Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο πανδοχέας και ο Χάρος (μεσαιωνική διήγηση)

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2018


Θα παρουσιάσω σήμερα ένα σύντομο μεσαιωνικό κείμενο, ένα πεζό κείμενο γραμμένο γύρω στα 1600 από ανώνυμο συγγραφέα, σε κάποια από τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνόφωνου χώρου.  Ταυτόχρονα, θα σας ανακοινώσω, αν δεν την ξέρατε, μια πολύ ευχαριστη είδηση για μας τους κυβερνοπόντικες.

Και ξεκινάω από την ευχαριστη είδηση. Πριν από μερικές μέρες, το Κέντρο Ελληνικης Γλώσσας έθεσε σε λειτουργία τον ιστότοπο «Δημώδης Γραμματεία» στον οποίο περιλαμβανονται, σχολιασμένα, τα σημαντικότερα έργα της μεσαιωνικής ελληνικής γραμματείας (ή ίσως όλα) από τον Διγενή Ακρίτη ως την πτώση του Χάντακα το 1669.

(c) Salisbury & South Wiltshire Museum; Supplied by The Public Catalogue Foundation

Πρόκειται για έναν θησαυρό με έργα που είναι πολύ σημαντικά, αν όχι όλα για τη λογοτεχνική τους αξία πάντως για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τον Ιμπέριο και Μαργαρώνα και τον Λίβιστρο και Ροδάμνη έως τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη, περνώντας από την Παιδιόφραστο διήγηση των τετραπόδων ζώων, τον Πωρικολόγο, τον Σπανό ή τον Πτωχοπρόδρομο.

Ομολογώ πως πολύ πρόσφατα το έμαθα το νέο κι έτσι δεν εχω προφτάσει να περιηγηθώ στον πλουσιότατο ιστότοπο (για να γκρινιάξω στα επουσιώδη, νομίζω πως το παραφόρτωμα με εικόνες κτλ. δυσκολευει την περιήγηση). Κι έτσι, δεν έχω ελέγξει αν τα εκτενή έργα σαν κι αυτά που προανέφερα περιλαμβανονται ολόκληρα (το πιθανότερο) ή σε αποσπάσματα.

Πάντως, για κάθε κείμενο έχει γίνει πολλή δουλειά, με εισαγωγές και γλωσσικές-πραγματολογικές σημειώσεις, αντλημένες απο τους θησαυρούς των έντυπων εκδόσεων του Κέντρου. Αξίζει να περιπλανηθείτε στον ιστότοπο.

Σαν πρόγευση θα παρουσιάσω ίσως το μικρότερο από τα κείμενα του ιστότοπου. Πράγματι, αν δείτε τον κατάλογο των κειμένων, στον τιτλο Λαϊκές αφηγήσεις αντιστοιχούν δύο πολύ σύντομες ιστορίες, από τις οποίες θα σας παρουσιάσω τη μεγαλύτερη, τη δεύτερη. (Την πρώτη που είναι και «άσεμνη» ίσως τη δούμε άλλη φορά γιατί θέλω να τη συσχετίσω με άλλα κείμενα).

Παραθέτω από την εισαγωγή:

Με τον τίτλο «Λαϊκές αφηγήσεις» αναφερόμαστε συμβατικά σε δύο σύντομα πεζά κείμενα που εντοπίστηκαν στον πολύ σημαντικό για τα έμμετρα έργα του (π.χ. Ερωτικόν ενύπνιον και Ιστορία και όνειρο του Φαλιέρου, Διήγησις Βελισαρίου κ.ά.) κώδικα Neap. gr. III B 27 (= Ν). Τα κείμενα παραδίδονται ανώνυμα και άτιτλα, και γλωσσικά παρουσιάζουν κάποια κρητικά ιδιωματικά στοιχεία, ωστόσο γενικά παραπέμπουν στον ευρύτερο βενετοκρατούμενο/δυτικοκρατούμενο χώρο (Κεχαγιόγλου 2001, 212), ενώ, σύμφωνα με μία άλλη –τοπικά περισσότερο εστιασμένη– άποψη, είναι γραμμένα στο ιδίωμα που μιλούσαν κατά τον 16ο-17ο αιώνα στην Πελοπόννησο, δηλαδή στη νότια Ελλάδα και στα γύρω νησιά (di Benedetto Zimbone 1988, 153-154), που πάλι τα τοποθετεί σε μια επικράτεια με ισχυρές βενετικές/φράγκικες επιρροές. Όπως υποστηρίζει η Anna di Benedetto Zimbone (1988, 152), η οποία τα μελέτησε και τα εξέδωσε, με βάση παλαιογραφικές ενδείξεις του κώδικα στον οποίο σώζονται, τα κείμενα πρέπει να χρονολογηθούν ανάμεσα στο δεύτερο μισό του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα (πρβλ. Κεχαγιόγλου 2001, 213, όπου πριμοδοτείται το τελευταίο τέταρτο του 16ου αι.). Η κατά προσέγγιση χρονολόγηση –χαρακτηριστικό των περισσότερων έργων της πρώιμης νεοελληνικής γραμματείας– οφείλεται στο γεγονός ότι οι «Λαϊκές αφηγήσεις» προστέθηκαν εκ των υστέρων στον ήδη καταρτισμένο σε ενιαίο σώμα σύμμεικτο κώδικα (di Benedetto Zimbone 1988, 152-153).

Φαίνεται ότι τα δύο κείμενα ανήκουν στην παράδοση των προφορικών «νοβελιστικών» (δηλαδή περιπετειωδών) λαϊκών ιστοριών και ανεκδότων, κοσμικού ή θρησκευτικού περιεχομένου, τα οποία σε κάποια στιγμή της διάδοσής τους από στόμα σε στόμα καταγράφονταν, όπως συνέβαινε και με τα δημοτικά τραγούδια, σε άδεια φύλλα ή κενά περιθώρια σύμμεικτων χειρογράφων της μεταβυζαντινής περιόδου (Κεχαγιόγλου 2001, 213). (…)

Το εκτενέστερο δεύτερο, περισσότερο χιουμοριστικό και καθόλου προκλητικό, αφηγείται με κέφι την ιστορία ενός παμπόνηρου αλλά καλοπροαίρετου πανδοχέα, ο οποίος κατορθώνει να ξεγελάσει τον Χάρο που έχει έρθει να τον πάρει, γλιτώνοντας εντέλει τη ζωή του. Πρόκειται για μια αρκετά διαδεδομένη λαϊκή ιστορία που μπορεί να αναχθεί στον διεθνή παραμυθικό τύπο AaTh 330 (Κεχαγιόγλου 2001, 213) και παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με ένα πλήθος δυτικών διασκευών πάνω σε συγκεκριμένα μοτίβα, ώστε η ανίχνευση ενός πιθανού βασικού κειμένου-πηγής, όπως στην πρώτη περίπτωση, να είναι ιδιαίτερα περίπλοκη και ριψοκίνδυνη (βλ. σχετικά di Benedetto Zimbone 1988, 161-170).

Οι δύο ιστορίες πρωτοεκδόθηκαν από την ιταλίδα νεοελληνίστρια Anna di Benedetto Zimbone μόλις στα 1988 και παρατίθενται εδώ σύμφωνα με τη δική της έκδοση. Επίσης, βάσει της έκδοσης αυτής περιλαμβάνονται στον πρώτο τόμο της Πεζογραφικής ανθολογίας του καθηγητή Γιώργου Κεχαγιόγλου (2001), εκσυγχρονισμένες τονικά και ορθογραφικά, με τον συμβατικό υπέρτιτλο «Δημώδεις παραδόσεις και ανέκδοτα» και ξεχωριστούς, επίσης συμβατικούς, τίτλους, παρόμοιους με εκείνους της ιταλικής έκδοσης, για κάθε ιστορία – «Το παιδί και η μητριά» και «Ο όστος [= πανδοχέας], η απιδέα και ο Χάρος» αντίστοιχα.

Περιέργως, το κείμενο παραδίδεται σε πολυτονικό, κάτι πολύ παράδοξο για έναν γλωσσικά προοδευτικό φορέα όπως το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας -που έχει εκδώσει πολλά πρώιμα έργα σε μονοτονικό. Εδώ το μονοτόνισα. Με αστερίσκο, οι λέξεις που εξηγουνται στο τέλος, αλλά για να μη δυσκολευτείτε στην παρακολούθηση να πούμε απο τώρα πως οσταρία, οσταρίο είναι το πανδοχείο και όστος ο πανδοχέας -φυσικά βενετικό δάνειο.

 

Ο ΠΑΝΔΟΧΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΟΣ

Ήτον ένας όστος* κι είχε οσταρία* . Έτσι επήγε ο Χριστός με τους Αποστόλους του εις τ’ οσταρίο αυτό κι ηθέλησε να κάμει κελάτσιο* με τους μαθητάδες του. Απήτις έκαμε το κελάτσιο ηθέλησα να πληρώσου. Λοιπόν ο όστος δεν ηθέλησε να πληρωθεί. “ Άμε !”, είπε. “Πως έχω τάξη πάσα ημέρα εκείνοι που πρωτοφάγουν εις τ’ οσταρίο μου να πηγαίνουν απλήρωτοι, λοιπό κι εις εσάς δε θέλω τίποτα· μόνο, σύρε πηγαίνετε.”
Εβλέποντας οι μαθητάδες του Χριστού τη καλήν αρετή οπού εκράτειε ο όστος ετούτος, είπαν του· “Ζήτησε τίποτα χάρη από το Χριστόν, ότι αυτός, είτι* του ζητήσεις, δύνεται να σ’ το κάμει”.
Έτσι εζήτησε του Χριστού, σαν εγροίκησε ότι έχει τη χάρην αυτή.
Λέγει του κι o Χριστός·
“Ζήτησε είτι θέλεις, δια τη καλή σου αρετή να το ‘χεις”.
Λέγει· “Δε θέλω άλλη χάρη από σένα, μόνο την απιδέαν* ετούτη, που έχω εδεπά στ’ οσταρίο, ποτέ μου απίδι δεν έφαγα οξ* αυτή, μόνο πάσα χρόνοι μου τα κλέφτουν όλα και μου τα τρώγουν”.
Έτσι όρισε ο Χριστός ότι, είτις ηθελε ανέβει εις αυτήν την απιδέα να πάρει απίδια, να μην μπορεί να κατέβει ποτέ του, α* δεν ήθελε έλθει ο όστος να του πει: κατέβα. Έτσι του εχάρισε κι άλλη μία χάρη, ότι, όταν θελήσει ο Χάρος να πάρει την ψυχή του, να μην μπορεί να του την πάρει, α δεν του το ειπεί.
Έτσι μία βολά* επήγαινε καβελάρης ο όστος εισέ στράτα· λοιπόν, εκεί τον απάντησε ο Χάρος και λέγει του·
“Πού πάγεις, όστο; Εγώ ερχόμουν δια να σου πω να ’ρδινιαστείς*, ότι ήρθε καιρός να σε πάρω. Λοιπόν, άμα σε απάντησα εδώ, κάνει χρεία* να σε πάρω.”.
Ο όστος τού λέγει·
“Παρεκαλώ σε, Χάρο, κάμε μου μία χάρη: έλα να πάμε εις το σπίτι μου, να σταθείς να ’ρδινιάσω τα παιδιά μου, το σπίτι μου, καταπώς έναι η τάξη, κι απ’ εκεί με έπαρε.”
Έτσι άκουσέ τον ο Χάρος κι εκίνησε κι ήλθε με δαύτον. Όταν ήλθε εις το σπίτι του, ήγουν εις τ’ οσταρίο, λέγει της γυναικός του και των παιδιώ του·

“Ορδινιάσετε όξω στην αυλή, στρώσετε τάβλα* απουκάτου εις την απιδέα, να φάω, να πιώ με το Χάροντα, ν’αυχηθώ τὰ παιδιά μου και να τους μερίσω* και τα ρούχα μου.”
Εν τω άμα η γυναίκα του και τα παιδιά του έδραμαν* κι έκαμαν ως καθώς τους είπε. Λοιπόν εκάθισε με τον Χάρον απουκάτου εις την απιδέα κι έτρωγαν κι έπιναν κι εχαίρετον ο Χάρος με δαύτον, πως έστεκε να πάρει την ψυχή του. Λοιπόν, τρώγοντας, λέγει του ο οστος·
“Έβλεπε την απιδέαν ετούτην: τέτοια όμορφα απίδια κάνει, ότι ο Χριστὸς ήλθε με τους μαθητάδες του κι έφαγε οξ αυτά. Λοιπόν, εγώ είμαι αδύνατος και δεν ηπορώ ν’ ανέβω να σώσω* οξ αυτά, κι ανέβα, έπαρε να ίδεις τι επάρματα* είναι.”

Έτσι ο Χάρος τρέχοντας σηκώνεται κι ανεβαίνει απάνω και κόφτει οξ αυτά και, όταν έρχεται να κατέβει, δεν ηπόρει να κατέβει, μόνο εκόλλησε εκεί. Έτσι ο όστος τού λέγει·
“Χάρο, στέκε εσύ ετού απάνω κι εγὼ θα να είμαι στ’ οσταρίο μου κι εις τα παιδιά μου!”

Εβλέποντας ο Χάρος ότι έκαμε ένα μήναν εις την απιδέα, και δεν έναι τρόπος να κατέβει, έπεσε εισέ πάτους* με δαύτονε. Έτη σ’ έτη πολλά δεν ήτον τρόπος ποτέ ο όστος να του πει να κατέβει. Λοιπόν μία ημέρα του τάσσει κι ομνύει όρκους φρικτούς ότι·
“Κατέβασέ με και μην τρομάξεις να σε ’γγίξω, άμε να σε κάμω σύντροφο.” Λέγει του ο όστος·
“Και τί συντροφιὰ να κάμω εγώ μ’ εσένα;”

Λέγει του· “ότι να μην τρομώ* να παίρνω άθρωπο απέ τον κόσμο α δεν παγένεις εσύ πρώτα εις αυτόν, κι εκείνον όποιον μου ειπείς ότι να πάρω, εκεῖνον να πάρω, κι εμέ να λέγουν Χάρο κι εσέ.

.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
(Με τη σειρά που εμφανίζονται στο κείμενο. Βασικά είναι οι λέξεις που επισημαίνονται στον ιστότοπο του ΚΕΓ, δείτε όμως και τις δυο τελευταίες που τις πρόσθεσα εγώ)

όστος = πανδοχέας, ταβερνιάρης (βεν. osto)
οσταρία = πανδοχείο, ταβέρνα
κελάτσιο = το δωμάτιο· κάνω κελάτσιο = καταλύω, διαμένω.
είτι = οτιδήποτε
απιδέα = η αχλαδιά
οξ = από
α = αν
βολά = φορά
‘ρδινιάζομαι = ετοιμάζομαι
κάνει χρεία = είναι ανάγκη
τάβλα = τραπέζι
μερίζω = μοιράζω
έδραμαν = έτρεξαν
να σώσω = να φτάσω
επάρματα = εκλεκτά αποκτήματα
έπεσε εισέ πάτους = διαπραγματεύτηκε με σκοπό τη συμφωνία
τρομώ = τολμώ

*Σημείωση: Περιέργως, ο επιμελητης του κειμένου αφήνει ασχολίαστο το «έπεσε εισέ πάτους με δαύτονε». Εδώ ο πάτος δεν είναι… ο γνωστός μας πάτος, ο πυθμένας, αλλά το ιταλικό patto (ή βενετικό pato), το σύμφωνο -από εκεί και το αγγλ. pact. Δηλαδή ο Χάρος άρχισε να διαπραγματεύεται για να κλείσει συμφωνία. Στο μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά υπάρχει αυτή η σημασία και αποδελτιώνεται και το συγκεκριμένο απόσπασμα.

Όσο για το «να μην τρομώ να παίρνω άνθρωπο», που κι αυτό ασχολίαστο αφήνεται, έχω την εντύπωση ότι είναι το τολμώ > τορμώ (έτσι σε πολλές περιοχές) > τρομώ, το οποίο ακούγεται και σήμερα πχ σε Λευκάδα, Μάνη.

**ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Τρεις μικρές παρατηρήσεις έχω για τη γλώσσα του κειμένου.

  • Σε καναδυό σημεία λείπει το τελικό νι εκεί που θα το περίμενε κανείς: «τη καλήν αρετή» και «τη καλή αρετή» αντί για «την καλή». Ίσως είναι λάθος του γραφέα.
  • Περίεργες κλητικές, Όστο και, κυρίως, Χάρο (αντί: Χάρε)
  • Εναύξητη προστακτική, έπαρε και έβλεπε (= βλέπε), που όμως εξηγείται διότι το ρήμα είναι επαίρω (απ’ όπου το παίρνω) και «εβλέπω» (υπάρχει κι ένα ‘εβλέποντας’). Θέλει λίγο ψάξιμο αυτό το εβλέπω.

 

Advertisements

117 Σχόλια to “Ο πανδοχέας και ο Χάρος (μεσαιωνική διήγηση)”

  1. Babis said

    «κελάτσιο = το δωμάτιο· κάνω κελάτσιο = καταλύω, διαμένω.»

    Φανταζόμουν ότι κελάτσιο είναι το κολατσιό. Αν όμως είναι το δωμάτιο/διαμονή τότε η πρόταση «Πως έχω τάξη πάσα ημέρα εκείνοι που πρωτοφάγουν εις τ’ οσταρίο μου να πηγαίνουν απλήρωτοι,…» δεν βγάζει νόημα.

  2. Καλημέρα

    το αστεράκι στο τρώγουν γιατί υπάρχει ;

  3. # 1

    έχω τάξει, ορθογραφικό λάθος μοιάζει, έχω υποσχεθεί

  4. voulagx said

    Στις **ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ βάλε κι αυτό:

    “Ζήτησε τίποτα χάρη από το Χριστόν, ότι αυτός, είτι* του ζητήσεις, …»

    για να βγαλουν σπυρακια οι λαθοθηρες.

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1 Στο λεξικό του Κριαρά (το μεσαιωνικό) δίνει κελάκιον, κελάτσιον υποκοριστικό του κελιού (δωματίου, ας πούμε) και κάνω κελάτσιο = καταλύω. Δεν είναι ανάγκη να πολυστέκεσαι στο «φάγουν», στα πανδοχεία όλοι έτρωγαν και μερικοί εμεναν και τη νύχτα.

    2 Δεν ε΄ναι αστεράκι αλλά κλεισιμο εισαγωγικων -μοιάζει…

    3 Έχω τάξη, έχω σύστημα, έχω συνήθεια.

  6. Eli Ven said

    Δεν χρειάζεται ερωτηματικό στο «τρομώ». Όντως σημαίνει «τολμώ». Το ξέρω από προφορική παράδοση, το έχω χρησιμοποιήσει κι εγώ στο χωριό μου (Δυτική Μάνη), όταν ήμουν παιδάκι αλλά και τη μάνα μου θυμάμαι να το λέει μέχρι που πέθανε πρόπερσι. Ακούγεται και στην εκδοχή «ντρομώ» για έμφαση, πιθανότατα με ηχηροποίηση από το «δεν τρομώ»

  7. sarant said

    6 Στο μεταξυ το βρήκα και σε Λευκαδίτικο γλωσσάρι.

  8. sarant said

    Θα λείψω για μερικές ώρες

  9. atheofobos said

    απιδέα = η αχλαδιά
    Είναι σε χρήση και σήμερα στη φράση -πόσα απίδια βάζει ο σάκος.
    Η εξήγηση της φράσης :
    http://www.mixanitouxronou.gr/pos-vgike-i-frasi-posa-apidia-vazei-o-sakos-mia-istoria-katoxis-kai-katapiesis-apo-tous-enetous/

  10. Παναγιώτης Κ. said

    @Sarant. Οι ζωγραφικοί πίνακες και οι γκραβούρες που δείχνουν εικόνες εκείνης της εποχής είναι πολύ ενδιαφέροντες.
    Κάποιοι εικονίζουν την κατοικία τότε. Μια ειδυλλιακή εικόνα για τα δικά μου τουλάχιστον μάτια!

  11. (α)
    – να σου πω να ’ρδινιαστείς*, ότι ήρθε καιρός να σε πάρω.
    – έλα να πάμε εις το σπίτι μου, να σταθείς να ’ρδινιάσω τα παιδιά μου, το σπίτι μου, καταπώς έναι η τάξη, κι απ’ εκεί με έπαρε.”
    -“Ορδινιάσετε όξω στην αυλή, στρώσετε τάβλα* απουκάτου εις την απιδέα, να φάω, να πιώ με το Χάροντα, ν’αυχηθώ τὰ παιδιά μου και να τους μερίσω* και τα ρούχα μου.”
    – ‘ρδινιάζομαι = ετοιμάζομαι

    # Μου τα χαλάει κάπως το «Ορδινιάσετε όξω….»
    Αρδίνι λέγαμε (πριν την εκμηχάνιση) τη λωρίδα εργασίας (κατά μήκος του χωραφιού)
    που μια εργατική ομάδα (συνήθως η οικογένεια) μπορεί να τσαπίσει, να ξεβοτανίσει κλπ. Ο επικεφαλής της ομάδας (συνήθως ο πατήρ) «έκοβε αρδίνι» και η ομάδα …επί το έργον!

    (β) «απιδέα = η αχλαδιά»

    # Απορώ για ποιο λόγο χρειάζεται …λεξικό. Έτσι λέγαμε και λέμε την συνήθη αχλαδιά. Παρ’ ημίν υπήρχαν παλαιότερα (μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα) και χωριά με το όνομα Απιδιά ή Απιδιές. (ίδε και σχόλιο 9)

    (γ) «Περίεργες κλητικές, Όστο και, κυρίως, Χάρο (αντί: Χάρε)»

    # Γιατί περίεργες;;; Αυτή (και μόνο αυτή) η κλητική χρησιμοποιούνταν (και χρησιμοποιείται) παρ΄ημίν.

  12. Γιάννης Κ. said

    Δεν γνώριζα μέχρι σήμερα τον ιστότοπο της Δημώδους Γραμματείας. Μεγάλο δώρο -και δεν είναι το πρώτο που μου κάνεις. Σ’ ευχαριστώ.
    Συγχαρητήρια και στους δημιουργούς του.

  13. Πέπε said

    Καλημέρα.

    Άνοιξα τη σελίδα σχεδόν μόλις ανέβηκε, αλλά μόνο τώρα άδειασα να τη διαβάσω. Δεν την ανανέωσα, δε βλέπω κανένα σχόλιο, και επιφυλάσσομαι να τα δω μετά.

    α) Ωραία ιστορία πράγματι, αλλά δεν καταλαβαίνω το νόημά της. Δηλαδή ο Χάρος απέκτησε ένα σύντροφο; Αν υπήρχε ήδη στη λαϊκή παράδοση τέτοιος σύντροφος, αυτό θα μπορούσε να είναι επεξηγηματικός μύθος. Τώρα όμως, μοιάζει σαν μια απρόσμενη παρέμβαση στην κοινή πίστη. Μήπως ξέρει κανείς ποιος είναι ο κοινός τίτλος του παραμυθιακού τύπου ΑΤ330, μήπως καταλάβουμε καλύτερα;

    β) Δεν έχω ακούσει ποτέ (εκτός από εδώ) «εβλέπω», η προστακτική όμως «έβλεπε» υπάρχει, τη θυμάμαι π.χ. στα καλύμνικα.

    γ) Η κλητική «Χάρο», αν και δεν την έχω ξανασυναντήσει, δε με παραξενεύει. Τουλάχιστον σήμερα, τα κυρια ονόματα σε -ος παροξύτονα έτσι κλίνονται: Πέτρο, Νίκο, Γιώργο. Ακόμη και κάποιες λέξεις που χρησιμοποιούνται αντί ονόματος, θείο, κουμπάρο (αυτές όμως όχι αποκλειστικά έτσι).

    δ) > > …να σταθείς να ’ρδινιάσω τα παιδιά μου, το σπίτι μου, καταπώς έναι η τάξη, κι απ’ εκεί με έπαρε.

    Εδώ περίμενα κάποιο σχόλιο. Ενώ είναι ευρέως γνωστό ότι σε ορισμένα ιδιώματα η σύνταξη «το ξέρω» γίνεται «ξέρω το», το ότι στα ίδια ιδιώματα συμβαίνει και το αντίστροφο, δηλ. στην προστακτική (όπου η κοινή προτάσσει το ρήμα) να έχουμε «το πάρε», δεν πολυσυζητιέται. Το ακούω τακτικά εδώ στην Κρήτη, και το θυμάμαι και από την Κάρπαθο. Προϋπόθεση να υπάρχει κάποια λέξη πριν που να μην είναι σύνδεσμος κλπ. αλλά «κύρια» λέξη της πρότασης, π.χ. «πάζεψε τα πιάτα, μόνο τα ποτήρια μας άφησε» (όπου μάζεψε και άφησε είναι προστακτικές).

  14. Πέπε said

    *μάζεψε*

    Χαζεύοντας στον υπολογιστή βρήκα τις προάλλες από πού απενεργοποιώ τον ορθογράφο, και το επέλεξα γιατί είναι μπουνταλάς και δεν τον θέλω. Από τότε τα σχόλιά μου γέμουν τυπογραφικών!

  15. Λεύκιππος said

    Απιδιά και απίδια τα φρούτα, ήταν τα μικρά εκείνα ας πούμε αχλαδάκια, μια μπουκιά το καθένα, που δεν τα βρίσκεις πια συχνά στα μανάβικα. Εξαφανίστηκε το προϊόν, ε, εξαφανίζεται σιγά σιγά και η λέξη. Θέλω να πω, άλλο αχλάδι και άλλο απίδι, όπως άλλο μήλο κι άλλο φιρίκι

  16. Πέπε said

    @15:
    Όχι κατ’ ανάγκην, για άλλους απίδι είναι απλώς συνώνυμο του αχλαδιού.

  17. ΚΩΣΤΑΣ said

    Στην επαρχιακή Ελλάδα τουλάχιστον, οι παρακάτω λέξεις δεν χρειάζονται λεξικό: άμε, σύρε, εγροικησε, απιδέα, βολά, σώσω, τάβλα, μερίσω, έδραμαν.

    Το εδεπά νομιζω ότι στην Καλαμάτα το λένε επαδά.

    Το ‘ρδινιάζομαι μήπως έχει κάποια σχέση ετυμολογικά με την ορντιναντζα;

  18. Spiridione said

    Τα εκτενή έργα δεν παρατίθενται ολόκληρα, αλλά σε αποσπάσματα.

    13
    https://en.wikipedia.org/wiki/The_Smith_and_the_Devil

  19. (55γ) και «γέρο», που με το «Χάρο» έχει κοινή την τριτόκλιτη καταγωγή.

  20. ΚΩΣΤΑΣ said

    Άσχετο, μας τελειώνει και ο Ζουράρις από υπουργός παιδικής χαράς!

  21. ΚΑΒ said

    πάτους pacta sunt servanda

  22. […] […]

  23. Pedis said

    Μία χαζή ερώτηση:

    τα σημαντικότερα έργα της μεσαιωνικής ελληνικής γραμματείας (ή ίσως όλα) από τον Διγενή Ακρίτη ως την πτώση του Χάντακα το 1669.

    δηλ. αν ο μεσαίωνας σε μας κρατάει μέχρι το 1669 (αγνοούσα αυτή τη σύμβαση …) τι ακολούθησε αμσως μετά, η Αναγέννηση;

    Τι σόι ορισμός είναι αυτός; Παραπέμπει στη μίμηση εργων, στυλ και περιεχόμενυ μεσαιωνικών δυτικοφράγκικων κειμένων; Γι αυτό;

  24. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    9 Αθεόφοβε, νατσουλισμός

    11-15-16 Έχουμε άρθρο
    https://sarantakos.wordpress.com/2016/11/14/axladi-2/

    18 Μερσί. Δεν πειράζει, αυτά τα βρισκουμε και απ΄αλλού

    19 Όμως λέμε «Χάρε» συνήθως

    21 Ακριβώς!

  25. sarant said

    23 Σύμβαση ειδικά για την Ελλάδα -το μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά εκεί τελειώνει.

  26. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η ιστοριούλα με πήγε σε βαθιές μνήμες.Μου φαίνεται γνωστό το πεδίο «αλισβερίσι με το Χάρο», αλλά εδώ ημιτελής.Απόσπασμα είναι;Μάλλον. Δυο χάροι; Δεν μπορώ προς ώρας να σκαλίσω το σχετικό αρχείο απ΄την ψηφιακή του ανάρτηση.
    Τί σπουδαία εποχή όμως ζούμε να έχουμε «στο πιάτο» τέτοιους θησαυρούς! Ευχαριστούμε Νικοκύρη για την ενημέρωση.
    Λεξιλογικά,εκτός από τον όστο)που το αγνοούσα,αλλά θα το καταλάβαινα απ΄τα υπόλοιπα) και τους πάτους-πάκτους ,τα υπόλοιπα μού είναι οικεία. Η πάκτωση, ακριβώς έτσι, λεγόταν κι απ΄τον παππού μου θυμάμαι για καμιά μυζήθρα που εφερνε ένεντι εκτάσεων που πάκτωνε στα ορεινά κυρίως σε βοσκούς.

    13.15.16 για την απιδιά, σ΄εμάς ήταν/είναι η αχλαδιά. Αντίθετα αχλαδιά ήταν η γκορτσά. Τώρα βέβαια όλοι καταλαβαίνουν από τα συμφραζόμενα για ποιο πράμα λες.Μια φίλη μου ηπειρώτισσα λέει κάποια σκούρα αχλάδια στρογγυλά, ευωδιαστά και δυσεύερερα,απίδια.
    «Η απιδοπούλα στην αυλή ήβγαλε αθούς, ανάποδος καιρός» , μου είπε χθες ο πατέρας μου. Μια νεαρή αχλαδίτσα είναι

  27. (17γ) Ναι, έχουν, αλλά έμμεση, όπως και τα ελληνικά ‘διάταξη’ και ‘διάταγμα’. Ordine ιταλικά είναι η τάξη, η σωστή σειρά (πρβ. ελλ. ‘διάταξη’), ordinare όμως θα πει μεταξύ άλλων ‘διατάζω, παραγγέλνω’, και soldato d’ordinanza λέγεται… η ορντινάντσα.

  28. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η κλητική, Χάρο, μου θύμισε το » ε ανήψο «που λεν οι Κρητικοί. Καμιά φορά και «που λες κουμπάρο»

  29. Από την ίδια ρίζα (τελικά το λατ. ordo/ordinis) προέρχονται, μέσα από δαιδαλώδεις σημασιολογικές διαδρομές, τα γαλλ. ordinateur (=ηλεκτρονικός υπολογιστής) και ordination (=χειροτονία) και το αγγλ. ordnance (=πυροβολικό, πυρομαχικά — αλλά Ordnance Survey λέγεται η Βρετανική Γεωγραφική Υπηρεσία!)

  30. 23, 25 Σύμβαση που προέρχεται από την ιστορία της λογοτεχνίας (και εφαρμόζεται κυρίως από φιλόλογους) σε αντιδιαστολή με τη νεοελληνική – ο διαφωτισμός, υποτίθεται, είναι αυτό που αρχίζει αμέσως μετά. Δεν είναι ακριβώς χωρίς βάση αλλά οπωσδήποτε έχει τον ολοφάνερο συμβατικό χαρακτήρα της (επίσης, σημειωτέον, η περίοδος που λήγει το 1669 αρχίζει το 1204 με την πρώτη πτώση της Πόλης).

  31. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Το ΄ρδινιάζεσαι, μου έφερε δάκρυα. ΄Για πού ορδινιάζεσαι; » η μάνα μου,όταν μας τσάκωνε να ετοιμαζόμαστε ψάχοντας είτε ρούχα, παπούτσια είτε σύνεργα με έξαψη.Κάποια αταξία οσμιζόταν και δεν έπεφτε συνήθως έξω. Το λέμε πολύ ακόμη.
    Ορδινιάζομαι, ετοιμάζομαι. Ορδινιές τα σχετικά συμπράγκαλα, τα απαραίτητα για μια δουλειά.

    29. Όρντινο το ημερήσιο πρόγραμμα γυρισμάτων ή προβών, ορντινάντσα ο βοηθός/ο υπηρέτης , όρντινο στη γλώσσα των ναυτικών επίσης κλπ. Δεν μπορεί να μην έχει ασχοληθεί το ιστολόγιο;

  32. ΚΑΒ said

    Βρήκα και ένα ορθογραφικό λάθος σε ερμήνευμα σε απόσπασμα από το χρονικόν του Μαχαιρά

    πινάκι:πιάτο από ξύλο ή πυλό.

  33. sarant said

    31 Δεν έχουμε ασχοληθει, ευκαιρια είναι

  34. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    33, Ορδινιάσου τότε Νικοκύρη 🙂

    Μπορεί κάποιος να κάνει συμφωνίες με τον Χάρο;
    Αυτό το βιβλίο ήθελα και ξέχασα ,να το βάλω προχθές στο νήμα για τους καλικάντζαρους και το …διεθνισμό τους
    https://www.politeianet.gr/books/9789605370954-anthologia-apopeira-paramuthia-tou-kato-kosmou-185059

    Του Χάρου το Πηγάδι
    Ένα πολύ ωραίο διδακτικό σούφικο παραμύθι.
    Ο Κωνσταντής έκαμε κουμπάρο του τον Χάρο
    http://antikleidi.com/2014/04/03/pigadi-xarou/

  35. Το ορδινιάζω εμφανίζεται κάπου στον Αστερίξ, όπου θέλοντας να μιμηθεί την ντοπιολαλιά κάποιος λέει «το έχετε ορδινιάσει μαθές το τσαρδάκι» και οι ντόπιοι δεν τον καταλαβαίνουν γρυ.

  36. Γιάννης Ιατρού said

    31β/33 Μόνο 2Χ, π.χ. μιά φορά εδώ, ο Ορεσίβιος το 2013 ….στο όρντινο (δηλαδή στο φύλλο χαρτιού που αναρτιέται κάθε μέρα και γράφει τα βασικά του γυρίσματος της επομένης, όπως: ώρα προσέλευσης της κάθε ειδικότητας, φώτα, αμάξια, φροντιστήριο, σκηνές που γυρίζονται, ηθοποιοί κλπ) δεν γράφονται κομπάρσοι ή φιγκιράν αλλά: ΒΟΗΘΗΤΙΚΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ.

  37. Πέπε said

    @34:
    > > Μπορεί κάποιος να κάνει συμφωνίες με τον Χάρο;

    Απ’ όσο ήξερα, όχι. Ένα σημείο όπου τέμνεται ο (νεοελληνικός τουλάχιστον) φανταστικός κόσμος των παραμυθιών και των παραλογών με τον πραγματικό είναι το άφευκτο του θανάτου.

    Στο λινκ του #18 (ευχαριστώ Σπιριδιόνε) διαβάζω ότι πρόκειται για ευρωπαϊκό παραμύθι όπου η συμφωνία είναι άλλοτε με τον Διάβολο κι άλλοτε με τον Χάρο. Με τον Διάβολο μού φαίνεται πιο στρωτό. Ούτε από αυτά ξέρω να έχουμε στη δική μας παράδοση, αντίθετα μοιάζει πολύ δυτικό, αλλά τουλάχιστον δεν αντιφάσκει τόσο έντονα προς όσα έχουμε συνηθίσει όσο το άλλο με τον Χάρο.

  38. Πέπε said

    @24:
    > > Όμως λέμε «Χάρε» συνήθως.

    Ναι. Κατά τούτο, η κλητική Χάρο είναι περίεργη. Ανεξήγητη όμως δεν είναι, ίσα ίσα που αν το σκεφτείς είναι (θα ήταν, αν τη λέγαμε) πιο ομαλή από το «Χάρε».

    @28:
    > > ανήψο, κουμπάρο:
    Κατά τη γνώμη μου τέτοιους τίτλους συγγένειας, επειδή τους χρησιμοποιούμε αντί ονόματος, έχουμε την τάση να τους κλίνουμε σαν να ήταν ονόματα. Το ίδιο και με το «θείο» που προανέφερα, γι’ αυτό και πιο συχνά θ’ ακούσουμε «θείο» σκέτο παρά «θείο Γιάννη». Πολλοί βέβαια λένε έτσι κι αλλιώς «θείε», είτε σκέτο είτε όχι, το «θείε Γιάννη» όμως ακόμη περισσότεροι.

    Όλα αυτά σε μια γλώσσα σχετικώς πιο άτυπη, οικεία ή ιδιωματική. Υπάρχει κι ο άλλος πόλος, που επηρεάζεται περισσότερο από την επίσημη γραμματική, και που υπαγορεύει να λέμε κουμπάρε, θείε.

    Αλήθεια Έφη, υπάρχει «ανήψος» ή μόνο στην κλητική τονίζεται πάνω; Γιατί το «ανήψο» το έχω ακούσει πολλές φορές, αλλά «ανήψος» όχι, θα το παρατηρούσα…

  39. Πέπε said

    Όλα αυτά (#38β) τα σκέφτηκα όταν άκουσα έναν άνθρωπο στην Κάρπαθο, που ήταν εργολάβος στο επάγγελμα, να τον προσφωνούν «εργολάβο» (με -ο στην κλητική) ως παρατσούκλι. Κι ο αδελφός του ήταν επίσης εργολάβος, αλλά εκείνον τον φώναζαν Χρήστο.

  40. sarant said

    38 τελος: Η κλητική «θείο» θεωρείται (από κάποιους, έστω) κάπως άπρεπη. Δεν τη λένε στον θείο τους αλλά μόνο σε άγνωστο άντρα μεγαλύτερης ηλικίας

  41. ΚΑΒ said

    Στα δημοτικά τραγούδια η κλητική είναι Χάρε, αλλά

    Άφις με, Χάρο, τα μαλλά και πιάσ’ μ’ απού τη μέση (Κρήτης)

  42. ΚΑΒ said

    μαλλιά

  43. ΚΑΒ said

    Και σε γνωστά μου μοιρολόγια πάντα «Χάρε». Άλλωστε εμείς πάντοτε «θείε» φωνάζουμε.

  44. Λεύκιππος said

    16 Δεν μπορώ να διαφωνήσω

  45. Πάντως διάλο δεν φωνάζουνε κανένα,όλους διάολε τους λένε !

  46. «Με αύρα… 1968 η ΑΕΚ κόντρα στον Παναθηναϊκό» επ’ ευκαρίας της ταινίας 1968 όπου θα έχουμε την ευκαιρία να ξαναδούμε τον Παττακό να σηκώνει την κούπα σαν διαπραγματευτής της αποδοχής από την πλευρά των Τσέχων της πρότασής του να διεξαχθεί ο τελικός στο Παναθηναϊκό Στάδιο, τα ανταλλάγματα παραμένουν άγνωστα.
    Ανάλογο ήταν και το αποτέλεσμα, μια εικοσάρα στην καμπούρα της ΑΕΚ. λογικό αφού το ματς δν έγινε στο καλλιμάρμαρο…

  47. Εμείς το θείο και θείε τάχουμε κάνει θείου και τελειώσαμε. Είτε θείου σκέτο είτε θείου-Γιαν’ ίδιο είναι. Και ναι, θείος ο οποιοσδήποτε (σημαντικά) μεγαλύτερος σε ηλικία, σε ένδειξη σεβασμού, αντί για «κύριε». Και τόχω ξεσυνηθίσει κι όταν το ακούω στο χωρίο μου φαίνεται περίεργο 🙂

  48. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    38 τέλος,Πέπε, όντως: ο ανηψός, του ανηψού τον ανηψό,ε ανήψο! Οι ανηψοί ή τα ανήψα των ανηψών τους ανηψούς/τα ανήψα ,ε ανηψοί/ανήψα.

    Εστιάζοντας σ΄αυτή την κλητική τον αρσενικών σε -ος, βρίσκουμε στη λαϊκή γλώσσα κι άλλα σε -ο, κι όχι μόνο με αρνητική χροιά (π.χ. ρε φιόγκο, τράγο κλπ) αλλά και γέρο («γεια και χαρά σου γέρο,καλώς τα τα παιδιά»).

  49. Πέπε said

    @40:
    > > Η κλητική «θείο» θεωρείται (από κάποιους, έστω) κάπως άπρεπη.

    Ναι, σωστά. Και από κάποιους λέγεται μόνο με άπρεπη διάθσεη (πού πα ρε θείο;).

    Πάντως παρατηρεί κανείς ότι στους παλιούς, χωριάτικους καλούς τρόπους το «θείε» (ή «θείο») προς άγνωστο είναι έκφραση σεβασμού, ενώ στην πόλη το αντίθετο.

    Είχαμε μια οικογενειακή φίλη από ένα χωριό του Πηλίου, στη γενιά των γιαγιάδων μου, που είχα μάθει να τη λέω θεία όχι τόσο από συνειδητή πρόθεση να εκφράσω σεβασμό αλλά απλώς γιατί νόμιζα ότι είμαστε όντως συγγενείς. (Είχε υπάρξει προ αμνημονεύτων ετών κάποια ιστορία όπου ένας από την οικογένειά της αντήλλαξε σημαντική βοήθεια μ’ έναν από τη δική μου, ίσως στον Πόλεμο, δεν ξέρω, κι από τότε κατά κάποιο τρόπο λογούμασταν συγγενείς.) Εν πάση περιπτώσει κάποια στιγμή συνάντησα έναν άνθρωπο από το ίδιο χωριό και του είπα «έχω μια θεία, την τάδε». Πρέπει να ‘μουνα δώδεκα, δεκατριών… Μετά από κάποιο διάστημα ολοκληρώθηκε ο κύκλος της είδησης, ότι αυτός της το ‘πε, αυτή το ‘πε στη μάνα μου και η μάνα μου σ’ εμένα. Η γυναίκα λέει είχε συγκινηθεί απίστευτα που δήλωνα ανηψιός της!

  50. 49 Ωραία ιστορία!

    Πάντως, εγώ τον ανηψιό μου τον προσφωνώ «ανεψέ» κι εκείνος μου απαντά «θείο»

  51. Μαρία said

    40
    Και το θείο μας τον προσφωνούμε θείο, αν είναι λαϊκός τύπος.
    Θείους και θείες προσφωνούσαμε τους γονείς φίλων στη γειτονιά μου και μπάρμπα/θείτσα τους γέρους και τις γριές. Αν τους προσφωνούσα κυρίους και κυρίες, αυτό θα θεωρούνταν προσβολή, γιατί δηλώνει απόσταση.

  52. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    49. >>από τότε κατά κάποιο τρόπο λογούμασταν συγγενείς.
    » Όσοι αγαπούν με συγγενείς λογιούνται…» μου έγραφαν (η έγραψα; ) στο σχολικό λεύκωμα στο «Τί εστί αγάπη» . Μετάφραση γνωστού ποιήματος έχω την εντύπωση,φευ ξέχασα ποιου.

  53. Alexis said

    #47: Αλλού δε λένε ούτε θείε ούτε θείο, λένε μόνο «μπάρμπα» και ξενοιάζουν! 🙂

    Την προσφώνηση «θείο» τη συνήθιζαν οι βορειοελλαδίτες-Πόντιοι συγγενείς της μάνας μου. Απόλυτα φυσιολογικά και χωρίς, εννοείται, να θεωρείται άπρεπο ή «λαϊκό».
    Αντίθετα οι Μοραΐτες συγγενείς του πατέρα μου έλεγαν αποκλειστικά «θείε» και «μπάρμπα» με όσους είχαν μεγαλύτερη οικειότητα.

    Την κλητική «κουμπάρο» δεν την έχω ακούσει ποτέ και πουθενά, αλλά αφού λέτε ότι χρησιμοποιείται, πάω πάσο…

  54. Λ said

    Η βολά από που βγαίνει; Τη λέμε ακόμα

  55. sarant said

    54 Η βολά από τη βολή.

  56. ΓΚ said

    Στα «καθ’ ημάς» δεν πάει Μεσαίωνας > Αναγέννηση > Μεταρρύθμιση > Διαφωτισμός.
    Πάει Βυζάντιο > Τουρκοκρατία (ή… Μεταβυζαντινή Περίοδος 🙂 ) > κλπ.

    Τώρα, αν βάλει κανείς το όριο στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης ή της Κρήτης… και τα δύο έχουν τη λογική τους.

    Από «πολιτική» άποψη, κολλάει καλύτερα το 1453.
    Από πολιτιστική άποψη καλλάει καλύτερα το 1669.

    Αν καταλαβαίνω καλά, προτιμάται ο όρος Μεσαωνική Ελληνική Γλώσσα, αντί για Βυζαντινή, γιατί το Βυζάντιο ως πολιτική οντότητα δεν συμπίπτει με τον ελληνόφωνο χώρο της εποχής.

  57. Πέπε said

    @55
    Αλήθεια; Ενδιαφέρον!

    Έχετε ακούσει την έκφραση «μια κοπανιά», που σημαίνει «σε κάποια φάση»; Π.χ. σε αφηγήσεις, τη στιγμή που γίνεται η μετάβαση από το τι γενικά συνέβαινε ή λεγόταν στο τι έγινε κάποια συγκεκριμένη στιγμή (συζητάγαμε το τάδε, και μια κοπανιά γυρίζει και μου λέει…).

    Μου φαίνεται πού παρόμοια περίπτωση, βολή (ριξιά, κυρίως όπλου) -κοπανιά (χτύπημα).

  58. Μαρία said

    53
    Έτσι την πάτησε κάποιος που, όταν διάβασε στον Όμηρο «θείος Όνειρος», τον μετέφρασε ο μπάρμπας μου ο Όνειρος.

  59. Παναγιώτης Κ. said

    Η Κυριακή είναι μέρα λογοτεχνίας για το ιστολόγιο και ας προσθέσω κάτι συναφές και το οποίο με εντυπωσίασε!
    Το ανεψάκι μου (Α΄ Γυμνασίου) ήρθε με το βιβλίο «Κείμενα Νεοελληνικής λογοτεχνίας», για να…συνεργαστούμε.
    Έμεινα θετικά έκπληκτος από τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο σχετικό βιβλίο! Μεγάλη η γκάμα Ελλήνων λογοτεχνών παλαιότερων αλλά και νεότερων. Από ξένους, συγκράτησα το όνομα του Σεπουλβέδα. Δυνητικά, ένας μαθητής παίρνει μια πολύ καλή ιδέα για την Ελληνική αλλά και την παγκόσμια λογοτεχνία στα έξι χρόνια που διαρκεί η δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
    Η έκπληξή μου δεν ήταν μόνο το βιβλίο αλλά και οι σημειώσεις που δίνει η καθηγήτρια.
    Κάτι σαν θεωρία λογοτεχνίας.
    Έδειξα τον ενθουσιασμό μου και ο Βαγγέλης συμφώνησε μαζί μου διότι, «πρόκειται για την καλύτερη καθηγήτρια» καθώς μου είπε!

  60. sarant said

    57 Μια κοπανιά, σαν να το εχω ακούσει κάπου

  61. Spiridione said

    Στην πραγματικότητα υπάρχουν ανθολογημένα κείμενα μέχρι και τις αρχές του 18ου αιώνα.

  62. ΚΩΣΤΑΣ said

    βολά, δεν ξέρω από που βγαίνει. Πάει παρέα με τη λέξη μία και σημαίνει μια φορά.
    – μια βολά κι έναν καιρό…. λένε οι γιαγιάδες στα παραμύθια και σήμερα ακόμη.

    μια κοπανιά. Εμείς χρησιμοποιούμε τη λέξη μονοκοπανιά, κυρίως όταν πίνουμε ποτά, σφηνάκια, τσίπουρα…
    μια κοπανιά την έχω ακούσει στην Πελοπόννησο νομίζω, με την ίδια σημασία για τα ποτά, αλλά και με τη σημασία μια φορά, ξαφνικά, κάπως έτσι.

  63. Spiridione said

    Αν και κατατάσσονται στα μαγικά παραμύθια, οι παραμυθιακοί τύποι AΤ 330 και AT 331 θα μπορούσαν να ενταχθούν στον κύκλο των ευτράπελων διηγήσεων, καθώς οι αφηγητές αστειεύονται εδώ με το πιο τραγικό πράγμα στην ανθρώπινη ζωή, τον ίδιο το θάνατο (ή το διάβολο).
    Ο θάνατος προσωποποιημένος παίρνει τη μορφή του Χάρου ή του Αρχάγγελου Μιχαήλ που σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία έρχεται να πάρει την ψυχή του ετοιμοθάνατου. Στον παραμυθιακό τύπο AT 330, ο θάνατος συχνά αντικαθίσταται από το διάβολο.
    Όπως σημειώνει ο P. Delarue , στις παλαιότερες διηγήσεις πρόκειται σχεδόν πάντα για το θάνατο. Ήδη ο μύθος του Σίσυφου παρουσιάζει το θέμα του ακινητοποιημένου θανάτου, που αναγκάζεται να σταματήσει το έργο του αλλά μόλις ελευθερώνεται παίρνει μαζί του τον άνθρωπο που προσωρινά τον νίκησε.
    Ο St Thompson επισημαίνει ότι ο AT 330 είναι τόσο διαδεδομένος σε γραπτή ή προφορική μορφή που θα ήταν δύσκολο να οριστεί η υπόθεση του. Μπορούμε ωστόσο να διακρίνουμε, σε γενικές γραμμές, τρεις βασικούς υποτύπους: τον AT 330Α, όπου συγκαταλέγονται οι παραλλαγές που παρουσιάζουν τη συνάντηση με τον θεό και τον άγιο Πέτρο σε συνδυασμό με την αιχμαλωσία του θανάτου πάνω στο δέντρο’ τον AT 330B, όπου συγκαταλέγονται οι παραλλαγές με το μαγικό σάκο και την είσοδο στον παράδεισο’ και τον AT 330C που περιλαμβάνει τις παραλλαγές με το επεισόδιο στο οποίο ο ήρωας νικά το διάβολο στα χαρτιά παίζοντας με τη μαγική τράπουλα.
    Ο παραμυθιακός τύπος AT 330 είναι διαδεδομένος σε όλη την Ευρώπη και ακόμη απαντάται έως τον Καύκασο και την Παλαιστίνη. Φαίνεται πάντως ότι αποτελεί παραδοσιακό παραμύθι στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη.
    Η ιδέα του θανάτου που κολλά πάνω στο δέντρο ή σε κάποιο αντικείμενο βρίσκεται και σε αρχαία ελληνικά και εβραϊκά κείμενα. Σε λογοτεχνική μορφή εμφανίζεται στην Ιταλία το 1525, και αργότερα γίνεται το θέμα ενός δημοφιλούς γαλλικού λαϊκού βιβλίου με τίτλο «Histoire nouvelle et divertissante du bonhomme Misère, par le sieur de La Rivière», που εκδόθηκε στη γαλλική πόλη Ρουέν το 1719.
    http://www.iaen.gr/epeksergasia_paramithiakon_tipon_kai_parallagon_at_300_499__t__a___b__-b-52*427.html

  64. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    54,57,60,62,
    -Ναι, μια βολά κι έναν καιρό, ξεκίναγαν τα παραμύθια. Επίσης π.χ.»Δεν κατέχω ποιος εφώνιαζε, δεν είτονε ο Γιώργης μια βολά». Ακριβώς όπως η φορά.
    – «Μια κοπανιά» ,ξαφνικά μια στιγμή, μια δόση στην νεοαργκοτική πώς να πω.
    Η κοπανιά αλλιώς, είναι χτύπημα με το κόπανο. Μόνο κοπανίζω ρακές κλπ όχι κοπανιά ρακής
    Μια κοπανιστή σύνθεση (και την κοπανάω 🙂 )
    Μια γκοπανιά, εκοπανίσαμε μερικές ρακές και πάμε μάνι μάνι και τον εκοπανίσαμε γερά κι ύστερα τηνε κοπανίσαμε αέρας! Εκάτεχε πως του βγαίνανε οι ξυλιές και δεν εμετάπε πράμα, αλλά αν ήθελε να μασε καταγγείλει, θα μας είχε κοπανήσει καλά. Αλλά πάλι δίχως μάρτυρες, αέρα κοπανιστό θα ν εκατάφερνε.Τελοσπάντω.

  65. Μεταφραστής said

    Θα παρουσιάσω σήμερα ένα σύντομο μεσαιωνικό κείμενο, ένα πεζό κείμενο γραμμένο γύρω στα 1600

    Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η μετάβαση από τον μεσαίωνα στην νεότερη εποχή έλαβε χώρα τον 15 αιώνα, πολύ παλαιότερα από το έτος 1600.

  66. Alexis said

    #0: Πριν από μερικές μέρες, το Κέντρο Ελληνικης Γλώσσας έθεσε σε λειτουργία τον ιστότοπο «Δημώδης Γραμματεία» στον οποίο περιλαμβανονται, σχολιασμένα, τα σημαντικότερα έργα της μεσαιωνικής ελληνικής γραμματείας (ή ίσως όλα) από τον Διγενή Ακρίτη ως την πτώση του Χάντακα το 1669.

    …δεν έχω ελέγξει αν τα εκτενή έργα σαν κι αυτά που προανέφερα περιλαμβανονται ολόκληρα (το πιθανότερο) ή σε αποσπάσματα.

    Όχι, τα εκτενή έργα δεν παρουσιάζονται ολόκληρα αλλά με επιλεγμένα, εκτεταμένα αποσπάσματα.
    Φυσικά αυτό δεν μειώνει σε τίποτα την αξία της επίπονης και πολύ καλής δουλειάς που έχει γίνει για εισαγωγικά κείμενα, σχολιασμό, επεξηγήσεις κλπ.

  67. Triant said

    Το ‘μια κοπανιά’ το έχω ακούσει σαν ‘με τη μια’ στην πρόταση πιες το όλο το μπουκάλι (το φάρμακο) να γίνεις μια κοπανιά καλά.

  68. sarant said

    61 Ναι;

    63 Μπραβο!

    65 Δες τα σχόλια. Το μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά πιάνει μέχρι το 1669. Συμβατικό όριο για την ελληνική γλώσσα είναι το 1669.

    67 Και «το ήπιε μονοκοπανιά» -που λέει και ο Κώστας στο 62

  69. Κώστας Φ. said

    Νότος εγώ βοριάς εσύ έλα να ορδινιαστούμε
    μικρή μου να φυσήξομε κι όπου συναντηθούμε
    (δίσκος ΚΙΣΜΕΤ του Στέλιου Πετράκη, «συρτός»)

  70. dryhammer said

    Στο μια φορά/βολά/κοπανιά να προσθέσω το λαϊκό (ψιλομάγκικο) μια δόση κι αυτό με τη σημασία του κάποτε…

    Το θείε/θεία σαν κλητική προσφώώνηση σε μεγαλύτερο (που συχνά δεν γνωρίζουμε το όνομά του) το έχουμε και στη Χίο. Λιγότερο σεβαστικό (μέχρι και μειωτικό κατά την περίσταση) το μπάρμπα. Γενικής χρήσεως προς γνωστούς και αγνώστους ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας (που τείνει προς εξαφάνιση ) το καλέ.

  71. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Δυὸ (σχετικὰ) λεξιλογικά· ἀπὸ τὴ Θερμιώτικη ντοπιολαλιὰ ἡ ὀρδινιά: τὸ κολατσιὸ ποὺ ἔπερναν μαζί τους στὸ χωράφι οἱ ἀγρότες· καὶ μιὰ «Εναύξητη προστακτική,» τοῦ τύπου «έπαρε και έβλεπε» ποὺ ἔφτασε μέχρι τὶς μέρες μας (ἡμῶν τῶν παλαιοτέρων):
    ἔμπαινε Γιοῦτσο.

  72. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Στὰ Θερμιὰ ἡ συνήθης προσφώνηση στοὺς μεγαλύτερους ἦταν μπάρμπα καὶ θείτσαθειά.
    Κάποιοι δύστροποι ἤ βωμολόχοι ἀπαντοῦσαν στὴν προσφώνηση «μπάρμπα» μὲ τὸ γειωτικὸ «πιάσε μου τὴ χάρμπα». Χάρμπα ἦταν ἕνα μακρύ, ἰσιο ραβδὶ μὲ αἰχμηρὴ ἄκρη. Ὁ συμβολισμὸς προφανής.

  73. Κι εδώ-χάμου, οι δύστροποι ή βωμολόχοι άμα τους αποκαλέσεις «θείο», απαντάνε «θειάφι και λιβάνι»

  74. Πέπε said

    @62, 68:
    «Μονοκοπανιά», ειδικά για την πόση, είναι συνώνυμο του «μονορούφι» με την κυριολεκτική του σημασία. Όταν μιλάμε για άλλα πράγματα, το μονοκοπανιά (που είναι εξ ορισμού μεταφορικό, αν μου επιτρέπεται να εκφρασθώ έτσι) και το μονορούφι (που είναι εδώ μεταφορικό) έχουν παραπλήσιες αλλά όχι ολόιδιες σημασίες.

    *Το #67 λέει: «πιες το όλο το μπουκάλι (το φάρμακο) να γίνεις μια κοπανιά καλά». Το «μια κοπανιά» δεν αναφέρεται στο «πιες» (άρα δε σημαίνει μονορούφι) αλλά στο «να γίνεις καλά», και σημαίνει αυτό ακριβώς που λέει ο Triant, μεμιάς, μονομιάς, με τη μία. (Τώρα ιατρικώς δεν ξέρω αν ισχύει …)

    Κοιτάω τώρα στο ΛΚΝΕ πώς ακριβώς ορίζει την κάθε έννοια, και αναγκάστικά κοίταξα, εκτός από το μονοκοπανιά και το μονορούφι, και τα λήμματα «μεμιάς» και «μονομιάς». Για το τελευταίο, έχω μια παρατήρηση:

    Δίνει το ΛΚΝΕ την ετυμολογία «< φρ. μόνο μιας κατά το μεμιάς». Δεν την έχω ακούσει αυτή τη φράση, και ούτε μπορώ να τη φανταστώ, εκτός σαν ιδιωτισμό που έχει εκλείψει ή ιδιωματισμό που δεν έτυχε να συναντήσω.Το ίδιο προτείνουν Μπάμπης (ετυμολογικό) και Χρηστικό. Όμως εδώ δε βλέπω να υπάρχει και τόσο η έννοια του «μόνο, μονάχα», παρά μάλλον της συγκέντρωσης / συμπύκνωσης, ότι ό,τι ήταν να γίνει έγινε όλο μαζί σε μία δόση. Αυτό θυμίζει τη χρήση του α’ συνθετικού μονο- (=μαζί, ταυτόχρονα) σε πολλά σύνθετα που έχω ακούσει και στην Κρήτη και στην Κάρπαθο και πιθανώς θα λέγονται και σε άλλα ιδιώματα. Καρπάθικο παράδειγμα (ενδεικτικό, καθόλου μοναδικό):

    Εμονοφύαν οι βοσκοί και κλείσαν τα μιτάτα
    και πήαν στην Αμερική να πλύνουσι τα πιάτα.

    Εμονοφύαν: έφυγαν όλοι μαζί (η μαντινάδα θρηνεί την ερήμωση των βουνών λόγω του μαζικού ρεύματος μετανάστευσης το ’60).

    Από κρητικά παραδείγματα έχω ακούσει όχι μόνο πολλά σύνθετα (το καρπάθικο «εμονοφύαν» του παραδείγματος θα ήταν απολύτως κατανοητό από έναν Κρητικό) αλλά και ευκαιριακούς σχηματισμούς (π.χ. «όλες μου οι φίλες μονογκαστρώθηκαν», έμειναν έγκυοι την ίδια περίπου περίοδο), που δείχνουν ότι πρόκειται για ζωντανό στοιχείο της γλώσσας.

    Αυτό το μονο-, λογικά, είναι σίγουρα το επίθετο μόνος (ή μήπως το μονός;), αλλά στα εν λόγω ιδιώματα παίρνει μια ειδική σημασία που δεν υπάρχει στην κοινή. Κατ’ αρχήν, όλα δείχνουν ότι πρόκειται για ιδιαιτερότητα αυτών των ιδιωμάτων, που ανέπτυξαν αυτή την ειδική σημασία. Η ύπαρξη όμως του πάγκοινου «μονομιάς» με υποψιάζει μήπως επρόκειτο παλιότερα για κάτι πιο διαδεδομένο, που γενικώς χάθηκε αλλά σ’ αυτά τα ιδιώματα -και σε ένα μοναδικό σύνθετο της κοινής- διατηρήθηκε.

  75. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ναι Πέπε:
    Μονόπαντας Σε όλη την έκταση της μιας μπάντας: Να μαζώνομε/ να σκάφτομε/ να θερίζομε μονόπαντας να μην τσαλοπατούμε παντόθες.
    Μονόπλαγα: απ όλη την πλαγιά

    Με γεια ο σεισμός! Κουνηθήκαμε γερούτσικα

  76. sarant said

    71 Είναι όμως ένα ερώτημα, αν το έμπαινε βάζει αύξηση στο μπαίνω ή αν αντιστοιχεί σε τύπο «εμπαινω»

  77. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    76.Στον Ερωτόκριτο έχει κάμποσα εμπαίνει δίχως να χρειάζεται η περίσσα συλλαβή για τη ρίμα ή ως χρονική αύξηση:
    θωρώ πως με τον Kύρη μου σ’ μάχη μεγάλη εμπαίνω, Γ 163

    Επίσης στον Ερωτόκριτο ,ορδινιά και ορδινιάζεται ,αρκετές φορές
    π.χ. Δ 1266
    Nα βρει ένα, τον καλύτερον απ’ όλο το φουσάτο,
    ν’ αρματωθεί, να ορδινιαστεί, να’ρθει στον κάμπον κάτω,

  78. ΚΩΣΤΑΣ said

    Καλά, το έμπαινε Γιούτσο, δεν είναι σολοικισμός του Γκμοχ, που δεν πρόφερε σωστά τα ελληνικά;

  79. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    78. Έμπαινε Κώστα έμπαινε και καν’ τα όλα λίμπα 🙂

    Τόπο στον Κορνάρο προς το παρόν -να ξεχάσουμς το σεισμό- 🙂

    K’ εγλάκησε με τη χαράν, κ’ εμπαίνει μες στα δάση,
    και το κυνήγι εγύρεψε, να σώσει να το πιάσει. Β.711

    Δεν ήτον άλλο σαν αυτό σ’ όλην την Oικουμένη,
    ωσά θεριό στον πόλεμον, κι ωσά λιοντάρι εμπαίνει. Δ 1637

  80. sarant said

    78 Ο Γκμοχ ήρθε στην Ελλάδα όταν ο Γιούτσος είχε παρατήσει το ποδόσφαιρο

  81. Πέπε said

    Δεν ξέρω αν το «έμπαινε» ξεκίνησε από τον Γιούτσο, αλλά είναι έκφραση που τη θυμάμαι ανέκαθεν. (=περ. απάνω τους, εμπρός!)

  82. ΚΩΣΤΑΣ said

    79 – 80
    Γηράσκω αεί διδασκόμενος, εγώ έτσι νόμιζα! 🙂

    Καλά το έμπαινε Γιώργο το ξέρω, μιλάω ειδικά για τον Γιούτσο.

  83. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κι ανακάλυψα ένα ραμόνι μου, επ΄ αφορμή της ενθύμισης του άσματος «Εμπανε Γιώργο» ,»Μη λογαριάζεις τίποτα και άνοιξα κολύμπα» νόμιζα, καθότι η κολύμπα είναι η μεγάλη λακούβα η γεμάτη νερό, η χωματένια γούρνα. Ενώ λέει «και ανοιχτά κολύμπα»

  84. Πέπε said

    @76, 71 κλπ.:
    Λογικό είναι ότι από το αρχαίο εμβαίνω μέχρι το σημερινό μπαίνω θα σώζονται κατά εποχές και κατά τόπους και δείγματα του ενδιάμεσου εμπαίνω.

    Να θυμίσω ότι και οι προστακτικές έμπα και έβγα (του βγαίνω) είναι σχετικά κοινές. Μέχρι πριν ελάχιστες γενιές, κοινό ήταν και το «να ‘μπω» με τόνο στο «να», δηλ. να έμπω (όπως το «θα ‘ρθω», που και σήμερα εναλλάσσεται σε ίσες περίπου δόσεις με το «θα ‘ρθώ» και με το πλήρες «θα έρθω»). Σήμερα το «να ‘μπω» ακούγεται λαϊκό/λογοτεχνικό/παλιομοδίτικο, αλλά άγνωστο δεν είναι.

  85. Πέπε said

    Αν η γραμματοσειρά της WordPress δε χρησιμοποιούσε αυτή την απολύτως ανύπαρκτη ανάποδη απόστροφο, το #84 θα ήταν (θα ‘ταν) ίσως πιο ευανάγνωστο…

  86. ΣΠ said

    81
    Το έμπαινε ξεκίνησε από τον Γιούτσο προς το τέλος της δεκαετίας του 60.

  87. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κατόπιν αυτών, το
    Έμπαινε Κίτσο, ταινία 1968

  88. ΓΚ said

    84.
    Αν δεν κάνω λάθος, το εμβαίνω είναι «λόγια προφορά». Οι ΑΗΠ πρόφεραν embeno (ή κάπως έτσι) και οι νεώτεροι beno ή mbeno. Η προφορά emveno οφείλεται σε λάθος ανάγνωση της γραφής (ας το πούμε έτσι) και υπάρχει μόνο στον «λόγιο» λόγο.

    Καλά τα λέω;

    Κάπως έτσι και το ενδυμα > ντύσιμο. (Η μητέρα μου έλεγε «ντύμα» το κάλυμα των βιβλίων και των τετραδίων… πριν βγουν τα πλαστικά εξώφυλλα.)

  89. Πέπε said

    88
    Θεωρητικά έτσι είναι, αλλά όσο οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να γράφουν εμβαίνω (αφού το β είχε γίνει [v]) το πρόφεραν κιόλας με μβ. Θέλω να πω, η «λόγϊα» προφορά υπήρχε και υπάρχει: μπορεί να στηρίζεται σε μια παρανόηση αλλά δεν παύει να έχει κι αυτή την παρουσία της, με βάθος χρόνου.

  90. Κουτρούφι said

    #84.
    «εμπακέβγας (ο)». Η είσοδος του σπιτιού. Μεταφορικά, αναφέρεται για το κύριο λιμάνι της Σίφνου, τις Καμάρες: «Οι Καμάρες είναι ο εμπακέβγας της Σίφνου».

  91. sarant said

    88-89 Bέβαια, πόσοι έγραφαν τότε. Κάτι ανάλογο ισχύει πχ και με το δένδρο/δέντρο

  92. spatholouro said

    #76/71
    Μια και ήμουν από τους πιτσιρικάδες που φώναζαν τότε το σύνθημα «έμπαινε Γιούτσο έμπαινε/και κάντα όλα λίμπα», για να παραμείνει στις καθημερινές μας διαντιδράσεις στη γειτονιά μόνο το «έμπαινε Γιούτσο» [όπου «Γιούτσος» ήταν ο εκάστοτε πρωταγωνιστής της παρέας], έχω την αίσθηση ότι καμμία σχέση δεν είχε με το «εμβαίνω» (όσο θυμάμαι στον Πειραιά τότε, ποτέ δεν άκουσα κάποιον να εκφώνησε τέτοιο πράγμα) αλλά ήταν η «αύξηση» που προσετίθετο για να βγει το μέτρο.

  93. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Εμπασιά ή εμβασιά (Μονομπασιά/Μονεμβασια).
    Στο έμπα του χωργιού, στο έμπα του χειμώνα.
    Έμπα κι έβγα – εμπάστε κι εβγάστε, κρητικότερα της λαϊκής 🙂

  94. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τα έμβολα δε γίνηκαν …έμπολα (μακριά από μας) 🙂
    Καλημέρα, σταθερή κι …ακούνητη.

  95. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    88. >>πριν βγουν τα πλαστικά εξώφυλλα.
    νάιλον/μπλε0σπανίψς κόκκινα ντύματα μετά 🙂 .Τα χάρτινα ο δάσκαλος τα έλεγε και σταχώματα ! «Να σταχώσετε τα βιβλία».

  96. spatholouro said

    Σταχώνω/στάχωμα/σταχωτής ανήκουν στο λεξιλόγιο της βιβλιοδεσίας

  97. sarant said

    92 Εγώ είπα «εμπαίνω» που υπάρχει ως δημοτικός τύπος παλιός. Όπως το «εβλέποντας» του κειμένου εδώ. Το πιθανότερο βέβαια να είναι για το μέτρο.

  98. spatholouro said

    Οκ.
    Ούτε «εμπαίνω» άκουσα ποτέ να λέγεται στον Πειραία -ίσως να ήταν εξωαστικολαϊκός τύπος.

  99. ΓΚ said

    89
    Δεν το έγραψα καλά. 🙂
    Το εμπαίνω είναι ο αρχικός τύπος, όχι ενδιάμεσος.
    Από το εμπαίνω προέρχονται το εμβαίνω και το μπαίνω, που συνυπάρχουν παράλληλα.

    91
    Και αυτό, αλλά και ότι όσοι έγραφαν είχαν συναίσθηση της διγλωσσίας. Πιθανότατα χρησιμοποιούσαν και τους δύο τύπους παράλληλα, ανάλογα με το περιβάλλον.
    Άρα δεν μιλάμε για εξέλιξη «από το ένα στο άλλο», αλλά για παράλληλη χρήση.
    (Κάπως έτσι…)

    Για το ε-, πάλι (πρέπει να) έχουμε παράλληλη χρήση. Π.χ. μπασιά και εμπατή, μπες και έμπα. Μάλλον σε διαφορετικές περιοχές.

    Το έμπαινε από γραμματική άποψη είναι προστακτική ενεστώτα, άσχετα αν χρησιμοποιείται ως προστακτική αορίστου. Το μπες / έμπα είναι προστακτική αορίστου. Το έμπαινε κάνει ζευγάρι με το μπαίνε («Μπαίνε από την πίσω πόρτα, όταν είσαι λερωμένος, να μη σε βλέπουν οι πελάτες.»)

  100. Παντελής said

    Οι Έλληνες από καταβολής κόσμου ήταν Θαλασσοπόροι….!

  101. ΓΚ said

    Είναι αλήθεια ότι Αθήνα-Πειραιά δεν ακούγεται το ε-, παρά μόνο (ή παραμόνο; ) στο «έμπαινε Γιούτσο» και τα παρόμοια. Ίσως επειδή το «μπες» είναι πολύ κοντό για να κάνει σύνθημα.
    Θα μπορούσαμε να το συγκρίνουμε με το «πήγαινε» που το χρησιμοποιούμε και ως προστακτική αορίστου.

  102. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    Τὸ ἔμπαινε Γιοῦτσο εἶχε γηπεδικὴ προέλευση καὶ συνεπῶς ἦταν «ἀστικολαϊκὸς τύπος» (ὅπως τὸν χαρακτηρίζει τὸ Σπαθόλουρο) καὶ μάλιστα Πειραιώτικος. Τὸ σύνθημα ἐμφανίστηκε στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿60 (ὁ Γιοῦτσος πῆγε στὸν Ὀλυμπιακὸ τὸ 1964). Τότε ἀκόμα ἀρκετοὶ στὸν Πειραιὰ μιλοῦσαν «μάγκικα». Συμφωνῶ μὲ τὸ Σπαθόλουρο ὅτι τὸ ἔμπαινε δὲν προέρχεται μὲ τὸν παλιότερο τύπο ἐμπαίνω, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ μπαίνω, ἴσως μὲ ἐπίδραση ἀπὸ τὴν προστακτικὴ ἔμπα, ποὺ ὅμως ἔχει στιγμιαῖο χαρακτήρα, ἐνῶ τὸ ἔμπαινε ὑπονοεῖ διάρκεια.

    Μὲ τὸν ἐρχομὸ τῆς Χούντας ὁ χουντικὸς δήμαρχος Σκυλίτσης ἄρχισε τὴν ἐκστρατεία «καθωσπρεπισμοῦ» τοῦ Πειραιᾶ, μὲ τὸ «κλείσιμο» τῆς Τρούμπας, τὸ γκρέμισμα τοῦ Ρολογιοῦ καὶ τὴν προσπάθεια ἐξαφάνισης κάθε στοιχείου ποὺ θεωροῦσε «λαϊκό».

    Τέλος τὸ τραγούδι «ἔμπαινε Γιῶργο ἔμπαινε καὶ κάντα ὅλα λίμπα», σαφῶς ἐπηρεασμένο ἀπὸ τὸ σύνθημα, γράφτηκε τὸ 1969 καὶ πολλοί, καλῶς ἤ κακῶς, τὸ συνέδεσαν μὲ τὸν δικτάτορα Παπαδόπουλο.

  103. Γιώργος Δ said

    86:

    >Το έμπαινε ξεκίνησε από τον Γιούτσο προς το τέλος της δεκαετίας του 60.

    Και στις αρχές της δεκαετίας του 90 το Μπένε-τον!

  104. Γς said

    103:

    Ναι, θυμάμαι τον Λάμπη Ταξιάρχη και τον Θανάση Λάλα στην σαχλή τους εκπομπή «Τα κακά παιδιά», που χρησιμοποιούσαν το λόγκο της Benetton ως ‘Μπένε τον»

  105. Δημήτρης Μαρτῖνος said

    @104. Γς said:
    «…θυμάμαι τον Λάμπη Ταξιάρχη…»

    Μεγάλη προαγωγὴ τοῦ ᾿δωσες· ἀπὸ Ταγματάρχη τὸν ἔκανες Ἀρχάγγελο (ἤ μήπως ταξίαρχο;) 🙂

  106. Alexis said

    Περί προστακτικών του «μπαίνω»:
    Θυμάμαι έναν παλιό μου συμφοιτητή (αρβανίτη στην καταγωγή) που έλεγε «μπέκα» αντί για «μπες». Φυσικά λέγεται και ευρύτερα, το έχω ακούσει κι από άλλους.
    Αυτό το «μπέκα» να είναι άραγε αρβανίτικο ή να πρόκειται για μάγκικο/λαϊκό τύπο του «μπες»;

  107. Kουτρούφι said

    Υπάρχει και η ευχή «με το καλό να μας έμπει» για τον Καινούριο Χρόνο.

  108. Σχετικά με τον Γιούτσο η πλάκα ήταν πως ο Μπούκοβι έφερε από την Ουγγαρία δυο ομογενείς τον Τσάτσο και τον Συνάτκα – τους οποίους το ΦΩΣ τους είχε πρώτη σελίδα γιγαντοφωτογραφία με λεζάντα «σ’ αυτούς πιστεύουμε»- και τσόντα έναν πιτσιρικά τον Γιούτσο που ήταν ο μόνος που φτούρησε.
    Μετά από κάποιο διάστημα έφερε κι ο ΠΑΟ δυο αδέρφια ομογενείς από Ουγγαρία οι οποίοι αποδείχθηκαν τελικά άριστοι…ελαιοχρωματιστές κι άλλαξαν όψη στο γήπεδο !!
    Ηταν δύσκολες εποχές στις χώρες του παραπετάσματος κι υπήρχαν διάφορες κομπίνες για να φύγουν έξω οι νέοι…

  109. Γς said

    105:

    Είχα ένα συμφοιτητή μ αυτό το όνομα και το κόλλησα και στον Λάμπη Ταγματάρχη.

    Και κοίτα πλάκα πριν αναρτήσω το Σχ. 104 έριξα στο Γκουγκλ το «Λάμπης Ταξιάρχης» + Θανάσης Λάλας για να σιγουρευτώ για τα ονόματά τους/

    Μου έβγαλε ένα και μόνο αποτέλεσμα και δεν το άνοιξα αφου είδα τα ονόματα.

    Ομως ηταν δικό μου. Μια ανάρτησή μου εδώ, που έτσι τον έλεγα κι εκεί!

  110. 106, … «μπέκα» αντί για «μπες» …

    Εδώ από τον Χάρρυ.

  111. 105, … @104. Γς said:
    «…θυμάμαι τον Λάμπη Ταξιάρχη…»

    Μεγάλη προαγωγὴ τοῦ ᾿δωσες· ἀπὸ Ταγματάρχη τὸν ἔκανες Ἀρχάγγελο (ἤ μήπως ταξίαρχο;) 🙂 …

    Διευθύνει ολόκληρη πιάτσα ταξί, ο Λάμπης.

  112. Πέπε said

    @102:
    Στο έμπα όμως το ε- προέρχεται από την πρόθεση του εμβαίνω. Η προστακτική του καθαρού δισύλλαβου μπαίνω είναι μπες.

    @94:
    Τα εμβόλια όμως έγιναν μπόλια.

  113. Αιμ said

    111. Σωστό, κατά το παραλιάρχης

  114. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    111>>Διευθύνει ολόκληρη πιάτσα ταξί, ο Λάμπης.
    ο Φοίβος, (μέχρι το 2007)!

  115. Παντελής said

    Του Χάρου το Πηγάδι…..

    Έχει άραγε Ο Χάρος πηγαδι? και τη θα πει Χάρος?

    Αχα = νερό (αχινος αχελώος) αχουα (aqua) = νερό Ιταλιστή…. Αχάρα = η θάλασσα (πολύ λiγοι το ξέρουν αυτό) εάν η θάλασσα Αχάρα, τότε ο Ωκεανός πως? Μα πως αλιως? Φυσηκα Άχάρος…, Xάρος….!

    Οι Έλληνες από καταβολής κόσμου ήταν Θαλασσοπόροι….!

  116. Κ. Καραποτόσογλου said

    Ο Εμμ. Κριαράς, ΛΜΕΔΓ, τ. 11, σ. 408, συντάσσει το αμάρτυρο λήμμα:»*κελάκιον το· κελάτσιο, Μικρ. Διήγ. (Zimbone) 3. Από το ουσ. κελί(ον) και την κατάλ. -άκιον…Δωμάτιο (εδώ πανδοχείου)· φρ. κάνω κελάτσιο = σταθμεύω, καταλύω», ενώ τα ίδια επαναλαμβάνονται στην Επιτομή, τ. 1, σ. 564, αλλά η ερμηνεία:δωμάτιο (πανδοχείου), κάνω κελάτσιο = σταθμεύω, καταλύω, είναι λαθεμένη, καθώς η λ. προσδιορίζει το γνωστό κολατσιό (collazion), όπως μας πληροφορεί ο Γ. Κεχαγιόγλου, Γλωσσάρι, σ. 1375:» κελάτσιο(ν):κολατσιό, πρόγευμα», και έχει επισημάνει ο Babis (-1), με τροπή του ο > ε, αντίδωρο > αντίδερο.

  117. sarant said

    116 Ευχαριστώ, δεν έχω δει τον Κεχαγιόγλου.

    Αλλά είναι τόσο εύκολο να ανέβει ο τονος; Εμφανίζεται αλλού πουθενά ο τύπος «κελάτσιο(ν)»;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: