάτος [που έπεσε Κάτο]

    ο Πάνος Με Πεζά

  38. Πάνος με πεζά said

    Ξερω Λάμπρο οτι δεν το λες ευθέως για μένα,αλλά τουλάχιστον από περπάτημα,ένα τεσσάρι χιλιόμετρα τη μερα το είχα (εχω στοχο 6000 βήματα στο S-health),πολύ συχνά και παραπάνω…Κι όπως βλέπω τώρα εδώ από τον 6ο του Ερυθρού,όλες τις γυρω περιοχές,Σεβαστουπόλεως,Ελληνορώσων,Πανόρμου,Κηφισίας(έχει πολύ ωραία θέα το 616),σκέφτομαι ότι τις έχω φάει με τη…σόλα,στο περπάτημα.
    Αλλά ο πάγος είναι άλλο πράμα…
    Ωραίο και το εύρημα με τον τσεφτέ,στα κατάγματα!🎹😀

  39. leonicos said

    Περαστικά Πάνο. Για το κάταγμα στο πόδι φταίει το ‘πεζά’. Αλλά καλύτερα έτσι, γιατί αν ήσουν Πάνος με Μέτρο μπορεί να έσπαγες τη ραχοκοκαλιά σου.

    Πάντως το κνήμη-περόνη θρέφει πιο εύκολα από το μηριαίο ή τη φτέρνα.

  40. leonicos said

    Cift και στα αλβανικά σημαίνει ζευγάρι.

  41. Alexis said

    #16, 19, 25, 26: Δεν είναι όλα της ίδιας κατηγορίας ή, για να το πω καλύτερα, δεν έχουν όλα «ουσιαστικοποιηθεί» στον ίδιο βαθμό, π.χ.

    1) Αγόρασε ένα τζιπ 2000 κυβικά
    2) Φέρε μου ένα νες μέτριο με γάλα
    3) Να μου πάρεις ένα άβα άμα πας στο σούπερ μάρκετ.

    Στα 1 και 2 είναι σαφές ότι δεν εννοούμε αυτοκίνητο μάρκας τζιπ ούτε καφέ μάρκας νες, αλλά αυτοκίνητο εκτός δρόμου και στιγμιαίο καφέ αντίστοιχα.
    Στο 3 όμως παίζεται αν εννοούμε ακριβώς ένα άβα ή ένα οποιοδήποτε υγρό πιάτων.

    Αλλά πολλά είπα και φοβάμαι ότι θα κάψω το μελλοντικό άρθρο του Νικοκύρη… 🙂

  42. Κ. Καραποτόσογλου said

    Ο G. Meyer, Neugriechische Studien III, σ. 49, αναφέρει:«ξιφτέρι ξεφτέρι n. ‘epervier, vautour’ Legr. Passow 352, 3.Lat. *accipitārius von accipiter. Durch Volksetymologie zu oξύπτερος Clem. Alex. (3. Jahrh.), oξυπτέριον accipiter CGL.III 257, 43 geworden; …Aus dem Griechischen stammt alb. ksifter, sḱifter, während ngr. τσίφτης ‘Milvus regalis’ = alb. ḱift aus accipiter sein wird. Alb.Wtb. 226», και για την απώλεια της τελευταίας συλλαβής πρβλ. τη λ. mbret = king, από το αμάρτυρο *imperātus < imperator. Vl. Orel, Albanian Etymological Dictionary, σ. 360, 253.

    Κ. Καραποτόσογλου

  43. leonicos said

    Όταν τελειώνει ο Αυλωνίτης, βγάζει τον Πόνο του Μπεκρή, ταινία ολόκληρη και 30 χρόνια Χατζής, από μιάμιση ώρα

  44. dryhammer said

    32. Και στη Χίο, ενώ ετυμο-λογικά ο τσιφτές είναι διπλός-δίκαννος, όταν μιλούνε για τσιφτέδες (τσιφτεδάκια για την ακρίβεια), εννοούν μονόκαννα κυνηγετικά όπλα και το δίκαννο το λένε δίκαννο ή απλά το τουφέκι ή το κυνηγετικό (για να ξεχωρίζει απ’ το G3 που τους δίνουν στα ΤΕΑ).

  45. leonicos said

    Υγείαρτος ο Γς όταν αλλάξει ψευδώνυμο

  46. leonicos said

    Γιατί έφαγε η μαρμάγκα το σχόλιό μου;

    Ὑγείαρτος, ο Γς όταν αλλάξει ψευδώνυμο

  47. leonicos said

    Δεν το έφαγε. ή μάλλον το έφαγε αλλά το ξέρασε, που τη μάλωσα

  48. Πέπε said

    @46:
    Γιατί αυτή τη στιγμή που μιλάμε υπάρχει μια καθυστέρηση. Στα «τελευταία σχόλια» αναφέρει σχόλια που δεν έχουν εμφανιστεί ακόμα, εμφανίζονται όμως με την επόμενη ανανέωση.

  49. leonicos said

    Τελικά, η μαρμάγκα έχει λόξυγγα;

  50. cronopiusa said

    Κουράγιο Πάνο με πεζά, περαστικά!

  51. Γς said

    Εμένα τα εμφανίζει πριν τα γράψω!

  52. gpoint said

    Περαστικά στον Πάνο

    καθ για παρηγοριά του η διαπίτωση πως…

    όσο περνάνε τα χρόνια τόσο περισσότερο επαληθεύεται η λαϊκή ρήση πως ή το σώμα θα είναι σε καλή κατάσταση ή το πνεύμα

    γιατροί όμως υπάρχουν μόνο για το σώμα

  53. Μεταφραστής said

    Καλημέρα και καλή χρονιά 2018!

    των 10 μιλς, το ένα δέκατο της λίρας

    Η κυπριακή λίρα είχε 1000 μίλς και έτσι τα 10 μιλς είναι το ένα εκατοστό της λίρας, όχι το ένα δέκατο. Εξ άλλου φαίνεται και από την έννοια της λέξης μιλς, που είναι λατινικής, γαλλικής κ.λπ. προέλευσης και σημαίνει χίλια.

  54. BLOG_OTI_NANAI said

    Τσιφτέ=διπλό:

  55. ΣΠ said

    53
    Σωστά. Όμως το κέρμα των δυο σελινιών ήταν το ένα δέκατο της λίρας. Οπότε μάλλον εννοεί το νόμισμα των 100 μιλς.

  56. Μανούσος said

    Για το καρυοφύλλι πιστεύω κι εγώ ότι προέρχεται από το γαρύφαλλο, αλλά όχι το άνθος, αλλά το ξηρό καρφάκι, διότι με παρόμοια καρφάκια δημιουργούσαν τους ρόδακες της διακόσμησης όπως στο παρακάτω. Η πλειονότητα των οθωμανικών φορητών πυροβόλων όπλων είναι διακοσμημένη με αυτήν την τεχνική και μπορεί να το διαπιστώσει κανείς με μία βόλτα στο Ιστορικό Μουσείο.

    Εκείνα που έχουν εξογκωμένη κάννη στην άκρη σαν άνθος τουλίπας, δεν είναι απλά φορητά όπλα, αλλά είναι είτε φρουριακά μεγάλου βεληνεκούς είτε βαριά τυφέκια πολιορκίας. Ως επί το πλείστον είναι προ του 18ου αι.

  57. Χρίστος Δάλκος said

    Ἄς μοῦ συγχωρηθῇ ὅτι μέ τήν περιήγηση σέ παλαιότερα ἄρθρα σκόνταψα στό καρυοφύλλι, γιά τό ὁποῖο σημειώνονται τά ἑξῆς: «Πρώτος πρέπει να την ανέφερε ο Κ. Σάθας, ενώ την υποστήριξε επίσης ο Νικόλαος Πολίτης -θυμάμαι μάλιστα ότι κάποιος λόγιος της εποχής, ίσως ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, είχε εκφράσει την αγανάκτησή του για την πεζή επανετυμολόγηση της λέξης από τη φίρμα ενός οπλοποιείου, ενώ η παλιότερη γραφή, καρυοφύλλι, παρέπεμπε σε φύλλα -ακόμα και της καρδιάς με λίγη φαντασία.

    Ωστόσο, η νεότερη έρευνα δεν βρήκε κανένα καταγραμμένο οπλουργείο με την επωνυμία Carlo e figli. Όπως εξηγεί εδώ ο φίλος Εαρίων σε παλιό του σχόλιο στη Λεξιλογία, ήδη από τον 16ο αιώνα το όπλο αυτό ήταν γνωστό στα τουρκικά ως karanfιl «γαρίφαλο», λέξη που ετυμολογείται, μέσω αραβικών, από το ελνστ. καρυόφυλλον. Η τουρκική ονομασία δόθηκε επειδή «οι τουρκικές κάννες του 16ου και των αρχών του 17ου αιώνα έχουν μεγάλα στόμια σε σχήμα αυγού, που θυμίζουν το μπουμπούκι του γαρίφαλου. Ορισμένοι προχωρούν ακόμα παραπέρα, προσθέτοντας εγχάρακτα ή ένθετα μπρούντζινα γαρίφαλα στον διάκοσμο του όπλου».»
    Ἀναφερόμενος παλαιότερα στήν πρακτική τοῦ ξεματιάσματος μέ «καρυοφύλλια (= γαρύφαλλα) πού τ᾿ ἀνάβουν καί σκᾶνε», ὑποσημείωνα: Στήν ὁμοιότητα τοῦ καρυοφυλλιοῦ – τουφεκιοῦ (πού ἐπίσης ἄναβε κι ἔσκαγε) μέ τά καρυφύλλια – γαρύφαλλα τοῦ ματιάσματος ὀφείλεται κατά πᾶσαν πιθανότητα ἡ δημιουργία τῆς λέξης καρυοφύλλι…» (Χ. Δάλκου, Καλικάντζαροι, Νεράϊδες καί Καραγκιόζης…. σ. 32)

  58. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Γειά σας κι ἀπὸ μένα.
    Πάνο, περαστικά σου· σὲ καταλαβαίνω καλύτερα ἀπὸ τὸν καθένα καὶ συμπάσχω.
    Ὑπεμονή!

    Τσίφτικο τὸ σημερινό. 🙂

    » …Από το çift = ζευγάρι ονομάστηκε çiftlik αρχικά η έκταση που μπορεί να οργωθεί μέσα σε μια μέρα από ένα ζευγάρι βόδια. »

    Στὰ Θερμιὰ τὴν ἔλεγαν ζευγαριά.

    ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

    Πέντε ζευγαριές χωράφι, πέντε ξάγια γέννημα! Τσάμπα ο κόπος και τσάμπα ο σπόρος!
    (ζευγαριά: επιφάνεια χωραφιού που μπορεί να οργωθεί από έναν άνθρωπο μ’ ένα ζευγάρι ζώων σε μια μέρα / γέννημα: τα σιτηρά -στο παράδειγμα: κριθάρι).

    Δικό μου ἀπὸ τὸ σλανγρ

  59. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    33 – «πού χάθηκε αυτή η ψυχή;» Είχε πεί όταν αποχαιρέτησε το ιστολόγιο πως δεν μπορούσε να πληρώνει το ιντερνετ, ακόμα με στοιχειώνει αυτη η γυναίκα όταν γίνονται εδω συζητήσεις για το ποιοί είχαν-έχουν καλύτερη οικονομική πολιτική, οι σαμαροβενιζέλοβλαμένοι ή οι συριζανελανόητοι.
    Ας είναι καλά όπου και νάναι.

    34 – Τι να φτουρίσει μπροστά σου ο χτικιάρης ο Γκριγκαρόβιτς που λέει κι ο Κωστάλας, να σε δεί να κάνεις αέρινες πηρουνέτες και να πέσει σε κατάθλιψη
    για την υπόλοιπη ζωή του.☺

    38 – Φυσικα και δεν το λέω για σένα Πανο αφού ξέρω πως είσαι ήπιος αθλητής☺, έχω ένα σωρό φίλους και γνωστούς που έχουν τσακιστεί για τους λόγους που ανέφερα. Πού πάς ρε Καραμήτρο ξαφνικά με την μπυροκοιλιά στα γόνατα να παίξεις 5χ5, game pro είναι; πάρε έναν χιαστό να σου βρίσκεται.☺

    Ο πάγος όντως είναι άλλο πράγμα, πρώτη φορά είχα δοκιμάσει να πατινάρω με δυό φίλους σ’ ένα παγοδρόμιο στον Παράδεισο την δεκαετία του 80, Το θέαμα που παρουσιάζαμε με τους φίλους μου ήταν οδυνηρό για μας αλλα ξεκαρδιστικό για τους άλλους, κοντά ο ένας στον άλλο ή να κρατιόμαστε με συνέπεια όταν έχανε την ισορροπία του κάποιος (κάτι που συνέβαινε με μεγάλη συχνότητα) να πέφτουμε οι υπόλοιποι πάνω του, χαμός.☺Θυμάμαι χαρακτηριστικά κάποιον λιωμένο στα γέλια που είπε – ρε τι κάνουν οι άνθρωποι για να βγάλουν το ψωμί τους- αλλά εμείς εκεί, show must go on☺ είχαμε πληρώσει για μιά ώρα και τότε δεν περίσσευαν τα φράγκα.
    Αυτή ηταν και η τελευταία φορά που ασχολήθηκα με το «άθλημα» ακόμα πονάνε τα κοκαλάκια μου.☺

  60. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    21 Όλα τα έχουμε γράψει πια σε αυτό το ιστολόγιο;!

    28 Πολύ ενδιαφέρον αυτό

    33 Ήταν σχολιο του Στέπενγουλφ
    https://sarantakos.wordpress.com/2011/12/15/2011woty-2/#comment-92742

    Η Μισιρλού έχει αραιώσει γενικώς απο το Διαδικτυο.

    42 Ευχαριστούμε!

    53 Μάλλον έχεις δίκιο
    55 Έτσι πρέπει νάναι

  61. Χρίστος Δάλκος said

    Ἡ περιήγησή μου στό παλαιότερο ἄρθρο, ἀναφερόμενο στόν τσολιά, μέ ἔφερε καί στήν λέξη «τσούλα» γιά τήν ὁποία λέγεται: «Ας πάμε στην ετυμολογία: η επικρατούσα άποψη που την αναφέρουν όλα τα λεξικά, είναι ότι η τσούλα είναι δάνειο από το παλιό ιταλικό ciulla («ανάξια, ασήμαντη» λέει ο Μπαμπινιώτης, «κοπέλα» λέει το ΛΚΝ), που είναι συγκεκομμένος τύπος του fanciulla = κοπέλα. Αν είχε η λέξη πάρει την αρνητική σημασία ήδη από τα ιταλικά, μπορεί να μεταφέρθηκε στα ελληνικά, λέξη λιμανίσια, αλλά αν όχι μου φαίνεται δύσκολο να έγινε εδώ η δείνωση της σημασίας χωρίς μάλιστα να έχει κάπου καταγραφεί η ουδέτερη σημασία επίσης.

    Πάντα αντιμετώπιζα με δυσπιστία αυτή την εξήγηση και θεωρώ πιθανότερο η τσούλα να ετυμολογείται από το τσούλι/τσόλι, είτε απευθείας (παλιόρουχο > παλιογυναίκα) είτε μέσω κάποιου ευτελούς τεχνουργήματος που ονομαζόταν τσούλα (κάπου βρίσκω ότι τσούλα είναι χαλί από τρίχες κατσίκας). Βλέπω ότι το Ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει, σαν δεύτερη εκδοχή, την ετυμολογία της τσούλας από το çul.»

    Σέ ἀνακοίνωσή μου στό συνέδριο τῆς Πανελλήνιας Ἕνωσης Φιλολόγων γιά τόν Ἡρόδοτο, πού ἔγινε πρόσφατα στήν Καβάλα, ἀποτολμοῦσα μιά «ἐνδοσυγκριτική» ἐτυμολόγηση τῆς λέξης «τσούλα». Μέ ἀφορμή τήν πελασγική «Σκυλάκη», ἔλεγα μεταξύ ἄλλων καί τά ἑξῆς: «Τό φαινόμενο τῆς πτώσης τοῦ ἀρκτικοῦ σίγμα πού παρατηρεῖται στό τοῦ Ἡσυχίου «κύλλας· σκύλαξ. Ἠλεῖοι» κάνει τήν ἐμφάνισή του καί στά «νεο»ελληνικά κουλάκ᾿, τσουλέα, τσουλλόδοντο, τσυλλοδοντοῦ, τσυλλοκούλουκο, τσ᾿λουμανίζου, τσυλλοπνίχτης, τσύλλος, τσούλλος, τσυλλοφάετος, τσυλλοφάης.
    Μέ τήν σκύλλα ἑπομένως πρέπει νά σχετίζωνται τά κοινά τσούλα, τσουλί (= ἀνήθικη κοπέλα ἤ γυναίκα), ἀφοῦ ἡ ἀκόλαστη γυναίκα συχνά παραβάλλεται πρός σκύλλα, πρβλ. καί σκυλλέ (= κοπέλλα ἐπιρρεπής πρός τά σαρκικά) Κρήτ. (Χαν.), σκυλλοπηδημένη (= ἔκφυλη γυναίκα, συνουσιαζόμενη μέ πολλούς ἄντρες) Πελοπν. (Βούρβ. Γαργαλ. Παιδεμ. Πυλ.). Γιά τήν μορφοποίηση τοῦ τσούλα ἐκ τοῦ στσούλα < σκύλλα, πρβλ. τά στσούλλα, στσουλλάτσι, στσουλόγαμος, στσιούλος. Ἡ ταύτιση τῶν σκύλλα καί τσούλα καί ἡ δυνατότητα διττῆς ἐξέλιξης μιᾶς ρίζας στό ἐσωτερικό τῆς ἴδιας γλώσσας ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τούς ταυτόσημους τύπους βρομοσκυλιάζω καί βρομοτσουλάω (= κοιμᾶμαι) πού συνυπάρχουν στό πλαίσιο ὄχι ἁπλῶς μιᾶς γλώσσας, ἀλλά ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ ἰδιώματος, τοῦ μεγαρικοῦ."

  62. Πέπε said

    @61:
    Και κουλούκι;

  63. 6,
    Ωχ, περαστικά!
    Από τούδε μόνο σε Πανοδρόμιο.

  64. 17, … Κι άλλοι οι δυο κουμπάροι
    που τρώνε το [μπιπ] …

    …που τρων´ το κεχριμπάρι;

  65. Χρίστος Δάλκος said

    62 Πιθανόν καί κουλούκι, ἀλλά ὄχι καί σίγουρο

  66. spiridione said

    Όσο για τους τσίφτηδες, η πιο διαδεδομένη θεωρία τούς θέλει να προέρχονται από το αλβανικό qift «γεράκι».

    Πιο σωστό θα ήταν ίσως ότι «…προέρχονται από τη λ. τσίφτης ‘γεράκι’ από το αλβανικό qift».
    https://books.google.gr/books?id=O3fkBgAAQBAJ&pg=PA485&dq=%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjmvtLZv6_YAhVmOJoKHYR4BDk4FBDoAQgyMAI#v=onepage&q=%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82&f=false

  67. Παραστικά Πάνο.

    Ευτυχώς που οι καταγματούχοι δεν είναι γέροι (που λέει κι ο Γς) 🙂

  68. sarant said

    66 Σωστά.

  69. Κ. Καραποτόσογλου said

    Η τουρκική γνωρίζει τη λ. جفت cuft, vulg. چفت çift = a couple, a pair; Any even number; A fellow, a mate, a comrade, από το περσικό جفت juft, jift, A yoke; a couple, a pair, a yoke (of oxen); an even number; a fellow, a match; a mate, husband or wife. Ενώ για την ετυμολογία της περσικής λ. διαβάζουμε:« juft ‘Genosse (= εταίρος, σύντροφος) Gatte (= ο σύζυγος), Gattin (= η σύζυγος); Paar (= ζευγάρι)’. aw. yuxta-; phlv. ǰuxt (Bund.) ‘Paar, arm. LW. ǰuxtak ‘Paar; ai. yuktá–.
    kurd. čüxt (Socin), jōt (LW. aus ǰuft); afg. ǰuxt genau (= ακριβής), richtig (= σωστός, ακριβής) LW ǰuft ‘Paar’; bei. LW. juft (116);

    J.W.Redhouse, 665β. F. Steingass, Persian–English, σ. 365β. Paul Horn, Grundriss der neupersischen Etymologie, Strassburg 1893, σ. 95, λήμμα 423.

    Η νεοελληνική λ. τσίφτης, ο = άνθρωπος πανέξυπνος, μάγκας…, δεν έχει σχέση με την τουρκική αλλά αποδίδει το αλβανικό qift = είδος γερακιού, τσίφτης, ψαλιδιάρης, ὀπως δέχονται οι πάντες.

    Κ. Καραποτόσογλου

  70. Ριβαλντίνιο said

    Ώχ, παγιδεύτηκα. Νικοκύρη αν μπορείς απελευθέρωσέ με.

  71. ΣΠ said

    66
    Κοίταξα κάποια ελληνοαλβανικά λεξικά που υπάρχουν online και το qift το δίνουν «χαρταετός», ενώ το γεράκι το δίνουν gjeraqinë, petriti. Δεν ξέρω πόσο αξιόπιστα είναι. Υπάρχει κανένας στο ιστολόγιο που γνωρίζει αλβανικά να μας διαφωτίσει;

  72. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Περαστικά Πάνο! Ρε αναποδιά, η ανα-ποδιά! 😦

    54. τετραρώγα
    υπήρχε και άλλη αφύσικη κατάσταση, η μονορώγα.
    Άτσι* μονορώγα! (πείραγμα πιπεράτο μερακλωμένων ή και μεθυσμένων ανδρών)
    *Ατσι(προς αρνοκάτσικα) = «φύγε»

    63
    Πανοδρόμιο με Πεζοδρόμιο 🙂

    64. Αμ τα κορίτσια λέγαμε:
    Εμείς οι δυο οι φίλες\που τρώμε τσι σταφύλες
    κι εσείς οι δυο κουμπάρες που τρώτε αγκινάρες
    Μα προς τ΄αγόρια:
    κι αυτοί οι δυο κουμπάροι που τρώνε το κριθάρι 🙂

  73. spatholouro said

    #71
    Εδώ -πλέον του χαρταετού- και τσίφτης:
    https://el.glosbe.com/sq/el/qift

  74. ΚΩΣΤΑΣ said

    Πάντως εγώ το τσίφτης – το άκουγα όταν ήμουν μικρός- κάτι σαν μάγκας – ωράιος, κάπως έτσι το καταλάβαινα.

  75. ΣΠ said

    73
    Δεν δίνει όμως γεράκι.

  76. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τέλια και τσιφτέδες

    Το ποτιστήρι πέρδικα που πας θα το τελιάσω*
    για να σε πιάσω αζωντανή,φτερό μη σου χαλάσω
    *θα βάλω τέλια/σύρματα/θηλιές

    Πέρδικα μη με προκαλείς γιατ’ανε με πικάρεις
    και μασελιάσω* τον τσιφτέ δυο ζάλα δε θα πάρεις
    *να βάλω τον τσιφτέ κάτω απ΄το σαγόνι (όπως σκοπεύουν οι κυνηγοί)

    Εις το κυνήγι των πουλιώ επήρα τα πρωτεία
    μα ΄χω κρεμάσει το τσιφτέ, πέρδικα κι είσαι αιτία

    Δυο μπάλες σε μια πέρδικα δεν έπαιξα ποτέ μου
    και πρόσεξε να μην βρεθείςστην κάνη του τσιφτέ μου.

  77. Καλησπέρα, λίγο καθυστερημένα σήμερα.
    1) Πάνο, περαστικά.
    2) Το καθήκον μου ως συνειδητός πολίτης του ιστολογίου το έκανα χθες. Παραλίγο να το ξεχάσω τελείως, δεδομένου ότι αυτές τις άγιες μέρες ασχολούμαι ελάχιστα με το εξυπνοτηλέφωνο, και καθόλου με το πισί.
    3) (εμβόλιμο) Να διπλοτριπλοτσεκάρετε αυτά που γράφετε, ιδίως όταν δεν είναι και πολύ στάνταρντ. Στην προηγούμενη πρόταση ο Σπελ Τσέκερ μου έκανε το «πισί» «παιδί». Φανταστείτε τι εικόνα θα σχημάτιζε κάποιος για μένα — και δεν είμαι και πατέρας!
    4) Θέλω να κάνω μία ερώτηση, αλλά θα την γράψω σε ξεχωριστό σχόλιο, αυτόνομα. 🙂

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    74.
    …κάηκε κι ο ‘ σαγγελέας που ‘ταν τσίφτης της παρέας

  79. Λοιπόν, μιας και εδώ, εκτός όλων των άλλων, Μποστολογούμε επίσης 🙂 , θέλω να ρωτήσω το εξής: Τι σημαίνει το «κατ’ αυτάς» στους παρακάτω στίχους της Μήδειας του Μποστ;

    ΜΗΔΕΙΑ: Τι νέον τώρα γράφετε; Πέστε μου να χαρήτε.
    ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Γράφω εν έργον κατ’ αυτάς που Μήδεια καλείται.

    Επειδή θα το διαβάσω, πρέπει να καταλάβω τι λέει για να μπορέσω να το τονίσω σωστά 🙂

  80. Ριβαλντίνιο said

    Άσχετο, αλλά θέλω την γνώμη σας.

    Κοίταζα αυτό το κείμενο του Φραγκίσκου Σκούφου

    ΄Εως πότε οι τρισάθλιοι ΄Ελληνες έχουσι να ευρίσκωνται εις τα δεσμά της δουλείας, καί με υπερήφανον πόδα να τούς πατή τόν λαιμόν ο βάρβαρος Θράκης ; Έως πότε Γένος τόσον ένδοξον, και ευγενικόν έχει να προσκυνά επάνω εις βασιλικόν θρόνον ένα άθεον τουλουπάνι, και αι Χώραις εκείναις εις ταις όποίαις ανατέλλει ο ορατός ΄Ηλιος … άπό ήμισο φεγγάρι νά βασιλεύωνται;

    Λέει τον Τούρκο «ο βάρβαρος Θράκης». Εγώ κατάλαβα ότι λέει τον Τούρκο Θράκα.

    Σε αυτό το γκουγκλοβιβλίο όμως

    https://books.google.gr/books?id=pQYCAAAAQAAJ&pg=PA227&dq=%CE%A6%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82+%CE%A3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%BF%CF%82+%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CE%BD+%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82+%CE%98%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwic-rXByq_YAhXCB5oKHaiMCZQQ6AEIRTAG#v=onepage&q=%CE%A6%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82%20%CE%A3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%BF%CF%82%20%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CE%BD%20%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82%20%CE%98%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82&f=false

    ο συγγραφέας λέει πως αυτό το απόσπασμα το πήρε ο Ηλίας Μηνιάτης από τον Σκούφο και το παρέθεσε με κάποιες αλλαγές. ( Ουσιαστικά τον κατηγορεί για λογοκλοπή ). Και λέει πως ο Μηνιάτης τα έκανε θαλάσσα και έγραψε «ο βάρβαρος Θράξ» και αυτό θα μπερδέψει τους αναγνώστες και θα τους κάνει να νομίζουν ότι Οθωμανός = Θράξ. Ενώ ο Σκούφος με το «ο βάρβαρος Θράκης» εννοεί «ο βάρβαρος της Θράκης», δηλαδή ο Ασιανός Οθωμανός είναι κατακτητής της Θράκης. Για πείτε, εσείς τι καταλαβαίνετε ;

  81. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    79/ (Μιας κι είμαι δω )
    Κατά τας ημέρας ταύτας 🙂
    https://www.lexigram.gr/lex/enni/phrase/%CE%BA%CE%B1%CF%84_%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC%CF%82#Hist1

  82. sarant said

    70-80 Απελευθερώθηκε!

    79 κατ’ αυτάς = αυτόν τον καιρό (κατ’ αυτάς τας ημέρας)

    69 «όπως δέχονται και οι πάντες»
    Χωρίς να αμφισβητώ την αλβανική εκδοχή, το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη αναφέρει και την τουρκική.

  83. Πέπε said

    @79:
    Αυτές τις μέρες.
    Και πριν μια βδομάδα ο Καβάφης έγραψε: «Kατ’ αυτάς έγραψα προς τον φίλον μου Xρίστον καλούμενον διά τινα υπόθεσιν μεταξύ μας, …»

  84. Κουτρούφι said

    #76. Το έχω ξαναγράψει:
    Τις πέρδικες τις πλουμιστές που γλυκοκελαδούνε
    δεν πρέπει να τσε παίτζουνε, μόνο να τσε γροικούνε

    Τσακίσματα:
    Πέρδικά μου, που πλουμίτζεις
    ίντα τρως και κοκκινίτζεις

    Στ’ Αη Νηγιά τις πουπουλιές
    κάνουν οι πέρδικες φωλιές

  85. ΚΩΣΤΑΣ said

    78 Κάηκε και η δασκάλα, με τα … μπούτια τα μεγάλα, ετραγουδούσαμε εμείς. 🙂

    72. Πάλι κατά Θεσσαλία μεριά. Στα ζώα, το γαλακτοποιητικό σύστημα το λέγαμε μαστάρι και τη θηλή βυζί. Τις προβατίνες με μία θηλή τις λέγαμε μονοβύζες.

    Στη γυναίκα, ρώγα τη θηλή και το όλον σύστημα βυζιά.

  86. Πέπε said

    Να αναφέρουμε και το αλβανικό τσιφτελί (çifteli, çiftelia, και -εσφαλμένα κατά τη Βικιπαίδεια- qifteli), ένα παραδοσιακό ταμπουροειδές με δύο χορδές:

    Με δύο χορδές πρέπει να ήταν και το ικιτέλι, ένα (άλλο;) ταμπουροειδές που δεν είναι σήμερα ακριβώς γνωστό ποιο ήταν. Αναφέρεται στην «Αλανιάρα μερακλού», όπου διερωτώμαι μήπως αντί για το άγνωστο όργανο εννοείται το τσιφτετέλι (κυριολ. =διπλόχορδο, βλ. #28, αν και εδώ το βιολί δεν παίζει διπλόχορδο, παίζει με την κανονική τεχνική – πάντως το κομμάτι είναι τσιφτετέλι, και η ίδια η λέξη αναφέρεται δίπλα δίπλα με το ικιτέλι).

  87. Μαρία said

    75 κλπ
    Εδώ μόνο γεράκι και μάλιστα μας βγαίνει και αντιδάνειο, απ’ το ξεφτέρι.
    https://en.wiktionary.org/wiki/qift

  88. Πέπε said

    @83:
    > > Και πριν μια βδομάδα ο Καβάφης έγραψε…

    Αφού μου ‘φαγε το λινκ, φαίνεται να γράφω βλακείες: https://sarantakos.wordpress.com/2017/12/22/xrhstos/ (Ο Καβάφης το έγραψε στο κείμενο που αναδημοσιεύει η προ εβδομάδος ανάρτηση…)

  89. spatholouro said

    #75
    Ναι, δίνει κατευθείαν τον Τσίφτη:
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF%83%CE%AF%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82

  90. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ξεφτέρι Accipiter nisus
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9E%CE%B5%CF%86%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B9

    85 τέλος. βυζγιά (λέει ο Σκύλος-πού ‘ ναι τος;) 🙂
    το μπιμπερό, ρογωβύζι

  91. sarant said

    Eυχαριστω για τα νεότερα!

  92. ΣΠ said

    89
    Και στο λινκ της Βικιπαίδειας που δίνεις γράφει:
    Η ελληνική ονομασία τσίφτης, προέρχεται από την αλβανική λέξη qift = «γεράκι»
    με αναφορά στον Μπαμπινιώτη.
    Τελικά, δεν είμαι σίγουρος αν qift σημαίνει γεράκι ή το είδος γερακιού που στα ελληνικά λέμε τσίφτη.

  93. Spiridione said

    Στο αλβανοελληνικό λεξικό του Γκίνη έχει
    qift-i, ουσ. αρσ., πληθ. -e, ζωολ. (Milvus milvus) ο μίλβος ή μιλάνος (είδος γερακιού, πτηνό αρπακτικό), κοιν. τσίφτης, ψαλιδιάρης.
    Έχει επίσης το skifter ή sqifter = το ξεφτέρι, το γεράκι, fajkua.

  94. spatholouro said

    Έτσι κι ο Λιθοξόου μέσω Γκίνη:
    τσίφτης: αλβ. qift «γεράκι» (Γκίνης: qift, -i, τσίφτης, ψαλιδάρης)
    http://www.lithoksou.net/p/arbanitikes-lekseis-sta-romaiika-i-albanika-daneia-sti-dimotiki-glossa-2011

  95. 81, 82, 83: Ευχαριστώ πολύ!

    (Και τώρα συνειδητοποιώ ότι όπως και με τον ευάριθμο, δεν αρκεί μόνο να το ξέρει αυτός που το λέει, αλλά και αυτός που το ακούει). 😦

  96. Spiridione said

    Στο αλβανικό ετυμολογικό του Orel αναφέρεται qift = kite, kind of vulture, borrowed from latin ‘accipiter’ vulture (Meyer).
    Αυτά που λέει ο κ. Καραποτόσογλου δηλ. παραπάνω.

    Accipiter
    https://en.wiktionary.org/wiki/accipiter

  97. Spiridione said

    Σε γλωσσάρι των ελληνικών πουλιών του 1895 αναφέρεται ότι
    The common kite is also called τσίφτης in Attica (Heldreich).

    https://books.google.gr/books?id=_UJKAAAAYAAJ&q=%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82&dq=%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwiZhr3m7q_YAhXhApoKHd0uBz04WhDoAQhjMAk

    Τέοντορ Χέρμαν φον Χέλντραϊχ
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%AD%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%81_%CE%A7%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD_%CF%86%CE%BF%CE%BD_%CE%A7%CE%AD%CE%BB%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%8A%CF%87

  98. Περιμένω απ’ το πρωί να βάλει κανείς Chieftains και VM, αλλά μπα…

  99. Πάνος με πεζά said

    Ευχαριστώ όλους για τα περαστικά σας,πριν απο κανα δίωρο επέ… με επέστρεψαν σπίτι (θέλει ασθενοφόρο και στο έλα)…
    Και αναμένουμε την πώρωση.Ξέρετε,πώρωση το αντίθετο της οστεοπόρωσης.

  100. ΚΩΣΤΑΣ said

    28 Πέπε
    Μιας και ασχολείσαι γενικότερα με μουσική, μήπως ισχύει αυτό; ήταν αρχικά τσιφτέ τέλι και έγινε μετά τσιφτετέλι;

    http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin_ftr.asp?c=124&pageid=19019&id=-1&s=0&STEMTYPE=0&STEM_WORD_PHONETIC_IDS=AScASbASRASeAScASPASa&CropPDF=0

    99 Πάνο, περαστικά και καλή χρονιά στο σπίτι σου.

  101. Γς said

    99:

    ΄Πωρωμένε!

    ———-

    πώρωση
    η / πώρωσις, -ώσεως, ΝΑ [πωρῶ, -ώνω]
    1. απολίθωση
    2. συγκόλληση και θεραπεία κατάγματος ενός οστού με τον σχηματισμό οστέινου πώρου
    3. μτφ. πλήρης ηθική αναισθησία, ασυνειδησία
    αρχ.
    (κατά τον Ησύχ.) «ἐξ ὀστέων σύμφυσις καὶ σύνδεσμος».

    http://greek_greek.enacademic.com/147817/%CF%80%CF%8E%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7

    Καλή πώρωση και ευτυχές το νέο έτος!

  102. Γς said

    Ο Μαρδοχαιος

  103. Κι από μένα περαστικά και σιδερένιος, Πάνο!
    Κατά σύμπτωση, πήγα κι εγώ σήμερα για πρώτη μου φορά στο ΚΠΙΣΝ (το λένε και προφορικά έτσι οι εκεί ξεναγοί!), αλλά μόνον είδα το παγοδρόμιο 🙂

  104. Πέπε said

    @100:
    Δεν ξέρω αγαπητέ! Δεν αρκεί η μουσική, χρειάζονται και κάποιες γνώσεις τουρκικής. Γενικώς δε δίνω ιδιαίτερη βάση στο πώς αποδίδουν τις λεπτομέρειες σχετικά με τη λαϊκή μουσική οι αστοί, ιδίως όσοι δημοσιογράφοι εκείνης της εποχής την αντιμετώπιζαν από συγκαταβατικά έως εχθρικά. Αυτό δε σημαίνει βέβαια πως τα ‘λεγαν υποχρεωτικά όλα λάθος… Αλλά σίγουρα ούτε και υποχρεωτικά σωστά.

    Άλλη πηγή για να το διασταυρώσω δε θυμάμαι.

    (Αλήθεια, πώς αναγνωρίζεται ο Μαμελούκος;)

  105. O συγκεκριμένος Μαρδοχαίος είναι από τους λίγους ανθρώπους που ο ανεκτικότατος Νοικοκύρης έχει στείλει οριστικά για μπάνιο, γιατί δεν άντεχε τα ακραία κηρύγματά του. Μη μας τον φέρνεις εδώ, Γς, κα μάλιστα σε τελείως άσχετη κουβέντα!

  106. Γς said

    105:

    Ναι, είναι άπαικτος. Απορώ πως τον ανέχονται κι ίδιοι οι Εβραίοι.

    Δεν ήξερα ότι αρθογραφούσε κι εδώ.
    Συγνώμη.
    Κι απάνω που νόμιζα ότι θα εντυπωσιάσω με το εύρημά μου

  107. Γς said

    >Μη μας τον φέρνεις εδώ, Γς, κα μάλιστα σε τελείως άσχετη κουβέντα!

    Γιατί άσχετη; Για γιαούρτια λέμε!

  108. Γς said

    Φτου! Χτες λέγαμε για γιαούρτια

  109. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ο τσίφτης συχνά πάει παρέα με τον καραμπουζουκλή.
    Ωραίος ή ομορφος,τσίφτης και καραμπουζουκλής η πλήρης τριάδα.

  110. sarant said

    99 Αντε μπράβο, πρωτοχρονιά στο σπίτι!

    105 Καλά λες, μακριά από μας το σκιάχτρο!

  111. Βάταλος said

    Εντιμώτατοι κύριοι (ώρα Ρωμέικου 2.28 π.μ. του Σαββάτου 30 Δεκ. 2017)

    καίτοι προυχώρησεν η νύξ εις το Ρωμέικον, διακόπτω την 50ωρον σιωπήν μου (χθές δεν ενεφανίσθην, λόγω της σαρωτικής χιόνος που κατέκλυσε απ’ άκρου εις άκρον το ξακουστόν Ιλλινόϊ) διά να προβώ εις μίαν συνταρακτικήν αποκάλυψιν του Επιτελείου μας, που ασφαλώς θα εκσφενδονίση το παρόν Ιστολόγιον εις την Βαθμολογίαν της Αλέξαινας…

    Υπενθυμίζω ότι το Σαραντάκειον Ιστολόγιον βολοδέρνει επί 20ήμερον κάτωθι της 1.250ης (σήμερον 1.288) θέσεως, παρά τας απεγνωσμένας προσπαθείας των ανθελλήνων Μεταλληνιστών (Blog-oti-nanai, νεαρός Ριβαλδίνιος κλπ.) και του κακοψύχου Ιατρού να αποτρέψουν την πτώσιν του με κοινοτυπίας, φληναφήματα και δήθεν αποκαλύψεις επιπέδου συνοικιακού καφενείου…

    1) Συγχαίρω τον αναγνώστην Σπυρίδωνα (σχ. 96) που είχε την φιλοτιμίαν να ενημερώση τους μακαρίως κοιμωμένους σαραντάκειους αναγνώστας διά την ύπαρξιν Αλβανικού Ετυμολογικού Λεξικού από τας εγκύρους εκδόσεις «Brill» (1998), ώστε να το έχουν εν τη βιβλιοθήκη των και να δύνανται να ελέγξουν τον κάθε αποδομιστήν (Δ. Λιθοξόου κλπ.) που επιχειρεί να υποστηρίξη ότι είναι δυνατόν η Θεία Ελληνική Γλώσσα να παρέλαβε άνω των 200 λέξεων από την Αλβανικήν των ποιμένων…

    Διατί, όμως, ο μοναχοφάης κ. Σπυρίδων δεν εφιλοτιμήθη να προσφέρη το Αλβανικόν Λεξικόν και εις αυτούς που αγνοούν πώς να καταβιβάζουν από το Scribd; Καταβιβάσατέ το εδώ από την προσωπικήν μας βιβλιοθήκην, διά να δυνηθήτε να εκτιμήσετε ιδίοις όμμασι πόσον συνταρακτική είναι η αποψινή μας αποκάλυψις…

    2) Όπως άριστα γνωρίζει ο φίλτατος κ. Σαραντάκος, επί 200 έτη οι Ρωμιοί γλωσσολόγοι δεν έχουν καταφέρει να συμφωνήσουν διά την ετυμολογίαν της κοσμαγάπητης ρωμέικης λέξεως «πούτσα». Διά να σάς πείσω, αναρτώ το λήμμα «πούτσος» από το «Ετυμολογικόν» του ελληνοψύχου Μπαμπινιώτου, όστις απορρίπτει διαρρήδην την θεωρίαν των αποδομιστών ότι τάχα η ρωμέικη πούτσα κατάγεται από το σλαβικόν «butsa» (= εξόγκωμα, προεξοχή), όπως μάς παραμυθιάζουν επί έτη εις τα σχολεία του Ρωμέικου …

    3) Προχωρώ εις την αποψινήν ιστορικήν αποκάλυψιν του Επιτελείου μας, που θα συναρπάση κάθε αγνόν Ελληνόψυχον και θα γίνη – ασφαλώς – αφορμή διά σωρείαν αναρτήσεων εις τα ελληνοβαρεμένα Ιστολόγια … τας προσεχείς εβδομάδας…

    ΑΝΑΡΤΩ, αρχικώς, το λήμμα «πυκάζω» (αρχαιότατον ελληνικόν ρήμα που εχρησιμοποίουν συχνάκις ο Όμηρος και ο Ησίοδος) από το «Dictionary of Greek»

    4) Από την σελίδα 352 του Αλβανικού Ετυμολογικού που σάς προσφέραμε, ΑΝΑΡΤΩ το λήμμα «puth», που εις τα αλβανικά σημαίνει «φιλώ» κλπ. και προήλθεν από το παλαιο-Αλβανικόν «putsa»

    Τί αποδεικνύεται εδώ; Ότι το «puth» (= «φιλώ») προήλθεν από την παλαιο-Αλβανικήν «putsa». Και ότι η λέξις «putsa» προήλθεν εξ ονοματοποιΐας από το αρχαιοελληνικόν ρήμα «πυκάζω» ή το πιθανώτερον από το δωρικόν ουσιαστικόν «πύκα» (= κάτι σκεπασμένον, κρυμμένον κλπ.), που προφερόταν «πούκα» από τους Δωριείς της Πελοποννήσου.

    Τα υπόλοιπα τα αφήνω εις την φαντασίαν σας (ο ειδήμων και λίαν ευφάνταστος σεναριογράφος, κ. Χρίστος Δάλκος, ίσως δύναται να μάς διαφωτίση επαρκώς…). Η γνώμη των ειδικών του Επιτελείου μας είναι ότι τα πράγματα συνέβησαν κάπως έτσι:

    Ότε οι Αλβανοί εγκατεστάθησαν εν Πελοποννήσω, ήκουον την λέξιν «πύκα», πού προφερόταν «πούκα» από τους Τσάκωνας και τους λοιπούς Δωριείς. Επειδή εσήμαινε κάτι το κρυφό, μετέτρεψαν το κάππα εις τσί και απεκάλουν «putsa» το φιλί.

    Πολύ αργότερον (σ.σ.: είναι μεγίστη εντροπή το ότι ουδείς εις το αποβλακωμένον Ρωμέικον δεν έχει ακόμη εύρει πότε πρωτοκαταγράφεται η δημοφιλεστάτη λέξις «πούτσα» εις την Θείαν Ελληνικήν Γλώσσαν…), οι Ρωμιοί ήκουον το «putsa» των Αλβανών που εσήμαινε φιλί και το υιοθέτησαν διά λόγους ευφημισμού, εννοούντες την αρχαιοελληνικήν «ψωλήν», που τους εφαίνετο αισχρά λέξις κλπ.

    ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ρωμέικη λέξις «πούτσα» είναι αντιδάνειον από τα αλβανικά, του αρχαιοελληνικού ρήματος «πυκάζω», ουσιαστικόν «πύκα»

    5) Περαίνων, σάς ανακοινώ πως (αν δεν χιονίση κι άλλο εδώ εις το Ιλλινόϊ) αύριον, ολίγον μετά το μεσονύκτιον του Σαββάτου, θα προβώ εις μίαν, ακόμη συνταρακτικοτέραν, αποκάλυψιν που θα συναρπάση κάθε αγνήν ελληνικήν ψυχήν: Αφορά την χθεσινήν γιαουρτο-ανάρτησιν: Το επιτελείον μας ανεύρε την πηγήν της λέξεως «υγίαρτος» που χρησιμοποιούν οι ελληνοβαρεμένοι διά την γιαούρτην!..

    Διά να μή αγωνιάτε μέχρις αύριον, και διά να ελέγξω την ερευνητικήν δεινότητα των πολυδιαφημισμένων ερευνητών του Ιστολογίου (Σπαθόλουρον, Σπυρίδων, Ιατρού, Blog-oti-nanai κλπ.) σάς δίδω από τώρα την είδησιν: Η αρχική πηγή δεν είναι Αρχαιοελληνική αλλά Λατινική!..

    Την λέξιν (υμείς θα εύρητε με ποίον τρόπον…) αναφέρει ο σύγχρονος του ραββίνου Χριστού Λούκιος – Ιούνιος Κολουμέλλα (4 π.Χ. – 70 μ.Χ.) ο κατά γενικήν ομολογίαν ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ Ρωμαίος (και ουχί Ρωμιός) ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ περί Αγροτικής Οικονομίας, προσωπικός φίλος του Ελληνοψύχου Αυτοκράτορος Νέρωνος, τον οποίον τόσον εσυκοφάντησαν οι μιαροί Γαλιλαίοι…

    Διά να κάμω το έργον των Σαραντάκειων ερευνητών ακόμη ευκολώτερον, σάς προσφέρω τους δύο εκ των τριών τόμων (εις τας εκδόσεις Loeb) του μνημειώδους συγγράμματος του Columella «Περί Γεωργίας». Υπάρχει και είς τρίτος τόμος (εκεί ευρίσκεται η πηγή του «υγιάρτου»!..) που δεν σάς προσφέρω απόψε, διά να κάμη κάτι χρήσιμον και ο κακόψυχος χωροφύλαξ του Ιστολογίου κ. Ιατρού…

    Μετά πάσης τιμής
    Γέρων Βάταλος
    αιμύλος + σπουδαιόμυθος

    ΥΓ: Επειδής εις τας 9 Δεκέμβρη συνεπληρώθησαν τα 300 έτη από την γέννησιν του Ιωάννου Ιωακείμ Βίνκελμαν, του κορυφαίου ελληνιστού όλων των Εποχών, του ανθρώπου που έπεισε τους Γερμανούς (και όλους τους Ευρωπαίους) να λατρέψουν τον Αρχαιοελληνικόν Πολιτισμόν,

    ΚΑΛΩ τον κ. Σαραντάκον να κάμη έν αφιέρωμα εις τον άνδρα, αντλών στοιχεία από το σημερινόν μνημειώδες αφιέρωμα της Deutsche Welle .

    Στοιχηματίζω την ημισείαν περιουσίαν μου ότι ουδείς σαραντάκειος αναγνώστης γνωρίζει τον «πεζόν» λόγον διά τον οποίον ο Βίνκελμαν ελάτρευσε τόσον φανατικώς την Αρχαίαν Ελληνικήν Τέχνην: Ήτο παθητικός ομοφυλόφιλος (αν και χριστιανός θεολόγος!..), εγοητεύθη από τα γυμνά ελληνικά αγάλματα και επίστευσε πως θα έδιδε κάποιαν νομιμοποίησιν εις το πάθος του εκθειάζων την αξίαν της Θείας Ελληνικής Τέχνης. Άλλωστε, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι ο ελληνόψυχος Βίνκελμαν τελικώς εδολοφονήθη εις ηλικίαν μόλις 51 ετών (8 Ιούνη 1768) απο τον περιστασιακόν επιβήτορά του εις έν ευθηνόν ξενοδοχείον της Τεργέστης

  112. Πέπε said

    Πραγματικά δε νομίζω να έχεις εκτεθεί άλλη φορά έτσι. Βρες μας, αν σε διασκεδάζει, πού εντοπίζεται η λέξη, αλλά άσε τις ετυμολογίες γιατί δε γίνονται έτσι, ακόμη και με σωστά λεξικά (δε φταίει ένα λεξικό για τους αναγνώστες του).

  113. Γς said

    >Ήτο παθητικός ομοφυλόφιλος (αν και χριστιανός θεολόγος!..)

    ως χριστιανός θεολόγος;

  114. Γς said

    Κι η παραγγελιά:

    >ΚΑΛΩ τον κ. Σαραντάκον να κάμη έν αφιέρωμα εις τον άνδρα

  115. 23: Μαζί με το φελιζόλ, και το ελ(λ)ενίτ.

  116. spatholouro said

    Τον «τσιφτέ» ως λάκτισμα τον αναφέραμε;

    https://books.google.gr/books?id=l3s_AQAAIAAJ&q=%22%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%86%CF%84%CE%AD%CF%82%22&dq=%22%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%86%CF%84%CE%AD%CF%82%22&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwiqu_-t97DYAhVLb1AKHZimD_YQ6AEIQTAG

  117. spatholouro said

    Χρήσιμο και τούτο, θαρρώ:

    https://books.google.gr/books?id=6d0UAAAAYAAJ&pg=PA200&dq=%CE%B9%CE%BA%CE%AF+%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%86%CF%84%CE%AD&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjYuOHa-rDYAhWDblAKHU-8BfEQ6AEIJjAA#v=onepage&q=%CE%B9%CE%BA%CE%AF%20%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%86%CF%84%CE%AD&f=false

  118. greggan193 said

    Παίζαμε ένα παιχνίδι παλιά, τέτοιες μέρες γιορτινές, στο Αγρίνιο. Το λέγαμε τσιφτινάκι. Πετούσαμε κέρματα σε μια γραμμή που τέλειωνε σε δύο κάθετες (τα αυτιά) και αυτός που έριχνε το δικό του πάνω στη γραμμή ήταν πρώτος, ο πιο κοντινός μετά τη γραμμή δεύτερος, ο κοντινότερος πριν τη γραμμή τρίτος και τελευταίος εκείνος που έβγαινε πέρα από τα αυτιά. Έπειτα τα έπαιρνε ο πρώτος και τα έπαιζε στριφτό, όπως λέγανε. Τα πετούσε ψηλά ανά δύο και αν έρχονταν γράμματα κέρδιζε. Κορόνες έχανε, βεβαίως, και συνέχιζε ο δεύτερος, ο τρίτος κ.ο.κ. Πιστεύω ότι η λέξη τσιφτινάκι είχε να κάνει με αυτό το ζευγάρι της κορόνας και των γραμμάτων στα κέρματα. Δεν είμαι βέβαια εντελώς σίγουρος για τον τρόπο που παιζόταν ακριβώς, πέρασαν τα χρόνια, αδελφοί εν λέξεσι. Γρηγόρης Κονδύλης.

  119. Χρίστος Δάλκος said

    Λάθη ὀφειλόμενα εἰς τήν ταχύτητα τῆς δακτυλογραφήσεως:
    «εντιμώτατοι» ἀντί «εντιμότατοι»
    «συνταρακτικοτέραν» ἀντί «συνταρακτικωτέραν».
    » κοινοτυπίας» ἀντί «κοινοτοπίας»
    «διά να ελέγξω την ερευνητικήν δεινότητα των πολυδιαφημισμένων ερευνητών του Ιστολογίου (Σπαθόλουρον, Σπυρίδων, Ιατρού, Blog-oti-nanai κλπ.)» ἀντί «διά να ελέγξω την ερευνητικήν δεινότητα των πολυδιαφημισμένων ερευνητών του Ιστολογίου (Σπαθόλουρου, Σπυρίδωνος, Ιατρού, Blog-oti-nanai κ.λπ.)»
    «την ημισείαν» ἀντί «την ημίσειαν».
    Τό δέ μεγαλύτερον λάθος, ἡ ἐτυμολογία τῆς κατ᾿ Ἐμπειρῖκον «πούτσης». Ἐγράφομεν παλαιότερον καί τά ἑξῆς:

    «Γιά τήν ἐτυμολογία τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς λέξης ποῦτσος, πούτσα (= τό ἀνδρικό γεννητικό ὄργανο) ἔχουν λεχθῆ τά πιό ἀπίθανα πράγματα (πρβλ. Ἀνδριώτη «μποῦτσος ὁ, ἴσως σλαβ. butsa (= ἐξόγκωμα, προεξοχή, εὐφημιστικά). Κατά Μ. Φιλήντ. Γλωσσογν. 4, 55 πούτσα < ἀρχ. πόσθη.). Ὁ Μπαμπινιώτης σημειώνει γιά τήν ἀβεβαίου ἐτύμου λέξη ὅτι ἔχει προταθῆ ἀκόμη ἡ σύνδεση μέ τό τουρκ. puc (= ἡ σχισμή τῶν γλουτῶν).
    Ὁ βασικός λόγος τῆς ἀστοχίας ἤ ἀμηχανίας περί τήν ἐτυμολογία τῆς πάγκοινης λέξης εἶναι ἡ πεισματική ἄρνηση τῶν ἐτυμολογούντων νά ἀναζητήσουν τήν λύση στό ἐσωτερικό τῆς νέας ἑλληνικῆς. Ἄν ἔμπαιναν στόν κόπο, εὔκολα θά διαπίστωναν ὅτι ὡρισμένοι τύποι τῆς λέξης δέν χρησιμοποιοῦνται μόνο γιά ἄνδρες ἀλλά, παραδόξως, καί γιά γυναῖκες: πουτσί (= γυναικεῖο αἰδοῖο Βιθυν. Θράκ. || ὄρχις, μικρό ἀνδρικό μόριο Ἄνδρ. Ἐρείκ. || τσίγκινο μικρό κανατάκι γιά τόν καφέ Ἤπ.) | πουτσίνα (= γυναίκα ἱκανή, ἄξια, δυναμική) Πελοπν. | πουτσούλα (= μικρό ἀνδρικό μόριο ἤ μόριο μικροῦ ἀγοριοῦ Ἤπ. Στερελλ. || γυναίκα γερή, λεβέντισσα, ἄξια Ἤπ. Μακεδ.).
    Αὐτό εἶναι μιά πρώτη ἔνδειξη ὅτι ἡ λέξη ἀναφερόταν παλαιότερα καί στά δύο φῦλα, ὁπότε ἡ πρωτογενής της σημασία θά ἦταν γενικῶς «γεννητικό ὄργανο», ἀνεξαρτήτως φύλου. Ἡ ὑπόθεση ἐπιβεβαιώνεται πανηγυρικά ἀπό τό τοῦ Ἡσυχίου «βύττος· γυναικὸς αἰδοῖον», μιά λέξη πού θά ἀκούγονταν εἴτε ὡς «bοῦτ-τος» εἴτε καί ὡς «bοῦτσος». Ἀλλά ἀκόμα κι ἄν ὑποτεθῇ ὅτι τό διπλό ταῦ τοῦ «βύττος» δέν ἀντιστοιχεῖ στόν φθόγγο «τσ», ἴχνη τῆς ἐκφορᾶς «τ-τ» πού ἐξελίχθηκε σέ ἁπλό «τ» ἤ «τσ» διασώζονται σέ διαλεκτικούς / ἰδιωματικούς τύπους ὅπως πουτάκι (= αἰδοῖο γυναικός) Μακεδ., πούταρος (= τό μεγάλο γυναικεῖο αἰδοῖο) Μεγίστη (= Καστελλόρριζο), πουτί (= γυναικεῖο αἰδοῖο) Ἄνδρ. Ἰκαρ. Ἰων. Κύπρ. Λυκ. (Λιβύσ.) Μακεδ. Μεγίστ. Χίος, πουτοπάννι (= ἐπίδεσμος ὑγείας κατά τήν ἔμμηνο ρύση, σερβιέτα) Χίος, ποῦτος (μεγεθυντικό τοῦ πουτί, αἰδοῖο γυναικός Εὔβ. Κύπρ. Μεγίστ. || μεγεθυντικό τοῦ πουτάνα Εὔβ. Κύπρ. Σύμ.), πουτούδης (= γυναικᾶς) Ἰων., πουτούδι (= ὑποκοριστικό τοῦ πουτί, γυναικεῖο αἰδοῖο) Θράκ. Μακεδ. πουττούδι Κύπρ.
    Ὁ τύπος ποῦτος (= μεγεθυντικό τοῦ πουτάνα) δείχνει ποῦ πρέπει νά ἀναζητηθῇ ἡ ἐτυμολογική ἀρχή τῆς λέξης πουτάνα (οἱονεί: ἡ ἔχουσα μεγάλο αἰδοῖο, πουτί, πρβλ. ν.ἑ. μουνάρα: ἡ «σεξοβόμβα», ἡ ἐξόχως ἐρωτική γυναίκα). Ἡ παραδοσιακή ἐτυμολόγηση τοῦ ὀψίμου μεσαιωνικοῦ «πουτάνα» ἐκ τοῦ ἰταλ. putana < putta (= κορίτσι) (Ἀνδριώτης) ἤ ἰταλ. putana < putta < παλ. γαλλ. pute < λατ. puter (= διεφθαρμένος, σάπιος, βδελυρός) (Μπαμπινιώτης) ὀφείλει νά ἀναθεωρήσῃ μερικῶς τίς ἀπόψεις της, λαμβάνοντας σοβαρά ὑπ᾿ ὄψει της τίς λεξιλογικές καί σημασιολογικές ἐνδείξεις τῆς νέας ἑλληνικῆς ἐν συνδυασμῷ πρός τό τοῦ Ἡσυχίου «βύττος· γυναικὸς αἰδοῖον».
    Ἕνας ἐπί πλέον λόγος γιά νά τό κάνῃ εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ λέξη βύττος χαρακτηρίζεται «προελληνική» ἀπό τόν E. Furnée (Die wichtigsten konsonantischen Erscheinungen des Vorgriechischen, σ. 218) ἤ τόν R. Beekes (Etymological Dictionary of Greek, σ. λ. βύττος), ἐπί τῇ βάσει τῆς συσχέτισής της πρός τήν γλῶσσα τοῦ Ἡσυχίου «μυττός· τὸ γυναικεῖον» («προελληνική» ἐναλλαγή β~μ).
    Καί πάλι ἡ προσφυγή στήν νέα ἑλληνική εἶναι ἱκανή νά διασαφηνίσῃ πάμπολλα ζητήματα πού ἔχουν νά κάνουν μέ τήν φύση καί τίς καταβολές τῆς περιώνυμης «προελληνικῆς», τήν ἰχνηλάτηση τῆς ρίζας πού ὑπόκειται τῶν (μ)ποῦτσος, βύττος, καθώς καί τήν πρωταρχική της σημασία πού τῆς ἐπέτρεψε νά ὑποδηλώνῃ τόσο τό ἀνδρικό ὅσο καί τό γυναικεῖο γεννητικό ὄργανο.
    Μιά πρώτη ἰδέα γιά τήν πρωταρχική αὐτή σημασία μᾶς δίνει ἡ λέξη μπουτσουνάρι (= κρουνός) πού ἐτυμολογεῖται ἀπό τό «ἰταλ. διαλεκτ. buzzunara (= μεγάλη φιάλη)». Δέν ἀμφισβητεῖται ἐδῶ ἡ, προφανής ἄλλωστε, συγγένεια τῶν γραικικῶν καί ἰταλικῶν τύπων, ἐφ᾿ ὅσον ὅμως ἀναγνωρίζεται ὡς ἁπλῆ συγγένεια καί δέν ἐπιδιώκεται ἡ ὑπαγωγή τῆς μιᾶς γλωσσικῆς παράδοσης στήν ἄλλην. Δεδομένου ὅτι ἡ γραικική, ἡ καθ᾿ ἡμᾶς «νεο»ελληνική, διαθέτει σωρεία τύπων πού πείθουν ὅτι ἡ ἔννοια τῶν (μ)ποῦτσος, βύττος οἰκοδομήθηκε ἐπί τῆς γενικώτερης καί πρωταρχικώτερης ἔννοιας τῆς ροῆς (προφανῶς τῶν οὔρων), ἡ προσφυγή κατά προτεραιότητα στήν ἰταλική καί ὄχι στήν ἀπείρως κατατοπιστικώτερη γραικική παράδοση συσκοτίζει τήν πραγματικότητα καί ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἀλήθεια:
    μπουτσουνάρα (= ὑδρορροή) Ἤπ. Θήρ. Κρήτ. Πάρ. κ.ἀ. μπουτζουνάρα (= ὑδρορροή στέγης) Κρήτ. πουτσουνάρα Αἶν. Κρήτ. (Ρέθυμν.) μπυτσινάρα (= κάνουλα τῆς βρύσης, κρουνός) Ἤπ., μπουσουνάρα (= βρύση μέ λίγο νερό) Ἄνδρ. μπουτουνάρι (= ὑδρορροή) Θήρ. μπουτσουνάρι (= στόμιο ἐκροῆς ὑγρῶν) Εὔβ. Ἤπ. Ἴμβρ. Μακεδ. Ρόδ. κ.ἀ., μπουτσινάρι (= στόμιο ἐκροῆς ὑγρῶν) Ἤπ. Σάμ. μποτσινάρι (= σωληνοειδές στόμιο) Ἁλόνν. Ἤπ. Θάσ. Στερελλ., ποτσινάρι (= τό στόμιο τῆς ποτίστρας) Π. Βλαστ. Συνών. σ. 294, μποτσονάρι (= σωληνοειδές στόμιο) Ἴος Στερελλ. Τσακων., μπυτζινάρι (= σωληνάρι τσαγέρας κ.λπ. ἀπό τό ὁποῖο κενώνουν τό περιεχόμενο) Θράκ. πυτσινάρι (= πήλινο δοχεῖο νεροῦ) Προπ. μπουσουνάρι (= τό στόμιο δοχείου ὑγρῶν) Ἄνδρ. Κρήτ. Μύκ., μπουτσουναράκι (= στόμιο ἐκροῆς ὑγρῶν) Σάμ., μπουτσουναρίζω (= ἐκρέω) Θράκ. Ἴμβρ. Κρήτ. Σαμοθράκ., μπουτσουνιέρα (= ὀπή ἀπό τήν ὁποία ρέει ὁ μοῦστος) Νάξ. μπουτζουνιέρα Πελοπν. (Βασσαρ. = Οἰνοῦς), πυτινίστρα (= νεροπίστολο) Κύπρ. καί πιθανώτατα βούτσ᾿νας (= «Ξυλίνη κατακόρυφος αὖλαξ, δι᾿ ἧς πίπτει τὸ ὕδωρ τὸ κινοῦν τὸν ὑδρόμυλον») Τῆν.
    Ὅτι οἱ ὡς ἄνω τύποι προέκυψαν μέ πτώση ἑνός πρωτογενοῦς ὑγροῦ ἀποδεικνύεται ἀπό τά μπρουτσούνι (= τό σωληνάρι τῶν ἀγγείων) Νάξ., μπρουτσουνάρα (= μεγάλη ροή ὑγροῦ) Νάξ., μπρουτσουνάρι (= σωληνάρι ἀγγείων) Ρόδ., μπρουτσουνάρω (= γιά ὑγρά: ρέω μέ ὁρμή) Νάξ., μπρουτσουνέλα (= κοιλωτό μάρμαρο τῆς βρύσης ἀπ᾿ ὅπου τρέχει τό κρασί στό πατητήρι) Νάξ. μπρουτσουνέρα (= κοιλωτό μάρμαρο τῆς βρύσης πού τρέχει τό νερό) Νάξ. μπλουτσουνιέρα (= τρύπα σέ σωλήνα ἀπ᾿ ὅπου καταρρέει ὁ μοῦστος) Νάξ., [πιθ. μπλιχούνι (= ξύλινος σωλήνας σέ μύλο) Εὔβ. μπλιχουλομάννα (= ἐξάρτημα σέ μύλο) Εὔβ. προχούνι (= ἐξάρτημα τοῦ ὑδρομύλου, ξύλινος σωλήνας ἀπ᾿ ὅπου χύνεται τό νερό) Λῆμν. Μακεδ.]
    Μιά ἐπί πλέον ἀπόδειξη γιά τόν πρωτογενῆ χαρακτῆρα τοῦ ὑγροῦ πού κάνει τήν ἐμφάνισή του στά μπρουτσούνι, μπρουτσουνάρα, μπρουτσουνάρι κ.λπ. εἶναι καί ταυτόσημοι τύποι στούς ὁποίους παρουσιάζεται διατήρηση μέν τοῦ ὑγροῦ τῆς ρίζας ἀλλά πτώση τοῦ πρό τοῦ ὑγροῦ συμφώνου:
    ρουτσουνίζω (= τρέχω, ἐπί νεροῦ) Νάξ. (Κινίδαρ.) ρουτσουνῶ (= καταρρέω: ρουτσουνᾷ τό κρασί) Κύθηρ. ρούτσουνος (= ὁ τόπος ἤ ὁ ἀγρός ὅθεν ἐκρέει πανταχόθεν κρουνηδόν τό ὕδωρ) Κύθηρ. ρουσούν΄’ (= ράμφος δοχείου, ὑδρορρόη, πρβλ. καί τοπων. Ρουσουνάρα) Μύκον. ρουσουνάρι (= ράμφος εἰς τά πήλινα ἤ ἐκ λευκοσιδήρου ἀγγεῖα || κρήνη μή ἔχουσα κρουνόν || ὁ αὐλός τοῦ πατητηριοῦ, δι᾿ οὗ ὁ μοῦστος ἐκρέει εἰς τό ἀποδοχάρι) Μύκον. ρατσούνα ἤ ρουξούνι (= τό κεραμίδι πού βάζουν στήν ὀπή γιά νά περνάῃ τό νερό) Ἰκαρ. (Εὔδηλ.) ρουξουνάκιν (= τό καλαμάκι πού προσαρμόζεται στά πλευρά τοῦ φλασκιοῦ) Ἰκαρ. (Ἅγιος Δημήτρ. Ἀκαμάτρ.) ρουξούνι (= ἡ ἀπό ὑψηλοῦ ροή τοῦ ὕδατος) Ἰκαρ. ρουξούνι (= τό μικρόν στόμιον τοῦ μικροῦ σταμνιοῦ) Χίος ρουξούνιν (= τό σημεῖον ἐξ οὗ ἐκχύνεται τό ἔλαιον τοῦ «λαδικοῦ») Χίος (Πισπιλ.) ρουξούνι (= τό στόμιον τοῦ δοχείου ἀπό τό ὁποῖον ἐκχύνεται ὑγρόν τι) Ἰων. (Κρήν.) ρούκκουνας (= ὀπή δι᾿ ἧς τά ὕδατα ρέγχοντα καταρρέουσι) Σίφν. ραξούνα (= ἡ νεροσυρμή ἀπό τή στέγη, ἀπό τό ταβάνι) Ἰκαρ. (Μονοκάμπ.) ραξούνα (= ξύλον εὐθύ ηὐλακωμένον ὅπερ χρησιμοποιεῖται διά τήν διέλευσιν ἀρδευτικοῦ ὕδατος ὑπεράνω ἀνωμάλου ἐδάφους) Χίος (Πισπιλ.) ρατσουνίζ-ζω (= σταλάζω) Ἰκαρ. (Ἀκαμάτρ.) κ.λπ.
    Δέν θέλω ἐδῶ νά ἐπεκταθῶ σέ τύπους προκύψαντες κατ᾿ ἀντιμετάθεσιν ὅπως τσουρούνι (= τό ξύλινον στόμιον εἰς τό νεράσκι), τσουρουνάρι (= μικρή κοίλη προεξοχή ἀπό τήν ὁποία ρέει ὑγρό) κ.λπ., γιατί νομίζω ὅτι μέ τούς ἤδη παρατεθέντες δόθηκε μιά σαφής εἰκόνα τῆς ἐσωτερικῆς πολυδιάσπασης πού χαρακτηρίζει τήν γλῶσσα μας, καί, τό κυριώτερο, πείσθηκαν καί οἱ πλέον δύσπιστοι ὅτι οἱ κοινές λέξεις (μ)ποῦτσος, πούτσα κ.τ.τ. ἐπήγασαν ἀπ᾿ τήν πρωταρχική σημασία «στόμιο ἀπό τό ὁποῖο ἐκρέει ὑγρό», γι᾿ αὐτό καί μποροῦσαν νά χρησιμεύσουν στήν ὑποδήλωση τόσο τοῦ ἀρσενικοῦ ὅσο καί τοῦ θηλυκοῦ γεννητικοῦ μορίου.
    Εἶναι δέ ἐνδεικτικό τῆς ἰδιάζουσας σχέσης τῆς νεοελληνικῆς μέ τήν δῆθεν «προελληνική», τῷ ὄντι δέ πρωτοελληνική γλωσσική παράδοση, τό γεγονός ὅτι ἡ ἐναλλαγή b~μ πού ἐντοπίζεται ἀπό τόν Furnée στά βύττος ~ μυττὸς (= γυναικὸς αἰδοῖον) κάνει τήν ἐμφάνισή της καί στά ν.ἑ. μπουσιούνι (= τό γυναικεῖο αἰδοῖο, συνθημ. γλῶσσα κτιστῶν) Πελοπν. ~ μουσούνι (= τό γυναικεῖο αἰδοῖο) Ἤπ. Πελοπν. Χίος." Χρίστος Δάλκος

  120. Ας προσθέσω, χωρίς πηγές άλλες από τη χρήση της λέξης στην αμερικάνικη αργκό, ότι putz ή κάτι τέτοιο σημαίνει και στα γερμανοεβραϊκά (γίντις) … ό,τι και στα ελληνικά. Δεν ξέρω αν αυτό διαφωτίζει ή περιπλέκει το θέμα 🙂

  121. BLOG_OTI_NANAI said

    80: Για το ζήτημα τς λογοκλοπής Μηνιάτη και των επιρροών ρίξε μια ματιά σε αυτή τη σύντομη μελέτη (την ανέβασα σε PDF σε δωρεάν ιστότοπο): http://s000.tinyupload.com/index.php?file_id=41494969482896684802

    Για το άλλο ζήτημα, θα έλεγα ότι έχει πολλές ερμηνείες.
    Καταρχάς, έχω την εντύπωση ότι η διατύπωση «ο βάρβαρος θράκης» δεν υπάρχει αλλού εκτός από τον Σκούφο, ή τέλος πάντων δεν είναι διαδεδομένη. Να εννοεί άραγε «ο βάρβαρος κατακτητής της Θράκης» ή μήπως είναι κανένα λάθος αντιγραφής ή τυπογραφικό; Δεν ξέρω.

    Πάντως, το «βάρβαρος Θραξ» του Μηνιάτη δεν υπάρχει ανάγκη να είναι κυριολεκτικό. Εφόσον ήταν πασίγνωστο ότι στην αρχαιότητα οι Θράκες θεωρούνταν βάρβαροι, μπορεί να είναι παρομοίωση. Ακριβώς την ίδια χρησιμοποιεί και ο Μιχαήλ Χωνιάτης για να πει ότι οι Αθηναίοι της εποχής του μιλούσαν μεσαιωνικά ελληνικά και όχι την Αττική. Ο Πλούταρχος έχει την διατύπωση τον «βάρβαρον Θράκα».

    Πιστεύω πάντως ότι ο Βρετός είναι υπερβολικός επάνω σε αυτό.

  122. sarant said

    119 Βεβαίως αν η ελληνίδα πουτάνα είναι προελληνική, προελληνικές θα είναι και η ιταλίδα puttana και η γαλλίδα pute/putain. Κι επειδή παρόμοιες τροπές του μ σε μπ ή του τ-τ σε τσ υπάρχουν σε ένα σωρό λέξεις, όλες τις λέξεις όλων των γλωσσών του κόσμου προελληνικές θα τις βγάλουμε. Όλο και κάπου θα βρεθεί ένας τύπος από την Ερείκουσα ή από το Καστελόριζο που κάπως να μοιάζει, να έχει ένα-δυο κοινούς φθόγγους και οι άλλοι προκύπτουν από τους αδήριτους νόμους της φωνολογίας.

    Χρόνια πολλά Χρίστο!

  123. Γς said

    122:

    >αν η ελληνίδα πουτάνα είναι προελληνική […] όλες τις λέξεις όλων των γλωσσών του κόσμου προελληνικές θα τις βγάλουμε.

    και φοβήθηκα ότι όλες τις πουτάνες του κόσμου ……

  124. Ριβαλντίνιο said

    @ 121 BLOG_OTI_NANAI

    Σε υπερευχαριστώ ! Όντως κυρίως για μίμηση μοιάζει και όχι λογοκλοπή.
    Στο άλλο πιστεύω ότι ο Σκούφος θεωρεί αυτό που κατάλαβε ο Μηνιάτης και εγώ. «Βάρβαρος Θράκης» = «Βάρβαρος Θράξ». Μην ξεχνάμε πως η Αδριανούπολη ήταν η 1η πρωτεύουσα των Οθωμανών στην Βαλκανική , αλλά και μετά την άλωση της Κων/πολης ήταν κάτι σαν συμπρωτεύουσά τους. ( Να και εδώ ένα γκουγκλοβιβλίο που βάζει κάποιος με το χέρι το «της» ). Επίσης εκείνη την εποχή δεν θεωρούσαν όλοι την Θράκη ως μέρος της Ελλάδας, καθώς ακολουθούσαν τον Κλαύδιο Πτολεμαίο και τον Στράβωνα.

  125. BLOG_OTI_NANAI said

    124: Τίποτα, να’ σαι καλά. Ναι μάλλον το ίδιο εννοούν και οι δύο και το παραλεπτολογεί ο Βρετός.

  126. Γιάννης Ιατρού said

    Καλησπέρα,

    γύρισα στη βάση και αφού διάβασα τα σχόλια θα κάνω μιά-δυό παρατηρήσεις:

    119a/111
    Τόσα μαθήματα ορθογραφίας και γραμματικής, κι ακόμα να ακουστεί ένα ευχαριστώ από τον σχολιαστή κε. Δάλκο. Θα αγιάσετε 🙂
    Να θυμόμαστε την παροιμία, όταν προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε με καθαρευουσιάνικα .. 🙂

    Συνέχεια «ευκαιρίες» μας δίνει ο γνωστός σχολιαστής. Ούτε σούπερ μάρκετ να ήτανε!
    Μετά βίας συγκρατούμαι να μην θίξω τον διαφαινόμενο διασυρμό του ακατανόμαστου με την προαγγελία της «..συνταρακτικής αποκάλυψης..» (της εύρεσης της πηγής της λέξης «υγίαρτος»…)
    Σοφία πρόσχωμεν, ορθοί ακούσωμεν την αποκάλυψιν 🙂 🙂

    Επί τη ευκαιρία οι ενδιαφερόμενοι για την πλήρη και ποιοτική έκδοση της σειράς ‘RES RUSTICA’ (με δυνατότητα ψαξίματος, εκτός των Λατινικών και Αγγλικών, βεβαίως και στα Ελληνικά… 🙂 ) των συγγραμμάτων του Lucius Junius Columella, μπορούν να βρουν σε πιντιεφι:
    Εδώ το Τόμο Ι, εδώ το Τόμο ΙΙ και εδώ το Τόμο ΙΙΙ

  127. Γιάννης Ιατρού said

    126 (τέλος, 3Χ): το ==> τον

  128. Χρίστος Δάλκος said

    122 Στήν Ἑλλάδα δέν ὑπάρχει πραγματικός διάλογος διότι ἐφαρμόζεται εἴτε ἡ μέθοδος τῆς ἀποσιώπησης ἐκεῖ πού δέν μᾶς παίρνει, εἴτε οἱ ἐξυπνακίστικες κορῶνες ἐκεῖ πού (νομίζουμε πώς) μᾶς παίρνει. Λυπᾶμαι, ἀλλά αὐτό πιά εἶναι κατάντια.

  129. sarant said

    122 Κι όμως, η αντίρρησή μου είναι βασιμότατη και εδώ είναι μια ολοφάνερη και καταδικαστική αδυναμία της μεθόδου σου. Πώς θα δώσεις ελληνικά χαρτιά στην putain;

    Σαν τους άλλους, που βγάζουν ελληνικό τον κεφτέ (κοπτόν κρεας τάχα) και αγνοούν ότι η τουρκική/περσική λέξη έχει εσωτερική πειστική ετυμολογία και διάδοση μέχρι τα βάθη της Ανατολής.

  130. Χρίστος Δάλκος said

    129 Κατ᾿ ἀρχάς νά πῶ ὅτι ἀποσύρω τήν βαρειά λέξη «κατάντια» (τήν ἔγραψα πάνω σέ μιά στιγμή ἐκνευρισμοῦ) καί τήν ἀντικαθιστῶ ἀπό τήν πιό ἤπια «ἐξόφθαλμη κακοπιστία». Γιατί μιλάω γιά «κακοπιστία»; Σοῦ γράφω, Νίκο, γιά τήν ἄποψη τοῦ Φιλήντα γιά τήν προέλευση τοῦ «Χρίστος» ἐκ τοῦ «Χριστός» καί εὐθεῖα ἀπάντηση δέν παίρνω. Γράφει ὁ Γιάννης ὁ Ἰατροῦ γιά τήν ἄποψή μου γιά τήν προέλευση τοῦ «κοτσώνα» ἐκ τοῦ «κοκκώνα», σέ ἕνα ἄρθρο ὅπου ἐπισημαίνεται «Βέβαια, ἡ ἄποψη αὐτή προσκρούει στίς ἀγκυλώσεις τῆς ἀκαδημαϊκῆς γλωσσολογίας, ἡ ὁποία δέν εἶναι διατεθειμένη νά ἀποδεχθῇ, παρ’ ὅλο πού ἡ πραγματικότητα βοᾷ γιά τό ἀντίθετο, ὅτι εἶναι δυνατόν, σέ ὡρισμένες περιπτώσεις βεβαίως, τό κ νά τραπῇ σέ τσ πρό τοῦ o, κι ὄχι μόνο πρό τῶν e καί i [πρβλ. κοτσιόνα (= κοπέλλα ὄμορφη, βεργολυγερή) Πελοπν. (Γεράκ.), προφανῶς ἐκ τοῦ κοκκώνα]», κι ἐσύ μοῦ ἀποδίδεις τήν νεογραμματική ἄποψη περί ἀπόλυτων φωνητικῶν νόμων. Σ’ τό ἐπισημαίνω, καί δέν παίρνω ἀπάντηση. Καί νά πού τώρα, ξανά, μιλᾶς γιά «αδήριτους νόμους της φωνολογίας»: «Όλο και κάπου θα βρεθεί ένας τύπος από την Ερείκουσα ή από το Καστελόριζο που κάπως να μοιάζει, να έχει ένα-δυο κοινούς φθόγγους και οι άλλοι προκύπτουν από τους αδήριτους νόμους της φωνολογίας.» Μά εἶναι δυνατόν νά μήν καταλαβαίνῃς, ἤ ἐφευρίσκεις διάφορες ἀπόψεις γιά νά τίς καταπολεμᾷς ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς;
    Γράφω γιά τήν συσχέτιση τῶν καρυοφυλλιῶν (γαρύφαλλων) πού ἀνάβουν καί σκᾶνε καί γιά τήν συσχέτισή τους μέ τό καρυοφύλλι πού ἐπίσης ἀνάβει καί σκάει. Καί λοιπόν; Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπή στό δίκτυο βασιλεύει. Γράφω γιά τήν προέλευση τοῦ τσούλα ἐκ τοῦ στσιούλλα / σκύλλα. Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπή στό δίκτυο βασιλεύει. Γράφω γιά τήν προέλευση τοῦ «(μ)ποῦτσος» ἐκ τοῦ «βύττος» καί δέν βρίσκεις μιά κουβέντα νά πῇς, ἔστω καί ἀντιρρητική.
    Παρά ἀρχίζεις τίς εὔκολες εἰρωνεῖες περί προελληνικῆς πουτάνας. Ὅμως, ἄν εἶχες προσέξει τήν ὅλη μου συλλογιστική, θά ἔβλεπες ὅτι ἐγώ θεωρῶ πώς ὡρισμένα στοιχεῖα τῆς νεοελληνικῆς, θεωρούμενα κακῶς «προελληνικά» (ἐγώ βάζω τόν ὅρο πάντοτε ἐντός εἰσαγωγικῶν, ἐνῷ ἐσύ ὄχι) μποροῦν νά ἑρμηνεύσουν ἀκόμα καί λέξεις τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς. Ἄν αὐτό μπορεῖ νά γίνῃ μέ στοιχεῖα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, γιατί δέν μπορεῖ νά γίνῃ μέ στοιχεῖα ἄλλων γλωσσῶν;
    Πρόσεξε, εἶπα «ἑρμηνεύσουν», γιατί δέν θεωρῶ, τοὐλάχιστον γιά τό ἰταλ. puttana, ὅτι προέρχεται ἀπό τήν ἑλληνική, ἀλλά ὅτι ἀνήκει σ’ ἕνα παμπάλαιο «πρωτορρωμανικό» / «πρωτοευρωπαϊκό» ὑπόστρωμα πού χαρακτηρίζεται συχνά «προϊνδοευρωπαϊκό». Σκέψου: ἄν δέν ὑπῆρχε ἡ μεμονωμένη ἀναφορά τοῦ Ἡσυχίου στό «βύττος», θά μποροῦσαν νά γίνουν οἱ συσχετίσεις μέ τά «(μ)ποῦτσος» / «ποῦττος» κ.λπ.; Δέν θέλω λοιπόν νά τά βγάλω ὅλα ἑλληνικά (ἡ ἀναφορά στό «κοπτόν κρέας» εἶναι τοὐλάχιστον προβοκατόρικη), ἁπλῶς θεωρῶ ὅτι τό ἱστορικό βάθος τῆς ἑλληνικῆς γραμματειακῆς παράδοσης μᾶς ἐπιτρέπει νά ἀξιοποιοῦμε στοιχεῖα (καί) τῆς νεοελληνικῆς γιά τήν ἑρμηνεία στοιχείων πού ἀπαντοῦν καί στίς ἄλλες γλῶσσες. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ εἰρωνική σου ἀναφορά «Όλο και κάπου θα βρεθεί ένας τύπος από την Ερείκουσα ή από το Καστελόριζο που κάπως να μοιάζει» εἶναι χαρακτηριστική ἑνός φτωχοσυμπέθερου τῆς γλώσσας, πού δέν ἀντιλαμβάνεται τί πολύτιμους θησαυρούς μᾶς ἔχει κληροδοτήσει τό κάθε «Καστελλόρριζο» καί ἡ κάθε «Ἐρείκουσα». Ἀντίθετα, ἄν πρόκηται γιά ὁποιαδήποτε, ἀκόμα καί πόρρω ἀπέχουσα, γερμανική, σλαβική κ.λπ. λέξη, χάσκοντας ἀπό θαυμασμό, ἀμέσως τήν ἀξιοποιοῦμε καί ἀναμασοῦμε ἀκόμα καί τίς πιό ἀπίθανες παπαριές πού ἔχουν ἐφεύρει οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, συχνά-πυκνά ἐπηρεάζονται ἀπό ἕνα ἐθνικιστικό πνεῦμα μπροστά στό ὁποῖο ὠχριᾶ ἡ ἑλληναράδικη ἀφέλεια.
    Θά μποροῦσα νά συνεχίσω μέ τήν ἐτυμολογική προσέγγιση μιᾶς συγγενοῦς πρός τά «βύττος», «(μ)ποῦτσος» κ.λπ. λέξης, θεωρούμενης ἐπίσης «προελληνικῆς» πού ἔχει διασωθῆ μέ πάμπολλους τύπους στήν κάθε «Ἐρείκουσα» καί στό κάθε «Καστελλόρριζο», τῆς λέξης «βυτίνα». Ἀλλά δέν θέλω νά κουράσω, ἐσένα καί τούς ἀναγνῶστες τοῦ ἱστολογίου, στό ὁποῖο καί στούς ὁποίους εὔχομαι ὑγεία καί μακροημέρευση. Καί πάλι συγγνώμη γιά τήν ἀκραία ἔκφραση. Χρίστος Δάλκος

  131. sarant said

    130 Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να μη σχολιαστεί κάποια τοποθέτηση, ανάμεσα στους οποίους και η έλλειψη χρόνου. Για τα καρυοφύλλια, ας πούμε, θεωρώ πολύ πιθανότερη την χάραξη γαρυφάλλου πάνω στο όπλο ή κάποια τέτοια ομοιότητα, από το γεγονός ότι τα ξερά γαρύφαλλα σκάνε.

  132. Γιάννης Ιατρού said

    131/(130) …καρ[υ,ι]οφ[ύ,ί]λ[λ]ια κλπ.

    Εδώ ο σχετικός σύνδεσμος σε συγκεντρωτικό πιντιέφι επ΄αυτού (από την προσωπικήν βιβλιοθήκην 🙂 ) για το θέμα, από την ανάρτηση «Το καριοφίλι του Τσολιά» της 23ης Μαρτίου 2017, εδώ στο μπλογκ.

  133. Ρούλης said

    Δεν ξέρω αν αναφέρθηκε, αλλά τσίφτη έλεγε ο προπάππους μου (καταγωγή από Ιόνιο, για πολλά χρόνια στην Ρουμανία) την πένσα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: